1 Δεκ 2020

ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ

 



Τέλη Σεπτεμβρίου  ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στ. Πέτσας  στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter πόσταρε συνέντευξή του σε ραδιόφωνο που τιτλοφορούνταν «αν είχαμε ακούσει τον ΣΥΡΙΖΑ για τις ΜΕΘ θα είχαμε πετάξει δεκάδες εκατομμύρια». Ο υπουργός Ανάπτυξης Α. Γεωργιάδης τέλη Οκτωβρίου θεωρούσε επιζήμια  την αύξηση του αριθμού λεωφορείων, παρόλο το συνωστισμό που παρατηρείται σ’ αυτά και είναι επικίνδυνος σε συνθήκες πανδημίας, αιτιολογώντας της με ρητορικές ερωτήσεις για τα δισεκατομμύρια ευρώ που έχουν δαπανηθεί τις τελευταίες δεκαετίες και την αναγκαιότητα να κοπούν συντάξεις για την αγορά περισσότερων λεωφορείων. Ο υφυπουργός υγείας Β. Κοντοζαμάνης, στην ενημέρωση για την πορεία της επιδημίας στα μέσα Νοεμβρίου δήλωσε πως η επίταξη του ιδιωτικού τομέα υγείας δεν είναι δωρεά στο κράτος  τονίζοντας πως αν γινόταν επίταξη στο πρώτο κύμα της επιδημίας που δεν χρειάστηκε "θα είχαμε πετάξει τα χρήματα που διαθέτουμε".
       Δηλώσεις υπουργών της  κυβέρνησης στη χώρα μας που στην προσπάθειά τους να καλύψουν την ολιγωρία της σχετικά με την αντιμετώπιση της πανδημίας και να δικαιολογήσουν  τις συνέπειες των ενεργειών τους αποκαλύπτουν, πέρα από  τις δημαγωγίες, την προτεραιότητα που έχει η καπιταλιστική οικονομία σε κάθε επιλογή και τα όρια της φιλολαϊκής πολιτικής που μπορεί να ασκήσει μια τέτοια κυβέρνηση όταν απειλείται η κερδοφορία του κεφαλαίου.  Είναι χαρακτηριστικές οι λέξεις που οι υπουργοί χρησιμοποιούν για  πεταμένα λεφτά όταν πρόκειται μάλιστα για υπηρεσίες που σχετίζονται με την υγεία του συνόλου του πληθυσμού. Αυτοί οι υπουργοί υπηρετώντας, κάποιες φορές με πολλή δουλοπρέπεια και χωρίς προσχήματα, το  κεφάλαιο με τις διάφορες μορφές του, θεωρούν αυτονόητο όλες οι κυβερνητικές επιλογές να γίνονται με βάση τα συμφέροντά του.
      Και όλες οι απόψεις τους εκφρασμένες απλοϊκά με ιδεαλιστικά περιτυλίγματα, για να τις εξωραΐσουν, απηχούν αντιλήψεις του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που με εμβρίθεια  ανέλυσε ο Α. Σμιθ  και επιστημονικά έκρινε ο Κ. Μαρξ.
       Ο Μαρξ, ενάμιση αιώνα πριν, κρίνοντας την αντίληψη του Σμιθ για τη παραγωγική εργασία επισημαίνει τη θέση του ότι  στον καπιταλιστικό κόσμο μόνο η εργασία που παράγει κεφάλαιο είναι παραγωγική εργασία. 

   «Γιατί η αξία χρήσης της εργατικής δύναμης συνίσταται για τον κεφαλαιοκράτη, σαν τέτιον, όχι στην πραγματική της αξία χρήσης, στην ωφελιμότητα αυτής της ιδιαίτερης συγκεκριμένης εργασίας, ότι δηλαδή πρόκειται για κλωστική εργασία, για υφαντική εργασία κλπ., ακριβώς όπως δεν τον ενδιαφέρει η αξία χρήσης του προϊόντος αυτής της εργασίας, σαν τέτιου, επειδή γι’ αυτόν το προϊόν είναι εμπόρευμα (και μάλιστα εμπόρευμα πριν από την πρώτη του μεταμόρφωση), και όχι είδος κατανάλωσης. Αυτό που τον ενδιαφέρει στο εμπόρευμα είναι ότι έχει μεγαλύτερη ανταλλακτική αξία από την αξία που πλήρωσε για την παραγωγή του, και έτσι η αξία χρήσης της εργασίας γι’ αυτόν συνίσταται στο ότι παίρνει πίσω μια μεγαλύτερη ποσότητα χρόνου εργασίας από εκείνον που πλήρωσε με τη μορφή του μισθού (…).                                                                                       Η παραγωγική εργασία καθορίζεται εδώ από την άποψη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, ο  δε Α. Σμιθ έχει εξαντλήσει εννοιακά  το ζήτημα, πέτυχε το στόχο -πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες επιστημονικές υπηρεσίες του (παραμένει, όπως έχει παρατηρήσει σωστά ο Μάλθους, η βάση όλης της αστικής πολιτικής οικονομίας αυτή η κριτική διάκριση ανάμεσα στην παραγωγική και στη μη παραγωγική εργασία), το γεγονός ότι την παραγωγική εργασία την καθορίζει σαν εργασία, που ανταλλάσσεται άμεσα με το κεφάλαιο, δηλαδή με ανταλλαγή, με την οποία μόνο οι όροι παραγωγής της εργασίας και γενικά η αξία, το χρήμα κα τα εμπορεύματα μετατρέπονται πρώτα σε κεφάλαιο (και η εργασία σε μισθωτή εργασία με την επιστημονική έννοια).

        Ετσι έχει αποδειχτεί απόλυτα, τι είναι η μη παραγωγική εργασία. Είναι η εργασία που δεν ανταλλάσσεται με κεφάλαιο, αλλά που ανταλλάσσεται άμεσα με εισόδημα, δηλαδή με μισθό ή με κέρδος (φυσικά και με τις διάφορες κατηγορίες, όπως ο τόκος και οι πρόσοδες, που συμμετέχουν σαν μέτοχοι -copartners- κέρδος του κεφαλαιοκράτη) (…) Οι ορισμοί αυτοί δεν είναι λοιπόν παρμένοι από το υλικό χαρακτηριστικό της εργασίας, (ούτε από τη φύση του προϊόντος της, ούτε από την καθορισμένη κοινωνική μορφή, από τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, μέσα στις οποίες συντελείται. Ένας ηθοποιός λ.χ. ακόμα και ένας παλιάτσος, είναι επομένως ένας παραγωγικός εργάτης, όταν δουλεύει στην υπηρεσία ενός καπιταλιστή (του επιχειρηματία), στον οποίο επιστρέφει περισσότερη  εργασία, από εκείνη που παίρνει απ’ αυτόν με τη μορφή του μισθού, ενώ ένας μπαλωματής ράφτης, που πάει  στο σπίτι του καπιταλιστή, για να του μπαλώσει τα παντελόνια του του τού δημιουργεί μόνο μια αξία χρήσης, είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης. Η εργασία του πρώτου ανταλλάσσεται με κεφάλαιο, ενώ η εργασία του δεύτερου με εισόδημα. Η πρώτη δημιουργεί μια υπεραξία, με τη δεύτερη καταναλώνεται ένα εισόδημα. 
        Η παραγωγική και η μη παραγωγική εργασία εξετάζονται εδώ πάντα από τη σκοπιά του κατόχου χρήματος, του καπιταλιστή, όχι του εργάτη (…)
       Ένας συγγραφέας είναι παραγωγικός εργάτης, όχι γιατί  παράγει ιδέες, αλλά γιατί πλουτίζει τον βιβλιοπώλη, που εκδίδει τα συγγράμματά του, ή γιατί είναι ο μισθωτός εργάτης ενός καπιταλιστή.(…)     
      
      (…) Αυτό που προκάλεσε ιδίως την πολεμική ενάντια στη διάκριση που κάνει ο Α. Σμιθ ανάμεσα στην παραγωγική και μη παραγωγική εργασία (…) Τα παρακάτω περιστατικά είναι που προκάλεσαν την πολεμική αυτή.
       Στη μεγάλη μάζα των λεγόμενων «ανώτερων» εργατών -όπως των δημόσιων υπαλλήλων, των στρατιωτικών, των βιρτουόζων, των γιατρών, των παπάδων, των δικαστών, των δικηγόρων κλπ.- όλων αυτών, που εν μέρει δεν είναι μόνο μη παραγωγικοί, αλλά στην ουσία και ολέθριοι, που καταφέρνουν όμως να ιδιοποιούνται ένα πολύ μεγάλο μέρος του υλικού πλούτου, είτε πουλώντας τα «μη υλικά» εμπορεύματά τους, είτε με τη βίαιη επιβολή αυτών των εμπορευμάτων -σ’ όλη αυτή τη μάζα δεν ήταν καθόλου ευχάριστο να κατατάσσεται από οικονομική άποψη σ’ αυτήν την τάξη, των γελωτοποιών και των υπηρετών και να εμφανίζονται σαν απλοί συγκαταναλωτές, σαν παράσιτα των καθεαυτό παραγωγών.(…) 
         Εφόσον αυτοί οι «μη παραγωγικοί εργάτες» δεν παράγουν απολαύσεις, και γι’ αυτό το αγόρασμα τους εξαρτιέται ολότελα από τον τρόπο που ο παράγοντας της παραγωγής θέλει να ξοδέψει τον μισό ή το κέρδος του -εφόσον, αντίθετα, γίνονται αναγκαίοι ή κάνουν τον εαυτό τους αναγκαίο (όπως οι γιατροί) επειδή υπάρχουν άνθρωποι σωματικά άρρωστοι ή (όπως οι παπάδες) επειδή υπάρχουν άνθρωποι πνευματικά αδύνατοι, ή (όπως οι πολιτικοί άνδρες, όλοι οι νομικοί, οι αστυνομικοί, οι στρατιώτες) επειδή υπάρχει η σύγκρουση των ατομικών και των εθνικών συμφερόντων, όλοι αυτοί εμφανίζονται στον Α. Σμιθ, όπως και στους ίδιους τους βιομήχανους καπιταλιστές και στην εργατική τάξη σαν τα faux frais της παραγωγής, και επομένως θα πρέπει να περιοριστούν ως το αναγκαίο κατώτατο όριο και να κοστίζουν όσο το δυνατό πιο φτηνά. Η αστική κοινωνία αναπαράγει ξανά με την προσιδιάζουσα σ’ αυτήν μορφή όλα αυτά που τα είχε καταπολεμήσει στη φεουδαρχική ή απολυταρχική τους μορφή»

 (Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την υπεραξία, 4ος τ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, μτφ. Π. Μαυρομμάτη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1984, σ. 151-152, σ.173)

Τώρα βλέπουν «προοπτική» στη ΛΑΡΚΟ!


Και ξαφνικά, απ' όταν η κυβέρνηση και ο ειδικός εκκαθαριστής ανακοίνωσαν την έναρξη των διαγωνισμών για την εκποίηση της ΛΑΡΚΟ, η επιχείρηση μετατράπηκε από «βαρέλι δίχως πάτο» σε «φλουρί Κωνσταντινάτο»! Από «βαρίδι» για το λαό, που το πληρώνει χωρίς να του αποδίδει τίποτα και παράγει μόνο χρέη, σε «μαγαζί γωνία», που διαχειρίζεται «χρυσάφι» (έτσι χαρακτηρίζουν το νικέλιο και το κοβάλτιο). Αφού πρώτα «απαξίωναν» τις παραγωγικές δυνατότητες της επιχείρησης και κατασυκοφαντούσαν τους εκατοντάδες εργαζόμενους, αφού έπεσαν με λύσσα πάνω στον αγώνα τους, τώρα, με δημοσιεύματα στον Τύπο, διαφημίζουν το ενδιαφέρον μεγάλων πολυεθνικών ομίλων για το νικέλιο και το κοβάλτιο.

Αξιοποιούν μέχρι και δηλώσεις του Elon Musk, γενικού διευθυντή της εταιρείας «Tesla», για την τεράστια αξία που έχει το νικέλιο για την τεχνολογία των μπαταριών και την «πράσινη οικονομία», όπου θα επενδυθούν τα επόμενα χρόνια τεράστια συσσωρευμένα κεφάλαια που αναζητούν κερδοφόρα διέξοδο, με την ανάλογη κρατική στήριξη. Οπως γράφεται μάλιστα, ο επικεφαλής της «Tesla», μιας από τις πρωτοπόρες βιομηχανίες στην ηλεκτροκίνηση, προτρέπει τους παραγωγούς νικελίου να ρίξουν στην αγορά όσο μεγαλύτερες ποσότητες μπορούν για να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση, δηλώνοντας ότι η εταιρεία του είναι διατεθειμένη να υπογράψει γενναία συμβόλαια με καθέναν απ' αυτούς.

* * *

Ποια είναι όμως τα «κουσούρια» της ΛΑΡΚΟ, από τα οποία πρέπει να απαλλαγούν οι παραγωγικές δυνατότητες που όψιμα παραδέχονται πως έχει η επιχείρηση; Οι απαξιωμένες υποδομές, που χρειάζονται «επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό τους», το «ενεργειακό κόστος» και πάνω απ' όλα το «κόστος εργασίας». Στηρίζουν έτσι την πολιτική της κυβέρνησης που απολύει τους εργαζόμενους της ΛΑΡΚΟ για να την παραδώσει απαλλαγμένη απ' όλα τα «βαρίδια» στους νέους ιδιοκτήτες. Και από την άλλη, διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για τη στήριξη του νέου επενδυτή με ζεστό χρήμα και νέα προνόμια, όπως η μείωση του ενεργειακού κόστους και κάθε άλλη «διευκόλυνση» που θα διασφαλίσει τη μεγιστοποίηση του κέρδους.

Το αστείο είναι ότι κανείς δεν μιλούσε μέχρι χτες για τη ληστρική πολιτική της ΔΕΗ σε βάρος της ΛΑΡΚΟ και το πόσο της χρέωνε την κιλοβατώρα! Τώρα συμφωνούν ότι θα πρέπει η τιμή του ρεύματος να είναι «φιλική στον επενδυτή». Εκεί που το απαξιωμένο εργοστάσιο «δεν άξιζε ούτε ένα ευρώ» για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών του, τώρα θεωρείται αυτονόητο ότι ο νέος ιδιοκτήτης θα πρέπει να βρει απλόχερη στήριξη, ακόμα και με ανοχή από το κράτος στην παραβίαση των περιβαλλοντικών όρων για τη λειτουργία του! Και βέβαια, ούτε κουβέντα για την απαίτηση της ΕΕ να επιστρέψει η ΛΑΡΚΟ 105 εκατ. ευρώ ως δήθεν κρατικές ενισχύσεις, απαίτηση που δεν θα ισχύει εφόσον ιδιωτικοποιηθεί η ΛΑΡΚΟ και μάλιστα σε κομμάτια, μέσα από τους ξεχωριστούς διαγωνισμούς.

* * *

Η εξέλιξη αυτή δεν εκπλήσσει. Αντίθετα, επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα δεν είναι αν η ΛΑΡΚΟ έχει ή όχι παραγωγικές δυνατότητες, αλλά το ποιο είναι το κριτήριο για να αξιολογηθούν. Και βεβαίως, το κριτήριο είναι τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων, της καπιταλιστικής οικονομίας συνολικά και ο ρόλος του αστικού κράτους ως εγγυητή αυτών των κερδών. Ετσι, με πρωτοβουλία του αστικού κράτους, η ΛΑΡΚΟ απαξιώθηκε και εκπονήθηκε το σχέδιο εκποίησής της, καθώς και η επίθεση στους εργαζόμενους που προσπαθούν να το εμποδίσουν. Με το ίδιο κριτήριο δούλεψε η προπαγάνδα τού «τι χρειαζόμαστε μια τέτοια απαρχαιωμένη βιομηχανία», ότι «δεν έχει παραγωγικό αντικείμενο» κ.λπ.

Με το ίδιο κριτήριο ανοίγει σήμερα η συζήτηση για την «αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων» που μέχρι χτες αρνούνταν (!) και το ενδεχόμενο εφόσον βεβαίως ο νέος επενδυτής βρει ότι τον συμφέρει να προσανατολιστεί στις διεθνείς ανάγκες νικελίου και κοβαλτίου. Πουθενά σε όλα αυτά δεν βρίσκονται ούτε τα συμφέροντα των εργαζομένων της επιχείρησης, ούτε βέβαια η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων προς όφελος μιας παραγωγής και μιας οικονομίας που θα παράγει προς όφελος των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας, του λαού, των εργαζομένων.

Κι όλα αυτά, με δεδομένο ότι η ΛΑΡΚΟ είναι η μοναδική επιχείρηση στην ΕΕ συνεχούς πυράς που παράγει σιδηρονικέλιο μέσα από την επεξεργασία δικών της εγχώριων μεταλλευμάτων. Ακόμα και στη σημερινή της μορφή, καλύπτει το 6% των αναγκών της ΕΕ και το 3% των παγκόσμιων αναγκών σε νικέλιο. Τροφοδοτεί με πρώτη ύλη μεγάλα ευρωπαϊκά μονοπώλια παραγωγής ανοξείδωτου χάλυβα. Στο ελληνικό υπέδαφος βρίσκεται το 90% των συνολικών κοιτασμάτων νικελίου της Ευρώπης, αλλά και μεγάλα κοιτάσματα χρωμίου, που μαζί με το νικέλιο δημιουργούν τον ανοξείδωτο χάλυβα, ο οποίος τώρα εισάγεται, ενώ θα μπορούσε με εκσυγχρονισμό και καθετοποίηση της παραγωγής να παράγεται από τη ΛΑΡΚΟ.

* * *

Αποκαλύπτεται ότι είναι δίκαιος και βάσιμος ο αγώνας που δίνουν οι εργαζόμενοι όχι μόνο υπερασπιζόμενοι τις θέσεις εργασίας τους, τις λαϊκές οικογένειες της περιοχής, αλλά και τις μεγάλες παραγωγικές δυνατότητες της ΛΑΡΚΟ.

Ολα αυτά φανερώνουν ότι η ΛΑΡΚΟ μπορεί να παίξει βασικό ρόλο στην ανάπτυξη της μεταλλουργίας στη χώρα μας, για τις ανάγκες του λαού, αξιοποιώντας τον ορυκτό πλούτο και την τεχνογνωσία των χιλιάδων έμπειρων εργατών του κλάδου. Ο αγώνας επομένως για να μην κλείσει η ΛΑΡΚΟ και να μην ιδιωτικοποιηθεί, για να μην αλλάξει χρήση το εργοστάσιο της Λάρυμνας και να μη διασπαστεί το παραγωγικό της αντικείμενο, είναι πέρα για πέρα δίκαιος και πρέπει να βρει στήριξη απ' όλο τον λαό.

Αντικειμενικά ανοίγει μπροστά στους εργαζόμενους και η συζήτηση για τις προϋποθέσεις με τις οποίες η ΛΑΡΚΟ θα μπορούσε να συμβάλει στη συνολική λαϊκή και κοινωνική ευημερία ως μια επιχείρηση ιδιοκτησία του λαού, των εργαζομένων της χώρας, στο πλαίσιο μιας κοινωνικοποιημένης παραγωγής, με κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο.


Γ.

Νέο επεισόδιο


Νέο επεισόδιο στην καθημερινή πρωινή εκπομπή του τηλεοπτικού «ΣΚΑΪ», που έχει αναλάβει εργολαβικά την προβολή διάφορων - γνωστών για τις απόψεις τους - συνδικαλιστικών εκπροσώπων της Αστυνομίας, είχαμε χτες, με τον γγ των Ειδικών Φρουρών, Στ. Μαυροειδάκο, να συνεχίζει το κρεσέντο του κυβερνητικού αυταρχισμού και των απαγορεύσεων που ελήφθησαν για την επέτειο της 17ης Νοέμβρη (αλλά σίγουρα επιδιώκεται να γενικευτούν). Συγκεκριμένα, είπε: «Στις 17/11 συνελήφθησαν κάποια άτομα, 5 άτομα, από την ομάδα Δράση (...) Ακούσατε τον κ. Κουτσούμπα να λέει: Πάρτε τον υπουργό, πάρτε τον υπουργό. Αυτά τα άτομα είχανε κάνει πλημμελήματα, είχανε χτυπήσει αστυνομικούς... - Γιατί τους αφήσατε ελεύθερους; - Με εντολή και επειδή γίνεται έρευνα προκαταρκτική από την Εισαγγελία για τον κο Κουτσούμπα, τον κο Τσίπρα, για τον κο Βαρουφάκη, αφέθησαν ελεύθεροι. Εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στον πρωθυπουργό, δείχνει ότι αυτά που λέει τα κάνει (...) Και κάτι άλλο, για το συγκεκριμένο έχει κάνει Επερώτηση και κυβερνητικός βουλευτής, ο κ. Μπογδάνος».

Σαν να μην έφταναν, λοιπόν, οι απαράδεκτες απαγορεύσεις της κυβέρνησης, ο κ. Μαυροειδάκος αμφισβητεί και το κεκτημένο δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτικών κομμάτων και άλλων μαζικών οργανώσεων να διεκδικούν την απελευθέρωση αγωνιστών, των οποίων οι προσαγωγές και οι συλλήψεις τους είναι προφανώς άδικες. Αλλωστε, όλες οι εικόνες και τα βίντεο από εκείνη τη μέρα αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο απ' αυτά που επικαλείται ο κ. Μαυροειδάκος, ότι δηλαδή ήταν οι διαδηλωτές εκείνοι που δέχτηκαν την απρόκλητη επίθεση των δυνάμεων καταστολής. Εξάλλου, δεν έχουν περάσει και πολλές μέρες που ο ίδιος ο υπουργός του, Μ. Χρυσοχοΐδης, σε ένα ανάλογο αίτημα, παραδέχτηκε την άδικη προσαγωγή 10 διαδηλωτριών, στο Σύνταγμα, και τους ζήτησε συγγνώμη! Αλλο πράγμα αν ο Στ. Μαυροειδάκος θέλει να διαφημίζει την πίστη του στην κυβέρνηση, καθώς ο πρωθυπουργός «δείχνει ότι αυτά που λέει τα κάνει», την αντιδραστική Επερώτηση του γνωστού και μη εξαιρετέου βουλευτή Κ. Μπογδάνου και την προκαταρκτική εισαγγελική έρευνα κατόπιν καταγγελιών του Φ. Κρανιδιώτη! Αυτό είναι έως ένα βαθμό δικαίωμά του...

Στα σκοτάδια...


Η κυβερνητική συσκότιση σημαντικών στοιχείων για την εξέλιξη της πανδημίας, οι μεθοδεύσεις σε ό,τι αφορά το τι δημοσιεύεται και τι όχι, αλλά και η πραγματική απουσία στοιχείων λόγω ελλιπούς ή ανύπαρκτης πρόληψης και ιχνηλάτησης σε μια σειρά κρίσιμους χώρους, δεν είναι καινούργιο «φρούτο».

Ούτε είναι βέβαια ζήτημα «ανικανότητας», «λάθος χειρισμών» κ.ο.κ., όπως ισχυρίζονται αποπροσανατολιστικά διάφορα επιτελεία, με αφορμή δημοσιεύματα στον αστικό Τύπο για τον τρόπο καταγραφής των κρουσμάτων, που δημιουργούν πράγματι ερωτήματα.

Η κυβέρνηση βάφτισε από την πρώτη στιγμή την πανδημία «αόρατο εχθρό», συγκαλύπτοντας και μ' αυτόν τον τρόπο τις τεράστιες ελλείψεις στους μηχανισμούς παρακολούθησης και ιχνηλάτησης, που είναι αναγκαίοι για τον έγκαιρο και αποτελεσματικό έλεγχο του ιού. Επιστημονικοί φορείς κατήγγειλαν την απουσία ουσιαστικής ενημέρωσης για τα πραγματικά δεδομένα στα οποία βασίζονταν οι πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησης για τη διαχείριση της πανδημίας.

Από το πρώτο κιόλας κύμα, το ΚΚΕ, υγειονομικοί, συνδικάτα και φορείς ανέδειξαν ότι τα στοιχεία των κρουσμάτων και άλλα στοιχεία που αφορούν στην πανδημία κουκουλώνονται και «καναλιζάρονται» αναλόγως, σε πλήρη αντιστοιχία με τα υγειονομικά πρωτόκολλα που πετσοκόφτηκαν για να υπηρετήσουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου σε βάρος της υγείας του λαού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι καλοκαιρινές μεθοδεύσεις της κυβέρνησης για τα κρούσματα στους τουριστικούς προορισμούς.

Αφού πρώτα, κατά παραγγελία των μεγαλοξενοδόχων, των tour operators, των εφοπλιστών, των αεροπορικών εταιρειών κ.ο.κ., η κυβέρνηση πετσόκοψε τα υγειονομικά πρωτόκολλα για το «άνοιγμα» του Τουρισμού, με πληρότητα 100% στα αεροπλάνα, γεμάτα καράβια, απουσία υποχρεωτικού αρνητικού τεστ στους ταξιδιώτες άλλων χωρών, δειγματοληπτικούς ελέγχους μόνο στο 12% των τουριστών κ.ο.κ., κατά παραγγελία και πάλι του κεφαλαίου κουκούλωσε και τα στοιχεία των κρουσμάτων.

Οι μεγαλοξενοδόχοι απαίτησαν δημόσια «οι ανακοινώσεις να περιορίζονται σε συνολικό αριθμό κρουσμάτων και να μην αναλύεται η χωρική κατανομή τους» και η κυβέρνηση έσπευσε να ικανοποιήσει την απαίτησή τους, αποκρύβοντας στοιχεία, όπως σε ποια νησιά εντοπίζονται κρούσματα, «για να μην υπάρχει στοχοποίηση της περιοχής», όπως έλεγαν τα κυβερνητικά στελέχη...

Ακόμα μεγαλύτερο είναι το συνεχιζόμενο κουκούλωμα και η απουσία επαρκών στοιχείων σε σχέση με τους χώρους δουλειάς. Το πλήθος συρροών κρουσμάτων κορονοϊού σε μεγάλους εργασιακούς χώρους, βιομηχανίες, σούπερ μάρκετ κ.ά. που είδε το φως της δημοσιότητας, ανάγκασε και κυβερνητικά στελέχη να ομολογήσουν ότι οι χώροι δουλειάς έχουν μετατραπεί σε εστίες υπερμετάδοσης. Ποτέ ωστόσο η κυβέρνηση δεν έδωσε συγκεκριμένα στοιχεία.

Η πλήρης συσκότιση των σχετικών στοιχείων είναι σε πλήρη «αρμονία» με τα «πρωτόκολλα» που είναι κομμένα και ραμμένα στα μέτρα της μεγαλοεργοδοσίας, με τα «πρωτόκολλα συγκάλυψης και διασποράς», όπως τα ονομάζουν τα συνδικάτα, με τα ανεπαρκή ή ανύπαρκτα μέτρα πρόληψης, την απουσία έγκαιρης και πραγματικής ιχνηλάτησης ακόμα και μετά την επιβεβαίωση κρουσμάτων. Ακριβώς επειδή όλα τα παραπάνω θεωρούνται «κόστος» και «εμπόδιο» για τα κέρδη του κεφαλαίου.

Αντίστοιχο «σκοτάδι» επικρατεί και για τα στοιχεία που αφορούν σε δομές με ευπαθείς ομάδες. Για παράδειγμα, στο έδαφος των ανεπαρκέστατων μέτρων της κυβέρνησης και της εργοδοτικής ασυδοσίας, σχεδόν καθημερινά πλέον ακούμε και για ένα ακόμα γηροκομείο με συρροή κρουσμάτων. Παρά όμως τη βέβαιη επίδραση αυτής της εξέλιξης στην άνοδο της θνησιμότητας, ακόμα και τώρα η κυβέρνηση αρνείται να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τα κρούσματα, τους θανάτους, τους διασωληνωμένους... επικαλούμενη την «προστασία προσωπικών δεδομένων»!

Και ο κατάλογος των σχετικών μεθοδεύσεων δεν έχει τέλος: Πόσοι ασθενείς χάνουν τη ζωή τους πριν καν νοσηλευθούν σε ΜΕΘ; Πόσοι υγειονομικοί νοσούν ή βρίσκονται σε καραντίνα σε όλη τη χώρα; Σκοτάδι... Ακόμα και τα στοιχεία για τις νοσηλείες, την πληρότητα στις ΜΕΘ, τον αριθμό των τεστ, τη θετικότητα δίνονται σποραδικά, ακανόνιστα, όποτε και όπως επιλέγει η κυβέρνηση.

Οι εργαζόμενοι, ο λαός, οι υγειονομικοί έχουν δικαίωμα σε πλήρη και διαφανή ενημέρωση για την εξέλιξη της πανδημίας, για την πραγματική κατάσταση στα νοσοκομεία, στους χώρους δουλειάς, στις κλειστές δομές, στα σχολεία. Απαίτηση που δεν έχει καμία σχέση με τον αποπροσανατολισμό ή τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε σημερινούς και επίδοξους διαχειριστές, επιδιώξεις που υπηρετούν τόσο η αντιπαράθεση ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ και άλλων αστικών κομμάτων όσο και οι ενδοκυβερνητικοί καβγάδες.

Επιβεβαιώνεται ταυτόχρονα η ανάγκη να ενταθεί η συλλογική πάλη για την προστασία της υγείας και της ζωής του λαού, απέναντι στην προσπάθεια της κυβέρνησης να συγκαλύψει τις ευθύνες της, αποκρύπτοντας τις αληθινές διαστάσεις και τις πραγματικές εστίες της πανδημίας.

TOP READ