Translate

3 Ιαν 2016

Η συνέντευξη του Δημήτρη Κουτσούμπα στο «ΣΚΑΪ TV»

Η συνέντευξη του Δημήτρη Κουτσούμπα
στο «ΣΚΑΪ TV»

Οι «διαστημικές» δυνατότητες, ο καπιταλισμός και ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος

Οι «διαστημικές» δυνατότητες, ο καπιταλισμός και ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος
Με αφορμή μια συνέντευξη του μεγαλοκαπιταλιστή Ελον Μασκ



«


Ιστορική προσγείωση του πυραύλου Falcon 9». Με αυτόν και άλλους παρόμοιους πανηγυρικούς τίτλους υποδέχτηκαν τα ΜΜΕ την επιτυχή εκτόξευση και κατόπιν προσγείωση του πυραύλου της εταιρείας «SpaceX» του δισεκατομμυριούχου Ελον Μασκ, στις 21 Δεκέμβρη. Λίγο αργότερα το Forbes κατέτασσε τον κ. Μασκ στην 38η θέση των «πιο ισχυρών ανθρώπων του πλανήτη».

Τα πανηγύρια, για τις εν λόγω επιτυχίες, μάλλον σκέπασαν μια δήλωση που έκανε ο ίδιος ο προβεβλημένος μεγαλοκαπιταλιστής εννιά μέρες πριν, στο περιοδικό CQ. Εκεί, ο κ. Μασκ μιλώντας για τα σχέδιά του για αποικισμό του πλανήτη Αρη και για το «επείγον» αυτού του εγχειρήματος, είπε ανάμεσα σε άλλα:
«Υπάρχει ένα παράθυρο το οποίο μπορεί να μείνει ανοιχτό για μεγαλύτερη ή μικρότερη χρονική περίοδο. Σε αυτό το διάστημα έχουμε μια ευκαιρία να ιδρύσουμε μια αυτοσυντηρούμενη βάση στον Αρη πριν συμβεί κάτι που θα πάει το επίπεδο της τεχνολογίας στη Γη, πίσω απ' όπου είναι δυνατό. (...) Εννοώ ότι δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε την πιθανότητα ενός τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου...».
Με τα λόγια ενός μεγαλοκαπιταλιστή, με αφοπλιστική «ειλικρίνεια» θα λεγε κανείς, περιγράφεται μια τεράστια αντίφαση που διαπερνά όλη τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία: Η ανθρωπότητα την ίδια στιγμή που (όχι ακόμα, αλλά είναι σχετικά κοντά στο να) έχει όλα τα μέσα και τις δυνατότητες ακόμα και να... αποικίσει τον Αρη, πόσο μάλλον να καλύψει όλες τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, την ίδια ακριβώς στιγμή ετοιμάζεται να κατρακυλήσει στην άβυσσο ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού μακελειού.

Αλλά γι' αυτό, όσο και για τις ειλικρινείς προθέσεις του κ. Μασκ, κάτι παραπάνω μπορεί να μας πει το ίδιο το «success story» του.
Πάνω στα ναυάγια της καπιταλιστικής κρίσης...
Εξάλλου, ο κ. Μασκ και οι όμοιοί του ξέρουν καλά από επιχειρηματικούς πολέμους που χάνονται και κερδίζονται πάνω στα συντρίμμια που δημιουργούν οι κάθε φορά κύκλοι της καπιταλιστικής ανάπτυξης και κρίσης. Πάνω, δηλαδή, στις αντιφάσεις και στον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού που οδηγεί στις καπιταλιστικές κρίσεις όπως και στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και συγκεκριμένα: Στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίων που δεν «επενδύονται», γιατί δεν επιστρέφουν το μέγιστο ποσοστό κέρδους. Αντίφαση που στον καπιταλισμό μπορεί να λυθεί, όχι με μια καλύτερη και πιο δίκαιη διαχείριση όπως λένε σοσιαλδημοκράτες και οπορτουνιστές γηροκόμοι του καπιταλισμού, αλλά μόνο με τη μεγάλη και συνήθως βίαιη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και άνοιγμα - με τη βοήθεια και του καπιταλιστικού κράτους - νέων πεδίων κερδοφορίας.
Και αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του ίδιου του κ. Μασκ που έγινε ευρύτερα γνωστός με την αυτοκινητοβιομηχανία ηλεκτρικών αυτοκινήτων «Tesla Motors» που αναπτύχθηκε ακριβώς πάνω στα συντρίμμια της κρίσης που χτύπησε με σφοδρότητα το 2009 την αυτοκινητοβιομηχανία των ΗΠΑ.
Οταν λέμε πάνω στα συντρίμμια κυριολεκτούμε. Τόσο που το εργοστάσιο παραγωγής των ηλεκτροκίνητων μοντέλων της εταιρείας στην Καλιφόρνια, δημιουργήθηκε το 2009 μέσα σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκαταλειμμένα εργοστάσια της «Toyota» και της «General Motors», παγκοσμίως. Για την κίνηση αυτή, ο Eric Noble, πρόεδρος της «The Car Lab», σε σχετικό ντοκιμαντέρ του «Bloomberg» σχολίαζε χαρακτηριστικά: «Από μια βιομηχανική οπτική η κίνηση αυτή έμοιαζε εξαιρετικά σοφή από τη μεριά της "Toyota" και απίστευτα αφελής από τη μεριά της "Tesla". Αυτά τα εργοστάσια αυτοκινήτων είναι μεγάλα κομμάτια "βυθισμένου" κεφαλαίου. Για να επανεξοπλίσεις ένα τέτοιο εργοστάσιο, χρειάζεται μια τρομακτική επένδυση κεφαλαίου με πολύ μικρή και σε μεγάλο βάθος χρόνου απόδοση». Ισως γι' αυτό, όταν η μετοχή της «Tesla» πρωτομπήκε στο χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης το 2010, η Wall Street σε ποσοστό 72% την ψήφισε σαν τη μετοχή με τις λιγότερες πιθανότητες να επιτύχει...
Ισως, βέβαια, εκείνο το διάστημα οι «επενδυτές» να μην είχαν υπολογίσει με ακρίβεια τα τεράστια περιθώρια κέρδους και έντασης της εκμετάλλευσης που δίνουν οι νέες τεχνολογίες στα μονοπώλια που πρώτα τις εισάγουν. Να πώς το περιγράφει το «Fortune» 5 χρόνια μετά: «Η General Motors (GM) δημιουργεί γύρω στα 1,85 δολάρια εμπορικής αξίας ανά δολάριο υλικών περιουσιακών στοιχείων, ενώ η Tesla περίπου 11 δολάρια. Η GM παράγει 240.000 δολάρια εμπορικής αξίας ανά εργαζόμενο, ενώ η Tesla 2,9 εκατομμύρια».
...με παγοθραυστικό το καπιταλιστικό κράτος...
Για την «τρομακτική αυτή επένδυση κεφαλαίου», αλλά και για να μπορέσουν επενδύσεις τέτοιου μεγέθους να «αποδώσουν» το αναμενόμενο ποσοστό κέρδους (σημειωτέον ότι η «Tesla» στα χρόνια της ύπαρξής της υπήρξε μια μόλις φορά κερδοφόρα), δεν μπορεί παρά να συνοδεύονται από την πολύπλευρη στήριξη και βοήθεια του «συλλογικού καπιταλιστή», του καπιταλιστικού κράτους, που φροντίζει να διασφαλίζει τα κάθε φορά «συλλογικά» και εν μέρει «μελλοντικά» συμφέροντα των καπιταλιστών ως τάξης.
Η «ιστορία επιτυχίας» του κ. Μασκ είναι κι εδώ χαρακτηριστική.
Γιατί, σε αντίθεση με τα αστικά ΜΜΕ που αφιερώνουν σελίδες επί σελίδων για να φιλοτεχνήσουν το προφίλ του «καινοτόμου εφευρέτη» καπιταλιστή που «προοδεύει γιατί τολμά» και της «ελεύθερης αγοράς» που γενικά κι αόριστα «αυτορρυθμίζεται» και δίνει ευκαιρίες, η πραγματικότητα είναι ότι το καπιταλιστικό κράτος των ΗΠΑ - μέσω της λεγόμενης «επεκτατικής πολιτικής» - έχει δυο φορές σώσει τις επιχειρήσεις του από βέβαιη χρεοκοπία, λειτουργώντας σαν «παγοθραυστικό» για την επένδυση των τεράστιων συσσωρευμένων κεφαλαίων στους νέους κλάδους και τεχνολογίες.
Η πρώτη φορά ήταν λίγες μόλις βδομάδες πριν την οριστική χρεοκοπία της «Tesla Motors» το 2009. Οταν η εταιρεία εξάντλησε το αρχικό κεφάλαιο των 145 εκατομμυρίων δολαρίων, η κυβέρνηση Ομπάμα στο πλαίσιο ενός προγράμματος ενίσχυσης συνολικά των αυτοκινητοβιομηχανιών (της τάξης των 25 δισ. δολαρίων και με στόχο να αναπτύξουν πιο αποτελεσματικά συστήματα κατανάλωσης καυσίμων) ενέκρινε ένα δάνειο 465 εκατομμυρίων δολαρίων για τη μαζική παραγωγή του «model S», του πρώτου οικογενειακού μοντέλου της «Tesla».
Και η δεύτερη, λίγους μόλις μήνες μετά, όταν, παρά τις επανειλημμένες μέχρι τότε αποτυχίες της «SpaceX» να απογειώσει και να προσγειώσει τους πυραύλους της, η NASA υπέγραψε μαζί της συμβόλαιο - προίκα 1,6 δισ. (!) δολαρίων... για να συνεχίσει τις προσπάθειες. Εξάλλου, είχε προηγηθεί ήδη από το 2003, μετά τη συντριβή του διαστημικού λεωφορείου «Κολούμπια», η σταδιακή «απόσυρση» της εθνικής διαστημικής υπηρεσίας των ΗΠΑ από την κατασκευή των διαστημικών οχημάτων, ανοίγοντας έτσι πεδίο δόξης λαμπρό για τα μονοπώλια και στη διαστημική βιομηχανία.
Τον περασμένο Μάη, σε ένα χαρακτηριστικό δημοσίευμά τους, με τίτλο «η αυτοκρατορία του Ελον Μασκ τροφοδοτείται από 4,9 δισ. κρατικών επιδοτήσεων», οι «Los Angeles Times» έκαναν μια σούμα όλων των κρατικών δανείων, επιδοτήσεων, φοροαπαλλαγών και άλλων διευκολύνσεων που είχαν πάρει οι εταιρείες του Μασκ, γράφοντας μεταξύ άλλων: «(Οι εταιρείες του Μασκ) εξακολουθούν να αναφέρουν καθαρές απώλειες ύστερα από μια δεκαετία στην αγορά, αλλά οι μετοχές τους συνεχίζουν να πετάνε με τη δυναμική τους. (...) Ο Μασκ και οι μέτοχοι απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα της κρατικής στήριξης, ενώ οι φορολογούμενοι επωμίζονται το κόστος (...) Ο Μασκ και οι επενδυτές του έχουν επίσης τοποθετήσει μεγάλα ποσά ιδιωτικού κεφαλαίου στις εταιρείες. Αλλά οι δημόσιες επιχορηγήσεις για τις εταιρείες του Μασκ, ξεχωρίζουν τόσο για το ποσό, σχετικά με το μέγεθος των εταιρειών, όσο και για την εξάρτηση των εταιρειών από αυτές».
Είναι «λογικό» μπορεί να πει κανείς, όταν μιλάμε για την «προίκα» νέων καπιταλιστών σε κλάδους όπως της αυτοκινητοβιομηχανίας, όπου το αρχικό κεφάλαιο για να ξεκινήσει ένα μονοπώλιο υπολογίζεται περίπου στο... 1 δισ. δολάρια. Με τη σειρά του όμως γεννάει νέα θέματα και προβληματισμούς, όπως αυτόν του αρθρογράφου: «Το διαφαινόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον οι εταιρείες αυτές κινούνται προς την αυτάρκεια και κατά πόσο μπορούν να μειώσουν το κόστος ανάπτυξής τους πριν λήξει η δημόσια γενναιοδωρία».
...και μέσα σε θύελλα ανταγωνισμών
Οπως αποκαλύπτουν τα παραπάνω άρθρα και σε αντίθεση με εκείνους που αποθεώνουν τη λεγόμενη «επεκτατική» πολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού, που τάχα «ρυθμίζει» τον καπιταλισμό, η αλήθεια είναι ότι ούτε τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά του μπορεί να αποτρέψει, ούτε πολύ περισσότερο τις τεράστιες, σφοδρές συγκρούσεις των μονοπωλίων που, αντίθετα, τις οξύνει.
Γιατί, ακριβώς για να «αποδώσουν» το μέγιστο ποσοστό κέρδους οι επενδύσεις αυτές, οι «νέες καταβολάδες του κεφαλαίου» - απαιτούν αντίστοιχες τεράστιες αλλαγές σε όλη την κλίμακα της παραγωγής, και άρα πέρα από την ένταση της εκμετάλλευσης, που έτσι κι αλλιώς θεωρείται δεδομένη για όλα τα στρατόπεδα, απαιτεί και από άλλα μονοπώλια και καπιταλιστικά κράτη αναδιαρθρώσεις, επενδύσεις, προσαρμογές και βέβαια κομμάτι από την πίτα των κερδών. «Παραχωρήσεις» που, φυσικά, δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι υπόλοιποι επιχειρηματικοί όμιλοι, τουλάχιστον όσοι έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα στον ίδιο ή σε διαφορετικούς κλάδους που τους «αγγίζει» η τεράστια αλληλεξάρτηση των μονοπωλίων.
Το δείχνει και η ίδια η μανιασμένη αντίδραση των ανταγωνιστών του Μασκ που, στην περίπτωσή του, διεξάγεται με επίκεντρο τις ενισχύσεις του από το καπιταλιστικό κράτος. Τότε που τα μεγάλα μαχαίρια πρωτόβγαιναν, στις 28/11/2008, οι «ΝΥ Times», έγραφαν σε ένα επιθετικό άρθρο τους:
«Αν αρκετοί δισεκατομμυριούχοι προσφερθούν να κάνουν μια ένεση επιπλέον κεφαλαίου, ώστε να κρατήσουν τις πόρτες του κατασκευαστή του, της Tesla Motors, ανοιχτές, χαιρόμαστε για όλες τις πλευρές. Αν, ωστόσο, οι επενδυτές προσπεράσουν την ευκαιρία, γιατί θα πρέπει οι φορολογούμενοι να "ξηλωθούν" για τις ανάγκες της Tesla; (...) Μπορείτε να φανταστείτε κάποιον τρόπο που τα ομοσπονδιακά δολάρια θα τίθονταν σε μεγαλύτερο κίνδυνο - και σημειωτέον χωρίς επιτόκιο - για να ωφεληθούν λιγότεροι άνθρωποι;».
Οι «NY Times» φυσικά δεν ενοχλήθηκαν ξαφνικά για το ότι ο ιδρώτας του κοσμάκη πάει σε μια χούφτα παράσιτα. Απλά εξέφραζαν σε εκείνη τη στιγμή τα συμφέροντα ενός άλλου τμήματος του κεφαλαίου, που γνωρίζει καλά ότι η ενσωμάτωση των νέων παραγωγικών δυνάμεων και των νέων τεχνολογιών στην καπιταλιστική παραγωγή δεν γίνεται ούτε με ίδιους ρυθμούς, ούτε με όρους που να συμφέρουν όλους τους καπιταλιστές, δημιουργώντας έτσι τεράστιες ανισομετρίες και ανακατατάξεις, «νικητές» που μετά την καπιταλιστική κρίση βρίσκονται με προβάδισμα και «χαμένους» που παλεύουν να το κρατήσουν, στο ανελέητο κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους. Αυτή είναι μια ακόμη μόνιμη πηγή συγκρούσεων στον καπιταλισμό.
Σχετικά με τα νικηφόρα και τα χαμένα μονοπώλια, μια αποκαλυπτική συζήτηση είχε γίνει και στο τελευταίο ντιμπέιτ των υποψηφίων για την προεδρία των ΗΠΑ, οπότε και ο τότε υποψήφιος των ρεπουμπλικάνων Ράμσεϊ είχε επιτεθεί στον Ομπάμα για τη στήριξή του σε επιχειρήσεις όπως του Μασκ: «Τοποθετήσατε 90 δισ. δολάρια στον ήλιο και τον άνεμο. Στη Cylindra, στη Fisker, στην Tesla... Εχω ένα φίλο που λέει, δε διαλέγετε τους νικητές και τους χαμένους... διαλέγετε τους χαμένους».
Ο ίδιος ο κ. Μασκ περιγράφει έμμεσα στη συνέντευξή του στο CQ τη σύγκρουση αυτή, και μάλιστα ως ενδεχόμενη πηγή του γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Να τι είπε σε μια αποστροφή του: «Εννοώ ότι θα μπορούσε να υπάρξει ένα πολύ ισχυρό αντι-τεχνολογικό κοινωνικό κίνημα. Υπάρχει επίσης η ανάπτυξη του θρησκευτικού εξτρεμισμού. Για παράδειγμα, το ISIS δε μεγαλώνει;».
Η αναφορά αυτή στο ισχυρό αντι-τεχνολογικό «κίνημα» και ακόμα πιο συγκεκριμένα στον ISIS, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Ειδικά, αν λάβει κανείς υπόψη την πολύπλευρη σχέση που έχει αποκαλυφθεί ανάμεσα στα μονοπώλια του πετρελαίου και στους εγκληματίες του ISIS. Αλλά και ένα ακόμα γεγονός: Οτι ο ίδιος ο κ. Μασκ είναι ο βασικός μέτοχος της «SolarCity» του μεγαλύτερου μονοπωλίου φωτοβολταϊκών συστημάτων στις ΗΠΑ. Μονοπώλιο με γιγάντιες επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, εγκαταστάτης π.χ. όλων των φωτοβολταϊκών του εμπορικού κολοσσού «WalMart» ισχύος 105 μεγαβάτ και σχέδια για κατασκευή στη Νεβάδα του «γιγα-εργοστασίου», του μεγαλύτερου εργοστάσιου κατασκευής μπαταριών λιθίου, με προϋπολογισμό 5 δισ. δολαρίων. Ικανό όπως λένε οι ίδιοι να παράγει το 2020 μόνο του μπαταρίες τόσο ισχυρές, όσο όλες οι μπαταρίες που παρήχθησαν σε όλο τον πλανήτη το 2013.
Μονοπώλιο που, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, έχει συμφέροντα αντίθετα με τα άλλα μονοπώλια της Ενέργειας, πετρελαϊκούς ομίλους κ.τ.λ. Ενδεικτικό γι' αυτό είναι και το εξής: Η «SolarCity» πουλάει κάθε χρόνο ως «υποπροϊόν», «περιβαλλοντικές μονάδες» - αξίας 500 εκατομμυρίων δολαρίων - στις βιομηχανίες που μολύνουν. Και έτσι ο κ. Μασκ έχει αναθεωρήσει τώρα προηγούμενες απόψεις του, και από τη θέση πλέον του μονοπωλίου λέει ότι αποδοτικό δεν είναι να δίνουν επιδοτήσεις σε εταιρείες που δε μολύνουν, αλλά να τιμωρούν όσους μολύνουν...
Το πολεμοχαρές πνεύμα...
Τα παραπάνω παραδείγματα - που δεν είναι βέβαια τα μόνα - είναι αρκετά, για να καταλάβει κανείς από πού προκύπτουν οι τεράστιοι ανταγωνισμοί των μονοπωλίων και των καπιταλιστικών κρατών, που μετατρέπουν τις «διαστημικές» παραγωγικές δυνατότητες σε «όπλο» που οδηγεί έως και στην άβυσσο του γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Κι όσο κι αν ο κ. Μασκ και οι όμοιοί του περιγράφουν το γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο σαν μια «εξωτερική» καταστροφική δύναμη που χτυπάει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δεν μπορεί να κρυφτεί ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η συνέχιση αυτών των λυσσαλέων ανταγωνισμών με άλλη μορφή, με τα όπλα. Πρόκειται για εκείνο που πολύ γλαφυρά περιέγραφε ο Μπρεχτ, την παραμονή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου: «Το ζήτημα δε είναι μόνο αν κατασκευάζονται κανόνια ή άροτρα - άλλωστε στους πολέμους για την τιμή του ψωμιού τα κανόνια είναι τα άροτρα. (...) το "πολεμοχαρές πνεύμα", που απελευθερώνουν οι πόλεμοι, (...) είναι το πνεύμα των επιχειρήσεων».
Τα ζιγκ-ζαγκ της Ιστορίας
Στην ίδια συνέντευξη, ο Μασκ, λέει:
«Οι περισσότεροι από εμάς αυθόρμητα θεωρούμε ότι η τεχνολογία προελαύνει αδιάκοπα μπροστά, αλλά υπήρξαν στιγμές στην ανθρώπινη ιστορία - αφότου οι Αιγύπτιοι έχτισαν τις πυραμίδες, για παράδειγμα, ή ύστερα από τις πολλαπλές προόδους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας - όταν οι πολιτισμοί που ακολούθησαν δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν ό,τι έκαναν προηγούμενα και μάλλον υπάρχει εφησυχασμός και αλαζονεία όταν υποθέτουν ότι αυτό δεν θα ξανασυμβεί (...) Ξέρετε, το 1912 αρκετοί ευαγγελίζονταν μια νέα εποχή ειρήνης και ευημερίας, λέγοντας ότι ξεκινάει μια νέα χρυσή εποχή και ότι ο πόλεμος έχει τελειώσει. Και μετά ήρθε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που τον ακολούθησε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, που τον ακολούθησε ο Ψυχρός Πόλεμος. Ετσι, πιστεύω ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι σίγουρα υπάρχει η πιθανότητα ενός Γ' Παγκοσμίου Πολέμου και ότι εάν αυτός συμβεί θα μπορούσε να είναι χειρότερος απ' οτιδήποτε έχει συμβεί προηγουμένως».
Οι καπιταλιστές ξέρουν: Η Ιστορία - όχι μόνο της τεχνολογίας αλλά γενικά - όντως δεν προχωράει ευθύγραμμα, αλλά μέσα από αδιάκοπα ζιγκ-ζαγκ, άλματα μπροστά και πισωγυρίσματα. Τα άλματα γίνονται κάθε φορά που οι σχέσεις παραγωγής και οι υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις αντιστοιχούν στις παραγωγικές δυνάμεις και δυνατότητες που συνεχώς αναπτύσσονται. Τα πισωγυρίσματα, σαν κι αυτά που περιγράφει ο Μασκ, όταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων «ασφυκτιά» μέσα σε σχέσεις παραγωγής ξεπερασμένες και σάπιες, όπως είναι σήμερα οι καπιταλιστικές. Το νέο στις κοινωνικές σχέσεις όντως δεν κυριαρχεί διά μιας, όπως και οι παλιές, ξεπερασμένες κοινωνικές σχέσεις και τάξεις δεν εγκαταλείπουν το προσκήνιο της Ιστορίας εθελοντικά. Φορτώνουν πάντα τους λαούς με αφάνταστα δεινά και βάσανα, πολέμους και αίμα, πριν να τους παρασύρει στο διάβα της και με την επαναστατική της πάλη η ανερχόμενη κοινωνική τάξη. Δίδαγμα, βέβαια, που κατά τα άλλα ξεχνάνε οι καπιταλιστές και οι άνθρωποί τους όταν μιλάνε για το σύστημά τους σαν το «ανώτερο και αξεπέραστο» τάχα στάδιο της Ιστορίας και για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό ως ένα κοινωνικό σύστημα που τάχα «ανήκει στο παρελθόν», αφού «δοκιμάστηκε κι απέτυχε».

Επικίνδυνη εμπλοκή για την «αναβάθμιση» και τις «προοπτικές» του κεφαλαίου

Επικίνδυνη εμπλοκή για την «αναβάθμιση» και τις «προοπτικές» του κεφαλαίου
Ο απολογισμός του 2015, του πρώτου χρόνου της στο τιμόνι της αστικής διακυβέρνησης, επιβεβαιώνει ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έχει αρπάξει από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ τη «σκυτάλη» στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής, όχι μόνο στην εσωτερική, αλλά και στην εξωτερική πολιτική.
Με την ίδια αντιλαϊκή «πυξίδα», τα συμφέροντα του εγχώριου κεφαλαίου, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ προσπαθεί και σε αυτό το πεδίο να προωθήσει τη «βρώμικη δουλειά» για λογαριασμό του: Πίσω από τη λεγόμενη «πολυδιάστατη και ενεργητική εξωτερική πολιτική» βρίσκεται η προσπάθειά της να υπηρετήσει τη γεωστρατηγική αναβάθμιση των ελληνικών μονοπωλιακών ομίλων, με βαθύτερη εμπλοκή του λαού και της χώρας στους επικίνδυνους σχεδιασμούς ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, στους εντεινόμενους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στην ευρύτερη περιοχή.
Χαρακτηριστικές αυτής της επικίνδυνης πολιτικής για λογαριασμό του κεφαλαίου είναι οι δύο συνεντεύξεις του υπουργού Εξωτερικών, Ν. Κοτζιά (στις εφημερίδες «Αυγή» και «Αγορά»), με τις οποίες κλείνει το 2015, αποτυπώνοντας την προσπάθεια της κυβέρνησης να καταστήσει την ελληνική αστική τάξη «διεθνή παίκτη»...
Διαφημίζει ότι «μυρίζεται έγκαιρα» τις προοπτικές του κεφαλαίου
«Η Ελλάδα γνωρίζει καλά τη Μέση Ανατολή. Είναι χώρα που "μυρίζει" έγκαιρα τις εξελίξεις και διακρίνει τις προοπτικές στην περιοχή», λέει χαρακτηριστικά ο Ν. Κοτζιάς στην «Αυγή».
Πρόκειται, φυσικά, για τις «προοπτικές» του εγχώριου κεφαλαίου, για το «μερτικό» που «μυρίζεται» και διεκδικεί στο φόντο της κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής επέμβασης και των ανταγωνισμών στη Μέση Ανατολή, στους οποίους βυθίζει βαθύτερα το λαό η συγκυβέρνηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο υπουργός Εξωτερικών διαφημίζει τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους κινείται η εξωτερική πολιτική της συγκυβέρνησης:
-- «Ρόλος διαμεσολαβητή». Η Ελλάδα, λέει ο Ν. Κοτζιάς, «έχει καλές σχέσεις με όλες τις χώρες της περιοχής. Αυτές αποδέχονται το ρόλο μας ως κράτους που διαμεσολαβεί και προωθεί, μακριά από τη δημοσιότητα, διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε μέρη με αντιθέσεις».
Αυτή είναι η «ειδίκευση» στην οποία στοχεύει η κυβέρνηση, εκτιμώντας με αυτόν τον τρόπο να γίνει «χρήσιμη στο παγκόσμιο σύστημα», ως «γέφυρα ανάμεσα στη δύση - ΕΕ όπου ανήκουμε» και τις «αναδυόμενες χώρες» (οι ορολογίες είναι από πρόσφατες δηλώσεις του ίδιου του υπουργού Εξωτερικών). «Διαμεσολάβηση», δηλαδή, με τις ευλογίες των λυκοσυμμαχιών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ενταγμένη στους επικίνδυνους σχεδιασμούς τους.
Καθόλου τυχαία, στην ίδια συνέντευξη στην «Αυγή», ο Ν. Κοτζιάς υπενθυμίζει «τη Διεθνή Διάσκεψη για την Προστασία των Θρησκευτικών και Πολιτισμικών Κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή που διοργανώσαμε πριν από δύο μήνες στην Αθήνα» και «διαφημίζει» ότι «τώρα δημιουργούμε Διεθνές Παρατηρητήριο επί του θέματος». Πρωτοβουλίες, δηλαδή, που η ίδια η κυβέρνηση έχει ομολογήσει ότι συμβάλλουν στην «ηθική νομιμοποίηση» μιας γενίκευσης της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ στη Μέση Ανατολή, στο όνομα της καταπολέμησης των τζιχαντιστών.
-- Αξονες με άλλες αστικές τάξεις. Απαριθμώντας τις «μορφές συνεργασίας» που επιχειρεί να στήσει η κυβέρνηση με άλλα κεφάλαια της περιοχής, ο Ν. Κοτζιάς αναφέρει: «Υπάρχουν οι τριμερείς συνεργασίες με την Κύπρο και το Ισραήλ, καθώς και με την Κύπρο και την Αίγυπτο. Τώρα θα προστεθεί η τριμερής με την Ιορδανία και την Κύπρο. Η Αίγυπτος έχει αποδεχτεί να υπάρχει για ζητήματα ασφάλειας και σταθερότητας της περιοχής μια τετραμερής με συμμετοχή της ίδιας, της Ιορδανίας, της Κύπρου και της Ελλάδας (...) Πρόσφατα, πέρα από εμένα, ανώτατοι διπλωμάτες του υπουργείου επισκέφτηκαν για συνομιλίες το Λίβανο, την Ιορδανία, το Ιράκ και το Ισραήλ».
Στην πραγματικότητα, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ επιχειρεί να παγιώσει και να «αυγατίσει» τους άξονες που προωθούσαν και οι προκάτοχοί της, στο πλαίσιο της προσπάθειας της ελληνικής αστικής τάξης να διασφαλίσει τα συμφέροντά της σε μια περιοχή όπου οξύνονται οι ανταγωνισμοί ισχυρών καπιταλιστικών κέντρων για τον έλεγχο αγορών, ενεργειακών κοιτασμάτων, στρατηγικών διαύλων μεταφοράς Ενέργειας και εμπορευμάτων κ.ο.κ. Ακριβώς γι' αυτό, άλλωστε, αυτοί οι άξονες και οι αντιάξονες αναδιατάσσονται συνεχώς, έντονες αντιθέσεις εμφανίζονται ακόμα και στο εσωτερικό τους, ενώ δε διασφαλίζουν σε τίποτα τους λαούς της περιοχής. Ενα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα πιθανής αναδιάταξης, που αν προχωρήσει θα επηρεάσει άμεσα τις επιδιώξεις του ελληνικού κεφαλαίου, είναι και η πρόσφατη έναρξη διαβουλεύσεων μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, με σκοπό την αναθέρμανση των μεταξύ τους σχέσεων...
-- Διεκδίκηση ρόλου «διεθνούς παίκτη» με όχημα το Προσφυγικό. Πάνω στο δράμα των προσφύγων που προκαλεί η ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Μέση Ανατολή, η ελληνική κυβέρνηση διεκδικεί περαιτέρω «γεωπολιτική αναβάθμιση» του κεφαλαίου: «Ως προς τις προσφυγικές ροές, είμαστε διεθνής παίκτης με κεντρική σημασία», δηλώνει ανερυθρίαστα ο Ν. Κοτζιάς, για να προσθέσει ότι «το Προσφυγικό μας πρόσθεσε προβλήματα, αλλά ταυτόχρονα ενδυνάμωσε τη σημασία μας»...
Στην πραγματικότητα, βέβαια, η διαχείριση του Προσφυγικού χρησιμοποιείται ως όχημα για τους επικίνδυνους σχεδιασμούς όλων των ισχυρών καπιταλιστικών κέντρων που παρεμβαίνουν στην περιοχή. Ο ίδιος ο Ν. Κοτζιάς, αναγνωρίζοντας π.χ. το ρόλο που διεκδικεί το γερμανικό κεφάλαιο στην περιοχή, μέσω του Προσφυγικού, δηλώνει στην «Αγορά» ότι «είναι ανάγκη να κάνουν μια ιδιαίτερη συζήτηση η χώρα απ' όπου έρχονται οι πρόσφυγες στην ΕΕ, η κύρια χώρα υποδοχής τους και η χώρα όπου καταλήγουν οι περισσότεροι». Την ίδια ώρα, η γεωστρατηγική, οικονομική και στρατιωτική ισχύς της Τουρκίας «βαραίνει» στις σχετικές αποφάσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αναβαθμίζοντας τη θέση της τουρκικής αστικής τάξης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τις εξελίξεις στο Αιγαίο και το Κυπριακό.
Με πρόσχημα τη διαχείριση του Προσφυγικού, άλλωστε, εντείνονται και οι πιέσεις για κοινές περιπολίες Ελλάδας - Τουρκίας στο Αιγαίο, υπό ευρωενωσιακή ομπρέλα, όπως και οι σχεδιασμοί για τη νέα Ακτοφυλακή και Συνοριοφυλακή της ΕΕ. Ερωτώμενος, μάλιστα, για το αν η ελληνική κυβέρνηση θέσει βέτο στην περίπτωση που δοθεί σε αυτήν τη νέα ευρωενωσιακή δύναμη καταστολής δυνατότητα επέμβασης στα σύνορα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του κράτους - μέλος στο οποίο αυτά ανήκουν, ο Ν. Κοτζιάς όχι μόνο απέφυγε να απαντήσει, αλλά τόνισε ότι «η Ελλάδα ήταν πάντα υπέρ της ανάπτυξης μιας δημοκρατικής ΕΕ με κοινά σύνορα»...
Ο στόχος του «ενεργειακού κέντρου» και η απάτη της «σταθερότητας»
Κομβικό στοιχείο τόσο στην προσπάθεια γεωπολιτικής αναβάθμισης της ελληνικής αστικής τάξης, όσο και στη βαθύτερη εμπλοκή του λαού στους επικίνδυνους ανταγωνισμούς, αποτελεί βέβαια ο στόχος του κεφαλαίου να καταστεί η χώρα «ενεργειακό κέντρο».
«Θέλουμε να κάνουμε την Ελλάδα ενεργειακό κέντρο», τονίζει χαρακτηριστικά ο Ν. Κοτζιάς, και συνεχίζει: «Αυτό θα αναβαθμίσει τις γεωπολιτικές και γεωοικονομικές δυνατότητές μας. Θα μας δώσει τη δυνατότητα να έχουμε Ενέργεια σε ανταγωνιστικό κόστος και τιμές. Θα συμβάλει στη σταθερότητα στην περιοχή».
Η πλήρης στοίχιση της συγκυβέρνησης με τους στόχους του κεφαλαίου για γεωστρατηγική αναβάθμιση έναντι των ανταγωνιστών του και για διασφάλιση φτηνής Ενέργειας δε χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό.
Είναι προκλητική ωστόσο η προσπάθεια της συγκυβέρνησης να ντύσει όλα τα παραπάνω με το μανδύα της «συμβολής στη σταθερότητα στην περιοχή», όταν η χώρα και ο λαός εμπλέκονται βαθύτερα στα επικίνδυνα σχέδια του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, των ΗΠΑ για τους ματωμένους δρόμους της Ενέργειας, όταν η πείρα αποδεικνύει περίτρανα ποια είναι η μοίρα των λαών στα «ενεργειακά κέντρα» του κεφαλαίου, όπως στην Ουκρανία, στη Συρία, στο Ιράκ, στη Λιβύη κ.ο.κ.

Οργάνωση της πάλης σε δύσκολες και σύνθετες συνθήκες

Οργάνωση της πάλης σε δύσκολες και σύνθετες συνθήκες

Από το απεργιακό συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ στις 12 Νοέμβρη
Από το απεργιακό συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ στις 12 Νοέμβρη
*
Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση το Γενάρη του 2015 είχε άμεση επίδραση και στο κίνημα. Από τις εκλογές ακόμα του 2012, όταν διαφάνηκε η προοπτική σχηματισμού μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, οι δυνάμεις του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού στα συνδικάτα και τους άλλους φορείς του κινήματος βρήκαν εύφορο έδαφος για να καλλιεργήσουν κλίμα αναμονής, αναδεικνύοντας την κυβερνητική εναλλαγή και την αλλαγή του μείγματος διαχείρισης σε κυρίαρχο στόχο της παρέμβασης εργατικών - λαϊκών δυνάμεων.
Αυτό μεταφράστηκε σε ακόμα μεγαλύτερη υποχώρηση των αγώνων που είχαν αναπτυχθεί ακόμα και μέσα στα χρόνια της κρίσης, με επίκεντρο τους κλάδους και τους τόπους δουλειάς. Λογικές και συνθήματα που άνθησαν στις πλατείες, έγιναν κυρίαρχα σε μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις και βοήθησαν καθοριστικά στην ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση μαζί με τους ΑΝΕΛ, στις εκλογές του περασμένου Γενάρη.
Βέβαια, τα ίδια συνθήματα και τους ίδιους στόχους πρόβαλλαν και ισχυρές μερίδες του κεφαλαίου στην Ελλάδα, που έβλεπαν την κυβερνητική εναλλαγή και την εφαρμογή ενός «ηπιότερου» δημοσιονομικά μείγματος διαχείρισης ως προϋπόθεση για ανάκαμψη και όρο για τη διασφάλιση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Με τον τρόπο αυτό, η πλειοψηφία από τα λαϊκά στρώματα εγκλωβίστηκε στα ψευτοδιλήμματα που έβαζε το ίδιο το σύστημα (μνημόνιο - αντιμνημόνιο κ.ά.) και ταύτισε σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντά της με την αντικατάσταση της προηγούμενης κυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.
Στράτευση στο στόχο της κυβερνητικής εναλλαγής
Η συμβολή του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού στον εγκλωβισμό εργατικών δυνάμεων στο στόχο της κυβερνητικής εναλλαγής ήταν μεγάλη. Καθόλου τυχαία, άλλωστε, το «αντιμνημονιακό» πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ξεχώριζε ορισμένα βασικά μέτωπα, όπου το κίνημα είχε δώσει μάχες τα προηγούμενα δύο χρόνια, και πρότεινε ορισμένες επιμέρους βελτιώσεις σε μέτρα που πήραν οι κυβερνήσεις των ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, για να στρατεύσει το λαό στο στόχο αυτό της ανάδειξής του σε κυβέρνηση.
Τέτοιες ήταν οι δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ για επαναφορά του κατώτερου μισθού στα 751 ευρώ μεικτά, η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η απόδοση της 13ης σύνταξης στους χαμηλοσυνταξιούχους και άλλα. Τα αιτήματα αυτά στηρίχτηκαν από τη συνδικαλιστική πλειοψηφία σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, αλλά και μεγάλες Ομοσπονδίες και συνδικάτα, όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού.
Ετσι, θέριεψαν μέσα στο κίνημα οι αυταπάτες ότι την επομένη των εκλογών δεν θα υπάρχουν μνημόνια και αντιλαϊκά μέτρα, ότι με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει η αντίστροφη πορεία ανάκτησης των απωλειών που είχε ο λαός τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης. Το κλίμα αναμονής έπαιρνε ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά συστράτευσης στο ρεύμα εκείνο που έβαζε ως στόχο να φύγει η «μνημονιακή» κυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ και να αντικατασταθεί από μια νέα κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ.
Σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια τέτοιων αυταπατών έπαιξαν οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ που σήμερα βρίσκονται στη ΛΑΕ και οι οποίες διατηρούσαν κάποιες θέσεις στα συνδικάτα, κυρίως στο δημόσιο τομέα. Οι ευθύνες τους σε καμιά περίπτωση δεν παραγράφονται επειδή στην πορεία έκαναν άλλες επιλογές, ενταγμένες στις ευρύτερες διεργασίες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος.
Η «φάκα» της «σκληρής διαπραγμάτευσης»
Η πρώτη κυβερνητική περίοδος του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίστηκε από ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αυταπατών στους εργαζόμενους, στο λαό και το κίνημα. Ηδη, σε μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται με όρους πλειοψηφίας ο νέος εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός, από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και στελέχη κυρίως του ΠΑΣΟΚ, με μεγάλη θητεία στην υπηρέτηση προηγούμενων κυβερνήσεων και των συμφερόντων της εργοδοσίας.
Η κυβέρνηση εμφανιζόταν να δίνει μάχη στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους και τους δανειστές προκειμένου να εφαρμόσει το «αντιμνημονιακό» της πρόγραμμα και η πλειοψηφία στο συνδικαλιστικό κίνημα συντάχθηκε πίσω από αυτόν το στόχο. Μέχρι και σε συλλαλητήρια στήριξης της κυβέρνησης τις μέρες που συνεδρίαζε το Γιούρογκρουπ για τα ζητήματα της Ελλάδας καλούσαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις όπου κυριαρχούσε ο παλιός και νέος εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός.
Από την πλευρά της η νέα κυβέρνηση, αξιοποιώντας και τις δυνάμεις της στο κίνημα, καλλιέργησε την αντίληψη ότι θα εφαρμόσει αυτά για τα οποία δεσμεύτηκε μόνο με την ενεργητική στήριξη των εργαζομένων και του λαού. Το κλίμα της ανοχής και της αναμονής, αλλά και της συστράτευσης εργατικών - λαϊκών δυνάμεων στο στόχο της «σκληρής διαπραγμάτευσης», που προβαλλόταν τόσο από τα κυρίαρχα τμήματα του κεφαλαίου, όσο βέβαια και από την ίδια την κυβέρνηση, κορυφώθηκε το διάστημα αμέσως μετά τις εκλογές.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι την περίοδο πριν από τις εκλογές του Γενάρη και μέχρι τις 12 του περασμένου Νοέμβρη, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ δεν είχαν κηρύξει ούτε μία πανεργατική πανελλαδική απεργία. Είναι κι αυτό ένα από τα στοιχεία που αποδεικνύουν την προσπάθειά τους να στηρίξουν την κυβέρνηση, υπονομεύοντας τα πραγματικά συμφέροντα των εργαζομένων και του λαού. Συνέβαλαν και μ' αυτόν τον τρόπο στο να πέσει ακόμα πιο κάτω η απαιτητικότητα των εργαζομένων, να κατέβει κι άλλο ο πήχης των διεκδικήσεων, τόσο σε ό,τι αφορά το πλαίσιο, όσο και τις μορφές πάλης.
Ο φόβος αντικατέστησε τις αυταπάτες
Γρήγορα, οι αυταπάτες αντικαταστάθηκαν από το φόβο. Η εξέλιξη της διαπραγμάτευσης οδήγησε στο «ευρώ ή δραχμή» και στις τράπεζες εφαρμόστηκαν τα γνωστά «capital controls». Ενώ βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη τα παζάρια για το επόμενο μνημόνιο, η κυβέρνηση έπαιξε το χαρτί του δημοψηφίσματος, καλώντας ουσιαστικά το λαό να διαλέξει ανάμεσα στη δική του πρόταση για συμφωνία με τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς και σ' αυτήν που εξέφρασε για λογαριασμό της τρόικας ο πρόεδρος της Κομισιόν.
Εννοείται ότι και οι δύο προτάσεις οδηγούσαν σε νέο χαντάκωμα των εργατικών - λαϊκών δικαιωμάτων και υποτάσσονταν στο στόχο της καπιταλιστικής ανάκαμψης. Η κυβέρνηση αξιοποίησε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για να υπογράψει τελικά το τρίτο μνημόνιο.
Με τη συμφωνία κυβέρνησης - τρόικας και την ψήφιση του τρίτου μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ, τους ΑΝΕΛ, τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, εγκαινιάζεται σχηματικά μια νέα περίοδος, καθώς ολοκληρώνεται η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα της σοσιαλδημοκρατίας και το «μνημόνιο - αντιμνημόνιο» εξαντλεί πλέον τη δυναμική του ως καταλύτη διεργασιών στο αστικό πολιτικό σύστημα και ως μέσου χειραγώγησης, αποπροσανατολισμού και ενσωμάτωσης του λαού.
Η χρονιά που πέρασε, χρονιά που ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάστηκε στην άσκηση της διακυβέρνησης, προσφέρεται για πλούσια συμπεράσματα, που αναλύονται σε άλλο άρθρο του σημερινού «Ριζοσπάστη». Τα συμπεράσματα αυτά πρέπει να γίνουν αντικείμενο συζήτησης προπάντων μέσα στο κίνημα, με τους εργαζόμενους και τα άλλα λαϊκά στρώματα, ανεξάρτητα από τις κομματικές τους επιλογές, το αν πίστεψαν και σε ποιο βαθμό ότι μια αλλαγή στο επίπεδο της διακυβέρνησης, χωρίς ρήξη και σύγκρουση με την εργοδοσία, το κράτος της και την ΕΕ, είναι ικανή να βελτιώσει το επίπεδο ζωής του λαού, να αντιστρέψει τις συνέπειες από τα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης.
Προσήλωση στο στόχο της ανασύνταξης
Τη χρονιά που πέρασε, το ΠΑΜΕ πρωτοστάτησε στην προσπάθεια να αποκαλυφθεί ο στρατηγικός χαρακτήρας των μέτρων που προωθούσε η κυβέρνηση, να υποστεί ρήγματα το κλίμα φόβου, μοιρολατρίας, ανοχής και αναμονής, να καταδειχτεί η σημασία που έχει το να μην ταυτίζονται οι εργαζόμενοι και το κίνημα με τους στόχους του κεφαλαίου, άμεσους και μακροπρόθεσμους. Προπάντων, παρά τις μεγάλες πιέσεις και την πολεμική που δέχτηκε, το ΠΑΜΕ δεν υπέστειλε τη σημαία των ταξικών αγώνων, δεν έριξε τον πήχη των διεκδικήσεων, δεν υποχώρησε από την πάλη για ικανοποίηση όλων των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.
Σ' αυτήν την κατεύθυνση, διαμόρφωσε πλαίσιο πάλης για την ανάκτηση των απωλειών από την περίοδο της κρίσης, ως βάση για παραπέρα διεκδικήσεις. Συνέβαλε καθοριστικά σε χώρους δουλειάς και κλάδους να αναπτυχθούν και να στηριχτούν κινητοποιήσεις ενάντια στην επιθετικότητα της εργοδοσίας, που κάθε άλλο παρά κόπασε με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Δεν τα δίπλωσε και δεν συμβιβάστηκε στις δύσκολες και σύνθετες συνθήκες στις οποίες διεξαγόταν αυτήν την περίοδο η ταξική πάλη. Η στάση του, στην οποία συνέβαλαν καθοριστικά οι κομμουνιστές που δρουν μέσα από τις γραμμές των ταξικών συνδικάτων, είναι παρακαταθήκη για το κίνημα.
Μπροστά μας έχουμε την απεργία για το Ασφαλιστικό. Προηγήθηκαν δύο ακόμα πανεργατικές πανελλαδικές απεργίες, στις 12 Νοέμβρη και στις 3 Δεκέμβρη, όπου το ΠΑΜΕ έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι παρεμβάσεις που ετοιμάζει η κυβέρνηση στο Ασφαλιστικό και τα άλλα αντιλαϊκά μέτρα, όπως, για παράδειγμα, σε βάρος των μικρομεσαίων αγροτών πρέπει να συναντήσουν ισχυρές αντιστάσεις.
Με σημείο εκκίνησης την επιτυχία της απεργίας, η χρονιά που ξεκινάει να είναι χρονιά έντασης των προσπαθειών για την ανασύνταξη του κινήματος, την αναζωογόνηση των συνδικάτων, τη συσπείρωση νέων δυνάμεων στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα.