13 Ιαν 2012

Η οπορτουνιστική ομάδα και η διάσπαση του ΚΚΕ το 1968



Η οπορτουνιστική ομάδα και η διάσπαση του ΚΚΕ το 1968
«Εξω το ΝΑΤΟ», «Κάτω η χούντα», «Η γη είναι δική μας», τα κυρίαρχα συνθήματα στην κατάληψη του Πολυτεχνείου
Την περασμένη Κυριακή απ' αυτήν εδώ τη στήλη αναφερθήκαμε στην άγνωστη ιστορία της έκδοσης του πρώτου παράνομου φύλλου του «Ριζοσπάστη» στην περίοδο της δικτατορίας. Η μεγάλη σημασία της πρωτοβουλίας του συντρόφου Γιάννη Νικολόπουλου είναι ότι με την έκδοση του πρώτου φύλλου του «Ριζοσπάστη» απέτρεψε στην πράξη την έκδοσή του από την αναθεωρητική ομάδα, η οποία αποσπάστηκε από το ΚΚΕ, επιτέθηκε στο Κόμμα σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ιστορίας του, όπως και της ιστορίας του λαϊκού κινήματος της Ελλάδας, αφού η δικτατορία είχε καταργήσει την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, δηλαδή την πολιτική δράση, τη συνδικαλιστική, αλλά και κάθε μαζική λαϊκή δράση, τις αστικοδημοκρατικές ελευθερίες, έχοντας στις φυλακές και τις εξορίες χιλιάδες αγωνιστές μαζί με τους κομμουνιστές. Η έκφραση έστω και της παραμικρής αντίθεσης με τη χούντα δημόσια επέσυρε φυλακίσεις, εξορίες, βασανισμούς κλπ.
Η συγκεκριμένη αυτή οπορτουνιστική ομάδα εναντιώθηκε στο Κόμμα, στόχευε στη διάλυσή του, ενώ διασπώντας το δυσκόλεψε τα μέγιστα την αντιδικτατορική πάλη του ελληνικού λαού, συνολικά την αντιιμπεριαλιστική πάλη. Αναφερθήκαμε ταυτόχρονα με συντομία στις συγκεκριμένες συνθήκες με σταθμό τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ και στην απόφασή της να καθαιρέσει από το ΠΓ τους Μήτσο Παρτσαλίδη, Ζήση Ζωγράφο και Πάνο Δημητρίου, για φραξιονιστική δράση και επίθεση στη γραμμή και την καθοδήγηση του Κόμματος από δεξιές οπορτουνιστικές θέσεις. Πολλοί αναγνώστες του «Ριζοσπάστη» επικοινώνησαν με την εφημερίδα, ζητώντας να μάθουν περισσότερα γι' αυτή την περίοδο και κυρίως για τη συγκεκριμένη ομάδα οπορτουνιστών, τις αιτίες εμφάνισής της, τη δράση της κλπ.
Οι φοιτητές «κρεμάνε»τον Κίσινγκερ
Στα πλαίσια του χώρου που έχουμε, θα προσπαθήσουμε μέσα από τα ντοκουμέντα του Κόμματος, να δώσουμε ορισμένα στοιχεία και εκτιμήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα.
Η αντιΚΚΕ πορεία των φραξιονιστών
Οπως είχαμε αναφέρει, η 12η Ολομέλεια της ΚΕ (Φλεβάρης 1968), μετά την καθαίρεση των τριών μελών του ΠΓ, αφού καταδίκασε με τον πιο αυστηρό τρόπο τη δεξιά οπορτουνιστική πλατφόρμα και τη φραξιονιστική δράση της ομάδας αυτής, που, όπως αποκαλύφτηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών της Ολομέλειας, δρούσε συστηματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξουσιοδότησε το ΠΓ, για την περιφρούρηση της ενότητας του Κόμματος, να πάρει τα μέτρα που θα χρειαστούν, αν συνεχιστεί η φραξιονιστική δράση.
Η συνέχεια της δράσης αυτών των πρώην κομμουνιστών και μετέπειτα αντιπάλων του ΚΚΕ απέδειξε την ορθότητα της απόφασης της Ολομέλειας της ΚΕ για την ποινή που τους επέβαλε, αφού συνέχισαν έξω πλέον από τις γραμμές του ΚΚΕ την προσπάθεια να το αφοπλίσουν, να το διαλύσουν, εκμεταλλευόμενοι και τις συνθήκες δράσης του, δηλαδή τη βαριά παρανομία και το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχαν για πολλά χρόνια Κομματικές Οργανώσεις.
Η ανοιχτή διασπαστική τους δράση, ως έναρξη της επιδίωξης διάλυσης του ΚΚΕ, έγινε με την κατάληψη του ραδιοσταθμού του ΚΚΕ «Φωνή της Αλήθειας», απ' όπου καλούσαν τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ να μην πειθαρχήσουν με τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας και να εναντιωθούν σ' αυτές. Στη συνέχεια συγκρότησαν τη λεγόμενη Ενωτική Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, σε αντιπαράθεση με την ΚΕ του Κόμματος και με μέσο την παραπληροφόρηση σχετικά με τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας καλούσαν τους κομμουνιστές να συσπειρωθούν στην οπορτουνιστική τους ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα και οργανωτικά στην ομάδα τους.
Η έξοδος της χώρας από το ΝΑΤΟ και η καταδίκη των χουντικών ήταν από τα κυρίαρχα αιτήματα του λαού αμέσως μετά την πτώση της αμερικανόπνευστης δικτατορίας των συνταγματαρχών
Αλλά οι οργανώσεις του Κόμματος, η συντριπτική πλειοψηφία των μελών και των στελεχών του υπερψήφισαν τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας και συσπειρώθηκαν στο Κόμμα και την ΚΕ και όχι στη διασπαστική οπορτουνιστική ομάδα, η οποία αμέσως μετά - και αφού δεν έπιασε το κόλπο της λεγόμενης Ενωτικής ΚΕ - προχώρησε στη συγκρότηση κόμματος καπηλευόμενη τον τίτλο του ΚΚΕ, με την ονομασία «ΚΚΕ Εσωτερικού», παίρνοντας το προσωνύμιο από το «Γραφείο Εσωτερικού», το οποίο και τάχτηκε με τους οπορτουνιστές και την ομάδα τους (Μπάμπης Δρακόπουλος ο μετέπειτα γραμματέας του λεγόμενου ΚΚΕ εσ., ο Αντώνης Μπριλλάκης που μετά «το ΚΚΕ εσ.» κατέληξε στο ΠΑΣΟΚ και Σταύρος Καρράς, μέλος αργότερα της ΚΕ του λεγόμενου ΚΚΕ εσ. Μάλιστα ο Μπάμπης Δρακόπουλος έγινε Γραμματέας της ΚΕ αυτού του μορφώματος, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο σ' αυτή την ιστορία διαδραμάτιζε ο Λεωνίδας Κύρκος από τα σημερινά ηγετικά στελέχη του ΣΥΝ).
Το λεγόμενο ΚΚΕ εσ. ήταν ονομασία με προβοκατόρικη διάσταση, αφού μεγάλο τμήμα του ΚΚΕ συνέχιζε να βρίσκεται στις τότε σοσιαλιστικές χώρες και την ΕΣΣΔ από το τέλος του εμφυλίου πολέμου μετά την ήττα του ΔΣΕ. Ετσι οι ίδιοι προσκόλλησαν το «Εσωτερικού» στην οπορτουνιστική τους ομάδα για να ξεχωρίζει από το ΚΚΕ, στο οποίο προσκόλλησαν οι ίδιοι το προσωνύμιο «Εξωτερικού» και συνέβαλαν έτσι στην αντικομμουνιστική προπαγάνδα περί ξενοκίνητου ΚΚΕ. Τα περί ξενοκίνητου ΚΚΕ, οργάνου της ΕΣΣΔ, ήταν μια από τις βασικές αιχμές της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας της άρχουσας τάξης στη διάρκεια του εμφυλίου και μετά ως τη νομιμοποίηση του Κόμματος στα 1974, στην οποία οι οπορτουνιστές προσέδωσαν κύρος με την ονομασία του κόμματος το οποίο συγκρότησαν και συνέβαλαν τα μέγιστα να περάσει και στις συνειδήσεις του ελληνικού λαού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ή για να γνωρίσουν οι νεότεροι ότι στο όνομα του ξενοκίνητου ΚΚΕ, στελέχη του στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα σαν κατάσκοποι της ΕΣΣΔ.
«Βασανιστήριο», ξυλογραφία της Βάσως Κατράκη
Η αντικομμουνιστική και αντιΚΚΕ δράση τους συνοδευόταν και από την αντισοβιετική και γενικότερα την αντισοσιαλιστική τους προπαγάνδα. Ετσι ήταν η αιχμή του δόρατος στην προπαγάνδα του κεφαλαίου κατά του ΚΚΕ, της ΕΣΣΔ, του σοσιαλισμού.
Πολιτική ουράς στην αστική τάξη
Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό το μόρφωμα που δρούσε με τον τίτλο «ΚΚΕ εσ.» συμφώνησε και υπερθεμάτισε με την προσπάθεια της χούντας των συνταγματαρχών το 1973 να προσδώσει χαρακτηριστικά αστικού εκδημοκρατισμού και λαϊκών ελευθεριών στο καθεστώς των φυλακών και της εξορίας, των βασανιστηρίων στους αγωνιστές που πάλευαν ενάντια στη δικτατορία και της απαγόρευσης με βαριές ποινές κάθε συνδικαλιστικής και μαζικής λαϊκής δράσης, αλλά και πολιτικής δράσης. Τότε στα 1973, η χούντα προχώρησε στο λεγόμενο πείραμα Μαρκεζίνη. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης ήταν ένας αστός πολιτικός που εμφανίστηκε ως υπουργός Συντονισμού (το σημερινό υπουργείο Εθνικής Οικονομίας) της κυβέρνησης Συναγερμού του Παπάγου αρχές της δεκαετίας του 1950, δηλαδή κυβέρνησης που υπηρετούσε το μετεμφυλιοπολεμικό καθεστώς της άρχουσας τάξης, ενώ αργότερα ο ίδιος ίδρυσε το «Κόμμα των Προοδευτικών», χωρίς ουσιαστικό λαϊκό έρεισμα. Αυτόν τον δικό τους άνθρωπο λοιπόν επέλεξαν οι συνταγματάρχες της δικτατορίας, τον «έχρισαν» πρωθυπουργό μαζί με άλλα πολιτικά στελέχη αστικών κομμάτων ως μέλη της κυβέρνησης, προκειμένου να προσδώσουν αστικοδημοκρατική χροιά στο στρατοκρατικό καθεστώς τους. Η ουσία βεβαίως παρέμενε η ίδια. Νομιμοποίηση της δικτατορίας επιζητούσαν και μάλιστα μέσω εκλογών, τις οποίες και είχαν προκαθορίσει για να βαφτίσουν τη χούντα τους «δημοκρατία». Ηρθε βεβαίως ο ξεσηκωμός του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973 και έθεσε τέρμα στο πείραμα μασκαρέματος της χούντας με μάσκα τον Μαρκεζίνη. Αλλά το λεγόμενο ΚΚΕ εσ. προετοιμάστηκε να πάρει μέρος στις εκλογές, νομιμοποιώντας το πολιτικό προσωπείο του στρατοκρατικού καθεστώτος, όταν ο λαός και η νεολαία κορύφωνε την πάλη για την ανατροπή της δικτατορίας. Το ΚΚΕ βεβαίως από την πρώτη στιγμή αποκάλυψε την απάτη των συνταγματαρχών με το πείραμα Μαρκεζίνη, κάλεσε το λαό όχι μόνο να μην το νομιμοποιήσει, αλλά να εντείνει τον αγώνα ανατροπής της δικτατορίας. Στις 9 Οκτώβρη 1973 σε ανακοίνωσή του το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, που καθόριζε τη στάση του απέναντι στην «πολιτικοποίηση» της χούντας και τις εκλογές που είχε προαναγγείλει ο Μαρκεζίνης, τόνιζε:«Ο δρόμος του συμβιβασμού στον οποίο καλεί ο Μαρκεζίνης με τη χουντική δικτατορία και τα όργανά της είναι ο δρόμος που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ολιγαρχίας και των ιμπεριαλιστών και παρατείνει το τυραννικό καθεστώς της χούντας... είναι ο δρόμος προδοσίας των λαϊκών εθνικών συμφερόντων. Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Μαρκεζίνη αποτελεί συνέχιση του ελιγμού της χούντας για μεταμφίεσή της στη λεγόμενη Προεδρική Δημοκρατία. Αποβλέπει στο να παραπλανήσει τον ελληνικό λαό, τη διεθνή κοινή γνώμη και ταυτόχρονα να επηρεάσει και να παρασύρει λαϊκές μάζες για να διασπάσει τις αντιδικτατορικές και αντιχουντικές δυνάμεις... για να παρατείνει έτσι τη δικτατορική εξουσία της». Αυτή λοιπόν τη μεταμφίεση για παράταση της δικτατορίας ετοιμάστηκαν να νομιμοποιήσουν με την προετοιμασία τους για συμμετοχή στις εκλογές οι αναβαπτισμένοι στην κολυμπήθρα του οπορτουνισμού «κομμουνιστές» του λεγόμενου ΚΚΕ εσ.
Χιλιάδες εργαζόμενοι, μαθητές, αγρότες (από τα Μέγαρα) διαδηλώνουν τη συμπαράστασή τους στα αιτήματα των φοιτητών που βρίσκονται μέσα στο Πολυτεχνείο
Μα και όταν αργότερα η 13η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ καθαίρεσε τους Δρακόπουλο, Μπριλάκη, γιατί τάχτηκαν ενάντια το ΚΚΕ και τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας, συνεχίζοντας από κοινού με τους άλλους της ομάδας τη φραξιονιστική δράση, αυτοί έστειλαν δικό τους γραφτό στους φυλακισμένους κομμουνιστές αντί των αποφάσεων της 13ης Ολομέλειας για να τους στρέψουν ενάντια στο Κόμμα. Ετσι δεν έχασε την ευκαιρία η εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος», ανεπίσημο όργανο της χούντας, να δημοσιεύσει το γραφτό τους, προβάλλοντας τη δράση τους, γεγονός που αξιοποίησε η «Ασφάλεια» για να παραπλανήσει άλλους κρατούμενους σε απομόνωση στα κρατητήρια της «Μπουμπουλίνας» κομμουνιστές που υπεράσπιζαν το Κόμμα και να τους αναγκάσει και μ' αυτό τον τρόπο να λυγίσουν. Ετσι αξιοποίησε η δικτατορία την τότε δράση τους. (Πιο αναλυτικά βλέπε: Γιώργη Μωραΐτη, «Κόντρα στη Χούντα» εκδόσεις «Εντός», σελ.159-172)
Και μετά τη δικτατορία
Μα δεν ήταν μόνο αυτά. Μετά το συμβιβασμό του Ιούλη του 1974 ανάμεσα στη χούντα, τον αστικό πολιτικό κόσμο και τους Αμερικανούς για το πέρασμα από τη δικτατορία στην αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, και ενώ το λαϊκό κίνημα ήταν σε άνοδο με αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό και κατεύθυνση και έντονο αντιαμερικανισμό, λόγω συμβολής -συμμετοχής των ΗΠΑ στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας, στο πραξικόπημα στην Κύπρο, την ανατροπή της κυβέρνησής της και την εισβολή της Τουρκίας, το οπορτουνιστικό μόρφωμα πρόβαλε την πολιτική της «Εθνικής Αντι-Δικτατορικής Ενότητας» της περίφημης «ΕΑΔΕ». Αντί, δηλαδή, να συμβάλει στην αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή πάλη, στον αγώνα κατά της πλουτοκρατίας, πρότεινε τη συσπείρωση του λαού στο αστικό καθεστώς, δηλαδή στην εξουσία της πλουτοκρατίας, προκειμένου να μη γίνει δικτατορία! Δηλαδή, στην υποταγή του λαού στο κεφάλαιο και τους ιμπεριαλιστές.
Αλλά και η σύγχρονη ιστορία του κινήματός μας τους έχει κατατάξει εκεί που τους αξίζει, ως ουρά της αστικής τάξης. Στην πορεία αυτό το «κόμμα» συρρικνώθηκε, άλλαξε ονομασία. Από «ΚΚΕ εσ.» μετονομάστηκε ΕΑΡ) και διαχύθηκε στο σημερινό ΣΥΝ που εκφράζει τη συνέχεια του οπορτουνισμού στο εργατικό κίνημα. Οπως αναφέραμε παραπάνω, η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του Φλεβάρη του 1968, εκτιμούσε ότι η φραξιονιστική ομάδα δρούσε συστηματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι εκτιμήσεις του 9ου Συνεδρίου του ΚΚΕ
Το 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ συζητώντας για την κατάσταση στο Κόμμα πριν και μετά τη 12η Ολομέλεια του Φλεβάρη του 1968, για την ύπαρξη και δράση στις γραμμές του της συγκεκριμένης φραξιονιστικής οπορτουνιστικής ομάδας κατέληξε σε εκτιμήσεις ως προς τις αιτίες της εμφάνισης και ανάπτυξής της στις γραμμές του Κόμματος, παίρνοντας ως αφετηρία την 8η Ολομέλεια της ΚΕ του 1958 και την απόφασή της να διαλύσει τις παράνομες κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα και να διαχυθούν μέσα στην ΕΔΑ.
Ας παρακολουθήσουμε τις εκτιμήσεις αυτές από την Πολιτική Απόφαση του 9ου Συνεδρίου.
«Πριν περάσουμε στη δράση του κόμματός μας και στη δράση της Κεντρικής Επιτροπής από το 8ο Συνέδριο μέχρι σήμερα, θα θέλαμε να πούμε λίγα λόγια για το ίδιο το συνέδριο, στις αποφάσεις του οποίου στηρίχτηκε όλη η δράση του κόμματός μας.
Η σύγκληση του 8ου Συνεδρίου του κόμματός μας παρουσιάζει ένα σοβαρότατο κενό. Συνήλθε χωρίς να υπάρχουν κομματικές οργανώσεις. Το γεγονός αυτό είχε την επίδρασή του στη σύνθεση του συνεδρίου, στις εκτιμήσεις του, καθώς και στη σύνθεση των καθοδηγητικών Οργάνων που εκλέχτηκαν απ' αυτό...
Η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του 1958 πήρε την παρακάτω απόφαση για την Οργάνωση του κόμματος:
"Ολοι οι κομμουνιστές και οι συμπαθούντες πρέπει να μπουν στην ΕΔΑ για να δουλέψουν μέσα στις γραμμές της για να τη μετατρέψουν σε μαζικό κόμμα, ικανό να οργανώσει τις δυνάμεις και να καθοδηγήσει τον αγώνα της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των άλλων εργαζομένων στρωμάτων. Δεν πρέπει να επιδιώξουμε να οργανωθούν οι κομμουνιστές ιδιαίτερα μέσα στην ΕΔΑ, γιατί αυτό θα μπορούσε να διευκολύνει τα χτυπήματα της ασφάλειας ενάντια στους κομμουνιστές και θα έβαζε σε κίνδυνο την ίδια τη νόμιμη ύπαρξη της ΕΔΑ». Και σε συνέχεια: «Για την επεξεργασία και εφαρμογή της τρέχουσας πολιτικής του κόμματος, για την εξασφάλιση της σύνδεσης, μέσω ενός περιορισμένου αριθμού δοκιμασμένων συντρόφων, με τα κομματικά στελέχη που δουλεύουν στην ΕΔΑ, με σκοπό τον ιδεολογικό και πολιτικό τους προσανατολισμό, να ιδρυθεί το συντομότερο στην Ελλάδα στενό κομματικό κέντρο, με επικεφαλής κλιμάκιο της ΚΕ, που να διαθέτει τον απαραίτητο παράνομο τεχνικό μηχανισμό, για να μπορεί να εκπληρώσει τον καθοδηγητικό του ρόλο".
Το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1961), υιοθετώντας την απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1958, τόνιζε επίσης, ότι "θα ήταν μεγάλο λάθος αν δεν εκμεταλλευόμασταν, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, αυτή τη θαυμάσια δυνατότητα που δημιούργησε η λαϊκή πάλη και συνεχίζαμε να παλαίβουμε για την Οργάνωση των μελών του κόμματος σε παράνομες κομματικές Οργανώσεις", και ότι η δουλιά πρέπει "να προχωρήσει στην ανάπτυξη του κομματικού κέντρου και στη δημιουργία κομματικών στηριγμάτων στους βασικούς τομείς και περιοχές με αποστολή την εξασφάλιση στον τομέα ή περιοχή τους της σωστής εφαρμογής της γραμμής του κόμματος και στον πολιτικό και στον οργανωτικό τομέα, καθώς και στη δημιουργία ενός στοιχειώδικου δικού μας (του ΚΚΕ) μηχανισμού, ώστε να μπορούν να δρουν σε οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση".
Τόσο η απόφαση της 8ης Ολομέλειας (1958), όσο και η απόφαση του 8ου Συνεδρίου (1961) στο κομματικό πρόβλημα, αποτελούν θεμελιακό λάθος. Σήμαιναν τη διάλυση των κομματικών οργανώσεων. Με τις αποφάσεις αυτές το κόμμα διαλύθηκε μέσα στην ΕΔΑ, που ήταν συνασπισμός αριστερών δυνάμεων.
Η απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1965, με το μέτρο που πρόβλεπε: "επέκταση των κομματικών ομάδων σε όλες τις πόλεις, στις συνοικίες των μεγάλων πόλεων, σε βασικά εργοστάσια, σ' όλους τους βασικούς τομείς και κρίκους της δουλιάς του κόμματος", δεν καταργούσε στην ουσία τις παραπάνω αποφάσεις. Καθόριζε, ουσιαστικά, μια ορισμένη αριθμητική επέκταση των ομάδων στελεχών και όχι τη δημιουργία κομματικών οργανώσεων.
Η διάλυση και η μακρόχρονη απουσία κομματικών οργανώσεων είχε σοβαρότατες συνέπειες σ' όλους τους τομείς της δράσης, ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό, στην ανάπτυξη του εργατικού και δημοκρατικού κινήματος, στην ίδια την οικοδόμηση του κόμματος.
Χωρίς κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα, η ΚΕ δεν μπορούσε να ενημερώνεται έγκαιρα και σωστά για τις αλλαγές και τις εξελίξεις, να επεξεργάζεται σωστά την πολιτική και τακτική του κόμματος και να εξασφαλίζει με συνέπεια την εφαρμογή των αποφάσεών του.
Η απουσία κομματικών οργανώσεων στα εργοστάσια, στις επιχειρήσεις, στα δημόσια ιδρύματα, στις ένοπλες δυνάμεις, δεν επέτρεπε στο κόμμα να δημιουργεί στενούς δεσμούς με την εργατική τάξη και τους άλλους εργαζόμενους, να προωθεί τις θέσεις του στις μαζικές οργανώσεις, και να πραγματοποιεί συμμαχίες με ευρύτερες δημοκρατικές δυνάμεις από ισχυρότερες θέσεις.
Η έλλειψη κομματικών οργανώσεων έκανε ευκολότερη τη διείσδυση και ανάπτυξη αναθεωρητικών και άλλων οπορτουνιστικών απόψεων στις γραμμές μας. Αλλοίωσε το χαρακτήρα και το ρόλο της ΕΔΑ, υπέσκαψε την πολιτική επιρροή του κόμματός μας. Στάθηκε μια από τις βασικές αιτίες, που δεν μπόρεσε να προβάλει αποτελεσματική αντίσταση στη φασιστική επίθεση.
Η μακρόχρονη απουσία κομματικών οργανώσεων και οργανωμένης κομματικής ζωής είχαν σαν αποτέλεσμα να εξασθενίσουν οι κομματικές αρετές, να μειωθεί η κομματικότητα, το πνεύμα της ευθύνης και η κομματική πειθαρχία σε μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Αντί να ανεβαίνουν πολιτικά, ιδεολογικά, πολλά μέλη και στελέχη του κόμματος επηρεάζονταν, ή και ορισμένα αφομοιώνονταν από ξένες προς το κόμμα ιδεολογίες.
Με την εξασθένηση της κομματικής ιδεολογικοπολιτικής δουλιάς, και το σταμάτημα της στρατολογίας νέων μελών γενικότερα, διακόπηκε η ανανέωση του κόμματος, η φυσιολογική ανάδειξη νέων στελεχών, η ανανέωση της ίδιας της καθοδήγησής του. Πολλές σοβαρές αδυναμίες στην ιδεολογικοπολιτική κατάσταση στο κόμμα έχουν την αρχική πηγή τους σ' αυτό το θεμελιακό λάθος.
Από την ανάλυση και κριτική της γραμμής και δράσης του κόμματός μας από το 8ο Συνέδριο μέχρι τη 12η Ολομέλεια βγαίνει το συμπέρασμα ότι στη δουλιά του κόμματος στο διάστημα αυτό κυριαρχούσε βασικά δεξιά οπορτουνιστική παρέκκλιση. Αυτό έχει την αφετηρία του στα σοβαρά δεξιά λάθη της γενικής γραμμής και συγκεκριμένα στη θέση για το ειρηνικό πέρασμα, στη θέση για την εθνική αστική τάξη και τη λικβινταριστική απόφαση για τη διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων. Είναι επίσης συνδεμένο με το γεγονός ότι στην ΚΕ και στον ίδιο τον καθοδηγητικό πυρήνα είχε αναδειχτεί σημαντικός αριθμός στελεχών με ανοιχτά δεξιές οπορτουνιστικές αντιλήψεις...
Οι αιτίες που κυριάρχησε αυτή η παρέκκλιση είναι:
α) Η ανεπάρκεια της καθοδήγησης του κόμματος.
β) Η λειψή αφομοίωση και η μη δημιουργική εφαρμογή της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας.
γ) Οι παραβιάσεις βασικών λενινιστικών αρχών, σε πρώτη γραμμή της συλλογικότητας της δουλιάς και της κοινωνικής σύνθεσης του κόμματος.
δ) Οι σοβαρές δυσκολίες που δημιουργήθηκαν για το ΚΚΕ και το κίνημα γενικότερα ύστερα από τις δυο αλλεπάλληλες ήττες, ιδιαίτερα οι δυσκολίες για την ανασυγκρότηση των κομματικών οργανώσεων μέσα στις συνθήκες της βαριάς παρανομίας, και γενικότερα η πολύπλευρη πίεση του εχθρού, σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη απουσία από την Ελλάδα σημαντικού τμήματος στελεχών και μελών του κόμματος, καθώς και της ίδιας της καθοδήγησής του.
ε) Οι δυσκολίες του συνδυασμού της παράνομης με τη νόμιμη δουλιά, πράγμα που διευκόλυνε να δημιουργούνται αυταπάτες για τις επιτυχίες που σημείωνε η νόμιμη δουλιά».
Αλλά και η απόφαση της 8ης Ολομέλειας, δεν ήταν ξαφνική. Ηταν αποτέλεσμα της επικράτησης οπορτουνιστικών αντιλήψεων μετά από οξύτατη εσωκομματική διαπάλη αμέσως μετά την ήττα του ΔΣΕ στον εμφύλιο και την υποχώρηση του κινήματος, αλλά και κάτω από τις επιδράσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, οι αποφάσεις του οποίου είχαν συμβολή ως και στη διάσπαση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Η ενίσχυση των οπορτουνιστικών απόψεων
Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ πραγματοποιείται στα 1956. Ως προς τις αποφάσεις του επιδρά και σ' άλλα κομμουνιστικά κόμματα, στα οποία οξύνεται η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στο εσωτερικό τους.
Επίσης, στην εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στη Συνδιάσκεψη, με θέμα «Προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη - η επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού», (η οποία δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» την Κυριακή 16 Ιούλη 1995), αναφέρονται σχετικά με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ τα εξής:
«Σοβαρό ρόλο στην αλλοίωση της φυσιογνωμίας και της ιδεολογικής σταθερότητας των κομμουνιστικών κομμάτων έπαιξαν λαθεμένες αντιλήψεις και κατευθυντήριες ιδέες που αναπτύχθηκαν την περίοδο του 20ού Συνεδρίου. Οπως η άποψη για γρήγορη μετάβαση στον αναπτυγμένο σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό, η οποία παραγνώριζε το σύνθετο και μακροχρόνιο χαρακτήρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οι κατευθύνσεις για "ποικιλία μορφών μετάβασης στο σοσιαλισμό κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις", αξιοποιήθηκαν στα πλαίσια του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος από ορισμένες κομματικές ηγεσίες για αναθεώρηση των νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης στο όνομα των εθνικών ιδιομορφιών...».
Οι εκτιμήσεις αυτές ουσιαστικά έθεταν το ζήτημα του ειρηνικού ακόμη και κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό, υπερεκτιμώντας το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, αλλά και τη δυνατότητα του καπιταλισμού και της αντεπαναστατικής του δράσης για την υπονόμευση των σοσιαλιστικών χωρών και την κατάπνιξη των επαναστατικών κινημάτων. Ουσιαστικά αφόπλιζαν το εργατικό κίνημα από την επαναστατική προοπτική.
Η επίδραση αυτών των επεξεργασιών στο ΚΚΕ, οξύνει τη διαπάλη που προϋπήρχε στο εσωτερικό του αμέσως μετά την ήττα του ένοπλου αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, στον Εμφύλιο, την ίδια περίοδο, (1956). Η διαπάλη αυτή έχει την αντανάκλασή της και στις μετέπειτα εξελίξεις στο Κόμμα.
Ετσι στις 11 - 12 Μάρτη του 1956 συνέρχεται στη Ρουμανία η 6η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, ύστερα από πρόταση της «Διεθνούς Επιτροπής» που συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, από τα 6 κομμουνιστικά κόμματα των χωρών όπου ζούσαν Ελληνες πολιτικοί πρόσφυγες. Δηλαδή, από τα ΚΚ Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Ρουμανίας, Σοβιετικής Ενωσης και Τσεχοσλοβακίας.
Στην Ολομέλεια πήραν μέρος τα μέλη της ΚΕ και της ΚΕΕ του ΚΚΕ που βρίσκονταν στο εξωτερικό καθώς και μέλη της ΚΕ εκλεγμένα από το 7ο Συνέδριο και την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ που κατά καιρούς είχαν καθαιρεθεί ή διαγραφεί. Επίσης, παρακολούθησαν τις εργασίες αντιπροσωπείες των οργανώσεων του Κόμματος από τις χώρες όπου ζούσαν πολιτικοί πρόσφυγες από την Ελλάδα.
Επιδίωξή τους, όπως εισηγήθηκε η Διεθνής Επιτροπή των 6 κομμάτων στην Ολομέλεια, ήταν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος μέσα στο ΚΚΕ. Είναι η πρώτη Ολομέλεια στην ιστορία του ΚΚΕ που δε συγκαλείται από το ίδιο το Κόμμα ή άλλο εκλεγμένο όργανο, (Πολιτικό Γραφείο, Κεντρική Επιτροπή), αλλά από άλλα κόμματα.
Πίσω βεβαίως από τη διαπάλη στο Κόμμα, ουσιαστικά υπάρχει ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση που εδράζεται κυρίως στις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ και στην προσαρμογή της πολιτικής του ΚΚΕ σ' αυτές.
Στην Ολομέλεια, την εισήγηση έκανε ο Γραμματέας του Ρουμάνικου Κομμουνιστικού Κόμματος Γκεόργκε Γκεοργκίου Ντεζ, ως «πρόεδρος της Διεθνούς επιτροπής των 6 Κομμουνιστικών Κομμάτων».
Μετά από την εισήγησή του, η Ολομέλεια πήρε αποφάσεις για την εσωκομματική κατάσταση και για τη σύγκληση του 8ου Συνεδρίου.
Η 6η Ολομέλεια αποφάσισε την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη από τη θέση του Γενικού Γραμματέα της ΚΕ και από μέλος του ΠΓ. Επίσης, καθαιρεί τον Βασίλη Μπαρτζώτα, ενώ αποκαθιστά στο Κόμμα και στην ΚΕ τον Μήτσο Παρτσαλίδη, τον Ζήση Ζωγράφο και άλλους, αυτούς δηλαδή που ηγήθηκαν της αναθεωρητικής ομάδας στο Κόμμα, που οδήγησαν στη διάσπασή του το 1968.
Αλλά υπάρχει και συνέχεια. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, στις 18 - 24 Φλεβάρη του 1957 συγκαλείται η 7η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, όπου ο Ζαχαριάδης καθαιρείται τελικά και από μέλος της ΚΕ και διαγράφεται από το Κόμμα. Στην ίδια Ολομέλεια αποκαθίσταται στην ΚΕ ο Μάρκος Βαφειάδης που είχε καθαιρεθεί και διαγραφεί από το Κόμμα.
Ετσι αποκαταστάθηκαν στο Κόμμα όλοι οι φορείς του οπορτουνισμού, οι οποίοι είχαν καθαιρεθεί και ορισμένοι διαγραφεί, για φραξιονιστική δράση.
Το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ συνήλθε τον Αύγουστο του 1961 στο εξωτερικό. Το Κόμμα συνέχιζε να δρα στην παρανομία, αλλά και μέλη και στελέχη του δρούσαν στα πλαίσια της ΕΔΑ. Στην Ελλάδα, ύστερα από τη λικβινταριστική απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ του 1958, δεν υπήρχαν κομματικές οργανώσεις. Αυτό είχε επίδραση και στη σύνθεσή του αλλά και στη σύνθεση των οργάνων που εξέλεξε και στις αποφάσεις του. Το Συνέδριο καλούνταν να εξετάσει τη δράση του Κόμματος σε μια περίοδο δεκαέξι ολόκληρων χρόνων που μεσολάβησαν από το προηγούμενο 7ο Συνέδριο του 1945 και να καθορίσει τα καθήκοντα του Κόμματος και του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος, καθώς και να επεξεργαστεί και να ψηφίσει το Πρόγραμμα του Κόμματος.
Στο Πρόγραμμα, που ψήφισε το 8ο Συνέδριο, καθοριζόταν ότι «η επικείμενη επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι αντιιμπεριαλιστική - δημοκρατική». Στις κινητήριες δυνάμεις της αντιιμπεριαλιστικής δημοκρατικής επανάστασης συμπεριλαμβανόταν και η μη μονοπωλιακή αστική τάξη, η οποία χαρακτηριζόταν σαν «εθνική αστική τάξη».Το λάθος αυτό «οδήγησε σε οπορτουνιστικές στρεβλώσεις που πραχτικά βρήκαν την έκφρασή τους κυρίως σε μια πολιτική συνεργασίας χωρίς όρους με την Ενωση Κέντρου», εκτιμά το 9ο Συνέδριο του Κόμματος. Επίσης το 9ο Συνέδριο εκτίμησε ότι «Στο πρόγραμμα καθορίζονταν επίσης λαθεμένα ότι το πέρασμα στη δημοκρατική - αντιιμπεριαλιστική επανάσταση θα γινόταν κυρίως με ειρηνικό δρόμο, πράγμα που, εκτός από τις άλλες συνέπειες έτρεφε το λεγκαλισμό» και συνεχίζει ως εξής: «Τα λάθη αυτά ήταν λάθη δεξιού - λικβινταριστικού (σ.σ. διαλυτικού), χαρακτήρα».
Ολόκληρη αυτή η περίοδος επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα του μονίμως σταθερού ανοιχτού ιδεολογικοπολιτικού μετώπου στον οπορτουνισμό και τους φορείς του ως αποφασιστικού παράγοντα για το δυνάμωμα της επαναστατικής πάλης.


Επιμέλεια
Στέφανος ΚΡΗΤΙΚΟΣ


Μικρή αναδρομή στις εξελίξεις της περιόδου


21 ΑΠΡΙΛΗ 1967
Μικρή αναδρομή στις εξελίξεις της περιόδου
Τα τανκς στους δρόμους της Αθήνας στις 21-4-1967
Πέρασαν 39 χρόνια από τη μαύρη επέτειο επιβολής της στρατιωτικοφασιστικής χούντας στην Ελλάδα. Μια στιγμή στη νεότερη ιστορία, η μνήμη της οποίας ξύνει τις ίδιες πληγές της σύγχρονης πραγματικότητας, για τους ίδιους ακριβώς λόγους που η βαρβαρότητα της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, μήτρα της χούντας, δρα στην ευρύτερη περιοχή μας, σπέρνοντας πολέμους, με τη συμμετοχή και της ελληνικής πλουτοκρατίας. Αυτή η επιθετικότητα του κεφαλαίου εκδηλώνεται σε όλα τα εργασιακά δικαιώματα και τις όποιες λαϊκές ελευθερίες καταχτήθηκαν σ' αυτό το καθεστώς της αστικής δημοκρατίας. Η δικτατορία των μονοπωλίων, αυτό είναι το πραγματικό καθεστώς του κεφαλαίου, ιδιαίτερα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, είτε με αστικοκοινοβουλευτική έκφραση, είτε με δικτατορίες, δεν μπορεί να αντέξει χωρίς την ενίσχυση της ταξικής κυριαρχίας της με κάθε μέσο. Γι' αυτό και βαφτίζουν τα λαϊκά κινήματα «τρομοκράτες». Γι' αυτό και μαζί με την αφαίρεση των εργασιακών δικαιωμάτων ενισχύουν το ιδεολογικό τους οπλοστάσιο με τα δηλητηριώδη όπλα του αντικομμουνισμού, επιδιώκουν να πάρουν μέτρα στην πράξη καταδίκης της ταξικής πάλης, όπως επιδίωξαν με το «αντικομμουνιστικό μνημόνιο». Γι' αυτό αντιστρέφουν την ιστορία που έγραψαν οι λαοί ενάντια στον ιμπεριαλισμό, σε συνδυασμό με την κατασυκοφάντηση του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε στον 20ό αιώνα. Γι' αυτό ενισχύουν το νομικό και κατασταλτικό τους οπλοστάσιο κατά των λαών.
Η έκδοση του πρώτου παράνομου «Ριζοσπάστη» στη χούντα
Τότε ο λαός μας με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές αντιστάθηκε, οργάνωσε την αντιδικτατορική πάλη. Σήμερα, το βασικό συμπέρασμα, για την εργατική τάξη, τ' άλλα λαϊκά στρώματα είναι πως η δημιουργία της δικής τους κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας, του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου πάλης για τη λαϊκή εξουσία, είναι μονόδρομος στην κατάργηση των αιτιών που δημιουργούν και αναπαράγουν τις συνθήκες της εγκληματικής ιμπεριαλιστικής δράσης. Και όταν ο λαός θέλει, μπορεί, όχι μόνο να ανατρέπει τα ιμπεριαλιστικά σχέδια, αλλά να επιβάλλει οριστικά τη δική του κυριαρχία.
Η αστάθεια των αστικών κυβερνήσεων
Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε σύντομα, μέσω των γεγονότων εκείνης της περιόδου και των πολιτικών εξελίξεων, την κατάληξη σε καθεστώς δικτατορίας. Ορισμένα ζητήματα θέτουμε και για προβληματισμό.
Η επιβολή της χούντας, ενώ είχαν προκηρυχτεί εκλογές για το Μάη του 1967, όπως προπαγάνδιζαν οι θιασώτες της, αλλά και οι συνταγματάρχες, δικαιολογήθηκε ως απάντηση στο δήθεν «κομμουνιστικό κίνδυνο». Αλλωστε, ο αντικομμουνισμός πάντα ήταν η ιδεολογική επένδυση της πιο άγριας καταστολής κατά του λαού. Βεβαίως, μετά τα «Ιουλιανά» (1965) και την παραίτηση της κυβέρνησης της «Ενωσης Κέντρου», υπήρξε αδυναμία των αστικών κομμάτων για σχεδόν δύο χρόνια να σχηματίσουν σταθερή κυβέρνηση. Την ίδια περίοδο, ξεδιπλώθηκαν μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις, κάτω από την οξύτητα των λαϊκών προβλημάτων, μαζικές, μαχητικές και, αναμφίβολα, θα επιδρούσαν και στο εκλογικό αποτέλεσμα.
Μπορούσε αυτή η πραγματικότητα να δικαιολογήσει την ένταση της προπαγάνδας για άμεση απειλή «κομμουνιστικού κινδύνου» για την άρχουσα τάξη και τους ξένους συμμάχους της, ώστε να απαντήσουν με την επιβολή στρατιωτικοφασιστικής χούντας; Είναι γεγονός ότι εκείνη την περίοδο το ΚΚΕ δεν είχε κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα. Η δε ΕΔΑ δεν είχε καν στον προσανατολισμό της την προετοιμασία της εργατικής τάξης και του λαού γενικότερα, ακόμη και για να αντισταθούν στο πραξικόπημα, δεν είχαν προβλέψει τον κίνδυνο.
Οι φοιτητές της Νομικής (1973)
Το λαϊκό κίνημα, παρά τον όχι σωστό πολιτικό προσανατολισμό του, είχε ανοδική πορεία, δυσκόλευε το αστικό πολιτικό σύστημα, όξυνε τις αντιθέσεις του και μπορούσε να γίνει στην πορεία επικίνδυνο, αλλά κάτω από άλλες προϋποθέσεις. Αυτό, δηλαδή το ότι δεν ήταν ακόμη επικίνδυνο για την άρχουσα τάξη, φάνηκε και από το ότι η χούντα δε συνάντησε αντιστάσεις, επιβλήθηκε αμέσως.
Η συγκεκριμένη φάση εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας απαιτούσε εκσυγχρονισμό του αστικού πολιτικού συστήματος και της δράσης του, που παρέμεναν ουσιαστικά αμετάβλητα από την περίοδο του Εμφυλίου και μετά. Αστικά πολιτικά κόμματα, το Παλάτι, ο Στρατός και ένας ισχυρός κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός, μαζί με το παρακράτος, αποτελούσαν το μοχλό της πιο αντιδραστικής κυριαρχίας, για αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα, πάνω στο λαό.
Επίσημη ιδεολογία ήταν ο αντικομμουνισμός, η «εθνικοφροσύνη» και ο «από βορρά κίνδυνος». Το Παλάτι είχε μερίδιο στην άσκηση της εξουσίας, επιρροή στο Στρατό και ήθελε να έχει το πάνω χέρι σ' αυτόν το μηχανισμό.
Αυτή η τακτική κυριαρχίας πάνω στο λαό μάλλον δημιουργούσε αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα για την άρχουσα τάξη. Γι' αυτό και χρειαζόταν άλλες μορφές ενσωμάτωσης και υποταγής του λαού. Η άρχουσα τάξη το αντιλαμβανόταν. Αλλά τα πάνω από ένα κέντρα εξουσίας (κυβέρνηση, Παλάτι) μάλλον δημιουργούν πρόβλημα και σίγουρα υπαρκτές αντιθέσεις. Αυτές οι αντιθέσεις στο αστικό πολιτικό σύστημα φαίνεται ότι οδήγησαν στην αποχώρηση Καραμανλή από την ελληνική πολιτική σκηνή, έφεραν τα «Ιουλιανά» και μπορούσαν να αποβούν επικίνδυνες (πάντα υπάρχει ο φόβος του λαού). Σ' αυτές τις αντιθέσεις, τα αστικά πολιτικά κόμματα δεν μπορούσαν να δώσουν λύση, αφού δεν ήθελαν να έρθουν και σε πλήρη ρήξη με το Παλάτι. Αυτή η αντίθεση αντικειμενικά λύθηκε με τη δικτατορία, αφού ο θεσμός της βασιλείας καταργήθηκε στην πορεία, έστω και μετά την αλλαγή της χούντας με κυβέρνηση αστικοκοινοβουλευτική.
«Το Κυπριακό και όχι μόνο...»
Μέσα σ' όλ' αυτά, δεν πρέπει να ξεχνάμε το ρόλο των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, βασικά στηρίγματα της ελληνικής άρχουσας τάξης. Είχαν όμως και τα δικά τους αυτοτελή συμφέροντα στην περιοχή των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, μετά τον Εμφύλιο, είναι στενά διαπλεκόμενες με τους Αμερικανούς, που δε θα διστάσουν να αξιοποιήσουν αυτήν την πραγματικότητα και για δικούς τους σκοπούς. Αλλωστε, η περιοχή ήταν σημείο διασταύρωσης των δύο αντίθετων κοινωνικοοικονομικών συστημάτων, καπιταλισμού και σοσιαλισμού, γεγονός που δυσκόλευε το ιμπεριαλιστικό σύστημα στη δράση του. Είναι περιοχή γεωστρατηγικής σημασίας και άφθονων πηγών ενέργειας.
Ας μην ξεχνάμε ότι στην ίδια περίοδο έχουμε τον πόλεμο του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, το λεγόμενο πόλεμο των 6 ημερών κατά της Αιγύπτου, που σκοπό είχε τη δημιουργία αφορμής για διεθνή ιμπεριαλιστική ανάμειξη στο πιο ευαίσθητο σημείο της περιοχής. Αλλωστε, και το Παλαιστινιακό ήταν ανοιχτό και άλυτο ζήτημα από το 1947.
Την Κύπρο επίσης ως στρατηγικό σημείο, «αβύθιστο αεροπλανοφόρο», την είχαν εντάξει στα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια. Η διχοτόμησή της, ως μέσο αξιοποίησης των δικών τους επεμβάσεων συνολικότερα στην περιοχή, φαίνεται πως είχε δρομολογηθεί από τότε. Αλλά υπήρχε το καθεστώς του Μακαρίου, που εμπόδιζε αυτήν την προοπτική, σε συνδυασμό με την ύπαρξη της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού συστήματος που αποτελούσε εμπόδιο. Και για τα αστικά κόμματα υπήρχε το εμπόδιο του λαϊκού παράγοντα, με την έννοια του πολιτικού κόστους, αν εκτελούσαν τα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Η χούντα μπορούσε να αναλάβει αυτήν την εξυπηρέτηση των ΑμερικανοΝΑΤΟικών για την Κύπρο. Τα όσα έγιναν στη συνέχεια - πραξικόπημα και ανατροπή του Μακαρίου, «Αττίλας» 1 και 2, κατοχή μεγάλου μέρους των εδαφών της ως τα σήμερα, αλλά και η τωρινή εξέλιξη του Κυπριακού - δείχνουν πως αυτό ήταν μια από τις αιτίες επιβολής της χούντας.
Η απαίτηση πραγματοποίησης όλων των παραπάνω, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος και τις όποιες δυνατότητες, κάτω από την όξυνση των αντιθέσεων, να δημιουργεί μεγάλα εμπόδια στα ιμπεριαλιστικά σχέδια, φαίνεται ότι μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με την επιβολή μιας δικτατορίας.

21 ΑΠΡΙΛΗ 1967


21 ΑΠΡΙΛΗ 1967
Γιατί επιβλήθηκε η δικτατορία;
Οι πρωταίτιοι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.Διακρίνονται από τα αριστερά: Γ. Παπαδόπουλος, Γ. Μακαρέζος, Στ. Παττακός, Γρ. Σπαντιδάκης και πίσω οι Οδ. Αγγελής και Δ. Ιωαννίδης
Μεθαύριο Δευτέρα, συμπληρώνονται 36 χρόνια από τη μαύρη επέτειο επιβολής της στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Μια στιγμή στη νεότερη ιστορία, η μνήμη της οποίας ξύνει τις ίδιες πληγές της σύγχρονης πραγματικότητας, για τους ίδιους ακριβώς λόγους που η βαρβαρότητα της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων, μήτρα της χούντας, δρα στην περιοχή, σπέρνοντας πολέμους, με τη συμμετοχή και της ελληνικής πλουτοκρατίας. Ποιοι και γιατί ήθελαν τη δικτατορία;
Μια άποψη της κυρίαρχης προπαγάνδας απαντά ότι η δικτατορία επιβλήθηκε για να μην ανέβει στην κυβερνητική εξουσία η Ενωση Κέντρου, με τις εκλογές, που θα διεξάγονταν στις 28 Μάη1967, αποτέλεσμα που θεωρούσαν πιο πιθανό. Αλλά ποιοι δεν ήθελαν την Ενωση Κέντρου στην κυβέρνηση; Τα Ανάκτορα κατανοούσαν ότι το νόημα της λαϊκής ψήφου προς την Ενωση Κέντρου θα ήταν ταυτόχρονα, σε μεγάλο βαθμό, και ψήφος ενάντιά τους, ιδιαίτερα με τις εξελίξεις μετά τα Ιουλιανά, το 1965. Επίσης, το άλλο αστικό κόμμα, η ΕΡΕ, που διεκδικούσε τη δική της άνοδο στην κυβερνητική εξουσία, δεν ήθελε την άνοδο της Ενωσης Κέντρου στην κυβέρνηση.
Ισως αυτά να εξηγούν, γιατί τα Ανάκτορα σχεδίαζαν την επιβολή δικτατορίας με τη «χούντα των στρατηγών». Βεβαίως, οι εξελίξεις ήταν διαφορετικές. Και, μάλιστα, με αποτέλεσμα, πέρα από τους διωγμούς και στα αστικά κόμματα, η χούντα των συνταγματαρχών να εξοστρακίσει και τη Μοναρχία (Δεκέμβρης 1967).
21 Απρίλη 1967: Τα τανκς στους δρόμους της Αθήνας
Αλλά ποιοι ήθελαν και αυτόν τον εξοστρακισμό; Οι Αμερικάνοι και η ντόπια ολιγαρχία, που σίγουρα βρίσκονταν πίσω από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Και φαίνεται ότι πρόλαβαν τη χούντα των στρατηγών, που προωθούσε η Μοναρχία, θεωρώντας ότι αυτή η χούντα δε θα τους έλυνε τα ζητήματα που ήθελαν να προωθήσουν. Τι έγινε, λοιπόν;
Τα περί «κομμουνιστικού κινδύνου»
Η επιβολή της δικτατορίας δικαιολογήθηκε από τη χούντα με τον «κομμουνιστικό κίνδυνο», που δήθεν απειλούσε την Ελλάδα. Βεβαίως, μετά το παλατιανό πραξικόπημα (Ιούλης 1965), τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις και τις δυσκολίες στη λειτουργία του αστικού πολιτικού συστήματος, (αδυνατούσε για σχεδόν δύο χρόνια να σχηματίσει σταθερή κυβέρνηση), είχαν προκηρυχτεί εκλογές για το Μάη του 1967. Βεβαίως, τα ίδια τα λαϊκά προβλήματα συνέβαλαν στην ανάπτυξη των αγώνων εκείνης της εποχής, που ήταν μαζικοί, μαχητικοί και, αναμφίβολα, θα επιδρούσαν και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Αλλά αυτοί οι αγώνες δε δικαιολογούσαν άμεσα «κομμουνιστικό κίνδυνο» για την άρχουσα τάξη και τους ξένους συμμάχους της. Είναι δε γεγονός ότι εκείνη την περίοδο το ΚΚΕ, χωρίς κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα, και προπαντός η ΕΔΑ δεν είχαν στον προσανατολισμό τους την προετοιμασία την εργατικής τάξης και του λαού γενικότερα, ακόμη και για να αντισταθούν στο πραξικόπημα, δεν είχαν προβλέψει τον κίνδυνο. Ετσι, παρά τους ηρωικούς αγώνες του ΚΚΕ, που ηγήθηκε της πάλης του λαϊκού κινήματος, για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του λαού, δεν ανετράπη ούτε το παλατιανό πραξικόπημα, ούτε απετράπη η δικτατορία.
Η ηγεσία της ΕΔΑ περιόριζε το λαϊκό κίνημα «στα υπό των Αρχών καθοριζόμενα πλαίσια», εφαρμόζοντας την «αρχή» της «σώφρονος πολιτικής» (Η. Ηλιού).
Για παράδειγμα, στην κηδεία του δολοφονημένου βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη, «το κλιμάκιο εσωτερικού» της ΚΕ του ΚΚΕ άλλαξε το σύνθημα του ΠΓ για πολιτική απεργιών και διαδηλώσεων για την ανατροπή της κυβέρνησης Καραμανλή και περιόρισε σε μια απλή διαδήλωση τη μεγάλη συγκέντρωση των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, που ήταν στην κηδεία.
Ως προς αυτό, στην απόφαση του 9ου Συνεδρίου, αναφέρεται: «Η αδυναμία του ΠΓ να εξασφαλίσει επιτόπια εφαρμογή των συνθημάτων του κόμματος, και η αλλαγή αυτών των συνθημάτων από το τότε Γραφείο Εσωτερικού, δεν επέτρεψαν το ανέβασμα του αγώνα σε ανώτερα επίπεδα».
Το ίδιο έκανε η ηγεσία της ΕΔΑ και μετά τα «Ιουλιανά», όπου το κίνημα των 70 ημερών το εγκλώβισε στα όρια που καθόριζαν οι Αρχές και το Σύνταγμα, συμπορευόμενη έτσι με την Ενωση Κέντρου, η οποία το χειραγωγούσε. Γι' αυτό το ζήτημα, η απόφαση του 9ου Συνεδρίου του ΚΚΕ εκτιμά τα εξής: «Στο πραξικόπημα αυτό αντιπαρατάχθηκε το μεγαλειώδες κίνημα των 70 ημερών, όπου η εργατική τάξη και η Αριστερά έπαιξαν πρωτοποριακό ρόλο, με αποκορύφωμα την πολιτική απεργία της 27ης του Ιούλη. Εξαιτίας όμως των λαθών που διαπράχτηκαν στην καθοδήγησή του, όπως η μη έγκαιρη πραγματοποίηση πανεργατικής πολιτικής απεργίας και ο ευνουχισμός του, που εκδηλώθηκε από τις πρώτες μέρες με τον περιορισμό του στα πλαίσια που καθόριζαν οι αρχές, το κίνημα των 70 ημερών οδηγήθηκε τελικά στο αποδυνάμωμά του. Δεν μπόρεσε να ανατρέψει το παλατιανό πραξικόπημα, που άνοιξε το δρόμο για τη νεοφασιστική δικτατορία».
Το ΚΚΕ, εκτιμώντας τη δράση του εκείνης της περιόδου, αναφέρει τα εξής στην απόφαση του 9ου Συνεδρίου του: «Στα τέλη του Γενάρη του 1966, το ΠΓ της ΚΕ, με ανακοίνωσή του, κατάγγειλε τον κίνδυνο επιβολής στρατιωτικής δικτατορίας... Το ΠΓ και η ΚΕ δεν είδαν, όμως, ούτε την έκταση ούτε το συγκεκριμένο και το άμεσο του φασιστικού κινδύνου, όταν ήδη χτυπούσε τις πόρτες, και δεν προετοίμασαν το κόμμα και το λαό για την αντιμετώπισή του. Δεν είδαν στο βάθος και τον άμεσο κίνδυνο από την επιθετικότητα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην περιοχή της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής. Η 10η ολομέλεια της ΚΕ (Γενάρης 1967), καθορίζοντας σαν κύριο καθήκον την προετοιμασία για τις εκλογές, τη στιγμή που ο κίνδυνος πραξικοπήματος είχε γίνει άμεσος, αποπροσανατόλισε το κόμμα και το δημοκρατικό κίνημα».
Βεβαίως το λαϊκό κίνημα, παρά τον όχι σωστό πολιτικό προσανατολισμό του, είχε σημειώσει μια ανοδική πορεία, που δυσκόλευε το αστικό πολιτικό σύστημα, όξυνε τις αντιθέσεις του και, κάτω βεβαίως από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούσε να γίνει στην πορεία επικίνδυνο.
Οι ανάγκες εκσυγχρονισμού του αστικού πολιτικού συστήματος
Ταυτόχρονα, ενώ η συγκεκριμένη περίοδος απαιτούσε εκσυγχρονισμό του αστικού πολιτικού συστήματος, η άρχουσα τάξη αδυνατούσε να το κάνει. Το πολιτικό σύστημα λειτουργούσε και δρούσε ουσιαστικά όπως την περίοδο του Εμφυλίου και μετά. Αστικά πολιτικά κόμματα, τα Ανάκτορα, ο στρατός και ένας ισχυρός κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός, μαζί με το παρακράτος, αποτελούν το μοχλό της πιο εξοντωτικής δράσης ενάντια στο λαϊκό κίνημα. Ο αντικομμουνισμός, η «εθνικοφροσύνη» και ο «από βορρά κίνδυνος», είναι η επίσημη ιδεολογία. Τα Ανάκτορα είχαν μερίδιο στην άσκηση της εξουσίας, επιρροή στο στρατό, ή, πιο σωστά, ήθελαν να έχουν το πάνω χέρι, σ' αυτόν το μηχανισμό.
Ομως, αυτή η άκρατη καταστολή, ο αντικομμουνισμός και η «εθνικοφροσύνη», ως μέθοδος κυριαρχίας πάνω στο λαό, μάλλον δημιουργούσαν αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα για την άρχουσα τάξη. Απαιτούνταν, λοιπόν, άλλες μορφές ενσωμάτωσης των λαϊκών μαζών. Αλλά η Μοναρχία αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο σ' αυτήν την αναγκαιότητα. Τέτοιες εκσυγχρονιστικές προσπάθειες επιχειρήθηκαν από αστούς πολιτικούς, όπως οι Κ. Καραμανλής και Γ. Παπανδρέου, αλλά γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους συγκρούστηκαν με τη Μοναρχία. Αυτές οι αντιθέσεις στο αστικό πολιτικό σύστημα οδήγησαν στην αποχώρηση Καραμανλή από την ελληνική πολιτική σκηνή, έφεραν τα «Ιουλιανά» και μπορούσαν να αποβούν επικίνδυνες, με δεδομένη τη λαϊκή δράση έστω και χωρίς σωστό προσανατολισμό, αφού έθεταν το ζήτημα «ποιος κυβερνά».
Σ' αυτές τις αντιθέσεις Μοναρχίας - αστικών κομμάτων, τα αστικά πολιτικά κόμματα δεν μπορούσαν να δώσουν λύση, αφού ουσιαστικά δεν ήθελαν να έρθουν και σε πλήρη ρήξη μ' αυτήν. Αυτήν την αντίθεση, η άρχουσα τάξη την έλυσε με τη δικτατορία.
Στην απόφαση του 9ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, αναφέρονται τα εξής: «Η Ενωση Κέντρου που ήρθε στην εξουσία (σ.σ. στις εκλογές του 1964), και που στην ηγεσία της κυριαρχούσε η μερίδα που εκπροσωπούσε συμφέροντα της χρηματιστικής ολιγαρχίας, εφαρμόζει πολιτική συμβιβασμού με τη Δεξιά και τους Αμερικάνους. Η πραγματική εξουσία παρέμεινε στα χέρια της Δεξιάς, του Παλατιού, της στρατοκρατίας και των αμερικάνικων υπηρεσιών. Ολοι οι μηχανισμοί και οι δομές του κράτους που τους υπηρετούσαν, διατηρήθηκαν ανέπαφοι ή σχεδόν ανέπαφοι... Η ηγεσία της Ενωσης Κέντρου, με την πολιτική της των υποχωρήσεων και των συμβιβασμών απέναντι στη Δεξιά, το Παλάτι και τους Αμερικάνους, την άρνησή της να προχωρήσει στην εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία και τον εκδημοκρατισμό των συνδικάτων, με την εμμονή της στο διμέτωπο, (σ.σ. ενάντια, υποτίθεται, στη Δεξιά και ενάντια στο ΚΚΕ) και τον αντικομμουνισμό... διευκόλυνε στην πράξη την επιτυχία του πραξικοπήματος. Οι ευθύνες της Ενωσης Κέντρου γι' αυτό είναι μεγάλες».
Ο ρόλος των αμερικανοΝΑΤΟικών
Βεβαίως, μέσα σ' όλ' αυτά, τα οποία καθόριζαν την κατάσταση στην Ελλάδα, πρέπει να συμπεριλάβουμε και το ρόλο των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, που αποτελούσαν επίσης βασικά στηρίγματα της ελληνικής άρχουσας τάξης, αλλά είχαν και τα δικά τους αυτοτελή συμφέροντα στην περιοχή των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, γενικότερα το αστικό πολιτικό σύστημα είναι στενά δεμένο με τους Αμερικανούς, που δε θα διστάσουν να αξιοποιήσουν αυτήν την πραγματικότητα και για δικούς τους σκοπούς. Αλλωστε, η περιοχή ήταν σημείο διασταύρωσης των δύο αντίθετων κοινωνικοοικονομικών συστημάτων, καπιταλισμού και σοσιαλισμού, γεγονός που δυσχέραινε το ιμπεριαλιστικό σύστημα στη δράση του στην ενεργειακή αυτή περιοχή.
Η Κύπρος, ως στρατηγικό σημείο, «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» τη χαρακτήριζαν, είναι απαραίτητη για τον ιμπεριαλισμό. Η διχοτόμησή της, ως μέσο ένταξης στα σχέδια του ιμπεριαλισμού, φαίνεται πως είχε δρομολογηθεί από τότε. Αλλά υπήρχε το καθεστώς του Μακαρίου που εμπόδιζε αυτήν την προοπτική. Και για τα αστικά κόμματα υπήρχε το εμπόδιο του λαϊκού παράγοντα, με την έννοια του πολιτικού κόστους, αν εκτελούσαν τα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Η χούντα μπορούσε να αναλάβει αυτήν την εξυπηρέτηση των αμερικανοΝΑΤΟικών για την Κύπρο. Τα όσα έγιναν στη συνέχεια - πραξικόπημα και ανατροπή του Μακαρίου, «Αττίλας» 1 και 2, κατοχή μεγάλου μέρους των εδαφών της έως τα σήμερα, αλλά και η τωρινή εξέλιξη του Κυπριακού, δείχνουν πως αυτό ήταν μια από τις αιτίες επιβολής της χούντας.
Σύντομα συμπεράσματα
Αλλά απ' όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι, σε τελευταία ανάλυση, το λαϊκό κίνημα και η προοπτική του, μάλλον προκαλούσε φόβο στην άρχουσα τάξη, όχι τόσο άμεσα, όσο στην προοπτική που μπορούσαν να δημιουργούνται προϋποθέσεις να αμφισβητεί γενικότερα το σύστημα.
Συμπερασματικά, εκτός από τους άμεσα υπεύθυνους για τη δικτατορία (ιμπεριαλιστές, ελληνική ολιγαρχία πλουτοκρατία), ευθύνη έχουν όλα τα αστικά ελληνικά κόμματα, που έστρωσαν το έδαφος για την επιβολή της.
Ιδιαίτερη είναι η ευθύνη της κυβέρνησης της Ενωσης Κέντρου, τόσο για τους συμβιβασμούς της, όσο και για τον αντικομμουνισμό της.
Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, το βασικό συμπέρασμα, για την εργατική τάξη, τ' άλλα λαϊκά στρώματα είναι πως μόνον η δική τους κοινωνικοπολιτική συμμαχία, το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο πάλης για τη λαϊκή εξουσία, μπορεί να καταργήσει οριστικά τις συνθήκες που η άρχουσα τάξη και οι ιμπεριαλιστές σύμμαχοί της καθορίζουν την πραγματικότητα στη χώρα. Και όταν ο λαός θέλει, μπορεί, όχι μόνο να ανατρέπει τα σχέδια των μονοπωλίων, αλλά να επιβάλει οριστικά τη δική του κυριαρχία.

Λ.



Μέτρα για την προστασία των ανέργων - Πρόταση νόμου του ΚΚΕPDF
10/10/08
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας επανακαταθέτει στη Βουλή την Πρόταση Νόμου για τη λήψη άμεσων μέτρων ανακούφισης και στήριξης των ανέργων, που στις σημερινές συνθήκες γίνονται ακόμα πιο αναγκαία και επίκαιρα. Η πρώτη κατάθεση της Πρότασης Νόμου είχε γίνει στις 14 Ιούνη 2006. Την Πρόταση Νόμου «Μέτρα για την προστασία των ανέργων» υπογράφει σύσσωμη η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ και συγκεκριμένα οι βουλευτές του Κόμματος Αλέκα Παπαρήγα, Κώστας Αλυσανδράκης, Νίκος Γκατζής, Γιάννης Γκιόκας, Γιάννης Ζιώγας, Κώστας Καζάκος, Σοφία Καλαντίδου, Λιάνα Κανέλλη, Αχιλλέας Κανταρτζής, Νίκος Καραθανασόπουλος, Λίλα Καφαντάρη, Διαμάντω Μανωλάκου, Γιώργος Μαρίνος, Γιώργος Μαυρίκος, Εύα Μελά, Νίκος Μωραΐτης, Βέρα Νικολαΐδου, Γιάννης Πρωτούλης, Σταύρος Σκοπελίτης, Αντώνης Σκυλλάκος, Σπύρος Χαλβατζής, Χαράλαμπος Χαραλάμπους.
Η Αιτιολογική Εκθεση επί της Αρχής
Στην Αιτιολογική Εκθεση επί της Αρχής, οι βουλευτές του ΚΚΕ σημειώνουν:
«Το πρόβλημα της ανεργίας που μαστίζει τους εργαζόμενους και πλήττει ιδιαίτερα τη νεολαία και τις γυναίκες δεν είναι ένα πρόσκαιρο και προσωρινό φαινόμενο. Είναι σύμφυτο του κοινωνικού - οικονομικού συστήματος στο οποίο ζούμε, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Γι' αυτό και αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές όλες οι πολιτικές τις οποίες ακολούθησαν όλες οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις στα πλαίσια και των αποφάσεων της ΕΕ. Οι λεγόμενες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης που εφαρμόστηκαν όλα αυτά τα χρόνια, όχι μόνον δεν έφεραν αποτελέσματα, αλλά αντίθετα, με πρόσχημα την επιδότηση της εργασίας, χρησιμοποιήθηκαν για τη στήριξη της εργοδοσίας, αντί για την ανακούφιση των ανέργων. Η ανεργία, φανερή ή καλυμμένη εξακολουθεί να μαστίζει τους εργαζόμενους. Αξιοποιείται, για να ασκηθεί πίεση από το κεφάλαιο πάνω στην τιμή της εργατικής δύναμης και τους μισθούς των εργαζομένων.. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιείται για να συντηρείται και να εντείνεται το κλίμα τρομοκρατίας στους χώρους εργασίας, με την απειλή της απόλυσης, ώστε να κάμπτονται οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων.
Η ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας μπορεί να γίνει μόνον στα πλαίσια μιας άλλης οργάνωσης της κοινωνίας, όπου τα βασικά μέσα παραγωγής θα είναι κοινωνική ιδιοκτησία, με ολόπλευρη στήριξη των παραγωγικών συνεταιρισμών των μικροπαραγωγών της πόλης και του χωριού στα πλαίσια ενός εθνικού σχεδιασμού, με κριτήριο τα συμφέροντα της χώρας και των εργαζομένων. Μόνον σε αυτές τις συνθήκες, που δε θα υπάρχει το κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, θα δημιουργηθούν συνθήκες για την εξάλειψη της ανεργίας. Αυτός είναι ο δρόμος ανάπτυξης που συμφέρει τη χώρα μας και τους εργαζόμενους και για να ανοίξει αυτή η προοπτική αγωνίζεται το ΚΚΕ.
Το ΚΚΕ όμως δεν περιορίζεται μόνον σε αυτήν την προοπτική, που προϋποθέτει άλλο συσχετισμό δυνάμεων και λαϊκή εξουσία. Χρειάζεται να ληφθούν άμεσα μέτρα για την ανακούφιση και τη στήριξη των ανέργων. Στηρίζει τους αγώνες και μαζί με το ταξικό εργατικό κίνημα διεκδικεί άμεσα μέτρα για την ανακούφισή τους. Και γι' αυτό καταθέτει την πρόταση νόμου που ακολουθεί.
Το "κόστος" από τα μέτρα που προτείνονται βαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό και μπορούν να καλυφθούν με αύξηση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων. Ο ισχυρισμός ότι η οικονομία δεν αντέχει τέτοιες παροχές καταρρίπτεται, από τη διευρυνόμενη και προκλητική αύξηση της κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων, καθώς και από τα κίνητρα που έχουν δοθεί όλα αυτά τα χρόνια με νόμους τόσο της σημερινής όσο και των προηγούμενων κυβερνήσεων».
Η Αιτιολογική Εκθεση επί των Αρθρων
Στην Αιτιολογική Εκθεση επί των Αρθρων, στην πρόταση νόμου αναφέρεται:
«Με το άρθρο 1 αυξάνεται η αποζημίωση που καταβάλλεται στους εργάτες και τους τεχνίτες λόγω απόλυσης, στο ύψος της αποζημίωσης που καταβάλλεται στους υπαλλήλους σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 2112/1920 που ήταν το αίτημα του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος.
Στο άρθρο 2 ορίζεται:
1. Οτι το επίδομα ανεργίας παρέχεται σε όλους τους ανέργους χωρίς τις προϋποθέσεις και περιορισμούς της ισχύουσας σήμερα νομοθεσίας, που έχουν σαν αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των ανέργων να στερείται του επιδόματος.
2. Το ύψος του μηνιαίου επιδόματος της ανεργίας καθορίζεται σε ποσοστό 80% επί του βασικού μισθού όπως αυτός καθορίζεται από την οικεία και ισχύουσα συλλογική ρύθμιση σε αντικατάσταση του σημερινού πενιχρού επιδόματος. Θεωρούμε ως κατώτερο βασικό μισθό που μπορεί να καλύψει τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων τα 1.400 ευρώ που διεκδικεί το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα.
3. Το διάστημα της ανεργίας αναγνωρίζεται χωρίς καμία επιβάρυνση των ανέργων σαν συντάξιμος χρόνος. Και
4. Καθ' όλη τη διάρκεια της ανεργίας οι άνεργοι και τα μέλη της οικογένειάς τους δηλαδή η (ο) σύζυγος, τα τέκνα, καθώς και τα προστατευόμενα από αυτούς μέλη, δικαιούνται πλήρους και δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
Στο άρθρο 3 ορίζεται ότι οι απολυμένοι άνεργοι που έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους και παραμένουν άνεργοι επί δύο χρόνια και έχουν συμπληρώσει 4.050 μέρες ασφάλισης, δικαιούνται πλήρη κύρια και επικουρική σύνταξη. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία για την ουσιαστική ανακούφιση των ανέργων, δεδομένου ότι οι άνεργοι αυτής της ηλικίας αντιμετωπίζουν ακόμα πιο έντονη τη δυσκολία να ξαναβρούν δουλειά.
Στο άρθρο 4 καθορίζεται η έννοια του ανέργου για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας πρότασης νόμου, με τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για πλήρη και σταθερή εργασία, απορρίπτοντας τη λογική του εργαζόμενου - απασχολήσιμου που χαρακτηρίζει τη νομοθεσία του ΟΑΕΔ για το επίδομα ανεργίας.
Στο άρθρο 5 ορίζεται ότι κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου καταργείται.
Στο άρθρο 6 ορίζεται ότι η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης».


Τα άρθρα της πρότασης νόμου
Αρθρο 1ο
Επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις που υπάγονται στις περί της ασφαλίσεως ανεργίας διατάξεις του ΝΔ 2961/54 «περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας» (σήμερα ΟΑΕΔ) σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας των απασχολουμένων εργατών, τεχνιτών και υπηρετών καταβάλλουν σε αυτούς την από το Ν. 2112/20 προβλεπόμενη για υπαλλήλους αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Αρθρο 2ο
1. Οι εργαζόμενοι μετά τη με οιονδήποτε τρόπο λύση της εργασιακής τους σχέσης δικαιούνται, χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις, επίδομα ανεργίας, το οποίο ανέρχεται μηνιαίως σε ποσοστό 80% επί του βασικού μισθού, όπως αυτός καθορίζεται από την οικεία και ισχύουσα συλλογική ρύθμιση.
2. Το χρονικό διάστημα παραμονής τους στην ανεργία αναγνωρίζεται ως συντάξιμος χρόνος, χωρίς καμία επιβάρυνσή τους.
3. Κατά το διάστημα παραμονής τους στην ανεργία δικαιούνται, αυτοί και τα μέλη των οικογενειών τους, δωρεάν και πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Αρθρο 3ο
Ανεργοι που κατά τη λύση της εργασιακής τους σχέσης με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη τους ή εκ μέρους τους αλλά με υπαιτιότητα του εργοδότη τους, έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους και έχουν 4.050 ημέρες ασφάλισης και εξακολουθούν να παραμένουν άνεργοι επί δύο έτη μετά τη λύση της εργασιακής τους σχέσης, δικαιούνται πλήρη σύνταξη από τους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης.
Αρθρο 4ο
1. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας, άνεργος θεωρείται αυτός που αναζητεί εργασία και αποδέχεται απασχόληση σε πλήρη και σταθερή εργασία που του προσφέρεται ή έστω σε εργασία με τους ίδιους ή παρεμφερείς τουλάχιστον όρους με τους οποίους απασχολούνταν στην τελευταία απασχόλησή του, στον ευρύτερο επαγγελματικό του κλάδο.
2. Ως εργασία στον ευρύτερο επαγγελματικό κλάδο θεωρείται εκείνη που εμπίπτει στην ομάδα επαγγελμάτων ή ειδικοτήτων ή εργασιών που ανάγονται στην τελευταία απασχόληση ή γνώση ή εμπειρία του ανέργου.
3. Παρεμφερείς θεωρούνται οι όροι που δεν έχουν σαν αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών ή τη χειροτέρευση των συνθηκών παροχής της εργασίας.
Αρθρο 5ο
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι διατάξεις που αντίκεινται καθ' οιονδήποτε τρόπο σ' αυτόν.
Αρθρο 6ο
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ 4ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝ


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ 4ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝ
του Νίκου Παπακωνσταντίνου

Η κατεύθυνση των συνεδριακών (9-12.12.2004) κειμένων είναι θεμελιωμένη σε μια περίπου αναγκαστική πολιτική προσαρμογή. Μια προσαρμογή που υποδηλώνεται σε όλη την έκταση και το ύφος των κειμένων, αλλά που όμως δε διατυπώνεται καθαρά.
Μια προσαρμογή που υπαγορεύεται από την αλλαγμένη κοινωνική ατμόσφαιρα, τις διαθέσεις των εργατικών λαϊκών μαζών και την πρόσφατη εκλογική άνοδο του ΚΚΕ, άνοδο με ευρύτερη ιδεολογική σημασία.
Φθινόπωρο 2004 - Χειμώνας 2005, σε μια περίοδο που η κυβέρνηση της ΝΔ μεθοδικά ξεδιπλώνει την αντιλαϊκή της επίθεση, συνεχίζοντας την πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Μπροστά στη ραγδαία όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων, την επιδείνωση των συνολικών όρων ζωής της εργατικής τάξης και των ευρύτερων μισοπρολεταριακών λαϊκών μαζών, η λάμψη και η γοητεία των ιδεολογημάτων της αστικής τάξης οπισθοχωρεί.
Γι’ αυτό και εντείνονται τα θεσμικά, νομοθετικά, κανονιστικά μέτρα και οι γενικότεροι μηχανισμοί αυταρχισμού και καταστολής.
Οι κρατικοί μηχανισμοί χειραγώγησης της σκέψης και επιβολής του καπιταλιστικού μονόδρομου στην αντιμετώπιση των μεγάλων κοινωνικών - λαϊκών προβλημάτων, δυσκολεύονται να εμφανίζονται σαν φυσικά αναγκαίοι και συναντούν τη δυσπιστία μεγάλων τμημάτων του λαού.
Η πολιτική παρουσία και δράση του ΚΚΕ συναντά μια ευνοϊκή ατμόσφαιρα μέσα από επικοινωνία με σημαντικά τμήματα του λαού, που αναζητούν τις αιτίες και τη διέξοδο από τη σημερινή κοινωνική-πολιτική κατάσταση. Πραγματοποιούνται μικρά, όμως διακριτά βήματα χειραφέτησης προς την κατεύθυνση της πολιτικής του ΚΚΕ.
Γι’ αυτό και αναδύεται μια θεμελιώδης ανησυχία των συντακτών των συνεδριακών κειμένων του ΣΥΝ και επιλογή τους, να κολακέψουν τις ριζοσπαστικές διαθέσεις, να χειραγωγήσουν τις ακαταστάλακτες αναζητήσεις της αυθόρμητης λαϊκής συνείδησης στις «καταστατικές αρχές του σοσιαλισμού με ελευθερία και δημοκρατία», μοτίβο που με εμμονή επαναλαμβάνεται.
Οι προσυνεδριακές θέσεις και η πολιτική απόφαση του Συνεδρίου, περιγράφουν διεξοδικά μεν, με παραμορφωτικό φακό δε, τις εσωτερικές και διεθνείς κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις. Στέκονται σε επιδερμικά αυτονόητα, ή και στα πλέον ορατά διεθνή γεγονότα. Κυρίως, όμως, πραγματοποιούν λεκτικές και λειτουργικές συνδέσεις με τα προκατασκευασμένα ιδεολογήματα του σύγχρονου και παλιού ρεφορμισμού καθώς και του αντικομμουνισμού. 
Με σταθερή περιοδικότητα διατυπώνονται και επαναλαμβάνονται:
α) «Νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός» και «νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση», όπου φευγαλέα διακηρύσσεται ότι «αυτός είναι ο νέος ιμπεριαλισμός».
β) Ο Συνασπισμός διεκδικεί «τη διαμόρφωση ενός ισχυρού σύγχρονου καθολικού κοινωνικού κράτους», ενώ πολυάριθμες είναι οι συνθηματολογικές αναφορές στο «κοινωνικό κράτος» και το «κράτος πρόνοιας».
γ) Στους ενδιάμεσους στόχους του, από την άποψη της στρατηγικής του, προβάλλεται ο στόχος «ο ουσιαστικός πολιτικός και κοινωνικός έλεγχος των αγορών» που σήμερα κατά την άποψή τους δεν υπάρχει.
Παραγνωρίζει, συνειδητά μάλλον, ότι όλες οι λεγόμενες νεοφιλελεύθερες ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις – αναδιαρθρώσεις πραγματοποιήθηκαν και ακόμη πραγματοποιούνται με ισχυρή πολιτική-κρατική παρέμβαση. 
Φαίνεται ότι οι συντάκτες των κειμένων είναι αιχμαλωτισμένοι είτε ενστερνίζονται και με αρνητικό τρόπο την αντικρατικίστικη φλυαρία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών κομμάτων περί «απελευθέρωσης των αγορών» και περί «ελεύθερης αγοράς». Είναι εμφανές ότι δεν αντικρίζουν την ασκούμενη κυρίαρχη οικονομική πολιτική στην Ελλάδα και τις χώρες της Ευρώπης σαν μορφές των σύγχρονων κρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων.
δ) Διακρίνονται από μια λατρεία, με τόνους έκστασης για τα «νέα κινήματα», «το κίνημα των κινημάτων» και το «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης», ενώ κάνουν «αντιδιαστολή» προς την αντίληψη του ταξικού εργατικού κινήματος. Επαναλαμβάνουν αναμασώντας την παμπάλαιη θεωρητική συκοφαντία της σοσιαλδημοκρατίας (Κάουτσκι, Κράξι, Μπραντ, Νόσκε και Εμπερτ) ενάντια στο επαναστατικό εργατικό κίνημα, παραγνωρίζοντας τη λενινιστική αντίληψη. Λένε: «Τα νέα κινήματα είναι σε αντιπαράθεση με τα παραδοσιακά ρεύματα που παρέμειναν δέσμια του οικονομικού ντετερμινισμού και της αναμονής της κρίσης του καπιταλισμού».
Μάλλον όμως βλέπουν τον εαυτό τους σε καθρέφτη. Γιατί ο Λένιν αναφέρει: 
«Ο μαρξισμός διαφέρει απ’ όλες τις άλλες σοσιαλιστικές θεωρίες, κατά το ό,τι ξέρει να συνδυάζει θαυμάσια την απόλυτη επιστημονική νηφαλιότητα στην ανάλυση της αντικειμενικής κατάστασης πραγμάτων και της αντικειμενικής πορείας της ανάπτυξης, με την πιο αποφασιστική αναγνώριση της σημασίας που έχει η επαναστατική ενέργεια, η επαναστατική δημιουργία, η επαναστατική πρωτοβουλία των μαζών, όπως εννοείται και τα ξεχωριστά πρόσωπα, ομάδες, οργανώσεις, κόμματα που ξέρουν βυθομετρώντας να βρίσκουν και να πραγματοποιούν τη σύνδεση με αυτές ή εκείνες τις τάξεις». 
ε) Το κείμενο των συνεδριακών θέσεων σε πολλές παραγράφους επαναδιακηρύσσει, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ούτε ρωγμή υποψίας από τους κηδεμόνες και τους άλλους κατασκευαστές της κοινής γνώμης και των πολιτικών αναδιατάξεων: «Ο ΣΥΝ δεν έχει καμιά σχέση με το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα». Γι’ αυτό το κείμενο υιοθετεί μια αφοριστική, μηδενιστική, απορριπτική τοποθέτηση με αντι-ιστορικές και ιδεαλιστικές συντεταγμένες.
Γράφουν χαρακτηριστικά:
 «Ολες οι προσπάθειες εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού στον 20ό αιώνα απέτυχαν».
 «στο ίδιο πάντα όνομα του σοσιαλισμού έγινε φανερό ότι μπορούν να αναπτυχθούν, και όντως αναπτύχθηκαν, καθεστώτα εκμεταλλευτικά, καταπιεστικά, αυταρχικά, υποκριτικά, βαθιά αντιδημοκρατικά».
 «μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού».
 «Ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία που διεκδικούμε δεν έχει τίποτε να κάνει με το καθεστώς που επικράτησε στη Σοβιετική Ενωση και στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» επί Στάλιν και διατηρήθηκε από τους επιγόνους του μέχρι την κατάρρευσή του».
Αξίζει να σημειωθεί:
α. Οτι υιοθετούν την ιδεαλιστική αντίληψη περί κατάρρευσης.
β. Οτι τέτοιους αρνητικούς χαρακτηρισμούς, όμως, για το υπαρκτό καπιταλιστικό σύστημα το κείμενο πουθενά δε διατυπώνει.
Η ευρωενωσιακή λατρεία του ΣΥΝ, προσλαμβάνει χαρακτηριστικά προγραμματικής ιδεολογικής αγκύλωσης και ανοιχτής απολογητικής υπέρ των θεσμών του συνασπισμένου ευρωπαϊκού κεφαλαίου. 
Αναφέρουν: 
«η διεύρυνση της ΕΕ φέρνει αναπόφευκτα κοντύτερα τους ευρωπαϊκούς λαούς ενισχύοντας έτσι την απαραίτητη ιστορική βάση για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού στην κλίμακά της».
Είναι εκκωφαντική η σιωπή των συνεδριακών κειμένων για την ουσία, τη λογική, τον πυρήνα των ταξικών επιδιώξεων του κεφαλαίου, ακόμα-ακόμα και του ιδεολογικού-πολιτικού ρεύματος του νεοφιλελευθερισμού.
Οι σχετικές αναφορές των κειμένων περιγράφουν μόνο τις εκτρωματικές επιπτώσεις στα λαϊκά στρώματα, με μια ορολογία και μια μεθοδολογία πανεπιστημιακών καθηγητών της «κοινωνικής μορφολογίας» με διατυπώσεις «κοινωνικών τοπίων».
Με την ίδια μεθοδολογία παρουσιάζεται στα συνεδριακά κείμενα η Ευρωπαϊκή Ενωση. Χωρίς οικονομικά, πολιτικά στρατιωτικά συμφέροντα των κυρίαρχων κοινωνικών της δυνάμεων. Οι θεσμοί, οι πολιτικές, οι στρατηγικές επιδιώξεις των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην ΕΕ είναι αθέατες στη δομή των συνεδριακών κειμένων. Κάπου-κάπου οι κυρίαρχοι της ΕΕ εμφανίζονται χωρίς πολιτική βούληση, κάτι σαν ανήλικοι να παρασύρονται παθητικά στη δίνη των διεθνών εξελίξεων.
Ετσι τα συνεδριακά κείμενα του ΣΥΝ κατορθώνουν να εμφανίσουν το κεφάλαιο, τα μονοπώλια και την κάθε εθνοκρατικά οργανωμένη αστική τάξη χωρίς ταξικά δομημένη στρατηγική και ενεργητική πολιτική δράση στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής ΕΕ.
Ως εκ τούτου, ακόμη και η Κομισιόν (Επιτροπή) δεν αντικρίζεται σαν πολιτικό όργανο του συνασπισμένου ευρωπαϊκού κεφαλαίου που συντονίζει, ελέγχει, προωθεί, προετοιμάζει τις κατευθύνσεις και το πλαίσιο των συνόδων της ΕΕ και των διαφόρων συμβουλίων των υπουργών. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αναφορά στις πολιτικές αποφάσεις που ονομάστηκαν στρατηγική της Λισσαβόνας, ούτε στα πρόσφατα μέτρα-κριτήρια της Κομισιόν για την επαλήθευση και τη συντονισμένη προώθηση το 2005-2006 της στρατηγικής αυτής.
Τα αναφέρουμε εμείς αναλυτικά:
α. Μέτρα μετάθεσης στο κράτος ενός αυξανόμενου μεριδίου από το ρίσκο μιας επένδυσης των μεγάλων εταιριών («αναπτυξιακά» κίνητρα).
β. Επεξεργασία προτάσεων επενδυτικής δραστηριοποίησης των μεγαλοεπιχειρηματικών ομίλων για να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους και τα μερίδιά τους στη ντόπια και την περιφερειακή αγορά.
γ. Επιλογή κατάλληλων σχημάτων «συγχρηματοδότησης- αυτοχρηματοδότησης», για τη διευκόλυνση των μεγάλων επιχειρηματιών. Αναβάθμιση των μεθόδων και των μορφών συμβάσεων παραχώρησης δημόσιων υποδομών, δημόσιας γης σε επιχειρηματικούς ομίλους.
δ. Επιλογή εύσχημων μορφών επιλεκτικής φορολογικής επιβάρυνσης των λαϊκών – εργατικών οικογενειών με ταυτόχρονη προστασία των μεγαλοεισαγωγέων, των εφοπλιστών, των μεγαλοχονδρεμπόρων, των διάφορων επιχειρηματικών ομίλων από την όποια φορολογική επιβάρυνση.
ε. Προώθηση σχημάτων επιχειρηματικότητας στον τομέα της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας, με δημιουργία δομών «προσαρμογής» γυναικών, νέων, ατόμων με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ) στις ανάγκες των επιχειρήσεων. Προώθηση «ευέλικτων» ωραρίων στις δομές που υλοποιούν ευρωενωσιακά προγράμματα και τις δημοτικές επιχειρήσεις με διαχείριση του συνολικού χρόνου εργασίας (65 ώρες εβδομαδιαίως).
ζ. Επίδειξη ευρωματικότητας στην επιλογή σχημάτων απασχολησιμότητας σε ομάδες εργαζομένων. Μεθοδική επέκταση της μερικής απασχόλησης, μερικής ασφάλισης. Συμβουλευτική στήριξη σε νέους, γυναίκες, άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ) για ένταξη στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση με απόκτηση προσόντων προσαρμοσμένων στις υπαγορεύσεις των επιχειρήσεων περί «μείωσης του κόστους εργασίας».
η. Κατακερματισμό των γνωστικών αντικειμένων στην Παιδεία και τα Πανεπιστήμια με αντικατάστασή τους από «πληροφορίες κατάρτισης μιας χρήσης». Μέτρα διάχυσης των λειτουργικών δαπανών των Σχολείων σε τοπικό επίπεδο προς τους χρήστες με μοχλό την «αξιολόγηση» των σχολικών μονάδων. Επιβολή και διεύρυνση των κριτηρίων καπιταλιστικής αξιοποίησης των αθλητικών εγκαταστάσεων.
Η «εξυπνάδα» των συντακτών των συνεδριακών ντοκουμέντων του ΣΥΝ να εθελοτυφλούν σιωπώντας για την ασκούμενη πολιτική από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν είναι έκφραση πολιτικής ανικανότητας στην ανάλυση και την εκτίμηση της κυρίαρχης ευρωενωσιακής πολιτικής, αλλά συνειδητή αγκύλωση για να διασωθεί η αντίληψη της «ευρωπαϊκής ενοποίησης σαν ευνοϊκού πεδίου αγώνα», για να διατηρεί μια κάλπικη λάμψη η αντίληψη της «κατάργησης του εθνικού πεδίου αγώνα», στο βωμό των ευρωενωσιακών υπαγορεύσεων του Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος.
Τι απομένει λοιπόν; Οτι ο «αντινεοφιλελευθερισμός» της «νέας πορείας» του ΣΥΝ είναι μια κενόδοξη, κηδεμονευόμενη από το κατεστημένο φλυαρία. Γίνεται εμφανές ότι ακόμη και η λεκτική αντιπαράθεση που γίνεται προς το νεοφιλελευθερισμό καταλήγει σε μια ακατανόητη, ακατάληπτη αναζήτηση και νοσταλγία του χαμένου παραδείσου του «κράτους πρόνοιας» και ονειρεύεται την οπτασία ενός «ισχυρού καθολικού κοινωνικού κράτους».
Η Ευρωπαϊκή Ενωση όμως υπαγορεύει και επιτάσσει. Τα πολιτικά κόμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ έχουν συμμετάσχει και συνηγορήσει στην επεξεργασία της αντιλαϊκής - αντεργατικής στρατηγικής. 
Ας παραθέσουμε αποσπάσματα από τα έγγραφα της Κομισιόν (Επιτροπή) (COM 146 και COM29 του 2004).
α. «Εχει ορίσει την παράταση του επαγγελματικού βίου, ως έναν από τους τρεις τομείς προτεραιότητας όπου απαιτείται ταχεία ανάληψη δράσης για να υλοποιηθεί η στρατηγική της Λισσαβόνας»
β. «Κρίνεται σημαντικό να στραφεί η σχετική πολιτική προς την ενθάρρυνση των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας ώστε να παραμείνουν στο εργατικό δυναμικό, ιδίως με την αναθεώρηση των κινήτρων για εργασία καθώς και των κανόνων επιλεξιμότητας και πρόσβασης στη συνταξιοδότηση και σε άλλα συστήματα παροχών».
γ. «Τα κράτη-μέλη πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειες μείωσης των μη μισθολογικών δαπανών εργασίας, ιδίως για τα άτομα χαμηλής ειδίκευσης και τους χαμηλόμισθους».
δ. «Η συνταξιοδότηση πρέπει να μετατραπεί από γεγονός σε διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας τα άτομα αποφασίζουν να μειώσουν σταδιακά τις ώρες απασχόλησής τους με την πάροδο του χρόνου. Η μερική συνταξιοδότηση είναι μια επιλογή που αξίζει περισσότερη προσοχή από αυτή που συγκεντρώνει σήμερα»
ε. «Το μέλημα δεν είναι μόνο να εξασφαλιστεί η παραμονή στην εργασία μεγαλύτερου μεριδίου ατόμων που είναι σήμερα ηλικίας 55-64 ετών, αλλά και να ενισχυθεί η απασχολησιμότητα των ατόμων που διανύουν σήμερα την πέμπτη και έκτη δεκαετία της ζωής τους».
ζ. «Θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η διαφοροποίηση στις εργασιακές ρυθμίσεις, ιδίως με την ενίσχυση της ελκυστικότητας της μερικής απασχόλησης ή της εργασίας μέσω εταιριών παροχής προσωπικού προσωρινής απασχόλησης για τις εταιρίες και τους εργαζόμενους».
η. «Κατάργηση των κινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση, υψηλότερα συνταξιοδοτικά όρια ώστε τα άτομα να παρατείνουν τον επαγγελματικό τους βίο και ευέλικτα συνταξιοδοτικά προγράμματα που συνδυάζουν τη σταδιακή αποχώρηση με τη μερική απασχόληση».
θ. «Επανεξέταση της στάθμισης του στοιχείου της αρχαιότητας ως μέρους αποδοχών με σκοπό την στενότερη σύνδεση των αποδοχών με την παραγωγικότητα και την απόδοση».
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει λοιπόν, στο πώς αντιλαμβάνεται ο ΣΥΝ το νεοφιλελευθερισμό. Γιατί γύρω από την πολιτική του πρόταση περί «αντινεοφιλελεύθερου, αντιδικομματικού» μετώπου… περιστρέφεται η επιχείρηση αριστερής ριζοσπαστικής εμβάπτισης του ΣΥΝ.
Στην αντίληψη των συνεδριακών κειμένων ο νεοφιλελευθερισμός παρουσιάζεται σαν μια, τωρινά κυρίαρχη μορφή διαχείρισης που μια πολιτική δύναμη μπορεί να την υιοθετεί μπορεί και όχι. Γίνεται αντιληπτός σαν ένας ιδεολογικός μηχανισμός και σαν μοντέλο οικονομικής πολιτικής. Η προσοχή του νου συγκεντρώνεται στην διάρθρωση του όποιου νεοφιλελεύθερου προγράμματος και στις αναλογίες (μείγμα οικονομικής πολιτικής) κοινωνικής ευαισθησίας ή αντιλαϊκών – αντεργατικών μέτρων.
Πουθενά δεν αναφέρουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί την έκφραση και αντανάκλαση των αναγκών του κεφαλαίου. Ότι το κεφάλαιο έχει ταξικές, οικονομικές, πολιτικές επιδιώξεις. Με αυτό τον τρόπο συσκοτίζονται οι κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις, δαιμονοποιούνται οι επιπτώσεις της στρατηγικής του κεφαλαίου στη ζωή της εργατικής τάξης, και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ενώ τα ιδεολογικά δόγματα του κεφαλαίου παραμένουν ανεξήγητα.
Το κυριότερο είναι όμως, ότι ο καπιταλισμός παρουσιάζεται σαν ένας ανήλικος, ατίθασος, άπληστος αντάρτης που έχει ανάγκη ελέγχου και νοήματος. Δηλαδή να τον αναγκάσουμε να σέβεται την «κοινωνική συνοχή» και την «περιβαλλοντική βιωσιμότητα».
Η εργατική τάξη σαν το κοινωνικό υποκείμενο του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας αχνά και μόλις διαφαίνεται. Ο νευραλγικός ρόλος της στην κοινωνική-πολιτική πάλη αποσιωπάται. Περιγράφονται βέβαια, οι δραματικές επιπτώσεις από την καπιταλιστική εκμετάλλευση, αλλά συνολικά η εργατική τάξη αντιμετωπίζεται ότι χρήζει παροχών, βοηθημάτων, μέτρων ελάττωσης της φτώχειας, μείωσης των ανισοτήτων, πολιτικών - ιδεολογικών μέτρων επανασύνδεσης των συναισθημάτων, της πίκρας, των προσδοκιών της με τις «ηθικές αξίες της Αριστεράς».
Πουθενά στα συνεδριακά κείμενα του ΣΥΝ λοιπόν, η εργατική τάξη δεν αναδεικνύεται ως η παραγωγός του κοινωνικού πλούτου, ο νευραλγικός ρόλος της στην παραγωγική διαδικασία, ο πρωτοπόρος ρόλος της στην κοινωνικο-πολιτική ζωή της κοινωνίας. Φαίνεται όμως ότι μάλλον δέχονται ότι υπάρχει ακόμη.
Αξιοσημείωτη είναι η σιωπή για το αν οι δυνάμεις των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ έχουν σκοπούς, μέθοδες, στόχους όταν παρεμβαίνουν στα συνδικάτα. Είναι ένα αναπάντητο ερώτημα για το τι υλοποιούν, τι πραγματοποιούν τα στελέχη της ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ μέσα στα όργανα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και ειδικά στη ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Φυσικά μόνο η στάση της Αυτόνομης Παρέμβασης δίνει απάντηση στο ερώτημα.
Στον τομέα των άμεσων πολιτικών αιτημάτων και των στόχων-διεκδικήσεων κυριαρχεί η ακατάσχετη γενικολογία, οι αμφίσημες διατυπώσεις. Κυρίως όμως είναι ασύνδετες από την αντιπαραβολή με τις αιχμές-στόχους της κυρίαρχης και ευρωενωσιακής πολιτικής.
Συνυπάρχει μέσα στις διατυπώσεις τους η συμφιλίωση, αποδοχή των στόχων του νεοφιθλελευθερισμού σε μια πιο ήπια εκδοχή του, είτε και με πιο μετριοπαθές στάθμισμα των αναλογιών στο «μείγμα» της οικονομικής πολιτικής.
Ενδεικτικά:
α. Αντί για υιοθέτηση του αιτήματος για σταθερό ημερήσιο εργάσιμο χρόνο με προβολή του 7ωρου-5ήμερου-35ωρου, αναζητούν την «εισαγωγή στοιχείων σταθερότητας της εργασίας».
β. Αντί για την προβολή του αιτήματος για ενιαία εργασιακή σχέση με πλήρη δικαιώματα (μισθολογικά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά) αντιπροτείνεται ο περιορισμός της «επισφαλούς εργασίας».
γ. Στα ζητήματα της στρατιωτικοποίησης της ΕΕ και τη δημιουργία Χώρου Κοινής Ασφάλειας και Αμυνας, για το πρόγραμμα της Χάγης δεν υπάρχουν αναφορές. Οι αποφάσεις της ΕΕ για τα τάγματα του ευρωστρατού, για τη λεγόμενη «διαχείριση κρίσεων» και στο «εσωτερικό της κάθε χώρας», δεν σχολιάζονται ούτε υπάρχουν σαν πολιτικά ζητήματα.
δ. Σε αρμονία με την αντίληψη ότι η ΕΕ είναι μια ανήλικη πολιτικά Ενωση χωρίς βούληση, δεν αξιολογείται η υιοθέτηση του δόγματος των προληπτικών πολέμων στο Ευρωσύνταγμα.
ε. Για την Παιδεία και την Υγεία υποστηρίζεται «η δωρεάν, καθολική σε όλα τα επίπεδα, δημόσια παιδεία και δημόσια υγεία», χωρίς σύνδεση με το ζήτημα αντιμετώπισης της γιγαντωμένης καπιταλιστικής δραστηριότητας στους τομείς αυτούς. Ενώ για την αντιμετώπιση των προβλημάτων από τη διάλυση των δομών της πρόνοιας αντιπροτείνεται «η δημιουργία τοπικών δικτύων αλληλεγγύης».
ζ. Για το αγροτικό πρόβλημα αναφέρεται σαν στόχος «η αναβάθμιση και ο αναπροσανατολισμός της γεωργίας» χωρίς καμιά σύνδεση με την ΚΑΠ και τις επιδιώξεις της δράσης του κεφαλαίου.
Διαπιστώσεις:
 Η μελαγχολία και εν μέρει η απόγνωση των συντακτών των προσυνεδριακών κειμένων όταν περιγράφουν τις εκτρωματικές όψεις της καπιταλιστικής κρίσης και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων δεν συγκροτεί ριζοσπαστισμό, ούτε προοδευτική πολιτική κατεύθυνση αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων.
 Οι διακηρύξεις ότι θέλουν «να γυρίσουν στην Ιθάκη των αγώνων και των ταξικών αναφορών», διαψεύδονται από την πολιτική πρακτική και τα πολιτικά τους αιτήματα.
 Οι δηλώσεις ότι θέλουν τον «επαναπατρισμό τους από τον πλανήτη της «ενιαίας σκέψης» του καπιταλιστικού «μονόδρομου» είναι μετέωρες. Η υιοθέτηση των ευρωενωσιακών κριτηρίων είναι «τόπος εξορίας» για τα λαϊκά - εργατικά συμφέροντα.
Συμπερασματικά:
Η συνολική μεθοδολογία των συνεδριακών κειμένων του ΣΥΝ, του «κριτικού λόγου» και της «κριτικής εμπειρίας» οδηγούν και στηρίζουν την πολιτική στρατηγική του για πιο ανθρώπινη διαχείριση των σημερινών κυρίαρχων καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.
Ετσι, η προσαρμοστικότητα, η διγλωσσία, ο καιροσκοπικός ελιγμός, η δημιουργία εντυπώσεων, ο μιμητισμός, η προσκόλληση σε ιδεολογήματα που έχουν δεχτεί ισχυρά κτυπήματα, θεωρητικά και πρακτικά από τις αρχές του 20ού αιώνα, γίνονται θεμελιώδη «προτερήματα» της πολιτικής του πρακτικής.
Σε περίοδο που το κίνημα υποχωρεί, ο ΣΥΝ στηρίζει χωρίς κανένα δισταγμό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την αστική ιδεολογία, την αντικομμουνισιτκή και αντισοσιαλιστική εκστρατεία, όπως έγινε και στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90.
Σε περιόδους που το κίνημα ετοιμάζεται να αντεπιτεθεί, τότε δε διστάζει να ασκεί κριτική στα αστικά κόμματα, να εμφανίζεται ότι παίρνει αποστάσεις από την σοσιαλδημοκρατία, διατηρεί όμως σταθερά τη σοσιαλδημοκρατική του προγραμματική κατεύθυνση.

Στις τρεις μονάδες η διαφορά ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ

ΝΔ 28% ΣΥΡΙΖΑ 25% ΚΚΕ 9% ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ 8,5% Δημοκρατική Συμπαράταξη 6% ΑΝΕΛ 5% ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 4% ΠΟΤΑΜΙ 3,5% ΩΡΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ 2% kou...

TOP READ