Translate

8 Ιαν 2012

ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΟ «ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ» ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ 
ΣΤΟ «ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ» ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ 
του Ελισαίου Βαγενά


Το φετινό Δεκέμβρη συμπληρώνονται 9 χρόνια από την υποστολή της Κόκκινης σημαίας από το Κρεμλίνο. Τα 9 αυτά χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, που έπρεπε να δράσει στις πρωτόγνωρες συνθήκες που δημιούργησε η ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη καθώς και η ολομέτωπη, πολύπλευρη επίθεση του ιμπεριαλισμού και των διεθνικών μονοπωλίων. Στο «μάτι του κυκλώνα» της αντεπανάστασης βρέθηκε -και τολμούμε να πούμε πως συνεχίζει να βρίσκεται- το κομμουνιστικό κίνημα στην πρώην ΕΣΣΔ και ιδιαίτερα στη Ρωσία. Η πορεία ανασυγκρότησης του Κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα αυτή χαρακτηρίζεται όχι μόνο από την πολυδιάσπαση των δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται κομμουνιστικές, αλλά και από την έντονη ιδεολογική και πολιτική διαπάλη σε αρκετά ιδιόμορφες συνθήκες.
Η διαπάλη αυτή επηρεάζεται όχι μόνο από την πολιτική ρευστότητα, αλλά και από τις προσπάθειες οργανωτικής ανασυγκρότησης του κινήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτά τα χρόνια τόσο το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας (ΚΕΚΡ), όσο και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) χρειάστηκε να προχωρήσουν και σε αρκετά έκτακτα συνέδρια, εξαιτίας της ταχύτητας των εξελίξεων στη Ρωσία, αλλά και της ανάγκης καθόδου στις εκλογές, αφού ο εκλογικός νόμος προβλέπει απόφαση κομματικού συνεδρίου για την κάθοδο στις εκλογές. Από εδώ και ο σχετικά υπερβολικός αριθμός συνεδρίων για τα ΚΚ της Ρωσίας.
Πριν 9 χρόνια και ενώ το ΚΚΣΕ είχε τεθεί υπό απαγόρευση, το Νοέμβρη του 1991 στο Σβερντλόφσκ πραγματοποιήθηκε το 1ο Συνέδριο του ΚΕΚΡ. Ηδη το ΚΕΚΡ πραγματοποίησε σ’ αυτό το διάστημα των 9 χρόνων 10 συνέδρια, με το τελευταίο να διεξάγεται στην πόλη Τσελιάμπινσκ στις 20-22 Οκτώβρη του 2000.
Από την άλλη και το ΚΚΡΟ, που επανιδρύθηκε αργότερα το Φλεβάρη του 1993 (κάνοντας το 2ο Συνέδριο, μετρώντας δηλαδή και το 1ο Συνέδριο που είχε κάνει το νεοσύστατο τότε ΚΚΡ στα τελευταία χρόνια ύπαρξης της ΕΣΣΔ), πραγματοποίησε το 7ο Συνέδριό του στις 2-3 Δεκέμβρη 2000. 
Στη Ρωσία βέβαια υπάρχουν και άλλα κόμματα που φέρουν τον τίτλο κομμουνιστικό. Ετσι έχουμε το «Κόμμα των Κομμουνιστών της Ρωσίας» με επικεφαλής τον Α. Κριουτσκόφ, το «Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας -ΚΚΣΕ», μ’ επικεφαλής τον Πριγκάριν (τα δύο αυτά κόμματα είναι σε πορεία ενοποίησής τους και συνεργάζονται με το ΚΕΚΡ στα πλαίσια της «Ρωσικής Κομμουνιστικής Ενωσης», μιας οργάνωσης συντονισμού των δραστηριοτήτων των ΚΚ της Ρωσίας). Υπάρχει επίσης το «Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα των Μπολσεβίκων» (ΠΚΚΜΠ) (Αντρέεβα), ενώ ένα τμήμα του δημιούργησε το «Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (μπολσεβίκων)» [ΠΚΚ(μπ)] (Λάπιν), καθώς επίσης υπάρχει το «Κομμουνιστικό Κόμμα των Σοβιετικών Κομμουνιστών» (Ανπίλοφ). Πρόσφατα στον πειρασμό να δημιουργήσει το «δικό» του ΚΚ δεν αντιστάθηκε και ο Ολεγκ Σένιν, πρώην μέλος του ΠΓ του ΚΚΣΕ και σήμερα ακόμη Πρόεδρος της Ενωσης ΚΚ-ΚΚΣΕ, ο οποίος ίδρυσε το «Κομμουνιστικό Κόμμα της Ενωσης» (εννοώντας της Ενωση Ρωσίας - Λευκορωσίας). 
Σίγουρα αν συνεχίσουμε την έρευνα και καταγραφή θα βρούμε κάμποσες ακόμη οργανώσεις στη Ρωσία που να τιτλοφορούνται «ΚΚ». Η πραγματικότητα όμως λέει ότι από όλες αυτές τις δυνάμεις μόνο δύο έχουν καταφέρει να ενώσουν κάτω από τις σημαίες τους εκατομμύρια ανθρώπους, που πιστεύουν στις ιδέες του κομμουνισμού. Αυτές οι δυνάμεις είναι το ΚΚΡΟ, που στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές πήρε 16.196.024 ψήφους ή το 24,29% και το ΚΕΚΡ που με το συνδυασμό του στις ίδιες εκλογές συγκέντρωσε 1.481.890 ψήφους ή το 2,22%. Να σημειώσουμε ότι στις ίδιες εκλογές του 1999 ένα ποσοστό περίπου 6% μοιράστηκαν μια σειρά ακόμα κόμματα και σχηματισμοί από «τ’ αριστερά», με μεγαλύτερο το ποσοστό 0,61% που συγκέντρωσε το «Σταλινικό Μπλοκ» στο οποίο ηγούνταν ο Ανπίλοφ και ο εγγονός του Στάλιν.
Δεν είναι όμως μόνο οι εκλογές που μαρτυρούν το παραπάνω, αλλά και η ανάπτυξη οργανώσεων στις περισσότερες περιοχές της χώρας, η έκδοση εφημερίδων, η επαφή με το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα. Αξίζει λοιπόν να δούμε σε τι κατάσταση βρίσκονται σήμερα τα δύο αυτά ΚΚ της Ρωσίας.


ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ (ΚΚΡΟ)


Παρά το γεγονός ότι το ΚΚΡΟ παραμένει και μετά τις εκλογές η σημαντικότερη οργανωμένη αντιπολιτευτική πολιτική δύναμη στη χώρα, έχει περιοριστεί ο ρόλος του στην πολιτική σκηνή. Αυτό συμβαίνει γιατί συρρικνώθηκε η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του, με αποτέλεσμα να μην έχει πλέον τη δυνατότητα να «μπλοκάρει» τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης και του Προέδρου, όπως μπορούσε να κάνει με την προηγούμενη σύνθεση του κοινοβουλίου. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια το ΚΚΡΟ, παρά τις μεγάλες δυνατότητες που του έδινε η μεγάλη του εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο, δεν μπόρεσε να αποκτήσει σοβαρές οργανωμένες δυνάμεις στο εξωκοινοβουλευτικό, συνδικαλιστικό, μαζικό επίπεδο.
Η κατάσταση για το ΚΚΡΟ χειροτέρεψε εξαιτίας και του γεγονότος της ουσιαστικής διάλυσης στην οποία έχει περιέλθει η «Λαϊκο-Πατριωτική Ενωση της Ρωσίας» (ΛΠΕΡ). Και αυτό γιατί οι γνωστότερες δυνάμεις [η πλειοψηφία του Προεδρείου της ΛΠΕΡ: Α. Ρουτσκόι (Κοινωνικό-Πολιτικό Κίνημα «ΝΤΕΡΖΑΒΑ»), Μ. Λαψίν (Αγροτικό Κόμμα Ρωσίας), Α. Ποντμπεριόζκιν («Πνευματική Κληρονομιά»)] αποχώρησαν είτε προς το κέντρο είτε ανοιχτά προς τις φιλο-κυβερνητικές δυνάμεις. Να σημειωθεί ότι έτσι για πολλοστή φορά η προσπάθεια που κάνει το ΚΚΡΟ για οργάνωση ευρύτερων δυνάμεων (αρχίζοντας από την επανίδρυση του κόμματος το 1993) αποτυγχάνει. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, σε αντίθεση με το παρελθόν, το ΚΚΡΟ αποφάσισε να μην παραιτηθεί από τη ΛΠΕΡ, αλλά να την ανασυγκροτήσει.
Στο φόντο αυτό, τμήμα ανώτατων και μεσαίων στελεχών του Κόμματος, με επικεφαλής τον Γκενάντι Σελεζνιόφ (Πρόεδρος της Κρατικής Δούμας και μέλος του Προεδρείου της ΚΕ του ΚΚΡΟ), ίδρυσαν την Πανρωσική κοινωνικό-πολιτική κεντροαριστερή οργάνωση «ΡΩΣΙΑ» με στόχο -όπως υποστηρίζουν- την ενοποίηση των λαϊκό-πατριωτικών, κεντροαριστερών δυνάμεων σε μια εποικοδομητική, «προγραμματική» και όχι «στείρα» αντιπολίτευση προς τον Πούτιν. Λόγος γίνεται για την ίδρυση μιας συμπολιτευόμενης προς τον Πρόεδρο Πούτιν οργάνωσης, που εντάχθηκε στη δύναμη της ΛΠΕΡ. Με δηλώσεις του ο Σελεζνιόφ τοποθετήθηκε υπέρ της συγκρότησης αυτού του «αριστερού, δημοκρατικού συνασπισμού», όπως αυτοαποκαλείται η νέα οργάνωση, που όμως δε θα αντιστρατεύεται το ΚΚΡΟ, αλλά θα το συμπεριλάβει στους κόλπους της. 
Η ηγεσία του ΚΚΡΟ, αν και επίσημα τοποθετήθηκε ενάντια στην ίδρυση της «ΡΩΣΙΑΣ», δεν πήρε κάποια οργανωτικά μέτρα για να εμποδίσει την εμφάνισή της.
Ο αστικός τύπος της Ρωσίας κάνει λόγο καταρχήν για μια προσπάθεια να «μεταλλαχτεί» το ΚΚΡΟ από τα μέσα, από κείνα τα στελέχη που ανοιχτά πια δηλώνουν πως προσβλέπουν σε ένα μεγάλο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που θα αναλάβει την κυβερνητική εξουσία. Δεν αποκλείουν μάλιστα και την περίπτωση διάσπασης του ΚΚΡΟ. Ταυτόχρονα, προβάλλουν τη ίδρυση της νέας οργάνωσης, ως ένα «νέο» και «σύγχρονο» ΚΚ.
Τα παραπάνω γεγονότα, που είναι γνωστά στη ρωσική κοινωνία, προβληματίζουν και το ίδιο το ΚΚΡΟ. Να τι έγραφαν οι «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο»: «Οι αιτίες των αποτυχιών θα πρέπει να ψαχτούν από τη μια πλευρά στο ότι τα αποθέματα που το κόμμα συσσώρευσε τα τελευταία χρόνια δεν έγινε κατορθωτό να χρησιμοποιηθούν με την ανάλογη αποτελεσματικότητα. Κατακτώντας ισχυρές θέσεις στο κοινοβούλιο, στα όργανα της αντιπροσωπευτικής και εκτελεστικής εξουσίας των υποκειμένων της Ομοσπονδίας, το ΚΚΡΟ δεν μπόρεσε να τις μεταχειριστεί σ’ όλο τους το μέγεθος. Από την άλλη πλευρά το κόμμα δεν είχε στη διάθεσή του μια σειρά από σημαντικότατα μέσα για να επιδράσει στην εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης. Πρώτα απ’ όλα δεν έγινε κατορθωτό να οργανώσει μαζικές εξωκοινοβουλευτικές δραστηριότητες των εργαζομένων για την υποστήριξη των αιτημάτων της αντιπολίτευσης. Ούτε μπόρεσε να συγκροτήσει ένα ισχυρό δίκτυο δικών του ΜΜΕ. Δεν μπόρεσε να συντονίσει τη δουλιά των περιοχών της Πατριωτικής ζώνης (σημ. εννοεί τις περιοχές όπου είχαν εκλεγεί κυβερνήτες των πατριωτικών δυνάμεων), για την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής.
Η πείρα των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει ότι το ΚΚΡΟ δεν μπορεί να επιτύχει τους προγραμματικούς του στόχους μόνο με τις δυνάμεις των μελών και των οργανώσεών του. Το Κόμμα αναπόφευκτα πρέπει πιο ενεργητικά να δράσει μέσω των εκπροσώπων του που δρουν μέσα στα συνδικάτα, στις νεολαιίστικες, γυναικείες οργανώσεις, σ’ αυτές των βετεράνων του πολέμου, σ’ άλλες μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων, κινητοποιώντας τες στον αγώνα για τα ζωτικά δικαιώματα και συμφέροντα του εργαζόμενου λαού. Είναι απαραίτητο να υψωθεί σε νέο επίπεδο η δουλιά των κομμουνιστών στα όργανα της αντιπροσωπευτικής και εκτελεστικής εξουσίας, στην τοπική αυτοδιοίκηση» .
Στο ίδιο ντοκουμέντο σημειώνεται ότι: «...Πρέπει να αναγνωρίσουμε πως το ΚΚΡΟ μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να γίνει μια δύναμη «κλειδί» για το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Και ακριβώς εξαιτίας της αδύνατης επιρροής των κομμουνιστών το εργατικό κίνημα παραμένει ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση» . 
Ταυτόχρονα, μετά από 7 χρόνια δράσης το ΚΚΡΟ μοιάζει να αναγνωρίζει επίσης ότι: «...η κατάκτηση επιρροής στο εργατικό κίνημα αποτελεί για το κόμμα στόχο όχι λιγότερο σημαντικό από την πάλη για ψήφους στις εκλογές για τα όργανα εξουσίας» .
Το ΚΚΡΟ, παρά την κρίση που πέρασε η ΛΠΕΡ, προσπαθεί να την ανασυγκροτήσει. Ετσι στο κείμενο των «Θέσεων» υπογραμμίζεται ότι: «...Το ΚΚΡΟ θα πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία της ανανέωσης της πλατιάς ένωσης των λαϊκο-πατριωτικών δυνάμεων. Αυτή η ένωση θα πρέπει πρώτα από όλα να γίνει ένωση υπαρκτών κοινωνικών δυνάμεων και όχι μεμονωμένων, περισσότερο ή λιγότερο γνωστών, προσωπικοτήτων. Ακριβώς σ’ αυτήν την κατεύθυνση αναπτύσσεται σήμερα η ΛΠΕΡ.
Από τη σύνθεσή της διαγράφτηκαν οι αποστάτες, ενώ οι γραμμές της ΛΠΕΡ συμπληρώθηκαν από ολόκληρα συνδικάτα, επιστημονικές σχολές, επιχειρηματικές δομές. Το ΚΚΡΟ θα πρέπει και στο μέλλον να προσπαθεί να ενώσει σε μια πλατιά ένωση την πολιτική εμπειρία των κομμάτων, τις οργανωτικές δυνατότητες των συνδικάτων, το διανοητικό δυναμικό της επιστημονικής κοινότητας και τα υλικά αποθέματα των επιχειρηματικών κύκλων» . 
Η αναφορά στους «επιχειρηματικούς κύκλους» δεν είναι τυχαία, αφού το ΚΚΡΟ στο σοσιαλισμό που οραματίζεται προβλέπει ότι: «...η οικονομική πολυμορφία της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής τίθεται στην υπηρεσία της σοσιαλιστικής δημιουργίας, όπου το κάθε οικονομικό σύστημα διατηρείται εφόσον δεν έχει αυτοεξαντληθεί...» . 
Σήμερα βέβαια το ΚΚΡΟ το απασχολεί η λεγόμενη «κόκκινη πατριωτική ζώνη», δηλαδή εκεί που έχουν εκλεγεί κυβερνήτες με την υποστήριξη της ΛΠΕΡ. Στις «Θέσεις» υπογραμμίζεται ότι: αυτή η ζώνη «θα πρέπει στην πράξη να μετατραπεί σε σχολείο εναλλακτικής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, σε σχολείο λαϊκής εξουσίας. Να επιτευχθεί τα νομοσχέδια και άλλες πρωτοβουλίες που δε γίνεται κατορθωτό να περάσουν σε ομοσπονδιακό επίπεδο, όπως π.χ. για το μίνιμουμ των αναγκών διαβίωσης, την αύξηση των μισθών, συντάξεων, υποτροφιών, την παροχή δωρεάν αναγνωστικών και ζεστών πρωινών στους μαθητές να εγκρίνονται και να υλοποιούνται σε τοπικό επίπεδο» .
Σ’ ό,τι αφορά την κομματική οικοδόμηση το ΚΚΡΟ θέτει ως στόχο του: «Στη διάρκεια ενάμιση έως δύο χρόνων να φτάσει το τιράζ των κεντρικών κομματικών εφημερίδων στο 1.000.000 αντίτυπα», όπως και την επαναδραστηριοποίηση των κομματικών δυνάμεων στους χώρους δουλιάς. 
Τέλος, στις «Θέσεις» μπορεί κανείς να βρει και την παρακάτω διατύπωση: «Είναι απαράδεκτες οι δημόσιες τοποθετήσεις των κομμουνιστών, ιδιαίτερα των ηγετών, που έρχονται σε αντίθεση με το Πρόγραμμα του ΚΚΡΟ, τις αποφάσεις των συνεδρίων του, των συνδιασκέψεων και ολομελειών της ΚΕ. Το Κόμμα βλέπει τον κίνδυνο της αριστερίστικης και δεξιάς παρέκκλισης στις γραμμές του και συνεχίζει τη δουλιά για την εξάλειψή τους» . 
Να σημειωθεί ότι οι «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ» εγκρίθηκαν από το πρόσφατο 7ο Συνέδριο του Κόμματος, το Νοέμβρη του 2000, που τις διαμόρφωσε σ’ ένα ντοκουμέντο «Αμεσων καθηκόντων του ΚΚΡΟ».


ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ (ΚΕΚΡ)


Το ΚΕΚΡ στο διάστημα που πέρασε, (αν και εκλογικά λόγω της μεγάλης πόλωσης συρρικνώθηκε σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές του 1995 σχεδόν κατά 50%), κατάφερε να διατηρηθεί ως υπολογίσιμη δύναμη. Καταρχήν είναι το 7ο κόμμα σε εκλογική δύναμη και το 1ο εξωκοινοβουλευτικό. 
Εκείνο που όμως έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι στο διάστημα που πέρασε το ΚΕΚΡ βρέθηκε στην πρωτοπορία μεγάλου μέρους των εργατικών κινητοποιήσεων που έγιναν στη Ρωσία, είτε μέσω των νέων ταξικών συνδικάτων «Ζασίτα» είτε μέσω τμημάτων των «παλιών» συνδικάτων, της «Ομοσπονδίας των Ανεξάρτητων Συνδικάτων». Αυτό το γεγονός έχει οδηγήσει ορισμένες από τις οργανώσεις του ΚΕΚΡ να αποκτήσουν ρίζες στους εργαζομένους. Με βάση και τις αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ η δουλιά στα συνδικάτα χαρακτηρίζεται ως το σημαντικότερο καθήκον του Κόμματος. Το Κόμμα προσανατολίζεται να διοργανώσει μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2001 μια πλατιά, κοινή συνδιάσκεψη του ΚΕΚΡ, των «Σοβιέτ των Εργατών» και των συνδικάτων «Ζασίτα» με θέμα «Εργατικό κίνημα: κατάσταση και προοπτικές. Ο ρόλος των συνδικάτων» .
Ενα δεύτερο ζήτημα στο οποίο το 10ο Συνέδριο του ΚΕΚΡ έδοσε ιδιαίτερη προσοχή είναι η κατάσταση του νεολαιίστικου κινήματος. Πρέπει να σημειώσουμε ότι το κομμουνιστικό νεολαιίστικο κίνημα μετά τις ανατροπές περνά μια φάση αναδιοργάνωσης. Αρχικά οι νέες κομσομόλικες οργανώσεις που εμφανίστηκαν δήλωναν «αυτόνομες» από τα ΚΚ. Σιγά-σιγά αυτή η κατάσταση ξεπερνιέται. Ηδη το ΚΚΡΟ έχει τη δική του οργάνωση νεολαίας, την «Ενωση Κομμουνιστικής Νεολαίας Ρωσικής Ομοσπονδίας» (ΕΚΝΡΟ). Αριστερότερα αυτής της οργάνωσης βρίσκεται η «Επαναστατική Κομμουνιστική Ενωση Νεολαίας Μπολσεβίκων» (ΕΚΕΝμπ). Μεγάλο τμήμα αυτής της οργάνωσης προσανατολίζεται στο ΚΕΚΡ, όμως όπως σημειώνεται στις αποφάσεις του τελευταίου συνεδρίου του Κόμματος: «Σήμερα το Κόμμα δε διαθέτει μια βάση, μια πλατιά νεολαιίστικη οργάνωση, από την οποία θα μπορούσε να παίρνει νέα στελέχη, πιστά στην υπόθεση του σοσιαλισμού και της αναγέννησης της εξουσία των εργαζομένων.
Στην ΕΚΕΝμπ (στην ηγεσία και στην πλειοψηφία των οργανώσεων) είναι ισχυρές οι τάσεις παρέκκλισης από την πρακτική δουλιά, την προπαγάνδα, τη διαφώτιση της νέας γενιάς της εργατικής τάξης, παρατηρείται αύξηση των θνησιγενών μοδάτων τάσεων του αριστερισμού, αντιπαράθεσης ανάμεσα σε νεαρούς τεχνίτες της επαναστατικής φρασεολογίας με την παλιά γενιά» .
Το ΚΕΚΡ στην κατεύθυνση καλυτέρευσης της κατάστασης αποφάσισε να πάρει μια σειρά μέτρα, όπως η δημιουργία νεολαιίστικων τμημάτων στο Κόμμα, η προσπάθεια καθοδήγησης των οργανώσεων της ΕΚΕΝμπ από τις κομματικές δυνάμεις, ο προσανατολισμός των νεολαιίστικων τμημάτων και της ΕΚΕΝμπ στα προβλήματα, τις ανησυχίες και στην οργάνωση των αγώνων της νεολαίας. Επίσης ο Α΄ Γραμματέας της ΚΕ της ΕΚΕΝμπ Ο. Αλεξέεφ εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΕΚΡ. Ετσι το ΚΕΚΡ θεωρεί ότι μέσα από ένα σύνολο οργανωτικών και ιδεολογικοπολιτικών μέτρων θα καταφέρει να προσανατολίσει σωστά την οργάνωση της ΕΚΕΝμπ και να μαζικοποιήσει το νεολαιίστικο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας. Φαίνεται ότι το συνέδριο του ΚΕΚΡ δεν «έβαλε το μαχαίρι στο κόκαλο». Ισως άλλωστε γι’ αυτό η πρώτη τακτική συνεδρίαση της ΚΕ του Κόμματος μετά το συνέδριο, όπως είναι από τώρα γνωστό, θα ασχοληθεί με τα ζητήματα της νεολαίας.
Τέλος, ένα τρίτο ζήτημα, το οποίο απασχολεί ιδιαίτερα το ΚΕΚΡ, είναι αυτό της οργάνωσης και κυκλοφορίας της κεντρικής εφημερίδας του Κόμματος. Σήμερα, ούτε το ΚΕΚΡ ούτε το ΚΚΡΟ έχουν επιλύσει το πρόβλημα της καθημερινής έκδοσης και κυκλοφορίας εφημερίδας. Το ΚΚΡΟ απ’ αυτήν την άποψη είναι σε καλύτερη θέση, αφού η πανρωσικής κυκλοφορία εφημερίδα «Σοβιετική Ρωσία» κυκλοφορεί 3 φορές την εβδομάδα, ενώ η αντίστοιχη του ΚΕΚΡ «Εργαζόμενη Ρωσία» 2 φορές το μήνα. Και τα δύο κόμματα, εξαιτίας των μεγεθών της Ρωσίας και της πολυέξοδης κυκλοφορίας εφημερίδας σε όλη τη χώρα, λύνουν σήμερα το ζήτημα της πληροφόρησης μέσω ενός πλατιού δικτύου τοπικών κομματικών εφημερίδων. Το 10ο Συνέδριο του ΚΕΚΡ έβαλε στόχο την αύξηση της κυκλοφορίας της κεντρικής εφημερίδας του κόμματος στα 100.000 αντίτυπα, κάτι που σημαίνει τριπλασιασμό σε σχέση με τα 32.000 φύλλα που δίνει σήμερα . Ανάγκη ιδιαίτερα σημαντική σήμερα για το ΚΕΚΡ, αφού σε πολλές περιοχές της Ρωσίας αγνοείται ακόμη κι η ύπαρξή του, εξαιτίας της έλλειψης κομματικών δυνάμεων ή της παρουσίας εφημερίδων του.
Τέλος, είναι αναγκαίο να αναφερθεί κανείς στην ίδρυση του «Ενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος» (εννοείται της Ενωσης Ρωσίας-Λευκορωσίας) και στη στάση που κράτησε απέναντι σ’ αυτό το ΚΕΚΡ. Το καλοκαίρι του 2000, ταυτόχρονα με την ίδρυση της «ΡΩΣΙΑΣ» από το Σελεζνιόφ, ένα άλλο μέλος της ΚΕ του ΚΚΡΟ και πρώην μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ, που σήμερα είναι Πρόεδρος του Συμβουλίου της Ενωσης ΚΚ-ΚΚΣΕ, ο Ολεγκ Σένιν ίδρυσε το Ενωσιακό ΚΚ. 
Η κίνηση αυτή του Σένιν αν και τυπικά φαινόταν «ενωτική», αφού πρότεινε την ενοποίηση των ΚΚ της Ρωσίας και Λευκορωσίας σε ένα κόμμα, στην πραγματικότητα λειτουργούσε διασπαστικά. Οχι μόνο ως προς το ΚΚΡΟ, που ευθέως αρνήθηκε να συμμετάσχει σ’ ένα τέτιο εγχείρημα, αλλά και προς το ΚΕΚΡ και το ΚΚ Λευκορωσίας, την άποψη των οποίων δεν έλαβε καν υπόψη. Αρχικά το ΚΕΚΡ δεν είδε αρνητικά τη δημιουργία του «ΕΚΚ», εκτιμώντας την κριτική που ασκεί από τα αριστερά στο ΚΚΡΟ, αλλά ταυτόχρονα σημείωσε ότι αυτό το εγχείρημα δεν μπορεί να πάρει «σάρκα και οστά» χωρίς και σε αντίθεση με το ΚΕΚΡ και το ΚΚ Λευκορωσίας, διαλύοντας μάλιστα το κεντρικό καθοδηγητικό όργανο (ΚΕ) σε ρωσικό επίπεδο. Πάντως στις αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ σημειώνεται ότι η ΚΕ του ΚΕΚΡ: «θα συνεχίσει τις συνομιλίες για την ενοποίηση με το «Κόμμα των κομμουνιστών της Ρωσίας» (ΚΚΡ), τα Κόμματα της «Ρωσικής Κομμουνιστικής Ενωσης» (σημ. όπου συμμετέχουν εκτός του ΚΕΚΡ και του ΚΚΡ, το ΚΚΡ-ΚΚΣΕ και το ΠΚΚΜΠ), με το ΕΚΚ, με άλλα αριστερά κόμματα, με αφετηρία τη διατήρηση της πολιτικής γραμμής του ΚΕΚΡ, την αυτοτέλεια του ΚΕΚΡ ως πολιτικού υποκειμένου» .


ΚΚΡΟ ΚΑΙ ΚΕΚΡ. ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ... 


Ενδιαφέρον όμως έχει να εστιάσουμε σ’ εκείνα τα σημεία, μέσα από τα οποία φαίνεται καλύτερα ο προσανατολισμός του κάθε κόμματος, αλλά και οι πιθανές μελλοντικές εξελίξεις στο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας.


ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ. 
Η ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟ ΠΟΥΤΙΝ
Οπως και στη Δυτική Ευρώπη, έτσι και στη Ρωσία δε θα μπορούσε να μην απασχολεί το ζήτημα της συμμετοχής των κομμουνιστών στις αστικές κυβερνήσεις. Πολύ περισσότερο που μετά την εμφάνιση του Πούτιν η πολιτική κατάσταση στη Ρωσία έχει κι ορισμένα νέα χαρακτηριστικά. 
Επί πρωθυπουργίας Πριμακόφ και προεδρίας Γιέλτσιν, ένα σημαίνον στέλεχος του ΚΚΡΟ, ο Γ. Μασλιουκόφ διατέλεσε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Για το ΚΚΡΟ αυτό το ζήτημα της συμμετοχής στην κυβέρνηση είναι ένα ζήτημα «πρώτης γραμμής». Να τι γράφουν σχετικά οι «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ»: «Τώρα πλέον το κυρίαρχο καθεστώς, αφού έχει πειστεί ότι δεν είναι αποδοτικές οι προσπάθειες εξοστράκισης του ΚΚΡΟ από την πολιτική, προσπαθεί να το «συμμορφώσει», του προτείνει το ρόλο ενός κόμματος «στα πλαίσια του συστήματος» και της συνέχισης της ίδιας καταστροφικής πολιτικής, οικονομικής και πολιτικής γραμμής.
 Το ΚΚΡΟ δεν αποδέχεται για τον εαυτό του μια τέτια προοπτική. Η πραγματική λαϊκή εξουσία και ο σοσιαλισμός ήταν και παραμένουν ο στρατηγικός του στόχος...» .
Αυτά γράφονται στο ντοκουμέντο των «Θέσεων». Να όμως πως προσεγγίζει το θέμα ο Πρόεδρος του ΚΚΡΟ Γκ. Ζιουγκάνοφ σε προσυνεδριακή του συνέντευξη: «Θεωρώ ότι πρέπει αντικειμενικά να εξετάσουμε τα παρακάτω ζητήματα: Πρώτο: η εξουσία. Το ζήτημα «να μπούμε ή να μην μπούμε;» έχει λυθεί από καιρό. Δε γίνεται να μην μπούμε. Οποιος δε συμμετέχει στην επίλυση των σοβαρών προβλημάτων πάντα έχει άδικο. Εάν εμείς οι κομμουνιστές προσπαθούμε να τα επιλύσουμε, τότε θα πρέπει να έχουμε εξουσιαστικές αρμοδιότητες, μοχλούς εξουσίας...» .
Το ζήτημα, όπως είναι κατανοητό, δεν είναι «φιλολογικό» ούτε αφορά τη σοσιαλιστική προοπτική. Είναι φανερό ότι λόγος γίνεται για τη συμμετοχή στη σημερινή κυβέρνηση. Ηδη το τμήμα του ΚΚΡΟ το οποίο εκπροσωπεί ο Γκ. Σελεζνιόφ ανοιχτά τάσσεται υπέρ της υποστήριξης του Προέδρου Πούτιν. Το ίδιο το ΚΚΡΟ κρατά μια στάση «εποικοδομητικής κριτικής» προς την κυβέρνηση. Ετσι χαιρετίζει ορισμένα μέτρα, αλλά από την άλλη καταδικάζει και κριτικάρει άλλα, κυρίως αυτά που αφορούν την ασκούμενη οικονομική πολιτική.
Το ΚΕΚΡ με τις αποφάσεις και του τελευταίου συνεδρίου τάσσεται στην αντιπολίτευση της σημερινής κυβέρνησης και του Προέδρου, και χαρακτηρίζει «ανυπόστατες τις ελπίδες ότι ο διάδοχος του Γιέλτσιν ... θα επιλύσει τα ζωτικά προβλήματα της εργατικής τάξης, των εργαζομένων της Ρωσικής Ομοσπονδίας» .


Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΚΑΙ Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ
«Η σύγχρονη περίοδος της ρωσικής ιστορίας χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από την πολιτική του κυρίαρχου καθεστώτος για την παλινόρθωση του καπιταλισμού, για τη διαμόρφωση μιας εγκληματο-μαφιόζικης τάξης των «στρατηγικών ιδιοκτητών»» , υποστηρίζουν οι «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ». Από το παραπάνω απόσπασμα φαίνεται ότι το ΚΚΡΟ δεν έχει καταλήξει γύρω από τη διαμόρφωση του καπιταλισμού, την ολοκλήρωση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στη σημερινή Ρωσία 9 χρόνια μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. 
Αντίθετη εκτίμηση κάνει το ΚΕΚΡ. Ετσι στην εισήγηση της ΚΕ του ΚΕΚΡ στο 10ο Συνέδριο, που διάβασε ο Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του Κόμματος Βίκτωρ Τιούλκιν εκτιμάται «το πέρασμα της ανάπτυξης του καπιταλισμού σε μια νέα περίοδο. Σ’ αυτήν την περίοδο η κρατούσα την εξουσία νεοεμφανιζόμενη τάξη των εκμεταλλευτών πέτυχε την υλοποίηση του καθήκοντος της διαφύλαξης των αμυντικών της γραμμών, της σταθεροποίησης του πολιτικού και οικονομικού συστήματος» . 
Οπως το ζήτημα της συμμετοχής στην κυβέρνηση έτσι και το ζήτημα της ολοκλήρωσης ή μη της καπιταλιστικής παλινόρθωσης είναι μια ιδιαίτερα σημαντική διαφορά ανάμεσα στο ΚΚΡΟ και το ΚΕΚΡ, που επηρεάζει άμεσα τη χάραξη της πολιτικής των δύο κομμάτων.
Μάλιστα το ΚΚΡΟ στις «Θέσεις» του δεν κάνει λόγο για καπιταλισμό, αλλά για «καταστροφική πολιτική» ή στην καλύτερη περίπτωση για «πολιτική του καπιταλισμού». Σημειώνει μάλιστα το εξής: «...πρόκειται για μια πολιτική με ασύμφορους στόχους και μέσα, που αντιτίθεται στην ιστορική εμπειρία της Ρωσίας και στις παραδόσεις των λαών της. Οδηγεί στην αποσύνθεση της κοινωνίας και στην καταστροφή του κράτους» . 
Δεν πρόκειται για μια νέα αντίληψη στην πολιτική ζωή της Ρωσίας. Αφού είναι γνωστό ότι η «αταξική» προσέγγιση του κράτους και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της λεγόμενης «πατριωτικής αντιπολίτευσης», αλλά και σε έντυπες εργασίες του Γκ. Ζιουγκάνοφ. Οπωσδήποτε πρόκειται για μια αντιιστορική προσέγγιση των αντιθέσεων στη σημερινή Ρωσία. Οι αναφορές στην «ιδιόμορφη ψυχή του ρωσικού λαού» που είναι τάχα ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό δε λύνουν το πρόβλημα. Και αυτό γιατί στην ανάπτυξη κάθε εθνότητας, έθνους, λαού όπως και του ρωσικού υπάρχει η πολιτιστική ιστορική ιδιαιτερότητα (γλώσσα, παράδοση, πολιτισμός). Αυτή όμως η ιδιαιτερότητα, δεν είναι αμετάβλητη στους αιώνες. Ο ρωσικός λαός έχει τη δική του ιστορικο-πολιτιστική κληρονομιά, από την οποία δεν μπορεί να σβηστεί η σοβιετική, σοσιαλιστική πολιτιστική ανάπτυξη, δε σημαίνει όμως πως αυτή είναι σήμερα και στο μέλλον η κυρίαρχη. Εκτός αυτού, η αναφορά που γίνεται στην «ιστορική εμπειρία της Ρωσίας» αφορά συνολικά όλες τις εποχές ύπαρξης της Ρωσίας, «τσουβαλιάζοντας» έτσι το λαϊκό πολιτισμό, αλλά και τη σοβιετική περίοδο ανάπτυξης, με την άλλοτε κυρίαρχη τσαρική παράδοση. Οπως συνηθίζεται να λέγεται πλέον στη Ρωσία, εδώ «ανακατεύεται το «κόκκινο» με το «λευκό» ιδανικό». Εννοείται ότι από ένα τέτιο «ανακάτεμα», ο «κοινός παρανομαστής» που θα βγει κάθε άλλο παρά θα έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ετσι π.χ. άλλου είδους «ισχυρό κράτος» ήταν επί εποχής του Μ. Πέτρου και άλλου είδους «ισχυρό κράτος» ήταν εκείνο που σύντριψε το φασισμό. Οποιος λοιπόν μπερδεύει τα πράγματα καταλήγει στον εκλεκτικισμό, που με τη σειρά του οδηγεί στην αναίρεση της διαλεκτικής υλιστικής ανάλυσης της ιστορίας.
Στο ίδιο κείμενο των «Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΡΟ» υπάρχει και η εξής περιγραφή των αντιθέσεων στη σημερινή Ρωσία: «Σήμερα η Ρωσία είναι ένα κουβάρι αντιθέσεων, που είναι άλυτες με τη σημερινή πολιτική και υπό το σημερινό πολιτικό καθεστώς. Το κυριότερο από αυτά είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές, ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Ταυτόχρονα την κοινωνία πιέζει η αντίθεση μεταξύ των εθνικών συμφερόντων της χώρας και της δουλικής ετοιμότητας της εξουσίας να δράσει με βάση τις υπερατλαντικές υποδείξεις. Ανάμεσα στις προσπάθειες αναγέννησης της Ρωσίας και της προσπάθειας του πολυεθνικού κεφαλαίου να διαμελίσει την Πατρίδα μας. Ανάμεσα στην αιώνια φιλία των λαών και το άπληστο συμφέρον της μπουρζουαζίας για εμφύτευση του εθνικού εγωισμού και του διαχωρισμού. Ανάμεσα στο λαϊκό πατριωτισμό και τη θέληση του καθεστώτος να «ιδιοποιηθεί» την αγάπη προς την Πατρίδα, να τη θέσει στην υπηρεσία των αντιδραστικών δυνάμεων. Ανάμεσα στη φυσική τάση των πολιτών για μια ήρεμη και εξασφαλισμένη ζωή και την αυξανόμενη εχθρότητα και εγκληματικότητα. Ανάμεσα στη δίψα του λαού για τη διατήρηση της κουλτούρας του και την εμφύτευση της αντιπνευματικότητας...» . 


ΤΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, 
Ο «ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ» ΚΑΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ
Τα τελευταία χρόνια από τις δυνάμεις της ΛΠΕΡ και του ΚΚΡΟ χρησιμοποιούνταν κατά κόρο η ιδιαίτερα ασαφής και επικίνδυνη έννοια «κρατικός πατριωτισμός». Μετά την εκλογή Πούτιν βλέπουμε να περνά αυτή η έννοια σε κάποια ...«διαθεσιμότητα». Στα «Αμεσα καθήκοντα του ΚΚΡΟ», που ενέκρινε το 7ο Συνέδριο σημειώνεται ότι: «Το κυρίαρχο καθεστώς όλο και συχνότερα και ευρύτερα προστρέχει στην πατριωτική φρασεολογία... 
Εμείς ξεκινάμε από το ότι η ενίσχυση του κράτους δε σημαίνει ενίσχυση του γραφειοκρατικού και κατασταλτικού μηχανισμού. Η πραγματική ενίσχυση είναι η αποκατάσταση της λαϊκής εξουσίας, ο αυστηρός λαϊκός έλεγχος του κρατικού μηχανισμού, η αλλαγή της πολιτικής υπέρ των συμφερόντων της εργαζόμενης πλειοψηφίας.
Για την επίτευξη αυτού του υψηλού στόχου, για χάρη της υπεράσπισης των ζωτικών συμφερόντων των ανθρώπων της εργασίας οι κομμουνιστές συμμετέχουν στη Δούμα, στα νομοθετικά και εκτελεστικά όργανα των υποκειμένων της Ομοσπονδίας, στην τοπική αυτοδιοίκηση» .
Στο παραπάνω απόσπασμα γίνεται μια προσπάθεια να εξηγήσει το ΚΚΡΟ πώς εννοεί το σύνθημα της «ισχυροποίησης του κράτους». Σύνθημα το οποίο είχε από την ίδρυσή του και το οποίο έχει πλήρως προσεταιριστεί σήμερα ο Πρόεδρος Πούτιν. 
Η διαφοροποίηση του ΚΚΡΟ στο συγκεκριμένο ζήτημα, με τις ερμηνείες που προστέθηκαν, δεν είναι άσχετη με το ότι αυτή έγινε αντικείμενο σφοδρής κριτικής από μεριάς του ΚΕΚΡ και άλλων μικρότερων κομμουνιστικών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές κατηγορούν το ΚΚΡΟ για στάση βαθιά αντιμαρξιστική, που δεν έχει καμία σχέση με τη μαρξιστικό-λενινιστική θεωρία για το κράτος, ως καθαρά ταξικού μηχανισμού και μέσου διατήρησης της πολιτικής εξουσίας της κυρίαρχης οικονομικά τάξης. Το κράτος για τους κομμουνιστές είναι όργανο καταπίεσης, καταστολής και εξάσκησης βίας της μιας τάξης πάνω στην άλλη. 
Το ότι η ιδέα του «κρατικού πατριωτισμού» είναι επικίνδυνη προκύπτει κι από την παρακάτω εκτίμηση των «Θέσεων» του ΚΚΡΟ: «...στην πράξη οι ιδέες του ισχυρού κράτους ευνουχίζονται και μπαίνουν στην υπηρεσία των συμφερόντων της ολιγαρχίας. Το «ισχυρό κράτος» συνδυασμένο με τη φιλελεύθερη πολιτική αποτελεί τον ευθύ δρόμο προς ένα στρατιωτικό-αστυνομικό καθεστώς. Το ΚΚΡΟ θεωρεί απαράδεκτη την οποιαδήποτε υποστήριξη σε μια τέτια πολιτική» . Μάλιστα την ίδια εκτίμηση κάνει το ΚΕΚΡ που, σε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του σχετικά με τις αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου, σημειώνει ότι: «Το καθεστώς Πούτιν αυθαίρετα ερμηνεύει το Σύνταγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, καταπα¬τώ¬ντας τα ανθρώπινα δικαιώματα, χτίζοντας τη δομή της απόλυτης προεδρικής εξουσίας... Το συνέδριο καθόρισε την αναγκαιότητα καταπολέμησης του απολυταρχισμού, που προ¬σπα¬θεί να περικόψει την αστική δημοκρατία και προσδιόρισε τα συγκεκριμένα μέτρα για την προετοιμασία του κόμματος στη δουλιά σε ιδιαίτερα σύνθετες και σκληρές συνθήκες, που εμφανίζονται εξαιτίας της φασιστικοποίησης του πολιτικού συστήματος του Πούτιν» .


ΤΟ «ΧΡΥΣΟ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ» ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑ
Σύμφωνα με τον Γκ. Ζιουγκάνοφ, στην προαναφερόμενη συνέντευξη, σήμερα εμφανίζεται «μια ποιοτικά νέα αντίθεση ανάμεσα στις χώρες του «χρυσού δισεκατομμυρίου» και την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Το «χρυσό δισεκατομμύριο» θέλει να ζήσει και να ανθίσει, ενώ οι υπόλοιποι θα πρέπει να το υπηρετούν» .  Ταυτόσημες αναφορές έγιναν και σε τρία σημεία της εισήγησης στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος.
Πρόκειται για άποψη εντελώς απλοϊκή, αντιεπιστημονική, που δεν έχει βέβαια σχέση με το μαρξισμό. Βεβαίως υπάρχουν οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες που ‘χουν φτάσει σ’ ένα υψηλό επίπεδο ζωής, κατανάλωσης για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού τους, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες, αλλά με τον τρόπο που χρησιμοποιείται αυτή η ιδέα δίνει την εντύπωση πως αυτές οι χώρες έχουν ανατρέψει την αντίθεση εργασίας - κεφαλαίου και αφεντικά και εργάτες ζουν σε πλήρη αρμονία εκμεταλλευόμενοι από κοινού τον υπόλοιπο κόσμο. Και σε παλαιότερες εποχές υπήρχαν τέτιες απόψεις. Οι κλασσικοί του μαρξισμού-λενινισμού αναγνώριζαν πως στις ιμπεριαλιστικές χώρες η αστική τάξη χρησιμοποιεί τμήμα των κερδών της από την εκμετάλλευση άλλων λαών και το διαθέτει για να εξαγοράζει τμήματα της εργατικής τάξης της χώρας της, όμως σημείωναν πως πρόκειται για τη μειοψηφία του προλεταριάτου . Ιδιαίτερα σήμερα, με την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων τα τμήματα αυτά περιορίζονται και επεκτείνονται τα φαινόμενα ακραίας φτώχειας, ακόμα και στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι στρώμα «εργατικής αριστοκρατίας» υπάρχει και στις εξαρτημένες στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Επίσης με την ορολογία του «χρυσού δισεκατομμυρίου» αποσιωπάται η έννοια «ιμπεριαλισμός». Ισως άλλωστε δεν είναι άσχετο το ότι στο κείμενο των «Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΡΟ» ούτε μια φορά δεν υπάρχει η λέξη «ιμπεριαλισμός» ή παράγωγά της. Ενώ συνολικά σε όλα τα ντοκουμέντα και αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου ο όρος «ιμπεριαλιστική» αναφέρεται μόνο μια φορά, όπου γίνεται λόγος περί «ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης». Ο όρος συνοδεύεται από μια καταγραφή αύξησης των φαινομένων κρίσης σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας παγκόσμια, τις ρίζες της οποίας όμως δεν τις ερμηνεύει με την όξυνση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, κάτι που θα αναδείκνυε και την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.
Η αποδοχή της αντίληψης του «χρυσού δισεκατομμυρίου» εκτός των παραπάνω έχει άμεση σχέση και με το διεθνές εργατικό κίνημα. Γίνεται φανερό ότι όποιος υποστηρίζει μια τέτια αντίληψη δεν μπορεί να συμφωνήσει και με την ενότητα της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κινήματος. Ο ίδιος ο Γκ. Ζιουγκάνοφ γράφει, παρουσιάζοντας το ΚΚΡΟ πως «οι νέοι κομμουνιστές …παραιτήθηκαν από το σύνθημα του “προλεταριακού διεθνισμού” που έκρυβε από πίσω του την αδιαφορία για τις τύχες των λαών της Ρωσίας”» . Το 3ο Συνέδριο του ΚΚΡΟ απέρριψε το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» (μειοψήφησαν 50 αντιπρόσωποι). Στις φετινές «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ» σημειώνεται απλώς ότι «το Κόμμα θα αναπτύξει τις επαφές του με τα κομμουνιστικά, σοσιαλιστικά και άλλα αριστερά κόμματα του εξωτερικού» .
Από τη μεριά του το ΚΕΚΡ τάσσεται υπέρ μιας διακριτής παγκόσμιας κομμουνιστικής συνιστώσας, δηλαδή υπέρ της ενότητας των κομμουνιστικών κομμάτων, μάλιστα, ως ένα βαθμό, υποτιμώντας τις δυσκολίες που υπάρχουν σήμερα για την προώθηση αυτού του στόχου . 


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ. 
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΄Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ;
Τα δύο σημαντικότερα ΚΚ της Ρωσίας έχουν μια διαφορετική αντίληψη για το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ετσι το ΚΚΡΟ δεν κάνει λόγο βέβαια για επανάσταση (αφού δε φαίνεται να αποδέχεται ότι έχει ολοκληρωθεί η καπιταλιστική παλινόρθωση). Θεωρεί ότι η επιστροφή στο σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης θα γίνει μέσα από τρία στάδια: Πρώτο στάδιο - οργάνωση  της αντίστασης του λαού στην αντιλαϊκή πολιτική και εμφάνιση κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας, δεύτερο στάδιο (μεταβατικό) - εμφάνιση νέων λαϊκών οργάνων, άμεσης λαϊκής εξουσίας, τρίτο στάδιο - οριστική αποκατάσταση των σοσιαλιστικών σχέσεων. Σε αντίθεση με τα παραπάνω το ΚΕΚΡ κάνει λόγο για την προετοιμασία της 2ης στη Ρωσία Σοσιαλιστικής Επανάστασης, μέσω της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, της γενικής πολιτικής απεργίας και νέων λαϊκών οργάνων εξουσίας. Αυτά βέβαια αφορούν τις σοβαρές προγραμματικές διαφορές των δύο κομμάτων, εξίσου σημαντική όμως είναι πάντα και η κατεύθυνση, η δράση, οι προοπτικές που αυτή ανοίγει. Πιστεύουμε ότι εδώ, μπροστά στο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας και πάλι εμφανίζονται οι δυο δρόμοι: αυτός της προσαρμογής, της ενσωμάτωσης, του ρεφορμισμού από τη μια και της αντίστασης, της ανατροπής, της επανάστασης, από την άλλη. Από τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικό πως στις «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ», σε τοποθετήσεις στελεχών του μπορεί κανείς να βρει αποτυπωμένες και τις δυο κατευθύνσεις. Ποια τελικά θα κυριαρχήσει στο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας;
Πρόσφατα στη συνδιάσκεψη της ΚΟ Λένινγκραντ του ΚΚΡΟ ο Γκ. Ζιουγκάνοφ υπογράμμισε πως τρεις είναι οι δυνάμεις που θα σώσουν τη Ρωσία: «το ΚΚΡΟ, η ΛΠΕΡ και το πατριωτικά προσανατολιζόμενο κεφάλαιο» . Η εκτίμηση αυτή υπάρχει και στα «Αμεσα καθήκοντα του ΚΚΡΟ»: «...το ΚΚΡΟ προωθεί την ενότητα με όλους εκείνους για τους οποίους είναι ακριβά τα εθνικά συμφέροντα της Ρωσίας, μεταξύ των άλλων και με τους πατριωτικά προσκείμενους επιχειρηματικούς κύκλους» .
Πού μπορεί όμως να οδηγήσει μια τέτοια θέση; Θα αναφέρουμε ένα παράδειγμα. Πρόσφατα στην περιοχή του Κουρσκ διεξήχθησαν νομαρχιακές εκλογές για την εκλογή του νομάρχη (κυβερνήτη). Στην περιοχή κυβερνήτης ήταν ο Α. Ρουτσκόι, που όμως του απαγορεύτηκε η κάθοδος στις εκλογές, με το πρόσχημα ότι απέκρυψε κάποια στοιχεία από τη δήλωση των περιουσιακών στοιχείων του. Πριν προλάβουν να αποφανθούν τα δικαστήρια, οι εκλογές διεξήχθησαν και σ’ αυτές νομάρχης εκλέχτηκε ο Α. Μιχαΐλοφ, μέλος της ΚΕ του ΚΚΡΟ και για τρεις θητείες συνεχώς βουλευτής του Κόμματος. Λίγες μέρες μετά την εκλογή του ο νέος κυβερνήτης προχώρησε στην παρακάτω δήλωση στη ρωσική εφημερίδα «Κομμερσάντ»: «Να έχετε υπόψη σας ότι στην περιοχή του Κούρσκ δεν επιλυόταν απλώς το πρόβλημα της περιοχής του Κουρσκ, για το ποιος θα είναι αυτός που θα κυβερνήσει εκεί. Ηταν η Λυδία λίθος για ένα ολόκληρο σύνολο πραγμάτων. Πιστέψτε με... Ξέρετε τι σημαίνει ΠΕΚ: Πανρωσικό Εβραίικο Κογκρέσο; Σήμερα είχαμε να κάνουμε όχι απλώς με μια προσωπικότητα, αλλά μ’ αυτήν την οργάνωση. Ξέρετε ποιος ήταν ο Ρουτσκόι και από πίσω του βρισκόταν ο Μπορίς Μπερεζόφσκι. Και εμείς εδώ τους νικήσαμε. Θεωρώ ότι αυτό δεν ήταν συμπτωματικό και μας υποδηλώνει ότι για τη Ρωσία αρχίζει η απελευθέρωση από αυτήν την ασχήμια, η οποία έχει συσσωρευτεί αυτά τα δέκα χρόνια. Και εδώ είμαστε με τον Πρόεδρο σύμμαχοι και όχι αντίπαλοι. Ο Βλαντιμήρ Βλαντιμήροβιτς (Πούτιν), όπως ξέρετε είναι Ρώσος. Και εγώ επίσης. Ενώ ο Ρουτσκόι, για όποιον δεν ξέρει, έχει μητέρα εβραία, την Ζιναΐντα Ιοσήφοβνα» . Οπως είναι κατανοητό οι δηλώσεις αυτές οδήγησαν τον Γκ. Ζιουγκάνοφ να τις καταδικάσει και να ζητήσει από το νεοεκλεγμένο νομάρχη να ασχοληθεί με τα προβλήματα της περιοχής του. 
Το παράδειγμα όμως παραμένει χαρακτηριστικό για το πού μπορεί να οδηγήσει η «αταξική» προσέγγιση της πραγματικότητας, αλλά και το πώς όλη η αντιπολιτευτική διάθεση μπορεί να εκφυλιστεί και να μπει σε ένα «κανάλι» που να βολεύει τους στόχους που κάθε φορά θέτει το κυρίαρχο καθεστώς.
Στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο για το διεθνές κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα σημειώνονται τα εξής: «H ιδεολογική διαπάλη στις γραμμές του είναι ιδιαίτερα έντονη ανάμεσα στις οπορτουνιστικές, ρεφορμιστικές και τις επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις. Επίκεντρο η επικαιρότητα του μαρξισμού - λενινισμού, η στρατηγική των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στην εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, σε συνθήκες προσωρινής νίκης της αντεπανάστασης και δυσμενούς αλλαγής του διεθνούς συσχετισμού. H διαπάλη διεξάγεται ανάμεσα στη γραμμή "αντίστασης - ρήξης" ή "προσαρμογής - ενσωμάτωσης" στο σύστημα του ιμπεριαλισμού. Σχετίζεται με τη στάση απέναντι στην καπιταλιστική κρίση, στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στις καπιταλιστικές περιφερειακές και διεθνείς διακρατικές ενώσεις, στον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, στις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, στην εκτίμηση για τις βαθύτερες αιτίες νίκης της αντεπανάστασης στο τέλος της 10ετίας του '80. Το πρόβλημα εμφανίζεται οξυμένο στο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών. Εξακολουθεί να βαραίνει η ήττα και υποχώρηση που σημειώθηκε στο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, που δέχτηκε το πιο ισχυρό πλήγμα λόγω της νίκης της αντεπανάστασης» .
Πιστεύουμε ότι είναι ένα πολύ επίκαιρο απόσπασμα και για τις εξελίξεις που εκτυλίσσονται στο κομμουνιστικό κίνημα και στο εσωτερικό των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ρωσίας. Και εδώ προβλέψεις δε χωρούν, αφού γνωρίζουμε ότι η ζωή είναι πολύ συχνά πιο τολμηρή κι από την πιο αχαλίνωτη ανθρώπινη φαντασία. 

ΓΙΑ ΤΗ «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»


ΓΙΑ ΤΗ «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» 
του Δημήτρη Αρβανιτάκη 

Το τελευταίο διάστημα ένας νέος όρος μπήκε για τα καλά στη ζωή μας. Ο όρος της «νέας Οικονομίας», ο οποίος αναφέρεται στις επιχειρήσεις που είναι άμεσα συνδεδεμένες με την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας, τη λεγόμενη ψηφιακή επανάσταση, τα ηλεκτρονικά δίκτυα, την αξιοποίηση του κυβερνοχώρου και του διαδικτύου, του Ιντερνετ.
Ο όρος «νέα οικονομία» πρωτοεμφανίστηκε στις ΗΠΑ, οι οποίες μάλιστα πρωτοκαθιέρωσαν ειδικό χρηματιστηριακό δείκτη για τις επιχειρήσεις της λεγόμενης «νέας οικονομίας», το NASDAQ. Ως νέος κλάδος της βιομηχανίας και των εφαρμογών του στη σφαίρα της κυκλοφορίας (π.χ. στο χρηματοπιστωτικό και χρηματοεπενδυτικό τομέα), στους διάφορους τομείς της οικονομίας (π.χ. στην εξυπηρέτηση μεταφορών, τουρισμού κλπ.), αποτέλεσε πόλο έλξης κεφαλαίων, συγκέντρωσης και συγκεντροποίησής τους. Η ίδια τάση είχε εκδηλωθεί σε κάθε νέα εφαρμογή/χρήση επιστημονικών επιτευγμάτων και συνοδευόταν από την υπερβολή και μυθοποίηση του «νέου». Η τάση αυτή οδήγησε και στο αυξημένο χρηματιστηριακό επενδυτικό ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα την πληθωριστική έκφραση των χρηματιστηριακών τιμών των μετοχών των αντίστοιχων επιχειρήσεων. Η νέα φρενίτιδα που κατέλαβε τους επενδυτές έχει οδηγήσει στην υπερεκτίμηση της αξίας των μετοχών αυτών των επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι μετοχές των πέντε μεγαλύτερων επιχειρήσεων του Ιντερνετ, οι οποίες υπερεκατονταπλασίασαν την αξία των μετοχών τους.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τον ΟΟΣΑ στην εξαμηνιαία έκθεσή του, η οποία δημοσιεύτηκε τον περασμένο Μάη, να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ότι ο πυρετός της νέας οικονομίας που σκίασε πρόσφατα τις κεφαλαιαγορές, θα μπορούσε να διαλύσει αυτή την εικόνα και υπενθυμίζει αντίστοιχους κύκλους μεγάλης ανόδου οι οποίες κατάληξαν σε ύφεση .
Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, πολλαπλασιάζεται η ανησυχία από ορισμένους οικονομολόγους και αναλυτές, για την πορεία της «νέας οικονομίας». Οι ανησυχίες εστιάζονται στο ότι η λεγόμενη ευημερία της «νέας οικονομίας» μοιάζει τόσο εύθραυστη που θυμίζει την οικονομική αύξηση της δεκαετίας του ’20, σε σημείο μάλιστα που ορισμένοι να μιλούν για τον «κίνδυνο χρεοκοπίας» και αφήνουν να πλανάται το φάντασμα του 1929.
Ανησυχίες εκφράζει και ο Γερμανός Καγκελάριος , λέγοντας για τη νέα οικονομία: «Οι υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης σε μια ορισμένη φάση από μόνοι τους δεν προδικάζουν τη βιωσιμότητα μιας επιχείρησης ή ενός κλάδου». Τελικά συμβουλεύει να υπάρξει αρμονία μεταξύ «παλιάς και νέας οικονομίας».
Στο Συμβούλιο της ΕΕ στη Λισσαβόνα αναφέρεται ότι «η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη ποιοτική μεταλλαγή, η οποία προκύπτει από την παγκοσμιοποίηση και τις προκλήσεις μιας νέας οικονομίας καθοδηγούμενης από τη γνώση». Στη Λισσαβόνα το ενδιαφέρον του Συμβουλίου εστιάζεται στην ανάγκη εκσυγχρονισμού και συμβατότητας που θα επιτρέψει τη διασύνδεση των χρηματιστηρίων και των Τραπεζών στην ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΕ, την ηλεκτρονική εξυπηρέτησή τους, την εξυπηρέτηση του ηλεκτρονικού εμπορίου, κυρίως μεταξύ επιχειρήσεων κλπ.
Το κείμενο δεν προσθέτει κάτι νέο. Κάνει μια προσπάθεια να προωθηθούν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην ΕΕ στη βάση του ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία και βασίζεται στα κείμενα του Μάαστριχτ και της «Λευκής Βίβλου».
Το ενδιαφέρον του Συμβουλίου της Λισσαβόνας εστιάζεται στο να ενιαιοποιηθεί η εσωτερική αγορά της ΕΕ ώστε, και με την αξιοποίηση της υψηλής τεχνολογίας, να ικανοποιήσει τις ανάγκες του εμπορίου και της κίνησης κεφαλαίων, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα δίκτυα υψηλής τεχνολογίας.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»;

Σαν όρος κατά τη γνώμη μας είναι ενταγμένος στην ίδια λογική και άλλων ψευδεπίγραφων εννοιών όπως της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, της κοινωνίας της γνώσης, της ψηφιακής κοινωνίας και άλλων που στηρίζονται σε παλιότερους όρους όπως μεταβιομηχανική κοινωνία.
Αν και σε κάθε κοινωνικό σύστημα αντιστοιχεί ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ωστόσο τα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα δεν καθορίζονται άμεσα από το συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης των μέσων παραγωγής, αλλά από τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους (σχέσεις παραγωγής) που νομική τους έκφραση αποτελούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας των ανθρώπων με τα μέσα παραγωγής . Η ιδιοκτησία στις συνθήκες της λεγόμενης «νέας οικονομίας» παραμένει ατομική και ο τρόπος παραγωγής κεφαλαιοκρατικός.
Γι’ αυτό ο όρος «νέα οικονομία», κατά τη γνώμη μας, προσπαθεί να κρύψει όλες τις πιο επιθετικές νεοφιλελεύθερες τάσεις αλλά και αντιθέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο στάδιο του ιμπεριαλισμού. Από αυτή την άποψη, όπως δεν είναι νέα η τάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου και των αντιθέσεών του, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια που γίνεται να εμφανιστεί κάτω από τον όρο «παγκοσμιοποίηση», σαν ένα σύστημα «αιώνιο» χωρίς αντιθέσεις που δήθεν συμφέρει τους λαούς και τους εργαζόμενους, έτσι και ο όρος «νέα οικονομία» προσπαθεί να κρύψει τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος και τον εκμεταλλευτικό του χαρακτήρα.
Οι νέες τεχνολογίες είναι η ανάπτυξη των μέσων παραγωγής στις σημερινές συνθήκες του καπιταλιστικού συστήματος και η αξιοποίησή τους στην παραγωγική διαδικασία και είναι φυσικά ενταγμένες στις ανάγκες του κεφαλαίου.
Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και η αξιοποίησή τους στην παραγωγή στηρίζεται στο νόμο του κέρδους και ιδιαίτερα για την εξασφάλιση πρόσθετου υπερκέρδους σε ορισμένους κλάδους. Η αξιοποίησή τους συμβάλλει στη μεγαλύτερη συσσώρευση, στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή στη ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
Η τάση του κεφαλαίου είναι να αλλάζει η οργανική του σύνθεση. Αυτό έχει σαν συνέπεια να μεγαλώνει το σταθερό του τμήμα για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής και της τεχνολογίας, σε βάρος του μεταβλητού, δηλαδή των μισθών. Αυτό οδηγεί σε πτωτική τάση το μέσο ποσοστό κέρδους γι’ αυτό εντείνεται η επίθεση του κεφαλαίου για παράταση του ημερήσιου χρόνου εργασίας, ενώ μειώνεται ιδιαίτερα ο αναγκαίος χρόνος εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, με τη χρήση της νέας τεχνολογίας. Αυτές οι τάσεις εκφράζονται με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην αγορά εργασίας, δηλαδή, με μείωση μισθών, διάλυση του 8ωρου-7ωρου και του ασφαλιστικού συστήματος και αύξηση της ανεργίας. Είναι το αποτέλεσμα της έντασης της εκμετάλλευσης για απόσπαση μεγαλύτερου ποσοστού και μάζας υπεραξίας σε αυτές τις συνθήκες πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.
Η αλλαγή στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και η τεράστια συσσώρευση, η τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους, η μείωση της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών στρωμάτων έχουν σαν συνέπεια την όξυνση όλων των αντιθέσεων του συστήματος εργασία-κεφάλαιο, αλλά και των αντιθέσεων μεταξύ των καπιταλιστών και την επανάληψη των κρίσεων με μεγαλύτερη συχνότητα, ένταση και βάθος. Αυτοί είναι και οι λόγοι ανησυχίας ορισμένων αναλυτών της «νέας οικονομίας», όταν μιλούν για τη μεγάλη συσσώρευση σαν προοίμιο της κρίσης.
Οι επιχειρήσεις της λεγόμενης «νέας οικονομίας» έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της βιομηχανίας ή εμπορικών επιχειρήσεων. Οι εργαζόμενοι σε αυτές έχουν τα χαρακτηριστικά του μισθωτού ή και του βιομηχανικού εργάτη. Κατά συνέπεια η άποψη που λέει να περάσουμε από κάποια «βιομηχανική κοινωνία» στην κοινωνία της «γνώσης» συσκοτίζει τη σημερινή πραγματικότητα. Την πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού που κύριο χαρακτηριστικό του είναι η τεράστια συγκέντρωση-συγκεντροποίηση κεφαλαίων, η σήψη, η κρίση, η εξαγωγή κεφαλαίων, το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα αγορών. Η εκμετάλλευση των εργαζομένων εντείνεται και από το γεγονός ότι οι νέες τεχνολογίες χρησιμοποιούνται ευρύτατα για την εντατικοποίηση της εργασίας.
Η εργασία προσαρμόζεται πλέον στην ιλιγγιώδη ταχύτητα κίνησης του υπολογιστή και ο εργαζόμενος στην κυριολεξία ξεζουμίζεται. Η καπιταλιστική χρήση και αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας οδηγεί στην οικοδόμηση ενός αυταρχικού αντιδημοκρατικού καθεστώτος στους χώρους δουλιάς, ακόμα και με τη συνεχή παρακολούθηση των εργαζομένων. Αξιοποιείται για το ηλεκτρονικό φακέλωμα (Σένγκεν - Echelon), τα λεγόμενα «έξυπνα» όπλα του ιμπεριαλισμού και τον πόλεμο των άστρων των ΗΠΑ.
Εμείς δε θα αρνηθούμε την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας στην εποχή μας. Ομως στον καπιταλισμό στο βαθμό που η επιστήμη εφαρμόζεται στην κοινωνική παραγωγή στον ίδιο βαθμό παρουσιάζεται σαν ξένη, εχθρική και εξουσιαστική απέναντι στην εργασία.
Ο εργαζόμενος, επειδή δεν του ανήκουν τα μέσα παραγωγής, καταστρέφεται σαν παραγωγική δύναμη με την πτώση της τιμής της εργατικής δύναμης και με την ανεργία, δηλαδή το αναγκαίο συμπλήρωμα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής. Αυτό το πλασματικό περίσσευμα ανθρώπων λειτουργεί σαν εφεδρεία για την εντονότερη εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο.
Το πρόβλημα είναι η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τις νέες τεχνολογίες που συγκρούεται με τον -τεραστίων διαστάσεων- κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας. Το πρόβλημα είναι οι σχέσεις παραγωγής, γι’ αυτό -κατά τη γνώμη μας- οι όροι νέα οικονομία, κοινωνία της γνώσης, καθώς και άλλοι όροι κρύβουν τη στυγνή εκμετάλλευση των λαών και των εργαζομένων.
Η λεγόμενη νέα οικονομία έχει όλα τα χαρακτηριστικά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, δηλαδή της εκμετάλλευσης, των κρίσεων και των αντιθέσεων. Είναι η καπιταλιστική οικονομία στις συνθήκες ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργατικής δύναμης. Οι νέες τεχνολογίες και η επιστήμη στα χέρια του κεφαλαίου σημαίνουν ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και αύξηση των κερδών.
Δεν είναι κάτι νέο ως προς το σύστημα. Είναι καπιταλισμός που αξιοποιεί τις τεχνολογίες και την επιστήμη για μεγαλύτερα κέρδη και όχι για την ευημερία των εργαζομένων και των λαών.
Επιβεβαιώνεται η εκτίμηση του Κ. Μαρξ ότι: «Η τεράστια παραγωγική δύναμη, σε σχέση με τον πληθυσμό, που αναπτύσσεται στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και η αύξηση, αν και όχι στην ίδια αναλογία, των κεφαλαιακών αξιών (όχι μόνο του υλικού τους υπόβαθρου), που αυξάνουν πολύ πιο γρήγορα από τον πληθυσμό, έρχεται σε αντίφαση με τη βάση, που στενεύει όλο και περισσότερο σε σχέση με τον αυξανόμενο πλούτο και για την οποία δρα αυτή η τεράστια παραγωγική δύναμη, έρχεται σε αντίφαση και με τις σχέσεις αξιοποίησης αυτού του ογκούμενου κεφαλαίου. Από δω οι κρίσεις» .

ΟΞΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Σε έκθεση του ΟΗΕ αναφέρονται ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία για το Ιντερνετ με τον υπότιτλο «παγκοσμιοποίηση της ανισότητας».
«Οι τρεις πιο πλούσιοι άνθρωποι στον κόσμο μεταξύ αυτών και ο κ. Γκέιτς με συνολικά κέρδη 156 δισ. δολάρια είναι πιο εύρωστοι οικονομικά από τον προϋπολογισμό των 43 πιο φτωχών χωρών στον κόσμο.
Η μεγαλύτερη βιομηχανία σήμερα εξαγωγών στις ΗΠΑ, όπου το 20% των ανθρώπων της ζει κάτω από τα εθνικά όρια της φτώχειας, είναι η ψυχαγωγία: Τα φιλμ του Χόλυγουντ είχαν τζίρο 30 δισ. δολάρια παγκοσμίως.
Η πρόσβαση στο δίκτυο διαχωρίζει τους πλούσιους από τους φτωχούς, καθώς ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής κοστίζει στο μέσο άνθρωπο στο Μπαγκλαντές περισσότερο από το εισόδημα 8 χρόνων» .
Ορισμένα στοιχεία από την αμερικανική «νέα οικονομία».
Το ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ μετράται 4,1%, αλλά δε συγκαταλέγονται σαν άνεργοι, οι απασχολήσιμοι και όσοι παρακολουθούν σεμινάρια - προγράμματα κατάρτισης. Ταυτόχρονα 44 εκατ. Αμερικανών δεν έχουν σύνταξη.
«Στη Silicon Valley το 40% των θέσεων εργασίας στην περιοχή δεν ανταποκρίνεται στον παραδοσιακό ορισμό της μόνιμης εργασίας. Σύμφωνα με μια πολύ πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φραντζίσκο, η ελαστικότητα και η κινητικότητα είναι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας στην Καλιφόρνια. Το 40% των μισθωτών εκεί κρατούν τη θέση τους για λιγότερο από τρία χρόνια, το 39% πήραν προαγωγή ή βρήκαν καλύτερη δουλιά μέσα στον προηγούμενο χρόνο, το 59% μόνο αύξησαν το έσοδά τους, το 20% έχασαν τις θέσεις τους στα τρία τελευταία χρόνια, το 12% έχουν πάνω από μια δουλιά, σχεδόν το ένα τρίτο δουλεύει πάνω από 45 ώρες την εβδομάδα και κυρίως μόλις το ένα τρίτο χειρωνακτών στην Καλιφόρνια έχουν μια εργασία πλήρους απασχόλησης και αόριστου χρόνου».

ΟΞΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ
ΗΠΑ - ΕΕ - ΙΑΠΩΝΙΑΣ - ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΕ

Μετά τις ΗΠΑ, τόσο η ΕΕ όσο και η Ιαπωνία προχωρούν στην υιοθέτηση των εφαρμογών της λεγόμενης «νέας οικονομίας».
Στην ΕΕ η συνεδρίαση της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Συνόδου Κορυφής στη Λισσαβόνα (23-24 Μαρτίου) αφιερώθηκε σε αυτή την υπόθεση. Στη σύνοδο αυτή καθορίστηκε ο νέος στρατηγικός στόχος της Ενωσης για την επόμενη δεκαετία: «Να γίνει, η ΕΕ, η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή».
Κεντρικό λοιπόν ζήτημα για την ΕΕ είναι ο ανταγωνισμός με τα άλλα δύο κέντρα ΗΠΑ και Ιαπωνία. Οι αντιθέσεις κατέληξαν σε συγκεκριμένα μέτρα για τη μετάβαση στη νέα οικονομία της γνώσης, εξειδικεύοντας τη λευκή βίβλο. Δεν πρόσθεσαν δηλαδή κάτι «νέο».
Πιο συγκεκριμένα αποφάσισαν και εξειδίκευσαν νέα αντιλαϊκά μέτρα όπως:
― «Η επίτευξη του νέου στρατηγικού στόχου θα βασιστεί στον ιδιωτικό τομέα, ενώ ο δημόσιος τομέας καλείται να διαμορφώσει το κατάλληλο οικονομικό περιβάλλον για την ανάπτυξη, τη συγκέντρωση και τη συσσώρευση κεφαλαίου»
― Την πλήρη ολοκληρωμένη φιλελευθεροποίηση της τηλεπικοινωνιακής αγοράς μέχρι τα τέλη του 2001.
― Την επίσπευση της φιλελευθεροποίησης σε τομείς όπως το αέριο, ο ηλεκτρισμός, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες και οι μεταφορές.
― Τη βελτίωση του περιβάλλοντος για τις ιδιωτικές επενδύσεις και τη μείωση του κόστους των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
― Τον αναπροσανατολισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις εταιρίες υψηλής τεχνολογίας.
― Τη φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας μέσα από τη γενίκευση του απασχολήσιμου εργαζόμενου, μέσα από την ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας και τη γενίκευση της μερικής απασχόλησης και τη μέγιστη κινητικότητα των εργαζομένων, δηλαδή, όπως το ονομάζουν, την προσαρμοστικότητα χάρη στην ευέλικτη διαχείριση του χρόνου εργασίας και την εκ περιτροπής απασχόληση.
― Τα εκπαιδευτικά συστήματα της κοινωνίας της γνώσης παίρνουν το χαρακτήρα σεμιναριακής κυρίως «εκπαίδευσης» με απόκτηση ορισμένων αποσπασματικών τεχνικών δεξιοτήτων (ανάγνωση, αρίθμηση, ξένη γλώσσα, χρήση Η/Υ) και κοινωνική συμπεριφορά, η οποία θα διαπαιδαγωγεί στην επαγγελματική αβεβαιότητα στο μοίρασμα της φτώχειας και της ανεργίας, στην πιο ξεδιάντροπη εκμετάλλευση της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Βασίζονται στην ταξική επιλογή της ΕΕ ότι δηλαδή θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην επαγγελματική κατάρτιση, σαν το μεγάλο κατόρθωμα της «Κοινωνίας των πληροφοριών», λογική που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της ανθρωπιστικής παιδείας, η οποία απαιτεί την ολόπλευρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Βασικό επιχείρημα της αντιδραστικής μεταρρύθμισης στην Παιδεία πριν δυο χρόνια ήταν ότι το άτομο στο νέο αιώνα θα αλλάζει 3-4 φορές δουλιά στη ζωή του, γι’ αυτό η Παιδεία είναι ανάγκη να προσαρμοστεί στην «ευέλικτη» αγορά εργασίας και εννοούσε -χωρίς να το λέει- να πάρει χαρακτήρα «κατάρτισης» στην υπηρεσία των επιχειρήσεων.
Η νέα οικονομία στηρίζεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας για τη Ν.Α. Ευρώπη. Στη Λισσαβόνα μπήκε ξανά ο στόχος διανομής των αγορών στα Βαλκάνια και η συνέχιση της επίθεσης σε βάρος της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας σαν αναπόσπαστο τμήμα της «νέας οικονομίας».
Τονίζεται στη Λισσαβόνα ότι η ΕΕ θα συνεχίσει να στηρίζει την αντιπολίτευση στη Γιουγκοσλαβία και την κατοχή στο Κοσσυφοπέδιο με τους 30.000 στρατιώτες, 800 αστυνομικούς και 500 εκατομμύρια ΕΥΡΩ. Τα οράματα της κυβέρνησης για να μετατραπεί η Ελλάδα σε κόμβους δικτύων σημαίνουν προτεκτοράτα των ιμπεριαλιστών στη Βαλκανική και καταπίεση των λαών.
Με λίγα λόγια τα απαραίτητα «συνοδευτικά» μέτρα της «νέας οικονομίας» και της «κοινωνίας της γνώσης» είναι αυταρχισμός, πόλεμος, αντιδημοκρατικά μέτρα. Η γενικευμένη επιθετικότητα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, τα αντιδημοκρατικά μέτρα φανερώνουν τις δυσκολίες του μονοπωλιακού κεφαλαίου να επιβάλλει τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις. Η ποινικοποίηση στη χώρα μας των αγώνων των μαθητών, των εργαζομένων, των αγροτών δείχνει την αδυναμία του συστήματος για ελιγμούς.
Η επιλογή του νεοφιλελευθερισμού από τη σοσιαλδημοκρατία, τα κλασικά συντηρητικά κόμματα, τις «κεντροαριστερές» ή «κεντροδεξιές» δυνάμεις, σχετίζεται με την ίδια την αδυναμία του συστήματος να κάνει «ελιγμούς» και παραχωρήσεις και στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού οδηγείται το καπιταλιστικό σύστημα στην πλήρη αντιδραστικοποίησή του.
Στην Ευρωπαϊκή Ενωση η συνολική στροφή στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση γίνεται στη βάση ενιαίου σχεδίου νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής που έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για τα συμβαλλόμενα κράτη-μέλη (Συνθήκες του Μάαστριχτ-Αμστερνταμ, Σύμφωνο Σταθερότητας και Σύγκλισης).
Τα κράτη-μέλη της ΕΕ σταδιακά εγκαταλείπουν την εκτεταμένη δανειακή ελλειμματική δημοσιονομική πολιτική, στη βάση της οποίας στήριξαν, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, μια γενικευμένη πολιτική παροχών ενσωμάτωσης χωρίς να θίγεται η οικονομική κυριαρχία των μονοπωλίων. Παράλληλα υιοθετούν στόχους και επομένως κανόνες και δείκτες για να πετύχουν μια σχετικά ενιαιοποιημένη περιφερειακή διακρατική αγορά, στη βάση ενιαίου νομίσματος και ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και εργατικού δυναμικού.
Ως προς τα αποτελέσματα των στόχων της ΕΕ καταγράφουμε τις εξής τάσεις:
α) Εκδηλώνεται τάση ισχυροποίησης των μονοπωλίων που εδρεύουν στην ΕΕ. Προωθούνται μεγάλης κλίμακας εξαγορές και συγχωνεύσεις, κυρίως στις τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, βιομηχανία πετρελαίου, βιομηχανία μέσων μεταφοράς, στις μεταφορές, σε άλλους κλάδους της μεταποίησης όπως χημική βιομηχανία, τροφίμων, αλλά και στο χρηματοεπενδυτικό τομέα και το εμπόριο, με στόχο τη μεγέθυνση των Ευρωπαϊκών μονοπωλίων και την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητάς τους έναντι των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας.
Σύμφωνα με στοιχεία και αναλύσεις διεθνών οργανισμών και εταιριών μελετών για τη 2ετία 1998-1999, μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βελτίωσαν την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητά τους, πραγματοποιώντας συμμαχίες, εξαγορές-συγχωνεύσεις εντός της ΕΕ, βελτίωσαν τη διείσδυσή τους στην αμερικανική αγορά, αλλά και στην ασιατική αγορά.
Αγορά διείσδυσής τους αποτελεί και η Βαλκανική, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η Παρευξείνια ζώνη, παρά το ακόμη συγκριτικά μικρό μερίδιό τους στο σύνολο των επενδύσεών τους. Το ίδιο και αναφορικά με τη διείσδυση στην αφρικανική αγορά.
β) Στο χρονικό διάστημα ενδυνάμωσης των ευρωπαϊκών μονοπωλίων από άποψη κερδοφορίας, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας δε βελτιώθηκε αναλογικά η θέση των εργαζομένων στο χώρο της ΕΕ, αλλά αντίθετα βρίσκεται σε τροχιά συνεχούς επιδείνωσης.
Πρόκειται για γενική τάση του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού, που εκφράζεται με μεγάλου βαθμού συγκέντρωση του πλούτου σε λίγα χέρια και αύξηση της φτώχειας των πολλών. Οι μεγαλύτερες εξαγορές-συγχωνεύσεις ή αναδιαρθρώσεις σε γιγαντιαίους μονοπωλιακούς ομίλους συνοδεύονται από αύξηση των κερδών και μαζικές απολύσεις (π.χ. στη Renault, στην BP-AMOCO, στη γαλλική Michellin).
Η γνώμη μας είναι ότι, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα, η επιλογή από την κυβέρνηση και τη ΝΔ της προώθησης του στόχου να γίνει η ΕΕ ανταγωνιστική σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία και -κατά συνέπεια και ο ελληνικός καπιταλισμός- θα χειροτερεύσει τη θέση των εργαζομένων. Οι προτάσεις πρόσφατα του ΣΥΝ με το 3ο Συνέδριό του, που υιοθετεί κάποιον «υγιή ανταγωνισμό» και η θέση του -η ελληνική οικονομία να «εξασφαλίσει την ανταγωνιστικότητά της στηριζόμενη στην καλύτερη οργάνωση, στην εισαγωγή της γνώσης σε όλα τα επίπεδα κλπ.», μέσα από τα πλαίσια της ΟΝΕ, από κάποια «μεταφιλελεύθερη» διακυβέρνηση της χώρας- δεν ξεφεύγουν από το έδαφος της καπιταλιστικής οικονομίας. Τα αναπτυξιακά προγράμματα στα πλαίσια του καπιταλισμού στηρίζονται στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και της αποκόμισης μεγαλύτερης μάζας υπεραξίας. Καμιά νέα τεχνολογία δεν αυξάνει τα κέρδη και την «ανταγωνιστικότητα», χωρίς μεγαλύτερη εκμετάλλευση του παράγοντα άνθρωπος.
γ) Εκφραση της όξυνσης των αντιθέσεων στα πλαίσια της ΕΕ είναι η διακύμανση των στόχων της ΕΕ μεταξύ διεύρυνσης και εμβάθυνσης. Η μη ένταξη στη Ζώνη ΕΥΡΩ κρατών-μελών που εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις δημοσιονομικής σύγκλισης (Μ. Βρετανία). Οι θεωρίες και η πολιτική τους έκφραση για τη διαμόρφωση της ΕΕ σε σκληρό πυρήνα με ομόκεντρους, διαφορετικής ταχύτητας, κύκλους. Η σχετικά ισχυρότερη συμμαχική σύγκλιση της Γερμανίας με τη Γαλλία (κυρίως στρατιωτικοπολιτική) απ’ ό,τι με τη Μ. Βρετανία. Η θέση που προτάσσει την πολιτική ένωση έναντι της νομισματικής.

Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Η προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας σε αυτή την κατεύθυνση της ΕΕ μέχρι σήμερα έδρασε σε βάρος των εργαζομένων. Οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν στο επίπεδο του ‘80-’84, η μικρομεσαία αγροτιά μειώνεται, εντείνεται η καταστροφή κύρια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Είμαστε τελευταίοι στην ΕΕ σε ό,τι αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Δυναμώνει η συγκέντρωση-συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, γιγαντώνονται οι μονοπωλιακοί Ομιλοι. Παρά τις αναδιαρθρώσεις που προωθήθηκαν και σχεδιάζονται η ελληνική οικονομία και με τα μέτρα προσαρμογής της Λισσαβόνας, θα αναπτύσσεται ανισόμετρα σε σχέση με την ΕΕ. Η επόμενη κρίση θα είναι πιο έντονη από το γεγονός ότι ήδη η σημερινή ανάπτυξη μετά την έξοδο από την κρίση είναι αναιμική, αλλά και από το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέχει μια ενδιάμεση-εξαρτημένη θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, είναι προσαρμοσμένη στην ΕΕ και συμμετέχει στη «διείσδυση» στα Βαλκάνια, μια περιοχή με έντονες αντιθέσεις και πόλεμο.
Η πιθανότητα μιας επόμενης κρίσης θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για το λαό, την αγροτιά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων από την κυβέρνηση ότι θα καλυτερέψει η ζωή των ανθρώπων με τη «νέα αμερικανική οικονομία» που εξάγγειλε ο κ. Σημίτης, πρόσφατα και ο κ. Παπαντωνίου. Οι εξελίξεις προδιαγράφουν ένα ζοφερό, στυγνό εκμεταλλευτικό μέλλον για τους εργαζόμενους. Θα οδηγήσει στην καταστροφή τους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες και αγρότες. Δεν πρόκειται οι μικροί επιχειρηματίες, που απασχολούν 1-4 εργαζόμενους και αποτελούν το 91% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, να αντιμετωπίσουν τον σκληρό ανταγωνισμό με την τεραστίων διαστάσεων συγκέντρωση που επιτυγχάνει η θεωρία της λεγόμενης «νέας οικονομίας».

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ

Το μέλλον των λαϊκών στρωμάτων βρίσκεται στην απόρριψη των μέτρων προσαρμογής στην ΕΕ και τη λεγόμενη νέα οικονομία. Βρίσκεται στην ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, τους διεθνείς οργανισμούς του κεφαλαίου. Στην αποδέσμευση από αυτούς τους οργανισμούς.
Η τάση που εμφανίζεται παγκόσμια και στη χώρα μας είναι η ενίσχυση της αμφισβήτησης της «παγκοσμιοποίησης» και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Την τάση αυτή εκφράζουν οι αγώνες στο Σιάτλ, στην Πράγα, το όχι στην ΟΝΕ στη Δανία, η ανάπτυξη των αγώνων στην Ελλάδα ενάντια στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Αυτή η τάση δεν είναι κυρίαρχη, είναι όμως δυναμική. Θα γίνει κυρίαρχη με προοπτική την ανατροπή του καθεστώτος των μονοπωλίων γιατί:
Στις μέρες μας γίνεται εμφανής και πιο έκδηλη η αντίθεση ανάμεσα στη δυνατότητα για την κοινωνική ευημερία που ξανοίγει η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής, οι ανακαλύψεις στο πεδίο της γενετικής και την καπιταλιστική αξιοποίησή τους. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερό ότι ο καπιταλισμός δίνει ώθηση ιδιαίτερα στους τομείς της επιστήμης που μπορούν να προσπορίσουν μόνο οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά οφέλη για το μεγάλο κεφάλαιο. Αδιαφορεί ή παραμελεί, συνειδητά, πεδία, τομείς της επιστήμης και της εφαρμογής της, που μπορούν να βελτιώσουν τις υλικές και πνευματικές συνθήκες ζωής του ανθρώπου. Οι τεράστιες ζώνες φτώχειας, ασθενειών, οι ανισότητες στη διάδοση και εφαρμογή των τεχνολογικών επιτευγμάτων ανάμεσα στις διάφορες χώρες και περιοχές, αλλά και στο εσωτερικό χωρών είναι χαρακτηριστικοί δείκτες του ταξικού χαρακτήρα της ανάπτυξης, αλλά και ενός συστήματος που γερνάει, έχει την τάση της στασιμότητας και της σήψης.
Οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία δεν είναι ουδέτερες. Δύο δρόμοι υπάρχουν διαφορετικοί μεταξύ τους. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Είναι τουλάχιστον ουτοπία η εμμονή σε κάποια «μεταφιλελεύθερη» διακυβέρνηση και διαχείριση υπέρ του λαού στηρίζοντας την ΟΝΕ και την ΕΕ.
Αποτελούν ουτοπία οι θεωρίες για παγκόσμια διακυβέρνηση των διεθνικών μονοπωλίων του θεωρητικού της κεντροαριστεράς Γκίντεν. Το σύστημα συγκλονίζεται από τις ίδιες τις αντιθέσεις του. Σήμερα δεν υπάρχουν προοπτικές ούτε δυνατότητες στο σύστημα για κάποια «μικτή οικονομία».
― Ο ένας δρόμος είναι αυτός στον οποίο ήδη πορεύεται η ελληνική οικονομία. Ο δρόμος της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των μονοπωλίων, των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην Ελλάδα, στα πλαίσια της ΕΕ. Είναι ο δρόμος της σήψης, της σπειροειδούς καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων, με παλιές (κλείσιμο επιχειρήσεων, ανεργία, πτώση παραγωγής, πόλεμο) και νέες μορφές (θνησιμότητα από μολύνσεις και μεταλλάξεις διατροφικών προϊόντων, από χρήση ναρκωτικών λόγω της όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων και της αποξένωσης, επικίνδυνη εμπορευματοποίηση των νεότερων επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων, μη εφαρμογή τους για τη λαϊκή προστασία, ακόμη και από φυσικά καταστροφικά φαινόμενα όπως πλημμύρες, καύσωνας, σεισμοί).
― Ο άλλος δρόμος προβάλλει αντικειμενικά πλέον στο προσκήνιο. Μέσα από τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και του πλούτου σε λίγα χέρια και τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος προβάλλει η ανάγκη μιας πραγματικά νέας οικονομίας, δηλαδή της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας και της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής.
Προβάλλει η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.
Προβάλλει η ανάγκη ανατροπής του καθεστώτος της πλουτοκρατίας και της εγκαθίδρυσης της λαϊκής εξουσίας των εργαζομένων και καταπιεσμένων.
Αντικειμενικά προβάλλει η ανάγκη για μια λαϊκή οικονομία και λαϊκή εξουσία με βασικό κίνητρο την ευημερία του λαού, σε αντίθεση με τη σημερινή οικονομία που έχει καθοριστικό, απόλυτο κίνητρο το μονοπωλιακό υπερκέρδος, τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής είναι αναγκαία πριν απ’ όλα στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των ορυχείων, της ύδρευσης, τις μεταφορές, σε βασικούς κλάδους της μεταποίησης, της παραγωγής μέσων παραγωγής και προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης. Το τραπεζικό σύστημα και γενικότερα το σύστημα συγκέντρωσης και διοχέτευσης οικονομικών και υλικών πόρων. Το εξωτερικό εμπόριο και το συγκεντρωμένο δίκτυο εσωτερικού εμπορίου. Τον τομέα της βασικής έρευνας και της διάθεσης των αποτελεσμάτων της για τη λαϊκή ευημερία.
Αναπόσπαστο στοιχείο αποτελεί η διαμόρφωση ενός κεντρικού, πανεθνικού οικονομικού μηχανισμού με ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων που θα διευθύνει και θα αξιοποιεί τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, θα ασκεί κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, θα αναπτύσσει τη δημοκρατία στους χώρους εργασίας.
Ο κεντρικός σχεδιασμός είναι το εργαλείο για να εξασφαλιστούν οι αναλογίες της παραγωγής και κατανομής, η προστασία της εγχώριας παραγωγής από την ασύδοτη δράση των μονοπωλίων της διεθνούς αγοράς. Ταυτόχρονα θα προωθούνται διακρατικές συμφωνίες εμπορικών ανταλλαγών, συμφωνίες για αξιοποίηση της τεχνογνωσίας με βάση το αμοιβαίο όφελος, έγκαιρη και πλατιά εφαρμογή των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας τόσο στην παραγωγή, όσο και στους τομείς αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, δηλαδή στην υγεία, παιδεία, πολιτική πρόνοιας, στέγη, περιβάλλον.
Ο κεντρικός σχεδιασμός θα υπηρετεί την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, την παραγωγικότητα της εργασίας, την κάθετη διασύνδεση της αγροτικής παραγωγής με τη μεταποίηση. Την πολιτική αποκέντρωσης, την αντιπλημμυρική, αντιπυρική και αντισεισμική προστασία, την πραγματική προστασία του περιβάλλοντος.
Δίπλα στον κρατικό λαϊκό τομέα της οικονομίας, θα διαμορφώνεται και ο συνεταιριστικός παραγωγικός τομέας, ιδιαίτερα στην αγροτική παραγωγή και σε κλάδους της μεταποίησης που έχουν χαμηλή συγκέντρωση και δυσκολεύεται έτσι η ανάπτυξη της παραγωγικότητάς τους.
Μόνο στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας, τελικά, η παιδεία, η έρευνα, οι νέες τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιηθούν για την ευημερία των εργαζομένων και του λαού.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ


ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
του Χρήστου Τσιντζιλώνη 

Με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους αρχίζει μια αργόσυρτη βασανιστική ανάπτυξη του καπιταλισμού. Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας μετά την επανάσταση του 1821, δημιουργούνται οι πρώτες βιομηχανικές μονάδες σε διάφορα αστικά κέντρα της ελεύθερης Ελλάδας. Σύμφωνα με το Βασίλη Κ. Λάζαρη , επρόκειτο κυρίως για βιομηχανίες που ασχολούνταν με τη μεταξουργία και οι οποίες ιδρύθηκαν: στην Υδρα το 1836, στη Μεσσήνη και στη Σπάρτη το 1837, στην Ανδρο και στην Αθήνα το 1838, στη Λαμία το 1839 και στον Πειραιά το 1844. Το 1830 δημιουργήθηκε υαλουργικό εργοστάσιο στην Κάρυστο της Εύβοιας και το 1841 μικρό χυτήριο στην ίδια περιοχή, ενώ δούλευε ήδη στον Πειραιά μια αλευροβιομηχανία και ένα πριονιστήριο.
Το 1847 ιδρύθηκε στο Σαραβάλι της Πάτρας το βαμβακοκλωστήριο του Π. Φωτεινού και δύο χρόνια αργότερα, ένα υφαντουργείο στη Σύρο. Γύρω στα 1840 στη Σύρο επίσης άρχισε να λειτουργεί ένα βυρσοδεψείο και δύο άλλα βυρσοδεψεία στο Ναυαρίνο και στον Πειραιά, ενώ το Νοέμβρη του 1861 συστήθηκε στην Πάτρα η Ελληνική Χαρτοποιΐα.
Η Σύρος παρουσιάζει σημαντική για τα μέτρα της εποχής ανάπτυξη της ναυπηγικής. Στα ναυπηγεία της στα χρόνια 1840-1865 ναυπηγήθηκαν 1.394 πλοία διαφόρων τύπων. Κατά τις σχετικές πηγές στα ναυπηγεία αυτά το 1845 απασχολούνταν 1.500 εργάτες.
Γύρω στα 1850 με την είσοδο στην Ελλάδα του εμπορομεσιτικού κεφαλαίου των Ελλήνων των παροικιών και την ανάπτυξη του εφοπλιστικού κεφαλαίου στα νησιά, αρχίζει να δημιουργείται κάποια χρηματική συσσώρευση που ένα τμήμα της επενδύεται σε μεταποιητικές βιομηχανίες.
Στα χρόνια αυτά, με την εισαγωγή της ατμοκίνητης δύναμης στην παραγωγή, αρχίζει να πραγματοποιείται η μετατροπή της βιοτεχνικής-χειροτεχνικής παραγωγής σε βιομηχανική.
Με την εμφάνιση και ανάπτυξη των πρώτων βιομηχανιών, εμφανίζονται και τα πρώτα τμήματα, τα πρώτα φύτρα της βιομηχανικής εργατικής τάξης, του βιομηχανικού προλεταριάτου. Εργάτες, βέβαια, υπήρχαν και πριν από την Επανάσταση του 1821, που πλήθυναν αργότερα μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, δουλεύοντας βασικά στα εμπορικά πλοία, σε μαγαζιά και σε βιοτεχνίες, αλλά το εργατικό κίνημα απόκτησε κύρος, όταν εμφανίστηκαν και άρχισαν να οργανώνονται οι βιομηχανικοί εργάτες.
Σημαντική ανάπτυξη της βιομηχανίας σημειώνεται στην Ελλάδα στη δεκαετία 1870-1880. Σύμφωνα με τις στατιστικές πληροφορίες κατά το 1876 σε όλη την Ελλάδα υπήρχαν 247 παραγωγικές μονάδες ειδών επισιτισμού που απασχολούσαν 6.616 εργάτες, 248 παραγωγικές μονάδες ειδών ενδυμασίας και οικιακής χρήσης με 10.115 εργάτες, 51 μονάδες επεξεργασίας μετάλλου, μηχανουργεία και ναυπηγεία με 3.500 εργάτες, 18 μεταλλευτικές και μεταλλουργικές μονάδες με 4.800 εργάτες και 114 διάφορες άλλες βασικά μικρομεσαίες παραγωγικές μονάδες με 1.350 εργάτες .
Ταυτόχρονα, η ναυτιλία διαθέτει 5.000 περίπου ιστιοφόρα συνολικής χωρητικότητας 260.000 κόρων. Την ίδια εποχή δημιουργήθηκε το πρώτο σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας, το οποίο  το 1884 έφτανε τα 70 χιλιόμετρα, το 1886 τα 396, το 1890 τα 761, το 1895 τα 919, το 1900 τα 1.033, το 1905 τα 1.370, το 1910 τα 1589 και το 1911 τα 1591 χιλιόμετρα .
Η ανάπτυξη αυτή του σύγχρονου καπιταλισμού φέρνει μαζί της την αριθμητική αύξηση της εργατικής τάξης και την εμφάνιση του βιομηχανικού προλεταριάτου, που σαν καινούργιος παράγοντας στην πολιτική ζωή της χώρας, θα αρχίσει βαθμιαία να συνειδητοποιείται ως τάξη, να οργανώνεται και να παλεύει. Αργότερα δε, με την ίδρυση του πολιτικού φορέα του, θα γίνει ο συνειδητός φορέας των ιδεών της σοσιαλιστικής αναμόρφωσης της χώρας.
Την περίοδο αυτή ιδρύονται τα πρώτα εργατικά σωματεία, οι πρώτοι σύνδεσμοι από τα καταστατικά των οποίων φαίνεται ότι τα σωματεία αυτά είχαν χαρακτήρα μικτό-συντεχνιακό. Ηταν κάτι ανάμεσα σε συντεχνίες και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ανήκαν στα σωματεία και εργοδότες, και μάλιστα σε πολλά από αυτά εκλέγονται πρόεδροι και γραμματείς. Σκοπός των σωματείων αυτών είναι η προστασία του επαγγέλματος και των συντεχνιακών συμφερόντων των μελών τους. Ταυτόχρονα, όμως, διαφέρουν από τις απλές συντεχνίες στο βαθμό που χρησιμοποιούν μορφές ταξικής πάλης, όπως την απεργία.
Η εμφάνιση και η ανάπτυξη της εργατικής τάξης, το ξέσπασμα των πρώτων απεργιών του βιομηχανικού προλεταριάτου στη Σύρο (1879), τον Πειραιά (1879,1880 και 1882), των μεταλλωρύχων του Λαυρίου (1896) και ιδιαίτερα η διάδοση στην Ελλάδα των σοσιαλιστικών ιδεών ανησύχησαν σοβαρά την άρχουσα τάξη. 
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι πριν ακόμα αρχίσει η συνδικαλιστική οργάνωση των εργατών, το οικονομικό κατεστημένο έντρομο από την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη προσπαθεί να αποτρέψει την ταξική πάλη στη χώρα μας, «συμβουλεύοντας» τους εργάτες να είναι υπάκουοι στα αφεντικά τους. Το 1869, όπως γράφει ο Γ. Κορδάτος , μοιράστηκε δωρεάν σε όλες τις πόλεις όπου υπήρχαν βιομηχανικές επιχειρήσεις, ένα φυλλάδιο με τον τίτλο: «Εγκόλπιον του Εργατικού Λαού» ή «Συμβουλαί εις τους χειρώνακτας».
Το φυλλάδιο αυτό τυπώθηκε από την «Εταιρεία των φίλων του Λαού» και ήταν μετάφραση μιας γαλλικής μπροσούρας του Th. H. Barreu, που είχε τον τίτλο: «Conseils aux ouvriers». Ο μεταφραστής της Ν. Δραγούμης σε πολλά άλλαξε το γαλλικό κείμενο για να το προσαρμόσει στις ελληνικές συνθήκες.
Οι «Φίλοι του Λαού» συμβούλευαν τους εργάτες να είναι πειθαρχικοί, φρόνιμοι και υπάκουοι στα αφεντικά τους, γιατί αυτό είναι και το θέλημα του Θεού. Να κάνουν ό,τι προστάζουν οι εργοδότες τους. Οτι οι σοσιαλιστικές θεωρίες είναι έργο του Σατανά και φέρνουν τη δυστυχία και την καταστροφή στους εργαζόμενους, χαλούν τα μυαλά των εργατών και φέρνουν στάσεις και επαναστάσεις. Οτι οι στάσεις φέρνουν την πείνα και ακόμα τα στρατοδικεία και τη φυλακή. Οτι ο καλός εργάτης δεν πρέπει να γίνεται «όργανον φαντασιοκόπων, ραδιουργών και ταραχοποιών» και πολλά άλλα.
Οι τέτιες, όμως, «συμβουλές» των «εργατοπατέρων» δε μπόρεσαν να σταματήσουν τη συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης και την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, ούτε στη χώρα μας, ούτε, βέβαια, και σε όλες τις χώρες του κόσμου, διότι όπως γράφει ο Β. Ι. Λένιν, «η εμφάνιση των συνδικάτων - των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης - είναι το νομοτελειακό αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλισμού, της ιστορικής εξέλιξης του εργατικού κινήματος. Η εργατική τάξη που η εμφάνισή της, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση και ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, πρέπει να αντιτάξει στη δύναμη του κεφαλαίου τη δύναμη της δικής της ένωσης. Αυτή είναι η αντικειμενική απαίτηση της ιστορίας».
«Τα συνδικάτα» - γράφει ο Λένιν - «ήταν μια γιγάντια πρόοδος της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ένα πέρασμα από την κατάσταση διασποράς και αδυναμίας των εργατών στα πρώτα στοιχεία της ταξικής συνένωσης. Οταν άρχισε να αναπτύσσεται η ανώτατη μορφή ταξικής συνένωσης του προλεταριάτου (...), τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν αναπόφευκτα μερικά αντιδραστικά σημάδια, κάποια συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας, κλπ. Πουθενά, όμως, στον κόσμο η ανάπτυξη του προλεταριάτου δεν έγινε και δεν μπορούσε να γίνει αλλοιώς παρά μόνο μέσω των συνδικάτων, με την αλληλεπίδραση των συνδικάτων και του Κόμματος της εργατικής τάξης» .
Ο Β. Ι. Λένιν υποστηρίζει ότι σε αντιδιαστολή με το Κόμμα, τα συνδικάτα πρέπει να είναι πλατιές οργανώσεις ικανές να συνενώνουν ακόμα και τους καθυστερημένους εργάτες, που κατανοούν μόνο την ανάγκη της συνένωσης για την πάλη ενάντια στα αφεντικά και την κυβέρνηση. Τις οργανώσεις αυτές πρέπει το κόμμα να προσπαθεί να τις θέσει υπό την καθοδήγησή του διεξάγοντας αδιάλλακτη πάλη ενάντια στη ρεφορμιστική πτέρυγα.
Οι εργάτες της χώρας μας, όπως και οι εργάτες των διαφόρων χωρών, άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι αν ήθελαν να επιζήσουν κάτω από τη βάρβαρη καπιταλιστική εκμετάλλευση, έπρεπε να αντιπαλέψουν τους εργοδότες τους οργανώνοντας απεργίες και ανεβάζοντας βαθμιαία την πάλη τους όλο και σε ανώτερες μορφές, με τους συνδικαλιστικούς αγώνες τους, την πολιτική τους δράση και την εξέγερση για την ανατροπή του καπιταλισμού.
Οι πρώτοι ξεσηκωμοί, οι διαμαρτυρίες και οι απεργίες του προλεταριάτου, που σημειώθηκαν στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα, αν και ήταν ξεσπάσματα αυθόρμητα και όχι συνειδητά και οργανωμένα, ήταν ωστόσο το πρώτο ξύπνημα της συνείδησής τους. Ο απεργιακός αυθορμητισμός των προλετάριων ήταν κατά βάθος η εμβρυακή μορφή της ταξικής συνείδησής τους. Οπως γράφει ο Λένιν, «...το αυθόρμητο στοιχείο δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε σε ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχισαν... δε θα έλεγα να καταλαβαίνουν, μα να νοιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασιστικά τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους»  .


ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Η αστική τάξη δεν παρακολουθούσε σαν απλός θεατής τις εκδηλώσεις του εργατικού κινήματος και τη δράση των σοσιαλιστών. Διαβλέποντας τον κίνδυνο, προσπάθησε να κρατήσει τους εργάτες κάτω από την πολιτική της κυριαρχία μέσω των διαφόρων φιλελεύθερων-σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δημιουργώντας μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα μια εργατική αριστοκρατία και παίρνοντας ταυτόχρονα σκληρά μέτρα εναντίον τους. 
Βασικός στόχος, βασική και κύρια επιδίωξη της εργατικής αριστοκρατίας, των «εργατοπατέρων» στο συνδικαλιστικό κίνημα ήταν πάντα η διαιώνιση της πολιτικής κηδεμονίας των αστών πάνω στους εργάτες, με την προπαγάνδιση της ταξικής συνεργασίας. «Η οργάνωσις των εργατών της Ελλάδος ήρξατο κυρίως μετά το 1914 δια της ψηφίσεως του Νόμου 281», γράφει ο Γ. Α. Γεωργιάδης, στο βιβλίο του «Η πάλη των τάξεων εν Ελλάδι». «Πριν το 1914, τα υπάρχοντα σωματεία ήσαν ένα όργανον επαγγελματικής επικρατήσεως εις τας χείρας των εργοδοτών, οι οποίοι κατελάμβανον την διοίκησιν, και αφ’ ετέρου πολιτικής αναδείξεως εις τας χείρας επιτηδείων μικροπολιτικών. Η εκκαθάρισις της μικράς αυτής επαγγελματικής ενώσεως εις οργάνωσιν εργατικήν εγένετο εκ των άνωθεν δια της επεμβάσεως του Κράτους, ψηφίσαντος τον Νόμον 281 δια του οποίου απαγορεύεται η ύπαρξις μικτών σωματείων, δηλαδή εργατών και εργοδοτών μαζί» .
Το κόμμα των Φιλελευθέρων και ο αρχηγός του Ελ. Βενιζέλος για πολλά χρόνια εκμεταλλεύτηκε το γεγονός της ψήφισης του Νόμου 281 για να προβληθεί ως «φιλεργάτης», ως ο άνθρωπος που ενδιαφέρεται για τα δίκαια της εργατικής τάξης. Η ψήφιση του Νόμου 281, όμως, ήταν μια ανάγκη και μια πολιτική πρόνοια για το Βενιζέλο. Πολιτική πρόβλεψη - κατά τον Γ. Α. Γεωργιάδη - «δια να μην αφήσει την οργάνωσιν των εργατών εις τας ιδίας των χείρας» .
Με άλλα λόγια η κυβέρνηση Βενιζέλου κάτω από την πίεση των εργατικών και των γενικότερων λαϊκών αγώνων, που ξέσπασαν μετά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, αναγκάστηκε να ψηφίσει το Νόμο 281, καθώς επίσης και μια σειρά νομοθετημάτων τα οποία αναφέρονταν στη βελτίωση των όρων εργασίας των εργατών και στις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Ταυτόχρονα, όμως, ο Βενιζέλος επεδίωξε να θέσει κάτω από τον έλεγχό του το εργατικό κίνημα, με τις υποχωρήσεις απέναντί του προσπάθησε να αποτρέψει -όπως ο ίδιος ομολόγησε- το ενδεχόμενο κάποιας εργατικής επανάστασης, η οποία θα υποχρέωνε την αστική τάξη σε πολύ περισσότερες παραχωρήσεις.
Είναι πολύ χαρακτηριστική η απάντηση του Βενιζέλου προς τους επικριτές του για τη «φιλεργατική» πολιτική, όταν συγκεκριμένα, είπε: «Κύριοι, αν δεν κάνουμε σήμερα τας νομίμους υποχωρήσεις, στους εργαζόμενους, αύριο θα μας πάρουν με επανάστασιν πολύ περισσότερα» .
Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού αιώνα, στο παγκόσμιο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα σημειώνονται σημαντικές εξελίξεις. Οταν οι μικροαστοί γραφειοκράτες της Β΄ Διεθνούς - πολιτικοί και συνδικαλιστές - διαποτισμένοι για τα καλά από το δηλητήριο του ρεφορμισμού του Μπερνστάιν, ζαλισμένοι από την απατηλή εικόνα που δημιουργούσε ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός, κατέληγαν όλο και περισσότερο στο συμπέρασμα ότι ο μαρξισμός ήταν πια ξεπερασμένος, ότι η οικονομική θεωρία του Μαρξ ήταν πια ανεφάρμοστη και επομένως οι εργάτες θα έπρεπε να αναζητήσουν την απελευθέρωσή τους όχι στη ρήξη, την επαναστατική κατάργηση του καπιταλισμού, αλλά στη βαθμιαία, μέσω μεταρρυθμίσεων μετατροπή του σε σοσιαλισμό, οι μπολσεβίκοι με ηγέτη τους το Β. Ι. Λένιν προετοίμαζαν το ρούσικο προλεταριάτο να κατακτήσει την εξουσία με την επανάσταση.
Για να φανεί καλύτερα ο ρόλος των δεξιών σοσιαλδημοκρατών στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, αναφέρουμε ενδεικτικά ότι το 1869 ο σοσιαλδημοκράτης Αλεξάντερ Μιλλεράν, γίνεται υπουργός στην κυβέρνηση Βαλντέκ - Ρουσσώ, στην οποία μετείχε και ο σφαγέας των εργατών της Παρισινής Κομμούνας, στρατηγός Γκαλιφέ.
Επίσης, οι γραφειοκράτες εργατοκάπηλοι των συνδικάτων στη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Αυστρία, των ΗΠΑ και σειράς άλλων χωρών, παίζουν σοβαρό ρόλο στην έκρηξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου παίρνοντας θέση μαζί με τους ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων υπέρ της «δικής τους» αστικής τάξης, στα πρόθυρα του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Ο γνωστός «εργατοπατέρας» Λέγκεν στη Γερμανία είναι ο πρώτος που άνοιξε το δρόμο προς την ανοικτή προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης, κηρύσσοντας την ταξική ειρήνη, και ψηφίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις.
Ο Β. Ι. Λένιν στο έργο του: «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού» σχετικά με τις θεωρίες των καουτσκιστών περί μειοψηφιών και πλειοψηφιών του προλεταριάτου, γράφει:
«Εμείς δεν μπορούμε - και κανένας δεν μπορεί - να καθορίσουμε ακριβώς ποιά μερίδα συγκεκριμένα του προλεταριάτου ακολουθεί και θα ακολουθήσει τους σοσιαλσωβινιστές και τους οπορτουνιστές. Αυτό θα το δείξει μόνο η πάλη, αυτό θα το κρίνει οριστικά μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση. Ωστόσο ξέρουμε με βεβαιότητα ότι οι «υπερασπιστές της πατρίδας» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκπροσωπούν μόνο μια μειοψηφία. Και για το λόγο αυτό χρέος μας είναι, αν θέλουμε να παραμείνουμε σοσιαλιστές, να πηγαίνουμε πιο κάτω και πιο βαθιά, προς τις πραγματικές μάζες: εδώ βρίσκεται όλη η σημασία της πάλης ενάντια στον οπορτουνισμό και όλο το περιεχόμενο αυτής της πάλης. Ξεσκεπάζοντας τους οπορτουνιστές και τους σοσιαλσωβινιστές, και δείχνοντας ότι στην πράξη προδίνουν και ξεπουλάνε τα συμφέροντα της μάζας, ότι υπερασπίζουν τα προσωρινά προνόμια μιας μειοψηφίας εργατών, ότι διοχετεύουν τις αστικές ιδέες και την αστική επιρροή, ότι στην πράξη είναι σύμμαχοι και πράκτορες της αστικής τάξης - διδάσκουμε έτσι τις μάζες να γνωρίζουν τα πραγματικά πολιτικά συμφέροντά τους και να παλεύουν για το σοσιαλισμό και για την επανάσταση μέσα απ’ όλες τις μακρόχρονες και βασανιστικές περιπέτειες των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των ιμπεριαλιστικών ανακωχών.
Να εξηγούμε στις μάζες το αναπόφευκτο και την ανάγκη της διάσπασης με τον οπορτουνισμό, να τις διαπαιδαγωγούμε για την επανάσταση με τον ανελέητο αγώνα ενάντια σ’ αυτόν, να χρησιμοποιούμε την πείρα του πολέμου για την αποκάλυψη κάθε αχρειότητας της εθνικοφιλελεύθερης εργατικής πολιτικής, και όχι για τη συγκάλυψή της - να η μοναδική μαρξιστική γραμμή στο εργατικό κίνημα του κόσμου» .


Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, που ξέσπασε το 1914, όξυνε απότομα τις ταξικές και κοινωνικές αντιθέσεις. Μέσα στη θύελλα του πολέμου ξεσπά η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση. Το μεγάλο κόμμα του Λένιν οδηγεί το προλεταριάτο της τσαρικής Ρωσίας σε κοσμοϊστορική νίκη που ανοίγει καινούργιο δρόμο για ολόκληρη την ανθρωπότητα, το δρόμο του σοσιαλισμού - κομμουνισμού. Οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες των ευρωπαϊκών χωρών, που ήταν αντικείμενο ταξικής εκμετάλλευσης, δέχτηκαν την άμεση επίδρασή της, μπήκαν σε κίνηση κι έτσι άρχισε η άνοδος του επαναστατικού κινήματος στην Ευρώπη και σ’ όλον τον κόσμο.
Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης ασκεί ευεργετική επίδραση και στο εργατικό κίνημα της Ελλάδας, το οποίο μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) και στη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, σημειώνει σημαντική άνοδο.
Η σημαντική αύξηση της αριθμητικής δύναμης της εργατικής τάξης, αποτέλεσμα της ανόδου της βιομηχανίας, η ανάπτυξη της δράσης των σοσιαλιστών εργατών και η ισχυρή επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη συνδικαλιστική συσσωμάτωση, την ίδρυση, δηλαδή, κεντρικού συνδικαλιστικού καθοδηγητικού οργάνου στην Ελλάδα και για τη συγκρότηση ενιαίου κόμματος του ελληνικού προλεταριάτου.
«Οι αντικειμενικές συνθήκες - αναφέρεται σε σχετικό άρθρο του περιοδικού Κομμουνιστική Διεθνής - η ανάπτυξη του καπιταλισμού και της εργατικής τάξης, η όλο και μεγαλύτερη αντίθεση ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο και, κυρίως, η νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση συνέβαλαν στην ανάπτυξη των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα. Η εργατική τάξη άρχισε να συνειδητοποιεί περισσότερο ότι για να διεξάγει με επιτυχία τον αγώνα για τα συμφέροντά της, πρέπει να συνενωθεί σε καλά συγκροτημένες οργανώσεις» .
Στις 21 του Οκτώβρη (3 του Νοέμβρη 1918) άρχισε τις εργασίες του στην Αθήνα και τις συνέχισε στον Πειραιά το Πανελλαδικό Εργατικό Συνέδριο, με τη συμμετοχή 182 αντιπροσώπων που εκπροσωπούσαν τα 214 από τα 320 εργατικά σωματεία, με 65.000 μέλη από το συνολικό αριθμό των 80.000 οργανωμένων εργατών .
Κατά τη συζήτηση του καταστατικού και ιδιαίτερα των προγραμματικών αρχών της ΓΣΕΕ εκφράστηκαν διάφορες απόψεις, που τελικά διαμορφώθηκαν σε τρεις βασικές παρατάξεις: Τους οπαδούς του ταξικού συνδικαλισμού, τους ρεφορμιστές και τους αναρχοσυνδικαλιστές.
Οι οπαδοί του ταξικού συνδικαλισμού υποστήριξαν ότι οι εργάτες, σαν ιδιαίτερη κοινωνική τάξη, έπρεπε, όχι μόνο να συσπειρωθούν σε ταξικά επαγγελματικά σωματεία, έξω από οποιαδήποτε αστική πολιτική επιρροή και να παλεύουν για τη διεκδίκηση των οικονομικών τους συμφερόντων, αλλά και να επιδιώξουν να οργανωθούν και πολιτικά σε σοσιαλιστικό κόμμα που θα είχε σκοπό να οδηγήσει την εργατική τάξη στην πάλη για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και μία βδομάδα αργότερα, στις 4/10 (17-23 Νοέμβρη του ίδιου χρόνου) προχώρησαν στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ), που λίγο αργότερα μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ).
Οι ρεφορμιστές, με τους οποίους ευθυγραμμίστηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές, απέκρουσαν την αρχή της πάλης των τάξεων και υποστήριξαν ότι η εργατική τάξη έπρεπε να μην αναμιγνύεται στην πολιτική, αλλά να επιδιώκει μόνο τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών της ζωής της.
Ο Ελ. Βενιζέλος ανέχτηκε την ίδρυση της ΓΣΕΕ παρόλο ότι υπήρχε ο στρατιωτικός νόμος ελπίζοντας, όπως γράφει ο Δημήτρης Λιβιεράτος,  ότι θα κυριαρχήσει, τη στιγμή που αρκετοί από τους επικεφαλής συνδικαλιστές ήταν οπαδοί του κόμματός του.
Υστερα από έντονη και σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση, το Συνέδριο της ΓΣΕΕ, με ψήφους 158 υπέρ (σε σύνολο 180), 21 κατά και μία λευκή, υιοθέτησε την αρχή της πάλης των τάξεων και του μαχητικού αγώνα των εργατών και υπαλλήλων -μακριά από κάθε κηδεμονία - και τις δίκαιες διεκδικήσεις τους.
Η επικράτηση, τελικά, της αρχής της πάλης των τάξεων ήταν μια μεγάλη νίκη του ταξικού συνδικαλισμού, η οποία επηρέασε αποφασιστικά την κατοπινή πορεία του εργατικού κινήματος της χώρας μας.


ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
Η απόκρουση όμως της αστικής πολιτικής στο εργατικό συνέδριο από τους οπαδούς του ταξικού συνδικαλισμού δε σήμαινε καθόλου και το τέλος των κρατικών παρεμβάσεων.
Κατά την ίδρυση του ΣΕΚΕ εντάθηκαν οι προσπάθειες της άρχουσας τάξης για τη διάσπαση και την πρόσδεση του εργατικού κινήματος στο άρμα της εργοδοσίας και του κράτους. Η φιλική προς το βενιζελισμό παράταξη του Ε. Μαχαίρα, που δεν μπορεί να ανεχτεί τους σοσιαλιστές στις γραμμές της ΓΣΕΕ επειδή θέλει να προσκολλήσει την εργατική οργάνωση στο κυβερνητικό κόμμα, ετοιμάζει την αποπομπή τους.
Τον Ιούνη του 1919 η 6μελής ρεφορμιστική ομάδα της 11μελούς διοίκησης της ΓΣΕΕ, που είχε εκλεγεί στο ιδρυτικό Συνέδριο με την άμεση ενίσχυση της κυβέρνησης, καθαίρεσε πραξικοπηματικά τους 5 συνεπείς συνδικαλιστές της διοίκησης. Στη συνέχεια η κυβέρνηση Βενιζέλου τους συνέλαβε και τους έστειλε εξορία στη Φολέγανδρο. Το ΣΕΚΕ και οι συνεπείς, ταξικές συνδικαλιστικές δυνάμεις αντιτάχθηκαν σθεναρά στις αντιδημοκρατικές και αντισυνδικαλιστικές ενέργειες και οργάνωσαν τον Ιούλη του 1919 την πρώτη πανεργατική πανελλαδική απεργία, με πολιτικά αιτήματα την κατάπαυση της τρομοκρατίας και την άμεση απελευθέρωση των εξόριστων μελών της ΕΕ της ΓΣΕΕ. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να απελευθερώσει τους συνδικαλιστές, εκτός από τον Αβραάμ Μπεναρόγια. Το Εθνικό Συμβούλιο της ΓΣΕΕ, που συνήλθε τον ίδιο χρόνο καθαίρεσε τους ρεφορμιστές και ανέθεσε τη διοίκηση στους σοσιαλιστές συνδικαλιστές.
Από την πρώτη κρατική παρέμβαση και μέχρι σήμερα μέσα στην εργατική Συνομοσπονδία, όπως και σε κάθε ομοσπονδία, εργατικό κέντρο και σωματείο, γίνεται σκληρή πάλη με διάφορες μορφές ανάμεσα στην εργατική και αστική πολιτική, ανάμεσα στους συνεπείς συνδικαλιστές που καθοδηγούνται από τις ταξικές θέσεις της υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων και τους συμβιβαστές-ρεφορμιστές που γίνονται ουρά της αστικής πολιτικής και ζητιανεύουν ψίχουλα από τους εκπροσώπους του κεφαλαίου και τους κυβερνητικούς τοποτηρητές του.
Το φαινόμενο αυτό βέβαια δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά παγκόσμιο. Θυμίζουμε και πάλι ότι η άρνηση των δεξιών σοσιαλδημοκρατών της Β΄ Διεθνούς να παλέψουν εναντίον του πολέμου, οι διαρκείς παρεμβάσεις τους στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα, οδήγησαν τελικά στη διάσπαση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.
Ιστορικά είχε σημάνει πια η ώρα να χωρίσουν οι δρόμοι των επαναστατικών δυνάμεων, που ιδιαίτερα μετά τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης ήταν αποφασισμένες να παλέψουν για το σοσιαλισμό, από τα οπορτουνιστικά-ρεφορμιστικά στοιχεία που θεωρούσαν το εργατικό κίνημα σαν μέσο για την προώθηση των συμφερόντων τους στα πλαίσια του καπιταλισμού, σε βάρος της εργατικής τάξης.


Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ


Σαν απάντηση, στη διασπαστική δραστηριότητα των δεξιών συνδικαλιστικών ηγετών, που διέγραψαν ομαδικά τους κομμουνιστές από τα οπορτουνιστικά συνδικάτα, ήταν η ίδρυση το Νοέμβρη του 1921 της Κόκκινης Διεθνούς των Εργατικών Συνδικάτων (ΚΔΕΣ).
Η ΚΔΕΣ έθεσε σαν βασικούς της σκοπούς:
1. Την οργάνωση των εργατικών μαζών όλου του κόσμου για την ανατροπή του κεφαλαιοκρατισμού, την απελευθέρωση των εργατών και την εγκατάσταση της προλεταριακής εξουσίας.
2. Να καθοδηγήση την επαναστατική ζύμωση με μια ευρεία προπαγάνδα, για τη διάδοση των ιδεών της επαναστατικής πάλης των τάξεων, της κοινωνικής επανάστασης, της δικτατορίας του Προλεταριάτου και να κατευθύνει τη δράση των μαζών προς την ανατροπή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος των αστικών κυβερνήσεων.
3. Να αγωνιστεί κατά της μεταρρυθμιστικής γάγγραινας που κατατρώει το παγκόσμιο επαγγελματικό κίνημα, να καταγγείλη το ψέμα της συμφιλίωσης με την αστική τάξη, τις ιδέες της συνεργασίας των τάξεων, της κοινωνικής ειρήνης, καθώς και την κούφια ελπίδα του ειρηνικού περάσματος από τον κεφαλαιοκρατισμό στο Σοσιαλισμό.
4. Να συμμαζέψη τα επαναστατικά στοιχεία της τάξης του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, να καταφέρη μια αποφασιστικιά πάλη κατά του Διεθνούς Γραφείου εργασίας του ψυχογιού της Κοινωνίας των Εθνών και κατά της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Συνδικάτων του Αμστερνταμ που με το πρόγραμμά της και την τακτική της είναι το μεγαλύτερο στήριγμα της αστικής τάξης.
5. Να συνδέση και να ενοποιήση την πάλη της εργατικής τάξης σε όλες τες πράξεις που θα γείνει ανάγκη.
6. Να αναλάβη την πρωτοβουλία των Διεθνών αγώνων, για τα πιο σοβαρά ζητήματα της πάλης της τάξης, ν’ ανοίξη κατάλογο εγγραφής για τη βοήθεια των απεργών στες μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις, κλπ. .
Μέλος της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς μπορούσε να γίνει κάθε επαναστατική οργάνωση που αποδεχόταν τους εξής όρους: 
1. Την αναγνώριση της αρχής της επαναστατικής πάλης των τάξεων. 


2. Την εφαρμογή αυτής της αρχής μέσα στην καθημερινή πάλη κατά του κεφαλαίου και του αστικού Κράτους. 


3. Την αναγνώριση της ανάγκης της ανατροπής του Κεφαλαιοκρατισμού δια του μέσου της Κοινωνικής Επαναστάσεως και την εγκατάσταση κατά τη μεταβατική περίοδο, της δικτατορίας του προλεταριάτου.  


4. Την ανάγκη της τήρησης της διεθνούς προλεταριακής πειθαρχίας.  


5. Την αναγνώριση και εφαρμογή των αποφάσεων του ιδρυτικού Συνεδρίου της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς.  


6. Τη διάρρηξη των σχέσεων με τη Διεθνή του Αμστερνταμ. 


7. Ολες αι οργανώσεις που προσχωρούν στην Κ.Ε.Δ. πραγματοποιούν σύμφωνα με τους πάρα πάνω όρους μια συμφωνία προαιρετική και κατά τας περιστάσεις με όλες τες επαναστατικές οργανώσεις και το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας σ’ όλες τες επιθετικές και αμυντικές πράξες κατά της αστικής τάξης» .
Στην ενωτική τακτική της ΚΔΕΣ, η Διεθνής του Αμστερνταμ απάντησε με μια άγρια πολιτική αποκλεισμού. Ενώ οι δυνάμεις της Κόκκινης Διεθνούς των Εργατικών Συνδικάτων αγωνίζονταν με κάθε τρόπο να αποφύγουν τη διάσπαση των συνδικάτων στο όνομα των συμφερόντων της εργατικής τάξης, οι ρεφορμιστές καθόριζαν σαν σταθερή τακτική τους την πολιτική του αποκλεισμού της αντιπολίτευσης και της διάσπασης των συνδικάτων, για να διατηρήσουν τις ηγετικές τους θέσεις και να ενισχύσουν την πολιτική της ταξικής συνεργασίας και έμεναν στρογγυλοκαθισμένοι στα επίσημα πόστα τους.
Ο Λένιν, στους «21 όρους» για την εισδοχή των κομμουνιστικών κομμάτων στην Κομμουνιστική Διεθνή, ξεκαθάρισε το 1920 ότι προϋπόθεση για την προλεταριακή ενότητα ήταν το ξεκαθάρισμα της εργατικής τάξης από την οπορτουνιστική ηγεσία της και από την πολιτική της ταξικής συνεργασίας που η ηγεσία αυτή επέβαλλε στις εργατικές οργανώσεις. Η θέση των κομμουνιστών και άλλων αριστερών στοιχείων ήταν ότι τα συνδικάτα έπρεπε οπωσδήποτε να οργανώσουν το σύνολο -αν μπορούσαν- της εργατικής τάξης. Κατά συνέπεια, η γενική συνδικαλιστική ενότητα ήταν όχι μόνο δυνατή αλλά και απαραίτητη. Η ενότητα αυτή όμως θα ήταν αποτελεσματική μόνο πάνω στη βάση μιας πολιτικής για την ταξική πάλη και κάτω από μια μαχητική ηγεσία. Με αυτή την έννοια η Κόκκινη Διεθνής των Εργατικών Συνδικάτων (ΚΔΕΣ) αγωνίστηκε ακούραστα σε όλο το διάστημα της ζωής της να στεριώσει την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η ΚΔΕΣ, ακολουθώντας με συνέπεια αυτή την πολιτική, επεξεργάστηκε στο 3ο Συνέδριό της τον Ιούλιο του 1924 ένα πλατύ πρόγραμμα για την ενοποίηση του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος. Η απόφαση έλεγε:
«Το τρίτο συνέδριο, χωρίς ούτε μια στιγμή να σταματήσει την αποφασιστική πάλη του εναντίον όλων των εκδηλώσεων ρεφορμισμού μέσα στο διεθνές εργατικό κίνημα, αλλά αντίθετα ξεσκεπάζοντας χωρίς οίκτο το προδοτικό τους περιεχόμενο και διαφωτίζοντας ακούραστα όλους τους εργάτες που δεν καταλαβαίνουν ακόμα πόσο μεγάλο εμπόδιο στέκεται ο ρεφορμισμός στην πάλη του προλεταριάτου για την απελευθέρωσή του, θεωρεί ότι η ανάγκη για την πιο αποτελεσματική συγκέντρωση όλων των δυνάμεων του προλεταριάτου και η ανάγκη για την ύπαρξη ενιαίας ηγεσίας στον αγώνα του κατά των επιθέσεων του κεφαλαίου και του φασισμού, βάζει σαν πρώτο και πιο επιτακτικό καθήκον, να αναπτυχθεί μια πλατειά καμπάνια ανάμεσα στις εργατικές μάζες για τη σφυρηλάτηση της ενότητας στο διεθνές εργατικό κίνημα. Αυτή η καμπάνια για την ενότητα που πρέπει να γίνει απ’ τα κάτω και να αγκαλιάσει πλατειές μάζες εργαζομένων πρέπει να βάλει με τέλεια ξεκαθαρισμένο τρόπο, αναπτύσσοντάς το ολόπλευρα, το ζήτημα της ίδρυσης μιας Διεθνούς των Εργατικών Ενώσεων» .
Το Πρώτο Εθνικό Συμβούλιο του ΣΕΚΕ (Μάης 1919), που αποφάσισε την αποχώρηση του νεοϊδρυμένου κόμματος από τη Β΄ Διεθνή που εκπροσωπούσε τον οπορτουνισμό, και την προετοιμασία της προσχώρησης στην Κομμουνιστική Διεθνή που μόλις είχε ιδρυθεί από το Λένιν, αποφάσισε και την οργανική σύνδεση του κόμματος με τη ΓΣΕΕ. Η απόφαση αυτή που πάρθηκε σε συνθήκες ολομέτωπης επίθεσης από την πλευρά της κυβέρνησης και των συμβιβασμένων με αυτή συνδικαλιστών εναντίον του νεαρού κόμματος της εργατικής τάξης και του ταξικού συνδικαλισμού, έδειχνε πως η ηγεσία του κόμματος δεν είχε καταλήξει ακόμα σε σωστή θέση για το συνδικαλιστικό κίνημα. Ταύτιζε το κόμμα με τη ΓΣΕΕ. 
Το Μάρτη του 1926 στις συνθήκες της παγκαλικής δικτατορίας συνήλθε το 3ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Παρά την τρομοκρατία και την εξαγορά συνειδήσεων και παρά την απουσία των πιο δραστήριων συνδικαλιστικών στελεχών και ηγετών της ΓΣΕΕ γιατί βρίσκονταν στην εξορία, η πλειοψηφία των συνέδρων τάχθηκε με το μέρος των οπαδών του ταξικού συνδικαλισμού.
Η ΚΕ του ΚΚΕ με γράμμα της προς το 3ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ δήλωνε ότι «χάριν της ενότητος της εργατικής τάξεως, διακόπτει την οργανική σύνδεσίν του και με την Γενικήν Συνομοσπονδία εργατών και κηρύσσεται υπέρ της πλήρους οργανικής ανεξαρτησίας της. Αλλά δε νομίζει ότι η ανεξαρτησία αυτή πρέπει να νοηθεί ως άρνησις του πολιτικού αγώνος της εργατικής τάξεως διότι τούτο θ’ απετέλει άρνησις αυτής της αρχής της πάλης των τάξεων, τεθέντος ότι η τελική απελευθέρωσις της εργατικής τάξεως, θα επιτευχθεί δια του πολιτικού αγώνος αυτής και όχι δια του επαγγελματικού... Η εργατική τάξις οφείλει να αναμιχθεί ενεργώς εις την πολιτικήν της χώρας και να διεξάγη έντονον επαγγελματικόν πολιτικόν αγώνα υπέρ των συμφερόντων της, αρχίζουσα από τας αμέσους οικονομικάς διεκδικήσεις των εργαζομένων μαζών» .


ΟΙ ΡΕΦΟΡΜΙΣΤΕΣ ΔΙΑΣΠΟΥΝ ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Ο Πάγκαλος, για να ανατρέψει το συσχετισμό των δυνάμεων στο Συνέδριο, κατέφυγε σε ωμή ανοιχτή επέμβαση. Συνέλαβε 110 αριστερούς συνέδρους, τους μετέφερε σε ένα παλιό καράβι στον Πειραιά και τους κράτησε φυλακισμένους μέχρι τη λήξη των εργασιών του Συνεδρίου.
Με την επέμβαση αυτή οι ρεφορμιστές εξασφάλισαν 179 ψήφους έναντι 168 των αριστερών δυνάμεων και «επικράτησαν» στο Συνέδριο, αρπάζοντας τη διοίκηση της ΓΣΕΕ. Σε συνέχεια η ΓΣΣΕ αποχώρησε από την Κόκκινη Διεθνή των Συνδικάτων που είχε ιδρυθεί τον Ιούλη του 1921 και προσχώρησε στη Συνδικαλιστική Διεθνή του Αμστερνταμ.
Η πραξικοπηματική αρπαγή της Διοίκησης της ΓΣΕΕ από τους ρεφορμιστές και οι διώξεις εναντίον των ταξικών συνδικαλιστικών δυνάμεων, φρέναραν, βέβαια, προσωρινά τους απεργιακούς αγώνες, αλλά δεν κατάφεραν να σταματήσουν την ταξική πάλη.
Το 4ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβρης 1928) διαπίστωσε ότι η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στο συνδικαλιστικό κίνημα, από τη διασπαστική δράση της ρεφορμιστικής ηγεσίας και την ανοικτή επέμβαση του κράτους σε αυτό, ήταν πολύ δύσκολη.
Ο αποκλεισμός ολόκληρης της αριστερής παράταξης από τις εργασίες του 4ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ (Απρίλης 1928), αποτέλεσε το αποκορύφωμα της ανοικτής επέμβασης του κράτους στο συνδικαλιστικό κίνημα. Οι συνεχείς διασπάσεις που είχε οργανώσει και πραγματοποιήσει η ρεφορμιστική ηγεσία μέχρι το 4ο Πανελλαδικό Συνέδριο είχαν δημιουργήσει μια πολύ δύσκολη κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα η οποία επιδεινώθηκε μετά το 4ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ, όταν η ρεφορμιστική ηγεσία επισφραγίζοντας το διασπαστικό της έργο, συνέχισε και επέκτεινε τη διασπαστική της δράση με την ομαδική διαγραφή ή διάλυση - σε συνεργασία με το κράτος - Ομοσπονδιών, Συνδέσμων, Εργατικών Κέντρων και με τον αποκλεισμό από τη ΓΣΕΕ όλων των Επαγγελματικών Οργανώσεων, Σωματείων και Εργατικών Κέντρων που αντιστέκονταν και αντιπάλευαν την πολιτική της συνεργασίας των τάξεων και αγωνίζονταν για τη διατήρηση του ταξικού χαρακτήρα του συνδικαλιστικού κινήματος.
Σε αυτές τις συνθήκες, που ρεφορμιστές και κράτος οδηγούσαν το συνδικαλιστικό κίνημα στην ανοιχτή διάσπαση, οι αποκλεισμένες από το 4ο Συνέδριο οργανώσεις, αναγκάστηκαν να προχωρήσουν στην πραγματοποίηση Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης και να εκλέξουν 15μελή Επιτροπή και 5μελές Γραφείο και να προχωρήσουν σε συνέχεια στην ίδρυση νέας Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας.
Η ίδρυση της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας επιβλήθηκε από την ανάγκη καθοδήγησης του εργατικού κινήματος σε ταξικούς και διεκδικητικούς αγώνες. Η κυβέρνηση Βενιζέλου με το «ιδιώνυμο», προκειμένου να ελέγξει το εργατικό κίνημα της χώρας, θέτει εκτός νόμου την ΕΓΣΕΕ. Η τρομοκρατία, οι αντεργατικοί νόμοι, το ρουσφέτι και η αντεργατική τακτική των ρεφορμιστικών συνδικαλιστικών οργανώσεων και ομάδων αποτελούν σοβαρό εμπόδιο στην παραπέρα συσπείρωση και καθοδήγηση των εργατικών διεκδικητικών αγώνων.
Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες ανέλαβε η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία να παίξει τον καθοδηγητικό και αγωνιστικό, συσπειρωτικό ρόλο στην εργατική τάξη της χώρας μας.
Οι κομμουνιστές και οι συνεπείς συνδικαλιστές που συσπειρώθηκαν στις γραμμές της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας, πρωτοστατώντας στους μικρούς και μεγάλους αγώνες της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων στη δεκαετία του ’30, έθεταν σαν πρώτιστο καθήκον τη δημιουργία των Ενιαίου Αντιφασιστικού Μετώπου, με την καθημερινή και επίμονη δουλειά στα ρεφορμιστικά συνδικάτα με στόχο την κατάχτηση της πλειοψηφίας των εργαζομένων.
Στην  απόφαση του 5ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (Μάρτης 1934) τονιζόταν ότι: «Το ζήτημα της κατάχτησης της πλειοψηφίας του προλεταριάτου, είναι κατά πρώτο λόγο ζήτημα δουλειάς στα ρεφορμιστικά συνδικάτα και στους ανοργάνωτους εργάτες και εργάτριες που αποτελούν τη μεγάλη μερίδα της εργατικής τάξης (εργάτες γης, οικοδόμοι, κλπ.) και που μέσα στις γραμμές τους βρίσκονται μεγάλα τμήματα του βιομηχανικού προλεταριάτου (υφαντουργοί, μεταλλωρύχοι, ανθρακωρύχοι, εργάτες μετάλλου, πολεμικής βιομηχανίας κλπ.) .
Χρειάστηκε πολλή δουλειά, κόπος και χρόνος από το ΚΚΕ και την Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία για να επιτευχθεί τελικά η ενότητα της εργατικής τάξης στα χρόνια της χιτλεροφασιστικής κατοχής με τη συγκρότηση στις 16 Ιούλη του 1941 του Εργατικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΕΑΜ) από τις τρεις παρατάξεις του συνδικαλιστικού κινήματος της Ελλάδος: Την «Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος» (ΕΓΣΕΕ), που βρισκόταν κάτω από την επιρροή του ΚΚΕ, τη «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος» (ΓΣΕΕ), που ακολουθούσε ρεφορμιστική γραμμή και τα επίσης ρεφορμιστικά «Ανεξάρτητα Συνδικάτα».
Η ΚΕ του Εργατικού ΕΑΜ στη συνεδρίασή της της 18.8.1944 αποφάσισε τη μετατροπή του Εργατικού ΕΑΜ σε Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ), απευθύνοντας Εκκληση προς την εργατική τάξη, που μεταξύ άλλων τόνιζε:
«Η ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, που οχτώ χρόνια τώρα λυμαίνονταν οι προδότες, φασίστες, εργατοκάπηλοι, οι εχθροί της Εργατικής Τάξης, ανασυγκροτήθηκε, ξαναγυρίζει πάλι στο φυσικό της νοικοκύρη στην Εργατική Τάξη. Στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας, συνήλθε η Κεντρική Επιτροπή του Εργατικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, στις 18 Αυγούστου 1944 και αποφάσισε πως από δω και στο εξής το Εργατικό ΕΑΜ αυτοδύναμα και αυτοδίκαια θα χρησιμοποιεί τον τίτλο Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος.
Η απόφαση αυτή ικανοποιεί την πιο δίκαιη αξίωση της Εργατικής Τάξης, που θέλει να ξαναπάρει στα χέρια της τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που παράνομα και αυθαίρετα τις άρπαξε η μοναρχοφασιστική συμμορία της 4ης Αυγούστου, τις χρησιμοποίησε επί 4 χρόνια για να υποδουλώσει την ίδια την Εργατική Τάξη στους μεγαλοκαρχαρίες εργοδότες και φεύγοντας ύστερα από την υποδούλωση της χώρας τις παρέδωσε στις ορδές των καταχτητών. Η απόφαση αυτή πάρθηκε γιατί το απαιτούσαν τα ύψιστα συμφέροντα της Εργατικής Τάξης.
Η Κεντρική Επιτροπή του Εργατικού ΕΑΜ που πήρε την ιστορική αυτή απόφαση, ήταν και ο μόνος νόμιμος εκπρόσωπος της Εργατικής Τάξης, για να διεκδικεί την επιστροφή της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών της Ελλάδος στο φυσικό της νοικοκύρη, στην ίδια την Εργατική Τάξη που την ίδρυσε στα 1918».
Το ΚΚΕ και το λαϊκό κίνημα, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 του Φλεβάρη 1945), ανασυγκροτούν τις δυνάμεις τους. Το ΕΑΜ μετατρέπεται σε πολιτικό συνασπισμό που εκφράζει τους πόθους και τα αιτήματα των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης.
Ο λαός που στα δύσκολα χρόνια της φασιστικής κατοχής είχε παλέψει με το όπλο στο χέρι τον κατακτητή για την απελευθέρωση της χώρας και τη λαοκρατική αναγέννηση της πατρίδας του, αγωνίζεται τώρα για τον ίδιο σκοπό με πολιτικά μέσα.
Για την ολοκληρωτική συντριβή του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος, η παράταξη που συνένωνε την πλουτοκρατική ολιγαρχία και την πιο μαύρη αντίδραση με την υποστήριξη του αγγλικού ιμπεριαλισμού, εξαπέλυσε πρωτοφανή, μονόπλευρο πόλεμο κατά των κομμουνιστών και των αγωνιστών της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης.
Για να «νομιμοποιήσει» το τρομοκρατικό όργιο η αντίδραση διατήρησε σε ισχύ το βενιζελικό «ιδιώνυμο» και όλους τους νόμους των κυβερνήσεων Κουΐσλινγκ. Επανέφερε το Νόμο 755 του 1917 με βάση τον οποίο άρχισαν οι αθρόες διώξεις, καθώς, επίσης, και όλους τους άλλους νόμους της μεταξικής δικτατορίας (περί Τύπου, περί Συνεταιρισμών κλπ.). Αναγνώρισε την παλιά ΓΣΕΕ και επέβαλε στην ηγεσία της την κλίκα του εργατοκάπηλου Μακρή και των συνεργατών του κατακτητή.


Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΣΚ
Στις 10 του Γενάρη 1945 ο υπουργός της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα Σίδερις διόρισε Διοίκηση από 21 μέλη της ΓΣΕΕ με Γενικό Γραμματέα τον Σ. Χατζηδημητρίου, παλιό συνεργάτη της μεταξικής δικτατορίας και συνεργάτη αργότερα των αρχών κατοχής.
Με παρέμβαση της αγγλικής συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας με επικεφαλής τον Σιτρίν, ο υπουργός του Πλαστήρα διόρισε στις 6 του Μάρτη, νέα προσωρινή Διοίκηση από 21 μέλη. Από τους διορισθέντες μόνο 8 ήταν της ΕΑΜικής παράταξης. Η επέμβαση αυτή δεν έγινε δεκτή από τους συνεπείς συνδικαλιστές, οι οποίοι παραιτήθηκαν από την προσωρινή Διοίκηση και ίδρυσαν στις 30 του Μάρτη 1945 το Εργατικό Αντιφασιστικό Συνασπισμό ((ΕΡΓΑΣ) με πενταμελή γραμματεία.
Στις 8 του Μάρτη 1946 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Πήραν μέρος 1.800 αντιπρόσωποι και ο συνασπισμός του ΕΡΓΑΣ κατήγαγε συντριπτική νίκη. Γενικός Γραμματέας της ΓΣΕΕ εκλέχθηκε ο Μήτσος Παπαρήγας, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου του ΚΚΕ. Αργότερα ο Μ. Παπαρήγας συνελήφθη και στις 20 του Φλεβάρη 1949 δολοφονήθηκε στην Ασφάλεια της Αθήνας.
Ακολουθεί νέα επέμβαση του υπουργού Εργασίας Στράτου στο συνδικαλιστικό κίνημα με το διορισμό νέας προσωρινής Διοίκησης από 21 μέλη, από τα οποία μόνο 5 μέλη του ΕΡΓΑΣ.
Η νέα αυτή κυβερνητική επέμβαση προκάλεσε οργή και αγανάκτηση στους εργαζόμενους. Οι 5 συνδικαλιστές του ΕΡΓΑΣ μη αποδεχόμενοι το διορισμό τους παραιτήθηκαν. Το συνδικαλιστικό κίνημα διασπάται για μια ακόμη φορά.
Την ίδια περίοδο, περίοδος ψυχρού πολέμου και έξαλλου αντικομμουνισμού, διασπάται και η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (ΠΣΟ) που είχε ιδρυθεί τον Οκτώβρη του 1945. Μετά από μια περίοδο συγχύσεων και έντονων συγκρούσεων μέσα στην ΠΣΟ, γύρω από την αποδοχή ή την απόρριψη του Σχεδίου Μάρσαλ, δεν έγινε δυνατό να αποφευχθεί η διάσπαση της ΠΣΟ.
Οι Αμερικανοί και Βρετανοί διασπαστές για να δικαιολογήσουν την εγκληματική τους ενέργεια, εξαπέλυσαν πρωτοφανή συκοφαντική εκστρατεία εναντίον της ΠΣΟ και προέβησαν σε ομαδικές διαγραφές Συνδικαλιστικών Ομοσπονδιών που εξακολουθούσαν να αγωνίζονται  για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Το Γενάρη του 1949 κατά την τακτική σύνοδο του Εκτελεστικού Γραφείου της ΠΣΟ στο Παρίσι, η ΠΣΟ διασπάστηκε οριστικά. Οι διασπαστές του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος πραγματοποίησαν στη Γενεύη τον Ιούνη του 1949 διάσκεψη και αποφάσισαν τη σύγκληση στο Λονδίνο του Ιδρυτικού Συνεδρίου της Διεθνούς Συνομοσπονδίας των Ελεύθερων Εργατικών Συνδκάτων (ΔΣΕΕΣ).
Η ΓΣΕΕ των εργατοκάπηλων Μακρήδων έπαψε να ανήκει στην ΠΣΟ και προσχώρησε στη ΔΣΕΕΣ. Τα μεταγενέστερα συνέδρια της ΓΣΕΕ (10ο στα 1950, 11ο στα 1953 και 12ο στα 1955) οργανώθηκαν από εργατοκάπηλους με τη βοήθεια των «συνδικαλιστικών τμημάτων» της Ασφάλειας και την καθοδήγηση Αμερικανών πρακτόρων.
Παρά την κατάληψη των διοικήσεων της ΓΣΕΕ, των κλαδικών Ομοσπονδιών, των Εργατικών Κέντρων και των Σωματείων από τους εγκάθετους με τις μαζικές καθαιρέσεις νόμιμων, εκλεγμένων διοικήσεων, με τις μαζικές συλλήψεις, τις φυλακίσεις και τις εκτελέσεις συνδικαλιστών, οι καπιταλιστές δε μπόρεσαν να σταματήσουν την ταξική πάλη. Η ανάπτυξη των ταξικών αγώνων ενίσχυσε το πνεύμα της ενότητας του συνδικαλιστικού κινήματος. Το Μάη του 1955 η κίνηση για την ενότητα της εργατικής τάξης της χώρας μας σε ταξική βάση, βρήκε την οργανωτική της έκφραση με τη δημιουργία της νέας συνδικαλιστικής κίνησης, με τον τίτλο: «Δημοκρατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα» (ΔΣΚ) που συνένωσε όλες τις συνδικαλιστικές παρατάξεις που αντιπολιτεύονταν τους εργατοκάπηλους της διοίκησης της ΓΣΕΕ.
Το ΔΣΚ βοήθησε στην ανασύνταξη των προοδευτικών δυνάμεων στα συνδικάτα και έπαιξε σοβαρό ρόλο στην οργάνωση της πάλης των εργατών και υπαλλήλων για την ικανοποίηση των οικονομικών τους διεκδικήσεων, για την αποκατάσταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών και για τη δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων.
Το ΔΣΚ καταπολέμησε αμείλικτα τους διασπαστές της ΓΣΕΕ. Πρόβαλε το σύνθημα για ένα Σωματείο, ένα Εργατικό Κέντρο, μια Ομοσπονδία, μια ΓΣΕΕ. Καθοδήγησε τους ταξικούς αγώνες των εργαζομένων.
Στις 20 Απρίλη του 1956 σε μεγάλη σύσκεψη αντιπροσώπων εργατικών οργανώσεων που έγινε στην Αθήνα, αποφασίστηκε η συγκρότηση νέου συνδικαλιστικού οργάνου με τον τίτλο: «Συνεργαζόμενες Οργανώσεις της Ελλάδας» (ΣΟΕ).
Οι ΣΟΕ οργάνωσαν τις πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις που ξεπέρασαν σε συμμετοχή και αποφασιστικότητα κάθε προηγούμενο. Στις αρχαιρεσίες σειράς σωματείων στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και αλλού, η δημοκρατική συνδικαλιστική παράταξη νίκησε  με συντριπτική πλειοψηφία.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση η διοίκηση της ΓΣΕΕ εξαπέλυσε διωγμό ενάντια στις συνδικαλιστικές οργανώσεις που προσχώρησαν στις ΣΟΕ, χωρίς, βέβαια, να καταφέρουν να ανακόψουν το ρωμαλέο απεργιακό κίνημα.
Η περίοδος 1961-1967 υπήρξε περίοδος εξάπλωσης του απεργιακού κινήματος με οικονομικούς και πολιτικούς στόχους, ιδιαίτερα για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος, ενάντια στους «εργατοπατέρες» του συνδικαλισμού και των συνεχιζόμενων κυβερνητικών επεμβάσεων.
Την περίοδο αυτή δηλαδή μεταξύ του 14ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ (Οκτώβρης 1961) και 15ου Συνεδρίου (Ιούλιος 1966), το εκτός ΓΣΕΕ ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα αναπτύσσεται εντυπωσιακά και μορφοποιείται σταδιακά στο γνωστό «Κίνημα των 115».
Το «Κίνημα των 115» διεξάγει έντονη πάλη εναντίον των διορισμένων διοικήσεων της ΓΣΕΕ, που αρνούνται να εγγράψουν τις διαγραμμένες και μη εγγεγραμμένες οργανώσεις στα Εργατικά Κέντρα, τις Ομοσπονδίες και τη ΓΣΕΕ. Αγωνίζεται για ένα ενιαίο, μαχητικό, ταξικό εργατικό κίνημα.


Η ΕΣΑΚ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΤΑΞΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ
Στα χρόνια της στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας (1967-1974) κυρίαρχη αντιστασιακή δύναμη στο συνδικαλιστικό χώρο αναδείχθηκε η Ενιαία Συνδικαλιστική Αντιδικτατορική Κίνηση (ΕΣΑΚ) που ανέπτυξε δυναμική αντιδικτατορική δράση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Στους κόλπους της ΕΣΑΚ συσπειρώθηκε η μαχητική πρωτοπορία της εργατικής τάξης με πρωταγωνιστές τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ. 
Η ΕΣΑΚ πρωτοστάτησε στη δημιουργία και την ανάπτυξη μέσα στην Ελλάδα της Συντονιστικής Επιτροπής Αντιδικτατορικών Οργανώσεων η οποία σε σχετική προκήρυξή της αφού τόνιζε ότι «η ασυδοσία με την οποία περιέβαλε η χούντα τους κεφαλαιοκράτες ήταν η προσπάθειά τους να πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους, εντείνοντας την εκμετάλλευση σε βάρος των εργαζομένων», καλούσε σε αγώνες «κάθε εργάτη και υπάλληλο, που τον χαρακτήριζε ταξική συνέπεια» και κατέληγε:
«Κάθε αγωνιστική εκδήλωση της εργατικής τάξης για τις διεκδικήσεις της έχει και τον χαρακτήρα αντιδικτατορικής πάλης. Αποτελεί ταυτόχρονα και συμβολή στον αγώνα που διεξάγεται από το σύνολο του ελληνικού λαού για την ανατροπή της φασιστικής τυραννίας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας» .
Στα λιμάνια της Δυτικής Ευρώπης, τον Καναδά και την Αυστραλία δημιουργήθηκαν επιτροπές της Ενιαίας Αντιδικτατορικής Συνδικαλιστικής Κίνησης των Ελλήνων Ναυτεργατών (ΕΑΣΚΕΝ), που καθοδηγούσαν μέσα στα πλοία τον αντιδικτατορικό αγώνα.