Translate

1 Μαρ 2016

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ: Η παραγωγή

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ:
Η παραγωγή

Η παραγωγή
Ο αναγνώστης δε θα εκπλαγεί, αν μάθει ότι η εξέλιξη που δίνεται στο τελευταίο κεφάλαιο των βασικών γνωρισμάτων του σοσιαλισμού δεν αρέσει καθόλου στον κύριο Ντίρινγκ. Αντίθετα, μάλιστα. Πρέπει να την εκσφενδονίσει στον γκρεμό όλων των φαύλων πραγμάτων, μαζί με τους υπόλοιπους «μπάσταρδους της ιστορικής και λογικής φαντασιοκοπίας», με τις «άγριες αντιλήψεις», τις «συγκεχυμένες νεφελώδεις αντιλήψεις» κ.λπ. Γι' αυτόν, ο σοσιαλισμός δεν είναι καθόλου ένα αναγκαίο προϊόν της ιστορικής εξέλιξης και, πολύ λιγότερο, των χοντροκομμένων οικονομικών όρων του σήμερα, που προσανατολίζονται μονάχα στη διατροφή. Τα ξέρει πολύ καλύτερα. Ο σοσιαλισμός του είναι μια οριστική έσχατη αλήθεια: είναι «το φυσικό σύστημα της κοινωνίας», έχει τις ρίζες του σε μια «καθολική αρχή της δικαιοσύνης».
Και όταν δεν μπορεί να αποφύγει να πάρει χαμπάρι την υπαρκτή κατάσταση, που δημιουργήθηκε από την ως τώρα αμαρτωλή ιστορία, για να τη βελτιώσει, τότε αυτό μάλλον πρέπει να θεωρείται ατύχημα για την καθαρή αρχή της δικαιοσύνης. Ο κύριος Ντίρινγκ δημιουργεί το σοσιαλισμό του, όπως όλα τα άλλα πράγματα, με τη βοήθεια των δύο περιβόητων αντρών του. Αντί να παίζουν αυτές οι δύο μαριονέτες, όπως μέχρι τώρα, τον κύριο και τον υπηρέτη του, παρουσιάζουν, για αλλαγή, το έργο της ισοτιμίας και να που είναι έτοιμες οι βάσεις του ντιρινγκικού σοσιαλισμού.
Υστερα απ' αυτά, είναι αυτονόητο ότι, για τον κύριο Ντίρινγκ, οι περιοδικές βιομηχανικές κρίσεις δεν έχουν καθόλου την ιστορική σημασία, που οφείλουμε να τους αποδώσουμε.
Οι κρίσεις, γι' αυτόν, είναι μόνο περιστασιακές παρεκκλίσεις από τον «κανόνα» και το πολύ δίνουν αφορμή για την «ανάπτυξη μιας πιο ρυθμισμένης τάξης». Να εξηγούμε τις κρίσεις «με το συνηθισμένο τρόπο», δηλαδή από την υπερπαραγωγή, δεν αρκεί καθόλου, σύμφωνα με τη δική του «πιο ακριβόλογη αντίληψη». Βέβαια, μια τέτοια εξήγηση «επιτρέπεται μάλλον για ειδικές κρίσεις σε ιδιαίτερους τομείς». Για παράδειγμα: «Η υπερπλήρωση της αγοράς βιβλίων με την έκδοση έργων, που έξαφνα δίνονται για την ελεύθερη ανατύπωσή τους και είναι κατάλληλα για μαζική πώληση».
Ο κύριος Ντίρινγκ, πάντως, μπορεί τώρα να πάει να κοιμηθεί με ήσυχη τη συνείδησή του, γιατί τα αθάνατα έργα του δε θα προκαλέσουν ποτέ μια τέτοια παγκόσμια δυστυχία.
Στις μεγάλες κρίσεις, δεν είναι η υπερπαραγωγή, αλλά πολύ περισσότερο «η μείωση της λαϊκής κατανάλωσης,... η τεχνητά δημιουργημένη υποκατανάλωση... η παρακώλυση της λαϊκής ανάγκης (!) να αναπτυχθεί φυσιολογικά, που κάνει, στο τέλος, τόσο κρίσιμα ευρύ το χάσμα ανάμεσα στο απόθεμα και την κατανάλωση».
Και, ευτυχώς, βρήκε έναν οπαδό γι' αυτή του τη θεωρία της κρίσης. Δυστυχώς, όμως, η υποκατανάλωση των μαζών, ο περιορισμός της μαζικής κατανάλωσης στο απόλυτα αναγκαίο για τη συντήρηση και την αναπαραγωγή δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Υπήρχε, όσο υπάρχουν εκμεταλλεύτριες και εκμεταλλευμένες τάξεις. Ακόμα στις ιστορικές περιόδους, στις οποίες η κατάσταση των μαζών ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή, δηλαδή, π.χ., στην Αγγλία το 15ο αιώνα, υποκατανάλωναν. Δεν μπορούσαν καθόλου να έχουν στη διάθεσή τους για κατανάλωση το ίδιο το δικό τους ετήσιο συνολικό προϊόν. Ετσι, λοιπόν, η υποκατανάλωση είναι μόνιμο ιστορικό φαινόμενο εδώ και χιλιάδες χρόνια, αλλά η γενική στασιμότητα στην πώληση, που ξεσπάει στις κρίσεις σαν συνέπεια πλεονάσματος της παραγωγής, έγινε αντιληπτή μόνο εδώ και πενήντα χρόνια και ταιριάζει στην όλη χυδαία οικονομική επιπολαιότητα του κυρίου Ντίρινγκ να εξηγήσει τη νέα σύγκρουση όχι από το νέο φαινόμενο της υπερπαραγωγής, αλλά από το φαινόμενο της υποκατανάλωσης, που έχει ηλικία χιλιάδων χρόνων. Είναι σαν να θέλουμε στα μαθηματικά να εξηγήσουμε την αλλαγή της σχέσης δύο μεγεθών, ενός σταθερού και ενός μεταβλητού, όχι από το γεγονός ότι το μεταβλητό μεταβάλλεται, αλλά από το γεγονός ότι το σταθερό έμεινε σταθερό. Η υποκατανάλωση των μαζών είναι αναγκαία προϋπόθεση όλων των μορφών κοινωνιών που στηρίζονται στην εκμετάλλευση, επομένως και της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ομως, μόνο η καπιταλιστική μορφή παραγωγής φτάνει σε κρίσεις. Επομένως, η υποκατανάλωση των μαζών είναι και αυτή προϋπόθεση των κρίσεων και παίζει σ' αυτές ένα ρόλο, που έχει αναγνωριστεί εδώ και καιρό. Ομως, όσο λίγα μας λέει για τις αιτίες της σημερινής παρουσίας κρίσεων τόσο λίγα μας λέει για την προηγούμενη απουσία τους.
Ούτως ή άλλως, ο κύριος Ντίρινγκ έχει περίεργες ιδέες σχετικά με την παγκόσμια αγορά. Είδαμε με ποιον τρόπο, σαν γνήσιος Γερμανός βιβλιογνώστης, προσπαθεί να αποσαφηνίσει τις πραγματικές βιομηχανικές ειδικές κρίσεις σαν κρίσεις κατά φαντασία στην αγορά βιβλίων της Λειψίας, τη φουρτούνα στη θάλασσα, δηλαδή, με τη φουρτούνα σ' ένα ποτήρι νερό. Φαντάζεται ακόμα ότι η σημερινή παραγωγή των επιχειρήσεων θα έπρεπε «σ' ό,τι αφορά τις πωλήσεις της, να γυρίζει, κατά κύριο λόγο, στον κύκλο των ιδιοκτητριών τάξεων».
Αυτό δεν τον εμποδίζει καθόλου να παρουσιάζει μόνο δεκαέξι σελίδες παρακάτω, με το γνωστό τρόπο του, τις βιομηχανίες μετάλλου και βαμβακιού σαν τις πιο σπουδαίες σύγχρονες βιομηχανίες, δηλαδή ακριβώς εκείνους τους δύο κλάδους παραγωγής, τα προϊόντα των οποίων καταναλώνονται μόνο για ένα απειροελάχιστο μέρος τους από τον κύκλο των ιδιοκτητριών τάξεων και εξαρτώνται για την πώλησή τους περισσότερο από όλα τ' άλλα από τη μαζική κατανάλωση. Απ' όπου κι αν τον πιάσουμε, δε βρίσκουμε τίποτα παρά μονάχα κενές, αντιφατικές φλυαρίες. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη βαμβακοβιομηχανία. Αν στη μοναδική, σχετικά μικρή πόλη Ολντχαμ (Oldham) - μια από τις δώδεκα πόλεις με 50 έως 100.000 κατοίκους γύρω από το Μάντσεστερ (Manchester), που έχουν βαμβακοβιομηχανία - στα τέσσερα χρόνια από το 1872 έως το 1875 ο αριθμός των αδραχτιών που κλώθουν μόνο τον αριθμό 32, αυξήθηκε από 2% έως 5 εκατομμύρια. Ετσι, σε μια μονάχα μεσαία πόλη της Αγγλίας, ο αριθμός των αδραχτιών που κλώθουν μόνο ένα νούμερο είναι ίδιος με το συνολικό αριθμό αδραχτιών, που διαθέτει η βαμβακοβιομηχανία όλης της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένης της Αλσατίας. Και αν η επέκταση στους υπόλοιπους κλάδους και τόπους της βαμβακοβιομηχανίας της Αγγλίας και της Σκοτίας έχει πραγματοποιηθεί με την ίδια, κατά προσέγγιση, αναλογία, τότε χρειάζεται κανείς μια γερή δόση ριζικής θρασύτητας για να εξηγήσει τη σημερινή απόλυτη στασιμότητα των πωλήσεων του βαμβακερού νήματος και υφάσματος από την υποκατανάλωση των αγγλικών μαζών και όχι από την υπερπαραγωγή των Αγγλων βαμβακοβιομηχάνων1.
Φτάνει πια. Δεν αντιπαρατίθεται κανείς με ανθρώπους, οι οποίοι έχουν τέτοια άγνοια για την οικονομία, ώστε να περνούν τη βιβλιαγορά της Λιψίας για μια αγορά με την έννοια της σύγχρονης βιομηχανίας. Γι' αυτό το λόγο, απλώς διαπιστώνουμε ότι, ο κύριος Ντίρινγκ, από κει και πέρα, δεν έχει να μας πει τίποτα περισσότερο για τις κρίσεις παρά ότι δεν πρόκειται για τίποτ' άλλο «από ένα συνηθισμένο παιχνίδι ανάμεσα στην υπερένταση και την ύφεση», ότι η υπερκερδοσκοπία «δεν προέρχεται μόνο από την ασχεδίαστη συσσώρευση των ιδιωτικών επιχειρήσεων», αλλά ότι «και η βιασύνη των μεμονωμένων επιχειρηματιών, καθώς και η έλλειψη ιδιωτικής περίσκεψης πρέπει να συμπεριληφθούν στις αιτίες εμφάνισης της υπερπροσφοράς».
Και ποια είναι πάλι η «αιτία εμφάνισης» της βιασύνης και της έλλειψης ιδιωτικής περίσκεψης; Φυσικά, η ίδια έλλειψη σχεδιασμού της καπιταλιστικής παραγωγής, που φαίνεται στην ασχεδίαστη συσσώρευση των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Να μεταφέρεις ένα οικονομικό γεγονός σε μια ηθική μορφή για την ανακάλυψη μιας νέας αιτίας, δεν είναι κι αυτό πολύ-πολύ «βιαστικό».
Ας αφήσουμε, όμως, τις κρίσεις. Αφού, στο προηγούμενο κεφάλαιο, αποδείξαμε ότι προκαλούνται αναγκαστικά από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και ποια σημασία έχουν σαν κρίσεις του ίδιου αυτού τρόπου παραγωγής, καθώς και σαν μέσο εξαναγκασμού της κοινωνικής ανατροπής, δε χρειάζεται να προσθέσουμε ούτε μία λέξη ενάντια στις επιπολαιότητες του κυρίου Ντίρινγκ σχετικά με το θέμα αυτό. Ας περάσουμε στα θετικά δημιουργήματά του, στο «φυσικό σύστημα της κοινωνίας».
Αυτό το σύστημα, που φτιάχτηκε σε μια «καθολική αρχή της δικαιοσύνης», δηλαδή απαλλαγμένο από το να λαμβάνονται υπόψη τα ενοχλητικά υλικά γεγονότα, αποτελείται από μια ομοσπονδία οικονομικών κομμουνών, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει «ελεύθερη διακίνηση και αναγκαιότητα στην αποδοχή νέων μελών σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους και κανόνες διοίκησης».
Αυτή η ίδια η οικονομική κομμούνα είναι, πάνω απ' όλα, «ένας περιεκτικός σχηματισμός ιστορικής εμβέλειας» και ξεπερνάει κατά πολύ τις «παραπλανητικές μεσοβέζικες» τοποθετήσεις, π.χ., ενός κάποιου Μαρξ. Σημαίνει «μια κοινότητα προσώπων, τα οποία είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους μέσω του δημόσιου δικαιώματός τους να διαθέτουν μια έκταση εδάφους, καθώς και μια ομάδα μονάδων παραγωγής για κοινή δραστηριότητα και κοινή συμμετοχή στα έσοδα». Το δημόσιο δικαίωμα είναι «ένα δικαίωμα πάνω στα πράγματα... με την έννοια μιας καθαρά δημοσιολογικής σχέσης προς τη φύση και τους θεσμούς παραγωγής».
Για το τι σημαίνει πάλι αυτό, ας σπάνε το κεφάλι τους γι' αυτό οι μελλοντικοί νομικοί της οικονομικής κομμούνας. Εμείς παραιτούμαστε από κάθε προσπάθεια. Μαθαίνουμε μόνο ότι η κομμούνα αυτή δεν είναι καθόλου παρόμοια με τη «συνεταιριστική ιδιοκτησία των εργατικών κοινοτήτων», που δε θα απόκλειαν τον αμοιβαίο ανταγωνισμό και ακόμα και την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας.
Απορρίπτεται μετά ότι η ιδέα μιας «συνολικής ιδιοκτησίας», όπως τη βρίσκουμε και στον Μαρξ, είναι τάχα «τουλάχιστον ασαφής και αμφισβητήσιμη, διότι αυτή η αντίληψη για το μέλλον δημιουργεί πάντα την εντύπωση ότι δε σημαίνει τίποτε άλλο εκτός από μια συνεταιριστική ιδιοκτησία των εργατικών ομάδων».
Εδώ πάλι έχουμε άλλο ένα από τα πολλά τόσο συνηθισμένα στον κύριο Ντίρινγκ «πονηρά τεχνάσματα» της παρεμβολής, «για τη χυδαία ιδιότητα των οποίων (όπως λέει ο ίδιος) μόνο θα ταίριαζε καλά η χυδαία λέξη "βρόμικη" (schnoddrig)». Κι αυτό είναι ένα εξίσου αστήριχτο ψέμα, όπως και η άλλη επινόηση του κυρίου Ντίρινγκ ότι η συνολική ιδιοκτησία στον Μαρξ είναι τάχα «μια ατομική και, ταυτόχρονα, κοινωνική ιδιοκτησία». Εν πάση περιπτώσει, το εξής φαίνεται σαφές: Το δημοσιολογικό δικαίωμα μιας οικονομικής κομμούνας πάνω στα μέσα εργασίας είναι ένα αποκλειστικό δικαίωμα ιδιοκτησίας τουλάχιστον απέναντι σε κάθε άλλη οικονομική κομμούνα, καθώς επίσης απέναντι στην κοινωνία και το κράτος.
Ομως, δεν πρέπει να έχει τη δύναμη «να βάζει φραγμούς... προς τα έξω, διότι, ανάμεσα στις διάφορες οικονομικές κομμούνες, υπάρχει ελεύθερη διακίνηση και η αναγκαιότητα υποδοχής νέων μελών σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους και κανόνες διοίκησης... όπως είναι σήμερα.... να ανήκει σ' ένα πολιτικό σχηματισμό, ή να συμμετέχει στις οικονομικές κοινοτικές αρμοδιότητες».
Επομένως, θα υπάρχουν πλούσιες και φτωχές οικονομικές κομμούνες και η αντιστάθμιση πραγματοποιείται με τη συρροή του πληθυσμού προς τις πλούσιες και την αναχώρησή του από τις φτωχές κομμούνες. Ο κύριος Ντίρινγκ, επομένως, θέλει να παραμερίσει τον ανταγωνισμό στα προϊόντα ανάμεσα στις ξεχωριστές κομμούνες με τη διοργάνωση του εμπορίου σε εθνικό επίπεδο, αλλά αφήνει να συνεχίζεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους παραγωγούς. Τα πράγματα αφαιρούνται από τον ανταγωνισμό, οι άνθρωποι, όμως, εξακολουθούν να υποτάσσονται σ' αυτόν. Στο μεταξύ, δεν έχουμε καθόλου ξεκαθαρίσει τα πράγματα σχετικά με το «δημοσιολογικό δικαίωμα».
Δύο σελίδες παρακάτω, ο κύριος Ντίρινγκ μας εξηγεί:
Η εμπορική κομμούνα φτάνει «πρώτα μέχρι εκεί, όπου φτάνει και εκείνος ο πολιτικός-κοινωνικός χώρος, μέσα στον οποίο οι ανήκοντες σ' αυτήν άνθρωποι συγκροτούνται σ' ένα ενιαίο νομικό υποκείμενο και, με την ιδιότητα αυτή, έχουν στη διάθεσή τους όλο το έδαφος, τις κατοικίες και τις εγκαταστάσεις παραγωγής».
Επομένως, δεν είναι, τελικά, η ξεχωριστή κομμούνα, η οποία έχει το δικαίωμα διάθεσης, αλλά όλο το έθνος. Το «δημόσιο δικαίωμα», το «δικαίωμα στα πράγματα», η «δημοσιολογική σχέση προς τη φύση» κ.λπ. δεν είναι, δηλαδή, απλώς «τουλάχιστον ασαφή και αμφισβητήσιμα», αλλά βρίσκονται σε άμεση αντίφαση με τον εαυτό τους. Είναι πράγματι, τουλάχιστο στο βαθμό που η κάθε ξεχωριστή οικονομική κοινότητα είναι επίσης νομικό πρόσωπο, μια «ατομική και κοινωνική ιδιοκτησία ταυτόχρονα» και αυτή η τελευταία «κεφαλαιώδης και ερμαφρόδιτη μορφή» συναντιέται γι' αυτό το λόγο πάλι μονάχα στον ίδιο τον κύριο Ντίρινγκ.
Οπωσδήποτε, η οικονομική κομμούνα έχει στη διάθεσή της τα μέσα εργασίας για την παραγωγή. Πώς γίνεται, όμως, αυτή η παραγωγή; Σύμφωνα με όσα μάθαμε από τον κύριο Ντίρινγκ, γίνεται εντελώς με τον παλαιό τρόπο. Μόνο που, στη θέση του καπιταλιστή, μπαίνει η κομμούνα. Το πολύ μαθαίνουμε ότι η επιλογή επαγγέλματος γίνεται τώρα ελεύθερη για τον καθένα ξεχωριστά και ότι υπάρχει μια ίση υποχρέωση σ' ό,τι αφορά την εργασία.
Η βασική μορφή όλης της μέχρι τώρα παραγωγής είναι ο καταμερισμός εργασίας, αφ' ενός μέσα στην κοινωνία, αφ' ετέρου μέσα σε κάθε ξεχωριστή μονάδα παραγωγής. Ποια είναι η σχέση της «κοινωνικότητας» του Ντίρινγκ ως προς τον καταμερισμό εργασίας; Ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός καταμερισμός εργασίας είναι ο χωρισμός της πόλης με την ύπαιθρο.
Αυτός ο ανταγωνισμός, σύμφωνα με τον κύριο Ντίρινγκ, «είναι από τη (ρύση των πραγμάτων) αναπόφευκτος». Αλλά «είναι, ούτως ή άλλως, ριψοκίνδυνο να φαντάζεται κανείς το χάσμα ανάμεσα στη γεωργία και τη βιομηχανία... σαν αγεφύρωτο. Πράγματι, ήδη υπάρχει σε κάποιο βαθμό μια σταθερότητα στη μεταβίβαση από τον ένα στον άλλο κλάδο, που υπόσχεται να αυξηθεί ακόμα αισθητά στο μέλλον». Ηδη τώρα δύο βιομηχανίες έχουν παρεμβληθεί στη γεωργία και την αγροτική επιχείρηση: «Πρώτα-πρώτα, τα οινοπνευματοποιεία και, δεύτερο, η παρασκευή ζάχαρης από τεύτλα... η παραγωγή οινοπνεύματος είναι τόσο σημαντική, ώστε ευκολότερο είναι να την υποτιμήσει παρά να την υπερτιμήσει κανείς». Και «αν ήταν δυνατόν να σχηματιζόταν ένας μεγαλύτερος κύκλος βιομηχανιών σαν συνέπεια κάποιων οποιωνδήποτε ανακαλύψεων με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπήρχε η ανάγκη να τοποθετηθεί η επιχείρηση σ' όλη τη χώρα και να συνδεθεί άμεσα με την παραγωγή των πρώτων υλών», τότε θα εξασθενούσε η αντίθεση πόλης - υπαίθρου και «θα αποκτούνταν η πιο εκτενής βάση για την ανάπτυξη του πολιτισμού». Στο μεταξύ, «κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να συζητιόταν επίσης μέσω ενός άλλου δρόμου. Εκτός από τις τεχνικές ανάγκες, οι κοινωνικές ανάγκες κερδίζουν όλο και περισσότερη σημασία και, αν οι τελευταίες γίνουν κριτήριο για τις ομαδοποιήσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, δε θα είναι πια δυνατό να παραμεληθούν εκείνα τα πλεονεκτήματα, τα οποία προκύπτουν από μια συστηματικά στενή σύνδεση των εργασιών της υπαίθρου με τις δραστηριότητες τεχνικών αλλαγών».
Στην οικονομική κομμούνα, σημασία έχουν ακριβώς οι κοινωνικές ανάγκες και, έτσι, θα σπεύσει να ιδιοποιηθεί πλήρως τα προαναφερόμενα πλεονεκτήματα της ένωσης της γεωργίας με τη βιομηχανία; Ο κύριος Ντίρινγκ δε θα παραλείψει να μας ανακοινώσει ευρύτατα, τις «πιο ακριβείς του απόψεις» σχετικά με τη στάση της οικονομικής κομμούνας στο ζήτημα αυτό. Ο αναγνώστης, που θα πίστευε κάτι τέτοιο, είναι γελασμένος. Το μόνο που έχει να μας πει ο κύριος Ντίρινγκ σχετικά με την αντίθεση πόλης - υπαίθρου στο παρόν και το μέλλον, είναι οι παραπάνω ισχνές, αμήχανες κοινοτοπίες, που γυρίζουν πάλι σε κύκλους στο χώρο ισχύος του πρακτικού δικαίου, όπου φτιάχνουν οινοπνευματώδη ποτά και κάνουν ζάχαρη από τεύτλα. Ας περάσουμε, τώρα, λεπτομερώς στον καταμερισμό εργασίας. Εδώ, ο κύριος Ντίρινγκ είναι ήδη κάπως πιο «ακριβής». Μιλάει για «ένα πρόσωπο, που πρέπει να ασχοληθεί αποκλειστικά με ένα είδος δραστηριότητας». Αν πρόκειται για την εισαγωγή ενός νέου κλάδου παραγωγής, τότε το ερώτημα είναι, απλώς, αν θα μπορούσε κανείς να δημιουργήσει, τρόπον τινά, έναν ορισμένο αριθμό υπάρξεων, που πρέπει να αφοσιωθούν στην παραγωγή ενός εμπορεύματος και με την κατανάλωση (!), που έχουν ανάγκη. Ενας οποιοσδήποτε κλάδος παραγωγής «δε θα απασχολήσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού» από το κοινωνικό σύνολο. Και, μέσα στο κοινωνικό σύνολο, υπάρχουν «οικονομικά είδη ανθρώπων, που ξεχωρίζουν στον τρόπο ζωής τους».
Δίπλα στις ικανότητες, παίζει ρόλο και η προσωπική έφεση: «Το ερέθισμα να προχωρήσει κανείς σε δραστηριότητες, που απαιτούν περισσότερες ικανότητες και προκαταρκτική μόρφωση, θα στηριζόταν αποκλειστικά στην κλίση για μια συγκεκριμένη ασχολία, καθώς και στη χαρά της άσκησης εκείνου και κανενός άλλου πράγματος» (Ασκηση ενός πράγματος!).
Ετσι, όμως, παρακινείται το κοινωνικό σύνολο στην άμιλλα και «η ίδια η παραγωγή θα αποκτήσει ενδιαφέρον και η αμβλυντική ενασχόληση, που το κοινωνικό σύνολο αξιολογεί μόνο σαν μέσο, προς το σκοπό του κέρδους, θα πάψει πια να βάζει τη σφραγίδα της στις καταστάσεις».
Σε κάθε κοινωνία με φυσική ανάπτυξη της παραγωγής - και η σημερινή είναι μια τέτοια κοινωνία - οι παραγωγοί δεν κυριαρχούν στα μέσα παραγωγής, αλλά τα μέσα παραγωγής κυριαρχούν πάνω στους παραγωγούς. Σε μια τέτοια κοινωνία, ο κάθε νέος μοχλός της παραγωγής μετατρέπεται αναγκαστικά σ' ένα νέο μέσο υποδούλωσης των παραγωγών κάτω από το ζυγό των μέσων παραγωγής. Αυτό ισχύει, προπαντός, για κείνο το μοχλό της παραγωγής που, μέχρι τον ερχομό της μεγάλης βιομηχανίας, ήταν ο κατά πολύ ισχυρότερος: τον καταμερισμό εργασίας. Ο πρώτος μεγάλος καταμερισμός εργασίας κιόλας, ο χωρισμός της πόλης από την ύπαιθρο, καταδίκασε τον πληθυσμό της υπαίθρου σε μια αποβλάκωση χιλιάδων χρόνων και τις πόλεις στην υποδούλωση του καθενός κάτω από το ζυγό της μεμονωμένης χειροτεχνίας. Κατάστρεψε τη βάση για την πνευματική ανάπτυξη των μεν και τη σωματική ανάπτυξη των δε. Οπως ο χωρικός ιδιοποιείται τη γη και ο κάτοικος της πόλης τη χειροτεχνία του, έτσι και η γη ιδιοποιείται το χωρικό και η χειροτεχνία το χειροτέχνη. Με τον καταμερισμό εργασίας, καταμερίζεται και ο άνθρωπος. Ολες οι υπόλοιπες σωματικές και πνευματικές ικανότητες θυσιάζονται στο βωμό μιας και μοναδικής δραστηριότητας. Η φθορά αυτή του ανθρώπου μεγαλώνει στον ίδιο βαθμό με τον καταμερισμό εργασίας, ο οποίος βρίσκει το αποκορύφωμά του στη μανιφακτούρα. Η μανιφακτούρα διαιρεί τη χειροτεχνία στις επιμέρους ξεχωριστές λειτουργίες της, αναθέτει την καθεμιά ξεχωριστή λειτουργία σ' ένα μεμονωμένο εργάτη σαν επάγγελμα ζωής. Ετσι, τον αλυσοδένει εφ' όρου ζωής σε μια συγκεκριμένη μερική λειτουργία και σ' ένα συγκεκριμένο εργαλείο εργασίας.
«Σακατεύει τον εργάτη και τον κάνει ανώμαλο, προωθώντας, σαν σε θερμοκήπιο, μια συγκεκριμένη δεξιοτεχνία του και καταπιέζοντας έναν κόσμο από παραγωγικές ορμές και κλίσεις... Το ίδιο το άτομο καταμερίζεται και μετατρέπεται σε αυτόματο εξάρτημα μιας μερικής εργασίας» (Μαρξ).
Ενα εξάρτημα που, σε πολλές περιπτώσεις, φτάνει στην τελειότητά του μόνο με τον κυριολεκτικό, σωματικό και πνευματικό ακρωτηριασμό του εργάτη. Οι μηχανές της μεγάλης βιομηχανίας υποβαθμίζουν τον εργάτη από τη μηχανή που ήταν σε απλό εξάρτημα μιας μηχανής.
«Η εφ' όρου ζωής ειδικότητα να χειρίζεται ένα μερικό εργαλείο γίνεται εφ' όρου ζωής ειδικότητα να χειρίζεται μέρος μιας μηχανής. Κάνουν κατάχρηση των μηχανών για να μετατρέψουν τον ίδιο τον εργάτη από την παιδική του ηλικία σε μέρος μιας μερικής μηχανής» (Μαρξ).
Δεν υποδουλώνονται μόνο οι εργάτες, αλλά και οι τάξεις που εκμεταλλεύονται τους εργάτες άμεσα ή έμμεσα μέσω του καταμερισμού της εργασίας υποδουλώνονται κάτω από το εργαλείο της δραστηριότητάς τους: Ο πνευματικά στείρος αστός κάτω από το δικό του κεφάλαιο και τη δική του μανία για κέρδος, ο νομικός κάτω από τις αποστεωμένες αντιλήψεις του δικαίου, που κυριαρχούν πάνω του σαν μια ανεξάρτητη δύναμη. Οι «μορφωμένες τάξεις», ούτως ή άλλως, κάτω από τις πολλές και ποίκιλες τοπικές στενότητες και μονομέρειες, κάτω από τη δική τους σωματική και πνευματική μυωπία, κάτω από τον ακρωτηριασμό εξαιτίας μιας εκπαίδευσης προσανατολισμένης μόνο σε μία ειδικότητα, καθώς και εξαιτίας της ισόβιας δέσμευσής τους στην ίδια αυτή την ειδικότητα - ακόμα και τότε, όταν η ειδικότητα αυτή δεν είναι τίποτα παρά, απλούστατα, η πλήρης απραξία.
Οι ουτοπιστές είχαν ήδη πλήρη αντίληψη σ' ό,τι αφορά τις επιπτώσεις του καταμερισμού εργασίας, για την απαθλίωση του εργάτη, αφ' ενός, και την κατάπτακτη της ίδιας της εργασίας, αφ' ετέρου, η οποία περιορίζεται στην εφ' όρου ζωής, ομοιόμορφη, μηχανική επανάληψη μιας και μοναδικής πράξης. Ο Φουριέ (Fourier) και ο Οουεν (Owen) απαιτούν, ούτως ή άλλως, την άρση της αντίθεσης πόλης - υπαίθρου σαν πρώτη και βασική προϋπόθεση για την άρση του παλαιού καταμερισμού εργασίας. Σύμφωνα και με τους δυο, ο πληθυσμός πρέπει να καταμεριστεί σ' όλη τη χώρα σε ομάδες των χιλίων εξακοσίων έως τριών χιλιάδων. Η κάθε ομάδα κατοικεί στο κέντρο της εδαφικής της περιοχής σε ένα τεράστιο παλάτι με κοινό νοικοκυριό. Ο Φουριέ (Fourier), βέβαια, μιλάει, εδώ κι εκεί, για πόλεις, αλλά αυτές πάλι αποτελούνται οι ίδιες μόνο από τέσσερα ή πέντε τέτοια παλάτια, το ένα κοντά στο άλλο. Σύμφωνα και με τους δυο, το κάθε μέρος της κοινωνίας συμμετέχει και στη γεωργία και στη βιομηχανία. Κατά τον Φουριέ (Fourier), τον κύριο ρόλο στην τελευταία παίζουν η χειροτεχνία και η μανιφακτούρα, κατά τον Οουεν (Owen), αντίθετα, ήδη η μεγάλη βιομηχανία, και ζητάει ήδη την εισαγωγή του ατμού και των μηχανών στις οικιακές εργασίες. Ομως, και μέσα στα πλαίσια της γεωργίας, όπως και της βιομηχανίας, οι δυο τους απαιτούν τη μεγαλύτερη δυνατή εναλλαγή ενασχόλησης του καθενός ξεχωριστά και αντίστοιχα, την εκπαίδευση της νεολαίας για μια όσο το δυνατό πολύπλευρη τεχνική δραστηριότητα. Σύμφωνα και με τους δυο, ο άνθρωπος πρέπει να αναπτύσσεται καθολικά μέσω της καθολικής πρακτικής απασχόλησης και η εργασία πρέπει να αποκτήσει ξανά τη γοητεία της έλξης, που την έχει χάσει με τον καταμερισμό, πρώτα μ' αυτή την εναλλαγή και την αντίστοιχη μικρή διάρκεια της «ενασχόλησης» - για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Φουριέ2 - με κάθε επιμέρους εργασία. Και οι δυο έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τον τρόπο σκέψης των εκμεταλλευτριών τάξεων, που τον κληρονόμησε ο κύριος Ντίρινγκ, σύμφωνα με τον οποίο η αντίθεση πόλης - υπαίθρου είναι από τη φύση των πραγμάτων αναπόφευκτη και είναι ένας τρόπος σκέψης εγκλωβισμένος στη στενοκέφαλη αντίληψη ότι μερικές «υπάρξεις» πρέπει τάχα, κάτω από όλες τις συνθήκες, να είναι καταδικασμένες στην παραγωγή ενός μόνο αγαθού και ο οποίος θέλει να διαιωνίσει τις «οικονομικές παραλλαγές», τις διαφορετικές ανάλογα με τον τρόπο ζωής τους, των ανθρώπων που χαίρονται με την άσκηση ακριβώς αυτού και μόνο του πράγματος, που έχουν καταπέσει, δηλαδή, τόσο πολύ, ώστε να χαίρονται με τη δική τους υποδούλωση και με το γεγονός ότι έγιναν μονόπλευροι. Απέναντι στις βασικές σκέψεις ακόμα και των πιο τρελών και τολμηρών φαντασιών του «ηλίθιου» Φουριέ (Fourier), απέναντι ακόμα στις πιο πενιχρές ιδέες του «άξεστου, άτονου και πενιχρού» Οουεν (Owen), βρίσκεται ο κύριος Ντίρινγκ σαν ένας αναιδής νάνος, ακόμα εντελώς δούλος του καταμερισμού εργασίας.
Η κοινωνία, κάνοντας τον εαυτό της κυρίαρχο σ' όλα τα μέσα παραγωγής για να τα χρησιμοποιεί κοινωνικά σχεδιασμένα, εξαφανίζει τη μέχρι τώρα υποδούλωση των ανθρώπων στα δικά τους μέσα παραγωγής. Είναι αυτονόητο ότι η κοινωνία δεν μπορεί να απελευθερώσει τον εαυτό της χωρίς να απελευθερωθεί ο καθένας ξεχωριστά. Επομένως, ο παλαιός τρόπος παραγωγής πρέπει να ανατραπεί εκ θεμελίων και ιδίως ο παλαιός καταμερισμός εργασίας πρέπει να εξαφανιστεί. Στη θέση του, πρέπει να μπει μια οργάνωση της παραγωγής, στην οποία, αφ' ενός, κανένας να μην μπορεί να φορτώσει σ' άλλους το δικό του μερίδιο στην παραγωγική εργασία, αυτή τη φυσική προϋπόθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, και στην οποία, αφ' ετέρου, η παραγωγική εργασία γίνεται, αντί για μέσο της υποδούλωσης, μέσο της απελευθέρωσης των ανθρώπων, δίνοντας στον καθένα την ευκαιρία να αναπτύξει και να δραστηριοποιήσει όλες τις ικανότητές του, σωματικές και πνευματικές, σ' όλες τις κατευθύνσεις, ώστε η εργασία από βάρος που ήταν πριν, να γίνει απόλαυση. Σήμερα, αυτό δεν είναι πια φαντασία, δεν είναι πια ευσεβής πόθος. Με τη σημερινή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ήδη αρκεί εκείνη η αύξηση της παραγωγής, η οποία είναι δοσμένη από το γεγονός της κοινωνικοποίησης των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων, αρκεί ο παραμερισμός των εμποδίων και των διαταραχών που πηγάζουν από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αρκεί ο παραμερισμός της διασπάθισης των προϊόντων και των μέσων παραγωγής, για να μειωθεί ο χρόνος εργασίας σ' ένα ελάχιστο όριο, σύμφωνα με τις τωρινές αντιλήψεις, και με τη γενική συμμετοχή στην εργασία. Ούτε η άρση του παλαιού καταμερισμού εργασίας δεν είναι καθόλου ένα αίτημα, το οποίο θα μπορούσε να εκπληρωθεί μόνο εις βάρος της παραγωγικότητας της εργασίας. Αντίθετα, μάλιστα. Η μεγάλη βιομηχανία τον έκανε προϋπόθεση της ίδιας της παραγωγής.
«Η δραστηριότητα των μηχανών αναιρεί την αναγκαιότητα να συνδεθεί ο καταμερισμός των ομάδων εργατών με τις διάφορες μηχανές, όπως γινόταν στις μανιφακτούρες, με τη συνεχή προσκόλληση του ίδιου εργάτη στην ίδια λειτουργία. Επειδή η όλη κίνηση του εργοστασίου δεν ξεκινάει από τον εργάτη, αλλά από τη μηχανή, μπορεί να πραγματοποιηθεί μια συνεχής εναλλαγή προσώπων χωρίς διακοπή της εργασιακής διαδικασίας... Και, τέλος, η ταχύτητα με την οποία η εργασία στη μηχανή μαθαίνεται στη νεανική ηλικία παραμερίζει επίσης την αναγκαιότητα να εκπαιδεύεται μια ειδική κατηγορία εργατών αποκλειστικά για να γίνουν εργάτες μηχανών».
Ομως, ενώ ο καπιταλιστικός τρόπος χρησιμοποίησης των μηχανών είναι αναγκασμένος να συνεχίσει τον παλαιό καταμερισμό της εργασίας με τις αποστεωμένες ιδιαιτερότητές του, παρ' όλο που αυτός έχει γίνει τεχνικά περιττός, οι ίδιες οι μηχανές επαναστατούν ενάντια σ' αυτό τον αναχρονισμό. Η τεχνική βάση της μεγάλης βιομηχανίας είναι επαναστατική.
«Με τις μηχανές, τις χημικές διαδικασίες και άλλες μεθόδους, ανατρέπει σταθερά σαν οδοστρωτήρας, με την τεχνική βάση της παραγωγής, τις λειτουργίες των εργατών, καθώς και τους κοινωνικούς συνδυασμούς της εργασιακής διαδικασίας. Μ' αυτό τον τρόπο, επαναστατικοποιεί το ίδιο σταθερά τον καταμερισμό της εργασίας στα εσωτερικά της κοινωνίας και πετάει αδιάκοπα μάζες κεφαλαίου και μάζες εργατών από τον έναν κλάδο παραγωγής στον άλλο. Γι' αυτό το λόγο, η φύση της μεγάλης βιομηχανίας υπαγορεύει εναλλαγή της εργασίας, αστάθεια της λειτουργίας, κινητικότητα του εργάτη σ' όλες τις κατευθύνσεις... Είδαμε πως αυτή η απόλυτη αντίφαση... ξεθυμαίνει στην αδιάκοπη θυσία της εργατικής τάξης, στην αμέτρητη διασπάθιση των εργατικών δυνάμεων, καθώς και στις καταστροφές της κοινωνικής αναρχίας. Αυτή είναι η αρνητική πλευρά. Ενώ, όμως, τώρα η εναλλαγή της εργασίας επιβάλλεται μόνο σαν πανίσχυρος νόμος της φύσης και με την τυφλή καταστροφική λειτουργία του νόμου της φύσης, ο οποίος σκοντάφτει παντού σε εμπόδια, η μεγάλη βιομηχανία, με τις ίδιες τις καταστροφές της, κάνει ζήτημα ζωής και θανάτου την αναγνώριση της εναλλαγής των εργασιών και, γι' αυτό, της όσο το δυνατό μεγαλύτερης πολυμέρειας του εργάτη σαν γενικού κοινωνικού νόμου της παραγωγής και την προσαρμογή των σχέσεων στην κανονική πραγματοποίηση του νόμου αυτού. Κάνει ζήτημα ζωής και θανάτου την αντικατάσταση του εκτρώματος ενός άθλιου εργατικού πληθυσμού - διαθέσιμου και εφεδρικού για τη μεταβαλλόμενη εκμεταλλευτική ανάγκη του κεφαλαίου - από την απόλυτη διαθεσιμότητα του ανθρώπου για μεταβαλλόμενες εργασιακές απαιτήσεις. Την αντικατάσταση του μερικού ατόμου, του απλού φορέα μιας επιμέρους κοινωνικής λειτουργίας, από το ολοκληρωμένα αναπτυγμένο άτομο, για το οποίο οι διάφορες κοινωνικές λειτουργίες είναι διαδοχικοί τρόποι δραστηριοποίησης» (Μαρξ, Κεφάλαιο).
Η μεγάλη βιομηχανία, διδάσκοντάς μας να μετατρέπουμε, για τεχνικούς σκοπούς, τη μοριακή κίνηση, που, λίγο - πολύ, μπορούμε να τη δημιουργήσουμε παντού, σε μαζική κίνηση, απελευθέρωσε σε σημαντικό βαθμό τη βιομηχανική παραγωγή από τους τοπικούς φραγμούς της. Η δύναμη του νερού είναι τοπική, η δύναμη του ατμού είναι ελεύθερη. Ενώ η δύναμη του νερού είναι αναγκαστικά της υπαίθρου, η δύναμη του ατμού δεν είναι καθόλου αναγκαστικά της πόλης. Η καπιταλιστική της χρήση τη συγκεντρώνει, ως επί το πλείστον, στις πόλεις και μετατρέπει τα χωριά εργοστασίων σε πόλεις εργοστασίων. Μ' αυτό τον τρόπο, όμως, υπονομεύει ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις για την ίδια τη λειτουργία της. Πρώτη απαίτηση της ατμομηχανής και κύρια απαίτηση σχεδόν όλων των κλάδων της μεγάλης βιομηχανίας είναι το σχετικά καθαρό νερό. Ομως, η εργοστασιούπολη μετατρέπει όλο το νερό σε δύσοσμα βρομόνερα. Επομένως, όσο η συγκέντρωση στις πόλεις αποτελεί βασική προϋπόθεση της καπιταλιστικής παραγωγής τόσο ο κάθε ξεχωριστός βιομήχανος καπιταλιστής επιδιώκει συνεχώς να φύγει από τις μεγάλες πόλεις, που τις δημιούργησε ο ίδιος αναγκαστικά, και να στραφεί με την επιχείρησή του στην ύπαιθρο. Μπορούμε να μελετήσουμε αυτή τη διαδικασία λεπτομερώς στις περιοχές της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας του Λάνκασαϊρ (Lancashire) και του Γιόρκσαϊρ (Yorkshire). Η καπιταλιστική μεγάλη βιομηχανία δημιουργεί εκεί συνεχώς καινούργιες μεγαλουπόλεις, επειδή συνεχώς καταφεύγει από την πόλη στην ύπαιθρο. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στις περιοχές της βιομηχανίας μετάλλου, όπου εν μέρει άλλες αιτίες παράγουν τις ίδιες επιπτώσεις.
Για άλλη μια φορά, μόνο η αναίρεση του καπιταλιστικού χαρακτήρα της μπορεί να αναιρέσει αυτό τον καινούργιο φαύλο κύκλο, αυτή την αντίφαση της σύγχρονης βιομηχανίας, που συνεχώς επανέρχεται. Μόνο μια κοινωνία, που βάζει σε αρμονική κίνηση μεταξύ τους τις παραγωγικές δυνάμεις της μ' ένα μοναδικό μεγάλο σχέδιο, μπορεί να επιτρέψει στη βιομηχανία να εγκατασταθεί σ' όλη τη χώρα διασκορπισμένη με τον τρόπο που ταιριάζει πιο καλά με τη δική της ανάπτυξη και τη διατήρηση - και ανάπτυξη αντίστοιχα των υπόλοιπων στοιχείων της παραγωγής. Η άρση της αντίθεσης πόλης - υπαίθρου δεν είναι μονάχα δυνατή σύμφωνα μ' αυτό. Είναι μια άμεση αναγκαιότητα της ίδιας της βιομηχανικής παραγωγής, όπως έχει γίνει επίσης μια αναγκαιότητα της αγροτικής παραγωγής και, επιπλέον, της δημόσιας περίθαλψης. Μόνο με τη συγχώνευση της πόλης και της υπαίθρου μπορεί να ξεπεραστεί η σημερινή δηλητηρίαση του αέρα, των υδάτων και του εδάφους. Μόνο έτσι μπορούν να φτάσουν οι μάζες, που μαραίνονται στις πόλεις, στο σημείο να χρησιμοποιείται η κοπριά τους για την καλλιέργεια φυτών αντί για την καλλιέργεια ασθενειών.
Η καπιταλιστική βιομηχανία έχει ήδη σχετικά ανεξαρτητοποιηθεί από τους τοπικούς φραγμούς των τόπων παραγωγής των πρώτων υλών τους. Η κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία επεξεργάζεται πρώτες ύλες, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων έχει εισαχθεί από το εξωτερικό.
Στην Αγγλία και τη Γερμανία, επεξεργάζονται ισπανικά σιδηρομεταλλεύματα, στην Αγγλία επεξεργάζονται ισπανικά και νοτιοαμερικάνικα χαλκομεταλλεύματα. Η κάθε περιοχή άνθρακα εφοδιάζει με καύσιμα, πολύ πέρα από τα σύνορά της, μια βιομηχανική περιοχή που αναπτύσσεται χρόνο με το χρόνο. Σ' όλες τις ακτές της Ευρώπης, κινούνται ατμομηχανές με αγγλικό, και, εδώ κι εκεί, γερμανικό και βελγικό κάρβουνο. Η κοινωνία που θα έχει απελευθερωθεί από τους φραγμούς της καπιταλιστικής παραγωγής μπορεί να προχωρήσει πολύ περισσότερο ακόμη. Δημιουργώντας ένα γένος ολόπλευρα καταρτισμένων παραγωγών, οι οποίοι καταλαβαίνουν τις επιστημονικές βάσεις όλης της βιομηχανικής παραγωγής και που ο καθένας τους έχει ζήσει στην πράξη από την αρχή ως το τέλος μια ολόκληρη σειρά κλάδων παραγωγής, δημιουργεί μια καινούργια παραγωγική δύναμη, η οποία αντισταθμίζει με το παραπάνω τη μεταφορική εργασία των πρώτων υλών ή των καυσίμων, που προμηθεύονται από μεγαλύτερες αποστάσεις. Η άρση του χωρισμού πόλης - υπαίθρου, επομένως, δεν είναι ουτοπία, ούτε σύμφωνα με την άποψη ότι έχει σαν προϋπόθεση τον όσο το δυνατό πιο ισομερή καταμερισμό της μεγάλης βιομηχανίας σ' όλη τη χώρα. Ο πολιτισμός, βεβαίως, μας άφησε στις μεγάλες πόλεις μια κληρονομιά, ο παραμερισμός του οποίου θα απαιτήσει πολύ χρόνο και κόπο. Πρέπει, ωστόσο, να παραμεριστεί και θα παραμεριστεί κι ας πρόκειται για μια μακρόχρονη διαδικασία. Οποια κι αν είναι η τύχη του γερμανικού Ράιχ και του πρωσικού έθνους, ο Μπίσμαρκ (Bismarck) μπορεί να κατεβεί στον τάφο του με την περήφανη συνείδηση, ότι σίγουρα θα γίνει πραγματικότητα η πρώτη του επιθυμία: η εξαφάνιση των μεγάλων πόλεων.3
Ας δούμε τώρα την παιδαριώδη αντίληψη του κυρίου Ντίρινγκ, ότι, δηλαδή, η κοινωνία μπορεί να κάνει κτήμα της το σύνολο των μέσων παραγωγής χωρίς να ανατρέψει εκ θεμελίων τον παλαιό τρόπο παραγωγής και, προπαντός, τον παλαιό καταμερισμό εργασίας. Ολα θα τακτοποιηθούν από τη στιγμή που «θα ληφθούν υπόψη οι φυσικές τάσεις και οι προσωπικές ικανότητες».
Οπως και πριν, όμως, ολόκληρες μάζες υπάρξεων θα υποδουλώνονται από την παραγωγή ενός και μόνο αγαθού, ολόκληροι «πληθυσμοί» θα απασχολούνται σ' έναν και μόνο κλάδο παραγωγής και, όπως και πριν, η ανθρωπότητα θα διαιρείται σ' έναν αριθμό από διάφορες σακατεμένες «οικονομικές παραλλαγές», όπως είναι οι «χειραμαξάδες» και οι «αρχιτέκτονες». Η κοινωνία πρέπει να γίνει κυρίαρχη των μέσων παραγωγής στο σύνολό τους, αλλά ο καθένας να μείνει σκλάβος του μέσου παραγωγής του και μόνη επιλογή που έχει είναι ποιανού μέσου παραγωγής. Ας δούμε επίσης με ποιο τρόπο ο κύριος Ντίρινγκ θεωρεί το χωρισμό πόλης - υπαίθρου «αναπόφευκτο από τη φύση των πραγμάτων» και μπορεί να ανακαλύψει μονάχα ένα μικρό παυσίπονο στους κλάδους του οινοπνευματοποιείου και της παρασκευής ζάχαρης από τεύτλα, κλάδους που ο συνδυασμός τους είναι χαρακτηριστικός για την Πρωσία. Ο κύριος Ντίρινγκ εξαρτά το διασκορπισμό της βιομηχανίας σ' όλη τη χώρα από κάποιες μελλοντικές ανακαλύψεις, καθώς και από την ανάγκη να συνδεθεί η επιχείρηση άμεσα με την εξόρυξη των πρώτων υλών - των πρώτων υλών που ήδη τώρα τις κατεργάζονται σε όλο και μεγαλύτερη απόσταση από τον τόπο προέλευσής τους! - και προσπαθεί, τελικά, να καλύψει τα νώτα του με τη διαβεβαίωση ότι οι κοινωνικές ανάγκες θα επέβαλλαν στο τέλος τη σύνδεση της γεωργίας με τη βιομηχανία ακόμα και ενάντια στις οικονομικές απόψεις, λες και θα γινόταν μ' αυτό μια οικονομική θυσία!
Βεβαίως, για να δει κανείς ότι τα επαναστατικά στοιχεία, τα οποία θα παραμερίσουν τον παλαιό καταμερισμό εργασίας μαζί με το χωρισμό πόλης - υπαίθρου και θα ανατρέψουν όλη την παραγωγή, εμπεριέχονται κιόλας σε εμβρυακή μορφή στους όρους παραγωγής της σύγχρονης μεγάλης βιομηχανίας και ότι ο σημερινός καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής τα εμποδίζει να αναπτυχθούν. Για να τα δει κανείς αυτά, χρειάζεται ένας κάπως ευρύτερος ορίζοντας από το χώρο που ισχύει το πρωσικό δίκαιο, τη χώρα, στην οποία το ρακί και η ζάχαρη από τεύτλα είναι τα πιο σημαντικά βιομηχανικά προϊόντα και που μπορεί κανείς να μελετήσει τις εμπορικές κρίσεις στην αγορά βιβλίων. Γι' αυτό, πρέπει να γνωρίζει κανείς την ιστορία και τη σημερινή πραγματικότητα της πραγματικά μεγάλης βιομηχανίας, δηλαδή της μοναδικής χώρας που είναι η πατρίδα της και όπου έχει φτάσει στην κλασική της διαμόρφωση. Τότε, δε θα του περάσει από το μυαλό να ευτελίσει το σύγχρονο επιστημονικό σοσιαλισμό και να τον κατατάξει στον ειδικά πρωσικό σοσιαλισμό του κυρίου Ντίρινγκ.@@@@@@@@@@@
ρά πολύ ότι δε θα φέρει πίσω τίποτε άλλο εκτός από την παλαιά γνωστή λεκάνη του κουρέα.@@@@@@@
Σημειώσεις:
1. Η εξήγηση των κρίσεων από την υποκατανάλωση προέρχεται από τον Σισμόντι (Sismondi), για τον οποίο είχε κάποιο νόημα ακόμα. Ο Ροντμπέρτους (Rodbertus) το πήρε από τον Σισμόντι και ο κύριος Ντίρινγκ το αντέγραψε από τον Ροντμπέρτους και το ισοπέδωσε με το συνηθισμένο τρόπο του.
2. Σαρλ Φουριέ, «Ο νέος βιομηχανικός και κοινωνιστικός κόσμος...», Κεφ ΙΙ, V και VI. Στο: Απαντα, τόμ. 6, Παρίσι, 1845, γαλλική έκδοση.
3. Ο Ενγκελς, κατά πάσα πιθανότητα, αναφέρεται εδώ στην ομιλία του Μπίσμαρκ στην Κάτω Βουλή του Πρωσικού Κοινοβουλίου στις 20 Μάρτη του 1852 (ο Μπίσμαρκ ήταν, από το 1849, βουλευτής της Κάτω Βουλής). Ο Μπίσμαρκ εξέφρασε το μίσος των Πρώσων γιούνκερς ενάντια στις μεγάλες πόλεις σαν κέντρα του επαναστατικού κινήματος και δήλωσε ότι δυσπιστούσε για τον πληθυσμό των μεγάλων πόλεων και ότι εκεί δε ζούσε ο πραγματικός πρωσικός λαός. «Ο τελευταίος, αν και εφόσον οι μεγάλες πόλεις θα ξεσηκωθούν ξανά, θα ξέρει να τις αναγκάσει να υπακούσουν, ακόμα κι αν χρειαζόταν να τις σβήσει από την επιφάνεια της γης».

capitalism is here.....ειναι αδισταχτοι

NASA: Για 70 μέρες στο κρεβάτι καπνίζοντας μαριχουάνα



Η NASA ξεκίνησε μια  αναζήτηση εθελοντών, οι οποίοι θα πρέπει να μείνουν στο κρεβάτι για 70 μέρες και να καπνίζουν διαφορετικά είδη μαριχουάνας. Μετά το πέρας των 70 ημερών της έρευνας οι εθελοντές θα λάβουν το γενναιόδωρο ποσό των 16.550 ευρώ. Η εν λόγω έρευνα ονομάζεται «Rest Studies» και αφορά μια σειρά μελετών.
Οι εθελοντές κατά τις 70 μέρες θα επιτρέπεται να παίζουν βιντεοπαιχνίδια, να σερφάρουν στο διαδίκτυο ή να διαβάζουν βιβλία, αρκεί να βρίσκονται συνέχεια στο κρεβάτι και να συνεχίζουν να καπνίζουν μαριχουάνα.
Ο σκοπός της μελέτης της NASA έχει τρία μέρη , σύμφωνα με το «Health Cure Center». Πρώτον, στην  αλλαγή της φυσιολογίας των αστροναυτών στο διάστημα και οι συνέπειες αυτής της αλλαγής σε ορισμένες αποστολές τους. Δεύτερον, στην  επιρροή της σωματικής μεταβολής στην ικανότητά των αστροναυτών να φέρουν εις πέρας διάφορες δραστηριότητες. Τρίτον, στην προετοιμασία των αστροναυτών να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε συνέπεια προκύψει από τις μεταβολές του σώματος και του οργανισμού τους.
Η μελέτη αναμένεται να διαρκέσει 97 με 105 μέρες. Τις πρώτες 13 με 21 ημέρες, οι δυο ομάδες θα μπορούν να κινούνται ελεύθερα μέσα στον χώρο που θα βρίσκονται. Στη συνέχεια, όμως, θα πρέπει να περιοριστούν στον χώρο του κρεβατιού για συνεχόμενες 70 ημέρες, ενώ θα εξετάζεται η καρδιά τους, τα κόκαλά τους, οι μύες τους, αλλά και το νευρικό, το κυκλοφοριακό και το ανοσοποιητικό 

Με τη ροζ μυτούλα

 Με τη ροζ μυτούλα

Η ΔΦΑ φτάνει σε νέες απάτητες κορυφές  -από Έβερεστ και πάνω- τη μάχη κατά της διαπλοκής, με φόντο μια γάτα Ιμαλαΐων και ένα νουάρ της πεντάρας, που συναγωνίζεται σε λυρικούς διαλόγους τη μυθοπλασία της Ζωής για το Γενάρη του 15' (γιατί άμα είσαι μεγάλος ηγέτης, γίνεσαι διαρκής πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης). Μόνο που εδώ δε μιλάμε για πενταροδεκάρες. Είναι πολλά τα λεφτά (και λίγες οι συχνότητες) Ψυχ-Άρη. Κι εσύ Άρη, που θέλεις να κατέβει ο στρατός στους δρόμους για τους πρόσφυγες. Μόνο μια χούντα (του προλεταριάτου) θα μας σώσει από κάτι φασισταριά, σαν και του λόγου σου...

Έγιναν λοιπόν τέσσερις συναντήσεις, σαν τις τέσσερις συχνότητες, που προκαλούν τόσο συχνές συναντήσεις. Με μοναδικό μάρτυρα ένα τετράποδο, να συμβολίζει τη γάτα της διαπλοκής που σκίζει η ΔΦΑ. Με βασικό θέμα το ΔΟΛ και το Μέγκα, που οι περισσότεροι το έχουν αποθηκευμένο στο '4' της τηλεόρασής τους. Και την τελευταία συνάντηση να γίνεται στις 4 Ιούλη, στην εθνική γιορτή των Αμερικάνων, που ήδη είχαν αρχίσει να καλοβλέπουν τον Τσίπρα, με τις τέσσερις μονάδες διαφορά στις πρόσφατες ευρωεκλογές. Κι όλα αυτά, με φόντο το τρίτο μνημόνιο, που μπορεί σύντομα να το ακολουθήσει και τέταρτο κάπου στα κοντά, μαζί με μια τέταρτη προσφυγή στις κάλπες, κι εμάς στα τέσσερα να παίρνουμε τα τρία μας.

Και με τον Ολυμπιακό να παίρνει το 43ο πρωτάθλημα και να τραγουδάει "τα (ένα και δύο και τρία και τέσσερα) παιδιά του Πειραιά", όπου είναι δήμαρχος ο Μώραλης, ο υπάλληλος του Μαρινάκη. Και δεν ξέρω πώς μου ήρθε αλήθεια να τους συνδέσω συνειρμικά, αλλά ο Χατζηνικολάου είχε χτες στον Ενικό τον Τσίπρα, για να δώσει απαντήσεις και να σκίσει τη γάτα της διαπλοκής, περίπου σαν τα μνημόνια, σε ένα άρθρο με ένα νόμο, άλλο εάν του πήρε τελικά τέσσερις συναντήσεις, για να το καταφέρει, γιατί μπορεί να την κυνηγούσε να την πιάσει, και να το έσκιζαν μαζί, σελίδα-σελίδα, σαν τους προηγούμενους.



Με τη διαφορά πως αυτοί είναι διαφορετικοί, γιατί έχουν και παράλληλο πρόγραμμα (πάμε μια βόλτα;), που είναι το ένα εικοστό από το περιλάλητο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, λιγότερα και από τα ψίχουλα του Σαμαρά. Ναι αλλά εκείνοι δεν είχαν 98% απορρόφηση των ΕΣΠΑ, όπως δηλ η αριστερή κυβέρνηση, που τα καταφέρνει καλύτερα και στις ιδιωτικοποιήσεις, με τα 14 αεροδρόμια, κι ας μη συμφωνεί μαζί τους κατά βάθος.

Γιατί, ναι... αριστερή κυβέρνηση, αλλά όχι σε περιόδους κρίσης και καταιγίδας, αφού τώρα προέχουν τα εθνικά συμφέροντα, που τα διασφαλίζει καλύτερα μια συμμαχία με το ΝΑΤΟ και άλλους αγαθούς ιμπεριαλιστές, και για κάποιο λόγο είναι πάντα δεξιά, για όσους τα επικαλούνται και βαφτίζουν έτσι τα κέρδη της κυρίαρχης τάξης.
Που μου θυμίζει, παρεμπιπτόντως, εκείνο το απαράμιλλο "κυριάρχως" που πέταξε ο Τσίπρας, μαζί με το απεφάνθη κι άλλα τέτοια ωραία μαλλιαρά, που δείχνουν σημειολογικά πως ξεμπερδέψαμε με το παλιό "διαλεκτικά", ενσωματώνοντάς το. Αλλά αυτό να ήταν το πρόβλημα.

Το πρόβλημα δεν είναι αν ο πρωθυπουργός είπε κυρά-Τασία τη Χριστοδουλοπούλου που ο ίδιος επέλεξε για αυτή τη θέση. Αν λέει τη μισή αλήθεια για το νεράκι που έχυσε και τη διαφημιστική σπατάλη της ΕΥΔΑΠ, που έδινε 2,5 εκατομμύρια επί ΝΔ, χωρίς να έχει κανέναν ανταγωνιστή (όπως δεν έχει ούτε τώρα, που δίνει απλώς ένα μύριο λιγότερο). Ούτε καν ότι χρησιμοποιεί όπως ακριβώς ο αντίπαλός του τη φράση "παράτυπος μετανάστης" γιατί έχουν την εντύπωση πως δε χτυπάει άσχημα, όπως το λαθρομετανάστης.

Το πρόβλημα είναι η πολύ βολική αντιπολίτευση που του κάνουν από δεξιά. Ή καταπίνεις αμάσητα τα χοτ-σποτ και τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης ή είσαι δεξιός ρατσιστής, όπως διαδίδει η ομάδα του Σύριζα στα social media για τον Πελετίδη. Έτσι η ΔΦΑ έχει λυμένα τα χέρια της να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα τους τελευταίους μήνες, δηλ αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση, για να δείξει τις μεγάλες (ιδεολογικές, γιατί στην πράξη δε βγαίνουν) διαφορές της.

Κι όσο για τα ερωτήματα που έμειναν ανοιχτά;
-Γιατί χρειάστηκε τέσσερις συναντήσεις ο Τσίπρας, αν ήταν απλώς να απορρίψει τα αιτήματα του Ψυχάρη; Όσο καλά και αν είχε δουλέψει από πριν την απάντησή του στον Ενικό, πρέπει να θεωρεί αφελείς τους δικούς του, όσο δεν απαντά πειστικά σε αυτό. Εξάλλου, πάνω από μια φορά είναι σχέση, όπως λέει κι ένας χρυσός κανόνας των αρπαχτών πάσης φύσης. Πόσο μάλλον τέσσερις...

-Είναι ψοφάλογο ο Ψυχάρης και δρα σπασμωδικά, ψυχορραγώντας; Ή μήπως έχει ηχογραφήσει τις συνομιλίες τους και κρατάει τον Τσίπρα;
-Τι απέγινε αλήθεια ο Μουλόπουλος κι εξαφανίστηκε έξαφνα από τα ψηφοδέλτια του Σύριζα μες στον τελευταίο χρόνο;

-Και τι γίνεται με το ηθικό πλεονέκτημα και την ειλικρίνεια του Τσίπρα, όταν τον καρφώνουν ακόμα κι οι πρώην δικοί του, όπως ο Πιτσιρίκος; Ο οποίος σκούζει στα κεραμίδια σαν απατημένος εραστής Ιμαλαΐων και τον δίνει στεγνά για όσα είχε πει στα παρασκήνια της συνέντευξης που είχε δώσει κάποτε στο Unfollow, όπου δήλωνε πως ούτε είχε συναντήσει ποτέ τον κ. ΔΟΛ, ούτε είχε και κάποιο λόγο να το κάνει;

Ιδού οι απορίες... Τι κάνει άραγε νιάου-νιάου στα κεραμίδια;

Δεν υπάρχει κράτος...

Δεν υπάρχει κράτος...

 
 

"Δεν υπάρχει κράτος ρε φίλε..."
"Η Ελλάδα είναι καφενείο ρε, δεν είναι κράτος"...
"Τι κάνουν ρε για τόσα προβλήματα; Ουρές στις κρατικές υπηρεσίες, λάθη παντού..."
 "Τι κάνουν για τους πρόσφυγες που έχουν γεμίσει λιμάνια και πλατείες; Πεινάνε οι άνθρωποι...που είναι το κράτος;"
"Πήγα να τακτοποιήσω κάτι σχετικά με το μαγαζί και με διαλύσανε, δεν υπάρχει κράτος σου λέω..."

Τέτοια ακούμε εδώ και χρόνια, και το μόνο που αλλάζει είναι οι λεπτομέρειες της επικαιρότητας.

Είναι έτσι όμως; Δεν νομίζω...


Το κράτος υπάρχει και παραυπάρχει.
Απλά δεν είναι για μας. Δεν είναι δικό μας κράτος.
 Το κράτος δεν είναι ουδέτερο, ανήκει κάπου. Ανήκει σε εκείνους που έχουν την εξουσία.
Το κράτος είναι μηχανή εξαναγκασμού, δεν είναι υπηρεσία εξυπηρέτησης του λαού.
Ας φανταστούμε για δευτερόλεπτα ότι δεν υπήρχε αυτό που λέμε κράτος, αυτή η μηχανή επιβολής των νόμων που δεν είναι φυσικά ουδέτεροι.
Θα ανεχόταν κανεις όλα αυτά που υποχρεώνεται να υποστεί;
Από τη βία του αφεντικού του μέχρι τους λογαριασμούς της εφορίας;
Θα πήγαινε κανονικά να πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ, κι ας μην έχει ούτε γάλα για τα παιδιά του, "για το καλό της πατρίδας";
Θα δεχόταν να πληρώσει το γάλα 1,5 ευρώ επειδή έτσι αποφάσισε ο επιχειρηματίας και η "αγορά";
Ή μήπως θα γινόταν ο μαύρος χαμός;
Ας το σκεφτούμε...

Λένε τώρα πολλοί για τους πρόσφυγες τα ίδια. "Δεν υπάρχει κράτος..."
Ας κάνουν καμια εξέγερση σε κάποιο σημείο, κι εκεί θα το δούμε μια χαρά το κράτος και θα τρίβουμε τα μάτια μας για την αποτελεσματικότητα του. 
Δηλαδή στη FYROM που έκλεισε σύνορα λειτουργεί καλύτερα το κράτος; Αλλά κι εκεί τα ίδια θα λένε στα καφενεία, πως "δεν υπάρχει κράτος".
Ομως και συρματοπλέγματα σηκώθηκαν, και δακρυγόνα και ρόπαλα βγήκαν, και ό,τι άλλο ζητήθηκε από την εκεί εξουσία.

Αλλά κι εδώ "δεν έγινε τίποτα";
Και τις ΜΚΟ ποιος τις αφήνει να ξεσαλώνουν και να δείχνουν ότι οι κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να περάσουν σε άλλα χέρια και το κράτος(κι αυτοί που έχουν την εξουσία επομένως) να μην μπαίνει στον κόπο και στα έξοδα;
Και το ΝΑΤΟ ποιος το έφερε να "ρυθμίσει" την κατάσταση;
Και στον πόλεμο ποιος συμμετέχει;
 Τα κράτη δεν συμμετέχουν και μαζι και το δικο μας που με την ψήφο του και τις διάφορες "διευκολύνσεις" εγκρίνει και βοηθάει τον "πόλεμο κατα της τρομοκρατίας", περιμένοντας κάποιο φιλέτο από τη μοιρασιά της Συρίας για τα εδώ επιχειρηματικά κοράκια;

Αν πειραχτεί άραγε καμιά μεγάλη επιχείρηση απο αυτές που έχουν την εξουσία δεν θα εμφανιστεί το κράτος; Εκεί να δεις κράτος...
Δηλαδή στη Χαλυβουργία δεν υπήρχε κράτος;
Τότε τα ΜΑΤ πως εμφανίστηκαν;
Και η δίκη από ποιον στήθηκε όπως στήθηκε;
 Και τις καταδίκες στους ήρωες απεργούς ποιος τις έριξε; Η "τυφλή" και ανεξάρτητη δικαιοσύνη; 
Και τον αγώνα τους, και κάθε αγώνα, ποιος τον συκοφαντούσε; Η "ανεξάρτητη" ενημέρωση;
 

Και μόνο που μετά από 6 χρόνια φτώχεια ακόμα ο λαός δεν έχει πάρει χαμπάρι τι παίζεται και δεν κάνει οργανωμένη αντεπίθεση για να πάρει πίσω τη ζωή του, δείχνει πόσο καλά δουλεύει η μηχανή που λέγεται κράτος. 
Οι πολλοί περιμένουν από κάποιον  να κάνει κάτι. Ποιον;
 Το "κράτος" άραγε; Που δεν είναι δικό μας αλλά των ταξικών μας εχθρών;
Δηλαδή στον ταξικό πόλεμο που όλο και αγριεύει περιμένουμε τα όπλα του ταξικού εχθρού να πολεμήσουν για μας και όχι γι αυτόν που τα κατέχει. Περιμένουμε από την εξουσία να αυτοπυροβοληθεί;

Το κράτος όμως και "κανει κάτι" και δεν είναι ουδέτερο. 
Το κράτος μάλιστα δεν κάνει απλά κάτι. 
Κάνει τα πάντα, τη μια με μαστίγιο την άλλη με καρότο,. Τη μια με "ενημερωση" και εκπαίδευση(ιδεολογικοί μηχανισμοί), την άλλη με γκλομπς, δακρυγόνα και νόμους.

Το κράτος λοιπόν είναι εδώ και θα είναι εδώ για λογαριασμό των συμφερόντων που είναι φτιαγμένο να υπηρετεί. Μόνο που τα συμφέροντα αυτά δεν είναι τα λαικά συμφέροντα αλλά εκείνα που βρίσκονται ακριβώς στην απέναντι, στην αντίπαλη πλευρά.

Ο μόνος τρόπος είναι να το γκρεμίσει ο λαός και να φτιάξει το δικό του κράτος.
Με δικούς του μηχανισμούς, με δικούς του νόμους που να δουλεύουν για τα δικά του συμφέροντα. Κι από το παλιό να μείνουν μόνο αναμνήσεις, φωτογραφίες εποχής και τίποτα παραπάνω.

Πολυλογίες θα μου πεις αλλά αυτή είναι η αλήθεια. 

Δεν καθαρίζουμε με γκρίνιες και κατάρες.
Θέλει πιο πολλά. Γράψου στο σωματείο και πολέμα. 
Για το δικό μας κράτος.

 


Για τις οικονομικές σχέσεις στο σοσιαλισμό

Για τις οικονομικές σχέσεις στο σοσιαλισμό
Με αφορμή την επέτειο των 95 χρόνων από τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, ο «Ριζοσπάστης» παρουσίασε, τις τέσσερις προηγούμενες Κυριακές στο ένθετο Ιστορία, όλη την εξέλιξη μέχρι τη νίκη της Επανάστασης από τον Απρίλη του 1917 έως τον Οχτώβρη του 1917. Σήμερα, στο πλαίσιο των 95 χρόνων από την Οχτωβριανή Επανάσταση θα αναφερθούμε στις οικονομικές σχέσεις σχέσεις στο σοσιαλισμό με βάση την Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ: «Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό». Επίσης, στο Κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ: «Η ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ».
***
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ 18ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΚΕ:
«B. OI ΘEΩPHTIKEΣ ΘEΣEIΣ ΓIA TO ΣOΣIAΛIΣMO ΩΣ ΠPΩTHΣ, KATΩTEPHΣ BAΘMIΔAΣ TOY KOMMOYNIΣMOY»
2. O σοσιαλισμός είναι η πρώτη βαθμίδα του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, δεν είναι αυτόνομος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός. Eίναι ο ανώριμος, πρώιμος κομμουνισμός.
H πλήρης επικράτηση των νομοτελειών του κομμουνισμού προϋποθέτει το ξεπέρασμα των στοιχείων ανωριμότητας που χαρακτηρίζουν την κατώτερη βαθμίδα του, το σοσιαλισμό.
Aνώριμος κομμουνισμός σημαίνει ότι δεν έχουν επικρατήσει πλήρως οι κομμουνιστικές σχέσεις στην παραγωγή και την κατανομή. Iσχύει ο βασικός νόμος του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής: «Αναλογική παραγωγή για τη διευρυμένη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών».
Kοινωνικοποιούνται τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, αλλά αρχικά παραμένουν μορφές ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας, που αποτελούν βάση για την ύπαρξη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Διαμορφώνονται μορφές παραγωγικών συνεταιρισμών, όπου το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων ακόμη δεν επιτρέπει την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Oι μορφές ομαδικής ιδιοκτησίας αποτελούν μεταβατική μορφή ιδιοκτησίας, ανάμεσα στην ατομική και την κοινωνική, και όχι ανώριμη μορφή κομμουνιστικών σχέσεων.
Eνα μέρος των κοινωνικών αναγκών καλύπτεται καθολικά δωρεάν. Oμως, ακόμα μεγάλο μέρος του κοινωνικού προϊόντος για ατομική κατανάλωση κατανέμεται σύμφωνα με τη αρχή «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του, ενώ ο καθένας εργάζεται ανάλογα με τις ικανότητές του». Σε συνθήκες αναπτυγμένου κομμουνισμού η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος γίνεται «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».
Στο σοσιαλισμό, στη βάση της οικονομικής ανωριμότητάς του, παραμένουν κοινωνικές ανισότητες, διαστρωματώσεις, ουσιαστικές διαφορές ή και αντιθέσεις, όπως ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, στους εργαζόμενους της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας, στους εργάτες υψηλής και χαμηλής ειδίκευσης, οι οποίες πρέπει σταδιακά, σχεδιασμένα να εξαλείφονται.
Kατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, η εργατική τάξη σταδιακά, και όχι ενιαία, αποκτά τη δυνατότητα να έχει ολοκληρωμένη γνώση των διαφορετικών τμημάτων της παραγωγικής διαδικασίας, της επιτελικής δουλειάς, ουσιαστικό ρόλο στην οργάνωση της εργασίας. Ως συνέπεια των δυσκολιών αυτής της διαδικασίας είναι ακόμη δυνατό εργαζόμενοι, με διευθυντικό ρόλο στην παραγωγή, εργαζόμενοι της πνευματικής εργασίας και υψηλής επιστημονικής ειδίκευσης, να αυτονομούν το ατομικό ή και το ομαδικό συμφέρον τους από το κοινωνικό συμφέρον, να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από το συνολικό κοινωνικό προϊόν, αφού δεν έχει κυριαρχήσει η «κομμουνιστική στάση» απέναντι στην εργασία.
Tο άλμα που συντελείται κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δηλαδή κατά την επαναστατική περίοδο της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον αναπτυγμένο κομμουνισμό, είναι ποιοτικά ανώτερο από κάθε προηγούμενο, αφού οι κομμουνιστικές σχέσεις, ως μη εκμεταλλευτικές, δε διαμορφώνονται στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Διεξάγεται ένας αγώνας των «φύτρων» του νέου ενάντια στις «επιβιώσεις» του παλιού σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, πάλη για ριζική αλλαγή όλων των οικονομικών σχέσεων και κατ' επέκταση όλων των κοινωνικών σχέσεων σε κομμουνιστικές.
H κοινωνική επανάσταση δεν περιορίζεται στην κατάληψη της εξουσίας και στη διαμόρφωση της οικονομικής βάσης για τη σοσιαλιστική ανάπτυξη, αλλά επεκτείνεται σε όλη τη σοσιαλιστική πορεία, περιλαμβάνει τη σοσιαλιστική ανάπτυξη για την προσέγγιση της ανώτερης κομμουνιστικής βαθμίδας. Kατά το μακρόχρονο αυτό πέρασμα από την καπιταλιστική στην αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία, η πολιτική της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, με καθοδηγητική δύναμη το Kομμουνιστικό Kόμμα, αποκτά προτεραιότητα στη διαμόρφωση, επέκταση και εμβάθυνση, στην πλήρη και ανεπίστρεπτη κυριαρχία των νέων κοινωνικών σχέσεων, όχι βουλησιαρχικά αλλά στη βάση των νομοτελειών του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής.
Eτσι, συνεχίζεται η ταξική πάλη της εργατικής τάξης - σε άλλες συνθήκες, με άλλες μορφές και μέσα - όχι μόνο στην περίοδο της σοσιαλιστικής θεμελίωσης, αλλά και κατά τη σοσιαλιστική ανάπτυξη. Eίναι διαρκής πάλη, για την εξάλειψη κάθε μορφής ομαδικής και ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα και προϊόντα της παραγωγής και της μικροαστικής συνείδησης που έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Eίναι αγώνας, για τη διαμόρφωση ανάλογης κοινωνικής συνείδησης και στάσης απέναντι στην άμεσα κοινωνική εργασία. Eπομένως, είναι αναγκαία η δικτατορία του προλεταριάτου, ως όργανο της ταξικής κυριαρχίας και ταξικής πάλης, όχι μόνο στη «μεταβατική περίοδο», για την εδραίωση της νέας εξουσίας, την υλοποίηση των μέτρων διαμόρφωσης των νέων οικονομικών σχέσεων και κατάργησης των καπιταλιστικών, αλλά και κατά τη σοσιαλιστική ανάπτυξη μέχρι την ωρίμανσή της στην ανώτερη, κομμουνιστική βαθμίδα.
3. H σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι μια ενιαία διαδικασία, η οποία ξεκινά με την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Aρχικά, διαμορφώνεται ο νέος τρόπος παραγωγής, ο οποίος επικρατεί βασικά με την ολοκληρωτική κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων, της σχέσης κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας. Στη συνέχεια, οι νέες σχέσεις επεκτείνονται και βαθαίνουν, αναπτύσσονται οι κομμουνιστικές σχέσεις και ο νέος άνθρωπος σε ένα ανώτερο επίπεδο που κατοχυρώνει την ανεπίστρεπτη κυριαρχία τους, εφόσον έχουν καταργηθεί οι καπιταλιστικές σχέσεις παγκόσμια ή τουλάχιστον στις αναπτυγμένες και στις βαρύνουσες στο ιμπεριαλιστικό σύστημα χώρες.
Στη σοσιαλιστική πορεία εμπεριέχεται η δυνατότητα αντιστροφής της και οπισθοδρόμησης προς τον καπιταλισμό. H οπισθοδρόμηση δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο στην κοινωνική εξέλιξη και σε κάθε περίπτωση αποτελεί προσωρινό φαινόμενο στην Ιστορία της. Eίναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κανένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα δεν εδραιώθηκε μια κι έξω στην Ιστορία. Tο πέρασμα από μια κατώτερη φάση ανάπτυξης σε μια ανώτερη δεν ήταν ευθύγραμμα ανοδική διαδικασία. Aυτό αποδεικνύει και η ίδια η ιστορία επικράτησης του καπιταλισμού.
4. Eίναι λαθεμένη η προσέγγιση, που υποστηρίζει την ύπαρξη «μεταβατικών κοινωνιών», με ξεχωριστά χαρακτηριστικά, τόσο σε σχέση με τον καπιταλισμό, όσο και σε σχέση με το σοσιαλισμό. Στη βάση αυτής της θεώρησης ερμηνεύεται λαθεμένα η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην Kίνα και το Bιετνάμ ως μεταβατική «πολυτομεακή κοινωνία».
Δεν παραγνωρίζουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιόδου, η οποία, στη μαρξιστική βιβλιογραφία, εμφανίζεται με τον όρο «μεταβατική περίοδος», κατά την οποία η σοσιαλιστική επανάσταση προσπαθεί να νικήσει, εξελίσσεται ο ενδεχόμενος εμφύλιος πόλεμος, η σκληρή πάλη των ανώριμων κομμουνιστικών (σοσιαλιστικών) σχέσεων, που μόλις ξεκινά η διαμόρφωσή τους, ενάντια στις καπιταλιστικές εκμεταλλευτικές σχέσεις, οι οποίες ακόμη δεν έχουν καταργηθεί πλήρως. H ιστορική πείρα έδειξε ότι η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μακρόχρονη. Στην EΣΣΔ, ολοκληρώθηκε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1930. H πάλη με τις καπιταλιστικές σχέσεις, οι δυσκολίες στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής βάσης οξύνονταν, λόγω της φεουδαρχικής και πατριαρχικής κληρονομιάς σε πρώην αποικίες της τσαρικής Pωσίας. O Λένιν σημείωνε ότι η έκταση, η διάρκεια και η φύση των μεταβατικών μέτρων εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που κληρονομεί ο σοσιαλισμός από τον καπιταλισμό.3 Eπεσήμαινε, επίσης, ότι προκειμένου για χώρες με περισσότερο αναπτυγμένη βιομηχανία, τα μεταβατικά μέτρα προς το σοσιαλισμό περιορίζονται ή ακόμα και είναι περιττά σε ορισμένες περιπτώσεις.
H μεταβατική περίοδος δεν αυτονομείται από τη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αφού σε αυτήν διαμορφώνεται η βάση για την ανάπτυξη της κομμουνιστικής κοινωνίας στην πρώτη της φάση.
Eίναι λάθος, επίσης, η άποψη που περιορίζει αποκλειστικά στη μεταβατική περίοδο κοινωνικά φαινόμενα και αντιθέσεις που έως ένα σημείο υπάρχουν και στην ανώριμη (σοσιαλιστική) φάση του κομμουνισμού (μορφές ατομικής και συνεταιριστικής παραγωγής, ύπαρξη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, διαφορά πόλης - χωριού). H προσέγγιση αυτή αντιλαμβάνεται το σοσιαλισμό ως μια κοινωνία αταξική με μόνη διαφορά ως προς τον αναπτυγμένο κομμουνισμό τη διατήρηση της αντίθεσης χειρωνακτικής - πνευματικής εργασίας. Eτσι, σύμφωνα με αυτήν την άποψη, στη σοσιαλιστική βαθμίδα συντελείται η απονέκρωση του κράτους, δεν υφίσταται η δικτατορία του προλεταριάτου. H άποψη αυτή απομακρύνεται από την ταξική προσέγγιση στο ζήτημα του κράτους, στο ζήτημα της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό. Yποτιμά το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα στη σοσιαλιστική ανάπτυξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις ως άποψη τείνει προς τον αυθόρμητο μαρασμό μορφών ατομικής - συνεταιριστικής ιδιοκτησίας, των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, υποβαθμίζει το χαρακτήρα της κοινωνικής ιδιοκτησίας, στη βάση υπαρκτών προβλημάτων στη «διαμεσολάβηση» μεταξύ των παραγωγών.
5. H διαμόρφωση του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής ξεκινά με την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον Κεντρικό Σχεδιασμό, την κατανομή του εργατικού δυναμικού στους διάφορους κλάδους, τη σχεδιασμένη κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, τη διαμόρφωση θεσμών εργατικού ελέγχου. Στη βάση αυτών των νέων οικονομικών σχέσεων αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς οι παραγωγικές δυνάμεις, ο άνθρωπος και τα μέσα παραγωγής, οργανώνεται η παραγωγή και όλη η κοινωνία. Eπιτυγχάνεται η σοσιαλιστική συσσώρευση, ένα νέο επίπεδο κοινωνικής ευημερίας.
Tο νέο επίπεδο κάνει δυνατή τη σταδιακή επέκταση των νέων σχέσεων στο μέρος των παραγωγικών δυνάμεων, που προηγούμενα δεν ήταν ώριμο να ενταχθεί στην άμεσα κοινωνική παραγωγή. Oλοένα και διευρύνονται οι υλικές προϋποθέσεις για την κατάργηση κάθε διαφοράς στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μεταξύ των εργαζομένων, στην άμεσα κοινωνική παραγωγή, στις κοινωνικές υπηρεσίες, για τη συνεχή μείωση του υποχρεωτικού χρόνου εργασίας.
Eίναι λάθος η άποψη ότι η πραγματική κοινωνικοποίηση προϋποθέτει την πλήρη κατάργηση του διαχωρισμού επιτελικής και εκτελεστικής εργασίας. Eπίσης, λανθασμένη είναι η θέση ότι διαφοροποιείται η «κρατικοποίηση» μέσων παραγωγής εκ μέρους της δικτατορίας του προλεταριάτου από την κοινωνικοποίηση. Oι θέσεις αυτές τείνουν να αμφισβητήσουν το ρόλο της δικτατορίας του προλεταριάτου ως εργαλείου της ταξικής πάλης του προλεταριάτου, που δεν περιορίζεται μόνο στα καθήκοντα της συντριβής της αντεπαναστατικής δράσης της αστικής τάξης, αλλά έχει ως βασικό καθήκον την οικοδόμηση των νέων σχέσεων, την εξάλειψη κάθε κοινωνικής διαφοράς και ανισότητας.
H κοινωνικοποίηση στο σοσιαλισμό, όπως και όλη η οργάνωση της οικονομίας και κοινωνίας, πραγματοποιείται μέσω του κράτους της εργατικής τάξης, υπό την καθοδήγηση του Kομμουνιστικού Kόμματος, το οποίο στηρίζεται στην κινητοποίηση των εργατικών μαζών, στον εργατικό έλεγχο.
H πλήρης κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων, το πέρασμα στην ανώτερη βαθμίδα του νέου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, προϋποθέτει την πλήρη κατάργηση των τάξεων. Γι' αυτό πρέπει να καταργηθεί όχι μόνο η καπιταλιστική ιδιοκτησία, αλλά κάθε ατομική και ομαδική ιδιοκτησία στα μέσα και προϊόντα της παραγωγής, να εξαλειφθεί η διαφορά ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, η διαφορά μεταξύ των ανθρώπων της χειρωνακτικής και των ανθρώπων της πνευματικής εργασίας, που αποτελεί μια από τις πιο βαθιές πηγές της κοινωνικής ανισότητας, να εξαλειφθούν οι εθνικές αντιθέσεις.4
Σύμφωνα με τον καθολικό κοινωνικό νόμο της αντιστοίχισης των σχέσεων παραγωγής με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, το κάθε ιστορικά νέο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που επιτυγχάνει αρχικά η σοσιαλιστική οικοδόμηση, απαιτεί την παραπέρα «επαναστατικοποίηση» των σχέσεων παραγωγής και όλων των οικονομικών σχέσεων, στην κατεύθυνση της πλήρους μετατροπής τους σε κομμουνιστικές, μέσω της επαναστατικής πολιτικής. Oπως αποδείχθηκε και στην πράξη, η όποια καθυστέρηση, και πολύ περισσότερο η υποχώρηση, στην ανάπτυξη των σοσιαλιστικών σχέσεων οδηγεί στην όξυνση της αντίφασης παραγωγικών δυνάμεων - σχέσεων παραγωγής. Στη βάση αυτή, οι αντιθέσεις και διαφοροποιήσεις μπορούν να μετατραπούν σε κοινωνικούς ανταγωνισμούς, να οξυνθεί η ταξική πάλη. Στο σοσιαλισμό υπάρχει αντικειμενική βάση που εμπεριέχει τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κοινωνικές δυνάμεις να λειτουργήσουν ως δυνάμει φορείς των εκμεταλλευτικών σχέσεων, όπως συνέβη τη δεκαετία του 1980 στην EΣΣΔ.
6. H ανάπτυξη του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής στην πρώτη βαθμίδα του, τη σοσιαλιστική, είναι διαδικασία για την εξάλειψη της κατανομής του κοινωνικού προϊόντος με χρηματική μορφή. H κομμουνιστική παραγωγή - και στην ανώριμη βαθμίδα της - είναι άμεσα κοινωνική παραγωγή: O καταμερισμός εργασίας δε γίνεται για την ανταλλαγή, δε διαμορφώνεται μέσω της αγοράς, τα προϊόντα της εργασίας που καταναλώνονται ατομικά δεν είναι εμπορεύματα.
O καταμερισμός εργασίας στα κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής γίνεται με βάση το σχέδιο που οργανώνει την παραγωγή και προσδιορίζει τις αναλογίες της, με στόχο την ικανοποίηση των διευρυμένων κοινωνικών αναγκών, την κατανομή των προϊόντων (αξιών χρήσης). Δηλαδή, είναι κεντρικά σχεδιασμένος καταμερισμός της κοινωνικής εργασίας και εντάσσει άμεσα - όχι μέσω της αγοράς - την ατομική εργασία, ως μέρος, στη συνολική κοινωνική εργασία. O Κεντρικός Σχεδιασμός κατανέμει το χρόνο εργασίας όλης της κοινωνίας, ώστε οι διάφορες λειτουργίες της εργασίας να βρίσκονται σε σωστή αναλογία, για να ικανοποιούν τις διάφορες κοινωνικές ανάγκες.
O Kεντρικός Σχεδιασμός εκφράζει τη συνειδητή αποτύπωση αντικειμενικών αναλογιών της παραγωγής και κατανομής, καθώς και την προσπάθεια για την ολόπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Γι' αυτό το λόγο, δεν πρέπει να κατανοείται ως τεχνοοικονομικό εργαλείο, αλλά ως κομμουνιστική σχέση παραγωγής και κατανομής, που συνδέει τους εργαζόμενους με τα μέσα παραγωγής, τους σοσιαλιστικούς οργανισμούς. Συμπεριλαμβάνει συνειδητή σχεδιασμένη επιλογή κινήτρων και στόχων στην παραγωγή και αποβλέπει στη διευρυνόμενη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών (βασικός οικονομικός νόμος του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής). Oι νομοτέλειες του Kεντρικού Σχεδιασμού δεν ταυτίζονται με το κάθε φορά σχέδιο, στο οποίο θα πρέπει να αποτυπώνονται επιστημονικά αυτές οι αντικειμενικές αναλογίες.
Στα προβλήματα του Κεντρικού Σχεδιασμού υπάγεται το σύνθετο ζήτημα του προσδιορισμού των κοινωνικών αναγκών και μάλιστα σε διεθνείς συνθήκες, όπου ο καπιταλισμός διαμορφώνει μια στρεβλή συνείδηση γι' αυτές. Oι κοινωνικές ανάγκες προσδιορίζονται με βάση το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που έχει επιτευχθεί τη δεδομένη ιστορική περίοδο. Oι ανάγκες, δηλαδή, πρέπει να κατανοούνται με την ιστορική τους έννοια, ότι μεταβάλλονται ανάλογα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Aντίστοιχα, θα πρέπει να εξελίσσεται και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται ο βασικός νόμος του κομμουνισμού, με στόχο να ξεπεραστούν οι ανεπάρκειες και οι διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στην κάλυψη των αναγκών.
7. Xαρακτηριστικό της πρώτης βαθμίδας των κομμουνιστικών σχέσεων είναι η κατανομή ενός μέρους των προϊόντων «ανάλογα με την εργασία». Γύρω από το «μέτρο» της εργασίας αναπτύχθηκε θεωρητική και πολιτική διαπάλη. H κατανομή τμήματος της σοσιαλιστικής παραγωγής «σύμφωνα με την εργασία» (που ως προς τη μορφή μοιάζει με την εμπορευματική ανταλλαγή)5είναι αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κληρονομιάς. O νέος τρόπος παραγωγής δεν την έχει αποβάλει, γιατί δεν έχει ακόμα ανάλογα αναπτύξει την ανθρώπινη παραγωγική δύναμη και τα μέσα παραγωγής στις αναγκαίες διαστάσεις με ευρύτατη χρησιμοποίηση της νέας τεχνολογίας. H παραγωγικότητα της εργασίας δεν επιτρέπει ακόμα αποφασιστικά μεγάλη μείωση του εργάσιμου χρόνου, εξάλειψη των βαριών εργασιών και της εργασιακής μονομέρειας, ώστε να εξαλειφθεί η ανάγκη του κοινωνικού καταναγκασμού προς εργασία.
H σχεδιασμένη κατανομή της εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής σημαίνει και σχεδιασμένη κατανομή του κοινωνικού προϊόντος. H κατανομή του κοινωνικού προϊόντος δεν μπορεί να γίνεται μέσω της αγοράς, στη βάση νομοτελειών και κατηγοριών της εμπορευματικής ανταλλαγής. Σύμφωνα με τον Mαρξ, ο τρόπος της κατανομής θα αλλάζει όταν αλλάζει ο ιδιαίτερος τρόπος του ίδιου του κοινωνικού παραγωγικού οργανισμού και το αντίστοιχο ιστορικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγών6(δηλαδή, άλλο το επίπεδό τους στην EΣΣΔ τη δεκαετία του 1930 και άλλο στην EΣΣΔ της δεκαετίας του 1950, του 1960).
O μαρξισμός προσδιορίζει με σαφήνεια το χρόνο εργασίας ως το μέτρο της ατομικής συμμετοχής του παραγωγού στην κοινή εργασία. Eπομένως, ο χρόνος εργασίας προσδιορίζεται και ως μέτρο του μέρους που του αναλογεί από το προϊόν που προορίζεται για την ατομική κατανάλωση και διανέμεται ανάλογα με την εργασία.7Eνα άλλο μέρος (Παιδεία, Υγεία, φάρμακα, θέρμανση κ.λπ.) ήδη διανέμεται ανάλογα με τις ανάγκες. O «χρόνος εργασίας»8στο σοσιαλισμό δεν είναι ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» που αποτελεί μέτρο της αξίας για την ανταλλαγή των εμπορευμάτων στην εμπορευματική παραγωγή. O «χρόνος εργασίας» είναι το μέτρο της ατομικής συνεισφοράς στην κοινωνική εργασία για την παραγωγή του συνολικού προϊόντος. Aναφέρεται χαρακτηριστικά στο «Kεφάλαιο»: «Στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή το χρηματικό κεφάλαιο φεύγει από τη μέση. H κοινωνία κατανέμει την εργατική δύναμη και τα μέσα παραγωγής στους διάφορους κλάδους παραγωγής. Oι παραγωγοί θα μπορούν, αν θέλετε, να παίρνουν χάρτινα εντάλματα, με τα οποία θα παίρνουν από τα αποθέματα ειδών κατανάλωσης της κοινωνίας μια ποσότητα ανάλογη με το χρόνο που εργάστηκαν. Tα εντάλματα αυτά δεν είναι χρήμα. Δεν κυκλοφορούν».9
H πρόσβαση στο μέρος του κοινωνικού προϊόντος που κατανέμεται «ανάλογα με την εργασία» καθορίζεται από την ατομική προσφορά εργασίας του καθενός στη συνολική κοινωνική εργασία, χωρίς να διαχωρίζεται σε σύνθετη ή απλή, χειρωνακτική ή όχι. Mέτρο της ατομικής προσφοράς είναι ο χρόνος εργασίας, που καθορίζει το σχέδιο με βάση τις συνολικές ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής, τους υλικούς όρους της παραγωγικής διαδικασίας στην οποία εντάσσεται η «ατομική» εργασία, ιδιαίτερες ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής για τη συγκέντρωση εργατικού δυναμικού σε περιοχές, κλάδους κ.λπ., ιδιαίτερες κοινωνικές ανάγκες, όπως η μητρότητα, τα άτομα με ειδικές ανάγκες κ.λπ., η ατομική στάση απέναντι στην οργάνωση και υλοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας. Δηλαδή, πρέπει να συσχετίζεται ο χρόνος εργασίας με στόχους, όπως εξοικονόμηση υλών, εφαρμογή παραγωγικότερων τεχνολογιών, ορθολογικότερη οργάνωση της εργασίας, άσκηση εργατικού ελέγχου στη διοίκηση - διεύθυνση.
H σχεδιασμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής θα πρέπει να απελευθερώνει όλο και περισσότερο χρόνο από την εργασία, ο οποίος θα αξιοποιείται για το ανέβασμα του μορφωτικού - πολιτιστικού επιπέδου του εργάτη, για τη συμμετοχή του στην άσκηση των καθηκόντων εξουσίας και διεύθυνσης της παραγωγής κ.λπ. H ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου, ως παραγωγικής δύναμης, στην οικοδομούμενη νέου τύπου κοινωνία, και των κομμουνιστικών σχέσεων (μεταξύ αυτών και η κομμουνιστική στάση στην άμεσα κοινωνική εργασία) είναι σχέση αμφίδρομη. Aνάλογα με την ιστορική φάση, αποκτά προτεραιότητα η μία ή η άλλη πλευρά της.
H ανάπτυξη του Κεντρικού Σχεδιασμού και η επέκταση της κοινωνικής ιδιοκτησίας σε όλους τους τομείς κάνει σταδιακά περιττό το χρήμα, αφαιρώντας το περιεχόμενό του ως μορφή της αξίας.
8. Mέσω των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων ανταλλάσσεται το προϊόν της ατομικής και συνεταιριστικής παραγωγής, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας προέρχεται από την αγροτική, με το προϊόν της σοσιαλιστικής. H συνεταιριστική παραγωγή υπάγεται σ' ένα βαθμό στον Κεντρικό Σχεδιασμό, ο οποίος καθορίζει το μέρος της παραγωγής που διατίθεται στο κράτος και την κρατική τιμή, ανώτατες τιμές για το μέρος της παραγωγής που διατίθεται στη συνεταιριστική αγορά.
H κατεύθυνση της επίλυσης της διαφοράς μεταξύ πόλης και υπαίθρου, μεταξύ βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, είναι: H συνένωση των αγροτών - παραγωγών στην κοινή χρήση μεγάλης έκτασης γης, για την παραγωγή κοινωνικού προϊόντος, με σύγχρονη μηχανοποίηση και άλλα μέσα της επιστημονικοτεχνικής προόδου, που παρέχονται από το σοσιαλιστικό κράτος και ανήκουν σε αυτό, για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας. H δημιουργία ισχυρών υποδομών για τη διαφύλαξη του προϊόντος από τις απρόβλεπτες καιρικές μεταβολές. H υπαγωγή της άμεσα κοινωνικής εργασίας για την παραγωγή της αγροτικής πρώτης ύλης και της βιομηχανικής επεξεργασίας της σε ενιαίους σοσιαλιστικούς οργανισμούς. Aυτή η κατεύθυνση υπηρετεί τη μετατροπή όλης της αγροτικής παραγωγής σε μέρος της άμεσα κοινωνικής παραγωγής.
3. B. I. Λένιν, «Aπαντα», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή», τόμος 43, σελ. 57 και σελ. 79, τόμος 44, σελ. 191 - 200.
4. B. I. Λένιν, «Aπαντα», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή», τ. 39. σελ. 15.
5. K. Mαρξ, «Kριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή» σελ. 22.
6. K. Mαρξ, «Tο Kεφάλαιο», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή», τόμος 1, σελ. 91 - 92.
7. K. Mαρξ, «Kριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή», σελ. 21, 22, 23 και Φρ. Eνγκελς, «Aντι-Nτύρινγκ», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή», 2006, σελ. 328 - 329 - 330.
8. K. Mαρξ, «Το Κεφάλαιο», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 1, σελ. 91 - 92. Ο «χρόνος», ως μέτρο της εργασίας στη σοσιαλιστική παραγωγή, πρέπει να αντιμετωπίζεται «μόνο σαν παραλληλισμός με την εμπορευματική παραγωγή».
Η ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ*
Η ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Ο Κ. Μαρξ στην αρχή του έργου του «Το Κεφάλαιο», μελετώντας το «εμπόρευμα», έκανε την εξής διαπίστωση: «Ο πλούτος των κοινωνιών, όπου κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται ως ένας τεράστιος σωρός από εμπορεύματα και το ξεχωριστό εμπόρευμα σαν η στοιχειώδικη μορφή του. Γι' αυτό, η έρευνα μας αρχίζει με την ανάλυση του εμπορεύματος»1.
Εμπορεύματα είναι τα προϊόντα που παράγονται με σκοπό την ανταλλαγή. Η εμφάνιση των εμπορευμάτων είναι ιστορικό φαινόμενο. Ξεκίνησε με τη λίγο πολύ τυχαία ανταλλαγή προϊόντων που «περίσσευαν», ενώ στη συνέχεια άρχισε η παραγωγή προϊόντων για την ανταλλαγή, δηλαδή η εμπορευματική παραγωγή που τη χαρακτηρίζουμε ως απλή σε διάκριση από την καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή.
Η διαδικασία της ανταλλαγής εξελίχθηκε ιστορικά από τις πιο απλές σε πιο σύνθετες μορφές. Στην αρχή, η ανταλλαγή γινόταν άμεσα με προϊόντα, π.χ. ο παραγωγός σιτηρών αντάλλασσε σιτηρά με τσεκούρια, με αλέτρι και ό,τι άλλο του χρειαζόταν. Στη συνέχεια, η ανταλλαγή αναπτύχθηκε και εμφανίστηκε η ανταλλαγή με τη μεσολάβηση ενός εμπορεύματος (γενικό ισοδύναμο), με το οποίο συγκρίνονταν όλα τα εμπορεύματα και έπαιζε το ρόλο του μέσου ανταλλαγής. Το ρόλο αυτό έπαιζαν αρχικά διαφορετικά εμπορεύματα (π.χ. ζώα). Στη συνέχεια, το μέσο ανταλλαγής λειτούργησε καθαρά ως μέσο πληρωμών και αποθησαύρισης, χρήμα. Για το ρόλο του χρήματος ήταν πιο κατάλληλα από φυσική άποψη (δε φθείρονται εύκολα κλπ.) τα πολύτιμα μέταλλα (χρυσός, αργυρός). Ετσι έγινε δυνατή η χρονική απόσταση ανάμεσα στην πώληση του ενός προϊόντος και την αγορά του άλλου. Ο Λένιν χαρακτήρισε επιγραμματικά την εμπορευματική παραγωγή σαν «παραγωγή απομονωμένων μεταξύ τους παραγωγών, που συνδέονται ο ένας με τον άλλο μέσω της αγοράς»2.
Η ουσία και τα κύρια χαρακτηριστικά της εμπορευματικής παραγωγής είναι: ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, το ξεχώρισμα (αυτοτέλεια, απομόνωση) των παραγωγών, η μετατροπή των προϊόντων εργασίας σε εμπορεύματα, η σύνδεση των παραγωγών μέσω της αγοράς.
Στους παλιότερους τρόπους παραγωγής (δουλοκτητικό και φεουδαρχικό) υπήρχε αλλά δεν κυριαρχούσε η παραγωγή με σκοπό την ανταλλαγή. Το εμπόριο και η αγορά είχαν πιο περιορισμένη έκταση.
Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής κυριαρχούσε η φυσική μορφή παραγωγής, η παραγωγή γινόταν με σκοπό την άμεση κατανάλωση στο πλαίσιο του νοικοκυριού που παρήγαγε ή του ιδιοκτήτη (δουλοκτήτη, φεουδάρχη) στον οποίο υπαγόταν. Τα βασικά μέσα επιβίωσης (τρόφιμα, ένδυση κ.λπ.) παράγονταν στo πλαίσιο του ατομικού αγροτικού φεουδαρχικού ή δουλοκτητικού νοικοκυριού.
Η εμπορευματική παραγωγή έγινε κυρίαρχη σε ένα ανώτερο στάδιο ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας όταν είχε βαθύνει ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, όταν είχε επιτευχθεί ένα ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όταν η ίδια η εργατική δύναμη αποσπάστηκε από τα μέσα παραγωγής που κατείχε και έγινε εμπόρευμα (πώλησή της στον κατέχοντα μέσα παραγωγής), δηλαδή στις συνθήκες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Ποτέ οι διαστάσεις της εμπορευματικής παραγωγής στο διάβα των αιώνων της ανθρώπινης Ιστορίας δεν ήταν τόσο μεγάλες όσο στην εποχή του καπιταλισμού.
Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ
Οπως σημειώσαμε προηγούμενα, εμπόρευμα είναι το προϊόν της εργασίας που παράγεται για την ανταλλαγή. Αν εξετάσουμε το εμπόρευμα στη μορφή που παρουσιάζεται στη διαδικασία της ανταλλαγής, διακρίνουμε δύο ιδιότητες: Την αξία χρήσης και την αξία.
α) Η αξία χρήσης.
Το εμπόρευμα ικανοποιεί ορισμένες ανθρώπινες ανάγκες. Αυτή η ιδιότητά του λέγεται αξία χρήσης. Οι αξίες χρήσης αποτελούν το υλικό περιεχόμενο του πλούτου σε κάθε κοινωνία - τρόπο παραγωγής. Ορισμένες αξίες χρήσης τις παίρνουμε από τη φύση σε έτοιμη μορφή και δεν αποτελούν προϊόντα ανθρώπινης εργασίας (π.χ. αέρας). Ο βασικός όμως όγκος των αξιών χρήσης είναι προϊόν εργασίας.
Το προϊόν της εργασίας για να γίνει εμπόρευμα πρέπει να παράγεται για την ικανοποίηση των αναγκών όχι των ίδιων των παραγωγών, αλλά άλλων μελών της κοινωνίας, πρέπει να αποτελεί μια κοινωνική αξία χρήσης.
β) Η αξία και η μορφή εμφάνισης τής, η ανταλλακτική αξία.
Στις συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής η αξία χρήσης είναι ο υλικός φορέας μιας κοινωνικής ιδιότητας: της ανταλλακτικής αξίας, δηλαδή το εμπόρευμα ανταλλάσσεται σε ορισμένες αναλογίες με άλλα εμπορεύματα π.χ. 1 σακάκι = 1.000 καρφιά.
Τι είναι όμως εκείνο που δίνει τη δυνατότητα να συγκρίνονται μεταξύ τους διάφορα εμπορεύματα, που έχουν τις πιο διαφορετικές ιδιότητες και ικανοποιούν όχι συγκρίσιμες μεταξύ τους ανάγκες;
Το κοινό στοιχείο που τα κάνει συγκρίσιμα είναι η εργασία, το γεγονός ότι όλα τα εμπορεύματα είναι προϊόντα ανθρώπινης εργασίας.
Η αξία είναι η υλοποιημένη (ενσωματωμένη) στο εμπόρευμα εργασία. Μέτρο της εργασίας και επομένως μέτρο της αξίας είναι ο χρόνος εργασίας.
Η αξία εμφανίζεται με τη μορφή της ανταλλακτικής αξίας. Δηλαδή, η αξία εμφανίζεται μόνο ως αναλογία στην ανταλλαγή των εμπορευμάτων και όχι άμεσα ως ποσότητα χρόνου εργασίας. Π.χ. στην ανταλλαγή 1 σακάκι = 1.000 καρφιά σημαίνει ότι για το 1 σακάκι έχει δαπανηθεί τόσος χρόνος εργασίας όσος για 1.000 καρφιά, χωρίς να γνωρίζουμε πόσος είναι αυτός ο δαπανημένος χρόνος εργασίας. Να προσεχθεί το εξής: Οταν λέμε ότι ο χρόνος εργασίας προσδιορίζει την αξία του εμπορεύματος, δε σημαίνει ότι π.χ. το προϊόν ενός αργού ράφτη είναι μεγαλύτερης αξίας από του γρήγορου ράφτη, γιατί μιλώντας για χρόνο εργασίας δεν εννοούμε τον ατομικό χρόνο εργασίας που δαπανά ο παραγωγός, αλλά τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Ως τέτοιος προσδιορίζεται ο χρόνος που απαιτείται για την παραγωγή του δοσμένου εμπορεύματος με το μέσο -σε μια κοινωνία- επίπεδο επιδεξιότητας και εντατικότητας της εργασίας (είναι οι συνθήκες όπου παράγεται η βασική μάζα του εμπορεύματος). Διευκρινίζουμε ότι πρόκειται για χρόνο που απαιτείται τη στιγμή της ανταλλαγής και όχι αυτόν που απαιτείται όταν παράγεται το εμπόρευμα. Ο χρόνος αυτός μπορεί να έχει μειωθεί ή αυξηθεί αν έχει αυξηθεί ή μειωθεί αντίστοιχα το μέσο επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας.
γ) Ο διπλός χαρακτήρας της εργασίας. Συγκεκριμένη και αφηρημένη εργασία.
Εδώ προκύπτει ένα δεύτερο ερώτημα: Πώς μπορούμε να συγκρίνουμε μεταξύ τους τόσο διαφορετικά ποιοτικές εργασίες, όπως του σιδηρουργού, της υφάντρας κ.ο.κ.;
Η σύγκριση μπορεί να γίνει γιατί η εργασία που παράγει εμπορεύματα έχει διπλό χαρακτήρα:
Από τη μια είναι συγκεκριμένη εργασία που καταναλώθηκε για τη διαμόρφωση μιας αξίας χρήσης, δηλαδή εργασία συγκεκριμένης μορφής, ειδικότητας, π.χ. του ράφτη, του ξυλουργού, του γεωργού κ.ο.κ.
Από την άλλη, είναι ανθρώπινη εργασία γενικά, κατανάλωση ανθρώπινης εργατικής δύναμης, αφηρημένη εργασία (έχει «αφαιρεθεί» κάθε συγκεκριμένος προσδιορισμός, ειδικότητα). Η αφηρημένη εργασία διαμορφώνει την αξία των εμπορευμάτων που είναι συγκρίσιμα ως υλοποίηση όμοιας -αφηρημένης- ανθρώπινης εργασίας, που έχει μόνο ποσοτικό προσδιορισμό το χρόνο εργασίας.
Υπογραμμίζουμε το εξής: Η ιδιότητα της εργασίας να δημιουργεί αξία δεν είναι ιδιότητα φυσική, αλλά κοινωνική. Αν δεν υπάρχει εμπορευματική παραγωγή δεν υπάρχει αξία. Κι όπου λείπει η αξία δεν υπάρχει αφηρημένη εργασία. Συνεπώς, η αφηρημένη εργασία είναι μια ειδική οικονομική κατηγορία της εμπορευματικής παραγωγής που αντανακλά συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής.
Ο Μαρξ αποκάλυψε για πρώτη φορά το διπλό χαρακτήρα της εργασίας που περιέχεται στο εμπόρευμα και που εκφράζει την αντίθεση ανάμεσα στον ατομικό και τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, που χαρακτηρίζει την εμπορευματική παραγωγή. Από την μια, ο παραγωγός είναι ιδιώτης ανεξάρτητος παραγωγός (επιχείρηση), ο οποίος παράγει προς ίδιον όφελος και, από την άλλη, το προϊόν του προορίζεται να ικανοποιήσει ανάγκες άλλων, της κοινωνίας. Το προϊόν του είναι εμπόρευμα και αποδείχνει την κοινωνική του χρησιμότητα μόνο στην αγορά και μέσω της αγοράς.
δ) Ο νόμος της αξίας.
Η ανταλλαγή εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή ισοδύναμων, ανταλλαγή ίσων ποσοτήτων κοινωνικά αναγκαίας αφηρημένης εργασίας. Ετσι -σε τελευταία ανάλυση- ρυθμίζονται οι αναλογίες, στις οποίες ανταλλάσσονται τα εμπορεύματα. Αυτός είναι ο νόμος της αξίας, ο οποίος δρα πάντα όπου τα προϊόντα της εργασίας παίρνουν εμπορευματική μορφή.
Η ανταλλαγή ισοδυνάμων δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση ανταλλαγής, αλλά ως μέσος όρος σε μακρόχρονες σχετικά περιόδους. Ο νόμος πραγματοποιείται μέσω των διακυμάνσεων των τιμών (χρηματική έκφραση της αξίας) πάνω και κάτω από την αξία.
Ο νόμος της αξίας είναι ο αυθόρμητος «ρυθμιστής» των αναλογιών μεταξύ των κλάδων στην εμπορευματική παραγωγή. Αυτό γίνεται γιατί η διακύμανση των τιμών πάνω - κάτω από την αξία (ανάλογα με την προσφορά - ζήτηση) προκαλεί μετακινήσεις εργασίας από τον ένα κλάδο στον άλλο.
Στον καπιταλισμό το εμπόρευμα περιέχει στην αξία του -ως μέρος της- την υπεραξία, δηλαδή το απλήρωτο μέρος της εργασίας του εργάτη. Ο Μαρξ τόνιζε ότι η παραγωγή υπεραξίας ή κέρδους είναι ο απόλυτος νόμος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Επομένως, καθορίζει όλη την κίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας. Ετσι ο νόμος της αξίας ισχύει στον καπιταλισμό -που είναι εμπορευματική οικονομία- εμφανίζεται όμως με τροποποιημένη μορφή, γιατί οι αξίες «μετασχηματίζονται» σε τιμές παραγωγής που είναι παραλλαγμένη μορφή της αξίας. Η διαπραγμάτευση αυτού του θέματος είναι έξω από την αποστολή του παρόντος κειμένου.
Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Ο κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής προϋποθέτει τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης. Η κοινωνικοποιημένη εργασία, όταν υπάρχει κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και κεντρικός σχεδιασμός, γίνεται άμεσα κοινωνική, που σημαίνει ότι δεν επιβεβαιώνει την κοινωνική χρησιμότητά της μέσω της αγοράς, αλλά εκ των προτέρων υπολογίζονται οι κοινωνικές ανάγκες, με βάση αυτές σχεδιάζεται η κατανομή της εργασίας στους διάφορους τομείς της κοινωνικής παραγωγής και εντάσσονται ανάλογα και οι ατομικές εργατικές δυνάμεις.
Σκοπός της κομμουνιστικής παραγωγής και βασικός οικονομικός νόμος είναι η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών σε ολοένα ανώτερο επίπεδο. Πραγματοποιείται με τον κεντρικό σχεδιασμό και τον εργατικό έλεγχο.
Ο αναγκαίος για να καλυφθούν οι κοινωνικές ανάγκες χρόνος εργασίας για το σύνολο των προϊόντων ή για το προϊόν ενός κλάδου ή για τη μονάδα του προϊόντος δεν είναι ταυτόσημη σχέση με τον «κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας» που ισχύει για την ανταλλαγή ισοδυνάμων (νόμος της αξίας). Μόνο φαινομενική είναι η ομοιότητά του, γιατί στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής η δαπάνη εργατικής δύναμης (η κατανομή των εργαζομένων σε κλάδους και επιχειρήσεις κ.λπ.) είναι εκ των προτέρων σχεδιασμένη με βάση τις κοινωνικές ανάγκες. Ετσι, το προϊόν δεν παίρνει τη μορφή εμπορεύματος, η παραγωγή δεν είναι εμπορευματική, τα προϊόντα δεν παράγονται με σκοπό την ανταλλαγή τους, κατά συνέπεια στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής δεν έχει ισχύ ο νόμος της αξίας.
«Μέσα στη συντροφική κοινωνία, που είναι θεμελιωμένη στην κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής, οι παραγωγοί δεν ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους. Το ίδιο και η εργασία που έχει ξοδευτεί για την παραγωγή προϊόντων δεν παρουσιάζεται εδώ ως αξία αυτών των προϊόντων, σαν μια εμπράγματη ιδιότητα που έχουν, γιατί τώρα, σε αντίθεση με την καπιταλιστική κοινωνία, οι ατομικές εργασίες υπάρχουν άμεσα κι όχι πια έμμεσα σαν συστατικά στοιχεία της συνολικής εργασίας»3.
Ο κεντρικός σχεδιασμός είναι νομοτέλεια της κομμουνιστικής παραγωγής, είναι κοινωνική σχέση με την έννοια ότι εκφράζει τον τρόπο συνένωσης των άμεσων παραγωγών με τα μέσα παραγωγής, τον έλεγχο των άμεσων παραγωγών στο τι και πόσο θα παραχθεί και το πώς θα κατανεμηθεί στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, πόσο από το παραγόμενο προϊόν προορίζεται για τη διευρυμένη αναπαραγωγή, για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών μέσω κοινωνικών υπηρεσιών και για την άμεση κατανομή στους εργαζόμενους, ώστε να πραγματοποιείται η σχεδιασμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το εκάστοτε σχέδιο του Κεντρικού Σχεδιασμού, θέτοντας τους στόχους της παραγωγής, κατανέμει υλικά μέσα και εργατική δύναμη, συσχετίζει τους κλάδους της παραγωγής και καθορίζει τις αναλογίες μεταξύ τους, προγραμματίζει την παραγωγή μέσων παραγωγής και την εκπαίδευση και εξειδίκευση της εργατικής δύναμης, προσεγγίζει περισσότερο ή λιγότερο την αναγκαιότητα της διευρυμένης αναλογικής ανάπτυξης. Ομως, ούτε η κατανομή των μέσων παραγωγής, ούτε η κατανομή της εργατικής δύναμης γίνεται μέσω της αγοράς. Επομένως και η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος διέπεται από το βασικό οικονομικό νόμο του (διευρυνόμενη κοινωνική ευημερία) και τις σχέσεις της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού σχεδιασμού και του εργατικού ελέγχου κι όχι από ξένους προς αυτόν.
Στην κατώτερη βαθμίδα του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, στο σοσιαλισμό, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων - και κατά συνέπεια της συνείδησης - επιβάλλει το νόμο κατανομής του κοινωνικού προϊόντος: «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με την εργασία του».
Το μέτρο της εργασίας δεν μπορεί να είναι άλλο από το χρόνο εργασίας, δηλαδή το χρόνο με τον οποίο συμβάλλει ο καθένας ατομικά στη διαμόρφωση του συνολικού κοινωνικού προϊόντος στο πλαίσιο της κοινωνικής παραγωγής.
Η χρηματική αμοιβή της εργασίας («μισθός») δεν αντιπροσωπεύει την αξία της εργατικής δύναμης που καταναλώθηκε, αφού η εργατική δύναμη δεν είναι εμπόρευμα, αλλά είναι μορφή με την οποία η κοινωνία - στη βάση σχεδίου - επιστρέφει ατομικά στον εργαζόμενο ένα μέρος από αυτό που της προσέφερε, ρυθμίζοντας την πρόσβαση και για ορισμένα προϊόντα που βρίσκονται σε περιορισμένη ποσότητα. Ομως, από την αρχή ένα σημαντικό μέρος των κοινωνικών αναγκών ικανοποιείται ανάλογα με τις ανάγκες με δωρεάν δημόσια παροχή (π.χ. παιδεία, φροντίδα υγείας κ.ά.).
Οπως επιβεβαιώθηκε και από την πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, στον ανώριμο κομμουνισμό, το σοσιαλισμό, ο νόμος της αξίας έχει ισχύ στο βαθμό που παραμένουν μορφές της εμπορευματικής παραγωγής, είτε ατομικής είτε ομαδικής (συνεταιριστικής), αλλά χωρίς εκμετάλλευση ξένης εργασίας. Στο βαθμό δηλαδή που δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί όλα τα μέσα παραγωγής, αλλά παραμένουν μορφές ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας (π.χ. στην ΕΣΣΔ ατομικά αγροκτήματα και συνεταιρισμοί), εξαιτίας ανεπαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Τα προϊόντα αυτών των μορφών είναι εμπορεύματα και ανταλλάσσονται ως εμπορεύματα με τα προϊόντα της άμεσα κοινωνικής παραγωγής με βάση το νόμο της αξίας, που όμως η λειτουργία του περιορίζεται από τη λειτουργία του κεντρικού σχεδιασμού, ο οποίος καθορίζει πλάνα παραγωγής και τιμές για τα συνεταιριστικά προϊόντα και με άλλους οικονομικούς μοχλούς (π.χ. φόρους). Η ατομική και η συνεταιριστική παραγωγή είναι υποταγμένες στην κοινωνική ιδιοκτησία και στον κεντρικό σχεδιασμό. Ο νόμος της αξίας δεν είναι ρυθμιστής των αναλογιών στη σοσιαλιστική οικονομία. Δεν εναρμονίζεται με το νέο τρόπο παραγωγής, δεν αποτελεί νόμο του. Είναι στοιχείο ξένο προς αυτόν, είναι σε αντίφαση με τον κεντρικό σχεδιασμό και την κοινωνική ιδιοκτησία. Αυτή η αντίφαση πρέπει να ξεπεραστεί με τη μετατροπή όλης της παραγωγής σε άμεσα κοινωνική παραγωγή. Δηλαδή, στην πορεία ανάπτυξης του σοσιαλισμού κάθε μορφής ατομική και ομαδική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στα προϊόντα της παραγωγής πρέπει να μετατραπεί σε κοινωνική ιδιοκτησία.
Επίσης, στο σοσιαλισμό ο νόμος της αξίας διέπει τις ανταλλαγές προϊόντων (εμπορευμάτων) μεταξύ της σοσιαλιστικής κοινωνίας και των καπιταλιστικών κοινωνιών (τις οποίες μπορούμε να θεωρήσουμε ως ξεχωριστούς εμπορευματοπαραγωγούς). Η εξάλειψη αυτού του φαινομένου θα έρθει ως αποτέλεσμα εξάλειψης των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών κοινωνιών, με την ανατροπή του καπιταλισμού στις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες και με τη διαμόρφωση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ διαφορετικών σοσιαλιστικών κρατών στη βάση της αλληλοβοήθειας και του σχεδιασμού.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η «αγορά», η εμπορευματική παραγωγή, είναι ιστορικό φαινόμενο. Γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στο διάβα της ανθρώπινης Ιστορίας και τελικά κυριάρχησε στον καπιταλισμό όταν έγινε εμπόρευμα και η εργατική δύναμη. Δε θα υπάρχει αιώνια. Η ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η ανάπτυξη και πλήρης κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής θα οδηγήσουν την ανταλλαγή και την αγορά στο τέλος της.
Η αγορά δεν είναι ένας «οικονομικός μηχανισμός» ανεξάρτητος από τις σχέσεις παραγωγής, αλλά συνδέεται με την ύπαρξη εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής γενικά και των καπιταλιστικών σχέσεων ειδικότερα. Στον καπιταλισμό οι σχέσεις κατανομής που πραγματοποιούνται μέσω της αγοράς καθορίζονται από τις κυρίαρχες καπιταλιστικές - εκμεταλλευτικές - σχέσεις παραγωγής. Δηλαδή, από το γεγονός ότι οι άμεσοι παραγωγοί που δεν είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και συνεπώς ούτε των προϊόντων της παραγωγής, για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους πρέπει να αγοράζουν τα προϊόντα που οι ίδιοι παράγουν με την πώληση της εργατικής τους δύναμης. Η δυνατότητα πρόσβασης των άμεσων παραγωγών στα προϊόντα που παράγουν (και προορίζονται για πώληση) καθορίζεται από το μισθό τους, από το πόσο δηλαδή πούλησαν την εργατική τους δύναμη.
Η πορεία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ απέδειξε στην πράξη την ιστορική δυνατότητα να αλλάξει ο σκοπός της παραγωγής στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής: Από παραγωγή με σκοπό την κερδοφορία των καπιταλιστών σε παραγωγή με σκοπό την ικανοποίηση των ολοένα διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών. Μέσω του κεντρικού σχεδιασμού έγινε κατορθωτό να ικανοποιηθούν μαζικά μια σειρά βασικές ανάγκες των εργαζομένων: Εξασφαλίστηκε η δωρεάν ή η πολύ φτηνή παροχή μιας σειράς υπηρεσιών, πραγματοποιήθηκε μια σημαντική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (εφαρμογή τεχνολογικών επιτευγμάτων, εκπαίδευση και ειδίκευση εργατικού δυναμικού κ.λπ.) σε σχέση με το επίπεδο στο οποίο βρίσκονταν στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Προβλήματα υποκειμενισμού στο εκάστοτε σχέδιο του Κεντρικού Σχεδιασμού δεν ακυρώνουν την αναγκαιότητα και τη δυναμική του στη διευρυμένη κοινωνική ευημερία.
Ιστορικά αποδείχθηκε ότι η προσπάθεια αξιοποίησης των νομοτελειών της «αγοράς», της εμπορευματικής παραγωγής ως «συστατικών στοιχείων» της σοσιαλιστικής οικοδόμησης οδήγησε στο αδυνάτισμα των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής. Ενίσχυσε τις επιβιώσεις ή αναβίωσε στοιχεία του παλιότερου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού και εξέθρεψε τις δυνάμεις της αντεπανάστασης.
Η αντεπαναστατική εξέλιξη και η ανατροπή του σοσιαλισμού δεν αποδεικνύει την ανωτερότητα της αγοράς σε σχέση με τον κεντρικό σχεδιασμό. Το αντίθετο, ήρθε ως αποτέλεσμα της παραβίασης των νομοτελειών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ήρθε ως αποτέλεσμα υποχώρησης από την προσπάθεια για παραπέρα επέκταση και εμβάθυνση των σοσιαλιστικών - ανώριμων κομμουνιστικών - σχέσεων παραγωγής, για την πλήρη κυριαρχία τους. Η αντεπαναστατική εξέλιξη και ανατροπή του σοσιαλισμού ήρθε ως αποτέλεσμα της χαλάρωσης του κεντρικού σχεδιασμού, της παραβίασης των αντικειμενικών αναλογιών που θα πρέπει να αντανακλώνται στο κάθε σχέδιο. Στα αντεπαναστατικά γεγονότα συντέλεσε ακριβώς το γεγονός της υιοθέτησης των κριτηρίων της αγοράς ως κριτηρίων και στοιχείων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Στις σημερινές συνθήκες του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού βαθαίνει και οξύνεται σε πρωτοφανείς διαστάσεις η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και στην ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, στον εμπορευματικό χαρακτήρα της παραγωγής. Η αντίφαση αυτή εκδηλώνεται με πολλές μορφές και τρόπους στις δυσαναλογίες που εμφανίζονται στην παραγωγή ανάμεσα σε διάφορους κλάδους, στα φαινόμενα κρίσης της καπιταλιστικής οικονομίας που ούτε η αγορά ούτε όμως και τα διάφορα μείγματα διαχείρισης και της λεγόμενης «ρύθμισης της αγοράς» μπορούν να τα αντιμετωπίσουν. Τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα είναι εκδήλωση των παραπάνω αντιφάσεων και επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα και ρεαλιστικότητα του σοσιαλισμού.
* Κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.
1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 49.
2. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 1, σελ. 425.
3. Κ. Μαρξ, «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 21.
9. K. Mαρξ, «Tο Kεφάλαιο», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή», τ. 2, σελ. 357.