6 Νοε 2018

Κώστας Κοτζιάς – Όταν η πένα γίνεται όπλο κομμουνιστικής στράτευσης


Η έννοια της στρατευμένης τέχνης έχει λοιδωρηθεί όσο λίγες, ειδικότερα στη λογοτεχνία κι έχει οδηγήσει σε υποβάθμιση του έργου πολλών συγγραφέων που έταξαν την πένα τους στην υπόθεση της χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι εκείνη του κομμουνιστή συγγραφέα και δημοσιογράφου Κώστα Κοτζιά, που παρότι ολιγογράφος, κατόρθωσε να αφήσει ένα έργο που διατηρεί το δυναμισμό του αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.
Ο Κώστας Κοτζιάς γεννήθηκε το 1922 στην Αθήνα, από ευκατάσταση οικογένεια, η οποίας όμως μετά το θάνατο του πατέρα Παναγιώτη Κοτζιά το 1936 και ιδίως στα χρόνια της κατοχής βρέθηκε σε δεινή οικονομική θέση. Μετά την αποφοίτηση από το Λεόντιο Λύκειο φοίτησε στην Ιατρική σχολή Αθηνών, την οποία εγκατέλειψε στο τελευταίο έτος σπουδών για να ασχοληθεί μαζί με τον αδερφό του, επίσης πεζογράφοαργότερα, Αλέξανδρο  (με αντιδιαμετρικά αντίθετους ιδεολογικούς προσανατολισμούς) σε οικοδομικές επιχειρήσεις, σύντομα όμως κατάλαβε ότι η κλίση του ήταν το γράψιμο. Συμμετείχε στην Αντίσταση μέσω του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ και συνεργάστηκε με το εαμικό λογοτεχνικό περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα το 1946, χροιά κατά την οποία δημοσίευεσε το θεατρικό του “Το Ξύπνημα”. Το έργο αυτό ανέβηκε από το θίασο προοδευτικών ηθοποιών “Ενωμένοι Καλλιτέχνες” με επικεφαλής το μεγάλο Αιμίλιο Βεάκη. Η ενασχόληση με το θέατρο συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, καθώς συνίδρυσε με το Γιώργο Γιαννίδη το Ρεαλιστικό θέατρο το 1949, όπου εργάστηκε και ως σκηνοθέτης, ενώ έγραψε και έργα για το θίασο του Τζαβέλα Καρούσου.
Μια επίσης σημαντική στιγμή υπήρξε η συγγραφή, από κοινού με τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, του σεναρίου της ταινίας “Συνοικία το Όνειρο” του Αλέκου Αλεξανδράκη, που απεικονίζει με ρεαλισμό άγνωστο ως τότε στον ελληνικό κινηματογράφο τη ζωή στην παραγκούπολη του Ασυρμάτου. Η ταινία “σφαγιάστηκε” από τη λογοκρισία και η πρεμιέρα της στην Αθήνα διακόπηκε από εισβολή αστυνομικών οργάνων, στη συνέχεια όμως απέσπασε σημαντικά εγχώρια και διεθνή βραβεία, ανάμεσά τους εκείνο του Διεθνούς Φεστιβάλ Μόσχας.
Ο Κοτζιάς εργάστηκε κυρίως ως δημοσιογράφος, ως κριτικός σε εφημερίδες όπως η “Δημοκρατική” και ο “Δημοκρατικός” στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και στη συνέχεια στην Αυγή, ενώ μεταπολιτευτικά υπήρξε ανταποκριτής του Ριζοσπάστη στην ΕΣΣΔ. Στη Σοβιετική Ένωση είχε καταφύγει ως πολιτικός πρόσφυγας στη διάρκεια της δικτατορίας, χάνοντας μάλιστα την ελληνική ιθαγένεια για τη δράση του. Στη Μόσχα έμεινε ως το τέλος της δυστυχώς σύντομης ζωής του, καθώς πέθανε σαν σήμερα το 1979 από διάτρηση στομάχου.
Το έργο αυτό, που απέσπασε το α’ βραβείο πεζογραφίας του Δήμου Αθηναίων, πραγματεύεται την ιστορία γύρω από το “Κάστρο του Υμηττού”, έναν από τους γνωστότερους θρύλους της αντίστασης. Παράλληλα αποτελεί και μια τοιχογραφία της περιόδου από τη δικτατορία του Μεταξά ως την κατοχή, σκιαγραφώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών. Το 1985 το βιβλίο αυτό μεταφέρθηκε και στη μικρή οθόνη σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη, με πρωταγωνίστρια τη γνωστή από τις μελό ταινίες του ’60 Μάρθα Βούρτση.
Ακολούθησε το μυθιστόρημα του Κώστα Κοτζιά “Γαλαρία νο 7”, που με το γνώριμο δωρικό ύφος του συγγραφέα αποτυπώνει τη ζωή της εργατικής τάξης σε μια περίοδο όξυνσης της ταξικής πάλης, βέβαια για την νίκη της και την επικράτηση ενός καλύτερου κόσμου. Από τα γνωστότερα έργα του είναι “Ο αλύγιστος” (1978) μια μυθιστορηματική επεξεργασία του τραγικού και ηρωϊκού τέλους του Νίκου Πλουμπίδη,  η οποία αποτελεί μια νέα εκδοχή του παλαιότερου έργου του “Επί εσχάτη προδοσία”. Το 1974 έγραψε το έργο “Ο Παράνομος” που τροφοδοτήθηκε από την εμπειρία της χούντας και αποτελεί μια ανατομία του νεοφασισμού στην Ελλάδα. Πέραν της πεζογραφικής παραγωγής, ο Κοτζιάς είχε στο ενεργητικό του πέντε θεατρικά έργα, διασκευές λογοτεχνικών έργων και μεταφράσεις ξένων συγγραφέων, ενώ και τα δικά του έργα μεταφράστηκα

Ζήτω η Ελλάδα, η σημαία μας η σταυροφορούσα! Ζήτω η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών!

Αλιεύσαμε από το facebook του Γιάννη Ανδρουλιδάκη
Βλέπω ότι διάφοροι βλαμμένοι ανησυχούν ότι θα φύγει ο σταυρός από την ελληνική σημαία ή τέλος πάντων κάνουν ότι ανησυχούν, προκειμένου να επηρεάσουν τα διάφορα πλαγκντόν που τους ακούνε με προσοχή.

Λοιπόν, για να το κλείνουμε. Ο σταυρός από τη σημαία την ελληνική δε φεύγει. Μην ασχολείστε καν. Ο σταυρός και οι οριζόντιες ρίγες δεν υπάρχουν εκεί τυχαία, υπάρχουν γιατί συμβολίζουν τις αρχές και τις αξίες γύρω από τις οποίες φτιάχτηκε το σύγχρονο ελληνικό κράτος και το ελληνικό έθνος μας.

Δηλαδή, αυτές της ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης, του καπιταλισμού χωρίς οικονομικά ή κοινωνικά όρια, του ρατσισμού, της εξαπάτησης και της απλήρωτης εργασίας, που αποτέλεσαν τις μεθόδους μέσω των οποίων μεγαλούργησε από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα η Βρετανική East India Company (Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών), η οποία πρώτη έκλεψε και έφερε το πιπέρι στην Ευρώπη, που είναι γνωστό αφροδισιακό, με αποτέλεσμα αφενός να αρχίσουν να ερωτοτροπούν οι Βρετανοί και οι υπόλοιποι ευρωπαίοι και να αντιμετωπίσουμε πρόβλημα υπερπληθυσμού και αφετέρου να νιώσει μια κάψα στο κορμί ο αγγλόφιλος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και να μετατρέψει το έμβλημά της σε σημαία του ελληνικού κράτους.




Γι' αυτό σας λέω, μη φοβάστε και μην ασχολείστε. Η σημαία μας η ελληνική δεν αλλάζει. Την έχουν ποτίσει με το αίμα τους οι εκατοντάδες χιλιάδες Ινδοί που πέθαναν από καταναγκαστική εργασία για λογαριασμό της East India Company για να μπορούν οι Βρετανοί να βάζουν πιπέρι στις σαλάτες τους. Κι ό,τι υπογράφεται με αίμα να πούμε, δεν ξεγράφει.

Ζήτω η Ελλάδα μας! Ζήτω η σημαία μας η σταυροφορούσα! Ζήτω η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών!

Κι όποιος πει να την αλλάξουμε, πιπέρι στο στόμα του!

H ρεμπέτισσα Αγγέλα Παπάζογλου μιλάει για τους ταγματασφαλίτες

        



Τα χαΐρια μας εδώ. Ονείρατα της άκαυτης και της καμένης Σμύρνης (εκδ. Επτάλοφος-Ταμείον Θράκης, 2003) είναι μια καταγραφή της προφορικής μαρτυρίας της Αγγέλας Παπάζογλου, από τον γιο της Γεώργιο Παπάζογλου: για τη Σμύρνη, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά και τη μετέπειτα ζωή της στην Κοκκινιά. Δημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα αποσπάσματα, στα οποία η Παπάζογλου μιλάει για τους ταγματασφαλίτες (μας τα υπέδειξε η φίλη Ελένη Καρασαββίδου), καθώς ο γνήσιος λαϊκός της λόγος είναι, αρκετές φορές, πιο εύγλωττος από πολλές σελίδες αρθογραφίας.
Ταγματασφαλίτες στον Κάλαμο της Αττικής
ΕΝΘΕΜΑΤΑ
Ο αρχηγός τους –ηλέγανε– επί Γερμανών ήτανε ο Ράλλης. Έτσι έλεγε ο λαός… Αυτός τα είχε όλα σοφιστεί. Δικά του ήτανε τα τάγματα ασφαλείας — γερμανοτσολιάδες που τσι λέγανε.
«Κουκουέδες», λέει, «σκοτώνουνε. Τι κάνετ’ έτσι; Δε σκοτώνουνε Έλληνες. Καλά τους κάνουνε… Θέλετε να σας γκρεμίσουνε τσ’ εκκλησιές; Να σας πάρουνε τα κορίτσια; Για το καλό μας τσι σκοτώνουνε… για νάχουμε πατρίδα κι οικογένεια και θρησκεία… γι’ αυτό τσι σκοτώνουνε… για το καλό σας». Αν σου πω, βρε Γιώργο, ποιοι τα λέγανε αυτά στη γειτονιά δε θα το πιστέψεις.
Στη Σμύρνη αυτό οι Τούρκοι το λέγανε «γιοκλαμά», που ζώνανε μια περιφέρεια και στη γωνιά στεκούντανε ένας με τ’ αυτόματο κι απαγορευούντανε να βγεις έξω από την πόρτα σου, να μη βγεις έξω, να ’μπουνε να ψάξουνε ένα ένα σπίτι… Τότε κατάλαβα πως γερμανικό θα ’ναι το κόλπο αυτό. Ας το λέγανε οι Τούρκοι «γιοκλαμά».
Ζώνανε το μέρος τη νύχτα… Άκου ρεζίληδες… ολόκληρος γερμανικός στρατός ε; Να ζώνει γυναικόπαιδα και άοπλους, πεινασμένους, μισοπεθαμένους, ύστερα από τόση πείνα και μαρτύρια και σκλαβιά. Κι αμολούσανε μες στο μπλόκο τα λυσσασμένα τα σκυλιά, αυτοί τσι μαύροι τσι προδότες και τσι τσολιάδες του Ράλλη, και ηκάναμε τα πιο μεγάλα αίσχη και εγκλήματα τσ’ οικουμένης.
Και σηκωνούμαστε, μάτια μου, ένα πρωί κι ήμαστε κι εμείς μπλοκαρισμένοι. Δηλαδή τόπιαμε μέχρι τον πάτο όλο το δηλητήριο της σκλαβιάς. Τι δηλητήριο… Ήπιαμε αναμμένα κάρβουνα. Μασήσαμε την ίδια την φωτιά… την κατάπιαμε.
Οι Τούρκοι, όσο Τούρκοι και νάτανε, δεν ήτανε τόσο πολύ σαν τους τσολιάδες φωτιά. Λυσσασμένοι… Αφού να φανταστείς τι λυσσασμό είχανε, που μας μιλούσανε απ’ τα χωνιά και λέγανε: «Πούστηδεεεεες… Πουτάνεεεες… Στείλτε τα παιδιά σας να τα γαμήσομε… Στείλτε τα σε μας… Όποιος δε βγει από μέσα σε τρία λεπτά θα μπούμε μέσα και θα τον εκτελέσουμε επιτόπου. Από δεκατεσσάρω χρονώ μέχρι εξήντα, να βγούνε όλοι οι πούστηδες έξω… Οι πουτάνες οι μανάδες κι οι γυναίκες τους κι οι αδερφές τους να μας τους φέρουνε… Εμπρός καθάρματα… γρήγορα!».
Ο Θεός να μην το δώκει σ’ άνθρωπο ν’ ακούει από τσι Ράλληδες αυτές τσι τσολιαδίστικες φωνές… Άμα τ’ ακούσεις, απ’ την αηδία τση προδοσίας, νομίζεις πως κιτρινίζει το αίμα σου… Ξυράφια-ξυράφια τ’ ανιώνεις μέσα σου. Ήτανε χειρότερες αυτές οι τσολιαδίστικες οι φωνές από σεισμό δέκα ρίχτερ… Παράθυρα… πόρτες… ντουβάρια… Η γη όλη ηκουνήθηκε. Δε μπορούσες να σταθείς πουθενά… Απ’ τ’ αυτιά σου έμπαινε ο θάνατος μέσα σου κι έβγαινε απ’ τα νύχια των ποδιών σου.
Ύστερα πήρα τη Ζωή και πήγαμε στο νεκροταφείο να δούμε, και τσ’ είχανε θάψει σ’ ότι μπαίνεις αριστερά σε ομαδικούς τάφους. Μόν’ τα πόδια τους είχανε αφήσει απόξω. Τσ’ είχανε θαμμένους με το κεφάλι… φυτεμένους… ποιος ξέρει… μη τυχόν και ζήσει κανένας, να σκάσει. Κι ήτανε όλα τα πόδια με τσι κάρτσες έξω… Ήτανε, ντροπή, ξεκάρτσωτος… Κι ηγνώριζες τσι κάρτσες τ’ ανθρώπου σου, και τονε μνημόνευες εκειδά, κι ήπεφτες απάνω και θρηνούσες, κι ηκαταριόσουνα κι ησπάραζες.
Προδότες αφορεσμένοι… μας κάψανε… Παντού προδότες… Στην ψυχή σου ερημιά… μοναξιά… δυστυχία και φόβος… Άδικα σε σπιουνιέρνανε… χωρίς λόγο… Παλιάνθρωποι του κερατά. Δεν ήξερες ποιος στην κάρφωσε. Μόνο που τώρα δε σε καρφώνανε στσι Γερμανοί, τώρα είχανε γίνει ένα με τσ’ Εγγλέζοι. Οι ρουφιάνοι δεν έχουν αφεντικό. Συνέχεια ρουφιανεύουνε. Το μεγαλύτερο έγκλημα από τότε πούρθαμε δώ ήτανε νάσαι πατριώτης, τίμιος και φτωχός, εργάτης.
«Πιάστε τον», ηλέγανε, «είναι πατριώτης». Φανερά το λέγανε: «Πιάστε τον, πάλεψε τσι Γερμανοί… Πιάστε τον. Βασανίστε τον, φυλακώστε τον, ξορίστε τον… Εκτελέστε τον. Δεν πρέπει να ζήσει να δει κι αύριο το πρωί αυτόν τον γαλανό ουρανό… Δεν τ’ αξίζει, δεν είναι Έλληνας. Δεν είναι δικός μας… δεν είναι κλέφτης… δεν είναι χαφιές… δεν είναι προδότης… (τους προδότες τους παρασημοφορούσανε)… Κι αν γλυτώσει την εκτέλεση, ξορίστε τον και δίνετέ του δυο δραχμές τη μέρα, και θέλει πεθάνει, θέλει ζήσει τέτοιος που είναι, αμετανόητος πατριώτης».

Οι ισραηλινές αρχές πυροβόλησαν το διαδηλωτή-σύμβολο με την Παλαιστινιακή σημαία

Τη δική τους “εκδίκηση” πήραν οι ισραηλινές αρχές, καθώς ανάμεσα στα θύματα της καταστολής των τελευταίων διαδηλώσεων βρίσκεται και ο 20χρονος Αέντ Αμπού Άμρο, που πριν λίγες εβδομάδες προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση, στο στιγμιότυπο που τον εικόνιζε να κρατάει τη σημαία της Παλαιστίνης και μια σφεντόνα. Μια εικόνα που έφερε συνειρμικά στο νου το διάσημο πίνακα του Ντελακρουά “η ελευθερία οδηγεί το λαό”, αλλά και το βιβλικό επεισόδιο του Δαβίδ με τη σφεντόνα εναντίον του Γολιάθ.


Σύμφωνα με διαμαρτυρίες διαδηλωτών και δημοσιογράφων, ο Άμρο πυροβολήθηκε στο πόδι και νοσηλεύεται εκτός κινδύνου σε νοσοκομείο της Γάζας. Σύμφωνα με τον αγωνιστή υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Χουβάιντα Άραφ, πυροβολήθηκαν 24 άτομα, ενώ η παλαιστινιακή Ερυθρά Ημισέληνος έκανε λόγο για δέκα θύματα, ανάμεσά τους ένας δημοσιογράφος και ένα παιδί.
Από τις 30 Μάρτη, όταν και ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις για τη “Μεγάλη Πορεία της επιστροφής”, έχουν δολοφονηθεί 230 Παλαιστίνιοι κι έχουν τραυματιστεί πάνω από 23.000. Ο ίδιος ο Άμρο έχει δηλώσει ότι συμμετέχει τουλάχιστον σε εβδομαδιαία βάση στις διαδηλώσεις και είναι βέβαιο πως ούτε τώρα θα σταματήσει να διεκδικεί το δίκιο του, που είναι και το δίκιο ενός ολόκληρου λαού υπό βάρβαρη κατοχή δεκαετιών.

Υπόθεση Μαξ Μέρτεν – Όταν το ελληνικό αστικό κράτος απελευθέρωνε το “Χασάπη της Θεσσαλονίκης”

Σαν σήμερα το 1959 αποφυλακιζόταν και απελαύνονταν από την Ελλάδα ο διαβόητος εγκληματίας πολέμου Μαξ Μέρτεν, ενός από τους βασικούς υπεύθυνους για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Η υπόθεση Μέρτεν συντάραξε τη μετεμφυλιακή πολιτική σκηνή για χρόνια, ιδίως αφότου ο τελευταίος ισχυρίστηκε πως ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε συνεργάτης των ναζί επί κατοχής. Μπορεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός να μην έχει αποδειχτεί ως σήμερα, παρότι νέα στοιχεία που ήρθαν στο φως τα τελευταία χρόνια τον καθιστούν λιγότερ απίθανο απ’ό,τι θεωρήθηκε αρχικά, σε κάθε περίπτωση ο όλος χειρισμός της υπόθεσης από τις ελληνικές αρχές επιβεβαίωνε πως ήταν διατεθειμένες στο όνομα των “καλών διμερών σχέσεων” με την ΟΔΓ, να θυσιάσουν τη δίωξη και τιμωρία των Γερμανών εγκληματιών πολέμου για όσα είχαν διαπράξει επί ελληνικού εδάφους. Το όφελος από τα δάνεια και τις εμπορικές σχέσεις, αλλά και η “συναντίληψη” σε ιδεολογικοπολιτικά θέματα, με αιχμή των αντικομμουνισμό, ιεραρχήθηκαν ως σημαντικότερα από το πολιτικό προσωπικό της ελληνικής αστικής τάξης από την απόδοση δικαιοσύνης και την αποζημίωση της χώρας, ιδίως δε των θυμάτων και των συγγενών τους.
Ο Μαξ Μέρτεν ήταν υπεύθυνος για τη μεταφορά 45.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο στρατόπεδο θανάτου του Άουσβιτς, όπως και για τη λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών και του εβραϊκού νεκροταφείου, πράξη που του έδωσε το προσωνύμιο “Ο χασάπης της Θεσσαλονίκης”. Συνελήφθημε από τους Αμερικανούς στο τέλος του πολέμου, οι ελληνικές αρχές ωστόσο αρνήθηκαν (!) την έκδοσή του στην Ελλάδα το 1946, προβάλλοντας “άμεμπτη συμπεριφορά” και “ανεκτίμητες υπηρεσίες” του Μέρτεν στην Ελλάδα. Όπως και πολλοί άλλοι ναζί, ο Μέρτεν ξεκίνησε ως λευκή περιστερά μια νέα σταδιοδρομία στην ΟΔΓ, ως γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Τέτοια ήταν η σιγουριά του Μέρτεν για την ατιμωρησία του, που το 1957 έφτασε στην Αθήνα για να καταθέσει υπέρ του δικαζόμενου για εγκλήματα πολέμου συμπατριώτη του, Άρτουρ Μάισνερ.
Το όνομά του ωστόσο δεν πέρασε απαρατήρητο από τις ελληνικές δικαστικές αρχές και ο Μέρτεν συνελήφθη με εντολή του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τούση.  Το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου είχε απασχολήσει την ελληνική και δυτικογερμανική κυβέρνηση επί χρόνια, με αμφότερες να προσπαθούν να κλείσουν το ζήτημα όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Η ελληνική πλευρά ήταν απολύτως διατεθειμένη να παραπέμψει τα πάντα στη δικαιοσύνη της ΟΔΓ, διαβόητη για την ελαστικότητά της στους ναζί, ειδικά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτό όμως δεν αρκούσε στη δυτικογερμανική πλευρά, που ήθελε να διώξει όσο λιγότερους ναζί γινόταν. Το 19952 είχαν αποσταλεί στις γερμανικές αρχές 200 υποθέσεις εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα ενώ το 1954 η Ελλάδα ζήτησε να αποστείλει ακόμα 250 υποθέσεις, με την ΟΔΓ να επικαλείται υπερβολικό φόρτο της γερμανικής δικαιοσύνης και άσκοπη δημοσιότητα για να απορρίψει το αίτημα. Δυο χρόνια μετά η Δ. Γερμανία ζήτησε και έλαβε προσωρινή αναβολή των διώξεων από την Ελλάδα, δήθεν για να προετοιμαστεί καταλληλότερα η γερμανική δικαιοσύνη, στην πραγματικότητα βέβαια για να κερδίσει χρόνο υπέρ των ναζί εγκληματιών.
Αν δεν είχε λήξει αυτή η προθεσμία και φυσικά αν δεν υπήρχε η κινητοποίηση των αρμόδιων δικαστικών, πιθανότατα δε θα υπήρχε καν η σύλληψη του Μέρτεν στην Αθήνα. Το “ατύχημα” αυτό προσπάθησαν να λύσουν οι δυο πλευρές κατά την επίσκεψη του Καραμανλή στη Βόννη το Νοέμβρη του 1958, όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός αποδέχθηκε την παραίτηση της ελληνικής πλευράς από τη δίωξη των εγκληματιών πολέμου, αφήνοντάς την στην αποκλειστική αρμοδιότητα των γερμανικών αρχών. Ως αντάλλαγμα η ελληνική κυβέρνηση έλαβε δάνειο 200 εκ. μάρκων και τεχνική βοήθεια στα έργα υποδομής που εξυπηρετούσαν την ανάπτυξη του ελληνικού και ξένου κεφαλαίου στη χώρα την ίδια περίοδο. Ο διαβόητος νόμος 4016 εξαιρούσε το Μέρτεν από την ευνοϊκή ρύθμιση, κι αυτό μόνο μετά από έντονες αντιδράσεις της ΕΔΑ, που ήταν τότε αξιωματική αντιπολίτευση, ήταν όμως σαφές πως το αποφασιστικό βήμα για την απελευθέρωση του σφαγέα είχε γίνει.
Ο Μέρτεν καταδικάστηκε από ελληνικό δικαστήριο το Φλεβάρη του 1959 σε 25 χρόνια φυλάκιση, ωστόσο λίγους μήνες μετά ο Καραμανλής διαβεβαίωνε τον τότε υπουργώ Οικονομίας της ΟΔΓ, Λούντβιχ Έρχαρτ, πως η κυβέρνηση περίμενε αυτό που θα λέγαμε σήμερα την κατάλληλη επικοινωνιακά στιγμή για να εκδώσει το Μέρτεν στη Γερμανία. Η συγκυρία αυτή κρίθηκε πως είχε έρθει στις 5 Νοέμβρη 1959, κι έτσι ο Μέρτεν, μετά από μόλις 30 μήνες φυλάκισης επέστρεψε στη Γερμανία, όπου μετά από ανάκριση 11 ημερών αφέθηκε ελεύθερος.
Ο ίδιος όμως δεν ήταν διατεθειμένος να συγχωρήσει τόσο εύκολα τις ελληνικές αρχές για την “ταλαιπωρία” στην οποία τον είχαν υποβάλλει. Έτσι το Σεπτέμβρη του 1960 προχώρησε σε καταγγελίες στην εφημερίδα “Ηχώ του Αμβούργου”, που αργότερα δημοσίευσε και το περιοδικό “Der Spiegel”, σύμφωνα με τις οποίες ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο τότε υπουργός Εσωτερικών Τάκος Μακρής και η σύζυγός του Δοξούλα Λεοντίδου, φερόμενης ως ανιψιά του πρωθυπουργού, είχαν συνεργαστεί με τους Γερμανούς, λαμβάνοντας μάλιστα ως ανταμοιβή μια εβραϊκή αποθήκη μεταξιού μεγάλης αξίας. Σε επόμενα δημοσιεύματα ο Μέρτεν ενέπλεξε και τον υφυπουργό Εθνικής Άμυνας Γεώργιο Θέμελη ως συνεργά της Βέρμαχτ, ενώ κατηγόρησε και τον Ανδρέα Τούση που είχε διατάξει τη σύλληψή του πως κάποια χρόνια πριν είχε δωροδοκηθεί για να αναστείλει τις διώξεις εγκληματιών πολέμου.
Η αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν αρχικά αμήχανη και στη συνέχεια νευρική, με τους Μακρή και Θέμελη να προχωρούν σε μηνύσεις, σε αντίθεση με τον Καραμανλή που δεν κινήθηκε νομικά. Ο ίδιος ο Μέρτεν εν τέλει αρνήθηκε να προσφύγει στη γερμανική δικαιοσύνη με τους ισχυρισμούς του, ούτε παρουσίασε τη φωτογραφία που επικαλέστηκε με τον ίδιο, τη Λεοντίδου, το Μακρή και τον Καραμανλή, ενώ το 1963 καταδικάστηκε ερήμην από ελληνικό δικαστήριο για συκοφαντική δυσφήμηση. Το μόνο βέβαιο μέχρι σήμερα είναι πως η Λεοντίδου είχε υπάρξει πράγματι διερμηνέας και δακτυλογράφος της γερμανικής διοίκησης στη Θεσσαλονίκη, με την ίδια να ισχυρίζεται πως είχε δει ελάχιστα τον Μέρτεν στα χρόνια της κατοχής. Ο Καραμανλής αρνήθηκε ότι είχε σχέση με τον Μακρή πριν το 1956, κι ότι γνώρισε τη Λεοντίδου, που δεν ήταν ανηψιά του, μαζί με το σύζυγό της, τον οποίον με τη σειρά της ισχυρίστηκε πως γνώρισε το 1949. Επιπλέον ο πρωθυπουργός υποστήριξε πως δε βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο της κατοχής, ως και την άνοιξη του 1944.
H αλήθεια είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί, αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι αποχαρακτηρισμένο έγγραφο της CIA, δεν ήταν σε θέση να διαψεύσει ή να επιβεβαιώσει πληροφορίες πως ο Μακρής είχε υπάρξει έμμισθος πληροφοριοδότης του Μέρτεν, δεχόταν όμως ότι ήταν ήδη μνηστήρας της Δοξούλας Λεοντίδου, για την οποία το έγγραφο αναφέρει πως ο Μέρτεν θα μπορούσε να αποδείξει πως ήταν γραμματέας του. Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει αποχαρακτηρισμένο έγγραφο της CIA στα ελληνικά, όπου ο Καραμανλής αναφέρεται ρητά ως συνεργάτης του Μέρτεν, σύμφωνα με πίνακα πρακτόρων συνεργατών των Γερμανών που συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία για τη δίκη του Άιχμαν στο Ισραήλ. Τα στοιχεία αυτά δε χρησιμοποιήθηκαν στη δίκη, κατόπιν εντονότατων πιέσεων της ελληνικής κυβέρνησης στην ισραηλινή. Το έγγραφο αυτό προφανώς δεν αποτελεί από μόνο το απόδειξη για κάτι, θέτει όμως επί τάπητος το ζήτημα μιας συστηματικής διερεύνησης της πολιτείας του “εθνάρχου” επί κατοχής, κάτι που εμποδίζεται από τη θέση “ιερής αγελάδας” που κατέχει ο Κ. Καραμανλής στην αστική ιστοριογραφία και τη δυσκολία που υπάρχει στην πρόσβαση των απαραίτητων στοιχείων σε ιστορικούς που αμφισβητούν το επίσημο αφήγημα περί απλώς “ανενεργού” Καραμανλή την επίμαχη περίοδο.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΗΘΩΝ

  

Στην προηγούμενη συζήτηση σταθήκαμε, συντρόφισσες, στην επανάσταση της καθημερινότητας στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Εννοείται πως αυτή η επανάσταση δεν εξαντλείται μόνο στον τομέα της κοινωνικής διατροφής με το πέρασμα στα σπίτια-κομμούνες, την κοινωνική διαπαιδαγώγηση ή την προστασία της μητρότητας. Αυτή η επανάσταση είναι πολύ πιο βαθιά, σύνθετη και πολύπλευρη. Αγκαλιάζει σχεδόν όλους τους τομείς της ζωής μας, έχοντας αντανάκλαση με ιδιαίτερη δύναμη στα ήθη και τη σκέψη. Κάποτε οι ιστορικοί θα μελετούν με ενδιαφέρον τη γραφική εποχή μας, τη γεμάτη κίνηση, ρήξη με το παλιό, αναζήτησης νέων τρόπων ζωής, οικονομίας, νέων βάσεων αμοιβαίων σχέσεων των ανθρώπων. Εμείς δε διανοούμαστε πόσο πλούσια είναι η ζωή μας με φύτρα του μέλλοντος. Δεν μπορούμε ακόμα να διακρίνουμε ότι στα πεδία των μαχών του εμφύλιου πολέμου, που είναι ποτισμένα με δάκρυα, αίμα και θραύσματα του παρελθόντος, ανοίγουν ορμητικά το δρόμο τους τα φρέσκα, τα δυνατά και μεστά βλαστάρια του κομμουνιστικού μέλλοντος… Ας τα λερώνει ακόμα η σκόνη των αιώνων που σηκώθηκε από τον ανεμοστρόβιλο της θυελλώδους σύγκρουσης των δυο εχθρικών κόσμων, ας θολώνει ακόμα το φρέσκο αίμα την καθαρότητα του φρέσκου βλασταριού… Τα βλαστάρια αυτά υπάρχουν, σαν ανοιξιάτικα ρυάκια, ανοίγουν το δρόμο τους μέσα από το στρώμα του χιονιού, μαλακώνοντας τους παγωμένους όγκους και καθαρίζοντας τη γη με το ζεστό χάδι του ανοιξιάτικου ήλιου που χαρίζει ζωή.
Κοιτάξτε γύρω: Είναι άραγε αυτή η ίδια Ρωσία που ξέραμε πριν πέντε χρόνια; Είναι άραγε αυτοί οι ίδιοι εργάτες, αγρότες, ακόμα και «μικροαστοί», που ζούσαν επί τσαρισμού; Οι σκέψεις, οι αισθήσεις, οι προσπάθειες, τα καθήκοντα –όλα έγιναν άλλα, ασυνήθιστα, όπως είναι ασυνήθιστη και καινούργια όλη η κατάσταση της Σοβιετικής Ρωσίας. Όταν συναντάς όσους ζουν στο αστικό-καπιταλιστικό σύστημα, μοιάζει ότι τρέξαμε μπροστά αιώνες ολόκληρους και από εκεί, από την απόσταση των επόμενων αιώνων, εκτιμάμε την πορεία των γεγονότων. Στις καθυστερημένες επαναστατικά χώρες ξέρουμε από την πείρα μας ότι με το μυαλό καταλαβαίνουν, αλλά ακόμα δεν έγινε «κομμάτι της ψυχής» για τα αδέρφια μας πίσω από τα αστικά σύνορα. Μερικές φορές τρομάζουμε από τη «σοφία» μας, από την πλούσια πείρα που μας έδωσε η επανάσταση. Σε τέτοιο ύψος μας ανέβασε η Ιστορία. Αυτή η πείρα μας απομάκρυνε από το κοντινό ζωντανό παρελθόν και μας πλησίασε στο μέλλον. Μας είναι ευκολότερο να κοιτάμε μπροστά, παρά πίσω. Βλέπουμε περισσότερα απ’ όσα βλέπαμε πριν τη μεγάλη ανατροπή, ξέρουμε περισσότερα απ’ όσα ξέρουν οι σύντροφοί μας που δεν έζησαν τα τέσσερα χρόνια του αγώνα και της πυρετικά βιαστικής, πειραματικής οικοδόμησης του «συντομότερου δρόμου» προς τον κομμουνισμό.
Όσα λάθη και να έγιναν είναι η πείρα της επανάστασής μας, η πιο γενναία πείρα οικοδόμησης της ζωής, η προσπάθεια της οργανωμένης θέλησης της κολεκτίβας των πολλών εκατομμυρίων να υποτάξουν τις τυφλές δυνάμεις της οικονομίας. Η εργατική επανάσταση της Ρωσίας άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας. Και όσο δύσκολος και μακρύς και να είναι ο δρόμος για την πραγματοποίηση του κομμουνισμού, σε όλη του την άνθιση, η αρχή έγινε. Και το προλεταριάτο, με σταθερή πια πίστη στον εαυτό του, στον ιστορικό του ρόλο και στη σημασία του για την οικοδόμηση της κοινωνίας, θα προχωρά απαρέγκλιτα στον τελικό του στόχο. Αυτός ο στόχος έπαψε να είναι μόνο ένα όνειρο. Το προλεταριάτο με προτεταμένα τα χέρια κατάφερε να νιώσει με τα ακροδάχτυλά του τη ρεαλιστικότητά του, την ύπαρξή του…
Η εξέλιξη που προκάλεσε η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε αντανάκλαση, πρώτ’ απ’ όλα, στη σκέψη, στην προσέγγιση στη ζωή του ίδιου του προλεταριάτου. Δείτε τον εργάτη: Τέτοιος ήταν πριν την επανάσταση; Τότε ήταν ένας ανελεύθερος δούλος ή χτυπημένος από την ανάγκη αλλά πειθήνιος ή οργισμένος αλλά αδύναμος. Δεν πίστευε στον εαυτό του. Και τους κανόνες, τους άδικους κανόνες και τους νόμους που τον καταπίεζαν και τον ταπείνωναν, τους θεωρούσε παντοτινούς και απαράλλαχτους. Εάν του έλεγαν: «Αρκεί τα εκατομμύρια των προλετάριων να το θελήσουν και θα γίνουν κύριοι της ζωής», θα κουνούσε δύσπιστα το κεφάλι.
Και τώρα; Φυσικά το προλεταριάτο ζει στην πείνα, φυσικά είναι κακοντυμένο και κακοποδεμένο, φυσικά υπομένει ατέλειωτες στερήσεις και κάνει ανεξάντλητες θυσίες. Όμως πιστεύει στον εαυτό του, στις δυνάμεις του. Έμαθε πια τη μεγάλη νέα αλήθεια, ότι η ζωή, οι νόμοι, η καθημερινότητα –όλα αλλάζουν, εάν καθοδηγεί την κοινωνία μια άλλη τάξη. Άλλη ήταν η κατάσταση τον καιρό του τσάρου, των εργοστασιαρχών και των γαιοκτημόνων και έγινε άλλη κατά την κυριαρχία των εργαζόμενων. Ο εργάτης νιώθει τον εαυτό του αφέντη της ζωής, δημιουργό της. Ας μη δημιουργεί πάντα σωστά, όμως δημιουργεί, και σε αυτό το δύσκολο μάθημα της συνειδητής υποταγής στη θέληση της κολεκτίβας των νόμων της οικονομικής ανάπτυξης, σε αυτήν τη νίκη της θέλησης της κοινωνίας πάνω στις τυφλές δυνάμεις της οικονομίας βρίσκεται η μεγάλη νίκη της εργαζόμενης ανθρωπότητας.
Ας πάρουμε την εργάτρια. Εδώ η αλλαγή είναι πιο συνειδητή. Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι στις πλατιές γυναικείες μάζες αναπτύχθηκε η αίσθηση της κοινότητας, η συνείδηση της σχέσης τους με την κολεκτίβα, των υποχρεώσεών τους σχετικά με την κοινωνία, με την εργατική δημοκρατία. Αυτό είναι ιδιαίτερα νέο στη γυναίκα που για αιώνες ήταν διαπαιδαγωγημένη έτσι, ώστε να γνωρίζει το χρέος μόνο προς την οικογένεια. Η εργάτρια ή η γυναίκα του εργάτη τώρα όχι μόνο ξέρει καλά ότι είναι πολίτης με πλήρη δικαιώματα, αλλά και ότι, αν δεν εκπληρώνει κάποια κοινωνική χρέωση, θα αναζητεί τη δικαίωση από τον ίδιο της τον εαυτό: Τα παιδιά εμποδίζουν, όπως και το νοικοκυριό. Και θα σημειώσει ανυπερθέτως: Έχουμε πολύ λίγα παιδικά ιδρύματα, οι κοινωνικές τραπεζαρίες δεν κάνουν για τίποτα! Εάν όλα ήταν τακτοποιημένα, θα μπορούσε να δουλεύει για το Κόμμα, στο τμήμα, στην ένωση.
Η επανάσταση όχι μόνο έβγαλε τη γυναίκα στο χώρο της κοινωνικής ζωής από την κλειστή, πνιγηρή ατμόσφαιρα της οικογένειας, αλλά και της εμφύσησε με απίθανη ταχύτητα την αίσθηση της σύνδεσης με την κολεκτίβα. Οι εργάτριες, οι εξωκομματικές εργαζόμενες γυναίκες, οι σύζυγοι των εργατών, η αγρότισσα –αυτές ήταν οι εθελόντριες των κόκκινων Σαββάτων. Περίπου 150 χιλιάδες εργαζόμενες γυναίκες σε 16 κυβερνεία συμμετείχαν στα Σάββατα το 1920. Αυτό μαρτυρά την άνοδο της κοινωνικότητας, τη συνείδηση ότι μόνο με συλλογικές προσπάθειες μπορεί να ξεμπερδέψουμε με την καταστροφή, τις επιδημίες, το κρύο και την πείνα.
Τα κόκκινα Σάββατα, δηλαδή η εθελοντική εργασία για την κολεκτίβα, συμπληρώνουν την εργασιακή υποχρέωση. Η εργασία παύει να είναι μόνο ανάγκη (εργασία του δούλου, εργασία του εργάτη, που τον σπρώχνει η ανάγκη), γίνεται κοινωνική, κοινωνικό χρέος, όπως ήταν στα πολύ παλιά χρόνια, όταν κάθε μέλος του γένους συμμετείχε στην εξυπηρέτησή του. Δείτε αυτές τις σειρές των εξωκομματικών εργατριών, των αντιπροσώπων μας, που αφήνουν τις δουλειές τους στο σπίτι για να προλάβουν να πάνε στο Σάββατο, όπου θα ξεφορτώσουν καύσιμα, θα καθαρίσουν το δρόμο από το χιόνι, θα ράψουν ασπρόρουχα για τους κοκκινοφρουρούς, θα ράψουν για τα παιδιά, θα μαζέψουν και θα τακτοποιήσουν στα νοσοκομεία ή τα στρατόπεδα κλπ. Πολλές από αυτές έχουν τη δική τους οικογένεια, το δικό τους νοικοκυριό και, επομένως, τις δικές τους δουλειές στο σπίτι, που η εργάτρια μπορεί να κάνει τη μοναδική ελεύθερη μέρα της βδομάδας. Όμως μέσα της έχει πια γεννηθεί και αναπτύσσεται η συνείδηση ότι είναι ωφελιμότερο να αφήσει το μικρό ατομικό της νοικοκυριό, από το να μην προλάβει να βοηθήσει προσωρινά το λαϊκό νοικοκυριό, δίνοντάς του τα εργατικά της χέρια για την υλοποίηση επείγουσας, πρωτοπόρας κοινωνικής εργασίας. Και η γυναίκα αφήνει τις σπιτικές της δουλειές ατελείωτες, για να προλάβει στο Σάββατο.
Θα πείτε: Ναι, αλλά αυτές οι εξωκομματικές εργάτριες και αγρότισσες είναι ακόμα μια μειοψηφία!... Σωστά. Είναι ακόμα λίγες. Όμως, και αυτό είναι ενδεικτικό, ο αριθμός τους αυξάνεται και δεν πέφτει. Έπειτα, είναι σοβαρό ότι έτσι φέρονται όχι μόνο οι κομμουνίστριες, αλλά και οι εξωκομματικές. Και τέλος, η συμπεριφορά αυτής της μειοψηφίας διαπαιδαγωγεί τις πλατιές μάζες στο ίδιο πνεύμα. Θα ακούσετε κάποια εργάτρια που δεν πηγαίνει στο κόκκινο Σάββατο με πόσο πάθος, μερικές φορές και φλογερά υπερασπίζεται το δικαίωμά της να παραμελήσει την εθελοντική κοινωνική δουλειά. Θα σας αναφέρει δέκα προφάσεις γιατί αυτή ακριβώς έχει το ηθικό δικαίωμα να μη συμμετέχει στα κόκκινα Σάββατα. Είναι πια σπάνιο να συναντήσεις στην πόλη εργάτρια (η αγρότισσα είναι άλλη υπόθεση) που απλά θα γυρίσει την πλάτη σε αυτήν την ερώτηση. Η συνείδηση της σχέσης μεταξύ του βαθμού καλής λειτουργίας της κοινωνικής οικονομίας και της δυνατότητας να ικανοποιούνται λόγω αυτής οι προσωπικές ανάγκες έχει δυναμώσει πολύ αυτά τα τέσσερα χρόνια. Δεν υπάρχουν καύσιμα και τα βαγόνια με τα ξύλα στέκονται. Χρειάζεται να γίνει κόκκινο Σάββατο… Άρχισε επιδημία –χρειάζεται κόκκινο Σάββατο για τον καθαρισμό της πόλης! Και δείτε, οι εργάτες με την ηθική τους καταδίκη χαρακτηρίζουν όσους δε συνεισφέρουν οι ίδιοι τη δική τους δουλειά στην κοινωνική εργασία και απαιτούν από το περιφερειακό συμβούλιο να ικανοποιεί τις ανάγκες τους. Δημιουργείται ένας νέος κώδικας ηθικής, νέες βάσεις ηθικότητας. Εμφανίζονται νέες έννοιες –λιποτάκτης της δουλειάς. Η αστική κοινωνία καταδίκαζε τους τεμπέληδες, τον απρόθυμο εργαζόμενο. Όμως η δουλειά στην αντίληψη της αστικής τάξης ήταν ατομική υπόθεση. Αν θέλεις δούλεψε, αν θέλεις πέθανε από την πείνα ή κατάφερε να κάνεις άλλους να δουλέψουν για σένα. Το τελευταίο, το «ταλέντο του επιχειρηματία» έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, το θεωρούσαν ποιότητα που άξιζε ιδιαίτερο σεβασμό. Εάν ο αστικός κόσμος καταδίκαζε τον τεμπέλη, το έκανε μόνο στο μέτρο που ο άνθρωπος δε δούλευε για τον εαυτό του, αλλά για κάποιον άλλο. Εάν επιπλέον δεν έδινε πλήρως όλη του την εργασιακή ενέργεια, κατά την άποψη της αστικής ηθικής έκλεβε στο λογαριασμό το αφεντικό, μείωνε το κέρδος του και γι’ αυτό η αστική τάξη καταδίκαζε την τεμπελιά και την απροθυμία ως ελάττωμα. Όμως ο γιόκας του επιχειρηματία ή ο μικρός ευγενής, που απλά συμπεριλαμβανόταν στην υπηρεσία για τον τίτλο και τα παράσημα, μπορούσε να είναι ο πιο μεγάλος χασομέρης και κοπρίτης, χωρίς να υπόκειται σε καταδίκη για λιποταξία από τη δουλειά. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να δουλεύει ή όχι –αυτή είναι προσωπική του υπόθεση, ατομική– αυτή ήταν η άποψη του αστικού κόσμου. Σημειώστε, ακόμα κι αν ένας αγρότης, μικροϊδιοκτήτης, παρατούσε το νοικοκυριό του από ραθυμία ή τεμπελιά, η αστική κοινωνία δεν τον καταδίκαζε για τη βλάβη που προκαλούσε στην κοινωνική οικονομία, αλλά μόνο τον έψεγε για βλακεία –δεν ξέρει, τάχα, ο άνθρωπος να φροντίσει για το ίδιο του το όφελος.
Η σχέση με την εργασία στην αστική κοινωνία και στην εργατική δημοκρατία είναι διαφορετική και από εδώ προκύπτει η εμφάνιση νέων ηθών, που διαπαιδαγωγούν τον εργαζόμενο λαό σε άλλο πνεύμα, τον κάνουν να σκέφτεται και να αισθάνεται διαφορετικά.
Από τη δική μας σχέση προς την εργασία απορρέει μια νέα σχέση με μια ολόκληρη σειρά φαινομένων, διαμορφώνεται ένα νέο μέτρο ηθικότητας, δηλαδή κανόνων, που καθορίζουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τη σχέση του ανθρώπου με την κολεκτίβα. Στην αστική κοινωνία η ηθικότητα καθόριζε κυρίως τους κανόνες επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, ενώ οι σχέσεις με την κοινωνία απλά συμπλήρωναν το γενικό κώδικα (το σύνολο των κανόνων) της προσωπικής ηθικής. Οι κανόνες που καθόριζαν τις υποχρεώσεις του ανθρώπου προς την κοινωνία ήταν πολύ λιγότεροι από τους κανόνες που καθόριζαν τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Στους πρώτους εντάσσονταν η υπεράσπιση της πατρίδας, η υπηρεσία προς «τον τσάρο και την πατρίδα» και το πολύ σχετικό «ου φονεύσεις»· στους δεύτερους ένας μακρύς κατάλογος εντολών που ξεπήδησαν στο έδαφος της υπεράσπισης των συμφερόντων της ατομικής ιδιοκτησίας και των ατομικών συμφερόντων: Μην κλέβεις, μην τεμπελιάζεις, μην παίρνεις τη γυναίκα από το νόμιμο σύζυγο, μην κλέβεις πάνω από το συνηθισμένο στις εμπορικές συναλλαγές, να είσαι εγκρατής κλπ.
Στη δικτατορία του προλεταριάτου οι κανόνες ηθικής προκύπτουν άμεσα από τα συμφέροντα της κολεκτίβας. Εάν η πράξη σου δε βλάπτει την κολεκτίβα, δεν αφορά κανέναν. Αντίθετα, στην εργατική δημοκρατία καταδικάζεται ό,τι εκτιμάται στο αστικό σύστημα. Ποια είναι, για παράδειγμα, η σχέση προς τον έμπορο στο αστικό κράτος; Εάν στα λογιστικά βιβλία του είναι όλα εντάξει, αν δε στήσει ψεύτικη χρεοκοπία και δεν κλέψει φανερά στο ζύγι και δεν κοροϊδέψει τους αγοραστές, τον έμπορο όχι μόνο δεν τον βάζουν φυλακή, αλλά, αντίθετα, τον επιβραβεύουν με τιμητικούς τίτλους: Του «εμπόρου πρώτης τάξεως», «κληρονομικού, επίτιμου πολίτη» κλπ.
Τώρα, από τον καιρό της επανάστασης, η σχέση μας με το εμπόριο και τους εμπόρους άλλαξε ριζικά. Τον «τίμιο έμπορο» τον λέμε μαυραγορίτη. Όχι μόνο δεν επιβραβεύουμε τον έμπορο με τιμητικούς τίτλους, αλλά τον τραβολογάμε στο τμήμα της ΤσεΚα και τον κλείνουμε στο στρατόπεδο για καταναγκαστικά έργα. Γιατί αυτό; Επειδή ξέρουμε ότι μπορούμε να χτίσουμε τη νέα κομμουνιστική οικονομία μόνο με το τράβηγμα όλων των ενήλικων πολιτών στην παραγωγική εργασία. Όποιος δε δουλεύει, όποιος ζει σε βάρος των άλλων, με μη εργασιακό εισόδημα, δηλαδή δεν κάνει παραγωγική δουλειά, βλάπτει την κολεκτίβα, τη δημοκρατία. Γι’ αυτό καταδιώκουμε τους μαυραγορίτες, τους εμπόρους, τους προαγοραστές, όλους όσοι ζουν με μη εργασιακό εισόδημα. Τους καταδικάζουμε.
Από τις αλλαγμένες συνθήκες της καθημερινότητας ξεπηδούν νέα ήθη, νέοι κανόνες κοινής ζωής (ηθική). Φυσικά, σε τρία-τέσσερα χρόνια, ακόμα και σε δεκαετίες, δεν αλλάζεις την ανθρωπότητα σε έναν νέο τρόπο, δεν τους κάνεις όλους πραγματικούς κομμουνιστές. Όμως είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο ήδη εκδηλώνεται φανερά και μπορούμε μόνο να εκπλησσόμαστε από το πόσο γρήγορα η ψυχολογία, δηλαδή η σκέψη μας, προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και αρχίζει να επεξεργάζεται νέους κανόνες επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.
Όμως η επανάσταση είναι περισσότερο αισθητή στον τομέα της σχέσης μεταξύ των φύλων. Ο παγκόσμιος πόλεμος, όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε όλες τις εμπόλεμες χώρες, κλόνισε τη σταθερότητα της αστικής οικογένειας. Πρώτο, με την αύξηση της γυναικείας εργασίας που δημιούργησε την οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών, δεύτερο, με την αύξηση του αριθμού των γεννήσεων εκτός γάμου. Μπροστά στο θάνατο ξεθώριασαν όλες οι διαταγές της αστικής ηθικής. Το ερωτευμένο ζευγάρι συναντιόταν χωρίς να λογαριάζει τις εντολές της Εκκλησίας και τις αστικές προκαταλήψεις. Η αύξηση των παιδιών εκτός γάμου έγινε ένα τόσο διαδεδομένο φαινόμενο, που, όπως σας έχω ήδη πει σε μια από τις συζητήσεις μας, οι αστικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν για τις μητέρες εκτός γάμου τα ίδια δικαιώματα για βοηθήματα με τις νόμιμες συζύγους των στρατιωτών.
Στη Σοβιετική Ρωσία, όπου από τους πρώτους μήνες της επανάστασης καταργήθηκε ο θρησκευτικός γάμος και η διαφορά μεταξύ παιδιών γεννημένων εντός και εκτός γάμου (διάταγμα της 18 και 19 Δεκέμβρη 1917) και όπου με τη γενική υποχρέωση για εργασία καθιερώθηκε η αναγνώριση της γυναίκας ως μονάδας εργασίας για τη λαϊκή οικονομία, ο γάμος φυσικά άρχισε να χάνει την παλιά του αποστολή.
Στην αστική κοινωνία ο γάμος είναι μια αμοιβαία συναλλαγή του άντρα και της γυναίκας, ένα συμβόλαιο που επικυρώνεται από μάρτυρες, στο οποίο μπαίνει και η θεία σφραγίδα ώστε να είναι σταθερό και απαραβίαστο. Ο άντρας παίρνει τη γυναίκα να ζει σε βάρος του, υποχρεώνεται να την ταΐζει και να την συντηρεί, όμως αυτή από την πλευρά της αναλαμβάνει την υποχρέωση να προφυλάσσει και να διαφυλάσσει το βιός του, να εξυπηρετεί τον ίδιο (προσωπικά ή οργανώνοντας το νοικοκυριό με τη βοήθεια μισθωτών υπηρετών) και τους απογόνους του, τους κληρονόμους της περιουσίας του, να του δείχνει ανεπίληπτη πίστη, για να μη ρίξει στους ώμους του συζύγου τη συντήρηση ενός παιδιού άλλου άντρα.
Η μοιχεία της συζύγου παραβιάζει την ισορροπία της ατομικής-οικογενειακής οικονομίας· εννοείται ότι η αστική τάξη καταδιώκει ανελέητα τις γυναίκες αν «απατήσουν» το νόμιμο σύζυγο-τροφοδότη. Ενώ αν «απατήσει» ο σύζυγος, η αστική τάξη κάνει τα στραβά μάτια –η συμπεριφορά του σε αυτήν την περίπτωση δεν υπονομεύει τα συμφέροντα της ατομικής-οικογενειακής οικονομίας.
Έχετε σκεφτεί γιατί καταδίωκε έτσι η αστική κοινωνία την ανύπαντρη μητέρα; Εάν η ερωτική σχέση δεν είναι καταχωρημένη, αν δηλαδή δεν υπάρχει γάμος, ποιος θα «ταΐζει» και θα συντηρεί το παιδί; Προφανώς, το παιδί θα βαρύνει είτε τους γονείς της κοπελιάς που «αμάρτησε», πράγμα που δεν είναι προς συμφέρον της ατομικής-οικογενειακής οικονομίας –του πατερούλη– είτε θα αναγκαστεί να συντηρεί το παιδί η τοπική αυτοδιοίκηση ή το κράτος, ένα φαινόμενο εντελώς ανεπιθύμητο για το αστικό σύστημα που δεν αγαπά να επιβαρύνεται με καθήκοντα κοινωνικής πρόνοιας.
Σημειώστε και ότι από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, που η γυναίκα αρχίζει να συντηρεί τον εαυτό της με τη μισθωτή εργασία, η σχέση προς την ανύπαντρη μητέρα αλλάζει βαθμιαία ακόμα και στον αστικό κόσμο. Σειρά ολόκληρη μυθιστορημάτων και πολλών έργων διανοητών του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού είναι αφιερωμένη στο ζήτημα του «δικαιώματος των γυναικών στη μητρότητα», στην υπεράσπιση των ανύπαντρων μητέρων.
Στην εργατική δημοκρατία, όπου τα ατομικά νοικοκυριά –εν πάση περιπτώσει στην πόλη– υποχωρούν, ακριβέστερα τείνουν να υποχωρούν μπροστά στην κοινωνική κατανάλωση (σπίτια-κομμούνες, σοβιετικές τραπεζαρίες και άλλες μορφές κοινωνικής κατανάλωσης), όπου αναπτύσσεται το δίκτυο των ιδρυμάτων κοινωνικής διαπαιδαγώγησης και όπου κάθε γυναίκα εργάζεται, όπως και ο άντρας, έχει το δικό της σιτηρέσιο, ξεχωριστά από τον άντρα, το ζήτημα του γάμου παίρνει νέα μορφή. Οι άνθρωποι στην εργατική δημοκρατία δε συναντιούνται από οικονομικό υπολογισμό, όχι για να γίνουν «οικογενειάρχες» (αν και τώρα ακόμα ο υπολογισμός παίζει ρόλο, για παράδειγμα, ο υπολογισμός του διπλού σιτηρεσίου με τη βοήθεια του γάμου), αλλά από αμοιβαία έλξη. Το ερωτευμένο ζευγάρι δεν έχει λόγο να κλείσει συμβόλαιο. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ο ένας στον άλλο υλικά, επειδή το διαμέρισμα, τα καύσιμα, τα προϊόντα και τα ρούχα ο καθένας τα παίρνει με βάση το συσσίτιο ή τα εντάλματα και όχι μέσω του ή της συζύγου, αλλά άμεσα σύμφωνα με τον υπολογισμό της εργασίας τους για την κολεκτίβα από το ίδρυμα όπου πραγματοποιείται η εργασία τους. Εννοείται ότι στο βαθμό που η δημοκρατία μας δεν είναι σε θέση, λόγω αυτής της φτώχειας, να πραγματοποιεί τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τους εργαζόμενους και στην πράξη να υλοποιήσει αυτό που ορίζεται από την πολιτική της, αναγκαζόμαστε και τώρα να συμπληρώνουμε με προϊόντα από την ελεύθερη αγορά, να κάνουμε νοικοκυριό στο ατομικό διαμέρισμα, να φροντίζουμε για καύσιμα κλπ. Σε σχέση με αυτά και ο γάμος μέχρι τώρα για πολλούς αποτελεί μια ορισμένη υλική συναλλαγή. Για παράδειγμα, μια γυναίκα βρίσκεται με έναν άντρα όχι επειδή τον αγαπά ή της αρέσει, αλλά γιατί –βλέπετε;– «έχει δωμάτιο στο σπίτι των σοβιέτ» ή ο άντρας βρίσκεται με μια γυναίκα επειδή, αν υπάρχει διπλό ένταλμα για ξύλα, θα ξεχειμωνιάσει ευκολότερα!...
Όμως τέτοια γεγονότα είναι τερατώδεις παραμορφώσεις, αναβιώσεις του παρελθόντος, που θα αγκιστρώνονται στα ήθη μας μέχρι να νικήσει η εργατική δημοκρατία την καταστροφή. Είναι σημαντικό να παρακολουθούμε τη γενική γραμμή της ανάπτυξης, και αυτή η γενική γραμμή δείχνει ότι ο μακροχρόνιος, δηλαδή ο τυπικός γάμος στη σοβιετική δημοκρατία δίνει λίγα οφέλη, και γι’ αυτό ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν ανύπαντροι φυσικά αυξάνεται.
Αλήθεια, εξετάζοντας τις συνθήκες της μεταβατικής περιόδου, όταν η εργατική δημοκρατία δεν είναι ακόμα σε θέση να βάλει την κοινωνική κατανάλωση στο ύψος που πρέπει, που το δίκτυο των ιδρυμάτων κοινωνικής εξασφάλισης είναι αδύναμο και που η εργατική δημοκρατία δεν μπορεί να αναλάβει το κάθε μέλος της που δεν είναι ικανό για εργασία, το διάταγμα για το οικογενειακό δίκαιο αναφέρει: Κάθε σύζυγος είναι υποχρεωμένος να συντηρεί τον άλλο σε περίπτωση αδυναμίας του να δουλέψει. Αυτό είναι μέτρο της μεταβατικής περιόδου που θα απονεκρωθεί μόλις η οικονομική ζωή της εργατικής δημοκρατίας μπει σε τάξη και θα είναι δυνατή η πλατιά ανάπτυξη της κοινωνικής πρόνοιας. Στην πράξη, αυτή η πρόβλεψη του νόμου δίνει λίγα στους συζύγους. Τι σημαίνει «σε περίπτωση αδυναμίας του να δουλέψει», όταν το σιτηρέσιο δίνεται στον κάθε σύζυγο χωριστά; Σημαίνει να μοιράζεσαι τη μερίδα σου. Αυτό δε θα το κάνουν πολλοί. Και συνήθως το ζήτημα λύνεται έτσι: Εάν ο ένας από τους συζύγους δεν μπορεί να δουλέψει, ο άλλος θα χτυπήσει τις πόρτες όλων των κοινωνικών ιδρυμάτων που μπορούν να πάρουν τον ανίκανο για εργασία στο κοινωνικό σιτηρέσιο: Σε σανατόρια, νοσοκομεία, γηροκομεία ή ιδρύματα για αναπήρους. Και κανείς δε θα κατηγορήσει τον υγιή σύζυγο επειδή έβαλε το ανίκανο για εργασία «άλλο του μισό» στη συντήρηση της κοινωνίας, αν και το διάταγμα προβλέπει για τους συζύγους αλληλοβοήθεια τη στιγμή της αδυναμίας για δουλειά.
Φαίνεται φυσικό ότι η κοινωνία εξολοκλήρου πρέπει να δείχνει φροντίδα στο ανίκανο για εργασία μέλος της, και όχι δυο ξεχωριστοί άνθρωποι, έστω και αν τους ένωνε αμοιβαία αγάπη. Το βάρος των υλικών φροντίδων πρέπει να το σηκώνει η κολεκτίβα, η κοινωνία. Γιατί όσο ο άνθρωπος μπορεί να δουλεύει, βοηθά με τη δουλειά του να δημιουργηθούν εκείνα τα αγαθά, εκείνα τα αποθέματα, εκείνοι οι πόροι, από τους οποίους μετά η κοινωνία πρέπει να τον βοηθήσει τη στιγμή της αρρώστιας, των γηρατειών, της αναπηρίας.
Ο γάμος παρουσιάζεται στο νέο κόσμο. Μπροστά στα μάτια μας πραγματοποιείται μια μεγάλη αλλαγή στις αμοιβαίες σχέσεις του έγγαμου ζευγαριού και, πράγμα ιδιαίτερα περίεργο, η νέα καθημερινότητα, τα νέα ήθη αντανακλώνται ακόμα και στις οικογένειες της πρώην αστικής τάξης. Από τότε που οι αστές κυριούλες, αυτά τα, μέχρι πρόσφατα, παράσιτα πλημμύρισαν τα σοβιετικά μας ιδρύματα και άρχισαν οι ίδιες να βγάζουν το ψωμί τους, υιοθέτησαν αμέσως έναν ανεξάρτητο τόνο σε σχέση με τους συζύγους τους. Συμβαίνει συχνά η γυναίκα να βγάζει περισσότερα από τον άντρα και τότε η υπάκουη και υποταγμένη σύζυγος γίνεται η κεφαλή της οικογένειας. Η γυναίκα βιάζεται για την υπηρεσία, ενώ ο άντρας μένει να κόβει τα ξύλα, να ζεσταίνει το μάτι, πηγαίνει για ψώνια στην αγορά. Κάποτε αυτές οι κυριούλες πάθαιναν κρίσεις υστερίας αν ο άντρας τους δεν τους έδινε λεφτά για καινούργιο ανοιξιάτικο καπέλο, για ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια. Τώρα η σύζυγος ξέρει ότι από τον άντρα δεν μπορεί να ζητήσει τίποτα. Και τις υστερίες της, καθώς προσπαθεί να αποκτήσει εντάλματα ή συμπληρωματικό σιτηρέσιο, τις κάνει στο γραφείο της διαχείρισης ή του προϊστάμενου τροφοδοσίας.
Για να είμαστε δίκαιοι πρέπει, ωστόσο, να πούμε ότι η γυναίκα της πρώην αστικής τάξης συχνά με μεγάλη γενναιότητα –θα έλεγα με μεγαλύτερη γενναιότητα από τους ξελιγωμένους διανοούμενους συζύγους– κουβαλάει όλα τα βάρη της σύγχρονης μεταβατικής εποχής, μαθαίνοντας να συνδυάζει την υπηρεσία και το νοικοκυριό, παλεύοντας με τις στερήσεις και τις ατέλειωτες ακαταστασίες της ζωής μας. Είναι επίσης χαρακτηριστικό και κάτι άλλο –ακόμα και σε αυτές τις οικογένειες παρατηρείται η τάση να απλοποιούν το νοικοκυριό, να περνούν στην κοινωνική διατροφή, να δίνουν τα παιδιά στο «παιδικό σπίτι», με μια λέξη να ξεφορτώνουν με κάθε τρόπο την οικογένεια. Αυτό, ας γίνεται μόνο κάτω από την επίδραση της «αναγκαιότητας», όμως στο μέτρο της αφομοίωσης του ατομικού νοικοκυριού από το λαϊκό αυτή η αναγκαιότητα δε θα μειώνεται αλλά θα μεγαλώνει, επομένως η τάση, που υπάρχει από σήμερα κιόλας, θα δυναμώνει στα ήθη και τις συνήθειες και συνεπώς η οικογένεια με την αστική έννοια θα απονεκρώνεται. Στη θέση της θα αναπτυχθεί, θα δημιουργηθεί μια νέα οικογένεια –η οικογένεια της κολεκτίβας των εργαζόμενων, όπου η κοινότητα της εργασίας, η ενότητα των συμφερόντων, των προσπαθειών και των καθηκόντων, και όχι η συγγένεια εξ αίματος, θα συνδέει γερά τους ανθρώπους, θα τους διαπαιδαγωγεί σε πραγματικά πνευματικά αδέλφια.
Οι νέες συνθήκες παραγωγής και το σύστημα της οικονομίας γεννούν μια νέα καθημερινότητα. Η αλλαγμένη καθημερινότητα θα δημιουργήσει και νέους ανθρώπους, πραγματικούς κομμουνιστές στο πνεύμα και τη θέληση.
Στο βαθμό που ο γάμος παύει να δίνει υλικά οφέλη σε όσους παντρεύονται, χάνει τη σταθερότητά του. Σημειώστε ότι οι σύζυγοι τώρα χωρίζουν πολύ πιο εύκολα από πριν. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει αγάπη ή αφοσίωση, οι άνθρωποι δεν προσπαθούν με κάθε θυσία να διατηρήσουν την οικογένεια. Δεν τους δένει πια, όπως παλιότερα, η υποχρέωση των γονιών προς τα παιδιά. Η εκκλησιαστική γαμήλια τελετή παύει να είναι απαραβίαστη. Φυσικά, και αυτό το φαινόμενο δεν είναι γενικό, απέχει από το να έχει γίνει ο κανόνας, όμως το ότι υπάρχει, αναπτύσσεται και θα αναπτύσσεται στο βαθμό που θα δημιουργήσουμε κομμουνιστικές μορφές ζωής, αυτό είναι αναμφισβήτητο.
Η εργατική δημοκρατία έκανε ήδη μια προσπάθεια να διαχωρίσει «την κουζίνα από το γάμο». Το κομμουνιστικό σύστημα θα βοηθήσει να καθαρίσει η έγγαμη σχέση από κάθε στοιχείο υλικού υπολογισμού, οφέλους. Δείτε πόσο συχνά υπάρχουν τώρα ιδιόμορφες μορφές γάμου. Τα έγγαμα ζευγάρια δε συνδέουν καθόλου τις σχέσεις τους με το χτίσιμο «φωλιάς».
Παλιότερα, εάν ένας άνθρωπος ετοιμαζόταν να παντρευτεί, σκεφτόταν και λογάριαζε –θα μπορέσει να επιτρέψει στον εαυτό του την πολυτέλεια να συντηρεί σύζυγο; Σε ποιο βαθμό αυτό θα του είναι «ωφέλιμο»; Η κοπέλα προχωρώντας στο γάμο λογάριαζε με τι θα την εξασφαλίσει ο άντρας; Και οι δυο μαζί, πρώτ’ απ’ όλα, στο μέτρο των δυνάμεων και των οικονομικών τους, αποκτούσαν «σπιτάκι». Όποιος ήταν πιο εύπορος προσπαθούσε, αποκτώντας γυναίκα, να αποκτήσει και διαμερισματάκι, όποιος ήταν φτωχότερος αγόραζε έστω ένα δικό του σαμοβάρι. Όλα αυτά ήταν ένα ξεκίνημα του «νοικοκυριού», του «σπιτιού»… Και ζούσαν οι σύζυγοι υποχρεωτικά μαζί. Εκτός αν χώριζε τον άντρα από τη γυναίκα ο καθημερινός μπελάς. Όμως αυτό ήταν ένα φαινόμενο όχι κανονικό, όχι κοινά αποδεκτό.
Τώρα το ζευγάρι είναι ερωτευμένο, αλλά ζουν χώρια. Ο άντρας και η γυναίκα, μερικές φορές «για εξασφάλιση» (όταν οι άνθρωποι είναι ερωτευμένοι, θέλουν πάντα να εξασφαλίσουν την αγάπη για πάντα), πετάγονται στο επιτροπάτο, καταχωρίζουν το γάμο σύμφωνα με το σοβιετικό νόμο και μένουν χώρια. Η σύζυγος στη μια άκρη της πόλης, ο σύζυγος στην άλλη. Η γυναίκα στη Μόσχα, ο άντρας στην Τασκένδη. Βλέπονται πότε-πότε, δουλεύουν και οι δυο. Η δουλειά, οι υποχρεώσεις στην κοινωνία είναι πάνω απ’ όλα… Συχνότερα αυτός ο γάμος συναντιέται ανάμεσα στους κομμουνιστές, που έχουν πιο αναπτυγμένη την αίσθηση του κοινωνικού χρέους. Και σημειώστε, παλιότερα η γυναίκα καταγινόταν ιδιαίτερα με το να έχει «δικό της νοικοκυριό»: Πώς γίνεται χωρίς ιδιόκτητο τσουκάλι; Αυτό δεν είναι οικογένεια… Τώρα, αντίθετα, ο άντρας παραμιλάει τι καλά που θα ’τανε να αποκτήσει δικό του διαμερισματάκι, δικό του γεύμα, να έχει πάντα τη γυναίκα του χεριού του, ενώ η γυναίκα, ιδιαίτερα αυτό το μέρος των εργαζόμενων γυναικών που μεγαλώνει, που ασχολούνται με δημιουργική δουλειά της δημοκρατίας, ούτε ν’ ακούσουν δε θέλουν για «δικό τους σπιτάκι». «Καλύτερα να χωρίσω μ’ αυτόν, παρά να συμφωνήσω με την οικογενειακή ζωή, το νοικοκυριό και τις τιποτένιες σπιτικές φροντίδες. Τώρα μπορώ να δουλεύω για την επανάσταση, ενώ τότε… Τότε θα σκλαβωθώ. Όχι, καλύτερα να χωρίσω». Και οι άντρες αναγκάζονται να συμβιβαστούν.
Φυσικά, δε συμβιβάζονται όλοι. Υπήρχαν περιπτώσεις που οι άντρες, αγανακτισμένοι από το ότι οι γυναίκες ασχολούνται περισσότερο στο γυναικείο τμήμα απ’ όσο με τον άντρα και το νοικοκυριό, έκαιγαν τα χαρτιά του γυναικείου τμήματος! Όμως το θέμα δεν είναι οι ξεχωριστές περιπτώσεις.
Πρέπει να εξετάζουμε τα φαινόμενα στη διαδικασία της ανάπτυξής τους. Πρέπει να ορίζουμε προς τα πού τείνει αυτή η ανάπτυξη, προς την ενίσχυση ή προς την εξάλειψη της οικογένειας στις συνθήκες της εργατικής δημοκρατίας· και εάν ορίσουμε τη γραμμή της ανάπτυξης της οικονομίας μας, θα γίνει σαφές: Η εργατική κολεκτίβα θα αφομοιώσει και θα διαλύσει βαθμιαία στο εσωτερικό της την παλιά αστική οικογένεια.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό φαινόμενο, που εμφανίζεται ολοκληρωτικά από τις αλλαγμένες οικονομικές σχέσεις και από το γεγονός ότι στην εργατική δημοκρατία η γυναίκα είναι αυτοτελής εργασιακή μονάδα, είναι η αλλαγή της σχέσης μας προς την ανύπαντρη μητέρα. Πού είναι τώρα ο άντρας που δεν παντρεύεται μόνο και μόνο επειδή η αγαπημένη του γυναίκα είχε άλλον πριν από αυτόν; Η «παρθενία» ήταν απαραίτητη στην ατομική ιδιοκτησία. Η «νομιμότητα» του παιδιού ήταν απαραίτητη στην αστική κοινωνία, πρώτο, για να οριστεί ποιος είναι υποχρεωμένος να ταΐζει το παιδί1, δεύτερο, για να κληροδοτηθεί η περιουσία στα παιδιά εξ αίματος.
Για την εργατική δημοκρατία, όπου δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία και όπου οι γονείς δεν μπορούν να αφήνουν κληρονομιά στα παιδιά, είναι αδιάφορο σε ποιο γάμο γεννήθηκε το παιδί, ενδιαφέρον έχει μόνο το παιδί, ο μελλοντικός εργαζόμενος.
Γι’ αυτό το παιδί είναι υποχρεωμένη να το φροντίσει η δημοκρατία, είτε αυτό το παιδί είναι καρπός γάμου με επικύρωση είτε χωρίς τήρηση των τυπικοτήτων. Από εδώ προκύπτει η νέα προσέγγιση στη γυναίκα-μητέρα: Η δημοκρατία εξασφαλίζει κάθε μάνα χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ των ανύπαντρων και των παντρεμένων σύμφωνα με το νόμο και χωρίς να ενδιαφέρεται σε τι συνθήκες θα γεννήσει το παιδί, με αναγνώριση του παιδιού από τον πατέρα ή χωρίς αυτή.
Είναι αλήθεια ότι συναντάμε ακόμα και τώρα αναβιώσεις του παρελθόντος. Έτσι, κατά τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων υπάρχει συχνά το ανόητο ερώτημα: Παντρεμένη ή ανύπαντρη; Στην πολιτοφυλακή ζητάνε πιστοποιητικό γάμου κλπ., γεγονότα που δείχνουν ότι η εξουσία του παρελθόντος είναι ακόμα δυνατή και ότι δεν μπορεί η εργαζόμενη ανθρωπότητα να απαλλαχτεί αμέσως από τις προκαταλήψεις της αστικής κοινωνίας. Όμως γίνεται αισθητό και φανερό ακόμα ένα βήμα προς τα μπροστά: Πού είναι τώρα οι αυτοκτονίες των κοριτσιών, ανύπαντρων μητέρων; Πού είναι οι παιδοκτονίες των δύστυχων μητέρων, που ήθελαν να κρύψουν την «ντροπή» τους; Για ντροπή της εκτός γάμου μητρότητας ούτε που γίνεται πια λόγος. Ο γάμος γίνεται όλο και περισσότερο υπόθεση προσωπική, ενώ, αντίθετα, η μητρότητα εξελίσσεται σε αυτοτελή κοινωνική υποχρέωση και υποχρέωση σοβαρή, ουσιαστική. Ο γάμος μπορεί και πρέπει να υπόκειται στη ρύθμιση της κοινωνίας μόνο στο βαθμό που το θέμα αφορά άρρωστους ανθρώπους. Όμως αυτό είναι πια ένα ιδιαίτερο ζήτημα. Εδώ το θέμα αφορά το Λαϊκό Επιτροπάτο Υγείας.
Λόγω της αλλαγής των οικογενειακών-γαμήλιων σχέσεων, αλλάζει και η σχέση μας με την πορνεία. Η πορνεία, στη μορφή που ανθίζει στην αστική κοινωνία, βρίσκει όλο και λιγότερο χώρο στην εργατική δημοκρατία. Η πορνεία είναι καρπός της απόλυτης έλλειψης εξασφάλισης των γυναικών και της εξάρτησής τους από τους άντρες. Με την εισαγωγή της γενικής εργασιακής υποχρέωσης και της ανάγκης όλων των πολιτών να έχουν εργασία, η επαγγελματική πορνεία, φυσικά, συρρικνώνεται, μειώνεται.
Επειδή στη χώρα μας υπάρχει η εργατική δημοκρατία, παλεύει εναντίον της, όμως την παλεύει όχι ως πορνεία, αλλά ως ένα φαινόμενο λιποταξίας από τη δουλειά. Η επαγγελματίας πόρνη είναι ένα άτομο που δεν εμπλουτίζει την κολεκτίβα με την εργασία του, αλλά αποσπά ένα μέρος του ξένου σιτηρέσιου. Ένα τέτοιο άτομο η εργατική δημοκρατία το διώκει και το τιμωρεί.
Καταδικάζοντας, όμως, τις πόρνες, παλεύοντας ενάντιά τους ως μη εργαζόμενα στοιχεία, δεν τις ξεχωρίζουμε σε ειδική κατηγορία. Για μας, για την εργατική δημοκρατία, δεν είναι καθόλου σημαντικό αν η γυναίκα πουλιέται σε έναν άντρα ή σε πολλούς ταυτόχρονα, αν είναι επαγγελματίας πόρνη που δε ζει από τη χρήσιμη εργασία της αλλά από την πώληση των χαδιών της στο νόμιμο σύζυγο ή στους περαστικούς πελάτες που εναλλάσσονται, τους αγοραστές του γυναικείου σώματος. Όλες οι γυναίκες-λιποτάκτες της δουλειάς, που δε συμμετέχουν στην εργασιακή υποχρέωση και δεν κάνουν δουλειές για τα μικρά παιδιά στην οικογένεια, εξισώνονται με τις πόρνες ως προς την εξαναγκαστική εργασιακή υποχρέωση. Κι εδώ δεν μπορούμε να κάνουμε διάκριση μεταξύ της πόρνης ή της πλέον νόμιμης συζύγου που ζει συντηρούμενη από τον άντρα της, όποιος κι αν είναι αυτός ο σύζυγος, ακόμα και ο ίδιος ο «κομισάριος»…
Εδώ τραβάμε μια εξισωτική γραμμή μεταξύ όλων των λιποτακτών της εργασίας. Από την άποψη της εργατικής κολεκτίβας, μια γυναίκα οφείλει να καταδικάζεται όχι γιατί πουλάει το σώμα της, αλλά γιατί το ίδιο με τις νόμιμες, αλλά μη εργαζόμενες συζύγους, δεν κάνει ωφέλιμη εργασία για την κολεκτίβα. Αυτή είναι μια νέα, εντελώς νέα προσέγγιση στην πορνεία, που υπαγορεύεται από τα συμφέροντα της εργατικής κολεκτίβας.
Η επαγγελματική πορνεία τελειώνει στη χώρα μας. Σε μεγάλα κέντρα, όπως η Μόσχα και η Πετρούπολη, οι επαγγελματίες πόρνες δεν είναι πια δεκάδες χιλιάδες όπως παλιά, αλλά εκατοντάδες. Αυτό είναι βήμα προς τα μπρος. Όμως δεν πρέπει να πλανιόμαστε με την ιδέα ότι τάχα η πορνεία εξαλείφθηκε από τη χώρα μας. Όσο η γυναίκα εξαρτάται από τον άντρα, όσο η μισθωτή εργασία δεν εξασφαλίζει στις γυναίκες την κάλυψη των αναγκών τους, όσο γύρω υπάρχει καταστροφή και αταξία στη ζωή των γυναικών, η πορνεία θα υπάρχει, αν και σε συγκαλυμμένη μορφή. Σε τι διαφέρει από την πορνεία όταν μια Σοβιετική γυναίκα δίνεται σε έναν άντρα που δεν αγαπά, για να πάρει αύξηση ή σιτηρέσιο; Σε τι διαφέρει από την πορνεία το να πηγαίνει με έναν άντρα για ψηλές μπότες, για ζάχαρη κι αλεύρι; Σε τι διαφέρει από την πορνεία, όταν η γυναίκα παντρεύεται μόνο επειδή «έχει δωμάτιο στο σπίτι των σοβιέτ»; Σε τι διαφέρει από την πορνεία, όταν η εργάτρια ή η αγρότισσα που πάει για αλεύρι αναγκάζεται να δίνεται στο συνοδό του τρένου για μια θέση στη σκεπή ή στον προϊστάμενο του τμήματος φύλαξης για να κρατήσει το αλεύρι για τα παιδιά;
Όλα αυτά είναι πορνεία, αλλά με νέα πια μορφή. Βαριά, ντροπιαστική και πικρή για τη γυναίκα, βλαβερή για την εργατική δημοκρατία, επειδή μειώνει την υγεία του πληθυσμού (διαδίδει τα αφροδίσια νοσήματα) και υπονομεύει την αίσθηση της συντροφικότητας. Όμως δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι αυτή η μορφή πορνείας είναι ένα βήμα προς τα μπρος σε σχέση με την επαγγελματική πορνεία. Τότε η γυναίκα, που ζούσε με την επιχείρηση των χαδιών της, ήταν ένα χαρακτηρισμένο μέλος της κοινωνίας, αντικείμενο περιφρόνησης. Ο άντρας, αγοράζοντας τη φροντίδα της επαγγελματία πόρνης, θεωρούσε ότι είχε το δικαίωμα να βασανίσει και να εξευτελίσει όπως ήθελε τη γυναίκα. Η πόρνη δεν τολμούσε να παραπονεθεί, να διαμαρτυρηθεί. Το «κίτρινο δελτίο» επέτρεπε τα πάντα. Και αν αυτό έλειπε, η γυναίκα φοβόταν να διαμαρτυρηθεί για τη βαναυσότητα του άντρα που την είχε αγοράσει, για να μην την παραδώσει στα χέρια της αστυνομίας και να μην την αναγκάσει να δηλωθεί ως πόρνη. Τώρα οι σχέσεις είναι κάπως διαφορετικές. Όταν η γυναίκα έχει στην τσέπη το βιβλιάριο εργασίας, παύει να είναι αντικείμενο μόνο αγοραπωλησίας. Εάν συνευρίσκεται με «υλική συναλλαγή», το κάνει με εκείνον που της αρέσει περισσότερο. Η πονηριά (υπολογισμός) παίζει ρόλο στο βαθμό που το οικονομικό και το χρηματικό στοιχείο έχει θέση στις 9/10 των περιπτώσεων συμφωνίας για αστικό γάμο. Και ο άντρας, προσέξτε, έχει εντελώς άλλη σχέση με την επαγγελματία πόρνη, την «κοπελιά», από τη γυναίκα με την οποία συναντήθηκε κοινή συναινέσει. Σε αυτήν τη γυναίκα δεν κάνεις τον παλικαρά, δε θα επιτρέψει να την χλευάσεις, αυτή, ακόμα πιο γρήγορα από τη νόμιμη σύζυγο, «δεν ικανοποίησε», έφυγε και ήταν τέτοια.
Στο βαθμό που η γυναικεία εργασία δεν εξασφαλίζει πλήρως τις ανάγκες της γυναίκας, στο βαθμό που και στην εργατική δημοκρατία οι γυναίκες συνήθως δουλεύουν σε κατηγορίες χειρότερα πληρωμένης δουλειάς, η πορνεία, στη συγκαλυμμένη της μορφή, θα υπάρχει σαν βοηθητική επιχείρηση ή σαν δηλωμένος γάμος από υπολογισμό, πράγμα που στην ουσία σημαίνει το ίδιο. Τώρα, με τη στροφή της σοβιετικής οικονομικής πολιτικής σε νέα κατεύθυνση, εμφανίζεται στον ορίζοντα το απειλητικό φάσμα της αυξανόμενης ανεργίας των γυναικών. Αυτό το φαινόμενο, που έχει ήδη εκδηλωθεί, επιφέρει την επιστροφή στην πορνεία στη χειρότερη, την επαγγελματική της μορφή. Αναπόφευκτα, με τη στροφή της οικονομικής πολιτικής θα σταματήσει η διαδικασία της γέννησης και διαμόρφωσης της νέας καθημερινότητας, των νέων ηθών και της νέας σχέσης μεταξύ των φύλων, που αντιστοιχούν περισσότερο στα καθήκοντα της κομμουνιστικής κοινωνίας. Όμως δεν εντάσσεται στα καθήκοντά μας το να εξετάσουμε τη διαδικασία της αντίστροφης προσαρμογής σε παρωχημένες μορφές. Η υπόθεση της εργατικής τάξης προχωράει. Για την οικοδόμηση του κομμουνισμού από το παγκόσμιο προλεταριάτο είναι σημαντικότερο να καταργήσει όχι τη διαδικασία προσαρμογής στις προηγούμενες συνθήκες των οικονομικών σχέσεων, αλλά να πάρει υπόψη τα επιτεύγματα και τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μπροστά στα μάτια μας την περίοδο άνθισης της δικτατορίας της εργατικής τάξης. Η πείρα της οικοδόμησης των νέων μορφών της ζωής πρέπει να καταγραφεί, να ληφθεί υπόψη και να αξιοποιηθεί.
Είναι γεγονός –ο γάμος εξελίσσεται, τα οικογενειακά δεσμά αδυνατίζουν, η μητρότητα μετατρέπεται σε κοινωνική λειτουργία.
Με τα φαινόμενα που περιγράψαμε δεν εξαντλείται το εμπειρικό υλικό από τον τομέα της αλλαγής της καθημερινότητας και των ηθών στην εποχή της δικτατορίας που παρέχει η Ρωσική Επανάσταση. Όμως μια λεπτομερέστερη ανάλυση όλων αυτών των φαινομένων θα μας εξέτρεπε. Θα γυρίσουμε σε αυτά στις συζητήσεις για την εξέλιξη της οικογένειας. Προς το παρόν όμως, θα σημειώσουμε μια ακόμη φορά ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση και η οικοδόμηση της νέας μορφής παραγωγής επιβεβαίωσαν στη ζωντανή εμπειρία των επαναστατικών χρόνων ότι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία και το γάμο καθορίζεται ολοκληρωτικά από το ρόλο της στην παραγωγή και το βαθμό της συμμετοχής της στη λαϊκή οικονομία. Η εργασία είναι το μέτρο της κατάστασης της γυναίκας: Η μισθωτή εργασία στο ατομικό-οικογενειακό νοικοκυριό την υποδούλωσε, η εργασία για την κολεκτίβα φέρνει την απελευθέρωσή της.

Βοηθήματα για τους ακροατές σχετικά με τη διάλεξη:
 1. Н. Крупская: «Война и деторождение» («Коммунист» № 1-2)
2. Н. Севешко: «Ещё о больном вопросе» («Коммунист» № 1-2)
3. Бюлетень Ц.О. работниц № 4 (тезисы об аборте и тезисы о мерах борьбы с проституций).
4. А. Коллонтай. «Тезисы о коммунистической морали в области брачных отношений» («Коммунист» № 12-13)
5. А. Коллонтай. «Семья и коммунизм» («Коммунист» № 7)
6. А. Коллонтай. «Проституция и меры борьбы с ней»
7. С. Равич. «Борьба с проституцей в Петрограде» («Коммунист» № 1-2)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Η μετάφραση έγινε από τα ρωσικά από το βιβλίο А. Коллонтай, «Положкеие Женщины в эволюции хозяйства (Лекций, читанные в Университете имени Я. М. Свердлова)», [Η θέση της γυναίκας στην εξέλιξη της Οικονομίας (Διαλέξεις στο πανεπιστήμιο Ι. Μ. Σβέρντλοφ)], Государственное Издательство, Москва 1922.

1. Για τα συμφέροντα της ατομικής ιδιοκτησίας η αστική τάξη δεν μπορούσε να αναγνωρίσει στα εκτός γάμου παιδιά το δικαίωμα της συντήρησής τους από τους ανύπαντρους πατέρες τους. Μια τέτοια αναγνώριση δικαιώματος θα είχε συνέπεια το «διασκορπισμό» της περιουσίας –ένα φαινόμενο απολύτως απαράδεκτο για την καπιταλιστική συσσώρευση. 

Μια 10χρονη αμερικανίδα στέλνει γράμμα στον ΓΓ της ΕΣΣΔ

(vid)

Και αποδέχεται την πρόσκληση να επισκεφτεί την ΕΣΣΔ εν μέσω ψυχρού πολέμου!

Μια 10χρονη αμερικανίδα στέλνει γράμμα στον ΓΓ της ΕΣΣΔΤο 1982, η δαιμονοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης κι ο χυδαίος αντικομμουνισμός είχαν φτάσει στο αποκορύφωμά τους στις ΗΠΑ.
Ο πρώην επικεφαλής της KGB, Γιούρι Αντρόπωφ, μόλις είχε αντικαταστήσει τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ ως Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος και εφάρμοζε πολιτική που ενοχλούσε τους ιμπεριαλιστές.
Οι Αμερικάνοι παρουσίαζαν τον Αντρόπωφ ως τον μεγαλύτερο εχθρό της χώρας τους, ενώ οι φήμες για τον επικείμενο πυρηνικό πόλεμο κατέκλυζαν τον Τύπο.
Νοέμβρης του 1982 κι ένα 10χρονο κορίτσι από τις ΗΠΑ, η Σαμάνθα Σμιθ, βλέποντας στο εξώφυλλο του περιοδικού ΤΙΜΕ, το πρόσωπο του νέου ηγέτη της ΕΣΣΔ ρωτά τη μητέρα της:
– «Αν οι άνθρωποι τον φοβούνται τόσο πολύ, γιατί δεν του γράφει κάποιος για να τον ρωτήσει αν θέλει να γίνει πόλεμος ή όχι;»
– «Γιατί δεν του γράφεις εσύ;»
αντιπρότεινε η μητέρα της. Και του έγραψε!

Το γράμμα της Σαμάνθα Σμιθ

«Ονομάζομαι Σαμάνθα Σμιθ. Είμαι 10 χρονών. Συγχαρητήρια για την καινούρια σας δουλειά. Ανησυχώ ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ξεκινήσουν πυρηνικό πόλεμο.
Θα ψηφίσετε υπέρ του πολέμου ή όχι;
Δεν χρειάζεται να απαντήσετε σ’ αυτήν την ερώτηση, αλλά θα θέλω να μάθω γιατί προσπαθείτε να κατακτήσετε τον κόσμο ή τουλάχιστον, τη χώρα μας. Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο για να ζούμε όλοι μαζί ειρηνικά και όχι για να πολεμάμε».

Η απάντηση του Αντρόπωφ

Μια 10χρονη αμερικανίδα στέλνει γράμμα στον ΓΓ της ΕΣΣΔΤο γράμμα της Σαμάνθα δημοσιεύτηκε στη Σοβιετική Εφημερίδα «Pravda», όμως ο Αντρόπωφ δεν έδωσε μεγάλη σημασία.
Η επιμονή της μικρής Σαμάνθας που απευθύνθηκε και στην σοβιετική πρεσβεία στις ΗΠΑ έφερε αποτέλεσμα.
Στις 26 Απριλίου  1983, η απάντηση του Γενικού Γραμματέα φτάνει  στο σπίτι της 10χρονης με τη μορφή επιστολής:
«Έλαβα το γράμμα σου, το οποίο μοιάζει με πολλά άλλα που μου έχουν στείλει άνθρωποι από τη χώρα σου και από τον υπόλοιπο κόσμο.
Μου φαίνεται ότι είσαι ένα γενναίο και ειλικρινές κορίτσι, όπως η Μπέκι, η φίλη του Τομ Σόγιερ απ’ το διάσημο βιβλίο του συμπατριώτη σου, Μαρκ Τουέιν.
Το βιβλίο είναι πολύ γνωστό και αγαπητό στη χώρα μας από αγόρια και κορίτσια.
Θα σου απαντήσω σοβαρά και με ειλικρίνεια.
Ναι Σαμάνθα, εμείς στη Σοβιετική Ένωση προσπαθούμε να κάνουμε ό, τι μπορούμε για να αποτρέψουμε τον πόλεμο.
Αυτό επιθυμεί κάθε Σοβιετικός. Αυτό μας έμαθε ο μεγάλος ιδρυτής μας, Βλαντιμίρ Λένιν.
Οι κάτοικοι της Σοβιετικής Ένωσης γνωρίζουν πολύ καλά πόσο απαίσιος είναι ο πόλεμος.
Πριν από 42 χρόνια, η Ναζιστική Γερμανία ήθελε να κατακτήσει όλο τον κόσμο και επιτέθηκε στη χώρα μας, έκαψε χιλιάδες πόλεις και χωριά και σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους.
Σε εκείνο τον πόλεμο, που έληξε με τη νίκη μας, ήμασταν σύμμαχοι με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μαζί πολεμήσαμε για την απελευθέρωση από τους Ναζί.
Ελπίζω να τα ξέρεις όλα αυτά από τα μαθήματα ιστορίας στο σχολείο. Και σήμερα θέλουμε πάρα πολύ να ζήσουμε μαζί ειρηνικά, να εμπορευόμαστε και να συνεργαζόμαστε με τους γείτονες μας σε όλη τη γη.
Στην Αμερική και στη χώρα μας, υπάρχουν πυρηνικά όπλα, τρομαχτικά όπλα που μπορούν να σκοτώσουν εκατομμύρια ανθρώπους σε μια στιγμή. Γι’ αυτό ακριβώς δηλώσαμε επισήμως ότι δεν θα τα χρησιμοποιήσουμε ποτέ πρώτοι».



Η Σαμάνθα Σμιθ περιχαρής δείχνει στην κάμερα την απάντηση του Αντρόπωφ, ΓΓ της ΕΣΣΔ

Η επίσκεψη της Σαμάνθα στην ΕΣΣΔ

Η Σαμάνθα δέχτηκε την πρόσκληση του Αντρόπωφ να επισκεφτεί την ΕΣΣΔ και στις 7 Ιουλίου του 1983, έφτασε στη Σοβιετική Ένωση, όπου παρέμεινε για δύο βδομάδες.
Τα ΜΜΕ κάλυψαν κάθε στιγμή της επίσκεψης της νεαρής Αμερικανίδας στην Σοβιετική Ένωση.
Η Σαμάνθα έμεινε στην κατασκήνωση Αρτέκ στην χερσόνησο της Κριμαίας, μαζί με εκατοντάδες παιδιά από κάθε γωνιά της ΕΣΣΔ.
Της τηλεφώνησε η πρώτη γυναίκα αστροναύτης, Βαλεντίνα Τερεσκόβα, αλλά η Σαμάνθα δεν κατάλαβε με ποια μιλούσε και το τηλέφωνο έκλεισε μετά από μια πολύ σύντομη συνομιλία.
Ο Αντρόπωφ, παρά το ζήλο που επέδειξε στο γράμμα του, δεν κατάφερε να τη συναντήσει, γιατί ήταν στο νοσοκομείο βαριά άρρωστος.
Οι Σοβιετικοί υποδέχτηκαν με χαρά την μικρή Αμερικανίδα και μάλιστα τύπωσαν γραμματόσημο με το πρόσωπό της.

Σε συνέντευξη τύπου που έδωσε, η 10χρονη δήλωσε γοητευμένη από τη φιλοξενία των ανθρώπων και είπε:
«Οι Σοβιετικοί είναι σαν και εμάς».
Στην Αμερική όμως, ο κόσμος αντιμετώπισε με καχυποψία την επίσκεψη και την χαρακτήρισε ως σοβιετική προπαγάνδα.
Όταν γύρισε στην Αμερική, της απένειμαν τον τίτλο της «Νεότερης Πρέσβειρας των ΗΠΑ».
Ταξίδεψε στην Ιαπωνία, όπου πρότεινε οι ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης και των ΗΠΑ, να «ανταλλάσουν» εγγονές ανά δύο χρόνια.
«Κανείς δεν θα ήθελε να βομβαρδίσει τη χώρα που μένει η εγγονή του»,
είπε, για να δικαιολογήσει την πρότασή της.
Μια 10χρονη αμερικανίδα στέλνει γράμμα στον ΓΓ της ΕΣΣΔΤο 1985, η 13χρονη Σαμάνθα εμφανίστηκε και στη μικρή οθόνη ως πρωταγωνίστρια της τηλεοπτικής σειράς «Lime Street».
Στις 25 Αυγούστου του 1985, η Σαμάνθα και ο πατέρας της επιβιβάστηκαν στο οκταθέσιο αεροπλάνο που θα τη μετέφερε στην πολιτεία του Μέϊν, όπου έμενε.
Κατά την προσγείωση, το αεροπλάνο συγκρούστηκε με τα δέντρα γύρω από αεροδρόμιο, σκοτώνοντας και τους 8 επιβαίνοντες.
Το ατύχημα παρουσιάστηκε ως σοβιετική συνομωσία, αλλά η επίσημη αναφορά κατέρριψε τις υποψίες.
Οφειλόταν σε βλάβη του ραντάρ, στις κακές καιρικές συνθήκες και στην απειρία του πιλότου.
Στην κηδεία της Σαμάνθα παρευρέθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και ο πρέσβης της Σοβιετικής Ένωσης, που μετέφερε τα συλλυπητήρια του νέου Γενικού Γραμματέα του ΚΚΣΕ, του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ:
«Όποιος γνώρισε τη Σαμάνθα Σμιθ, θα θυμάται για πάντα την εικόνα ενός κοριτσιού απ’ την Αμερική, που όπως εκατομμύρια νέοι απ’ τη Σοβιετική Ένωση, ονειρεύονται την ειρήνη και τη φιλία μεταξύ των χωρών μας».
Ο Γιούρι Αντρόπωφ είχε ήδη πεθάνει (κάποιοι ισχυρίζονται ότι δολοφονήθηκε) τον Φεβρουάριο του 1984.
Με πληροφορίες από τo myhero.com

Οι έλληνες πράκτορες των ναζί


Picture
Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 1944. Χιλιάδες Αθηναίοι συρρέουν στο κέντρο της πόλης για τη μεγάλη γιορτή της απελευθέρωσης από τους Ναζί κατακτητές. «Ανεβασμένοι στ' αυτοκίνητα ρίχνουν οι ΕΑΜίτες τα συνθήματα που τ' αρπάζει με μια φωνή ο κόσμος και τα κάνει βουή και σάλπισμα για να φτάσουν απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας: Κανένα άσυλο στους προδότες! Λευτεριά- Λαοκρατία!», διαβάζουμε στην ανταπόκριση του Ριζοσπάστη που κυκλοφόρησε στις 13 Οκτωβρίου 1944 ελεύθερα πλέον στο κέντρο της Αθήνας μετά από 8 χρόνια.



Σε αντίθεση με ότι συνέβη σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθ’ όλη τη διάρκεια των πανηγυρισμών επικράτησε τάξη. Η ηγεσία του ΕΑΜ τήρησε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, τιθασεύοντας τη μεγάλη δύναμή του κινήματος και διασκεδάζοντας τους φόβους των πολιτικών της αντιπάλων για «λουτρό αίματος», παρά τη διάχυτη επιθυμία για εκδίκηση απέναντι στους συνεργάτες των κατακτητών.
Την περίοδο 1945-1949, κάποιοι θα οδηγηθούν στα Ειδικά Δικαστήρια. Η συντριπτική πλειοψηφία θα αθωωθεί και πολλοί από τους καταδικασθέντες θα απελευθερωθούν τα επόμενα χρόνια. Αυτή είναι «η πιο μελανή περίοδος της ελληνικής δικαιοσύνης από σύστασης του ελληνικού κράτους».
Picture H «βρώμικη δουλειά» που ανέλαβε η ελληνική Δικαιοσύνη

Την ίδια χρονική περίοδο ήταν συντριπτικές οι καταδίκες σε θάνατο, ισόβια και εξορία από παράλληλα δικαστήρια των ανθρώπων που συμμετείχαν στο αντιστασιακό κίνημα. Είναι εντυπωσιακή η δυσαναλογία και αφορά σε μια βρώμικη δουλειά που ανέλαβε να κάνει η ελληνική δικαιοσύνη, μεταπολεμικά όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανασυγκρότησης επέλεξαν να κλείσουν γρήγορα το θέμα και να περάσουν το συντομότερο δυνατόν σε μια ομαλή κατάσταση.

Αν έμπαιναν σε μια διεξοδική απόδοση δικαιοσύνης θα έπρεπε να έχουμε ειδικά δικαστήρια και εκτελέσεις τουλάχιστον για μια πενταετία μετά τη λήξη του πολέμου, άρα ανοιχτές πληγές. Επέλεξαν λοιπόν να κλείσουν το θέμα εκτελώντας παραδειγματικά κάποιους μεγαλοδωσίλογους.

Στην Ελλάδα βέβαια ούτε καν αυτό δεν έγινε, επειδή αμέσως μετά τη λήξη της Κατοχής ακολουθούν τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο. Οι δωσίλογοι και αυτοί που ήταν γύρω από τους δωσίλογους θα γίνουν στηρίγματα της μεταπολεμικής αντικομουνιστικής πολιτικής κατάστασης που επικρατεί.
Η έννοια της εθνικοφροσύνης κυριαρχεί τουλάχιστον μέχρι την πτώση της Χούντας το 1974... Οπότε αυτοί οι άνθρωποι που θα είναι οικονομικά και πολιτικά στηρίγματα των μετα-κατοχικών κυβερνήσεων έπρεπε με κάποιο τρόπο να προστατευθούν και αυτό ακριβώς έκανε η Δικαιοσύνη την περίοδο εκείνη, αφήνοντας ένα τεράστιο ερωτηματικό ως προς το λαϊκό αίσθημα δικαιοσύνης απέναντι στους συνεργάτες των Ναζί.
PictureΚομαντατούρ Από τον οικονομικό στον πολιτικό και ένοπλο δωσιλογισμό

ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΕΣ, ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑΓΜΑΤΑ ΕΦΟΔΟΥ

Τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το 1941-1942, όπου κυριαρχούν απόλυτα οι δυνάμεις του Άξονα σε όλη την Ευρώπη, στην Αθήνα έχει δημιουργηθεί ένα ευρύ δίκτυο Ελλήνων συνεργατών του κατακτητή που έχει κυρίως οικονομικό υπόβαθρο.
Μην ξεχνάμε ότι μεσολαβεί ο φονικός κατοχικός λιμός, οπότε έχουμε πολλούς εμπόρους,  βιομηχάνους και ανθρώπους που κινούνται γύρω από την αγορά γενικότερα, τη μαύρη αγορά αφού η επίσημη αγορά έχει καταρρεύσει.
Στα δίκτυα της μαύρης αγοράς ξεχωρίζουν κάποιοι μεγαλομαυραγορίτες, οι οποίοι συνεργάζονται στενά με τους Γερμανούς.

Είναι οι άνθρωποι που δημιουργούν μεγάλες περιουσίες από αυτή τη συνεργασία, είναι οι άνθρωποι που κρύβουν τρόφιμα σε παράνομε αποθήκες για να δημιουργήσουν τεχνητή άνοδο της τιμής και να αποκομίσουν παράνομα κέρδη παρά το γεγονός ότι συνάνθρωποί τους πεθαίνουν από την πείνα, αυτό δεν τους απασχολεί καθόλου.
Αυτό το ευρύ δίκτυο προσπαθεί να διατηρήσει τα κεκτημένα του όταν πλέον το 1943 και κυρίως το 1944 φαίνεται ότι η αντίσταση και κυρίως το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ενισχύεται διαρκώς και υπάρχει περίπτωση να παίξει ρόλο στη μεταπολεμική Ελλάδα, καθώς φαίνεται πλέον καθαρά ότι οι Γερμανοί θα χάσουν τον πόλεμο.
Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν προσπαθούν να στρατευθούν πίσω από τον μπαμπούλα του αντικομουνισμού για να αντιμετωπίσουν το ΕΑΜ, καθώς γνωρίζουν παρά πολύ καλά ότι αν μετά τη λήξη του πολέμου κυριαρχήσει πολιτικά το ΕΑΜ στην Ελλάδα, θα χάσουν τις περιουσίες τους και θα λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη.
Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν χρηματοδοτούν μέσα από τα παράνομα κέρδη τους τις ποικίλες αντικομουνιστικές ομάδες που εμφανίζονται στην Ελλάδα και βέβαια τους πράκτορες των γερμανικών αρχών ασφαλείας και της γερμανικής αντικατασκοπείας, οι οποίοι πληρώνονται σε μεγάλο βαθμό όχι από το Βερολίνο αλλά από τις παράνομες δράσεις της μαύρης αγοράς. Συνεπώς από το '43 και μετά αυτό που αρχικά ήταν οικονομική κυρίως συνεργασία λαμβάνει και τη μορφή της πολιτικής και της ένοπλης συνεργασίας.

Picture Οι ρουλέτες της Κατοχής
Παράνομα καζίνο - τόποι συνάντησης οικονομικού και ο ένοπλου δωσιλογισμούΗ σύνδεση της κερδοσκοπίας των μαυραγοριτών με την εξόντωση των μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αναδεικνύεται μέσα από τη λειτουργία των κατοχικών ρουλετών. Αυτά τα μικρά καζίνο ήταν τόποι συνάντησης των «επιχειρηματιών» της μαύρης αγοράς και των συνεργατών των κατακτητών, ενώ με τα έσοδά τους οι κατακτητές χρηματοδοτούσαν Έλληνες και Γερμανούς πράκτορες των ναζιστικών υπηρεσιών ασφαλείας.
Το μεγαλύτερο παράνομο καζίνο της Αθήνας με 12 ρουλέτες και 3 τραπέζια σεμέν ντε φερ, ήταν η ρουλέτα του «Μαυροκέφαλου». Απασχολούσε περίπου 100 άτομα προσωπικό και τα κέρδη κάθε βραδιάς ξεπερνούσαν το ιλιγγιώδες ποσό των 100 χρυσών λιρών. Συνολικά στην Αθήνα την περίοδο της Κατοχής λειτούργησαν 21 τέτοιες ρουλέτες. Γνώρισαν ιδιαίτερη άνθιση στα τέλη του 1943, όταν ο πληθωρισμός, τα έσοδα από τα οχυρωματικά έργα των κατακτητών και η μαύρη αγορά, είχαν δημιουργήσει τεράστιο πλούτο στα χέρια εργολάβων και μαυραγοριτών, οι οποίοι «επένδυαν» τα παράνομα κέρδη τους στις ρουλέτες. Οι κατακτητές χρησιμοποιούσαν τις ρουλέτες για να χρηματοδοτούν τις υπηρεσίες τους, καθώς πουλούσαν πανάκριβα τις άδειες στους Έλληνες «επιχειρηματίες» και είχαν ποσοστά στα κέρδη.
Η μεγαλύτερη ρουλέτα υπό τον έλεγχο των Γερμανών ήταν το Femina στην οδό Βουκουρεστίου, όπου λειτουργούσε και ακριβό εστιατόριο. Παράλληλα στους χώρους αυτούς οι Γερμανοί στρατολογούσαν Έλληνες πληροφοριοδότες που σύχναζαν εκεί ως πελάτες, συγκεντρώνοντας πολύτιμες πληροφορίες.

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του δικηγόρου Γ. Εμμανουήλ. Αφού πρώτα απέκτησε ένα σημαντικό χρηματικό κεφάλαιο κερδοσκοπώντας στο χρηματιστήριο Αθηνών, επένδυσε τα κέρδη του στη μαύρη αγορά τροφίμων. Μέσα από τα δίκτυα της μαύρης αγοράς ήρθε σε επαφή με τους καπνέμπορους αδερφούς Νικολαΐδη από τη Θεσσαλονίκη που ήταν υπεύθυνοι σε δύο από τα καζίνο που έλεγχαν τα S.D., η υπηρεσία ασφαλείας των Ες-Ες. Δουλεύοντας λοιπόν στην υποδοχή του καζίνο Femina γνωρίστηκε με αξιωματικούς των Ες-Ες και στρατολογήθηκε σε αυτά. Ακολούθησε μετάβασή του στο Βερολίνο όπου εκπαιδεύτηκε για μία εβδομάδα σε ειδικό σχολείο πρακτόρων και η επιστροφή του στην Αθήνα για την ανάληψη δράσης.
Δεκάδες άλλοι Έλληνες πράκτορες των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας συγκρότησαν ομάδες εφόδου με στόχο την εξόντωση των μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι ομάδες αυτές που συνελάμβαναν, βασάνιζαν και δολοφονούσαν αντιστασιακούς πληρώνονταν από τα κέρδη των ελληνικών καζίνο. Συνδέοντας έτσι με έναν ακόμα τρόπο την κερδοσκοπία των μαυραγοριτών με την εξόντωση των μελών της αντίστασης.

Το Φεβρουάριο του '46 έγινε η μεγάλη δίκη των πρακτόρων που εργάζονταν στις κατοχικές ρουλέτες. Δικάστηκαν 46 άτομα οι 35 αθωώθηκαν, από τους 11 που καταδικάστηκαν παρόντες ήταν οι 5 οι οποίοι έλαβαν ποινές από 10 μήνες έως 6 χρόνια φυλάκιση.
PictureSicherheitsdienst ή S.D., ήταν η Υπηρεσία Ασφαλείας των ναζιστικών Ες-Ες Ας δούμε αναλυτικά, τις ελληνικές φιλοναζιστικές και αντικομμουνιστικές οργανώσεις και τις ελληνικές ομάδες πρακτόρων των Ναζί.

S.D. Η Υπηρεσία Ασφαλείας των Ες-Ες και οι έλληνες πράκτορές της

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στο κτίριο της οδού Σανταρόζα 3 ήταν η έδρα της υπηρεσίας Sicherheitsdienst ή S.D., που ήταν η Υπηρεσία Ασφαλείας των ναζιστικών Ες-Ες. Στο ίδιο κτίριο στεγάζονταν και η ομάδα αντικατασκοπίας Dienststelle 3000. Οι υπηρεσίες αυτές είχαν ως στόχο τη διενέργεια αντικατασκοπίας και τη δημιουργία ομάδων Ελλήνων σαμποτέρ, που θα ανατίναζαν βασικές υποδομές της πόλης αμέσως μετά την αποχώρηση των Ναζί από την Αθήνα.

Η ομάδα σαμποτάζ έφτασε να αριθμεί 50-60 έλληνες πράκτορες. Οι δολιοφθορές που έγιναν μετά την αποχώρηση των Γερμανών για να δημιουργήσουν μια κατάσταση χάους στην πρωτεύουσα ήταν η ανατίναξη του φράγματος του Μαραθώνα, των εγκαταστάσεων ηλεκτρικού ρεύματος σε Αθήνα και Πειραιά, καταστροφές στο λιμάνι του Πειραιά, στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά και σε πολλές άλλες υποδομές.
Η “αντιστασιακή” ομάδα δημιουργήθηκε τον Μάιο του 1943 υπό τον Έλληνα αξιωματικό Γ. Παντέλογλου, αρχηγό της ΟΕΔΕ (Οργάνωση Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδας), η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα του υπό συγκρότηση αντάρτικου -όπως τον ονόμαζαν- στρατού, ο οποίος καταλαμβάνοντας θέση στην ορεινή Ελλάδα θα πολεμούσε ενάντια στον ΕΛΑΣ και στους συμμάχους όταν αυτοί θα εισέβαλαν στη χώρα. Μέσω της ΟΕΔΕ ο Παντέλογλου στρατολογούσε αντικομμουνιστές και γερμανόφιλους διευρύνοντας τον αρχικό πυρήνα των 70 περίπου ανδρών σε μια ομάδα 2500 περίπου ατόμων. Εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ στην οδό Μάρνης στις 26 Σεπτεμβρίου 1944.

Η οργάνωση 3000 είχε επίσης ομάδα πρακτόρων με αποστολή τον εντοπισμό των ελληνικών δικτύων διαφυγής προς τη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό το λόγο πράκτορες της είχαν μισθώσει βενζινοκίνητα καΐκια όπως το Αγία Μαρίνα, Άγιος Δημήτριος και Ευαγγελίστρια, τα πληρώματα των οποίων αποτελούνταν από “έλληνες” ναυτικούς – πράκτορες της 3000. Αυτοί υπόσχονταν σε Εβραίους και αξιωματικούς του ελληνικού στρατού ότι θα τους φυγάδευαν στη Μέση Ανατολή. Λάμβαναν εξαιρετικά υψηλή αμοιβή ανά άτομο συνήθως σε χρυσές λίρες Αγγλίας και στη συνέχεια συνελάμβαναν αυτά τα άτομα και τα παρέδιδαν στους Γερμανούς.

Το Δεκέμβριο του 1947 έγινε η μεγάλη δίκη της οργάνωσης 3000. Η απόφαση του δικαστηρίου ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων που αποτυπώθηκε ακόμα και σε εφημερίδες της εποχής. Από τους 70 κατηγορούμενους οι 64 αθωώθηκαν. Αλλά και από τους μόλις 6 που δικάστηκαν μόνο ο ένας ήταν παρών. Συνεπώς από τα 70 άτομα που δικάστηκαν ως πράκτορες της ναζιστικής οργάνωσης 3000 καταδικάστηκε μόλις ένα σε ποινή φυλάκισης 9 ετών.
Picture «Μπουντ», «Ένωσις Φίλων Χίτλερ» ή τα «Ελληνικά Ες-Ες»

Στα κτίρια της οδού Παπαρηγοπούλου 5 και 7 στεγάστηκαν την περίοδο της Κατοχής η ναζιστική οργάνωση αντικατασκοπίας «Μπουντ» και οι έλληνες πράκτορές της. Στα κτίρια αυτά βασανίστηκαν δεκάδες αντιστασιακοί κατά τη διάρκεια ανακρίσεων, πριν σταλούν στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία ή στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής προς εκτέλεση.

Η Μπουντ (που σημαίνει σύνδεσμος) ιδρύθηκε πριν τον πόλεμο και ήταν υπηρεσία αντικατασκοπείας. Οι ελληνικές αρχές γνώριζαν τη δράση της για λογαριασμό της ναζιστικής Γερμανίας αλλά δεν παρεμπόδισαν το έργο της. Όταν κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου αποφάσισαν να συλλάβουν κάποια από τα μέλη της ήταν πλέον αργά. Μετά την είσοδό τους στην Αθήνα, οι Ναζί αποφυλάκισαν τους έμπειρους κατασκόπους τους, οι οποίοι ανέλαβαν την ανασυγκρότηση της οργάνωσης.

Η οργάνωση είχε δικό της δίκτυο κατασκόπων που έδρασε στην Αθήνα και τη Μέση Ανατολή. Το δίκτυο αυτό ήταν υπό τις διαταγές του Γερμανού φρουράρχου Αθηνών Φρίτσε. Έργο τους ήταν να εντοπίζουν τις διαδρομές διαφυγής Ελλήνων πολιτών και στρατιωτικών προς τη Μέση Ανατολή. Δεκάδες από αυτούς πιάστηκαν εν πλω και παραδόθηκαν στους Γερμανούς προς εκτέλεση. Επίσης, μέλη της Μπουντ εντόπιζαν Έλληνες πράκτορες που υπηρετούσαν στις συμμαχικές δυνάμεις. Ήταν άτομα που επιχειρούσαν να φέρουν ασυρμάτους στην κατεχόμενη Ελλάδα με στόχο την επικοινωνία της ελληνικής Αντίστασης με τους Βρετανούς και την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το φθινόπωρο 1943 η δράση της Μπουντ αναβαθμίστηκε με τη συγκρότηση ομάδων κρούσης που έκαναν συλλήψεις και εκτελέσεις. Στο σκέλος της δίωξης των κομμουνιστών πρωτοστάτησε ο Α. Αγήνορας. Ο Αγήνορας είχε εμπλοκή σε τουλάχιστον 25 υποθέσεις που δικάστηκαν μεταπολεμικά και αφορούσαν σε καταδόσεις και δολοφονίες μελών του ΕΑΜ, ληστείες περιουσιών Εβραίων εμπόρων, συλλήψεις ατόμων και αποστολή τους στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία. Η τύχη του Αγήνορα είναι άγνωστη. Κατά μία εκδοχή εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ στη Μακεδονία κατά μια άλλη εκδοχή έφυγε στη Γερμανία.

Οι ομάδες κρούσης της Μπουντ είχαν καθαρά αντικομουνιστική δράση. Συνέλεγαν στοιχεία για τις κινήσεις μελών του ΕΑΜ από διάφορους μυστικούς πληροφοριοδότες που είχαν στις συνοικίες. Προτιμούσαν περιπτεράδες, θυρωρούς, οδηγούς ταξί και ιδιοκτήτες κουρείων. Στη συνέχεια, σε συνεργασία με την Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής και τη Γκεστάπο, πράκτορες της Μπουντ έκαναν εφόδους σε σπίτια και καταστήματα πραγματοποιώντας συλλήψεις. Ακολουθούσαν ανακρίσεις και βασανιστήρια στα γραφεία της Μπουντ στην Παπαρηγοπούλου ή σε αυτά της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν.
Οι πληροφορίες που αντλούσαν μετά από σκληρά βασανιστήρια που πολλές φορές οδηγούσαν στο θάνατο των συλληφθέντων τους επέτρεπαν να οργανώνουν ακόμα μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατά μελών του ΕΑΜ και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων όπως τα μπλόκα ολόκληρων συνοικιών. Μεταξύ των θυμάτων της Μπουντ ήταν και η 17χρονη Ηρώ Κωνσταντοπούλου.
Τα 3 Έψιλον
Η Εθνική Ένωσής Ελλάς, γνωστή ως 3Ε, ήταν μια αντισημιτική και αντικομμουνιστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1927 στην Θεσσαλονίκη και στράφηκε εναντίον της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μέλη της δραστηριοποιήθηκαν και στην Αθήνα καταδίδοντας εβραϊκές οικογένειες και μέλη του ΕΑΜ στους Ναζί. Τα γραφεία της οργάνωσης ήταν στο κτίριο της οδού Σίνα 8.


Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ)
Η Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ) ήταν μια ελληνική φιλοναζιστική και αντικομουνιστική οργάνωση που ιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1941 με πρωτοβουλία του γιατρού Γ. Βλαβιανού, διορισμένου κατοχικού προέδρου της κοινότητας Κηφισιάς. Χρηματοδοτούνταν από τους Ναζί με στόχο τη στρατολόγηση ατόμων για τη δημιουργία ελληνικού στρατιωτικού σώματος που θα πολεμούσε στις γραμμές της ναζιστικής Βέρμαχτ κατά των Σοβιετικών στο ανατολικό μέτωπο. Για να το πετύχει αυτό είχε οργανώσει συσσίτια στα γραφεία της και προπαγανδιστικά μαθήματα σχετικά με τον κίνδυνο του μπολσεβικισμού. Επίσης, η οργάνωση συνέβαλε στην προσπάθεια των Γερμανών να προσελκύσουν Έλληνες εργάτες προς αποστολή στα εργοστάσια της Γερμανίας.

Σε μια περίοδο που ο κατοχικός λιμός αποδεκάτιζε τους Αθηναίους, η ΕΣΠΟ συντάχθηκε με το ελληνικό υπουργείο Εργασίας παρουσιάζοντας την εργασία στα γερμανικά εργοστάσια ως ευκαιρία που έδινε η χιτλερική Γερμανία στους Έλληνες. Όταν άρχισαν να γίνονται γνωστές οι άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των Ελλήνων -και όχι μόνο- εργατών στη Γερμανία και οι θάνατοί τους από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, το υπουργείο Εργασίας επιδόθηκε σε έναν αγώνα προπαγάνδας προς διαστρέβλωση της πραγματικότητας.

Η εκμετάλλευση του εξαθλιωμένου εργατικού δυναμικού της χώρας από τους Ναζί αλλά και από το ελληνικό υπουργείο Εργασίας ήταν ο λόγος που οδήγησε στην εκτέλεση του υπουργού Εργασίας Νικόλα Χαλύβα από την ΟΠΛΑ στις 27 Ιανουαρίου 1944 στην πλατεία Κολωνακίου.

Στην αρχή της η ΕΣΠΟ αριθμούσε περίπου 2500 άτομα στην πλειοψηφία τους νεαροί πρώην μέλη της μεταξικής νεολαίας. Για να καταστείλουν το αντιστασιακό κίνημα στους χώρους εργασίας, μέλη της ΕΣΠΟ προσλαμβάνονταν ως εργάτες στις επιταγμένες από τους Ναζί μονάδες παραγωγής. Έργο τους ήταν η εξάρθρωση των αντιστασιακών δικτύων μέσα στα εργοστάσια. Ήταν οι άνθρωποι που σε συνεργασία με την εργοδοσία παρέδιδαν στη Γκεστάπο ονομαστικές καταστάσεις οργανωμένων κυρίως του εργατικού ΕΑΜ. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Χαλυβουργίας Σταυριανού στο Κερατσίνι όπου εργάτης μέλος της ΕΣΠΟ κατέδωσε 18 συναδέλφους του ως μέλη του εργατικού ΕΑΜ.

Στις 17 Ιουνίου 1948, στη μεγαλύτερη δίκη μελών της ΕΣΠΟ δικάστηκαν 31 άτομα. Από τους 8 που καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές παρόντες στη δίκη ήταν μόνο οι 3.
G.F.P. Η Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία της Βέρμαχτ και η δράση των Ελλήνων πρακτόρων της
Την περίοδο της Κατοχής στο κτίριο στη συμβολή των οδών Πατησίων 32 και Καποδιστρίου ήταν η έδρα της Geheime Feldpolizei (G.F.P.) που ήταν η Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία της Βέρμαχτ. Στο κτίριο αυτό οδηγήθηκαν, προς ανάκριση, πολλοί αντιστασιακοί που πιάστηκαν από τους Έλληνες πράκτορες της υπηρεσίας κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, απεργιών και άλλων αντιστασιακών ενεργειών.

Η υπηρεσία αυτή ασχολούταν με θέματα κατασκοπείας, αντικατασκοπείας, προπαγάνδας και καταπολέμησης της αντίστασης. Οι Γερμανοί και έλληνες πράκτορες της G.F.P. κυκλοφορούσαν με πολιτικά, συγκέντρωναν πληροφορίες για τη δράση διάφορων ατόμων και έκαναν αιφνιδιαστικές συλλήψεις. Ακολουθούσε ανάκριση στα γραφεία της και εγκλεισμός στις φυλακές Αβέρωφ.
Ένας από τους φανατικούς πράκτορες της G.F.P. ήταν ο χωροφύλακας ειδικής ασφάλειας Θ. Μπουρτζάλας. Ήταν ένας από τους λίγους έλληνες εθελοντές που πολέμησαν με τη στολή της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο ενάντια στον Κόκκινο Στρατό. Πολέμησε στο Στάλινγκραντ και κατάφερε όχι μόνο να επιζήσει αλλά και να επιστρέψει στην Αθήνα συνεχίζοντας τον αγώνα του κατά των Κομμουνιστών αυτή τη φορά ως πράκτορας της G.F.P. Αν και καταδικάστηκε σε τρεις φορές ισόβια αποφυλακίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50.
Πέρα όμως από την αντικατασκοπεία και τον εντοπισμό των αντιστασιακών η δράση όλων αυτών των οργανώσεων στόχευε στο να πλήξει το ηθικό των Ελλήνων. Εξίσου αν όχι πιο σημαντική με την εξάρθρωση μιας αντιστασιακής ομάδας ήταν η τρομοκράτηση των κατακτημένων. Οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους έδιναν μεγάλη δημοσιότητα στις φρικαλεότητες τους. Οι μαζικές εκτελέσεις στο σκοπευτήριο της Καισαριανής διαφημίζονταν στον ελεγχόμενο Τύπο και οι απαγχονισμένοι αντιστασιακοί σε διάφορα μέρη της Αθήνας παρέμεναν για ώρες κρεμασμένοι από δέντρα για να τους δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι πολίτες.
Στο έργο που βασίστηκε στη μελέτη κλινικών περιπτώσεων στα νοσοκομεία της κατοχικής Αθήνας, τέσσερις Έλληνες νευρολόγοι ψυχίατροι αναφέρουν ότι βασική επιδίωξη των κατακτητών ήταν να επιβάλουν ένα καθεστώς τρόμου, να δημιουργήσουν για τον πληθυσμό τέτοιες συνθήκες ώστε κάθε αίσθημα ασφάλειας να εξαφανιζόταν και τη θέση του να έπαιρνε ένας διαρκής αγχώδης φόβος που δεν θα επέτρεπε καμία άλλη σκέψη και κανένα άλλο συναίσθημα. Έτσι θα οδηγούνταν ο λαός σε μια πραγματική ψυχική οπισθοδρόμηση.
Picture
(Ιανουάριος 1945. Το κτίριο της οδού Πατησίων 32 αμέσως μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών με εμφανή τα ίχνη από τις μάχες, αρχείο Γεωργίου Βήχου, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).
Picture
Ιούλιος 2015
PictureΟ Ιωάννης Ράλλης ενθαρρύνει μικτό απόσπασμα από αξιωματικούς της Ειδικής Ασφάλειας, αστυφύλακες και ταγματασφαλίτες Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής
Η αιχμή του αντικομμουνιστικού μετώπου στην Αθήνα

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής υπήρξε ο κύριος οργανωτής των ένοπλων επιχειρήσεων (κατοχικά μπλόκα, έρευνες σε σπίτια) ενάντια στα μέλη του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος. Στα κτίρια της οδού Ελπίδος 3 και 5 βρίσκονταν οι χώροι ανάκρισης και τα κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας, τόποι μαρτυρίου για εκατοντάδες αντιστασιακούς. Στα κτίρια αυτά έχασαν τη ζωή τους από τα σκληρά βασανιστήρια τουλάχιστον 28 αντιστασιακοί.

Η Ειδική Ασφάλεια ιδρύθηκε το 1929 από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου με κύριο έργο την προάσπιση του κοινωνικού καθεστώτος απέναντι στον κίνδυνο του κομμουνισμού. Από την αρχή η δράση της έλαβε χαρακτήρα παρακρατικής οργάνωσης στην καρδιά του κρατικού μηχανισμού. Τον Ιούνιο του 1933 ο διοικητής της ταγματάρχης Α. Δικαίος οργάνωσε την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον ιδρυτή της Ελευθέριο Βενιζέλο.
Την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά κάτω από την πολιτική δ/νση του περιβόητου Κων/νου Μανιαδάκη οι άνδρες της εφάρμοσαν εξαιρετικά σκληρές και παράλληλα πρωτότυπες πρακτικές δίωξης κατά των κομμουνιστών. Την τεχνογνωσία αυτή εκμεταλλεύτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο υπουργός Εσωτερικών Αναστάσιος Ταβουλάρης και ο πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης για να μετατρέψουν την Ειδική Ασφάλεια από κρατική υπηρεσία σε ένοπλη αντικομουνιστική ομάδα κρούσης.

Το 1943 επανέφεραν στην υπηρεσία τον απόστρατο ταγματάρχη Α. Λάμπρου τον οποίον διόρισαν διοικητή της Ειδικής Ασφάλειας. Ο Λάμπρου προσλαμβάνοντας ως χωροφύλακες άνευ θητείας φανατικούς αντικομουνιστές, πράκτορες των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας αλλά και άτομα του υποκόσμου συγκρότησε ομάδες κρούσης σε όλη την Αθήνα.
Συνολικά σε μπλόκα, ενέδρες, βασανιστήρια, εκτελέσεις σε σπίτια και χώρους εργασίας οι άνδρες της ειδικής σκότωσαν οι ίδιοι ή παρέδωσαν στους Ναζί προς εκτέλεση περισσότερα από 300 άτομα.

Η πιο πολύτιμη συνεισφορά της ειδικής στον κοινό αγώνα με τους Ναζί ενάντια στον κομμουνισμό ήταν αυτή της οργάνωσης των κατοχικών μπλόκων. Τα μπλόκα σχεδιάζονταν από άνδρες της ειδικής ασφάλειας και υλοποιούνταν από τα τάγματα ασφαλείας με την εποπτεία ολιγάριθμων Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών. Η διαδικασία ήταν η εξής. Πρώτα δυνάμεις των δυνάμεων ασφαλείας αναπτύσσονταν στη συνοικία κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η απαγόρευση κυκλοφορίας τους επέτρεπε να κινηθούν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους κατοίκους. Μόλις ξημέρωνε καλούσαν με τηλεβόες τους άνδρες ηλικίας 15 έως 65 ετών να συγκεντρωθούν σε κάποιο κεντρικό σημείο προς έλεγχο ταυτοτήτων. Στη συνέχεια κατέφθαναν Γερμανοί και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας συνοδεύοντας τους περίφημους κουκουλοφόρους, άτομα δηλαδή που έχοντας καλυμμένο το πρόσωπό τους κατέδιδαν μέλη των ΕΑΜικών οργανώσεων. Αρχικά ο Γερμανός αξιωματικός καλούσε ονόματα μελών του ΕΑΜ βάση ονομαστικής κατάστασης που του είχαν παραδώσει άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας. Αυτές τις πληροφορίες είχαν συλλέξει οι άνδρες της Eιδικής ανακρίνοντας και βασανίζοντας διάφορους αντιστασιακούς. Όσοι εντοπίζονταν οδηγούνταν σε ξεχωριστή ομάδα και στη συνέχεια εκτελούνταν από γερμανικό απόσπασμα αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και από άνδρες των ταγμάτων ασφάλειας. Στη συνέχεια κουκουλοφόροι αναλάμβαναν να εντοπίσουν όσους δεν εμφανίστηκαν οικειοθελώς κατά τη ανάγνωση των ονομάτων αλλά και άλλους που δεν υπήρχαν στην ονομαστική κατάσταση και ήταν μέλη του ΕΑΜ.

Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Τζώρτζη Μαράτου όταν κατά τη διάρκεια μπλόκου στου Ζωγράφου οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στο υπαίθριο κέντρο Γαρδένια στην κεντρική λεωφόρο:
«Οι τσολιάδες μας έβαλαν στη σειρά και δεν έλεγαν κουβέντα. Κατά τις 11 φάνηκε ένα γερμανικό αυτοκίνητο με Γερμανούς και έλληνες αξιωματικούς και κάποιον που φορούσε στο κεφάλι μια μαύρη κουκούλα. Και άρχισε η επιθεώρηση. Μπροστά πήγαινε αυτός με την κουκούλα για να μην αναγνωρίζεται και με δύο τρύπες στα μάτια για να βλέπει. Νεκρική σιγή. Κάποια στιγμή σηκώνει το δάχτυλο και δείχνει τον Νίκο του κουρέα. Όλοι ξέρουμε ότι ήταν ΕΑΜίτης. Κρύος ιδρώτας μας έλουσε. Αμέσως τον πιάνουν δύο και τον πάνε στην άκρη. Πιο πέρα δείχνει τον κύριο Ιωάννου τον δικηγόρο. Έπειτα τον κύριο Αγησίλαο τον δάσκαλο του δημοτικού. Έρχεται κοντά μας και μου φαίνεται ότι αναγνωρίζω τον παραγιό που δούλευε στον φούρνο του Πανταζόπουλου. Σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι μπορεί να του είχα πει καμιά άσχημη κουβέντα όταν μου ζύγιζε το ψωμί...»

Σε Καλογρέζα, Καισαριανή, Βύρωνα, Νέο Κόσμο, Δάφνη, Καλλιθέα, Περιστέρι, Κοκκινιά και Ταμπούρια (αυτά ήταν τα μεγάλα μπλόκα αλλά έγιναν και χιλιάδες μικρότερα) εκτελέστηκαν περίπου 500 άτομα επί τόπου ενώ άλλα 11000 οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι και από εκεί προς εργασία στη Γερμανία ή στις φυλακές Αβέρωφ και Χατζηκώστα.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μεταπολεμικές δίκες ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν με διαφορά οι περισσότερες από κάθε άλλη δωσιλογική οργάνωση. Αν και δικάστηκαν περισσότερα από 60 μέλη της και κάποια από αυτά καταδικάστηκαν σε θάνατο ή ισόβια κανένα δεν εκτελέστηκε και τα περισσότερα είχαν αποφυλακιστεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο ίδιος ο διοικητής της Α. Λάμπρου. Αν και δικάστηκε 13 φορές, στις 10 δίκες αθωώθηκε. Καταδικάστηκε συνολικά 7 φορές σε θάνατο αλλά αποφυλακίστηκε με απανωτές χάρες του βασιλιά το Φεβρουάριο του 1952.

Η σύνδεση της Ειδικής Ασφάλειας με τον αντικομουνιστικό αγώνα των Ναζί αποτυπώθηκε και στις απώλειες που είχε. Η αστυνομία είχε μόλις 9 θύματα εκτελεσμένα από τη ΟΠΛΑ ή τον ΕΛΑΣ ενώ αντίστοιχα η Χωροφυλακή 177 εκ των οποίων οι 102 ανήκαν στην Ειδική Ασφάλεια.


Πηγή: news247.gr 

Ο “πράσινος καπιταλισμός” και η κλιματική αλλαγή

Κατιούσα Ανεξάρτητα από την ορολογία που χρησιμοποιείται, ανεξάρτητα αν περάσαμε από την κλιματι...

TOP READ