20 Σεπ 2017

«Ανάπτυξη»: Για ποιόν;

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ 
«Σωτηρία». «Μεταρρυθμίσεις». «Ανάπτυξη». Και εσχάτως: «Επενδύσεις». Για χρόνια οι λέξεις αυτές κλίνονται καθημερινά σε όλες τις πτώσεις από τους επαϊοντες της «σωτηρίας» μας.
Μόνο που είναι προφανές ότι στο πλαίσιο της διαρκούς αποκολοκύνθωσης λέξεων και εννοιών, τα ίδια λόγια – για να παραφράσουμε τον ποιητή – δεν έχουν το ίδιο βάρος σ’ όλες τις καρδιές και σ’ όλα τα χείλη.
Προδήλως η ακολουθούμενη πολιτική ήταν «σωτήρια». Αλλά για ποιόν; Για τις τράπεζες και όσους προκάλεσαν την κρίση, σίγουρα. Για τους μισθωτούς, όμως;
Όντως αυτά τα χρόνια έγιναν «μεταρρυθμίσεις». Προς όφελος ποιού, όμως; Του εργάτη που είδε τον βασικό του μισθό να κατρακυλάει στα 480 ευρώ και τον ΕΝΦΙΑ να τον πνίγει; Η’ προς όφελος της πολυεθνικής που απαλλάχτηκε από τα «περιττά» (για την ίδια) εργασιακά δικαιώματα και του fundπου πλέον θα αρπάζει σπίτια και ηλεκτρονικώς από τον λεηλατημένο και τρισχαρατσωμένο;
Μιλούν για «ανάπτυξη» και για «επενδύσεις». Τι ωραία! Αλλά δεν μας λένε: «Επενδύσεις» προς όφελος ποιού; Και άρα «ανάπτυξη» για ποιόν;
Τι ακριβώς θα «αναπτύξουν» οι 125.000 νέοι με μηνιάτικο 100 ευρώ και οι άλλες 600.000 απασχολούμενοι με τα 380 ευρώ το μήνα;
Κι από πότε, αλήθεια, η εκποίηση πλουτοπαραγωγικών πηγών και η άσκηση της «τέχνης του επιχειρείν» με προϋπόθεση τον εργασιακό μεσαίωνα είναι «επένδυση» και όχι ξεπούλημα και ειλωτεία;
«Για ποιόν», λοιπόν. Αυτό είναι το ερώτημα. Και η απάντηση, μαζί.

Απαράδεκτα σχόλια Τραμπ για την Κούβα

  


Από το στόχαστρο του Τραμπ κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, δεν ξέφυγε ούτε η Κούβα.  Χαρακτήρισε την κυβέρνηση της Κούβας «διεφθαρμένη» και τη δράση της «αποσταθεροποιητική»
Η διπλωματία της Κούβας αντέδρασε στη νέα προκλητική τοποθέτηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για το νησί λέγοντας πως επέδειξε έλλειψη σεβασμού, πρόθεση να αναμιχθεί στα εσωτερικά της χώρας και χαρακτηρίζοντας «απαράδεκτα» τα σχόλιά του.
Η δημοσιοποίηση αυτής της οξύτατης ανακοίνωσης του υπουργείου Εξωτερικών της Κούβας σημειώθηκε μετά τη συνάντηση αντιπροσωπειών των δύο χωρών για να συζητηθούν οι διμερείς σχέσεις. Επρόκειτο για την πρώτη συνάντηση υψηλού επιπέδου αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του ο ρεπουμπλικάνος, την 20ή Ιανουαρίου.
Η συνάντηση διεξήχθη την ίδια ημέρα που ο Τραμπ, απευθυνόμενος στους ηγέτες των άλλων κρατών μελών των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, χαρακτήρισε την κυβέρνηση της Κούβας «διεφθαρμένη» και τη δράση της «αποσταθεροποιητική». Ακόμη, ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να άρει το αμερικανικό εμπάργκο σε βάρος της Κούβας πριν η Αβάνα προχωρήσει σε «θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις».
Το ΥΠΕΞ της Κούβας σημείωσε ότι εξέφρασε την «έντονη διαμαρτυρία» του για τα σχόλια του προέδρου των ΗΠΑ, καθώς και για τη νέα πολιτική του απέναντί της. Ο ρεπουμπλικάνος ανακοίνωσε τον Ιούνιο ότι ανακαλεί εν μέρει τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκατάστασης των διμερών σχέσεων που είχε αρχίσει επί των ημερών του προκατόχου του, του δημοκρατικού Μπαράκ Ομπάμα.
Οι σχέσεις ΗΠΑ-Κούβας πήραν τροπή προς το χειρότερο αφότου το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι μέλη του αμερικανικού διπλωματικού προσωπικού στην Αβάνα αντιμετώπισαν προβλήματα υγείας—από απώλεια της ακοής ως εγκεφαλική βλάβη—εξαιτίας «συμβάντων», για τα οποία δεν έδωσε καμιά άλλη λεπτομέρεια.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, τα θύματα που συνδέονται με την αμερικανική πρεσβεία στην Αβάνα είναι 21, ενώ επηρεάστηκαν και Καναδοί.
Η Κούβα διέψευσε ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με τα «συμβάντα» αυτά. Επισήμως οι ΗΠΑ δεν έχουν διατυπώσει κάποια κατηγορία εναντίον της Αβάνας, όμως ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Ρεξ Τίλερσον διεμήνυσε την Κυριακή πως η Ουάσινγκτον ενδέχεται να κλείσει την πρεσβεία στην πρωτεύουσα της Κούβας σε αντίδραση.
«Η Κούβα ουδέποτε διέπραξε ή θα διαπράξει ποτέ ενέργειες αυτής της φύσης και ουδέποτε επέτρεψε ή θα επιτρέψει σε οποιοδήποτε τρίτο μέρος να χρησιμοποιήσει το έδαφός της για έναν τέτοιο σκοπό. Οι αρχές της Κούβας έχουν δείξει το έντονο ενδιαφέρον τους για την αποσαφήνιση του ζητήματος», σύμφωνα με την ανακοίνωση της κουβανικής διπλωματίας.

Εφοπλιστής σημαίνει δις

Κι είναι καημός πολύ βαρύς.
Να μην μπορείς να εμπορευτείς.
Και να σε χλευάζουν για τις ευεργεσίες σου.
Κάποιοι κακόβουλοι ειρωνεύτηκαν άδικα τη βράβευση του Κούστα, του εφοπλιστή και ιδιοκτήτη του πλοίου που βρέθηκε με 121 κιλά κοκαΐνη στο Περού, από τις ελληνικές αρχές.
Ξέρετε όμως τι περιπέτεια είναι να δρας στην τελευταία Σοβιετία της Ευρώπης, που χτυπά ανελέητα την υγιή επιχειρηματικότητα και γονατίζει με φοροαπαλλαγές την κρατικοδίαιτη ιδιωτική πρωτοβουλία;
Ξέρετε τι θυσίες κάνουν διαχρονικά οι αγαθοί εφοπλιστές, για να φέρουν την ανάπτυξη στη χώρα μας με σημαία Παναμά;
Ξέρετε τι δύσκολη απόφαση είναι να μαζέψουν, να ταΐσουν και να χρηματοδοτούν αδρά τα χρυσαυγίτικα μαντρόσκυλα; Να πέφτουν στην ανάγκη τους, για να προστατέψουν την επένδυσή τους από απεργίες, το ΠΑΜΕ και παράλογες απαιτήσεις για μεροκάματα;
Ξέρετε τι τραβάνε για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν μια άδεια και το αξιόπλοο για τα σαπάκια τους, με μανούρα, διατυπώσεις, γραφειοκρατία, λαδώματα; Δεν πάμε πουθενά έτσι ως χώρα…

Ξέρετε τι βάσανο είναι να αναγκάζεσαι να μπλέξεις με λαθρεμπόριο ναρκωτικών, για να συμπληρώσεις κι εσύ το τίμιο εισόδημά σου; Και να έχεις να αντιμετωπίσεις τον αθέμιτο ανταγωνισμό της αστυνομίας, που πουλάει ηρωίνη, και θέλει μερίδιο;
Να αντιμετωπίζεις ελέγχους, ατυχήματα, θάλασσες μας ζώνουν κύματα μας κλειούν; Κι από πάνω και την κοινωνική κατακραυγή για την πετρελαιοκηλίδα, την καταστροφή των θαλασσών, κι ας μας βεβαιώνουν οι κυβερνώντες -αυτοί οι μπολσεβίκοι που μισούν θανάσιμα την ιδιωτική πρωτοβουλία και κολεκτιβοποιούν τα πάντα- ότι είναι ασφαλές να κολυμπήσουμε δίπλα στο ναυάγιο;
Και θα έρθετε εσείς, αχάριστοι, να ειρωνευτείτε τη στυλοβάτρια τάξη της οικονομίας μας; Τους ευεργέτες; Να ειρωνευτείτε τα βραβεία τους; Ε όχι. Ο ορισμός της αριστείας και της αχαριστίας, κυρία μου… Και λίγα τους έχουν δώσει!

Διαψεύσεις



Το να φτάνει ο πρωθυπουργός να προβάλλει τις περσινές δεσμεύσεις της κυβέρνησης ότι δεν θα έρθουν νέα μέτρα, ως «χαρτί» αξιοπιστίας για τις φετινές αντίστοιχες δεσμεύσεις του, πραγματικά ξεπερνάει κάθε λογική. Προχτές, στο Υπουργικό Συμβούλιο, προειδοποίησε ότι θα «εκτεθούν» όσοι κάνουν προβλέψεις για νέα μέτρα το 2018, όπως εκτέθηκαν και πέρυσι (!). Ομως ο λαός ξέρει καλά ότι τα παζάρια της περσινής 2ης «αξιολόγησης» ολοκληρώθηκαν τελικά με ένα συμπληρωματικό μνημόνιο, το οποίο περιλαμβάνει «έξτρα» φορολογικά και αντιασφαλιστικά μέτρα, και όχι με επιβεβαίωση των ...καθησυχαστικών δεσμεύσεων της κυβέρνησης. Στο μεταξύ, πίσω από τις κάμερες του Υπουργικού Συμβουλίου, στελέχη της κυβέρνησης διαρρέουν ότι νέα μέτρα θα έρθουν το 2018, καθώς προβλέπονται «τρύπες» στα δημοσιονομικά, ενώ και ο ΣΕΒ σπρώχνει προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως ακριβώς γινόταν και πέρυσι, στην αφετηρία της «αξιολόγησης». Επομένως, η επίκληση από τον πρωθυπουργό ειδικά στην πρόσφατη πείρα του λαού μάλλον επιβεβαιώνει τον κανόνα: Κάθε δέσμευση για «μη λήψη νέων μέτρων» ανεβάζει ακόμα περισσότερο το λογαριασμό για τα εργατικά - λαϊκά στρώματα. Αλλωστε, υπάρχουν κι εκείνα τα μέτρα που είτε είναι ψηφισμένα, είτε «ωριμάζουν» το 2018, που κι αυτά θα φορτωθούν στις πλάτες του λαού...

Το «μείγμα» της εκμετάλλευσης...




Η αντιπαράθεση ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ με αφορμή τα όσα ειπώθηκαν από τον Κυρ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και από τον πρωθυπουργό στο υπουργικό συμβούλιο, για την αναλογία των περικοπών και των φόρων στο «μείγμα» της δημοσιονομικής πολιτικής, δύο πράγματα φανερώνει:
Πρώτον, τη στρατηγική τους σύμπλευση σε ό,τι αφορά τα ζητούμενα του κεφαλαίου, όπως είναι η «δημοσιονομική σταθερότητα» και τα κίνητρα στους επενδυτές, για τη στήριξη της καπιταλιστικής ανάκαμψης. Δεύτερον, την «αγωνιώδη» προσπάθεια να διαφοροποιηθούν έστω και στα επιμέρους, για να παίζεται «αξιοπρεπώς» το παιχνίδι εγκλωβισμού του λαού στη λογική της κυβερνητικής εναλλαγής.
Ετσι, η κυβέρνηση από τη μια παίρνει την «μπουκιά απ' το στόμα» της ΝΔ και των άλλων αστικών κομμάτων, οδηγώντας τους σε αντιπολιτευτική «αμηχανία» και μια απλή πλειοδοσία για το ποιος είναι ικανός να εφαρμόσει πιο αποτελεσματικά την αντιλαϊκή πολιτική για την ανάκαμψη του κεφαλαίου, κι απ' την άλλη επιτίθεται στη ΝΔ, με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που έστρεφαν εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ τα άλλα αστικά κόμματα, τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του.
Για παράδειγμα, ο «φιλοκυβερνητικός» Τύπος κατηγορεί τη ΝΔ ότι έχει «συνταγή δημοσιονομικού εκτροχιασμού», ότι οι οικονομικές εξαγγελίες του προέδρου της ΝΔ είναι «έωλες», αφού οδηγούν σε απώλεια εσόδων για το αστικό κράτος και παραβίαση των «συμφωνηθέντων» με τους δανειστές.
Οτι, δηλαδή, οι εξαγγελίες της ΝΔ - που βρίθουν από κίνητρα στο κεφάλαιο και στους «επενδυτές», έχοντας στην προμετωπίδα τους τη μείωση της φορολογίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους - βάζουν σε κίνδυνο τους αντιλαϊκούς στόχους και τη «δημοσιονομική σταθερότητα», την επιχείρηση ανάκαμψης της καπιταλιστικής κερδοφορίας και την προσπάθεια του αστικού κράτους να τη στηρίξει, εξασφαλίζοντας «δημοσιονομικό χώρο» από το ξεζούμισμα του λαού.
Οχι τυχαία, εξάλλου, από την αντιπαράθεση αυτή, που γίνεται από τη σκοπιά του κεφαλαίου, «εκτός κάδρου» μένουν η ισοπέδωση των Συλλογικών Συμβάσεων και των εργασιακών δικαιωμάτων, η γενίκευση της μερικής απασχόλησης και της δουλειάς - λάστιχο, η ένταση της εκμετάλλευσης, το τσάκισμα φτωχών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων. Δηλαδή, όλα όσα συνθέτουν τη «ραχοκοκαλιά» της ανάπτυξης του κεφαλαίου και από κοινού στηρίζουν τα αστικά κόμματα.
Στο φόντο μιας τέτοιας κριτικής (πολύ περισσότερο των αντιλαϊκών πεπραγμένων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ), αποκαλύπτεται ακόμη περισσότερο το μέγεθος της υποκρισίας του ΣΥΡΙΖΑ, που μιλάει για «ταξική» πολιτική υπέρ του λαού και προσπάθεια άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, σε αντιπαράθεση υποτίθεται με τη ΝΔ, που στην προσπάθειά της να διαφοροποιηθεί από την κυβέρνηση και να δώσει διαπιστευτήρια στο κεφάλαιο, φτάνει να αναπαράγει τις πλέον αντιδραστικές θεωρίες, τύπου Μένγκελε, για τις κοινωνικές ανισότητες που βρίσκονται «στην ανθρώπινη φύση».
Η υποκρισία και η απάτη, τα καλέσματα για ένα «δικαιότερο» άδικο σύστημα και μια ταξική κοινωνία... χωρίς ανισότητες, για μια καπιταλιστική ανάπτυξη στην οποία θα κερδίζουν μαζί εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, πλάι στον κυνισμό των εκπροσώπων του συστήματος, αποτελούν απαραίτητα συνοδευτικά της αντιλαϊκής πολιτικής, των ατελείωτων αντεργατικών νόμων, της πολιτικής που στηρίζει το κεφάλαιο και την εξουσία του, συνολικά το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα που υπηρετούν και οι δύο και που όσο υπάρχει θα γεννάει τις κοινωνικές ανισότητες, την ταξική εκμετάλλευση και τη φτώχεια, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις.
Ολα, δηλαδή, όσα πρέπει να βάλουν στο στόχαστρο η λαϊκή πάλη και η συμμαχία της εργατικής τάξης με τα λαϊκά στρώματα, για να απαλλαγούν από τους καπιταλιστές - κηφήνες και τις συμμαχίες τους, τις κυβερνήσεις και τα κόμματά τους, για να ικανοποιηθούν οι σύγχρονες ανάγκες τους.

19 Σεπ 2017

Αστυνομικοί σκοτώνουν φοιτήτρια μέσα στο πανεπιστήμιο

Ακόμη μια δολοφονία από πυρά αστυνομικών αυτή τη φορά στη Τζόρτζια των ΗΠΑ.
Το θύμα, η Σκάουτ Σουλτς ήταν μια φοιτήτρια 21 ετών και το περιστατικό έγινε στον χώρο της Πολυτεχνική Σχολή της Τζόρτζια.
Το περιστατικό έλαβε χώρα το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, μετά από διαδήλωση της LGBTQ κοινότητας, της οποίας η φοιτήτρια ήταν ενεργή ακτιβίστρια.
Στο βίντεο που δόθηκε στη δημοσιότητα η φοιτήτρια εμφανίζεται σε έναν προαύλιο χώρο της σχολής να καλεί δυο αστυνομικούς να την πυροβολήσουν.

 
Πλησιάζει τους αστυνομικούς και ακούγεται ο ένας από αυτούς, να την προειδοποιεί να μείνει ακίνητη και να πετάξει το μαχαίρι.
«Κανείς δεν θέλει να σε βλάψει», λέει ο ένας από τους αστυνομικούς, ενώ η Σουλτς συνεχίζει να περπατά προς το μέρος του. Ο αστυνομικός στη συνέχεια πυροβολεί μία φορά και η νεαρή πέφτει στο έδαφος, κραυγάζοντας από τον πόνο.
Η αστυνομία της Πολυτεχνικής Σχολής ανακοίνωσε επίσημα ότι η «φοιτήτρια συνέχιζε να προχωράει προς τους αξιωματικούς με ένα μαχαίρι. Στη συνέχεια, ο ένας αξιωματικός πυροβόλησε. Η Σουλτς δεν ήταν συνεργάσιμη και δεν συμμορφωνόταν με τις εντολές των αξιωματικών».

Εκατό χρόνια μετά η Ρώσικη Επανάσταση συνεχίζει να ανησυχεί τα αστικά επιτελεία…

  


Σχολιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Ενοχλεί τους νεοφιλελεύθερους, ακροδεξιούς δημοσιολόγους (διανοητές δεν είναι ούτε κατά… διάνοια αφού αναπαράγουν ξερά κάθε είδος της αστικής, καθεστωτικής προπαγάνδας) η επικαιρότητα της Ρώσικης Εργατικής και Σοσιαλιστικής Επανάστασης: οι συζητήσεις και οι διαφωνίες, οι πολιτικές διαμάχες μέσα στις δυνάμεις και τους φορείς της Αριστεράς, οι ιστορικές αναλύσεις μέσα στον κόσμο της εργασίας, στους μαθητές και τους φοιτητές, στα κοινωνικά δίκτυα και κινήματα, με αφορμή το ξεμασκάρεμα των καπιταλιστικών μύθων και της αποκάλυψης, για πολλοστή φορά, ότι το αόρατο χέρι της Αγοράς εξυπηρετεί πολύ συγκεκριμένα, υπαρκτά συμφέροντα με όπλα του τον ρατσισμό και τον σεξισμό, την ισλαμοφοβία και την οργανωτική και οικονομική υποστήριξη των φασιστικών/νεοναζιστικών συμμοριών, τα μνημόνια της εξαθλίωσης και της φτώχειας, για να καταστείλει κάθε δυνατότητα γόνιμης κοινωνικής αντίδρασης και για να εξαφανίσει την συζήτηση για την αναγκαία κοινωνική προοπτική που μόνο οι ταξικοί και εργατικοί, αντιφασιστικοί και αντιρατσιστικοί αγώνες μπορούν να προσφέρουν.
Ενοχλεί και φοβίζει η επικαιρότητα της Ρώσικης Εργατικής και Σοσιαλιστικής Επανάστασης, ανησυχεί τα αστικά επιτελεία και τα τσιράκια τους η υπαρκτή ιστορική και κοινωνική απόδειξη ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, να είναι φιλικός για όλους και όλες, ότι δεν θα υπάρχουν περιορισμοί στα ζητήματα του φύλου, της αξιοπρέπειας, της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, της ισότιμης, δημοκρατικής ανάπτυξης, χωρίς ταξικούς φραγμούς, χωρίς την καλλιέργεια του φόβου και του μίσους. Ναι, το βλέπουμε αυτό καθημερινά: από την στοχοποίηση ενός απεργιακού ή οικολογικού αγώνα ως αντιδραστικού, που βάζει εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη, των λίγων φυσικά, μέχρι την εξίσωση του Κομμουνισμού ως θεωρίας και κοινωνικής πρακτικής ταξικής απελευθέρωσης με τον Ναζισμό και το Φασισμό που αποτελούν τα ύστατα όπλα για την παλινόρθωση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης μέσα σε μια περίοδο έντασης κι ανάπτυξης των κοινωνικών αγώνων, αυτός ο φόβος εκφράζεται με κάθε τρόπο.
Αυτό ακριβώς τον φόβο, που επεκτείνεται σ’ ένα ευρύ φάσμα πολιτικών και δημοσιολόγων από τους Άδωνι και Μιχαλολιάκο μέχρι την Φώφη, τον Σαμαρά, τον Βενιζέλο κι από εκεί μέχρι τους διανοούμενους της συμφοράς, εκφράζει το αφιέρωμα, λέμε τώρα, στην Ρώσικη Επανάσταση που πραγματοποιεί στο καινούργιο τεύχος της η λογοτεχνική και κοινωνική επιθεώρηση The Books’ Journal, και μάλιστα την πιο χυδαία μορφή του, όπου το υπογράφουν γνωστοί εκπρόσωποι του νεοφιλελευθερισμού. Ήδη από το εξώφυλλο καταλαβαίνει κανείς σε ποια ακριβώς κατεύθυνση κινείται το αφιέρωμα… στην κατεύθυνση της απαξίωσης των κοινωνικών διεργασιών που πραγματοποιήθηκαν στην Ρωσία του και της κατασυκοφάντησης κάθε κοινωνικού αγώνα. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε να πούμε περισσότερα: αν θέλετε διαβάστε το – είναι χρήσιμο να γνωρίζεις τις θέσεις του Εχθρού, αν θέλετε, προσπεράστε το – θα λέγαμε πως είναι η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση. Να ενημερώσουμε μόνο τους συντάκτες του περιοδικού και τον φιλότιμο δημιουργό του εξωφύλλου της παρούσας έκδοσης πως αφενός Ντίσνεϋλαντ του τρόμου είναι το σύστημα που υπηρετούν και αφετέρου ότι εάν θέλουν να κάνουν αποτελεσματική προπαγάνδα θα πρέπει να αφαιρέσουν την μορφή του Μίκυ Μάους από το εξώφυλλο τους. Βλέπετε, περισσότερο πιθανό είναι να ήταν ο Μίκυ Μάους σπιούνος της Οχράνα, της μυστικής αστυνομίας του Τσάρου, παρά “τρομοκράτης μπολσεβίκος” όπως οι ίδιοι τον οραματίζονται.

Επιχείρηση...





Το ναυάγιο του δεξαμενόπλοιου «Αγία Ζώνη ΙΙ», σε μια περιοχή «φορτωμένη» από τα κάθε λογής «επενδυτικά σχέδια» του κεφαλαίου σε στεριά και θάλασσα, ήρθε να αναδείξει με τον πιο δραματικό τρόπο ότι το κυνήγι του κέρδους είναι ασυμβίβαστο με την προστασία της ανθρώπινης ζωής, της υγείας του λαού και του περιβάλλοντος. Ωστόσο, μαζί με την επιχείρηση απορρύπανσης του Σαρωνικού, μια άλλη «επιχείρηση» στήθηκε, με πολύ πιο γρήγορα αντανακλαστικά από τα αστικά επιτελεία, που μιλάνε για «μεμονωμένες» περιπτώσεις και «έκτακτα» περιστατικά, καλώντας την κυβέρνηση να πάρει μέτρα, ώστε ο νέος κύκλος ανάπτυξης να αποβάλει τους «τυχοδιώκτες» επιχειρηματίες και να βασιστεί στους «υγιείς» και «καθαρούς», που δεν θα διαπλέκονται με το αστικό κράτος, θα τηρούν τη νομοθεσία κ.ο.κ. Η «βρώμικη» αυτή επιχείρηση έχει ως στόχο να ξεπλύνει τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που γεννάει - σταθερά και επαναλαμβανόμενα σε όλο τον κόσμο - παρόμοια εγκλήματα.

Επαγρύπνηση




«Υπάρχει μια πραγματική δίψα για αμερικανική παρουσία στην περιοχή, από όλους, πολιτικούς, επιχειρηματίες...». Η παραπάνω διαπίστωση του πρέσβη των ΗΠΑ, σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», συμπυκνώνει ίσως με τον καλύτερο τρόπο το τι σημαίνει «διεθνές κύρος» της χώρας, για το οποίο μίλησε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, και το πώς η «προσέλκυση επενδύσεων», που σε όλες τις πτώσεις κλίνουν τόσο η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ όσο και η ΝΔ, μαζί με τα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης, συνοδεύεται από την ενίσχυση της στρατιωτικο-πολιτικής παρουσίας του ΝΑΤΟ. Η νέα αυτή παρέμβαση του αξιωματούχου των ΗΠΑ στην Ελλάδα, μετά τις απανωτές βόλτες του σε όλη τη χώρα, αποτελεί ένα πραγματικό πανόραμα, που δείχνει ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη, οι επιχειρηματικές συμφωνίες με ενεργειακούς κολοσσούς πάνε χέρι - χέρι με την ακόμα βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους στρατιωτικούς σχεδιασμούς ισχυρών καπιταλιστικών κρατών και συμμαχιών τους στην περιοχή.
Οχι τυχαία, άλλωστε, στην ίδια συνέντευξη χώρεσαν αναφορές τόσο στα σχέδια αμερικανικών μονοπωλίων για επενδύσεις όσο και στην ίδια τη θέση της Ελλάδας, που για τις ΗΠΑ αποτελεί γερό χαρτί για την παρουσία τους ευρύτερα στην περιοχή.
Εχουμε και λέμε: Από τη βάση της Σούδας, που αναβαθμίζεται, μέχρι την Αλεξανδρούπολη, που χαρακτηρίζεται από τις ΗΠΑ «πύλη εισόδου» στα Βαλκάνια, αλλά και την αξιοποίηση συνολικά της Βόρειας Ελλάδας για να μπει φρένο στην «ενεργειακή εξάρτηση» της Ευρώπης από τη Ρωσία, γίνεται σαφές από τι αποτελείται το παζλ της «γεωστρατηγικής αναβάθμισης», ως στοιχείο της περιβόητης παραγωγικής ανασυγκρότησης που προωθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.
Ο Αμερικανός πρέσβης στη συνέντευξή του δεσμεύτηκε για κλιμάκωση της δραστηριότητας των ΗΠΑ στη Βόρεια Ελλάδα, εξαίροντας τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης στην κατεύθυνση της ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Αυτό ονομάζουν τόσο η κυβέρνηση των ΗΠΑ όσο και η κυβέρνηση «Ελλάδα - νησίδα σταθερότητας», το γεγονός δηλαδή ότι πρωτοστατούν στην υλοποίηση των επικίνδυνων σχεδιασμών στην ευρύτερη περιοχή.
Αν αποδεικνύεται κάτι από αυτήν την πολύμορφη εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι ότι μαζί με τις επενδύσεις «προσελκύονται» και οι πολεμικοί σχεδιασμοί, η «επιστράτευση» γης, θάλασσας και αέρα από τις ΝΑΤΟικές δυνάμεις, η συμμετοχή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων σε αποστολές εκτός συνόρων. Ολα μαζί, επενδύσεις και εμπλοκή στους ανταγωνισμούς, συνθέτουν ένα πολύ επικίνδυνο μείγμα για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Από τη μία, η καπιταλιστική ανάπτυξη επιβάλλει την ένταση της αντεργατικής επίθεσης και, από την άλλη, η συγκέντρωση των στρατιωτικών μέσων στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, ως ομπρέλα υπεράσπισης των επενδυτικών σχεδίων, γιγαντώνει τους κινδύνους για όλους τους λαούς.
Στην κούρσα, λοιπόν, της «γεωστρατηγικής αναβάθμισης» της εγχώριας αστικής τάξης, η κυβέρνηση παίζει με τη φωτιά, ενώ παραμένουν σοβαρά ερωτήματα για τον εκσυγχρονισμό της βάσης του Αράξου, με σκοπό, όπως ακούγεται, να εγκατασταθούν εκεί αμερικανικά πυρηνικά όπλα. Τέτοιες ανησυχητικές εξελίξεις, που μάλιστα δεν διαψεύδονται από την κυβέρνηση, δείχνουν ότι η πολιτική αυτή όχι μόνο δεν διαφυλάσσει τα συμφέροντα της χώρας, αλλά βάζει σε μεγαλύτερους κινδύνους το λαό. Τον εκθέτει στους σφοδρούς ανταγωνισμούς, σε μια περίοδο που οι εστίες της έντασης εκτείνονται από την Κορεατική Χερσόνησο μέχρι τη Μ. Ανατολή και τη Β. Αφρική και από εκεί μέχρι τα Δυτικά Βαλκάνια και την Ουκρανία. Είναι τουλάχιστον απάτη, λοιπόν, ο ισχυρισμός ότι ο λαός σε αυτές τις εκρηκτικές συνθήκες «προστατεύεται» με τη βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Οι εξελίξεις επιβάλλουν επαγρύπνηση, αφύπνιση και ένταση της πάλης του εργατικού - λαϊκού κινήματος ενάντια στους ΝΑΤΟικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και στην ελληνική συμμετοχή σε αυτούς.

18 Σεπ 2017

Ο Κ. Μητσοτάκης και η Χρυσή Αυγή

ο χειρότερο στην πολιτική δεν είναι ο καταρτισμένος ιδεολογικός και πολιτικός αντίπαλος αλλά ο αντίπαλος που είναι ημιμαθής και ιδεοληπτικός.
Αναμφίβολα ο Κ. Μητσοτάκης δεν είναι φασίστας ούτε ακροδεξιός, παρόλο που ο νεοφιλελευθερισμός του- έτσι όπως τον διατυπώνει στο λόγο του- παραπέμπει σε οικονομικά μοντέλα τα οποία μόνο στην Χιλή του Πινοσέτ εφαρμόστηκαν. Το πρόβλημα για τον αρχηγό της ΝΔ γίνεται ακόμη χειρότερο- κι εν πολλοίς επικίνδυνο- αν ληφθεί υπόψη ότι δεν έχει μόνο αυτές τις αντιλήψεις αλλά περιβάλλεται και στηρίζεται από ακροδεξιούς και- γιατί όχι- ανθρώπους εκπαιδευμένους από τον εγχώριο φασισμό.
Το μείγμα είναι εκρηκτικό, κάτι που φάνηκε στην ομιλία του Κ. Μητσοτάκη το περασμένο Σάββατο στη Θεσσαλονίκη. Είπε ανάμεσα σε άλλα:
«Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα».
Ορισμένες παρατηρήσεις είναι επιβεβλημένες:
Πρώτον, ο Κ. Μητσοτάκης δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της ισότητας, όχι με τους όρους των μαρξιστών αλλά με τους όρους του κλασικού φιλελευθερισμού των αστικών επαναστάσεων. Η ισότητα αφορά σε δικαιώματα και υποχρεώσεις σε μια οργανωμένη κοινωνία κατά την κλασική αστική έννοια. Δεν αφορά στο πανομοιότυπο των ανθρώπων.
Δεύτερον, οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί μεταξύ τους και στις κληρονομικές και στις επίκτητες ιδιότητες που φέρουν (Κοντοί, ψηλοί, όμορφοι, άσχημοι, λευκοί, μαύροι, χριστιανοί, μουσουλμάνοι, μαθηματικοί, γιατροί, εργάτες, ελεύθεροι επαγγελματίες, γέροι, νέοι, γυναίκες άνδρες, παιδιά κ.ο.κ.). Υπάρχει μια ατέλειωτη σειρά χαρακτηριστικών στους ανθρώπους που στον καθένα ξεχωριστά μεταφράζονται σε συγκεκριμένες δεξιότητες και ταλέντα. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν γενικά φυσικά- αντικειμενικά κριτήρια σύγκρισης των μελών μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Οποιαδήποτε προσπάθεια σύγκρισης καταλήγει σε ρατσιστικού χαρακτήρα επιλογές και κριτήρια.
Κοινωνικά κριτήρια διάκρισης μεταξύ των ανθρώπων υπάρχουν; Ασφαλώς και υπάρχουν. Είναι τα ταξικά κριτήρια κάθε κοινωνίας. Αλλά ο Κ. Μητσοτάκης δεν αναφέρθηκε σ’ αυτό. Στην ανθρώπινη φύση αναφέρθηκε.
Το δυστύχημα για τον αρχηγό της ΝΔ είναι πως οι αντιλήψεις του περί ισότητας έχουν διατυπωθεί νωρίτερα από τους εκπροσώπους των φασιστικών κινημάτων. Για να μην πάμε μακριά θα θυμίσουμε τι έχει πει η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Σ’ ένα παλιότερο κείμενό της με τίτλο «Τι είναι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ;», ανάμεσα σε άλλα διαβάζουμε:
«Ο ΙΣΟΠΕΔΩΤΙΣΜΟΣ — Το σύστημα χρησιμοποιεί σαν βασικό του όπλο τις ισοπεδωτικές ιδεολογίες, τις ιδεολογίες δηλαδή, που ισχυρίζονται ότι αφ' ενός μεν δημιουργούν ένα καθεστώς ισότητος μεταξύ των ανθρώπων αφ’ ετέρου δε πως οι άνθρωποι μεταξύ τους είναι από τη φύση τους ίσοι. Η ισότης είναι ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα του Συστήματος τόσο γιατί πουθενά σε κανένα κράτος δεν υπάρχει, αλλά πολύ περισσότερο γιατί η ανισότης και η ποικιλία είναι απαράβατος Φυσικός Νομός. Απέναντι σ’ αυτήν την ψεύτικη αρχή της ισότητος εμείς αντιπαρατάσσουμε τον Φυσικό Νόμο της Ιεραρχίας» (Περιοδικό Χρυσή Αυγή, τεύχος 17 (30) Οκτώβριος 1987).

Υπάρχει πλήθος τέτοιων αναφορών στα έντυπα της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ που θα μπορούσε κανείς να φτιάξει ολόκληρο βιβλίο με αποσπάσματα και αναφορές. Δεν χρειάζεται. Αρκούμαστε σε ένα σχόλιο. Είτε από ανικανότητα είτε από πολιτική σκοπιμότητα, ο Κ. Μητσοτάκης έχει αφήσει τεράστιο χώρο στα ακροδεξιά και φασιστικά στοιχεία της παράταξής του σε σημείο μάλιστα που να μετατρέπεται ο ίδιος σε εκφραστή των αντιλήψεων τους. Αυτό δεν μπορεί να το παραβλέψει κανείς. Ούτε να υποτιμήσει τους κίνδυνους που εμπεριέχει.

Εσύ ψηφοφόρε της Χρυσής Αυγής το ήξερες αυτό; (ΒΙΝΤΕΟ)

Στον Γερμανικό «παράδεισο» η φτώχεια αυξάνεται συνεχώς

Στην εκπομπή «Klartext» του ZDF η Μέρκελ δέχτηκε ερωτήσεις για τη φτώχεια και τη φροντίδα των ηλικιωμένων. Μια καθαρίστρια είπε ότι μετά από 40 χρόνια δουλειάς παίρνει σύνταξη 645 ευρώ (κάτω ακόμη κι από το όριο της φτώχειας), για να απαντήσει η καγκελάριος ότι «δεν έχουν όλοι οι συνταξιούχοι στη Γερμανία μια κακή ζωή». Να σημειωθεί ότι οι Σοσιαλδημοκράτες προτείνουν πάγωμα των συντάξεων στο σημερινό 48% του μέσου μισθού, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες δεν αποκλείουν την παραπέρα μείωση των συντάξεων.
Το επίπεδο των συντάξεων στη Γερμανία, δηλαδή το τμήμα της σύνταξης που καταβάλλεται από το κράτος, έχει πάρει τον κατήφορο την τελευταία δεκαετία, παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη, τα αυξημένα έσοδα από τη βαριά λαϊκή φορολογία, τα πλεονάσματα στον προϋπολογισμό και το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Το 2005 το επίπεδο συντάξεων ήταν στο 52,6% του μέσου μισθού και μέχρι το 2030 θα πέσει στο 44,7% υπολογίζει η κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, θα αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές από 18,7% στο 22%. Στο μεταξύ, ήδη συζητιέται η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 67 στα 70 χρόνια και μάλιστα αμέσως μετά τις εκλογές.
Επιπλέον, στην ίδια εκπομπή, ένας νοσηλευτής σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων σημείωσε ότι τόσο οι εργαζόμενοι σε αυτόν τον τομέα, όσο και οι ηλικιωμένοι είναι αντιμέτωποι με πολλά προβλήματα.
Όπως αναφέρει το Ινστιτούτο Έρευνας Αγοράς «Ράινγκολντ», οι Γερμανοί βλέπουν τα δυο κόμματα του μεγάλου συνασπισμού να γίνονται όλο και πιο όμοια, ενώ τα θέματα που τους απασχολούν είναι η κοινωνική αδικία, η παιδεία, οι σχέσεις πολιτικών με τη βιομηχανία κ. ά.
Νέα δημοσκόπηση
Σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση του ARD οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) παγιώνουν το προβάδισμά τους με 37%, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) πέφτουν στο 20%. Στην τρίτη θέση εμφανίζεται το αντιμεταναστευτικό – ευρωσκεπτικιστικό «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) με 12% και ακολουθούν το φιλελεύθερο «Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα» (FDP) με 9,5%, το σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα «Η Αριστερά» με 9% και οι Πράσινοι με 7,5%.
Στο μεταξύ, σχεδόν βέβαιη θεωρείται η επιμήκυνση της κοινοβουλευτικής περιόδου από τα 4 στα 5 χρόνια σε μια προσπάθεια για ακόμη πιο σταθερή αστική διακυβέρνηση, καθώς όλα τα κόμματα εμφανίζονται να συμφωνούν να ισχύσει μετά τις εκλογές του 2021.

Μη βαράτε τον Κυριάκο

Μια φορά είπε αυτό που πραγματικά πιστεύει ο Κυριάκος και πέσατε να τον φάτε. Τι είπε; Ότι πιστεύει πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι και αυτό επιβεβαιώνεται από την ανθρώπινη φύση. Αυτό πιστεύει, αυτό είπε. Και δεν του ξέφυγε λόγω ηλιθιότητας σαν κούκλα που χαιρετάει.
Είναι αλήθεια ότι οι (νεο)φιλελεύθεροι πιστεύαν πάντα ότι οι άνθρωποι δεν είναι στην πραγματικότητα ίσοι. Ότι η αγορά, η ελεύθερη οικονομία, ο καπιταλισμός δηλαδή είναι το πιο δίκαιο σύστημα γιατί ευνοεί τον ικανό. Το πώς κάποιος έγινε ικανός δεν τους ενδιαφέρει. Ούτε βέβαια τους ενδιαφέρει αν η ικανότητα μεταφράζεται σε ικανότητα να εκμεταλλευτείς, να κλέψεις, να ποδοπατήσεις. Είναι ικανότητα. Στο δικό τους πολιτισμικό, κοινωνικό σύμπαν είναι θεμιτό να μπορείς να γίνεις αυτός που θα εκμεταλλευτεί, αυτός που θα κερδίσει με όποιο –μακιαβελικό- τρόπο. Δεν απασχολεί την πολιτική οικονομία ο τρόπος, ούτε απαιτεί κάτι πέρα από τα νούμερα. Με αυτά ας ασχοληθεί η ηθική. Τα γράφει ο Μαρξ στα Χειρόγραφα από το 1844. Τι μας κάνει σήμερα εντύπωση;
Δεν θέλουν μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι θα είναι ίσοι. Δεν πιστεύουν ότι πρέπει να έχουμε όλοι ίσες ευκαιρίες, ίσα δικαιώματα. Άλλωστε αν αυτό συνέβαινε δεν θα προέκυπταν τα τεράστια κέρδη αυτών που καθοδηγούν τους πολιτικούς εκφραστές αυτής της αντίληψης.
Αντίθετα, θέλουν και επιδιώκουν μια ανθρωπότητα που για κάθε 99 φτωχούς θα έχει έναν πλούσιο. Μια κοινωνία που για κάθε 100 που θα αυτοκτονούν γιατί δεν θα αντέχουν αυτή τη ζωή, πνιγμένοι από τα χρέη, θα υπάρχει ένας που θα αγοράζει μια καινούρια έπαυλη. Για κάθε ένα εκατομμύριο που θα ζει σε φαβέλες θα υπάρχουν δέκα «αυτοδημιούργητοι» που θα απολαμβάνουν τα ακριβά τους πούρα σε κάποιο πολυτελές resort. Για κάθε έναν αστακό που χωνεύεται σε κάποιο καπιταλιστικό στομάχι θα υπάρχουν χιλιάδες που θα πεθαίνουν από την πείνα.
Οι «Κούληδες» πιστεύουν, θέλουν και επιδιώκουν μια κοινωνία ανισότητας. Και έτσι την έχουν σχεδιάσει. Έτσι την έχουν φτιάξει, ακόμα και σε μικρές λεπτομέρειες που δεν τις παρατηρεί κανείς με την πρώτη ματιά. Για να τα πετύχουν όλα αυτά είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα. Πολέμους, πραξικοπήματα, γενοκτονίες. Ό,τι βάζει και δεν βάζει ο νους. Το ότι δεν το έχουμε ακόμα χωνέψει είναι το ένα πρόβλημα.
Το άλλο πρόβλημα είναι να στεκόμαστε στη μοναδική ειλικρινή διατύπωση του Μητσοτάκη και να αφήνουμε να περάσουν οι υπόλοιπες ξύλινες διακυρήξεις του. Η εντιμότητα, η διάθεσή του να τα βάλει με τα συμφέροντα και τους διαπλεκόμενους επιχειρηματίες, η ανάπτυξη που θα έρθει να μας σώσει και οι θυσίες του λαού που θα πιάσουν τόπο, κοινώς, τα γνωστά ψέματα που ακούμε κάθε Σεπτέμβρη από το βήμα της ΔΕΘ.
Καλό χειμώνα!

ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΡΩΙΜΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (ΤΕΛΗ 4ου ΑΙΩΝΑ - 602)

 Στις 8 Σεπτέμβρη του 324, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος θεμελίωνε τη νέα πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας στην αρχαία αποικία των Μεγαρέων με το όνομα Βυζάντιο. Τα εγκαίνια της νέας αυτής πόλης, η οποία μετονομάζεται σε Κωνσταντινούπολη, έγιναν στις 11 Μάη του 330. Αυτή η ημερομηνία λογίζεται συνήθως ως αφετηρία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (ή Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας), η οποία διαδεχόταν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα ανατολικά εδάφη της τελευταίας. Ωστόσο, η οριστική διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε δυτική και ανατολική (Βυζάντιο) επήλθε μόλις το 395 από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄.

Η ΑΡΧΟΥΣΑ ΤΑΞΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

 Η πρώτη περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία εκτείνεται από τα τέλη του 4ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, χαρακτηρίζεται από την αργή κατάρρευση του αρχαίου δουλοκτητικού συστήματος. Η πολυπλοκότητα της βυζαντινής κοινωνίας κατά την πρώιμη αυτή εποχή συνίσταται, πρώτα απ’ όλα, στο ότι μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της άρχουσας τάξης της Αυτοκρατορίας. Αυτό συμβαίνει παράλληλα με τη μακρόχρονη και γεμάτη αναστολές προσχώρησή της στο Χριστιανισμό, που είχε ήδη επικρατήσει στην πλειοψηφία του φτωχού πληθυσμού ως θρησκεία των καταπιεζόμενων μαζών1.
Το κύριο σώμα αυτής της άρχουσας τάξης, που προερχόταν από το δουλοκτητικό κοινωνικό σύστημα, αποτελούσε η παραδοσιακή υστερορωμαϊκή συγκλητική αριστοκρατία2 στην οποία ενσωματώνονταν όλο και περισσότερο τα ανώτερα, πλουσιότερα στρώματα των βουλευτών των παρακμάζοντων επαρχιακών πόλεων3. Οι αρχαίες πόλεις άλλωστε όφειλαν την όποια ακμή και μακροημέρευσή τους στο σύστημα της δουλοκτησίας, με συνέπεια να παρακμάσουν μαζί με αυτό. Η ανάπτυξη του θεσμού του colonatus4 –ο οποίος αποτελούσε μια πρώιμη μορφή δουλοπάροικων σχέσεων– αφορούσε άλλωστε αποκλειστικά την ύπαιθρο, η οποία αναπτυσσόταν μαζί με αυτόν.
Ως τάξη, η παραδοσιακή συγκλητική αριστοκρατία δεν είχε το παραμικρό συμφέρον να προσχωρήσει στο Χριστιανισμό, παρά το γεγονός ότι η νέα θρησκεία απογυμνωνόταν όλο και περισσότερο από το κοινωνικό της περιεχόμενο και ότι στις γραμμές της συγκλητικής αριστοκρατίας προσχωρούσαν όλο και περισσότερο και οι επίσκοποι, δηλαδή η ηγεσία του χριστιανικού κλήρου από την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄. Εξετάζοντας την πορεία της πρωτοβυζαντινής άρχουσας τάξης μέσα στο χρόνο, διατυπώθηκε η αρχή της ανάπτυξης όλο και μεγαλύτερης ομοιογένειας ανάμεσα στους ανώτατους υπαλλήλους της Αυτοκρατορίας (honorati), στους συγκλητικούς (senatores) και στους ιδιώτες - μεγάλους γαιοκτήμονες (potentes). Η συνένωση των τριών αυτών κοινωνικών κατηγοριών αποτέλεσε τον πυρήνα της πρωτοβυζαντινής αριστοκρατίας5. Από αυτό το συμπέρασμα απορρέει και μια δεύτερη αρχή, σύμφωνα με την οποία η υστερορωμαϊκή (=πρωτοβυζαντινή) άρχουσα τάξη είχε τη μόνιμη τάση να μεταβληθεί σε μια τάξη γαιοκτημόνων της υπαίθρου6. Μιλώντας, π.χ., για τη συγκλητική αριστοκρατία της Ρώμης κατά τον 6ο αιώνα, ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος αναφέρει ως χαρακτηριστικά της 1) μέγιστον κτμα ν τ οσία7 και 2) μέγα τι χρμα8.
Από την άλλη μεριά, αναπτύσσεται όλο και περισσότερο η ταξική διαστρωμάτωση ανάμεσα στους ελεύθερους ανθρώπους. Το γεγονός ότι η πρωτοβυζαντινή κοινωνία χωρίζεται σαφέστατα τώρα σε κοινωνικές τάξεις φαίνεται ανάγλυφα από τη νομοθεσία του Ιουστινιανού Α΄, όπου αναφέρεται ρητά: πς ον ν οαδήποτε τάξει του βίου... κλπ.9 Έτσι, προκύπτει ότι η μοναδική κοινωνική διάκριση που έκανε η κλασική αρχαιότητα ανάμεσα σε ελεύθερους και δούλους ανήκει πια οριστικά στο παρελθόν και ανοίγει μια νέα περίοδος, όπου η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι θεωρητικά ελεύθεροι και χωρίζονται σε τάξεις το βίου, εκτός βέβαια από τους δούλους, ο αριθμός των οποίων όλο και μειώνεται, με συνέπεια να μην αποτελούν πια τη βασική παραγωγική δύναμη της κοινωνίας.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΜΑΖΙΚΕΣ ΛΑΪΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

 Η συνέχιση της ταξικής κυριαρχίας των μεγαλογαιοκτημόνων επί του λαού –έστω και με αντικατάσταση της εργασίας των δούλων στη γη από αυτή των κολόνων– ακόμα και μετά από την επικράτηση του Χριστιανισμού και η διάψευση των προσδοκιών του λαού για ουσιώδη βελτίωση των βιοτικών συνθηκών του (η βαθμιαία ερείπωση και πτώση των αρχαίων πόλεων αυξάνει τον αριθμό των περιπλανώμενων ακτημόνων) οδηγεί τη λαϊκή αγανάκτηση και απογοήτευση σε ιδιόμορφες αντιστάσεις. Η λογική αυτών των αντιστάσεων φαινόταν καθαρή: Αφού δικαιοσύνη στην κοινωνία δεν είχε επέλθει ακόμα και μετά από την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι ευσεβείς έπρεπε να την επιζητήσουν είτε μακριά από την κοινωνία (αναχωρητισμός) είτε διορθώνοντας τον επίσημο Χριστιανισμό, όπως αυτός είχε υιοθετηθεί από το επίσημο κράτος και τους επισκόπους. Ως αρχικά κινήματα διαμαρτυρίας ενάντια στη διαιώνιση της κοινωνικής αδικίας, στην πρώτη περίπτωση προέκυψε ο μοναχισμός (οι απαρχές του οποίου δεν έχουν εξακριβωθεί ακόμα από την επιστήμη10), στη δεύτερη, οι αιρέσεις11.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η πρωτοβυζαντινή άρχουσα τάξη και το κράτος της δεν έμειναν αδρανείς, αλλά πήραν άμεσα πρωτοβουλία. Όσον αφορά το μοναχισμό, τον έκαναν αποδεκτό και τον ενσωμάτωσαν ιδρύοντας μοναστήρια μέσα στις μεγάλες πόλεις (Αντιόχεια, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη), όπου η επιρροή της άρχουσας τάξης και των επισκόπων ήταν μεγάλη. Τα μοναστήρια αυτά ήταν κατά κανόνα ορθόδοξα –δηλαδή πιστά στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων που ορίζουν οι επίσκοποι– και εχθρεύονταν τις αιρέσεις. Παράλληλα, η άρχουσα τάξη θα υπαγάγει τα μοναστήρια και τους μοναχούς στην απόλυτη δικαιοδοσία των κατά τόπους επισκόπων (το έτος 451)12.
Όσον αφορά, τώρα, την περίπτωση των αιρέσεων, η καθεστηκυία τάξη αξιοποιεί στο έπακρο το «όπλο» των Οικουμενικών Συνόδων. Οποτεδήποτε νιώθει να απειλείται ή να κλονίζεται είτε από τους ανυπότακτους μοναχούς είτε από τα μεγάλα πλήθη των αιρετικών –κυρίως στις απέραντες ανατολικές επαρχίες όπου δεσπόζουν οι μεγάλες ιδιοκτησίες της γης– συγκαλεί Οικουμενικές Συνόδους. Με αυτόν τον τρόπο οριοθετεί κάθε φορά την ορθοδοξία όπως επιθυμεί και στη συνέχεια την επιβάλλει βίαια στους αιρετικούς, οι οποίοι πατάσσονται ακόμα και με τη χρήση των όπλων, με μαζικές αιματοχυσίες και εκτελέσεις. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα μετά από τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 45113, οπότε αρχίζει και η βαθμιαία μεταστροφή τής έως τότε κατά μεγάλο ποσοστό ειδωλολατρικής14 άρχουσας τάξης, όχι πια προς τον αρχέγονο Χριστιανισμό της κοινωνικής ισότητας, αλλά προς την ορθοδοξία των τεσσάρων πρώτων Οικουμενικών Συνόδων15.
Οι μαζικές λαϊκές διεκδικήσεις απέναντι στην όλο και πιο πολωμένη κοινωνική πραγματικότητα αρχίζουν ήδη να αποκτούν μια θρησκευτική πρόσοψη. Οι μοναχοί αποτελούν πράγματι την εμπροσθοφυλακή του λαού, όσο καιρό ακόμα η μεγάλη πλειοψηφία της άρχουσας τάξης είναι ανοιχτά ειδωλολατρική (σχηματικά, σε ολόκληρη τη διάρκεια του 4ου αιώνα και μέχρι το έτος 451 που έλαβε χώρα η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος) και γι’ αυτό η κύρια προσπάθεια της άρχουσας τάξης συνίσταται στο να προσπαθεί να τους υποτάξει. Οι μοναχοί με τις εισβολές τους στους (πάμπλουτους μέχρι τότε) ειδωλολατρικούς ναούς και με τις διάφορες βιαιοπραγίες τους προκαλούν τις διαμαρτυρίες, πρώτα του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363) και ύστερα του ρήτορα Λιβάνιου16 προς τα τέλη του 4ου αιώνα. Σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές που, βεβαίως, είναι αντίθετες προς τις λαϊκές ταραχές, λεξανδρέων δμος πλέον τν λλων δήμων χαίρει τας στάσεσιν17.
Η Αλεξάνδρεια, άλλωστε, είναι ακόμα την εποχή αυτή η πιο πολυπληθής και πυκνοκατοικημένη πόλη της αυτοκρατορίας. Το έτος 415, 500 περίπου μοναχοί της Αιγύπτου λιθοβολούν τον έπαρχο Ορέστη με πρόσχημα την ειδωλολατρία του18, ενώ « τς κκλησίας λας», σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή19, θα κατακρεουργήσει ένα επιφανές μέλος της ειδωλολατρικής άρχουσας τάξης, την (πανέμορφη και πάμπλουτη) φιλόσοφο Υπατία. Έναν αιώνα αργότερα, ο πολύς Προκόπιος θα μας πληροφορήσει ότι ο πληθυσμός της Αλεξάνδρειας αποτελείται από πτωχούς20, ενώ ο αυτοκράτοράς του Ιουστινιανός Α΄ (527-565) που το έτος 539 εκδίδει τη μακροσκελή Νεαρά21 του για την Αίγυπτο, τονίζει ότι πρέπει μηδν ταραχδες γίνεσθαι κατ τν δμον22. Έτσι, ο αυτοκράτορας στρατιωτικοποιεί τη ζωή στις επαρχίες της Αιγύπτου, ενώ επανέρχεται στις δημοτικας στάσεσι τν λεξανδρέων23 στους δημοσίους θορύβους κατ τν λεξανδρέων24 και στους τν λεξανδρέων στασιώδεις25 ενώ, σε μια άλλη Νεαρά του (αρ. 7), ο αυτοκράτορας θα καταλογίσει στους Αλεξανδρείς και τους Αιγύπτιους γενικά δεινν πλημμέλημα26. Η επόμενη αυτοκρατορική Νεαρά του είναι ακόμα πιο αποκαλυπτική ως προς τη γενική πορεία της κοινωνικής κατάστασης: Πολλή αδικία τσάκισε τους υπηκόους μας, λέει, φτάνοντάς τους έως την πενία, έως και σε τέλεια απορία27. Στη στροφή από τον 5ο στον 6ο αιώνα οἱ δῆμοι Ἀλεξανδρείας τῆς μεγάλης ἐστασίασαν και πάλι28.
Τόσο η επίσημη αυτοκρατορική διαπίστωση για τη γενική φτώχεια των υπηκόων, όσο και οι απειλούμενες εξεγέρσεις στην πολυάνθρωπη Αλεξάνδρεια –όπου συρρέουν εξαθλιωμένοι πληθυσμοί από τις μικρές και μεσαίες αρχαίες πόλεις που παρακμάζουν και ερειπώνονται– και στην επίσης πολυάνθρωπη Αντιόχεια της Συρίας, όπου ο λαϊκότερος δήμος29 των Πρασίνων (ο δήμος των Βένετων θεωρείται ολιγαρχικότερος) πήρχετο δημοκρατον τος ρχουσιν30, υπογραμμίζουν το ότι η λαϊκή δυσαρέσκεια έχει την τάση να εκδηλώνεται στις μεγάλες πόλεις που είναι, βέβαια, λίγες (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Θεσσαλονίκη και, φυσικά, η νέα πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη που αναπτύσσεται συνεχώς). Επί της βασιλείας του Αναστάσιου (491-518), στην Αντιόχεια Πρασίνοις κα Βενέτοις πανταχ πήρχετο στασιάζουσιν31 και δεν είναι σπάνιες οι ταραχές σε αθλητικούς αγώνες, όπου συγκεντρώνεται πολύς λαός32. Οι αυτοκρατορικές κρατικές αρχές αντιδρούν με κδίκησιν κα φόβον ν τ πόλει33.
Αν, όμως, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης αυξάνεται σταθερά (σε βαθμό που οι σύγχρονοι ιστορικοί να παρομοιάζουν την τότε ανάπτυξή της με την ανάπτυξη στη Νέα Υόρκη στα χρόνια 1880-1927), η αυτοκρατορική νομοθεσία έχει τη δική της εκτίμηση: α μν παρχίαι τν αυτν οκητόρων γυμνονται, μεγάλη δ ατη πόλις μν διενοχλεται πλήθουσα διαφόρων ανθρώπων, κα μλιστα γεωργν, τς τε οκείας πόλεις κα τν γεωργίαν πολιμπανόντων, θα διακηρύξει η Νεαρά αρ. 8034, ταυτόχρονα με τις Νεαρές που αφορούν την Αίγυπτο και την αστυνόμευσή της. Με λίγα λόγια, οι φτωχοί επαρχιακοί πληθυσμοί που συρρέουν στην πρωτεύουσα είναι ανεπιθύμητοι από το κράτος. «Ο πολύς κόσμος που έρχεται για ποικίλους λόγους στην Κωνσταντινούπολη δεν έχει συνήθως χρήματα για να στεγαστεί», λέει ο πανηγυριστής των κτισμάτων του Ιουστινιανού Προκόπιος35, ενώ, αντίθετα, οι πλούσιοι χτίζουν αληθινά ανάκτορα όχι από ανάγκη, λλ’ ς βριν κα τρυφν ρον οκ χουσαν, κα σα λλα πλούτου ξουσία ς τος νθρώπους οσα ποιε36. Πρόκειται, φυσικά, για έναν ιστορικό που εμπνέεται από τη δουλοκτητική αρχαιότητα, η ψυχρή όμως θεώρηση του οποίου τον οδηγούσε σε κάποιες κρίσεις πολύ κοντά στην πραγματικότητα.
Γενικά, η κοινωνική κατάσταση στην πρωτεύουσα απέχει πολύ από το να αντιστοιχεί σε μια εδαίμονα πόλιν καθ’ μς, όπως διατείνονται οι επίσημες πηγές37, κάποιες από τις οποίες μιλούν ανοιχτά και για bellum ple-beium inter Byzantios (πληβειακό/λαϊκό πόλεμο ανάμεσα στους Κωνσταντινουπολίτες)38 για το έτος 491, ενώ για το έτος 507 γίνεται λόγος καθαρά για λαϊκή εξέγερση (seditio popularis)39 ή για δημοτικ πανάστασιν40 που, βεβαίως, καταπνίγεται από το στρατό. Όπως αναφέρει σχετικά και η δημώδης Χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα41, κα πλήθους πείρου φονευθέντος, εταξία γένετο μεγάλη κα φόβος οκ λίγος ν Κωνσταντινουπόλει κα ν κάστ πόλει τς Ρωμανίας42.
Πέρα από συμβατικές εκφράσεις που συνοδεύουν την επιβολή του νόμου και της τάξης πάνω στο λαϊκό κίνημα (π.χ., πολλν δ συσχεθέντων κα τιμωρηθέντων γένετο συχία43), ο όρος που χρησιμοποιούν τα περισσότερα κείμενα για να δηλώσουν την αιματηρή, κατά κανόνα, κατάπνιξη μιας λαϊκής εξέγερσης είναι κατάστασις (το αντίθετο του στάσις=ανταρσία)44. Αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά την εξουσία το έτος 527, ο Ιουστινιανός ες πσαν πόλιν της Ρωμαϊκς πολιτείας ποιήσας μεγάλην κατάστασιν … φόβον ενδειξάμενος ες πάσας τς παρχίας45. Ως αποτέλεσμα της ιουστινιάνειας κρατικής τρομοκρατίας στην Αντιόχεια (και αλλού, όπως φαίνεται), πρς λίγον καιρν γένοντο ν φιλί ο δμοι46.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΑ

 Αυτό που προκύπτει πεντακάθαρα από την όλο και εντονότερη πτώση, ερείπωση και ερήμωση των αρχαίων μικρών και μεσαίων πόλεων είναι ότι η λαϊκή ένδεια και η συνεπακόλουθη αγανάκτηση των λαϊκών μαζών συγκεντρώνεται στις λίγες μεγάλες πόλεις που απομένουν όρθιες στην Αυτοκρατορία του 6ου αιώνα. Το δικαίωμα του λαού να συναθροίζεται και να εκφράζει τη γνώμη του είχε παραχωρηθεί από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Α΄ με ένα διάταγμα του έτους 33147 και, από τότε, οι Αρχές συνήθιζαν να το σέβονται, στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης τουλάχιστον έτσι, ώστε να θεωρηθεί από τη σύγχρονη έρευνα48 ότι το διάταγμα αυτό του Κωνσταντίνου αποτελούσε αναγνώριση των συνταγματικών δικαιωμάτων των λαϊκών μαζών και ότι αυτό το τελευταίο βρίσκει ανταπόκριση στη βυζαντινή κοινωνική συνείδηση της εποχής. Πριν συνεχίσουμε, αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι δεν μπορούμε παρά να σταθούμε κριτικά απέναντι στην ανιστόρητη και λανθασμένη μεθοδολογικά ταύτιση του όποιου δικαιώματος έκφρασης γνώμης στην περίοδο του πρώιμου Βυζαντίου με τα σύγχρονα αστικά συνταγματικά δικαιώματα.
Γενικά όμως, ο ιστορικός Προκόπιος επιχειρώντας να εξιστορήσει από την αρχή τα γεγονότα της Στάσης του Νίκα το έτος 532, αρχίζει με τη διαπίστωση ότι η εξέγερση αυτή του λαού ( στάσις τ δήμ) αιφνιδίασε τους πάντες και κατέληξε να γίνει η πιο τρομερή απ’ όλες τις εξεγέρσεις και είχε κακό τέλος και για το λαό και για τη σύγκλητο (τ τε δήμ κα τ βουλ)49. Μέσω αυτής της διατύπωσης, ο Προκόπιος αναγνωρίζει στις δυο αυτές κοινωνικές ομάδες που κατονομάζει ως τις κύριες δυνάμεις της κοινωνίας, όπως ακριβώς συνέβαινε και στην Αρχαιότητα (δοξε τ βουλ κα τ δήμ).
Ο Ιππόδρομος ήταν το κύριο μέρος όπου μπορούσαν να συναθροιστούν ελεύθερα ο δμοι ή δμος (όροι ταυτόσημοι, τις περισσότερες φορές). Οι δμοι ν πόλει κάστ ς τε Βενέτους κ παλαιο κα Πρασίνους διρηντο, μας διαβεβαιώνει ο πολύς Προκόπιος50, έτσι, ώστε, όταν ορισμένες βυζαντινές πηγές μνημονεύουν τους όρους δμος τν Βενέτων ή δμος τν Πρασίνων51, να γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι η σημασία και το περιεχόμενό τους είναι πολύ στενότερα από εκείνα των όρων ο δμοι (=τα πλήθη) ή δμος που διατηρεί την αρχαία του έννοια και σημαίνει το σύνολο των ελεύθερων πολιτών μιας πόλης. Τα μέλη της συγκλητικής αριστοκρατίας, ιδιαίτερα τα νεότερα, μπορούσαν θαυμάσια να υποστηρίζουν στον Ιππόδρομο τους Πράσινους ή τους Βένετους και ορισμένοι αυτοκράτορες ήταν πολύ γνωστοί για τις προτιμήσεις τους: Οι γνωστοί ως ένθερμοι ή φανατικοί ορθόδοξοι αυτοκράτορες ήταν Βένετοι, όπως π.χ. ο Μαρκιανός52, πιθανότατα ο Λέων Α΄53 και, φυσικά, ο Ιουστίνος Α΄54 και ο ανιψιός του Ιουστινιανός, ο οποίος όμως εξέδωσε το τρομερό διάταγμα του έτους 527 που απαγόρευε τις ταραχές απ’ οποιονδήποτε55. Αντίθετα, οι αυτοκράτορες Θεοδόσιος Β΄ (Πράσινος)56, Ζήνων (Πράσινος)57 και Αναστάσιος (Ρούσιος, ως υποομάδα των Πρασίνων)58 έρεπαν προς το Μονοφυσιτισμό59 και, βεβαίως, οι ορθόδοξοι, και η επίσημη Εκκλησία τους απεχθάνονταν.
Οι διευκρινίσεις αυτές είναι απαραίτητες για την όσο γίνεται ακριβέστερη κατανόηση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στην οποία κατέληγε συνήθως η όξυνση της ταξικής πάλης επί τουλάχιστον δυο αιώνες. Οι λαϊκές εξεγέρσεις είχαν ως επίκεντρο την πρωτεύουσα επειδή, στις συνθήκες της αποσυντιθέμενης αρχαιότητας, ούτε οι επαρχιακές πόλεις παρουσίαζαν πλούσια κοινωνική ζωή με τη βαθιά παρακμή τους, ούτε στην ύπαιθρο οι κολόνοι είχαν ακόμα συνείδηση της κοινής τους τύχης. Οι αναμνήσεις της δουλοκτησίας στην ύπαιθρο ήταν ακόμα ζωντανές.
Ας δούμε όμως από την αρχή τα γεγονότα που οδήγησαν στη Στάση του Νίκα στην Κωνσταντινούπολη το 532 μ.Χ. Το διάστημα ανάμεσα στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 451 και την άνοδο στο θρόνο του Ιουστίνου Α΄ το 518 χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια –αιματηρή πολλές φορές– της ορθόδοξης πια συγκλητικής αριστοκρατίας να επιβάλλει την ορθοδοξία κόντρα στους αιρετικούς. Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια συναντά σημαντικές δυσκολίες τόσο στη μονοφυσιτική Ανατολή όσο –σε συγκεκριμένες περιόδους– και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, όπου δεν έλειψαν οι περιπτώσεις που στον αυτοκρατορικό θρόνο ανέβηκαν άνθρωποι που χαρακτηρίστηκαν από τη συγκλητική αριστοκρατία ως αιρετικοί (Ζήνωνας και Αναστάσιος).
Η άνοδος στο θρόνο του Ιουστίνου Α΄ (518-527) σηματοδότησε την επικράτηση της ορθόδοξης συγκλητικής αριστοκρατίας. Η προσκόλληση με όλα τα μέσα της συγκλητικής άρχουσας τάξης στην κρατική εξουσία γίνεται ακόμα πιο έντονη μετά το 518. Αυτή η προσκόλληση δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται μια στροφή προς το παρελθόν, προς την αρχαιότητα, σε μια εποχή που αυτή βρίσκεται σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης. Έτσι, η άνοδος στο θρόνο του Ιουστίνου Α΄ σηματοδότησε αναδίπλωση προς αντιδραστική κατεύθυνση, με διωγμούς ενάντια στους πάσης φύσεως αιρετικούς, ενώ την ίδια περίοδο ενισχύεται η συγκλητική αριστοκρατία που τσακίζει δυο λαϊκές εξεγέρσεις, το 520 και το 52360, ενώ επιβάλλει βαριές ποινές για τους συμμετέχοντες.
Στην ίδια κοινωνικά αντιδραστική κατεύθυνση κινήθηκε και η δυναστεία του Ιουστινιανού (527-565) που διαδέχτηκε τον Ιουστίνο Α΄. Η περίοδος αυτή, η οποία χαρακτηρίστηκε από το βυζαντινολόγο Ερνέστο Στάιν (E. Stein)61 ως «αρχαιότητα μέσα στο Μεσαίωνα», παρέτεινε τη ζωή της παλιάς κοινωνίας η οποία βασιζόταν στην κυριαρχία της αρχαιογενούς συγκλητικής αριστοκρατίας για περισσότερο από έναν αιώνα, χωρίς φυσικά να μπορέσει να αποτρέψει στη συνέχεια τον αναπόφευκτο θάνατό της. Ο Ιουστινιανός δείχνει με τη φιλοπόλεμη εξωτερική του πολιτική –η οποία συνίστατο στην επιδίωξη ανάκτησης της χαμένης ρωμαϊκής Δύσης– τάσεις υπερφαλάγγισης των επιδιώξεων της συγκλητικής αριστοκρατίας και ανεξαρτησίας από αυτήν, με την έννοια ότι η παρακμασμένη αυτή συγκλητική αριστοκρατία δείχνει να εναποθέτει όλες τις ελπίδες της σε αυτόν τον αυτοκράτορα, παραχωρώντας του μεγάλα περιθώρια κινήσεων62.
Γι’ αυτό, όταν ξεσπάει η Στάση του Νίκα, δείχνει να κατευθύνεται κύρια ενάντια στον αυτοκράτορα, κάτι που οδήγησε ορισμένους ιστορικούς να της αποδίδουν … αντιδυναστικό χαρακτήρα. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η Στάση του Νίκα ξεπέρασε όλες τις προγενέστερες εξεγέρσεις και σε έκταση και σε διάρκεια, αλλά προπαντός στην εντύπωση και ανάμνηση που άφησε στους μεταγενέστερους, έτσι ώστε όλες οι κύριες πηγές της εποχής να της αφιερώνουν εκτενείς αφηγήσεις, τονίζοντας όλες το αιματηρό τέλος της.
Στη γενίκευση της εξέγερσης, ο λαός της πρωτεύουσας προχώρησε ενωμένος. Οι σημερινοί ιστορικοί και φιλόλογοι μένουν έκπληκτοι με την επιδεξιότητα με την οποία οι πηγές εναλλάσσουν στη διήγησή τους τους όρους ο δήμοι (δηλαδή οι Πράσινοι και οι Βένετοι) με την αρχαιοπρεπή έκφραση δμος που σημαίνει το σύνολο των πολιτών μιας πόλης και που την αναλύουν ανάλογα: …τ πλήθη φιλιάσαντα, λέει ο Μαλάλας63, δμος … ξυμφρονήσαντες, λέει ο αρχαΐζων Προκόπιος64. Αυτές οι αναφορές αναδεικνύουν τη σύμπνοια των λαϊκών μαζών που φωνάζουν «Νίκα, νίκα», επειδή αρχικά δεν τολμάει να τους επιτεθεί ούτε ο στρατός, ούτε η φρουρά65. Αν αληθεύει η είδηση αυτή, τότε πρόκειται μόνο για μια πρώτη συμπλοκή, που έδωσε στο λαό το συναίσθημα της νίκης και της υπεροχής.
Όλα άρχισαν, φυσικά, στον Ιππόδρομο την Κυριακή 11 Γενάρη του 532. Διαμέσου των λαϊκότερων Πράσινων, ο λαός ζήτησε να επικοινωνήσει με τον αυτοκράτορα για να εκφράσει την αγανάκτησή του από τις αδικίες των αξιωματούχων66, σε ύφος παρακλητικό, απειλητικό και ειρωνικό μαζί: Ξέρουμε καλά ποιοι μας αδικούν, αλλά, αν τους κατονομάσουμε, μπορεί να ανταμειφθούν περισσότερο! Ο αυτοκρατορικός μανδάτορας –που ήταν επιφορτισμένος με τη μεταβίβαση των διαταγών του αυτοκράτορα– απαντάει στο όνομα του Ιουστινιανού που παραβρίσκεται, αφού ο αυτοκράτορας δε συνομιλεί με τα πλήθη: Αρχικά, προσποιείται άγνοια, στη συνέχεια αρνείται τις αδικίες στο λαό, τέλος περνάει σε συγκαλυμμένες απειλές: Δεν είστε Ορθόδοξοι, αλλά αιρετικοί. Η πίεση ανεβαίνει: Ε μ συχάζητε, ποκεφαλίζω μς. Οι μάζες επικαλούνται την αυτοκρατορική κατανόηση: Τυπικά, έχουμε ελευθερίες, αλλά δεν επιτρέπονται εκδηλώσεις67, προσπαθούν να εξηγήσουν, αλλά τώρα ο αυτοκράτορας οργίζεται: τοιμοθάνατοι, οδ τν ψυχν μν φείδεσθε; λέει ο μανδάτορας, χωρίς να κρύβει τις προθέσεις της εξουσίας. Για λίγο, η συνοχή των μαζών βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι Βένετοι, ευνοούμενοι του Ιουστινιανού68 και από παράδοση ολιγαρχικοί, είναι έτοιμοι να ορμήσουν στους Πράσινους (παλιά συνήθεια από την εποχή του υπερορθόδοξου Ιουστίνου Α΄), κάτι που ευνοεί τα αυτοκρατορικά σχέδια για αιματηρή καταστολή. Οι Πράσινοι δείχνουν να υποχωρούν με μομφές προς τους Βένετους που μένουν στον Ιππόδρομο.
Το πώς φιλίωσαν ή ξυνεφρόνησαν οι μάζες την επομένη (Δευτέρα, 12 Γενάρη) παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιευκρίνιστο. Ο Προκόπιος δίνει την εξήγηση ότι ο λαός απαιτούσε την άμεση αντικατάσταση των έμπιστων ανθρώπων του Ιουστινιανού, που τους χαρακτήριζε μεγάλη απληστία69. Πράγματι, ο έπαρχος πραιτωρίων Ιωάννης Καππαδόκης, ο κοιαίστωρ Τριβωνιανός και ο έπαρχος της Πόλης Ευδαίμων70 αντικαταστάθηκαν από τους πατρίκιους Φωκά τον Κρατερό, Βασιλίδη και Τρύφωνα αντίστοιχα, αλλά ο Προκόπιος είναι αναγκασμένος να παραδεχτεί ότι η κατάσταση δε βελτιώθηκε καθόλου, ούτε μ’ αυτούς (οὐδὲν μέντοι ἧσσον ἡ στάσις ἐπ’ αὐτοῖς ἤκμαζε)71. Αντίθετα, μάλιστα. Τις στιγμές αυτές, ο λαός αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι εχθροί του δεν είναι μόνο ορισμένα συγκεκριμένα άτομα από την ολιγαρχία, αλλά σχεδόν όλοι οι εκπρόσωποί της.
Από την πρώτη μέρα, είχαν κιόλας αρχίσει οι συλλήψεις «πρωταιτίων» στο κέντρο της Πόλης72 και ο Ιουστινιανός το είχε δηλώσει καθαρά στον Ιππόδρομο: Η ποινή θα ήταν θάνατος. Την ώρα της εκτέλεσης, η σύγχυση πρέπει να ήταν τέτοια, ώστε δυο από τους δυστυχισμένους να πέσουν δυο φορές από την αγχόνη, χωρίς η φούρκα (το παλούκι) να τους αγγίξει. Δεν αποκλείεται ο δήμιος να μην έκανε επίτηδες καλά τη δουλειά του, αλλά σε τέτοιες δύσκολες στιγμές είναι δύσκολο να ξέρει κανείς ακριβώς. Το πλήθος απήγαγε με τη βία τους δυο μελλοθάνατους και οι μοναχοί του αγίου Κόνωνα τους εγκατέστησαν στο άσυλο του ναού του αγίου Λαυρεντίου στη λαϊκή συνοικία των Συκών (πέραν του Κερατίου), εγκαταλείποντας το επικίνδυνο κέντρο όπου η εξουσία είναι πάντα ισχυρή.
Η επιτυχία αυτή δίνει θάρρος στα πλήθη, που προχωρούν τώρα πιο άφοβα προς το κέντρο καίγοντας και λεηλατώντας. Στο σημείο αυτό οι πηγές είναι κατηγορηματικές: Δεν κάηκαν μόνο οι προσβάσεις του Παλατιού, η παλιά Αγία Σοφία, η παλιά Αγία Ειρήνη, το μέγαρο της Συγκλήτου και όλα τα μνημεία ως το Ζεύξιππο και το Πεδίον του Άρεως. Κάηκαν και πολυτελή μέγαρα πλουσίων73, αποδεικνύοντας έτσι ότι θεωρούνταν και αυτοί εχθροί, ενώ μια εμφάνιση των στρατιωτών δεν έχει άλλο αποτέλεσμα, παρά να εξοργίσει τον κόσμο74, αφού έτσι αποκαλύπτεται ότι ο Ιουστινιανός, που διαθέτει στην Κωνσταντινούπολη αυτήν την εποχή στρατηγούς σαν τον Βελισάριο75, τολμάει να τους αναθέσει τέτοιες αποστολές.
Τώρα, το πλήθος αναζητεί αρχηγό για ένοπλη εξέγερση. Καίγοντας το στρατώνα της φρουράς (σχολάριοι, προτήκτορες, κανδιδάτοι)76, εμφανίζεται μπροστά στο μέγαρο του συγκλητικού Πρόβου στο μικρό λιμάνι του Ιουλιανού και ζητάει όπλα77, με επευφημίες γι’ αυτόν τον Πρόβο που είναι ανιψιός του αυτοκράτορα Αναστάσιου και που θα μπορούσε να ανατρέψει τον Ιουστινιανό. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες το μέγαρο του Πρόβου πυρπολείται κι αυτό (ο ευγενής Πρόβος αρνήθηκε να μοιράσει στο πλήθος τα όπλα που ζητούσε;) και οι πυρκαγιές γενικεύονται στην Κωνσταντινούπολη καθώς πέφτει η νύχτα. Από το Παλάτιο, ο Ιουστινιανός διατάζει να επιτηρούνται οι συγγενείς του αυτοκράτορα Αναστάσιου78, πατρίκιοι Υπάτιος και Πομπήιος79. Το επεισόδιο του Πρόβου πρέπει να είχε κάνει ιδιαίτερα προσεκτικό τον αυτοκράτορα, που είχε κάθε λόγο να φοβάται το τι μπορούσε να συμβεί την επόμενη μέρα που ήταν Τρίτη, 13 Γενάρη.
Με την ανατολή του ήλιου, όπως λέει ο Προκόπιος, έγινε φανερό ότι η κεντρική εξουσία είχε χάσει πια τον έλεγχο των γεγονότων. Όπως συμβαίνει πολλές φορές σε τέτοιες περιστάσεις, εμφανίζονται στο πολιτικό προσκήνιο στοιχεία τυχοδιωκτικά ή εχθρικά προς την εξέγερση, που προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Στις δοσμένες ιστορικές συνθήκες της αποσυντιθέμενης αρχαιότητας –που κυριαρχούσαν την εποχή της βασιλείας του Ιουστινιανού– αυτό δεν μπορούσε να σημαίνει παρά ότι, μπροστά στην απειλή του ενωμένου λαού, η άρχουσα τάξη συσπειρωνόταν κι αυτή, έχοντας συνείδηση ότι δικά της μέλη θα έμπαιναν επικεφαλής του επαναστατημένου πλήθους. Αυτό φαίνεται καθαρά στο παράδειγμα του Υπάτιου και του Πομπήιου που, σύμφωνα με τον Προκόπιο πάντα80, είχαν διαβεβαιώσει τον Ιουστινιανό ότι δε θα τον εγκατέλειπαν στις δύσκολες ώρες που περνούσε. Το πρωί της Τρίτης όμως, οι αριστοκράτες αυτοί που είχαν δείξει πολλές φορές την ανεπάρκειά τους από τότε που αυτοκράτορας ήταν ο θείος τους Αναστάσιος, βρέθηκαν … επικεφαλής της εξέγερσης. Το γεγονός ότι οι μάζες τη στιγμή που γενικεύεται η εξέγερση –αντί να στηριχτούν στις δικές τους πληβειακές δυνάμεις– αναζητούν ηγέτες από την άρχουσα τάξη αποτελεί μεσαιωνικό χαρακτηριστικό που αποδεικνύει την πορεία της βυζαντινής κοινωνίας προς μεσαιωνικές δομές.
Από τη στιγμή που Υπάτιος και Πομπήιος παρεμβαίνουν, είτε σα γνήσιοι εκπρόσωποι της τάξης τους που θέλουν καταστολή των ταραχών είτε σαν ακούσιες τραγικές μορφές της πάλης είτε σαν λαϊκοί ηγέτες (πολύ αμφίβολο, με βάση τα όσα λένε οι πηγές για τη διαγωγή τους, τόσο την προγενέστερη όσο και τη μεταγενέστερη), η εξέγερση της Πόλης χάνει την αρχαίου τύπου αυτονομία της και αρχίζει να επηρεάζεται από μεσαιωνικές συγκυρίες. Στην εξέγερση εμφανίζονται και ορισμένοι συγκλητικοί που η παρουσία τους εκεί μπορεί να εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς. Ένας από αυτούς, ο Ωριγένης, δημηγορεί μπροστά στα πλήθη με το ακόλουθο πνεύμα: Η τακτική μας απαιτεί προσοχή και περίσκεψη, επειδή, αν κάνουμε έφοδο στο Παλάτιο τώρα, διακυβεύουμε για πάντα την έκβαση του αγώνα. Αντίθετα, πρέπει να καταλάβουμε δυο άλλα ανάκτορα, τις Πλακιλλιανές και τις Ελενιανές, για να τα μετατρέψουμε σε επιτελεία της εξεγερσης81. Όποιοι κι αν ήταν οι σκοποί των συγκλητικών, η δημηγορία του Ωριγένη επιδρά ανασταλτικά στις μάζες: Τη στιγμή που στο Παλάτιο βασιλεύει η μεγαλύτερη σύγχυση, η κατάληψη δυο μεγάρων σε σχετικά μεγάλη απόσταση δίνει στην κρατική εξουσία όσο πολύτιμο χρόνο έχει ανάγκη ο Ιουστινιανός, δυο-τρεις μέρες, για να έρθουν φρέσκα στρατεύματα.
Όλοι περίπου οι ιστορικοί αρέσκονται ιδιαίτερα στο σημείο αυτό να τονίζουν την απόγνωση του Ιουστινιανού που θέλει να φύγει κρυφά με πλοίο82 και ότι (σύμφωνα με μαρτυρία του Προκόπιου) η αυτοκράτειρα Θεοδώρα τον απέτρεψε με ένα εμπνευσμένο λογύδριο (καλὸν ἐντάφιον ἡ βασιλεία κλπ.). Η μαρτυρία του Θεοφάνη83 είναι πιο πειστική και ρεαλιστική ταυτόχρονα: Το Παλάτιο φρουρείται από 3.000 άντρες με επικεφαλής το στρατηγό του Ιλλυρικού84 Μούνδο και τον Κωνσταντίολο. Ακόμα πιο πειστική και διαφωτιστική είναι η μαρτυρία του Πασχάλιου Χρονικού85 που λέει ότι, από το Σάββατο 17 Γενάρη, εμφανίζονται στους δρόμους της πρωτεύουσας στρατεύματα από τις γειτονικές περιοχές της Θράκης (Έβδομον, Ρήγιον, Αθύρας, Καλαβρία), κάτι που επιτάχυνε την έκβαση του αγώνα για την οποία συνιστούσε υπομονή και αναμονή στο λαό ο συγκλητικός Ωριγένης. Η άρχουσα τάξη βέβαια δεν μπορούσε να εναποθέτει τις ελπίδες της στην αυτοθυσία μιας Θεοδώρας. Υπήρχε και η περίπτωση Ωριγένη, η περίπτωση Υπάτιου εξίσου ενδεικτική και, πάνω απ’ όλα, η άρχουσα τάξη διέθετε ακόμα ισχυρό στρατό που έπρεπε να καλέσει. Το βράδυ της Τρίτης προς Τετάρτη, η έκβαση της εξέγερσης, που βρισκόταν πια σε «μεσαιωνική τροχιά», άρχιζε κιόλας να διαφαίνεται.
Σύμφωνα με το Πασχάλιο Χρονικό, εκείνο που κυριάρχησε τις επόμενες μέρες ήταν και πάλι οι σφαγές, οι λεηλασίες και οι εμπρησμοί86. Ο Προκόπιος δείχνει να εκπλήσσεται από το ότι στην εξέγερση παίρνουν μέρος και γυναίκες όχι μόνο ακολουθώντας τους άντρες, αλλά αντικαθιστώντας τους ακόμα, αν τύχει, παρόλο που οι γυναίκες δεν πηγαίνουν ούτε σε θέατρα, ούτε σε άλλες παρεμφερείς εκδηλώσεις. Όπως όλοι οι υπερσυντηρητικοί σε όλες τις εποχές, ο Προκόπιος δε βρίσκει άλλη εξήγηση για τη συμμετοχή στην εξέγερση, από την ψυχική διαστροφή (ψυχῆς νόσημα)87, αλλά, σπεύδει να συμπληρώσει ο ιστορικός του 6ου αιώνα που εμπνέεται από τη δουλοκτητική αρχαιότητα, αυτά συμβαίνουν σε όλες τις πόλεις-δήμους88.
Από το ανάκτορο των Πλακιλλιανών που έχουν καταλάβει τα εξεγερμένα πλήθη σύμφωνα με τις συμβουλές του συγκλητικού Ωριγένη εμφανίζεται το πρώτο ένοπλο απόσπασμα της εξέγερσης που έχει προορισμό να καταλάβει το Παλάτιο: Είναι απελπιστικά μικρό, μόνο 200-250 Πράσινοι με θώρακες89. Μια τέτοια δύναμη είναι εντελώς ανεπαρκής για να επιβάλει τον Υπάτιο ως αυτοκράτορα στους 3.000 στρατιώτες του Μούνδου και το εγχείρημα εγκαταλείπεται άδοξα. Η αναβλητική τακτική του Ωριγένη αποδεικνύεται τελικά αδυναμία για την εξέγερση, που αρχίζει να αισθάνεται υπονομευμένη και υποχωρεί βήμα με βήμα.
Στο προσκήνιο εμφανίζεται τώρα ο ευνούχος Ναρσής, ο μετέπειτα ένδοξος κατακτητής της Ιταλίας. Για την ώρα, είναι μόνο σπαθάριος90 και κουβικουλάριος του Ιουστινιανού και η αποστολή του είναι πολύ απλή: ὑπέκλεψε τινὰς τοῦ Βενέτου μέρους, λέει ο Μαλάλας, με δωροδοκίες91 και οι παλιοί οπαδοί του Ιουστινιανού αρχίζουν να επευφημούν τον αυτοκράτορα και τη Θεοδώρα. Παρόλη την προσπάθεια που κάνουν Μαλάλας και Θεοφάνης για να αποδείξουν ότι ένα τμήμα του πλήθους ἐδιχονόησε (επιτέλους!), ο Προκόπιος δεν αναφέρει το γεγονός καθόλου, όχι επειδή ο Ναρσής δεν έκανε το καθήκον του, κάτι που είναι γεγονός, αλλά επειδή η προσπάθεια διάσπασης του λαού δεν μπορούσε να πετύχει, όπως δεν είχε πετύχει στον Ιππόδρομο την προηγούμενη Κυριακή. Σύμφωνα με το Πασχάλιο Χρονικό μάλιστα, οι Πράσινοι απομονώνουν τους λίγους που επευφημούν τον Ιουστινιανό λιθοβολώντας τους92. Το Παλάτιο όμως παραμένει απρόσβλητο.
Καθώς ο Ιουστινιανός, που περιμένει σύντομα στρατιωτικές ενισχύσεις από τη Θράκη, βλέπει, χωρίς αμφιβολία, ότι η εξέγερση εξάντλησε πια την επιθετικότητά της, συγκαλεί το λαό στον Ιππόδρομο (μάλλον την Παρασκευή, 16 Γενάρη)93, όπου και παρουσιάζεται κρατώντας το Ευαγγέλιο στο οποίο επιχειρεί να ορκιστεί: Σας συγχωρώ το πταίσμα και ομολογώ ότι και εγώ αμάρτησα την προηγούμενη φορά στον Ιππόδρομο που δε δέχτηκα τα αιτήματά σας. Ακούγονται κάτι αραιές επευφημίες: «Ιουστινιανέ Αύγουστε, τούβιγκας» (tu vincas = συ νικάς), αλλά καλύπτονται αμέσως από τις κραυγές του πλήθους: «Επιορκείς, γαϊδαρε» (σγαύδαρι)94. Βλέποντας και αυτήν την προσπάθειά του να ναυαγεί, ο αυτοκράτορας μπαίνει πάλι στο Παλάτιο από την πυλίδα της μεσοτοιχίας με τον Ιππόδρομο και οι συγκλητικοί που τον περιμένουν εκεί με αγωνία παίρνουν την εντολή να πάει ο καθένας τους στην κατοικία του και να την φυλάξει όπως μπορεί. Η αυτοκρατορική διαταγή θα ήταν ανεξήγητη με βάση τις ως τότε εμπειρίες, αν οι στρατιωτικές ενισχύσεις δεν ήταν ήδη κοντά στην πρωτεύουσα, όπου εμφανίζονται το Σάββατο, 17 Γενάρη.
Πέρα από τις συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις που έχουν κηρύξει πόλεμο ανάμεσά τους, η παρουσία ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στις εξεγέρσεις είναι –παντού και πάντοτε– ένας παράγοντας ικανός να επιδράσει καταλυτικά στη συνείδηση και στη διάνοια εκείνων που αμφιταλαντεύονται από την αρχή. Η διαπίστωση αυτή αποδεικνύει την αξία της στην περίπτωση του Υπάτιου, που ο λαός είχε εκλέξει ηγέτη του: Αυτή είναι η στιγμή που διαλέγει ο αριστοκράτης αυτός για να μηνύσει στο Παλάτιο με κάποιον κανδιδάτο Εφραίμιο ότι συγκεντρώνει τους εχθρούς του Ιουστινιανού στον Ιππόδρομο. Σύμφωνα με το Πασχάλιο Χρονικό, ο Υπάτιος κατέληξε σε αυτήν την ενέργεια διαπιστώνοντας ότι άλλαξε ο συσχετισμός των δυνάμεων καὶ πάλιν ἐγκρατὴς γίνεται ὁ βασιλεύς95. Ο Προκόπιος πάλι αποδίδει σε ανώνυμες φήμες (τινές φασιν) την πρόθεση του Υπάτιου να παρασύρει το λαό στην αυτοκρατορική ενέδρα96. Δεν είναι γνωστό αν ο Ιουστινιανός εξαπάτησε και τον Υπάτιο, όπως επιμένουν μερικές πηγές (αυλικοί απαντούν ότι ο Ιουστινιανός έχει φύγει)97. Το μόνο βέβαιο είναι ότι, τώρα που η πλάστιγγα γέρνει επιτέλους προς το μέρος της, η άρχουσα τάξη περνάει στην επίθεση συνολικά και ολοκληρωτικά, θυσιάζοντας και ορισμένα από τα μέλη της. Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις ξημέρωσε πάνω στην Κωνσταντινούπολη η Κυριακή, 18 Γενάρη του 532.
Αφού στο Παλάτιο ήταν γνωστό πια ότι στον Ιππόδρομο θα παιζόταν η τελευταία πράξη του δράματος, έπρεπε να στηθεί και το σκηνικό: Ο στρατηγός του Ιλλυρικού Μούνδος, επικεφαλής των στρατευμάτων που μόλις είχαν φτάσει και αποτελούνταν στην πλειοψηφία τους από βαρβάρους Έρουλους, θα εισέβαλε στον Ιππόδρομο από τη λεγόμενη Νεκρά Πύλη. Ο στρατηγός της Ανατολής Βελισάριος με την προσωπική του σωματοφυλακή, όλοι τους βετεράνοι του περσικού πολέμου98, θα ορμούσε από την πυλίδα της μεσοτοιχίας, ενώ ο Ναρσής με τους ανακτορικούς σπαθάριους και τους κουβικουλάριους θα ενεργούσε από μια τρίτη κατεύθυνση, ίσως από την κύρια πύλη99. Τέλος, ο ίδιος ο Ιουστινιανός, μην μπορώντας να υπολογίζει στη φρουρά του Παλατίου που φύλαγε τις εισόδους απαγορεύοντας την είσοδο στον Ιππόδρομο ακόμα και στον Βελισάριο και τους σωματοφύλακές του,100 πήρε θέση με πολλούς συγκλητικούς και κουβικουλάριους από το εσωτερικό μέρος της μεσοτοιχίας του Παλατίου με τον Ιππόδρομο, πίσω ακριβώς από το αυτοκρατορικό κάθισμα, όπου σε λίγο θα καθόταν ο Υπάτιος.
Εκείνο που φαίνεται πολύ περίεργο στην υπόθεση είναι η στάση του ίδιου του δήμου, που παρουσιάστηκε όπως οι πρωταγωνιστές της αρχαίας τραγωδίας, έτοιμος για τη θυσία. Ἄμετροι καὶ μετὰ πολλῆς ἀκοσμίας ὑπ’ ἀλλήλων ὠθούμενοι ἐν ὁμίλῳ καὶ οὐκ ἐν τάξει ἱστάμενοι, εἰς φυγὴν ὥρμηντο101, χωρίς να επιχειρήσουν να αμυνθούν. Ο φόνος είναι γενικός, ὥστε μηδένα τῶν πολιτῶν, ἢ Βενέτων ἢ Πρασίνων, εὑρεθέντων ἐν τῷ Ἱππικῷ σωθῆναι102. Χάνονται ως 35.000 άνθρωποι, καθώς οι στρατιώτες τοξεύουν ή σφάζουν αδιάκριτα103 και το γεγονός αυτό αρκεί για να αποδείξει ότι εδώ δεν πρόκειται για ταραχές των αθλητικών δήμων, όπως υποστήριξαν αστοί ιστορικοί, αλλά για παλλαϊκή εξέγερση. Ως το βράδυ της Κυριακής, η Κωνσταντινούπολη έμεινε ήσυχη και έρημη. Απόλυτα έρημη.
Η έλλειψη αντίστασης από τα πλήθη στους στρατιώτες που επιτίθενται από παντού δεν πρέπει να προξενεί την απορία. Ούτε Πράσινοι ούτε Βένετοι, ούτε κανείς άλλος μπορούσε να αντιταχτεί σε τακτικό στρατό χωρίς όπλα και οργάνωση, στριμωγμένοι ανάμεσα σε τόσα πλήθη. Γι’ αυτό και η τροπὴ είναι λαμπρὰ για το στρατό, όπως λέει ο Προκόπιος, συνηθισμένος να περιγράφει μάχες. Ο λαός δεν είχε πάει στον Ιππόδρομο για να πολεμήσει, κάθε άλλο μάλιστα. Καθώς η πρώτη επαναστατική ορμή είχε καταπέσει και η εξέγερση βρισκόταν πια σε άμυνα –πράγμα ολέθριο για εξεγέρσεις– η δε άρχουσα τάξη και η κρατική εξουσία είχαν το χρόνο που χρειαζόταν για να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις που τους έλειπαν την κρίσιμη στιγμή, το μόνο όπλο που είχε απομείνει στο λαό ήταν η διατήρηση της συνοχής του ως το τέλος, που κι αυτή όμως χρησιμοποιήθηκε για τη στέψη του Υπάτιου ως αυτοκράτορα, ίσως σαν ύστατη πράξη αντίστασης.
Το τέλος του Υπάτιου ήταν άδοξο. Τον συνέλαβαν πάνω στη γενίκευση της σφαγής, καθισμένο στο αυτοκρατορικό θεωρείο, ντυμένο με τα αυτοκρατορικά διάσημα, μαζί με τον αδελφό του Πομπήιο, εξίσου αξιοθρήνητη φυσιογνωμία. Οι ανιψιοί του Ιουστινιανού Ιούστος και Βοραΐδης τους έσυραν βίαια μπροστά στον αυτοκράτορα. Χαμερπέστατα, κλαυθμηρίζοντας και ικετεύοντας, επικαλέστηκαν το ότι αυτοί επίτηδες απεργάστηκαν την εξολόθρευση του πλήθους παρασύροντάς το στον Ιππόδρομο104. Σωστά ο Ιουστινιανός θεώρησε τις δικαιολογίες αυτές κατώτερου επιπέδου και τις αντιμετώπισε με ψυχρή ειρωνεία και αριστοκρατική αλαζονεία.
Το σφαγμένο πτώμα του Υπάτιου, που ρίχτηκε στη θάλασσα, ξεβράστηκε στην ακτή της Θράκης, όπου και τάφηκε105. Το πτώμα του Πομπήιου δε βρέθηκε ποτέ. Ο Ιουστινιανός δε δίστασε να δημεύσει τις περιουσίες τους, μαζί με τις περιουσίες άλλων 18 ευγενών συγκλητικών που φέρονταν να έχουν αναμιχτεί, άλλος λίγο, άλλος πολύ, στην εξέγερση106. Γέγονε φόβος βασιλικὸς πολύς, λέει το Πασχάλιο Χρονικό και προσθέτει ότι για πολλές μέρες η Πόλη νέκρωσε εμπορικά και δεν έγιναν αγοραπωλησίες107. Αναγγέλλοντας σε όλες τις πόλεις της Αυτοκρατορίας την κατάπνιξη της εξέγερσης, ο Ιουστινιανός δεν παρέλειψε ταυτόχρονα να οχυρώσει το Παλάτιο, έχτισε μάλιστα και ὡρεῖον (= αποθήκη, λατιν. horreum) καὶ κινστέρνας ὑδάτων (= δεξαμενή νερού) για να έχει αποθέματα σε τέτοιες περιστάσεις108. Απαγορεύτηκαν στο εξής οι αρματοδρομίες στον Ιππόδρομο που έδιναν την ευκαιρία στο λαό να μαζευτεί109 και διατάχτηκαν ανακρίσεις για να εξακριβωθεί πώς συνέβη το καταπληκτικό γεγονός να συμμαχήσουν οι Βένετοι με τους Πράσινους στην εξέγερση110. Όσο για τον Ιωάννη Καππαδόκη και τον Τριβωνιανό που είχαν παυθεί τη δεύτερη μέρα της Στάσης του Νίκα, σε λίγους μήνες ξαναπήραν τις παλιές ανώτατες θέσεις τους111.

ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΝΙΚΑ

 Η παρατήρηση του Φ. Ένγκελς ότι στο Μεσαίωνα κάθε κίνημα ήταν υποχρεωμένο να πάρει θρησκευτική μορφή επειδή στο Μεσαίωνα η Θεολογία είχε υποτάξει κάθε άλλη μορφή σκέψης112 βοηθάει να εντοπιστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια ο χαρακτήρας και το ταξικό περιεχόμενο της «Στάσης του Νίκα». Μια εξέγερση ξεσπάει τον 6ο αιώνα σε μια μεγάλη πόλη χωρίς απολύτως κανένα θρησκευτικό πρόσχημα. Όλα, λοιπόν, τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι αρχαία και δεν έχουν καμιά σχέση με τα αγροτικά κινήματα του Μεσαίωνα που ξεσπούσαν στην ύπαιθρο και επικαλούνταν μια θρησκευτική αιτία. Ήδη, λοιπόν, τα αιτήματα του λαού είναι κοινωνικά και τα πλήθη εκδηλώνουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους για την αντιδραστική και καταπιεστική πολιτική του κράτους.
Στην αρχή της εξέγερσης ο λαός ξεσηκώνεται αυθόρμητα όχι μόνο ενάντια στον αυτοκράτορα και στην κυβέρνησή του, αλλά και ενάντια στην αριστοκρατία. Η παρουσία στις τάξεις της εξέγερσης ελάχιστων, στην κυριολεξία, συγκλητικών εντοπίζεται μετά από την εκδήλωση αδυναμίας από την πλευρά της κρατικής εξουσίας να καταπνίξει τις λαϊκές ταραχές και αφού φαίνεται καθαρά ότι η αντικατάσταση των Ιωάννη Καππαδόκη, Τριβωνιανού και Ευδαίμονα δεν εκτονώνει ούτε στο ελάχιστο τη λαϊκή οργή. Σε ό,τι αφορά τους συγγενείς του παλιού αυτοκράτορα Αναστάσιου στους οποίους απευθύνεται ο λαός, η αριστοκρατική τους φύση και νοοτροπία τούς οδηγούν σε πράξεις απογοητευτικές: Ο Πρόβος δεν εμφανίζεται καθόλου στο λαό που τον καλεί να του μοιράσει όπλα, ο Πομπήιος και ο Υπάτιος προκαλούν, ως χαρακτήρες, αποστροφή. Στην πραγματικότητα, τα μέλη της αριστοκρατίας κάνουν πίσω όταν ο λαός πάει μπροστά και αυτό φαίνεται στη δημηγορία του Ωριγένη που συμβουλεύει στα πλήθη «σώφρονα» και αναβλητική πολιτική.
Ακόμα πιο αστήρικτος επιστημονικά είναι ο ισχυρισμός ότι οι «αθλητικοί» δήμοι Πράσινοι και Βένετοι βρίσκονται στη βάση και στην καθοδήγηση της εξέγερσης. Οι δήμοι του Ιππόδρομου είναι ολιγάριθμοι (στα τέλη του 6ου αιώνα οι Πράσινοι είναι μόλις 1.200, οι Βένετοι μόνο 900 περίπου)113 και μόνο η οργανική τους συνοχή τούς επιτρέπει να εμφανίζονται ως αυτόνομες μονάδες μέσα στην εξέγερση. Η αδυναμία των Πράσινων να οργανώσουν ένα ένοπλο απόσπασμα από 250, έστω, άντρες είναι χτυπητή. Χαρακτηριστική είναι εξάλλου η μαρτυρία όλων των σχετικών πηγών, που θέλουν τους δήμους να ενσωματώνονται στο δῆμο και να σφάζονται όλοι μαζί. Τριάντα πέντε χιλιάδες λαού σφάζονται μέσα σε έναν Ιππόδρομο πενήντα χιλιάδων θέσεων περίπου114, κάτι που δεν μπορεί ποτέ να συμβεί, ούτε και συνέβη, εξαιτίας μόνο των δήμων. Στα χέρια του λαού βρέθηκε ίσως ολόκληρη η Κωνσταντινούπολη με εξαίρεση το Παλάτιον, όπου ακόμα και εκεί η φρουρά δεν είναι της απόλυτης εμπιστοσύνης του Ιουστινιανού και του Βελισάριου, οι οποίοι αναζητούν τη σωτηρία σε άλλα στρατιωτικά τμήματα που αργούν να φτάσουν στην πρωτεύουσα.
Όμως, το Βυζάντιο είναι ένα κράτος και μια κοινωνία που προχωρούν προς το Μεσαίωνα και η Κωνσταντινούπολη είναι μια πρωτεύουσα που ο πληθυσμός της μεγαλώνει μόνο και μόνο από την ερήμωση όλων σχεδόν των άλλων πόλεων της Αυτοκρατορίας που πέφτουν μαζί με την Αρχαιότητα. Το ότι η ιδιότυπη αυτή κοινωνία προχωρεί προς μεσαιωνικές νομοτέλειες φαίνεται στο ότι ο εξεγερμένος λαός που μπροστά στον κοινό εχθρό, την άρχουσα τάξη, αφομοιώνει καταλυτικά Πράσινους και Βένετους (και τις αντίθετες προτιμήσεις που έχουν ο ένας από τον άλλο) ζητάει όπλα από τους ταξικούς του εχθρούς και τους τοποθετεί σαν ηγέτες του. Με τον τρόπο αυτό, ο Ιουστινιανός μπορούσε να ελπίζει βάσιμα ότι τελικά θα γίνει πάλιν ἐγκρατής, θα επικρατήσει δηλαδή. Αυτός είναι, ίσως, και ο κύριος λόγος του ότι εκείνο που έδειξε να ενόχλησε περισσότερο τον αυτοκρατορικό αυτό σφαγέα του λαού ήταν το πώς συνέβη οι Βένετοι να συμφιλιωθούν με τους Πράσινους στην εξέγερση και έδωσε διαταγή να διεξαχθούν αυστηρές ανακρίσεις για το θέμα αυτό.
Παρά το γεγονός ότι μια τέτοιας έκτασης συμφιλίωση του λαού δεν επαναλήφθηκε ποτέ, η τρομοκρατία και η απραξία του λαού της Κωνσταντινούπολης που επικράτησαν μετά από την τόσο αιματηρή κατάπνιξη της Στάσης του Νίκα πρέπει να κράτησαν, όπως φαίνεται, μόνο δεκαπέντε χρόνια. Το Μάη του 547 αναφέρονται αιματηρές συμπλοκές ανάμεσα στους Πράσινους και στους Βένετους που πνίγονται στο αίμα από τη φρουρά115. Τον Ιούλη του 548 και τον επόμενο χρόνο 549 η αιματοχυσία είναι ακόμα μεγαλύτερη. Το έτος 553 αναφέρεται στάσις τῶν πτωχῶν116. Το έτος 556 υπάρχει έλλειψη ψωμιού στην πρωτεύουσα, οι τιμές είναι απρόσιτες και ο λαός φωνάζει στον αυτοκράτορα: Δέσποτα, εὐθυνίαν τῇ πόλει117. Ο Ιουστινιανός διατάζει συλλήψεις, επειδή τον θλίβει το γεγονός ότι δυσφημείται από τους υπηκόους του την ώρα ακριβώς που φιλοξενεί Πέρσες πρεσβευτές. Το έτος 559, οι Βένετοι επαναλαμβάνουν τις βίαιες αυθαιρεσίες τους, όπως παλιά επί Ιουστίνου Α΄, το 561 ακολουθεί νέος διωγμός των Πράσινων, το 563 δεν υπάρχει και πάλι ψωμί στην Κωνσταντινούπολη118 και οι λαϊκές ταραχές θα συνεχιστούν σχεδόν αδιάκοπα ως το θάνατο του Ιουστινιανού το 565.

Η ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ

 Ο θάνατος ενός ανθρώπου σαν τον Ιουστινιανό, που είχε επισκιάσει με τις πράξεις και την προσωπικότητά του τις αντινομίες της βυζαντινής κοινωνίας για μισό περίπου αιώνα, δεν μπορούσε παρά να προξενεί τον τρόμο σ’ αυτούς που είχαν επωφεληθεί στη διάρκεια της τόσο μακρόχρονης βασιλείας του, δηλαδή στη συγκλητική άρχουσα τάξη. Χωρίς τον Ιουστινιανό, η άρχουσα τάξη της αυτοκρατορίας έβλεπε τον εαυτό της αντιμέτωπο με την εξαθλίωση του λαού.
Οι συγκλητικοί παραδίδουν αμέσως μετά από το θάνατο του Ιουστινιανού το θρόνο στον ανιψιό του Ιουστινιανού, Ιουστίνο Β΄. Η εποχή που ανοίγει και από την οποία απουσιάζει η καταπιεστική προσωπικότητα του ισχυρού αυτοκράτορα χαρακτηρίστηκε ως «εποχή της ταξικής κυριαρχίας της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας» (Zeit unter der Signatur der Klassenherrschaft des Großgrundbesitzes)119. Από τη βασιλεία του Ιουστίνου Β΄ (565-578) σ’ αυτήν του Τιβέριου Β΄ - Κωνσταντίνου (578-582) το δημόσιο ταμείο είναι άδειο120, το κοινωνικό καθεστώς των κολόνων γίνεται υποχρεωτικά κληρονομικό121, στις επαρχίες δεσπόζει κυρίαρχα ο θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος και, μετά από αυτόν, οἱ τῶν κτητόρων και οἰκητόρων ἄγοντες τὰ πρωτεῖα122. Αυτήν ακριβώς την εποχή πρέπει να αρχίζουν και οι αγοραπωλησίες των εκκλησιαστικών αξιωμάτων (των επισκοπικών θρόνων) στο Βυζάντιο123, με παράλληλη αύξηση της τοκογλυφίας και εξάπλωση της πτώχευσης. Από το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα αρχίζει και η οριστική πτώση των μεσαίων πόλεων ιδιαίτερα στις βαλκανικές επαρχίες, όπου ταυτόχρονα εισβάλλουν οι Άβαροι και εγκαθίστανται οι Σλάβοι: Εγκαταλείπονται τα θέατρα, τα αμφιθέατρα, τα δημόσια λουτρά και, γενικά, τα δημόσια κτήρια και έτσι ολοκληρώνεται η μεταφορά της οικονομικής ζωής από την πόλη στην ύπαιθρο των πανίσχυρων μεγαλογαιοκτημόνων και των επισκόπων. Ο Μεσαίωνας επιβάλλει σταθερά τις δικές του νομοτέλειες σε μια κοινωνία αρχαιογενή.
Αλλά και στις εναπομένουσες μεγάλες πόλεις που στέκουν όρθιες ξεσπούν αρκετές λαϊκές εξεγέρσεις, με πρώτη την πάντα ανυπότακτη Αλεξάνδρεια (που είναι τώρα γνωστή και ως αιρετική). Στην Αντιόχεια, σύμφωνα με τον υπερορθόδοξο εκκλησιαστικό συγγραφέα Ευάγριο, ὁ δῆμος ἐπανίσταται νεωτέρων πραγμάτων ἄρξαι θέλων124. Καθώς πλησιάζουμε στη στροφή από τον 6ο στον 7ο αιώνα, τα «Θαύματα του Αγίου Δημητρίου»125 της Θεσσαλονίκης κάνουν λόγο για ἐμφυλίων πολέμων καὶ δημώδους ζάλης ἀναρίθμητα κύματα126. Ο ανώνυμος συγγραφέας των Θαυμάτων θεωρεί την άρχουσα τάξη της Θεσσαλονίκης (οἱ κρατοῦντες) υπεύθυνη για τα δεινά του πληθυσμού127. Ο αριθμός των κατοίκων, πάντως, μειώνεται αισθητά μέσα από τα τείχη της πόλης.
Η μεγάλη αριθμητική υπεροχή του πληθυσμού της υπαίθρου αποτελούσε για όλες τις κυβερνήσεις σε όλες τις εποχές ευρεία στρατολογική βάση και ο στρατός τυχαίνει να μνημονεύεται από τις πηγές συχνότερα από οποιοδήποτε άλλο συντεταγμένο σώμα της κοινωνίας, έτσι ώστε στο στρατό να αντανακλώνται και οι βασικές αντιθέσεις που διατρέχουν την κοινωνία. Σε ένα νόμο του έτους 574 (με αυτοκράτορα τον Ιουστίνο Β΄ και καίσαρα τον Τιβέριο) λέγεται ότι οι φόροι πηγαίνουν κύρια για τη συντήρηση του στρατού, που φρουρεί τοὺς ἀγροὺς (= τα κτήματα) καὶ τὰς πόλεις128, προδίδοντας με αυτόν τον τρόπο μια κοινωνία της οποίας πρώτο μέλημα είναι ο στρατός ο οποίος είχε ως πρώτο μέλημα τη φρούρηση των κτημάτων, δηλαδή των μεγάλων περιουσιών γης και, σε δεύτερο πλάνο, την υπεράσπιση των όποιων πόλεων εξακολουθούν να υπάρχουν. Πρόκειται, δηλαδή, για μια κοινωνία ήδη αγροτοποιημένη, απ’ όπου προέρχεται και ο στρατός, που δοκιμάζεται ήδη σε αρκετά μέτωπα129. Όσο περνάει ο καιρός τόσο προκύπτει από τις πηγές ότι αυτός ο στρατός που υπερασπίζει τα κτήματα και τις πόλεις αποτελείται κύρια από εντόπιους «Ρωμαίους», όπως τους αποκαλεί η Εκκλησιαστική Ιστορία του Ιωάννη Εφέσου130. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ τον Σύρο131, όσο και για το σχεδόν σύγχρονο των γεγονότων Θεοφύλακτο Σιμοκάττη132, ο στρατός αρχίζει να διχάζεται και η πρώτη εξέγερση εκδηλώνεται στη στρατιά της Ανατολής λίγο μετά το έτος 582, οπότε αυτοκράτορας γίνεται ο Μαυρίκιος (582-602), ενώ η δεύτερη ξεσπάει στη στρατιά του Δούναβη το 588. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο πολύ μεταγενέστερος Μιχαήλ ο Σύρος καταλήγει επιγραμματικά και μελαγχολικά: Οι Ρωμαίοι ἀπέκτησαν τη συνήθεια να εξεγείρονται133. Δεν του ήταν δύσκολο να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, πάνω στη βάση όσων ακολούθησαν.
Η κατάσταση εκτραχύνεται επικίνδυνα για την άρχουσα τάξη (ἀναρχίας ἀκμὴ λαμβάνει τὴν πρόοδον), σύμφωνα με τον Σιμοκάττη, ενώ η στρατιωτική εξέγερση ενάντια στους στρατηγούς το 588 θα αποκληθεί από τον Θεοφάνη τυραννίς (= παράνομη άσκηση εξουσίας με τα όπλα)134, έναν όρο που ο Σιμοκάττης αποδίδει στην πλειοψηφία του αυτοκρατορικού στρατού που, απλήρωτος και πεινασμένος, διατάσσεται να διαχειμάσει για τρίτη χρονιά πέρα από το Δούναβη. Πρόκειται σαφώς για μια φιλοτύραννον πληθύν135. Το συμπέρασμα για την (εμπαθέστατη) Χρονογραφία του Θεοφάνη είναι ότι μῖσος ἐκινήθη κατὰ Μαυρικίου τοῦ βασιλέως136. Πράγματι, το Νοέμβρη του έτους 601, στη διάρκεια μιας νυχτερινής λιτανείας η αυτοκρατορική πομπή μόλις που αποφεύγει το θάνατο από λιθοβολισμό, καθώς ο λαός –που ως τότε δεν τολμούσε ούτε να λαλήσει137– αρχίζει αυθόρμητα να πετάει πέτρες και οι σωματοφύλακες μόλις που διασώζουν τον Μαυρίκιο στις Βλαχέρνες για τη δέηση138. Οι δῆμοι (πάλι αυτοί!), μας λένε οι πηγές, βρήκαν κάποιον που έμοιαζε φυσιογνωμικά με τον αυτοκράτορα και τον διαπόμπευσαν μέσα στην Πόλη139. Η κεντρική εξουσία απαντάει με μαζικές συλλήψεις140. Κάποιες μέρες αργότερα, προς τα τέλη του 601, εμφανίστηκε στην Κωνσταντινούπολη μια αντιπροσωπία κατώτερων αξιωματικών από τη στρατιά του Δούναβη (έντολικάριοι) και επιχείρησε να διαμαρτυρηθεί στο όνομα των ιδιαίτερα ταλαιπωρημένων και επί χρόνια απλήρωτων στρατιωτών, αλλά αυτοκράτορας και σύγκλητος έδιωξαν αυτούς τους ταπεινούς εκπροσώπους του στρατού άπράκτους141. Ούτε ο αυτοκράτορας, ούτε η σύγκλητος έδειξαν να υπολογίζουν την κλαγγή των όπλων που πλησίαζε, και μάλιστα πολύ απειλητικά, καθώς ενσάρκωνε την απελπισία μιας ολόκληρης κοινωνίας που δεν μπορούσε πια να ζει όπως πριν. Ό, τι δεν είχε κατορθώσει μια αρχαίου τύπου εξέγερση του δήμου σε μια μεγάλη πόλη το 532 θα το επιτελούσε τώρα το έτος 602, μετά από εβδομήντα χρόνια, ένας στρατός ελευθέρων που προερχόταν από μια κοινωνία αγροτοποιημένη προς μεσαιωνικά πρότυπα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 Ο Τηλέμαχος Λουγγής είναι ομότιμος διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής και του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
1. Ο Χριστιανισμός εμφανίστηκε αρχικά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως ιδεολογία των καταπιεσμένων μαζών και γι’ αυτό θεωρούνταν από την –κατά τα άλλα ανεκτική ως προς τη θρησκευτική πίστη– ρωμαϊκή εξουσία ως επικίνδυνος και ανατρεπτικός. Ωστόσο, σε μια πορεία μετατράπηκε σε επίσημη κρατική θρησκεία τόσο στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσο και στο Βυζάντιο.
Σημαντικοί σταθμοί σε αυτήν την πορεία αποτέλεσαν α) το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313) με το οποίο καθιερώθηκε η ανεξιθρησκία, β) η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια (325) –που συγκάλεσε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος– η οποία αποφάσισε το Σύμβολο της Πίστης (το γνωστό «Πιστεύω») και γ) η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451) με την οποία το βυζαντινό κράτος υιοθέτησε επίσημα την ορθόδοξη εκδοχή του Χριστιανισμού ως επίσημη θρησκεία. Με τις αποφάσεις των Συνόδων και τη μετατροπή του σε θρησκεία της άρχουσας τάξης, ο Χριστιανισμός έχασε το ανατρεπτικό του περιεχόμενο και μετατράπηκε σε ορθοδοξία, τα χαρακτηριστικά της οποίας καθορίζονταν από τις Οικουμενικές Συνόδους, ενώ όσοι δεν αποδέχονταν αυτές τις αποφάσεις χαρακτηρίζονταν αιρετικοί και διώκονταν.
2. Η βυζαντινή σύγκλητος αποτελούσε πολιτικό όργανο το οποίο –τουλάχιστον αρχικά– είχε παρόμοια χαρακτηριστικά με τη ρωμαϊκή σύγκλητο. Η σύνθεσή της εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη βούληση του αυτοκράτορα, ωστόσο αποτελούνταν κυρίως από μεγαλογαιοκτήμονες, ανώτατους αξιωματούχους της πόλης, ανώτατους υπαλλήλους του κράτους, αλλά και απ’ όσους διόριζε ως μέλη της ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Όσο αναπτυσσόταν η Κωνσταντινούπολη ως οικονομικό και διοικητικό κέντρο και παρέπαιαν οι μικρότερες πόλεις, στη βυζαντινή σύγκλητο προσχωρούσαν και οι γαιοκτήμονες που ήταν μέλη των οργάνων αυτοδιοίκησης των πόλεων (των βουλευτηρίων), οι οποίοι αποκαλούνταν βουλευτές.
3. Codex Theodosianus XII, 1, 187. Codex Justinianus X, 13, 60.
4. Την περίοδο παρακμής της δουλοκτησίας, οι μικροί ελεύθεροι καλλιεργητές αντιμετώπιζαν πολύ μεγάλες δυσκολίες συντήρησης λόγω των συνεχόμενων πολέμων στους οποίους συμμετείχαν και λόγω των απανωτών φόρων. Ως συνέπεια, πολλοί από αυτούς παραχωρούσαν τα κτήματά τους στους μεγάλους γαιοκτήμονες, διατηρώντας για τον εαυτό τους μόνο την επικαρπία της γης που παραχωρούσαν. Με αυτόν τον τρόπο μετατρέπονταν σε κολόνους (coloni).
5. Jones, The Later Roman Empire (284-602). A Social, Econimic and Administrative Survey, London 1964, σελ. 370.
6. P. Arsac, La dignité sénatoriale au BasßEmpire, Revue historique du droit français et étranger 47 (1969), σελ. 232-242.
7. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ζ΄, κεφ. 14, παρ. 1.
8. Ό.π., κεφ. 21, παρ. 12.
9. Codex  Justinianus. V, 4, 29.
10. H.-G. Beck, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, München 1958, σελ. 122.
11. A. H. M.  Jones, Were heresies  social movements in disguise? Journal of theological Studies ThSt. (1959) X (2), σελ. 280-298.
12. A. Hohlweg, Bischof und Stadtherr im frühen Byzanz, Jahrbuch der Österreichischen Byzanti-nistik 20 (1971), σελ. 51-62.
13. F. Winkelmann, Die Östlichen Kirchen im Zeitalter der christologischen Auseinandersetzungen, Berlin 1980, σελ. 131-136 κ.ε.
14. Πριν την υιοθέτηση του Χριστιανισμού, στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κυριαρχούσε η πολυθεϊστική θρησκευτική λατρεία. Η ποικιλία των θεοτήτων που λατρεύονταν και επιχειρούνταν να «εξευμενιστούν» είναι τεράστια. Η ειδωλολατρία –μαντεία, μυστικιστικές τελευτουργίες, θυσίες κλπ.– αποτελούσε συστατικό στοιχείο των διάφορων τοπικών θρησκειών.
15. T. Lounghis, Obrashchenije v christianstvo gospodstvujushchego klassa vo vtoroi polovine piatogo veka, Proceedings of the Byzantinological Symposium of the 16th International Eirene Conference.,Praha 1985, σελ. 69-72.
16. Λιβάνιος, Λόγος 30, 5-9 (Norman, 106-108). Ο Λιβάνιος (314-392) υπήρξε Έλληνας σοφιστής δάσκαλος της Ρητορικής. Ήταν πολυγραφότατος, ενώ χαρακτηριστικό ήταν το κλασικιστικό του ύφος και η νοσταλγία του για το κλασικό παρελθόν και τον παγανιστικό κόσμο που χανόταν.
17. Σωκράτης ο Σχολαστικός, «Εκκλησιαστική ιστορία», εκδ. «J. P. Migne Patrologia Grae-ca», VII, τ. 13, στήλες 1-2.
18. Τον αποκαλούν θύτην καὶ Ἕλληνα. Εκείνη την εποχή η λέξη ελληνισμός είναι συνώνυμη της ειδωλολατρίας και η λέξη Έλλην είναι συνώνυμη του ειδωλολάτρη, σε αντιπαράθεση με το χριστιανός.
19. Σωκράτης ο Σχολαστικός, «Εκκλησιαστική ιστορία», εκδ. «J. P. Migne Patrologia Grae-ca», VII, τ. 15, στήλες 1-7.
20. Προκόπιος, «Ανέκδοτα», εκδ. «J. Haury - G. Wirth»,  Leipzig 1963, κεφ. 26, παρ. 35.
21. Με τον όρο «Νεαρές» (νέοι νόμοι) χαρακτηριζόταν το τελευταίο τμήμα της νομοθεσίας του αυτοκράτορα Ιουστινιανού.
22. Novellae Justiniani, Appendix. XIII, σελ. 780-795.
23. Ό.π., κεφ. 17, σελ. 789.
24. Ό.π.
25. Ό.π., κεφ. 22, σελ. 791.
26. Novellae Justiniani, VII, κεφ. 11 έτος 535, σελ. 61.
27. Novellae Justiniani VIII, προοίμιον, έτος 535, σελ. 64: πολλὴ ἀδικία βιασαμένη τοὺς ἡμετέρους ὑπηκόους καὶ εἰς πενίαν ἐλαύνουσα ὡς εἰς τελειωτάτην ἀπορίαν.
28. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 401.
29. Οι δήμοι συγκροτούνταν στις μεγάλες βυζαντινές πόλεις (Κωνσταντινούπολη, Αντιόχεια, Αλεξάνδρεια) αρχικά ως αθλητικά σωματεία που εμπλέκονταν με τη διοργάνωση ιππικών και άλλων αγώνων στον Ιππόδρομο, ενώ έπαιρναν την ονομασία τους από το χρώμα του εμβλήματός τους. Στην πορεία, οι δήμοι απέκτησαν μεγάλη πολιτική ισχύ και μετατράπηκαν σε ισχυρές πολιτικές ομάδες. Χωρίζονταν στους Βένετους (κυανούς), τους Πράσινους, τους Λευκούς και τους Ρουσίους (κόκκινους). Οι δύο πρώτοι ήταν οι βασικότεροι και με αυτούς συνέπρατταν συνήθως και οι άλλοι δύο.
30. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 393.
31. Ό.π.
32. Ό.π., σελ. 396.
33. Ό.π., σελ. 398.
34. Novellae Justiniani LXXX, έτος 539, σελ. 391.
35. Προκόπιος, «Περὶ Κτισμάτων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1964, Βιβλίο Ι, κεφ. 11, παρ. 25-26.
36. Ό.π., Βιβλίο IV, κεφ. 9, παρ. 4-5.
37. Ιωάννης Λυδός, «Περὶ ἀρχῶν», έκδ. «R. Wünsch», Leipzig 1903, ΙΙ, 30, Προκόπιος, «Περὶ Κτισμάτων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1964, Βιβλίο Ι, κεφ. 5, παρ. 2, Novellae Justiniani XVI, Προοίμιον, έτος 535, σελ. 115. Novellae Justiniani XIII, Προοίμιον, έτος 535, σελ. 100.
38. Marcellinus comes, Chronicon, an. 491, σελ. 94.
39. Ό.π., an. 507, σελ. 96.
40. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 406.
41. Η χρονογραφία αποτελεί εκείνο το είδος ιστορικού λόγου που εδραιώθηκε μετά από την επικράτηση του Χριστιανισμού. Σε αντίθεση με τις κλασικού τύπου ιστορίες και το λόγιο ύφος που χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν μια συγκεκριμένη εποχή, οι χρονογραφίες αποτύπωναν μια θεολογική αντίληψη της Ιστορίας, ενώ γράφονταν σε δημώδες, δηλαδή λαϊκό ύφος. Στα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565) εμφανίζεται και ο πρώτος επιφανής εκπρόσωπος της χρονογραφίας, ο Ιωάννης Μαλάλας από την Αντιόχεια.
42. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 408.
43. Ό.π., σελ. 395.
44. Ό.π., σελ. 383.
45. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 422.
46. Όπ., σελ. 422.
47. Codex. Theodosianus. I, 16, 6 = Codex Justinianus I, 40, 3 (το δεύτερο τμήμα μόνο).
48. A. A. Čekalova, Konstantinopol’ v VΙom veke, Moskva 1985, 81.
49. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 1.
50. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 2.
51. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, «Περί βασιλείου τάξεως», I, passim.
52. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 368.
53. Ju. A. Kulakovsky, Istorija Vizantii I, Kiev 1912, σελ. 394. Αμφιβολίες G. Prinzing, Zu den Wohvierteln der Blauen und der Grünen in Konstantinopel, Miscellanea Byzantina Monacensia 14, σελ. 36.
54. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 416.
55. T. Lounghis - V. Blysidu - S. Lampakis, Regesten der Kaiserurkunden des oströmischen Reiches, Nicosia 2005, αρ. 480, σελ. 146. Βλ. και πιο πάνω, σημ. 38.
56. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 351.
57. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 379.
58. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 393.
59. Χριστιανικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε την ανθρώπινή του φύση και με αυτόν τον τρόπο την εξαφάνισε. Εξαπλώθηκε κυρίως στις ανατολικές επαρχίες του βυζαντινού κράτους, ενώ καταδικάστηκε ως αιρετική από τη Δ΄ και την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (451 και 553 μ.Χ. αντίστοιχα). Σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα, ο Ιησούς υπάρχει σε ένα μόνο πρόσωπο με δύο φύσεις, την ανθρώπινη και τη θεία.
60. Α. Α. Ċekalova, Vosstanije Nika I social’no-politiĉeskaja bor’ba v Konstantinopolie v konce V - pervoi polovine VI v., Vizantiiskie Očerki 1977, σελ. 158-159.
61. E. Stein, Histoire du Bas-Empire, II, Paris-Bruxelles-Amsterdam 1949, σελ. XI.
62. A. A. Ċekalova, Narod i senatorskaja opposicija v Vosstanije Nika, Vizantiiskii Vremennik  32 (1971), σελ. 29.
63. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae», Bonnae 1831, σελ. 474.
64. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 17.
65. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 474.
66. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 620, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 181-184.
67. «…καὶ θαρρῶ έλευθερίας καὶ ἐμφανίσαι οὐ συγχωροῦμαι…», Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 183.
68. Ευάγριος, «Εκκλησιαστική ιστορία», εκδ. J. Bidez - L. Parmentier, London 1898 (ανατύπωση 1964), IV, 32, σελ. 182.
69. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 17, Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae», Bonnae 1831, σελ. 475 και «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 621 με μικρές παραλλαγές.
70. Η επαρχιακή διοίκηση στο Βυζάντιο χωριζόταν –από την κατώτερη στην ανώτερη- σε επαρχίες, διοικήσεις και μεγάλες διοικητικές ενότητες. Επικεφαλής κάθε επαρχίας ήταν ο έπαρχος, κάθε διοίκησης ο βικάριος (τον οποίο πρέπει να κατάργησε ο Ιουστινιανός) και κάθε διοικητικής ενότητας ο έπαρχος των πραιτορίων. Ο κοιαίστωρ βοηθούσε τον αυτοκράτορα στα νομοθετικά και δικαστικά του καθήκοντα.
71. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 19.
72. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 184: κρατήσας ὁ ἔπαρχος τινὰς τῶν ἀτακτούντων ἐφούρκισεν αὐτούς. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 7: ἡ ἀρχὴ … τῶν στασιωτῶν τινας τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἀπῆγε.
73. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 9: εὐδαιμόνων τε ἀνθρώπων οἰκίαι πολλαὶ καὶ χρήματα μεγάλα…, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 184: τά τε ἀργυροπρατεῖα πυρὶ ἀνηλώθησαν … καὶ εἰσερχόμενοι ἐν τοῖς οἴκοις διήρπαζον τὰς ὑποστάσεις.
74. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 475, «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 621.
75. Ο Βελισάριος ήταν μεγάλος στρατηγός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τον 6ο αιώνα. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κατάπνιξη της Στάσης του Νίκα.
76. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 621. Οι σχολάριοι ήταν στρατιώτες της αυτοκρατορικής φρουράς. Οι προτήκτορες ήταν αξιωματούχοι της αυτοκρατορικής φρουράς. Οι κανδιδάτοι ήταν δόκιμοι της αυτοκρατορικής φρουράς.
77. Ό.π., σελ. 622,  Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 184.
78. Ο Αναστάσιος ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (491-518) που είχε κατηγορηθεί από τη συγκλητική αριστοκρατία ως αιρετικός.
79. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 20.
80. Ό.π., παρ. 20.
81. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 26-30.
82. Ό.π., παρ. 32: …ναυσὶν ἐς φυγὴν τρεπομένοις ἄμεινον ἔσται…, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 184: ó βασιλεὺς ἠθέλησε βαλεῖν εἰς δρόμωνα τὰ χρήματα καὶ ἐξελθεῖν.
83. Ο Θεοφάνης Ομολογητής (760-818) ήταν Βυζαντινός μοναχός και χρονογράφος.
84. Ιλλυρία ή αργότερα Ιλλυρικό ονομάζονταν τα εδάφη του δυτικού μέρους της σημερινής Βαλκανικής Χερσονήσου.
85. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 622. Το Πασχάλιο Χρονικό είναι βυζαντινή χρονογραφία που αναφέρεται στα γεγονότα από την υποτιθέμενη αρχή του κόσμου μέχρι το 630 μ.Χ.
86. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622-623.
87. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 6.
88. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 6: ταῦτά μεν οὖν ταῖς πόλεσι καὶ δήμῳ ἑκάστῳ ὧδε πη ἔχει.
89. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 185 και 625, «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae», Bonnae 1832, σελ. 622.
90. Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο σπαθάριοι ονομάζονταν οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα και των ανώτερων αξιωματούχων. Οι αυτοκρατορικοί σπαθάριοι ανήκαν στο σώμα των κουβικουλάριων.
91. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 476, «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 626. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 185.
92. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 627.
93. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-ntinae», Bonnae 1831, σελ. 475, «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 623.
94. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 623-624.
95. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 624.
96. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 31.
97. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 625, Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae», Bonnae 1831, σελ. 475.
98. Ως περσικός πόλεμος εννοείται εδώ το σύνολο των μαχών που έλαβαν χώρα το διάστημα 528-531 στην Ανατολή, ανάμεσα στα βυζαντινά στρατεύματα υπό τις διαταγές του Βελισάριου και τα στρατεύματα του περσικού κράτους των Σασσανιδών.
99. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 40, 44 και 52. Επίσης, Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae», Bonnae 1831, σελ. 476, «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 626 και σελ. 185.
100. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 39 και 44-46.
101. Ό.π., παρ. 51.
102. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 185.
103. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae», Bonnae 1831, σελ. 476, «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 627. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 185, Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 54: πλέον ἢ τρισμύριοι.
104. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 53-55.
105. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 627.
106. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 24, παρ. 57, «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzanti-
nae», Bonnae 1832, σελ. 622, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 628 και σελ. 185-186.
107. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 628.
108. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae», Bonnae 1831, σελ. 477, «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 628-629.
109. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 186.
110. «Πασχάλιον Χρονικόν», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae»,  Bonnae 1832, σελ. 622, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 629.
111. Προκόπιος, «Υπέρ Πολέμων», εκδ. «J. Haury - G. Wirth», Leipzig 1962, Βιβλίο Ι, κεφ. 25, παρ. 1.
112. F. Engels, «The Peasant War in Germany (1850)», in Marx-Engels, «Collected Works», vol. 10, Moscow 1978, σελ. 412.
113. Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, «Ιστορία», VIII, 7, 10-11.
114. S. Winkler, Zur Problematik der Volksbewegungen unter Justinian, Studii Classice III (1961), σελ. 432.
115. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byzantinae», Bonnae 1831, σελ. 483, Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 225-226.
116. Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδ. «L. Dindorf, Corpus scriptorum historiae byza-
ntinae», Bonnae 1831, σελ. 486.
117. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 230.
118. ­­­Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 234.
119. Ε. Stein, Studien zur Geschichte des byzantinischen Reiches vornehmlich unter den Kaisern Justinus II. und Tiberius Constantinus, Stuttgart 1919, 157.
120. Ιουστίνου Β΄ Νεαρά 1 = JGR I, 1-2.
121. Ιουστίνου Β΄ Νεαρά VI = JGR I, 13-14, Τιβερίου Β΄ Νεαρά ΧΙΙΙ = JGR I, 30-31.
122. Ιουστίνου Β΄ Νεαρά V = JGR I, 11.
123. Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, «Εκκλησιαστική ιστορία», Βιβλίο XVI, κεφ. 33,  εκδ. «J. P. Migne Patrologia Graeca» τ. 147, στήλη 305.
124. Ευάγριος, «Εκκλησιαστική ιστορία», εκδ. J. Bidez - L. Parmentier, London 1898 (ανατύπωση 1964), V, 9.
125. Πρόκειται για αγιολογικά κείμενα τα οποία αφηγούνται τις «θαυματουργικές» επεμβάσεις του «αγίου» για τη σωτηρία της Θεσσαλονίκης από τις επιδρομές των Σλάβων.
126. Les plus anciens recueils des miracles de St. Démétrius I, 112 (81-84).
127. Lemerle, Les plus anciens, II, 118, 135-136.
128. Τιβέριου Β΄ Νεαρά IX = JGR I, 21.
129. Ε. Stein, Studien zur Geschichte des byzantinischen Reiches vornehmlich unter den Kaisern Justinus II. und Tiberius Constantinus, Stuttgart 1919, 8-12.
130. Ιωάννης Εφέσου ΙΙΙ, 6, 14, σελ. 235 και ΙΙΙ, 6, 27, σελ. 251.
131. Μιχαήλ Σύρος, «Συριακό χρονικό» (γαλλική μετάφραση) J. B. Chabot, «La chronique de Michel le Syrien, patriarche jacobite d’ Antioche 1116-1199», Paris 1899-1910, Βιβλίο Χ, κεφ. 12 = τ. ΙΙ, σελ. 37. Ο Μιχαήλ ο Σύρος ήταν Σύρος πατριάρχης και χρονογράφος του 12ου αιώνα.
132. Σιμοκάττης VIII, 8, 5. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 260. Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης ήταν βυζαντινός ιστοριογράφος των αρχών του 7ου αιώνα.
133. Μιχαήλ Σύρος, «Συριακό χρονικό» (γαλλική μετάφραση) J. B. Chabot, «La chronique de Michel le Syrien, patriarche jacobite d’ Antioche 1116-1199», Paris 1899-1910, Βιβλίο Χ, κεφ. 21 = τ. ΙΙ, σελ. 359: Les Romains … prirent l’ habitude de se révolter.
134. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 261.
135. Σιμοκάττης, VIII, 8, 8.
136. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 280.
137. Ό.π., σελ. 283.
138. Σιμοκάττης, VIII, 5, 1. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, 283.
139. Ιωάννης Αντιοχεύς, De insidiis III, απ. 107, σελ. 148.
140. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 283: Μαυρίκιος … πολλοὺς πιάσας, ἐτιμωρήσατο.

141. Θεοφάνη

«Ανάπτυξη»: Για ποιόν;

  «Σωτηρία». «Μεταρρυθμίσεις». «Ανάπτυξη». Και εσχάτως: «Επενδύσεις». Για χρόνια οι λέξεις αυτές κλίνονται καθ...

TOP READ