Translate

21 Ιουν 2015

Η ιστορία γράφεται από τους νικητές

 Η ιστορία γράφεται από τους νικητές

Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μουτο περιβόητο πόνημα του γεώργιου –sic- κρίκα για το παμε, που είχε το προνόμιο να διαφημιστεί (γιατί άραγε;) από το γνωστό σταυρόπουλο και τις σελίδες του βήματος.

Αν (λέω αν) πρέπει οπωσδήποτε να στύψουμε το βιβλίο, για να βρούμε κάτι θετικό, μπορούμε να πούμε πως έχει συγκεντρωμένους αρκετούς στατιστικούς πίνακες για διάφορους δείκτες στο εργατικό κίνημα και κάποια ενδιαφέροντα ντοκουμέντα του παμε –που μεταφέρονται σχεδόν αυτούσια στις σελίδες του και καταλαμβάνουν πολλές από αυτές. Και κάπου εκεί τελειώνουν τα καλά κι αρχίζουν τα μαργαριτάρια.

Ξεκινώντας καταρχάς από τον τίτλο «απομόνωση ή συσπείρωση», που συμπυκνώνει το πραγματικό δίλημμα και τη βασική αντίφαση της εποχής μας –κάτι άλλα του τύπου «ρήξη ή ενσωμάτωση» είναι ξεπερασμένα κι εξάλλου έχουν απαντηθεί κατά καιρούς από τον μπιτσάκη με όλους τους πιθανούς τρόπους.

Έχουμε όμως και δεύτερο γκολ από τα αποδυτήρια, 2-0 πριν ξεκινήσει καν το κυρίως μέρος του βιβλίου. Στο σύντομο βιογραφικό σημείωμα για το συγγραφέα διαβάζουμε ότι «εσωτερικές ιδεολογικές διαμάχες και τακτικές οδηγούν στη διαγραφή μου από το ΚΚΕ το Νοέμβριο του 2012. Αφορμή αποτέλεσε η κριτική μου, μέσα στα κομματικά όργανα και πουθενά αλλού, για τη στάση της ηγεσίας του κόμματος στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012, τα σοβαρά λάθη που έγιναν και την τακτική απομονωτισμού που ακολουθούσε η ηγεσία του ΚΚΕ. Αποκαταστάθηκα λίγους μήνες αργότερα, το Μάρτιο του 2013, και επέστρεψα οργανωτικά στην οργάνωση από την οποία διαγράφηκα. Στη συνέχεια λόγω μιας ιδιόμορφης και εχθρικής συμπεριφοράς που διαμορφώθηκε στη σχέση με το κόμμα, αναγκάστηκα να αποχωρήσω».
Η υπογράμμιση είναι δική μου. Κι αν τώρα εσείς, δε θυμάστε καμία τέτοια απόφαση αποκατάστασης –sic- από κάποιο κομματικό σώμα, αυτό οφείλεται πιθανότατα στην κακή (και κακεντρεχή) επιλεκτική σας μνήμη.

Ξεκινώντας το πόνημα του κρίκα, σκοντάφτει κανείς σε μια σειρά αστικά κλισέ στη μορφή (διατύπωση) και το περιεχόμενο, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι είδος πάθησης κατατρύχει πολλούς πρώην και σβήνει από το σκληρό δίσκο τους όλες τις εμπειρίες και τον τρόπο σκέψης που κέρδισαν από την επαφή τους (και κάτι παραπάνω) με το κομμουνιστικό κίνημα. Εκτός και αν ξέρεις σφε αναγνώστη πολλούς κομμουνιστές, που αναφέρουν πχ την αλέκα ως «σιδηρά κυρία του περισσού» -για να μείνω σε ένα μόνο παράδειγμα, που βρωμάει σταυρόπουλο από χιλιόμετρα.

Ακόμα κι αν κάποιος πάρει το βιβλίο, για να ικανοποιήσει την κουτσομπολίστικη διάθεσή του, πιθανότατα θα μείνει με την όρεξη, χωρίς να έχει γίνει πολύ «σοφότερος», κι αυτό παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του συγγραφέα να μην τηρήσει σε κανένα σημείο την υπόσχεσή του να μιλήσει μόνο για όσα ξέρει κι έζησε από πρώτο χέρι.

Κι όσο για το πολιτικό του στίγμα; Η εισαγωγική αναφορά στις συζητήσεις του με άτομα που διαγράφτηκαν από το κκε και «σήμερα συμμετέχουν σε αγωνιστικές κινήσεις, όπως ο ‘Εργατικός Αγώνας’, η ‘Νέα Σπορά’ και ο Σύλλογος διάδοσης της μαρξιστικής σκέψης ‘Γιάννης Κορδάτος’», θα ήταν ίσως αρκετή (δεν χρειάζονται περσότερα). Αλλά πολλές φορές χάνεται η μπάλα και ο αναγνώστης ψάχνει στην κερκίδα να βρει το νόημα.
Παραθέτω στη συνέχεια ένα ενδεικτικό, εκτενές απόσπασμα, που είναι πολιτικό περιβόλι και έχει τίτλο «οι δύο γραμμές στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα και η στάση του ΚΚΕ».

«Στα συνδικαλιστικά στελέχη του ΚΚΕ μετά το 22ο δημοκρατικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ (Δεκέμβριος 1983) υπάρχουν δύο βασικές λογικές που βρίσκονται σε σύγκρουση. Η μία, την οποία εκφράζουν ο Δημήτρης Κωστόπουλος, Γενικός Γραμματέας της ΓΣΕΕ μετά το 22ο Συνέδριό της, και ο «πασοκογενής» Γιάννης Θεωνάς, υποστηρίζει τη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, με σοσιαλδημοκράτες και ευρωκομουνιστές. Η δεύτερη τάση, την οποία υποστηρίζει μία πιο ισχυρή ομάδα με επικεφαλής τον Κυριάκο Κερασουνλή και το Γιώργο Μαυρίκο, υποστηρίζει την «καθαρή γραμμή» μέσα στο ΚΚΕ, για πλήρη ρήξη και σύγκρουση με τη σοσιαλδημοκρατία. Οι συγκρούσεις των δύο ιδεολογικών γραμμών που εκφράζονται μέσα στο ΚΚΕ οξύνονται και παίρνουν δημοσιότητα στις μέρες του πραξικοπήματος στη ΓΣΕΕ και το διορισμό Διοίκησης από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου, το 1985. Το κτίριο της ΓΣΕΕ βρίσκεται σε κατάληψη δύο μήνες και οι συζητήσεις για το πού πρέπει να οδηγηθούν οι εξελίξεις είναι αιτία ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Από αυτή τη στιγμή και μετά η «ομάδα» Κωστόπουλου-Θεωνά συνεχίζει να υποστηρίζει ανοιχτά τις απόψεις της μέσα στο ΚΚΕ.

Η εκτενής αναφορά σε όλα αυτά τα γεγονότα, όπως και σε άλλα που θα ακολουθήσουν, γίνεται για να παρουσιαστούν με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα, ώστε να κατανοήσει κάθε αναγνώστης πώς λειτουργούσε και πώς λειτουργεί η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ και η ελεγχόμενη από αυτήν κομματική καθοδήγηση. Να αντιληφθεί ο αναγνώστης πώς λειτουργούν οι λεγόμενες ισορροπίες μέσα στο κόμμα και πώς συμπεριφέρθηκε η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ στη χρονική περίοδο πριν και μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1991. Να καταλάβει κάθε αγωνιστής πώς συμπεριφέρεται σήμερα η ηγεσία του ΚΚΕ με τη δίωξη κάθε αντίθετης σκέψης και με το «πογκρόμ» διαγραφών που δυστυχώς συνεχίζεται. «Οι βιολιτζήδες άλλαξαν, μα ο χαβάς έμεινε ο ίδιος». Είναι η καταγραφή κάποιων περιπτώσεων, κύρια συνδικαλιστικών στελεχών αλλά και άλλων κομματικών συελεχών, που παρά την εκδίωξή τους από το ΚΚΕ και την ακολουθούμενη κατασυκοφάντησή τους, συνεχίζουν να πιστεύουν στην ύπαρξη δυνατού κομμουνιστικού κόμματος και ανοιχτού πολυσυλλεκτικού ΠΑΜΕ.

Επιλέγονται δύο ξεχωριστές και αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις και επιχειρείται η μεταξύ τους αντικειμενική σύγκριση για την εξαγωγή σωστών συμπερασμάτων. Πρέπει να αποτυπωθούν οι συνθήκες «καρατόμησης» ανιδιοτελών υπερασπιστών των κομμουνιστικών ιδεών, τις οποίες συνεχίζουν να υπερασπίζονται. Πρέπει να καταδειχθούν ξεκάθαρα οι περιπτώσεις του «χαϊδέματος» πολέμιων αυτών των ιδεών, που ευνοήθηκαν και εκμεταλλεύτηκαν προς όφελός τους την εμπιστοσύνη απλών ανιδιοτελών αγωνιστών του κινήματος.

Κάποιοι (Κ. Κάππος, Κ. Κερασουνλής κ.ά.) μετά την «εξορία» τους συνέχισαν να υπερασπίζονται το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα και κάποιοι άλλοι (Δ. Κωστόπουλος, Γ. Θεωνάς κ.ά.) μετά την αποπομπή τους και την «αλληλοεξόφληση πολιτικών γραμματίων» βρίσκονται απένατί του. Πού βρίσκεται και ποια είναι η σημερινή στάση του Κυριάκου Κερασουνλή και ποια είναι η συμπεριφορά των Κωστόπουλου-Θεωνά-Ματζουράνη. Για να μπορεί να «διαχωρίζει την ήρα από το στάρι» ο πραγματικός αγωνιστής, να ξεχωρίζει τους φίλους από τους εχθρούς και το βλαβερό από το χρήσιμο για το αγωνιστικό κίνημα.

Γίνεται μια σύγκριση για να φανερωθεί η εχθρική αντιμετώπιση και η βίαια απομάκρυνση των επαναστατικών ιδεών και η περίθαλψη των οπορτουνιστικών αντιλήψεων από την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ. Πώς δηλαδή απομακρύνθηκε βίαια, αντιδημοκρατικά και σε πολλές περιπτώσεις με απειλές για τη σωματική τους ακεραιότητα, το επαναστατικό κομμάτι της ΚΝΕ (Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας) το 1989, για απόψεις που σήμερα αποκαθίστανται πολιτικά στη συνείδηση των μελών και οπαδών του ΚΚΕ. Δε δικαιώνονται όμως επίσημα από το ΚΚΕ. Αντίθετα, ακόμα μέχρι σήμερα, όλοι αυτοί «είναι μισητοί αντίπαλοί του και εχθροί της εργατικής τάξης». Η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρεί ότι δεν έχουν θέση στις διεργασίες ανασύνταξης του συνδικαλιστικού κινήματος και δε μπορεί να αποτελέσουν σύμμαχοι του ΠΑΜΕ.

Γίνεται αναφορά πραγματικών γεγονότων όπως τα έζησα, τα οποία ο μελλοντικός ιστορικός του ΚΚΕ θα δικαιώσει. Γιατί η ιστορία του ΚΚΕ σήμερα γράφεται από τους νικητές».

Δηλαδή ο συγγραφέας είναι με τη συσπείρωση (αντί της απομόνωσης) αλλά και με τον κάππο ενάντια στον κωστόπουλο (που ήταν κι αυτός με τη συσπείρωση ενάντια στην απομόνωση) και με την κνε του 89’, αλλά σήμερα που το κκε τοποθετείται αυτοκριτικά για το 89’, ο κρίκας μας λέει πως οι βιολιτζήδες άλλαξαν, μα ο χαβάς έμεινε ο ίδιος, και μας διηγείται το δικό του χαβά, γιατί την ιστορία του κκε τη γράφουν λέει οι νικητές. Εντάξει, και μόνο για αυτή την τελευταία φράση-μαργαριτάρι, πώς να μην εξεμέσεις πάνω στο βιβλίο;


Συμπέρασμα: έστω ότι έχεις λίγο χρόνο για χάσιμο και μαζοχιστική διάθεση-παρόμοια με τη δική μου. Σου περισσεύουν όμως και 17 ευρώ για χάσιμο, για να το αγοράσεις; Αν όχι –που είναι και το πιο πιθανό- περίμενε καλύτερα κάποιο φίλο-γνωστό σου, που την έχει ήδη πατήσει να σου το δανείσει και να το ξεφυλλίσεις.

Χαρίλαος Τανταρούδας: Αγωνιστής - Επιστήμονας- Άνθρωπος

 Χαρίλαος Τανταρούδας: Αγωνιστής - Επιστήμονας- Άνθρωπος

Ο Χαρίλαος Τανταρούδας γεννήθηκε σε μια ευκατάστατη και προοδευτική οικογένεια στο χωριό Λουτρό Αιτωλοακαρνανίας. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και κατά τα φοιτητικά του χρόνια ακολούθησε την μακρά πολιτική παράδοση της οικογένειάς του οργανωνόμενος στο ΚΚΕ.

Στην περίοδο της Κατοχής εντάχθηκε από τους πρώτους στο ΕΑΜ και δούλεψε ακούραστα για τη διάδοση της οργανωτικής έκφρασης της ΕΑΜικής ιδέας στην Αιτωλοακαρνανίας και στην Αθήνα. Διετέλεσε μέλος του συμβουλίου των Εθνικών Επιτροπών Αντίστασης κι έδρασε αποφασιστικά εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών κατακτητών, αλλά και των ντόπιων συνεργατών τους. 

Στη Μάχη της Αμφιλοχίας βοήθησε επιτελικά στην οργάνωση του δικτύου πληροφοριών για τις θέσεις των Γερμανών μέσα στην πόλη αλλά και ευρύτερα στο νομό. Με τις πληροφορίες αυτές ο ΕΛΑΣ κατάφερε να κινηθεί αποτελεσματικά. 

Μετά την απελευθέρωση γνώρισε τη βία της επίσημης και της παρακρατικής εξουσίας. Κυνηγήθηκε αγρίως και με βαριά καρδιά για τη δολοφονία του αδελφού του Τάσου από τους παρακρατικούς, κατέφυγε στην Αθήνα. 

Τον Ιούνιο του 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία από όπου μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο για να βιώσει τη φρίκη του «αναμορφωτικού» κολαστηρίου. Αργότερα, το 1960, θα ξαναβρεθεί εξόριστος στον Αϊ- Στράτη. Μετά την απόλυσή του θα γίνει μέλος της Κομματικής Επιτροπής Επιστημόνων της ΕΔΑ με πλούσια δράση. Παράλληλα, από τη θέση του δικηγόρου  θα σταθεί στο πλευρό των αδικημένων εργατών και των πολιτικών κρατουμένων βοηθώντας τους αφιλοκερδώς στις νομικές και δικαστικές τους υποθέσεις. 

Με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1967, κατέφυγε στο Παρίσι όπου βοήθησε αποφασιστικά στην οργάνωση των αγωνιστών που κατέφυγαν εκεί για να γλιτώσουν. Στο Παρίσι θα γίνει μέλος της Εθνικής Επιτροπής Ερευνών του Νομικού Τμήματος της Γαλλίας, εκδίδοντας πολλά βιβλία και μελέτες.

Θα φύγει από τη ζωή το 1991.


Μαρτυρίες για τη ζωή και το θάνατο του Πάνου Γιαννούλη

Ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Πάνος Γιαννούλης, αποτελεί μια εξέχουσα προσωπικότητα του τοπικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Λευκάδας, αλλά και ευρύτερα της Αιτωλοακαρνανίας. 

Ο Πάνος Γιαννούλης υπήρξε καπετάνιος του 3ου Τάγματος του 2/39 Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Επέδειξε υποδειγματική δράση στην Λευκάδα και ευρύτερα και έλαβε μέρος και στην Μάχη της Αμφιλοχίας το 1944. Βιογραφικά του στοιχεία έχουμε και παλιότερα δημοσιεύσει, στο σημείο όμως αυτό θα αναφερθούμε σε τρεις μαρτυρίες από ανθρώπους που έζησαν τη ζωή, τη δράση και το θάνατό του. 

Το πρώτο γλυκό

Ήμουν παιδί όταν είχαμε την Κατοχή και ο πατέρας μας είχε ανέβει αντάρτης με τον ΕΛΑΣ. Εμείς μέναμε με τη μάνα μου κανονικά στην Αμφιλοχία αλλά επειδή ο πατέρας μου φοβόταν τα αντίποινα και την πείνα, μας πήρε και πήγαμε να μείνουμε στο πατρικό του σπίτι στο Βούστρι που είναι ορεινό χωριό κι οι Γερμανοί δεν τολμάγαν να πατήσουν. Αργότερα, μετά τον βομβαρδισμό του χωριού κατεβήκαμε ξανά στην Αμφιλοχία. Οι αντάρ


τες είχαν έδρα κοντά και σε ένα άλλο παρακείμενο χωριό. Το Λουτρό. Όχι βέβαια το σημερινό χωριό δίπλα στο δρόμο αλλά το παλιό Λουτρό μέσα στο ποτάμι και τα βουνά. Μια μέρα η μάνα μου μας έφερε στο χωριό να μας δει ο πατέρας μας που είχε κατέβει με το τάγμα του στο Λουτρό. 

Οι αντάρτες είχαν μαζευτεί στο ποτάμι και πότιζαν τα μουλάρια και τα άλογα, ο πατέρας μου κάθονταν με τον Πάνο Γιαννούλη και μερικούς άλλους στο σπίτι του οδοντίατρου Τανταρούδα και έπιναν καφέ. Αφού χαιρέτησα τον πατέρα μου, πήγα με τα άλλα παιδιά και παίζαμε στην πλατειούλα του χωριού. Αργότερα ένας αντάρτης ήρθε και μας μάζεψε όλα τα παιδιά του χωριού στη πλατεία. Εκεί ο Πάνος Γιαννούλης είχε ανοίξει ένα κουτί λουκούμια, δώρο σπάνιο εκείνη την εποχή, και μας έβαλε σε σειρά. Εμείς πηγαίναμε κι ένα ένα ανοίγαμε το στόμα και μας έβαζε ένα λουκούμι μέσα. Ήταν το πρώτο γλυκό που έφαγα στη ζωή μου. Μεγάλος έμαθα ότι τα λουκούμια τα είχαν βρει σε μια επιδρομή κατά των Γερμανών. (Μαρτυρία Π.Δ.) 


Η Μάχη της Αμφιλοχίας 

Όταν τελείωσε η μάχη ετοιμαζόμασταν να φύγουμε πάνω από τον Πεταλά (βουνό της Αμφιλοχίας) με τα λάφυρα που είχαμε πάρει φορτωμένα σε μουλάρια. Τότε βλέπω τον Πάνο Γιαννούλη να κουβαλάει μαζί του δύο Ιταλούς κομισανέρους (camissa nera = μελανοχίτωνες). Του λέω "που τους πας αυτούς;" Εμείς στον ΕΛΑΣ δεν είχαμε εντολές να πάρουμε αιχμαλώτους και ειδικά τώρα που τρέχαμε να προλάβουμε τους Γερμανούς που έρχονταν από το Αγρίνιο. Μου λέει ο Γιαννούλης "Θα τους πάρω μαζί να τους εκτελέσουμε γιατί είναι φασίστες". Του λέω "Δεν θα πάρουμε μαζί μας αιχμαλώτους. Δεν έχουμε τέτοια εντολή και δεν μπορούμε να μας καθυστερούν." Εκείνος επέμενε. Κι ήταν ο Γιαννούλης ξερό κεφάλι. Άμα διαφωνούσες μαζί του έπρεπε να τσακωθείς. 

Του λέω "Κάνε ότι θες Πάνο, δεν μπορώ τώρα να σου βάλω μυαλό εγώ" Εκείνος τότε με κοιτάει και μου λέει "Άκου Βασίλη εμένα μου σκοτώσανε τον αδερφό οι Ιταλοί φασίστες. Ήταν μικρό παιδί. Δεν αφήνω κανέναν Ιταλό φασίστα ζωντανό!" Και κάνει έτσι μια με το πιστόλι του και "μπαμ" "μπαμ" τους ξάπλωσε στο έδαφος. (Μαρτυρία Βασίλη Τσούνη, λοχαγού ΕΛΑΣ, 2011)


Ο θάνατος του Πάνου Γιαννούλη

(Μαρτυρία: Θωμάς Πατρίκιος (Βαλάμης) στο μαγαζί του Αποστόλη Βλασσόπουλου το 1958. Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Λευκαδίτικα Νέα") 

Παρατηρήσεις: Αναφέρεται για την προσπάθεια διαφυγής του Πάνου Γιαννούλη με βάρκα στο αυλάκι της Λευκάδας στη στροφή για τη Γύρα. 


Πω! Πω! Τι παλικάρι ήταν αυτό; Όταν το καΐκι που έσερνε τη βάρκα μας έκανε νόημα, εμείς είμαστε στη στεριά μαζί με την αστυνομία και όλοι οι δεξιοί (Αχειμασταίοι, Μπουρδάρας, Καλατζαίοι, Καραγιανναίοι κλπ). Ο Γιαννούλης τότε κατάλαβε ότι τον είχανε προδώσει γιατί τον περίμεναν στην στεριά. Σηκώθηκε από τη βάρκα που είχε μέσα και δύο αντάρτες συντρόφους του (σ.σ. ήταν οι Αλεξανδρίτες Τάσος και Γιώργος Μανωλίτσης (Τσανάτσος), ο τελευταίος έφυγε από τη ζωή το 2009) και τους φώναξε: «Τι θέλετε ρε; Εγώ είμαι ο Πάνος ο Γιαννούλης γ…ώ την Παναγία σας!!» και έριξε βουτιά στη θάλασσα. Πιάστηκε από τα φύκια και έμεινε στο βυθό. Αυτοί τον έψαχναν για να του πάρουν το κεφάλι για τα λύτρα. Είχε επικηρυχθεί για 1.000.000 δρχ.

Μετά από 10 μέρες τον εξέβρασε η θάλασσα. Τον βρήκανε, πήρανε το κεφάλι του, το πήγανε στον τότε Νομάρχη Μανουσόπουλο ο οποίος τους είπε: «Δεν σας δίνω τίποτα, γιατί εγώ τον ήθελα ζωντανό». Πήρανε λοιπόν το κεφάλι του και το κρεμάσανε στην πλατεία της Λευκάδας. Ας σημειωθεί ότι ο μετέπειτα Υπουργός Δημόσιας Τάξης Καλκάνης Κων/νος τον κορόιδευε ότι θα του δώσει αμνηστία μαζί με τον μπατζανάκη του τον Νομάρχη Μανουσόπουλο ο οποίος είχε στείλει το φιρμάνι στο Σταμάτη Μερκούρη για την επικήρυξη του, είναι υπεύθυνοι για τον θάνατό του και για τον θάνατο πολλών. 





«Μονά-ζυγά», με τους εργαζόμενους μόνιμα χαμένους…

 «Μονά-ζυγά», με τους εργαζόμενους μόνιμα χαμένους…




Του Νίκου Ζαρταμόπουλου 



Τα σενάρια για την έκβαση του «δράματος» της διαπραγμάτευσης κυκλοφορούν πλέον εκ περιτροπής: τις μονές μέρες οδεύουμε προς «συμφωνία», τις ζυγές προς «ρήξη». Τις «μονές» μέρες ακούμε ότι η συμφωνία είναι κοντά, ακούμε ύμνους για τους εταίρους, τις αξίες της ΕΕ, τη συμβιβαστική διάθεση και τον ρεαλισμό της ελληνικής κυβέρνησης. Τις «ζυγές» μέρες πάλι, έχουμε «Κούγκια» και προβάρονται «αντιστασιακές» φορεσιές… 

Τι κι αν δεν είναι η συγκυβέρνηση αλλά οι «κακοί» της υπόθεσης (οι δανειστές) που έχουν πει το ΟΧΙ, έχουν δηλαδή απορρίψει τα «γενναία ΝΑΙ» που μέχρι τώρα έχει πει η κυβέρνηση στις απαιτήσεις τους ως ανεπαρκή; Αυτό δεν εμποδίζει τον πρωταγωνιστή να κομπάζει για τη …γενναιότητά του. 
Οι εργαζόμενοι καλούνται να συμμετάσχουν από τη θέση του φιλοθεάμονος κοινού στην αγωνία αν τελικά ο πρωταγωνιστής αυτού του «σήριαλ θρίλερ», η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, θα πει το «μεγάλο ΝΑΙ» ή το «μεγάλο ΟΧΙ» και να ξεχνούν όσα έχει ήδη παραχωρήσει.

Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές η μέρα είναι μάλλον από τις «ζυγές» και το «δράμα» είναι πάλι στην κορύφωσή του. Πληροφορούμαστε μάλιστα ότι προετοιμάζονται λαϊκές συγκεντρώσεις εκατέρωθεν (κάτι σαν τις συγκεντρώσεις φανατικών θεατών σαπουνόπερας, που συμμετέχοντας στο τρομερό δίλημμα του αγαπημένου τους ήρωα τον καλούν να διαλέξει, την Κική ή την …Κοκό). 


Οι μεν, υπό το κράτος του τρόμου για τις εξελίξεις, καλούν –με πρωτοβουλία του «Ποταμιού»- τους εργαζόμενους να στείλουν με …σφυρίχτρες (γιατί προφανώς ντρέπονται και να το ξεστομίσουν…) ένα ηχηρό μήνυμα ότι αποδέχονται πρόθυμα τη θυσία κάθε δικαιώματός τους για τον ιερό σκοπό της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Οι δε –οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή- καλούν και πάλι στις γνωστές «αυθόρμητες» συγκεντρώσεις υποστήριξης της κυβέρνησης ενάντια στην αδιαλλαξία των δανειστών. «Να στηρίξουμε το ΟΧΙ της κυβέρνησης», στην ουσία να στηρίξουμε τα ΝΑΙ που έχει ΗΔΗ πει.

Όμως, παρουσιάζεται κι ένα άλλο φαινόμενο τέτοιες «ζυγές» ημέρες. Μόλις σκάσει λίγος ήλιος «εθνικής υπερηφάνειας» και στεγνώσει το έδαφος από την ψυχρολουσία των παραχωρήσεων της προηγουμένης, αρχίζουν να βγαίνουν και τα
«ριζοσπαστικά σαλιγκάρια», δηλαδή οι υποστηρικτές της συγκυβέρνησης που κατά καιρούς εμφανίζονται να πρεσβεύουν ή να «συζητούν» τη λύση της «ρήξης», με έξοδο από το ευρώ και με «στάση πληρωμών» σε διάφορες παραλλαγές. 

Παραδόξως –ή μάλλον καθόλου παραδόξως- οι εν λόγω «ριζοσπάστες» σπάνια απευθύνονται στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ (που έχει κατ’ επανάληψη διακηρύξει τη δέσμευσή του στο ευρώ, στην ΕΕ και στο καπιταλιστικό κέρδος). Έγνοια τους είναι -από κοινού με άλλους «χρεωμάχους» εκτός ΣΥΡΙΖΑ- να διασπείρουν στους εργαζόμενους την αυταπάτη ότι μια ενδεχόμενη «ρήξη» της συγκυβέρνησης με τους δανειστές -έστω κι αν γίνει λόγω της επιμονής των τελευταίων να ζητούν από την κυβέρνηση περισσότερα από όσα μπορεί πολιτικά να αντέξει-
θα ανοίξει μια φιλολαϊκή διέξοδο, θα οδηγήσει τη χώρα έξω από την κρίση, θα φέρει οφέλη τα οποία παρουσιάζονται άλλοτε με «πατριωτικό» άλλοτε με «αντικαπιταλιστικό» χρωματισμό. Αγαπημένος στόχος όλων αυτών είναι βέβαια το ΚΚΕ και οι ταξικές δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα που δεν ανακηρύσσουν την έξοδο από το ευρώ ή και την ΕΕ και τη διαγραφή του χρέους σε «μεταβατικό στόχο», επιμένουν να τα συνδέουν με τη λαϊκή εξουσία κι έτσι χάνεται η «ιστορική ευκαιρία». 



Ας προβληματιστεί κάθε καλόπιστος αγωνιστής: πού βρέθηκαν τόσοι αντι-ΕΕ ριζοσπάστες στον ΣΥΡΙΖΑ που καυχιέται πάντοτε για τον φιλοευρωπαϊκό του προσανατολισμό; Τι έχει αλλάξει; Εκείνο φυσικά που έχει αλλάξει είναι ότι η καπιταλιστική κρίση και οι νέοι ιμπεριαλιστικοί και αστικοί ανταγωνισμοί έχουν διασαλεύσει όλες τις στρατηγικές επιλογές του ελληνικού καπιταλισμού, μεταξύ αυτών την επιλογή του ευρώ και των συμμαχιών του. Εκείνο που άλλαξε είναι ότι για να ενισχυθεί στο νέο σκληρό ιμπεριαλιστικό παζάρι, η ελληνική αστική τάξη έχει κάθε συμφέρον να στήσει ένα «ευρωσκεπτικιστικό» ρεύμα που να καλλιεργεί στους εργαζόμενους την αυταπάτη ότι με μια «πολυδιάστατη» και «εθνικά υπερήφανη» (σύμφωνα με την παπανδρεϊκή ορολογία του κ. Τσίπρα) στάση και με μια άλλη «μη νεοφιλελεύθερη» διαχείριση θα αποφευχθούν οι σημερινές οδυνηρές συνέπειες και θα υπάρξει ανάκαμψη των κερδών του κεφαλαίου (με ευρώ ή με εθνικό νόμισμα, ανάλογα με το τι θα είναι «καλύτερο») που θα ωφελήσει όλους.

Κάλπικος ο πατριωτισμός τους, όσο και αυτός της «ευρωπαϊστικής» ιδεολογίας, ακριβώς γιατί στη ρίζα του βρίσκεται ο πυρήνας κάθε αστικού πατριωτισμού, δηλαδή το παραμύθι της «εθνικής οικονομίας», η ιδέα ότι η χώρα είναι ένα «μαγαζί» που όλοι έχουμε συμφέρον «να πάει καλά» κι όπου το συμφέρον των ιδιοκτητών του είναι και συμφέρον των υπαλλήλων τους. Κάλπικος κι ο «αντικαπιταλισμός» με τον οποίο κάποιοι αριστεροί στολίζουν αυτό το παραμύθι. Λίγες ώρες μόλις πριν τη διακοπή των διαπραγματεύσεων την Κυριακή, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δήλωναν ότι είναι έτοιμοι να δώσουν αυτά που τους ζητούν αν πάρουν σε αντάλλαγμα μια υπόσχεση για ελάφρυνση του χρέους και ένα «επενδυτικό πακέτο», αποκάλυπταν δηλαδή ότι το ζεστό χρήμα για το κεφάλαιο είναι αυτό που κυρίως διαπραγματεύονται με δόλωμα τα εργατικά δικαιώματα

Ας μην κουράζονται οι «πλασιέδες»: οι ταξικές δυνάμεις και οι κομμουνιστές, που από παλιά αποκάλυπταν ότι το όραμα της ΕΕ ήταν στην ουσία κέρδη για τα μονοπώλια και δεινά για τους λαούς, δεν πρόκειται να συνεργήσουν στον εξωραϊσμό των εναλλακτικών δρόμων διαχείρισης που δοκιμάζει σήμερα το σύστημα μέσω της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Η ταξική γραμμή πάλης για έξοδο από την ΕΕ με λαϊκή εξουσία, μονομερή διαγραφή του χρέους και κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων δεν έχει καμιά σχέση με τη διαπραγμάτευση κυβέρνησης-δανειστών. Είναι αντίθετα μια πρόταση στον λαό να πάψει να επενδύει τις ελπίδες του πότε στις «μονές», πότε στις «ζυγές» μέρες της διαπραγμάτευσης, γιατί σε αυτό το παιχνίδι με τα «μονά-ζυγά», χαμένοι είναι πάντα οι εργαζόμενοι.

Νίκος Ζαρταμόπουλος

Εφημερίδα Νέο Εμπρός
φ. 1091, 17-6-2015, σελ. 7




«Παιδιά ενός κατώτερου θεού», της Μαργαρίτας Φρονιμάδη – Ματάτση

   «Παιδιά ενός κατώτερου θεού», της Μαργαρίτας Φρονιμάδη – Ματάτση


21 Μάρτη: Παγκόσμια μέρα για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων – Παγκόσμια μέρα Ποίησης. «Αγαπούν οι ποιητές τους μετανάστες;»
Αφιέρωμα (2)
Με αφορμή την Παγκόσμια μέρα για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων φιλοξενούμε ένα ποιητικό αφιέρωμα στους μετανάστες που εγκατέλειψαν τις χώρες τους σπρωγμένοι από τους πολέμους και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, από τη φτώχεια, ψάχνοντας για καλύτερη ζωή στη χώρα μας ή σε άλλες χώρες της ΕΕ.
Αδημοσίευτη ποιητική σύνθεση της Μαργαρίτα Φρονιμάδη – Ματάτση εμπνευσμένη από τους μετανάστες στο στρατόπεδο κράτησης Κορίνθου. μεταναστών Κορίνθου.
«Παιδιά ενός κατώτερου θεού»
Γυναίκες
πού ακούτε στ’ όνομα
«μάμα»,
που «μάμα» σας φωνάζουν
στις «φυλακές»του στρατοπέδου
όσοι τη «μάμα» νοσταλγούνε..

Απλώστε χέρι
Αλληλεγγύης
σ’ αυτούς που
χέρι ικεσίας
σας προτείνουν,
Ρακένδυτοι,
Γυμνοί
Μες το χειμώνα,
Με δυο πατούσες παγωμένες?
στα βρώμικα λασπόνερα,
χωμένες…


παραμονή πρωτοχρονιάς
στη χειμωνιά του
σκλαβοπάζαρου
με τ’ άδεια τους τα χέρια,
τεταμένα
τα γυμνά τους ποδάρια,
ξυλιασμένα
μετανάστες που κρυώνουν
στη χώρα του ήλιου,
μετανάστες που από ασιτία
πεθαίνουν
στου ξένιου Δία
την επίπλαστη,
μυθική φιλοξενία,

χωρίς παπούτσι,
χωρίς ρούχο
χωρίς κάλτσα,
χωρίς χλαίνη

μόνο
με το λαίμαργο βλέμμα
της πείνας του θηρίου
να βαραίνει,

μόνο
με την απεγνωσμένη πάλη,
πιο πολύ,
για της μπουκιάς τη μοιρασιά
να καρτερεί…

korinuos3
ψίχουλο
η αλληλεγγύη μας
στα πεινασμένα
στόματά τους

τα χέρια της ικεσίας τους πολλαπλάσια
της πενιχρής μας
προσφοράς…

Πώς
Να χορτάσουν
Τόσα λαίμαργα
Βλέμματα;

Πώς
Τόσες χούφτες
Άδειες
Να γεμίσουν;

Tόσα ζευγάρια
Πόδια
Πώς να ντυθούν;

Και
Τόσα μπράτσα
Γδαρμένα και ισχνά
Πώς στη θυρίδα του ελέους
Να χωρέσουν;

korinuos4
3.000 στην Κορινθία
Ινδοί, Πακιστανοί
500.000 στην Ελλάδα!

7.500 το κεφάλι
Οι Πακιστανοί,
1.000 ευρώ φτηνότερα
οι Ινδοί,
Σε μια παλάντζα
άνισης αξίας,
σε δόσεις ισομέρειας
και τρεις
η πληρωμή της αβαρίας…

Ποιοι θησαυρίσανε
στ΄όραμα μιας
καλύτερης ζωής
που τους τάξανε;

Καινούργιο σκλαβοπάζαρο
η γη και
Η Ελλάδα,
χώρα του φωτός,
έγινε ο πρώτος τους σταθμός
με έμπορους
ανθρώπινης σαρκός
παντού να ενεδρεύουν,
το αίμα τους να πιούνε
να γυρεύουν
και
πουθενά λογαριασμός….


Διάπλατα παράθυρα,
ανοιχτά,
κι ένας ήλιος
χλωμός
παίζοντας κρυφτό
με τα σύννεφα
και
του Ξένιου Δία
την οργή,
περιφρονεί
τ’ απλωμένα σας ράκη
στων κελιών την παγωνιά..

στου χειμώνα μέσα,
τη ψυχρή καρδιά,
τ’απλωμένα σας ράκη
δεν στεγνώνουν,
νωπά..
και πάτε γυμνοί
σ΄ ένα άγνωστο μέλλον
με τζάμια θολά..

τούτος ο Δίας
ο μεταλλαγμένος
απο-δε-δειγ-μέ-να
δεν είναι «Ξένιος».
Είναι αίσχος, ντροπή
για όποιον στ’ αλήθεια
κατάματα δει..

korinuos2
Ξένιος Ζευς,
Μετάλλαξη…

Όχι ένα χέρι
Που απλώνεται
Να περισώσει
Την ανάσα σου
από βέβαιο
Πνιγμό…

Όχι μια καρδιά
Που ανοίγεται
Να περικλείσει
Μέσα της
Θαλασσοδαρμένα
Κορμιά…

Όχι μια συνείδηση
Ποτισμένη
Με μνήμες προσφυγιάς…

Μόνο ένα άκρο
γεροδύναμο και
ποδεμένο
με φιρμάτα παπούτσια
και γκλάμουρ κάλτσες
και τατουάζ
να σε κλωτσάει
και να σε καρφώνει
σ’ αγκαθωτό συρματόπλεγμα….


Συρία..
Έχεις κι εσύ
μια πατρίδα,
αλλά
την ψάχνεις…

Πώς να τη βρεις
Έτσι
Αγνώριστη
Που κατάντησε,
Στρωμένη με
Πτώματα
Και
Ποτισμένη
Με αίμα;


Πακιστάν,
Έχεις κι εσύ
Μια «μάμα» εκεί,
Με καρφωμένο
Το πληγωμένο της
Βλέμμα
Στον ορίζοντα
Της ερήμου..

Έχεις μια «μάμα» εκεί,
με τραύμα βαθύ
σε νου και ψυχή…

Στην απόλυτη ερημιά της
«αντικατοπτρίζεσαι»,
Όαση, νερό και ψωμί!!


Ινδία!
Έφυγες
Και
Το πλήρωσες
Ακριβά…

Όμως
Το μάτι του Βούδα
Άγρυπνο
Σε παραστέκει…

Το χνώτο
Της αγελάδας
Ζεστό
Σε νοτίζει..

Το πνεύμα του Γκάντι
Σπινθηροβόλο
Σε ακολουθεί στην εκτροχιασμένη σου
Πορεία …

Έφυγες
Και το πληρώνεις
Πολύ ακριβά
Μέχρι σήμερα…


Η Μαργαρίτα Φρονιμάδη – Ματάτση, γεννήθηκε από γονείς αγρότες στη Στιμάγκα Κορινθίας. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Φλωρεντία και εργάστηκε για 26 χρόνια στο δημόσιο , από όπου πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε. Παντρεμένη και μητέρα 3 Matasiπαιδιών, εδώ και πάνω από 40 χρόνια ενταγμένη ενεργά στην κοινωνικο-πολιτική και πολιτιστική ζωή της Κορινθίας με ιδιαίτερη συμμετοχή και προσήλωση στο γυναικείο κίνημα. Πάνω από μία δεκαετία διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών Κορίνθου τον οποίο και εκπροσώπησε στο Δ.Σ. της Ο.Γ.Ε. και στη Ν.Ε.Ι. Κορινθίας επί σειρά ετών. Μαθήτρια ακόμα στο Γυμνάσιο Κιάτου και Ν. Ηρακλείου, έκανε τα πρώτα της βήματα στον κόσμο της Λογοτεχνίας και της ποίησης. Η ποιήτρια Λιλή Ιακωβίδη ήταν αυτή που την ενθάρρυνε αρχικά, αλλά σταθμό στην πορεία της αποτέλεσε ο ποιητής Νίκος Μπλέτας – Δούκαρης. Είναι αντιπρόεδρος της εταιρίας Ελλήνων λογοτεχνών και ιδρυτικό μέλος του σωματείου λόγου και τέχνης ‘’ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ’’ και της Εταιρείας Κορίνθιων Συγγραφέων. Υπήρξε παραγωγός ραδιοφωνικής εκπομπής και αρθρογραφεί τακτικά στον τοπικό Κορινθιακό τύπο.
Έως σήμερα έχει εκδώσει πέντε (5) ποιητικές συλλογές, από τις οποίες οι τέσσερις (4) είναι δίγλωσσες, μεταφρασμένες στα Ιταλικά, στα Ρουμάνικα και στα Αλβανικά. Έχει συμπεριληφθεί σε πολλές ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα της είναι οι ποιητικές συλλογές: «Γόρδιος δεσμός», «Θωπεία», «Ευαγγελισμός», «Οι Αιρετοί» και «Κυοφορώντας την ελπίδα», ενώ εκκρεμούν για έκδοση ποιητικές συλλογές, διηγήματα, δοκίμια, μεταφράσεις κ.α.

ΕΞΟΥΣΙΑ ...ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΗ

 ΕΞΟΥΣΙΑ ...ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΗ



Συγκέντρωση στο Σύνταγμα στις 18 Ιουνίου από μερικές χιλιάδες  για να διατρανώσουν την «προσήλωσή στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και την προστασία των κατακτήσεων δύο γενεών». Σε όλα τα ΜΜΕ αφιερώθηκε ικανός  χρόνος  για θαυμάσουν οι παρουσιαστές των δελτίων ειδήσεων τον όγκο των διαδηλωτών, να ζουμάρουν στα ομοιόμορφα, λίγα βέβαια, πλακάτ με το αίτημα παραμονής στην Ευρώπη, (και, για να μη …ξεχνιόμαστε, την αντίθεση με το σταλινισμό) να δώσουν το μικρόφωνο σε πρώην υπουργούς και βουλευτές  που όλα αυτά τα χρόνια με τα μνημόνια «αγωνίζονταν» για την παραμονή  της χώρας στην Ευρώπη. Την προηγούμενη μέρα στις 17 Ιουνίου κάποιες άλλες χιλιάδες κόσμου στο Σύνταγμα «έπαιρναν» τη διαπραγμάτευση στα χέρια τους και «γκρέμιζαν» τη λιτότητα με παρόντες υπουργούς και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.
                Και βλέποντας τις εικόνες από τις συγκεντρώσεις σκέφτεται κανείς πόσο επικίνδυνες κάποιες φορές μπορεί να γίνουν κάποιες εικόνες, όπως αυτές από τις παραπάνω συγκεντρώσεις.  Γιατί μοιάζουν όμορφες αυτές οι εικόνες με τις  συγκεντρώσεις πλήθους  που παραπέμπουν σε αγώνες, διεκδικήσεις κλπ. και  μπορεί εύκολα να ταυτιστεί κανείς με τα αιτήματά τους, εφόσον διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις πλήθους θεωρούνται όπλα λαϊκών αγώνων.  Κι είναι ακριβώς αυτές που χρησιμοποιούνται από την κυρίαρχη εξουσία, γιατί μ’  αυτές διαφθείρονται τα πνεύματα. Αυτά που είναι τα μέσα, οι τρόποι διαμαρτυρίας και αγώνων χρησιμοποιούνται  από την κυρίαρχη τάξη σαν μέσα επίδειξης δύναμης, προβάλλοντας την απειλή κινδύνων και  κρατώντας σε διέγερση μεγάλα στρώματα εργαζομένων. Ενσωματωμένες στην εξουσία διάφορες μορφές αγώνα καταντούν διακόσμησή της και καταλήγουν διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις να γίνονται όμορφες καθησυχαστικές εικόνες, που δεν ανακινούν κανέναν πρόβλημα, που δεν εκφράζουν καμιά σύγκρουση, γίνονται κι αυτές για την κυρίαρχη τάξη μέσα που την υπερασπίζουν. Η κυρίαρχη τάξη εμφανίζεται υπο διωγμό,  προσπαθεί να κρατήσει  με το μέρος της τα μεσαία στρώματα με δημοκοπίες κι εκφοβισμούς, μεταμφιέζοντας τα εγκλήματα για τη σωτηρία της σε λαϊκές διεκδικήσεις. Η διαστρέβλωση των επιμέρους εικόνων συμβάλλει στην διαστρέβλωση της γενικής ερμηνείας της πολιτικοοικονομικής κατάστασης. Κι αν τέτοιου είδους εκδηλώσεις έχουν τη σημασία τους, καθόλου ευκαταφρόνητη, δεν είναι μόνο για το πλήθος που μπορεί να παρασύρουν όσο για τις ζυμώσεις  που μπορεί να προκαλούν στις συνειδήσεις των ανθρώπων.
 Σε παλιότερες εποχές απαγορεύσεις και τιμωρίες περιόριζαν τις δυνατότητές μας για διαμαρτυρίες  και  διεκδικήσεις. Τις τελευταίες δεκαετίες που   η  πολιτική συναίνεση μας έπεισε πως η αντιπαλότητα στην κοινωνία δεν είναι ταξική και σίγουρα δεν είναι μεταφράσιμη σε οικονομικούς όρους  εξουδετέρωσε σε μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων όχι μόνο την ταξική συνείδηση αλλά ακόμα και τη διάθεση για κινητοποιήσεις. Θριάμβευε το επιμέρους έξω από τη γενική του σημασία, στο πνεύμα μας επιβάλλονταν τα συνετά όρια του.  Η οπτική μας εστιαζόταν σε λεπτομέρειες οι οποίες δεν έβαζαν σε κάποια τάξη την πραγματικότητα, δεν δυνάμωναν το σύνολο. Ακόμα κι όταν ο εστιασμός σ’  αυτές  έφερνε πράγματα που θα ήταν προτιμότερο να παρασιωπηθούν, όπως  φτώχεια συγκεκριμένων ατόμων ή συγκεκριμένες διαμαρτυρίες, η διαστρέβλωση και παραποίηση τακτοποιούσαν  την πραγματικότητα κατά το δοκούν της κυρίαρχης εξουσίας.   Κι έτσι   καθηλωνόμαστε σ’  αυτές φορώντας τις παρωπίδες  της κυρίαρχης εξουσίας.
                Και κάπως έτσι περιορίστηκε ο ορίζοντάς μας μέσα στην καπιταλιστική πραγματικότητα  που την πιστεύουμε για φυσική κι επομένως μοιραία και ακλόνητη. Και κάπως έτσι ελέγχθηκαν ακόμα κι οι ονειροπολήσεις μας, οι περιπλανήσεις του πνεύματός μας.  Γιατί το όνειρο όταν ενσαρκώνεται στη μάζα γίνεται πράξη και η πράξη των μαζών φτιάχνει την πραγματικότητα. Μόνο που τώρα αν υπάρχει μια ομοιότητα στα μυαλά μας, όνειρα και προσδοκίες,  είναι γιατί έχουμε πρότυπα που η κυρίαρχη εξουσία υπέβαλλε και, παρόλο που οι υλικοί όροι πάνω στους οποίους στηρίχτηκαν βλέπουμε να εκλείπουν, αυτά δεν λένε να συντριφτούν. Θέλουμε να νανουριζόμαστε με ιστορίες  ωραίες, που στιλβώνουν τα πράγματα, στολίζουν την πραγματικότητα. Η αστική ιδεολογία, ευέλικτη κι ανανεωμένη,  μας αποκοιμίζει. Κι όταν η πραγματικότητα θα μας ξυπνήσει υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να είμαστε σαν τους υπνοβάτες στην άκρη της στέγης που πέφτουν.

                

Εκεί που σκοτώθηκε ο Διαμαντής, μια σπάνια μαρτυρία του ασυρματιστή του

   Εκεί που σκοτώθηκε ο Διαμαντής, μια σπάνια μαρτυρία του ασυρματιστή του



Επιμέλεια Ηρακλής Κακαβάνης //
21 Ιούνη 1949 «σκοτώνεται σε μάχη στα Μάρμαρα Φθιώτιδας ο στρατηγός του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής), διοικητής της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ. Οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ από τα diamanths-2μαθητικά του χρόνια και αργότερα, όντας φοιτητής της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, έγινε μέλος του ΚΚΕ. Συμμετείχε δραστήρια σε όλους τους φοιτητικούς και λαϊκούς αγώνες, ενώ όταν ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος πολέμησε στο μέτωπο. Από τους πρώτους αντάρτες στον Παρνασσό, μετείχε στηνανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου» (902,gr). Μετά τη Βάρκιζα πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του ΔΣΕ Παρνασσίδας και Ρούμελης.
«Το 1948 με το βαθμό του υποστράτηγου διορίστηκε από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση διοικητής της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ. Από τη θέση αυτή αναδείχθηκαν οι στρατηγικές του ικανότητες και τα ηγετικά του προσόντα. Μαζί με τον Χαρίλαο Φλωράκη – Γιώτη, υποστράτηγο, διοικητή της Ι Μεραρχίας, τέλος του 1948 χτύπησαν την Καρδίτσα, ενώ στις αρχές του 1949 κατέλαβαν το Καρπενήσι, το οποίο κράτησαν επί ένα 20ήμερο» (902,gr). 
Σήμερα δημοσιεύουμε τη μαρτυρία του ασυρματιστή του Διαμαντή, Νίκου Μανιά, σμηναγού ε.α., όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του (ιδιωτική έκδοση την οποία επιμελήθηκε ο Γιώργης Μωραΐτης – συνέβαλα και εγώ) με τίτλο «Στον ασύρματο της Ρούμελης». Μια σπάνια και μοναδική μαρτυρία, ενός ανθρώπου που ήταν στο τμήμα του Διαμαντή όταν δέχτηκαν την επίθεση του κυβερνητικού στρατού.  Πολύτιμη ιστορική μαρτυρία.
Στο τέλος της μαρτυρίας δίνουμε το βιογραφικό του Νίκου Μανιά.
Diamntis1
Εκεί που σκοτώθηκε ο Διαμαντής
Υστέρα από πολλές περιπλανήσεις και πορείες μέσα σε περιοχή γεμάτη στρατό, είχε έρθει και μεγάλο τμήμα από την Πελοπόννησο, βρεθήκαμε ανά­μεσα στο Γαρδίκι Ομιλαίων και Αργύρια, πιο κάτω. Το μέρος ήταν πιασμένο. Πάμε να περάσουμε. Μας βάζουν πυρά. Δεν πήραν κανέναν. Προχωρούμε σιγά σιγά. Κλει­νόμαστε σ’ ένα ύψωμα κάτω χαμηλά στη ρεματιά. Όλη τη μέρα έτοιμοι για μάχη. Απέναντι έβαζαν φωτιές στα μαντριά και τις καλύβες. Έψαχναν, πυροβολούσαν, μα εμάς δεν μας ενόχλησαν. Ίσως δεν μας πήραν χαμπάρι που ήμασταν ή ήθελαν να μας πιάσουν ζωντανούς.
Κατά το δειλινό φθάσαμε σιγά σιγά κοντά στα Μάρμαρα. Στην άκρη του αντερείσματος που βρίσκεται ανατολικά τους και που φτάνει μέχρι κάτω στη ρεματιά. Κολλήσαμε σα βδέλλες στο χείλος του αντερείσματος. Ήμασταν εγώ, ο Διαμαντής, ο Ηρακλής, ο Γιώργος Σα­φάκας, ο Ηλίας Μανούκας, ο Κώστας Καραγιώργος, ο Θανάσης Κούμαρος, ο Θανάσης Σκαλτσάς, ο Γιώργος Ραυτόπουλος, η Μ. Κάιλα, η Τασία Σφήκα, αδελφή του Βασίλη Σφήκα που πέθανε στην Τασκένδη. Κι άλλοι, πού να θυμάμαι. Πέρασε πάνω από μισός αιώνας. Θα ήμα­σταν περίπου 50-60 άτομα. Λοιπόν, κολλάμε στην άκρη στο αντέρεισμα. Κάτω χαμηλά ήταν χαμηλό και γυμνό. Είχε φαγωσιές από βροχές και πλημμύρες. Ο Διαμαντής πιάνει την άκρη της προεξοχής του αντερείσματος που είχε κλίση προς τα κάτω. Παίρνει ένα οπλοπολυβόλο και μαζεύει μερικές σφαίρες και κάθεται μόνος του εκεί σκοπευτής.
Ήταν ηλιοβασίλεμα. Ακουστήκαν κάτι φωνές πιο πάνω. Βλέπουμε τρεις στρατιώτες να ’ρχονται προς τα κάτω, δηλαδή προς το μέρος μας, ψάχνοντας στους θά­μνους. Ο ένας ξέκοψε και συνέχισε να βαδίζει προς το μέρος μας. Σταμάτησε λίγο πιο πάνω και είπε στους άλλους δυo που τον περίμεναν πως δεν είδε τίποτα. Γύρνα, του λένε εκείνοι. Γύρισε εκείνος και πήγαινε προς τα πάνω. Έτοιμοι ήμασταν να ρίξουμε. Κρατήσαμε την ανάσα μας. Μας έμεινε τώρα ο θάνατος. Όλη τη νύχτα βαδίζαμε. Πέφτουμε κάτω στη ρεματιά και βρισκόμαστε σχεδόν στο ίδιο μέρος. Τα πόδια δεν κρατούν άλλο. Ο ένας σέρνει τον άλλο.
Βρεθήκαμε στην ανατολική πλευρά του αντερείσμα­τος. Στην πλαγιά που κατέληγε κάτω ανατολικά στη μεγάλη ξηρορεματιά κι άρχιζε το βουνό της Οίτης. Να φανταστείτε πως απ’ το ύψωμα του αντερείσματος μέ­χρι τη μεγάλη ρεματιά ήταν δεν ήταν 600 μέτρα. Εμείς ήμασταν στο μέσο. Είχε γουπατάκια γυμνά με φτέρες, είχε και έλατα, κέδρα κι άλλους θάμνους. Αυτό το μέρος λέγεται Αϊ-Γιάννης. Τρυπώσαμε μέσα στα ελατάκια και τις ψηλές φτέρες.
Ήταν η καταραμένη μέρα, 21 Ιούνη 1949. Βλέπουμε κάτω στο δρόμο στρατό με μεταγωγικά. Περνούσαν τη ρεματιά και τραβούσαν προς την Καστριώτισσα. Χαρή­καμε. Είπαμε μέσα μας πως φεύγουν και θα τη γλι­τώσουμε. Αμ δε. Άξαφνα βλέπουμε να σταματούν, να κάνουν μεταβολή και να γυρίζουν πίσω. Πώς και γιατί έγινε αυτό δεν ήταν δύσκολο να το καταλάβουμε. Κά­ποιος μας έφυγε, πήγε παραδόθηκε και μαρτύρησε πως ήμασταν σ’ αυτό το μέρος. Άκουσα το Διαμαντή να λέει στον Σαφάκα:
— «Κοίτα ρε Γιώργο ποιος μας λείπει».
Και πράγματι, έλειπε μια αγωνίστρια. Δεν βάσταξε άλλο το φριχτό μαρτύριο.
— «Α τη στρίγγλα», είπε ο Διαμαντής. «Μας πρόδω­σε».
Δεν άργησαν να φτάσουν από πάνω απ’ το αντέρει­σμα, που ήταν μυρμήγκια ο στρατός, μαζί με σκυλιά που γάβγιζαν. Το πήραν παγανιά. Άρχιζαν να φωνάζουν. Εδώ κάτω είναι, έλεγαν και τα σκυλιά γάβγιζαν μαζί τους. Εκείνη την κρίσιμη ιστορική στιγμή, γίνεται μικρό συμβούλιο σ’ αυτό το αλωνάκι με τις φτέρες που ήμα­σταν όλοι μαζεμένοι και πανικοβλημένοι.
Ο Διαμαντής, ο Ηρακλής, ένας Θύμιος, ο Ραυτόπου­λος κι εγώ, λέμε τι πρέπει να κάνουμε.
— «Τα όπλα στα χέρια, λέει ο Διαμαντής, δε θα πάμε προς τα κάτω γιατί είναι πιασμένο, ούτε καταπάνω για­τί είναι γεμάτο στρατό. Θα βαδίσουμε παράλληλα να βγούμε στη βρύση που πάει για Καστριώτισσα και να ξεφύγουμε. Στο δρόμο αυτό θα πολεμήσουμε κι όποιος γλιτώσει. Εσύ Νίκο, γυρίζει και μου λέει ο αετός, πήγαι­νε καμιά 50αριά μέτρα πιο πέρα κι ό,τι δεις να ’ρθεις να το πεις».
Έτσι κι έγινε. Πήγα σιγά σιγά. Κάθομαι πίσω από ένα έλατο. Πιο πέρα στα 30-40 μέτρα βλέπω ένα στρα­τιώτη. Κοίταγα και κρυβόμουν. Κοίταγε κι εκείνος και κρυβόταν. Παίζαμε κρυφτούλι. Τρέχω και λέω στον Δια­μαντή.
— «Αρχηγέ είναι κι από μπροστά μας».
Ώσπου να τα πω αυτά, πλάκωσαν από πάνω με φω­νές, χουγιαχτά, σκυλιά και θόρυβο. Γελούσαν.
— «Εδώ είναι ρε παιδιά».
Και τι δεν άκουγες. Πανικός. Οι περισσότεροι κά­ναμε τον κατήφορο. Την ώρα εκείνη ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Κι ένα «ωχ». Μπορεί να σκοτώθηκε τότε ο Διαμαντής, μπορεί και όχι, να σκοτώθηκε αργότερα γιατί οι πυροβολισμοί αυξήθηκαν. Μπορεί και να τους αντιστάθηκε. Μπορεί το «ωχ» να ήταν άλλου. Ποιος τον σκότωσε; Μπορεί αυτοί ή κανένας δικός μας. Δεν ξέρω, ούτε μπορώ να πω με σιγουριά. Άκουσα τον πυροβολι­σμό και το «ωχ». Αυτό το λέω υπεύθυνα και είναι αλη­θινό γεγονός κι ας το κρίνει η ιστορία.
Φτάνω πιο κάτω. Δεν πήγα μέχρι τη ρεματιά. Το μέ­ρος ήταν απότομο, πολύ κατηφοριαστό, με κάτι πλάκες γλιστερές, έτρεχε λίγο νερό και κατέληγε σε μια λίμπα γεμάτη. Πέφτω μέσα στο νερό απ’ τη γλιστερή κρεμαστή και βλέπω κόκκινο το νερό. Λίγο χτύπησα στο κεφάλι με το όπλο μου και μάτωσε και χρωμάτισε το νερό. Πού να σκεφτώ τώρα αίματα και κολοκύθια. Κάνω 5 βήματα κι ακούω μέσα από ένα πυκνό θάμνο.
— «Εϊ, Εϊ. Μην πάτε κάτω στη ρεματιά θα σας πιά­σουν».
Ήταν ο Γ. Ραυτόπουλος κρυμμένος, δεν μπορού­σε να τρέξει γιατί έπασχε από άσθμα. Γλίτωσε και κατέ­φυγε στην Πολωνία σαν πολιτικός πρόσφυγας. Κάτω στο ρέμα όσοι πήγαιναν έπεφταν απάνω τους και πιάνονταν. Κάτω ακούγονταν ντουφεκιές, φωνές, χαμός.
— «Παραδοθείτε», φώναζαν. Πιάστηκε ο τάδε. Πιά­στηκε ο Σαφάκας.
Ένας φώναζε με τον τηλεβόα: Παραδοθείτε να φάτε ψωμί και να κοιμηθείτε ήσυχοι.
Τρέχω παράλληλα. Είχε ντούσκα. Πίσω δυο σύντρο­φοι, η Μαρούλα Κάιλα, η Τασία Σφήκα και κάνα δυο άλλοι. Εγώ μπροστά. Για μια στιγμή περνάμε ένα γού­πατο και βγαίνουμε σ’ ένα υψωματάκι και βρεθήκαμε απέναντί τους στα 200 μέτρα. Μας ρίχνουν μερικές ρι­πές για εκφοβισμό. Γυρίζω και βλέπω ένα φαντάρο πε­σμένο με οπλοπολυβόλο και έναν όρθιο να μας κοιτάνε με ένταση και να φωνάζουν:
— «Παραδοθείτε ρε παιδιά. Τι χαζομάρες είναι αυ­τές;».
Τρέχουμε. Ανεβαίνουμε. Πίσω μας ήταν ένα χωματέ­νιο φυσικό τειχάκι. Οι ριπές περνούσαν πάνω απ’ τα κε­φάλια μας. Φτάνουμε σ’ ένα σημείο που στο αντέρεισμα ήταν μια γλυψιά. Ίσως παλιά να έγινε πυρκαγιά κι ήταν γυμνό. Μόνο φτέρες και ξεκινούσε από το υψηλότερο μέρος του αντερείσματος μέχρι τη ρεματιά και πλάτος γύρω στα 100 μέτρα. Μόλις μας είδαν στο ξέφωτο από πάνω άρχισαν να βάζουν και να τρέχουν προς τα εμάς. Κοπήκαμε. Εγώ ήμουν γρήγορος στα πόδια και συνέχι­σα παράλληλα και προς τα πάνω. Οι άλλοι πήραν τον κατήφορο για το ρέμα όπου ίσως και πιάστηκαν. Με ακολούθησε μόνο η Τασία Σφήκα κλαίοντας.
— «Μην κλαις της έλεγα. Τώρα θα βγούμε στη βρύση και θα γλιτώσουμε». Πέρασα το ξέφωτο και μπήκα στο δασωμένο. Η Τασία κοντά μου ασθμαίνοντας και μου­τσοκλέοντας. Πλησιάζω στα 100 μέτρα στη βρύση και τι να δω. Γεμάτο φαντάρους και μεταγωγικά. Τότε γυρί­ζω πίσω. Κρύβω το όπλο μου, είχα δυο χειροβομβίδες «μιλς» για το τέλος μου και τον εχθρό.

Με την ψυχή στα δόντια
Από το ρέμα φώναζαν: Δυο βρίσκονται στο δασω­μένο. Τρέξτε να τους πιάσετε. Και ω του θαύ­ματος. Τι να πω ρε παιδιά. Εκεί που έφευγα βρήκα ένα μέρος κατάλληλο για κρυψώνα. Ήταν μια manias34πέτρα μεγάλη κι είχε σα σπηλιούλα η οποία μεγάλωνε, μ’ ένα πυκνό κλείδωνα. Ήταν μια μικρή σπηλιά. Ούτε παραγγελιά να την είχα. Βλέπετε τι πράγματα συμβαίνουν στην πολυ­τάραχη ζωή του ανθρώπου;
Αργότερα το μετάνιωσα γιατί δεν πήγα καταπάνω τους να με σκοτώσουν και να γλιτώσω τα άλλα χειρό­τερα που υπέφερα. Χωνόμαστε μέσα. Η χειροβομβίδα έτοιμη για δράση. Ήταν μεσημέρι. Καλοκαιρινή μέρα, μεγάλη. Ακούμε κάποια στιγμή:
— «Βρε είναι εκεί κοντά. Τρουπώσανε σε μια πέτρα», λέει ένας.
— «Άντε ρε που κυνηγάτε τον κόσμο σα να ’ναι λαγοί, λέει ένας άλλος». Θάρρεψα απ’ αυτό λίγο. Ίσως να ’ταν κανένα παιδί δικό μας, Ελασίτης. Ένας δικός μας ανέβη­κε σ’ ένα έλατο. Τον είδαν.
— «Κατέβα κάτω ρε», του φώναζαν.
— «Δεν κατεβαίνω», έλεγε αυτός.
Έριξαν και τον σκότωσαν. Όλα αυτά τα άκουγα απ’ την κρυψώνα. Νύχτωσε. Έβαζαν φωτιά στο μέρος, έκαι­γαν τα κούτσουρα και τα ξερόκλαδα για να φέγγει και να μας δουν και να μας πιάσουν.
Ξεκινάω για τα Μάρμαρα. Αντίθετα από εκεί που πηγαίναμε. Δηλαδή, γυρίζαμε πίσω. Η Τασία δεν έπαψε να κλαίει. Ήταν περίπου μεσάνυχτα. Έφαγε καναδυό χαστούκια να πάψει. Κάποιος γλίστρησε τη νύχτα στο δάσος κι έκανε το σύνθημα τσ – τσ – τσ που κάναμε όταν είχαμε λούφα. Αμέσως αποκρίθηκε η Τασία. Εγώ της βούλωσα το στόμα, γιατί δεν ήξερα μήπως ήταν παγίδα. Όλη την ώρα βαδίζαμε για το ύψωμα του αντερείσματος, να βγούμε στο δρόμο που βγαίνει στα Μάρμαρα. Βάδιζα 10 μέτρα κι αφουγκραζόμουν. Είχα οξεία ακοή, ασυρ­ματιστής ήμουν. Άκουγα τα πάντα. Τη νύχτα φώναζαν απ’ τον τηλεβόα. Με τη χαρακτηριστική φωνή του ένας εκφωνητής που δεν έμοιαζε η φωνή του με τη ρουμελιώ­τικη διάλεκτο ή μοτίβο, αλλά φαινόταν πως ήταν νησιώ­της ή Πειραιώτης. Φώναζε λοιπόν, το θυμάμαι σαν τώρα, μέσα στη νύχτα:
— «Συναγωνιστήήή. Σήμερον σκοτώθηκε ο Διαμαντής, ο λοχαγός Σαφάκας πιάστηκε, πολλοί παραδόθηκαν, ο Γράμμος έπεσε κι όλοι έφυγαν για Αλβανία. Εσείς τι κάθεστε; Γιατί δεν παραδίνεστε να φάτε ψωμί και να κοιμηθείτε ήσυχοι; Αν μέχρι αύριο στις 9 το πρωί δεν παραδοθείτε στον εθνικό στρατό, όποιος συλλαμβάνεται θα εκτελείται επί τόπου. Εντάξει;».
Αυτά άκουγα και προσεχτικά τραβούσα για τη ράχη του αντερείσματος και να φύγω για τα Μάρμαρα που βρισκόταν ακριβώς πίσω και κάτω απ’ την άλλη πλευρά. Μέχρι να φτάσω στο ύψωμα θα ήταν περίπου μεσάνυ­χτα. Αστροφεγγιά. Έφτασα πίσω από ένα κέδρο φου­ντωτό και έβαλα αυτί και μάτι να δω κίνηση πάνω στο πλατάνι, να ακούσω θόρυβο ή φωνή. Το ύψωμα ήταν ίσιο και γυμνό, μόνο φτέρες και θα είχε πλάτος 50-60 μέτρα και μάκρος πολύ μεγάλο. Αφουγκράστηκα και κοίταζα μην έχουν στήσει ενέδρα με πολυβόλο. Δεν είδα, τουλά­χιστον σε 50 μέτρα κάτι τέτοιο. Μόνο πιο κάτω στα 150 μέτρα περίπου, βοσκούσαν δυο άλογα ή μουλάρια.
Λέω της Τασίας να ετοιμαστεί να τρέξουμε γρήγορα το γυμνό και να μπούμε στο δασωμένο. Έτσι κι έγινε. Τρέχουμε γρήγορα και μπαίνουμε στο δάσος. Ήταν κα­τηφοριαστό το μέρος. Και κατά σύμπτωση πέσαμε στη στράτα. Ήταν όλο πέτρες και το χώμα δουλεμένο απ’ τα μεταγωγικά και τις αρβύλες του στρατού. Κατάλαβα πως πέρασε πολύς κόσμος από εκεί αλλά δεν ήξερα πού κατευθύνθηκε. Μου καρφώθηκε στο μυαλό να πάω στο χωριό. Ήξερα πως ήταν ακατοίκητο εδώ και 2 χρόνια, αν όχι παραπάνω. Ετοιμαζόμουν να πάω στην πλατεία όπου εκεί ήταν και βρύση. Μόλις φτάνουμε στο κορφινό σπίτι, ακούγω γαύγισμα σκυλιού απ’ την πλατεία. Μ’ έβαλε σε υποψία, πού βρέθηκε ζωντανό σε νεκρό κι έρη­μο χωριό. Αλλάζω γνώμη και πηδώ τη μάντρα του πρώ­του σπιτιού. Μπήκαμε μέσα στην αυλή. Ήταν μικρή, το σπιτάκι μικρό και η αυλή χορταριασμένη, όλο τσουκνίδα. Ανοιχτή μια ξυλόπορτα σπασμένη. Μπαίνουμε μέσα και ανεβαίνουμε στο ταβάνι. Εκεί μας πηρέ ο ύπνος. Το πρωί με την ανατολή του ηλίου με ξυπνάει κλαίοντας η Τασία.
— «Γιατί κλαις; Τι θέλεις;».
— «Κοίτα» μου λέει.
Έσκυψα και κοίταξα απ’ το άνοιγμα της οροφής, στρατό με τις καραβάνες να κατεβαίνει απ’ το υψωμα­τάκι που βρισκόταν πάνω απ’ το χωριό, στην πλατεία για συσσίτιο. Φωνές, θόρυβος, χαλασμός. Είχαν βάλει καζάνια στην πλατεία και μοίραζαν συσσίτιο.
Καθίσαμε όλη μέρα εκεί στο ταβάνι. Πεινούσα. Στη μικρή αυλή ήταν μια κερασιά με κεράσια. Κατέβηκα με χίλιες προφυλάξεις και έφαγα κάμποσα κεράσια κι έδωσα και στην Τασία. Κατά το δειλινό άκουσα φωνές και συζήτηση πιο κάτω στο δρόμο. Ένας έλεγε: «Θα τον  πάτε έξω απ’ το χωριό και θα τον εκτελέσετε». Υστέρα από λίγο ακούστηκε ο πυροβολισμός. Έκλαψα πικρά. Μάτωσε η ψυχή μου. Ποιο παλικάρι να πλήρωσε με τη ζωή του αυτή τη τραγωδία; Μ’ έπιασε μελαγχολία και αγωνία. Δε φοβήθηκα αλλά πεισμάτωσα περισσότερο. Άλλωστε σε τέτοιες στιγμές δεν υπάρχει καιρός να φο­βηθείς. Βλέπεις το θάνατο πάντοτε μπροστά σου και τον συνηθίζεις.
Σαν νύχτωσε, φεύγουμε απ’ αυτό το σπιτάκι και τρέχοντας προς τα κάτω περάσαμε έναν κήπο, θυμάμαι, γεμάτο δέντρα καρποφόρα, τα περισσότερα κερασιές. Φτάσαμε στη ρεματιά και πηγαίναμε για το Νικολίτσι. Στο δρόμο τη νύχτα πέσαμε σε μια χαράδρα πυκνο­δασωμένη κι όσο να την περάσουμε στην άλλη άκρη, μας πήραν τα χαράματα. Εκεί έχασα τα μισά μαλλιά απ’ το κεφάλι μου. Είχα πολύ πυκνό μαλλί. Το ’χασα στα δέντρα. Βγήκε ο ήλιος και ξαφνικά βλέπω μπροστά μου δρόμο πολύ αλεσμένο. Κατάλαβα. Πέρασε στρατός. Πλησιάζουμε στο δρόμο και κρυβόμαστε 7-8 μέτρα μα­κριά του, μέσα σ’ ένα πυκνό θάμνο. Καθίσαμε μέχρι το μεσημέρι. Σε λίγο ακούγεται θόρυβος, ποδοβολητό και φωνές.
Κοιτάω στο δρόμο, απ’ το θάμνο πιο κάτω έρχονταν στρατός με μεταγωγικά φορτωμένα τσουβάλια, κάσες κι άλλα τρόφιμα. Οι στρατιώτες οι περισσότεροι ήταν καβάλα και τα όπλα τους χιαστί. Έλεγαν διάφορα. Πέ­ρασαν μπροστά μας χωρίς να μας αντιληφθούν, αφού ήμασταν καλά κρυμμένοι. Αυτή η φάλαγγα κατευθύνο­νταν προς το Γαρδίκι Ομιλαίων μάλλον.
Αφού πέρασαν και κατέβηκε πολύ ο ήλιος σηκω­θήκαμε και φεύγοντας φτάσαμε σ’ ένα καλυβάκι που ήταν χωμένο σε κάτι μεγάλες μουριές και η σκεπή του ήταν με τσίγκο. Ανέβηκα στη σκεπή και τι να δω. Όλη η σκεπή ήταν σκεπασμένη από μούρες άσπρες, άλλες σταφιδιασμένες κι άλλες φρέσκες και πολλές ακρίδες να τις τρώνε. Ρίχτηκα με λαιμαργία κι άρχισα να τρώω μούρες χωρίς διάκριση, ούτε λογαριάζοντας τις ακρίδες. Η Τασία κάθονταν κάτω και προσπαθούσε να φτάσει τα μούρα απ’ τα κλωνάρια.
Φύγαμε για το χωριό Μαυρίλο. Κοιτάμε αν υπάρχει κίνηση στο χωριό. Δεν υπήρχε. Πήγαμε στον πλάτανο στη πλατεία. Υπήρχε κακαβολίθι και στάχτη. Κάποιοι είχαν βράσει καλαμποκόσπυρα. Ποιοι να ’ταν; Δεν ξέρω. Βλέ­πω κάποιον να βγαίνει από ένα σοκάκι και να ’ρχεται προς τα μάς. Ήταν ντυμένος χωριάτικα με μαύρη τσού­κνα και ταγάρι στον ώμο.
Με τη χειροβομβίδα στο χέρι του φωνάζω: Ποιος εί­σαι εσύ;-
– «Δικός σας», μου λέει.
— «Πέτα το ταγάρι και με τα χέρια ψηλά έλα».
Ήταν ένας που είχε μύλο εκεί κοντά. Κι αυτός με την οικογένειά του κυνηγημένος. Την είχε σε μια χαρά­δρα τη γυναίκα και τα τρία παιδιά του. Ήταν δικός μας πράγματι.
— «Εδώ πιο πάνω είναι τμήματα του στρατού, μου λέει. Πιο πέρα σ’ εκείνο το δασωμένο υψωματάκι είναι κι ο Ηρακλής με καμιά δεκαριά».
Ο Ηρακλής είχε γλιτώσει, όταν σκοτωνόταν ο γίγα­ντας Διαμαντής. Θα τον βρούμε λίγο αργότερα πάνω απ’ το Νιοχώρι. Στο Μαυρίλο νύχτωσε, ο μυλωνάς έφυγε κι εγώ με την Τασία πιάσαμε ένα ακρινό σπίτι κι ανεβή­καμε στο ταβάνι. Εκεί ψάχνοντας βρήκα ένα σακουλάκι αλάτι και κάτι ξεροφάσουλα. Πώς όμως να τα βράσω; Φωτιά δεν είχα. Έγλειφα λίγο αλάτι.
Είχα ξεπλυθεί τελείως. Τη νύχτα ακουστήκαν φωνές και θόρυβος προς την εκκλησία, στη πλατεία. Κοιτάζω, άναψαν φωτιά για καζάνι. Κατά τα χαράματα ήρθε ένας σύνδεσμος προφανώς καβάλα σε άλογο, κάτι είπε και σε λίγο βλέπω όλο το τμήμα να συντάσσεται και να φεύγει προς νότο. Πέρασε μια ώρα. Σκέφθηκα να πάω στην εκ­κλησία που ήταν φωτιά, να πάρω και να βράσω τα φα­σόλια. Κατέβηκα στο δρόμο και με χίλιες προφυλάξεις πήγα και πήρα ένα δαυλί με φωτιά. Πήγα στο σπίτι και άναψα μπροστά στην αυλή φωτιά κι έβρασα τα φασόλια. Για να έχω πάντα όμως φωτιά κονόμησα ένα κομμάτι ίσκα κι αυτή διατηρούσε φωτιά μέχρι να ανταμώσουμε τον Ηρακλή. Πράγματα δηλαδή αρχέγονα. Τα λέγω και δεν τα πιστεύω ο ίδιος. Κι όμως, είναι όπως τα λέω. Αληθινά.
Το πρωί άρχισα να ερευνώ το σπίτι. Ήταν αρχοντικό. Φαίνεται πως ήταν Αμερικάνοι αυτοί που ζούσαν εκεί. Συρόμενες πόρτες χώριζαν τα δωμάτια. Βρίσκω μια μι­κρή βιβλιοθήκη. Ήταν βιβλία γυμνασίου. Αρχαία, μαθη­ματικά, φυσική. Άρχισα να τα ξεφυλλίζω με ενδιαφέρον. Ήρθε στο νου μου η ειρηνική ζωή που έκανα κι εγώ πριν από λίγα χρόνια στο γυμνάσιο. Αμέσως τ’ αφήνω γιατί μου φάνηκε πως άκουσα θόρυβο μέσα στο σπίτι. Φώναζα λίγο: «Αν είσαι άνθρωπος βγες. Είμαι καλός άνθρωπος κι εγώ». Πήγα σ’ όλα τα δωμάτια, κάτω στο ισόγειο που ήταν τα παχνιά για τα ζώα, τίποτα. Κανένα ίχνος ζωής.
Εκεί μπροστά στο ισόγειο στην είσοδο ήταν μια μι­κρή κερασιά φορτωμένη μεγάλα ώριμα κεράσια. Άρχισα να τσιμπολογώ, όταν ακούγω μια φωνή να λέει: «Εδώ έλα να φας καλά κεράσια».
Φοβήθηκα κι έτρεξα στο ταβάνι. Βρίσκω την Τασία τρομοκρατημένη και να κλαίει.– «Άκουσες, είδες τίποτα;» της λέω
— «Δε βλέπεις;».
Γυρνάω το κεφάλι προς τα πίσω μέσα από τη χαρα­μάδα της σκεπής και τι να δω. Δυο φαντάροι με τα όπλα χιαστί κρεμασμένα, έτρωγαν κεράσια από δυο φουντω­τές κερασιές τραβώντας τα κλωνάρια. Αυτοί μιλούσαν και κουβέντιαζαν χωρίς να μας δουν εμάς.
Καθίσαμε εκεί ως το βράδυ, ώσπου καταφτάνει ένα τμήμα στρατού και μπαίνοντας στο χωριό ψάχνανε τα σπίτια και κόβανε ολόκληρα κλωνάρια κερασιές και τις κουβαλούσαν κάτω στην εκκλησία στον πλάτανο κι εκεί τα μάζευαν. Ήρθαν και στο γειτονικό σπίτι. Συζητούσαν, έκοβαν κερασοκλώναρα. Μάλιστα ένας έλεγε: «Ο αδελ­φός μου ήταν στο Ζέρβα». Το βράδυ έφυγαν .
(Ση φωτογραφία του εξωφύλλου ο καπετάν Διαμαντής νεκρός – κατά την πηγή όπου βρήκαμε τη φωτό «Κόκκινος Φάκελος«)
***
Βιογραφικό Νίκου Μανιά
Νίκος Μανιάς (Νικοτσάρας) σμηναγός ε.α. «Στον ασύρματο της Ρούμελης». (Αναμνήσεις του manias33αεροπόρου, πρωτοπόρου κομμουνιστή στη γενέτειρά του Μενδενίτσα Λοκρίδας, επικεφαλής του Εφεδρικού ΕΛΑΣ της περιοχής, μέλους της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ στη Λοκρίδα κατά την Κατοχή, συνεργάτη του περιοδικού της ΕΠΟΝ «Νέα Γενιά» και επί τρία χρόνια ασυρματιστή στο Αρχηγείο του ΔΣΕ στη Ρούμελη και στη 2η Μεραρχία του θρυλικού Διαμαντή). Μετά την ήττα του ΔΣΕ ο Ν. Μανιάς βρέθηκε πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, όπου σπούδασε ηλεκτρονικός και βραβεύθηκε για τη δουλειά του του από το Υπουργείο Βιομηχανίας της ΕΣΣΔ. Μετά τον επαναπατρισμό του και μέχρι το θάνατό του, το 1999, συνέχισε τον αγώνα του από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Μια αποκαλυπτική μαρτυρία για τις συνθήκες δουλειάς στα ξενοδοχεία

Μια αποκαλυπτική μαρτυρία για τις συνθήκες δουλειάς στα ξενοδοχεία

Μιλάει στον «Ριζοσπάστη» ένας εργαζόμενος που κάθε χρόνο κυνηγάει το μεροκάματο στα νησιά

Η χλιδή που αντικρίζει συνήθως ο επισκέπτης στα ξενοδοχεία...
Η χλιδή που αντικρίζει συνήθως ο επισκέπτης στα ξενοδοχεία...
Ο Πάνος (τα πλήρη στοιχεία του είναι στη διάθεση της εφημερίδας) δουλεύει τα τελευταία εφτά χρόνια ως εποχιακός στον τομέα του Επισιτισμού - Τουρισμού σε μεγάλα νησιά. Προηγούμενα, δούλευε στην Αθήνα, σε εστιατόρια με πλήρη απασχόληση. Μίλησε στον «Ριζοσπάστη» και καταθέτει όχι μόνο τη δική του εμπειρία, αλλά και άλλων συναδέλφων του, για τις συνθήκες δουλειάς στον κλάδο.
Οπως μας είπε χαρακτηριστικά, «όσο περισσότερα αστέρια έχει ένα ξενοδοχείο, τόσο λιγότερους "κανονικούς" εργαζόμενους απασχολεί. Τι εννοώ; Είτε για να το βάλεις στο βιογραφικό σου, είτε για να κάνεις πρακτική, εκτός από κάποιους μόνιμους, το ξενοδοχείο απασχολεί νέους από τουριστικές σχολές και νέους από το εξωτερικό, με ό,τι σημαίνει αυτό για το μισθό και το ωράριο...
Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, χρησιμοποιούν και το πρόσχημα της ξένης γλώσσας και παίρνουν κυριολεκτικά τσάμπα προσωπικό από το εξωτερικό, από τα λεγόμενα "γραφεία εργασίας". Αυτοί οι εργαζόμενοι, στην καλύτερη περίπτωση, παίρνουν το "υπέρογκο" ποσό των 550 ευρώ, στη χειρότερη των 350 ευρώ. Το καταπληκτικό είναι ότι πρέπει και αυτοί να δώσουν στα ιδιωτικά γραφεία, που υποτίθεται ότι τους βολεύουν, μέχρι και ένα μισθό...».
«Στο πόδι» για 14 συνεχόμενες ώρες

...δεν έχει καμιά σχέση με τις συνθήκες που απασχολούνται οι εργαζόμενοι στον τουρισμό
...δεν έχει καμιά σχέση με τις συνθήκες που απασχολούνται οι εργαζόμενοι στον τουρισμό
Ο Πάνος μας μιλάει για τις συνθήκες που δουλεύει ο ίδιος και οι συνάδελφοί του. «Αξίζει να σου πω για το ωράριο: Σηκώνεσαι το πρωί, με την ανατολή του ήλιου, πας στο μαγαζί και φεύγεις το βράδυ. Στην καλύτερη περίπτωση, δουλεύεις 12 ώρες. Ο μέσος όρος δουλειάς είναι 14 ώρες. Αυτά είναι τα ωράρια. Σου ζητάνε να δουλεύεις κάτω από πίεση, να στέκεσαι στα πόδια σου πολλές ώρες... Αν κοιτάξεις, μάλιστα, σε αγγελίες για εποχιακούς, αυτό είναι το πνεύμα, τα εξοντωτικά ωράρια!
Οσο για τα λεφτά που παίρνεις, είναι στην καλύτερη περίπτωση ο κόπος σου, χρήματα 4-5 μηνών, συν αν πάρεις από το ταμείο ανεργίας το χειμώνα τα 360 ευρώ περίπου. Για να καταλάβεις τις αναλογίες με τις αμοιβές, υπάρχουν πεντάστερα ξενοδοχεία που πληρώνεις 700 και 800 ευρώ τη βραδιά και άμα δεις τους μισθούς που δίνουν στους εργαζόμενους, είναι λιγότερα από ό,τι κοστίζει το βράδυ σε ένα δωμάτιο, το πιο απλό.
Καλώς εχόντων των πραγμάτων, φεύγεις από το νησί με 4 χιλιάρικα, αν σε ταΐζουν, αν δηλαδή έχεις εξασφαλίσει την τροφή. Γυρνώντας πίσω, σίγουρα έχουν μαζευτεί κάποια έξοδα. Ετσι, σου φεύγουν τα μισά και σου μένουν 2.000, συν το ταμείο ανεργίας, σύνολο 3.000, για να βγάλεις τους υπόλοιπους εφτά μήνες και ας έχεις δουλέψει "σαν ζώο" όλο το καλοκαίρι. Δεν σου λέω τι γίνεται αν έχεις και παιδιά...
Οσο για τα ένσημα που σου κολλάνε στον εποχιακό τουρισμό, αυτά δεν είναι ολόκληρα. Το αφεντικό σού κολλάει για έξι ώρες, για πέντε φορές την εβδομάδα, ενώ εσύ δουλεύεις εφτά μέρες και στην καλύτερη περίπτωση 12 ώρες... Υπάρχει το "στάνταρ ένσημο", μόνο για να πάρεις το ταμείο το χειμώνα.
Πολλά ξενοδοχεία στα νησιά βάζουν τους εργαζόμενους να μένουν σε συνθήκες απίστευτες. Μάλιστα, σου δίνουν μόνο ημιδιατροφή, δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ και πρέπει να πληρώσεις για να φας. Επίσης, στα περισσότερα νησιά, επειδή υπάρχει μεγάλη ζήτηση, είναι πολύ δύσκολο να βρεις δωμάτιο κι αν βρεις, το πληρώνεις μια περιουσία. Επομένως, από το μισθό που παίρνεις, τα μισά τα δίνεις... Αναγκάζονται να πληρώσουν και να μένουν δύο-τρεις μαζί. Εχω δει επιχειρήσεις να δίνουν στους εργαζόμενους κοντέινερ μες στη βρώμα, με συνθήκες υγιεινής τραγικές».
Ενας εργαζόμενος για όλες τις δουλειές
«Το ότι ανεβαίνει ο αριθμός των τουριστών, δε σημαίνει ότι αυξάνει και ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολείται κάθε χρόνο» σημειώνει, σε άλλο σημείο της κουβέντας μας, ο Πάνος και προσθέτει: «Ενώ αυξάνονται οι πελάτες, στην ουσία, αν δε μειώνουν τους εργαζόμενους, κρατάνε τους ίδιους, οπότε είναι σαν να έχεις μείωση των εργαζομένων.
Αφού ένα άτομο είχε να εξυπηρετήσει 10 πελάτες και τώρα εξυπηρετεί 20, στην ουσία έχεις κάνει μείωση προσωπικού, χώρια που οι υπηρεσίες που προσφέρεις είναι κατώτερης ποιότητας. Γιατί, ένας άνθρωπος πόσους να εξυπηρετήσει πια; Πόσο να τρέξεις; Οταν πέντε πελάτες σε ζητούν ταυτόχρονα, στον πέμπτο θ' αργήσεις.
Υπάρχουν και τα μικρά ξενοδοχεία, τα λεγόμενα "μπουτίκ", τα οποία απασχολούν ελάχιστους εργαζόμενους, που δουλεύουν 16 και 18 ώρες την ημέρα. Τα λεφτά που παίρνουν, άμα κάνεις τις αναγωγές, είναι στο 1-1,5 ευρώ την ώρα. Τα τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα, αυτά τα ξενοδοχεία τα παίρνουν μεγάλες εταιρείες και δουλεύουν κάτω από την "ομπρέλα" τους.
Στην ουσία, είναι μια πολυεθνική, η οποία αγοράζει ή κυρίως διαχειρίζεται πολλά "μπουτίκ" ξενοδοχεία 4-5 αστέρων, σε διάφορα μέρη της χώρας ή και σε διάφορες χώρες του κόσμου. Και πάλι αυτοί κερδίζουν, γιατί δίνουν στον ιδιοκτήτη ένα ποσό και από κει και πέρα διαχειρίζονται το ξενοδοχείο και βγάζουν ό,τι περισσότερο μπορούν.
Για να καταλάβεις, υπήρχαν ξενοδοχεία που στον τομέα του σέρβις ήταν ένα άτομο για το μπαρ το μέσα, το έξω, για το εστιατόριο το μεσημέρι, το βράδυ, για τα πρωινά, για τα ρουμ σέρβις, για την πισίνα. Ενας εργαζόμενος, ο οποίος πρέπει να είναι "χταπόδι", για να μπορέσει ν' ανταπεξέλθει. Εγώ έφτανα να δουλεύω 18 ώρες την ημέρα και έπαιρνα γύρω στα 2,20 ευρώ την ώρα. Μάλιστα, την τρίτη χρονιά, μου είπαν ότι παίρνω πολλά λεφτά και επειδή δεν έβγαινε το ξενοδοχείο, έπρεπε να γίνει μείωση!
Εν κατακλείδι και στον καλοκαιρινό, όπως και στο χειμερινό τουρισμό, ένα ξενοδοχείο σε παίρνει π.χ. για σερβιτόρο και κάνεις τον κηπουρό, τον μπάρμαν, τον μπουφετζή, το βοηθό μάγειρα, τον μπογιατζή, τον καθαριστή πισίνας, κάνεις τα πάντα. Στο χειμερινό τουρισμό, μέχρι και ξύλα κόβεις για τα δωμάτια, μέχρι και ξεχιονίζεις. Ωστόσο, αυτό είναι μια άλλη δουλειά και θα έπρεπε να την πληρώνεσαι χωριστά. Σου δίνει, όμως, στην καλύτερη περίπτωση, ένα χιλιάρικο, αν δουλεύεις να το πω "κανονικά", δε μιλάμε να δουλεύεις ημιαπασχόληση και να τα κάνεις όλα.
Σε κάποια μεγάλα ξενοδοχεία, επίσης, τα τελευταία χρόνια, εκτός από την επενοικίαση σε μεγάλους ομίλους, τα παίρνουν ξένες εταιρείες από μια χώρα π.χ. Ιταλία, Αγγλία. Αυτά δουλεύουν αποκλειστικά με τουρίστες από τη συγκεκριμένη χώρα και φέρνουν προσωπικό από την ίδια χώρα. Με το πρόσχημα, μάλιστα, ότι έρχονται να κάνουν διακοπές στην Ελλάδα, στα ωραία νησιά, ν' αποκτήσουν τάχα εμπειρίες, δίνουν και σ' αυτούς τους εργαζόμενους "3 και 60"»...
Στο ίδιο «καζάνι» Ελληνες και μετανάστες
Ο Πάνος παρατηρεί ότι οι έλεγχοι από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τις συνθήκες δουλειάς στις τουριστικές και επισιτιστικές επιχειρήσεις είναι ουσιαστικά ανύπαρκτοι και κλείνει τη συζήτησή μας ως εξής: «Είτε τα μεγάλα ξενοδοχεία, είτε τα λεγόμενα "μπουτίκ" ξενοδοχεία, που δουλεύουν κάτω από την "ομπρέλα" της εταιρείας, είτε τα μαγαζιά στα νησιά, απασχολούν πολλούς μετανάστες εργάτες. Οι μισθοί τους είναι με βάση την αξία που έχουν τα λεφτά στις χώρες τους, δεν τους πληρώνουν με την αξία που έχει το χρήμα εδώ...
Αν οι Ελληνες εργαζόμενοι δουλεύουν στις απίστευτες συνθήκες που είπαμε προηγουμένως, αυτοί δουλεύουν σε συνθήκες τρώγλης. Μένουν ο ένας πάνω στον άλλο και όταν έρχεται ο έλεγχος είναι ανύπαρκτοι, δεν υπάρχουν, τους κλειδώνουν σε υπόγεια, σε αποθήκες. Ενώ όλοι στα νησιά τους ξέρουν, τους βλέπουν στις παραλίες και τους χαιρετάνε, όταν έρχεται ο έλεγχος, δεν υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι, γίνονται φαντάσματα.
Να πω εδώ ότι υπάρχουν φορές που διαμαρτύρονται και προσπαθούν να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Καταλαβαίνετε ότι για να φτάσουν αυτοί να διαμαρτύρονται, κάτι δύσκολο τους συμβαίνει! Εχω δει, όμως, με τα μάτια μου να κατεβαίνουν οργανωμένες ομάδες και να τους πλακώνουν στο ξύλο. Αυτοί είναι μπράβοι που τους βάζουν εργοδότες ή και οι ίδιοι οι επιχειρηματίες...».

Κα.