19 Ιαν 2012

Θέσεις του ΚΚΕ για τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα


Το ΚΚΕ επεξεργάζεται τις θέσεις του για τα Βαρέα Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, την πρόληψη και προστασία της υγείας των εργαζομένων, γενικότερα την Κοινωνική Ασφάλιση, με κριτήριο τις διευρυνόμενες ανάγκες της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων. 
Παίρνοντας υπόψη ότι σήμερα σε συνθήκες αύξησης του πλούτου που παράγουν οι εργαζόμενοι, σε συνθήκες ανάπτυξης των επιστημών και της τεχνολογίας, οι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν πρέπει να αποδεχτούν την αφαίρεση δικαιωμάτων και κατακτήσεων, αλλά, αντίθετα, επιβάλλεται ακόμα πιο αποφασιστικά, να διεκδικήσουν στόχους πάλης που βελτιώνουν τη ζωή τους.
Πολύ περισσότερο που οι εργαζόμενοι διαπιστώνουν ότι, παρά την αύξηση του πλούτου και της παραγωγικότητας της εργασίας, παρά τα επιστημονικά - τεχνολογικά επιτεύγματα, η κατάσταση στους εργασιακούς χώρους χειροτερεύει, η εκμετάλλευση εντείνεται, για να αυξηθούν τα κέρδη της πλουτοκρατίας που έχει στα χέρια της τα μέσα παραγωγής.
Η επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και η εντατικοποίηση της δουλειάς συμβαδίζει με την όξυνση των προβλημάτων, με την εμφάνιση νέων προβλημάτων, νέων επαγγελματικών ασθενειών, φουντώνει το εργασιακό στρες, επεκτείνονται οι ψυχικές ασθένειες και τα μυοσκελετικά προβλήματα, διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα ή και αυξάνονται τα εργατικά ατυχήματα.

Η υπερκατανάλωση και η φθορά της εργατικής δύναμης, οι βλάβες στην υγεία, οι επαγγελματικές ασθένειες και τα εργατικά ατυχήματα επιδρούν καθοριστικά στη γενικότερη κατάσταση της εργατικής τάξης, σημαδεύουν τη ζωή των εργατικών λαϊκών οικογενειών.
Από αυτή τη σκοπιά, οι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν μπορούν να αποδεχτούν την κατάργηση του θεσμού των Βαρέων Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (ΒΑΕ), αλλά έχουν υποχρέωση να απαιτήσουν τη διεύρυνσή τους, εκεί που χρειάζεται, και να διεκδικήσουν ουσιαστικά μέτρα για την Υγιεινή και την Ασφάλεια της Εργασίας, για νωρίτερα συνταξιοδότηση, μείωση του εργάσιμου χρόνου και δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.
Σήμερα, η κατάσταση θέτει με επιτακτικότερο τρόπο την αναγκαιότητα της οργανωμένης αντίστασης, της μαζικής διεκδίκησης στόχων πάλης που αντιπαρατίθενται στο κεφάλαιο και την κυρίαρχη πολιτική. Θέτει με επιτακτικότερο τρόπο την αναγκαιότητα της συμμετοχής των εργαζομένων στην ταξική πάλη για την ανατροπή της εξουσίας της πλουτοκρατίας, την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Η επίθεση για την κατάργηση του θεσμού των Βαρέων - Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων
Τα ΒΑΕ καθιερώθηκαν με το νόμο 1846/51, που εφαρμόστηκε το 1964.

Οι εργοδότες και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι δεν έκαναν χάρη στους εργάτες και στις εργάτριες. Η θέσπιση των ΒΑΕ σήμανε την απαλλαγή των εργοδοτών από την αστική ευθύνη, την υποχρέωση να αποζημιώνουν το θύμα σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, να καλύπτουν τα έξοδα νοσηλείας, κηδείας κλπ.
Το δικαίωμα στη συνταξιοδότηση μια πενταετία νωρίτερα από τα γενικά όρια το χρυσοπληρώνουν οι εργαζόμενοι με την επιβολή πρόσθετου ασφάλιστρου επί των αποδοχών τους, πέραν της εισφοράς για τη σύνταξη. Σαν αποτέλεσμα, ο κλάδος των ΒΑΕ παραμένει διαχρονικά πλεονασματικός, χωρίς να επιβαρύνεται το ΙΚΑ.
Η πρώτη γνωμοδοτική επιτροπή κρίσης Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, που συστήθηκε με το νόμο 1902/90, ομολόγησε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει, γιατί η χώρα δε διαθέτει τα επιστημονικά δεδομένα (κατάλληλες μελέτες και υποδομές κ.ά.), για να γίνει αποχαρακτηρισμός των ΒΑΕ.
Το 1997, επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, με πρωθυπουργό τον κ. Σημίτη, ο καθηγητής Σπράος, σύμβουλος του πρωθυπουργού, με έκθεσή του ζήτησε την κατάργηση των ΒΑΕ.
Το 2002, στην εισηγητική έκθεση του νόμου 3029/02, ο υπουργός Εργασίας του ΠΑΣΟΚ κ. Ρέππας αναφέρει ότι «η εξέλιξη της τεχνολογίας, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας(!) επιβάλλει τον επανακαθορισμό των ΒΑΕ».
Γεγονός είναι ότι η προσπάθεια αποχαρακτηρισμού και κατάργησης των ΒΑΕ, από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, αποτελεί συστατικό στοιχείο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, των αντιδραστικών αλλαγών που έχουν σαν στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου σύμφωνα και με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τις οποίες έχουν συμφωνήσει τα κόμματα του δικομματισμού.

Πιο συγκεκριμένα, η επίθεση στα ΒΑΕ συνδέεται άμεσα με τις επιχειρούμενες ανατροπές στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, τις εργασιακές σχέσεις, την εμπορευματοποίηση της Υγείας - Πρόνοιας με συνέπεια την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, ζωής, των συνθηκών πρόληψης και προστασίας της Υγείας για το σύνολο της εργατικής τάξης.
Ο θεσμός των ΒΑΕ είναι μια σοβαρή κατάκτηση του εργατικού κινήματος στη μεταπολεμική περίοδο.
Σύμφωνα με τελευταία στοιχεία του υπουργείου Εργασίας, στα ΒΑΕ έχουν ενταχθεί 537 επαγγέλματα (156 εργασίες και 381 ειδικότητες) συμπεριλαμβανομένων και των επαγγελμάτων που έχουν εκλείψει. Ο αριθμός των εργαζομένων στα ΒΑΕ υπολογίζεται στις 700.000.
Επί της ουσίας, αντιμετωπίστηκε σαν θεσμός πρόωρης συνταξιοδότησης και προβλέπει μειωμένο κατά 5 έτη όριο ηλικίας. Αποτελεί για τη χώρα μας τη βασική ελάχιστη ασφαλιστική συμβολή στον περιορισμό των συνεπειών του επαγγελματικού κινδύνου και της πρώιμης φθοράς της υγείας των εργαζομένων σε μια σειρά κλάδους, χώρους και ειδικότητες.
Δηλαδή, ο θεσμός αυτός αναγνωρίζει ότι σε μια σειρά επαγγέλματα και ειδικότητες οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε ιδιαίτερα βαριές, ανθυγιεινές και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας που οδηγούν σε γρήγορη και πολλαπλάσια επιβάρυνση της υγείας τους και γι' αυτό υπάρχει ανάγκη να απομακρυνθούν από αυτές τις συνθήκες εργασίας νωρίτερα, ώστε να μειωθεί η έκθεση σε επιβλαβείς παράγοντες και η επίπτωση στην υγεία τους.

Με την αναγνώριση κάποιων επαγγελμάτων ως ΒΑΕ, οι εργαζόμενοι διεκδίκησαν και κατέκτησαν μέσω συλλογικών συμβάσεων και μια σειρά άλλες ευνοϊκές διατάξεις όπως τη χορήγηση ανθυγιεινού επιδόματος, την πρόβλεψη μειωμένου αριθμού ωρών εργασίας, πρόσθετες μέρες άδειας κ.ά.
Από το 1990, τα ΒΑΕ έχουν μπει στο στόχαστρο του κεφαλαίου. Ως σήμερα, αυτή η επίθεση αφορούσε την προσπάθεια αναθεώρησης της λίστας των ΒΑΕ και τον αποχαρακτηρισμό κάποιων επαγγελμάτων - ειδικοτήτων. Σήμερα, η επίθεση δεν αφορά κύρια τον αποχαρακτηρισμό επαγγελμάτων, αλλά τη σταδιακή κατάργηση των ΒΑΕ μέσω της αλλοίωσης του θεσμού.
Η παραπάνω επιδίωξη εκφράζεται κύρια μέσα από τις παρατηρήσεις και προτάσεις της επιτροπής αναθεώρησης των ΒΑΕ που διόρισε η κυβέρνηση μέσα στο 2007. Στόχος των προτάσεων, όπως αναφέρεται στο τελευταίο συνοπτικό πόρισμα της επιτροπής, είναι: «Η σταδιακή και ταυτόχρονα ριζική μεταρρύθμιση του ισχύοντος σήμερα θεσμού των ΒΑΕ». Στην ουσία επιδιώκεται:
  • Η σταδιακή κατάργηση του θεσμού των ΒΑΕ, μέσα από την κατάργηση της 5ετούς πρόωρης συνταξιοδότησης. Ειδικότερα, προωθείται η κατηγοριοποίηση των επαγγελμάτων που θα μπουν από δω και πέρα στα ΒΑΕ. Προτείνεται ο διαχωρισμός σε 4 κατηγορίες όπου σε κάθε μία θα δίνεται προσαύξηση πλασματικού χρόνου συνταξιοδότησης από 5% - 20% επί του πραγματικού χρόνου απασχόλησης, ανάλογα με τη βαρύτητα ή τον αυξημένο επαγγελματικό κίνδυνο. Η ένταξη στα ΒΑΕ, όπως αυτά διαμορφώνονται με τις κυβερνητικές προτάσεις, δε θα είναι μόνιμη αλλά 5ετούς διάρκειας και θα αναθεωρείται. Μετά την κατηγοριοποίηση, που θα έχει υποσκάψει τη μόνιμη, ενιαία 5ετή «πρόωρη συνταξιοδότηση», θα προταθεί σταδιακά η πλήρης κατάργηση του θεσμού και η αντιμετώπιση του ζητήματος μέσα από κάποιας μορφής ασφαλιστική κάλυψη του επαγγελματικού κινδύνου.
  • Η αλλοίωση του χαρακτήρα των ΒΑΕ ως θεσμού πρόληψης της πρόωρης φθοράς της υγείας. Από τον πρόεδρο της επιτροπής έχουν γίνει στο πρόσφατο παρελθόν δηλώσεις ότι δε θεωρείται σωστό να συνταξιοδοτούνται «υγιείς» εργαζόμενοι, έστω και αν ανήκουν στην κατηγορία των επαγγελμάτων που θα παραμείνουν στα ΒΑΕ. Καταργείται έτσι ο χαρακτήρας των ΒΑΕ ως ασφαλιστική συμβολή στον περιορισμό της πρόωρης φθοράς της υγείας των εργαζομένων, αφού η συνταξιοδότηση - με τη λογική του προέδρου της επιτροπής - προϋποθέτει τη βλάβη της υγείας.

Για την προώθηση αυτής της πολιτικής και έχοντας κατά νου ότι η ένταξη νέων κλάδων, επαγγελμάτων στα ΒΑΕ δε θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα (κυρίως στο χρόνο συνταξιοδότησης), η κυβέρνηση μιλάει για ένταξη ορισμένων κλάδων - επαγγελμάτων στα Βαρέα Ανθυγιεινά, επενδύοντας ταυτόχρονα στον ανταγωνισμό των εργαζομένων για να συμπεριληφθούν στο νέο κατάλογο.
Από τις κυβερνητικές προτάσεις φαίνεται, επίσης, ότι οι εργαζόμενοι που θα ενταχθούν στα ΒΑΕ θα κληθούν να καταβάλουν αναδρομικά υψηλό ασφάλιστρο και αυτή η οικονομική επιβάρυνση θα λειτουργήσει απαγορευτικά.
Στη λογική της κατηγοριοποίησης και σαλαμοποίησης των ΒΑΕ έχουν γίνει κατά καιρούς διάφορες άλλες δηλώσεις του προέδρου της επιτροπής αναθεώρησης των ΒΑΕ.
Για παράδειγμα, αναφέρονταν αρχικά σε διαχωρισμό των ΒΑΕ σε 3 κατηγορίες. Είχε προταθεί στην πρώτη κατηγορία να διατηρείται το δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης γενικά, στη δεύτερη κατηγορία να δοθεί μειωμένο ωράριο ή επιπλέον μέρες άδειας και στην τρίτη να ληφθούν με «αυστηρότητα» τα θεσμοθετημένα μέτρα για την προστασία της Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΥΑΕ).
Η προστασία όμως της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στα ΒΑΕ απαιτεί το συνδυασμό αυτών των μέτρων (ΥΑΕ, μειωμένο ωράριο, αυξημένες μέρες άδειας) με την πρόωρη συνταξιοδότηση.

Επιπλέον, από το συνοπτικό υπόμνημα της πρόσφατης συνεδρίασης της επιτροπής αναθεώρησης των ΒΑΕ (27/12/07) μπορούν να αναφερθούν ακόμη κάποιες ενδεικτικές θέσεις. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι:
  • Από τα αιτήματα κλάδων για ένταξη στα ΒΑΕ που έχουν κατατεθεί στην επιτροπή, συμπεραίνουν με απλή επισκόπηση (!) ότι για κάποια επαγγέλματα το αίτημα για ένταξη είναι δίκαιο. Για τα ήδη υπάρχοντα επαγγέλματα στα ΒΑΕ, πάλι με επισκόπηση, συμπεραίνουν ότι δεν υπάρχει κλιμάκωση του κινδύνου και όλοι όσοι είναι στα ΒΑΕ απολαμβάνουν τα ίδια ευεργετήματα. Χρειάζεται εδώ να σχολιαστεί ότι η προσπάθεια αποχαρακτηρισμού και κατηγοριοποίησης επαγγελμάτων στα ΒΑΕ γίνεται με τον πλέον αντιεπιστημονικό τρόπο από μια επιτροπή, η οποία υποτίθεται ότι είναι επιτροπή ειδικών εμπειρογνωμόνων - επιστημόνων.
  • Προτείνεται αυστηρή εφαρμογή των όρων ΥΑΕ με έμφαση στη λειτουργία του ιατρού Εργασίας και τεχνικού Ασφαλείας, με άμεση και υποχρεωτική εφαρμογή στα ΒΑΕ. Η πρόταση αυτή θα λειτουργήσει κύρια στην κατεύθυνση ενίσχυσης της προσπάθειας μεταφοράς της εργοδοτικής ευθύνης στο γιατρό Εργασίας και τον τεχνικό Ασφαλείας και στην παραπέρα εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών ΥΑΕ.
  • Προτείνεται η αντικατάσταση του όρου «Ιδιαζόντως Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα» με τον όρο «Βαρέα ή αυξημένου επαγγελματικού κινδύνου» επαγγέλματα, υποστηρίζοντας ότι η αλλαγή αυτή είναι αναγκαία, ώστε να μην εκτίθεται η χώρα στους διεθνείς φορείς, αφού με αυτήν την ορολογία, φαίνεται ότι μεγάλο μέρος των εργαζομένων στη χώρα εργάζεται σε ανθυγιεινές συνθήκες. Δηλαδή, επιδιώκουν να κρύψουν τεχνητά τις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας.
Επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται υπέρ της αναθεώρησης και της κατάργησης των ΒΑΕ

Οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να πετύχουν την αλλαγή του χαρακτήρα και την κατάργηση του θεσμού των ΒΑΕ, υποστηρίζουν αυτά τα χρόνια ορισμένα αβάσιμα επιχειρήματα:
Πρώτο: Λένε, οι συνθήκες εργασίας δεν είναι όπως παλιά, αλλά έχουν βελτιωθεί.
Στην πραγματικότητα, όμως, σημειώνεται επιδείνωση των συνθηκών και όρων εργασίας, όπως και των όρων προστασίας της υγείας και ασφάλειας του συνόλου των εργαζομένων. Αυτό συμβαίνει γιατί προωθείται η επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης που, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ανεργία, τους χαμηλούς μισθούς και μεροκάματα, εντείνεται η ανασφάλεια των εργαζομένων, των νέων κυρίως εργαζομένων και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική και σωματική υγεία.
Γεγονός είναι ότι η κατάργηση του 8ωρου, η διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου, οι αυξημένες υπερωρίες, η εντατικοποίηση της εργασίας, ο χρόνος μεταφοράς των εργαζομένων στην επιχείρηση, η προώθηση της κινητικότητας των εργαζομένων μεταξύ κλάδων, επιχειρήσεων, επαγγελμάτων με συνεχώς και πιο αντεργατικούς όρους, οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη φθορά της εργατικής δύναμης και της υγείας των εργαζομένων, την εμφάνιση νέων ασθενειών, περισσότερο σύνθετων κινδύνων για την υγεία.
Παράλληλα, η πλήρης απουσία υπηρεσιών ΥΑΕ και η μη εφαρμογή στοιχειωδών μέτρων ΥΑΕ στους χώρους δουλειάς, η μη κατοχύρωση της ασφαλιστικής κάλυψης του επαγγελματικού κινδύνου κλπ., στη χώρα μας, οδηγούν συνεχώς σε νέα εργατικά ατυχήματα και όλο και περισσότερες επαγγελματικές ασθένειες. Επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την υγεία των εργαζομένων συνολικά και ακόμη περισσότερο αυτών που εργάζονται σε Βαριές και Ανθυγιεινές εργασίες.
Επιπλέον, η γενικότερη επίθεση κατά των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και ιδιαίτερα η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, δημιουργεί νέες ομάδες εργαζομένων, μεγάλης ηλικίας, που είναι περισσότερο ευάλωτες στους κινδύνους που προκαλούν οι εργασιακές συνθήκες. (Για παράδειγμα, η επιβάρυνση της υγείας και οι κίνδυνοι για την ασφάλεια ενός 70χρονου οικοδόμου, είναι πολύ μεγαλύτεροι απ' ό,τι για έναν 25χρονο στις ίδιες συνθήκες εργασίας).
Η χειροτέρευση και η μείωση των παροχών Υγείας από τα ασφαλιστικά ταμεία, η εμπορευματοποίηση του δημόσιου συστήματος Υγείας - Πρόνοιας κάνουν ακόμη πιο δύσκολη και ακριβή την αποκατάσταση της υγείας των εργαζομένων που είναι θύματα εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών.
Τέλος, είναι προκλητικό το γεγονός ότι το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν φροντίσει να μην υπάρχουν αξιόπιστες μελέτες και κανένα σχεδόν επίσημο στοιχείο, που να τεκμηριώνει ποια είναι και σε ποια έκταση η επίδραση των συνθηκών εργασίας στην Υγεία και Ασφάλεια των εργαζομένων στους διάφορους κλάδους. Αποκρύπτουν μεγάλο αριθμό εργατικών ατυχημάτων, δε γίνεται διάγνωση και καταγραφή των επαγγελματικών ασθενειών, δεν υλοποιείται η εργοδοτική υποχρέωση να υπάρχει γραπτή εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου σε όλους τους χώρους εργασίας.
Η παντελής έλλειψη στοιχείων και κριτηρίων για την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα επαγγελμάτων, εργασιών κλπ., εξυπηρετεί τους εργοδότες και τις κυβερνήσεις στην προώθηση των στόχων τους για αυθαίρετη αναθεώρηση, κατηγοριοποίηση και σταδιακή κατάργηση των ΒΑΕ.
Συμπερασματικά, όχι μόνο δεν έχουμε βελτίωση των συνθηκών και όρων εργασίας για το σύνολο των εργαζομένων, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Η υγεία του φθηνού, ευέλικτου, διά βίου καταρτίσιμου και περιπλανώμενου εργαζόμενου κινδυνεύει συνολικά από το κεφάλαιο.
Δεύτερο: Λένε, «η σύγχρονη τεχνολογία είναι σήμερα σε θέση να ελαχιστοποιήσει τον επαγγελματικό κίνδυνο και να καταστήσει ασφαλείς και ακίνδυνες τις συνθήκες εργασίας, γεγονός που καθιστά αναχρονιστικό το θεσμό των ΒΑΕ».
Κι αυτό το επιχείρημα είναι αβάσιμο. Γιατί τα μέσα παραγωγής είναι στα χέρια των καπιταλιστών και η τεχνολογία χρησιμοποιείται για την αύξηση των κερδών τους.
Γι' αυτό αντί π.χ. για μείωση του εργάσιμου χρόνου έχουμε την κατάργηση του 8ωρου κλπ., με επιπτώσεις στη φθορά της εργατικής δύναμης και στην υγεία των εργαζομένων, μείωση του ελεύθερου χρόνου και αδυναμία αξιοποίησής του λόγω της κούρασης, μείωση του χρόνου ανάπαυσης για την αναπλήρωση της φθοράς της εργατικής δύναμης, χειροτέρευση της προσωπικής, οικογενειακής και κοινωνικής ζωής του εργαζόμενου και περισσότερο των εργαζόμενων γυναικών.
Εξάλλου, η σύγχρονη τεχνολογία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μια σειρά από παράγοντες κινδύνου για την υγεία των εργαζομένων όπως π.χ. η νυχτερινή εργασία, η εργασία σε βάρδιες που επιφέρουν μεγαλύτερη φθορά στην υγεία.
Επιπλέον, οι υποστηριχτές αυτής της θέσης αποσιωπούν σκόπιμα τις ακόλουθες παραμέτρους:
α) Το γεγονός ότι η τεχνολογική εξέλιξη φέρνει στο προσκήνιο νέα προβλήματα σε σχέση με τον επαγγελματικό κίνδυνο, αφού η επιλογή και η χρήση της νέας τεχνολογίας καθορίζονται με κριτήριο τη μεγιστοποίηση του κέρδους του κεφαλαιοκράτη.
Π.χ. κάθε χρόνο κυκλοφορούν πάνω από 10.000 νέες χημικές ουσίες και για καμιά από αυτές - πριν κυκλοφορήσει ελεύθερα στην αγορά - δεν έχουν ολοκληρωθεί οι εξετάσεις που θα έκριναν αν η χρήση τους είναι ασφαλής για τον άνθρωπο και το περιβάλλον.
β) Τη μη εφαρμογή των τεχνολογικών επιτευγμάτων ή το χαμηλό επίπεδο τεχνολογικού εκσυγχρονισμού σε μια σειρά βιομηχανικούς κλάδους της χώρας μας.
Τρίτο: Λένε«ο θεσμός των ΒΑΕ είναι απαρχαιωμένος γιατί αποτελούσε ασφαλιστική απάντηση μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, όπου υπήρχαν σημαντικά νομοθετικά κενά σε αντίθεση με τη σύγχρονη και πλήρη νομοθεσία που ισχύει σήμερα» και που - σύμφωνα και με την τελευταία Επιτροπή Αναθεώρησης των ΒΑΕ - «έχει ριζικά αναμορφωθεί από το 1985».
Η εργατική νομοθεσία στον καπιταλισμό είναι λιγότερο ή περισσότερο αντεργατική ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης και το επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης μέσα από την οποία η εργατική τάξη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποσπά κάποιες κατακτήσεις και ευνοϊκές ρυθμίσεις.
Ωστόσο, η παραπάνω λογική αδιαφορεί και για τις σκόπιμες ελλείψεις του νομοθετικού πλαισίου και για την απουσία υποδομής και ρυθμίσεων που να καθιστούν δυνατή την ουσιαστική εφαρμογή του.
Είναι γνωστό ότι η νομοθεσία για την Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας (ΥΑΕ) έχει θεσμοθετηθεί από το 1985, αλλά στην Ελλάδα δεν εφαρμόζεται ούτε στα πιο στοιχειώδη σημεία της.
Βάσει στοιχείων της Επιτροπής Αναθεώρησης των ΒΑΕ διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα λαμβάνει βαθμολογία 5% διεθνώς για την εφαρμογή των κανόνων και της νομοθεσίας για την ΥΑΕ.
Ο κρατικός έλεγχος για την κατάσταση που επικρατεί στις επιχειρήσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτος και δεν προσανατολίζεται στην εργοδοτική ευθύνη. Ενώ η αναμόρφωση της νομοθεσίας και σε κοινοτικό επίπεδο - στις περισσότερες περιπτώσεις - είναι στην κατεύθυνση ενίσχυσης της διαχείρισης των κινδύνων και όχι πρόληψής τους.
Επιπλέον, συχνά η αναμόρφωση οδηγεί σε επιδείνωση των όρων και προδιαγραφών προστασίας των εργαζομένων και όχι στο αντίθετο.
Αξίζει όμως να σχολιάσουμε εδώ τη θέση για μη ύπαρξη αντίστοιχου θεσμού (ΒΑΕ) στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες (Γερμανία, Βέλγιο, Γαλλία κλπ.) που χρησιμοποιείται σαν αποδεικτικό στοιχείο της αναχρονιστικότητας του θεσμού.
Για το ΚΚΕ κριτήριο είναι η προστασία της υγείας της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων και όχι η ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, πολύ περισσότερο όταν αναφερόμαστε σε ρυθμίσεις που είναι ξεκάθαρα αντεργατικές.
Από αυτήν την οπτική γωνία, αναχρονιστικό για τους κομμουνιστές και τους εργαζόμενους είναι ότι σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν ληφθεί μέτρα για πρόωρη συνταξιοδότηση όλων των εργαζομένων που δουλεύουν σε βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Αναχρονιστικό είναι ότι στα περισσότερα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης αυξάνονται τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης (π.χ. Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία κ.α.).
Πέρα από την παραπάνω αλήθεια, η σύγκριση αυτή είναι ως ένα βαθμό αυθαίρετη, γιατί αφορά ανόμοια επίπεδα τεχνολογικής εξέλιξης της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και διαφορετικά επίπεδα εφαρμογής των διεθνών προδιαγραφών για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ακριβής. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει ο συγκεκριμένος θεσμός και όρος, όμως η προστασία των εργαζομένων από ειδικούς επαγγελματικούς κινδύνους αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους.
Για παράδειγμα, στη Γερμανία έχουν εκδοθεί και ενεργοποιηθεί επαγγελματικοί ομοσπονδιακοί κώδικες για υποχρεωτικές προληπτικές ιατρικές εξετάσεις που καλύπτουν περίπου 45 είδη συνθηκών επαγγελματικού κινδύνου. Επίσης συνταξιοδοτήσεις με μειωμένο όριο ηλικίας προβλέπονται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Την κατεύθυνση κατάργησης - αποχαρακτηρισμού των ΒΑΕ υπερασπίζονται και τα δύο αστικά κυβερνητικά κόμματα χρησιμοποιώντας τα παραπάνω επιχειρήματα.
Ο ΣΥΝ εμφανίζεται να υπερασπίζεται το θεσμό των ΒΑΕ, χωρίς βέβαια να αποκαλύπτει το χαρακτήρα της επίθεσης και τις ευθύνες της ΕΕ. Επί της ουσίας, επιδιώκει να αποκρύψει την ευθυγράμμιση της επίθεσης στα ΒΑΕ με τη συνολική επίθεση στην Κοινωνική Ασφάλιση, με τις επιλογές της Λευκής και της Πράσινης Βίβλου. Η θέση του για υπεράσπιση του θεσμού των ΒΑΕ δεν αναδεικνύει την αναγκαιότητα της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης με τις βασικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τις κεντρικές επιλογές και κατευθύνσεις του κεφαλαίου.
Συγκεκριμένα στοιχεία που τεκμηριώνουν τον αβάσιμο χαρακτήρα των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούνται για την κατάργηση των ΒΑΕ
Είναι πρόκληση να μιλούν για αποχαρακτηρισμό των ΒΑΕ, όταν στην Ελλάδα μόνο την τελευταία 7ετία αναφέρθηκαν στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας (ΣΕΠΕ) 1.000 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα.
Ενώ την τριετία 2003 - 2005 καταγράφηκαν 20.000 σοβαρά εργατικά «ατυχήματα» και αυτοί οι αριθμοί δεν αποδίδουν την πραγματικότητα γιατί ένα μέρος των ατυχημάτων δεν καταγράφεται και λόγω των μεγάλων κενών στις υπηρεσίες του ΣΕΠΕ.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση (η οποία ανησυχεί για το οικονομικό κόστος των εργατικών ατυχημάτων - επαγγελματικών ασθενειών και όχι για τη ζωή και την υγεία των εργαζομένων) ομολογεί ότι η στρατηγική της Λισαβόνας για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων γεννάει μεγάλες απειλές για τη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.
-- Στην έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, «σχετικά με την κοινοτική στρατηγική 2007 - 2012 για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία», που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αναφέρεται ότι:
Μόνο το 2006 167.000 εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους στην ΕΕ από εργατικά ατυχήματα ή ασθένειες που σχετίζονται με την εργασία και αυτό σημαίνει ότι έχουμε έναν νεκρό εργαζόμενο κάθε 3,5 λεπτά.
Εκφράζει επίσης την ανησυχία της για την κατάσταση που επικρατεί σε πολλούς κλάδους και επαγγέλματα.
Για παράδειγμα:
Αναγκάζεται να ζητήσει μέτρα για την ασφάλεια και την υγεία των γυναικών σε μορφές αδήλωτης εργασίας, όπως π.χ. γυναίκες που φροντίζουν αρρώστους κατ' οίκον.
Ζητάει μέτρα για τις εγκύους και τις λεχώνες, για τους εργαζόμενους στα ιδρύματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας, εκφράζοντας ανησυχία για τις λοιμώξεις που έχουν μεταδοθεί ή μπορούν να μεταδοθούν στο πλαίσιο της εργασίας τους (ηπατίτιδες, χρυσίζων σταφυλόκοκκος κ.ά.).
Ζητάει πρόσθετα μέτρα για τους εργαζόμενους στις γεωργικές καλλιέργειες, τους οδηγούς οχημάτων κ.ά.
-- Σε σχετική ανακοίνωση της Κομισιόν (Επιτροπή της ΕΕ) το 2008 για το ίδιο θέμα αναφέρεται ότι:
  • Κάθε χρόνο 300.000 εργαζόμενοι αποκτούν μόνιμη αναπηρία διαφόρων βαθμών.
  • Το 35% των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Ενωση «θεωρούν ότι η εργασία τους εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία τους».
  • Το 28% των εργαζομένων «δηλώνουν ότι υποφέρουν από προβλήματα τα οποία οφείλονται - ή μπορεί να οφείλονται - στην εργασία τους ή επιδεινώθηκαν λόγω τρέχουσας ή προηγούμενης απασχόλησής τους».
  • Κάθε χρόνο 350.000 εργαζόμενοι υποχρεώνονται να αλλάξουν δουλειά μετά από ατύχημα.
Παίρνοντας υπόψη αυτή τη δραματική κατάσταση, η Κομισιόν επισημαίνει ότι:
«Η υγεία του ανθρώπου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που συνδέονται με την εργασία, όπως το είδος του συμβολαίου, τις συνθήκες εργασίας και τη δυνατότητα εργασίας».
Επισημαίνει, επίσης, ότι «οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και η μείωση της εργασιακής ασφάλειας προξενούν και περιβαλλοντικά, ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα που χρήζουν αντιμετώπισης».
Σε άλλο σημείο, η Επιτροπή αναγνωρίζει το πρόβλημα του «υπερβολικά υψηλού ποσοστού ατυχημάτων μεταξύ των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας, καθώς και μεταξύ των ανειδίκευτων εργαζομένων, ποσοστό το οποίο σε ορισμένα κράτη - μέλη είναι τουλάχιστον διπλάσιο από αυτό των μονίμως απασχολουμένων».
-- Στοιχεία της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας μαρτυρούν ότι:
Σε 80-120 περίπου εκατομμύρια κάθε χρόνο εκτιμώνται οι νέες περιπτώσεις επαγγελματικών ασθενειών που αποδίδονται στην έκθεση των εργαζομένων κατά την εργασία τους σε 50 τουλάχιστον αποδεδειγμένα βλαπτικούς φυσικούς παράγοντες, 100.000 χημικούς, βιολογικούς, ψυχοκοινωνικούς και εργονομικούς παράγοντες κινδύνου.
Το ποσοστό του εργαζόμενου πληθυσμού που εκτίθεται στους κινδύνους αυτούς ξεπερνάει το 40-50%.
Ενώ ιδιαίτερα ανησυχητικός είναι ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου επαγγελματικής αιτιολογίας, που συχνά ξεπερνάει το 5% του συνόλου των περιπτώσεων καρκίνου, έχοντας καταγραφεί 350 τουλάχιστον αποδεδειγμένα καρκινογόνοι παράγοντες στους οποίους συχνά εκτίθενται οι εργαζόμενοι, όπως: Βενζόλιο, αμίαντος, χρώμιο, νιτροζαμίνες, η ιονίζουσα ακτινοβολία κ.ά.
-- Σχετικά με τον αμίαντο εκφράζονται μεγάλες ανησυχίες, εκτιμώντας ότι «το ποσοστό των ασθενειών που προκαλεί θα είναι πολύ υψηλό για πολλά ακόμα χρόνια» (Εκθεση Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - 0518/2008).
-- Μεγάλα προβλήματα δημιουργούνται από τις μυοσκελετικές διαταραχές που σχετίζονται με τις αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στην οργάνωση και το περιεχόμενο της εργασίας.
Τα στοιχεία μαρτυρούν ότι το 24% των εργαζομένων στην ΕΕ υποφέρει από οσφυαλγία, το 22% από μυαλγίες. Το 1/3 και σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων το 1/2 του συνόλου των απουσιών από την εργασία για λόγους υγείας οφείλεται σε μυοσκελετικές παθήσεις (περιοδικό «Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας», τεύχος 32).
-- Οι βλαπτικοί παράγοντες που απειλούν τους εργαζόμενους έχουν πιο σύνθετες συνέπειες για τις γυναίκες. Συνδέονται άμεσα με την ικανότητα του οργανισμού της γυναίκας να συλλάβει, να κυοφορήσει και να γεννήσει με ασφάλεια ένα υγιές παιδί. Οταν αυτές οι βιολογικές λειτουργίες διαταράσσονται, πολλαπλασιάζονται οι κίνδυνοι.
Μερικά παραδείγματα:
Η πολύωρη καθιστική στάση μπορεί να προκαλέσει κακή αιμάτωση του εμβρύου. Το ίδιο μπορεί να προκαλέσει και η συνεχής ορθοστασία.
Η έκθεση σε δονήσεις και κραδασμούς δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στο ανατομικό σύστημα της γυναίκας, προβλήματα στην περίοδο της εγκυμοσύνης.
Στις γυναίκες (λόγω συγκέντρωσης στον τομέα των Υπηρεσιών) συναντιούνται πολύ πιο έντονα οι επιδράσεις από το «σύνδρομο του αρρώστου κτιρίου» που συνδέεται με τα προβλήματα που οφείλονται στην κακή ποιότητα του αέρα (σωματιδιακή και χημική ρύπανση, η βιολογική μόλυνση κ.ά.) στο εσωτερικό των κτιρίων και συνδέονται ακόμα και με παθήσεις που επηρεάζουν ακόμα και το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Πολλές γυναίκες απασχολούνται σε επαγγέλματα υψηλού κινδύνου, όπως οι κομμώτριες, επάγγελμα που ο διεθνής οργανισμός για την έρευνα των καρκίνων κατατάσσει στις δυνητικά καρκινογόνες παραγωγικές διαδικασίες, λόγω της συχνής και μεγάλης έκθεσης σε χημικές ουσίες.
Ολοι αυτοί οι κίνδυνοι, σε συνδυασμό με τη συσσώρευση σωματικής και ψυχολογικής κόπωσης, λόγω των πολλαπλών υποχρεώσεων που έχει η γυναίκα στον καπιταλισμό, αφού - ελλείψει κρατικής μέριμνας - επιφορτίζεται με τη φροντίδα των ηλικιωμένων, την ανατροφή των παιδιών, το νοικοκυριό κ.ά. είναι φυσικό να επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την υγεία της (εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 10 Φλεβάρη 2008).
Θέσεις του ΚΚΕ για τα ΒΑΕ
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι η επίθεση που αναπτύσσεται κατά των δικαιωμάτων οδηγεί αποδεδειγμένα σε επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και των όρων προστασίας της υγείας για το σύνολο των εργαζομένων, των αυτοαπασχολούμενων, μικρών ΕΒΕ και των μικρομεσαίων αγροτών, προκαλώντας ιδιαίτερες συνέπειες σε βάρος των εργαζομένων στα ΒΑΕ.
Επομένως, είναι απαραίτητο να δυναμώσει η πάλη για λήψη μέτρων για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, την πρόληψη των επαγγελματικών ασθενειών και των εργατικών ατυχημάτων, τη λειτουργία υπηρεσιών ΥΑΕ, για πλήρη μόνιμη εργασία, μείωση των ωρών εργασίας, μείωση του ορίου συνταξιοδότησης κλπ., σε όλα τα επαγγέλματα και σε όλους τους χώρους εργασίας, για όλους τους εργαζόμενους.
Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι όλοι οι επαγγελματικοί κίνδυνοι πρέπει να αντιμετωπίζονται με όλα τα υπάρχοντα συλλογικά μέτρα στην πηγή τους, με στόχο την εξάλειψή τους και όχι την απλή διαχείρισή τους.
Ομως, παρά τη λήψη των μέτρων ΥΑΕ, υπάρχουν παραγωγικές δραστηριότητες, κλάδοι, επαγγέλματα κλπ., που έχουνυψηλούς ή υψηλότερους κινδύνους, συγκριτικά αυξημένη και πρόωρη φθορά της εργατικής δύναμης και επιβάρυνση της υγείας των εργαζομένων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μέσω της πρόωρης συνταξιοδότησης, αλλά και με τη μείωση του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου, της αύξησης των ημερών άδειας, κλπ., μπορεί να υπάρξει μειωμένη έκθεση των εργαζομένων στους κινδύνους και πρόληψη της πρόωρης φθοράς της υγείας τους.
Χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι η επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα ενός επαγγέλματος, χώρου εργασίας μπορεί και πρέπει να τεκμηριώνεται αντικειμενικά με επιστημονικά κριτήρια. Χρειάζεται σε αυτό το σημείο να υπογραμμιστεί ότι η επιστημονική γνώση, και κατ' επέκταση η επιστημονική τεκμηρίωση, αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση ταξικών συμφερόντων.
Οπως η αστική τάξη το χρησιμοποιεί για τα δικά της συμφέροντα έτσι και η εργατική τάξη και το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να είναι προσανατολισμένα να αξιοποιούν την επιστημονική αλήθεια με στόχο την εξυπηρέτηση των λαϊκών αναγκών.
Με αυτή την έννοια, εκτός από την ανάδειξη της συνολικής επιδείνωσης της θέσης και των συνθηκών εργασίας της εργατικής τάξης, όπως περιγράφτηκε παραπάνω, χρειάζεται να αποσαφηνιστούν τα επιστημονικά κριτήρια, με βάση τα οποία κρίνονται τα ΒΑΕ, ζήτημα που αποφασιστικά αποφεύγει να κάνει το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις που προωθούν τον αποχαρακτηρισμό και την κατηγοριοποίησή τους.
  • Η ύπαρξη μιας σειράς εργασιακών δραστηριοτήτων και όρων απασχόλησης, που στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες παρουσιάζουν συγκριτικά αυξημένη επικινδυνότητα για την υγεία του εργαζόμενου, τεκμηριώνεται επιστημονικά και επιβεβαιώνεται από: α) Τη στατιστική έρευνα (δείκτες γενικής νοσηρότητας και θνησιμότητας κλπ. κατά επάγγελμα και παραγωγική δραστηριότητα). β) Δείκτες επαγγελματικής νοσηρότητας (αριθμός εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών). γ) Τη μελέτη των υφιστάμενων συνθηκών εργασίας σε σχέση με εθνικά ή διεθνή στάνταρτ (ποσοτικές και ποιοτικές μετρήσεις - εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου).
  • Η μελέτη και τα κριτήρια εφαρμόζονται στη βάση δραστηριοτήτων και επαγγελμάτων με όμοιες συνθήκες και επαγγελματικούς κινδύνους και γενικεύεται στο βαθμό που επικρατούν ομοιογενείς συνθήκες εργασίας.
  • Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να δεχτούν διαφορετική αντιμετώπιση και διαχωρισμό ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται σε ίδιες συνθήκες εργασίας και εκτίθενται σε ίδιους επαγγελματικούς κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους. Δηλαδή, δεν μπορούν να υπάρχουν διαφορετικά κριτήρια και διαφορετική αντιμετώπιση ανάμεσα στους ιδιωτικούς υπαλλήλους και τους δημόσιους υπαλλήλους του ίδιου κλάδου, σε ό,τι αφορά την ένταξή τους στα ΒΑΕ (π.χ. νοσηλευτές).
  • Η αυξημένη φθορά της υγείας των εργαζομένων στα ΒΑΕ και οι αυξημένες ανάγκες για αναπλήρωση της εργατικής τους δύναμης αναδεικνύουν την ανάγκη, σε αυτά τα συγκριτικά πιο επιβαρυμένα επαγγέλματα, κλάδους κλπ., ο αγώνας για την υπεράσπιση της πρόωρης συνταξιοδότησης να συνδυάζεται με τον αγώνα για να διεκδικηθούν επιπρόσθετες μέρες άδειας, επιπλέον μειωμένος χρόνος εργασίας, επιπρόσθετα μέτρα ΥΑΕ, συχνότερη ιατρική παρακολούθηση και μέριμνα, αυξημένες αποδοχές κλπ.
  • Η θέση του ΚΚΕ για την εφαρμογή των ΒΑΕ, για τις εισφορές και τις παροχές ακολουθεί τη γενική θέση του Κόμματός μας για το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα. Σήμερα στα ΒΑΕ τα ασφάλιστρα βαραίνουν κατά κύριο λόγο τον εργαζόμενο και λιγότερο τον εργοδότη (2,2% στους εργαζόμενους και 1,4% στους εργοδότες) και είναι πολύ επίκαιρος και αναγκαίος ο στόχος για σταδιακή μείωση μέχρι κατάργηση των εισφορών των εργαζομένων για τον κλάδο της σύνταξης και καταβολή του ασφαλίστρου των ΒΑΕ από τους εργοδότες και το κράτος.
Η συμβολή της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην προστασία των εργαζομένων
Τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι αναδεικνύουν την αναγκαιότητα της έντασης της πάλης για ένα αποκλειστικά δημόσιο - δωρεάν σύστημα Υγείας με προσανατολισμό την πρόληψη και για το λόγο αυτό είναι πολύ επίκαιρη η πρόταση του ΚΚΕ για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ).
Η έννοια της ΠΦΥ περιέχει το σύνολο των υπηρεσιών Υγείας που στοχεύουν στην πρόληψη, περίθαλψη, προαγωγή της υγείας του ανθρώπου και συνδέονται με το οικογενειακό περιβάλλον, τον τόπο κατοικίας, το σχολείο, το εργασιακό περιβάλλον κ.ά. παίρνοντας υπόψη ότι μία σειρά κοινωνικοί παράγοντες, στους οποίους καθοριστικό ρόλο έχουν οι συνθήκες εργασίας, επιδρούν στην υγεία των εργαζομένων, πολύ περισσότερο των εργαζομένων στα ΒΑΕ.
Η καρδιά της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας βρίσκεται στο Κέντρο Υγείας (ΚΥ), το οποίο έχει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:
-- Το ΚΥ συγκεντρώνει όλες τις σύγχρονες υποδομές και το προσωπικό, ώστε να καλύπτει πλήρως τις ανάγκες του λαού της περιοχής την οποία εξυπηρετεί.
-- Τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας, Δημόσιας Υγείας, Ιατρικής της Εργασίας, Οικογενειακού Προγραμματισμού, Σχολικής Υγείας κλπ. αποτελούν τμήματα του ενιαίου λειτουργικά ΚΥ.
-- Αποτελεί το κέντρο, από όπου εκπορεύονται όλα τα προγράμματα πρόληψης και προστασίας της υγείας των εργαζομένων, αλλά και συγκεντρώνονται όλα τα στοιχεία και οι ανάγκες του πληθυσμού. Αποτελεί κρίκο σύνδεσης με τα υπόλοιπα επίπεδα του συστήματος Υγείας (Δευτεροβάθμιο και Τριτοβάθμιο) και με το ΕΚΑΒ.
-- Συγκεντρώνει όλες τις βασικές ιατρικές ειδικότητες. Ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με την πρόληψη και αποκατάσταση (γενικούς γιατρούς, γιατρούς εργασίας, κοινωνικής ιατρικής, ψυχολόγους, οδοντογιατρούς, οδοντοτεχνίτες, νοσηλευτές, μαίες, κοινωνικούς λειτουργούς, φυσικοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, κλπ.).
-- Ο οικογενειακός γιατρός αποτελεί βασικό μοχλό λειτουργίας και σύνδεσης του ΚΥ με την οικογένεια.
-- Το ΚΥ με το γιατρό Εργασίας και τον τεχνικό Ασφαλείας συνδέεται με όλους τους εργασιακούς χώρους των περιοχών ευθύνης του, ή δημιουργεί παράρτημα, π.χ., σε μεγάλους εργασιακούς χώρους. Εχει άμεση συνεργασία με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς των Επιθεωρήσεων Εργασίας (επιθεωρητές Εργασίας, υγειονομικοί και τεχνικοί).
Οι ελεγκτικές αυτές υπηρεσίες, για λόγους λειτουργικούς και οικονομικούς, πρέπει να συνεργάζονται στενά με τις αντίστοιχες κρατικές υπηρεσίες και τις Επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας των εργαζομένων.
-- Το ΚΥ εφημερεύει επί 24ώρου βάσεως. Εχει κινητή μονάδα πλήρως εξοπλισμένη και διαθέτει επαρκή αριθμό ασθενοφόρων.
-- Στο ΚΥ ασκείται εκπαίδευση και έρευνα, ανεξάρτητη ή συνδεμένη με το Πανεπιστήμιο.
-- Λειτουργεί φαρμακείο μέσα σ' αυτό και στα παραρτήματά του, για τη δωρεάν κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού σε φάρμακα.
-- Στη Διοίκησή του συμμετέχουν ουσιαστικά εκπρόσωποι της ΤΑ, των συνδικαλιστικών, επιστημονικών και κοινωνικών φορέων της περιοχής. Η λαϊκή συμμετοχή βοηθάει στο να παίρνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περιοχής και οι λαϊκές ανάγκες. Ο λαϊκός έλεγχος συμβάλλει στη σωστή διοίκησή του.
Μέτρα για την Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας
Σημαντικό κεφάλαιο για την προστασία των εργαζομένων είναι η Υγιεινή - Ασφάλεια της Εργασίας.
Σύμφωνα με την πρόταση του ΚΚΕ, για να υπηρετηθούν οι ανάγκες των εργαζομένων, απαιτούνται συγκεκριμένες υπηρεσίες που αφορούν:
ΠΡΩΤΟ: Την πρόληψη του επαγγελματικού κινδύνου.
Την έγκαιρη διάγνωση και ιατρική παρακολούθηση της υγείας των εργαζομένων, εξειδικευμένη με βάση τους συγκεκριμένους κάθε φορά παράγοντες κινδύνου.
Τη θεραπευτική αντιμετώπιση και αποκατάσταση των θυμάτων επαγγελματικής ασθένειας ή/και εργατικού ατυχήματος.
Την πληροφόρηση, ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων για το περιεχόμενο της επικινδυνότητας κάθε παράγοντα (φυσικού, χημικού, βιολογικού, οργανικού, εργονομικού), όπως επίσης και για το είδος των μέτρων συλλογικής και ατομικής προστασίας για την εξουδετέρωσή τους.
Οι υποδομές, δηλαδή η στελέχωση σε ειδικούς επιστήμονες: Γιατρούς Εργασίας (ΓΕ), τεχνικούς Ασφαλείας (ΤΑ), επόπτες Δημόσιας Υγείας κ.ά., όπως επίσης και οι σχετικές υπηρεσίες, εργαστήριο, εξοπλισμός, κλινικές κλπ., συγκροτούνται σε πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο οργάνωσης, ενταγμένες οργανικά στο ενιαίο Δημόσιο Σύστημα Υγείας (Κέντρα Υγείας, νοσοκομεία, ειδικά κέντρα). Το καθεστώς των εργαζομένων είναι αυτό του δημόσιου λειτουργού.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το πρωτοβάθμιο επίπεδο συγκρότησης των σχετικών υπηρεσιών, αυτές μπορούν να έχουνχαρακτηριστικά τοπικά και κλαδικά.
Είναι προφανές ότι στον τομέα αυτό δεν είναι αποδεκτή η ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας, γι' αυτό αποτελεί άμεσο αίτημα και στόχο πάλης η κατάργηση των Εξωτερικών Υπηρεσιών Προστασίας και Πρόληψης (ΕΞΥΠΠ).
Η δαπάνη του συνόλου της συγκεκριμένης δραστηριότητας θα καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και το Ασφάλιστρο επαγγελματικού κινδύνου κατά επιχείρηση και κλάδο, που θα καταβάλλει η εργοδοσία ανάλογα με τις συνθήκες εργασίας και την επάρκεια των μέτρων για την προστασία της ΥΑΕ.
ΔΕΥΤΕΡΟ: Την άσκηση ελέγχου από μέρους του κράτους για την εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου που αφορά την ΥΑΕ (επιθεωρητές Εργασίας, υγειονομικοί και τεχνικοί).
Την άσκηση εργατικού ελέγχου από εργατικές επιτροπές τόσο σε πρωτοβάθμιο επίπεδο (επιχείρηση), όσο και σε δευτεροβάθμιο (κλάδος, δήμος κλπ.). Αρμοδιότητα αυτών των επιτροπών είναι: Η καταγραφή των αναγκών, ο σχεδιασμός, ο καθορισμός προτεραιοτήτων, ο έλεγχος των αποτελεσμάτων.
Επίκαιροι στόχοι πάλης
  • Να μην αποχαρακτηριστούν Βαρέα Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (εκτός αυτών που έχουν εκλείψει), να μην περάσει ο διαχωρισμός ανάμεσα σε παλιούς και νέους εργαζόμενους. Να διευρυνθεί ο θεσμός των ΒΑΕ και να επεκταθεί στην Αγροτιά και στους ΕΒΕ.
  • Κατάργηση των ελαστικών ωραρίων και ελαστικών μορφών εργασίας. Πλήρης - Σταθερή εργασία.
  • Μείωση του χρόνου εργασίας (6ωρο - 5ήμερο - 30ωρο) και αύξηση των ημερών αδείας, καθιέρωση επιδόματος Βαριάς Ανθυγιεινής Εργασίας.
  • Μείωση των ορίων συνταξιοδότησης (55 για τις γυναίκες και 60 για τους άνδρες) και στα 50 για τις γυναίκες και 55 για τους άντρες που εργάζονται σε βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
  • Κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών νόμων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
  • Αποκλειστικά δημόσιο - δωρεάν σύστημα Υγείας - Πρόνοιας και κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Υγεία, στην Πρόνοια, στην Ασφάλιση.
  • Λήψη όλων των μέτρων ΥΑΕ στους χώρους δουλειάς, ανάλογα με τον επαγγελματικό κίνδυνο, ανάπτυξη όλων των υποδομών και διαδικασιών που απαιτούνται για την πρόληψη του επαγγελματικού κινδύνου (εργατικά ατυχήματα, επαγγελματικές ασθένειες).
  • Δημιουργία κρατικού σώματος ιατρών Εργασίας και τεχνικών Ασφαλείας, στο πλαίσιο ενός αποκλειστικά δημόσιου δωρεάν συστήματος Υγείας, κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο της προστασίας της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.
  • Τακτικές ιατρικές εξετάσεις, συστηματική παρακολούθηση της υγείας των εργαζομένων, με ιδιαίτερη φροντίδα στις εγκύους και γενικότερα στις εργαζόμενες γυναίκες.
  • Απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών στη βιομηχανία, ενώ για άλλα επαγγέλματα (π.χ. νοσηλεύτριες) να απαγορευτεί η νυχτερινή εργασία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  • Υποχρεωτικός έλεγχος της ασφάλειας των υποδομών και της υγιεινής (εξαερισμός, κλιματισμός, επίπεδο θορύβου κ.ά.) στους χώρους εργασίας.
  • Κατοχύρωση της ασφαλιστικής κάλυψης του επαγγελματικού κινδύνου, η οποία είναι ανεξάρτητη από το καθεστώς συνταξιοδότησης του εργαζόμενου. Το επασφάλιστο πρέπει να βαραίνει αποκλειστικά τον εργοδότη.
Η πάλη για τα Βαρέα Ανθυγιεινά Επικίνδυνα Επαγγέλματα είναι μέρος της πάλης για τα εργασιακά, ασφαλιστικά δικαιώματα, για την πρόληψη και προστασία της υγείας των εργαζομένων.
Για το λόγο αυτό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία τα παραπάνω αιτήματα αιχμής, με τα οποία μπορούν να δώσουν οι εργαζόμενοι τη μάχη ενάντια στην αντεργατική επίθεση της κυβέρνησης, των δυνάμεων του κεφαλαίου.
Παίρνοντας υπόψη ότι η μάχη αυτή θα είναι αποτελεσματική και θα έχει προοπτική αν βλέπει μπροστά και στοχεύει στην κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, που προϋποθέτει την κατάκτηση της εξουσίας που μπορεί να εκφράσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, ώστε να οργανωθεί η οικονομία με κριτήριο τις ανάγκες των εργαζομένων και όχι τα κέρδη των καπιταλιστών.
Φλεβάρης 2008


Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

Η αστική στρατηγική για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα

Η πρόταξη των στόχων της αστικής τάξης για βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και του ρυθμού καπιταλιστικής ανάπτυξης, δεν είναι σίγουρα καινούργια υπόθεση. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου προβάλλουν την υλοποίηση αυτών των στόχων ως μια διαδικασία από την οποία εξίσου ωφελούνται μεγάλοι επιχειρηματίες και μισθωτοί εργαζόμενοι, αυτοαπασχολούμενοι. Επιχειρούν γενικά να μεταμφιέσουν σε κοινωνική αναγκαιότητα την ικανοποίηση των αναγκών του κεφαλαίου και να διασφαλίσουν τη συναίνεση της εργατικής τάξης στην επέκταση των σχέσεων ταξικής εκμετάλλευσης. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια αυτή έχει προσλάβει πιο επιθετική μορφή, με την προβολή της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας του εγχώριου μεγάλου κεφαλαίου, σαν μονόδρομου για την επίλυση των λαϊκών προβλημάτων. Ο πρωθυπουργός ανέδειξε αυτή την κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής στη φετινή ομιλία του στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης:
«Δώσαμε πρώτα απ' όλα έμφαση σε πολιτικές που βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας μας. Διότι η ανταγωνιστικότητα είναι σε τελική ανάλυση εισόδημα για τον εργαζόμενο, δουλειά για τον άνεργο, κέρδος για τον καταναλωτή. Κηρύξαμε το 2005 σαν έτος ανταγωνιστικότητας και συνεχίζουμε σταθερά τα επόμενα χρόνια στην ίδια κατεύθυνση».
Φυσικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης αντιμετωπίζουν ένα υπαρκτό πρόβλημα: την όξυνση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Στις διαδικασίες επιτάχυνσης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης πρώτ' απ' όλα χρειάζονται μεγαλύτερη «συναίνεση» από τους μισθωτούς εργαζόμενους.
Πρωταγωνιστής στη συγκεκριμένη επιχείρηση είναι φυσικά ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ), ο οποίος έθεσε στους εργαζόμενους το ακόλουθο δίλημμα, με τη ομιλία του Προέδρου του στην ετήσια Γενική συνέλευση του ΣΕΒ: «Θαυμάζουμε όλοι το κοινωνικό κράτος άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αλλά ξεχνούμε ότι το χρηματοδοτούν από την υψηλή τους παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα. Οχι το αντίθετο. Εμείς βέβαια έχουμε απαντήσει στο δίλημμα κοινωνικό κράτος ή ανταγωνιστικότητα, με το δικό μας τρόπο. Εχουμε πει όχι και στα δύο. Ως πότε θα υποκύπτουμε στην παθητικότητα και την αναχρονιστική νοοτροπία»;
Η συζήτηση λοιπόν για τους άξονες, τις προτεραιότητες και τα κατάλληλα μέτρα οικονομικής πολιτικής μεταξύ των αστικών κομμάτων και γενικότερα των επιτελείων της αστικής τάξης, διεξάγεται με δεδομένο το πλαίσιο αναζήτησης, το οποίο συνοψίζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της κυβέρνησης, καθηγητής Πλούταρχος Σακελλάρης:
«Διαφαίνεται ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα οφείλεται κυρίως στη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας που παρουσιάζει. Η χαμηλή παραγωγικότητα συνδέεται με τη χαμηλή εξωτερική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας» (1).
Για το ταξικό εργατικό κίνημα έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία να τοποθετηθεί αναλυτικά και συγκεκριμένα σχετικά με τις στρατηγικές στοχεύσεις της αστικής τάξης. Διαφορετικά, η παρέμβασή του θα περιορισθεί στην πράξη στο επίπεδο της αντιπαράθεσης με την εφαρμογή των μέτρων της κυβερνητικής πολιτικής. Ο απεγκλωβισμός του λαού από το όραμα της «ανταγωνιστικής Ελλάδας» αποτελεί προϋπόθεση για την αντεπίθεση του εργατικού και λαϊκού κινήματος με διάρκεια και προοπτική.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η αστική θέση φαίνεται λογικοφανής, είναι όμως απατηλή και επικίνδυνη για τους εργαζόμενους.
Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί μια αλλαγή στη διαδικασία της εργασίας, που συντομεύει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή ενός εμπορεύματος (2). Με την αύξηση της παραγωγικότητας μειώνεται ο χρόνος εργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί μια μονάδα εμπορεύματος. Λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας στο σύνολο των κλάδων της παραγωγής, μειώνεται η αξία του συνόλου των εμπορευμάτων που πρέπει να καταναλώνει καθημερινά για να καλύψει - αναπαραγάγει την εργατική του δύναμη, δηλαδή μειώνεται ο αναγκαίος χρόνος εργασίας.
Εφόσον, όμως, ο συνολικός ημερήσιος εργάσιμος χρόνος παραμένει σταθερός και ο αναγκαίος χρόνος εργασίας μειώνεται, αυτό ισοδυναμεί με αύξηση του πρόσθετου απλήρωτου χρόνου εργασίας, δηλαδή του χρόνου που ο εργάτης δουλεύει για να παράγει αξία για τον κεφαλαιοκράτη. Αυτή η αύξηση του πρόσθετου χρόνου εργασίας στο σύνολο του εργάσιμου χρόνου, αποτελεί την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης του εργάτη.
Η συγκεκριμένη αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης δεν προϋποθέτει την εντατικοποίηση της εργασίας του εργάτη. Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να επέλθει από τη βελτίωση των μέσων παραγωγής και του επιπέδου εφαρμογής της τεχνολογίας, την αναβάθμιση της οργάνωσης και του συντονισμού της διαδικασίας παραγωγής και άλλους παράγοντες. Ο Μαρξ επισημαίνει συγκεκριμένα:
«Η παραγωγική δύναμη της εργασίας καθορίζεται από ποικίλα περιστατικά, ανάμεσα στα άλλα απ' το μέσο βαθμό δεξιοτεχνίας των εργατών, απ' τη βαθμίδα ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογικής εφαρμογής της, απ' τον κοινωνικό συντονισμό του προτσές παραγωγής, απ' την ένταση και την αποτελεσματικότητα των μέσων παραγωγής και απ' τους φυσικούς όρους» (3).
Φυσικά, σε αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης οδηγεί και η αύξηση της έντασης της εργασίας, η εντατικοποίηση. Στην περίπτωση αυτή έχουμε αύξηση της ποσότητας εργασίας που ξοδεύει ο εργάτης μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα για την παραγωγή εμπορευμάτων. Δηλαδή εντονότερη κατανάλωση εργατικής δύναμης στη μονάδα του χρόνου. Ουσιαστικά, η εντατικοποίηση της εργασίας ισοδυναμεί με παράταση της εργάσιμης ημέρας, του πρόσθετου απλήρωτου χρόνου εργασίας.
Ο Μαρξ προσδιορίζει την ομοιόμορφη επίδραση της αύξησης της παραγωγικότητας και της εντατικοποίησης στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης: «Το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και η αύξηση της έντασης της εργασίας, επενεργούν από μια άποψη ομοιόμορφα. Και τα δυο αυξάνουν τη μάζα των προϊόντων που παράγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα. Και τα δυο συντομεύουν λοιπόν το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας που χρειάζεται ο εργάτης για την παραγωγή των μέσων συντήρησής του» (4).
Ακόμα και αν ο μισθός του εργάτη μπορούσε να αυξηθεί ανάλογα με την αύξηση της παραγωγικότητας, το μόνο όφελος γι' αυτόν θα είναι να μην αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσής του από το κεφάλαιο. Μπορεί όμως να συμβεί έστω και αυτό μακροπρόθεσμα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ιδιαίτερα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού; Μπορεί η αστική τάξη να αποδεχθεί στον ιστορικό χρόνο τη μείωση του συνολικού χρόνου εργασίας του εργαζόμενου, ανάλογα με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και την αντίστοιχη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας; Οχι, γιατί το συγκυριακό πρόσθετο κέρδος είναι στοιχείο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.
Αν η αστική τάξη δεχόταν σε σταθερή βάση τη συγκεκριμένη λύση, αυτό θα ισοδυναμούσε με παραίτηση από το μόνιμο στρατηγικό στόχο της να αυξάνει διαρκώς την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, να αυξάνει τον πρόσθετο απλήρωτο χρόνο εργασίας. Φυσικά, κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης, η αστική τάξη μπορεί να υποχρεωθεί σε προσωρινούς συμβιβασμούς και ελιγμούς. Ομως, όπως επιβεβαιώνει η ελληνική και η διεθνής πείρα σε μακροπρόθεσμη βάση, η βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας και κατά συνέπεια της ανταγωνιστικότητας του μεγάλου κεφαλαίου, όχι μόνο δεν καταλήγει αυτόματα σε παραχωρήσεις του κεφαλαίου και αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου προς τους εργαζόμενους, αλλά, αντίθετα, οδηγεί σε ένταση της κεφαλαιοκρατικής προσπάθειας να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Ακόμα και στο σκέλος της αύξησης της παραγωγικότητας μέσα από τον εκσυγχρονισμό των μέσων παραγωγής και της οργάνωσης της εργασίας, οι όποιες επενδυτικές προτάσεις συνοδεύονται από την κεφαλαιοκρατική απαίτηση αφαίρεσης εργατικών δικαιωμάτων και συμπίεσης της τιμής της εργατικής δύναμης, π.χ. επιβολή ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, κατάργηση της πλήρους και σταθερής απασχόλησης.
Το γεγονός αυτό δεν είναι βέβαια τυχαίο. Η άνοδος του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και η προσπάθεια συμπίεσης του μισθού της εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, αποτελούν βασικές αιτίες που συγκρατούν την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, που αποτελεί γενικό νόμο του καπιταλισμού (5). Αποτελούν επομένως αντικειμενικά στρατηγικούς στόχους της πολιτικής του κεφαλαίου, απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας.
Το κεφάλαιο δίνει τη μάχη του να συγκρατήσει την ιστορική τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, αξιοποιώντας τις λειτουργίες και την ισχύ του αστικού κράτους (π.χ. αναδιαρθρώσεις σε τομείς παραγωγής στρατηγικής σημασίας). Η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση επιχειρεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα της εργασίας στο εσωτερικό της για να αποκομίσει συγκυριακά μεγαλύτερο κέρδος από το μέσο που διαμορφώνεται σ' έναν κλάδο, για να υπερισχύσει στον ανταγωνισμό με τις υπόλοιπες.
Ομως αυτό οδηγεί στο εξής φαινόμενο, όπως το περιγράφει ο Μαρξ:
«Μια και η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης και η αντίστοιχη με αυτήν υψηλότερη σύνθεση του κεφαλαίου θέτει σε κίνηση μια διαρκώς αυξανόμενη ποσότητα μέσων παραγωγής από μια διαρκώς μικρότερη ποσότητα εργασίας, κάθε μονάδα εμπορεύματος απορροφά λιγότερη ζωντανή εργασία και περιέχει επίσης λιγότερη υλοποιημένη εργασία... Κάθε μονάδα εμπορεύματος περιέχει λοιπόν μια μικρότερη ποσότητα υλοποιημένης σε μέσα παραγωγής εργασίας και νέας εργασίας που έχει προστεθεί σε αυτό κατά τη διάρκεια της παραγωγής του... Παρόλα αυτά μπορεί να αυξάνει η μάζα του κέρδους που περιέχεται στην κάθε μονάδα εμπορεύματος, όταν αυξάνει το ποσοστό της ανάλυσης και της σχετικής υπεραξίας. Ωστόσο, αυτό γίνεται μέσα σε καθορισμένα όρια. Μαζί με την απόλυτη μείωση της ποσότητας της ζωντανής εργασίας που προστίθεται στην κάθε μονάδα του εμπορεύματος, μείωση που αυξάνει σε τεράστιο βαθμό στην πορεία της ανάπτυξης της παραγωγής, ΘΑ ΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΑΙ Η ΜΑΖΑ ΤΗΣ ΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟ, όσο και αν αυξηθεί σχετικά, δηλαδή σε σχέση με το πληρωμένο μέρος» (6).
Σε αυτή τη νομοτελειακή κίνηση της καπιταλιστικής παραγωγής κρύβεται η υστέρηση που θα έχει πάντοτε το επίπεδο ικανοποίησης των αναγκών των μισθωτών εργαζομένων με το επίπεδο της παραγωγικότητας μιας καπιταλιστικής οικονομίας.
Η μάχη του ανταγωνισμού των κεφαλαίων σε ένα κλάδο δίνεται κυρίως μέσω της μείωσης των τιμών των εμπορευμάτων. Η μείωση των τιμών εξαρτάται από την παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία εξαρτάται από την κλίμακα παραγωγής. Γι' αυτό τα μεγαλύτερα σε μέγεθος κεφάλαια μπορούν και εκτοπίζουν τα μικρότερα. Το μεγάλο κεφαλαίο έχει γενικά τη δυνατότητα να ενσωματώσει πιο γρήγορα και αποτελεσματικά απ' το μικρότερο, καινοτόμες μεθόδους παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας, σύγχρονο μηχανικό εξοπλισμό και να επιτύχει για ένα διάστημα μείωση της τιμής πώλησης του εμπορεύματος συγκριτικά με τις υπόλοιπες μικρότερες επιχειρήσεις. Προοδευτικά οι νέες μέθοδοι παραγωγής υιοθετούνται και από όσες από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, καταφέρνουν να επιζούν στον ανταγωνισμό.
Με το πέρασμα του χρόνου ο ανταγωνισμός εξαναγκάζει τους καπιταλιστές παραγωγούς να πωλούν το εμπόρευμα τους στην ίδια περίπου τιμή, δυναμώνει τη τάση εξίσωσης των τιμών στον κλάδο. Αυτό που πετυχαίνει ο ανταγωνισμός σε μια σφαίρα παραγωγής είναι η αποκατάσταση σε βάθος χρόνου μιας ίσης αγοραίας αξίας και αγοραίας τιμής, από τις διαφορετικές ατομικές αξίες των εμπορευμάτων.
Ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων δεν περιορίζεται βέβαια στην συγκριτικά μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας σε σχέση με τους ανταγωνιστές, σε ένα συγκεκριμένο κλάδο. Το κεφάλαιο αναζητά δυνατότητες μεγαλύτερης κερδοφορίας με τη μεταφορά του σε άλλους κλάδους της εγχώριας αλλά και διεθνούς αγοράς. Ομως και ο διακλαδικός ανταγωνισμός οδηγεί σε μια εξισωτική τάση των ποσοστών κέρδους των διαφόρων κλάδων σε ένα μέσο ποσοστό κέδρους, μέσω της συνεχούς μεταφοράς κεφαλαίου από τον ένα κλάδο παραγωγής στον άλλο.
Το ίδιο συμβαίνει και με το επίπεδο παραγωγικότητας και τον ανταγωνισμό σε επίπεδο μιας περιφερειακής (βλέπε ευρωενωσιακής) ή διεθνούς αγοράς.
Το κεφάλαιο κάθε χώρας που ανταγωνίζεται τα υπόλοιπα για την πώληση ομοειδών εμπορευμάτων στη διεθνή αγορά, προσπαθεί να παράγει τα συγκεκριμένα εμπορεύματα ξεπερνώντας το διεθνή μέσο όρο παραγωγικότητας. Οταν ένα κεφάλαιο δαπανά για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος λιγότερο χρόνο εργασίας από τους ανταγωνιστές του, τότε μπορεί τελικά να αποκομίσει πρόσθετο κέρδος στην παγκόσμια αγορά και να αναβαθμίσει το μερίδιο σε αυτήν, επομένως και τα συνολικά κέρδη του.
Η ανταγωνιστική υπεροχή ενός κεφαλαίου στη διεθνή αγορά καθορίζεται σε τελευταία ανάλυση από τη δράση του νόμου της αξίας, αφού η αξία ενός εμπορεύματος εξακολουθεί να εκφράζει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο για την παραγωγή του σε διεθνές πλέον επίπεδο.
Αυτό βέβαια συμβαίνει μόνο σε τελευταία ανάλυση, γιατί στην πράξη παρεμβάλλεται ο οικονομικός ρόλος του αστικού κράτους στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Η οικονομική λειτουργία του αστικού κράτους, οι διακυμάνσεις συναλλαγματικών ισοτιμιών του εθνικού νομίσματος, το θεσμικό πλαίσιο, μπορούν να δράσουν σε ένα βαθμό προστατευτικά για τα εμπορεύματα των εγχώριων καπιταλιστικών επιχειρήσεων στην εσωτερική αγορά κάθε κράτους, είτε και σε μια ευρύτερη αγορά (π.χ. πολιτική επιδότησης εξαγωγών). Επίσης, η δυνατότητα κάθε καπιταλιστικού κράτους και αντίστοιχα μιας διακρατικής ιμπεριαλιστικής ένωσης να προστατεύσει και να προωθήσει τα εμπορεύματα της στο διεθνή ανταγωνισμό, είναι διαφορετική και επιδρά στο τελικό αποτέλεσμα.
Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, όπου τον ελεύθερο ανταγωνισμό διαδέχεται ο ανταγωνισμός των μονοπωλίων. Ο Λένιν συνοψίζει τη μετάβαση αυτή: «Δεν έχουμε πια μπροστά μας την πάλη του ελευθέρου συναγωνισμού των μικρών και των μεγάλων, των τεχνικά καθυστερημένων και των τεχνικά προοδευμένων επιχειρήσεων. Εχουμε μπροστά μας το πνίξιμο από τους μονοπωλητές εκείνων που δεν υποτάσσονται στα μονοπώλια, στο ζυγό τους» (7).
Το πέρασμα του καπιταλισμού σε αυτό το νέο στάδιο ασύγκριτα υψηλότερης συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της παραγωγής σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, οδηγεί στην ένταση της διαπάλης για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα των αγορών και των εδαφών ανάμεσα στα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη, στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και τους μονοπωλιακούς ομίλους. Οπως είναι φυσικό, ο συσχετισμός δύναμης καθορίζει κάθε γύρο αυτού του μοιράσματος.
Στοιχείο του συσχετισμού είναι και η τάση ανατροπής του, καθοριστικό ρόλο δε σε αυτή αποτελεί η ταχύτητα στη συγκέντρωση και στη συγκεντροποίηση. Οι πολιτικές μπορούν να επιταχύνουν, γι' αυτό εμφανίστηκαν με διεθνή χαρακτηριστικά οι πολιτικές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, η επίθεσή της στα δικαιώματα και στις κατακτήσεις των εργαζομένων, η προσπάθεια αύξησης του απλήρωτου πρόσθετου χρόνου εργασίας, ως μονόδρομος για το κεφάλαιο και όχι ως προϊόν κάποιων αυθαίρετων, δογματικών, «νεοφιλελεύθερων» επιλογών ορισμένων κυβερνήσεων στην Ευρώπη και παγκόσμια.
Ο Μαρξ συνοψίζει το προαναφερόμενο ιστορικό πρόβλημα του κεφαλαίου, δηλαδή το νόμο της τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους να πέφτει, ως εξής:
«Με την πρόοδο του προτσές παραγωγής και συσσώρευσης πρέπει λοιπόν να αυξάνει η μάζα της ιδιοποιήσιμης και ιδιοποιημένης εργασίας, επομένως και η απόλυτη μάζα του κέρδους που το ιδιοποιείται το κοινωνικό κεφάλαιο. Οι ίδιοι όμως νόμοι της παραγωγής και της συσσώρευσης, μαζί με τη μάζα του σταθερού κεφαλαίου, μεγαλώνουν με αυξανόμενη πρόοδο και την αξία του, γρηγορότερα από την αύξηση της αξίας του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου που ανταλλάσσεται με ζωντανή εργασία. Επομένως, οι ίδιοι οι νόμοι δημιουργούν για το κοινωνικό κεφάλαιο μια μάζα κέρδους που αυξάνει απόλυτα και ένα ποσοστό κέρδους που πέφτει» (8).
Η πρόσφατη και παλιότερη πείρα των εργαζομένων στη χώρα μας επιβεβαιώνει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας που επέρχεται με κίνητρο την καπιταλιστική ανταγωνιστικότητα, επιφέρει τελικά σχετική επιδείνωση της κατάστασης της εργατικής τάξης και του λαού και απόλυτη εξαθλίωση για ορισμένα τμήματα.
Την περίοδο 1999-2004 η Ελλάδα παρουσίασε κατά μέσο όρο ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 3,9% έναντι 1,4% στην ΕΕ-15 και αύξηση της παραγωγικότητας επίσης 3,9% έναντι 0,7% στην ΕΕ-15 (9).
Τι συνέβη όμως με τους εργαζόμενους; Την περίοδο 2003-2004 δεν υπήρξε καμία άνοδος των πραγματικών αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα. Αν μάλιστα συγκρίνουμε την εξέλιξη της παραγωγικότητας και της μέσης πραγματικής αμοιβής τα τελευταία 25 χρόνια (διάγραμμα 1), βλέπουμε ότι μειώθηκε το μερίδιο της μισθωτής εργασίας στην πίτα της παραγόμενης αξίας υπέρ του κεφαλαίου (10).
Αυτή η σχετική επιδείνωση του μέσου πραγματικού μισθού σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, είναι στην πραγματικότητα ακόμα μεγαλύτερη αν υπολογίσουμε την εξέλιξη στο διαθέσιμο εισόδημα του μισθωτού (και όχι μόνο), όπως διαμορφώνεται μέσω της κρατικής παρέμβασης (π.χ. έμμεσης φορολογίας). Παράλληλα, το τμήμα του πληθυσμού που βρίσκεται υπό τον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα ξεπερνά, σύμφωνα με τις μετρήσεις της Eurostat, το 20% έναντι 15% στην ΕΕ-15.
Για να σχηματίσουμε μια ακριβέστερη εικόνα της πραγματικής κατάστασης των εργαζομένων, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και την τάση πιστωτικής επέκτασης των λαϊκών νοικοκυριών. Η συνολική δανειακή επιβάρυνσή τους αυξήθηκε από 26,1% του ΑΕΠ στα τέλη του 2003 σε 32,5% τον Αύγουστο του 2005 (11).
Και η εμπειρία των τελευταίων χρόνων, όπως και άλλων στο παρελθόν, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει «ισόβαθμο όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας για κεφάλαιο και μισθωτούς. Η τάση αυτή αντανακλάται και στους αυτοαπασχολούμενους.
Ας δούμε όμως συγκεκριμένα πως εκφράζεται η κεφαλαιοκρατική προσπάθεια να αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στην ΕΕ.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ
Το Μάρτη του 2000 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνεδρίασε στη Λισσαβόνα, δεσμεύτηκε για την προώθηση ενός στρατηγικού σχεδίου αναδιαρθρώσεων στα κράτη-μέλη της ΕΕ, δεκαετούς διάρκειας, με στόχο να μετατραπεί η ΕΕ στην πιο ανταγωνιστική, δυναμική οικονομία στον κόσμο, ως το 2010.
Σε επίπεδο διακηρύξεων προβλήθηκε το τρίπτυχο - σταθερή ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή, σεβασμός στο περιβάλλον - και δόθηκε έμφαση στη λεγόμενη «οικονομία της γνώσης» (αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, έρευνα, καινοτομία κλπ.). Οι συγκεκριμένοι στόχοι εμπλουτίστηκαν στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια που ακολούθησαν και περιελάμβαναν την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, τη δημιουργία «πρόσφορου επιχειρηματικού κλίματος», την αύξηση της απασχόλησης, την αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη στο 3% του ΑΕΠ, των επενδύσεων στις τηλεπικοινωνίες, πληροφορική κλπ.
Στην πραγματικότητα ο ευρωενωσιακός ιμπεριαλισμός με τη στρατηγική της Λισσαβόνας διαμόρφωσε ένα συνεκτικό πλαίσιο αντιλαϊκών μέτρων, με συνδυασμένες στοχεύσεις:
(α) Την αντιμετώπιση της ανταγωνιστικής πίεσης όχι μόνο από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, αλλά και την ανερχόμενη δύναμη, την Κίνα. Είναι ενδεικτικό ότι μετά τη δεκαετία του '70, η αναλογία του ευρωπαϊκού ΑΕΠ ως προς το αντίστοιχο των ΗΠΑ σταθεροποιήθηκε περίπου στο 70%.
(β) Την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, μέσα από την ανατροπή των κατακτήσεων μόνιμης-σταθερής απασχόλησης και την επιβολή της ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις, καθώς και με τη συρρίκνωση της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, την αύξηση της μισθωτής απασχόλησης κυρίως στο γυναικείο πληθυσμό, την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης κ.ά.
(γ) Την επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου μέσα από την άρση του κρατικού μονοπωλίου και της κρατικής προστασίας σε τομείς στρατηγικής σημασίας (ηλεκτρενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, κλπ.), με την πολιτική της «απελευθέρωσης» των αγορών και τις ιδιωτικοποιήσεις, τη μεγάλη επέκταση της σχέσης κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας σε τομείς που αφορούν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (παιδεία, υγεία, αθλητισμός, κλπ.) των κρατών-μελών, κλπ.
(δ) Τη νομιμοποίηση της ταξικής συνεργασίας στη συνείδηση των εργαζομένων μέσα από την προβολή της μυθοπλασίας ότι η βελτίωση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων οδηγεί τάχα μεσοπρόθεσμα στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών.
Η προώθηση της στρατηγικής της Λισσαβόνας προσκρούει στη βασική αντίθεση και στο σύνολο αντιθέσεων του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος και στις αντιφάσεις του ίδιου του ευρωενωσιακού ιμπεριαλιστικού οικοδομήματος.
Οι εσωτερικές αντιφάσεις στη κίνηση της ΕΕ έκαναν τα επιτελεία της να ανησυχήσουν περισσότερο σχετικά με τους στόχους της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητάς της στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Η ανησυχία καταγράφηκε στην Εκθεση Κοκ, ως απόκλιση από τους στόχους, το Νοέμβριο του 2004.
Η αναπροσαρμογή της στρατηγικής της Λισσαβόνας κωδικοποιήθηκε στο περιβόητο «Μανιφέστο Μπαρόζο», που υιοθετήθηκε στο Εαρινό Συμβούλιο, τον Μάρτη του 2005. Φιλοσοφία και κατευθυντήρια γραμμή του είναι η επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.
Τα Συμβούλιο δεν επιχείρησε την αλλαγή στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας, αλλά τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της προώθησής τους. Δεν επρόκειτο για «νεοφιλελεύθερη αναθεώρηση» μιας τάχα προοδευτικής στρατηγικής, αλλά για τον καθορισμό προτεραιοτήτων και την κινητοποίηση δυνάμεων σε επίπεδο κρατών-μελών και ευρωενωσιακό, ώστε να προχωρήσει πιο αποτελεσματικά μια συγκεκριμένη αντιλαϊκή στρατηγική. Η αναθεώρηση αντανακλούσε την αυξημένη ανησυχία των επιτελείων του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού.
Το Εαρινό Συμβούλιο καθόρισε τρεις βασικούς άξονες δράσης για τα Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων σε όλα τα κράτη-μέλη (12). Παράλληλα τον Ιούλη διαμόρφωσε και ένα πρόγραμμα, με τη μορφή ατζέντας δράσεων, σε κοινοτικό επίπεδο, το λεγόμενο «κοινοτικό πρόγραμμα της Λισσαβόνας», με στόχους:
α) Την οικονομική σταθερότητα και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα (την επίτευξή τους συνδέει με την περιοριστική μισθολογική πολιτική). β) Την κρατική στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου (εξαγορές, συγχωνεύσεις, επιδότηση στη χρήση της πληροφορικής και της καινοτομίας). γ) Τις μεταρρυθμίσεις των εργασιακών σχέσεων (ελαστικές μορφές μισθωτής απασχόλησης, την εναρμόνιση του χρόνου και του περιεχομένου εκπαίδευσης - κατάρτισης ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου, π.χ. η λεγόμενη «δια βίου κατάρτιση»).
Η προσέγγιση των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας ανακόπτεται από τις εσωτερικές και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.
Η επίθεση του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού απέναντι στα δικαιώματα των εργαζομένων δεν πρόκειται να ανακοπεί, αλλά αντίθετα θα ενταθεί ακόμα περισσότερο.
ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ
(2005-2008) ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Η εφαρμογή της κοινοτικής στρατηγικής της Λισσαβόνας στην Ελλάδα κινείται φυσικά μέσα στο πλαίσιο που προαναφέραμε.
Ωστόσο, η αστική τάξη της Ελλάδας διαμορφώνει τις δικές της προτεραιότητες με βάση τα ιδιαίτερα συμφέροντά της. Προσπαθεί να αντιμετωπίσει από τη σκοπιά της, ένα σύνολο προβλημάτων που επιδρούν στην ανταγωνιστική της θέση και δυσχεραίνουν τη διευρυνόμενη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα συγκριτικά με τον κοινοτικό μέσο όρο της ΕΕ-15, οι ελλείψεις υποδομών, το χαμηλό επίπεδο κρατικής χρηματοδότησης και οι χαμηλές επιδόσεις στην εφαρμοσμένη έρευνα, στην καινοτομία και στην εκπαίδευση, το μικρό μέγεθος και η καθυστέρηση στην οργάνωση, για σημαντικό τμήμα των ελληνικών επιχειρήσεων, η μεγάλη έκταση του κρατικού τομέα της οικονομίας και το υψηλό δημοσιονομικό χρέος, η χαμηλή εισροή ξένων άμεσων επενδύσεων κεφαλαίου.
Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της κυβέρνησης, καθηγητής Πλ. Σακελλάρης, συνοψίζει τον αστικό προβληματισμό: «Τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξη βασίστηκε, κατά κύριο λόγο, στην επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, στις εισροές από την Ευρωπαϊκή Ενωση, στην πτώση των επιτοκίων. Παρόλο που επιταχύνθηκαν οι ρυθμοί ανάπτυξης, το μοντέλο αυτό οδήγησε σε αυξημένο δημοσιονομικό χρέος και εξάντλησε τα όριά του» (13).
Η άρχουσα τάξη αισθάνεται επίσης να αυξάνει η ανταγωνιστική πίεση σε βάρος της, καθώς αναμένεται η ένταξη των γειτονικών χωρών, Βουλγαρίας και Ρουμανίας στην ΕΕ το 2007, με σημαντικά φτηνότερο το εργατικό δυναμικό π.χ. ο μέσος ακαθάριστος μισθός στη Βουλγαρία είναι 192 ευρώ έναντι 1.264 ευρώ στην Ελλάδα.
Φυσικά, το εγχώριο κεφάλαιο αξιοποίησε, ως ένα βαθμό, αυτή τη διαφορά με την εξαγωγή κεφαλαίων στις Βαλκανικές χώρες, που ξεπερνά σήμερα τα έξη δισ. ευρώ (14), σύμφωνα με το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Ομως, με την ανάπτυξη και σταθεροποίηση του καπιταλισμού σε αυτές τις χώρες, π.χ. στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, θα αλλάζουν και οι όροι του ανταγωνισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ανταλλαγές εμπορευμάτων με αυτές τις χώρες η Γερμανία και η Ιταλία έχουν ήδη εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία τους, σύμφωνα με το δημοσιευμένο Fact book της CIA, ενώ η αξία των ελληνικών εξαγωγών συνολικά προς τις βαλκανικές χώρες παρουσίασε μείωση κατά 15,9% το 2004, σε σχέση με το προηγούμενο έτος (15).
Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ) συμφωνεί με τις εκτιμήσεις διαφόρων διεθνών οργανισμών (WEF, IMD, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ κλπ.) που εντοπίζουν επιδείνωση ανταγωνιστικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια και αναδεικνύει σαν επείγοντα κεντρικά ζητήματα τον περιορισμό του όγκου των κρατικών δαπανών, την ευνοϊκότερη φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων. Αποδεικνύει μεταξύ άλλων σαν βασική αδυναμία για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας την τρέχουσα περίοδο (16), το γεγονός ότι «η πρόσληψη και η απόλυση των εργατών εμποδίζεται από κρατικές ρυθμίσεις και οι μισθοί διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από μια συγκεντρωτική διαπραγματευτική διαδικασία».
Η Νέα Δημοκρατία ανταποκρίθηκε άμεσα και αποφασιστικά στην ικανοποίηση των ιδιαίτερων αναγκών της αστικής τάξης. Εθεσε ως προτεραιότητες τη δημοσιονομική προσαρμογή και την αναμόρφωση πολιτικών (π.χ. αναπτυξιακός, φορολογικός νόμος), διευθέτηση χρόνου εργασίας, ρυθμίσεις ασφαλιστικού των Τραπεζών που συμβάλλουν στην επιτάχυνση της συσσώρευσης των μεγάλων επιχειρήσεων.
Η διευθύντρια του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού (17), καθηγήτρια Ελένη Λουρή, προσδιορίζει συγκεκριμένα τη βασική στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής:
«Πρωταρχικός στόχος για τη χώρα μας είναι να αποβάλει λογικές εξάρτησης από το δημόσιο τομέα και να δημιουργήσει τις συνθήκες μακροχρόνιας ανάπτυξης στηριζόμενη στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, τη δημιουργία ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, καθώς και την εξωστρέφεια της οικονομίας».
Με το Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων (2005-2008) η κυβέρνηση αναλαμβάνει να προωθήσει στη χώρα μας τις κατευθυντήριες γραμμές της Στρατηγικής της Λισσαβόνας, σύμφωνα με τις ιεραρχήσεις και τις προαναφερόμενες ανάγκες της πλουτοκρατίας, την επιτάχυνση του ρυθμού συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Κατά την παρουσίαση του Προγράμματος στη Βουλή, ο υπουργός Οικονομίας Γ. Αλογοσκούφης ανέδειξε σαν προτεραιότητες, την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας, τη βελτίωση του «επιχειρηματικού κλίματος», την αύξηση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Τέθηκαν μάλιστα και ποσοτικοί στόχοι, όπως της μείωσης των συνολικών κρατικών δαπανών στο 48,9% του ΑΕΠ το 2007, έναντι 50,4% του ΑΕΠ το 2004, καθώς και η μείωση κατά 6% του ρυθμού αύξησης των κρατικών επιχορηγήσεων διαφόρων δημόσιων φορέων (συγκοινωνιακών και άλλων).
Το σύνολο αυτών των αξόνων πολιτικής και των σχετικών μέτρων για την επίτευξή τους οδηγεί σε νέους περιορισμούς των εργατικών κατακτήσεων. Συνιστά συνολική, γενικευμένη επίθεση απέναντι στους εργαζόμενους χωρίς ημερομηνία λήξης.
Αποδείξαμε σε προηγούμενη ενότητα πως η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στο πλαίσιο του καπιταλισμού μεταφράζεται γενικά σε αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης για το σύνολο των εργαζομένων, αλλά και σε απόλυτη εξαθλίωση για ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης.
Ας δούμε τώρα συνοπτικά την επίδραση των συγκεκριμένων μέτρων της κυβερνητικής πολιτικής στη ζωή των λαϊκών στρωμάτων.
Η αύξηση της αντιλαϊκής έμμεσης φορολογίας και της άμεσης φορολογίας των μισθωτών που προτείνει το Πρόγραμμα, αποκαλύπτει τον αντιλαϊκό ταξικό χαρακτήρα της δημοσιονομικής διαχείρισης που προωθεί η ΝΔ. Ηδη, μέσα από το πρώτο πακέτο δημοσιονομικής προσαρμογής ο λαός δέχτηκε πρόσθετη επιβάρυνση 985 εκ. ευρώ το 2005 και 1.655 εκ. ευρώ το 2006, μέσα από την αύξηση του ΦΠΑ και την αναπροσαρμογή των ειδικών φόρων κατανάλωσης σε τσιγάρα και αλκοολούχα ποτά (18).
Στο προσχέδιο κρατικού προϋπολογισμού του 2006 προβλέπεται νέα ετήσια αύξηση του ΦΠΑ κατά 51%, ενώ τα έσοδα από άμεσους φόρους αναμένεται να αυξηθούν κατά 39,2% σε σχέση με το 2000.
Επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης εξαιτίας της επιτάχυνσης των ιδιωτικοποιήσεων και της «απελευθέρωσης» τομέων στρατηγικής σημασίας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες κλπ.). Περιορισμός του λαϊκού εισοδήματος από την περαιτέρω εμπορευματοποίηση των κοινωνικών τομέων. Ταυτόχρονα, στις ιδιωτικοποιημένες ΔΕΚΟ και γενικότερα στο δημόσιο τομέα ανατρέπονται οι σχέσεις σταθερής απασχόλησης για τους νέους εργαζόμενους και μειώνεται ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων.
Ενδεικτικό της κατεύθυνσης της κυβέρνησης είναι το γεγονός ότι τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις το 2005 έφτασαν το 1,3% του ΑΕΠ και ξεπερνούν τις προβλέψεις του περυσινού Προϋπολογισμού κατά 30% (π.χ. ΟΠΑΠ, ΟΤΕ, κλπ.). Προετοιμάζει την εισαγωγή του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι οι συγκεκριμένοι άξονες δημοσιονομικής διαχείρισης προωθούνται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές δημοσιονομικές τους επιδόσεις.
Ανεξάρτητα από το μέγεθος του ελλείμματος και του χρέους οι αστικές κυβερνήσεις μετακυλίουν σταθερά τα πρόσθετα βάρη στους εργαζόμενους και την ίδια στιγμή ενισχύουν πολύπλευρα το μονοπωλιακό κεφάλαιο στο όνομα της «βελτίωσης του επιχειρηματικού κλίματος».
Ετσι και η σημερινή κυβέρνηση δρομολογεί τη μείωση του συντελεστή επιχειρηματικών κερδών στο 25% το 2007 από 35% το 2004 και προωθεί ένα πλαίσιο κινήτρων και ενισχύσεων της δράσης του μεγάλου κεφαλαίου, με το νέο Επενδυτικό Νόμο. Ενδεικτικό του βαθμού της κρατικής ρύθμισης προς όφελος της κεφαλαιοκρατικής συγκεντροποίησης και κερδοφορίας είναι ότι μέσα στο πρώτο τετράμηνο από την εφαρμογή του νόμου, κατατέθηκαν επενδυτικά σχέδια ύψους 1,14 δισ. ευρώ.
Παράλληλα η κυβέρνηση δεσμεύει σημαντικό μέρος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, για να χρηματοδοτήσει τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Προσπαθεί να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια διασφαλίζοντας εκ των προτέρων την υψηλή κερδοφορία τους και επιβαρύνοντας διπλά το λαϊκό καταναλωτή σαν φορολογούμενο στη φάση κατασκευής του έργου και σαν χρήστη στη συνέχεια (π.χ. με την αναπροσαρμογή των διοδίων).
Η κρατική στήριξη επικεντρώνεται σε σημαντικό βαθμό στη στήριξη της δράσης του εγχώριου κεφαλαίου στη διεθνή αγορά και στη βελτίωση των εξαγωγών εμπορευμάτων, τη λεγόμενη «εξωστρέφεια».
Συγκροτείται και αναδιοργανώνεται ένα πλέγμα κρατικών οργάνων (π.χ. ΟΑΕΠ, Εθνικό Συμβούλιο Εξαγωγών, ΟΠΕ) με στόχο την πολύπλευρη ενίσχυση των εγχώριων μονοπωλιακών ομίλων με σχετικές μελέτες, διασφάλιση πιστώσεων, προγράμματα προβολής εγχώριων εμπορευμάτων κλπ.
Στο ίδιο αντιλαϊκό μήκος κύματος κινούνται τα μέτρα για την αύξηση της απασχόλησης και τη στήριξη της κοινωνικής συνοχής. Κεντρική κατεύθυνση του συγκεκριμένου άξονα είναι φυσικά η ενίσχυση της «προσαρμοστικότητας των επιχειρήσεων και του εργατικού δυναμικού στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού» με βασικό ζητούμενο την ενίσχυση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας. Ηδη, η ΝΔ προώθησε το Ν. 3385/2005 με τον οποίο «μειώνεται σημαντικά για τον εργοδότη το κόστος των πρώτων 8 ωρών εργασίας, πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου, καθώς και των κατ' εξαίρεση υπερωριών» (19). Ταυτόχρονα, θα λαμβάνονται ορισμένα μέτρα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας.
Ο κατάλογος των μέτρων της κυβερνητικής επίθεσης δε σταματά εδώ και θα εμπλουτίζεται συνέχεια. Αυτό που έχει όμως σημασία να κατανοηθεί από τους εργαζόμενους είναι ότι κάθε βήμα επίτευξης των στόχων της άρχουσας τάξης σχετικά με την ανταγωνιστικότητα, όχι μόνο δεν πρόκειται να μετριάσει, αλλά αντίθετα θα αυξήσει την ένταση αυτής της συνολικής επίθεσης.
ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έπαιξε ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας και υψώνει το λάβαρο της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ στην παγκόσμια αγορά.
Η ενεργή προώθηση της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων για την εξυπηρέτηση των αναγκών του κεφαλαίου, δεν αποτελεί συγκυριακό ελιγμό, αλλά σταθερή στρατηγική επιλογή της. Η επιλογή αυτή σφραγίσθηκε μάλιστα με την αυτοκριτική της προηγούμενης περιόδου από τους επιφανέστερους θεωρητικούς της. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Αντονυ Γκίντενς (20): «Η κλασσική σοσιαλδημοκρατία θεωρούσε ανέκαθεν την παραγωγή πλούτου ως κάτι το παρεμπίπτον σε σχέση με τις βασικές της μέριμνες: την οικονομική ασφάλεια και την αναδιανομή. Οι νεοφιλελεύθεροι έφερναν στο προσκήνιο κυρίως την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγή πλούτου. Η πολιτική του τρίτου δρόμου αποδίδει επίσης πολύ μεγάλη σημασία στα στοιχεία αυτά, καθώς με δεδομένη τη φύση της παγκόσμιας αγοράς, καθίστανται επειγόντως κρίσιμα...Η οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού ήταν ανέκαθεν ανεπαρκής και υποτιμούσε τη δυνατότητα του καπιταλισμού να καινοτομεί και να αυξάνει διαρκώς την παραγωγικότητα».
Η στρατηγική σύμπλευση φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με κορυφαίο παράδειγμα την κυβέρνηση του «μεγάλου συνασπισμού» στη Γερμανία, δεν αμφισβητείται. Δημιουργεί όμως προβλήματα στην ενσωμάτωση ορισμένων τμημάτων της εργατικής τάξης στις αξίες και στους στόχους του καπιταλιστικού συστήματος.
Γι' αυτό η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία επιχειρεί να διαφοροποιηθεί, με την αυτοπροβολή της στο ρόλο του εγγυητή του κοινωνικού κράτους στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Στο ίδιο μήκος κύματος το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα στο 7ο συνέδριό του, προβάλει ως προοδευτική λύση μια νέα σύνθεση κράτους - αγοράς, θεωρώντας βέβαια τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό σαν το θεμέλιο της ανάπτυξης. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Πανανδρέου, στη φετινή ομιλία του στη ΔΕΘ τόνισε: «Να φτιάξουμε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, συνθέτοντας τα καλύτερα στοιχεία και τις εμπειρίες των ευρωπαϊκών χωρών. Βασικός μας στόχος πρέπει να είναι να απελευθερώσουμε τις δημιουργικές μας δυνάμεις και να το συνδυάσουμε αυτό με την κοινωνική δικαιοσύνη. Ναι, μπορούμε να διασφαλίσουμε σε μια ανταγωνιστική οικονομία, ισχυρό κοινωνικό κράτος».
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι αξιολογώντας την ευρωπαϊκή εμπειρία, εστίασε στο σκανδιναβικό μοντέλο, το οποίο, όπως ανέφερε, είναι «βασισμένο στην κοινωνική συναίνεση, με μεγάλη ευελιξία στην αγορά εργασίας αλλά και ασφάλεια για τον εργαζόμενο».
Το ΠΑΣΟΚ με το πρόγραμμά του, αλλά και με την κυβερνητική πολιτική του, καθώς και ως αντιπολίτευση υιοθετεί τη στρατηγική της Λισσαβόνας, τις αντεργατικές αναδιαρθρώσεις κλπ. Επομένως, η αντίληψή του για τη σχέση κράτους-αγοράς δεν είναι έξω από τις σημερινές, σύγχρονες ανάγκες ρύθμισης για λογαριασμό του κεφαλαίου. Αλλωστε, και το «σκανδιναβικό μοντέλο» ήδη προσαρμόστηκε. Είναι μόνο λεκτική, προς παραπλάνηση των μαζών, η πολιτική του διαφοροποίηση στη σχέση αγοράς-κράτους.
Στην πράξη προωθεί τη συναίνεση στους βασικούς άξονες της κυρίαρχης πολιτικής (ανατροπή πλαισίου πλήρους - σταθερής απασχόλησης, «απελευθέρωση» τομέων στρατηγικής σημασίας, πλήρης εμπορευματοποίηση τομέων υγείας - παιδείας, φοροαπαλλαγές και κρατική ενίσχυση του μεγάλου κεφαλαίου κλπ.), περιορίζοντας την πολιτική διαπάλη στις ιεραρχήσεις, στους τρόπους, στην έκταση και στο ρυθμό εφαρμογής των κυβερνητικών μέτρων. Π.χ. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είχαν προβάλει στα προεκλογικά τους προγράμματα τη μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου, όμως το ΠΑΣΟΚ μετεκλογικά «διαφοροποιήθηκε» περιορίζοντας την πρόταση μείωσης της φορολογίας μόνο για το μέρος των κερδών που «αποθεματικοποιείται». Η προβολή από την πλευρά του, του σκανδιναβικού μοντέλου που συνδυάζει τάχα την ευελιξία της εργασίας με την ασφάλεια για τον εργαζόμενο, αφορά στην πραγματικότητα την υιοθέτηση ορισμένων μέτρων διαχείρισης της ακραίας φτώχειας και της λαϊκής δυσαρέσκειας, την οποία αυξάνει η προώθηση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, π.χ. η πλήρης απελευθέρωση των απολύσεων στη Δανία, με αποζημίωση μόνο ενός μηνός, συνοδεύεται από ένα επίδομα ανεργίας μεγαλύτερης διάρκειας από την αντίστοιχη διάρκεια της Ελλάδας.
Η σημερινή αντιπολιτευτική τακτική του ΠΑΣΟΚ αποτελεί επομένως πολιτική προϋπόθεση για την προώθηση των επιλογών της αστικής τάξης, με την εδραίωση κλίματος ταξικής συνεργασίας.
ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟ
Συμπερασματικά, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε δήθεν κοινούς στόχους με το κεφάλαιο. Εχει ανάγκη διεκδίκησης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου στόχων και διεκδικήσεων στον αντίποδα των συμφερόντων του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων του στην Ελλάδα και συνολικότερα της πολιτικής της ΕΕ. Ενα πλαίσιο που δε θα περιορίζεται μόνο στη διεκδίκηση της ουσιαστικής αύξησης του πραγματικού μισθού, αλλά θα αγκαλιάζει το σύνολο των βασικών προβλημάτων, την εμπορευματοποίηση της παιδείας και της υγείας, την έμμεση φορολογία στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, την ανατροπή των σχέσεων πλήρους - σταθερής απασχόλησης κλπ. Ενα πλαίσιο που θα αμφισβητεί στην πράξη τη θυσία των εργατικών δικαιωμάτων στο βωμό της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας.
Ενα τέτοιο πλαίσιο θα προωθείται πιο αποφασιστικά όσο θα αλλάζει ο συσχετισμός των δυνάμεων στο πολιτικό επίπεδο, αλλά και στο συνδικαλιστικό, σε βάρος της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, των διαφόρων οπορτουνιστικών αντιλήψεων. Οσο θα προωθείται η αντιιμπεριαλιστική συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη και στα μεσαία στρώματα, με στόχο τη λαϊκή εξουσία.
Μόνο μια τέτοια ανάπτυξη του εργατικού, λαϊκού κινήματος είναι σε θέση να επιφέρει και απόσπαση κάποιων κατακτήσεων. Η διεκδίκηση των πάντων οδηγεί και σε αποτροπή νέων αντιλαϊκών μέτρων.
Αντίθετα, η γραμμή της αναζήτησης δήθεν ρεαλιστικών «λύσεων» βελτίωσης της ζωής της λαϊκής οικογένειας, η γραμμή που καταγγέλλει ως μαξιμαλιστικά τα αιτήματα που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες των εργατικών λαϊκών στρωμάτων και προβάλλει «λύσεις» εμβαλλωματικές για τα πιο εξαθλιωμένα στρώματα, στρώνει το δρόμο για να υλοποιηθεί συναινετικά η πολιτική υπέρ του κεφαλαίου.
Η κοινωνικοποίηση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, που προϋποθέτει την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, είναι αντικειμενική ανάγκη και μονόδρομος για την κατάργηση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης του λαού.
Μπορεί να διασφαλίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις αφενός και την ταχύτερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας σε σχέση με τον καπιταλισμό και αφετέρου τη συνδυασμένη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών που να αντιστοιχεί στο εκάστοτε συγκεκριμένο επίπεδο παραγωγικότητας.
Η νέα οργάνωση της κοινωνικής εργασίας διαθέτει δυο πανίσχυρα όπλα: το κεντρικό σχεδιασμό της οικονομικής ζωής από το σοσιαλιστικό κράτος με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και τον εργατικό λαϊκό έλεγχο.
Η κεντρικά σχεδιασμένη ανάπτυξη μιας οικονομίας απαλλαγμένης από τις ανάγκες του καπιταλιστικού κέρδους, αφήνει πίσω της την αναρχία της κοινωνικής παραγωγής και τον καπιταλιστικό κύκλο της κρίσης. Αξιοποιεί τη συλλογική πείρα των εργαζομένων και τη συντεταγμένη συμμετοχή και συμβολή τους στη διεύθυνση των κρατικών υποθέσεων, με το θεσμοθετημένο λαϊκό έλεγχο. Πραγματοποιεί βήματα στο συνδυασμό της ικανοποίησης του ατομικού ενδιαφέροντος και συμφέροντος του εργαζόμενου, με τη συνολική αντιμετώπιση των κοινωνικών αναγκών. Αξιοποιεί την ορθολογική οργάνωση της ειδικευμένης εργασίας και την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνικής, για μια σχεδιασμένη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας προς όφελος του λαού.
Ο Λένιν αναδεικνύει ως βασικό καθήκον του προλεταριάτου κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση το να καθοδηγήσει όλη τη μάζα των εκμεταλλευόμενων στο δρόμο «της δημιουργίας μια νέας κοινωνικής σχέσης, μιας νέας πειθαρχίας στη δουλειά, μιας νέας οργάνωσης της δουλειάς που να συνενώνει την τελευταία λέξη της επιστήμης και της τεχνικής με τη μαζική συνένωση των συνειδητών δουλευτών που δημιουργούν τη μεγάλη σοσιαλιστική παραγωγή» (21).
Η προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού στον 20ό αιώνα δε συσσώρευσε μόνο θετική αλλά και αρνητική πείρα, σχετικά με το ζητούμενο αυτό. Η αξιολόγησή της ξεφεύγει βέβαια από τα όρια του συνοπτικού αυτού άρθρου. Ομως οι δυσκολίες δεν ήταν άγνωστες στους πρωταγωνιστές της πρώτης μεγαλειώδους ιστορικής προσπάθειας. Ο ίδιος ο Λένιν τόνιζε ότι το συγκεκριμένο καθήκον είναι πιο δύσκολο από την ανατροπή της αστικής τάξης, γιατί απαιτεί τον πιο επίμονο ηρωισμό της μαζικής καθημερινής δουλειάς.
Η μετατροπή επομένως της πλούσιας πείρας του προηγούμενου αιώνα σε θεωρητικό και πρακτικό όπλο για την εκπλήρωση της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης, αποτελεί το δικό μας καθήκον. Για να αφήσουμε οριστικά πίσω μας τη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
1. Πλ. Σακελλάρης: «Ανάπτυξη και επενδύσεις». Περιοδικό «Φιλελεύθερη Εμφαση», τ. 23
2. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. Ι, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 329.
3. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. Ι, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σε. 54.
4. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. Ι, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 545.
5. Βλ. αναλυτικά, Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. ΙΙΙ, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 293 και εξής.
6. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. ΙΙΙ, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 285.
7. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 328.
8. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. ΙΙΙ, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 276-277.
9. Υπουργείο Ανάπτυξης: «Ετήσια Εκθεση για την ανταγωνιστικότητα», 2004.
10. Αναλυτικότερα δες: ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ: «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση», 2005.
11. Τράπεζα της Ελλάδος: «Νομισματική Πολιτική. Ενδιάμεση Εκθεση 2005».
12. Υπουργείο Ανάπτυξης: «Στρατηγική της Λισσαβόνας». Ιανουάριος 2005.
13. Φιλελεύθερη Εμφαση: Φάκελος Ανταγωνιστικότητα και Ανάπτυξη, τ. 23, 2005.
14. Βλέπε: Ειδική έκδοση, Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» - Εκόνομιστ: «Οι ανατολικοί γείτονες της ΕΕ». Οκτώβριος 2005.
15. Ελένη Λουρή: «Η νέα στρατηγική της Λισσαβόνας και η εφαρμογή της στην Ελλάδα». Περιοδικό» Φιλελεύθερη Εμφαση»,τ. 23, 2005.
16. ΣΕΒ: «Η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας 2005-2006». Οκτώβριος 2005.
17. Ελένη Λουρή: «Η νέα στρατηγική της Λισσαβόνας και η εφαρμογή της στην Ελλάδα». Πριοδικό «Φιλελεύθερη Εμφαση», τ. 23, 2005.
18. Υπουργείο Οικονομίας: «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2005-2008».
19. Τράπεζα της Ελλάδος: «Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Εκθεση». Οκτώβριος 2005.
20. Αντονυ Γκίντενς: «Ο Τρίτος δρόμος», εκδ. «Πόλις».
21. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 39, σελ. 17.

TOP READ