28 Δεκ 2011

ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ


ΛΕΝΙΝ
1. Στη στάση μας απέναντι στον πόλεμο, που από την πλευρά της Ρωσίας και με τη νέα κυβέρνηση του Λβοφ και Σία παραμένει αναμφισβήτητα ληστρικός ιμπεριαλιστικός πόλεμος εξαιτίας του καπιταλιστικού χαρακτήρα αυτής της κυβέρνησης, είναι απαράδεκτες και οι ελάχιστες παραχωρήσεις στον «επαναστατικό αμυνιτισμό».
Το συνειδητό προλεταριάτο μπορεί να συγκατατεθεί σ’ έναν επαναστατικό πόλεμο, που πραγματικά να δικαιολογεί τον επαναστατικό αμυνιτισμό, μόνο υπό τον όρο: α) πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχών τμημάτων της αγροτιάς που συνδέονται μαζί του· β) παραίτηση στην πράξη και όχι στα λόγια, από κάθε προσάρτηση· γ) ολοκληρωτική ρήξη στην πράξη με όλα τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
Παίρνοντας υπόψη την αναμφισβήτητη καλοπιστία των πλατιών στρωμάτων των μαζικών εκπροσώπων του επαναστατικού αμυνιτισμού, που παραδέχονται τον πόλεμο μόνο από ανάγκη και όχι για λόγους κατακτητικούς, παίρνοντας υπόψη την εξαπάτησή τους από την αστική τάξη, πρέπει να εξηγούμε το λάθος τους πολύ διεξοδικά, επίμονα και υπομονετικά, να τους εξηγούμε την αδιάρρηκτη σύνδεση του κεφαλαίου με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να τους αποδείχνουμε ότι χωρίς την ανατροπή του κεφαλαίου ο πόλεμος δεν μπορεί να τελειώσει με μια ειρήνη αληθινά δημοκρατική, ειρήνη χωρίς βία.
Οργάνωση της πιο πλατιάς προπαγάνδας αυτής της άποψης στο στρατό του μετώπου.
Συναδέλφωση.
2. Η ιδιομορφία της σημερινής στιγμής στη Ρωσία βρίσκεται στο πέρασμα από το πρώτο στάδιο της επανάστασης που έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη εξαιτίας της ανεπαρκούς συνειδητότητας και οργάνωσης του προλεταριάτου, στο δεύτερο στάδιό της που πρέπει να δώσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς.
Το πέρασμα αυτό το χαρακτηρίζει, από το ένα μέρος, ένα μέγιστο όριο νομιμότητας (από όλες τις εμπόλεμες χώρες η Ρωσία είναισήμερα η πιο ελεύθερη χώρα του κόσμου), από το άλλο μέρος, η έλλειψη βίας πάνω στις μάζες και, τέλος, η ανεπίγνωστα καλόπιστη στάση των μαζών απέναντι στην κυβέρνηση των κεφαλαιοκρατών, των χειρότερων εχθρών της ειρήνης και του σοσιαλισμού.
Η ιδιομορφία αυτή απαιτεί από μας ικανότητα προσαρμογής στις ιδιαίτερες συνθήκες της κομματικής δουλειάς μέσα στις πρωτάκουστα πλατιές μάζες του προλεταριάτου, που μόλις τώρα ξύπνησαν στην πολιτική ζωή.
3. Καμιά υποστήριξη στην Προσωρινή κυβέρνηση. Να εξηγούμε τον ολότελα ψεύτικο χαρακτήρα όλων των υποσχέσεών της, ιδιαίτερα της υπόσχεσης για παραίτηση από τις προσαρτήσεις. Ξεσκέπασμα, αντί της απαράδεκτης «απαίτησης» –που σπέρνει αυταπάτες– να πάψει η κυβέρνηση αυτή, κυβέρνηση κεφαλαιοκρατών, να είναι ιμπεριαλιστική.
4. Αναγνώριση του γεγονότος ότι στα περισσότερα Σοβιέτ των Eργατών Bουλευτών το Κόμμα μας είναι μειοψηφία, και για την ώρα αδύνατη μειοψηφία, απέναντι στο συνασπισμό όλων των μικροαστικών, οπορτουνιστικών στοιχείων, που έχουν υποκύψει στην επιρροή της αστικής τάξης και διοχετεύουν την επιρροή της στο προλεταριάτο, από τους λαϊκούς σοσιαλιστές και τους σοσιαλιστές-επαναστάτες ως την Οργανωτική Επιτροπή (Τσχεΐτζε, Τσερετέλι κτλ.), τον Στεκλόφ κτλ., κτλ.
Εξήγηση στις μάζες ότι τα Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών (Σ.Ε.Β.) είναι η μόνη δυνατή μορφή επαναστατικής κυβέρνησης και ότι γι’ αυτό, όσο η κυβέρνηση αυτή θα βρίσκεται κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης, το καθήκον μας μπορεί να είναι μονάχα η υπομονετική, συστηματική, επίμονη και προσαρμοζόμενη στις πρακτικές, ιδιαίτερα, ανάγκες των μαζών, εξήγηση των λαθών της τακτικής τους.
Όσο είμαστε μειοψηφία, δουλειά μας είναι να κάνουμε κριτική και να εξηγούμε τα λάθη, κηρύσσοντας ταυτόχρονα την ανάγκη να περάσει όλη η κρατική εξουσία στα Σοβιέτ των Eργατών Bουλευτών, έτσι που οι μάζες με την πείρα τους να απαλλαγούν από τα λάθη τους.
5. Όχι κοινοβουλευτική δημοκρατία –η επιστροφή από τα Σοβιέτ των Eργατών Bουλευτών σ’ αυτήν θα ήταν βήμα προς τα πίσω– μα δημοκρατία των Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης και των αγροτών βουλευτών σ’ όλη τη χώρα, από τα κάτω ως τα πάνω.
Κατάργηση της αστυνομίας, του στρατού, της υπαλληλίας[1].
Η αμοιβή όλων των υπαλλήλων, που όλοι τους θα είναι αιρετοί και ανακλητοί σε κάθε στιγμή, να μην ξεπερνά τη μέση αμοιβή ενός καλού εργάτη.
6. Στο αγροτικό πρόγραμμα μεταφορά του κέντρου βάρους στα Σοβιέτ των βουλευτών εργατών γης.
Δήμευση όλης της γης των τσιφλικάδων.
Εθνικοποίηση όλης της γης της χώρας, διάθεση της γης από τα τοπικά Σοβιέτ των εργατών γης και των αγροτών βουλευτών. Δημιουργία ιδιαίτερων Σοβιέτ βουλευτών από φτωχούς αγρότες. Δημιουργία από κάθε μεγάλο κτήμα ενός υποδειγματικού νοικοκυριού (με έκταση 100 ως 300 περίπου ντεσιατίνες, ανάλογα με τις τοπικές και άλλες συνθήκες και κατά την κρίση των τοπικών οργάνων) κάτω από τον έλεγχο των βουλευτών των εργατών γης και για λογαριασμό της κοινωνίας.
7. Άμεση συγχώνευση όλων των τραπεζών της χώρας σε μια πανεθνική τράπεζα και άσκηση ελέγχου πάνω σ’ αυτήν απομέρους του Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών.
8. Όχι «εισαγωγή» του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά άμεσο πέρασμα μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων απομέρους των Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών.
9. Κομματικά καθήκοντα:
α) Άμεση σύγκληση συνεδρίου του Κόμματος.
β) Τροποποίηση του προγράμματος του Κόμματος, κυρίως:
     1. σχετικά με τον ιμπεριαλισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο,
     2. σχετικά με τη στάση απέναντι στο κράτος και το δικό μας αίτημα για «κράτος-κομμούνα»[2],
     3. διόρθωση του μίνιμουμ προγράμματός μας που έχει παλιώσει.
γ) Αλλαγή της ονομασίας του Κόμματος [3].
10. Ανανέωση της Διεθνούς.
Ανάληψη πρωτοβουλίας για δημιουργία επαναστατικής Διεθνούς, μιας Διεθνούς ενάντια στους σοσιαλ-σοβινιστές και ενάντια στο «κέντρο»[4].
Για να καταλάβει ο αναγνώστης γιατί χρειάστηκε να υπογραμμίσω ιδιαίτερα, σαν σπάνια εξαίρεση, την «περίπτωση» των καλόπιστων αντιπάλων, τον καλώ να συγκρίνει την παρακάτω αντίρηση του κυρίου Γκόλντενμπεργκ με τις θέσεις αυτές: ο Λένιν «έστησε τη σημαία του εμφύλιου πολέμου στις γραμμές της επαναστατικής δημοκρατίας» (η περικοπή πάρθηκε από τη «Γεντίνστβο» του κ. Πλεχάνοφ, αρ. φύλ. 5).
Αλήθεια, δεν είναι μαργαριτάρι;
Εγώ γράφω, διαβάζω, εξηγώ λεπτομερειακά ότι: «λόγω της αναμφισβήτητης καλοπιστίας των πλατιών στρωμάτων των μαζικών εκπροσώπων του επαναστατικού αμυνιτισμού... λόγω της εξαπάτησής τους από την αστική τάξη, πρέπει να εξηγούμε το λάθος τους πολύδιεξοδικά, επίμονα, και υπομονετικά...».
Μα οι κύριοι της αστικής τάξης, που αυτοαποκαλούνται σοσιαλδημοκράτες και που δεν ανήκουν ούτε στα πλατιά στρώματα, ούτε στους μαζικούς εκπροσώπους του αμυνιτισμού, μεταδίδουν «ελαφρά τή καρδία» τις απόψεις μου, διατυπώνοντάς τες έτσι: «έστησε (!)τη σημαία (!) του εμφύλιου πολέμου (γι’ αυτόν δεν υπάρχει ούτε λέξη στις Θέσεις, δεν υπήρχε ούτε λέξη στην εισήγηση!) στις γραμμές(!!) της επαναστατικής δημοκρατίας...».
Τί είναι αυτό; Σε τί διαφέρει από την πογκρομική ζύμωση; Από τη «Ρούσκαγια Βόλια»;
Εγώ γράφω, διαβάζω, εξηγώ λεπτομερειακά ότι: «τα Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών είναι η μόνη δυνατή μορφή επαναστατικής κυβέρνησης και ότι γι’ αυτό το καθήκον μας μπορεί να είναι μονάχα η υπομονετική, συστηματική, επίμονη και προσαρμοζόμενη στις πρακτικές, ιδιαίτερα, ανάγκες των μαζών, εξήγηση των λαθών της τακτικής τους...».
Μα ορισμένου είδους αντίπαλοι παρουσιάζουν τις απόψεις μου σαν έκκληση για «εμφύλιο πόλεμο στις γραμμές της επαναστατικής δημοκρατίας»!!
Επιτέθηκα ενάντια στην Προσωρινή κυβέρνηση, γιατί δεν καθόρισε ούτε σύντομη, ούτε γενικά μια οποιαδήποτε προθεσμία για τη σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης, προσπαθώντας να ξεφύγει με υποσχέσεις. Απόδειξα πως δίχως τα Σοβιέτ των Εργατών και των Στρατιωτών Βουλευτών η σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης δεν είναι εξασφαλισμένη, η επιτυχία της είναι αδύνατη.
Μου αποδίδουν τη γνώμη ότι είμαι τάχα ενάντια στην άμεση σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης!!!
Θα τα έλεγα αυτά «παραληρήματα», αν δεκαετίες πολιτικού αγώνα δεν με είχαν διδάξει να θεωρώ σπάνια εξαίρεση την καλοπιστία των αντιπάλων.
Ο κ. Πλεχάνοφ ονόμασε στην εφημερίδα του το λόγο μου «παραλήρημα». Πολύ καλά, κύριε Πλεχάνοφ! Κοιτάξτε, όμως, πόσο είστε χοντροκομμένος, αδέξιος και επιπόλαιος στην πολεμική σας. Αν ο λόγος μου ήταν ένα δίωρο παραλήρημα, τότε πώς ανέχθηκαν το «παραλήρημα» αυτό εκατοντάδες ακροατές; Παρακάτω. Γιατί η εφημερίδα σας αφιερώνει ολόκληρη στήλη για ένα «παραλήρημα»; Δεν μας τα λέτε στρογγυλά, κ. Πλεχάνοφ, καθόλου στρογγυλά δεν μας τα λέτε.
Είναι πολύ πιο εύκολο, βέβαια, να φωνάζεις, να βρίζεις, να ουρλιάζεις, παρά να προσπαθείς να εκθέσεις, να εξηγήσεις, να θυμηθείςπώς σκέπτονταν ο Μαρξ και ο Έγκελς το 1871, το 1872, το 1975 για την πείρα της Κομμούνας του Παρισιού και για το τί λογής κράτος χρειάζεται στο προλεταριάτο.
Ο πρώην μαρξιστής κ. Πλεχάνοφ δεν θέλει, φαίνεται, να θυμάται το μαρξισμό.
Εγώ παράθεσα τα λόγια της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που στις 4 Αυγούστου 1914 αποκάλεσε τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία «πτώμα που ζέχνει». Και οι κ.κ. Πλεχάνοφ, Γκόλντενμπεργκ και Σία «θίγονται»... για λογαριασμό τίνος; Για λογαριασμό των γερμανώνσoβινιστών, που τους αποκάλεσαν σoβινιστές!
Τα μπέρδεψαν οι καημένοι οι ρώσοι σοσιαλσοβινιστές, σοσιαλιστές στα λόγια, σoβινιστές στην πράξη.
4-5 Απρίλη 1917
Β. Ι. ΛΕΝΙΝ    

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΑΡΘΡΟΥ Ή ΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΥΠΕΡΑΣΠIΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ


1) Μας απειλεί οικονομική καταστροφή. Γι’ αυτό είναι λάθος το να βγάλει κανείς από τη μέση την αστική τάξη.
(Αυτό είναι αστικό συμπέρασμα. Όσο πιο κοντά είναι η καταστροφή, τόσο επιτακτικότερη γίνεται η ανάγκη της απομά­κρυνσης της αστικής τάξης).
2) Το προλεταριάτο είναι ανοργάνωτο, αδύνατο, δεν είναι συνειδητό.
(Σωστό. Γι’ αυτό ολόκληρο το καθήκον συνίσταται στην πάλη ενάντια στους μικροαστούς εκείνους ηγέτες, τους λεγόμενους σοσιαλ-δημοκράτες (Τσχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ), που αποκοιμίζουν τις μάζες, καλλιεργώντας τους την εμπιστοσύνη προς την αστική τάξη.
Όχι Ένωση μ’ αυτούς τους μικροαστούς (Τσχεΐτζε, Στεκλόφ, Τσερετέλι), μα συντριβή αυτής της σοσιαλδημοκρατίας, που χαν­τακώνει την επανάσταση του προλεταριάτου).
3) Σε τούτο το στάδιο η επανάσταση είναι αστική. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται «σοσιαλιστικό πείραμα».
(Ο συλλογισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αστικός. Για «σο­σιαλιστικό πείραμα» δεν μιλάει κανείς. Η συγκεκριμένη, η μαρ­ξιστική θέση απαιτεί τώρα όχι μόνο υπολογισμό των τάξεων, μα και των θεσμών).
Οι κύριοι στραγγαλιστές της επανάστασης με γλυκόλογα (Τσχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ) σέρνουν την επανάσταση προς τα πίσω, απότα Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών στη «μονοκρατο­ρία» της αστικής τάξης, στη συνηθισμένη αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Εμείς πρέπει επιδέξια, προσεχτικά, με το φώτισμα των μυαλών να οδηγούμε το προλεταριάτο και τη φτωχή αγροτιά μπροστά, από τη «δυαδική εξουσία» στην παντοκρατορία των Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών, κι αυτό ακριβώς είναι η κομμούνα με την έννοια που της δίνει ο Μαρξ, με την έννοια της πείρας του 1871.
Το ζήτημα δεν βρίσκεται στο πόσο γρήγορα να βαδίσουμε, αλλά προς τα που να βαδίσουμε.
Το ζήτημα δεν βρίσκεται στο αν οι εργάτες είναι προετοι­μασμένοι, αλλά στο πώς και για ποιό σκοπό να τους προε­τοιμάσουμε.
Επειδή τα διαγγέλματα και οι εκκλήσεις του Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών για τον πόλεμο κτλ., είναι μια ολότελα κούφια και γεμάτη ψευτιά μικροαστική φλυαρία, που μόνο αποκοιμίζει το λαό, το καθήκον μας γι’ αυτό πάνω απ’ όλα είναι, όπως το είπα κιόλας, να φωτίσουμε τα μυαλά, να λυτρώσουμε τις μάζες από την αστική επιρροή των Τσχεΐτζε, Στεκλόφ, Τσερετέλι και Σία.
Ο «επαναστατικός αμυνιτισμός» του Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών, δηλ. των Τσχεΐτζε, Τσερετέλι και Στεκλόφ, είναι εκα­τό φορές πιο επιζήμιος, γιατί είναι σοβινιστικό ρεύμα σκεπασμέ­νο με γλυκόλογα, προσπάθεια συμφιλίωσης των μαζών με την Προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση.
Η καθυστερημένη, η χωρίς συνειδητότητα, η εξαπατώμενη από τους κ. κ. Τσχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ και Σία μάζα δεν καταλαβαίνει ότι ό πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής, ότι τους πολέμους τους διεξάγουν οι κυβερνήσεις.
Πρέπει να εξηγούμε ότι ο «λαός» μπορεί να βάλει τέρμα στον πόλεμο ή ν’ αλλάξει το χαρακτήρα του μόνον αν αλλάξει, τον ταξικό χαρακτήρα της κυβέρνησης.

ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΑΔΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Το βασικό ζήτημα κάθε επανάστασης είναι το ζήτημα της κρατικής εξουσίας. Χωρίς το ξεκαθάρισμα αυτού του ζητήματος δεν μπορεί να γίνει ούτε λόγος για οποιαδήποτε συνειδητή συμμετοχή στην επανάσταση, για να μην πουμε για την καθοδήγησή της.
Η πιο αξιοσημείωτη ιδιομορφία της επανάστασής μας βρίσκεται στο ότι δημιούργησε μια δυαδική εξουσία. Το γεγονός αυτό πρέπει πρώτα απ’ όλα να το καταλάβουμε εμείς οι ίδιοι. Αν δεν το καταλάβουμε, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. Πρέπει να ξέρει κανείς να συμπληρώσει και να διορθώσει π.χ. τις παλαιές «διατυπώσεις», του Μπολσεβικισμού, γιατί, όπως αποδείχτηκε, ήταν γενικά σωστές, η συγκεκριμένη, όμως, πραγματοποίησή τους παρουσιάστηκε διαφορετική. Για δυαδική εξουσία κανένας δεν σκεφτόταν πρωτύτερα και ούτε μπορούσε να σκεφτεί.
Σε τί συνίσταται η δυαδική εξουσία; Στο ότι πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση, την κυβέρνηση της αστικής τάξης, σχηματίστηκε μιαάλλη κυβέρνηση, αδύνατη ακόμα, εμβρυακή, μα που ωστόσο υπάρχει αναμφισβήτητα στην πραγματικότητα και αναπτύσσεται: τα Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευτών
Ποιά είναι η ταξική σύνθεση αυτής της άλλης κυβέρνησης; Το προλεταριάτο και η αγροτιά (ντυμένη τη στολή του φαντάρου). Ποιός είναι ο πολιτικός χαρακτήρας αυτής της κυβέρνησης; Είναι μια επαναστατική δικτατορία, δηλαδή εξουσία που στηρίζεται άμεσα στην επαναστατική κατάληψη, στην άμεση πρωτοβουλία των λαϊκών μαζών από τα κάτω, και όχι στο νόμο, που έχει εκδώσει μια συγκεντρωτική κρατική εξουσία. Η εξουσία αυτή είναι εντελώς διαφορετικού είδους από την εξουσία που υπάρχει γενικά στην κοινοβουλευτική αστική δημοκρατία του συνηθισμένου ως τα σήμερα τύπου, που επικρατεί στις προηγμένες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Συχνά ξεχνούν αυτό το γεγονός, συχνά δεν βαθαίνουν σ’ αυτό, ενώ σ’ αυτό βρίσκεται όλη η ουσία. Η εξουσία αυτή είναι εξουσία ίδιου τύπου με την Κομμούνα του Παρισιού του 1871. Τα βασικά γνωρίσματα αυτού του τύπου είναι: 1) πηγή της εξουσίας δεν είναι ο νόμος, που έχει συζητηθεί και ψηφιστεί προηγούμενα από τη βουλή, αλλά η άμεση πρωτοβουλία των λαϊκών μαζών από τα κάτω και τοπικά, η άμεση «κατά­ληψη», για να χρησιμοποιήσουμε μια συνηθισμένη έκφραση· 2) αντικατάσταση της αστυνομίας και του στρατού, που είναι θεσμοί αποσπασμένοι από το λαό και αντίθετοι προς το λαό, με τον άμεσο εξοπλισμό όλου του λαού· σε μια τέτοια εξουσία τη δημόσια τάξη την περιφρουρούν οι ίδιοι οι ένοπλοι εργάτες και αγρότες, ο ίδιος ο ένοπλος λαός· 3) η υπαλληλία, η γραφειοκρατία είτε αντικατασταίνονται κι αυτές από την άμεση εξουσία του ίδιου του λαού, είτε μπαίνουν τουλάχιστο κάτω από έναν ιδιαίτερο έλεγχο, μετατρέπονται όχι μόνο σε αιρετές, μα και σε ανακλητές στην πρώτη απαίτηση του λαού, περιορίζονται στη θέση απλών εντολο­δόχων· από στρώμα προνομιούχο με μεγάλες, αστικές αποδοχές για τις «θεσούλες» μετατρέπονται σε εργάτες ενός ιδιαίτερου «όπλου», που η αμοιβή τους δεν ξεπερνάει τη συνηθισμένη αμοι­βή ενός κάλου εργάτη.
Σ’ αυτό και μόνο σ’ αυτό βρίσκεται η ουσία της Κομμού­νας του Παρισιού σαν κράτους ιδιαίτερου τύπου. Την ουσία αυτή την ξέχασαν και τη διαστρέβλωσαν οι κ. κ. Πλεχάνοφ (οι ανοιχτοί σοβινιστές, που πρόδωσαν το μαρξισμό), οι Κάουτσκι (οι άνθρωποι του «κέντρου», δηλαδή οι ταλαντευόμενοι ανάμεσα στο σοβινισμό και το μαρξισμό) και γενικά όλοι οι σοσιαλδημοκράτες, σοσιαλ-επαναστάτες κλπ., που κυριαρχούν σήμερα.
Προσπαθούν να ξεμπερδέψουν με φράσεις, σιωπούν επίμονα, ξεγλιστρούν, συγχαίρουν χίλιες φορές εαυτούς και αλλήλους για την επανάσταση, μα δεν θέλουν να σκεφτούν τι είναι τα Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευτών. Δεν θέλουν να δουν την εξόφθαλμη αλήθεια, ότι εφόσον υπάρχουν αυτά τα Σοβιέτ, εφόσον τα Σοβιέτ αυτά αποτελούν εξουσία, υπάρχει στη Ρωσία κράτοςτύπου Κομμούνας του Παρισιού.
Υπογράμμισα το «εφόσον». Επειδή η εξουσία αυτή είναι μόνο εμβρυακή. Αυτή μόνη της και με την ανοιχτή συμφωνία με την αστική Προσωρινή κυβέρνηση και με μια σειρά έμπραχτες παραχωρήσεις παράδωσε και παραδίνει τις θέσεις της στην αστι­κή τάξη.
Γιατί; Μήπως επειδή οι Τσχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ και Σία κάνουν «λάθος»; Ανοησίες. Έτσι μπορεί να σκέφτεται ένας φιλισταίος, όχι όμως ένας μαρξιστής. Η αιτία είναι η ανεπαρκής συνειδητότητα και οργάνωση των προλετάριων και των αγροτών. Το «λάθος» των προαναφερμένων αρχηγών βρίσκεται στη μικρο­αστική τους θέση, στο ότι συσκοτίζουν τη συνείδηση των εργατών, αντί να την φωτίζουν, σπέρνουν μικροαστικές αυταπάτες, αντί να τις διαλύουν, δυναμώνουν την επιρροή της αστικής τάξης στις μάζες, αντί να λυτρώνουν τις μάζες από την επιρροή αυτή.
Απ’ αυτά πρέπει κιόλας να έχει γίνει φανερό, γιατί και οι σύντροφοί μας κάνουν τόσο πολλά λάθη, όταν βάζουν «απλώς» το ερώτημα: πρέπει να ανατρέψουμε αμέσως την Προσωρινή κυβέρνηση;
Απαντώ: 1) πρέπει να την ανατρέψουμε, γιατί είναι ολι­γαρχική, αστική και όχι παλλαϊκή, δεν μπορεί να δώσει ούτε ειρήνη, ούτε ψωμί, ούτε πλέρια λευτεριά· 2) δεν πρέπει να την ανατρέψουμε τώρα, γιατί κρατιέται χάρη στην άμεση και έμμεση, τυπική και έμπραχτησυμφωνία με τα Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών, και πρώτα απ’ όλα με το κύριο Σοβιέτ, το Σοβιέτ της Πε­τρούπολης· 3) γενικά δεν πρέπει να την «ανατρέψουμε» με το συνη­θισμένο τρόπο, γιατί βασίζεται στην «υποστήριξη» που παρέχει στην αστική τάξη η δεύτερηκυβέρνηση, το Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών, και η κυβέρνηση αυτή είναι η μοναδικά δυνατή επανα­στατική κυβέρνηση, που εκφράζει άμεσα τη συνείδηση και τη θέ­ληση της πλειοψηφίας των εργατών και των αγροτών. Η ανθρωπό­τητα δεν έχει δημιουργήσει και μεις δεν ξέρουμε ως τα σήμερα ανώτερο, καλύτερο τύπο κυβέρνησης από τα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των αγροτών και των στρατιωτών βουλευτών.
Οι συνειδητοί εργάτες, για να γίνουν εξουσία, πρέπει να κα­ταχτήσουν με το μέρος τους την πλειοψηφία: όσο δεν ασκείται βία ενάντια στις μάζες, άλλος δρόμος προς την εξουσία δεν υπάρχει. Εμείς δεν είμαστε μπλανκιστές, δεν είμαστε οπαδοί της κατά­ληψης της εξουσίας από μια μειοψηφία. Εμείς είμαστε μαρξιστές, οπαδοί της προλεταριακής ταξικής πάλης ενάντια στη μικροα­στική μέθη, το σωβινισμό-αμυνιτισμό, τις κούφιες φράσεις, την εξάρτηση από την αστική τάξη.
Ας δημιουργήσουμε ένα προλεταριακό κομμουνιστικό κόμμα· τα στοιχεία του τα δημιούργησαν κιόλας οι καλύτεροι οπαδοί του μπολσεβικισμού. Ας συσπειρωθούμε για μια προλεταριακή ταξική δράση, και τότε ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός προλετά­ριων και φτωχών αγροτών θα περνά με το μέρος μας. Γιατί η ζωή θα διαλύει καθημερινά τις μικροαστικές αυταπάτες των «σοσιαλδημοκρατών», των Τσχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ και λοι­πών, των «σοσιαλεπαναστατών» και των ακόμα πιο «καθαρών» μικροαστών, κτλ. κτλ.
Η αστική τάξη είναι υπέρ της μονοκρατορίας της αστικής τάξης.
Οι συνειδητοί εργάτες είναι υπέρ της μονοκρατορίας των Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των αγροτών και των στρατιωτών βουλευτών, υπέρ μιας μονοκρατορίας προετοιμασμένης με το φώτισμα της προλεταριακής συνείδησης, με την απαλλαγή της από την επιρροή της αστικής τάξης, και όχι με τυχοδιωχτισμούς.
Οι μικροαστοί ’«σοσιαλδημοκράτες», σοσιαλεπαναστάτες κτλ., κτλ., &38217;ταλαντεύονται και εμποδίζουν το φώτισμα αυτό, την απαλ­λαγή αυτή.
Αυτός είναι ο πραγματικός, ο ταξικός, συσχετισμός των δυνάμεων, που καθορίζει τα καθήκοντά μας.
«Πράβντα» αρ. φύλλου 28
9 του Απρίλη 1917
Ν. Λένιν

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΧΤΙΚΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στις 4 Απρίλη 1917 είχα την ευκαιρία να μιλήσω στην Πετρούπολη πάνω στο θέμα που αναφέρεται στον τίτλο, πρώτα σε συνέλευση των μπολσεβίκων. Ήταν αντιπρόσωποι της Πανρωσικής Σύσκεψης των Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευ­τών, αντιπρόσωποι που έπρεπε να φύγουν για τα μέρη τους και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να μου δώσουν καμιά αναβολή. Όταν τέ­λειωσε η συνέλευση, ό προϊστάμενος της, σ. Γ. Ζινόβιεφ, μου πρότεινε, απόμερους όλης της συνέλευσης, να επαναλάβω την εισήγηση αμέσως σε κοινή συνέλευση των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων αντιπροσώπων, που ήθελαν να συζητήσουν το ζήτημα της ένωσης του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας.
Όσο κι αν μου ήταν δύσκολο να επαναλάβω την εισήγηση μου αμέσως, νόμισα πως δεν είχα το δικαίωμα ν’ αρνηθώ, μια και μου το ζητούσαν και οι ομοϊδεάτες μου και οι μενσεβίκοι, που εξαιτίας της αναχώρησης τους δεν μπορούσαν πραγματικά να μου δώσουν αναβολή.
Στην εισήγηση διάβασα τις θέσεις μου που δημοσιεύτηκαν στην «Πράβντα» αρ. φύλλου 26 της 7 Απρίλη 1917[5].
Και οι Θέσεις και η εισήγηση μου προκάλεσαν διαφωνίες ανάμεσα και στους ίδιους τους μπολσεβίκους και στην ίδια τη σύνταξη της «Πράβντα». Ύστερα από μια σειρά συσκέψεις καταλή­ξαμε ομόφωνα στο συμπέρασμα, ότι είναι σκοπιμότερο να συζη­τήσουμε αυτές τις διαφωνίες ανοιχτά, δίνοντας έτσι υλικό για την πανρωσική συνδιάσκεψη του κόμματος μας (του ΣΔΕ Κόμματος της Ρωσίας, του ενωμένου από την Κεντρική Επιτροπή), που συνέρχεται στην Πετρούπολη, στις 20 του Απρίλη 1917.
Εκτελώντας αυτήν ακριβώς την απόφαση για τη συζήτηση, δημοσιεύω τα παρακάτω γράμματα, χωρίς να προβάλλω την αξίωση ότι αυτά αποτελούν ολόπλευρη μελέτη του ζητήματος, αλλά θέ­λοντας μόνο να σημειώσω τα κύρια επιχειρήματα που είναι ιδαίτερα ουσιώδη για τα πραχτικά καθήκοντα του κινήματος της εργατικές τάξης.
ΓΡΑΜΜΑ Ι
ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ
Ο μαρξισμός απαιτεί από μας τον πιο ακριβή, αντικειμενι­κά επαληθεύσιμο υπολογισμό του συσχετισμού των τάξεων και των συγκεκριμένων ιδιομορφιών της κάθε ιστορικής στιγμής. Εμείς, οι μπολσεβίκοι, προσπαθούσαμε πάντοτε να είμαστε πιστοί σ’ αυ­τή την απαίτηση, που είναι απόλυτα υποχρεωτική από την άπο­ψη κάθε επιστημονικής θεμελίωσης της πολιτικής.
«Η διδασκαλία μας δεν είναι δόγμα, παρά καθοδήγηση για δράση» –έτσι έλεγαν πάντα ό Μαρξ και ό Έγκελς, που δί­καια ειρωνεύονταν την αποστήθιση και την απλή επανάληψη «δια­τυπώσεων», ικανών στην καλύτερη περίπτωση μόνο να προδια­γράφουν τα γενικά καθήκοντα, που τροποποιούνται αναπόφευχτα από τη συγκεκριμένη οικονομική και πολιτική κατάσταση της κάθε ιδιαίτερης περιόδου του ιστορικού προτσές.
Από ποιά λοιπόν αντικειμενικά γεγονότα, με ακρίβεια δια­πιστωμένα, πρέπει να καθοδηγείται σήμερα το κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου για τον καθορισμό των καθηκόντων και των μορφών της δράσης του;
Και στο πρώτο μου «Γράμμα από μακριά» («Το πρώτο στά­διο της πρώτης επανάστασης»), που δημοσιεύτηκε στην «Πράβντα», αρ. φύλ. 14 και 15, της 21 και 22 του Μάρτη 1917, και στις Θέσεις μου καθορίζω την «Ιδιομορφία της Τρέχουσας Στιγμής στη Ρω­σία», σαν περιόδου περάσματος από το πρώτο στάδιο της επα­νάστασης στο δεύτερο. Και γι’ αυτό βασικό σύνθημα, «καθήκον της ημέρας» γι’αύτή τη στιγμή θεωρούσα: «εργάτες, δείξατε θαύμα­τα προλεταριακού, λαϊκού ηρωισμού στον εμφύλιο πόλεμο ενάν­τια στον τσαρισμό, πρέπει να δείξετε θαύματα προλεταριακής και παλλαϊκής οργάνωσης, για να προετοιμάσετε τη νίκη σας στο δεύτερο στάδιο της επανάστασης» («Πράβντα» αρ. φύλλου 15[6].
Σε τί συνίσταται λοιπόν το πρώτο στάδιο; Στο πέρασμα της κρατικής εξουσίας στην αστική τάξη.
Ως την επανάσταση του Φλεβάρη-Μάρτη του 1917 η κρα­τική εξουσία στη Ρωσία βρισκόταν στα χέρια μιας παλιάς τάξης, δηλαδή της τάξης των φεουδαρχών-ευγενών-τσιφλικάδων, μ’ επι­κεφαλής το Νικόλαο Ρομανόφ.
Ύστερα απ’ αυτή την επανάσταση η εξουσία βρίσκεται στα χέρια μιας άλλης, νέας, τάξης, δηλαδή της αστικής τάξης.
Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια μιας άλλης είναι το πρώτο, το κύριο, το βασι­κό γνώρισμα τηςεπανάστασης, τόσο με την αυστηρά-επιστημονική, όσο και με την πραχτικά-πολιτική σημασία αυτής της έννοιας. Μ’ αυτή την έννοια η αστική ή αστικοδημοκρατική επανά­σταση στη Ρωσία τέλειωσε.
Στο σημείο αυτό ακούμε το θόρυβο των διαφωνούντων, που πρόθυμα αυτοαποκαλούνται «παλιοί πολσεβίκοι»: δεν λέγαμε λοιπόν πάντοτε πως η αστικοδημοκρατική επανάσταση τελειώνει μόνο με την «επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλε­ταριάτου και της αγροτιάς»; Μήπως η αγροτική επανάσταση, που είναι επίσης αστικοδημοκρατική, τέλειωσε; Μήπως, απεναντίας, δεν είναι γεγονός πως η επανάσταση αυτή ούτε άρχισε καν;
Απαντώ: γενικά τα μπολσεβίκικα συνθήματα και ιδέες έχουν επιβεβαιωθεί πλέρια από την ιστορία, συγκεκριμένα όμως τα πράγ­ματα διαμορφώθηκαν διαφορετικά απ’ ό,τι θα μπορούσε να πε­ριμένει κανείς (οποιοσδήποτε κι αν ήταν), πιο πρωτότυπα, πιο ιδιόμορφα, πιο ποικιλόμορφα.
Το να αγνοείς, το να ξεχνάς αυτό το γεγονός θα σήμαινε να εξομοιώνεσαι με κείνους τους «παλιούς μπολσεβίκους», που πολλές φορές κιόλας έπαιξαν θλιβερό ρόλο στην ιστορία του Κόμ­ματος μας, επαναλαβαίνοντας αβασάνιστα μια αποστηθισμένη δια­τύπωση, αντί ναμελετήσουν την ιδιομορφία της νέας, της ζων­τανής πραγματικότητας.
Η «επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» έχει κιόλας πραγματοποιηθεί[7] στη ρωσική επα­νάσταση, γιατί η «διατύπωση» αυτή προβλέπει μόνο το συσχετισμό των τάξεων, και όχι το συγκεκριμένο πολιτικό θεσμό που πραγματώνειαυτό το συσχετισμό, αυτή τη συνεργασία. Το «Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευτών» –να η πραγμα­τοποιημένη κιόλας από τη ζωή «επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς».
Η διατύπωση αυτή πάλιωσε πια. Η ζωή την έβγαλε από το βασίλειο των διατυπώσεων και την έμπασε στο βασίλειο της πραγματικότητας, της έδωσε σάρκα και οστά, τη συγκεκριμενο­ποίησε κι έτσι την τροποποίησε.
Στην ημερήσια διάταξη μπήκε κιόλας ένα διαφορετικό, ένα νέο καθήκον: η διάσπαση στο εσωτερικό αυτής της διχτατορίας ανάμεσα στα προλεταριακά στοιχεία (αντιαμυνίτικα, διεθνιστικά, «κομμουνιστικά», που είναι υπέρ του περάσματος στην κομμούνα) και ταμικρονοικοκυρίστικα ή μικροαστικά στοιχεία (Τσχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ, σοσιαλεπαναστάτες κλπ., κλπ., επαναστάτες αμυνίτες, αντίπαλοι του κινήματος που ακολουθεί το δρόμο προς την κομμούνα, οπαδοί της «υποστήριξης» της αστικής τάξης και της αστικής κυβέρνησης).
Όποιος μιλάει σήμερα μόνο για «επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», αυτός έμεινε πίσω από τη ζωή και για το λόγο αυτό πέρασε στην πράξη με το μέρος των μικροαστών ενάντια στην προλεταριακή ταξική πάλη, αυτόν πρέπει να τον παραδώσουμε στο αρχείο των «μπολσεβίκικων» προεπαναστατικών σπάνιων αντικειμένων (μπορούμε να τον ονομάσουμε: αρχείο «παλιών μπολσεβίκων»).
Η επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς πραγματοποιήθηκε κιόλας, αλλά εξαιρετικά πρω­τότυπα, με μια σειρά εξαιρετικά σπουδαίες τροποποιήσεις. Γι’ αυ­τές θα μιλήσω ιδιαίτερα σε ένα από τα κατοπινά γράμματα μου. Τώρα είναι απαραίτητο να κάνουμε χτήμα μας τούτη την αναντίρρητη αλήθεια, ότι ο μαρξιστής πρέπει να παίρνει υπόψη του τη ζωντανή πραγματικότητα, τα ακριβή γεγονότα της πραγματι­κότητας, και όχι να εξακολουθεί να αγκιστρώνεται από τη θεω­ρία του χτες, που, όπως και κάθε θεωρία, στην καλύτερη περί­πτωση προδιαγράφει απλώς το βασικό, το γενικό, πλησιάζει απλώς στη σύλληψη της πολυπλοκότητας της ζωής.
«Γκρίζα η κάθε θεωρία, φίλε μου ακριβέ, το χρυσοδέντρι της ζωής πράσινο θάλλει».
Όποιος βάζει με τον παλιό τρόπο το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικής επανάστασης, αυτός θυσιάζει τον ζωντανό μαρξισμό στο νεκρό γράμμα.
Κατά την παλιά αντίληψη προκύπτει πως: ύστερα από την κυριαρχία της αστικής τάξης μπορεί και πρέπει ν’ ακολουθήσει η κυριαρχία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, η διχτατο­ρία τους.
Στη ζωντανή όμως πραγματικότητα τα πράγματα ήρθαν κιόλας διαφορετικά: προέκυψε μια εξαιρετικά πρωτότυπη, νέα, πρωτοείδωτησύμπλεξη του ενός με το άλλο. Υπάρχουν δίπλα, μαζί, ταυτόχρονα και η κυριαρχία της αστικής τάξης (η κυβέρ­νηση Λβοφ και Γκουτσκόφ) και η επαναστατική-δημοκρατική δι­χτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που παραδίνει θεληματικά την εξουσία στην αστική τάξη, που μετατρέπε­ται θεληματικά σε εξάρτημα της.
Γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ουσιαστικά στην Πετρού­πολη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των στρα­τιωτών· ότι η νέα κυβέρνηση δεν ασκεί κι ούτε μπορεί να ασκή­σει πάνω τους βία, επειδή δεν υπάρχει ούτε αστυνομία, ούτε χω­ρισμένος από το λαό στρατός, ούτε πανίσχυρη υπαλληλία που να στέκεται πάνω από τα λαό. Αυτό είναι γεγονός. Πρόκειται ακριβώς για ένα γεγονός, που είναι χαρακτηριστικό για ένα κρά­τος τύπου Κομμούνας του Παρισιού. Το γεγονός αυτό δεν χωράει στα παλιά σχήματα. Πρέπει να ξέρει κανείς να προσαρμόζει τα σχήματα στη ζωή, και όχι να επαναλαβαίνει λέξεις για «διχτα­τορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς»γενικά, λέξεις που έχασαν κάθε νόημα.
Για να φωτίσουμε καλύτερα το ζήτημα, ας το εξετάσουμε από μιαν άλλη πλευρά.
Ο μαρξιστής δεν πρέπει να ξεφεύγει από την ακριβή βάση της ανάλυσης των ταξικών σχέσεων. Στην εξουσία βρίσκεται η αστική τάξη. Αλλά μήπως και η μάζα των αγροτών δεν αποτε­λεί επίσης αστική τάξη διαφορετικού στρώματος, διαφορετικού είδους, διαφορετικού χαρακτήρα; Από που βγαίνει, ότι αυτό το στρώμα δεν μπορεί νά ’ρθει στην εξουσία, «αποτελειώνοντας» την αστικοδημοκρατική επανάσταση; Για ποιο λόγο αυτό είναι αδύνατο;
Έτσι σκέφτονται συχνά οι παλιοί μπολσεβίκοι.
Απαντώ: αυτό είναι πολύ πιθανό. Ο μαρξιστής όμως στην εκτίμηση της στιγμής δεν πρέπει να ξεκινά από το πιθανό, αλλά από το πραγματικό.
Και η πραγματικότητα μας παρουσιάζει το γεγονός, ότι οι ελεύθερα εκλεγμένοι στρατιώτες και αγρότες βουλευτές συμμετέχουν ελεύθερα στη δεύτερη, την παράπλευρη κυβέρνηση και ελεύθερα την συμπληρώνουν, την αναπτύσσουν, την ολοκληρώνουν.
Και άλλο τόσο ελεύθερα παραδίνουν την εξουσία στην αστική τάξη –φαινόμενο που δεν «παραβιάζει» καθόλου τη θεωρία του μαρξισμού, γιατί εμείς ξέραμε πάντα και πολλές φορές το τονί­σαμε, ότι η αστική τάξη κρατιέται όχι μόνο με τη βία, αλλά και με την έλλειψη συνειδητότητας, τη ρουτίνα, την αποβλάκωση και την ανοργανωσιά των μαζών.
Και μπροστά στη σημερινή πραγματικότητα είναι στ’ αλήθεια γελοίο να αγνοείς το γεγονός και να μιλάς για «πιθανότητες».
Είναι πιθανό η αγροτιά να πάρει όλη τη γη και όλη την εξουσία. Εγώ όχι μόνο δεν παραβλέπω αυτή τη δυνατότητα, δεν περιορίζω τον ορίζοντα μου μόνο στο σήμερα, αλλά διατυπώνω καθαρά και με ακρίβεια το αγροτικό πρόγραμμα, παίρνοντας υπόψη το καινούριοφαινόμενο: την πιο βαθιά διάσπαση των εργατών γης και των φτωχών αγροτών με τους αγρότες-νοικοκύρηδες.
Είναι όμως πιθανό και το άλλο: είναι πιθανό οι αγρότες ν’ ακούσουν τις συμβουλές του μικροαστικού κόμματος των σοσιαλεπαναστατών, που υπόκυψε στην επιρροή των αστών, πέρασε στον αμυνιτισμό και συνιστά την αναμονή ως τη Συνταχτική Συνέλευ­ση, αν και ως τώρα δεν έχει ακόμα οριστεί ούτε η ημερομηνία της σύγκλησης της![8]
Είναι πιθανό οι αγρότες να διατηρήσουν, να συνεχίσουν τη συμφωνία τους με την αστική τάξη, συμφωνία που την έκλεισαν τώρα μέσω των Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευτών όχι μόνο τυπικά, μα και ουσιαστικά.
Πολλά τα πιθανά. Θα ήταν σοβαρότατο λάθος να ξεχνάμε το αγροτικό κίνημα και το αγροτικό πρόγραμμα. Θα ήταν όμως εξίσου λάθος να ξεχνάμε την πραγματικότητα που μας παρουσιάζει το γεγονός της συμφωνίας –ή, για να χρησιμοποιήσω μια πιο ακριβή, λιγότερο νομική και περισσότερο οικονομικο-ταξική έκφραση– το γεγονός της ταξικής συνεργασίας της αστικής τάξης και της αγροτιάς.
Όταν το γεγονός αυτό πάψει να είναι γεγονός, όταν η αγροτιά ξεκόψει από την αστική τάξη, όταν πάρει τη γη παρά τη θέληση της αστικής τάξης, όταν πάρει την εξουσία ενάντια στην αστική τάξη –τότε αυτό θα είναι ένα νέο στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, και γι’ αυτό θα γίνει λόγος ιδιαίτερα.
Ο μαρξιστής, που, εξαιτίας της δυνατότητας ενός τέτοιου μελλοντικού σταδίου, θα ξεχνούσε τις υποχρεώσεις του σήμερα, τώρα που η αγροτιά συμφωνεί με την αστική τάξη, θα μετα­βαλλόταν σε μικροαστό. Επειδή στην πράξη θα καλλιεργούσε στο προλεταριάτο τηνεμπιστοσύνη προς τους μικροαστούς («οι μικροαστοί αυτοί, η αγροτιά αυτή πρέπει να αποσπαστεί από την αστική τάξη ακόμα μέσα στα πλαίσια της αστικοδημοκρατικής επανάστασης»). Ό μαρξιστής αυτός, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου και ωραίου μέλλοντος, τότε που η αγροτιά δεν θα είναι ουρά της αστικής τάξης, και οι Εσέροι, οι Τσχεΐτζε, οι Τσερετέλι και οι Στεκλόφ δεν θα είναι εξάρτημα της αστικής κυβέρ­νησης, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου μέλλοντος, θα ξεχνούσε το δυσάρεστο παρόν, τώρα που η αγροτιά παρα­μένει ακόμα ουρά της αστικής τάξης και οι σοσιαλεπαναστάτες και οι σοσιαλδημοκράτες δεν παραιτούνται ακόμα από το ρόλο του εξαρτήματος της αστικής κυβέρνησης, από το ρόλο της αντιπολί­τευσης της «αυτού μεγαλειότητας» του Λβοφ.
Ο άνθρωπος που πήραμε κάνοντας υπόθεση θά ’μοιαζε μ’ ένα γλυκανάλατο Λουί Μπλαν, μ’ ένα γλυκερό καουτσκιστή, αλλά σε καμιά περίπτωση με επαναστάτη μαρξιστή.
Δεν μας απειλεί τάχα ό κίνδυνος να πέσουμε στον υποκει­μενισμό, να θέλουμε να «υπερπηδήσουμε» μια μη ολοκληρωμένη επανάσταση αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, που δεν έχει ξεπερά­σει ακόμα τα αγροτικό κίνημα –για να φτάσουμε στη σοσιαλιστι­κή επανάσταση;
Αν έλεγα: «δίχως τσάρο, και κυβέρνηση εργατική» –ο κίνδυνος αυτός θα με απειλούσε. Εγώ όμως δεν είπα αυτό, εγώ είπα άλλο. Είπα πώς στη Ρωσία δεν μπορεί να υπάρχει άλλη κυβέρνηση (εξαιρώντας την αστική) εκτός από τα Σοβιέτ των ερ­γατών, των εργατών γης, των στρατιωτών και των αγροτών βου­λευτών. Είπα ότι τώρα η εξουσία στη Ρωσία μπορεί να περάσει από τον Γκουτσκόφ και τον Λβοφμόνο σ’ αυτά τα Σοβιέτ, και σ’ αυτά επικρατεί ίσα-ίσα η αγροτιά, επικρατούν οι φαντάροι, επικρατούν οι μικροαστοί, για να εκφραστούμε με επιστημονικό, μαρ­ξιστικό όρο, χρησιμοποιώντας όχι το συνηθισμένο, όχι το μικροα­στικό, όχι τον επαγγελματικό, μα τον ταξικό χαρακτηρισμό.
Στις θέσεις μου ασφάλισα απόλυτα τον εαυτό μου από κάθε υπερπήδηση του αγροτικού ή γενικά του μικροαστικού κινήματος, που δεν έχει φτάσει στο τέρμα του, από κάθε παιγνίδι «κατάλη­ψης της εξουσίας» από εργατική κυβέρνηση, από κάθε μπλανκιστικό τυχοδιωχτισμό, επειδή αναφέρθηκα απευθείας στην πείρα της Κομμούνας του ΙΙαρισιού. Και η πείρα αυτή, όπως είναι γνωστό και όπως το έδειξε λεπτομερειακά ό Μαρξ το 1871 και ό Έγκελς το 1891, απόκλεισε εντελώς το μπλανκισμό και εξασφά­λισε απόλυτα την απευθείας, άμεση και απεριόριστη κυριαρχία της πλειοψηφίας και τη δραστηριότητα των μαζών μόνο στο βαθμό της συνειδητήςδράσης της ίδιας της πλειοψηφίας.
Στις Θέσεις συνόψισα εντελώς συγκεκριμένα όλο το ζήτημα στην πάλη για την απόχτηση επιρροής μέσα στα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των αγροτών και των στρατιωτών βουλευτών. Για να μην αφήσω ούτε ίχνος αμφιβολίας πάνω σ’ αυτό, δυο φορέςυπογράμμισα στις Θέσεις την ανάγκη της υπομονετικής, επίμονης, της «προσαρμοζόμενης στις πραχτικές ανάγκες των μαζών» «διαφωτιστικής» δουλειάς.
Οι αμαθείς είτε οι αποστάτες του μαρξισμού, σαν τον κ. Πλεχάνοφ κλπ., μπορούν να φωνάζουν για αναρχισμό, μπλανκι­σμό κλπ. Όποιος θέλει να σκέφτεται και να μαθαίνει, αυτός δεν μπορεί παρά να καταλάβει ότι ό μπλανκισμός είναι κατάληψη της εξουσίας από μια μειοψηφία, ενώ τα Σοβιέτ των εργατών κλπ., βουλευτών είναι αναμφισβήτητα μια απευθείας και άμεση οργά­νωση της πλειοψηφίας του λαού. Η δουλειά που έχει αναχθεί στην πάλη για την απόχτηση επιρροής μέσα σ’ αυτά τα Σοβιέτ δεν μπορεί, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο βάλτο του μπλανκισμού. Και δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο βάλτο του αναρχισμού, γιατί ό αναρχισμός είναι άρνηση της αναγ­καιότητας τον κράτους και της κρατικής εξουσίας για την εποχή του περάσματος από την κυριαρχία της αστικής τάξης στην κυριαρχία του προλεταριάτου. Εγώ όμως, με σαφήνεια που απο­κλείει κάθε δυνατότητα παρεξηγήσεων, υποστηρίζω την αναγκαιό­τητα του κράτους γι’ αυτή την εποχή, αλλά, σύμφωνα με τον Μαρξ και την πείρα της Κομμούνας του Παρισιού, όχι του συνη­θισμένου κοινοβουλευτικού-αστικού κράτους, παρά ενός κράτους δίχως ταχτικό στρατό, δίχωςαντιτιθέμενη στα λαό αστυνομία, δίχως βαλμένη πάνω από το λαό υπαλληλοκρατία.
Αν ο κ. Πλεχάνοφ στη «Γεντίνστβό» του φωνάζει μ’ όλη του τη δύναμη για αναρχισμό, μ’ αυτό αποδείχνει απλώς για μια ακόμα φορά ότι ξέκοψε από το μαρξισμό. Στην πρόκληση που του έκανα από την «Πράβντα» (αρ. φύλλου 26) να μας πει, τί δίδασκαν για το κράτος ό Μαρξ και ό Έγκελς στα 1871, 1872, 1975[9], ο κ. Πλεχάνοφ είναι και θα είναι αναγκασμένος ν’ απαντήσει με σιωπή πάνω στην ουσία του ζητήματος και με κραυγές, σαν αυτές που συνηθίζει η μανιασμένη αστική τάξη.
Ο πρώην μαρξιστής κ. Πλεχάνοφ δεν κατάλαβε καθόλου τη μαρξιστική διδασκαλία για το κράτος. Εξάλλου, τα σπέρματα αυτής της μη κατανόησης τα βλέπει κανείς και στη γερμανική μπρο­σούρα του για τον αναρχισμό
* * * *
Ας δούμε τώρα πώς διατυπώνει ό σ. Γ. Κάμενεφ στο σχόλιο του στην «Πράβντα» (αρ. φύλλου 27) τις «διαφωνίες» του με τις Θέσεις μου και με τις απόψεις που ανάπτυξα παραπάνω. Αυτό θα μας βοηθήσει να τις ξεκαθαρίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια.
«Όσο για το γενικό σχήμα του σ. Λένιν –γράφει ό σ. Κάμενεφ– μας φαίνεται απαράδεχτο, εφόσον ξεκινά από το ότι θεωρεί την αστικοδημοκρατική επανάσταση τελειωμένη και υπολογίζει στην άμεση μετεξέ­λιξή της σε σοσιαλιστική»...
Εδώ υπάρχουν δυο μεγάλα λάθη.
Πρώτο. Το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικοδημοκρατικής επανάστασης τοποθετήθηκε λαθεμένα. Στο ζήτημα αυτό δόθηκε μια αφηρημένη, απλή, μονόχρωμη, αν μπορούμε να εκφρα­στούμε έτσι, τοποθέτηση, που δεν ανταποκρίνεται στην αντικει­μενική πραγματικότητα. Όποιος βάζει το ζήτημα έτσι, όποιος ρωτά σήμερα: «τέλειωσε άραγε η αστικοδημοκρατική επανάσταση» και σταματά εδώ –αυτός στερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να καταλάβει την εξαιρετικά πολύπλοκη, τουλάχιστο «δίχρωμη» πραγ­ματικότητα. Αυτό στη θεωρία. Και στην πράξη παραδίνεται ανίσχυρος στη μικροαστική επαναστατικότητα.
Κι αλήθεια. Η πραγματικότητα μας δείχνει και πέρασμα της εξουσίας στην αστική τάξη («τελειωμένη» αστικοδημοκρατική επανάσταση συνηθισμένου τύπου) και ύπαρξη, πλάι στην πραγμα­τική κυβέρνηση, μιας άλλης παράπλευρης κυβέρνησης που αποτελεί «επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Αυτή η τελευταία «παρα-κυβέρνηση» παραχώρησε μόνη της την εξουσία στην αστική τάξη, μόνη της προσδέθηκε στην αστική κυβέρνηση.
Αγκαλιάζει άραγε αυτή την πραγματικότητα η παλαιομπολσεβίκικη διατύπωση του σ. Κάμενεφ: «η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει τελειώσει»;
Όχι, η διατύπωση έχει παλιώσει. Είναι εντελώς άχρηστη. Νεκρή. Οι προσπάθειες να την αναστήσουν θα είναι μάταιες.
Δεύτερο. Ζήτημα πραχτικό. Είναι άγνωστο αν μπορεί τώρα να υπάρξει ακόμα στη Ρωσία μια ιδιαίτερη «επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», ξεκομμέ­νη από την αστική κυβέρνηση. Και δεν επιτρέπεται να βασίζουμε τη μαρξιστική ταχτική στο άγνωστο.
Αν όμως αυτό μπορεί ακόμα να συμβεί, τότε ο δρόμος που οδηγεί σ’ αυτό είναι ένας και μόνον ένας: άμεσος, αποφασιστικός, αμετάκλητος διαχωρισμός των προλεταριακών, κομμουνιστικών στοιχείων του κινήματος από τα μικροαστικά.
Γιατί;
Επειδή όλη η μικροαστική μάζα στράφηκε, όχι τυχαία, μα κατανάγκην προς το σοβινισμό (=αμυνιτισμό), προς την «υπο­στήριξη» της αστικής τάξης, προς την εξάρτηση απ’ αυτήν, προς το φόβο να μείνει χωρίς αυτήν κτλ., κτλ.
Πώς μπορεί κανείς να «σπρώξει» τους μικροαστούς στην εξουσία, όταν οι μικροαστοί αυτοί μπορούν τώρα κιόλας να την πάρουν, μαδεν θέλουν;
Μόνο με το διαχωρισμό του προλεταριακού, κομμουνιστικού κόμματος, με την απαλλαγμένη από την ατολμία αυτών των μικροαστών προλεταριακή ταξική πάλη. Μόνο η συσπείρωση των προλετάριων, απαλλαγμένων στην πράξη και όχι στα λόγια από την επιρροή των μικροαστών, είναι ικανή να κάνει τόσο «πυρακτω­μένο» το έδαφος κάτω από τα πόδια των μικροαστών, που να αναγκαστούν, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να πάρουν την εξουσία· δεν αποκλείεται μάλιστα, οι Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ –και πάλι κάτω από ορισμένες περιστάσεις– να ταχθούν υπέρ της παντοκρατορίας, υπέρ της μονοκρατορίας του Τσχεΐτζε, του Τσερετέλι, των σοσιαλεπαναστατών, του Στεκλόφ, γιατί όπως και νά ’ναι «αμυνίτες» είναι!
Εκείνος που ξεχωρίζει τώρα κιόλας, αμέσως και αμετάκλη­τα, τα προλεταριακά στοιχεία των Σοβιέτ (δηλ. το προλεταριακό, κομμουνιστικό, κόμμα) από τα μικροαστικά, αυτός εκφράζει σω­στά τα συμφέροντα του κινήματος και για τις δυο πιθανές περι­πτώσεις:και για την περίπτωση που η Ρωσία θα ζήσει ακόμα μια ιδιαίτερη, ανεξάρτητη, όχι υποταγμένη στην αστική τάξη «δι­χτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», και για την πε­ρίπτωση που οι μικροαστοί δεν θα μπορέσουν να αποσπαστούν από την αστική τάξη και θά ταλαντεύονται αιώνια (δηλ. ως το σοσια­λισμό) ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μας.
Όποιος καθοδηγείται στη δράση του μόνο από την απλή δια­τύπωση: «Η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει τελειώσει», είναι σαν να εγγυάται έτσι πως οι μικροαστοί είναι ασφαλώς ικανοί να τραβήξουν ανεξάρτητα από την αστική τάξη. Αυτός παρα­δίνεται έτσι ανίσχυρος τη στιγμή αυτή στο έλεος των μικροαστών.
Με την ευκαιρία. Σχετικά με τον «τύπο» διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς δεν θα πείραζε πάντως να θυμη­θούμε ότι στις «Δυο ταχτικές» (Ιούλης 1905) υπογράμμιζα ειδικά (σελ. 435 στο «Μέσα σε 12 χρόνια»):
«Η επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς έχει, όπως κάθετι στον κόσμο, παρελθόν και μέλλον. Το παρελθόν της: η απολυταρχία, η δουλοπαροικία, η μοναρχία, τα προνόμια... Το μέλλον της: η πάλη ενάντια στην ατομική ιδιοχτησία, η πάλη του μισθωτού εργάτη ενάντια στο αφεντικό, η πάλη για το σοσιαλισμό»[10]...
Το λάθος του σ. Κάμενεφ είναι ότι αυτός και στα 1917 βλέπει μόνο το παρελθόν της επαναστατικής-δημοκρατικής διχτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Ενώ στην πράξη άρ­χισε κιόλας γι’ αυτήν το μέλλον, γιατί τα συμφέροντα και η πο­λιτική του μισθωτού εργάτη και του νοικοκυράκου στην πράξη έχουν κιόλας χωρίσει, και μάλιστα σ’ ένα τόσο σπουδαίο ζή­τημα, όπως ο «αμυνιτισμός», η στάση απέναντι στον ιμπεριαλι­στικό πόλεμο.
Και δω έφτασα στο δεύτερο λάθος του συλλογισμού του σ. Κάμενεφ, που ανάφερα. Με κατηγορεί ότι το σχήμα μου είναι «υπολογισμένο» στην «άμεση μετεξέλιξη αυτής της (αστικοδημοκρατικής) επανάστασης σε σοσιαλιστική».
Αυτό δεν είναι σωστό. Εγώ όχι μόνο δεν «υπολογίζω» στην «άμεση μετεξέλιξη» της επανάστασης μας σε σοσιαλιστική, αλλά και εφιστώ άμεσα την προσοχή ενάντια σ’ αυτό, δηλώνω ανοιχτά στη θέση αριθ. 8: ... «Όχι “εισαγωγή” του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον μας»[11]...
Δεν είναι λοιπόν φανερό, ότι ένας άνθρωπος, που υπολογίζει στην άμεση μετεξέλιξη της επανάστασης μας σε σοσιαλιστική, δεν θα μπορούσε να ταχθεί ενάντια στην εισαγωγή του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον;
Κι όχι μόνο αυτό. Στη Ρωσία δεν είναι δυνατό να εισαγά­γουμε «αμέσως» ακόμα και ένα «κράτος-κομμούνα» (δηλ. κράτος, οργανωμένο σύμφωνα με τον τύπο της Κομμούνας του Παρισιού), επειδή γι’ αυτό είναι απαραίτητο η πλειοψηφία των βουλευτών σε όλα (ή στα περισσότερα) Σοβιέτ να καταλάβει καλά πόσο λαθε­μένη και πόσο επιζήμια είναι η ταχτική και η πολιτική των Εσέρων, των Τσχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ κλπ. Κι εγώ δήλωσα εν­τελώς συγκεκριμένα, ότι στον τομέα αυτόν «υπολογίζω» μόνο στην «υπομονετική» εξήγηση (χρειάζεται άραγε να είναι κανείς υπομονετικός, για να πετύχει μια αλλαγή, που μπορεί να την πραγματοποιήσει «αμέσως»;).
Ο σ. Κάμενεφ επιτέθηκε λιγάκι «ανυπόμονα» και επανέλα­βε τη μικροαστική πρόληψη σχετικά με την Κομμούνα του Παρι­σιού, ότι τάχα ήθελε να εισαγάγει «αμέσως» το σοσιαλισμό. Αυ­τό δεν είναι σωστό. Η Κομμούνα, δυστυχώς, αργοπόρησε πολύ στην εισαγωγή του σοσιαλισμού. Η πραγματική ουσία της Κομ­μούνας δεν βρίσκεται εκεί που την αναζητούν συνήθως οι αστοί, αλλά στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου τύπου κράτους. Και ένα τέτοιο κράτος έχει κιόλας γεννηθεί στη Ρωσία, είναι τα Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευτών!
Ο σ. Κάμενεφ δεν βάθυνε στο γεγονός, στη σημασία των Σοβιέτ που υπάρχουν, στο ότι σύμφωνα με τον τύπο τους, σύμ­φωνα με τον κοινωνικοπολιτικό τους χαρακτήρα είναι ταυτόσημα με το κράτος της Κομμούνας, και αντί να μελετήσει το γεγονός, άρχισε να μιλάει για ένα ζήτημα, που εγώ το «θεωρώ» τάχα σαν ζήτημα του άμεσου μέλλοντος. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, ήταν να επαναληφθεί η μέθοδος πολλών αστών: αποσπούν την προσο­χή από το ζήτημα τί είναι τα Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιω­τών Βουλευτών, είναι άραγεανώτερος τύπος από την κοινοβου­λευτική δημοκρατία, χρησιμότερα για το λαό, δημοκρατικότερακαταλληλότερα για την αντιμετώπιση, λ.χ., της έλλειψης ψωμιού κτλ., αποσπούν την προσοχή απ’ αυτό το φλέγον, το ουσιαστικό ζήτημα, που τό ’βαλε στην ημερήσια διάταξη η ζωή, και τη στρέ­φουν στο κούφιο, δήθεν επιστημονικό, μα στην πραγματικότητα χωρίς περιεχόμενο και δασκαλίστικα νεκρό ζήτημα του «υπολο­γισμού μιας άμεσης μετεξέλιξης».
Κούφιο, λαθεμένα τοποθετημένο ζήτημα. Εγώ «υπολογίζω» μόνο στο ότι, αποκλειστικά στο ότι οι εργάτες, οι φαντάροι και οι αγρότες θα τα βγάλουν πέρα με τα δύσκολα πραχτικά ζητήματα της αύξησης της παραγωγής σιτηρών, της καλύτερης διανομής τους, του καλύτερου εφοδιασμού των φαντάρων κλπ., κλπ., καλύτερα από τους δημόσιους υπαλλήλους, καλύτερα από τους αστυνομικούς.
Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι τα Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευτών θα εξασφαλίσουν γρηγορότερα και καλύτερα την αυτοτέλεια της μάζας του λάου απ’ ό,τι η κοινοβουλευτική δημοκρατία (για τη σύγκριση των δυο τύπων κράτους θα γίνει λόγος λεπτομερέστερα σε άλλο γράμμα). Τα Σοβιέτ θα κρίνουν καλύτερα, πραχτικότερα, σωστότερα, πως μπορούν να γίνουν, και ποια ακριβώς βήματα μπορούν να γίνουν προς το σοσιαλισμό. Ο έλεγχος των τραπεζών, η συγχώνευση όλων των τραπεζών σε μια, δενείναι ακόμα σοσιαλισμός, αλλά βήμα προς το σοσιαλι­σμό. Τέτοια βήματα κάνουν σήμερα ο γιούνκερ και ο αστός στη Γερμανία ενάντια στο λαό. Αύριο το Σοβιέτ των Στρατιωτών και Εργατών Βουλευτών θα μπορέσει να τα κάνει πολύ καλύτερα για όφελος του λαού, αν θα έχει στα χέρια του όλη την κρατική εξουσία.
Και τί είναι εκείνο που επιβάλλει αυτά τα βήματα;
Η πείνα. Η εξάρθρωση της οικονομίας. Η απειλή της χρεοκοπίας. Οι φρίκες του πολέμου. Οι φοβερές πληγές που προξενεί ο πόλεμος στην ανθρωπότητα.
Ο σ. Κάμενεφ τελειώνει το σχόλιό του με τη δήλωση ότι «ελπίζει σε πλατιά συζήτηση να υπερασπιστεί την άποψη του σαν τη μοναδικά δυνατή για την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία, εφό­σον αυτή θέλει και πρέπει να παραμείνει ως το τέλος κόμμα των επαναστατικών μαζών του προλεταριάτου και δεν θέλει να μετα­τραπεί σε ομάδα προπαγανδιστών-κομμουνιστών».
Μου φαίνεται πως στα λόγια αυτά διαφαίνεται μια πολύ λα­θεμένη εκτίμηση της στιγμής. Ό σ. Κάμενεφ αντιπαραθέτει το «κόμμα των μαζών» στην «ομάδα των προπαγανδιστών». Μα οι «μάζες» είναι ακριβώς που παρασύρθηκαν τώρα από τη μέθη του «επαναστατικού» αμυνιτισμού. Δεν θα ήταν άραγε πολύ καλύ­τερο και για τους διεθνιστές να ξέρουν σε μια τέτοια στιγμή να αντιστέκονται στη «μαζική» μέθη, παρά να «θέλουν να μείνουν» με τις μάζες, δηλαδή να παρασυρθούν από το γενικό ρεύμα; Δεν είδαμε μήπως πώς οι σοβινιστές σε όλες τις εμπόλεμες ευρωπαϊκές χώρες δικαιολογούσαν τον εαυτό τους με την επιθυμία «να μείνουν με τις μάζες»; Δεν είναι μήπως υποχρεωτικό να ξέρει κανείς για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα να είναι μειοψηφία απέναντι στη «μαζική» μέθη; Δεν είναι μήπως η δουλειά ακριβώς των προπαγανδιστών, αυτήν ίσα-ίσα τη στιγμή, το κεντρικό ση­μείο για την απαλλαγή της προλεταριακής γραμμής από τη «μαζική» αμυνίτικη και μικροαστική μέθη; Η συγχώνευση ακριβώς των μαζών, και των προλεταριακών και των μη προλεταριακών, χωρίς διάκριση των ταξικών διαφορών μέσα στις μάζες, αποτέλεσε έναν από τους όρους της αμυνίτικης επιδημίας. Το να μιλάει κανείς περιφρονητικά για «ομάδα προπαγανδιστών» της προλεταριακής γραμμής δεν είναι ίσως και πολύ τιμητικό.

1. ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ: ΠΡΟΙΟΝ ΤΩΝ ΑΣΥΜΦΙΛΙΩΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ


Β.Ι. Λένιν:

Κράτος κι Επανάσταση

Κεφάλαιο 1: Ταξική κοινωνία και κράτος


Με τη διδασκαλία του Μαρξ συμβαίνει σήμερα ό'τι συνέβηκε επανειλημμένα στην ιστορία με τις διδασκαλίες των επαναστατών στοχαστών και αρχηγών των καταπιεζόμενων τάξεων στην πάλη τους για την απελευθέρωση. Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία, με το πιο λυσσασμένο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Ύστερα από το θάνατο τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε άβλαβα εικονίσματα, σα να λέμε, να τους αγιοποιήσουν, να δώσουν κάποια δόξα στο όνομα τους για "παρηγοριά" των καταπιεζόμενων τάξεων και για την αποβλάκωση τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, στομώνοντας την επαναστατική της αιχμή, εκχυδαΐζοντας την. Με τέτοια "επεξεργασία" του μαρξισμού συμφωνάνε σήμερα η αστική τάξη και οι οπορτουνιστές μέσα στο εργατικό κίνημα. Λησμονούν, σβήνουν, διαστρεβλώνουν την επαναστατική πλευρά της διδασκαλίας, την επαναστατική ψυχή της. Προωθούν στην πρώτη γραμμή, εξυμνούν εκείνο πού είναι αποδεχτό ή που φαίνεται πώς είναι αποδεχτό για την αστική τάξη. Όλοι οι σοσιαλσωβινιστές είναι σήμερα "μαρξιστές" - χωρίς αστεία! Και όλο και πιο συχνά οι Γερμανοί αστοί επιστήμονες, χθεσινοί ειδικοί στην εξόντωση του μαρξισμού, μιλάνε για τον "εθνικό-Γερμανό" Μαρξ, που διαπαιδαγώγησε τάχα τα τόσο περίφημα οργανωμένα για τη διεξαγωγή του ληστρικού πολέμου συνδικάτα των εργατών!
Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, μπροστά στην ανήκουστη διάδοση των διαστρεβλώσεων του μαρξισμού, χρέος μας εί­ναι πριν απ' όλα ν' αποκαταστήσουμε την αληθινή διδασκαλία του Μαρξ για το κράτος. Χρειάζεται γι' αυτό να παραθέσουμε πάρα πολλές μεγάλες περικοπές από τα ίδια τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Φυσικά, οι μεγάλες περικοπές θα κάνουν βαριά την έκθεση και δε θα συμβάλουν διόλου στον εκλαϊκευτικό χαρακτήρα της. Μα είναι εντελώς αδύνατο να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτές. Πρέπει οπωσδήποτε να παρατεθούν όσο το δυνατόν πλη­ρέστερα όλα ή τουλάχιστο όλα τ' αποφασιστικά μέρη από τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς που αφορούν το ζήτημα του κρά­τους, για να μπορέσει ο αναγνώστης να σχηματίσει δική του αυτοτελή αντίληψη για το σύνολο των απόψεων των θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού και για την εξέλιξη αυτών των απόψεων, καθώς και για ν' αποδειχτεί με ντοκουμέντα και να δειχτεί παραστατικά η διαστρέβλωση τους από τον "καουτσκισμό" που κυριαρχεί σήμερα.
Ας αρχίσουμε από το πιο διαδομένο έργο του Φρ. Ένγχελς: "Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους", που το 1894 βγήκε στη Στουτγάρδη η 6η κιόλας έκ­δοση του. Θα χρειαστεί να μεταφράσουμε τις περικοπές από τα γερμανικά πρωτότυπα, γιατί οι ρωσικές μεταφράσεις, μ' όλο που είναι πολυάριθμες, οι περισσότερες είτε δεν είναι πλήρεις, είτε έχουν γίνει με τρόπο που δεν είναι διόλου ικανοποιητικός.
"Το κράτος - λέει ο Ένγκελς, βγάζοντας τα συμπεράσμα­τα από την ιστορική του ανάλυση - δεν είναι καθόλου μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία απ' έξω. Το κράτος δεν είναι επίσης «η πραγματικότητα της ηθικής ιδέας», «η εικόνα και η πραγματικότητα του λογικού», όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορι­σμένη βαθμίδα εξέλιξης. Το κράτος είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μιαν άλυτη αντίφαση με τον εαυτό της, διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις, που δεν έχει τή δύναμη να τις εξορκίσει. Και για να μη φθεί­ρουν τον εαυτό τους και την κοινωνία σ' έναν άκαρπο αγώνα αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με τ' αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα, έγινε αναγκαία μια δύναμη, που φαινομενικά στέκει πάνω από την κοινωνία, για να μετριά­ζει τή σύγκρουση, για να την κρατάει μέσα στα όρια της «τάξεως». Κι η δύναμη αυτή, που προήλθε από την κοινω­νία, μα πού βάζει τον εαυτό της πάνω απ' αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ' αυτήν, είναι το κράτος».
Εδώ διατυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια η βασική ιδέα του μαρξισμού στο ζήτημα του ιστορικού ρόλου και της σημασίας του κράτους. Το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων. Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα : η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες. Ακριβώς απ' αυτό το σπουδαιότατο και θεμελιακό σημείο αρχίζει η διαστρέβλωση του μαρξισμού, που ακολουθεί δυο βασικές γραμμές.
Από τη μια μεριά, οι αστοί και προπάντων οι μικροαστοί ιδεολόγοι -αναγκασμένοι κάτω από την πίεση των αδιαφιλονίκητων ιστορικών γεγονότων ν' αναγνωρίσουν ότι το κράτος υπάρχει μόνο εκεί που υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις και ταξική πάλη- "διορθώνουν" τον Μαρξ με τρόπο που βγαίνει πως το κρά­τος είναι όργανο συμφιλίωσης των τάξεων. Κατά τον Μαρξ, το κράτος δε θα μπορούσε ούτε να εμφανιστεί, ούτε να διατηρηθεί, αν ήταν δυνατή μια συμφιλίωση των τάξεων. Σύμφωνα με τους μικροαστούς και φιλισταίους καθηγητές και δημοσιολόγους, - που κάθε τόσο επικαλούνται καλόβουλα τον Μαρξ - βγαίνει πως το κράτος ίσα-ίσα συμφιλιώνει τις τάξεις. Κατά τον Μαρξ, το κρά­τος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσηs μιας τά­ξης από μιαν άλλη, είναι η δημιουργία της "τάξεως" εκείνης, που νομιμοποιεί και στερεώνει αυτή την καταπίεση, μετριάζοντας τη σύγκρουση των τάξεων. Κατά τη γνώμη των μικροαστών πο­λιτικών, τάξις είναι ακριβώς η συμφιλίωση των τάξεων κι όχι η καταπίεση της μιας τάξης από μιαν άλλη, γι' αυτούς μετρια­σμός τις σύγκρουσης σημαίνει συμφιλίωση κι όχι αφαίρεση από τις καταπιεζόμενες τάξεις ορισμένων μέσων και τρόπων πάλης για την ανατροπή των καταπιεστών.
Λογουχάρη, όλοι οι εσέροι (σοσιαλιστές - επαναστάτες) και οι μενσεβίκοι στην επανάσταση του 1917, ακριβώς όταν το ζήτημα της σημασίας και του ρόλου του κράτους ορθώθηκε σ' όλη του τη μεγαλοπρέπεια, ορθώθηκε πραχτικά, σαν ζήτημα άμεσης δράσης, και μάλιστα δράσης σε μαζική κλίμακα, - όλοι τους κατρακύλησαν με μιας και ολοκληρωτικά στη μικροαστική θεωρία της "συμφιλίωσης" των τάξεων από το "κράτος". Οι αναρίθμητες αποφάσεις και τα άρθρα των πολιτικών και των δυο αυτών κομμάτων είναι πέρα για πέρα διαποτισμένα μ' αυτή τη μικροαστική και φιλισταίκη θεωρία της "συμφιλίωσης". Το γεγονός ότι το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας ορισμένης τάξης, που δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον αντίποδα της (με την αντίπαλη σ' αυτήν ταξη), αυτό η μικροαστική δημοκρατία δεν είναι ποτέ σε θέση να το καταλάβει. Η στάση απέναντι στο κράτος είναι, μια από τις πιο εξόφθαλμες εκδηλώσεις του ότι οι εσέροι και οι μενσεβίκοι μας δεν είναι διόλου σοσιαλιστές (πράγμα που εμείς, οι μπολσεβίκοι, ποτέ δεν πάψαμε να το αποδείχνουμε), αλλά μικροαστοί δημοκράτες με σχεδόν σοσιαλιστική φρασεολογία.
Από την άλλη μεριά, η "καουτσκική" διαστρέβλωση του μαρξισμού είναι πολύ πιο ραφιναρισμένη. «Θεωρητικά» δεν αρνιέ­ται ούτε πως το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, ούτε πως οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες. Αλλά παραβλέπεται ή συγκαλύπτεται τούτο: αν το κράτος είναι προϊόν του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων, αν είναι μια δύναμη που στέκει πάνω από την κοινωνία και "όλο και περισσότερο ά π ο ξ ε ν ώ ν ε τ α ι από την κοινωνία", γίνεται φανερό πως η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης είναι αδύνατη όχι μόνο χωρίς βίαιη επανάσταση, αλλά και χωρίς καταστροφή του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας, που δημιούργησε η κυρίαρχη τάξη και που ενσαρκώνει αυτή την "αποξένωση". Το συμπέρασμα τούτο, που θεωρητικά ήταν σαφές από μόνο του, ο Μαρξ το έβγαλε, όπως θα δούμε πιο κάτω, απολύτως συγκεκριμένα με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση των καθηκόντων της επα­νάστασης. Κι αυτό ακριβώς το συμπέρασμα ο Κάουτσκι -αυτό θα το δείξουμε λεπτομερειακά στην παραπέρα έκθεση μας- το... "ξέχασε" και το διαστρέβλωσε.
2. ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΕΝΟΠΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΤΛ.
..."Σε σύγκριση με την παλιά οργάνωση των γενών -συνεχίζει ο Ένγκελς- το κράτος το χαρακτηρίζει, πρώτο, ο χωρισμός των υπηκόων του κατά, εδαφική περιοχή»... Αυτός ο χωρισμός μις φαίνεται "φυσικός", στοίχισε όμως μακρόχρονους αγώνες ενάντια στην παλιά οργάνωση κατά γένη και φυλές.
..."Το δεύτερο διακριτικό γνώρισμα είναι η ίδρυση μιας δημόσιας εξουσίας, που δε συμπίπτει πια άμεσα με τον αυτοοργανωμένο σε ένοπλη δύναμη πληθυσμό. Αυτή ή ιδιαίτερη δημόσια εξουσία είναι αναγκαία, γιατί από τότε που η κοινωνία διασπάστηκε σε τάξεις έγινε αδύνατο πια να υπάρχει μια αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού... Αυτή η δημόσια εξουσία υπάρχει σε κάθε κράτος. Αποτελείται όχι μόνον από ένοπλους ανθρώπους, μα και από υλικά εξαρτήματα, από φυλακές και από κάθε λογής ιδρύματα καταναγκασμού, που ήταν άγνωστα στην κοινωνία των γενων"... Ο Ένγκελς αναπτύσσει την έννοια της "δύναμης", που ονομάζεται κράτος, της δύναμης, που προήλθε από την κοινωνία, μα που βάζει τον εαυτό της πάνω απ' αυτήν και που όλο και πε­ρισσότερο αποξενώνεται απ' αυτήν. Σε τι συνίσταται κυρίως η δύναμη αυτή; Στους ιδιαίτερους σχηματισμούς των ένοπλων ανθρώ­πων, που έχουν στη διάθεση τους τις φυλακές κλπ.
Έχουμε δικαίωμα να μιλάμε για ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων, γιατί η χαρακτηριστική για κάθε κράτος δη­μόσια εξουσία "δε συμπίπτει άμεσα" με τον ένοπλο πληθυσμό, με την "αυτενεργό ένοπλη οργάνωση" του.
Όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες στοχαστές, έτσι κι ο Ένγκελς προσπαθεί να στρέψει την προσοχή των συνειδητών εργατών σε κείνο ακριβώς που στους κυριαρχούντες Φιλισταίους φαί­νεται λιγότερο αξιοπρόσεχτο, σ' αυτό που τους φαίνεται το πιο συνηθισμένο, το καθαγιασμένο όχι απλώς με σταθερές, μα, μπορούμε να πούμε, με απολιθωμένες προλήψεις. Ο μόνιμος στρα­τός και η αστυνομία είναι τα κύρια όργανα δύναμης της κρατικής εξουσίας, μα - μήπως μπορεί να γίνει και διαφορετικά;
Από την άποψη της τεράστιας πλειοψηφίας των Ευρωπαίων του τέλους του ΧΙΧ αιώνα, στους οποίους απευθυνόταν ο Ένγκελς και οι οποίοι δε ζήσαν ούτε είδαν από κοντά καμιά μεγάλη επα­νάσταση, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν καθόλου τι πράγμα είναι αυτή η "αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού". Στο ερώτημα, γιατί παρουσιάστηκε η ανάγκη ιδιαίτερων σχηματισμών από ένοπλους ανθρώπους (αστυ­νομία, μόνιμος στρατός) που στέκουν πάνω από την κοινωνία και που αποξενώνονται από την κοινωνία, ο δυτικοευρωπαίος και Ρώσος φιλισταίος πάνε ν' απαιτήσουν με καναδυό φράσεις, δανεισμένες από τον Σπενσερ ή τον Μιχαηλόφσκι, επικαλούμενοι το γεγονός ότι η κοινωνική ζωή έγινε πιο πολύπλοκη, ότι οι λει­τουργίες διαφοροποίηθηκαν κλπ.
Η επίκληση αυτή φαίνεται "επιστημονική" και αποκοιμίζει περίφημα το μικροαστό, συσκοτίζοντας το κύριο και βασικό: τη διάσπαση της κοινωνίας σε αδιάλλαχτα εχθρικές τάξεις.
Αν δεν υπήρχε αυτή η διάσπαση, η "αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού" θα διέφερε ως προς την πολυπλοκότη­τα της, το ύψος της τεχνικής της κτλ. από την πρωτόγονη οργάνωση της αγέλης των πιθήκων, που κρατούσαν στα χέρια ραβδιά, ή των πρωτόγονων ανθρώπων, ή των ανθρώπων που είχαν ενωθεί στις κοινωνίες των γενών, μια τέτοια οργάνωση όμως θα ήταν δυνατό να υπάρξει.
Η οργάνωση αυτή είναι αδύνατο να υπάρξει γιατί η κοινωνία του πολιτισμού είναι διασπασμένη σε εχθρικές και μάλιστα αδιάλλαχτα εχθρικές τάξεις, πού ο "αυτενεργός" εξοπλισμός τους θα οδηγούσε στον ένοπλο αγώνα ανάμεσα τους. Σχηματίζεται το κράτος, δημιουργείται μια ιδιαίτερη δύναμη, ιδιαίτεροι σχηματισμοί εξοπλισμένων ανθρώπων, και κάθε επανάσταση, καταστρέφοντας τον κρατικό μηχανισμό, μας δείχνει ολοφάνερα πώς η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί ν' ανανεώσει τους ιδιαίτερους σχηματισμούς ένο­πλων ανθρώπων που την εξυπηρετούν, πως η καταπιεζόμενη τάξη προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα οργάνωση αυτού του είδους, ικανή να εξυπηρετεί όχι τους εκμεταλλευτές, αλλά τους εκμεταλλευομένους.
Ο Ένγκελς με τον πιο πάνω συλλογισμό θέτει θεωρητικά το ίδιο ζήτημα, που θέτει μπροστά μας πρακτικά, παραστατικά και μάλιστα σε κλίμακα μαζικής δράσης κάθε μεγάλη επανάσταση, δηλαδή το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στους "ιδιαίτερους" σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων και στην "αυτενεργό ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού". Θα δούμε πως με την πείρα των ευρωπαϊκών και ρωσικών επαναστάσεων το ζήτημα αυτό παρουσιάζεται συγκεκριμένα.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην έκθεση του Ένγκελς.
Ο Ένγκελς τονίζει πώς κάποτε, λογουχάρη που και που στη Βόρεια Αμερική, η δημόσια αυτή εξουσία είναι αδύναμη (πρόκειται για σπάνια εξαίρεση, στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία και για τα μέρη εκείνα τις Βόρειας Αμερικής στην προιμπεριαλιστική της περίοδο, όπου επικρατούσε ο ελεύθερος άποικος), γενικά όμως δυναμώνει:
..."Η δημόσια εξουσία δυναμώνει στο μέτρο που οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις μέσα στο κράτος και στο μέτρο που τα όμορα κράτη μεγαλώνουν σε έκταση και σε πληθυσμό. Ρίχτε μια ματιά μόνο στη σημερινή Ευρώπη, όπου ο ταξικός αγώνας και ο ανταγωνισμός για καταχτήσεις ανέβασαν τη δημόσια δύναμη σε τέτοιο ύψος, που απειλεί να καταβροχθίσει ολόκληρη την κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το κράτος"...
Αυτά γράφτηκαν όχι αργότερα από τις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα. Ο τελευταίος πρόλογος του Ένγκελς έχει ημερομηνία 16 του Ιούνη 1891. Την εποχή εκείνη η στροφή προς τον ιμπεριαλισμό -και με την έννοια της από­λυτης κυριαρχίας των τραστ, και με την έννοια της παντοδυναμίας των μεγάλων τραπεζών, και με την έννοια της μεγαλεπήβολης αποικιακής πολίτικής κλπ. - μόλις άρχιζε στη Γαλλία, κι ήταν ακόμα πιο αδύνατη στη Βόρεια Αμερική και τη Γερμανία. Από τότε ο "ανταγωνισμός για καταχτήσεις έκαμε ένα γιγάν­τιο βήμα προς τα μπρός, πολύ περισσότερο που στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του ΧΧ αιώνα η υδρόγειος βρέθηκε οριστικά μοιρασμένη ανάμεσα σ' αυτούς τους «ανταγωνιζόμενους κατακτητές», δηλαδή ανάμεσα στις μεγάλες ληστρικές Δυνάμεις. Οι στρα­τιωτικοί και ναυτικοί εξοπλισμοί μεγάλωσαν από τότε σε απί­στευτο βαθμό και ο ληστρικός πόλεμος του 1914-1917 για το ποιος θα, κυριαρχήσει στο ν κόσμο, η Αγγλία ή η Γερμανία, και για το μοίρασμα της λείας έφερε κοντά την ολοκληρωτική κατα­στροφή με την "καταβρόχθιση" όλων των δυνάμεων της κοινω­νίας από τη ληστρική κρατική εξουσία.
Ο Ένγκελς ήξερε ακόμα από το 1891 να τονίζει τον "ανταγωνισμό για καταχτήσεις» σαν ένα από τα σπουδαιότερα διακριτικά γνωρίσματα της εξωτερικής πολιτικής των μεγάλων Δυνάμεων, ενώ οι παλιάνθρωποι του σοσιαλσωβινισμού το 1914-1917, όταν ίσα-ίσα αυτός ο ανταγωνισμός, οξυμένος στο πολλαπλάσιο, γέννησε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, σκέπαζαν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων της "δικής τους" αστικής τάξης με φράσεις για "υπεράσπιση της πατρίδας", για "άμυνα της δημοκρατίας και της επανάστασης" και με άλλα παρόμοια!
3. ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ - ΟΡΓΑΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΙΕΖΟΜΕΝΗΣ ΤΑΞΗΣ
Για τη συντήρηση μιας ιδιαίτερης δημόσιας εξουσίας, που στέκει πάνω από την κοινωνία, χρειάζονται φόροι και δημόσια χρέη.
"Κατέχοντας τη δημόσια εξουσία και το δικαίωμα της είσπραξης φόρων, οι δημόσιοι υπάλληλοι -γράφει οΈνγκελς- στέκουν λοιπόν σαν όργανα της κοινωνίας πάνω από την κοινωνία. Ο ελεύθερος, εθελοντικός σεβασμός, με τον όποιο φέρνονταν στα όργανα του καθεστώτος των γενών, δεν τους αρκει, κι αν ακόμα θα μπορούσαν να τον έχουν»... Φτιάχνονται ειδικοί νόμοι για το ιερό και απαραβίαστο των δημόσιων υπαλλήλων. "Και ό πιο τιποτένιος αστυνομικός υπηρέτης" έχει περισσότερο "κύρος" απ' ό,τι όλα μαζί τα όργανα της κοινωνίας των γενών. Ο ισχυρότερος όμως ηγεμόνας και o μεγαλύτερος πολιτικός άνδρας είτε στρατηγός της εποχής του πολιτισμού θα μπορούσε να ζηλέψει τον πιο άσημο γενάρχη για τον αβίαστο και αναμφισβήτητο σεβασμό με τoν οποίο του φέρνονταν».
Εδώ έχει τεθεί τo ζήτημα της προνομιακής θέσης των δημοσίων υπαλλήλων σαν οργάνων της κρατικής εξουσίας. Σημειώνεται σαν βασικό: τi είναι αυτό που τους τοποθετεί πάνω από την κοινωνία; Θα δούμε πως έλυσε πραχτικά τω θεωρητικό αυτό ζήτημα η Παρισινή Κομμούνα το 1871 και πόσο αντιδραστικά το σκέπαζε ο Κάουτσκι το 1912.
"Επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη να χα­λιναγωγούνται οι ταξικές αντιθέσεις, επειδή όμως ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη και αποχτάει έτσι νέα μέσα για την καθυπόταξη και εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης»... Δεν ήταν μόνο το αρχαίο και το φεουδαρχικό κράτος όργανα εκμετάλλευσης των δούλων και των δουλοπάροικων, μα και το «σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο. Σαν εξαίρεση ωστόσο έρχονται περίοδοι όπου οι αντίπαλες τάξεις κρατούν τόσο πολύ την ισορροπία μεταξύ τους, που η κρατική εξουσία, σαν φαινομενικός μεσάζοντας, αποχτάει για μια στιγμή κάποια αυτοτέλεια απέναντι και στις δυο τάξεις»... Τέτοια ήταν η απόλυτη μοναρχία του ΧVII και ΧVΙΙΙ αιώνα, τέτοιος ήταν ο βοναπαρτισμός της πρώτης και δεύτερης αυτοκρατορίας στη Γαλλία, και ο Βίσμαρκ στη Γερμανία.
Τέτοια -προσθέτουμε εμείς- είναι η κυβέρνηση του Κερένσκι στη δημοκρατική Ρωσία από τότε που άρχισε τους διωγμούς του επαναστατικού προλεταριάτου σε μια στιγμή που τα Σοβιέτ, εξαιτίας της ηγεσίας των μικροαστών δημοκρατών, είναι πια αδύναμα και η αστική τάξη δεν είναι ακόμα αρκετά δυνατή για να τα διαλύσει άμεσα.
Στη δημοκρατία -συνεχίζει ο Ένγκελς- «ο πλούτος εξασκεί την εξουσία του έμμεσα, μα γι' αυτό και πιο σίγουρα», και συγκεκριμένα, πρώτο, με την "άμεση εξαγορά των δημόσιων υπαλλήλων" (Αμερική), και δεύτερο, με τη "συμμαχία. κυβέρνησης και χρηματιστηρίου" (Γαλλία και Αμερική).
Σήμερα σ' οποιαδήποτε δημοκρατία ο ιμπεριαλισμός και η κυριαρχία των τραπεζών έχουν "αναπτύξει" σε πολύ μεγάλη τέχνη και τους δυο αυτούς τρόπους υπεράσπισης και άσκησης της παντοδυναμίας του πλούτου. Αν λογουχάρη από τους πρώτους κιόλας μήνες της δημοκρατίας στη Ρωσία, μπορούμε να πούμε στο μήνα του μέλιτος του συνοικεσίου των "σοσιαλιστών" εσέρων και μενσεβίκων με την αστική τάξη στην κυβέρνηση συνασπισμού, ο κ. Παλτσίνσκι σαμποτάριζε όλα τα μέτρα χαλιναγώγησης των κεφαλαιοκρατών και του πλιατσικολογήματος και της διασπάθισης απομέρους τους του δημόσιου ταμείου για τις πολεμικέ ς προμήθειες, αν κατόπι ο κ. ΙΙαλτσίνσκι, που αποχώρησε από την κυ­βέρνηση (και που αντικαταστάθηκε φυσικά από άλλον εντελως παρόμοιο ΙΙαλτσίνσκι), «αμείφθηκε» από τους κεφαλαιοκράτες με μια θεσούλα με μισθό 120 000 ρούβλια το χρόνο - τι έναι όλα αυτά; άμεση εξαγορα ή Έμμεση; συμμαχία της κυβερνησης με τα κεφαλαιοκρατικά συνδικάτα ή «απλώς» φιλικές σχέσεις; Τι ρόλο παίζουν οι Τσερνόφ και οι Τσερετέλι, οι Αυξέντιεφ και οι Σκόμπελεφ; Είναι «άμεσοι» σύμμαχοι των εκατομμυριούχων - καταχραστών του δημοσίου ή απλώς έμμεσοι;
Η παντοδυναμία του «πλούτου» γι' αυτό ακριβώς είναι πιο σίγουρη στη δημοκρατία, γιατί δεν εξαρτιέται από ένα κακό πολιτικό περίβλημα του καπιταλισμού. Η δημοκρατία είναι το καλύτερο δυνατό πολιτικό περίβλημα του καπιταλισμού και γι' αυτό το κεφάλαιο, όταν αποχτήσει (μέσω των Παλτσίνσκι, των Τσερνόφ, των Τσερετέλι και Σίας) αυτό το καλύτερο περίβλημα, θεμελιώνει την εξουσία του με τόση ασφάλεια, με τόση σιγουριά, που καμιά αλλαγή ούτε προσώπων, ούτε θεσμών, ούτε κομμάτων μέσα στην αστική δημοκρατία δεν κλονίζει αυτή την εξουσία.
Πρέπει να σημειωθεί ακόμα πως ο Ένγκελς με τη μεγαλύτερη κατηγορηματικότητα ονομάζει το γενικό εκλογικό δικαίωμα όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα, λέει ο ίδιος, έχοντας ολοφάνερα υπόψη τη μακρόχρονη πείρα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, είναι "δείχτης ωριμότητας της εργατικής τάξης. Περισσότερο δεν μπορεί να είναι, ούτε και θα είναι ποτέ μέσα στο σημερινό κράτος".
Οι μικροαστοί δημοκράτες σαν τους δικούς μας εσέρους και μενσεβίκους, καθώς και οι αυτάδελφοι τους, όλοι οι σοσιαλσωβινιστές και οπορτουνιστές της Δυτικής Ευρώπης, περιμένουν ακριβώς "περισσότερα" από το γενικό εκλογικό δικαίωμα. Συμμερίζονται οι ίδιοι και υποβάλλουν και στο λαό την απατηλή σκέψη πώς τάχα το γενικό εκλογικό δικαίωμα «στο σημερινό κράτος» είναι ικανό να εκφράσει πραγματικά τη θέληση της πλειοψηφίας των εργαζομένων και να κατοχυρώσει την εφαρμογή της στη ζωή. Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε απλώς αυτή την απατηλή σκέψη, να τονίσουμε απλώς ότι η ολότελα σαφής, ακριβολογημένη και συγκεκριμένη δήλωση του Ένγκελς παραμορφώνεται σε κάθε βήμα της προπαγάνδας και της ζύμωσης των "επίσημων" (δηλαδή των οπορτουνιστικών) σοσιαλιστικών κομμάτων. Με την έκθεση των απόψεων του Μαρξ και του Ένγκελς για το «σημερινό» κράτος που θ' ακολουθήσει ξεκαθαρίζουμε λεπτομερειακά όλη την ψευτιά της σκέψης, που απορρίπτει εδώ ο Ένγκελς.
Το γενικό πόρισμα των απόψεων του ο Ένγκελς το δίνει με τα παρακάτω λόγια στο πιο εκλαϊκευμένο έργο του:
"Το κράτος λοιπόν δεν υπαρχει από καταβολής κόσμου. Υπήρξαν κοινωνίες, που τα βγάζανε πέρα χωρίς αυτό, που δεν είχαν ιδέα για κράτος και κρατική εξουσία. Σε μιαν ορισμένη βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης, που συνδεόταν αναγκαστικά με τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, το κράτος έγινε αναγκαιότητα εξαιτίας αυτής της διάσπασης. Πλησιάζουμε τώρα με βήματα γοργά σε μια τέτοια βαθμίδα ανάπτυξης της παραγωγής, όπου η ύπαρξη αυτών των τάξεων όχι μόνο έπαψε ν' αποτελεί αναγκαιότητα, μα και γίνεται πραγματικά εμπόδιο της παραγωγής. Οι τάξεις θα εξαφανιστούν τόσο αναπόφευκτα, όσο αναπόφευκτα είχαν γεννηθεί στο παρελθόν. Με την εξαφάνιση των τάξεων θα εξαφανιστεί αναπόφευκτα και το κράτος. Η κοινωνία, που θα οργανώσει με νέο τρόπο την παραγωγή πάνω στη βάση της ελεύθερης και ισότιμης ένωσης των παραγωγών, θα στείλει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί, όπου θα είναι τότε η θέση της: στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και στο μπρούντζινο τσεκούρι".
Δε συναντάς και τόσο συχνά αυτό το χωρίο στην προπαγανδιστική και διαφωτιστική φιλολογία της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας. Μα και όταν το συναντάς, τις πιο πολλές φορές το αναφέρουν με τρόπο που λες και κάνουν μετάνοιες μπροστά σε εικόνισμα, δηλαδή για να εκφράσουν επίσημα τα σέβη τους στον Ένγκελς, χωρίς καμιά προσπάθεια να εμβαθύνουν στο πόσο πλατύ και βαθύ αναφτέρωμα της επανάστασης προϋποθέτει αυτό το «σταλσιμο ολόκληρης της κρατική μηχανής στο μουσείο των αρχαιοτήτων». Τις πιο πολλές φορές μάλιστα φαίνεται πως δεν καταλαβαίνουν τι πράγμα ονομάζει ο Ένγκελς κρατική μηχανή.
4. Η «ΑΠΟΝΕΚΡΩΣΗ» ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΒΙΑΙΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Τα λόγια του Ένγκελς για την "απονέκρωση" του κράτους είναι τόσο πολύ γνωστά, αναφέρονται τόσο συχνά, δείχνουν τόσο ανάγλυφα που βρίσκεται η ουσία της συνηθισμένης πλαστο­γράφησης του μαρξισμού και της μετατροπής του σε οπορτουνισμό, που χρειάζεται να σταθούμε σ' αυτά λεπτομερειακά. Παραθέτουμε όλο το συλλογισμό, απ' όπου έχουν παρθεί:
«Το προλεταριάτο παίρνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτα σε κρατική ιδιοκτησία. Έτσι όμως καταργεί τον ίδιο τον εαυτό του σαν προλεταριάτο, έτσι καταργεί όλες τις ταξικές διαφορές και ταξικές αντιθέσεις και μαζί και το κράτος σαν κράτος. Η ως τα τώρα κοινωνία, που κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις, είχε ανάγκη από το κράτος, δηλαδή από μια οργάνωση της κάθε φορά εκμεταλλεύτριας τάξης για να διατηρεί τους εξωτερικούς της όρους παραγωγής, δηλαδή κυρίως για να κρατάει με τη βία την εκμεταλλευόμενη τάξη κάτω από τους δοσμένους όρους καταπίεσης που καθορίζονται από τον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής (δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία). Το κράτος ήταν ο επίσημος εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, η συνένωσή της σε ένα ορατό σωματείο, ήταν όμως τέτοιο μόνο εφόσον ήταν το κράτος της τάξης εκείνης, που για την εποχή της εκπροσωπούσε η ίδια ολόκληρη την κοινωνία: στην αρχαιότητα ήταν κράτος των δουλοχτητών - πολιτών, στο μεσαίωνα - της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, σήμερα - της αστικής τάξης. Όταν το κράτος γίνει επιτέλους πραγματικά εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, τότε θα κάνει μόνο του περιττό τον εαυτό του. Από τη στιγμή που δε θα υπάρχει πια καμιά κοινωνική τάξη που να χρειάζεται να κρατιέται σε καταπίεση, από τη στιγμή που μαζί με την ταξική κυριαρχία, μαζί με τον αγώνα για την ξεχωριστή ύπαρξη, που οφείλεται στην ως τα τώρα αναρχία της παραγωγής, θα παραμεριστούν και οι συγκρούσεις και τα έκτροπα που πηγάζουν απ' αυτόν τον αγώνα, από τη στιγμή αυτή δε θα υπάρχει τι να καταπιέζεται, πράγμα που έκανε αναγκαία μιαν ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης, το κράτος. Η πρώτη πράξη με την οποία το κράτος προβάλλει πραγματικά σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας - το πάρσιμο στην κατοχή του των μέσων παραγωγής εξονό­ματος της κοινωνίας - είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του σαν κράτος. Η ανάμειξη μιας κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται τότε περιττή στον ένα τομέα ύστερα από τον άλλο και από μόνη της αποκοιμιέται. Στη θέση της διακυβέρνησης προσώπων μπαίνει η διαχείριση πραγμάτων και η διεύθυνση προτσές παραγωγής. Το κράτος δεν «καταργείται», μα απονεκρώνεται. Με βάση αυτά πρέπει να κρίνουμε τη φράση για το «ελεύθερο λαϊκό κράτος», δηλ. τόσο από την άποψη της προσω­ρινής προπαγανδιστικής δικαιολόγησης της, όσο και από την άποψη της οριστικής επιστημονικής της ανεπάρκειας. Με βάση αυτά πρέπει επίσης να κρίνουμε το αίτημα των λεγόμενων αναρχικών πώς «το κράτος πρέπει να καταργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη» («Αντι-Ντύρινγκ». «Η ανατροπή τις επιστήμης από τον κύριο Όυγκεν Ντύρινγκ», σελ. 301- 303 της 3ης γερμ. έκδ.).
Χωρίς φόβο να πέσουμε έξω, μπορούμε να πούμε πως απ' αυτόν τον εξαιρετικά πλούσιο σε ιδέες συλλογισμό του Ένγκελς, πραγματικό κτήμα της σοσιαλιστικής σκέψης των σημερινών σοσιαλιστικών κομμάτων έγινε μόνο η θέση ότι κατά τον Μαρξ το κράτος «απονεκρώνεται», σε διάκριση από την αναρχική διδασκαλία για την «κατάργηση» του κράτους. Ένα τέτοιο κουτσούρεμα του μαρξισμού σημαίνει αναγωγή του σε οπορτουνισμό. γιατί από μια τέτοια ερμηνεία δε μένει παρά μια θολή αντίληψη για μια αργή, ομαλή, βαθμιαία μεταβολή, για την απουσία αλμάτων και θυελλών, για την απουσία της επανάστασης. Η «απονέκρωση» του κράτους στην τρέχουσα, γενικά διαδομένη, μαζική, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, αντίληψη σημαίνει αναμφισβήτητα συγκάλυψη, αν όχι άρνηση της επανάστασης. Και όμως μια τέτοια «ερμηνεία» αποτελεί την πιο χοντροκομμένη παραμόρφωση του μαρξισμού, που συμφέρει μόνο στην αστική τάξη και που στηρίζεται θεωρητικά στο ξέχασμα των σποτιδαιοτερων γεγονότων και συλλογισμών, που αναφέρονται έστω και μόνο στον ίδιο «συνοπτικό» συλλογισμό του Ένγκελς που τον παραθέσαμε ολόκληρο.
Πρώτο. Στην αρχή-αρχή αυτου του συλλογισμού ο Ένγκελς λέει πώς το προλεταριάτο, παίρνοντας την κρατική εξουσία, «καταργεί έτσι το κράτος σαν κράτος». Δε «συνηθίζουν» να σκεέφτονται τι σημαίνουν αυτά τα λόγια. Συνήθως είτε τα αγνοούν ολότελα, είτε τα θεωρούν σαν ένα είδος «χεγκελιανής αδυναμίας» του Ένγκελς. Στην πραγματικότητα μέσα σ' αυτά τα λόγια εκφράζεται σύντομα η πείρα μιας από τις μεγαλύτερες προλεταριακές επαναστάσεις, η πείρα της Παρισινής Κομμούνας του 1871, που γι' αυτήν θα μιλήσουμε πιο λεπτομερειακά στην κατάλληλη θέση. Στην πραγματικότητα ο Ένγκελς μιλάει εδώ για «κατάργηση» του κράτους της αστικής τάξης από την προλεταριακή επανάσταση, ενώ η φράση για την απονέκρωση αναφέρεται στ' απομεινάρια του προλεταριακού κράτους ύστερα από τη σοσιαλιστικη επανάσταση. Το αστικό κράτος δεν «απονεκρώνεται», κατά τον Ένγκελς, μα «καταργείται» από το προλεταριάτο στην επανάσταση. Ύστερα απ' αυτή την επανάσταση απονεκρώνεται το προλεταριακό κράτος ή μισοκράτος.
Δεύτερο. Το κράτος είναι μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης». Αυτός ο μεγαλειώδης και εξαιρετικά βαθύς ορισμός του Ένγκελς δίνεται εδώ με τέλεια σαφήνεια. Και από τον ορισμό αυτό βγαίνει πως η «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» του προλεταριάτου από την αστική τάξη, των εκατομμυρίων εργαζομένων από μερικές χούφτες πλουσίων πρέπει ν' αντικατασταθεί με μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της αστικής τάξης από το προλεταριάτο (δικτατορία του προλεταριάτου). Σ' αυτό ακριβώς συνίσταται η «κατάργηση του κράτους σαν κρατους». Σ' αυτό ακριβώς συνίσταται η «πράξη» του παρσίματος στην κατοχή του των μέσων παράγωγης εξονόματος της κοινωνίας. Και είναι ολοφάνερο από μόνο του πώς μια τέτοια αντικατάσταση της μιας (της αστικής) «ιδιαίτερης δύναμης» με μιαν άλλη (με την προλεταριακή) «ιδιαίτερη δύναμη» δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνει με τη μορφή της «απονέκρωσης».
Τρίτο. Για «απονέκρωση» και μάλιστα, ακόμα πιο ανάγλυφα και πιο παραστατικά, για «αποκοίμισμα» μιλάει ο Ένγκελς με απόλυτη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα σχετικά με την εποχή ύστερα από «το πάρσιμο στην κατοχή του κράτους των μέσων παραγωγής εξονόματος ολόκληρης της κοινωνίας», δηλαδή ύστερα από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Όλοι μας ξέρουμε πως η πολιτική μορφή του «κράτους» αυτή την περίοδο είναι η πιο πλέρια δημοκρατία. Μα σε κανένα από τους οπορτουνιστές, που ξεδιάντροπα διαστρεβλώνουν το μαρξισμό, δεν τούρχεται στο νου ότι συνεπώς εδώ ο Ένγκελς μιλάει για «αποκοίμισμα» και «απονέκρωση» της δημοκρατίας. Από πρώτη ματιά αυτό φαίνεται πολύ παράξενο. «Ακατανόητο» όμως είναι μόνο για όποιον δε βάθυνε στο ζήτημα ότι η δημοκρατία είναι επίσης κράτος και ότι, συνεπώς, και η δημοκρατία θα εξαφανιστεί επίσης, όταν θα εξαφανιστεί το κράτος. Το αστικό κράτος μπορεί να το «καταργήσει» μόνον η επανάσταση. Το κράτος γενικά, δηλαδή η πιο πλέρια δημοκρατία, μπορεί μόνο «ν' απονεκρωθεί».
Τέταρτο. Αφού διατύπωσε την περίφημη θέση του ότι «το κράτος απονεκρώνεται», ο Ένγκελς εξηγεί αμέσως συγκεκριμένα ότι η θέση αυτή στρέφεται και ενάντια στους οπορτουνιστές και ενάντια στους αναρχικούς. Συνάμα από τη θέση για την «απονέκρωση του κράτους» ο Ένγκελς βάζει στην πρώτη σειρά το συμπέρασμα εκείνο, που στρέφεται ενάντια στους οπορτουνιστές.
Μπορεί κανείς να στοιχηματίσει πως από τους 10000 ανθρώπους, που διάβασαν ή άκουσαν για την «απονέκρωση» του κράτους, οι 9990 δεν ξέρουν ή δε θυμούνται διόλου ότι ο Ένγκελς τα συμπεράσματα του απ' αυτή τη θέση τα έστρεφε όχι μόνο ενάντια στους αναρχικούς. Και από τους υπόλοιπους δέκα ανθρώπους ασφαλώς οι εννιά δε θα ξέρουν τι είναι το «ελεύθερο λαϊκό κρατος» και γιατί η επίθεση ενάντια σ' αυτό το σύνθημα είναι και επίθεση ενάντια στους οπορτουνιστές. Έτσι γράφεται η ιστορία! Έτσι νοθεύεται και προσαρμόζεται απαρατήρητα στον κυρίαρχο φιλισταϊσμό η μεγάλη επαναστατική διδασκαλία. Το συμπέρασμα ενάντια στους αναρχικούς επαναλαβαινόταν χιλιάδες φορές, εκχυδαϊζόταν, καρφωνόταν στα κεφάλια με τη μεγαλύτερη απλούστευση κι απόχτησε τη σταθερότητα της πρόληψης. Ενώ το συμπέρασμα ενάντια στους οπορτουνιστές το συγκάλυπταν και το «ξεχνούσαν»!
Το «ελεύθερο λαϊκό κράτος» αποτελούσε προγραμματική διεκδίκηση και συνηθισμένο σύνθημα των Γερμανών σοσιαλδημoκρατών στη δεκαετία 1870 - 1880. Στο σύνθημα αυτό δεν υπάρχει κανένα πολιτικό περιεχόμενο, εκτός από τη μικροαστική στομφώδη περιγραφή της έννοιας της δημοκρατίας. Στο βαθμό πού μ' αυτό το σύνθημα κάνανε νόμιμα υπαινιγμό για τη λαοκρατική δημοκρατία, στον ίδιο βαθμό ο Ένγκελς ήταν πρόθυμος για λόγους ζύμωσης «να δικαιολογήσει» «για ένα διάστημα» αυτό το σύνθημα. Το σύνθημα όμως αυτό ήταν όπορτουνιστικό, γιατί εξεφραζε όχι μόνο τον εξωραϊσμό της αστικής δημοκρατίας, μα και την μη κατανόηση της σοσιαλιστικής κριτικής κάθε κράτους γενικά. Εμείς είμαστε υπέρ της λαοκρατικής δημοκρατίας, σαν την καλύτερη για το προλεταριάτο μορφή κράτους στον καπιταλισμό, δεν εχουμε όμως το δικαίωμα να ξεχνάμε ότι ή μισθωτή δουλεία είναι η μοίρα του λαού ακόμα και στην πιο λαοκρατική αστική δημοκρατία. Παρακάτω. Κάθε κράτος είναι «μια ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της καταπιεζόμενης τάξης. Γι' αυτό κάθε κράτος είναι ανελεύθερο και όχι λαικό. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς το εξήγησαν αυτό επανειλημμένα στους κομματικούς τους συντρόφους στη δεκαετία 1870 - 1880.
Πέμπτο. Στο ίδιο έργο του Ένγκελς, απ' όπου όλοι θυμούνται το συλλογισμό για την απονέκρωση του κράτους, υπάρχει ο συλλογισμός για τη σημασία της βίαιης επανάστασης. Η ιστορική εκτίμηση του ρόλου της μεταβάλλεται στο έργο του Ένγκελς σε αληθινό πανηγυρικό τ ης βίαιης επανάστασης. Αυτό «κανένας δεν το θυμάται», για τη σημασία αυτής της σκέψης δε συνηθίζουν να μιλάνε και ούτε καν να σκέφτονται μέσα στα σιημερινά σοσιαλιστικά κόμματα, στην καθημερινή προπαγάνδα και ζύμωση μέσα στις μάζες οι σκέψεις αυτές δεν παίζουν κανένα ρόλο. Και όμως συνδέονται αδιάσπαστα σ' ένα αρμονικό σύνολο με την «απονέκρωση» του κράτους.
Να αυτός ο συλλογισμός του Ένγκελς: ..."Ότι όμως η βία παίζει στην ιστορία κι έναν άλλο ρόλο» (εκτός από το ρόλο του δράστη του κακού), «ρόλο επαναστατικό, ότι, όπως λέει ο Μαρξ, είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας, που κυοφορεί μια νέα, ότι η βία είναι το όργανο, που με αυτό επιβάλλεται το κοινωνικό κίνημα και σπάει τις απολιθωμένες, απονεκρωμένες πολιτικές μορφές - για όλα αυτά δε θα βρούμε ούτε λεξη στον κ. Ντυρινγκ. Μόνο βαρυγκομώντας και αναστενάζοντας δέχεται την πιθα­νότητα πως για το γκρέμισμα της οικονομίας, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση, θα χρειαστεί ίσως η βία - δυστυχώς, βλεπετε γιατί κάθε χρήση βίας διαφθείρει τάχα αυτόν που τη χρησιμοποιεί. Κι αυτά λέγονται παρ' όλη την υψηλή ηθική και πνευματική ανάταση, σαν αποτέλεσμα κάθε νικηφόρας επανάστασης! Κι αυτά λέγονται στη Γερμανία, όπου μια βίαιη σύγκρουση, πού άλλωστε μπορούν και να την επιβάλουν στο λαό, θαχει τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ξεπατώσει το πνεύμα της δουλοπρέπειας, που εισχώρησε στην εθνική συνείδηση από την ταπείνωση του Τριακονταετούς πολέμου. Κι αυτός ο θαμπός, άχυμος και αναιμικός κατηχητικός τρόπος σκέψης έχει την άξίωση να επιβληθεί στο πιο επαναστατικό κόμμα, που γνώρισε η ιστoρία;» (σελ. 193 της 3ης γερμ. έκδ., τέλος του 4ου κεφα­λαίου του ΙΙ μέρους). Πως μπορούμε να ενώσουμε σε μια διδασκαλία αυτο τον πανηγυρικό της βίαιης επανάστασης, που ο Ένγκελς τον προσφεέρει επίμονα στους γερμανούς σοααλδημοκρατες από το 1878 ως το 1894, δηλαδή ως το θάνατο του, με τη θεωρία της «απονέκρωσης» του κράτους;
Συνήθως ενώνουν το ένα με το άλλο με τη βοήθεια του εκλεκτικισμού, αποσπώντας αυθαίρετα (ή για ν' αρέσουν σ' αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία), χωρίς ιδεολογική συνέπεια και σoφιστικά πότε τον ένα και πότε τον άλλο συλλογισμό και συνάμα στις ενενήντα εννιά περιπτώσεις από τις εκατό, αν όχι πιο συχνά, προβάλλουν στην πρώτη γραμμή ίσα - ίσα την «απονέκρωση». Η διαλεχτική αντικατασταίνεται με τον εκλεκτικισμό: αυτό είναι το πιο συνηθισμένο, το πιο διαδομένο φαινόμενο στην επίσημη σοσιαλδημοκρατική φιλολογία των ημερών μας, σ' ό'τι αφορά το μαρξισμό. Η αντικατάσταση αυτή δεν αποτελεί βέβαια κάτι το καινούργιο, είχε παρατηρηθεί μάλιστα και στην ιστορία της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας. Όταν με την παραποίηση παρουσιάζουν τον οπορτουνισμό για μαρξισμό, η παραποίηση του εκλεχτικισμου και η παρουσίαση του σαν διαλεκτική ξεγελάει πιο εύκολα τις μάζες, προσφέρει μια φαινομενική ικανοποίηση, παίρνει δήθεν υπόψη όλες τις πλευρές του προτσές, όλες τις τάσεις της εξέλιξης, όλες τις αντιφατικές επιδράσεις κτλ., ενώ στην πράξη δε δίνει καμιά ενιαία και επαναστατική αντίληψη του προτσές της κοινωνικής εξέλιξης.
Πιο πάνω μιλήσαμε κιόλας και θα δείξουμε πιο λεπτομερειακά στην παραπέρα έκθεση μας πως η διδασκαλία του Μαρξ και του Ένγκελς για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση αναφέρεται στο αστικό κράτος. Το αστικό κράτος δεν μπορεί να το αντικαταστήσει το προλεταριακό κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου) με την «απονέκρωση», αλλά κατά γενικό κανόνα μόνο με τη βίαιη επανάσταση. Το εγκώμιο που της έψαλε ο Ένγκελς και που ανταποκρίνεται πέρα για πέρα στις επανειλημμένες δηλώσεις του Μαρξ - (ας θυμηθούμε το τέλος της «Αθλιότητας της φιλοσοφίας» και του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» με την περήφανη, ανοικτή δήλωση για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση, ας θυμηθούμε την κριτική του Προγράμματος της Γκότα του 1875, γραμμένη σχεδόν ύστερα από 30 χρόνια όπου ο Μαρξ μαστιγώνει αμείλιχτα τον οπορτουνισμό αυτού του προγράμματος) -το εγκώμιο αυτό δεν είναι διόλου «συνεπαρμός» δεν είναι διόλου απαγγελία, ούτε ξέσπασμα πολεμικής. Η ανάγκη της συστηματικής διαπαιδαγώγησης των μαζών στο πνεύμα αυτής και μόνο αυτής της άποψης για τη βίαιη επανάσταση βρίσκεται στη βάση όλης της διδασκαλίας του Μαρξ και του Ένγκελς. Η προδοσία της διδασκαλίας τους από τα σοσιαλσωβινιστικά και καουτσκικά ρεύματα, που κυριαρχούν σήμερα, εκφράζεται ιδιαίτερα ανάγλυφα στο γεγονός ότι και τα πρώτα και τα δεύτερα λησμονούν αυτή την προπαγάνδα, αυτή τη ζύμωση.
Η αντικατάσταση του αστικού κράτους με το προλεταριακό είναι αδύνατη χωρίς βίαιη επανάσταση. Η κατάργηση του προλεταριακού κράτους, δηλαδή η κατάργηση κάθε κράτους δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά παρά με την «απονέκρωση».
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανάπτυσσαν λεπτομερειακά και συγκεκριμένα τις απόψεις αυτές, μελετώντας κάθε ξεχωριστή επαναστατική κατάσταση, αναλύοντας τα διδάγματα της πείρας κάθε ξεχωριστής επανάστασης. Περνούμε τώρα σ' αυτό το οπωσδήποτε πιο σπουδαίο μέρος της διδασκαλίας τους.

Σοσιαλισμός και θρησκεία


Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν



Γράφτηκε: 3 Δεκεμβρίου 1905
Εκδόθηκε για πρώτη φορά: Νοβάγια Ζιζν, Νο. 28
Πηγή: Λένιν Άπαντα, τόμος 12 σελ. 142-147, Σύγχρονη Εποχή
HTML Markup: Aντώνης Μεγρέμης για το ελληνικό Αρχείο των Μαρξιστών στο Internet
Το κείμενο μας έστειλε ο Σάββας Μιχαήλ
Όλη η σύγχρονη κοινωνία είναι θεμελιωμένη πάνω στην εκμετάλλευση των τεράστιων μαζών της εργατικής τάξης από μια μηδαμινή μειοψηφία του πληθυσμού, που ανήκει στις τάξεις των γαιοκτημόνων και των κεφαλαιοκρατών. Η κοινωνία αυτή είναι δουλοκτητική, γιατί οι "ελεύθεροι" εργάτες, που όλη τους τη ζωή δουλεύουν στο κεφάλαιο, "έχουν δικαίωμα" μόνο σε τόσα μέσα ύπαρξης όσα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση δούλων που παράγουν κέρδος, για την εξασφάλιση και την διαιώνιση της κεφαλαιοκρατικής δουλείας.
Η οικονομική καταπίεση των εργατών προκαλεί και γεννάει αναπόφευκτα κάθε είδους πολιτική καταπίεση, κοινωνική ταπείνωση, εξαγρίωση και συσκότιση της πνευματικής και ηθικής ζωής των μαζών. Οι εργάτες μπορούν να πετύχουν περισσότερη είτε λιγότερη πολιτική ελευθερία με σκοπό τη διεξαγωγή του αγώνα για την οικονομική τους απελευθέρωση, καμμιά όμως ελευθερία δε θα τους απαλλάξει από την αθλιότητα, την ανεργία και την καταπίεση, όσο δε θα έχει αποτιναχτεί η εξουσία του κεφαλαίου. Η θρησκεία είναι μια από τις μορφές πνευματικής καταπίεσης, που παντού και πάντοτε βάραινε τις λαικές μάζες, τις τσακισμένες από την αιώνια δουλειά για τους άλλους, την ανέχεια και τη μοναξιά. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει αναπόφευκτα την πίστη για μια καλύτερη μετά θάνατον ζωή, όπως ακριβώς και η αδυναμία του αγρίου στην πάλη με τη φύση γεννάει την πίστη στους θεούς, στους διαβόλους, στα θαύματα κτλ. Σ'αυτόν που σ'όλη του τη ζωή δουλεύει και στερείται, η θρησκεία διδάσκει ταπεινοφροσύνη και υπομονή στην επίγεια ζωή, παρηγορώντας τον με την ελπίδα της επουράνιας ανταμοιβής. Και σ'εκείνους που ζουν από ξένη εργασία η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντάς τους μια πολύ φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η θρησκεία είναι ένα είδος πνευματικού αλκοόλ, μέσα στο οποίο οι σκλάβοι του κεφαλαίου πνίγουν την ανθρώπινη μορφή τους, τις διεκδικήσεις τους για μια κάπως ανθρώπινη ζωή.
Ο δούλος όμως που ένιωσε τη δουλεία του και ξεσηκώθηκε στην πάλη για την απελευθέρωση του παύει κιόλας κατά το ήμισυ να είναι δούλος. Ο σύγχρονος συνειδητός εργάτης, διαπαιδαγωγημένος από τη μεγάλη εργοστασιακή βιομηχανία, φωτισμένος από τη ζωή της πόλης, αποτινάζει με περιφρόνηση τις θρησκευτικές προλήψεις, αφήνει τον ουρανό στη διάθεση των παπάδων και των αστών υποκριτών, κατακτώντας μια καλύτερη ζωή εδώ στη γη. Το σύγχρονο προλεταριάτο τάσσεται με το μέρος του σοσιαλισμού, που επιστρατεύει την επιστήμη στην πάλη ενάντια στη θρησκευτική θολούρα και λυτρώνει τον εργάτη από την πίστη στη μετά θάνατον ζωή, συσπειρώνοντάς τον στην πραγματική πάλη για μια καλύτερη επίγεια ζωή.
Η θρησκεία πρέπει να ανακηρυχθεί ατομική υπόθεση. Με τα λόγια αυτά καθιερώθηκε να εκφράζεται συνήθως η στάση των σοσιαλιστών απέναντι στη θρησκεία. Μα η σημασία αυτών των λέξεων πρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια, για να μην μπορούν να προκαλούν κανενός είδους παρανοήσεις. Η θρησκεία πρέπει να είναι ατομική υπόθεση για το κράτος, αυτό ζητάμε εμείς, σε καμμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να θεωρούμε τη θρησκεία ατομική υπόθεση για το Κόμμα μας. Το κράτος δεν πρέπει να έχει καμμία δουλειά με τη θρησκεία, οι θρησκευτικοί σύλλογοι δεν πρέπει να συνδέονται με την κρατική εξουσία. Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμμιά θρησκεία, δηλ. να είναι άθεος, όπως και είναι συνήθως κάθε σοσιαλιστής. Δεν επιτρέπονται σε καμιά περίπτωση κανενός είδους διακρίσεις δικαιωμάτων ανάμεσα στους πολίτες εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πρέπει να καταργηθεί απόλυτα ακόμα και κάθε υπόμνηση στα επίσημα έγγραφα σχετικά με το άλφα ή βήτα θρήσκευμα των πολιτών. Δεν πρέπει να δίνεται καμιά επιχορήγηση στην επίσημη εκκλησία του κράτους, καμμιά επιχορήγηση από τα χρήματα του δημοσίου στις εκκλησιαστικές και θρησκευτικές ενώσεις, που πρέπει να γίνουν ενώσεις πολιτών-ομοϊδεατών ολότελα ελεύθερες, ανεξάρτητες από την κρατική εξουσία. Μόνο με την ολοκληρωτική εφαρμογή αυτών των διεκδικήσεων μπορεί να μπει τέρμα στο επαίσχυντο και καταραμένο εκείνο παρελθόν, τότε που η εκκλησία βρισκόταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από το κράτος, ενώ οι ρώσοι πολίτες βρίσκονταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από την επίσημη εκκλησία, τότε που υπήρχαν και εφαρμόζονταν μεσαιωνικοί ιεροεξεταστικοί νόμοι (που διατηρούνται μέχρι σήμερα στους ποινικούς κώδικες και κανόνες), νόμοι που πρόβλεπαν διωγμούς για την πίστη ή για την απιστία, που ασκούσαν βία στη συνείδηση του ανθρώπου, που συνέδεαν τις δημόσιες θεσούλες και τα δημόσια έσοδα με τη διάδοση κάθε λογής πνευματικού οπίου που διοχετεύει η εκκλησία του κράτους. Ολκληρωτικός χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος - αυτή τη διεκδίκηση προβάλλει το σοσιαλ ιστικό προλεταριάτο στο σημερινό κράτος και στη σημερινή εκκλησία.
Η ρωσική επανάσταση πρέπει να πραγματοποιήσει αυτήν τη διεκδίκηση σαν απαραίτητο συστατικό μέρος της πολιτικής ελευθερίας. Η ρωσική επανάσταση, από την άποψη αυτή, βρίσκεται σε εξαιρετικά ευνοικές συνθήκες, γιατί η αηδιαστική ρουτίνα της αστυνομικο-δουλοπαροικιακής απολυταρχίας προκάλεσε δυσαρέσκεια, αναβρασμό και αγανάκτηση ακόμα και μέσα στον κλήρο. Όσο κακομοιριασμένος, όσο αμόρφωτος και αν είναι ο ρωσικός ορθόδοξος κλήρος, ωστόσο και αυτός ακόμα ξύπνησε με τον πάταγο που προξένησε της παλιάς μεσαιωνικής τάξης πραγμάτων στην Ρωσία. Ακόμα και ο κλήρος αυτός προσχωρεί στη διεκδίκηση της ελευθερίας, διαμαρτύρεται ενάντια στη ρουτίνα και στη γραφειοκρατική αυθαιρεσία, ενάντια στον αστυνομικό χαφιεδισμό που επιβλήθηκε στους "λειτουργούς του υψίστου". Εμείς οι σοσιαλιστές πρέπει να υποστηρίξουμε αυτό το κίνημα, ολοκληρώνοντας τις διεκδικήσεις των τίμιων και ειλικρινών ανθρώπων του κλήρου, να τους παρουσιάσουμε τα ίδια τους τα λόγια για ελευθερία και να τους ζητήσουμε να κόψουν αποφασιστικά κάθε δεσμό ανάμεσα στη θρησκεία και στην αστυνομία. Είτε είσθε ειλικρινείς, και τότε πρέπει να υποστηρίζετε τον ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και του σχολείου από την εκκλησία, να υποστηρίζετε την πλήρη και χωρίς όρους ανακήρυξη της θρησκείας σε ατομική υπόθεση. Είτε δεν παραδέχεστε αυτές τις συνεπείς διεκδικήσεις της ελευθερίας, και τότε σημαίνει πως είστε ακόμα αιχμάλωτοι των παραδόσεων της ιερής εξέτασης, τότε σημαίνει πως εξακολουθείτε να κολλάτε στις δημόσιες θεσούλες και στο δημόσιο κορβανά, τότε σημαίνει πως δεν πιστεύετε στην πνευματική δύναμη του όπλου σας, πως εξακολουθείτε να δωροδοκείστε από την κρατική εξουσία. Στην περίπτωση αυτή οι συνειδητοί εργάτες όλης της Ρωσίας σας κηρύττουν αμείλικτο πόλεμο.
Για το κόμμα του σοσιαλιστικού προλεταριάτου η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Το κόμμα μας είναι ένωση συνειδητών, πρωτοπόρων αγωνιστών για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μια τέτοια ένωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να στέκει αδιάφορη απέναντι στην έλλειψη συνειδητότητας, στην καθυστέρηση ή στο σκοταδισμό με τη μορφή θρησκευτικών δοξασιών. Απαιτούμε ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος για να καταπολεμούμε τη θρησκευτική θολούρα με καθαρά ιδεολογικά, και μόνο ιδεολογικά όπλα, με τον τύπο μας, με το λόγο μας. Άλλωστε εμείς συγκροτήσαμε την ένωση μας, το ΣΔΕΚΡ, για να διεξάγουμε ανάμεσα στ'άλλα, έναν τέτοιο ακριβώς αγώνα ενάντια σε κάθε θρησκευτική αποβλάκωση των εργατών. Για μας η ιδεολογική πάλη δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά υπόθεση όλου του κόμματος, όλου του προλεταριάτου.
Αφού είναι έτσι, τότε γιατί δεν δηλώνουμε στο πρόγραμμα μας πως είμαστε άθεοι; γιατί δεν απαγορεύουμε στους χριστιανούς και σ'εκείνους που πιστεύουν στο θεό να μπάινουν στο κόμμα μας;
Η απάντηση σ'αυτό το ερώτημα θα εξηγήσει την πολύ σοβαρή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στη σοσιαλδημοκρατική τοποθέτηση του ζητήματος της θρησκείας.
Ολόκληρο το πρόγραμμα μας είναι θεμελιωμένο πάνω σε επιστημονική και, συνάμα, στην υλιστική ακριβώς κοσμοθεωρία. Γι'αυτό η εξήγηση του προγράμματος μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την εξήγηση για τις πραγματικές ιστορικές και οικονομικές ρίζες της θρησκευτικής θολούρας. Η προπαγάνδα μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την προπαγάνδα του αθεϊσμού. Η έκδοση της αντίστοιχης επιστημονικής φιλολογίας, που ως σήμερα την απαγόρευε αυστηρά και την καταδίωκε η απολυταρχική-δουλοπαροικιακή κρατική εξουσία, πρέπει ν'αποτελέσει τώρα έναν από τους τομείς της κομματικής μας δουλειάς. Τώρα θα βρεθούμε ίσως στην ανάγκη ν'ακολουθήσουμε τη συμβουλή που έδωσε κάποτε ο Ένγκελς στους γερμανούς σοσιαλιστές: μετάφραση και μαζική διάδοση της γαλλικής διαφωτιστικής και αθεϊστικής φιλολογίας του XVIII αιώνα.
Ταυτόχρονα όμως δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να ξεπέφτουμε σε αφηρημένη, σε ιδεαλιστική τοποθέτηση του θρησκευτικού ζητήματος, ξεκινώντας "από το λόγο" και όχι από την ταξική πάλη, τοποθέτηση που κάνουν συχνά οι ριζοσπάστες δημοκράτες της αστικής τάξης. Θα ήταν ανοησία να νομίζουμε πως, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην απεριόριστη καταπίεση και αποκτήνωση των εργατικών μαζών, είναι δυνατόν να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις με καθαρά προπαγανδιστικά μέσα. Θα ήταν αστική στενοκεφαλιά να ξεχνάμε πως η θρησκευτική καταπίεση της ανθρωπότητας είναι απλώς προιόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης στους κόλπους της κοινωνίας. Με κανενός είδους φυλλάδες και με κανενός είδους κήρυγμα δεν μπορείς να διαφωτίσεις το προλεταριάτο, αν δεν το διαφωτίσει η ίδια η πάλη του ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις του καπιταλισμού. Η ενότητα αυτής της πάλης, πάλης πραγματικά επαναστατικής, που διεξάγει η καταπιεζόμενη τάξη για τη δημηουργία ενός επίγειου παραδείσου, είναι σπουδαιότερη για μας από την ενότητα γνωμών των προλεταρίων για τον επουράνιο παράδεισο.
Να γιατί δε μιλάμε, και δεν πρέπει να μιλάμε στο πρόγραμμα μας για τον αθεϊσμό μας. Να γιατί δεν απαγορεύουμε και δεν πρέπει να απαγορεύουμε στους προλεταρίους που έχουν διατηρήσει τούτα ή εκείνα τα υπολείμματα των παλαιών προλήψεων να πλησιάσουν στο κόμμα μας. Εμείς θα προπαγανδίζουμε πάντοτε την επιστημονική κοσμοθεωρία. Μας είναι απαραίτητο να καταπολεμούμε την ασυνέπεια οποιωνδήποτε "χριστιανών", αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως πρέπει να προωθούμε το θρησκευτικό ζήτημα στην πρώτη σειρά, γιατί σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτή η σειρά του, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπουμε το κομμάτιασμα των δυνάμεων της πραγματικά επαναστατικής, οικονομικής και πολιτικής πάλης για τριτεύουσες απόψεις και φαντασιοπληξίες, που χάνουν γρήγορα κάθε πολιτική σημασία, πετιούνται γρήγορα στην αποθήκη αχρήστων από την ίδια την πορεία της οικονομικής εξέλιξης.
Η αντιδραστική αστική τάξη φρόντιζε παντού, και τώρα αρχίζει να φροντίζει και στην χώρα μας, ν'ανάψει τη θρησκευτική έχθρα για να τραβήξει προς τα κει την προσοχή των μαζών, αποσπώντας την από τα πραγματικώς σοβαρά και θεμελιακά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, τα οποία λύνει τώρα πρακτικά το πανρωσικό προλεταριάτο που ενώνεται στην επαναστατική του πάλη. Η αντιδραστική αυτή πολιτική του κατατεμαχισμού των προλεταριακών δυνάμεων, που σήμερα εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή των πογκρόμ στα οποία προβαίνουν οι μαυροεκατονταρχίτες, ίσως να καταλήξει αύριο σε τίποτα πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Εμείς, εν πάση περιπτώσει, θα της αντιτάξουμε το ήρεμο, το σταθερό και υπομονητικό, το απαλλαγμένο από κάθε συδαύλιση διαφωνιών δευτερεύουσας σημασίας κήρυγμα της προλεταριακής αλληλεγγύης και της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.
Το επαναστατικό προλεταριάτο θα κατορθώσει ώστε η θρησκεία να γίνει πραγματικά ατομική υπόθεση για το κράτος. Και μέσα σ'αυτό το ξεκαθαρισμένο από την μεσαιωνική μούχλα πολιτικό καθεστώς το προλεταριάτο θ'αρχίσει μια πλατιά, ανοιχτή πάλη για την εξάλειψη της οικονομικής δουλείας, που είναι η αληθινή πηγή της θρησκευτικής αποβλάκωσης της ανθρωπότητας.
Ν. Λένιν

Στήνει πολεμικό προγεφύρωμα στον Περσικό Κόλπο



ΝΑΤΟΪΚΟ ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ζητάει από τους εφοπλιστές να διαθέσουν 24 πλοία για μεταφορά πολεμικών εφοδίων προς «άγνωστη» περιοχή, που φωτογραφίζεται σαν γειτονική στο Ιράν
Σε πολεμική προετοιμασία βρίσκεται η ιμπεριαλιστική πολεμική μηχανή, με την Ελλάδα να αναβαθμίζει ολοένα και περισσότερο τον επικίνδυνο ρόλο της. Οπως προκύπτει από έγγραφο που έχει στη διάθεσή του ο «Ριζοσπάστης», το ΝΑΤΟ ετοιμάζεται για πολεμικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, της Αραβικής Θάλασσας και του Περσικού Κόλπου και για το σκοπό αυτό κίνησε τις διαδικασίες για τη συγκέντρωση εμπορικών πλοίων που θα συμβάλουν στη μεταφορά πολεμικών εφοδίων διά θαλάσσης.
Αυτό προκύπτει από έγγραφο της Ενωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) προς τα μέλη της, με ημερομηνία 22/12/2011 και θέμα «Ανάπτυξη δυνάμεων ΝΑΤΟ - Διαθεσιμότητα εμπορικών πλοίων». Πρόκειται, όπως αναφέρεται, για «Ερευνα διαθεσιμότητας εμπορικών πλοίων για επιχειρησιακές ανάγκες» την οποία διεξάγει το ΥΕΘΑ/ΠΟΣΚΕΣΘΑΜ (Πολυεθνικό Συντονιστικό Κέντρο Στρατηγικών Θαλασσίων Μεταφορών) που εδρεύει στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας.
Η ΕΕΕ, απευθυνόμενη προς τους εφοπλιστές - μέλη της, επικαλείται σχετική ενημέρωση από το ΠΟΣΚΕΣΘΑΜ και αναφέρει: «(...) από τις αρμόδιες αρχές του NATO μελετάται η ενδεχόμενη ανάπτυξη και ανασύνταξη διά θαλάσσης της Δύναμης Επέμβασης του NATO εντός του 2012. Η εν λόγω ανάπτυξη και ανασύνταξη πρόκειται να διοργανωθεί, όταν απαιτηθεί, από το Συμμαχικό Στρατηγείο του NATO στη Θεσσαλονίκη». Το στρατηγείο για το οποίο γίνεται λόγος, είναι το ΝΑΤΟικό στρατηγείο της Θεσσαλονίκης HQ-NDC/GR (πρώην Γ' Σώμα Στρατού), που για το 2012 αναλαμβάνει τη διοίκηση του χερσαίου τμήματος της δύναμης ταχείας αντίδρασης (NRF) του ΝΑΤΟ, για την οποία επίσης γίνεται λόγος στο ίδιο έγγραφο των εφοπλιστών ως «Δύναμη Επέμβασης του ΝΑΤΟ».
Αποκαλυπτικές λεπτομέρειες
Το πνεύμα της σχετικής πρόσκλησης προς τους εφοπλιστές για διάθεση των πλοίων τους, παραπέμπει σε προετοιμασία πολεμικής επιχείρησης μεγάλης κλίμακας, παρά σε «άσκηση», όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο του εγγράφου. Σε κάθε περίπτωση, συνδέεται με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και κυρίως με τους σχεδιασμούς είτε για πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράν, είτε κάποιου είδους αποκλεισμό της χώρας αυτής με ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Ισχυρό είναι το ενδεχόμενο να συνδέεται και με την ανάπτυξη της Νατοϊκής αντιπυραυλικής ασπίδας, καθώς είναι γνωστή η πρόθεση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να δημιουργήσουν και νέες βάσεις γι' αυτό το σκοπό στην ευρύτερη περιοχή.
Στο ίδιο έγγραφο της Ενωσης Ελλήνων Εφοπλιστών αναφέρονται ως λιμάνια αναχώρησης αυτά της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας, ενώ επισημαίνεται ότι«η ανάπτυξη των δυνάμεων θα γίνει σε περιοχή που θα καθορισθεί, απόστασης περί τα 2.700 ν.μ. μέσω Σουέζ, όπου θα υπάρχει κατάλληλος λιμένας φορτοεκφόρτωσης». Δίνεται, δηλαδή, σαφώς το στίγμα της περιοχής ενδιαφέροντος και ενδεχόμενης διεξαγωγής των επιχειρήσεως, που με βάση αυτές τις αποστάσεις είναι η περιοχή του Περσικού Κόλπου και της Αραβικής Θάλασσας. Επίσης προβλέπεται ότι «η ανάπτυξη των δυνάμεων να διαρκέσει κατ' εκτίμηση δώδεκα (12) μήνες».
Σε άλλο σημείο περιγράφονται αποκαλυπτικές λεπτομέρειες, όπως ότι «τα υλικά θα βρίσκονται συσκευασμένα σε containers στον λιμένα αναχώρησης, εκτός των ελικοπτέρων», ότι ο «εκτιμώμενος χρόνος ταξιδιού και κατάπλου στο λιμένα προορισμού» είναι δέκα (10) ημέρες. Παράλληλα καθησυχάζονται οι ενδιαφερόμενοι εφοπλιστές ότι «τα πλοία δεν πρόκειται να διέλθουν από εμπόλεμη περιοχή, αλλά μόνον από περιοχή υψηλού κινδύνου πειρατείας».Δηλαδή, θα περάσουν το στενό και τον Κόλπο του Αντεν, ανοιχτά της Σομαλίας, που χαρακτηρίζεται ως περιοχή πειρατείας, προφανώς με κατεύθυνση κάποιο «συμμαχικό» αραβικό λιμάνι απέναντι από το Ιράν, πράγμα που προσανατολίζει σε συγκέντρωση πολεμικών δυνάμεων στην περιοχή.
Επί της ουσίας, διαβεβαιώνουν τους εφοπλιστές ότι η μπίζνα με το ΝΑΤΟ είναι «σίγουρη» και κερδοφόρα, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι ο εμπορικός στόλος μετατρέπεται σε δύναμη κρούσης της ιμπεριαλιστικής πολεμικής μηχανής. Την ίδια ώρα, οι ναυτεργάτες εμπλέκονται σε σοβαρούς κινδύνους και συμμετέχουν, χωρίς τη θέλησή τους, σε ιμπεριαλιστικές αποστολές.
Οσο για τον όγκο τού προς μεταφορά φορτίου, αναφέρεται πως θα γίνουν: Δεκατέσσερα δρομολόγια για μεταφορά 114 κοντέινερ με καύσιμα, ανά δρομολόγιο. Ενα δρομολόγιο στο οποίο θα μεταφέρονται 114 κοντέινερ με καύσιμα και 2 ελικόπτερα τύπου «Chinook» («Σινούκ»). Εξι δρομολόγια στα οποία θα μεταφέρονται 114 κοντέινερ με καύσιμα και 4 ελικόπτερα τύπου «Chinook». Tρία δρομολόγια στα οποία θα μεταφέρονται 114 «Σινούκ» με καύσιμα και 5 ελικόπτερα τύπου «Chinook» (CH-47D).
Μπούσουλας τα μνημόνια
Υπενθυμίζεται ότι το σχετικό «μνημόνιο κατανόησης», περί ίδρυσης και λειτουργίας του NDC/GR στη Θεσσαλονίκη, πέρασε από τη Βουλή στα μέσαΔεκέμβρη 2008, με τη συναίνεση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΛΑ.Ο.Σ. Με τη συγκεκριμένη συμφωνία, η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να φιλοξενεί στο έδαφός της πυρηνικά, βιολογικά και χημικά όπλα του ΝΑΤΟ για τις ανάγκες και τους σκοπούς των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Πρόκειται για ΝΑΤΟικό στρατηγείο «χαμηλής ετοιμότητας» (HQ-NDC/GR), όπως λέγεται.
Η καρδιά του Στρατηγείου είναι το επιτελείο του, με την επωνυμία «Επιτελείο του Σώματος Ανάπτυξης του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα», που κατά περίπτωση αναλαμβάνει αποστολές, μετακομίζοντας στα διάφορα ιμπεριαλιστικά πολεμικά μέτωπα, όπως έχει γίνει στο Αφγανιστάν. Τώρα έρχεται το συγκεκριμένο στρατηγείο να αναλάβει ρόλο με σύζευξη της δομής του με αυτή των ΝΑΤΟικών ευέλικτων και ταχυκίνητων δυνάμεων, δηλαδή τη δύναμη ταχείας αντίδρασης (NRF), τη διοίκηση του χερσαίου τμήματος της οποίας αναλαμβάνει για το 2012 το στρατηγείο της Θεσσαλονίκης HQ-NDC/GR (πρώην Γ' Σώμα Στρατού).
ΑΛΕΚΑ ΠΑΠΑΡΗΓΑ
Ολοι μαζί, μια γροθιά μπορούμε να τους νικήσουμε
Επιτροπές Ανέργων είπαν τα κάλαντα στην ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ την παραμονή των Χριστουγέννων
Μέλη των Επιτροπών Ανέργων λένε τα αγωνιστικά κάλαντα στην ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ
Ξεχωριστά, αγωνιστικά ήταν τα κάλαντα που είπαν στην ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα το πρωί του Σαββάτου, νέοι απ' τιςΕπιτροπές Ανέργων Ανατολικών Συνοικιών, Καλλιθέας και του Σωματείου Εμποροϋπαλλήλων, στην έδρα της ΚΕ του Κόμματος στον Περισσό.
Στη συνομιλία που είχαν με την Αλέκα Παπαρήγα, τους διηγήθηκε στιγμιότυπα απ' όταν η ίδια, μαζί με συντρόφους της, «έψελναν» αγωνιστικά κάλαντα, που στο επίκεντρο είχαν τότε το αίτημα για 15% για την Παιδεία. Την ενημέρωσαν για τη δράση τους στις επιτροπές ανέργων και παρότι βιώνουν τον εφιάλτη της ανεργίας, με αισιοδοξία εξέφρασαν την πεποίθηση: «Αυτοί μας πέταξαν απ' τους χώρους δουλειάς, εμείς θα τους πετάξουμε απ' την εξουσία»! Στους νέους προσφέρθηκαν βιβλία της «Σύγχρονης Εποχής».
Η Αλ. Παπαρήγα, μετά τη συνομιλία τους, έκανε την ακόλουθη δήλωση:«Ανεργοι, μισοεργαζόμενοι, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, φτωχοί επαγγελματίες και φτωχή αγροτιά όλοι μαζί σαν μια γροθιά, ένα σώμα, μία θέληση για τη λαϊκή εξουσία. Μπορούμε να τους νικήσουμε, μπορούμε να τους ανατρέψουμε».
Τα κάλαντα που τραγούδησαν στην ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ οι Επιτροπές των Ανέργων ήταν τα παρακάτω:
«Καλήν ημέρα εργατιά/ Κι αν είναι ο ορισμός σας/ Χρόνια πολλά αγωνιστικά/ Να πω στο σπιτικό σας
Κάνανε συγκυβέρνηση/ Και πάνε χέρι - χέρι/ Τσακίζουν πάλι τον λαό/ ΠΑΣΟΚ - ΝΔ - Καρατζαφέρης
Χαράτσια στέλνουν στους φτωχούς/ Στα ύψη η ανεργία/ Μειώνουν κι άλλο τους μισθούς/ Για την πλουτοκρατία
Με λαϊκές επιτροπές/ Σε κάθε συνοικία/ Ποδάρια στήνει ο λαός/ Για τη δική του εξουσία
Γι' αυτό φοβούνται τον λαό/ Μη γράψει ιστορία/ Κι αρχίσει αγώνες ταξικούς/ Σαν τη Χαλυβουργία».

TOP READ