Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Οκτ 2018

Κάποτε στο μαγευτικό Πέραμα


Επιστολικό Δελτάριο του 1904 - Πειραιεύς Πέραμα


Του Στέφανου Μίλεση

Το Πέραμα αναπόσπαστο κάποτε προάστειο του Πειραιά, αποτελούσε στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχές του 20ου, έναν μαγευτικό πευκόφυτο προορισμό με ήρεμα γαλάζια νερά και ελάχιστα σπίτια αλιέων. Όμως δεν ήταν συνοικισμός, απλά κάποια διάσπαρτη παρουσία ψαράδων. Κάποιοι από αυτούς είχαν στήσει μάλιστα και κάποια μαγαζάκια, που προσέφεραν σε χαμηλές τιμές ψάρια και καλή ρετσίνα.

Πέραμα 1897
Το Πέραμα αν και απέχει από τον Πειραιά λιγότερο από δέκα περίπου χιλιόμετρα, φάνταζε τότε πολύ μακρινός και απόμερος προορισμός. Το τέρμα της διαδρομής οριοθετούσε το λεγόμενο "πέρασμα", το ακρότατο δηλαδή σημείο από όπου έπαιρνε κάποιος την βάρκα για να περάσει απέναντι στη Σαλαμίνα.

Το Πέραμα το 1912
Για πολλά χρόνια αποτελούσε την γραφικότερη ακτή του Πειραιά, καθώς τα πευκοδάση του έφταναν μέχρι τη θάλασσα.
Ο πληθυσμός του Περάματος πολλαπλασιάστηκε από το 1920 και μετά και κύρια με την καταστροφή του '22 όταν δημιουργήθηκε εκεί ο προσφυγικός συνοικισμός. Η εγκατάστασή τους ωστόσο δεν άλλαξε το τοπίο της περιοχής και το μόνο που διαφοροποίησε ήταν πως στην έρημη κάποτε ακτή του τσαλαβουτούσαν στα νερά του "χίλοι διάβολοι" όπως περιγράφει ο δημοσιογράφος Γ. Α. Μπουκουβάλας στην εφημερίδα "Πρωΐα", τα παιδιά του προσφυγικού συνοικισμού που ξεσήκωναν με τις φωνές τους τον τόπο ολόγυρα.

Το Πέραμα αποτελούσε για χρόνια έναν τόπο διακοπών, ειδικά για τις λαϊκές οικογένειες που κατασκήνωναν κάτω από τα πεύκα του από τις αρχές κιόλας του καλοκαιριού. Παράλληλα λόγω του απόμακρου αποτελούσε καταφύγιο για ζευγαράκια νέων της εποχής. Για όλους αυτούς τους λόγους επικράτησε τόσο μεταξύ των παραθεριστών όσο στον ημερήσιο τύπο να αποκαλείται το "Μαγευτικό Πέραμα". Δροσιά, δάση, ωραίες ακρογιαλιές κατάλληλες για μπάνια, εστιατόρια με φθηνές τιμές, βιλίτσες με όλα τα κομφόρ και με λογικό ενοίκιο, φρέσκα πάντοτε ψάρια και θαλασσινά συνοδεία πάντοτε ρετσίνας. 

Το Καλοκαίρι στο Πέραμα Πειραιώς.
 Στο μαγευτικό Πέραμα με τα αναπαυτικά οχήματα
της ΕΗΣ Πειραιώς - Περάματος (1933)


Από τα μέσα της δεκαετίας του '20 οι ταρσανάδες και τα μικρά καρνάγια ήδη ξεκινούν σιγά-σιγά την μετεγκατάστασή τους από τον Πειραιά στο Πέραμα. Έτος σταθμός είναι το 1928 που όλα τα μεγάλα ναυπηγεία ξύλινων σκαφών και ιστιοφόρων μεταφέρθηκαν από τον λιμένα των Αλών μπροστά δηλαδή από τον σημερινό Ηλεκτρικό Σταθμό Πειραιώς και τον διπλανό Άγιο Διονύσιο όπου βρισκόντουσαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Περάματος. Τα Ναυπηγεία ακολούθησαν στη νέα τους τοποθεσία και ένα ολόκληρο πλήθος από εργαζόμενους σ΄ αυτά. Οι νέοι οικιστές του Περάματος ήταν ξυλουργοί, μαραγκοί και ένα πλήθος από ειδικότητες που είχαν να κάνουν με τα ξυλοναυπηγεία. Αυτοί αποτέλεσαν και τη βάση, τον πυρήνα ενός πληθυσμού που βρήκε το Πέραμα στις αρχές της δεκαετίας του '30 να διαθέτει περί τους 10.000 κατοίκους. 

Στο μεταξύ και ο Πειραιάς κάτω από την πίεση της ανάπτυξης, όλη τη δεκαετία του '30, "έσπρωχνε" τα εργοστάσια και της βιοτεχνικές μονάδες προς την περιφέρειά του. Οι "Μύλοι" Πειραιώς, τα εργοστάσια Λιπασμάτων και Τσιμέντων και πλήθος άλλων παραγωγικών μονάδων, μετακινούνταν διαρκώς ολοένα και μακρύτερα από το κέντρο της πόλης με μεγάλο μέρος τους να κινείται με κατεύθυνση το Πέραμα.

Ήδη από το Νοέμβριο του 1930 είχαν ξεκινήσει οι εργασίες κατασκευής τροχιοδρομικής γραμμής που θα συνέδεε τον Πειραιά με το Πέραμα. Ο Χρήστος Λεβάντας σε άρθρο του στην εφημερίδα "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ" ανέφερε το 1930 πως η σκέψη σύνδεσης του Περάματος με τον Πειραιά μέσω τροχιοδρομικής γραμμής (ΤΡΑΜ) ήταν πολύ παλιά. Χρειάστηκε όμως να περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι την πραγματοποίησή της, έργο που οφείλεται στην θέρμη του Υπουργού Συγκοινωνίας Αβραάμ. Βέβαια θα χρειασθεί αρκετός καιρός ακόμη μέχρι τη λειτουργία της γραμμής, που εγκαινιάστηκε στις 20 Ιουλίου του 1936.

Στο Πέραμα με την άνεση του Τραμ


Μέχρι και τη κατασκευή της γραμμής Πειραιάς - Πέραμα η προσέγγιση των γραφικών ακτών γίνονταν είτε με λεωφορεία που αναχωρούσαν από το Ρολόι (Δημαρχείο του Πειραιά), είτε με τα βενζινόπλοια (βενζίνες) που αναχωρούσαν ακριβώς έναντι του ρολογιού για τη Σαλαμίνα αφού έκαναν πρώτα μια στάση στο εξοχικό Πέραμα. 


Στην παραλία του Περάματος το 1930



Και ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο συγκοινωνιακών μέσων, λεωφορείων και βενζινόπλοιων, ήταν τόσο μεγάλος, ώστε εξαιτίας αυτού γεννήθηκαν και οι φωνές των ναυτών από τα πλοία της λεγόμενης Κούλουρ Λάινς (Κουλουριώτικων γραμμών), παράδοση που διατηρήθηκε μέχρι και τις μέρες μας.
- Άλλος για το Πέραμα με τη "Ραμόνα" που πετάει και δεν κολυμπάει...

Οι ναύτες αποκαλούσαν τα λεωφορεία της γραμμής του Περάματος "Σέσουλες" ενώ οι οδηγοί των λεωφορείων αποκαλούσαν με την σειρά τους τις βενζίνες "σκυλοπνίχτες".
- Μακριά από τις Σέσουλες! φώναζαν οι ναύτες.
- Το νου σας στις σκυλοπνίχτες, απαντούσαν οι οδηγοί. 

Και το Πέραμα παρέμενε παρόλα αυτά ένας μαγευτικός προορισμός όλη της προπολεμική περίοδο. Και οι Πειραιώτες που επέλεγαν να πάνε οδικώς στο Πέραμα, άρχιζαν το σταυροκόπημα λίγο μετά την εκκλησία του Αγίου Διονυσίου που τελείωναν οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι και ξεκινούσαν οι κακοτράχηλοι χωματόδρομοι με τις μεγάλες λακούβες. Το κούνημα εξαιτίας του δρόμου διαρκούσε σε όλη την διαδρομή μέχρι που φαίνονταν τα πρώτα σπίτια του συνοικισμού του Περάματος από όπου ο δρομάκος ήταν σχετικά στρωτός. Και δεν ήταν λίγος ο κόσμος που επέλεγε να ταξιδέψει με τα λεωφορεία αντί των βενζινών καθώς τα πρώτα ήταν φθηνότερα και τακτικότερα.

Ουρά για επιβίβαση στο λεωφορείο της διαδρομής Πέραμα - Πειραιάς 
(Από την ταινία "Ταξίδι" του 1962)
Το Πέραμα παρέμενε μια μαγευτική τοποθεσία παρά την αυθαίρετη δόμηση, τα "Καρνάγια" και τα κατοπινά ναυπηγεία. Το 1934 ο ζωγράφος και σκιστογράφος Βάσος Γερμενής ξεκινά με το μικρό σκάφος του τη "Νιόβη" από το επίσης γραφικό Τουρκολίμανο μαζί με τον αρθρογράφο Δ. Καλλονά και για λογαριασμό της εφημερίδας "Βραδυνή" ταξιδεύουν από θαλάσσης μέχρι το Πέραμα. Το δημοσιογραφικό αυτό ταξίδι δεν είναι τυχαίο καθώς τη χρονιά εκείνη το Πέραμα έγινε Κοινότητα. 

Από εκείνο το ταξίδι καταγράφουν σκηνές μοναδικές που αφορούν στην άνθηση των Ναυπηγείων και στον οργασμό της ναυτικής εργασίας που κυριαρχεί εκεί. Ο μεν Καλλονάς μας δίνει μια περιγραφή μοναδική, ο δε Γερμένης διανθίζει την περιγραφή μέσα από τα σκίτσα του.

"Ξαπλωμένο στα πόδια του Αιγάλεω, το Πέραμα δίνει την εντύπωση μιας μικροσκοπικής βιομηχανικής πόλεως που περιβάλλεται όμως από τα πεύκα του όρους Αιγάλεω. Πρόκειται για έναν συνοικισμό που χαϊδεύεται από τους αφρούς των κυμάτων κι εδώ έχει στήσει το λιμέρι της η περηφάνια των ελληνικών θαλασσών......


Το Πέραμα της ζωγράφου Μαρίας Πωπ


Ανάμεσα στα καράβια και στα ναυπηγεία μικρά σπιτάκια από ξύλο ως επί το πλείστον, που μοιάζουν στην παραλία σαν ψεύτικα, γλυκαίνουν κάπως τις σκληρές γραμμές του συνόλου, δίνουν κάποιο τόνο γραφικότητος, που φτάνει σε ειδυλλιακή χάρη στα παραλιακά κέντρα, στα μικρομάγαζα και στα σπίτια του προσφυγικού συνοικισμού που προβάλλουν μέσα από τον πευκώνα του Αιγάλεω".

Ο Γερμενής που άφησε τα σκίτσα του για το γραφικό Πέραμα είναι που θα γίνει ο επίσημος ζωγράφος του Αυτοκράτορα Χαϊλέ Σελασιέ και θα διασκοσμήσει στο τέλος και το Μαυσωλείο του στην Αιθιοπία. 


"Ναυπηγεία στο Πέραμα" του Βάσου Γερμενή
(Εφημ. "Βραδυνή" φ. 16/8/1934)
 
Οι πριονιστάδες του Περάματος (σκίτσο Β. Γερμενή)
(Εφημερίδα "Βραδυνή" φ. 16/8/1934


Μεταπολεμικά το Πέραμα συνεχίζει να είναι η συνοικία των αντιθέσεων με τα ναυπηγεία και τον εργατόκοσμο να κυριαρχούν, αλλά με κάποια σημεία πευκόφυτα κάτω από τα οποία δεσπόζουν πρόχειρα ταβερνάκια, να συνεχίζουν να δίνουν έναν τόνο γραφικότητας έστω και σε περιορισμένο βαθμό στην εργατούπολη. 



Στις εγκαταστάσεις της ΣΕΛΛ στο Πέραμα στάθμευε
ειδικό φυλάκιο (Φρουρά) Καυσίμων της Βασιλικής Χωροφυλακής


Το 1962 στην ταινία "Ταξίδι" του Ντίνου Δημόπουλου με τον Νίκο Κούρκουλο και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, έχουν καταγραφεί σπουδαίες εικόνες. Οι εργαζόμενοι στα ναυπηγεία, στους ταρσανάδες και στα καρνάγια, έχουν τα σπίτια τους στην παραλία ανάμεσα στα καΐκια και σε κάθε είδους πλεούμενο. Ζωή και εργασία βρίσκονται στην παραλία, συνυπάρχουν σε παράλληλη τροχιά. Το τέλος της δεκαετίας του '60 σήμανε το τέλος κάθε ίχνους γραφικότητας από τον Δήμο πλέον του Περάματος.  


Σκηνή από την ταινία "Ταξίδι" του 1962. Κάτω από τα πεύκα του Περάματος
Παραλία Περάματος δεκαετία '60

Στα ταβερνάκια του Περάματος, δεκαετία '30

23 Μαΐ 2017

Το χωριό της Αντίστασης


Κορυσχάδες Ευρυτανίας
Είναι όμορφο χωριό οι Κορυσχάδες.  Πρόκειται για ένα παραδοσιακό– διατηρητέο οικισμό, μόλις 5 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, στο δρόμο προς τον Προυσό, με πανέμορφα πέτρινα σπιτάκια και παλιά ανακαινισμένα αρχοντικά  κουρνιασμένα  σε υψόμετρο περίπου 950 μέτρων. Το χωριό το αγκαλιάζουν τριγύρω  μεγαλόπρεπα βουνά και  καταπράσινες πλαγιές πνιγμένες στο έλατο, ενώ  κρυστάλλινα νερά το διατρέχουν παντού.  Από ψηλά η θέα είναι μοναδική καθώς  η ματιά μας ταξιδεύει ως την εύφορη κοιλάδα της Ποταμιάς του Καρπενησιώτη. Το όνομα Κορυσχάδες προήλθε από  την αρχαιοελληνική λέξη «κόρυς» (περικεφαλαία) αφού σε κοντινή τοποθεσία λειτουργούσε, κατά την αρχαιότητα, μεταλλείο όπου από την εξόρυξη του μετάλλου κατασκευάζονταν περικεφαλαίες και όπλα.
Πέρα όμως από τη φυσική ομορφιά του πρόκειται και για ένα ιστορικό χωριό. Σχεδόν εφαπτόμενο στην ωραία πλατεία των Κορυσχάδων βρίσκεται το επιβλητικό πετρόχτιστο σχολείο-μουσείο της Εθνικής Αντίστασης! Το μουσείο αποπνέει το άρωμα του ηρωικού παρελθόντος με τις τοιχογραφίες, τις προθήκες με τις ιστορικές φωτογραφίες και τα σπάνια ντοκουμέντα που αφορούν την αντιστασιακή δράση του ένοπλου λαϊκού κινήματος. Σε αυτό το σχολείο, το 1944 (από τις 14 έως τις 27 του Μάη)  συνεδρίασε το περίφημο Εθνικό Συμβούλιο. Ήταν η λαϊκή βουλή, το ανώτατο αντιπροσωπευτικό όργανο της Λαοκρατούμενης Ελεύθερης Ελλάδας. Μιας Ελλάδας που δεν υποτάχτηκε στο ναζιστικό ζυγό και τους δωσίλογους συνεργάτες του, αλλά κράτησε ψηλά τη σημαία της Αντίστασης με τον ηρωικό ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ που οδήγησε στην απελευθέρωση του μεγαλύτερου τμήματος της χώρας.   
184 εθνοσύμβουλοι ψηφίστηκαν από το «σώμα εκλεκτόρων» που ήταν εκλεγμένοι αντιπρόσωποι από τις λαϊκές συνελεύσεις των κατοίκων σε χιλιάδες χωριά και πόλεις. Προστέθηκαν όμως και άλλοι 22 σύμβουλοι προερχόμενοι από τη βουλή του 1936 που είχε βιαίως διαλύσει η φασιστική δικτατορία του Μεταξά. Συνολικά 206 εθνοσύμβουλοι. Ψήφισαν 1.800.000 άνθρωποι, όχι μόνο στις απελευθερωμένες περιοχές αλλά και σε κατεχόμενες ή ημικατεχόμενες ζώνες -κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των ναζί- μέσα σε σκληρές συνθήκες διώξεων και τρομοκρατίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας ψήφισαν οι γυναίκες, καθώς και οι νέοι που συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους.
Όπως αναφέρεται στην ιστορική διακήρυξη του Εθνικού Συμβουλίου τούτο ήταν «συγκροτημένο από αντιπροσώπους ολόκληρου του Ελληνικού λαού, που συνήλθαν για να διακηρύξουν την ακατάβλητη θέλησή του να πολεμήσει ως την τελευταία του πνοή για την απελευθέρωση της χώρας, την πλήρη συντριβή του φασισμού και την αποκατάσταση της εθνικής ενότητας και της λαϊκής κυριαρχίας».
Στις Κορυσχάδες, εκείνες τις ηρωϊκές μέρες του 1944, θεσμοθετήθηκε, επί της ουσίας, ένα επαναστατικό σύνταγμα που ήλθε κατ΄ αρχάς να επικυρώσει τους λαοκρατικούς θεσμούς που γεννιόταν και ανδρώνονταν στην Ελεύθερη Ελλάδα της Αντίστασης. Αυτό που στην πορεία του χρόνου πολλοί προσπάθησαν να αποσιωπήσουν ή να διαστρεβλώσουν ήταν το γεγονός ότι το προοδευτικό όραμα για την επόμενη ημέρα δεν εξαντλούταν μονάχα στην πλήρη απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς, αλλά στόχευε και παραπέρα: στην κατοχύρωση της Λαϊκής Δημοκρατίας και των Ελευθεριών, σε μια ανεξάρτητη και κοινωνικά δίκαιη Ελλάδα με τον εργαζόμενο λαό κυρίαρχο και αφέντη στον τόπο του (Δείτε και εδώ!)
Το Εθνικό Συμβούλιο (και η ΠΕΕΑ) μετά και την προδοτική συμφωνία του Λιβάνου παύει πλέον να υφίσταται στις 5 Νοέμβρη του 1944. Το όνειρο της Λεύτερης Λαοκρατούμενης Ελλάδας θα πολτοποιηθεί κάτω από τις ερπύστριες των Αγγλικών τανκς και των ντόπιων υποτακτικών τους. Αλλά δεν θα πάψει ποτέ να φλογίζει τις καρδιές όσων ονειρεύτηκαν και εξακολουθούν να ονειρεύονται μια νέα κοινωνία.

Και αυτό το Ευρυτανικό χωριουδάκι θα υπάρχει για να θυμίζει και να εμπνέει...

ΥΓ1: Δείτε και ορισμένα κομβικά αφιερώματα του blog μας για την Αντίσταση στην Ευρυτανία:

ΥΓ2: Διαβάστε, επίσης, κάποια επιπλέον ντοκουμέντα από τον Παράνομο Αντιστασιακό Τύπο της εποχής που έχει δημοσιεύσει ανά καιρούς το blog μας :

"Ευρυτάνας Ιχνηλάτης"

20 Ιουλ 2016

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Γράμμος…



   Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Γράμμος…



Επιμέλεια: ofisofi //
Πατώματα - Σαραντάπορος - Λυκόραχη
Πατώματα – Σαραντάπορος – Λυκόραχη
Ο Γράμμος είναι ένα συγκρότημα στον μεγάλο σχηματισμό του Βοΐου. Από την κεντρική του κορυφή, την ουρανομήκη Τσουκαρέτσκα, εκτείνεται προς τα δυτικά η κεντρική ραχοκοκαλιά που πάει κάτω προς τη Λυκόραχη και το ποτάμι της Ζούζουλης. Κάπου στη μέση ένας αυχένας χωρίζει την κορυφογραμμή στα δύο, στην Απάνω και Κάτω Αρένα` εκεί είναι το υποχρεωτικό πέρασμα (όταν κανείς πηγαίνει από τις χαμηλότερες διαβάσεις, αλλά πάντα μες στη γεωγραφία του βουνού) από τον ανατολικό στο δυτικό Γράμμο.
Όπως όλα τα ξάγναντα, είναι κι αυτό εδώ γυμνό από βλάστηση. Το χειμώνα, κάτω από τα χιόνια, δίνει την εντύπωση μιας φαρδιάς δημοσιάς που καβαλάει τη μια πλαγιά για να πέσει με ακόμα μεγαλύτερη κλίση στην άλλη. Άπειρες φορές έχω κουβαλήσει τα πόδια μου σ’ αυτές τις δύο πλαγιές, που όσο προσιτές φαίνονται από μακριά, τόσο αμείλικτες είναι, καθώς αργούν φοβερά να τελειώσουν, προχωρείς και προχωρείς με την ιδέα πως το τέλος είναι ένα βήμα πιο πέρα, μα κάποιος για να σου βγάλει την ψυχή το μεταθέτει διαρκώς πιο πάνω με αποτέλεσμα να σου βγει πράγματι η ψυχή όσο να το φτάσεις.
Αυτοί οι μουλωχτοί ανήφοροι είναι πολύ χειρότεροι από τους άλλους, ακόμα και τους πιο κοφτούς. Εγώ τον όρθιο ανήφορο, που συντόμευε και τον δρόμο, τον προτιμούσα για τον εξής κυρίως λόγο: το αριστερό μου πόδι, ύστερα από ένα τραύμα στο γόνατο, έμεινε κάπως πιο ευαίσθητο στις οδοιπορίες, ιδιαίτερα κάτω στο πέλμα, που το’ βλεπες να γυρίζει όλο προς τα μέσα και να διπλώνεται σαν να σου έβγαινε ξαφνικά το παπούτσι, πράγμα βέβαια που πολύ με δυσκόλευε στο βάδισμα. Συχνότερα όμως συνέβαινε αυτό, όταν πήγαινα σ’ ένα δρόμο έστω ομαλό, παρά όταν σκαρφάλωνα προσεχτικά έναν ανήφορο, έχοντας για στήριγμα και μια μαγκούρα, μεταλλικό κοντάρι ομπρέλας, ό,τι ακριβώς μου χρειαζόταν με τη στερεότητά του, την ελαφράδα του και κυρίως τη σφήνα του κάτω, που μπορούσες να τη μπήξεις ακόμα και στην πέτρα και να βασιστείς αλπινιστικά, με βεβαιότητα. Τη μαγκούρα αυτή – ήταν και κουδουνιστή, καθώς το στεφανάκι, όπου βιδώνονταν τα μπαλίνια, δεν μπόρεσα τελικά να το βγάλω και με κάθε χτύπημα κάτω τιναζόταν από τη θέση του και κουδούνιζε, ιδίως όταν χτυπούσε σε πέτρα – αυτή τη μαγκούρα μού την είχε κάνει δώρο ο Βλαντάς όταν ακόμα ήταν ομπρέλα, μόνος μου μ’ ένα σουγιαδάκι τη μεταποίησα σε μαγκούρα.
Αλλά το ανέβασμα και το κατέβασμα σ’ εκείνες τις πλαγιές είναι ακόμα πιο δύσκολο όταν τα χιόνια λιώσουν, οπότε τα δυο πλευρά μεταβάλλονται σε χειμάρρους, που σέρνουν κάτω τα νερά, ανοίγοντας στο χώμα, λασπωμένο από τις πατημασιές ανθρώπων και ζώων, αυλάκια και κάνουν ακόμα πιο δύσκολο το περπάτημα και σου επιτείνουν το αγκομαχητό… Αν σήμερα ο διαβάτης, σκαρφαλώνοντας εκεί πάνω, αισθανθεί κάπου να κρέμεται κανένα αγκομαχητό, κανένα χαμόγελο, σίγουρα είναι δικά μου – πάντα, περνώντας από κει, θυμόμουν τον πολυμήχανο Κολοκοτρώνη: «Στον ανήφορο να γελάς, σκέψου στην άλλη μεριά τον κατήφορο».
Αλλά τότε μ’ εμάς συνέβαιναν και μερικά άλλα πράγματα που οι παλιοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα φανταστούν – ο Τούρκος δεν ερχόταν μόνο από πίσω με το γιαταγάνι, ορμούσε κι από ψηλά, από πάνω σου. Πουθενά αλλού δεν αισθανόσουν τόσο ανυπεράσπιστος, όσο σε κάτι τέτοιες διαβάσεις, όταν μάλιστα ήταν κι ολόλευκες μες στο χιόνι. Η διαδρομή, από εκεί που τα δέντρα τελειώνουν, είναι αρκετά μεγάλη και συνεχώς αυγαταίνει, όσο κι ο ρυθμός σου γίνεται όλο και πιο αργός. Αν, βγαίνοντας από τα δέντρα, αμέσως μόλις η κουκκίδα σου άρχιζε να προβάλλει στο χιόνι, αν εκείνη τη στιγμή σ’ έπιανε με τη διόπτρα του ο άλλος από το καραούλι απέναντι κι έδινε το σήμα στη βάση – η σαΐτα που θα σου τέντωναν από κει πέρα και το αρπακτικό που θ’ απογειωνόταν με χαραγμένο απάνω τ’ όνομά σου, θα σε προλάβαιναν κάπου στα μισά του δρόμου ή, ακόμα χειρότερα, κατάγναντα στην κορυφή.
Δεν είχες κατά πού να κάνεις, που να κατευθύνεις τις φούντες των τσαρουχιών σου – και καλά αν φορούσαμε κι εμείς τότε φουστανέλλα να μη μας ξεχωρίζουν πάνω στο χιόνι. Κάποτε ούτε χακί δεν είχαμε, ο καθένας έριχνε πάνω του ό,τι εύρισκε, συνήθως αυτά τα ίδια που φορούσε ανεβαίνοντας στο βουνό. Δεν ήταν καθόλου ευχάριστο ν’ ακούσεις σφύριγμα οβίδας ή αεροπλάνο να βουΐζει σαν είχες ήδη ξανοιχτεί στο επικίνδυνο πέρασμα, επικίνδυνο και τη νύχτα, γιατί το γωνιόμετρο εκεί πέρα ήταν σταθερά στημένο ώστε και τη νύχτα η οβίδα να γράφει την ίδια τροχιά, όπως και στο φως της ημέρας. Επισημασμένα τα έλεγαν οι αντάρτες αυτά τα πυρά και βρίσκουν τρόπους να τα παρακάμπτουν και, ακόμα, να τα προκαλούν.
– Βάρα στο γάμο του Καραγκιόζη! κορόιδευαν τους άλλους μες στη νύχτα.
Πρέπει σ’ αυτά να προσθέσω πως το 1949 οι ποσότητες σε βλήματα πυροβολικού και βόμβες αεροπλάνων, που είχε στη διάθεσή του ο κυβερνητικός στρατός, δεν εγνώριζαν πια περιορισμούς.
Καμπίτσιο - Κάτω Αρένα
Καμπίτσιο – Κάτω Αρένα
Ο στρατός εκείνη την εποχή τα πυρομαχικά δεν τα μέτραγε. Πέφταν οι βόμβες σαν βροχή. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη εποχή, άλλο πόλεμο, όπου η ελληνική σπιθαμή γης να κεραυνοβολήθηκε από τόσο σίδερο, όσο εκείνη τη χρονιά τα δικά μας βουνά – την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1949.
Το λιωμένο μέταλλο έπεφτε από πάνω κύματα κύματα μια ατελείωτη λάβα…
Εκείνη την ημέρα ερχόμουν από την ηπειρώτικη πλευρά. Ανέβηκα την πλαγιά, αφήνοντας πίσω την ποταμιά του Σαραντάπορου με το ψηλό ογκωδέστατο, σκεπασμένο από τα χιόνια οροπέδιο του Σμόλικα αριστερά και δεξιά την άλλη κορυφογραμμή του Γράμμου κατά μήκος των συνόρων με την Αλβανία, μια αλυσίδα κορυφές που η μια κόβει την ορμή της άλλης, πέφτοντας συνεχώς ως κάτω στην πεδιάδα της Κόνιτσας. Εκεί, πέρα από την Κόνιτσα, ο ορίζοντας ξανοίγει κι όλο το τοπίο παίρνει μια εκπληκτική ημεράδα, όταν κοιτάζεις από ψηλά. Οι μεγάλοι όγκοι, που η βαθιά ρεματιά υπογραμμίζει από κάτω συναρπαστικά τις ανορθωμένες τους μάζες με τα χωριά σκόρπια εδώ κι εκεί στις πλαγιές κι άλλα σαν αϊτοφωλιές ψηλά στους όχθους του ποταμού, παίρνουν, όταν εσύ είσαι ακόμα πιο ψηλά, έναν χαρακτήρα παραίσθησης, σαν, όλα που βλέπεις, να είναι και κάπως ονειρεμένα, φανταστικά, γραμμένα με τον νου. Σου δημιουργείται εκείνο το αίσθημα, εκείνη η ηδονική φρεναπάτη, που σε κάνει καμιά φορά από κει ψηλά που είσαι, από ένα ύψος θεόρατο, να δώσεις μια και με όλη σου την ύπαρξη να βουτήξεις κάτω, να τη χαρείς και μ’ αυτό τον τρόπο, μ’ όλο σου το κορμί και την ψυχή, αυτή την ονειροφαντασία…
Είχα αφήσει πια την κορυφή και κατηφόριζα στην άλλη μεριά, όταν εκεί πιο κάτω είδα τα σκοτωμένα μουλάρια.
Γράφτηκε  η εικόνα αυτή μέσα μου για να μην ξεγραφτεί ποτέ πια.
– Θα τα δεις, θα τα δεις, μόνο πέρνα γρήγορα, με είχαν προειδοποιήσει οι δύο σύνδεσμοι που πέρασαν δίπλα μου, ταχείς σαν άλογα, πριν καμιά ώρα.
Η μέρα ήταν καθαρή, ουρανός και χιόνια δυο αντικριστοί καθρέφτες. Ακόμα και ο σκίουρος από τον ένα καθρέφτη θα προβαλλόταν στον άλλο (μα πρέπει να σημειώσω πως ούτε  σκίουρο ούτε άλλο άγριο ζωντανό είδα στο Γράμμο και στη Μουργκάνα εκείνα τα χρόνια. Όλες οι άγριες ψυχές, μικρές και μεγάλες, είχαν λακίξει στην ήσυχη Αλβανία, αγρίμι μία μόνο φορά είδα στο Γράμμο κι αυτό το αφήνω γι’ άλλη φορά.)
Τα μουλάρια και τα τρία ήταν νεκρά, χωρίς ακόμα να έχουν παγώσει. Τους είχαν πάρει το φορτίο και τα σαμάρια και κείτονταν τώρα αλόγυμνα στο χιόνι νεκροί συλημένοι.
Όλη η βιαιότητα των όσων συνέβησαν εδώ πριν λίγη ώρα (εγώ ξεκίνησα από την άλλη πλευρά του γυμνού, σχεδόν αμέσως μόλις πέρασε κι έφυγε το σμήνος των αεροπλάνων) είχε αποτυπωθεί στο χιόνι.
Και τα τρία ζώα χτυπήθηκαν έξω από το πατημένο μονοπάτι, εκεί ίσως τα τράβηξαν οι ημιονηγοί, όπως τα φέρναν, ή τραβήχτηκαν μόνα τους, και τα τρία μαζί, σ’ εκείνη την κατεύθυνση όπου τα έσπρωχνε από πίσω το βουητό των αεροπλάνων και το κροτάλισμα των πολυβόλων τους. Όπως έπεσαν, σχημάτιζαν ένα τρίγωνο σχεδόν, των δυο τα κεφάλια βρέθηκαν πολύ κοντά, μύτη με μύτη, και τα μεγάλα ανοιχτά μάτια τους ακόμα αλληλοκοιτάζονταν.
Αλλά το πιο σπαραχτικό ήταν ο πανζουρλισμός του αίματος πάνω στο χιόνι.
Όλες οι κόκκινες γραμμές του κόσμου, όλα τα κεντήδια και οι δαντέλες, όλα τα σχήματα που μπορεί να χαράξει σ’ ένα χαρτί το πιο τρελό χέρι, όλα τα κόκκινα πάνω στο λευκό, τα άστρα, τα παραλληλόγραμμα, οι πυραμίδες, οι κύκλοι, οι ευθείες κι όλα τα παιχνίδια των σιντριβανιών ήταν εκεί γραμμένα σ’ αυτό τον απίστευτο πίνακα, που σαν να είχε κρατήσει κι αυτήν ακόμα τη ζεστή άχνα της ζωής, που μόλις είχε σηκωθεί από τα δύστυχα πλάσματα.
Υγρά, όπως ήταν ακόμα – απάγωτα -, απλώθηκαν μέσα μου σαν τα φρέσκα χρώματα μιας νωπογραφίας.
Ρίζωσαν, ενσωματώθηκαν στο δικό μου χώμα και μένει η εικόνα με τα κόκκινα συντριβάνια στο χιόνι σαν ένας κεντρικός κώδικας της μνήμης.
Οι ισχυρές εντυπώσεις, αυτές που μας πλημμύρισαν κάποτε με μια σπουδαία συγκίνηση, κάπου μας αφήνουν ένα δικό τους νεύρο και πάνε και το βρίσκουν έπειτα ερεθισμοί που περνάνε, χωρίς και να το ελέγχουμε, μεσ’ από τα μάτια μας, μέσ’ από τ’ αυτιά και το δέρμα μας – από τη συνείδησή μας. Και πάλι μας συγκλονίζουν, έστω κι αν ο ίδιος ο ερεθισμός είναι ασήμαντος. Μας συγκλονίζουν γιατί βρίσκουν και κεντρίζουν εκείνο το άλλο μας νεύρο. Υπάρχει το νεύρο μέσα μας σαν ένας ισχυρός μαγνήτης που τραβά πάνω του ό,τι τον δονεί, κάποτε από πολύ μακριά και με αφορμές ανεξέλεγκτες και πολλές φορές άσχετες.
Το  άσπρο και το κόκκινο, το αίμα και το χιόνι, ό,τι μπορεί να τα ξυπνήσει στο νου, στην καρδιά αυτά τα δύο, άνοιξε εκείνη την ημέρα δρόμο μέσα μου και μένει ανοιχτός, όσο εκεί εξακολουθεί να υπάρχει η εικόνα των τριών σκοτωμένων ζώων κι εκείνο το τρελό πανηγύρι του αίματος γύρω τους σαν μια μακάβρια σύνθεση από ακάνθινα στεφάνια.
Στεκόμουν εκεί από πάνω δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα. Στεκόμουν και κοίταζα, σαν μέσα μου μια μηχανή να κράταγε ανοιχτό το διάφραγμα και δεν μπορούσε να κλείσει.
Σε κάποια στιγμή άκουσα μια φωνή. Από πάνω κατέβαινε ένας αντάρτης, στάθηκε κι αυτός λίγο κοιτάζοντας τα ζώα κι εγύρισε να φύγει. Δεν θα είχε απομακρυνθεί παρά ελάχιστα μέτρα, όταν ακούσαμε τη βοή των αεροπλάνων, αρκετά μακρινή ακόμα.
Αρχίσαμε να τρέχουμε.
Καμπίτσιο
Καμπίτσιο
Εκεί πιο κάτω, μες στα δέντρα, στην τοποθεσία Καμπίτσιος, ήταν πάντα ένα δικό μας φυλάκιο. Κάποτε στάθμευε κανένας λόχος ή μια μεγαλύτερη μονάδα. Το μέρος είχε νερό. Ήταν κι ένα είδος σταυροδρόμι, αριστερά πήγαινε για την Αετομηλίτσα, πάντα θα έβρισκες εκεί επιμελητές και ημιονηγούς. Φτάνοντας στο σημείο αυτό, ήσουν από τ’ αεροπλάνα ασφαλισμένος, ο δρόμος συνέχιζε κάτω από δέντρα – από το καλυμμένο, έλεγαν οι αντάρτες.
Ήταν εκεί και κάτι καλύβια, όπου, κατά τις περιστάσεις, μπορούσες να διανυκτερεύσεις. Μπορούσες επίσης να καθήσεις να γράψεις το κομμάτι σου και με κανέναν σύνδεσμο να το στείλεις στην εφημερίδα, αν ήταν να πήγαινες κάπου αλλού. Τέτοιου είδους πανδοχεία και ταχυδρομικοί κόμβοι ήταν σκόρπια σε διάφορα σημεία του Γράμμου κι όλο κάποιος βρισκόταν εκεί υπεύθυνος, ο φρούραρχος, όπως τους λέγαμε, κανένας άρρωστος ή γέρος αντάρτης. Και καθόλου σπάνια, κάποιο από τα τιμωρημένα στελέχη, που είπαμε πιο πάνω.
Εκείνη την ημέρα πράγματι εκεί – φρούραρχος – ήταν ένας καπετάνιος, μόλις πριν ένα μήνα διοικητής μεγάλης μονάδας, παλιό στέλεχος του κόμματος. Ο Ζαχαριάδης, για λόγους που εμείς αγνοούσαμε, τον έπιασε από το αυτί και τον ξαπόστειλε σ’ αυτά τα καλύβια.
Καθώς πλησιάζαμε τρέχοντας, αντιληφθήκαμε κάτι να μας φωνάζουν από κει κάτω. Στο μεταξύ και τ’ αεροπλάνα είχαν φτάσει εκεί που ήθελαν, μπορεί και να είχαν αρχίσει ήδη να κροταλίζουν. Σε περιπτώσεις σαν αυτές, τις λεπτομέρειες δεν τις ξεχωρίζεις, σημασία έχει το ουσιώδες, να μην την πάθεις σαν τα μουλάρια – φωνές, αεροπλάνα και πολυβολισμοί μάς βρήκαν την ίδια στιγμή σε κάποια απόσταση ακόμα από την αγία σκέπη των ελάτων και ό,τι κατάλαβα εγώ τουλάχιστον ήταν πως οι άλλοι από κει κάτω μάς φώναζαν και μας κατηγορούσαν ότι δίναμε στ’ αεροπλάνα στόχο, πηγαίνοντάς τα κατ’ επάνω τους και ήταν, με το δίκιο τους οργισμένοι εναντίον μας. Κυρίως ένας απ’ αυτούς, που είχε βγάλει κι εκράδαινε το περίστροφό του.
Του αντάρτη – που έφτασε πρώτος – του τράβηξε ένα χαστούκι, και το περίστροφο εξακολουθούσε να το κραδαίνει. Ήταν έξω φρενών.
Εδώ και δύο περίπου μήνες μ’ αυτόν τον άνθρωπο, περαστικόν από το αμπρί μας, τότε που ήταν ακόμα στρατηλάτης, τρανός κατά την ορολογία τότε μεταξύ των ανταρτών, είχαμε αλυσιδωτά απαγγείλει Παλαμά, ακόμα και Καβάφη, και το ότι η συμπεριφορά του εκείνη την ημέρα στα καλύβια δεν ήταν η ενδεδειγμένη το συνειδητοποίησε αμέσως μόλις μ’ εγνώρισε – και υπάρχουν ακόμα μερικές λεπτομέρειες, όταν αποπάνω μας είχε ανάψει ο καταιγισμός κι εμείς όλοι είχαμε μπει στο χορό και χορεύαμε όλους χωρίς διάκριση τους χορούς πίσω από τους κορμούς των δέντρων. Υπάρχουν κι απ’ αυτή τη φάση μερικές λεπτομέρειες που σ’ έκαναν απολύτως βέβαιον ότι σ’ αυτόν τον άνθρωπο, συμπαθέστατο, όχι μονάδα ανταρτών, αλλά ούτε τα τρία σκοτωμένα μουλάρια εκεί στην πλαγιά έπρεπε να του εμπιστευθείς σ’ έναν τέτοιο πόλεμο.
Πέρασαν χρόνια. Η τύχη το έφερε να είμαι από τους τελευταίους που τον είδαν, νεκρό πια, να τον διαβάζει ο Ρουμάνος παπάς σ’ ένα νοσοκομείο, αφού όλ’ αυτά τα χρόνια είχε μείνει τελείως παραμερισμένος, λησμονημένος και εκεί στο ξένο νοσοκομείο όπου κι εγώ νοσηλευόμουν, τελείως άγνωστος – ο Ζαχαριάδης ήταν ακόμα στο τιμόνι κι εκράταγε ανοιχτό το βιβλίο με τους λογαριασμούς…
Σκληρός ηγέτης…Αλλά ακόμα πιο σκληρή η εποχή – και για κείνον τον ίδιον.
Σκληρή εποχή, σκληρές καρδιές, λέει κι ο Πούσκιν και πρέπει να το λάβουμε κι αυτό υπό σημείωση.
Καμπίτσιο - Επάνω Αρένα
Καμπίτσιο – Επάνω Αρένα
Ποτέ δεν μπόρεσα να δεχτώ μέσα μου, για όλους εκείνους τους ανθρώπους, ούτε και τότε πάνω στο βουνό, τις ευθύνες που τους αποδόθηκαν, τις τιμωρίες και τα μαρτύρια που τους έγιναν. Κι αν τώρα χρησιμοποίησα κάπου εκφράσεις, που μπορούν να φανούν επικριτικές, καθόλου δεν σημαίνει πως απευθύνονται στους ανθρώπους. Αν όχι όλοι τους, πάντως οι πιο πολλοί, μα και όλοι τους θα έλεγα, ήταν άνθρωποι αξιόλογοι, μερικοί πολύ άξιοι, πολύ προικισμένοι. Πολύ πιο άξιοι, σαν Έλληνες και σαν άνθρωποι της δικής μας εποχής, από άλλους που πέρασαν μέσα από εκείνες τις καταιγίδες, χωρίς πουθενά να βραχεί το πόδι τους, χωρίς το ελάχιστο να ζημιώσει η ζωή τους, η καριέρα τους, όμως γι’ αυτούς εδώ η ζωή ήταν μια αδιάκοπη αλυσίδα δοκιμασίες, ατελείωτη πορεία μες στις συμπληγάδες, απ’ όπου όλοι δεν μπόρεσαν τελικά να περάσουν.
Γράφω με συμπάθεια κι ένα δικό μου πόνο γι’ αυτούς τους ανθρώπους, γιατί αυτό είναι το αίσθημά μου. Αυτό ήταν από μιας αρχής.
Πολλοί ποτέ πια δεν μπόρεσαν να ξαναβρούν τον εαυτό τους, τις δυνάμεις τους και την αξία τους. Έμειναν σκλάβοι μιας στιγμής, που ήταν και η κατακόρυφη της ζωής τους – εκείνης απ’ όπου τους γκρέμισαν τότε.
Η ψυχή έγινε στυφή κι η θέληση μούδιασε. Κάτι έμεινε μέσα τους και τους έλεγε πως είχαν δίκιο, πως το δίκιο το είχε ο άλλος, πως όλοι είχαν το δίκιο κι όλοι το άδικο – με όλα αυτά η επιστροφή ήταν ουσιαστικά αδύνατη κι όταν ακόμα ο Ζαχαριάδης δεν υπήρχε. «Ούτε για καθοδηγητές κάνουμε τώρα εμείς ούτε για καθοδηγούμενοι», έλεγε κι ο πανέξυπνος Θανάσης Χατζής.
Κάπου έμεινε ένα κενό σαν τη φυσαλίδα στο γυαλί, απ’ όπου δεν τη βγάζεις παρά μ’ ένα σπάσιμο…

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

2 Οκτ 2015

Μια εκδρομή στην Δυτική Κρήτη


   Μια εκδρομή στην Δυτική Κρήτη





Γράφει ο Βασίλης Κρίτσας //
Η Κρήτη φαίνεται σα μια λωρίδα γης στο χάρτη, που μέσα σε μερικές δεκάδες χιλιόμετρα (εάν τη διασχίσεις κάθετα), μπορείς να βρεις τα πάντα: ψηλά βουνά, εύφορες πεδιάδες, μαγευτικά φαράγγια και παραλίες για κάθε γούστο. Έτσι σου δίνει μια μεγάλη γκάμα εκδρομικών επιλογών, για κάθε περίοδο του χρόνου.
Μία μέρα πριν τη δική μας εκδρομή, μάθαμε τα μαντάτα για τα 55 άτομα που εγκλωβίστηκαν στο φαράγγι της Σαμαριάς λόγω καταιγίδας. Έτσι αφήσαμε τα πιο φιλόδοξα σχέδια και προτιμήσαμε τον πιο κοντινό (και λιγότερο διαφημοσμένο) στόχο των Καράνου, όπου δύο φαράγγια, κολλητά το ένα στο άλλο, το Μποριανό και το Κυδώνι σχηματίζουν ένα μικρό πέταλο, που οι άκρες του καταλήγουν στις δύο εισόδους του χωριού.
Μπαίνοντας στο πέταλο, από την πλευρά του Μποριανού, αφήνεις πίσω σου στην είσοδο, μαζί με τα προσωπικά σου αντικείμενα, το φως του ήλιου και τα συνηθισμένα μεσογειακά τοπία, για να περάσεις σε μια ημιτροπική ζούγκλα. Η οποία δεν είναι ακριβώς παρθένα, γιατί υπάρχουν κατά μήκος του φαραγγιού πινακίδες με τις χιλιομετρικές αποστάσεις, ενώ πιο πέρα βρίσκονται τα λατομεία Αβέρωφ (με τη φύση όμως να ανακτά τα δικαιώματά της προ πολλού)· αλλά συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά της: οργιώδη βλάστηση, που κόβει όλες τις ηλιαχτίδες κι αποπνικτική υγρασία, που κολλάει πάνω σου σαν ιδρώτας και φτιάχνει μια υπέροχη, πράσινη τσόχα με βρύα και λειχήνες, πάνω σε βράχια και κορμούς δέντρων.
Ενδιάμεσα μπορείς να βρεις κάποια σπήλαια, τα θεμέλια ενός παλιού μύλου, για να χύσεις νερό σε δονκιχωτικά αποωθημένα, φύλλα στο σχήμα της καρδιάς, ενώ νιώθεις, λαχανιασμένος, τη δική σου να χτυπάει σαν τρελή, λες και θέλει να βγει, φθινοπωρινά χρώματα σε μια κιτρινοπράσινη πανδαισία κι ένα μικρό εκκλησάκι-καμπαναριό, μερικά μέτρα πριν τον τερματισμό, για να χτυπήσεις το καμπανάκι για το τελευταίο 400άρι. Κι όταν φτάνεις, σε κάτι δύσβατα μονοάτια, με αγκάθινες παγίδες, που αφήνουν να περάσει ή ο παίκτης ή η μπάλα (μπλούζα), αλλά ποτέ κι οι δύο μαζί, τραγουδάς κρυφά από μέσα σου Μητροπάνο: στενεύουν τα περάσματα, οι φίλοι μου φαντάσματα… Ενώ στην επόμενη στροφή, περιμένεις να δεις κάποιον Βιετ-Κονγκ ή τους Κρήτες αντάρτες που είχαν μείνει αλύγιστοι κι ασύλληπτοι στα βουνά, μέχρι την πτώση της χούντας, το 74’, τον Μπλαζάκη και τον… (είσαι όμως πολύ ιδρωμένος, για να μπορέσεις να το θυμηθείς, θα το κοιτάξεις μόλις πας στο σπίτι σου).
Όσο για το χωριό, είναι ένα από τα κόκκινα κάστρα στο νομό Χανίων, με ποσοστά πάνω από 35% για το κόμμα, ένα μνημείο για τους πεσόντες της ΕΠΟΝ και έναν δραστήριο πολιτιστικό σύλλογο, που τη μέρα της εκδρομής μας είχε διοργανώσει εκδρομή στην Κνωσό, και γι’ αυτό βρήκαμε το χωριό σχεδόν άδειο, λες και το ‘χαν εκκενώσει, για να γλιτώσουν τα αντίποινα των κατακτητών, 70 χρόνια πριν…
Καμία εκδρομή στην Κρήτη όμως, δεν είναι ολοκληρωμένη χωρίς φαγητό. Και η αλήθεια είναι πως βγαίνοντας από το φαράγγι, νιώθεις να πεινάς  σα λύκος και να ορέγεσαι ένα κοπάδι ολάκερο, κοιτάζοντας λαίμαργα τα κατσίκια που συναντάς στη διαδρομή. Αλλά στο τέλος του τραπεζιού, τα βλέπεις όλα κωλυόμενα από το φαγητό και νιώθεις σαν τον άτυχο φίλο του Αντωνάκη απ’ το «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»: αμ δεν το ‘φαγες· σε έφαγες το αρνί Μιχαλάκη μου
Αν κι οι περισσότεροι επισκέπτες βγαίνουν συνήθως νοκ-άουτ με την τσικουδιά, που επιμένουν πολλές φορές να σου κεράσουν οι ντόπιοι με το ζόρι, ακόμα κι αν παίρνεις πχ κάποια αντιβίωση.
-Έλα μωρέ πιες το, αυτό είναι το καλύτερο γιατρικό!
Δεν ξέρω αν το δηλώνουν κι ως φάρμακο, για να μην μπει στο 23% ΦΠΑ…

Καμιά φορά μπορείς να έχεις μικρά προβληματάκια στη συνεννόηση για την παραγγελία, για να καταλάβεις πχ τι είναι το μπατζετάκι.
-Πώς το ‘πες αυτό;
-Μπατζετάκι μωρέ, μπατζετάκι…
Μέχρι που συνειδητοποιείς πως δεν εννοεί πχ το μικρό μπάτζετ, αλλά την παντσέτα.
(Όπως μια άλλη φορά, στο Φεστιβάλ των Χανίων, όπου ένας σύντροφος πουλούσε λαχνούς, για να κληρώσουν «ένα Ντράο…». Κι ενώ εμείς ψάχναμε να βρούμε ποιο μοντέλο αυτοκινήτου και ποια εταιρία εννοούσε, καταλαβαίνουμε ξαφνικά πως κληρώνουν απλώς «έναν τρά(γ)ο…»)

Αλλά σε γενικές γραμμές, σε αυτά τα χωριά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα: σου φέρνουν ό,τι έχουν, χωρίς να τους πεις τίποτα, ακόμα κι αν δεν το έχεις παραγγείλει. Όπως περίπου γινόταν αιώνες τώρα, όταν είχε μουσαφίρηδες κάποιος νοικοκύρης, και του έβγαζε να φάει ό,τι είχε και δεν είχε.
Κι αυτά τα κοινοτικά, σχεδόν κοινοβιακά, κατάλοιπα, που έχουν μείνει αναλλοίωτα στο χρόνο και στη γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή με σκοπό το κέρδος (δηλ τον καπιταλισμό), μας δίνουν ίσως μια μικρή γευση από την κοινωνία του μέλλοντος και τις ανθρώπινες σχέσεις στην ώριμη φάση της ανθρωπότητας. Κι αν ευσταθεί το παραπάνω συμπέρασμα, η κοινωνία του μέλλοντος έχει πολύ ωραία γεύση. Αγνή και μοναδική, σαν τα κρέατα των χωριών της Κρήτης…

19 Αυγ 2015

Καρτ ποστάλ από τη Σκύρο

   Καρτ ποστάλ από τη Σκύρο



Γράφει ο Βασίλης Κρίτσας //
Η Σκύρος είναι ένα νησί-μιγάδας, μισή Κυκλάδα – μισή Σποράδα, συνδυάζοντας το πράσινο, που σε κάποια σημεία μπαίνει μες στην άσφαλτο κι απειλεί να την καλύψει, με τη γραφική, παραδοσιακή Χώρα, που είναι σκαρφαλωμένη στην πλαγιά ενός μεγάλου βραχώδους λόφου και σε κερδίζει εξίσου από κοντά κι από μακριά. Το καλό φαγητό για όλα τα γούστα (κρέας ή ψάρι, αλλά δεν ξέρω με τους vegan τι γίνεται) συγκαταλέγεται στα δυνατά σημεία της και οι ταβέρνες που πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσει κανείς, πριν φύγει, είναι πιο πολλές κι από τις παραλίες της. Αν και αυτό οφείλεται εν μέρει στην έντονη παρουσία του ελληνικού στρατού, με το ναυτικό να καταλαμβάνει (και να αποκλείει) όλο το νότιο τμήμα του νησιού, ενώ στο βορρά υπάρχει το μεγαλύτερο στρατιωτικό αεροδρόμιο των Βαλκανίων (που λειτουργεί και ως πολιτικό), λόγω της καίριας στρατηγικής θέσης της Σκύρου στο Αιγαίο. Ένα άλλο ποσοστό παραλιών είναι από δύσκολα έως καθόλου προσβάσιμο με το αυτοκίνητο αλλά αυτό από μια άποψη είναι ίσως και το πιο σημαντικό πλεονέκτημα του νησιού. Η οργανωμένη καταστροφή που ακούει στο όνομα «τουριστική ανάπτυξη-αξιοποίηση» και αλλοιώνει φυσικά τοπία και ανθρώπινους χαρακτήρες, δεν έχει απλώσει τόσο τα πλοκάμια της στη Σκύρο κι αυτή είναι και η ιδιαίτερη ομορφιά της σε τελική ανάλυση. Μπορεί να μην έχει τις καλύτερες θάλασσες (τα νερά της πάντως είναι απολαυστικά κρύα και κρυστάλλινα) ή τα πιο μαγευτικά τοπία, αλλά καταφέρνει να σε μαγέψει με την απλότητά της και την ιδιαίτερη αυθεντικότητά της. Τόσο μοναδική και ιδιαίτερη, σαν τα περίφημα αλογάκια της σκύρου, που μοιάζουν με πόνι, ή το ξακουστό καρναβάλι της, που πρέπει όμως να την επισκεφτείς χειμώνα, για να το απολαύσεις.
20150701_124626
Το φημισμένο αλογάκι της Σκύρου
20150702_152707
Το πράσινο απειλεί να ανακαταλάβει το χώρο που του ανήκει
20150701_193007
Η Χώρα σκαρφαλωμένη στο Λόφο
Η δική μας παρέα βρέθηκε στο νησί την εβδομάδα πριν από το δημοψήφισμα, με τον έλεγχο κεφαλαίων (το διαβόητο capital control) να προκαλεί μεγάλες ουρές σχεδόν κάθε ώρα της ημέρας στη μοναδική τράπεζα της Χώρας (υπήρχε κι άλλο ένα ΑΤΜ στο λιμάνι), οι οποίες προσφέρονταν για γνωριμίες και πολιτική κουβέντα. Πετύχαμε μάλιστα και την ανοιχτή συγκέντρωση-εκδήλωση των υπερασπιστών του «όχι», στην οποία μίλησαν μεταξύ άλλων ο Συριζαίος δήμαρχος αλλά και ο εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης στο δημοτικό συμβούλιο! Ενώ μπορούσες να δεις πολλά μαγαζιά στολισμένα με αφίσες ή πανό και το «όχι» σε μαύρο φόντο, που θα χρησίμευε κι εκ των υστέρων ως ένδειξη πένθους και εκλογικού μαυρίσματος, μετά από την κυβερνητική κωλοτούμπα που μετέτρεψε ταχύτατα τη λαϊκή ετυμηγορία σε… εντολή για «ναι σε όλα».
Ανοιχτή εκδήλωση υπέρ του «ναι» δεν υπήρχε, αλλά τα πράγματα ήταν κάπως μοιρασμένα, όχι με την έννοια της πόλωσης του κόσμου σε δύο στρατόπεδα, αλλά της εσωτερικής πόλωσης μέσα του. Τα νησιά πλήττονται άμεσα από την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος για το ΦΠΑ κι οι κάτοικοί τους είχαν κάθε λόγο για να αντιδράσουν και να αντιταχθούν στη συμφωνία. Αλλά πολλοί ιδιοκτήτες ενοικιαζόμενων δωματίων έβλεπαν να ακυρώνονται οι κρατήσεις, στον πανικό των πρώτων ημερών ή λόγω του ορίου στις αναλήψεις από τις τράπεζες, φοβούνταν ότι θα πάει στράφι η χρονιά κι έβραζαν εναντίον και της κυβέρνησης: «Χάθηκαν τόσοι μήνες να κάνει το δημοψήφισμα; Έπρεπε τώρα, πάνω στην τούρλα της τουριστικής σεζόν;»

20150629_204140
Το μαύρο κολλάει και με το πένθος
20150629_211451
Μαγαζί στολισμένο με πανό για το Όχι
Τελευταία στάση σε αυτό το σύντομο ταξίδι, με μια λαογραφική νότα από το (ιδιωτικό) μουσείο Φαλτάιτς, που στεγάζει μια πολύ ενδιαφέρουσα οικογενειακή συλλογή και τρεις διαφορετικές γενιές-εποχές, σε ισάριθμες αίθουσες-επίπεδα, όπου νιώθεις να βυθίζεσαι στο χρόνο, προτού ξαναβγείς στην επιφάνεια. Κι όπου μπορεί να δει κανείς από σπουδαία ιστορικά ντοκουμέντα, όπως ένα σπάνιο αντίτυπο του αφορισμού της επανάστασης του 1821 από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, μέχρι το μικροσκοπικό σαλονάκι των παραδοσιακών αρχοντικών του νησιού, που θαρρείς και φτιάχτηκε για νάνους ή για μικρά παιδιά. Αλλά και μια πολυσυλλεκτική βιβλιοθήκη, που καλύπτει όλο το πολιτικό (κι όχι μόνο) φάσμα. Από το λεξικό του στρατού, μέχρι το βιβλίο του Σκαρίμπα για το 21’ και μια προλεκάλτ έκδοση για το Μάο και την Κινέζικη Επανάσταση.
Την οικοδέσποινα του μουσείου την είδαμε την επόμενη μέρα να συντονίζει την εκδήλωση του Όχι. Ενώ μας παρουσίασε ως προφητικό και επίκαιρο το βιβλίο του νεότερου και πρόσφατα αποθανόντα Φαλτάτζη (που ήταν μάλλον κεντρώων πεποιθήσεων και οργανωμένος στη φοιτητική ΠΕΑΝ του 60’ –καμία σχέση με την ομώνυμη οργάνωση επί κατοχής) για την «κατάρα της Κοινής Αγοράς», του πρόδρομου της σημερινής ΕΕ.

20150701_114747

Το εξώφυλλο του βιβλίου για την Κατάρα της Κοινής Αγοράς
20150701_120055
20150701_120040
Εικόνες από την έκδοση για την Κινέζικη Επανάσταση
20150701_121343
Ο αφορισμός της Επανάστασης από τον πατριάρχη
Για επιδόρπιο μερικά ακόμα φωτογραφικά στιγμιότυπα
20150629_205219

Η θέα από τη Χώρα, μετά το ηλιοβασίλεμα
20150701_155644
Η Κολυμπάδα, που έχει μόνο ένα άσπρο σπιτάκι, και όπου πρέπει να ανοίξεις πρώτα μια πόρτα με σύρμα που κλείνει το δρόμο, για να περάσει το αυτοκίνητο και να κατέβεις κάτω!
20150630_195933
Μια πινακίδα μας ενημερώνει ότι απαγορεύεται το παρκάρισμα στην ταράτσα!
Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό…
20150701_160558
Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε. Ή και τα δυο μαζί
20150702_122704
Ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι στο βορειοδυτικό κομμάτι του νησιού με τη σημαία του Τσε
20150702_184121
Κι ένα μπιτσόμπαρο (με δωρεάν ξαπλώστρες και) με τη σημαία της Κούβας να δεσπόζει
20150702_123046
Η εντυπωσιακή είσοδος της Ατσίτσας
20150630_172747
Η παραλία του Πεύκου
20150704_143047
Κι ένα κόκκινο κάστρο με συνθήματα, που συναντάς στην Εύβοια λίγο πριν φτάσεις στην Κύμη, απ΄όπου φεύγει το πλοίο για το λιμάνι της Σκύρου, τη Λιναριά.
Λιναριά-Λιναριά, εσένα έχω στην καρδιά…

1 Ιουν 2015

Οδοιπορικό στο φαράγγι του Φάγγου. 70 χρόνια μετά, ο Άρης ανασαίνει ακόμα εκεί…

   Οδοιπορικό στο φαράγγι του Φάγγου. 70 χρόνια μετά, ο Άρης ανασαίνει ακόμα εκεί…



Γράφει ο Οικοδόμος //
Η πρώτη απόπειρα να προσεγγίσουμε στο φαράγγι του Φάγγου, έξω από τη Μεσούντα Άρτας (χάρτης),  έγινε έναν σχεδόν χρόνο πριν και ήταν, όπως αποδείχτηκε, αναγνωριστική. Απροετοίμαστοι ουσιαστικά, χωρίς να γνωρίζουμε την περιοχή και το βαθμό δυσκολίας που έχει μια τέτοια αποστολή, και με μόνο εφόδιο τη δίψα να φτάσουμε μέχρι το συγκεκριμένο σημείο, μπήκαμε ―χωρίς να είμαστε βέβαιοι ότι ήταν αυτό― στο αχάραχτο μονοπάτι και αφού διασχίσαμε μερικά μέτρα αμφιβολίας γυρίσαμε πίσω.
faragi-fagou26
Είχαν προηγηθεί οι παραινέσεις γνωστών και φίλων, αλλά και κατοίκων της Μεσούντας (που μας έδιναν διαφορετικές εκδοχές της διαδρομής) ότι η πορεία είναι δύσκολη και χρειάζεται οπωσδήποτε ντόπιος οδηγός που να ξέρει τα κατατόπια. Παρά την απογοήτευσή μας, τότε, επικράτησε η λογική και δώσαμε υπόσχεση πως με την πρώτη ευκαιρία θα ξεπληρώναμε το μέρος του χρέους μας, που δεν ήταν άλλο από την απόδοση τιμής στον Πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, στον τόπο που πότισε με το αίμα του και άφησε την τελευταία του ανάσα, λίγο πριν εγκαταλείψει τα εγκόσμια και περάσει τα όρια του θρύλου.
faragi-fagou28
Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από την Κυψέλη Άρτας. Ο καιρός τις δυο προηγούμενες μέρες ήταν βροχερός. Αν και είχε προηγηθεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς βροχή και οι ανακοινώσεις των μετεωρολόγων δεν προμήνυαν βροχερή μέρα, σε τούτα τα μέρη, στα χωριά του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, είναι συχνό το φαινόμενο όταν πιάνει βροχή να ξεχνά να σταματήσει… Η πηχτή σαν γάλα ομίχλη που συναντήσαμε λίγο πριν το Βουργαρέλι, συνηθισμένο φαινόμενο αυτή την εποχή, δεν μας ανησύχησε.
faragi-fagou11
Από το Αθαμάνιο και πέρα και όσο τα χιλιόμετρα προς τη Μεσούντα λιγόστευαν, ένας παιχνιδιάρης ήλιος προκαλούσε κάθε τόσο με την εμφάνισή του τα σύννεφα που είχαν απλώσει ράθυμα τα γκρίζα πέπλα τους μέχρι εκεί που έφτανε το ανθρώπινο μάτι. Κύρια έγνοια μας η εξέλιξη του καιρού, αλλά όχι μόνο αυτή. Στα αυτιά μου ηχούσαν έντονα και «προκλητικά» τα κοφτά λόγια των γεροντότερων, δυο μέρες πριν στο καφενείο κάτω από τον πλάτανο, όταν τους ανακοίνωνα τις προθέσεις μας: «Δεν μπορείτε να φτάσετε μέχρι εκεί, είναι δύσκολο. Θα γυρίσετε πίσω, όπως κι άλλοι»…
mesoynda
Μπήκαμε στη Μεσούντα. Τα λιγοστά μαγαζιά-καφενεία κλειστά. Κοντοσταθήκαμε μπροστά στο μνημείο του Άρη, απέναντι από την πλατεία του χωριού. Ψυχή τριγύρω. Η φωτογραφία του Πρωτοκαπετάνιου εκεί. Ασάλευτος, δείχνει σκεφτικός, υπομονετικός, ήρεμος όπως αυτός που έχει κάνει το καθήκον του. Μα το βλέμμα του σε διαπερνά· σαν ένα ηφαίστειο που κατακλύζεται από υπόγειες εκρήξεις και καρτεράει τη στιγμή που θα «ξαναμιλήσει»…
faragi-fagou1
Πήραμε τον στενό, ασφαλτοστρωμένο, γεμάτο λαβωματιές από τις πολλές βροχές των προηγούμενων μηνών, δρόμο προς το ποτάμι. Λίγα, μετρημένα στα δάχτυλα του χεριού σπίτια σκορπισμένα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, κλειστά τα περισσότερα και με εμφανή τα σημάδια της ανθρώπινης απουσίας στις αυλές τους. Σε κάποιο σημείο ο κατηφορικός δρόμος γίνεται χωμάτινος· σημάδι ότι πλησιάζουμε. Σταματάμε λίγα μέτρα πριν την κοίτη του ποταμού. Στα δεξιά μας βρίσκεται μια πέτρα που σηματοδοτεί την είσοδο στην πλαγιά του βουνού, την αρχή του μονοπατιού. Ζωνόμαστε τα σακίδια, οπλίζουμε τις φωτογραφικές μηχανές και ξεκινάμε.
faragi-fagou2
Μια πρώτη ματιά στη μορφολογία του εδάφους λειτουργεί αποτρεπτικά. Τίποτα δεν μαρτυρά από τα πρώτα μέτρα ότι μπροστά μας βρίσκεται ένα μονοπάτι με αρχή και τέλος. Οι συνεχείς κατολισθήσεις διαμορφώνουν ένα σκηνικό που προσθέτει στην αγριάδα της φύσης κάποια στοιχεία ―ελεγχόμενου― κινδύνου, ειδικά για όσους το άκουσμα της λέξης «μονοπάτι» φέρνει στο νου χαραγμένες και καλλωπισμένες τουριστικές διαδρομές σε ειδυλλιακά τοπία. Από τα πρώτα κιόλας μέτρα, ειδικά αν είσαι άνθρωπος της πόλης και η σχέση σου με τη φύση είναι περιστασιακή, νιώθεις την πρόκληση και το παίρνεις απόφαση.
faragi-fagou5
Το ζητούμενο από την αρχή ήταν να μην παρεκκλίνουμε της πορείας μας και χάσουμε τον στόχο. Σε αυτή την προσπάθειά μας σταθήκαμε απρόσμενα τυχεροί. Κάθε λίγα μέτρα, σημάδια από κόκκινη και γαλάζια μπογιά ―που άφησαν στους βράχους τα μέλη των ορειβατικών συλλόγων που επισκέπτονται συχνά την περιοχή―, μας βοηθούν να μη χάνουμε τον προσανατολισμό μας και να βαδίζουμε με σιγουριά.
faragi-fagou4
Για αρκετά λεπτά η διαδρομή είναι κατηφορική, τόσο που σε κάποιο σημείο το ποτάμι απέχει μόλις λίγα μέτρα από εμάς. Από εκεί ξεκινάει η ανηφόρα, με λίγα διαστήματα ενδιάμεσα περπάτημα σε ευθεία γραμμή.
faragi-fagou3
Τα κομμάτια αυτά της διαδρομής είναι λίγα. Εκεί βλέπεις μπροστά σου να ξεδιπλώνεται ευκολοδιάβατο το μονοπάτι που σε κάποιες μεριές είναι σκεπασμένο από την πλούσια βλάστηση που αντικαθιστά κυριολεκτικά τον ουρανό.
faragi-fagou7
Ο τόπος στεγνός, κάνει την ανάβαση περισσότερο ασφαλή. Το χώμα λιγοστό, υποκλίνεται στο μεγαλείο της πέτρας, που είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του τοπίου. Σταματάμε κάθε λίγα λεπτά για να πάρουμε φωτογραφίες.
faragi-fagou6
Αυτές τις στιγμές συνειδητοποιούμε ότι οι μόνοι ήχοι που διαταράσσουν την αλλόκοτη αυτή γαλήνη προέρχονται χαμηλά από το διάβα των καταγάλανων νερών του Αχελώου, το πέταγμα των εντόμων, τις βαριές ανάσες μας και τους χτύπους της καρδιάς μας.
faragi-fagou27
Βαδίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε πόσα μέτρα απομένουν. Η πλαγιά γίνεται όλο και πιο αφιλόξενη. Το έδαφος εχθρικό· σα να θέλει να μας δοκιμάσει. Να μας εμποδίσει να συνεχίσουμε, ή, να ατσαλώσει τη θέλησή μας. Ένα καλά στερεωμένο στο βράχο συρματόσκοινο βρίσκεται καλού κακού μόνιμα εκεί.
faragi-fagou10
Σε λίγο τα πόδια μας θα βοηθηθούν από τα χέρια. Όπως θα διαπιστώσουμε στο τέλος της διαδρομής, εκείνη τη στιγμή διανύουμε το πιο δύσκολο και σχετικά επικίνδυνο κομμάτι της. Το βάδισμα γίνεται σκαρφάλωμα. Το πλάτους μόλις λίγων εκατοστών ανηφορικό μονοπάτι περνάει στην άκρη ενός τεράστιου φαγωμένου από το χρόνο βράχου.
faragi-fagou23
Κάτω από τα πόδια μας, στα αριστερά, μόλις λίγα εκατοστά από τα χνάρια που αφήνει το πέρασμά μας, βρίσκεται το κενό. Η πλαγιά του βουνού σα να την έκοψε ένα θεόρατο μαχαίρι σμίγει μερικές δεκάδες μέτρα χαμηλότερα με τα ορμητικά νερά του Αχελώου.
faragi-fagou25
Η ανάσα κόβεται. Σηκώνω το βλέμμα προς τη μεριά του Μυρόφυλλου (γειτονικό χωριό του νομού Τρικάλων). Στη στιγμή μου έρχονται στο μυαλό οι γραπτές αφηγήσεις των επιζώντων συντρόφων του Άρη για τα πυρά που δέχτηκαν από εκεί λίγο πριν το τέλος… Άραγε που ακριβώς να έστησαν καρτέρι οι πεινασμένοι λύκοι; Από πού έβαζαν στους αποφασισμένους για όλα αντάρτες;
faragi-fagou12
Νιώθω, από ένστικτο, ότι πλησιάζουμε «εκεί». Η καρδιά σα να μη χωράει πια στο σώμα, πάλλεται με ασυνήθιστους ρυθμούς, δίνει μάχη να ακολουθήσει τη σκέψη που έχει τη δυνατότητα να προπορεύεται με ασύλληπτη ταχύτητα στο χώρο και το χρόνο, σα να βάλθηκε να στήσει ξανά, σε αναπαράσταση, το σκηνικό εκείνων των τελευταίων δραματικών ωρών της 15-16 Ιούνη του 1945.
faragi-fagou8
Αφήνουμε πίσω μας τον βράχο. Βαδίζουμε τώρα ανάμεσα σε στέρεα γη. Προχωράμε λίγα μέτρα ακόμα ανάμεσα σε θάμνους και πυκνή βλάστηση, μέχρι που στο βάθος αντικρίζουμε κορφές από πλατάνια.
faragi-fagou9
Πλησιάζοντας ακούγεται όλο και πιο καθαρά ο ήχος του νερού που πέφτει με δύναμη στην πέτρα. Οι χτύποι της καρδιάς πολλαπλασιάζονται. Λίγο ακόμα. Εδώ είμαστε. Καπετάνιο ερχόμαστε! Τα πόδια δυσκολεύονται να διανύσουν τα τελευταία μέτρα. Ο ιδρώτας ανακατεύεται με τη συγκίνηση, τα μάτια θολώνουν.
faragi-fagou17
Σταματάμε. Μια ρεματιά κόβει απότομα το μονοπάτι μπροστά στα πόδια μας. Στα δεξιά ένα αδιάβατο ύψωμα από το οποίο κατεβαίνουν με ορμή τα κρύα νερά του Κοκκινόλακου που βιάζονται να σμίξουν με τον Αχελώο.
faragi-fagou18
Στ’ αριστερά σχηματίζεται η γκούρα που οδηγεί στην κοίτη του ποταμού. Τεράστιοι βράχοι ανάμεσα στα πλατάνια σμιλεμένοι με απαράμιλλη τέχνη από το καλέμι της φύσης δημιουργούν μικρές λιμνούλες και ρυάκια και αλλάζουν αποχρώσεις ανάλογα με τα κέφια του ήλιου που μπαινοβγαίνει στα γκρίζα σύννεφα.
faragi-fagou19
Αυτές οι εικόνες μαζί με τη μονότονη μελωδία του τρεχούμενου νερού, σε μαγεύουν σαν Σειρήνες· σε καθηλώνουν και είναι ικανές να αιχμαλωτίσουν τη μνήμη και να σε απελευθερώσουν από κάθε τι που σε βαραίνει και σε κρατά δεμένο στη γη. Οι φωτογραφικές μηχανές τραβάνε ασταμάτητα, χωρίς όμως να μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια αυτό που τα μάτια και οι αισθήσεις έχουν εκείνες τις στιγμές το προνόμιο να απολαμβάνουν.
faragi-fagou13
Ακριβώς απέναντί μας, στην άλλη άκρη της ρεματιάς, ένας μεγάλος βράχος στέκει επιβλητικά και σκιάζει με το μπόι του ένα μέρος αυτής της μυσταγωγίας. Στη βάση του είναι τοποθετημένη μια πέτρινη πλάκα και λίγο ψηλότερα ένα κομμάτι μαύρου γρανίτη με χαραγμένη στη λεία όψη του τη μορφή του Πρωτοκαπετάνιου.
faragi-fagou20
Εδώ, στις 16 Ιούνη του 1945, έπεσαν καταδιωκόμενοι ο Πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης και ο ξακουστός μαυροσκούφης Τζαβέλλας, ενώ λίγο πιο κάτω, χτυπημένος από τα βόλια της αντίδρασης, έπεφτε ο γερο-Κόζιακας, μέλος της ομάδας των ανταρτών που ακολούθησαν τον αρχηγό μέχρι το τέλος.
faragi-fagou16
Διασχίζουμε κάθετα τη ρεματιά, ανάμεσα στα ρυάκια του νερού. Φτάνουμε στο βράχο, ακουμπάμε, βυθιζόμαστε στην αγκαλιά του. Η αναπνοή επανέρχεται σιγά σιγά στους συνηθισμένους ρυθμούς της. Ένα δροσερό αεράκι παρασέρνει τα πλατανοκλάρια και μαζί τις σκέψεις. Στεκόμαστε βουβοί εκεί στον τόπο της θυσίας.
faragi-fagou15
Με ευλάβεια ακουμπάμε λίγα μοσχομύριστα κόκκινα τριαντάφυλλα που φέραμε από τη Χώσεψη (παλιά ονομασία της Κυψέλης Άρτας, τότε που ο Άρης είχε εκεί για ένα διάστημα το αρχηγείο του), στο μνημείο. Η πέτρινη πλάκα είναι σημαδεμένη από σκάγια που έριξαν ηλίθιοι απόγονοι των δολοφόνων, ή σκέτα ηλίθιοι.
faragi-fagou14
Η συζήτηση από τις τελευταίες δραματικές στιγμές, γυρίζει αναπόφευκτα στο τι θα γινόταν «αν…», για να καταλήξει στο τετράστιχο του γνωστού τραγουδιού:
«…Κείνος δε θέλει κλάματα
δε θέλει μοιρολόγια
θέλει αγώνες και χαρές
αρματωσιές και βόλια»…
Ο χρόνος κυλά με την ίδια εκνευριστική ταχύτητα, όπως κάθε φορά που θα ήθελες να σταματήσει. Τα σύννεφα πυκνώνουν. Πρέπει να προλάβουμε τη βροχή. Στεφανώνουμε τη μορφή του καπετάνιου με τα λουλούδια.
faragi-fagou24
Στην επιστροφή μάς ακολουθεί η βουβαμάρα. Οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλληλοσυγκρούονται, ασφυκτιούν· ανακατεύονται με τα συναισθήματα που γεννά η δικαίωση για την εκπλήρωση της αποστολής, με την αίσθηση του χρέους που παραμένει ανεκπλήρωτο. 70 χρόνια μετά η κοινωνία, οι άνθρωποι, οι λαοί βαδίζουν ολοταχώς προς τα πίσω, σα να έλκονται από τα σκοτάδια της αυτοκαταστροφής. Η εκμετάλλευση χρησιμοποιεί νέες, αποτελεσματικότερες μορφές για να επιβάλλεται. Εστίες πολέμων κατακλύζουν τον πλανήτη. Όλο και περισσότερο αίμα αθώων ποτίζει τη γη. Ο φόβος φωλιάζει στις ψυχές. Η αυταπάτη αλώνει τις συνειδήσεις. Κι όμως, το αίμα του Πρωτοκαπετάνιου δεν στέγνωσε στο φαράγγι του Φάγγου· η ανάσα του πάλλεται ακόμα εκεί, δίπλα στα ορμητικά νερά του «Άσπρου». Το αίμα χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών δεν στέγνωσε στα βουνά, στις φυλακές, στα θυσιαστήρια και στους τόπους εξορίας. Η ανάγκη για ζωή λεύτερη, ειρηνική, χωρίς εκμετάλλευση πάλλεται από ζωντάνια. Το ίδιο και η ελπίδα ότι η επιβίωση μπορεί να γίνει ζωή αντάξια των κόπων των δουλευτάρηδων όλου του κόσμου.
faragi-fagou21
Σταματήσαμε στη Μεσούντα. Στο καφενεδάκι δίπλα στη ρεματιά κάτω από τον πλάτανο κατάκοποι, μα τόσο γεμάτοι, γευόμαστε τις ευεργετικές ιδιότητες του ντόπιου τσίπουρου, με τη συνοδεία της λαχανόπιτας που περίμενε τόσα χιλιόμετρα υπομονετικά κρυμμένη στο σακίδιο.
faragi-fagou22
Ο καιρός άνοιξε. Τα σύννεφα υποχώρησαν. Ένας λαμπερός ήλιος άπλωσε το φως και τη ζεστασιά του παίζοντας με τα χρώματα της φύσης και τη διάθεση των ανθρώπων. Λίγα μόνο σύννεφα έμειναν να σκεπάζουν τις αετοφωλιές των Τζουμέρκων, σα να ήθελαν να τονίσουν με την παρουσία τους την αέναη πάλη του φωτός με το σκοτάδι…

TOP READ