23 Σεπ 2013

Έχω να σας πω μια σκληρή αλήθεια (με τον τρόπο του Μπρεχτ)

Έχω να σας πω μια σκληρή αλήθεια (με τον τρόπο του Μπρεχτ)


Από το γεμάτο εκπλήξεις Lenin Reloaded

Τούτες τις μέρες πολλοί από σας ελπίζετε πως μέχρι εδώ ήτανε με τον φασιστικό εφιάλτη.
Όμως δεν είναι έτσι. Μια σκληρή αλήθεια έχω να σας πω:
Είναι πολύ δύσκολο πράγμα να μην είσαι φασίστας στις μέρες που ζούμε.
Εσείς νομίζετε πως οι φασίστες είναι μια πάστα ειδική, συγκεκριμένη.
Όμως ο φασισμός δεν είναι μόνο οι ομάδες κρούσης, το ξυρισμένο κεφάλι και ο αγκυλωτός στο μπράτσο.
Ο φασισμός έχει πρόσωπα πολλά: υποστηρικτές, χρηματοδότες, κι ανοχή
κι έχει επίσης ασύνειδους συμμάχους στο πλευρό του. Ανώριμα ποτέ του δεν
τολμά αν ξεμυτήσει, μόνο όταν είναι γινομένες οι συνθήκες, κι έχει σαπίσει για τα καλά
της κοινωνίας ο ιστός.

Συγκεκριμένα ας μιλήσουμε:
ο παλιός σωβινιστής κι εθνικιστής, ο νοσταλγός της χούντας, ο ενσυνείδητος ρατσιστής,
αυτοί όλοι στην αγκαλιά του φασισμού τρέξανε πρώτοι· με το ζόρι κρατιόντουσαν
μες στα παλιά αστικά κόμματα. Γι αυτό, κανείς σας δεν θα διαφωνήσει.


Όμως κι ο νεοφιλελεύθερος με τα κοσμοπολίτικα γούστα, δεν είδατε κι αυτός
πόσο γρήγορα δέχτηκε τους φασίστες, αφού σ' αυτούς προστρέχει
για να διατηρηθεί η τάξη, τα εργοστάσια να δουλεύουν, οι απεργίες να τελειώνουν,
να πέφτουν ολοένα οι μισθοί, μήπως ευλογηθεί με επενδύσεις
πάλι η χώρα κι αρχίσει να τρέχει πάλι άφθονο
το παραδάκι στην τσέπη του τραπεζίτη και του βιομήχανου, που μόνο αυτούς λατρεύει;
Κι αυτός ακόμα που απ' τον πολύ εκλεπτυσμό δεν καταδέχεται να αγκαλιάσει
ανοιχτά τον φασισμό, αυτόν βοηθάει ωστόσο όταν λυσσά ενάντια στον
εχθρό του, την ταξική συνείδηση, που εχθρεύεται με μίσος.

Όμως κι ο αναρχικός, αυτός που ορκίζεται στον φασισμό ενάντια,
κι αυτός όταν σηκώνει το χέρι του εργάτες να χτυπήσει,
άλλους βλέποντας έτσι να κάνουν, όταν
 τρομοκρατεί τις συγκεντρώσεις τους,
στων μπάτσων τα χτυπήματα
όταν σπεύδει να δώσει αυτός ο ίδιος έρεισμα ή ανέχεται τους άλλους, όταν ανταγωνίζεται
την ταξική εργατιά και τρέχει να την λοιδωρήσει αντί στο πλάι της να σταθεί,
κι αυτός σύμμαχος είναι της λάθος πλευράς, κι αν δεν το ξέρει ακόμα. Αδιάφορο
είναι αυτό απ' τη σκοπιά της ιστορίας. Στο μεταξύ, από του νεοφιλελεύθερου
το φαρμάκι των δυο άκρων έχει μπολιαστεί: τα "ΚΝΑΤ" του είναι του νεοφιλελεύθερου
οι κραυγές για "κόκκινο φασισμό", μαζί συναγωνίζονται σ' αντικομμουνισμό.

Αλλά κι αυτός που κόπτεται για τον λαό, τα βάσανά του που καταγγέλει
λάβρος, αυτός που καλεί αδιάκοπα σ' ενότητα πατριωτική, μα όλο ξεχνά τις τάξεις,
αυτός που βρίσκει ενοχλητική κάθε κουβέντα που στον νου του απειλεί
του έθνους την ομόνοια μπροστά σε αφηρημένες, διαβολικά ζωγραφισμένες
κάστες και ελίτ, αυτός που απ' το "ξενόδουλος!" βαρύτερη δεν έμαθε βρισιά,
για όσα συμβαίνουν –κι αυτός, αργά ή γρήγορα
θα σου το δείξει ανοιχτά, πως γρήγορα κατρακυλά στων φασιστών τις θέσεις, καθώς
με τον σωβινισμό έχει μπολιαστεί βαθιά η σκέψη του.

Μένει ποιος; Ο σοσιαλδημοκράτης που στον διεθνισμό ορκίζεται.
Μ' αυτός, θα πρεπε να γνωρίζετε, όσο κι αν απεχθάνεται
του φασισμού τη μούρη, δεν ενοχλείται ωστόσο καθόλου ανάλογα
από του καπιταλισμού τα κάλλη. Κι έτσι δέχεται πως να σωθεί πρέπει το σύστημα
που φασισμό γεννάει, και σ' όλες τις κρίσιμες στιγμές διστάζει και δειλιάζει.
Έναν κόσμο ονειρεύεται
 αντικειμενικά ανέφικτο,
όπου θα χει ο ίδιος θρονιάσει γερά στη θέση τους τους αφεντάδες
να διαμαρτύρεται μετά σ' αυτούς εκ μέρους σας για λίγα ψίχουλα,
δόξα αριστερή μαζεύοντας, πως για σας νοιάζεται τάχα.
Κι επειδή τον ρόλο αυτό μονάχα παίζει, τον κομμουνιστή μισεί αν την παράσταση χαλάσει.
Κι αυτός λοιπόν ακόμα, κι ας είναι ο ίδιος συχνά θύμα της βίας
του φασίστα τον ανέχεται, και θα τον ανεχτεί
όσο του καπιταλισμού τα κέρδη πέφτουν, όσο φοβάται το λοιπόν
μια κάποια ανατροπή.

Όλοι οι δρόμοι στον φασισμό οδηγούν, εκτός από έναν·
κι αυτόν δεν θέλετε να πάρετε. Τόσο γερά και μακριά είναι του καπιταλισμού
τα πλοκάμια, τόσο σφιχτά μας πιάνουνε απ' το λαιμό, ανθρώπους που νομίζουμε
πως είμαστε τελείως διαφορετικοί, πως άλλα πράγματα εντελώς πιστεύουμε κι εκπροσωπούμε:
αυτή είναι η σκληρή αλήθεια
που δεν τολμάτε στα μάτια να τη δείτε. Κι όσο δεν έχετε το θάρρος που
πρέπει στην αλήθεια,
 τον ίδιο μαύρο δρόμο θα ακολουθάτε,
ασύνειδοι, έστω, για το έγκλημα που πράττετε,
αθώοι από ενοχή, ανίδεοι ιστορικά σα βρέφη. 
Κι εμένα και το ποίημα αυτό
μονάχα θα μισείτε.
πηγη

Μποτίλια Στον Άνεμο



Ν. Μόττας - «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα»: επαναστατική θεωρία ή σοσιαλδημοκρατικός οπορτουνισμός;

Ν. Μόττας - «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα»: επαναστατική θεωρία ή σοσιαλδημοκρατικός οπορτουνισμός;

Άγαλμα του Λένιν στην Αβάνα.
Του Νικόλαου Μόττα.
Πηγή: Μαρξιστική Επιθεώρηση Praxis,
Τεύχος 3, Απρίλης 2013.
ISSN: 2241-293X.
 
Καράκας, 21 Νοέμβρη 2009. Από το βήμα του συνεδρίου του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας, ο πρόεδρος Ούγκο Τσάβες κραδαίνει ένα βιβλίο – το «Κράτος και Επανάσταση» του Β.Ι.Λένιν. Με το χαρακτηριστικό του ύφος, μπροστά σε 772 συνέδρους, ο πρόεδρος εκφράζει τη συμφωνία του με την κεντρική ιδέα του λενινιστικού πονήματος και συμπληρώνει: «είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε ένα νέο επαναστατικό κράτος από τα κάτω που θα ‘ναι ο αληθινός μηχανισμός για το χτίσιμο του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα». Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Τσάβες αναφέρονταν δημόσια στην ανάγκη ενός «νέου είδους σοσιαλισμού».
 
Ο όρος «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» απηχεί μια πολιτική θεωρία που, περισσότερο από 15 χρόνια τώρα, κυριαρχεί στους κύκλους της λατινοαμερικανικής Αριστεράς. Κατά την πρόσφατη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, η θεωρία αυτή «άγγιξε» και ένα σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής αριστερής διανόησης και τείνει να γίνει ένας από τους πλέον πολυσυζητημένους όρους της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας. Ως εκ τούτου τίθενται δύο βασικά ερωτήματα: τι πραγματικά πρεσβεύει αυτή η θεωρία και, δεύτερον, κατά πόσο σχετίζεται με τις μαρξιστικές αρχές;
 
Για να εξηγηθεί επαρκώς το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύχθηκε ο «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» πρέπει να μελετηθούν οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που προηγήθηκαν της γέννησής του. Η επικράτηση της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και την ανατολική Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, δημιούργησαν αναμφίβολα μια νέα τάξη πραγμάτων στο διεθνές ιδεολογικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η περιβόητη άποψη, για παράδειγμα, που εξέφρασε ο Φράνσις Φουκουγιάμα [1] περί του «τέλους της Ιστορίας» και της ιδεολογικής κυριαρχίας του (νεο)φιλελευθερισμού αποτέλεσε μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας, εκπορευόμενης από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, με σκοπό να τεθεί ιδεολογικά και πολιτικά στο περιθώριο ο μαρξισμός-λενινισμός και κάθε επαναστατική προσπάθεια με κομμουνιστικά χαρακτηριστικά. Σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκαν και άλλες πολιτικές θεωρίες (π.χ. μεταμοντερνισμός, Τρίτος Δρόμος κλπ.) που είχαν –και συνεχίζουν να έχουν– διττό στόχο: πρώτον, την απονεύρωση του εργατικού λαϊκού κινήματος παγκοσμίως ώστε να μην υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την κυριαρχία του μονοπωλιακού καπιταλισμού και δεύτερον, τη δημιουργία της ψευδαίσθησης ότι είναι εφικτός ένας «εξανθρωπισμός» του καπιταλισμού, ότι δηλαδή στο πλαίσιο ρεφορμιστικών πολιτικών, εργάτες και αστική τάξη μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά. 

Ο ιδεολογικός και πολιτικός πόλεμος που δέχθηκε ο μαρξισμός-λενινισμός τις τελευταίες δύο δεκαετίες έφερε κάποια αποτελέσματα: κομμουνιστικά κόμματα απεμπόλησαν τις αρχές τους στρεφόμενα προς σοσιαλδημοκρατικές, ρεφορμιστικές πολιτικές πλατφόρμες (βλ. Γαλλικό και Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα) ενώ ο μικροαστικός οπορτουνίστικος αριστερισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος στην προσέγγιση πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Παρ’ όλα αυτά, δύο και πλέον δεκαετίες μετά την πρώτη του τείχους του Βερολίνου, ο κύριος στόχος του μονοπωλιακού καπιταλιστικού συστήματος δεν επιτεύχθηκε. Και αυτό διότι παρά την πολύπλευρη και πολυδιάστατη ιμπεριαλιστική προπαγάνδα κατά του κομμουνισμού και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης συνεχίζουν να υπάρχουν, σε όλον τον κόσμο, ισχυροί θύλακες αντίστασης στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η κρίση που ενέσκηψε το 2008, γέννημα-θρέμμα του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, επανέφερε στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο ζητήματα που η –θριαμβεύσασα στις αρχές του ‘90– αντεπανάσταση ίσως να μην περίμενε. Ζητήματα που άπτονται της όξυνσης της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο, της επαγρύπνησης του εργατικού, λαϊκού κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλισμό, της αποκάλυψης των γιγαντιαίων αντιφάσεων που περιέχονται στο DNA του καπιταλισμού. 
 
Ταυτόχρονα, εμφανίζονται στο προσκήνιο από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς «νέες» προσεγγίσεις, οι οποίες προωθούνται ως «εναλλακτικές» λύσεις. Λανσάρονται, με λίγα λόγια, ως ιδεολογική υπέρβαση τόσο του καπιταλιστικού οικονομικού μοντέλου όσο και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του περασμένου αιώνα. Ένας μεγάλος αριθμός αυτών των, αριστερής ιδεολογικής χροιάς, προσεγγίσεων συναντιούνται στη θεωρία που είναι γνωστή ως «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα».
 
Ποια είναι η «νέα θεωρία». 

Η θεωρία του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» δεν ανακαλύφθηκε πρόσφατα. Μπορεί να εισήλθε δυναμικά στη δημόσια συζήτηση με αφορμή την πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση, όμως η ιδεολογική της σύλληψη ξεκινά το 1996. Την πατρότητα της θεωρίας διεκδικεί ο γερμανός κοινωνιολόγος Χανς Ντίτριχ [2], μελετητής επί μακρόν των πολιτικών εξελίξεων στη Λατινική Αμερική και σύμβουλος για κάποιο διάστημα του προέδρου Τσάβες της Βενεζουέλας. Η σκέψη του Ντίτριχ έχει ως βάση το επιχείρημα ότι τόσο ο σύγχρονος καπιταλισμός όσο και ο ιστορικός σοσιαλισμός (όπως ονομάζει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ου αιώνα) απέτυχαν να δώσουν λύσεις στα βασικά προβλήματα του ανθρώπου. Στο βιβλίο του «Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα και η συμμετοχική δημοκρατία» [3] δίνει μια εικόνα αυτού που ο ίδιος αποκαλεί ως «Νέο Ιστορικό Εγχείρημα» (New Historical Project):Ανακοινώνουμε πως ο πρώτος κύκλος ζωής της σύγχρονης κοινωνίας φτάνει στο τέλος του. Για τα τελευταία 200 χρόνια, από τη Γαλλική Επανάσταση (1789) μέχρι σήμερα, η ανθρωπότητα έζησε μέσω των δύο γνωστών ειδών εξέλιξης: του καπιταλισμού και του ιστορικού σοσιαλισμού. Και οι δύο μέθοδοι στάθηκε αδύνατο να λύσουν τα βασικά προβλήματα της ανθρωπότητας. Αυτά περιλαμβάνουν: φτώχεια, πείνα, εκμετάλλευση, σεξισμός, ρατσισμός, καταστροφή των φυσικών πηγών και έλλειψη αληθινής δημοκρατίας. Επομένως, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από το τέλος των βασικών κοινωνικών εγχειρημάτων (χρησιμοποιεί την έκφραση «social projects») της μεγαλοαστικής τάξης και της ιστορικής εργατικής τάξης οι οποίες κυριάρχησαν στην εποχή μας. Η αναδυόμενη παγκόσμια κοινωνία ανοίγεται σε ένα νέο πολιτισμό: συμμετοχική δημοκρατία, σοσιαλισμός του 21ου αιώνα.
 
Ποιο είναι το πρώτο συμπέρασμα; Ότι, σύμφωνα με τον Ντίτριχ, η ανθρωπότητα επί τουλάχιστον δύο αιώνες ζει με την αυταπάτη ότι δεν υπάρχει άλλο κοινωνικό σύστημα πέραν του καπιταλισμού και του «ιστορικού σοσιαλισμού». Παρότι δεν το λέει ευθέως, ο Ντίτριχ ουσιαστικά τσουβαλιάζει τις σοσιαλιστικές κατακτήσεις του 20ου αιώνα με τον εκμεταλλευτικό καπιταλισμό. Ερχόμενος δε σε ευθεία αντίθεση με τη μαρξιστική προσέγγιση, αρνείται τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης ως επαναστατικού υποκειμένου, καθώς ανακοινώνει «το τέλος των βασικών κοινωνικών προγραμμάτων της μεγαλοαστικής τάξης και της ιστορικής εργατικής τάξης». Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε πως, σύμφωνα με τον Ντίτριχ, μπουρζουαζία και εργατική τάξη δεν είναι σε ευθεία αντιπαλότητα, ούτε είναι αναγκαία η ταξική πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας.
 
Η «ιδεαλιστική» αντίληψη που έχει ο Ντίτριχ για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας έρχεται σε αντίθεση με τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ. Σύμφωνα με τον πατέρα του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» οι ιστορικοί μετασχηματισμοί και αλλαγές αποτελούν «κοινωνικά εγχειρήματα» (social projects), φράση που παρασταίνει ουσιαστικά τις μεγάλες ιστορικές αλλαγές με όρους ιδεολογίας οι οποίες φαίνεται να ξεπηδούν απ’ τα κεφάλια των φιλοσόφων. Σε αντιδιαστολή με τον τρόπο σκέψης του Ντίτριχ, ο διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ [3] εξηγεί την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας με όρους αντικειμενικής διαδικασίας που λαμβάνει χώρα στις σχέσεις παραγωγής και ιδιοκτησίας, οι οποίες αναπτύσσονται ανεξάρτητα από την ανθρώπινη βούληση και συνείδηση. Η σκέψη του Ντίτριχ κάνει το αντίθετο. Βασίζεται στην αντιμαρξιστική αντίληψη ότι η συνείδηση του ανθρώπου καθορίζει την κοινωνική του υπόσταση. 
 
Σύμφωνα με τον Χανς Ντίτριχ, ο «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα», οφείλει να βασίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες: «συμμετοχική δημοκρατία, δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία ισοδυναμίας, αταξικό κράτος και τον λογικό-ηθικό πολίτη» [sic]. Ο όρος «συμμετοχική δημοκρατία» χρησιμοποιείται ως έμμεση καταδίκη –εκ μέρους του Ντίτριχ– της δημοκρατίας που υπήρξε στον υπαρκτό σοσιαλισμό του 20ου αιώνα. Με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά ο γερμανός κοινωνιολόγος υιοθετεί, εμμέσως πλην σαφώς, την ψευδεπίγραφη αστική προπαγάνδα περί δήθεν «περιορισμένης ελευθερίας» και καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη, κυρίως δε στην ΕΣΣΔ. Με την ιδέα της «συμμετοχικής δημοκρατίας» ο Ντίτριχ δείχνει να στηρίζεται σε κάποια ουτοπική αντίληψη της συμμετοχής στα κοινά, καθώς απαρνείται τις δύο βασικές (και πρακτικά εφαρμόσιμες) μεθόδους: την κοινοβουλευτική δημοκρατία στο πλαίσιο του καπιταλισμού (ουσιαστικά, της δικτατορίας του κεφαλαίου) και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Τι ακριβώς είναι λοιπόν αυτή η «συμμετοχική δημοκρατία» όπου, κατά τον Ντίτριχ, «οι πλειοψηφίες θα έχουν τον μεγαλύτερο ιστορικά δυνατό βαθμό ισχύος στη λήψη αποφάσεων στους οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτιστικούς και στρατιωτικούς θεσμούς που κυβερνούν τις ζωές τους»; Σε μια τέτοια περίπτωση λοιπόν, μιλάμε για «θεσμούς» που θα κυβερνούν τη ζωή του λαού – επομένως πρόκειται για ένα διαφοροποιημένο είδος κοινοβουλευτικής (αντιπροσωπευτικής) δημοκρατίας και όχι λαϊκής εξουσίας. Ο Ντίτριχ αποτυγχάνει να εξηγήσει ποιοι (δηλαδή ποια κοινωνική τάξη) θα αποτελούν την κυρίαρχη πλειοψηφία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι εργατική τάξη, μικροαστικά και μεσαία στρώματα έχουν τα ίδια συμφέροντα. 
 
Σύμφωνα με τη θεωρία του Χ.Ντίτριχ, το κράτος (και επομένως οι θεσμοί που «θα κυβερνούν τη ζωή του λαού») είναι αναγκαίο, προκειμένου να δίνει απλόχερα στους πολίτες τα κοινωνικά αγαθά που χρειάζονται. Σύμφωνα με τον ίδιο, το λεγόμενο «ταξικό κράτος» θα «εξαφανιστεί με τη συμμετοχική δημοκρατία. Στη θέση του θα υπάρχει μια νέα δημόσια εξουσία (σημ: όχι λαϊκή, αλλά δημόσια), η οποία θα θέτει τις προτεραιότητες των γενικών αναγκών και, έχοντας χάσει τον ταξικό χαρακτήρα λειτουργίας της, θα χάσει και την καταπιεστική της ιδιότητα» [6]. Σε αυτό το σημείο γίνεται προφανής η χαοτική απόσταση που χωρίζει τη θεωρία του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» με τη μαρξιστική-λενινιστική οπτική και θέση. Για τον Ντίτριχ το κράτος είναι όχι μόνο αναγκαίο, αλλά, ταυτόχρονα, έχει και σκόπιμα αταξικό χαρακτήρα. Προς όφελος ποιανού όμως; Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, στον «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», οι καπιταλιστές θα... παραχωρήσουν ευγενικά την εξουσία και το εκμεταλλευτικό τους κράτος σε μια κάποια «ανεξάρτητη αρχή» η οποία θα φροντίσει για το καλό της κοινωνίας, καπιταλιστών και εργατικής τάξης, εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων [7]. Μιας και ο Ντίτριχ δεν αναφέρεται καν στην ανάγκη ταξικής πάλης και βίαιης επανάστασης (που θα ανέτρεπε το αστικό κράτος) τότε αποζητά δύο τινά: ή ένα πλήρως ουτοπικό, ανύπαρκτο κράτος που να «γεφυρώνει» με μαγικό ραβδί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης με αυτά των καπιταλιστών, ή τη διατήρηση του αστικού κράτους με σοσιαλδημοκρατικού τύπου φιλολαϊκό προσωπείο. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπάρχει τίποτα το ριζοσπαστικό, τίποτα το επαναστατικό. 

Μεικτή οικονομία.

Ο σοσιαλδημοκρατικός χαρακτήρας της θεωρίας του Ντίτριχ γίνεται ακόμα πιο εμφανής στο πεδίο της οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο κοινωνιολόγος δηλώνει δημόσια πως προτιμά τη μαρξιστική πολιτική οικονομία (σε αντιδιαστολή με τη φιλελεύθερη οικονομική σκέψη), η θεωρία που αναπτύσσει για τον «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» αποδεικνύεται ξεκάθαρα αντι-μαρξιστική. Υποστηρίζει λοιπόν ο Ντίτριχ:

Μια σοσιαλιστική μετάβαση στον σημερινό κόσμο θα είναι επιτυχής εάν καταφέρει να υποκαταστήσει τον αστικό θεσμό της «τιμής» με τέτοιον τρόπο που οι δύο βασικές του λειτουργίες, η συστημική και η επισωρευτική, μπορούν να λυθούν ικανοποιητικά, μέσω ενός ποιοτικά διαφορετικού θεσμού: αποτελεσματικού στη βελτιστοποίηση της οικονομίας και χωρίς κανένα περιθώριο για εκμετάλλευση άλλων ανθρώπων. Αυτός ο θεσμός είναι η αξία [8].
 
Η οικονομική σκέψη του Ντίτριχ βασίζεται ουσιαστικά σε δύο πυλώνες: Πρώτον, τη σταδιακή αντικατάσταση του θεσμού-νόμου της «τιμής» με τον ρυθμιστικό θεσμό-νόμο της «αξίας», όπως αυτός γίνεται αντιληπτός σε συνάρτηση με τον απαραίτητο χρόνο για την παραγωγή ενός προϊόντος. Δεύτερον, την αναβάθμιση της συμμετοχής των πολιτών και του εργατικού δυναμικού στο μακρο-οικονομικό (π.χ. Προϋπολογισμός), μεσο-οικονομικό (π.χ. Προϋπολογισμός Δήμου) και μικρο-οικονομικό επίπεδο (π.χ. Επιχείρηση).

Από τα παραπάνω βγαίνουν τα εξής δύο συμπεράσματα:

1.  Πουθενά δεν γίνεται λόγος για το ποιος διαθέτει τα μέσα παραγωγής. Στην οικονομική σκέψη του Ντίτριχ η «εκμετάλλευση», ως καρκίνωμα της κοινωνίας, βρίσκεται στην αγοραστική τιμή και όχι στην ίδια την παραγωγή. Η αντι-μαρξιστική προσέγγιση του Ντίτριχ  φαίνεται στο γεγονός ακριβώς ότι ο ίδιος θεωρεί πως η εκμετάλλευση λαμβάνει χώρα στην αγορά, μέσω της τιμής πώλησης του προϊόντος και όχι στον χώρο εργασίας μέσω της υπεραξίας. Συμπεραίνουμε επομένως πως, για τον Ντίτριχ, το καπιταλιστικό status quo στα μέσα παραγωγής θεωρείται κάτι σαν θέσφατο, σαν φυσικός νόμος που δεν ανατρέπεται (ή δεν χρειάζεται να ανατραπεί). 
 
2. Η οικονομική σκέψη του Ντίτριχ θυμίζει τον αντι-μαρξιστικό ουτοπισμό του Ευγένιου Ντίρινγκ. Ο Φ.Ένγκελς έγραφε στο έργο του «Αντι-Ντίρινγκ» πως «ο νόμος της αξίας είναι ακριβώς ο βασικός νόμος της εμπορευματικής παραγωγής και, κατά συνέπεια, της ανώτατης μορφής της, της καπιταλιστικής δηλαδή παραγωγής».
 
Η θεωρία του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» προτάσσει ξεκάθαρα ένα μοντέλο μεικτής οικονομίας, όπου «φιλολαϊκό» κράτος και «καλοί καπιταλιστές» θα συνδιαχειρίζονται την οικονομία προς όφελος, γενικά και αόριστα, του κοινωνικού συνόλου. Πρόκειται για ένα μείγμα μερικών –σε ορισμένες περιπτώσεις εκτεταμένων– εθνικοποιήσεων και ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Βενεζουέλας. Ο ίδιος ο Χανς Ντίτριχ παραδέχεται δημόσια τον σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα του «νέου σοσιαλισμού»: «Ο μόνος εφικτός τρόπος (για τον σοσιαλισμό) είναι μια μεικτή οικονομία, που θα έχει τρία συστατικά στοιχεία, το Κράτος, την ιδιωτική πρωτοβουλία και τη δημόσια περιουσία στη μορφή συνεταιρισμών» [9].
Η αντίληψη του Ντίτριχ περί μεικτής οικονομίας δημιουργεί έντονους συνειρμούς αναφορικά με τον περίφημο «Τρίτο Δρόμο» του Άντονυ Γκίντενς, καθώς και τα δύο ρεύματα –παρά τις επιμέρους διαφορές τους– επιχειρούν το ίδιο πράγμα: την ωραιοποίηση, ή αλλιώς τον εξανθρωπισμό, του καπιταλιστικού συστήματος.
 
Μια πρόγευση για την πρακτική εφαρμογή, έστω και σε αρχικό στάδιο, της οικονομικής φιλοσοφίας του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» μας δίνει το μοντέλο της Βενεζουέλας. Γράφει σχετικά ο καθηγητής Τζέημς Πέτρας: «Η Βενεζουέλα σήμερα είναι μια μεικτή οικονομία, με τον ιδιωτικό τομέα να κυριαρχεί. Η κρατική ιδιοκτησία έχει επεκταθεί και εθνικές κοινωνικές προτεραιότητες έχουν υπαγορεύσει την ιδιοποίηση των πετρελαϊκών πόρων. Το κράτος κατέχει τον πιο προσοδοφόρο τομέα των εξαγωγών και καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος του ξένου συναλλάγματος. Ενώ η κυβέρνηση έχει αυξήσει κατά πολύ τις κοινωνικές δαπάνες, δεν έχει μειώσει τη μεγάλη συγκέντρωση πλούτου και εισοδήματος στις ανώτερες τάξεις» [10].

Αυτό που παρατηρούμε στη μέχρι τώρα εξέλιξη της μπολιβαριανής διαδικασίας, όπως ονομάζεται η διακυβέρνηση Τσάβες, είναι ο «διαιτητικός» ρόλος του κράτους ως ρυθμιστή των σχέσεων της λαϊκής πλειοψηφίας με τα ντόπια και ξένα μονοπώλια. Μιλάμε για εθνικοποίηση μέρους του πλούτου και όχι για κοινωνικοποίηση. Μιλάμε για –γενναιόδωρες σε πολλές περιπτώσεις– κοινωνικές παροχές προς τους κοινωνικά αδύνατους και περιθωριοποιημένους, αλλά όχι για λαϊκή εξουσία και κυριαρχία. Το «φιλολαϊκό κράτος» και η κυβέρνησή του, στο όνομα του λαϊκού συμφέροντος, αναλαμβάνει τη διαπραγμάτευση με τους καπιταλιστές· διαπραγμάτευση εκ των πραγμάτων ανισότιμη (αφού τα μέσα παραγωγής δεν έχουν αλλάξει χέρια), που σχετίζεται με μια υποτιθέμενα δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Επομένως, έχουμε να κάνουμε περισσότερο με μια ρεφορμιστική διαδικασία και όχι με σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό άλλωστε αντικατοπτρίζεται και στην αδυναμία της κυβέρνησης Τσάβες να προχωρήσει σε αγροτική μεταρρύθμιση τέτοια που να αλλάξει τους συσχετισμούς ιδιοκτησίας μεταξύ μικροκαλλιεργητών και μεγαλογαιοκτημόνων.
 
Παρόμοια πολιτική γραμμή, λιγότερο ριζοσπαστική απ’ του Τσάβες, εφαρμόζει και ο επανεκλεγείς Ραφαέλ Κορέα στο Εκουαδόρ. Επίσης θερμός υποστηρικτής της θεωρίας του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα», ο Κορέα κατήγγειλε το 2008 το «επαχθές χρέος» της χώρας, έκλεισε την αμερικανική στρατιωτική βάση στη Μάντα και προχώρησε με μια συγκρατημένα φιλολαϊκή ατζέντα. Η βάση όμως της πολιτικής του, κυρίως στο πλαίσιο της οικονομίας, κινείται στη διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος, με την υπογραφή μάλιστα συμβολαίων εξόρυξης μεγάλης κλίμακας με ξένες εταιρείες. Εκτός αυτού, με πρόσχημα τη «φιλολαϊκή» εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, έχει καταστείλει (σε πολλές περιπτώσεις με πρωτοφανή βιαιότητα) τις κινητοποιήσεις ινδιάνικων κοινοτήτων του Αμαζονίου που βλέπουν τη γη τους να πωλείται σε πολυεθνικά μονοπώλια. «Η λαϊκή στήριξη του Κορέα», σημειώνει ο Τζέημς Πέτρας, «βασίζεται κυρίως σε βραχυπρόθεσμες παραχωρήσεις, με τη μορφή αυξήσεων μισθών και ημερομισθίων και παροχής πιστώσεων στις μικρές επιχειρήσεις, μέτρα που δεν είναι βιώσιμα στις συνθήκες της παγκόσμιας ύφεσης». Τα μέτρα αυτά, να συμπληρώσουμε, δεν είναι βιώσιμα σε καπιταλιστικές συνθήκες γενικότερα, τη στιγμή που μένουν άθικτα τα προνόμια των μονοπωλίων και του μεγάλου κεφαλαίου.
 
Λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα, στη Βολιβία, ο Έβο Μοράλες ακολουθεί την πεπατημένη του Τσάβες. Έχει ενισχύσει το κοινωνικό κράτος, αυξάνοντας ως ένα βαθμό μισθούς, συντάξεις και επιδόματα, ενώ η εκλογή του στην ηγεσία της χώρας σήμανε τη βελτίωση και ενίσχυση των πολιτικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων των ιθαγενών πληθυσμών. Όπως ο Τσάβες και ο Κορέα, έτσι και ο Μοράλες έχει διακηρύξει τις «αντι-ιμπεριαλιστικές» του προθέσεις (κυρίως ενάντια στην πολιτική των ΗΠΑ), αφήνοντας όμως άθικτο το μεγάλο κεφάλαιο που είναι διατεθειμένο να συνεργαστεί με την κυβέρνησή του. Με όχημα τόσο το φιλολαϊκό πολιτικό του προφίλ όσο και τον κρατικό μηχανισμό, ο Μοράλες κατάφερε να χειραγωγήσει ουσιαστικά το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας. Με την έννοια της «χειραγώγησης» εννοούμε τη δημιουργία εργατικών-συνδικαλιστικών ηγεσιών οι οποίες, όντας πολιτικά προσκείμενες στην κυβέρνηση, καθησυχάζουν την εργατική τάξη πως τα συμφέροντά της είναι διασφαλισμένα. Οι ταξικές ανισότητες παραμένουν ισχυρές στη χώρα της νότιας Αμερικής και, παρά τις όποιες βελτιώσεις, ένα συντριπτικά μεγάλο (80%) ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού ζει κάτω απ’ το όριο της φτώχειας.
 
Τα παραδείγματα των παραπάνω χωρών αποδεικνύουν πως εάν δεν υπάρξει ξεκάθαρη ρήξη με το κεφάλαιο, ξεκάθαρη αλλαγή των συσχετισμών δύναμης στα μέσα παραγωγής, τότε προκύπτουν ημίμετρα. Προκύπτουν πολιτικές που έχουν ως σημείο αναφοράς τη σοσιαλδημοκρατική μεικτή οικονομία, που βελτιώνουν μεν το βιοτικό επίπεδο των μαζών χωρίς ωστόσο να έρχονται σε ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα. Τέτοιου είδους πολιτικές –οι οποίες αποτελούν θεμέλιο της θεωρίας του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα»– δίνουν μεγαλύτερο βάρος στην ανατροπή του λεγόμενου «νεοφιλελεύθερου» μοντέλου διαχείρισης. Όχι όμως και στην ανατροπή του καπιταλισμού. Προτάσσουν αναδιαρθρώσεις, μεταρρυθμίσεις, κοινωνικό κράτος, δικαιότερη κατανομή του πλούτου, αλλά δεν αγγίζουν την καρδιά του προβλήματος.

Επανάσταση ή καρικατούρα επανάστασης;

Ερχόμαστε λοιπόν στο σημαντικότερο ζήτημα που αφορά τους λαούς της Λατινικής Αμερικής και όχι μόνο. Σε τι αποσκοπεί η θεωρία του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα»; Ποιο δρόμο προτάσσει για την κατάκτηση του σοσιαλισμού; Οι ιδεολογικοί υπέρμαχοι της θεωρίας αυτής, όπως η χιλιανή κοινωνιολόγος Μάρτα Χάρνεκερ, προτείνουν έναν δρόμο διαφορετικό από αυτόν που ακολούθησε η Κουβανική Επανάσταση στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 και στις αρχές του ‘60. Αντί της ευθείας, ξεκάθαρα ταξικής, σύγκρουσης με το κεφάλαιο και τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια προτάσσεται η μεταρρυθμιστική οδός. Αντί της πάλης ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα προτάσσεται η πάλη ενάντια στη «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση». Αντί για την απευθείας κατάκτηση της εξουσίας προτάσσεται η κατάκτηση πρώτα της κυβέρνησης. Πρόκειται, όπως σημειώσαμε και πριν, για προφανέστατη παρέκκλιση από τον μαρξισμό-λενινισμό και για υιοθέτηση ρεφορμιστικού τύπου σοσιαλδημοκρατικής λογικής. Αυτό γίνεται φανερό και από τα λεγόμενα της Χάρνεκερ, σύμφωνα με την οποία ο νέος σοσιαλισμός αποτελεί μια «ανακαίνιση της αριστερής πολιτικής σκέψης» διότι, όπως σημειώνει:
 
Oι επαναστατικές ιδέες που υποστηρίζαμε τις δεκαετίες 1970 και 1980 δεν έγιναν πράξη. Ως εκ τούτου, η αριστερή σκέψη όφειλε να ανοιχτεί στην καινούργια πραγματικότητα και να αναζητήσει νέες ερμηνείες. Έπρεπε να αναπτύξει μεγαλύτερη ευκαμψία [sic] ώστε να αντιληφθεί πως οι επαναστατικές διαδικασίες, για παράδειγμα, μπορούν να ξεκινήσουν κερδίζοντας απλώς τη διαχειριστική εξουσία. Οι μεταβάσεις που επιχειρούμε δεν είναι οι κλασικές, όπου οι επαναστάτες παίρνουν την κρατική εξουσία. Σήμερα, πρώτα κατακτάμε τη διοίκηση και κάνουμε βήματα από εκεί [11].
 
Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι πόσα βήματα μπορούν γίνουν, και αν συνιστά επανάσταση η κατάληψη της «διαχειριστικής εξουσίας» όπως γράφει η Χάρνεκερ.
 
Η λογική που εκφράζει η Χάρνεκερ –όπως άλλωστε και ο Ντίτριχ– υποτάσσει τον βασικό στρατηγικό στόχο της κατάκτησης της εξουσίας στην πάλη για μεταρρυθμίσεις μέσω της κατάληψης της διαχείρισης (αστικοδημοκρατική κυβέρνηση). Ακολουθεί φανερά δρόμο αντίθετο από αυτόν της μαρξιστικής- λενινιστικής σκέψης. Χωρίς να παραγνωρίζει τη σημασία των μεταρρυθμίσεων, ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα σημείωνε τη δεκαετία του 1960 πως «στις προοδευτικές δυνάμεις ορισμένων χωρών της Αμερικής, υπάρχει μια τρομερή σύγχυση ανάμεσα στους στόχους τακτικής και στους στρατηγικούς στόχους» [12]. Για τον Τσε, όπως και για κάθε γνήσιο μαρξιστή-λενινιστή, ο μεγάλος στρατηγικός στόχος είναι η κυριαρχία της εργατικής τάξης –η δικτατορία του προλεταριάτου– κάτι που απουσιάζει από τις ρεφορμιστικές απόψεις των Ντίτριχ και Χάρνεκερ. 
 
Ένα βασικό επιχείρημα που συνηθίζουν να προτάσσουν οι υποστηρικτές του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» και της μπολιβαριανής διαδικασίας είναι το εξής: Η όποια επαναστατική, με σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά, διαδικασία στη Λατινική Αμερική οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις αντικειμενικές συνθήκες που πηγάζουν από την ιστορία και το πολιτισμικό υπόβαθρο της περιοχής και των λαών. Έτσι, τοποθετούν ως πρώτη προτεραιότητα τον «αντι- ιμπεριαλιστικό» αγώνα ενάντια στις ΗΠΑ (με στόχο να μειώσουν την επιρροή της Ουάσινγκτον στην περιοχή), υποβαθμίζοντας την πάλη ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα. Βλέπουν την πορεία προς τον σοσιαλισμό περισσότερο ως «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα» και λιγότερο ως «ταξικό», εμπνέονται περισσότερο από την κληρονομιά του Σιμόν Μπολίβαρ και λιγότερο απ’ την εποποιία της Οκτωβριανής Επανάστασης.
 
Θα ήταν ασφαλώς λάθος να αγνοηθούν τα θετικά αποτελέσματα της μπολιβαριανής διαδικασίας στη Βενεζουέλα, και οι θετικές διεργασίες και ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα στα λαϊκά κινήματα των χωρών της κεντρικής και νότιας Αμερικής. Είναι δε προφανές ότι η επικράτηση των Τσάβες, Μοράλες και Κορέα έναντι των συντηρητικών και φιλοαμερικανών αντιπάλων τους συνιστά εξέλιξη που κάθε προοδευτικός άνθρωπος, κάθε κομμουνιστής, οφείλει να χαιρετίσει. Ο προβληματισμός όμως παραμένει έντονος. Μπορεί να θεωρηθεί ως επαναστατική διαδικασία το ρεφορμιστικό, σοσιαλδημοκρατικού τύπου μείγμα πολιτικής που προτείνει η θεωρία του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα»; Επιπλέον, μπορεί να υπάρξει αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας χωρίς ξεκάθαρη αντι-μονοπωλιακή, αντι-καπιταλιστική γραμμή;
 
Η εμπειρία των αντιαποικιακών επαναστάσεων στον 20ο αιώνα μας δείχνει πως δύο ειδών κράτη προκύπτουν συνήθως: ή ένα σοσιαλιστικό κράτος, ή ένα εθνικό αστικό κράτος. Στο μεν πρώτο η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της εργατικής τάξης, ενώ στο δεύτερο στα χέρια της αστικής τάξης. Στο κείμενο «Η τακτική και στρατηγική της Λατινοαμερικάνικης Επανάστασης» έγραφε ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα:
 
Είναι λογικό να σκεφτούμε πως μέσα στον αγώνα για απελευθέρωση, σύμφωνα με τη φυσική εξέλιξη, θα φτάσουμε σε κυβερνήσεις εθνικής δημοκρατίας με μια προεξάρχουσα επικράτηση των αστών. Αυτό πραγματικά συνέβη σε πολλές περιπτώσεις. Αλλά οι λαοί που κατέφυγαν στη βία για να κατακτήσουν την ανεξαρτησία τους, προχώρησαν ακόμη μακρύτερα προς τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και πολλοί απ’ αυτούς προσχώρησαν στον σοσιαλισμό [13].

Παρά την ενίσχυση των κοινωνικών παροχών στους λιγότερο προνομιούχους, οι κυβερνήσεις Τσάβες, Μοράλες και Κορέα διατηρούν ουσιαστικά άθικτα τα προνόμια της αστικής τάξης των χωρών τους, ελπίζοντας ίσως πως αυτή (η εγχώρια αστική τάξη) θα βοηθήσει στον αγώνα ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τα μονοπώλιά του. Αλλά ακόμη και αν πρόσκαιρα η αστική τάξη αυτών των χωρών έχει συμφέρον από την εκδίωξη των αμερικανικών πολυεθνικών, σίγουρα δεν έχει κανένα συμφέρον από την εμβάθυνση των κοινωνικών αλλαγών που απαιτούνται και ασφαλώς κανένα συμφέρον για σοσιαλιστική οικοδόμηση. Επ’ αυτού, ο Γκεβάρα σημείωνε πως «η εθνική αστική τάξη είναι ανίκανη να πάρει μια αγωνιστική θέση κατά του ιμπεριαλισμού. Αυτό αποδεικνύει πως φοβάται περισσότερο τη λαϊκή επανάσταση, παρά τη δεσποτική πίεση των μονοπωλίων. [...] Η υψηλή αστική τάξη δεν διστάζει να συμμαχήσει με τον ιμπεριαλισμό και τους λατιφουντίστες για να πολεμήσει τον λαό και να εμποδίσει τον δρόμο του προς την Επανάσταση» [14].
Το παράδειγμα της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή (1973) δεν μπορεί παρά να στοιχειώνει όσους υποστηρίζουν με θέρμη ρεφορμιστικές αυταπάτες κοινοβουλευτικού τύπου. Παρά την όποια, λοιπόν, λαϊκή στήριξη και δημοτικότητα μπορεί να έχουν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις τύπου Τσάβες και Μοράλες, δεν παύουν να είναι ευάλωτες σε πιθανή αντεπίθεση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.
 
Άλλωστε, η εμπειρία των ουκ ολίγων πραξικοπημάτων στη λατινοαμερικάνικη ήπειρο –με πιο πρόσφατη την ανατροπή του προέδρου Φερνάνδο Λούγο στην Παραγουάη– επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές: πως η εκάστοτε εγχώρια αστική τάξη δεν θα διστάσει να συμμαχήσει με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όταν νιώσει πως απειλούνται τα προνόμιά της, και να ανατρέψει την όποια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.
 
Να επανέλθουμε λοιπόν στο ερώτημα που θέσαμε παραπάνω: Πόσο «αντι- ιμπεριαλιστική» είναι μια πολιτική που δεν τάσσεται ανοιχτά και ξεκάθαρα ενάντια στα μονοπώλια; Την ίδια ώρα που οι τρεις κυβερνήσεις (Βενεζουέλα, Βολιβία, Εκουαδόρ) επιχειρούν την απαγκίστρωση των χωρών τους από το αμερικανικό κεφάλαιο, συνάπτουν συμφωνίες με πολυεθνικές εταιρείες άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση Τσάβες, ενώ έχει προχωρήσει στην εθνικοποίηση ορισμένων μεγάλων εταιρειών, ταυτόχρονα συμμετέχει σε κοινές επιχειρήσεις (κράτος και πολυεθνικές) με μονοπωλιακούς ομίλους από την Κίνα, τη Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Βολιβία, «ο Έβο Μοράλες», γράφει ο καθηγητής Τζέημς Πέτρας, «σε καμία περίπτωση δεν επιχείρησε ριζοσπαστική ρήξη με τον καπιταλισμό: στην καλύτερη περίπτωση εκφράζει μια απόπειρα να “ηθικοποιήσει” τις υπάρχουσες καπιταλιστικές ελίτ» [15].

Καθόλου συμπτωματικά, η προσπάθεια «ηθικοποίησης», ή αλλιώς ωραιοποίησης, του καπιταλισμού αποτελεί τον πυρήνα της θεωρίας του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα». Ο ίδιος ο Χάινς Ντίτριχ (θερμός υποστηρικτής, μαζί με τη Χάρνεκερ, της κυβέρνησης Μοράλες) είναι αποκαλυπτικός: 
 
Το «Κίνημα για τον Σοσιαλισμό» δεν είναι ένα κόμμα εμπροσθοφυλακής, αλλά μια συμμαχία ετερογενών ομάδων, νοσταλγών συγκεκριμένων ινδοαμερικανικών, αντι-λενινιστικών και αντι-ιμπεριαλιστικών τμημάτων της Αμερικανικής Λαϊκής Επαναστατικής Συμμαχίας (ΑPRA) που ιδρύθηκε το 1924 στο Μεξικό απ’ τον Χάγια ντε λα Τόρρε, του «πνευματικού σοσιαλισμού» του Αρέβαλο, του «χριστιανοσοσιαλισμού» του Τσάβες και του ανθρωπολογικού-φιλοσοφικού πυρήνα της λεγόμενης «τρίτης θέσης» του Περόν [16].
 
Ο δε ισχυρός αντιπρόεδρος της βολιβιανής κυβέρνησης, Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα, δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερος στον λόγο του: «Δεν είμαστε ενάντια στην ελεύθερη οικονομία. Είμαστε υποστηρικτές ενός σοσιαλιστικού μοντέλου με βολιβιανό καπιταλισμό» [17].

Σε καπιταλιστικό άλλωστε πλαίσιο κινούνται και οι περιφερειακές οικονομικές και πολιτικές ενώσεις της Λατινικής Αμερικής, όπως η MERCOSUR και η ALBA [18]. Παρά το γεγονός ότι αποσκοπούν στη σταδιακή οικονομική απαγκίστρωση της νότιας και κεντρικής Αμερικής από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι περιφερειακές αυτές ενώσεις δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω από συνεργασίες καπιταλιστικών χωρών (με μοναδική εξαίρεση τη συμμετοχή της Κούβας στην ALBA). Πριν από τρία χρόνια μάλιστα ιδρύθηκε η CELAC (Κοινότητα των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής) με τη συμμετοχή 33 κρατών. Παρουσιάστηκε δε ως το «αντίπαλο δέος» στον OAS (Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών) όπου συμμετέχουν και οι ΗΠΑ μαζί με τον Καναδά. Η πραγματικότητα είναι όμως πως, υπό τις παρούσες συνθήκες, τόσο η MERCOSUR όσο και η CELAC αποτελούν εκφάνσεις των συμμαχιών για ευνοϊκότερο πλασάρισμα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Κυρίαρχο ρόλο σε αυτές παίζουν οι αστικές τάξεις των καπιταλιστικά ισχυρότερων κρατών, όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή και το Μεξικό, που επιθυμούν μεγαλύτερο μερίδιο από τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που αναπτύσσεται στην περιοχή. Την ίδια ακριβώς στιγμή που ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό των λαϊκών στρωμάτων στη λατινοαμερικάνικη ήπειρο βιώνει τη φτώχεια και την εξαθλίωση, αναμένοντας να γίνουν πράξη οι μεγαλόστομες –και συνάμα απατηλές– εξαγγελίες του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα».
Πέντε βασικά συμπεράσματα.
Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω καταλήγουμε σε ορισμένες διαπιστώσεις. Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η θεωρία του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» δεν αποτελεί μια αυτοτελή κοινωνικο-οικονομική προσέγγιση της πραγματικότητας αλλά συνιστά ιδεολογικό «μείγμα» διάφορων απόψεων και θέσεων – μια σύνθεση μεταμοντερνισμού, ρεβιζιονιστικού μαρξισμού, χριστιανοσοσιαλισμού και λατινοαμερικάνικου μπολιβαρισμού.
 
Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι πως πρόκειται για θεωρία ξένη –αν όχι εχθρική– προς τον μαρξισμό-λενινισμό. Υποτιμά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ου αιώνα και τις σημαντικότατες κοινωνικές κατακτήσεις στις χώρες που οικοδόμησαν τον σοσιαλισμό, υποβιβάζοντας τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης ως βασικού επαναστατικού υποκειμένου.
 
Ένα τρίτο συμπέρασμα είναι πως αποδέχεται τη μεικτή οικονομία, την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, επιχειρώντας να σπείρει την αυταπάτη πως –σε καπιταλιστικό περιβάλλον– «ο άνθρωπος μπορεί να μπει πάνω από τα κέρδη». Σε αυτό το σημείο ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τον ευρωπαϊκό αριστερίζοντα οπορτουνισμό, ο οποίος αναδύεται (και έντεχνα ενισχύεται) τα τελευταία χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης και στην Ελλάδα.
 
Τέταρτον, προωθεί τον μεταρρυθμιστικό λόγο έναντι της επανάστασης ακριβώς επειδή δεν επιθυμεί την επανάσταση, δεν πιστεύει σε αυτήν. Αποτελεί ουσιαστικά μια λατινοαμερικάνικη έκδοση του ευρωκομμουνισμού, με επιμέρους διαφοροποιήσεις αλλά με παρόμοια αντιμετώπιση και ερμηνεία του μαρξισμού. Πέμπτον, λειτουργεί αποπροσανατολιστικά για τα λαϊκά κινήματα ερμηνεύοντας την οικονομική κρίση όχι ως συστημική, δομική, κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά ως αποτέλεσμα της αποτυχίας του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου.
 
Ως κατακλείδα παραθέτουμε την προτροπή του Πάβελ Μπλάνκο Καμπρέρα, μέλους της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος του Μεξικού (PCM) ως απάντηση στις αυταπάτες του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα»:
Εναπόκειται στα κομμουνιστικά κόμματα να υψώσουν το κόκκινο λάβαρο για την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, της ταξικής οργάνωσης του προλεταριάτου και του συνόλου των εργαζομένων που υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση, για την οικοδόμηση των απαραίτητων συμμαχιών με όσους θέλουν την ανατροπή του καπιταλισμού, με στόχο τη Σοσιαλιστική Επανάσταση, που τέθηκε σε ισχύ και εφαρμογή το 1917. Αυτή είναι η αποστολή στην εποχή που ζούμε, εποχή του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων και δεν χωράνε ούτε «τρίτοι δρόμοι» ούτε συγχύσεις [19].
 
Σημειώσεις: 
 
1. Βλ. Francis Fukuyama, Το τέλος της Ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος (Αθήνα: Εκδ. Λιβάνη, 1993). 
 
2. Είναι ευρύτερα αποδεκτό πως ο Ντίτριχ υπήρξε ο θεμελιωτής της θεωρίας του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα». Το παραδέχεται όμως δημόσια και ο ίδιος σε συνέντευξή του στο Monthly Review: «Interview with HeinzDieterich: In Venezuela, Conditions for Building Socialism of the 21st Century Have Been Created», 01/03/2007.

3. HeinzDieterich, El Socialismo Del Siglo XXI y La Democracia Participativa, (Caracas: Rumbo Revolucionario, 2004).

4. Βλέπε: Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 2010).

5. Βλέπε υποσημείωση [2], Συνέντευξη στο Monthly Review, 01.03.2007.

6. HeinzDieterich, El Socialismo Del Siglo XXI y La Democracia Participativa, σ. 62.

7. Στα έργα των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν το κράτος (το κάθε κράτος) δεν αποτελεί παρά όργανο ταξικής καταπίεσης. Ο Ντίτριχ επιχειρηματολογεί υπέρ της διατήρησης του κράτους ως αναγκαίου, αφαιρώντας όμως (με ένα μαγικό τρόπο) τα χαρακτηριστικά του ως όργανου καταπίεσης. Δηλαδή, για τον Ντίτριχ, το κράτος αποδύεται τον ταξικό του χαρακτήρα (ως όργανο της αστικής τάξης), χωρίς την ύπαρξη ταξικής πάλης, και μετουσιώνεται σε ανεξαρτητοποιημένη –από «ταξικά» χαρακτηριστικά– φιλολαϊκή αρχή. Σε πλήρη αντίθεση με την ουτοπική και αντι-μαρξιστική αυτή σκέψη, ο Λένιν έγραφε: «Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια της μιας τάξης στα χέρια της άλλης είναι το πρώτο, το κύριο, το βασικό γνώρισμα της επανάστασης, τόσο με την αυστηρά επιστημονική όσο και με την πρακτικά πολιτική σημασία αυτής της έννοιας» (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή), τ. 31, σ. 133).

8. Hans Dieterich, Hugo Chávez pide acelerar el socialismo del Siglo XXI, 22.6.2006, http://www.rebelion.org/noticia.php?id=33441.
 
9. Ομιλία του Χ.Ντίτριχ σε συνέδριο για τον “Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα” στο Κίτο του Εκουαδόρ, 30/08/2007.
 
10. James Petras, «Latin America’s Twenty-First Century Socialism in Historical Perspective», 12.10.2009 από http://www.globalresearch.ca/latin-america-s-twenty-first-century-socialism-in-historical-perspective/15634#sthash.IN8FJz3B.dpuf & «Η προοπτική του ‘σοσιαλισμού του 21ου αιώνα’ στη Λατινική Αμερική», Δρόμος της Αριστεράς, 20.12.2012. 

11. Συνέντευξη της Μάρτα Χάρνεκερ. «We Must Take Public Criticism into Account. Criticism Is Good and Should Help the Process», Marta Harnecker Interviewed by Edwin Herrera Salinas, MRZine-Monthly Review, 31/03/2010.
12. Ερνέστο Γκεβάρα, «Η τακτική και στρατηγική της Λατινοαμερικάνικης επανάστασης»(1962), Πολιτικά κείμενα, τ.Ι, σ. 124.
 
13. Βλ. Ερνέστο Γκεβάρα, «Η τακτική και στρατηγική της Λατινοαμερικάνικης επανάστασης», σ. 115.
14. Ερνέστο Γκεβάρα, «Κούβα: μοναδική περίπτωση ή πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού;» (1961), Πολιτικά Κείμενα, τ.Ι, σελ. 100-101. Βλ. επίσης: Η Δεύτερη Διακήρυξη της Αβάνας, (Αθήνα: Διεθνές Βήμα, 1997), σ. 38, όπου αναφέρεται: «Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι στις χώρες μας αυτή η τάξη (αστική), ακόμα και αν τα συμφέροντά της είναι αντίθετα μ’ αυτά του ιμπεριαλισμού των γιάνκη είναι ανίκανη να τον αντιμετωπίσει, γιατί την παραλύει ο φόβος της κοινωνικής επανάστασης».
 
15. James Petras, «Bolivia: Evo Morales’ Pursuit of “Normal Capitalism”», Economic and Political Weekly, τομ.XLII No. 23, 09/06/2007.
16 & 17. HeinzDieterich, «Evo Morales, el socialismo comunitario y el Bloque Regional de Poder», MRZine-Monthly Review, 07/01/2006. 
 
18. MERCOSUR (Mercado Común del Sur/ Κοινή Αγορά του Νότου): ιδρύθηκε το 1991 και αποτελείται από 5 χώρες-μέλη (Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη, Ουρουγουάη, Βενεζουέλα) και ALBA (Μπολιβαριανή Συμμαχία για την Αμερική): ιδρύθηκε το 2004 με πρωτοβουλία των κυβερνήσεων Κούβας και Βενεζουέλας, αποτελείται σήμερα από 8 χώρες-μέλη.

19. Πάβελ Μπλάνκο Καμπρέρα, «Οι Κομμουνιστές και ο λεγόμενος “Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα”», Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ), 2010, Τεύχος 6.

«Το χαμένο δαχτυλίδι της κεντροαριστεράς... »

«Το χαμένο δαχτυλίδι της κεντροαριστεράς... »
Οι διεργασίες που συντελούνται το τελευταίο διάστημα στον ευρύτερο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας (βλ. συμπόσιο ΙΣΤΑΜΕ, κινήσεις της ΔΗΜΑΡ για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού και μεταρρυθμιστικού πόλου, δημιουργία σοσιαλιστικής τάσης μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ από στελέχη που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ) δείχνουν πως βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο.
Σε κόλπους της αστικής τάξης εντείνεται ο προβληματισμός για το ποιος θα αποτελέσει τον πυρήνα της κεντροαριστεράς, βλέποντας ως δεδομένο ότι η περίοδος της κλασικής δικομματικής εναλλαγής όπως την είχαμε γνωρίσει τα προηγούμενα χρόνια έχει τελειώσει και πως έχουμε μπει στη φάση διαμόρφωσης του δίπολου κεντροαριστερά - κεντροδεξιά με χαρακτηριστικό τη δημιουργία κυβερνήσεων συνεργασίας. Βέβαια, αυτό το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό, έχει δοκιμαστεί χρόνια τώρα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Στα πλαίσια αυτού του προβληματισμού αμφισβητείται ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ ως πυρήνα της κεντροαριστεράς. Οι αντιφάσεις και παλινωδίες του, που στόχο έχουν, απ' τη μια, να κερδίσουν την εύνοια τμημάτων του κεφαλαίου και διεθνών κέντρων και, απ' την άλλη, να παρουσιάζει μια φιλολαϊκή φρασεολογία για την ενσωμάτωση εργατικών - λαϊκών στρωμάτων, εντείνουν τους προβληματισμούς για το κατά πόσο μπορεί να αποτελέσει την πλέον αξιόπιστη λύση στη διαδικασία της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος.
Με αυτά τα δεδομένα, δε θα πρέπει να θεωρείται το τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας με πυρήνα το ΠΑΣΟΚ ως τελειωμένη υπόθεση. Αυτό είναι το στίγμα που θέλησε να δώσει ο Βενιζέλος με την ομιλία του επιδιώκοντας να επιβεβαιώσει το ρόλο του ΠΑΣΟΚ ως βασικό πυλώνα της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα, προσπαθώντας να συσπειρώσει δυνάμεις προερχόμενες από το ΠΑΣΟΚ, που είτε έχουν μετακινηθεί στο ΣΥΡΙΖΑ είτε σε άλλες κινήσεις και ομάδες που έχουν κάνει το τελευταίο διάστημα την εμφάνισή τους. Δεν είναι τυχαίες οι αναφορές του πως η περίοδος της μεταπολίτευσης, με την καθοριστική συμβολή του ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε μια μοναδική περίοδο στην ελληνική ιστορία που χαρακτηρίστηκε από την πολιτική, οικονομική και κοινωνική σταθερότητα. Οι κινήσεις που ακολούθησαν τις εργασίες του συμποσίου που οργάνωσε το ΙΣΤΑΜΕ, δείχνουν πως αυτό αποτέλεσε ένα «σημείο καμπής» για την ένταση των διεργασιών με πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ και προσωπική συμβολή του Βενιζέλου (π.χ. συναντήσεις του τελευταίου με ομιλητές του συμποσίου, αρθρογραφία κλπ.). Ως στόχος τίθεται η κοινή κάθοδος των «κεντροαριστερών δυνάμεων» στις ευρωεκλογές του Μάη 2014 υπό την ομπρέλα του «Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος». Σε αυτή την κατεύθυνση, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ετοιμάζεται διακήρυξη όπου επιδιώκεται να την υπογράψει ένα ευρύ φάσμα πολιτικών, επιστημόνων κλπ. που προσβλέπει στο εγχείρημα της αναστήλωσης της σοσιαλδημοκρατίας, στα πρότυπα της ιταλικής «Ελιάς».
Στις διεργασίες στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας παρεμβαίνει το συγκρότημα ΔΟΛ, με τις γνωστές παραδοσιακές σχέσεις που έχει με αυτό το χώρο. Στις σελίδες των εφημερίδων «Τα Νέα» και «Το Βήμα» αναπτύχθηκε πλούσια αρθρογραφία σχετικά με το μέλλον της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικά τρία άρθρα στο πρωτοσέλιδο των «Νέων». Στο φύλλο 31/8-1/9 με τίτλο «Η επέτειος και το μέλλον» αναφέρεται «(...) αυτή η συγκυρία δεν είναι για το ΠΑΣΟΚ κάτι περισσότερο από μια καλή βάση για την αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων των επόμενων μηνών: έχοντας εξασφαλίσει την κομματική ενότητα, οφείλει πλέον να αναζητήσει πολιτικές και εκλογικές συμμαχίες, ώστε να εκφραστεί -όταν έλθει η ώρα- ενωμένος ο ευρύτερος χώρος της Κεντροαριστεράς». Στις 5/9 με τίτλο «Ωρα ενότητας, αυτοκριτικής και κεντροαριστεράς» γράφουν: «Με το διήμερο συμπόσιο(...) άνοιξε ο δρόμος για την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς, που μπορεί και πρέπει να καταστεί και πάλι ένας ισχυρός πόλος στο πολιτικό σύστημα. Βεβαίως, οι δυσκολίες είναι μπροστά και όλα θα κριθούν εκ του αποτελέσματος. Εγινε όμως μια καλή αρχή, την οποία η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ καλείται τώρα να αξιοποιήσει». Και στις 6/5 με τίτλο«Τα αδιέξοδα της ΔΗΜΑΡ» διαβάζουμε «(...) Η ΔΗΜΑΡ, λόγω και της συμμετοχής της στην τρικομματική, κατέστη για μεγάλο διάστημα προνομιακός συνομιλητής για όλους όσοι προσέβλεπαν στην ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς. Ωστόσο με δικές της ενέργειες η ΔΗΜΑΡ βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδα: Τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ επενδύει ειλικρινώς στην Κεντροαριστερά, προκειμένου να μη συνθλιβεί ανάμεσα στη ΝΔ και στον ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Κουβέλης σπεύδει να αποκλείσει κάθε συνεργασία με τον κ. Βενιζέλο! Ομως η εκλογική βάση των δύο κομμάτων απαιτεί τη συνεργασία και όποιος την τορπιλίσει θα εισπράξει τεράστιο κόστος!».
Και από το παραπάνω δημοσίευμα φαίνεται το ΠΑΣΟΚ να επιδιώκει να προσεταιριστεί τη ΔΗΜΑΡ στην πρωτοβουλία του για τη συγκρότηση του κεντροαριστερού πόλου, βλέποντας ανταγωνιστικά σε αυτές τις προσπάθειες τις πρωτοβουλίες του Φ. Κουβέλη που έχει επιδοθεί το τελευταίο διάστημα σε συναντήσεις με διάφορα στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ (Μόσιαλος, Χριστοδουλάκης, Διαμαντοπούλου, Φλωρίδης, με τους ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ Μ. Κοπά, Α. Ποδηματά, Σπ. Δανέλη, Πεταλωτής, Καστανίδης που είχε συνεργαστεί στην Κοινωνική Συμφωνία με Κατσέλη). Για το ρόλο της ΔΗΜΑΡ υπήρξε τοποθέτηση και του Α. Λοβέρδου, ο οποίος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» (15/9/2013) αναφερόμενος στην ανάγκη δημιουργίας ενιαίου κεντροαριστερού πόλου λέει πως «ο κ. Κουβέλης και ως πρόεδρος κόμματος και ως πολιτικό πρόσωπο είναι απολύτως απαραίτητος». Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στους Λοβέρδο - Κουβέλη στις 16/9/2013 αποφασίσθηκε η συνεργασία ανάμεσα στα δύο κόμματα (ΔΗΜΑΡ και «Συμφωνία για τη Νέα Ελλάδα»). Σχετικά με το ρόλο της ΔΗΜΑΡ δεν πρέπει να ξεχνάμε τις αντιδράσεις από τμήμα στελεχών της για την αποχώρηση από την τρικομματική κυβέρνηση.
Στη διαδικασία αναστήλωσης της κεντροαριστεράς τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ δεν κρατούν ενιαία στάση. Εχει σημασία να δούμε τη διαπάλη που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και εκφράστηκε μέσα από διαφοροποιήσεις στις ομιλίες Βενιζέλου, Παπανδρέου, Σημίτη. Θυμίζουμε πως το προηγούμενο διάστημα είχε εκδηλωθεί αντιπαράθεση μεταξύ Βενιζέλου - Παπανδρέου σχετικά με τα εξής: Τη στάση απέναντι στη Σοσιαλιστική Διεθνή με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ στην πρωτοβουλία της Προοδευτικής Συμμαχίας στην Ευρώπη (ο Βενιζέλος πουθενά στην ομιλία του δεν κάνει λόγο για τη Σοσιαλιστική Διεθνή παρά μόνο για Ευρωπαίους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, σε αντίθεση με τον Παπανδρέου που κάνει μνεία στις προσπάθειες της ΣΔ). Την εκτίμηση για την περίοδο 2009-2011 και το ρόλο Βενιζέλου στην αποπομπή του Γ.Α. Παπανδρέου. Τη στάση απέναντι στη συνεργασία με τη ΝΔ όπου οι «παπανδρεϊκοί» βάζουν ζήτημα πως δε μπορεί η συνεργασία να συνεχίζεται χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Σε αντίθετη κατεύθυνση (δηλ. ανάγκη για συνεργασία ΠΑΣΟΚ - ΝΔ στο όνομα της σταθερότητας) έχουν εκφραστεί άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπως ο Πάγκαλος και ο Χρυσοχοΐδης. Τα οικονομικά του ΠΑΣΟΚ.
Από τις εργασίες του συμποσίου που οργάνωσε το ΙΣΤΑΜΕ με αφορμή τα 39 χρόνια του ΠΑΣΟΚ, και ιδιαίτερα από τις ομιλίες Βενιζέλου, Παπανδρέου, Σημίτη που έδωσαν το στίγμα, επιβεβαιώνεται πως το έδαφος πάνω στο οποίο πατάει η αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος είναι η επιδίωξη για την εξασφάλιση της σταθερότητας του καπιταλισμού στην Ελλάδα. Στις διεργασίες που συντελούνται γίνεται προσπάθεια δοθούν απαντήσεις στην ανάγκην αναδιάταξης των συμμαχιών του κεφαλαίου με τμήματα μεσαίων στρωμάτων που πλήττονται από την κρίση, στην ενσωμάτωση τμημάτων της εργατικής τάξης, στη σταθερότητα των αστικών κυβερνήσεων και την ανασυγκρότηση του αστικού πολιτικού συστήματος σε αυτή την κατεύθυνση, στη σχέση της Ελλάδας με την ΕΕ και την Ευρωζώνη, στην ενίσχυση της θέσης της χώρας στην ευρύτερη περιοχή με δεδομένη την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.
Επίκεντρο των ομιλιών αποτέλεσαν η αιτία της κρίσης, ο απολογισμός της περιόδου 2009-2011, οι προτάσεις για διέξοδο από την κρίση και για την ΕΕ, ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ στο αστικό πολιτικό σύστημα και οι συνεργασίες του.
Αιτία κρίσης - απολογισμός για περίοδο 2009-2011
Και στις τρεις ομιλίες γίνεται λόγος για διαφθορά, αδιαφάνεια, πελατειακό κράτος κλπ.
Ο Βενιζέλος κάνει την εξής αναφορά: «Διόγκωση του δημόσιου τομέα, το αντιπαραγωγικό πελατειακό κράτος, ο παρασιτισμός, η έλλειψη κρατικής εποπτείας σε σημαντικούς τομείς του οικονομικού και δημόσιου βίου, η φοροδιαφυγή, η παραοικονομία».
Ο Παπανδρέου μιλά για πελατειακή πρακτική και λογική του ελληνικού κράτους.
Ο Σημίτης μιλά για μη έγκαιρη προσαρμογή στα νέα δεδομένα που διαμόρφωσε η είσοδος της χώρας στην Ευρωζώνη γιατί, όπως ισχυρίζεται, επικράτησαν τα κομματικά συμφέροντα και η επιδίωξη διατήρησης αξιωμάτων. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Παρά την κοσμογονική αλλαγή στη θέση της χώρας και τη λειτουργία της σε ένα νέο περιβάλλον, κυρίαρχος στόχος της πολιτικής συνέχισε να είναι γι' αυτούς, ο χειρισμός των διορισμών, των παροχών, των προσόδων ώστε να μεγιστοποιείται η εκλογική απήχηση. Το 2004 περισπούδαστα τόνιζαν, πως αυτοί θα έδιναν στον ελληνικό λαό ό,τι δε του είχε δώσει μέχρι τότε το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή θέσεις και χρήματα. Οι συνθήκες όμως είχαν αλλάξει μετά την ένταξη στο ευρώ. Δεν ήταν πια δυνατό, η Τράπεζα της Ελλάδος να τυπώνει με παραγγελία της κάθε κυβέρνησης ανέμελα χαρτονομίσματα για να καλύπτει τις πελατειακές ανάγκες των κυβερνήσεων. Κατέφυγαν τότε χωρίς δισταγμό, χωρίς πρόνοια στον ευρωπαϊκό δανεισμό. Εκμεταλλεύτηκαν τα φθηνά επιτόκια και συνεργάστηκαν με τις μεγάλες ξένες τράπεζες που παρείχαν άπλετο χρήμα, ασυνήθιστα φθηνό και πολύ. Οι πρωτογενείς δαπάνες ξεπέρασαν σταθερά και γρήγορα τα κρατικά έσοδα από το 2005 και μετά για να κορυφωθούν το 2009 και να ξεπεράσει η Ελλάδα κάθε προηγούμενο, αλλά και κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ως προς το ύψος του ελλείμματος». Η κριτική αυτή του Σημίτη δεν περιορίζεται μόνο στην περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ 2004-2009. Την επεκτείνει και για την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου λέγοντας: «Εκείνη τη στιγμή της καταστροφής το ΠΑΣΟΚ θεώρησε και αυτό ότι δεν υπάρχει λόγος ιδιαίτερης ανησυχίας, ότι χρήματα μπορούν να βρεθούν για τη συνέχιση των υποσχέσεων και παροχών. Σιωπήσαμε όταν βλέπαμε το τσουνάμι της κρίσης να έρχεται. Επαναφέραμε μάλιστα στην τάξη κάποιους λίγους που το επισήμαιναν. Κυριάρχησε το δόγμα, ότι μια προοδευτική κυβέρνηση είναι ενάντια σε περικοπές παροχών, επιδομάτων και προσόδων. Οτι ο προοδευτικός χώρος δεν έχει σχέση με τη σταθεροποίηση ή με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, τα δίνει όλα, για να χρησιμοποιήσω μια γνωστή σε όλους έκφραση. Δημιουργήσαμε την εντύπωση ότι ως μάγοι θα τα τακτοποιήσουμε όλα χωρίς να είναι ανάγκη να ανησυχήσουμε τους πολίτες (...)».
Σε αντίθετη κατεύθυνση κινείται ο Παπανδρέου επιστρατεύοντας το επιχείρημα της καμένης γης, προσπαθώντας να εξωραΐσει την περίοδο της πρωθυπουργίας του. Λέει ότι«παραλάβαμε και μια βόμβα που απειλούσε την ύπαρξη της χώρας και το μέλλον του ελληνισμού» και πως «σήμερα δεν υπάρχει θετικό αποτέλεσμα που να μην οφείλεται σε ενέργειες που εμείς ξεκινήσαμε. Από τη μείωση των ελλειμμάτων, τη φοροδιαφυγή και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, μέχρι την αύξηση του τουριστικού ρεύματος».Υπεραμύνεται της επιλογής του 1ου Μνημονίου θέτοντας ωστόσο ουσιαστικά το ζήτημα πως αυτό πια ξεπεράστηκε. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «(...) το πρόγραμμα στήριξης γλίτωσε την Ελλάδα από μια εθνική τραγωδία βίαιης χρεοκοπίας, αλλά στη συνέχεια εμπόδισε την ταχεία ανάκαμψη της και επιβάρυνε υπέρμετρα τον έλληνα πολίτη». Ακόμα, κάνει την αναφορά πως με μια στοιχειώδη πολιτική συναίνεση το 2010 η χώρα θα βρισκόταν σήμερα σε καλύτερη μοίρα. Η φράση του «(...) την ώρα της ύψιστης εθνικής ευθύνης κάποιοι σκεφτόντουσαν μόνο πώς θα αναρριχηθούν γρηγορότερα στην εξουσία. Και κάποιοι άλλοι πώς να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα με μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση(...)»μπορεί να θεωρηθεί ότι «δείχνει» το Βενιζέλο και το ρόλο που έπαιξε στην αντικατάσταση του Παπανδρέου. Επίσης, είναι χαρακτηριστική και η αναφορά του: «(...) προσπαθήσαμε και φτάσαμε κοντά (...) Δεν αλλάξαμε τα κακώς κείμενα στη χώρα, όσο θέλαμε να τα αλλάξουμε. Ομως η παράδοση της αριστεράς λέει ότι κανένας μεγάλος αγώνας δε δικαιώνεται αμέσως. Κανένας στρατηγικός στόχος δεν επιτυγχάνεται αν δεν μεσολαβήσουν ήττες, πισωγυρίσματα, λοιδορίες, λιποψυχίες, προδοσίες (...)».
Ο Βενιζέλος φαίνεται να κινείται σε μια πιο μετριοπαθή εκτίμηση. Γι' αυτήν προφανώς παίρνει υπόψη τόσο τις κυβερνητικές ευθύνες που είχε κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του Παπανδρέου, όσο και τη διασφάλιση και την προοπτική της κυβερνητικής συνεργασίας με τη ΝΔ, μη θέλοντας να οξύνει την αντιπαράθεση. Γι' αυτό κάνει μια πιο ήπια κριτική στην περίοδο 2004-2009 λέγοντας: «Το ΠΑΣΟΚ (...) βρέθηκε στα τέλη του 2009 ξανά στην εξουσία αντιμέτωπο με μια κατάσταση που κανείς δε μπορούσε εύκολα να συνειδητοποιήσει στην πλήρη της διάσταση (...) Πολύ πιο ήπια μέτρα που μπορούσαν να ανακόψουν την αρνητική πορεία δεν ελήφθησαν ούτε όταν η κρίση είχε γίνει ορατή δια γυμνού οφθαλμού διεθνώς από το 2007 και μετά». Σχετικά με την επιλογή του μνημονίου επιστρατεύει τα γνωστά τρομοκρατικά διλήμματα περί καταστροφής, χάους κλπ. Μιλά για δυσανάλογο βάρος που επωμίστηκε το ΠΑΣΟΚ από αυτή την επιλογή και προσπαθεί να ενισχύσει την αντίληψη για συνεργασία με τη ΝΔ λέγοντας πως το Μάη του 2010 θα έπρεπε να επιμείνει στην ψήφιση του Μνημονίου με την αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 της Βουλής. Στην παραπάνω λογική αναφέρει: «(...) το δεύτερο πρόγραμμα έπρεπε να έχει υιοθετηθεί εξαρχής, μόνο που αυτό δεν μπορούσε δυστυχώς να γίνει μονομερώς από την Ελλάδα χωρίς τους εταίρους και πιστωτές. Και χωρίς το πρώτο πρόγραμμα δε θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε το δεύτερο».
Για την έξοδο από κρίση και τη σχέση με την ΕΕ - Ευρωζώνη
Ο Σημίτης βάζει επιθετικά την ανάγκη να προχωρήσουν αποφασιστικά οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, παίρνοντας σαφή θέση υπέρ της συνέχισης της πορείας της χώρας μέσα στην Ευρωζώνη, επισημαίνοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης του συστήματος: «Υπάρχει διαδεδομένη η αίσθηση ότι η χώρα διατρέχει τον κίνδυνο οι δημιουργικές της δυνάμεις να μην μπορέσουν να αντιπαρατεθούν στο όλο και πιο εχθρικό περιβάλλον που διαμορφώνουν οι συντεχνίες, τα οργανωμένα συμφέροντα, και οι κατεστημένες εξουσίες. Υπάρχουν πολίτες που φοβούνται ότι (...) ένα όλο και πιο επικίνδυνο αμάλγαμα από αγανακτισμένους γιατί κινδυνεύουν τα συντεχνιακά τους προνόμια και οι πρόσοδοί τους, από μονίμως απεργούντες με κάθε αφορμή, γιατί αδυνατούν να σκεφτούν λύσεις από επιθετικούς οπαδούς της τάξης και ασφάλειας, από πολιτικούς των εύκολων και των αναπόδεικτων καταγγελιών, από επιχειρηματίες που νοσταλγούν τη δραχμή και την παλιά ασυδοσία τους θα οδηγήσει σε ολοκληρωτικές παρεμβάσεις να τελειώνουμε πια (...)»
Στις τοποθετήσεις Βενιζέλου και Παπανδρέου είναι εμφανής η διαφοροποίηση σχετικά με το μείγμα διαχείρισης.
Ο Παπανδρέου μιλά για νέο κούρεμα, καλύτερη διαχείριση του χρέους και ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή αφού φτάσει η ελληνική οικονομία σε πρωτογενές πλεόνασμα. Ταυτόχρονα, κάνει λόγο για ανάγκη ευρωομολόγου, τραπεζικής ένωσης της ΕΕ, προγράμματα ανάπτυξης σε μεταφορές, πράσινη ενέργεια, διαδίκτυα και εκπαίδευση, καθώς επίσης και για χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση της ανεργίας με προγράμματα Erasmus για μετεκπαίδευση των ανέργων. Επιρρίπτει ευθύνες για το μνημόνιο στη Γερμανία και την ΕΚΤ γιατί αρνήθηκαν να ακολουθήσουν στην Ελλάδα τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης σε Ιταλία και Ισπανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι για τα παραπάνω δεν κάνει αναφορά στο ΔΝΤ. Ταυτόχρονα, κάνει προσπάθεια να υπεραμυνθεί της πρότασής του για δημοψήφισμα το 2011, λέγοντας πως επιδίωκε την επιβεβαίωση που σίγουρα θα έφερνε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για τη συνέχιση της χώρας στο ευρώ. Αναφέρει: «Οσοι από την κριτική τους αγνοούν δήθεν, ότι η παρουσία μας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη αποτελεί στρατηγική επιλογή για τη χώρα, το πράττουν σκοπίμως. Εκτός και αν δεν πιστεύουν σε αυτήν. Οπότε ας το πουν καθαρά. Οπως σκοπίμως πράττουν, όσοι αγνοούν δήθεν τους σκληρούς συντηρητικούς συσχετισμούς με τους οποίους παλέψαμε(...) ποια θα ήταν η θέση μας σήμερα, αν είχαμε αφήσει τη χώρα στην τύχη της. Πεταμένη έξω από το ευρώ».
Ο Βενιζέλος δεν κάνει καμιά αναφορά ούτε για κούρεμα ούτε για νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης. Ουσιαστικά, αφήνει να εννοηθεί πως επαρκεί η υλοποίηση του τρέχοντος προγράμματος, αναπαράγοντας την κυβερνητική προπαγάνδα περί αποτελεσμάτων που ήδη έχουν αρχίσει να φαίνονται. Αναφέρει πως δεν αντέχει η χώρα νέα δημοσιονομικά μέτρα και ζητά να μη γίνεται η Ελλάδα πεδίο αντιπαράθεσης για προεκλογικές σκοπιμότητες σε άλλες χώρες, εννοώντας προφανώς τη Γερμανία. Κάνει λόγο για εξαιρετικά δυσμενείς ευρωπαϊκούς και διεθνείς συσχετισμούς, για «μία Ευρώπη δεξιά, πολιτικά συντηρητική και οικονομικά νεοφιλελεύθερη» θέτοντας ως στόχο την αλλαγή του συσχετισμού στις επικείμενες ευρωεκλογές και τονίζοντας: «Μόνη λύση για την ευρωπαϊκή κρίση είναι η περισσότερη Ευρώπη, η αποκατάσταση της θεσμικής ισοτιμίας, η πραγματική σύγκλιση, η αύξηση των ιδίων πόρων, η επικράτηση της πολιτικής αντίληψης απέναντι σε οποιαδήποτε τεχνοκρατική εκδοχή, συνήθεια ή αδράνεια».
Για τις συμμαχίες και το ρόλο του ΠΑΣΟΚ στην ανασυγκρότηση της σοσιαλδημοκρατίας
Στις τρεις τοποθετήσεις καταγράφηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις για αυτό το ζήτημα.
Αυτή του Βενιζέλου, που ουσιαστικά υπερασπίζεται τη συνεργασία με τη ΝΔ βαφτίζοντάς την ως συμφωνία με πολιτικό πλαίσιο το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης, ως συνεργασία για λόγους εθνικής ανάγκης. Προσπαθεί να αναδείξει τον ενεργό ρόλο του ΠΑΣΟΚ στη συγκυβέρνηση ώστε να αποκρούσει τις κατηγορίες ότι σέρνεται πίσω από τις επιλογές της ΝΔ. «Μετέχουμε σε μια κυβέρνηση συνεργασίας για λόγους εθνικής ανάγκης. Δεν κυβερνάμε μόνοι μας φυσικά. Είμαστε ο δεύτερος σε κοινοβουλευτική δύναμη εταίρος. Ούτε όμως η ΝΔ κυβερνά μόνη της. Για όλα απαιτούνται συμφωνίες και συμβιβασμοί, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (...) Η επιτυχία όμως αυτής της προσπάθειας μας αφορά περισσότερο από κάθε άλλο γιατί η επιτυχία θα σημαίνει δικαίωση των δύσκολων επιλογών μας και των μεγάλων πολιτικών θυσιών που έκανε η παράταξη τα τελευταία τριάμισι χρόνια (...) Είναι υποχρέωσή μας να παίρνουμε πρωτοβουλίες, να διατυπώνουμε προτάσεις, να ανακόπτουμε λάθη, να διορθώνουμε αδικίες, να παλεύουμε οι ίδιοι στο μέτωπο της συνεχούς διαπραγμάτευσης με διεθνείς γραφειοκράτες που εκπροσωπούν όμως κυβερνήσεις και κοινοβούλια και εκλογικά σώματα, εκπροσωπούν δηλαδή συγκεκριμένες αντιλήψεις, συγκεκριμένους συσχετισμούς που αγωνιζόμαστε να αλλάξουμε αλλά δεν μπορούμε να αγνοούμε όσο υπάρχουν. Τα μεγάλα λόγια είναι εύκολα, το να δίνεις τη μάχη στην Ευρώπη, στις αγορές, στους διεθνείς οργανισμούς είναι δύσκολο (...) Είναι συνεπώς υποχρέωσή μας, να προτείνουμε εμείς ως ΠΑΣΟΚ και ως κυβερνητικός εταίρος όλα όσα θα θέλαμε να κάνουμε σε μια δική μας αυτοδύναμη κυβέρνηση και να αγωνιζόμαστε να γίνουν δεκτά όσο γίνεται περισσότερα από αυτά. Οχι όμως μόνο εσωτερικά από τη ΝΔ, αλλά διεθνώς από τους εταίρους, τους πιστωτές, τις αγορές, τις καταστάσεις». Ακόμα, απαντά στις αναφορές Ρέππα, Σκανδαλίδη, Παπαϊωάννου για συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με το ΣΥΡΙΖΑ οξύνοντας την αντιπαράθεση: «Θέλουν, θέλουμε ως κοινωνία, μία Ελλάδα, ευρωπαϊκή, δημοκρατική, σταθερή, ασφαλή; 'Η μία Ελλάδα εκτός πλαισίου; Μία Ελλάδα που φαντασιώνεται είτε τη ρεβάνς για την ήττα του εμφυλίου, είτε το ναζιστικό εφιάλτη, είτε το σύνδρομο καταδίωξης από μία παγκόσμια συνωμοσία;(...) Τι σχέση έχουν όλοι αυτοί οι πολίτες που ανήκουν στην ευρύτερη δημοκρατική παράταξη, που το σπίτι τους είναι εδώ, με τις αντιφάσεις, τις παλινωδίες, τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ που καμώνεται ότι είναι η επανάληψη του ΠΑΣΟΚ των αρχών της μεταπολίτευσης, ενώ παίζει σε μία ιδεολογικοπολιτική φάρσα;(...) Οσοι δε, ενδιαφέρονται για τη σχέση μας με τον ΣΥΡΙΖΑ ας αναρωτηθούν: Σε ποια προγραμματική βάση μπορεί να υπάρξει η οποιαδήποτε επαφή και συζήτηση με ένα χώρο η ηγεσία του οποίου βασίζει την ύπαρξή της και την ύπαρξή του στη συκοφάντηση, την υπονόμευση, την ακύρωση όχι απλά και μόνο του σημερινού ΠΑΣΟΚ, αλλά συνολικά της ιστορικής διαδρομής της Παράταξης;
Ποια μπορεί να είναι η αξιόπιστη και κυρίως η έντιμη κοινή βάση με ένα κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και τώρα, όπως είπα, θέτει ζήτημα μονομερούς καταγγελίας του μνημονίου και οδηγεί τη χώρα με μαθηματική ακρίβεια στην έξοδο από την Ευρωζώνη και στις παρυφές της Ευρωπαϊκής Ενωσης;». Η πρόταση που διατυπώνει είναι η ανασυγκρότηση της σοσιαλδημοκρατίας με πυρήνα το ΠΑΣΟΚ λέγοντας πως «η πλατφόρμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών μπορεί και πρέπει να συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις της ευρύτερης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης, της δημοκρατικής Αριστεράς, της Κεντροαριστεράς. Τέλος, φαίνεται να αφήνει ανοιχτό παράθυρο για τη ΔΗΜΑΡ εκφράζοντας απλά τη λύπη του για την αποχώρησή της από την κυβέρνηση.
Ο Παπανδρέου κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση διαφωνώντας ουσιαστικά με τη συνεργασία ΠΑΣΟΚ - ΝΔ. Μπορεί σε μια αποστροφή του λόγου του να λέει πως «το βασικό τώρα είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις συνεργάζονται», ωστόσο στη συνέχεια οριοθετεί το πλαίσιο συνεργασίας που πρέπει να έχει το ΠΑΣΟΚ αναφέροντας: «Το ΠΑΣΟΚ που χρειάζεται η Ελλάδα και οι Ελληνες δεν μπορεί παρά να πρωταγωνιστεί στην πρόοδο και την αλλαγή της χώρας. Πρωτοστατεί στο σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας για κυβερνητική σταθερότητα, αλλά με ξεκάθαρο προοδευτικό πρόσημο. Οχι λευκές επιταγές. Ενώνει όλες τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, απέναντι στη δεξιά και την αριστερή συντήρηση».
Η πρόταση του Σημίτη φαίνεται πιο «ρηξικέλευθη». Μιλά για την ανάγκη να ξεπεραστεί το δίλημμα μνημόνιο - αντιμνημόνιο και για τις «πολλές διάσπαρτες δυνάμεις που θέλουν να συνεργαστούν, να προχωρήσουν μαζί σε αναζητήσεις θέσεων και πρωτοβουλιών για την αναδιαμόρφωση της κοινωνίας». Ασκεί κριτική στη λειτουργία και το μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ. Λέει χαρακτηριστικά: «Ας αφήσουμε για λίγο κατά μέρος τις παραδοσιακές αντιλήψεις της κομματικής οργάνωσης, την ανάγκη του Αρχηγού, την τακτοποίηση των σημαντικών στελεχών σε πολιτικά ή εκτελεστικά γραφεία, τις γραμματείες της οργάνωσης και της διαφώτισης που καθορίζουν ποια είναι η θέση του καθένα και τι πρέπει να πιστεύει, τις Κεντρικές Επιτροπές που συγκεντρώνουν όλους που θεωρούν τους εαυτούς τους σημαντικούς» και διατυπώνει την πρότασή του που μπορούμε να πούμε πως ουσιαστικά αποτελεί πρόταση για συγκρότηση νέου φορέα: «Ας δούμε ότι κοντά στο ΠΑΣΟΚ μπορούν να υπάρχουν και άλλα σχήματα στο πλαίσιο μιας προοδευτικής παράταξης με δικές τους ευαισθησίες, ιδεολογίες και επιδιώξεις. Ας προσπαθήσουμε μια ευρύτερη συνεργασία στην αρχή με χαλαρούς κανόνες και βαθμιαία, μετά από συνεννοήσεις, πιο σταθερούς (...) Το ΠΑΣΟΚ σε συνεργασία με πολλούς άλλους μπορεί να γίνει μοχλός αυτής της αλλαγής. Να βάλει τις βάσεις για ένα νέο μεγάλο κίνημα, ένα ρεύμα ανανέωσης που θα είναι καθοριστικό για να ξεπεραστούν οι συνέπειες της κρίσης. Να υπάρξει μια παράταξη δημιουργίας και αλληλεγγύης που θα εξασφαλίσει την ανάκαμψη, τη δουλειά, το εισόδημα, το μέλλον». Σε αυτή τη διαδικασία αποκλείει τη συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ λόγω της αποχώρησής της από την κυβέρνηση.

Μ.Μ.

ΗΠΑ - ΓΕΡΜΑΝΙΑ Στη φάκα των «Βιάγκρα εργασίας»...

ΗΠΑ - ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Στη φάκα των «Βιάγκρα εργασίας»...
Χάπια για πάσα «νόσο» από καπιταλιστική βαρβαρότητα στις σύγχρονες εργασιακές σχέσεις προωθούν τα μονοπώλια παραπλανώντας τους εργαζόμενους με «αυξημένη» απόδοση στην εργασία και αντιμετώπιση του άγχους
Στη Γερμανία το λένε το «Βιάγκρα της εργασίας»και μέσα στην τελευταία δεκαετία (2002-2012) αύξησε τις πωλήσεις του έως 400%! Στις ΗΠΑ το αποκαλούν «Πρόζακ» ή «χάπι της χαράς». Στην Ιαπωνία πάλι χρησιμοποιούν κατ' ευφημισμόν διάφορες, άλλες, ονομασίες για να καταπολεμήσουν το λεγόμενο «καρόσι», δηλαδή την πλήρη εξάντληση από την εντατική εργασία ή το έντονο εργασιακό άγχος. Ωστόσο, πέρα από τις παραλλαγές στις ονομασίες, το μικρό, ένοχο, «μυστικό» για εκατομμύρια καταπιεσμένους και εξαντλημένους εργαζόμενους σε κάθε μία βιομηχανοποιημένη, καπιταλιστική χώρα συμπυκνώνεται σε έναμικρό χάπι με τη σφραγίδα γνησιότητας κάποιου από τους μεγάλους φαρμακευτικούς κολοσσούς που θησαυρίζουν πουλώντας σε άνδρες και (συχνότερα σε) γυναίκες αμφεταμίνες, διεγερτικά χάπια, άλλες ψυχοτρόπες ουσίες, ακόμη και αγωγές αντιμετώπισης της παιδικής, εφηβικής ελλειμματικής προσοχής κ.ά. ή καταπολέμησης της υπέρτασης με ένα βασικό σκοπό: την αύξηση της παραγωγικότητας, τη «χαλάρωση», την αντιμετώπιση του άγχους πριν από μία σημαντική παρουσίαση και ενίοτε της κατάθλιψης που προκαλεί η αποσάθρωση εργασιακών κεκτημένων μέσω της τωρινής «ελαστικοποίησης» των εργασιακών σχέσεων και της πλήρους αβεβαιότητας σε μία αγορά εργασίας με έντονα τα στοιχεία ενός κανιβαλικού οξυμένου ανταγωνισμού.
Τα χαπάκια της «ευτυχίας» και «αύξησης της παραγωγικότητας» υποτίθεται πως είναι ένας τρόπος «διεξόδου» καταπιεσμένων εργαζομένων από μία γενικευμένη κρίση αξιών, ανατροπών, ανασφάλειας. Στην ουσία, όμως, δεν είναι παρά μία ακόμη ευκαιρία πλουτισμού για τους φαρμακοβιομήχανους και τους κεφαλαιοκράτες αλλά και μία μεγάλη παγίδα ψευδαίσθησης για εργαζόμενους και άνεργους που αφήνονται να πιστέψουν σε δήθεν φαρμακευτικές εύκολες «λύσεις» ΣΟΒΑΡΩΝ προβλημάτων που μπορούν να λυθούν μόνον με αγώνα, πάλη μέσα από τα σωματεία, κλιμάκωση της διεκδίκησης σε όλα τα επίπεδα και ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.
Σε κάθε περίπτωση, η πρόσφατη συνταρακτική παραδοχή του επικεφαλής του μεγαλύτερου γερμανικού οργανισμού Υγείας και Ασφάλισης ΑΟΚ, Ούε Ντεχ, στην εφημερίδα «Ντι Βελτ» πως αυξήθηκαν έως και 400% οι πωλήσεις αντικαταθλιπτικών, διεγερτικών και άλλων σκευασμάτων γνωστών σαν «Βιάγκρα της εργασίας», επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα γνωστό σε ψυχιάτρους και εργασιολόγους που αναδύεται κάθε τόσο στην επιφάνεια με ιδιαίτερη ένταση την τελευταία 20ετία, ιδιαίτερα μετά την έναρξη έντασης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης το 2008: Τη χρήση φαρμάκων με στόχο την αύξηση της απόδοσης στην εργασία ή την αντιμετώπιση του άγχους, τα οποία, βεβαίως, δεν είναι εντελώς «αθώα», ούτε ακίνδυνα. Περιέχουν αμφεταμίνες, σπιντ, μεθυλφενιδάτη (ουσία που χρησιμοποιείται στην παρασκευή του φαρμάκου «Ritalin» που σχετίζεται με την αντιμετώπιση της υπερκινητικότητας σε παιδιά ή της ελλειμματικής προσοχής σε εφήβους) και πολύ συχνά, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, συνταγογραφούνται είτε μετά από επίμονη απαίτηση του «ασθενούς» - πελάτη, είτε με σχετική ευκολία από μη ειδικευμένους γιατρούς (ένα μέρος των οποίων εξαγοράζεται με διάφορους τρόπους από τα λόμπι των φαρμακοβιομηχάνων).
«Εύκολες λύσεις» με επικίνδυνες παρενέργειες
Ο Αμερικανός Δρ. Ρίτσαρντ Λίπιν που θεωρείται ένας από τους εμπειρότερους ειδικούς της Φαρμακευτικής και της Ιατρικής στους χώρους Εργασίας και Περιβάλλοντος,από τη σχολή Δημόσιας Υγείας πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, χαρακτηρίζει «τεράστιο και εντεινόμενο πρόβλημα» αυτό της συνταγογράφησης των ψυχοφαρμάκων σε εργαζόμενους με στόχο την αύξηση της απόδοσης, της «καταπολέμησης» της «κατάθλιψης» ή υπερβολικού άγχους εξαιτίας αυξημένου φόρτου δουλειάς ή λόγω φόβου απόλυσης. Ο Λίπιν σημείωνε πρόσφατα, μεταξύ άλλων, σε συνέντευξή του στην ηλεκτρονική επιθεώρηση «medicationsense.com» τα ακόλουθα ενδιαφέροντα δεδομένα:
  • Το 70% των 47.000.000 Αμερικανών (δηλαδή κάπου 33.000.000) που πάσχουν από κατάθλιψη είναι εργαζόμενοι.
  • Η κατάθλιψη εργαζομένων «κοστίζει» στους εργοδότες πάνω από 44 δισ. δολάρια ετησίως σε χαμένο παραγωγικό χρόνο και άλλα 17 δισ. δολάρια από χαμένες μέρες εργασίας λόγω ασθενείας.
  • Η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ψυχικής Υγείας εκτιμά ότι οι ψυχικές, νευρολογικές και συμπεριφορικές διαταραχές αυξάνονται τόσο ραγδαία ώστε προβλέπεται πως θα ξεπεράσουν ως το 2020 μάστιγες όπως το AIDS, τα θύματα από τροχαία δυστυχήματα, τις καρδιαγγειακές και άλλες ασθένειες που είναι από τις πρώτες αιτίες θανάτου εργαζομένων.
  • Η αύξηση της χρήσης αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, ιδίως του «Prozac», από εργαζόμενους είναι εκρηκτική την τελευταία 15ετία, του φαρμάκου «Ιnderal» που κανονικά χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της ταχυκαρδίας αλλά συχνά χρησιμοποιείται καταχρηστικά για τη μείωση του άγχους από εργαζόμενους που δουλεύουν σε περιβάλλοντα με έντονο ανταγωνισμό ή των χαπιών «Adderall» που είθισται να αντιμετωπίζουν το σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής σε παιδιά και εφήβους αλλά χρησιμοποιούνται από το (τουλάχιστον...) 20% των φοιτητών σε ΗΠΑ, Γερμανία, άλλες ευρωπαϊκές αλλά και ασιατικές χώρες για την αύξηση της συγκέντρωσης και της απόδοσης σε απαιτητικές εξετάσεις...
  • Μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες στις ΗΠΑ πριν τρία χρόνια δαπάνησαν πάνω από 2,6 δισ. δολάρια μόνον για την άμεση διαφήμιση και κατανάλωση αντικαταθλιπτικών...
  • Δημοσίευμα των «Τάιμς» της Ν. Υόρκης (26/8/13) κατέγραφε αύξηση των αντικαταθλιπτικών την τελευταία 20ετία και πως τα καταναλώνει ένας στους 10 Αμερικανούς (και δη οι εργαζόμενες άνω των 40 ετών).
  • Μελέτη που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Απρίλη στην επιθεώρηση «Ψυχοθεραπείας και Ψυχοσωματικής» διαπιστώνει ότι τα 2/3 ενός δείγματος 5.000 ασθενών που είχαν διαγνωστεί με κατάθλιψη μέσα στο τελευταίο 12μηνο δεν έφεραν ούτε καν τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νόσου...
  • Στο πεδίο προώθησης των αντικαταθλιπτικών και άλλων «Βιάγκρα της εργασίας» είναι μεγάλοι ασφαλιστικοί όμιλοι που πρόθυμα καλύπτουν το φθηνότερο κόστος των επίμαχων χαπιών αντί της ακριβότερης και πιο χρονοβόρας ψυχοθεραπείας, ψυχολογικής συμβουλευτικής...
Ο Δρ. Λίπιν παρατηρώντας τις ραγδαίες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις μέσα στις τελευταίες δεκαετίες στις ΗΠΑ, σημειώνει επιπλέον πως ο μέσος εργασιακός χρόνος εργαζόμενων ζευγαριών αυξήθηκε ετησίως κατά περίπου 700 ώρες, δηλαδή κατά 17,5 βδομάδες πλέον ενός πλήρους ωραρίου.
Εντούτοις, η πλάστιγγα από την εντατικοποίηση της εργασίας και αύξησης της παραγωγικότητας (μεταξύ άλλων και λόγω της τεχνολογικής προόδου) δε γέρνει υπέρ των Αμερικανών εργαζόμενων.
Εκτιμάται ότι μέσα στην τελευταία 10ετία πάνω από το 26% των Αμερικανών δεν πήγε ούτε μία μέρα διακοπές, ενώ έχει καταγραφεί πως ο μέσος όρος συνομιλίας και «ελεύθερου χρόνου» ανάμεσα σε ένα ζευγάρι εργαζομένων τη μέρα δεν ξεπερνά τα 12 λεπτά τη μέρα(!).
Επιπροσθέτως, οι «πιο χαρούμενοι», πιο «παραγωγικοί» ή «πιο χαλαροί» εργαζόμενοι είναι μία υπόθεση προσωρινή με μακροπρόθεσμα επίπονες επιπτώσεις. Τα «θετικά» αποτελέσματα θεωρούνται προσωρινά καθώς ανάλογα με τα αντικαταθλιπτικά και άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα που χρησιμοποιούνται από τους αγχωμένους εργαζόμενους κάποια εξ αυτών προκαλούν εθισμό και άλλες αρνητικές παρενέργειες, όπως εξάντληση, κόπωση, αδυναμία συγκέντρωσης, ζάλη, διαταραχές στη συμπεριφορά...

Δέσποινα ΟΡΦΑΝΑΚΗ

TOP READ