Translate

14 Δεκ 2015

Επέστρεψε ως απαράδεκτο έγγραφο του υπουργείου για αντικομμουνιστικό πρόγραμμα της ΕΕ

Επέστρεψε ως απαράδεκτο έγγραφο του υπουργείου για αντικομμουνιστικό πρόγραμμα της ΕΕ
Ως απαράδεκτο επέστρεψε ο δήμαρχος Πατρέων Κώστας Πελετίδης ένα έγγραφο του υπουργού Εσωτερικών Παναγιώτη Κουρουμπλή, με το οποίο καλούνται οι Δήμοι και οι Περιφέρειες να υλοποιήσουν ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής εκστρατείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Πρόκειται για το «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα "Ευρώπη για τους πολίτες, 2014-2020"» που προωθεί η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με το οποίο επιχειρείται η ανιστόρητη ταύτιση της ναζιστικής θηριωδίας με τον κομμουνισμό και τις σοσιαλιστικές χώρες και με προφανή επιδίωξη να χτυπήσουν μέσω της αλλοίωσης της ιστορικής μνήμης τις αγωνιστικές ριζοσπαστικές διαθέσεις, για να θωρακίσουν την εξουσία των μονοπωλίων, με το λαό υποταγμένο.
Στην επιστολή του ο δήμαρχος Πατρέων αναφέρει τα εξής:
«Κε Υπουργέ,
Μας αποστείλατε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την 7η Δεκεμβρίου 2015 και με ΑΠ 42767, ενημέρωση με θέμα: Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα "Ευρώπη για τους πολίτες, 2014-2020". Το εν λόγω έγγραφο εστάλη σε όλους τους Δήμους και τις Περιφέρειες της χώρας.
Μέσω αυτής της ενημέρωσης, πληροφορούμαστε ότι οι δημόσιοι φορείς και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις μπορούν να αιτηθούν για ένταξη σ’ αυτό το πρόγραμμα της ΕΕ. Το πρόγραμμα έχει συνολικό προϋπολογισμό 185.468.000 ευρώ για την επταετία 2014-2020. Η καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή αιτήσεων είναι η 1η Μαρτίου για δράσεις που θα αρχίσουν από την 1η Αυγούστου 2016. Στόχος του προγράμματος, όπως αναφέρεται στις σελίδες 9 και 10, είναι να χρηματοδοτήσει έργα που εξετάζουν τα αίτια "των απολυταρχικών καθεστώτων και ειδικά το ναζισμό, σταλινισμό και τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα’’. Στην 3η σελίδα αναφέρει κατ' έτος τα θέματα που πρέπει να επιλεγούν, όπως: "1956: Πολιτική και κοινωνική κινητοποίηση στην Κεντρική Ευρώπη", "1917: Οι κοινωνικές και πολιτικές επαναστάσεις, η πτώση των αυτοκρατοριών και η απήχησή τους στο ευρωπαϊκό πολιτικό και ιστορικό τοπίο", "1948: Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου", "1968: Κινήματα διαμαρτυρίας και πολιτικών δικαιωμάτων, εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, μαθητικές διαμαρτυρίες και αντισημιτική εκστρατεία στην Πολωνία", "1989: Δημοκρατικές επαναστάσεις στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και πτώση του τείχους του Βερολίνου", "1991: Έναρξη του Γιουγκοσλαβικού Πολέμου" και ένα σύνολο θεμάτων που αφορούν την πορεία της ΕΕ.
Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι η κυβέρνησή σας, μέσω του υπουργείου Εσωτερικών, υιοθετεί και προωθεί προς υλοποίηση ένα πρόγραμμα της ΕΕ, που έχει ως στόχο να ξαναγραφτεί η ιστορία του τελευταίου αιώνα όπως βολεύει την αστική τάξη, τα μονοπώλια και τις πολυεθνικές. Γνωρίζοντας τη σημασία που έχει η ιστορία στη διαμόρφωση της συνείδησης, δεν τσιγκουνεύονται, δίνουν εκατομμύρια για να γεμίσουν το μυαλό του λαού με τις δικές τους απόψεις. Αυτό είναι βέβαια ένα μικρό μέρος του πακτωλού που διαθέτουν για να εκπαιδευτούν οι λαοί στο μονόδρομο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και του ευρωμονόδρομου.
Ο λαός μας γνωρίζει, και εκ του αποτελέσματος, "τι καλός" είναι ο καπιταλισμός και η ΕΕ. Το βιώνει. Η ανεργία, η φτώχεια, η κατάργηση κατακτήσεων και δικαιωμάτων δεν έρχονται εξ ουρανού, είναι αποτέλεσμα της κυριαρχίας του κεφαλαίου.
Δεν είναι τυχαίο το θεματολόγιο του προγράμματος. Θέλουν να σβήσουν την αλήθεια. Ότι στη μικρή ιστορική περίοδο που νίκησε η εργατική τάξη με τη σοσιαλιστική επανάσταση και επέβαλε την εξουσία της, το σοσιαλισμό, εξαλείφθηκε η ανεργία, η πείνα, απέκτησαν δικαιώματα, σε χρόνο ρεκόρ καταπολεμήθηκε ο αναλφαβητισμός, υπήρξε υγεία στο λαό. Η Οχτωβριανή Επανάσταση έδωσε ώθηση στους αγώνες της εργατικής τάξης και στις καπιταλιστικές χώρες, συνέβαλε στις κατακτήσεις.
Θέλουν να σβήσουν από τη μνήμη του λαού ότι υπήρξε ιστορική περίοδος όπου το κεφάλαιο καταργήθηκε. Γνωρίζουν ότι δεν θα συνεχιστεί αδιατάρακτα η κυριαρχία τους, ζουν με τον εφιάλτη της επανόδου της εργατικής τάξης στην εξουσία, της κατάργησης του καπιταλισμού και της κυριαρχίας του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.
Είναι ντροπή για την κυβέρνηση "της αριστεράς" να αποδέχεται την προπαγάνδα του κεφαλαίου, που προσπαθεί να εξισώσει το φασισμό - ναζισμό με τον κομμουνισμό. Είναι δυο φορές ντροπή γιατί γνωρίζει πως ο φασισμός - ναζισμός είναι η ακραία μορφή κυριαρχίας του κεφαλαίου, που τη χρησιμοποιεί όταν η "δημοκρατική" κυριαρχία του απειλείται.
Είναι τρεις φορές ντροπή για την κυβέρνηση, γιατί ξέρει ότι σ’ αυτόν τον τόπο δεν υπάρχει γωνιά που να μην ποτίστηκε με το αίμα των κομμουνιστών, που πάλευαν για να σταματήσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, να απελευθερωθεί ο λαός μας από κατακτητές, δικτάτορες, για να στέκεται ο λαός μας όρθιος και να μη σέρνεται.
Πάρτε τα "τριάκοντα αργύρια" πίσω και στείλτε τα στους γαλαντόμους κεφαλαιοκράτες της ΕΕ. Μπορεί ο λαός μας να βρίσκεται σε δύσκολη θέση, αλλά το ρόλο τόσο της ΕΕ όσο και του κεφαλαίου τον καταλαβαίνει πολύ καλά. Δεν θα αργήσει η στιγμή που θα καταλάβει ο λαός τη δύναμή του, θα ανατρέψει το σημερινό αρνητικό συσχετισμό δύναμης και θα οδηγηθεί τελικά στο ξέφωτο, στην οικοδόμηση μιας άλλης, νέας, ανώτερης κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο».

Δεν είναι αργία, είναι απεργία

   Δεν είναι αργία, είναι απεργία



Γράφει ο Σφυροδρέπανος //
Το ποδόσφαιρο έχει χαρακτηριστεί μπαλέτο της εργατικής τάξης. Κι οι αγώνες που γίνονται κεκλεισμένων των θυρών μοιάζουν με μπαλέτο, χωρίς μουσική συνοδεία. Τι σχέση έχουν όμως με την εργατική τάξη και τους δικούς της αγώνες οι υψηλόμισθες μπαλαρίνες, δηλ οι παίκτες που προσφέρουν το θέαμα εντός αγωνιστικού χώρου; Και τι γίνεται όταν αυτοί οι τελευταίοι αποφασίζουν κατέβουν σε απεργία;
Μπορεί να μην είναι εύκολο να συνδέσει κανείς τους ακριβοπληρωμένους αστέρες με το γνωστό σύνθημα «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» (κι αυτό παρά τη διεθνιστική σύνθεση των περισσότερων ομάδων, που μετά το νόμο Μπόσμαν και τα ανοιχτά σύνορα, είναι ένα μωσαϊκό λαών), αλλά από τη στιγμή που το ποδόσφαιρο έμπλεξε στα δίχτυα της εμπορευματοποίησης κι έγινε επαγγελματικό, οι αθλητές θεωρούνται επαγγελματίες, με συγκεκριμένες υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα. Μόνο που αυτά τα τελευταία δεν είναι διασφαλισμένα κι αυτονόητα, όπως θα πίστευε ένας εξωτερικός παρατηρητής.
Γι κάθε μεγάλο άσο, με παχυλό συμβόλαιο, υπάρχουν δεκάδες συνάδελφοί του που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα (από τη μισθοδοσία μέχρι την ασφάλισή τους και την περίθαλψή τους σε περίπτωση τραυματισμών), ακόμα και για τη στοιχειώδη επιβίωσή τους πολλές φορές. Βρίσκει ισχύ δηλαδή ο γενικός κανόνας για όλους τους χώρους του θεάματος (ηθοποιοί, τραγουδιστές, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικοί παρουσιαστές, κτλ) και όχι μόνο.
Αυτό ακριβώς το χάσμα μεταξύ της ελίτ και της «πλέμπας» είναι που υπαγορεύει τη στάση της (συντριπτικής πλειοψηφίας της) αφρόκρεμας, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, κι αναδεικνύει τις διαφορές και την «ταξική διαστρωμάτωση» που υπάρχει στον «κλάδο».
Κάτι που είχε γίνει φανερό, πριν από μερικά χρόνια, στην απεργία των Ελλήνων παικτών της Α1, στο μπάσκετ, όταν μερικοί διεθνείς, με επικεφαλής το Λάζαρο Παπαδόπουλο, είχαν μπει μπροστάρηδες στην κινητοποίηση και την αποχή από τους αγώνες της πρεμιέρας του πρωταθλήματος. Μια πρωτοβουλία που σκόνταψε ωστόσο στην πράξη, στους συμπαίκτες τους στην Εθνική, το Σπανούλη, το Διαμαντίδη, και όλους τους καλαθοσφαιριστές που αγωνίζονταν στους δύο αιώνιους, ΠΑΟ και Ολυμπιακό, και δεν ήθελαν να ρισκάρουν τα μεγάλα συμβόλαιά τους, με μια απεργία. Παράλληλα διεκτυλίχθηκαν σκηνές απείρου κάλλους, με τα ΜΑΤ να εισβάλουν στα παρκέ για να προστατέψουν το προϊόν του ΕΣΑΚΕ και να απομακρύνουν την υποτυπώδη περιφρούρηση των μελών της διοίκησης του ΠΣΑΚ –κάτι που σήμανε και το κύκνειο άσμα του Λάζου στο τιμόνι της διοίκησης.

Αυτή τη φορά, το μπαλάκι (ή μάλλον η μπάλα) περνάει στους ποδοσφαιριστές και τον (συνήθως διακοσμητικού χαρακτήρα) ΠΣΑΠ, που είδαν την υπομονή τους να εξαντλείται με την αθέτηση των συμφωνηθέντων από τις ποδοσφαιρικές αρχές (ΕΠΟ, Super League) και ζητάει για τα μέλη του συνδέσμου (τους επαγγελματίες των 491 ευρώ, όπως αναφέρονται σε μια ανακοίνωση) μια σειρά μέτρα, όπως τη δημιουργία ενός εγγυητικού ταμείου, για τους ποδοσφαιριστές που μένουν ξεκρέμαστοι από τις ΠΑΕ που υποβιβάζονται σκόπιμα στις ερασιτεχνικές κατηγορίες, για να απαλλαγούν τα χρέη τους, κι αφήνουν πίσω τους φέσια και απλήρωτους παίκτες.
Το ζήτημα βέβαια είναι πως οι μεγάλες ΠΑΕ μπορούν να χρησιμοποιήσουν πολύ εύκολα ως «απεργοσπαστικό μηχανισμό» τη λεγεώνα των ξένων, που δεν υπάγονται στο ίδιο όργανο, ενώ και η ΕΠΟ (που έχει συμφωνήσει στο αίτημα του ΠΣΑΠ και φέρει ευθύνη για όσα δεν έχουν γίνει) απειλεί με τιμωρία τις ομάδες που δε θα παρατάξουν πλήρη σύνθεση στον αγωνιστικό χώρο.
Η απεργία μοιάζει λέξη απαγορευμένη, ακόμα και σε αυτό το επίπεδο. Κι οι (ποδοσφαιρικές και πολιτειακές) αρχές βρίσκονται πάντα στο πλευρό των ανώνυμων εταιριών και των προέδρων τους. Αλίμονο τώρα αν η μπάλα πάψει να λειτουργεί ως όπιο για τους οπαδούς και τους λαούς των ομάδων, κι αρχίσει να περνάει άλλα αγωνιστικά μηνύματα.

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;

   ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;

ΔΟΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ»

α) ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ»;

«Ελευθερία κριτικής» είναι αναμφισβήτητα σήμερα το κατεξοχήν σύνθημα της μόδας, σύνθημα πού χρησιμοποιείται συ­χνότατα στις συζητήσεις ανάμεσα στους σοσιαλιστές και στους δημοκράτες όλων των χωρών. Είναι δύσκολο, από πρώτη μα­τιά, να φανταστεί κανείς κάτι πιο περίεργο από τις επίσημες αυτές επικλήσεις του ενός από τα αντιμαχόμενα μέρη στην ελευθερία κριτικής. Είναι τάχα δυνατό ν' ακούστηκαν μέσα από τα πρωτοπόρα κόμματα φωνές ενάντια στο συνταγματικό εκείνο νόμο της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών χωρών, πού εγ­γυάται την ελευθερία της επιστήμης και της επιστημονικής έρευνας; «Κάτι δεν πάει καλά εδώ!» - θα πει από μέσα του κάθε ουδέτερος παρατηρητής πού έχει ακούσει να επαναλαβαίνεται το σύνθημα αυτό της μόδας σ' όλα τα σταυροδρόμια, μα δε συνέ­λαβε ακόμα την ουσία της διαφωνίας ανάμεσα σ' αυτούς πού διαφωνούν. «Το σύνθημα αυτό είναι, προφανώς, ένα από τα συμβατικά εκείνα λογάκια, πού, όπως και τα παρατσούκλια, πολιτογραφούνται με τη χρήση και γίνονται σχεδόν ονόματα προσηγορικά».
Στην πραγματικότητα δεν είναι μυστικό για κανέναν, ότι μέσα στη σύγχρονη διεθνή[1] σοσιαλδημοκρατία έχουν διαμορφωθεί δυο κατευθύνσεις, πού η πάλη ανάμεσα τους πότε φουν­τώνει και πετάει ζωηρές φλόγες, πότε καταλαγιάζει και σιγοκαίει κάτω από τη στάχτη επιβλητικών «αποφάσεων ανακωχής». Σε τι συνίσταται η «νέα» κατεύθυνση που βλέπει «κριτικά» τον «παλιό, δογματικό» μαρξισμό, αυτό μας το είπε αρκετά καθαρά ο Μπέρνσταϊν και μας το έδειξε ο Μιλλεράν.
Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει από κόμμα κοινωνικής επανά­στασης να μετατραπεί σε δημοκρατικό κόμμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Το πολιτικό αυτό αίτημα ο Μπέρνσταϊν το πε­ριέβαλε με ολόκληρη συστοιχία από αρκετά αρμονικά συνδυα­σμένα «νέα» επιχειρήματα και συλλογισμούς. Δεν παραδεχόταν, ότι μπορεί να θεμελιωθεί επιστημονικά ο σοσιαλισμός και ν’ α­ποδειχτεί, από την άποψη της υλιστικής αντίληψης της ιστο­ρίας, ότι είναι αναγκαίος κι αναπόφευχτος. Δεν παραδεχόταν το γεγονός της αυξανόμενης αθλιότητας, της προλεταριοποίη­σης και της όξυνσης των κεφαλαιοκρατικών αντιθέσεων. Δια­κήρυχνε πως είναι ανυπόστατη η ίδια η έννοια «τελικός σκο­πός» και απέρριπτε ανεπιφύλαχτα την ιδέα της διχτατορίας του προλεταριάτου. Δεν παραδεχόταν ότι ανάμεσα στο φιλελευθε­ρισμό και στο σοσιαλισμό υπάρχει ριζική αντίθεση. Απέρριπτε τη θεωρία της ταξικής πάλης σαν δήθεν ανεφάρμοστη σε μια αυστηρά δημοκρατική κοινωνία, που κυβερνιέται σύμφωνα με τη θέληση της πλειοψηφίας, κτλ.
Ετσι, το αίτημα μιας αποφασιστικής στροφής από την επα­ναστατική σοσιαλδημοκρατία προς τον αστικό σοσιαλρεφορμισμό συνοδευόταν από μια όχι λιγότερο αποφασιστική στροφή προς την αστική κριτική όλων των βασικών ιδεών του μαρξι­σμού. Κι επειδή η κριτική αυτή γινόταν ανέκαθεν ενάντια στο μαρξισμό και από το πολιτικό βήμα και από την πανεπιστημια­κή έδρα, και μ' ένα σωρό μπροσούρες και με πολλές επιστημο­νικές πραγματείες, επειδή όλη η νέα γενεά των μορφωμένων τάξεων επί δεκαετίες διαπαιδαγωγούνταν συστηματικά με το πνεύμα της κριτικής αυτής, δεν είναι παράξενο, ότι η «νέα κρι­τική» κατεύθυνση μέσα στη σοσιαλδημοκρατία ξεπρόβαλε μο­νομιάς εντελώς ολοκληρωμένη, όπως ακριβώς ή Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Η κατεύθυνση αυτή ως προς το περιεχόμενο της δεν είχε ανάγκη ν' αναπτυχθεί και να διαμορφωθεί: μετα­φέρθηκε κατευθείαν από την αστική φιλολογία στη σοσιαλι­στική.
Παρακάτω. Αν η θεωρητική κριτική που έκανε ο Μπέρνσταϊν και οι διακαείς πολιτικοί πόθοι του παραμένουν ακόμα για μερικούς ασαφείς, οι γάλλοι φρόντισαν να επιδείξουν κατά τρόπο χειροπιαστό τη «νέα μέθοδο». Η Γαλλία και τούτη τη φορά δικαίωσε την παλιά της φήμη, φήμη «χώρας, που στην ιστορία της περισσότερο από οπουδήποτε αλλού οι ταξικοί αγώ­νες έφταναν κάθε φορά ως το αποφασιστικό τέλος» (Ενγκελς, από τον πρόλογο στο Εργο του Μαρξ: «Der 18 Brumaire»). Οι γάλλοι σοσιαλιστές αντί να θεωρητικολογούν άρχισαν να δρουν άμεσα οι πιο αναπτυγμένες από δημοκρατική άποψη πολιτικές συνθήκες της Γαλλίας τους επέτρεψαν να περάσουν μονομιάς στον «πραχτικό μπερνσταϊνισμό» μ΄ όλες τις συνέ­πειες του. Ο Μιλλεράν πρόσφερε ένα θαυμάσιο δείγμα αυτού του πραχτικού μπερνσταϊνισμού - δικαιολογημένα λοιπόν και ο Μπέρνσταϊν και ο Φόλμαρ έσπευσαν με τόσο ζήλο να υπερα­σπίσουν και να εξυμνήσουν τον Μιλλεράν! Πραγματικά: αν η σοσιαλδημοκρατία στην ουσία είναι απλώς ένα κόμμα μεταρρυθμίσεων και πρέπει να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει αυτό ανοιχτά, τότε ο σοσιαλιστής όχι μόνο έχει το δικαίωμα να συμ­μετάσχει σε αστική κυβέρνηση, αλλά και οφείλει να το επιδιώ­κει διαρκώς. «Αν δημοκρατία σημαίνει στην ουσία εξάλειψη της ταξικής κυριαρχίας, τότε γιατί ένας σοσιαλιστής υπουργός να μη σαγηνεύει όλο τον αστικό κόσμο με λόγους για συνεργασία των τάξεων; Γιατί να μη μένει στην κυβέρνηση ακόμα και όταν οι δολοφονίες των εργατών από τους χωροφύλακες δείχνουν για εκατοστή και χιλιοστή φορά τον πραγματικό χαρακτήρα της δημοκρατικής συνεργασίας των τάξεων; Γιατί να μη συμμετέχει προσωπικά στην υποδοχή του τσάρου, που οι γάλλοι σοσιαλι­στές δεν τον αποκαλούν σήμερα αλλιώς παρά ήρωα της κρεμά­λας, του κνούτου και της εκτόπισης (knoteur, pendeur et deportateur); Και η αμοιβή για την έσχατη αυτή ταπείνωση και αυτοεξευτελισμό του σοσιαλισμού μπροστά σ' όλο τον κόσμο, για τη διαφθορά της σοσιαλιστικής συνείδησης των εργατικών μαζών - της μοναδικής αυτής βάσης που μπορεί να μας εξα­σφαλίσει τη νίκη - η αμοιβή για όλα αυτά είναι τα πομπώδη σχέδια για κάτι τιποτένιες μεταρρυθμίσεις, τόσο τιποτένιες ώστε ακόμα και αστικές κυβερνήσεις να έχουν κατορθώσει να απο­σπάσουν περισσότερα πράγματα!
Οποιος δεν κλείνει σκόπιμα τα μάτια του, δεν μπορεί να μη δει, ότι η νέα «κριτική» κατεύθυνση μέσα στο σοσιαλισμό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα παραλλαγή του οπορτουνισμού. Κι αν κρίνουμε τους ανθρώπους όχι από τη φανταχτερή στολή που μόνοι τους φόρεσαν, όχι από την εντυπωσιακή επωνυμία που μόνοι τους πήραν, αλλά από τα έργα τους κι από όσα προ­παγανδίζουν στην πραγματικότητα, θα δούμε καθαρά πως «ελευθερία κριτικής» σημαίνει ελευθερία οπορτουνιστικής κατεύ­θυνσης μέσα στη σοσιαλδημοκρατία, ελευθερία μετατροπής της σοσιαλδημοκρατίας σε δημοκρατικό κόμμα μεταρρυθμίσεων, ελευθερία για την εισαγωγή αστικών ιδεών και αστικών στοιχείων στο σοσιαλισμό.
Η λέξη ελευθερία είναι μεγάλη λέξη, κάτω όμως από τη ση­μαία της ελευθερίας της βιομηχανίας έγιναν οι πιο ληστρικοί πόλεμοι, κάτω από τη σημαία της ελευθερίας της εργασίας κα­ταληστεύονταν οι εργαζόμενοι. Μια τέτοια ακριβώς εσωτερική απάτη κρύβεται κάτω από τη σημερινή χρήση των λέξεων «ελευ­θερία κριτικής». Οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά πεισθεί, ότι προώθησαν την επιστήμη, θα ζητούσαν όχι ελευθερία συνύ­παρξης των νέων αντιλήψεων με τις παλιές, αλλά την αντικατά­σταση των παλιών αντιλήψεων από τις νέες. Και οι κραυγές «ζήτω η ελευθερία κριτικής!» που ακούγονται σήμερα, θυμίζουν πολύ το μύθο του άδειου βαρελιού.
Βαδίζουμε σαν συμπαγής ομάδα από έναν απόκρημνο και δύσκολο δρόμο, πιασμένοι γερά χέρι με χέρι. Είμαστε απ' όλες τις μεριές κυκλωμένοι από εχθρούς, και είμαστε σχεδόν πάντα αναγκασμένοι να βαδίζουμε κάτω από τα πυρά τους. Ενωθή­καμε ύστερα από ελεύθερα παρμένη απόφαση για να πολεμή­σουμε τους εχθρούς κι όχι για να πέσουμε στο γειτονικό βάλτο, που οι κάτοικοι του από την αρχή μας κατέκριναν, γιατί ξεχω­ρίσαμε σε ιδιαίτερη ομάδα και διαλέξαμε το δρόμο του αγώνα αντί το δρόμο της συμφιλίωσης. Και τώρα μερικοί από μας αρχίζουν να φωνάζουν: πάμε σ' αυτό το βάλτο! Κι όταν αρχίζουμε να τους μαλώνουμε, απαντούν: τι καθυστερημένοι που είστε! Και πώς δεν ντρέπεστε να μας αρνιέστε την ελευθερία να σας καλούμε σε καλύτερο δρόμο! - Ω, ναι, κύριοι, είστε ελεύθεροι όχι μόνο να μας καλείτε, μα και να πάτε όπου θέλετε, ακόμα και στο βάλτο· έχουμε μάλιστα τη γνώμη, ότι η πραγματική θέση σας βρίσκεται ίσα-ίσα στο βάλτο και είμαστε έτοιμοι να σας προσφέρουμε κάθε βοήθεια για να κουβαληθείτε εκεί. Μόνο άστε τα χέρια μας τότε, μη πιάνεστε από μας και μη λερώνετε τη μεγάλη λέξη ελευθερία, γιατί και μεις είμαστε «ελεύθεροι» να πάμε όπου μας αρέσει, ελεύθεροι να πολεμήσουμε όχι μονάχα το βάλτο, αλλά και κείνους που τραβάνε για το βάλτο! ...

δ) Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

«Δογματισμός, σχολαστικισμός», «αποστέωση του κόμματος - αναπόφευχτη τιμωρία που ακολουθεί το βίαιο στραγγαλισμό της σκέψης» - να οι εχθροί που εναντίον τους ξεσπαθώνουν ιπποτικά οι υπερασπιστές της «ελευθερίας κριτικής» στο «Ραμπότσεγε Ντιέλο». Χαιρόμαστε πολύ που μπήκε αυτό το θέμα στην ημερησία διάταξη· θα προτείναμε μόνο να συμπληρωθεί μ΄ ένα άλλο θέμα:
Ποιοι είναι οι κριτές;...
Ετσι βλέπουμε πώς οι ηχηρές φράσεις ενάντια στην αποστέω­ση της σκέψης κτλ. συγκαλύπτουν την αδιαφορία και την ανι­κανότητα σ' ό,τι άφορα την ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης. Η περίπτωση των ρώσων σοσιαλδημοκρατών δείχνει πολύ πα­ραστατικά το πανευρωπαϊκό φαινόμενο (που το έχουν σημειώ­σει από καιρό και οι γερμανοί μαρξιστές), ότι η πολυθρύλητη ελευθερία κριτικής δεν σημαίνει την αντικατάσταση μιας θεω­ρίας από μια άλλη, αλλά την ελευθερία απέναντι σε κάθε ολοκληρωμένη και βαθιά μελετημένη θεωρία, σημαίνει εκλεκτικισμό κι έλλειψη αρχών, «όποιος ξέρει κάπως την πραγματική κατάσταση του κινήματός μας, δεν μπορεί να μη βλέπει, ότι η πλατιά διάδοση του μαρξισμού συνοδεύτηκε από ορισμένη πτώση του θεωρητικού επιπέδου. Στο κίνημα, λόγω της πραχτικής του σημασίας και των πραχτικών επιτυχιών του, προσχώ­ρησαν πολλοί άνθρωποι με πολύ μικρή ή χωρίς καμιά θεωρη­τική κατάρτιση. Απ' αυτό μπορούμε να κρίνουμε πόση έλλει­ψη τακτ δείχνει το «Ραμπότσεγε Ντιέλο», όταν με θριαμβευτικό ύφος παραθέτει το απόφθεγμα του Μαρξ: «κάθε βήμα πραγματικού κινήματος έχει περισσότερη αξία από μια δωδεκάδα προ­γράμματα». Το να επαναλαβαίνεις αυτές τις λέξεις σε περίοδο θεωρητικής σύγχυσης - είναι το ίδιο σαν να φωνάζεις βλέπον­τας μια κηδεία: «Πέντε πέντε την ήμερα κι εκατό την εβδομάδα!». Αλλωστε τα παραπάνω λόγια του Μαρξ είναι παρμένα από το γράμμα του για το πρόγραμμα της Γκότα, όπου επικρίνει αυστηρά τον εκλεκτικισμό στη διατύπωση των αρχών αν πρέπει να ενωθείτε, έγραφε ο Μαρξ στους ηγέτες του κόμματος, κλείστε συμφωνίες για να ικανοποιήσετε τους πραχτικούς σκοπούς του κινήματος, μην επιτρέψτε όμως παζαρέματα πάνω σε αρχές, μη κάνετε «παραχωρήσεις» σε ζητήματα θεωρίας. Αυτή ήταν η σκέψη του Μαρξ· κι όμως βρίσκονται ανάμεσα μας άνθρωποι που στο όνομά του προσπαθούν να μειώσουν τη σημασία της θεωρίας!
Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα. Ο,τι κι αν πει κανείς γι' αυτή τη σκέψη δε θα ήταν αρκετό, σε μια εποχή που μαζί με το κήρυγμα του ο­πορτουνισμού, που έχει γίνει της μόδας, συμβαδίζει η έλξη προς τις πιο στενές μορφές πραχτικής δράσης. Για τη ρωσική σοσιαλ­δημοκρατία όμως η σημασία της θεωρίας μεγαλώνει ακόμα πιο πολύ από τρία περιστατικά που συχνά τα ξεχνούν, και συγκε­κριμένα: πρώτο, από το γεγονός ότι το κόμμα μας τώρα μόλις διαμορφώνεται, τώρα μόλις διαμορφώνει τη φυσιογνωμία του και δεν έχει καθόλου ξεκαθαρίσει ακόμα τους λογαριασμούς του με τις άλλες κατευθύνσεις της επαναστατικής σκέψης, που απειλούν ν' αποτραβήξουν το κίνημα από το σωστό δρόμο. Απεναντίας, ίσα ίσα τον τελευταίο καιρό σημειώθηκε (όπως από καιρό προειδοποιούσε ο Αξελρόντ τους «οικονομιστές») μια αναζωογόνηση των μη σοσιαλδημοκρατικών επαναστατικών κατευθύνσεων. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες ένα λάθος, που από πρώτη ματιά φαίνεται «ασήμαντο», μπορεί να έχει τις πιο θλι­βερές συνέπειες, και μόνο μύωπες μπορούν να θεωρούν άκαιρες ή περιττές τις συζητήσεις ανάμεσα στις ομάδες και τον αυστηρό διαχωρισμό των αποχρώσεων. Από την εδραίωση της μιας ή της άλλης «απόχρωσης» μπορεί να εξαρτηθεί το μέλλον της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας για πολλά, πάρα πολλά χρόνια.
Δεύτερο, το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα είναι από την ίδια τη φύση του κίνημα διεθνές. Αυτό δε σημαίνει απλώς, ότι πρέπει να καταπολεμούμε τον εθνικό σωβινισμό. Αυτό σημαίνει επίσης, ότι ένα κίνημα που αρχίζει σε μια νεαρή χώρα μπορεί να έχει επιτυχία μόνο εφόσον θα αξιοποιεί την πείρα των άλλων χωρών. Και για μια τέτοια αξιοποίηση δεν αρκεί η απλή γνώση της πείρας αυτής ή η απλή αντιγραφή των τελευταίων αποφάσεων. Εκείνο που χρειάζεται είναι να μπορείς να βλέπεις την πείρα αυτή κριτικά και να την επαληθεύεις με αυτοτέλεια. Μόνο όποιος αντιλαμβάνεται σε πόσο γιγάντιες διαστάσεις αναπτύχθηκε και διακλαδώθηκε το σύγχρονο εργατικό κίνημα, μπορεί να καταλάβει τι απόθεμα θεωρητικών δυνάμεων και πο­λιτικής (καθώς κι επαναστατικής) πείρας χρειάζεται για να εκ­πληρωθεί αυτό το καθήκον.
Τρίτο, τέτοια εθνικά καθήκοντα σαν κι αυτά που μπαίνουν τώρα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία δεν έχουν μπει ποτέ ως τώρα σε κανένα σοσιαλιστικό κόμμα του κόσμου, θα μας δο­θεί παρακάτω η ευκαιρία να μιλήσουμε για τις πολιτικές και οργανωτικές υποχρεώσεις που μας επιβάλλει το καθήκον αυτό της απελευθέρωσης όλου του λαού από το ζυγό της απολυταρχίας. Τώρα θέλουμε απλώς να τονίσουμε, ότι το ρόλο του πρω­τοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα
που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία.
Και για ν΄ αντιληφθεί ο αναγνώστης κάπως συγκεκριμένα τι σημαίνει αυτό, ας θυμη­θεί μερικούς προδρόμους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας σαν τον Χέρτσεν, το Μπελίνσκι, τον Τσερνισέβσκι και τη λαμπρή πλειάδα των επαναστατών της δεκαετίας 1870 - 1880. Ας σκεφτεί
την παγκόσμια σημασία πού αποχτά σήμερα η ρωσική φιλολογία, ας... μα φτάνουν κι αυτά!...

ΤΟ ΑΥΘΟΡΜΗΤΟ ΤΩΝ ΜΑΖΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

α) Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΑΥΘΟΡΜΗΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ

Στο προηγούμενο κεφάλαιο σημειώσαμε πώς στα μέσα της δεκαετίας 1890-1900 η έλξη της μορφωμένης ρωσικής νεολαίας προς τη μαρξιστική θεωρία είχε γίνει καθολικό φαινόμενο. Πα­ρόμοιο καθολικό χαρακτήρα πήραν στην ίδια περίπου περίοδο και οι εργατικές απεργίες που ξέσπασαν το 1896 μετά τον πε­ρίφημο βιομηχανικό πόλεμο της Πετρούπολης. Η επέκταση τους σ΄ όλη τη Ρωσία έδειχνε καθαρά πόσο βαθύ ήταν το λαϊκό κίνημα που ξανάρχισε ν΄ ανεβαίνει. Κι αν πρόκειται να μιλή­σουμε για το «αυθόρμητο στοιχείο», τότε, φυσικά, ίσα ίσα αυτό το απεργιακό κίνημα πρέπει κατά πρώτο λόγο να θεωρηθεί αυ­θόρμητο. Ομως υπάρχει αυθόρμητο και αυθόρμητο. Απεργίες είχαν γίνει στη Ρωσία και στις δεκαετίες 1870-1880 και 1860-1870 (ακόμα και στην πρώτη πενηνταετία του XIX αιώνα), απερ­γίες που συνοδεύονταν από «αυθόρμητη» καταστροφή των μη­χανών κτλ. Σε σύγκριση μ΄ αυτούς τους «ξεσηκωμούς», οι απερ­γίες της δεκαετίας 1890-1900 θα μπορούσαν μάλιστα να χαρακτηριστούν και «συνειδητές» - τόσο σημαντικό είναι το βήμα που έκανε το εργατικό κίνημα σ΄ αυτό το διάστημα. Αυτό μας δείχνει ότι το «αυθόρμητο στοιχείο» δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε ως ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχι­ζαν... δε θάλεγα να καταλαβαίνουν, μα να νιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασι­στικά τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους. Ωστόσο όλα αυτά ήταν πολύ περισσότερο ξεσπάσματα απόγνωσης κι εκδίκησης παρά αγώνας. Οι απεργίες της δεκαετίας 1890-1900 δείχνουν πολύ μεγαλύτερες αναλαμπές συνείδησης: υποβάλλον­ται συγκεκριμένα αιτήματα, υπολογίζεται από τα πριν η καταλ­ληλότερη στιγμή, συζητούνται ορισμένες περιπτώσεις και πα­ραδείγματα από άλλα μέρη κτλ. Αν οι ξεσηκωμοί ήταν απλώς μια εξέγερση καταπιεζόμενων ανθρώπων, τότε οι συστηματικές απεργίες εκφράζανε ήδη τα έμβρυα της ταξικής πάλης, αλλά μόνο τα έμβρυα. Αυτές καθαυτές οι απεργίες εκείνες ήταν αγώνας τρεϊντ-γιουνιονιστικός, όχι όμως ακόμα σοσιαλδημοκρατικός. Σήμαιναν το ξύπνημα του ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργάτες και στ' αφεντικά, μα οι εργάτες δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν συνείδηση της αγεφύρωτης αντίθεσης των συμφερόντων τους μ' όλο το σύγχρονο πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς, δηλ. συνείδηση σοσιαλδημοκρατική. Μ' αυτή την έννοια οι απεργίες της δεκαετίας 1890-1900, παρά την τεράστια πρόοδο τους σε σύγκριση με τους «ξεσηκωμούς», εξακολουθούσαν να είναι ένα κίνημα καθαρά αυθόρμητο.
Είπαμε, ότι δεν μπορούσε να υπάρχει ακόμα σοσιαλδημοκρα­τική συνείδηση μέσα στους εργάτες. Η συνείδηση αυτή μπο­ρούσε να έρθει σ' αυτούς μόνο απέξω. Η ιστορία όλων των χω­ρών δείχνει, ότι η εργατική τάξη αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις δεν είναι σε θέση ν' αναπτύξει παρά μόνο μια τρεϊντ-γιουνιονιστική συνείδηση, δηλ. την πεποίθηση ότι είναι ανάγ­κη να ενωθεί σε σωματεία, να κάνει αγώνα ενάντια στ' αφεντι­κά, να παλαίβει για ν' αποσπάσει από την κυβέρνηση τον άλφα ή τον βήτα απαραίτητο νόμο για τους εργάτες κτλ.*. Η διδα­σκαλία όμως του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε από τις φιλοσοφι­κές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες, που τις επεξεργάστηκαν οι μορφωμένοι εκπρόσωποι των ευπόρων τάξεων, η διανόηση. Οι θεμελιωτές του σύγχρονου επιστημονικού σοσιαλισμού, ο Μαρξ και ο Ενγκελς, ανήκαν και οι ίδιοι, ως προς την κοινωνική τους θέση, στην αστική διανόηση. Το ίδιο και στη Ρωσία η θεωρητική διδασκαλία της σοσιαλδημοκρατίας εμφανίστηκε εντελώς ανεξάρτητα από την αυθόρμητη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, εμφανίστηκε σαν φυσικό και αναπόφευχτο επακόλουθο της ανάπτυξης της σκέψης μέσα στην επαναστατική-σοσιαλιστική διανόηση. Στην εποχή για την οποία μιλάμε, δηλ. στα μέσα της δεκαετίας 1890-1900, η διδασκαλία αυτή δεν ήταν μόνο ένα πρόγραμμα εντελώς διαμορφωμένο της ομάδας «Απελευθέρωση της δουλιάς», αλλά είχε κερδίσει κιόλας με το μέρος της την πλειονότητα της επαναστατικής νεολαίας της Ρωσίας.
Συνεπώς, υπήρχε και το αυθόρμητο ξύπνημα των εργατικών μαζών, το ξύπνημα στη συνειδητή ζωή και στο συνειδητό αγώνα, υπήρχε και μια εξοπλισμένη με τη σοσιαλδημοκρατική θεωρία «επαναστατική νεολαία πού φλεγόταν από τον πόθο να έρθει σε επαφή με τους εργάτες. Σχετικά μ' αυτό έχει ιδιαίτερη ση­μασία ν' αναφέρουμε ένα γεγονός, που συχνά το ξεχνάνε (και σχετικά δεν είναι πολύ γνωστό), το γεγονός δηλ. ότι οι πρώτοι σοσιαλδημοκράτες εκείνης της περιόδου, που ασχολούνταν με ζήλο με την οικονομική ζύμωση - (και που υπολόγιζαν απόλυτα σ' αυτή τους τη δουλειά τις πραγματικά ωφέλιμες υποδεί­ξεις της μπροσούρας «Για τη ζύμωση» που τότε ήταν ακόμα χειρόγραφη)- όχι μόνο δε θεωρούσαν τη ζύμωση αυτή σαν το μοναδικό καθήκον τους, μα, απεναντίας, από την πρώτη στιγμή προωθούσαν και τα πιο πλατιά ιστορικά καθήκοντα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας γενικά, και το καθήκον της ανατροπής της απολυταρχίας ειδικά...
... Αυτό δείχνει - (πράγμα πού δεν μπορεί να το καταλάβει με κανένα τρόπο το «Ραμπότσεγε Ντιέλο») - ότι κάθε υπόκλιση μπρος στο αυθόρμητο του εργατικού κινήματος, κάθε μείωση του ρόλου του «συνειδητού στοιχείου», του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας, σημαίνει ταυτόχρονα - εντελώς ανε­ξάρτητα από το αν αυτός που μειώνει αυτό το ρόλο το θέλει είτε όχι - δυνάμωμα της επίδρασης της αστικής ιδεολογίας πάνω στους εργάτες. Ολοι όσοι μιλούν για «υπερεκτίμηση της ιδεο­λογίας»*, για μεγαλοποίηση του ρόλου του συνειδητού στοι­χείου** κτλ. φαντάζονται, ότι το καθαρά εργατικό κίνημα μπορεί αυτό καθαυτό να επεξεργαστεί και θα επεξεργαστεί μια ανε­ξάρτητη ιδεολογία, αρκεί μόνο οι εργάτες «ν' αποσπάσουν από τα χέρια των ηγετών την τύχη τους». Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος.
Μια και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανεξάρτητη ιδεολογία, επεξεργασμένη από τις ίδιες τις εργατικές μάζες στην πορεία του κινήματος τους***, το ζήτημα μπαίνει μόνο έτσι είτε αστική είτε σοσιαλιστική ιδεολογία. Μέσος όρος δεν υπάρχει (γιατί η ανθρωπότητα δεν έχει επεξεργαστεί καμιά «τρίτη» ιδεολογία· και γενικά, σε μια κοινωνία που σπαράζεται από ταξικές αντι­θέσεις, δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ εξωταξική ή υπερταξική ιδεολογία). Για το λόγο αυτό κάθε μείωση του ρόλου της σο­σιαλιστικής ιδεολογίας, κάθε απομάκρυνση απ' αυτήν σημαίνει ταυτόχρονα και δυνάμωμα της αστικής ιδεολογίας. Γίνεται λό­γος για το αυθόρμητο. Η αυθόρμητη όμως εξέλιξη του εργατικού κινήματος τραβάει ίσα ίσα στην υποταγή του στην αστική ιδεο­λογία... γιατί το αυθόρμητο εργατικό κίνημα είναι τρέιντ-γιουνιονισμός... και τρέιντ-γιουνιονισμός σημαίνει ακριβώς ιδεολογική υποδούλωση των εργατών στην αστική τάξη. Γι' αυτό το λόγο το καθήκον μας, το καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας, είναι ν' αγωνιστούμε ενάντια στο αυθόρμητο, για ν’ αποτραβήξουμε το εργατικό κίνημα απ' αυτή την αυθόρμητη τάση του τρέϊντ-γιουνιονισμού να μπει κάτω από τα φτερά της αστικής τάξης, και να το τραβήξουμε κάτω από τα φτερά της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας. Γι’ αυτό, ο ισχυρισμός των συνταχτών του «οικονομιστικού» γράμματος που δημοσιεύ­τηκε στο φύλλο 12 της «Ισκρα», ότι καμιά προσπάθεια και των πιο εμπνευσμένων θεωρητικών δεν μπορεί ν' αποτραβήξει το εργατικό κίνημα από το δρόμο που καθορίζεται από την αλ­ληλεπίδραση των υλικών στοιχείων και του υλικού περιβάλ­λοντος, ισοδυναμεί απόλυτα με απάρνηση του σοσιαλισμού· κι αν οι συντάχτες του γράμματος αυτού ήταν σε θέση να σκεφτούν κατά βάθος χωρίς φόβο και με συνέπεια αυτά που λένε, όπως πρέπει να κάνει ο καθένας που μπαίνει στο στίβο της φι­λολογικής και της δημόσιας δράσης, δε θα τους έμενε τίποτε άλλο παρά «να σταυρώσουν στο στήθος τα άχρηστα χέρια τους» και... και ν’ αφήσουν το πεδίο δράσης στους «κ.κ. Στρούβε και Προκοπόβιτς, που τραβούν το εργατικό κίνημα «στη γραμμή της μικρότερης αντίστασης», δηλ. στη γραμμή του αστικού τρέιντ-γιουνιονισμού ή στους κ.κ. Ζουμπάτοφ που το τραβούν στη γραμμή της παπαδίστικης-χωροφυλακίστικης «ιδεολογίας».
Θυμηθείτε το παράδειγμα της Γερμανίας. Ποια ήταν η ιστο­ρική υπηρεσία του Λασσάλ στο εργατικό κίνημα της Γερμανίας; Οτι αποτράβηξε το κίνημα αυτό από το δρόμο του προοδευτικού τρέιντ-γιουνιονισμού και κοοπερατιβισμού, όπου τραβούσε αυθόρμητα (με την καλόβουλη συμμετοχή των διαφόρων Σούλτσε-Ντέλιτς και των ομοίων τους). Για να εκπληρωθεί αυτό το καθήκον χρειάστηκε κάτι που δεν έμοιαζε καθόλου με τις συζητήσεις για υποτίμηση του αυθόρμητου στοιχείου, για ταχτική-προτσές, για την αλληλεπίδραση στοιχείων και περιβάλ­λοντος κτλ. Γι' αυτό το πράγμα χρειάστηκε απεγνωσμένος αγώνας ενάντια στο αυθόρμητο, και μόνο ύστερα από ένα τέτοιον αγώνα που κράτησε πολλά, πάρα πολλά χρόνια στάθηκε δυνατό λχ. ο εργατικός πληθυσμός του Βερολίνου από στήρι­γμα του προοδευτικού κόμματος να γίνει ένα από τα καλύτερα φρούρια της σοσιαλδημοκρατίας. Και ο αγώνας αυτός δεν τέ­λειωσε καθόλου ως τα σήμερα (όπως θα νόμιζαν όσοι μελετούν την ιστορία του γερμανικού κινήματος κατά τον Προκοπόβιτς και τη φιλοσοφία του κατά τον Στρούβε). Και σήμερα ακόμα η εργατική τάξη της Γερμανίας είναι, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, χωρισμένη σε κάμποσες ιδεολογίες: ένα μέρος από τους εργάτες είναι οργανωμένο στα καθολικά και στα μοναρχικά συνδικάτα, ένα άλλο στα συνδικάτα Χιρς-Ντούνκερ που Ιδρύθηκαν από τους αστούς θιασώτες του αγγλικού τρέιντ-γιουνιονισμού, ένα τρίτο μέρος είναι οργανωμένο στα σοσιαλ­δημοκρατικά συνδικάτα. Η τελευταία αυτή μερίδα είναι ασύγ­κριτα μεγαλύτερη απ' όλες τις υπόλοιπες, μόνο όμως με την αδιάλλαχτη πάλη ενάντια σ' όλες τις άλλες ιδεολογίες η σοσιαλ­δημοκρατική ιδεολογία μπόρεσε να καταχτήσει και θα μπορέσει να διατηρήσει αυτή την υπεροχή.
Γιατί όμως - θα ρωτήσει ο αναγνώστης - το αυθόρμητο κίνημα, το κίνημα που ακολουθεί τη γραμμή της μικρότερης αντίστασης, οδηγεί ίσα ίσα στην κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας; Για τον απλούστατο λόγο, ότι η αστική ιδεολογία είναι ως προς την προέλευση της πολύ πιο παλιά από τη σοσιαλι­στική ιδεολογία· γιατί είναι πιο πολύπλευρα δουλεμένη και γιατί διαθέτει ασύγκριτα περισσότερα μέσα διάδοσης...

γ) ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΚΑΙ Η «ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ»

Κατευθύνοντας ενάντια στην «Ισκρα» τη «θεωρία» του για το «ανέβασμα της δραστηριότητας της μάζας των εργατών», ο Μαρτίνοφ αποκάλυψε στην πραγματικότητα ότι επιδιώκει να μειώσει αυτή τη δραστηριότητα, γιατί διακήρυξε πως η ίδια η οικονομική πάλη που μπροστά της υποκλίνονταν όλοι οι «οικονομιστές», είναι το προτιμότερο, το σπουδαιότερο και το «πιο πλατιά χρησιμοποιήσιμο» μέσο αφύπνισης αυτής της δραστηριότητας και το πλατύτερο πεδίο αυτής της δραστηριότητας. Και το σφάλμα αυτό είναι χαρακτηριστικό, επειδή ακριβώς δεν ανήκει καθόλου μόνο στον Μαρτίνοφ. Στην πραγματικότητα το «ανέβασμα της δραστηριότητας της μάζας των εργατών» μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον όρο, ότι δε θα περιοριζόμα­στε στην «πολιτική ζύμωση σε οικονομικό έδαφος». Κι ένας από τους βασικούς όρους για την αναγκαία επέκταση της πο­λιτικής ζύμωσης είναι η οργάνωση ολόπλευρων πολιτικών απο­καλύψεων. Η πολιτική συνείδηση και η επαναστατική δραστηριότητα των μαζών δεν μπορούν να καλλιεργηθούν διαφορετι­κά, παρά μόνο με τις αποκαλύψεις αυτές. Συνεπώς, η τέτοιου είδους δράση αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες λειτουργίες ολόκληρης της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, γιατί και η ύπαρξη πολιτικής ελευθερίας δεν εξαλείφει καθόλου, την ανάγκη των αποκαλύψεων, αλλά απλώς μετατοπίζει κάπως τη σφαίρα κατεύθυνσης τους. Λογουχάρη, το γερμανικό κόμμα δυναμώνει ιδιαίτερα τις θέσεις του και επεκτείνει την επιρροή του, ακριβώς χάρη στην αμείωτη δραστηριότητα με την οποία διεξάγει την εκστρατεία των πολιτικών αποκαλύψεων. Η συνείδηση της ερ­γατικής τάξης δεν μπορεί να είναι αληθινά πολιτική συνείδηση, αν οι εργάτες δεν μάθουν ν' απαντούν σ' όλες χωρίς εξαίρεση τις περιπτώσεις αυθαιρεσίας και καταπίεσης, βίας και κατάχρη­σης, οποιεσδήποτε τάξεις κι αν αφορούν οι περιπτώσεις αυτές· και μάλιστα, ν' απαντούν από σοσιαλδημοκρατική κι όχι από οποιαδήποτε άλλη σκοπιά. Η συνείδηση της μάζας των εργα­τών δεν μπορεί να είναι αληθινά ταξική συνείδηση, αν οι εργά­τες δε μάθουν σε συγκεκριμένα και κατά πρώτο λόγο σε φλέγοντα (επίκαιρα) πολιτικά γεγονότα και περιστατικά να παρατηρούν την κάθε άλλη κοινωνική τάξη σ' όλες τις εκδηλώσεις της πνευματικής, ηθικής και πολιτικής ζωής της· αν δε μάθουν να εφαρμόζουν στην πράξη την υλιστική ανάλυση και την υλι­στική εκτίμηση όλων των πλευρών της ζωής και δράσης όλων των τάξεων, στρωμάτων και ομάδων του πληθυσμού. Οποιος συγκεντρώνει την προσοχή, την παρατηρητικότητα και τη συνεί­δηση της εργατικής τάξης αποκλειστικά, ή έστω και κυρίως, μόνο στον εαυτό της, αυτός δεν είναι σοσιαλδημοκράτης, γιατί η αυτεπίγνωση της εργατικής τάξης συνδέεται αδιάρρηχτα με την πλήρη σαφήνεια όχι μόνο των θεωρητικών... πιο σωστό μάλιστα θάταν να πούμε όχι τόσο των θεωρητικών αντιλήψεων, για τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ όλων των τάξεων της σύγχρονης κοι­νωνίας, όσο των αντιλήψεων για τις σχέσεις αυτές, που έχουν αποχτηθεί με την πείρα της πολιτικής ζωής. Να γιατί είναι τόσο πολύ επιζήμια και τόσο βαθιά αντιδραστική ως προς την πραχτική της σημασία η ιδέα που κηρύχνουν οι «οικονομιστές» μας, ότι η οικονομική πάλη είναι το πιο πλατιά χρησιμοποιή­σιμο μέσο για να τραβηχτούν οι μάζες στο πολιτικό κίνημα. Για να γίνει σοσιαλδημοκράτης ένας εργάτης, πρέπει να έχει σαφή εικόνα της οικονομικής φύσης και της κοινωνικοπολιτι­κής φυσιογνωμίας του τσιφλικά και του παπά, του ανώτερου αξιωματούχου και του αγρότη, του φοιτητή και του αλήτη, να ξέρει τις δυνατές και τις αδύνατες πλευρές τους, πρέπει να μπο­ρεί να καταλαβαίνει τις συνηθισμένες φράσεις και τα κάθε λο­γής σοφίσματα, με τα οποία κάθε τάξη και κάθε στρώμα συγκα­λύπτουν τις εγωιστικές επιδιώξεις τους και τον αληθινό «εσωτερικό» τους «κόσμο», να ξέρει να διακρίνει τι συμφέροντα αντανακλούν ορισμένοι θεσμοί και νόμοι και πώς ακριβώς τα αντανακλούν. Αυτή όμως τη «σαφή εικόνα» δεν μπορεί να την έχεις από κανένα βιβλίο: αυτή μπορούν να σου τη δώσουν μόνο οι ζωντανές εικόνες και οι αποκαλύψεις που γίνονται με βά­ση τα ζωντανά ακόμη ίχνη αυτού που συμβαίνει γύρω μας στη δοσμένη στιγμή, για το οποίο μιλάει ο καθένας με τον τρόπο του ή τουλάχιστο το ψιθυρίζει ο καθένας, πράγμα που εκφρά­ζεται στα τάδε γεγονότα, στους τάδε αριθμούς, στις τάδε δικα­στικές αποφάσεις κτλ. κτλ. κτλ. Οι ολόπλευρες αυτές πολιτικές αποκαλύψεις αποτελούν αναγκαίο και βασικό όρο για την καλλιέργεια της επαναστατικής δραστηριότητας των μαζών.


Αποσπάσματα από το έργο του Β. Ι. Λένιν: «Τι να κάνουμε;», Απαντα, Σύγχρονη Εποχή, τ. 6, σελ. 6-10, 22-25, 29-31, 38-42, 69-71.
[1] Με την ευκαιρία σημειώνουμε ότι στην Ιστορία του νεότερου σοσιαλισμού αυτή είναι ίσως η μοναδική κι εξαιρετικά παρήγορη στο είδος της περίπτωση, που για πρώτη φορά ή σύγκρουση των διάφορων κατευθύνσεων μέσα στο σοσιαλισμό έχει μετατραπεί από εθνική σε διεθνή. Στο παρελθόν οι διαμάχες ανάμεσα στους λασσαλικούς καί στους αϊζεναχικούς, ανάμεσα στους γκεντιστές και στους ποσσιμπιλιστές, ανάμεσα στους φαβιανούς και στους σοσιαλδημοκράτες, ανάμεσα στους «ναροντοβόλτσι» και στους σοσιαλδημοκράτες παρέμεναν καθαρά εθνικές φιλονικίες, αντανακλούσαν καθαρώς εθνικά χαρακτηριστικά και γίνονταν, ας πούμε, σε διαφορετικά επίπεδα. Σήμερα (αυτό είναι τώρα πια ολοφάνερο) οι άγγλοι φαβιανοί, οι γάλλοι μινιστεριαλιστές, οι γερμανοί μπερνσταϊνικοί, οι ρώσοι κριτικοί όλοι τους αποτελούν μια οικογένεια, όλοι τους επαινούν ο ένας τον άλλο, διδάσκονται ο ένας από τον άλλο και όλοι μαζί ξεσπαθώνουν ενάντια στο «δογματικό» μαρξισμό. Ισως σ' αυτή την πρώτη, πραγματικά διεθνή, σύγ­κρουση με το σοσιαλιστικό οπορτουνισμό η διεθνής επαναστατική σοσιαλδημοκρατία να δυναμώσει αρκετά, ώστε να βάλει τέρμα στην πολιτική αντίδραση πού ήδη από καιρό βασιλεύει στην Ευρώπη.



* Ο τρέιντ-γιουνιονισμός δεν αποκλείει καθόλου την «πολιτική», όπως νομίζουν καμιά φορά. Τα τρέιντ-γιούνιον έκαναν πάντα μια ορισμένη πο­λιτική ζύμωση και πάλη (όχι όμως σοσιαλδημοκρατική). Στο επόμενο κε­φάλαιο θα μιλήσουμε για τη διαφορά ανάμεσα στην τρέιντ-γιουνιονιστική και στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική.

«ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ - Προς όλους τους στρατιώτας της Ελλάδος»

Αρχειακό υλικό: «ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ - Προς όλους τους στρατιώτας της Ελλάδος»

Σύνδουλοι στρατιώτες, σκλάβοι της κεφαλαιοκρατίας!
Και πάλιν ερχόμαστε να σας μιλήσουμε ελεύθερα και άφοβα. Με την ίδια όπως και πρώτα αγνή πρόθεση και αδελφική συμπόνια. Με την ίδια πίστη στην τίμιά σας συνείδηση. Εγιναν επί τέλους οι εκλογές. Το αγριεμένο κύμα της λαϊκής βαρυγκομιάς έπνιξε το Βενιζέλο. Και τώρα ο λαός με αλλαλαγμούς χαράς πανηγυρίζει τη νίκη του. Θαρρεί κανείς πως το πέσιμο του Βενιζέλου του ξασφάλισε την παντοτινή ευτυχία.
Εμείς εδώ πάνω, που των πολέμων οι φρίκες και του στρατού τα ατελείωτα βάσανα, εσκλήρυναν την καρδιά μας, συνηθίσαμε να βλέπουμε ψυχρότερα τα πράματα και νάμαστε πιο συγκρατημένοι στους άκαιρους ενθουσιασμούς. Γι’ αυτό θέλουμε να βαθύνουμε περισσότερο στη σημασία της μεταβολής αυτής. Τι θέλησε να χτυπήση στο πρόσωπο του Βενιζέλου ο λαός με την ψήφο της 1ης Νοεμβρίου; Κατά πρώτο λόγο απαλλάχτηκε από έναν απαίσιο πολεμικό εφιάλτη του. Σε καιρό που με νωπές ακόμα τις πληγές μας απ’ τους βαλκανικούς πολέμους βλέπουμε ολοφάνερα μέσα στον αλληλοσπαραγμό των εθνών το στυγερό έγκλημα που οι κεφαλαιοκράτες του κόσμου διέπρατταν κατά των δύσμοιρων λαών τους, για να εξασφαλίσουν ο καθένας τους την οικονομική κοσμοκρατορία, εδώ στην Ελλάδα ο Βενιζέλος είχε τον κυνισμό να διακηρύξει απερίφραστα ότι θάπρεπε να θυσιαστούμε για τα συμφέροντα της αγγλογαλλικής κεφαλαιοκρατίας. Και το κατάφερε με τα καταχθόνια μέσα που όλοι ξέρουμε. Μα η οργή εμάνιαζε και εθέριεβε μέσα μας, ώσπου προχθές ξέσπασε, κι αποτίναξε απ’ τα στήθη μας τον πολεμικό εκείνο δαίμονα.
Και τώρα που ερρίξαμε το Βενιζέλο, έπαψε τάχα να μας φοβερίζη το φάντασμα του πολέμου; Θάναι ολέθρια πλάνη να το πιστέψουμε. Οχι! Ο πόλεμος θα εξακολουθή να ρουφάη το αίμα και κάθε ζωτική δύναμη του λαού, εν όσω θα υπάρχη αστικό κράτος που δεν είναι παρά η χτυνωδέστερη εκδήλωση της οικονομικής κυριαρχίας του δυνατού επάνω στους αδύνατους, η ωργανωμένη βία μιας ληστρικής τάξεως της πλουροκρατίας. Οταν οι «μεγαλοπράγμονες πολιτικοί» και οι «πατέρες του έθνους», ασυνείδητα όργανα της τάξης αυτής, ρητορεύουν κομπαστικά για «εθνικές διεκδικήσεις» και «εθνικά συμφέροντα» υπονοούν τα συμφέροντα αυτής της κυβερνώσης ολιγαρχίας των πλουσίων. Κι όταν πάλι διαδηλώνουν περήφανα την «εθνική ζωτικότητα και αυτοθυσία», στα δικά μας κορμιά υπαινίσονται με συχαμερό κυνισμό, πούναι καταδικασμένα να ποτίσουν με το τίμιό τους αίμα τας «απελευθερωθείσας χώρας», τις πλούσιες δηλαδή εκτάσεις όπου τα ίδια κοράκια της πλουτοκρατίας θα εξαπλώνουν αύριο την εμπορική τους και βιομηχανική τους εκμετάλλευση. Πρέπει να το νοιώσουμε καλά. Εν όσω δεν ανοίγουμε τα μάτια μας για να ιδούμε το βάραθρο όπου μας οδηγεί το σημερινό κοινωνικό σύστημα, ο πόλεμος ακατάπαυστα θα στέλνη στις λαϊκές μας μάζες το θάνατο και τη δυστυχία για να γεμίζη με το αίμα και τον ιδρώτα μας τις κάσες των πλουσίων. Αντί γι’ αυτό όμως τι κάνουμε; Ενώ απ’ τόνα μέρος ρίχνοντας το Βενιζέλο διαδηλώνουμε τόσο πανηγυρικά τη φρίκη που μας εμπνέει ο πόλεμος, ζητωκραυγάζουμε απ’ το άλλο μέρος με αλλαλαγμούς προσωπολατρικού φανατισμού, παλινορθούμενους βασιλιάδες και πρίγκηπες, χωρίς καθόλου να συλλογιζόμαστε ότι οι θρόνοι πάντα θεμελιωθήκανε επάνω στα αιματωμένα κορμιά των υπηκόων τους, ότι οι βασιλικές χλαμύδες αναριπίζουν πάντα τις φλόγες των πολέμων και των μακελιών, χωρίς καν να το σκεφθούμε, ότι για να ξαναθρονιασθή εκείνος, επούλησε πρωτήτερα το αίμα το δικό μας στους δήμιους της Ευρώπης.
Ξεγελιόμαστε απ’ τα παραληρήματα του ρωμέικου κομματικού κομπογιανιτισμού για «αυτοτέλειες» και «λαϊκές κυριαρχίες» και εκλέγουμε για κυβερνήτες άλλους πολεμικούς εφιάλτες οι οποίοι μόλις αναλάβουν την εξουσία δηλώνουν ότι θα ακολουθήσουν την ίδια «εθνική πολιτική» που από πικρή πείρα εμάθαμε τι σημαίνει για μας. Ρίχνοντας, όμως το Βενιζέλο θελήσαμε να χτυπήσουμε και την τυραννία. Αλλο τόσο οιχτρή πλάνη θάναι αν πιστέψουμε πως πετάξαμε την τυραννία από πάνω μας. Και πάλιν όχι. Αν αφαιρέσαμε την τυραννία από το βενιζελισμό, εδώσαμε όμως με την ψήφο μας, το νόμιμο δικαίωμα της καταδυνάστευσής μας σε μιαν ατελείωτη σειρά νέων φαυλοκρατικών οργάνων του ληστρικού κράτους, στις γνωστές και άγνωστες σπείρες των αυλόδουλων τυραννίσκων, σε καινούργια αρπαχτικά όρνεα που με την προστασία του αστικού κράτους θα κατατρώνε τις σάρκες του βιοπαλαίοντος λαού.
Δεν μπορεί να υπάρξη πολιτική ελευθερία εν όσω υπάρχει, οικονομική σκλαβιά. Εκείνο που σήμερα λέγεται πολιτική ελευθερία δεν είναι παρά είδωλο που ξεγελάει το λαό και νομιμοποιεί την κοινωνική εκμετάλλευση.

Σύνδουλοι στρατιώτες, σκλάβοι της αστικής τάξεως!
Την στιγμή που οι λαοί του κόσμου κάτω από (τα) φωτεινά διδάγματα των τελευταίων τούτων αιματόβρεχτων χρόνων ξυπνούν κι ορθώνουν τρομαχτική την κορμοστασιά τους μπροστά στους καταδυνάστες τους κ’ δώ συντρίβουν τα δεσμά της σκλαβιάς τους κι αλλού κλονίζουν συθέμελα το κακούργο σημερινό καθεστώς της βίας και της εκμετάλλευσης, δεν πρέπει και μεις να ραχατέβουμε μέσα στην ανατολίτικη μακαριότητα και μοιρολατρεία. Εχουμε ιερό καθήκον απέναντι του εαυτού μας, απέναντι του ανθρωπισμού μας, να τινάξουμε από πάνω μας το βραχνά της αστικής πρόληψης και να πάρουμε βαθειά συναίσθηση της γιγάντιας δύναμης που κρύβεται μέσα μας, που μπορεί να μας απαλλάξη μονομιάς απ’ τα τωρινά μας βάσανα, να ρίξη τις καινούργιες κλίκες των εκμεταλλευτών μας και να στεριώση το κράτος της αληθινής λαϊκής θέλησης. Αυτή τη ληθαργούσα μέσα μας δύναμη, ένα μέσο υπάρχει εδώ στην Ελλάδα, όπως και σ’ όλον τον κόσμο, για να μας την συνειδητοποιήσει, να την οργανώση συστηματικά και να δώση στη δράση της την κατάλληλη πολιτική κατεύθυνση. Κι αυτό είναι το Κομμουνιστικό κόμμα της Ελλάδος.
Σε προηγούμενα γράμματα σας είπαμε ποιο είναι γενικά το ολοκληρωτικό πρόγραμμά του και πως δεν είναι κόμμα προσωπικό, αλλά πολιτικός οργανισμός όπου η δημοκρατικά συγκεντρωμένη δράση όλων των μελών του κατευθύνεται απερίσπαστα σ’ ένα σκοπό, στο γκρέμισμα της αστικής κοινωνίας και την εγκαθίδρυση κομμουνιστικής πολιτείας της λευτεριάς και της δικαιοσύνης.
Το επαναστατικό κίνημα που γύρω από το Κόμμα τούτο αναπτύχθηκε επί τέλους και στον καθυστερημένο τόπο μας, αρχίζει να γιγαντώνεται. Αν και κατέβηκε για πρώτη φορά στον εκλογικό αγώνα ύστερα από δύο χρόνων μονάχα δράση με το βενιζελικό μαχαίρι στο λαιμό και με τόσο οξείς πολιτικούς φανατισμούς, μόλον τούτο κατώρθωσε να συγκεντρώση εκατό περίπου χιλιάδες ψήφους σε τέσσερες μόνο νομούς. Τον απολυτρωτικό αγώνα του Κόμματος αυτού ασπασθήκαμε κι’ εμείς οι στρατιώτες, τα οικτρότερα θύματα της αστικής εκμετάλλευσης, ψηφίζοντας τους κομμουνιστές υποψήφιους. Και τώρα, μετά από την εκλογική πάλη ας μη νομίσουμε ότι ο αγώνας μας ετελείωσε. Δεν μπορεί να τελειώση εφ’ όσον οι εκμεταλλευτές μας «φιλελεύθεροι» ή «εθνικόφρονες» ή «δημοκράτες» θα στέκονται κολλημένοι στη ράχη μας για να ρουφάνε το αίμα μας και τον ιδρώτα μας.
Ο αγώνας που διεξάγει ο κομμουνισμός σ’ όλον τον κόσμο είναι αγώνας επαναστατικός που ζητάει να καταργήση τη σημερινή κοινωνική δυστυχία χτυπώντας τη ρίζα της, το αστικό κοινωνικό σύστημα.
Το άλλαγμα αστικών κυβερνήσεων και κομματικών καθεστώτων δεν καταργεί την οικονομική σκλαβιά αλλά την κρατάει, παίρνοντας με τον καραγκιόζη που λέγεται ψηφοφορία μια ψεύτικη λαϊκή εξουσιοδότηση. Γι’ αυτό ο αγώνας μας, προπαγανδιστικός τώρα εν όσω είμαστε φάνταροι, άμεσος και ενεργός αύριο στην πολιτική ζωή, πρέπει να εξακολουθήση πεισματώδης και ατρόμητος με ακλόνητη πεποίθηση στον κομμουνιστικόν μας θρίαμβο. Θα είναι έγκλημα στον ιερό αυτόν αγώνα το λέρωμα της φωτεινής επαναστατικής σημαίας, της ποτισμένης με το αθώο αίμα τόσων μαρτύρων του σοσιαλιστικού ιδανικού, αν κανένας μας αφίση την καρδιά του να κυριευθή απ’ τους στιγμιαίους μετεκλογικούς ενθουσιασμούς των αστικών κομμάτων. Μακρυά απ’ τους αλλαλάζοντας για την εκλογική τους νίκη, γιατί πολύ γρήγορα μονάχοι τους θα ιδούν τις πλάνες που πίστεψαν και θα αισθανθούν τις νέες και πάλιν συμφορές της πλάνης τους. Και τότε θα τρέχουνε μονάχοι τους προς την κόκκινη μεγάλη λεωφόρο του κομμουνισμού για να σωθούν από τα νύχια της εξαχρειωμένης κεφαλαιοκρατίας και στρατοκρατίας.
Σύνδουλοι στρατιώτες, που ζούμε στην καταφρόνια, που σφαζόμαστε σαν τραγιά!
Εμείς που ύστερα από τόσα μαρτύρια ξαναγεννηθήκαμε μέσα στον οραματισμό του κομμουνιστικού ιδανικού ας αφιερώσουμε όλες μας τις δυνάμεις της νεότητός μας για την πραγματοποίησή του, φωτίζοντας με την μεγαλειώδη λάμψη του κάθε μάρτυρα αδελφό μας που βρίσκεται στα σκοτεινά βάθη της άγνοιας και του πνευματικού θανάτου, στα βάθη του ληθάργου.
Εργάτες ακούραστοι του ιδανικού αυτού, ας μη λησμονάμε πως ο αγώνας μας τελειώνει τότε μόνον όταν στο πλήρωμα του χρόνου το οργανωμένο προλεταριάτο της χώρας θα σηκώση την επαναστατική του κόκκινη σημαία και θα γκρεμίση τη σημερινή κοινωνία. Από μας εξαρτάται να γρηγορέψουμε τη μεγάλη και άγια εκείνη μέρα.
Το εκτελεστικό Συμβούλιο των σοβιέτ των στρατιωτών της Ελλάδος


Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εργατικός Αγών», 29 Νοέμβρη 1920, και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας: ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, τόμος πρώτος, 1918-1924, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». Αθήνα, 1974, σελ. 170-173.

Οι «κλώνοι» των τζιχαντιστών σε Βόρεια, Ανατολική και Δυτική Αφρική

Οι «κλώνοι» των τζιχαντιστών σε Βόρεια, Ανατολική και Δυτική Αφρική


Το σύνθετο, πολύχρωμο παζλ των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή συμπληρώνεται από παράλληλες εξελίξεις σε άλλα, επίσης καυτά, μέτωπα σε Βόρεια και Δυτική Αφρική, όπου οι «κλώνοι» των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους» πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα.
Η δράση των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους» που έφτιαξαν παράρτημα στη Χερσόνησο Σινά της Αιγύπτου (όπου «συμπτωματικά» υπήρχαν πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, πλατφόρμες υγροποίησης φυσικού αερίου για εξαγωγές στην Ευρώπη, πέρα από τον πρόσφατο εντοπισμό τεράστιων υποθαλάσσιων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου) είναι μάλλον χαρακτηριστική, ιδιαίτερα μετά τη βομβιστική επίθεση σε ρωσικό επιβατικό αεροπλάνο στα τέλη του περασμένου Οκτώβρη. Η εξέλιξη κόστισε οικονομικά και πολιτικά στην κυβέρνηση του Αιγύπτιου Προέδρου, Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι, δίχως εντούτοις να κλονίσει ανεπανόρθωτα τη στρατηγική συμμαχία του με τη Ρωσία. Αντίθετα, η τρέχουσα ρευστή γεωπολιτική κατάσταση προκαλεί «αναταράξεις» στα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για νέα Διώρυγα του Σουέζ, για νέες σύγχρονες πόλεις, για πυρηνικούς σταθμούς, ακόμη και για την παραμονή του στη διακυβέρνηση σε περίπτωση που η ντόπια αστική τάξη και τα ξένα συμφέροντα δεν ικανοποιηθούν (όσο θέλουν)...
Στην Τυνησία, εκεί όπου ξεκίνησε η λεγόμενη «Αραβική Ανοιξη», ένα μεγάλο μέρος της εκεί αστικής τάξης δείχνει να κρατά (επί του παρόντος) αποστάσεις από τους φανατικούς ισλαμιστές. Ωστόσο, δεν πρόκειται να σταματήσουν οι προκλήσεις των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους», που μέσα στο 2015 προκάλεσαν μεγάλα και απανωτά πλήγματα στην τουριστική βιομηχανία της χώρας, «τσαλακώνοντας» παράλληλα το γόητρο της κυβέρνησης (έπειτα από την πρόσφατη επίθεση σε λεωφορείο με μέλη της προεδρικής φρουράς).
Το ίδιο διάστημα, οι τζιχαντιστές του «Ισλαμικού Κράτους» δημιουργούν παραρτήματα σε Δυτική και Ανατολική Αφρική, σε χώρες με σημαντικά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου (είτε τα έχουν βάλει ήδη στο χέρι ξένα μονοπώλια, είτε όχι). Στη Νιγηρία, οι τζιχαντιστές της «Μπόκο Χαράμ», ενώ ξεκίνησαν «ανεξάρτητοι» για να χτυπήσουν τάχα τη διαφθορά της ντόπιας αστικής τάξης και της πολιτικής εξουσίας ιδιαίτερα στο βόρειο (φτωχότερο και λιγότερο ανεπτυγμένο) τμήμα της Νιγηρίας, μπήκαν πέρσι υπό τη σημαία του «Ισλαμικού Κράτους». Η εξάπλωση της δράσης τους σε γειτονικές περιοχές όπως ο Νίγηρας, το Καμερούν και το Τσαντ, δημιουργεί προσχήματα για τη δράση στρατών της περιοχής και ανοίγει την όρεξη στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους για νέες βάσεις (όπως αποκάλυψε την περασμένη Πέμπτη εκτενές ρεπορτάζ των «Τάιμς» της Νέας Υόρκης, για τα σχέδια του Πενταγώνου να φτιάξει νέες στρατιωτικές βάσεις σε Αφρική, Ασία και όπου αλλού έχουν δημιουργηθεί παραρτήματα των τζιχαντιστών).
Στο Κέρας της Ανατολικής Αφρικής, στη Σομαλία, το τελευταίο δίμηνο βρίσκεται σε εξέλιξη ένας σκληρός πόλεμος μεταξύ των «παλιών» τζιχαντιστών της «Αλ Σαμπάμπ» (κλώνος της «Αλ Κάιντα») και των «νέων» τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους», που προσπαθούν να εκτοπίσουν τους παλιούς και να δημιουργήσουν βάση εξαπολύοντας τρομοκρατικές επιθέσεις σε Κένυα και Αιθιοπία (χώρες που έχουν επέμβει στρατιωτικά στο σομαλικό έδαφος για να «σταθεροποιήσουν» - υποτίθεται - τη χώρα και να φέρουν «ειρήνη»).

Το απέραντο λιβυκό χάος

Το απέραντο λιβυκό χάος


Η επέμβαση των ΗΠΑ και κυρίως των δυτικών συμμάχων τους (άνευ Γερμανίας), το 2011, αμέσως μετά την ανατροπή του τότε Προέδρου, Μουαμάρ Καντάφι, μετέτρεψε τη χώρα σε ξέφραγο αμπέλι τζιχαντιστών και λοιπών πλιατσικολόγων μισθοφόρων, που εκπαιδεύτηκαν και χρηματοδοτήθηκαν από τη CIA και άλλες μυστικές υπηρεσίες. Σήμερα, η χώρα είναι διαλυμένη και παραπαίει στο χάος των συγκρούσεων, της αποσταθεροποίησης και του διαμελισμού, με τους τζιχαντιστές του «Ισλαμικού Κράτους» να έχουν φτιάξει «παράρτημα» με έδρα τη Σύρτη, τους υποτίθεται «μετριοπαθείς» ισλαμιστές να έχουν καταλάβει την εξουσία στην Τρίπολη δημιουργώντας παράλληλη «κυβέρνηση» και «κοινοβούλιο» και τους «κοσμικούς» Λίβυους πολιτικούς και στρατηγούς του παλιού καθεστώτος να φτιάχνουν δικό τους «παράλληλο κράτος» στο Τομπρούκ. Πλάι σε όλα αυτά, το θησαυροφυλάκιο της Κεντρικής Τράπεζας αδειάζει επικίνδυνα καθώς η παραγωγή και οι εξαγωγές πετρελαίου έχουν μειωθεί σημαντικά...
Ο δημοσιογράφος των «Τάιμς της Ν. Υόρκης» Ντέιβιντ Κερκπάτρικ, που όχι μόνο μετέβη προ ημερών για «ρεπορτάζ» στη Σύρτη αλλά επέστρεψε ασφαλής και αρτιμελής, μιλώντας προχτές σε αμερικανικό ραδιοσταθμό μετέφερε την εικόνα μίας πόλης που μεταμορφώθηκε μέσα στους τελευταίους 10 μήνες από μία διαλυμένη περιοχή σε πραγματική αποικία των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους» («ΙΚ»), οι οποίοι ήδη έχουν δημιουργήσει τις απαραίτητες υποδομές για να μεταφέρουν το στρατηγείο τους εκεί μόλις χάσουν τη Ράκα στη Συρία. Οι φήμες δίνουν και παίρνουν το τελευταίο διάστημα πως μεταξύ των ανώτατων στελεχών του «ΙΚ» που βρίσκονται στη Σύρτη είναι και ο αρχηγός της οργάνωσης, Αμπού Μπακρ Αλ Μπαγκντάντι. Αρκεί όμως κανείς να διαβάσει το ακόλουθο απόσπασμα από τη συνέντευξη του Κερκπάτρικ για να καταλάβει τι ετοιμάζεται!
«Οταν βρέθηκα στη Σύρτη τον περασμένο Φλεβάρη και Μάρτη», λέει ο Κερκπάτρικ (σύμφωνα με το «Βusiness Insider») «οι τζιχαντιστές στην πόλη έμοιαζαν με μία χούφτα ντόπιων ισλαμιστών που είχαν θέσει τη δική τους ατζέντα υπό τη σημαία του "Ισλαμικού Κράτους" για να δείξουν "σκληροί"... Ομως, η πόλη σήμερα έχει μετατραπεί σε ένα είδος πραγματικής αποικίας των ηγετών του "ΙΚ" από τη Ράκα. Το "ΙΚ" στέλνει εκεί τους διοικητές του, πολλοί εκ των οποίων είναι από χώρες του Κόλπου, όπως επίσης και στρατιωτικούς αρχηγούς, οι οποίοι συχνά είναι Ιρακινοί πρώην αξιωματικοί και αξιωματούχοι επί Σαντάμ Χουσεΐν, για να διεκπεραιώσουν τις επιχειρήσεις τους και να στρατολογήσουν ξένους μισθοφόρους από όλη την περιοχή». Ο Κερκπάτρικ εκτιμά πως ήδη το «ΙΚ» έχει θέσει υπό τον έλεγχό του 150 μίλια της λιβυκής ακτογραμμής στη Σύρτη, σε απόσταση μόλις 400 μιλίων από τις ακτές της Σικελίας...
Μέσα σε αυτό το κλίμα, και με το «ΙΚ» να στήνει νέο χαλιφάτο στη Σύρτη, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στο πλαίσιο του ΟΗΕ (μεταξύ των οποίων ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία, με «οικοδεσπότες» τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Τζον Κέρι, και τον Ιταλό ομόλογό του, Πάολο Τζεντιλόνι), πραγματοποιούν σήμερα στη Ρώμη «διεθνή συνάντηση για τη Λιβύη», για να πείσουν, υποτίθεται, τους Λίβυους της «κοσμικής» κυβέρνησης στο Τομπρούκ και της ισλαμικής στην Τρίπολη να ενώσουν τις δυνάμεις και να προχωρήσουν σε «κυβέρνηση ενότητας»... Προφανώς, το σχέδιο αποβλέπει στη δημιουργία ενός «συνομιλητή» των ξένων ιμπεριαλιστών που θα δώσει το πράσινο φως σε μία νέα «δυτική» ή και «διεθνή» ιμπεριαλιστική επέμβαση σε βάρος του πολύπαθου λιβυκού λαού...

Η «νέα»... «πολύ παλιά» ΕΡΤ

Η «νέα»... «πολύ παλιά» ΕΡΤ
Οταν τον περασμένο Απρίλη, η κυβέρνηση έφερνε το νομοσχέδιο για την ΕΡΤ, με τις γνωστές τυμπανοκρουσίες και κορόνες περί «ανεξάρτητης δημοκρατικής, πλουραλιστικής ΕΡΤ», το ΚΚΕ, που είχε στηρίξει με κάθε τρόπο τον αγώνα των χιλιάδων απολυμένων της κρατικής ραδιοτηλεόρασης, ούτε είχε μασήσει τα λόγια του, ούτε, πολύ περισσότερο, έτρεφε αυταπάτες για το ρόλο που θα έπαιζε και η νέα ΕΡΤ.
Τότε ξεκάθαρα είχε πει ότι «το νομοσχέδιο της κυβέρνησης όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην ανάγκη δημιουργίας μιας κρατικής ραδιοτηλεόρασης που θα υπηρετεί πραγματικά την ενημέρωση και ψυχαγωγία του λαού, αλλά αντίθετα διατηρεί τη λειτουργία μιας απόλυτα ελεγχόμενης απ' την εκάστοτε κυβέρνηση ραδιοτηλεόρασης, ενώ την ίδια στιγμή περιέχει σοβαρά εσκεμμένα κενά και ελλείψεις στο ζήτημα της αποκατάστασης των εργαζομένων της ΕΡΤ και της ΝΕΡΙΤ (...) και η νέα ΕΡΤ θα λειτουργεί στο πλαίσιο της απελευθερωμένης αγοράς των ΜΜΕ ως ιδεολογικός μηχανισμός του αστικού κράτους και αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας και πολιτικής».
Είναι άλλο πράγμα, βέβαια, ότι ο λαός έχει δικαίωμα κι οφείλει να διεκδικεί, έστω και σ' αυτές τις συνθήκες, το δικαίωμα στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία, τη δυνατότητα να εκπροσωπούνται ισότιμα οι θέσεις των κομμάτων, να προβάλλεται η δράση του εργατικού - λαϊκού κινήματος.
Δεν πέρασαν ούτε 6 μήνες, για να επιβεβαιωθούν πανηγυρικά όσα έλεγε το ΚΚΕ. Η αποκατάσταση των εργαζομένων είναι πιο πίσω ακόμα κι από την - ούτως ή άλλως - λειψή που προέβλεπε το νομοσχέδιο.
Στο ζήτημα της ενημέρωσης δεν τηρούνται ούτε τα προσχήματα που θέτει κι αυτή ακόμη η απαράδεκτη «αναλογική» εκπροσώπηση των κομμάτων, η οποία αναπαράγει την ανισότητα στην προβολή. Η διαφήμιση κι ο εξωραϊσμός του αντιλαϊκού κυβερνητικού έργου βγάζουν μάτι, σε σημείο που - ειδικά σε ορισμένες περιπτώσεις - να νομίζει κανείς ότι ζει σε άλλη χώρα.

Οσο δε για την προβολή των θέσεων και των δραστηριοτήτων του ΚΚΕ, το πράγμα έχει ξεφύγει. Και για να μην πει κανείς ότι είμαστε υπερβολικοί, «ιδού» μερικά μόνο από τα πολλά παραδείγματα:

-- Στις ενημερωτικές εκπομπές - και η τηλεοπτική ΕΡΤ έχει μπόλικες - το ΚΚΕ κατά κανόνα εκπροσωπείται μία με δύο φορές τη βδομάδα και μάλιστα προς το τέλος (Πέμπτη - Παρασκευή - Σαββατοκύριακα), όταν η επικαιρότητα έχει ήδη διαμορφωθεί κι όταν ακόμη και κόμματα, με χαμηλότερο εκλογικό ποσοστό από αυτό του ΚΚΕ, βγαίνουν κατά κόρον από τη Δευτέρα. Προτιμώνται, δηλαδή, οι «εύκολοι» αντίπαλοι για την κυβέρνηση.
-- Υπάρχουν ενημερωτικές εκπομπές, στις οποίες το ΚΚΕ εκπροσωπείται σπάνια ή και καθόλου. Για παράδειγμα η εκπομπή «Europe», που προβάλλεται κάθε Σάββατο, για τα τεκταινόμενα στην ΕΕ, έχει μόνιμους καλεσμένους ευρωβουλευτές όλων των άλλων κομμάτων, ακόμη και ευρωβουλευτές που είναι πλέον ανεξάρτητοι, ενώ δεν έχει καλέσει ούτε μια φορά ευρωβουλευτή του ΚΚΕ. Προφανώς η θέση του ΚΚΕ για αποδέσμευση από την ΕΕ απαγορεύεται να ακούγεται...
-- Στην ΕΡΑ (ραδιόφωνο της ΕΡΤ) είναι ζήτημα αν, από τις εκλογές του Σεπτέμβρη μέχρι σήμερα, το ΚΚΕ έχει προσκληθεί 4 - 5 φορές... Και πάντα σε μία μόνο εκπομπή.
-- Εχει γίνει μόνιμο φαινόμενο σχόλια ή παρεμβάσεις του Κόμματος στη Βουλή να «ξεχνιούνται» να μπουν στα δελτία, ενώ άλλα, όλως τυχαίως, «διαστρεβλώνονται» από «λάθη» δημοσιογράφων, για να χρησιμοποιήσουμε τις δικαιολογίες των υπευθύνων στις διαμαρτυρίες του Γραφείου Τύπου της ΚΕ. Οπως έγινε προχτές, με την ανακοίνωση του Κόμματος για το ΔΝΤ, όπου στο μεν δελτίο των 6 δεν αναφέρθηκε καν, στο δε δελτίο των 9 απομονώθηκε ένα μικρό απόσπασμα, που δεν απέδιδε την ουσία της ανακοίνωσης.
-- Το αποκορύφωμα ήταν η ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δ. Κουτσούμπα, στην Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Συνάντηση στις Βρυξέλλες, τη Δευτέρα, που ενώ μαγνητοσκοπήθηκε από συνεργείο της ΕΡΤ, το υλικό «ξεχάστηκε» να μοιραστεί στα υπόλοιπα τηλεοπτικά κανάλια από την ΕΡΤ που ήταν υποχρεωμένη να το κάνει. Να μη ρωτήσουμε, βέβαια, αν έχει ποτέ ξεχαστεί να μοιραστεί υλικό κάλυψης άλλων πολιτικών αρχηγών ή του ίδιου του πρωθυπουργού. Για να μη θυμηθούμε τις δηλώσεις του Δ. Κουτσούμπα το βράδυ των εκλογών, που η ΕΡΤ έδωσε χωρίς ήχο στα υπόλοιπα κανάλια, με αποτέλεσμα να μεταδοθούν με μεγάλη καθυστέρηση.
-- Και πολλά άλλα... τα οποία παραείναι πολλά και σοβαρά, για να σκεφτούμε ότι όλα αυτά είναι «λάθη» και «συμπτώσεις». Και επειδή δεν είμαστε μικρά παιδιά, ούτε πιπιλάμε το δάχτυλό μας, η κατάσταση αυτή έχει υπεύθυνους, με ονοματεπώνυμο: Είναι η κυβέρνηση, ο αρμόδιος υπουργός υπεύθυνος για την ΕΡΤ, το ΔΣ της ΕΡΤ και φυσικά όσοι υπεύθυνοι ανέχονται αυτήν την κατάσταση.

Εμείς, πάντως, δεν μπορούμε να την ανεχόμαστε άλλο. Οπως θεωρούμε ότι δεν πρέπει να την ανεχτούν οι δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι της ΕΡΤ, που σε δύσκολες συνθήκες προσπαθούν τίμια να κάνουν τη δουλειά τους, αλλά κι ο λαός που, όταν αγωνίστηκε ενάντια στο κλείσιμο της ΕΡΤ, σίγουρα δεν είχε αυτό το «πράγμα» στο μυαλό του.