15 Σεπ 2013

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ SPD

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ SPD
Μέρος 1ο
Το θέμα του σημερινού ένθετου «Ιστορία» δίνει σημαντικά συμπεράσματα στο σήμερα. Δημοσιεύουμε το πρώτο μέρος. Το δεύτερο την επομένη Κυριακή. Αναδημοσιεύεται από την ΚΟΜΕΠ, τεύχος 4-5/2012.
***
Πρίγκιπας Μαξ: «Κύριε Εμπερτ, σας εμπιστεύομαι το γερμανικό Ράιχ»1.
Φρίντριχ Εμπερτ: «Εχασα δύο γιους για αυτό το Ράιχ»2.
Η παραπάνω στιχομυθία έλαβε χώρα στο Βερολίνο στις 9 Νοέμβρη 1918 κατά την οικειοθελή παράδοση της Καγκελαρίας από τον Πρίγκιπα Μαξ στο Φρίντριχ Εμπερτ. Στον πρίγκιπα Μαξ της Βάδης ανατέθηκε η ηγεσία μιας βραχύβιας κυβέρνησης της χώρας3 τις τελευταίες ημέρες του πολέμου με στόχο την πρόληψη των επαναστατικών εξελίξεων και τη διαπραγμάτευση με τους συμμάχους για τη σύναψη ειρήνης. Ποιος είναι όμως ο άνθρωπος ο οποίος ανέλαβε το Ράιχ; Ποιος είναι ο άνθρωπος που θυσίασε δύο γιους στον αγώνα του Ράιχ, δηλαδή στον αγώνα των γερμανικών μονοπωλίων για την κατάκτηση νέων αγορών; Ο άνθρωπος αυτός είναι ο Φρίντριχ Εμπερτ, ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD)4, του μεγαλύτερου κόμματος της Γερμανίας και μεγαλύτερου εργατικού κόμματος στην Ευρώπη προπολεμικά.
Η κατάκτηση της γερμανικής Καγκελαρίας στις 9 Νοέμβρη από τον ηγέτη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και η συμμετοχή του κόμματος σε αυτή (αλλά και την προηγούμενη ολιγοήμερη κυβέρνηση Μαξ) ανέδειξε ένα καινούριο φαινόμενο στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Το νέο αυτό φαινόμενο δεν είναι άλλο από τη μετατροπή οπορτουνιστικών κομμάτων, δηλαδή κομμάτων που αποτελούν φορείς της αστικής ιδεολογίας μέσα στο εργατικό κίνημα, σε καθαρόαιμα αστικά κόμματα, δηλαδή κόμματα που διαχειρίζονται τα γενικά συμφέροντα της τάξης που έχει την εξουσία, δηλαδή τα μέσα παραγωγής, στα χέρια της. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει απασχολήσει το κομμουνιστικό κίνημα από την πρώτη στιγμή διαμόρφωσής του, ωστόσο η ιστορική πείρα από τη δράση και την πολιτική γραμμή σημαντικού τμήματος του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αποδεικνύει ότι χρειάζεται περισσότερο εμβάθυνση σε αυτό, ιδιαίτερα από τα Κομμουνιστικά Κόμματα που παραμένουν πιστά στον αγώνα για την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής και την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Η ανάθεση της διακυβέρνησης από την αστική τάξη στα πρόθυμα οπορτουνιστικά κόμματα (όποια ταμπέλα κι αν έχουν αυτά κατά καιρούς: σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά, εργατικά, ακόμα και κομμουνιστικά) επαναλήφθηκε πολλές ακόμα φορές, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου απειλούνταν η εξουσία της αστικής τάξης. Φαίνεται ότι η προσπάθεια επιστράτευσης «στα δύσκολα» των «αριστερών» κομμάτων που μένουν πιστά στο σύστημα αποκτά την ισχύ νομοτέλειας στη διεξαγωγή της ταξικής πάλης, νομοτέλειας, την οποία τα επαναστατικά κόμματα πρέπει να έχουν πάντα κατά νου.5
Σε αυτό το άρθρο όμως δε θα μας απασχολήσουν όλες οι αντίστοιχες περιπτώσεις, αλλά θα σταθούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση της Γερμανίας και της πορείας ανάδειξης του SPD σε στυλοβάτη των συμφερόντων του γερμανικού καπιταλισμού.
Η μελέτη της πορείας διολίσθησης των οπορτουνιστικών κομμάτων σε καθαρά και χωρίς προσχήματα αστικές θέσεις και πολιτικές έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη χώρα μας ενόψει και της επιχειρούμενης αναπαλαίωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού και του νέου ρόλου που επιφυλάσσει η αστική τάξη στο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για ένα κόμμα με αστική (σοσιαλδημοκρατική) πολιτική γραμμή που αξιοποιεί το κομμουνιστικό παρελθόν συνιστωσών του (εξ ου και οπορτουνιστικό) για να περάσει αυτή τη γραμμή στο κίνημα, κόμμα στο οποίο, κατά την πρόσφατη διεκδίκηση της αστικής εξουσίας, επιταχύνθηκαν οι τάσεις μετατροπής του σε καθαρόαιμο «σοβαρό και υπεύθυνο» αστικό πολιτικό κόμμα (κυβέρνησης ή «αξιωματικής» αντιπολίτευσης), που πάνω του μπορεί να «ακουμπήσει» η αστική τάξη.
Φυσικά υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ ενός κόμματος όπως το SPD και του ΣΥΡΙΖΑ. Το SPD ξεκίνησε ως εργατικό κόμμα στο οποίο, υπό την επιρροή των Μαρξ και Ενγκελς, κυριαρχούσαν επαναστατικές θέσεις. Στους κόλπους του όμως μαζί με τους επαναστάτες συνυπήρχαν και ρεφορμιστές, όπως άλλωστε και σε όλα σχεδόν τα εργατικά κόμματα της Β' Διεθνούς. Σε μια πορεία οι ρεφορμιστικές αντιλήψεις κυριάρχησαν, ενώ στη συνέχεια η μετάλλαξη βάθυνε, μετατρέποντας το SPD σε κόμμα της αστικής διακυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, ξεκίνησε ως μικροαστικό δεξιό οπορτουνιστικό κόμμα από τα σπλάχνα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος για να τείνει να μετατραπεί σε καθαρόαιμο αστικό κόμμα. Παρά τις σημαντικές διαφορές, η πορεία μετάλλαξης των οπορτουνιστικών κομμάτων προς την κατεύθυνση της πλήρους αστικοποίησης παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά, όπως ελπίζουμε να γίνει κατανοητό στη συνέχεια.
ΤΟ SPD ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ: Η ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ
Το SPD της περιόδου που προηγήθηκε του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν το πιο μεγάλο κόμμα του διεθνούς πολιτικού ρεύματος της σοσιαλδημοκρατίας. Γι' αυτό οι εξελίξεις σε αυτό αντανακλούσαν περισσότερο από κάθε άλλο κόμμα τις διεργασίες που συντελούνταν αυτή την περίοδο σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή, κυρίως, σοσιαλδημοκρατία. Η σοσιαλδημοκρατία γεννήθηκε και έκανε τα πρώτα της βήματα ως τμήμα του εργατικού κινήματος, στο οποίο όμως συνυπήρχαν οι επαναστατικές και οι ρεφορμιστικές, οι μεταρρυθμιστικές αντιλήψεις. Πιο αναλυτικά, στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της περιόδου συνυπήρχαν, από τη μία, η άποψη ότι ο καπιταλισμός δεν εξανθρωπίζεται και πρέπει να ανατραπεί επαναστατικά για να οικοδομηθεί πάνω στα συντρίμμια του ο κομμουνιστικός τρόπος οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας και, από την άλλη, η άποψη ότι με τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις και αφήνοντας αναλλοίωτα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας (καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, το κέρδος ως κριτήριο παραγωγής, αστικός κοινοβουλευτισμός κλπ.) μπορούσε να δημιουργηθεί μία κοινωνία φιλική προς τους εργαζόμενους.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα επαναστατικά και τα ρεφορμιστικά στοιχεία οξυνόταν όλο και περισσότερο στις αρχές του 20ού αιώνα για να κορυφωθεί με το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, την προδοτική στάση σχεδόν του συνόλου των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων απέναντι σε αυτόν, αλλά και την ανακήρυξη κάποιων από αυτά σε κόμματα της αστικής εξουσίας. Ετσι φτάσαμε στη γενίκευση του σχίσματος στους κόλπους της σοσιαλδημοκρατίας και στην εμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος και των κομμουνιστικών κομμάτων, η οποία σήμαινε την κατάκτηση της πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής αυτοτέλειας των επαναστατών που πάλευαν για την ανατροπή της καπιταλιστικής και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.6 Αυτό το σχίσμα εκφράστηκε και με τη διάλυση της σοσιαλδημοκρατικής Β΄ Διεθνούς και τη δημιουργία της κομμουνιστικής Γ΄ Διεθνούς.
Η παραπάνω αναφορά στην ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας είναι απαραίτητη για να εντοπιστούν οι σημαντικές διαφορές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και ιδιαίτερα του SPD της περιόδου μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τα σημερινά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Εκκινώντας από την εμπειρία της πλήρους αστικής μετάλλαξης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και κοιτώντας προς τα πίσω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτά τα κόμματα παρουσίασαν μια συνεχή πορεία μετάλλαξης με κάποιες σημαντικές «ασυνέχειες». Από επαναστατικά εργατικά κόμματα μεταλλάχθηκαν σε οπορτουνιστικά κόμματα και από οπορτουνιστικά σε αστικά - κυβερνητικά κόμματα.
Το SPD αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω εξελίξεων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το SPD ήταν ένα κόμμα με εργατική σύνθεση που επικαλούνταν την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αριθμούσε πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη, εργάτες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ενώ τα προσκείμενα σε αυτό συνδικάτα αριθμούσαν δυόμισι εκατομμύρια μέλη, μάχιμα στην πλειοψηφία τους.7 Οσον αφορά την πορεία μετάλλαξής του, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε την άποψη ότι η πρώτη «ασυνέχεια» ήταν η περίοδος της πρώτης 10ετίας-15ετίας του 20ού αιώνα, στο τέλος της οποίας η επικράτηση του οπορτουνισμού ήταν συντριπτική, ενώ η δεύτερη «ασυνέχεια» συντελέστηκε αμέσως μετά, στην περίοδο στην οποία θα επικεντρώσουμε εδώ και η οποία ξεκινάει λίγο πριν τον τερματισμό του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Οπως φαίνεται και από τα χρονικά διαστήματα, η πρώτη περίοδος, αυτή της επικράτησης του οπορτουνισμού επί των επαναστατικών στοιχείων, είναι πολύ πιο μακρόχρονη και σκληρή από τη δεύτερη, αυτή της μετατροπής των οπορτουνιστικών κομμάτων σε στυλοβάτες του συστήματος. Αυτό είναι λογικό, αφού η οπορτουνιστική πολιτική γραμμή είναι -όσον αφορά την ταξική της ουσία- αστική πολιτική γραμμή, προσαρμοσμένη στις ανάγκες διείσδυσής της μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος. Ετσι, από τη στιγμή που αυτή η πολιτική γραμμή κυριαρχήσει σε ένα εργατικό κόμμα, από τη στιγμή που το «κάστρο παρθεί», είναι λογικό να ελαχιστοποιούνται οι όποιες αντιστάσεις και η ταχύτητα μετάλλαξης να αυξάνεται ραγδαία. Αλλωστε, αυτά τα κόμματα έγιναν κυβερνητικά κόμματα ακριβώς στη βάση της αντίληψής τους ότι με μια σειρά μεταρρυθμίσεις, οι οποίες δε θα θίγουν τα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος, μπορούν να εξασφαλιστούν ευνοϊκές συνθήκες ζωής και εργασίας για την εργατική τάξη.
Το συμπέρασμα της επιτάχυνσης της αστικής μετάλλαξης μέσω της συμμετοχής στην αστική διακυβέρνηση είναι ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα για το κομμουνιστικό κίνημα, το οποίο έχει βιώσει και περιπτώσεις κομμουνιστικών κομμάτων στα οποία κυριάρχησε η μεταρρυθμιστική αντίληψη, ενώ η ταχύτητα μετάλλαξής τους επιταχύνθηκε μετά τη συμμετοχή και αξιοποίησή τους σε αστικές κυβερνήσεις. Το κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να προβληματιστεί περισσότερο στη βάση της πείρας του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, το οποίο ξεκίνησε με τη θέση ότι μια εργατική κυβέρνηση που θα εμφανιστεί στο έδαφος του καπιταλισμού, χωρίς ρήξη με την καπιταλιστική ιδιοκτησία, μπορεί όχι μόνο να φέρει τη βελτίωση της ζωής των εργαζόμενων αλλά και να ανοίξει το δρόμο για το ολοκληρωτικό πέρασμα στην εργατική εξουσία.
Πλευρές πάντως αυτής της επιτάχυνσης της αστικής μετάλλαξης στο εσωτερικό των οπορτουνιστικών κομμάτων ζήσαμε και με το ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές, ο οποίος μπροστά στο σοβαρό ενδεχόμενο κατάκτησης της αστικής διακυβέρνησης έκανε πολύ σημαντικές υποχωρήσεις, εγκαταλείποντας αρκετά από τα φραστικά ριζοσπαστικά αιτήματα που διατύπωνε στις εκλογές της 6ης Μάη.
Ας επιστρέψουμε όμως στην περίπτωση του SPD. Η περίοδος από τη νομιμοποίηση του κόμματος το 1908 μέχρι και το 1912 χαρακτηρίζεται από την εδραίωση και αύξηση των θέσεών του στη γερμανική κοινωνία, την ταχύτατη αύξηση της εκλογικής του επιρροής9, αλλά και την εμφάνιση της οξείας διαπάλης μέσα στο κόμμα μεταξύ της επαναστατικής και της μεταρρυθμιστικής πολιτικής γραμμής (ιδιαίτερα από τα τελευταία 2-3 χρόνια του 19ου αιώνα και μετά). Ο θάνατος του Α. Μπέμπελ το 1913 και η ανάληψη της καθοδήγησης του κόμματος από το Φρίντριχ Εμπερτ μπορεί να θεωρηθεί ως ορόσημο της συντριπτικής κυριαρχίας του οπορτουνισμού στο κόμμα.
Στην ίδια περίοδο, ρόλο επιταχυντή των εξελίξεων προς όφελος της μεταρρυθμιστικής αντίληψης, ιδιαίτερα σε μία χώρα σαν τη Γερμανία, έπαιξαν οι θέσεις του κόμματος απέναντι στον πόλεμο, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από συνεχή υποχώρηση από τις επαναστατικές θέσεις. Ετσι, ενώ π.χ. το 1898 το κόμμα είχε αντιταχθεί σε όλες τις αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών, το 1903 αντιτάχθηκε μόνο σε όσους στρατιωτικούς νόμους απαιτούσαν επιπλέον φορολόγηση των εργατών, το 1912 αντιτάχθηκε μόνο στους στρατιωτικούς νόμους που συνεπάγονταν την επιβολή έμμεσων φόρων στα καταναλωτικά αγαθά, για να φτάσουμε στις 4 Αυγούστου 1914, τη λεγόμενη μέρα της «Μεγάλης Προδοσίας», όταν το κόμμα υπερψήφισε στο γερμανικό κοινοβούλιο, το Ράιχσταγκ, όλες τις πολεμικές πιστώσεις, υιοθετώντας καθαρά σοσιαλπατριωτική στάση και θέτοντας το κόμμα στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων της γερμανικής αστικής τάξης.10 Οπως χαρακτηριστικά σημείωνε η Ρ. Λούξεμπουργκ, το γνωστό διεθνιστικό σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» είχε μετατραπεί από τη σοσιαλδημοκρατία σε «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε στις ειρηνικές περιόδους, ενώ σε περιόδους πολέμου αλληλοσφαχτείτε».
Εξαίρεση σε αυτή την πορεία αποτέλεσε η στάση του κόμματος το 1907, όταν καταψήφισε στο Ράιχσταγκ την επιθετική αποικιοκρατική πολιτική της Γερμανίας στις αποικίες του Τόγκο και του Καμερούν στην Αφρική.11 Μάλιστα, το κόμμα πλήρωσε εκλογικά αυτή του τη θέση, αφού προβλήθηκε επίμονα από τα άλλα κόμματα ως προδοτικό για τα εθνικά συμφέροντα. Οι εκλογές που έγιναν την ίδια χρονιά ήταν οι μόνες από την άρση του λεγόμενου Αντι-σοσιαλιστικού νόμου το 1890 μέχρι τον πόλεμο στις οποίες το κόμμα σημείωσε εκλογική κάμψη (οι έδρες του μειώθηκαν από 79 στις 43). Δυστυχώς, απ' ό,τι φαίνεται αυτή η «εκλογική πίεση» αποτέλεσε επιπλέον παράγοντα πίεσης για «προσαρμογή» και «διόρθωση» της θέσης του σε κατεύθυνση στήριξης των επιδιώξεων της γερμανικής αστικής τάξης.12
Οσον αφορά τώρα την εκλογική άνοδο του κόμματος, όλη αυτή την περίοδο φαίνεται ότι όχι μόνο δεν καλλιεργούσε αλλά αντιστρατευόταν την ανάπτυξη της αντικαπιταλιστικής συνείδησης των Γερμανών εργαζόμενων. Η ιστορία του SPD έδειξε ότι όσο πιο πολύ απομακρυνόταν το κόμμα από την επαναστατική θεωρία και πράξη, όσο πιο μεγάλη ήταν η κυριαρχία του οπορτουνισμού στις γραμμές του, τόσο πιο γρήγορα αυξάνονταν τα εκλογικά ποσοστά του, τόσο πιο πολύ μεγάλωνε η ψαλίδα ανάμεσα στο εκλογικό του ποσοστό και στο επίπεδο της ταξικής πάλης. Και όταν λέμε επίπεδο της ταξικής πάλης δεν εννοούμε μόνο τον αριθμό των συνδικαλισμένων και τον αριθμό των κάθε είδους κινητοποιήσεων, αλλά και την κατεύθυνση των αγώνων, το βαθμό απαγκίστρωσης πλατιών εργατικών μαζών από την αστική ιδεολογία και τους αστικούς «μονόδρομους». Ενδεικτική είναι η εξής αναφορά: «Η σταθερή ανάπτυξη του εργατικού κινήματος μέχρι τον πόλεμο δεν αποτελούσε ένδειξη αυξανόμενου ριζοσπαστισμού, αλλά έκφραση μιας γενικευμένης αντίληψης ότι "Εμείς, οι εργάτες, ανήκουμε στη σοσιαλιστική δημοκρατία"»13.
Ακριβώς αυτή η αύξηση του αριθμού των εργατών που μπαίνουν σε κίνηση χωρίς ταυτόχρονο μπόλιασμά τους με τη ριζοσπαστική, την επαναστατική ιδεολογία, αποτέλεσε -όπως θα δούμε- το καλύτερο όπλο του συστήματος, τόσο για την ακίνδυνη αξιοποίηση των εργατών στις πολεμικές του επιδιώξεις, όσο και για την επιτυχή αναχαίτιση του μεταπολεμικού επαναστατικού ρεύματος.
Η ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΟΥ SPD ΩΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
Από τα τέλη του Σεπτέμβρη του 1918 η Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση14βεβαιώθηκε ότι ο πόλεμος είναι αδύνατον να κερδηθεί. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με την επαναστατική «μόλυνση» σημαντικής μερίδας των Γερμανών στρατιωτών και τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία δημιουργούσε ένα εκρηκτικό σκηνικό για τους Γερμανούς βιομήχανους. Ενας γερμανικός Οκτώβρης ήταν ίσως πολύ κοντά. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η αστική τάξη αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Δεν υπάρχει καλύτερη περιγραφή της προσπάθειας «κατάσβεσης» της επαναστατικής πυρκαγιάς από αυτή του Ρόμπερτ Μπος, ιδιοκτήτη της ομώνυμης βιομηχανίας ηλεκτρικών ειδών: «Οταν το σπίτι σου καίγεται, θα χρησιμοποιήσεις και βρωμόνερα». Αυτά τα βρωμόνερα δεν ήταν τίποτα άλλο από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η οποία άλλωστε από τον πόλεμο είχε αποδείξει τη συστράτευσή της με τη γερμανική αστική τάξη15.
Στη συνέχεια ανέλαβε ο αντιδραστικός στρατηγός Λούντερντορφ, ο οποίος πρότεινε τη δημιουργία «κυβέρνησης του λαού» με τη συμμετοχή των υπαρχόντων κομμάτων - του SPD, του Κόμματος του Κέντρου και των Φιλελεύθερων - υπό τον πρίγκιπα Μαξ της Βάδης. Το SPD δέχτηκε για άλλη μία φορά να «βοηθήσει την πατρίδα σε αυτή τη δύσκολη ώρα». Με τη συμμετοχή του σε αυτή τη βραχύβια κυβέρνηση ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητικές ευθύνες, αναλαμβάνοντας να βγάλει «τα κάστανα από τη φωτιά» της ηττημένης στον πόλεμο γερμανικής αστικής τάξης, κατασβήνοντας ταυτόχρονα τις «φωτιές» που έκαιγαν «από τα κάτω», από την πλευρά της γερμανικής εργατικής τάξης.
Οι σοσιαλδημοκράτες παρουσίασαν τη συμμετοχή τους σε αυτή τη βραχύβια κυβέρνηση ως «επανάσταση από τα πάνω». Δηλαδή, παρουσίασαν ως επανάσταση, ως αλλαγή δηλαδή της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία, τις αναγκαίες προσαρμογές στις οποίες προχώρησε ένα αστικό κράτος16 που μόλις έβγαινε από έναν πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα απειλούνταν από ένα επαναστατικό κύμα17. Παρά τις σημαντικότατες ιστορικές διαφορές, η λογική της «επανάστασης από τα πάνω» των προδοτών σοσιαλδημοκρατών του 1918 και η λογική «ειρηνική επανάσταση μέσω της συμμετοχής σε κυβέρνηση» που προπαγάνδιζε ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν τον ίδιο πυρήνα: Επικαλούνται τη ριζική αλλαγή και την επανάσταση για να τις αποτρέψουν, ταυτίζουν την επανάσταση με την αλλαγή της σύνθεσης της αστικής κυβέρνησης, αποκόβουν την επανάσταση από τη δράση της εργατικής τάξης, η οποία πρέπει να πάρει στα χέρια της τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και να οικοδομήσει με την καθοδήγηση του κόμματός της τη νέα κοινωνία.
Η εξέγερση των ναυτών του Κίελου, που λάμβανε χώρα την ίδια περίοδο, αποτέλεσε τη σπίθα για να ξεσπάσει η επαναστατική πυρκαγιά σε ολόκληρη τη Γερμανία18. Σε λίγες μέρες το επαναστατικό ρεύμα συνεπήρε σχεδόν ολόκληρη τη Γερμανία. Συμβούλια στρατιωτών, ναυτών και εργατών συγκροτούνταν σε όλες σχεδόν τις γερμανικές πόλεις. Οι κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν παντού. Η επαναστατική πυρκαγιά ήταν εκτός ελέγχου. Επρεπε γρήγορα να ξεριζωθούν οι πυρήνες, τα κύτταρα της νέας εξουσίας που είχαν δημιουργηθεί σε πολλές πόλεις. Αν δε γινόταν αυτό έγκαιρα, τότε το καρκίνωμα του κομμουνισμού, που ήδη είχε κάνει την εντυπωσιακή του εμφάνιση στο σώμα του γερμανικού καπιταλισμού, θα πάθαινε μετάσταση σε όλα του τα μέρη και ο θάνατός του θα ήταν το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα.
Είχε έρθει η ώρα να αξιοποιηθούν τα «βρωμόνερα» της σοσιαλδημοκρατίας. Ο σοσιαλδημοκράτης βουλευτής Νόσκε πήγε ως κυβερνητικό στέλεχος πλέον στο επαναστατημένο Κίελο. Με το κύρος του παλιού σοσιαλδημοκράτη, ο Νόσκε αυτοανακηρύχθηκε κυβερνήτης του Κίελου, άρπαξε την προεδρία του Συμβουλίου των στρατιωτών και γρήγορα κατέπνιξε «από τα πάνω» την εξέγερση. Εγραφε τριάντα χρόνια αργότερα: «Αν εκείνη την εποχή έπαιρνα και μετέφερα την κόκκινη σημαία της εξέγερσης, τότε από το Κίελο θα απλωνόταν σε όλη τη Γερμανία ένα κύμα που τις διαστάσεις του δεν μπορεί να υπολογίσει κανείς σήμερα»19. Η ίδια μέθοδος ακολουθήθηκε και στις υπόλοιπες πόλεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργού της Στουτγάρδης Βίλχελμ Μπλος, ο οποίος έκανε τα πάντα «για να προστατέψει το κράτος από μία δικτατορία τύπου μπολσεβίκων», όπως έλεγε ο ίδιος. Οι σοσιαλδημοκράτες, αφού διακήρυξαν την «επανάσταση από τα πάνω», μπήκαν μέσα στις εξεγέρσεις για να προλάβουν και να στραγγαλίσουν εν τη γενέσει της την επανάσταση «από τα κάτω», από την εργατική τάξη.
Φυσικά, αυτή η επανάσταση «από τα κάτω» προϋπέθετε την ύπαρξη επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Αυτές τις μέρες, όμως, τέτοιο κόμμα δεν υπήρχε. Αν και είχε διαμορφωθεί ένας κομμουνιστικός πυρήνας, αυτός παρέμενε σιδηροδέσμιος μέσα στα ασφυκτικά γι' αυτόν πλαίσια του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, με συνέπεια να μην μπορεί να παίξει το ρόλο του ως πρωτοπορία της εργατικής εξέγερσης. Η αναγκαιότητα πλήρους οργανωτικής ρήξης αυτού του κομμουνιστικού πυρήνα συνειδητοποιήθηκε στο έδαφος της εξελισσόμενης αντεπανάστασης δύο περίπου μήνες αργότερα. Δυστυχώς, όμως, πλέον ήταν αργά.
Ενώ οι επαναστάτες ταλαντεύονταν γι' αυτή την οργανωτική ρήξη, οι αντεπαναστάτες δεν είχαν καμία ταλάντευση. Αυτό φάνηκε και όταν στις 9 Νοέμβρη η επανάσταση έφτασε στην πρωτεύουσα, στο Βερολίνο. Τότε ξέσπασε μεγάλη απεργία, οι απεργοί συμφιλιώθηκαν με τους στρατιώτες και κατέλαβαν τα στρατόπεδα και πολλά κυβερνητικά κτίρια. Πλέον απαιτούνταν τεράστιες δόσεις «βρωμόνερων». Ο πρίγκιπας Μαξ παραιτείται και παραδίδει οικειοθελώς την καγκελαρία του Ράιχ στον ηγέτη των σοσιαλδημοκρατών, τον Εμπερτ. Η αιτιολόγηση από τον ίδιο της απόφασής του δε χωράει κανένα σχολιασμό:«Σκέφτηκα: Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η επανάσταση θα νικήσει. Δεν μπορούμε να την καταστείλουμε, ίσως όμως καταφέρουμε να την πνίξουμε»20. Μία ώρα αργότερα ο σοσιαλδημοκράτης Σάιντεμαν κηρύσσει από ένα παράθυρο του Ράιχσταγκ την «Ελεύθερη Γερμανική Δημοκρατία» για να προλάβει αυτό που έγινε λίγες ώρες μετά, την ανακήρυξη από τον Λίμπκνεχτ της «Ελεύθερης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γερμανίας». Το αποτέλεσμα ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα να μη συμμετέχει απλώς στην αστική κυβέρνηση (όπως έκανε από τις αρχές του μήνα), αλλά να έχει και την κεφαλή της, τον καγκελάριο του Ράιχ.
Οι διαδικασίες σχηματισμού της κυβέρνησης έχουν ιδιαίτερη σημασία και σημαντικά κοινά στοιχεία με ζητήματα της τρέχουσας πολιτικής αντιπαράθεσης: Πρώτον, ο Εμπερτ κατάφερε να τραβήξει στην κυβέρνηση και το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα21, προσπαθώντας και με αυτό τον τρόπο να τραβήξει ακόμα και τους απογοητευμένους με το SPD εργάτες στην «κυβερνητική στρούγκα» και να χρησιμοποιήσει τους «Ανεξάρτητους» ως «φύλλο συκής» της αντεπανάστασης. Η προσπάθεια αυτή έγινε από την πλευρά του SPD με τα επιχειρήματα περί «ενότητας των σοσιαλιστών» και «τερματισμού της σοσιαλιστικής διχόνοιας», επιχειρήματα τα οποία αξιοποιούνται στο έπακρο και στις μέρες μας για την ενσωμάτωση και τον αφοπλισμό του κινήματος. Δεύτερον, ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση του Λίμπκνεχτ της ομάδας Σπάρτακος22, τον οποίο οι «Ανεξάρτητοι» πρότειναν να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Ο Λίμπκνεχτ αρνήθηκε κατηγορηματικά, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα των προσδοκιών και των αυταπατών που είχαν δημιουργηθεί. Οι εργάτες πίεζαν τον Λίμπκνεχτ να συμμετάσχει στην κυβέρνηση γιατί τον θεωρούσαν ως το πιο συνεπές στοιχείο της σοσιαλδημοκρατίας (το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας δεν είχε ιδρυθεί ακόμα και η ομάδα Σπάρτακος συμμετείχε ως «αριστερή πτέρυγα» στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) και εγγύηση ότι η κυβέρνηση θα πραγματοποιούσε τις δεσμεύσεις της και πάνω απ' όλα τη γρήγορη σύναψη ειρήνης.
Ετσι, στις 10 Νοέμβρη η συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης των «επαναστατικών» Συμβουλίων των Εργατών και των Στρατιωτών του Βερολίνου, η οποία αποτελούνταν στη συντριπτική της πλειοψηφία από σοσιαλδημοκράτες, κατέληξε στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας του SPD και των «Ανεξάρτητων» υπό την καγκελαρία του Εμπερτ. Η καινούρια κυβέρνηση πήρε την ονομασία «Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων» για να υπενθυμίζει στους εργαζόμενους ότι πρόκειται για μία κυβέρνηση που προέκυψε από την ...«επανάσταση από τα πάνω». Πρόκειται για πρωτάκουστη απάτη της πολύ έμπειρης και ικανής γερμανικής αστικής τάξης, η οποία βάφτισε την κυβέρνηση που ήταν επιφορτισμένη με την αντεπανάσταση ως «Κυβέρνηση των Σοβιέτ». Αλλη μία ιστορική απόδειξη του γεγονότος ότι το όνομα της κυβέρνησης δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το ταξικό περιεχόμενο της πολιτικής της. Ας θυμηθούμε και τα δικά μας περί «σοσιαλιστικής κυβέρνησης» παλαιότερα ή «κυβέρνησης της αριστεράς» σήμερα.
Ιδιαίτερο ρόλο στη στάση των εργατών απέναντι στη νέα αντεπαναστατική κυβέρνηση έπαιξε η απαράδεκτη καθυστέρηση στη δημιουργία επαναστατικού κόμματος από τα επαναστατικά στοιχεία στη Γερμανία. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε επαναστατικό κόμμα «να τους χαλάσει τη σούπα» δημιουργούσε στους εργάτες την ιδέα ότι αφού όλα τα εργατικά κόμματα ήταν μαζί στην κυβέρνηση, δεν υπήρχε καμία περίπτωση προδοσίας ή τουλάχιστον δεν υπήρχε άλλη προοπτική.
Αντί με αποφασιστικότητα να διαχωρίσουν τη θέση τους από τα μεταλλαγμένα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, οι Γερμανοί επαναστάτες «βολόδερναν» ανάμεσά τους, έχοντας την αντίληψη ότι με αυτό τον τρόπο προστάτευαν την ενότητα του εργατικού κινήματος και ότι μπορούσαν να «τραβήξουν προς τα αριστερά» τους κεντριστές, ακόμα και κάποιους δεξιούς μέσα σε αυτά τα κόμματα. Η Ιστορία από τότε έχει αποδείξει ότι το ζήτημα της ταξικής ενότητας του εργατικού κινήματος όχι μόνο δεν περνάει μέσα από την ενότητα στην κορυφή του εργατικού κινήματος, αλλά προϋποθέτει την ανοιχτή πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική σύγκρουση με τα συμβιβαστικά στοιχεία μέσα σε αυτό. Μόνο έτσι διασφαλίζεται η πολιτική αυτοτέλεια του κινήματος της εργατικής τάξης σε όλες τις φάσεις.
Αυτή η αυτοτέλεια τελικά δεν μπόρεσε να κερδηθεί έγκαιρα στη Γερμανία. Η αγωνία για την ενότητα στην κεφαλή του κινήματος παρέδωσε το κίνημα σιδηροδέσμιο στην αγκαλιά της αντεπανάστασης και τσάκισε οποιαδήποτε προοπτική επικράτησης της επανάστασης και ταξικής ενότητας στη βάση. Τελικά αυτό που πέτυχαν με τη διστακτικότητα και τις αυταπάτες τους οι επαναστάτες είναι η ενότητα των αντεπαναστατικών στοιχείων και η στοίχιση πίσω τους αρκετών επαναστατικών στοιχείων, τα οποία σταδιακά τραβήχτηκαν «προς τα δεξιά». Οπως σημείωνε και ο Λένιν, «το μεγάλο ατύχημα και ο κίνδυνος για την Ευρώπη είναι ότι δεν υπάρχει στην Ευρώπη ένα επαναστατικό κόμμα. Υπάρχουν κόμματα προδοτών τύπου Σάιντεμαν, Ρενοντέλ, Χέντερσον, Βεμπ και Σία ή λακέδων τύπου Κάουτσκι. Δεν υπάρχει ένα κόμμα επαναστατικό»23. Επαληθεύτηκε με τραγικό τρόπο για άλλη μια φορά ότι η εργατική τάξη συγκροτείται ως κυρίαρχη τάξη πρώτα απ' όλα με το κόμμα της ή με άλλα λόγια ότι δεν μπορεί να γίνει και να διατηρηθεί ως κυρίαρχη τάξη αν δε διαθέτει το δικό της επαναστατικό κόμμα.
Ο σχηματισμός αντεπαναστατικής κυβέρνησης ξεκίνησε με τη λογική της ανάθεσης και του εφησυχασμού, με τον Εμπερτ να δηλώνει ότι «οι εργάτες και οι στρατιώτες δε χρειάζεται να ανησυχούν για τα κοινωνικά επιτεύγματα της επανάστασης», τα οποία θα εξασφάλιζε το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων, το γερμανικό ...Ανώτατο Σοβιέτ. Αρα, όχι εξουσία της εργατικής τάξης, όχι δημιουργία της νέας κοινωνίας με τα ίδια τα χέρια της εργατικής τάξης, αλλά ανάθεση και εφησυχασμός. Η αντεπαναστατική κυβέρνηση, θέλοντας να αποτρέψει την προοπτική μετεξέλιξης των Συμβουλίων σε όργανα επαναστατικής πάλης, αρχικά τους προσέδωσε τον κάλπικο και εφησυχαστικό χαρακτήρα των «οργάνων εξουσίας». Στη συνέχεια αναίρεσε και αυτό το χαρακτηρισμό, κάνοντας λόγο για «όργανα ελέγχου»24, για να περάσουμε λίγο μετά στον Σάιντεμαν να αναιρεί και αυτό τον κάλπικο χαρακτηρισμό και να δηλώνει ότι: «Ο,τι είναι να ελεγχθεί, θα το ελέγξουμε εμείς». Πολύ γρήγορα τα Συμβούλια καταργήθηκαν και τυπικά για να εδραιωθεί στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ένα σύστημα καθαρού αστικού κοινοβουλευτισμού.
Η συνέλευση των Συμβουλίων ανακήρυξε ότι: «Η Γερμανία έγινε Δημοκρατία, μια Σοσιαλιστική Δημοκρατία (...) Οι φορείς της πολιτικής εξουσίας είναι τώρα τα Συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών». Ενώ καθησύχαζε τη γενικευμένη απαίτηση για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής διαβεβαιώνοντας: «Η γρήγορη και συνεπής κοινωνικοποίηση των καπιταλιστικών μέσων παραγωγής, με βάση την κοινωνική δομή της Γερμανίας και το βαθμό ωρίμανσης της οικονομικής και πολιτικής της οργάνωσης, είναι πραγματοποιήσιμη χωρίς έντονες αναταραχές»25. Το «χωρίς έντονες αναταραχές» σήμαινε ότι δεν έπρεπε να αγωνιστούν οι εργάτες γι' αυτή την κοινωνικοποίηση, αλλά να έμεναν ήσυχοι ότι αυτή θα πραγματοποιούνταν από τα πάνω, με τα διατάγματα του «Συμβουλίου των Λαϊκών Πληρεξουσίων».
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Λίμπκνεχτ, ο οποίος κόντρα στο ρεύμα δήλωνε: «Πρέπει να ρίξω νερό στο κρασί του ενθουσιασμού σας. Η αντεπανάσταση βρίσκεται ήδη εν εξελίξει. Βρίσκεται εδώ, ανάμεσά μας». Ο ηγέτης των Γερμανών επαναστατών αποδοκιμάστηκε από τις μάζες, οι οποίες... ορκίζονταν στην επανάσταση. Επίσης σημείωνε: «Μπορεί να αρκεστεί το προλεταριάτο στην εξουδετέρωση των Χοεντσόλερν26; Ποτέ πια! Η κατάργηση της κυριαρχίας των τάξεων, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού - αυτός είναι ο σκοπός μας. Η σημερινή κυβέρνηση αυτοονομάζεται σοσιαλιστική. Μέχρι τώρα, όμως, ενήργησε μόνο για τη διατήρηση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας»27.
Την ίδια μέρα, ενώ στην αίθουσα της συνεδρίασης οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των Συμβουλίων ζητωκραύγαζαν υπέρ της επανάστασης και της νέας «επαναστατικής» κυβέρνησης, ο Εμπερτ ήρθε από το γραφείο του σε συμφωνία με την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση υπό το στρατηγό Γκρένερ, αντικαταστάτη του Λούντεντορφ, συνάπτοντας το λεγόμενο σύμφωνο Εμπερτ - Γκρένερ28. Τα στρατεύματα του Ράιχ ήταν στη διάθεση της «επανάστασης από τα πάνω», δηλαδή της αντεπανάστασης. Ο ίδιος ο Γκρένερ δήλωνε το 1925: «Το απόγευμα της 10ης Νοέμβρη έκλεισα με το Λαϊκό Επίτροπο Εμπερτ τηλεφωνικά μία συμμαχία με στόχο την καταπολέμηση της επανάστασης. Από την αρχή κιόλας παλέψαμε μαζί ενάντια στην επανάσταση και μάλιστα, κάτω από δική μου πρωτοβουλία, σύμφωνα με το δικό μου καθορισμό στόχων και με όλα τα μέσα που εγώ θεωρούσα κατάλληλα για τη συντριβή της επανάστασης»29. Η ανάλυση του Λένιν επιβεβαιώθηκε και στη Γερμανία: «Ο σοσιαλσοβινισμός είναι ολοκληρωμένος οπορτουνισμός. Εχει ωριμάσει για μια ανοιχτή, συχνά πρόστυχη, συμμαχία με την αστική τάξη και τα γενικά επιτελεία»30.
Αντί της κοινωνικοποίησης όμως - στην οποία θα σταθούμε παρακάτω - ήρθε η ταξική ειρήνη. Μετά από την επαίσχυντη «Burgfrieden», την ταξική ειρήνη που είχαν υποσχεθεί οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες για τη διάρκεια του πολέμου, ήρθε η ανανέωση της ταξικής ειρήνης και για τη διάρκεια της ειρήνης. Στις 15 Νοέμβρη οι συμβιβασμένοι συνδικαλιστές ηγέτες ήρθαν σε συνεννόηση με τους μεγαλοκαπιταλιστές και ίδρυσαν τη λεγόμενη Κεντρική Εργατική Ενωση. Με αυτήν οι καπιταλιστές πέταγαν λίγα πρόσκαιρα ψίχουλα στους εργάτες και αντ' αυτού εξασφάλιζαν την υποστήριξη της διοίκησης των συνδικάτων στα ζωτικά γι' αυτούς ζητήματα, την αποτροπή της κοινωνικοποίησης, την αθώωση των επιχειρήσεων που κερδοσκοπούσαν στον πόλεμο κ.λπ. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε ότι οι καπιταλιστές είναι διατεθειμένοι να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις, πάντα κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος, μόνο εφόσον αυτές διευκολύνουν την απειλούμενη σταθερότητα της εξουσίας τους και εφόσον φυσικά αυτές οι παραχωρήσεις δε δυσκολεύουν την καπιταλιστική αναπαραγωγή. Βέβαια, ούτε αυτές οι κατακτήσεις είναι στέρεες στο έδαφος της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Αυτό αποδείχτηκε και στην περίπτωση αυτή όταν, μετά τη σταθεροποίηση του γερμανικού καπιταλισμού στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και ακόμα πιο γρήγορα μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το 1929, όλες αυτές οι κατακτήσεις αναιρέθηκαν.
Η εφημερίδα του «Σπάρτακου» επέμενε κόντρα στο ρεύμα του εφησυχασμού και της ανάθεσης, υποστηρίζοντας: «Δεν έχει λυθεί το ζήτημα με την καθαίρεση μερικών Χοεντσόλερν, πολύ λιγότερο αν προστεθούν στην ηγεσία μερικοί κυβερνητικοί σοσιαλιστές παραπάνω. Αυτοί υποστηρίζουν εδώ και τέσσερα χρόνια την αστική τάξη και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από το να συνεχίσουν να την υποστηρίζουν. Μην εμπιστεύεστε αυτούς που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να διευθύνουν τις τύχες σας από την έδρα του καγκελάριου του Ράιχ και τις υπουργικές θέσεις. Οχι στην κάλυψη των θέσεων από τα πάνω προς τα κάτω - καινούρια οργάνωση της εξουσίας από τα κάτω προς τα πάνω»31.
Το Συνέδριο των Συμβουλίων του Ράιχ32, που έλαβε χώρα στο Βερολίνο από τις 16 ως τις 21 Δεκέμβρη 1918, έλυσε το ζήτημα της εξουσίας προς όφελος της αστικής τάξης. Η απάντηση στο ζήτημα «εργατική εξουσία στη βάση των συμβουλίων ή εθνοσυνέλευση» δόθηκε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο απ' ό,τι απάντησε η Οχτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Το Συνέδριο αποφάσισε το πέρασμα της εξουσίας στην Εθνοσυνέλευση που θα προέκυπτε μετά τις εκλογές που ορίστηκαν για τις 19 Γενάρη 1919. Ο αστικός κοινοβουλευτισμός είχε θριαμβεύσει μέσα από το ...Συνέδριο των Εργατικών Συμβουλίων.
Στις αρχές Γενάρη και αφού το πρώτο επαναστατικό κύμα είχε αποκρουστεί επιτυχώς υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης με κορμό το SPD, ξεκίνησε από το Βερολίνο η μεγάλη αντεπαναστατική αντεπίθεση33. Η επιβολή της τάξης έπρεπε να ξεκινήσει από το «ανήσυχο» Βερολίνο και να εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Οπως έλεγε ο Γκρένερ, «μέσα Φλεβάρη το Μούνστερ και η περιοχή του Ρουρ, το δεύτερο τρίτο του Φλεβάρη η βιομηχανική περιοχή της Κεντρικής Γερμανίας, αρχές Μάρτη και πάλι το Βερολίνο στην κατάπνιξη της γενικής απεργίας, αρχές Μάρτη επίσης το Μπράουνσβαϊχ, τον Απρίλη το Ελεύθερο Κράτος της Σαξονίας»34, ενώ το Μάη ακολούθησε το Μόναχο κ.λπ.
Στο Βερολίνο όλα άρχισαν με αφορμή το «ξήλωμα» του λαοφιλούς αστυνομικού διευθυντή του Βερολίνου Αϊχορν και την αντικατάστασή του από μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, η οποία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, πανεργατική απεργία με τεράστια επιτυχία και εντέλει εξέγερση με κατάληψη κυβερνητικών κτιρίων, εφημερίδων κ.λπ. Η εξέγερση έπρεπε να στραγγαλιστεί. Ο σοσιαλδημοκράτης Νόσκε (ο άνθρωπος που λίγες βδομάδες πριν πήγε στο Κίελο για να πνίξει την εξέγερση ανακηρύσσοντας τον εαυτό του ηγέτη της) είπε το φοβερό: «Τι να γίνει! Κάποιος πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δε φοβάμαι τις ευθύνες»35. Αυτό το σοσιαλδημοκρατικό σκυλί της αντεπανάστασης πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Εκανε έκκληση για την ανάπτυξη των παραστρατιωτικών ακροδεξιών σωμάτων εθελοντών, γνωστών ως Freikorps36, χρηματοδότησε και στήριξε την ανάπτυξή τους και τους κάλεσε να παίξουν πιο ενεργό ρόλο στην κατάπνιξη της εξέγερσης.
Το αποτέλεσμα ήταν το Βερολίνο να πνιγεί στο αίμα των εργατών. Αποκορύφωμα του οργίου της καθοδηγούμενης από τους σοσιαλδημοκράτες αντεπαναστατικής βίας ήταν η άγρια δολοφονία των ηγετών του ΚΚ, των «σπαρτακιστών» Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ στις 15 Γενάρη 191937. Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία απέδειξε ότι εκτός από το καρότο ήξερε πολύ καλά να χρησιμοποιεί και το μαστίγιο της αντεπανάστασης. Η ανταμοιβή από την αστική τάξη τα επόμενα 14 χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης θα ήταν αντίστοιχη των υπηρεσιών της.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το γενικό αποτέλεσμα της δράσης του SPD κατά την Επανάσταση του Νοέμβρη ήταν η περιφρούρηση και διατήρηση της αστικής κρατικής μηχανής και η συνέχειά της στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες. Ενδεικτικό είναι το σχόλιο του σοσιαλδημοκράτη Χ. Βίνκλερ στο πρόσφατο βιβλίο του «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», στο οποίο χαρακτηρίζει υπερσυνέχεια τη διακυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών στα τέλη του 1918 και το 1919, ακριβώς για να αναδείξει την πλήρη απουσία επαναστατικής ρήξης σε αυτή την περίοδο.
Ο επίσης σοσιαλδημοκράτης Γκούσταφ Αουερνχάιμερ ξεχωρίζει κι αυτός το μεγάλο σοσιαλδημοκρατικό κατόρθωμα της περιόδου, υποστηρίζοντας ότι«παρά τις διαφοροποιήσεις (...) η έννοια "αστική κοινωνία" φαίνεται ως πρόσφορη για τον χαρακτηρισμό της ιστορικής συνέχειας της Γερμανίας στο ίδιο χρονικό διάστημα. Ο πυρήνας της αστικής κοινωνίας - η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής - πήρε άλλη μορφή αλλά δεν καταργήθηκε. Η επανάσταση του 1918, με την πτώση της Μοναρχίας, σηματοδοτεί μία διπλή ρήξη: Αφενός η αρχή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας απελευθερώθηκε από τους τελευταίους φεουδαλικούς περιορισμούς, αφετέρου κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον κίνδυνο των κοινωνικοποιήσεων, αν και παράλληλα υποχρεώθηκε σε διάφορες (σ.σ. πολύ πρόσκαιρες, όπως θα δούμε)υποχωρήσεις κοινωνικοκρατικού χαρακτήρα. Η έννοια "αστική κοινωνία" μπορεί να χρησιμοποιηθεί για έναν επιπλέον λόγο, εφόσον περιλαμβάνει κατά κάποιο τρόπο ως αντίποδά της το προλεταριάτο και το κίνημα χειραφέτησής του»38.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Η λέξη Ράιχ (Reich), η οποία στα ελληνικά μεταφράζεται ως βασίλειο ή αυτοκρατορία, αποτελεί την επίσημη ονομασία του γερμανικού κράτους σε διάφορες στιγμές της ιστορίας του μέχρι το 1945. Το λεγόμενο πρώτο Ράιχ ήταν η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Εθνους», η οποία (με μικρές αλλαγές στην ονομασία της) διάρκεσε από τα τέλη της πρώτης χιλιετίας μέχρι το 1806. Το δεύτερο Ράιχ -στο οποίο αναφέρεται και η στιχομυθία- ήταν το καθεστώς της συνταγματικής μοναρχίας του πρώτου γερμανικού έθνους κράτους από την ίδρυσή του το 1871 μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου το 1918. Ο όρος «τρίτο Ράιχ» αποτελούσε προπαγανδιστικό χαρακτηρισμό του γερμανικού κράτους κατά τα χρόνια της κυριαρχίας του Χίτλερ και του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, δηλαδή από το 1933 μέχρι το 1945. Η περίοδος από τα τέλη του 1918 μέχρι το 1933 χαρακτηρίζεται ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης και αποτελεί την πρώτη περίοδο αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα.
2. Deutsche Geschichte, F.A. Brockhaus, σελ. 231.
3. Στη βραχύβια κυβέρνηση Μαξ, η οποία διάρκεσε από τις 4 μέχρι τις 9 Νοέμβρη 1918, συμμετείχαν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Κόμμα του Κέντρου και οι Φιλελεύθεροι.
4. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας ιδρύθηκε από τους Βίλχελμ Λίμπκνεχτ και Αουγκουστ Μπέμπελ το 1869 ως Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα. Το 1875 συνενώθηκε στην πόλη Γκότα με τη λασαλική Γενική Γερμανική Εργατική Ενωση για να συγκροτήσουν το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας. Το σημερινό του όνομα το πήρε στο Συνέδριο της Ερφούρτης το 1891. Αν και επίσημα το ακρωνύμιο SPD υιοθετήθηκε από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας μετά τον Πόλεμο, εμείς θα το χρησιμοποιήσουμε σε ολόκληρο το άρθρο.
5. Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση του Φριτζ Τάρνοφ, βουλευτή και ηγετικού συνδικαλιστικού στελέχους του SPD, στον οποίο αποδίδεται η φράση ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα είναι ο γιατρός δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου καπιταλισμού. Συγκεκριμένα, στο Συνέδριο του κόμματος στη Λειψία το 1931 δήλωνε: «Οταν ο ασθενής αγκομαχά, οι μάζες έξω πεινάνε. Οταν εμείς το ξέρουμε αυτό και γνωρίζουμε ένα φάρμακο, ακόμα κι αν δεν είμαστε πεισμένοι ότι θα γιατρέψει τον ασθενή αλλά τουλάχιστον θα απαλύνει τον πόνο του... τότε του δίνουμε το φάρμακο και δε σκεφτόμαστε σαν να είμαστε κληρονόμοι που περιμένουμε το τέλος του».
6. Φυσικά η πάλη επαναστατικών και μεταρρυθμιστικών θέσεων δεν περιορίζεται σε αυτή την περίοδο, αλλά ενυπάρχει πάντα για ένα κομμουνιστικό κόμμα που δρα σε συνθήκες καπιταλισμού αλλά και ανώριμου κομμουνισμού. Η ιστορία μάλιστα του εργατικού κινήματος στον 20ό αιώνα έδειξε ότι η ανθεκτικότητα των μεταρρυθμιστικών θέσεων ήταν πολύ μεγαλύτερη και εκφραζόταν ακόμα και μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία δημιουργήθηκαν ακριβώς στη βάση της αντιπαράθεσης με το μεταρρυθμιστικό ρεύμα μέσα στις γραμμές του εργατικού και σοσιαλδημοκρατικού κινήματος.
7. Το δίκτυο οργανώσεων που προπολεμικά πρόσκεινταν άμεσα ή έμμεσα στο κόμμα ήταν τεράστιο και ποικιλόμορφο. Το κόμμα έλεγχε 62 τυπογραφεία, 90 ημερήσιες εφημερίδες, απασχολώντας πάνω από 10.000 εργάτες στους εκδοτικούς του οίκους. Επίσης, υπό τον έλεγχό του βρίσκονταν εταιρείες, σύλλογοι, ξενοδοχεία, ένα θέατρο, μία σχολή εκπαίδευσης στελεχών του κόμματος, χορωδίες κλπ. (Mitchell H., Stearns P.: «Workers and Protest; the European Labor Movement, the working classes and the origins of social democracy, 1890-1914», εκδ. «F.e. PeacockPublishers», 1971, σελ. 97).
8. Από το 1878 μέχρι το 1890 ήταν σε ισχύ ο λεγόμενος Αντι-σοσιαλιστικός νόμος του Μπίσμαρκ, ο οποίος, αν και δεν έθετε τελείως εκτός νόμου την ύπαρξη του SPD, έθετε εκτός νόμου το σύνολο σχεδόν της πολιτικής του δραστηριότητας.
9. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ήταν πρώτο σε ψήφους στις τελευταίες εκλογές το 1912. Από το 1890 το κόμμα σημείωνε αλματώδη εκλογική άνοδο. Το 1890 συγκέντρωσε το 19,8% των ψήφων, το 1893 το 23,3%, το 1898 το 27,2%, το 1903 το 31,7%, το 1907 το 29% και το 1912 το 34,8%.
10. Φωτεινή εξαίρεση αποτέλεσε ο Καρλ Λίμπκνεχτ, γιος του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, ενός εκ των δύο ιδρυτών του κόμματος. Ο Λίμπκνεχτ ήταν ο μοναδικός από τους 110 βουλευτές του SPD, αλλά και ο μοναδικός σε ολόκληρο το Ράιχσταγκ, που αντιτάχθηκε στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, απέχοντας από την πρώτη ψηφοφορία του Αυγούστου για τις πολεμικές πιστώσεις (ο λόγος για τον οποίο απείχε αντί να καταψηφίσει ήταν για να μη θέσει, όπως πίστευε, σε κίνδυνο τη «διαφύλαξη της ενότητας του κόμματος» που είχε θέση υπερψήφισής τους), ενώ στη δεύτερη ψηφοφορία το Δεκέμβρη του 1914 η ψήφος του ήταν η μοναδική αρνητική στο SPD και σε ολόκληρο το Ράιχσταγκ. Ο Λίμπκνεχτ «πλήρωσε» την επαναστατική του στάση με 4½ χρόνια φυλάκιση και λίγο αργότερα με την ίδια του τη ζωή, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Στην ουσία, η επαναστατική θέση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκφράστηκε κοινοβουλευτικά από ένα μόνο άνθρωπο, ενώ οι υπόλοιποι 109 σοσιαλδημοκράτες βουλευτές ψήφισαν τη στήριξη των πολεμικών επιδιώξεων της γερμανικής αστικής τάξης.
11. Ο Μπέμπελ χαρακτήρισε τη γερμανική πολιτική στην Αφρική βάρβαρη και κτηνώδη. Συγκρίνετε αυτή την τοποθέτηση με την τοποθέτηση του Εμπερτ για το Ράιχ και τα... δύο παιδιά του που θυσίασε γι' αυτό.
12. Οι Mitchell και Stearns αναφέρουν χαρακτηριστικά για την εκλογική μείωση του 1907: «οι ρεφορμιστές (σ.σ. του κόμματος) συμπέραναν ότι ο αντι-ιμπεριαλισμός ήταν πολυτέλεια. Εξάλλου, πολλοί από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του Μπερνστάιν, είχαν εκφραστεί ευνοϊκά προς τη γερμανική αποικιοκρατία» (Mitchell H, Stearns P, Workersand Protest; the European Labor Movement, the working classes and the origins of socialdemocracy, 1890-1914, εκδ. F.e. Peacock Publishers, 1971, σελ. 98).
13. Grebing H, The History of the German Labor Movement: A Survey, Leamington Spa: Berg Publishers, 1985, σελ. 66.
14. Από το 1916 η πολιτική της Γερμανίας δεν καθοριζόταν από τον Κάιζερ (Αυτοκράτορα) και από την κυβέρνηση, αλλά από την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση υπό τους στρατηγούς Χίντενμπουργκ και Λούντεντορφ. Ο τελευταίος πρότεινε -ενόψει της ήττας- τη μετατροπή της Αυτοκρατορίας σε κοινοβουλευτική μοναρχία με τη συμμετοχή των κομμάτων, μεταξύ των οποίων και του σοσιαλδημοκρατικού.
15. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η στάση του SDP στηριζόταν στη λεγόμενη «Burgfrieden», ένα είδος ταξικής ειρήνης που συμφώνησε το κόμμα με την κυβέρνηση για όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της απεργίας του Γενάρη 1918. Ελλείψει οργανωμένου επαναστατικού κόμματος, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο στήριζε αναφανδόν τη γερμανική αστική τάξη και τον πόλεμό της, ανέλαβε την καθοδήγηση της απεργίας αυτής, η οποία στόχευε να δημιουργήσει προβλήματα στη γερμανική πολεμική μηχανή. Ποιος ο λόγος; Το 1925 ο Φ. Εμπερτ σημείωνε: «Συμμετείχα στην ηγεσία της απεργίας με τη συγκεκριμένη πρόθεση να τελειώσει το γρηγορότερο η απεργία και να αποφευχθεί έτσι η ζημιά για τη χώρα μας» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 23).
16. Αν και αξίζει να σημειωθεί ότι το SPD ήταν αντίθετο ακόμα και με πολλούς από τους αστικούς εκσυγχρονισμούς. Για παράδειγμα, παρά τις διακηρύξεις του περί δημοκρατίας, έκανε τα πάντα για να διατηρήσει στο θρόνο τον Κάιζερ Βίλχελμ ΙΙ ή τουλάχιστον να διατηρήσει τον ίδιο το θρόνο. Ωστόσο, αυτό κατέστη αδύνατο στην πορεία των επαναστατικών εξελίξεων.
17. Οπως σημείωνε η ομάδα Σπάρτακος (για την ομάδα του Σπάρτακου βλ. υποσ. 22) τον Οκτώβρη «Το ιστορικό νόημα και ο σκοπός αυτών των "κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων" της τελευταίας στιγμής, πριν από μία αναμενόμενη καταιγίδα, είναι πάντα τα ίδια: η "ανανέωση" του παλιού ταξικού κράτους με "ειρηνικό τρόπο", δηλαδή επιφανειακές μικροαλλαγές, με σκοπό να μείνει σώος ο πυρήνας και η ουσία της παλιάς ταξικής κυριαρχίας και να αποφευχθεί η ριζοσπαστική, πραγματική ανανέωση της κοινωνίας μέσω της επανάστασης των μαζών» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 26).
18. Στα τέλη Οκτώβρη οι ναύτες εξεγέρθηκαν εναντίον της συνέχισης του πολέμου, δεδομένης και της ήττας της Γερμανίας. Στις 30 Οκτώβρη δεν πειθάρχησαν στη διαταγή να αποπλεύσουν, ενώ σε κάποια πλοία ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Χίλιοι ναύτες φυλακίστηκαν. Στις 3 Νοέμβρη χιλιάδες ναύτες, εργάτες και στρατιώτες διαδήλωσαν για την απελευθέρωσή τους. Η διαδήλωση πνίγηκε στο αίμα: 8 νεκροί και 29 τραυματίες ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν οι ναύτες (οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν εργάτες πριν τον πόλεμο) του Κίελου για να συνειδητοποιήσουν ότι απέναντί τους είχαν τη βία του αστικού κράτους και ότι απέναντι σε αυτή τη βία έπρεπε να προτάξουν τη δική τους επαναστατική βία. Στις 4 Νοέμβρη συγκροτήθηκαν Συμβούλια και κάλεσαν σε απεργία την επόμενη μέρα. Το βράδυ της 14ης Νοέμβρη το Κίελο βρισκόταν στα χέρια των εξεγερμένων. Αξίζει να αναφερθεί ότι η τοπική σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα χαρακτήρισε το λουτρό αίματος "ένα λυπηρό επεισόδιο" και συνιστούσε την αποφυγή «κάθε ανώφελης συνέχισης του αγώνα» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 44).
19. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 44.
20. Ο.π., σελ. 52.
21. Το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας δημιουργήθηκε τον Απρίλη του 1917 ως διάσπαση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας. Στην ουσία συνετέλεσε στη συγκράτηση «εντός των τειχών» των εργατικών μαζών που είχαν εξοργιστεί με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και στην πρόληψη δημιουργίας πραγματικά επαναστατικού εργατικού κόμματος. Σχεδόν στο σύνολό τους οι «Ανεξάρτητοι» προσχώρησαν το 1922 και πάλι στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ενώ μια μικρή μειοψηφία τους προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Για λόγους συντομίας, στο κείμενο θα αναφερόμαστε στο κόμμα αυτό και ως «Ανεξάρτητοι».
22. Την Ανοιξη του 1915 συγκροτήθηκε από μέλη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που αντιπολιτεύονταν τη γραμμή του κόμματος γενικά, αλλά κυρίως στο θέμα του πολέμου, η ομάδα «Διεθνής», η οποία πήρε συνεπή διεθνιστική θέση κόντρα στη σοσιαλπατριωτική γραμμή του κόμματος. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από γνωστούς Γερμανούς επαναστάτες, όπως οι Καρλ Λίμπκνεχτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φραντς Μέρινγκ, Κλάρα Τσέτκιν, Χέρμαν και Κέτε Ντούνκερ, Βίλχελμ Πικ κ.ά. Βασική τους θέση ήταν ότι ο κύριος εχθρός κάθε λαού -και του γερμανικού- βρίσκεται στην ίδια του τη χώρα. Ενα χρόνο αργότερα η ομάδα άρχισε να εκδίδει σειρά πολιτικών φυλλαδίων με το όνομα «Γράμματα του Σπάρτακου», απ' όπου πήρε και το όνομά της. Η ομάδα αυτή μετεξελίχθηκε μαζί με κάποια μέλη των «Ανεξάρτητων» στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, το οποίο ιδρύθηκε στη Συνδιάσκεψη των Σπαρτακιστών από τις 30 Δεκέμβρη μέχρι την 1η Γενάρη 1919.
23. Β.Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 37, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 109.
24. Αν και ο Λίμπκνεχτ σημείωνε ότι όσο υπάρχουν εργάτες και αστοί «ο ελεγκτής προλετάριος θα εξαπατηθεί από τον πανούργο αστό στο άψε σβήσε».
25. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 64.
26. Σ.σ. Ηγεμονικός οίκος της Γερμανίας, από τους σημαντικότερους της Ευρώπης.
27. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 87.
28. Αποκαλυπτικό είναι το σχόλιο μιας γερμανικής εφημερίδας, χρόνια μετά τη σύναψη του Συμφώνου Εμπερτ - Γκρένερ: «Μόνο σεβασμό μπορούμε να επιδείξουμε απέναντι στο μέγεθος του κρατικού λειτουργού Εμπερτ καθώς και στην αντίληψη του στρατιωτικού του συνεταίρου. Αντλησαν διδάγματα από τη ρωσική Επανάσταση» (Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 20).
29. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 19.
30. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 123.
31. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 77.
32. Σε αυτό συμμετείχαν 288 σοσιαλδημοκράτες, 87 «Ανεξάρτητοι», 27 εξωκομματικοί στρατιώτες, 25 από τα παλιά αστικά κόμματα και μόλις 10 «Σπαρτακιστές». Χαρακτηριστικό για το ρεύμα αυταπατών που υπήρχε είναι ότι οι Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν είχαν εκλεγεί ως αντιπρόσωποι, ενώ μετά από ψηφοφορία δεν τους δόθηκε καν το δικαίωμα να παραστούν, έστω και χωρίς δικαίωμα ψήφου.
33. Ο στρατηγός Γκρένερ δήλωνε αργότερα: «Με την έναρξη του έτους 1919, μπορούσαμε να αναλάβουμε δουλειά στο Βερολίνο και να το εκκαθαρίσουμε» (βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 25).
34. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 26-27.
35. Ο Νόσκε πρωταγωνίστησε στη βίαιη κατάπνιξη εργατικών κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων και κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και έτσι κέρδισε επάξια τον τίτλο του «σφαγέα των εργατών».
36. Τα Freikorps ήταν ακροδεξιά παραστρατιωτικά σώματα εθελοντών που αποτέλεσαν τη «μαγιά» για τη δημιουργία των χιτλερικών SA και SS. Αποτελούνταν από τα πιο βίαια και αντιδραστικά στοιχεία του ηττημένου στον πόλεμο Αυτοκρατορικού Στρατού.
37. Ο Κ. Λίμπκνεχτ πυροβολήθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ενώ οι δολοφόνοι του άφησαν το πτώμα του σε κοντινό νεκροτομείο ως «πτώμα αγνώστου αντρός». Η Ρ. Λούξεμπουργκ σφυροκοπήθηκε μέχρι θανάτου με χτυπήματα τουφεκιού, ενώ στη συνέχεια το σώμα της πετάχτηκε σε ένα κανάλι όπου βρέθηκε μόλις στις 31 του Μάη 1919.
38. Gustav Auernheimer, Σοσιαλδημοκρατία, Εθνικοσοσιαλισμός, Κριτική Θεωρία, εκδ. «Πλέθρον», 1999, σελ. 18.

ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ Πρόοδοι στην κατανόηση της δυσαριθμησίας

ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ
Πρόοδοι στην κατανόηση της δυσαριθμησίας
Οι άνθρωποι με δυσαριθμησία δεν έχουν απλώς κάποια δυσκολία στην κατανόηση μαθηματικών εννοιών, όπως εκείνοι που δηλώνουν «δεν τα πάω καλά με τα μαθηματικά», εννοώντας συνήθως ότι «δεν τους άρεσαν» ή έβρισκαν δύσκολα τα μαθηματικά της Μέσης Εκπαίδευσης. Οι άνθρωποι με δυσαριθμησία δυσκολεύονται να υπολογίσουν τα ρέστα από το 1 ευρώ όταν αγοράσουν κάτι που κάνει 75 λεπτά. Δυσκολεύονται να εκτιμήσουν αν το 7 είναι μεγαλύτερο από το 5. Ακόμα και ως ενήλικοι μετράνε με τα δάχτυλα για να προσθέσουν 3 και 6. Και παρότι συχνά εμπλέκονται και άλλα προβλήματα, όπως ελλειμματική προσοχή, δυσλεξία, δυσγραφία κτλ. σε πολλές περιπτώσεις ο μαθητής ή ο ενήλικος μπορεί να έχει καλές έως εξαιρετικές επιδόσεις σε άλλους τομείς της γνώσης. Ο δυσαριθμησιακός δεν είναι τεμπέλης στα μαθηματικά. Αντιμετωπίζει μεγάλο και πραγματικό πρόβλημα στην κατανόησή τους, όταν την ίδια στιγμή γι' αυτόν, ενδεχομένως, η ιστορία, η λογοτεχνία ή ακόμα και η χημεία «είναι παιχνίδι»...
Η δυσαριθμησία αφορά κατά μέσο όρο το 5% των ανθρώπων, με ίσο ποσοστό εμφάνισης σε αγόρια και κορίτσια, είναι δηλαδή το ίδιο διαδεδομένη όσο και η δυσλεξία, το ανάλογό της στη λειτουργία της ανάγνωσης. Ωστόσο, η δυσαριθμησία έχει γίνει πολύ λιγότερο αντικείμενο της επιστημονικής έρευνας, με την αναλογία μεταξύ των ερευνητικών εργασιών για διαταραχές του λόγου και εκείνων για τις μαθησιακές δυσκολίες στα μαθηματικά να είναι 14 προς 1!
Στο πίσω μέρος του μυαλού
Τα τελευταία χρόνια, χάρη στις προόδους στην απεικόνιση του εγκεφάλου και στη βαθύτερη κατανόηση των λειτουργιών του, που σχετίζονται με τα μαθηματικά, αρχίζει να καθαρίζει το τοπίο της διαταραχής της δυσαριθμησίας. Οι ερευνητές εντόπισαν ισχυρή συσχέτιση της δυσαριθμησίας με μια πτυχή του φλοιού του εγκεφάλου στο πίσω μέρος του, γνωστή ως ενδοβρεγματική αύλακα. Η περιοχή αυτή, όπως διαπίστωσαν, είναι κρίσιμης σημασίας για την αντίληψη της ποσότητας και για την κατά προσέγγιση σύγκριση ποσοτήτων. Αυτή η θεμελιώδης νοητική ικανότητα, γνωστή ως προσεγγιστική αντίληψη των αριθμών, είναι σημαντική τόσο για τη βασική αριθμητική, όσο και για τα ανώτερα μαθηματικά.
Η ικανότητα σύγκρισης ποσοτήτων σχετίζεται με τη γενική μαθηματική ικανότητα και όταν είναι μειωμένη σηματοδοτεί δυσαριθμησία. Στα τεστ για τη μέτρηση αυτής της ικανότητας επιδεικνύονται κουτιά σαν της εικόνας και το υποκείμενο καλείται να απαντήσει γρήγορα σε ποιο απ' αυτά είναι περισσότερες οι μπλε και σε ποιο οι κίτρινες βούλες.
Οι νέες μελέτες στηρίχτηκαν στην εμπειρική γνώση που είχε συσσωρευτεί όλο τον 20ό αιώνα, σύμφωνα με την οποία ορισμένα εγκεφαλικά τραύματα προκαλούσαν βλάβες στην ικανότητα αντίληψης των ποσοτήτων. Προσπαθώντας να απομονώσουν τα αίτια της δυσαριθμησίας οι επιστήμονες διαπίστωσαν πως είναι αποτέλεσμα διαταραχών στις πολύ βασικές ικανότητες χειρισμού των αριθμών, που όμως μπορούν να μετρηθούν πριν τα παιδιά πάνε σχολείο, επιτρέποντας έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση. Παρέμβαση, που ναι μεν δεν μπορεί να εξαλείψει το πρόβλημα, μπορεί ωστόσο να το περιορίσει, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την έγκαιρη παρέμβαση στο πρόβλημα της δυσλεξίας.
Δύο θεωρίες
Το 2007, σε έρευνα με παιδιά, απεικονίστηκε ο εγκέφαλός τους καθώς προσπαθούσαν να κρίνουν ποια ομάδα τετραγώνων στην οθόνη είχε τα περισσότερα σχήματα. Τα παιδιά με δυσαριθμησία έκαναν περισσότερα λάθη και απαντούσαν πιο αργά από τα παιδιά χωρίς δυσαριθμησία. Επιπρόσθετα, δεν εμφάνιζαν ιδιαίτερη δραστηριότητα στην ενδοβρεγματική αύλακα, όπως συνέβαινε με τα παιδιά της ομάδας ελέγχου όταν σύγκριναν ζευγάρια αριθμών, που βρίσκονταν πιο κοντά σε σχέση με άλλα ζευγάρια πιο μακρινών μεταξύ τους αριθμών, δείχνοντας ότι ο εγκέφαλός τους ήταν λιγότερο αποτελεσματικός στην προσπάθεια να βρει την απόσταση μεταξύ των αριθμών.
Πρόσφατα, ορισμένοι ερευνητές διατύπωσαν τη θεωρία ότι σε μερικές περιπτώσεις η δυσαριθμησία μπορεί να οφείλεται όχι σε κάποιο «θεμελιώδες έλλειμμα» στην ικανότητα σύγκρισης ποσοτήτων, αλλά σε «έλλειμμα πρόσβασης», δηλαδή σε πρόβλημα στον τρόπο που ο εγκέφαλος συνδέει τις έννοιες της ποσότητας με τα σύμβολα των αριθμών, ή στο πώς αντιστοιχίζει τους αριθμούς με λεκτικά ή χωρικά σχήματα. Προς το παρόν οι ενδείξεις για την ορθότητα της μιας ή της άλλης θεωρίας είναι αντικρουόμενες και η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει.
Ανάγκη έγκαιρης διάγνωσης
Πολλές πρόσφατες έρευνες έδειξαν μια στοιχειώδη αντίληψη των αριθμών (ικανότητα διάκρισης μεταξύ ποσοτήτων) ακόμα και σε μωρά ηλικίας 6 μηνών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά παρατηρούσαν επί περισσότερη ώρα τις εικόνες με μαύρους κύκλους σε λευκό φόντο, όταν ο αριθμός των κύκλων στην εικόνα που τους έδειχναν ήταν διαφορετικός (τουλάχιστον διπλάσιος ή ο μισός) σε σχέση με πριν. Και ενώ η απόλυτη ικανότητα διάκρισης ποσοτήτων όλων των μωρών βελτιώθηκε όταν έγιναν 9 μηνών, η σχετική τους ικανότητα παρέμεινε η ίδια, δηλαδή εκείνα που όταν ήταν 6 μηνών είχαν καλύτερη επίδοση στη διάκριση ποσοτήτων, συνέχιζαν να έχουν καλύτερη επίδοση και 3 μήνες μετά.
Η έγκαιρη διάγνωση της δυσαριθμησίας, όπως και πολλών άλλων διαταραχών, απαιτεί προληπτική ιατρική και κρατική φροντίδα, στοιχεία που δεν μπορεί να προσφέρει ο καπιταλισμός καθώς αγκομαχά να ξεπεράσει τις κρίσεις του και να διατηρήσει τα ποσοστά κέρδους των κεφαλαιοκρατών συμπιέζοντας μισθούς και κοινωνικές παροχές, έχοντας την Υγεία συνεχώς στο στόχαστρο. Χρειάζεται ενίσχυση της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης και δημιουργία προϋποθέσεων από το κράτος για έγκαιρη διάγνωση του προβλήματος στην εκπαίδευση - εφόσον δεν διαγνώστηκε νωρίτερα - που θα επιτρέψει παρέμβαση από τον εκπαιδευτικό για την άμβλυνσή του. Δημιουργία προϋποθέσεων για να μπορέσει να κάνει αυτό που χρειάζεται για κάθε παιδί, έτσι που να μην αφήνονται στη μοίρα τους όσα δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν. Ενα σύστημα που δε θα «κρεμάει ταμπέλες» στα παιδιά που εμφανίζουν μαθησιακές δυσκολίες, αλλά θα τα βοηθάει να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους στο έπακρο.

Επιμέλεια:
Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗ
Σ

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Να ξεπεράσει το παρελθόν

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ
Να ξεπεράσει το παρελθόν
Συμμετέχοντας στον 3ο όμιλο της διοργάνωσης με αντιπάλους την Παρί Σεν Ζερμέν, την Μπενφίκα και την Αντερλεχτ, οι «ερυθρόλευκοι» ψάχνουν φέτος το κάτι παραπάνω
Με στόχο να ξεπεράσει παθογένειες του παρελθόντος και αυτή τη φορά να κάνει το κάτι διαφορετικό (σε σχέση τουλάχιστον με την παρουσία του τα τελευταία χρόνια) ο Ολυμπιακός αρχίζει από την Τρίτη 17 Σεπτέμβρη τη φετινή του ευρωπαϊκή περιπέτεια. Μια περιπέτεια που φυσικά εκτός των όποιων αγωνιστικών ή ηθικών οφελών από την παρουσία της ομάδας σε αυτή, υπάρχει φυσικά και το διόλου ευκαταφρόνητο οικονομικό μέρος με τα τεράστια έσοδα για την ελληνική ΠΑΕ.
Οι... βατές παγίδες
Οι «ερυθρόλευκοι» με για ακόμη μια χρονιά εξασφαλισμένη παρουσία στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ συμμετέχουν φέτος στον 3ο όμιλο της διοργάνωσης με αντιπάλους τις Μπενφίκα, Παρί Σεν Ζερμέν και Αντερλεχτ. Με τη γαλλική ομάδα μάλιστα κάνουν πρεμιέρα στη δράση φιλοξενώντας την στο «Γ. Καραϊσκάκης». Με δεδομένο το τι θα μπορούσε να τύχει στους πρωταθλητές Ελλάδας δεν θα θεωρηθεί υπερβολή αν κάποιος συμπεράνει ότι ο συγκεκριμένος όμιλος είναι στα μέτρα της ελληνικής ομάδας. Ομως, όπως έχει αποδειχθεί, αυτό είναι και η παγίδα του ζητήματος αφού αρκετές φορές στο παρελθόν οι Πειραιώτες είδαν ομάδες που θεωρούνταν του χεριού τους να τους κόβουν τα όνειρα για τη συνέχεια.
Να ξορκίσει τον... εφιάλτη
Την ικανοποίηση για τους αντιπάλους που ανέδειξε η κληρωτίδα της UEFA είχε εκφράσει αρχικά και ο τεχνικός των «ερυθρολεύκων», Μίτσελ, ωστόσο ο ίδιος επισήμανε πως η ομάδα του θα πρέπει να παρουσιαστεί συγκεντρωμένη και αντάξια των περιστάσεων. Αλλωστε, αυτή τη φορά η πρεμιέρα των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων στερεί απ' τον Ολυμπιακό το άλλοθι προηγούμενων ετών για ανέτοιμη ομάδα καθώς ελέω μουντιαλικής χρονιάς το ελληνικό πρωτάθλημα έχει αρχίσει εδώ και ένα μήνα ενώ κάποιοι παίκτες του Ολυμπιακού έχουν ήδη αγωνιστεί και με τα χρώματα της Εθνικής. Αρα, προϋποθέσεις για να ξορκιστεί φέτος ο εφιάλτης της πρεμιέρας για τους «ερυθρόλευκους» υπάρχουν και με το παραπάνω.
Οι αντίπαλοι
Μετά την περσινή απώλεια του Europa League η Μπενφίκα ψάχνει την εξιλέωση στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ
Associated Press
Μια νεόπλουτη Ν (Παρί Σεν Ζερμέν) που σώθηκε πριν λίγα χρόνια από το φάσμα της χρεοκοπίας και πλέον σκορπάει λεφτά αβέρτα με στόχο την επιστροφή στις διακρίσεις, μια έμπειρη (Μπενφίκα) αλλά με τάσεις αυτοκτονίας τις κρίσιμες στιγμές (π.χ. περσινή απώλεια τριών τροπαίων στις καθυστερήσεις) και μια ομάδα (Αντερλεχτ) κακός δαίμονας για τις ελληνικές ομάδες (η ΑΕΚ το ξέρει καλύτερα) αποτελούν τα εμπόδια που θα πρέπει να ξεπεράσει ο Ολυμπιακός προκειμένου να πετύχει τον αρχικό του στόχο που είναι η πρόκριση στον επόμενο γύρο.
ΠΑΡΙ Σ. Ζ.: Ολα τα... λεφτά ο Ιμπραΐμοβιτς
Μπορεί ως ομάδα να μη θεωρείται έμπειρη στη διοργάνωση, η πλειάδα αστεριών που διαθέτει όμως της εξαφανίζουν το μειονέκτημα. Με βαρύ πυροβολικό τον Ζλάτα Ιμπραΐμοβιτς αλλά και τους Καβάνι (φετινή μεταγραφή), Τιάγκο Σίλβα, Εζεκίελ Λαβέτσι, οι Παριζιάνοι μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος πέρσι έπειτα από 19 χρόνια, φέτος στοχεύουν ψηλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο με όπλο την επίθεση - φωτιά. Απ' την άλλη η παρουσία του Λοράν Μπλαν στον πάγκο (αντικατέστησε τον Αντζελότι) έδωσε τροφή για ποικίλα σχόλια όσον αφορά στα ευρωπαϊκά όνειρα ιδιαίτερα μετά το μέτριο ξεκίνημα στο Σαμπιονά (4η θέση, 2 νίκες, 2 ισοπαλίες).
ΜΠΕΝΦΙΚΑ: Ζητάει εξιλέωση
Μετά το περσινό... θαύμα οπότε κατάφερε να χάσει τρία τρόπαια (πρωτάθλημα - κύπελλο Πορτογαλίας - Europa League) στις καθυστερήσεις, η Μπενφίκα ζητάει φέτος την εξιλέωσή της μέσω της παρουσίας της στους ομίλους του Champions League. Με τον Ζορζέ Ζέσους για τέταρτη φορά στο τιμόνι (τον κράτησαν παρά το περσινό κάζο) το μεγάλο όπλο της ομάδας, Οσκαρ Καρντόσο, να συνεχίζει και την απόκτηση του Φέισα απ' τον Ολυμπιακό, η ομάδα της Λισαβόνας θεωρείται επικίνδυνη.
ΑΝΤΕΡΛΕΧΤ: Θέλει προσοχή
Την καλή αρχή ψάχνει ο Ολυμπιακός στο «Γ. Καραϊσκάκης» την Τρίτη με αντίπαλο την Παρί Σ. Ζ.
Icon
Το σπουδαίο όνομα του βελγικού ποδοσφαίρου, η Αντερλεχτ, με τα περισσότερα εγχώρια τρόπαια, θεωρείται μεν έμπειρη στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ωστόσο για τον Ολυμπιακό δεν αποτελεί και φόβητρο. Μάλιστα, οι «ερυθρόλευκοι» τη φετινή ομάδα την αντιμετώπισαν σε φιλικό το καλοκαίρι και την νίκησαν (1-0). Τώρα τα πράγματα αλλάζουν, όμως με την ομάδα του Φρανκ Ντε Μπρομ να θέλει αρχικά την εξασφάλιση της ευρωπαϊκής της συνέχειας (βλ. 3η θέση του ομίλου) και ό,τι άλλο προκύψει.

Ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς αποτελεί το βαρύ πυροβολικό της Παρί Σ. Ζ.
Associated Press

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΟΜΙΛΟΙ
«Σύναξη» πρωταθλητών στον 8ο
Στον 8ο όμιλο, με Μίλαν, Αγιαξ και Σέλτικ, θα αγωνιστεί η Μπαρτσελόνα
Απ' τους υπόλοιπους ομίλους ο 8ος θεωρείται «φωτιά» και συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αφού εκεί θα κοντραριστούν τρεις πρώην πρωταθλητές Ευρώπης. Μπαρτσελόνα, Μίλαν, Αγιαξ δίνουν τη δική τους αγωνιστική αίγλη στον όμιλο και μαζί με τη Σέλτικ θα παλέψουν για τις δύο θέσεις στον... ήλιο. Κατά το ήμισυ με τον 8ο μοιάζει και ο 2ος όπου συμμετέχουν άλλοι δύο κάτοχοι τροπαίων, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Γιουβέντους, ενώ λεπτές ισορροπίες υπάρχουν στον 6ο που συγκεντρώνει τις Αρσεναλ, Μαρσέιγ, Ντόρτμουντ και Νάπολι.
Η κάτοχος Μπάγερν είναι στον 4ο όμιλο με βασικό αντίπαλο (αλλά στα μέτρα της) τη Μάντσεστερ Σίτι, ενώ πιο εύκολο έργο θεωρείται ότι έχει η Τσέλσι στον 5ο όμιλο. Ιβηρική υπόθεση φαντάζει ο 7ος με Πόρτο και Ατλέτικο Μαδρίτης να θεωρούνται τα φαβορί του.
Αναλυτικά οι όμιλοι: 1ος όμιλος: Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Σαχτάρ Ντόνετσκ, Λεβερκούζεν, Σοσιεδάδ. 2ος όμιλος: Ρεάλ, Γιουβέντους, Γαλατασαράι, Κοπεγχάγη. 3ος όμιλος: Μπενφίκα, Παρί Σεν Ζερμέν, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, Αντερλεχτ. 4ος όμιλος: Μπάγερν, ΤΣΣΚΑ Μόσχας, Μάντσεστερ Σίτι, Βικτόρια Πλζεν. 5ος όμιλος: Τσέλσι, Σάλκε, Βασιλεία, Στεάουα Βουκουρεστίου. 6oς όμιλος: Αρσεναλ, Μαρσέιγ, Ντόρτμουντ, Νάπολι. 7ος όμιλος: Πόρτο, Ατλέτικο Μαδρίτης, Ζενίτ, Αούστρια Βιέννης.

CHAMPIONS LEAGUE Το κυνήγι του... θησαυρού


CHAMPIONS LEAGUE
Το κυνήγι του... θησαυρού
Η πρώτη αγωνιστική των ομίλων του φετινού Champions League που θα διεξαχθεί την ερχόμενη βδομάδα (17 - 18 Σεπτέμβρη) σηματοδοτεί και την έναρξη της ευρωπαϊκής περιπέτειας για τους 32 συλλόγους της Ευρώπης που κατάφεραν με διάφορους τρόπους (απευθείας, μέσω προκριματικών) να εξασφαλίσουν συμμετοχή στη διοργάνωση. Και εάν σε αγωνιστικό επίπεδο η πρεμιέρα της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης ανεβάζει τον πήχη του ενδιαφέροντος για τους φιλάθλους απανταχού της Ευρώπης, και όχι μόνο, το ίδιο ψηλά (ή και ακόμα ψηλότερα) ανεβάζει τον πήχη των κερδών για τους επιχειρηματίες του ποδοσφαίρου. Αλλωστε, η συγκεκριμένη διοργάνωση έχει μετατραπεί, με τις ευλογίες της ΟΥΕΦΑ, τα τελευταία χρόνια, σε μια «χρυσοφόρα» επιχείρηση, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ομάδες συμμετέχοντας στα εθνικά πρωταθλήματα θέτουν ως στόχο χρονιάς την εξασφάλιση (και μόνο αυτή) της συμμετοχής τους σε αυτή.
«Χρυσοφόρο» πείραμα
Το πείραμα της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας πριν περίπου 21 χρόνια με το να αλλάξει τη μορφή του τότε Κυπέλλου Πρωταθλητριών προκειμένου να ικανοποιήσει τη θέληση των λεγόμενων ισχυρών συλλόγων για... λόγο στα κέρδη, πέτυχε και με το παραπάνω. Οι όποιες διασπαστικές τάσεις (βλ. G-14, ομοσπονδία συλλόγων) τα χρόνια που πέρασαν από τότε, αν εξαιρέσει κανείς τη διευθέτηση κάποιων επιμέρους ζητημάτων (π.χ. αποζημιώσεις συλλόγων όταν τραυματίζεται παίκτης τους με εθνικές ομάδες), δεν ίδρωσαν και πολύ τους αξιωματούχους της UEFA. Στην αντίπερα όχθη, οι χορηγικές συμφωνίες με πολυεθνικές - κολοσσούς, η αύξηση των μπόνους που παίρνουν οι ομάδες (συμμετοχής, νικών κατάκτησης του τροπαίου) έχουν ισχυροποιήσει κατά πολύ τη θέση της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Ποδοσφαίρου.
Είναι πολλά τα λεφτά...
Η κατάκτηση του τροπαίου ισοδυναμεί με τεράστια κέρδη για τον νικητή
Eurokinissi
Μάλιστα, όσον αφορά το τελευταίο τα παραδείγματα της περσινής αγωνιστικής σεζόν για τον τζίρο της διοργάνωσης είναι χαρακτηριστικά για το πού έχουν φθάσει τα μεγέθη. Η περσινή χρονιά αποτέλεσε το άνοιγμα του 3ετούς κύκλου που εφαρμόζει η UEFA όσον αφορά στις οικονομικές συμφωνίες του Champions League (συμβόλαια χορηγών, χρήματα ομάδων) και έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή συνομοσπονδία μοίρασε 500.700.000 ευρώ στις 32 ομάδες που συμμετείχαν (στη φάση των ομίλων) στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση ως πριμ και 409.600.000 ευρώ από έσοδα που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των τηλεοπτικών και εμπορικών δικαιωμάτων, χορηγούς και βελτιωμένες τηλεοπτικές συμβάσεις.
Σύμφωνα με τους κανονισμούς, το 75% των συνολικών εσόδων της UEFA για τη διοργάνωση μέχρι το ποσό των 530.000.000 ευρώ καταλήγει στους συλλόγους και το υπόλοιπο 25% στη συνομοσπονδία, για να καλύψει λειτουργικά κόστη και πληρωμές αλληλεγγύης σε ομοσπονδίες, συλλόγους και πρωταθλήματα. Επίσης, από τα έσοδα που προκύπτουν πέραν του ορίου που έχει θεσπιστεί, το 82% πηγαίνει εκ νέου στους συλλόγους που συμμετέχουν στο Champions League, ενώ το υπόλοιπο 18% στη διοργανώτρια αρχή.
Πλούσιοι και... πλουσιότεροι
Βέβαια, η κατανομή των εσόδων δεν αφορά μόνο τα παραπάνω καθώς όσο η διοργάνωση εξελίσσεται συνεχώς δημιουργούνται ...νέα κόλπα εξίσου κερδοφόρα με όλα τα προηγούμενα. Ενα από αυτά είναι το περίφημο «market pool». Αυτό το σύστημα επί της ουσίας αφορά την αναλογική αξία της τηλεοπτικής αγοράς κάθε χώρας των συλλόγων που λαμβάνουν μέρος στο Champions League, αποφέροντας σημαντικά κέρδη στις ομάδες. Οχι όμως για όλους τα ίδια αφού σε ένα εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο κομμένο και ραμμένο στα ήθη και τις αξίες του σημερινού καπιταλιστικού συστήματος τα πράγματα και δε θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Ετσι, τα κέρδη των εκάστοτε συλλόγων σχετίζονται με τα οικονομικά μεγέθη κάθε χώρας όσον αφορά στο τηλεοπτικό πεδίο (π.χ. η Αγγλία είναι η χώρα με τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά συμβόλαια, άρα τα μεγαλύτερα έσοδα σε αυτήν την κατηγορία), καθώς και στον αριθμό των συλλόγων από τις οποίους εκπροσωπείται η κάθε χώρα και κατά συνέπεια διανέμονται τα χρήματα. Βέβαια, εκτός του market pool διαφορά στα έσοδα των συλλόγων προκύπτουν και από την αγωνιστική πορεία τους αφού για όλους τα λεφτά δεν είναι ίδια, με τις λεγόμενες ισχυρές ομάδες να είναι και σε αυτόν τον τομέα οι πρωταγωνιστές εξαιτίας της αγωνιστικής διαφοράς με τους υπόλοιπους μιας και η μεγαλύτερη πορεία στη διοργάνωση αποφέρει και περισσότερα κέρδη. Και το τελευταίο αφορά συνήθως μια ελίτ ομάδων αφού είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία οι προημιτελικοί, οι ημιτελικοί και ο τελικός αποτελούν υπόθεση εκπροσώπων 3 - 4 χωρών (κυρίως Ισπανία, Αγγλία, Γερμανία και Ιταλία).
Κυρίαρχη η UEFA
Οι διακρίσεις άρα και τα περισσότερα κέρδη στο Τσάμπιονς Λιγκ αφορούν επί της ουσίας υπόθεση μιας ελίτ ομάδων προερχόμενη από 3 - 4 χώρες της Ευρώπης (φωτ. από τον περσινό γερμανικό τελικό Μπάγερν Μ. - Ντόρτμουντ)
Βλέποντας κάποιος τα ποσά που κερδίζουν οι σύλλογοι εύλογα θα αναρωτηθεί τελικά τι μένει στην UEFA... Η γαλαντομία της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας προς τις ομάδες μπορεί να αποτελεί το βασικότερο όπλο για να προλαβαίνει αντιδράσεις, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η ίδια αρκείται προκειμένου να έχει το κεφάλι της ήσυχο στο ρόλο του φτωχού συγγενή. Κάθε άλλο μάλιστα... Για παράδειγμα, τα έσοδα για την περσινή σεζόν, 2011-12, άγγιξαν τα 2.795.751.000 ευρώ, ενώ επίσημα τα καθαρά κέρδη της έφθασαν τα 128.765.000 ευρώ για το ίδιο οικονομικό έτος.
Οι ισολογισμοί του ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού οργανισμού είναι διαρκώς αυξανόμενοι τα τελευταία χρόνια δείχνοντας ότι παρά τον πλουτισμό των συλλόγων της διοργάνωσης και η ίδια βρίσκεται σε μια συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη. Επί της ουσίας η ίδια η UEFA δεν έχει πρόβλημα να αδειάσει τα ταμεία της στη λήξη της σεζόν προκειμένου να πληρώσει το λογαριασμό στις ομάδες αφού τα ίδια τα ταμεία θα γεμίσουν ξανά (και με περισσότερα) αμέσως μετά από τις συμφωνίες με χορηγούς (παλιές και νέες), την πώληση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και των αντίστοιχων που αφορούν τις διαφημίσεις κ.τ.λ. Το συγκεκριμένο «αλισβερίσι» είναι αυτό που προσφέρει το «υπερκέρδος» στην Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία χωρίς αυτή τη φορά να προκύπτει αντίδραση των συλλόγων (όπως, π.χ., παλιότερα που ίσχυε άλλο καθεστώς) αφού και οι ίδιοι δεν πήραν και λίγα.

Η σταθερή παρουσία στη διοργάνωση ισοδυναμεί με τεράστια κέρδη στα ταμεία σε ετήσια βάση για ομάδες όπως η Μίλαν και η Τσέλσι

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ Παρελθόν η αποκλειστικότητα του κράτους

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Παρελθόν η αποκλειστικότητα του κράτους
Τη δυνατότητα προγραμματικών συμβάσεων μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτών για τη διαχείριση ενάλιων αρχαιολογικών χώρων δίνει ο νόμος για την «ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στον τουρισμό»
Η κυβέρνηση «άνοιξε» τελικά τον πολύ επικίνδυνο «δρόμο» στην κατεύθυνση της εμπορευματοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσω του νέου νόμου (4179) του υπουργείου Τουρισμού, «Απλούστευση διαδικασιών για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στον τουρισμό, αναδιάρθρωση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και λοιπές διατάξεις», που ψηφίστηκε τον περασμένο Ιούλη και με τον οποίο «σπάει» η αποκλειστικότητα της διαχείρισης του κράτους στους ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους... καταρχήν. Διότι στην πράξη δημιουργεί εύλογο προηγούμενο για τους αρχαιολογικούς χώρους συνολικά.
Συγκεκριμένα, στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 3409/2005 «Καταδύσεις αναψυχής και άλλες διατάξεις» προστίθενται τα εξής: «Με την ίδια απόφαση (σ.σ. των υπουργών Πολιτισμού, Περιβάλλοντος και Ναυτιλίας) μπορεί να παρέχεται η δυνατότητα κατάρτισης προγραμματικών συμβάσεων πολιτισμικής ανάπτυξης κατ' εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 100 του ν. 3852/2010 (Α΄ 287), με τις οποίες θα εξειδικεύονται τα έργα, προγράμματα και υπηρεσίες πολιτιστικού χαρακτήρα εντός των επισκέψιμων ενάλιων αρχαιολογικών χώρων, καθώς και τα ζητήματα οργάνωσης, διαχείρισης, επίβλεψης και εκμετάλλευσης των επιτρεπόμενων στους χώρους αυτούς δραστηριοτήτων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια».

Ας δούμε τι σημαίνουν όλα αυτά. Στο Ν. 2409/2005 οι «καταδύσεις αναψυχής» επιτρέπονται παντού, εκτός από «προσδιορισμένες από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού θαλάσσιες περιοχές εναλίων αρχαιολογικών χώρων», με εξαίρεση την περίπτωση που υπάρξει κοινή υπουργική απόφαση με την οποία «κηρυγμένοι ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι μπορούν να χαρακτηρίζονται ως υποβρύχια μουσεία, στα οποία επιτρέπεται καθοδηγούμενη κατάδυση, πάντα με συνοδεία δυτών φυλάκων αρχαιοτήτων ή αρχαιολόγων».
Τα παραπάνω, βέβαια, προϋποθέτουν επάρκεια δυτών αρχαιοφυλάκων και αρχαιολόγων, η οποία όμως δεν υπάρχει, αφού, ως γνωστόν, ο αριθμός των αρχαιοφυλάκων υπολείπεται ακόμη και των στεριανών αναγκών. Εστω όμως και σε ένα «θεωρητικό» επίπεδο επιχειρείται ένα είδος «προστασίας». Η αρχική όμως «ιδέα» δεν είναι αυτή. Στο σχέδιο νόμου δινόταν αφενός η δυνατότητα ίδρυσης καταδυτικού πάρκου σε χαρακτηρισμένο ενάλιο αρχαιολογικό χώρο, αφετέρου η ανάθεση της οργάνωσης και της διαχείρισης αυτού του πάρκου «σε Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου ή δεύτερου βαθμού, στην παραθαλάσσια περιοχή του οποίου οργανώνεται, σε νομικά πρόσωπα που εποπτεύονται από το κράτος, σε ναυταθλητικά σωματεία ή συλλόγους που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και σε Καταδυτικά Κέντρα, μετά από αίτημά τους»!
Τότε οι αρχαιολόγοι ξεσηκώθηκαν αφού ήταν προφανές ότι γινόταν «εισβολή» στον «πυρήνα» του κρατικού χαρακτήρα της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και εφαρμογή της καπιταλιστικής λογικής περί «ανάπτυξης».
Με την προσθήκη του νέου νόμου, όμως, το «φάντασμα» του νομοσχεδίου του 2005 «ενσαρκώθηκε»! Πλέον, τα πράγματα αλλάζουν ριζικά, αφού οι υπουργοί όχι μόνο θα μπορούν να εξαιρούν ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους από καταδύσεις αναψυχής χαρακτηρίζοντάς τους «υποβρύχια μουσεία», αλλά δίνεται η δυνατότητα σύναψης «προγραμματικών συμβάσεων πολιτισμικής ανάπτυξης» κατ' εφαρμογή του νόμου για τον «Καλλικράτη» (σ.σ. αυτός είναι ο 3852/2010), ακόμη και με αντικείμενο «έργα, προγράμματα και υπηρεσίες πολιτιστικού χαρακτήρα εντός των επισκέψιμων ενάλιων αρχαιολογικών χώρων, καθώς και τα ζητήματα οργάνωσης, διαχείρισης, επίβλεψης και εκμετάλλευσης των επιτρεπομένων στους χώρους αυτούς δραστηριοτήτων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια»!
Οι πάντες «διαχειριστές»

Αυτό σημαίνει ότι στη διαχείριση των ενάλιων αρχαιολογικών χώρων θα μπορούν να «χωθούν» από δημοτικές επιχειρήσεις, που λειτουργούν με αγοραία κριτήρια... μέχρι και τράπεζες, σπάζοντας ακριβώς και στην πράξη την αρχή της αποκλειστικής ευθύνης του κράτους στην προστασία και διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς! Διότι με το άρθρο 100 του 3852/2010 («Καλλικράτης») δίνεται η δυνατότητα σύναψης προγραμματικών συμβάσεων μεταξύ του Δημοσίου και μιας σειράς φορέων, από επιχειρήσεις Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου όπου συμμετέχουν δήμοι, «κοινωφελή ιδρύματα» κ.λπ... μέχρι τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα: «Για τη μελέτη και εκτέλεση έργων και προγραμμάτων ανάπτυξης μιας περιοχής, καθώς και για την παροχή υπηρεσιών κάθε είδους, οι δήμοι, οι περιφέρειες (...) τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα οποία συνιστούν ή στα οποία συμμετέχουν οι προαναφερόμενοι φορείς, καθώς και ΝΠΙΔ στα οποία συμμετέχουν ή συνιστούν η Κεντρική Ενωση Δήμων Ελλάδας και η Ενωση Περιφερειών, οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, τα δημοτικά και περιφερειακά ιδρύματα, καθώς και κοινωφελή ιδρύματα και κληροδοτήματα και τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, στα οποία περιλαμβάνονται και τα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, μπορούν να συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις με το Δημόσιο (...) Στις προγραμματικές συμβάσεις επιτρέπεται και η συμμετοχή επιχειρήσεων των ΟΤΑ (...) Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να επιτρέπεται και η συμμετοχή τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων»!
Θυμίζουμε ότι οι παραπάνω συμβάσεις μπορεί να είναι και «πολιτιστικού χαρακτήρα». Ετσι, στην παρ. 5 του άρθρου 100 του «Καλλικράτη» - το οποίο όπως είδαμε ενσωματώνεται στο νόμο του υπουργείου Τουρισμού - σημειώνεται ότι: «Εφόσον τα προβλεπόμενα στην προγραμματική σύμβαση έργα, προγράμματα και υπηρεσίες είναι πολιτιστικού χαρακτήρα, όπως η ανάδειξη, προστασία και συντήρηση μνημείων, οι παρεμβάσεις σε διατηρητέα ή παραδοσιακά κτίρια και οικισμούς, η διάσωση και διάδοση στοιχείων του πολιτισμού, η ανέγερση και λειτουργία χώρων πολιτισμικών λειτουργιών, η υποστήριξη δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων που αφορούν την επιστήμη, τα γράμματα και τις τέχνες, συμμετέχει, ως συμβαλλόμενος, το Υπουργείο Πολιτισμού. Η προγραμματική σύμβαση καλείται "προγραμματική σύμβαση πολιτισμικής ανάπτυξης"». Προβλέπεται μάλιστα και χαράτσι: «Το τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα που μπορεί να επιβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για τη χρηματοδότηση έργων, εργασιών, προγραμμάτων και υπηρεσιών της προγραμματικής σύμβασης, καλείται "Πολιτιστικό Τέλος"».
Λέσβος, αρχαία λιμάνια
Eurokinissi
Να θυμίσουμε ότι ο ενάλιος αρχαιολογικός πλούτος της Ελλάδας είναι τεράστιος σε μέγεθος και ποιότητα, ενώ διευρύνεται συνεχώς με νέα ευρήματα. Υπάρχουν ήδη πάνω από πενήντα κηρυγμένοι ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι, πάνω από χίλια βεβαιωμένα στίγματα ναυαγίων και εκατοντάδες υπό διερεύνηση. Ωστόσο, το αστικό κράτος «φρόντισε» διαχρονικά ώστε και η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού να είναι αναντίστοιχη των απαιτήσεων αυτού του πλούτου. Είναι χαρακτηριστικό ότι για χρόνια είχαν σταματήσει ακόμη και οι καταδύσεις αφού οι δύτες ήταν ανασφάλιστοι! Το επιστημονικό - καταδυτικό προσωπικό εξακολουθεί να είναι τραγικά λιγοστό σε αριθμό, γεγονός που αντικειμενικά δεν μπορεί να καλυφθεί από τη γνωστή αυτοθυσία των εργαζομένων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ετσι, η Εφορεία Εναλίων αναγκάζεται να διενεργεί έρευνες με ιδιώτες και ξένα ινστιτούτα.
Ολοκληρωτική επίθεση στον πολιτισμό
Ολα αυτά συμβαίνουν στο «φόντο» της συνολικότερης υποχρηματοδότησης του πολιτισμού από το κράτος, η οποία έχει φτάσει σε άκρως επικίνδυνα σημεία ακόμη και για την ίδια τη δυνατότητα συνέχισης λειτουργίας των Εφορειών Αρχαιοτήτων. Φυσικά, αυτή η κατάσταση επιδρά αρνητικά και στην προστασία των ενάλιων αρχαιοτήτων. Εγραφε χαρακτηριστικά, ανάμεσα σε άλλα, ο υπό παραίτηση πρόεδρος του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, Παναγιώτης Τζίννης, στην επιστολή παραίτησής του τον περασμένο Μάη: «(...) μάλλον δε βρέθηκε κανένας στη θέση που βρίσκονται τώρα οι περισσότεροι προϊστάμενοι των 100 περίπου Υπηρεσιών (...)». Δηλαδή, να πρέπει να στείλουν: «Επείγον έγγραφο σε εκτός Αθηνών υπηρεσία και να μην έχουν 11 ευρώ για COURIER (...) υπαλλήλους εκτός έδρας για υπηρεσία και να μην έχουν 500 ευρώ για έξοδα εισιτηρίων, διαμονής, φαγητού κ.τ.λ. Να πρέπει να λάβεις ηλεκτρονικά αλληλογραφία ή αιτήσεις συμμετοχής σε διαγωνισμό και να έχει τελειώσει το μελάνι στο φαξ. Να πρέπει το υπηρεσιακό αυτοκίνητο να φύγει άμεσα για εντεταλμένη υπηρεσία και να μην υπάρχουν λεφτά για βενζίνη ή για συντήρηση ή για επισκευή (αυτή τη στιγμή όλα τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα είναι παροπλισμένα). Να πρέπει σε ένα μήνα από τώρα στους αρχαιολογικούς χώρους να γίνει καθαρισμός ξερών χόρτων (αποψίλωση) ενόψει πυρκαγιών κ.τ.λ. και να μην έχουν διαθέσιμα μετρητά για μεροκάματα των εργαζομένων. Να πρέπει οι δύτες της Εφορείας Εναλίων να περάσουν πριν τις καταδύσεις τσεκάπ από θάλαμο αποσυμπίεσης και να μην υπάρχουν 70 ευρώ ανά άτομο, για να πληρωθεί το νοσοκομείο (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας)».
Καταποντισμένος προϊστορικός οικισμός στο Παυλοπέτρι, στην περιοχή Πούντα - Βιγκλάφια, Βοιών Λακωνίας
Βέβαια, ακόμη υπάρχει η πιθανότητα να μην υπάρχει καν Εφορεία Εναλίων. Οπως κατήγγειλαν τότε οι αρχαιολόγοι, στο σχέδιο οργανογράμματος του υπουργείου Πολιτισμού που επεξεργάστηκε η κυβέρνηση τον περασμένο Φλεβάρη απουσιάζουν εντελώς όλες οι Ειδικές Περιφερειακές Υπηρεσίες, ανάμεσά τους και η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, μαζί με μεγάλα μουσεία, την Εφορεία Αρχαιοπωλείων & Ιδιωτικών Συλλογών, τις Εφορείες Παλαιοανθρωπολογίας - Σπηλαιολογίας, Αρχαιολογικά Ινστιτούτα...
Η δυσμενής αυτή εξέλιξη έρχεται στο φόντο της επίθεσης που έχει δεχθεί συνολικά το πλαίσιο προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς τα τελευταία χρόνια. Μέσα από σειρά νομοθετημάτων έχει υποβαθμιστεί ο ρόλος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας προς όφελος των μεγαλοεργολάβων και γενικότερα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η ολοκληρωτική μετατροπή της τοπικής διοίκησης σε σημαντικό «βραχίονα» του αστικού κράτους και σε «επιχειρηματία» σε βάρος των λαϊκών δικαιωμάτων και κατακτήσεων, η όλο και ενεργότερη παρέμβαση των «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων» στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, ακόμη και στις προσλήψεις στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, η εξουθενωτική υποχρηματοδότηση που «σέρνει», με μαθηματική ακρίβεια, ό,τι έχει απομείνει από τις δημόσιες δομές προστασίας των αρχαιοτήτων στους ιδιώτες - «χορηγούς», συνιστούν ένα «εκρηκτικό κοκτέιλ», τις συνέπειες του οποίου θα δούμε αργά ή γρήγορα να ξεδιπλώνονται στον πολιτισμό αυτής της χώρας.

Ευρήματα στην περιοχή του κόλπου στο Ηράκλειο Κρήτης

Σκιάθος - ναυάγιο υστερορωμαϊκών χρόνων

Αντικύθηρα, 2012: Ερευνα του αμερικανικού ινστιτούτου Woods Hole Oceanographic Institution και της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ Αξεπέραστη λυρική φωνή

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ
Αξεπέραστη λυρική φωνή
Ηταν 16 Σεπτέμβρη του 1977 όταν η πικρή είδηση του θανάτου της αξεπέραστης λυρικής τραγουδίστριας, τηςΜαρίας Κάλλας, σκορπούσε τη θλίψη στα εκατομμύρια των θαυμαστών της σε όλο τον κόσμο. Με αφορμή τη συμπλήρωση των 36 ετών από την επέτειο του θανάτου της Μαρίας Κάλλας, η Εθνική Λυρική Σκηνή τιμά την κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνο με μια σειρά μουσικών δρώμενων στο κέντρο της Αθήνας, σήμερα, από τις 18.00 το απόγευμα έως τις 22.00 το βράδυ.
Στους δρόμους της Αθήνας, της πόλης που μεγάλωσε η Μαρία Κάλλας, θα ακουστούν οι διάσημες άριες οι οποίες σημαδεύτηκαν για πάντα από τις μοναδικές ερμηνείες της, από τους καλλιτέχνες του Λυρικού θεάτρου, στο οποίο η Κάλλας έκανε τα πρώτα βήματα της καριέρας της.
Οι σολίστ Δήμητρα Θεοδοσίου, Αντωνία Καλογήρου, Βασιλική Καραγιάννη, Ειρήνη Καράγιαννη, Ελενα Κελεσίδη, Τσέλια Κοστέα, Μυρσίνη Μαργαρίτη, Μαρία Μητσοπούλου, Τζούλια Σουγλάκου, οι πιανίστες και ηΟρχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε μουσική διεύθυνση του καλλιτεχνικού διευθυντή της, Μύρωνα Μιχαηλίδη, θα ερμηνεύσουν αποσπάσματα από τις όπερες «Τραβιάτα», «Μποέμ», «Τόσκα», «Μαντάμα Μπαττερφλάι», «Μάκβεθ», «Ριγολέτος», «Ο κουρέας της Σεβίλης», «Τροβατόρε», «Σικελικός εσπερινός» κ.ά.
Οι εκδηλώσεις - μουσικός περίπατος σε πέντε πράξεις - έχουν σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνεται η δυνατότητα στο κοινό να παρακολουθήσει και τις πέντε συναυλίες μετακινούμενο με τα πόδια από τη μια στην άλλη. Το πρόγραμμα έχει ως εξής: 18.00, προαύλιος χώρος Μουσείου Ακρόπολης - Διονυσίου Αρεοπαγίτου (σολίστ με συνοδεία πιάνου, διάρκεια 20 λεπτά). 18.45, σκάλες Ωδείου Ηρώδου Αττικού - Διονυσίου Αρεοπαγίτου (σολίστ με συνοδεία πιάνου, διάρκεια 20 λεπτά). 19.35, κτίριο Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων - Πεζόδρομος Ερμού 134-136, πλατεία Αγίων Ασωμάτων Θησείο (σολίστ με συνοδεία πιάνου, διάρκεια 20 λεπτά). 20.30, πλατεία Κοτζιά (σολίστ με συνοδεία πιάνου, διάρκεια 20 λεπτά).21.30, προαύλιος χώρος Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου - Πατησίων (Ορχήστρα Εθνικής Λυρικής Σκηνής - σολίστ, διάρκεια 40 λεπτά). Είσοδος ελεύθερη σε όλες τις εκδηλώσεις.
Εύθραυστη και ταυτόχρονα δυνατή
Η Μαρία Κάλλας, η γυναίκα με τη βελούδινη, γεμάτη πάθος φωνή, η ελληνική φωνή που ακούγεται και θα ακούγεται για πάντα, υπήρξε μια από τις λιγοστές ελληνικές υπάρξεις που με τη ζωή και το έργο της άνοιξε διάπλατα την πόρτα της οικουμένης. Η ωραιότερη και τραγικότερη Βιολέτα, η παθιασμένη Μήδεια, η γλυκιά, η ουράνια Νόρμα, η γυναίκα που «έζησε για τον έρωτα και την Τέχνη» (όπως λέει και η άρια από την ομώνυμη όπερα του Πουτσίνι). Τα γαλάζια νερά του Αιγαίου, που δέχτηκαν την τέφρα της ενισχύθηκαν από μια μουσικότητα στα κύματά τους. Η Μαρία Κάλλας τραγούδησε και αγάπησε την Τέχνη και τον Ερωτα. Η Τέχνη τη λάτρεψε, αλλά ο έρωτας την πλήγωσε φαίνεται θανάσιμα.
Η Μαρία Κάλλας γεννήθηκε ως Αννα Μαρία Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου στις 2 Δεκέμβρη του 1923 στη Νέα Υόρκη. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς οι γονείς της, Ευαγγελία Δημητριάδη (από την Κωνσταντινούπολη) και Γιώργος Καλογερόπουλος (από τo Nεωχόριο Ιθώμης Μελιγαλά Μεσσηνίας), είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ από την Αθήνα. Εκεί ο πατέρας της ανοίγει φαρμακείο και το 1929 αλλάζει το οικογενειακό επώνυμο από Καλογερόπουλος σε Callas. Τρία χρόνια αργότερα η Μαρία ξεκινά τα πρώτα μαθήματα πιάνου μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή της Υακίνθη. Σε ηλικία 11 ετών έλαβε το πρώτο βραβείο ως «σολίστ» σε διαγωνισμό παιδικών φωνών που είχε διοργανώσει ο ραδιοφωνικός σταθμός της Νέας Υόρκης «WOR».
Στα 1937 έρχεται το διαζύγιο των γονιών της και η Μαρία ακολουθεί τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου ήδη βρισκόταν η αδελφή της. Αρχικά, αν και μικρότερη από το ηλικιακό όριο εισαγωγής, εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο του Καλομοίρη με καθηγήτρια την Μαρία Τριβέλλα, ενώ ένα χρόνο αργότερα βρέθηκε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών όπου δίδασκε η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, η οποία θεωρείται ως η κατ' εξοχήν δασκάλα της Κάλλας.
Στις 2 Απρίλη 1939 κάνει το σκηνικό της ντεμπούτο ως Σαντούζα σε μία μαθητική παράσταση της «Αγροτικής Ιπποσύνης» («Cavalleria Rusticana») του Πιέτρο Μασκάνι, από το Ωδείο Αθηνών. Λίγο πριν το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου έρχεται η πρώτη συνεργασία της με τη Λυρική Σκηνή Αθηνών και η πρώτη της μελοδραματική εμφάνιση στη Βεατρίκη στο έργο «Βοκκάκιος» του Φραντς φον Σουπέ« στο κινηματοθέατρο «Παλλάς».
Στις 27 Αυγούστου του 1942 στο θερινό θέατρο «Παρκ» στην πλατεία Κλαυθμώνος, στην πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση σε όπερα, ερμηνεύει «Τόσκα» του Τζιάκομο Πουτσίνι. Την ίδια χρονιά συμμετείχε σε συναυλία της Λυρικής στη Θεσσαλονίκη. Στις 19 Φλεβάρη ερμηνεύει την Σμαράγδα στον «Πρωτομάστορα» του Μανώλη Καλομοίρη, και εννέα μέρες αργότερα συμμετέχει σε μεγάλη συναυλία για τα συσσίτια της Νέας Σμύρνης στον κινηματογράφο «Σπόρτινγκ». Στις 12 Δεκέμβρη ερμηνεύει άριες του Μπετόβεν και του Ροσίνι σε συναυλία υπέρ των φυματικών.
Ο θρίαμβος δεν άργησε
Το Σεπτέμβρη του 1945 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και ξεκινά την προσπάθεια για ανεύρεση εργασίας αρχικά στη Μητροπολιτική Οπερα, δεν καταφέρνει όμως να υπογράψει συμβόλαιο. Εντούτοις η ακρόασή της από τον Εντουαρντ Τζόνσον, διευθυντή της Οπερας, φέρνει την προσφορά δύο ρόλων στα έργα «Φιντέλιο» του Μπετόβεν και «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Πουτσίνι. Η Κάλλας απορρίπτει τους ρόλους. Δε θέλει να τραγουδήσει τον «Φιντέλιο» στα αγγλικά, ενώ αισθάνεται πολύ εύσωμη ώστε να ερμηνεύσει την αιθέρια «Μπατερφλάι». Η γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας της Βερόνα, Τζοβάνι Τζενατέλο την οδηγεί στην Ιταλία. Εκεί, στις 3 Αυγούστου 1947, κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα με την «Τζοκόντα» του Αμιλκάρε Πονκιέλι.
Στα 1948 θριαμβεύει με την «Τουραντό», στα 1949 εμφανίζεται στο Μπουένος Αϊρες με τη «Νόρμα», στα 1950 στο Μεξικό γίνεται η Λεονόρα του «Τροβατόρε». Και πάει λέγοντας... Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Στα 1973 μοιάζει να κλείνει την καριέρα της, με τον Τζιουζέπε ντι Στέφανο σκηνοθετεί τον «Σικελικό Εσπερινό» του Βέρντι στο Ρέτζιο του Τορίνο. Μετά εμφανίζονται σε μια σειρά κοντσέρτων με άριες από όπερες, στην Ιαπωνία, στην Αμερική και την Ευρώπη.
Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Δύο μήνες πριν είχε γνωρίσει τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση σε δεξίωση της κοσμικογράφου Ελσα Μάξγουελ. Η γνωριμία τους θα εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες σχέσεις στην ιστορία.
Το 1960 τραγουδά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου «Νόρμα» και το επόμενο έτος «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Το 1962 επανέρχεται στη Σκάλα του Μιλάνου και αποθεώνεται σαν Μήδεια σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη. Τον Ιανουάριο του 1964 πείθεται από το Φράνκο Τζεφιρέλι να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της «Τόσκα» στη σκηνή του «Κόβεντ Γκάρντεν» («Covent Garden»). Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς, ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Οπερα των Παρισίων με τη «Νόρμα». Παρά τα φωνητικά προβλήματα που έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει, το παρισινό κοινό την υποδέχεται θερμά. Σαν τελευταία της εμφάνιση πρέπει να θεωρηθεί αυτή το Δεκέμβρη του 1973, που τραγούδησε στην Οπερα του Παρισιού. Εκείνη τη μέρα το κοινό την κάλεσε δέκα φορές στη σκηνή. Η κραυγή «Βίβα Μαρία» θύμιζε το «Βίβα Βέρντι» που ακουγόταν πριν από έναν αιώνα.
Η Μαρία Κάλλας είχε υπομονή και επιμονή και καθημερινά έκανε εξάσκηση στη φωνή της. Με αποτέλεσμα ο ήχος να γίνεται όλο και λεπτός, οι αποχρώσεις πιο πλούσιες, η γραμμή κάθε φορά περισσότερο εξαγνισμένη. Και κάθε βράδυ, την ώρα που άνοιγε η αυλαία και η ανάσα των θεατών κοβόταν από το φόβο μην κάνει τον, παραμικρό, ελάχιστο θόρυβο, εκείνη με την εύθραυστη γοητεία της και τη θεϊκή φωνή της σκόρπιζε τη μαγεία. Πρέπει να την ακούσει κανείς να τραγουδά την άρια «Κάστα ντίβα», τη «Χαμπανέρα», την άρια «Εζησα για τέχνη, έζησα για τον έρωτα» ή την άρια της τρέλας της «Λουτσία ντε Λαμερμούρ», τη Μήδεια του Χερουμπίνι για να πάρει μια γεύση, μια ιδέα από τη θεία φωνή της. Ηταν πάντα έτοιμη να θυσιαστεί και χαθεί, κάθε στιγμή, για χάρη της τέχνης. Μαγεμένη, πονεμένη, ατρόμητη, αλλά συνάμα και τρομαγμένη θεά. Εκεί που η αναπνοή της εξέπνεε την απορροφούσε ο παλμός της καρδιάς του κοινού, που χτυπούσε μόνον γι' αυτήν.

Σ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ

TOP READ