4 Δεκ 2013

Ν. Μπογιόπουλος: Δεκέμβρης '44

Ν. Μπογιόπουλος: Δεκέμβρης '44






Συμπληρώθηκαν 69 χρόνια από κείνη τη «Ματωμένη Κυριακή» της 3ης του Δεκέμβρη 1944. Δεν είχαν περάσει ούτε δυο μήνες από την απελευθέρωση της πρωτεύουσας από τους Γερμανούς και ο λαός της Αθήνας αιματοκυλίστηκε από το νέο κατακτητή. Δυο μέρες νωρίτερα είχε προηγηθεί το ιταμό τελεσίγραφο του στρατηγού Σκόμπι και της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου για το μονομερή αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. Όσα έγιναν τον Δεκέμβρη είχαν προσχεδιαστεί από εκείνους που εμφανίζονταν σαν «απελευθερωτές». Ηδη από τις 22/9/1944, ο Γεώργιος Παπανδρέου, τηλεγραφούσε στον Τσόρτσιλ τα εξής: «Δεν γνωρίζω τους λόγους διά την απουσία της Βρετανίας. Μόνον η άμεσος παρουσία εντυπωσιακών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και ως τας τουρκικάς ακτάς θα ήτο δυνατό να μεταβάλει την κατάστασιν». Η κατάσταση που ήθελαν να «μεταβληθεί» ήταν να κλείσει ο δρόμος που είχε ανοίξει με το μεγαλειώδες ΕΑΜικό κίνημα προς μια Ελλάδα της λαικής αναδημιουργίας. Πώς θα γινόταν αυτό: «Την 21ην Αυγούστου 1944 συνηντήθην εις την Ρώμην με τον Βρετανόν Πρωθυπουργόν. Και όταν μου έθεσε το ερώτημα, ποια είναι η πολιτική μου, απήντησα: "Εξοπλισμός του Κράτους. Αφοπλισμός του ΕΑΜ" (από την επιστολή του Γεωργίου Παπανδρέου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 2 Μάρτη 1948).
Όσο μεγαλειώδης ήταν η ΕΑΜική αντίσταση, τόσο μεγάλο έπρεπε να είναι και το έγκλημα που διαπράχτηκε εναντίον της. Αποφάσισαν να χτυπήσουν απροκάλυπτα. Η ειρηνική διαδήλωση της Αθήνας, αφού πρώτα απαγορεύτηκε, το συλλαλητήριο που τα αιτήματά του δεν ήταν παρά η ομαλότητα, η κατοχύρωση των λαϊκών ελευθεριών μέσω άμεσης διεξαγωγής δημοψηφίσματος και η προετοιμασία διενέργειας ελεύθερων εκλογών, πνίγηκε στο αίμα: 24 νεκροί, 160 τραυματίες. Οι Εγγλέζοι με 60.000 στρατό και σε συνεργασία με τους δοσίλογους της Κατοχής, ο Τσόρτσιλ μαζί με τους χωροφυλάκους και με το ανδρείκελό του, τον Γεώργιο Παπανδρέου, έστρεψαν τα τανκς εναντίον των εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων που διαδήλωναν στο Σύνταγμα.



Την επόμενη μέρα, στις 4 Δεκέμβρη, στο ίδιο σημείο που την προηγούμενη είχαν διαπραχθεί οι δολοφονίες, χιλιάδες λαού συγκεντρώθηκαν ψάλλοντας το «Πένθιμο Εμβατήριο» και συνοδεύοντας τους νεκρούς τους. Το πανό που ξεδιπλώθηκε υπενθύμιζε τη δοκιμασμένη από την ζωντανή περίοδο της Κατοχής αλήθεια: «Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα -- ΕΑΜ». Τα εγγλέζικα βόλια, σε συνεργασία με τους χτεσινούς συνεργάτες των Γερμανών, ξαναχτυπούν. Νέοι νεκροί…
Μέχρι εκείνες τις μέρες οι δολοφόνοι εμφανίζονταν σαν «δημοκράτες», σαν «απελευθερωτές». Στις 3 και 4 Δεκέμβρη του ’44 οι μάσκες έπεσαν. Οι δολοφόνοι, οι Εγγλέζοι «σύμμαχοι» και οι εγχώριοι πραιτοριανοί τους, δήλωσαν με τον πιο εγκληματικό τρόπο την απόφασή τους να περάσουν νέες αλυσίδες στον λαό, να συντρίψουν το ΕΑΜικό κίνημα, να ναρκοθετήσουν την παλλαϊκή απαίτηση για δημοκρατική αναδημιουργία της Ελλάδας. Έτσι ξεκίνησε το νέο μεγαλειώδες κεφάλαιο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, με το λαό να διαλέγει τα όπλα κόντρα στις αλυσίδες, σε μια πάλη άνιση και ηρωική, που κράτησε 33 μέρες απέναντι σε μια «πολιτισμένη» αυτοκρατορία που βομβάρδιζε από εδάφους και αέρος πυκνοκατοικημένες περιοχές, ανεξάρτητα από υλικές ζημιές ή θανάτους αμάχων.
Βρετανός στρατιώτης πυροβολεί το λαό της Αθήνας από την… Ακρόπολη

Για δεκαετίες η απάντηση στην ερώτηση «τι έγινε το Δεκέμβρη;» υπήρξε ασφαλής τρόπος για να χωρίζει η ήρα από το στάρι. Ανάλογα με τη «διήγηση» μπορούσες να διακρίνεις πότε μιλούσε η δουλοφροσύνη και πότε η αξιοπρέπεια. Ανάλογα με την απάντηση ερχόταν στην επιφάνεια το νήμα που συνέδεε τους μαυραγορίτες του χτες με τους μετέπειτα «κατσαπλιάδες», τους γερμανοτσολιάδες του τότε με τους κατοπινούς «αμερικανοτσολιάδες». Ο Δεκέμβρης σηματοδότησε την αρχή μιας ιστορικής περιόδου που περιλαμβάνει τα πάντα: Σελίδες τιμής, σελίδες χρέους, σελίδες τραγωδίας. Αποτελεί σημείο ορόσημο από το οποίο είναι αναγκασμένος να περάσει κανείς για να φτάσει στον Εμφύλιο, στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και στις αμερικανικές βόμβες ναπάλμ του Βαν Φλιτ, στο ανθρώπινο μεγαλείο στα Μακρονήσια και στο «όχι» στις δηλώσεις μετανοίας, στον εξευτελισμό των στρατοδικών μέσα στα ίδια τους τα στρατοδικεία έως το «ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - Πολυτεχνείο» των μεταπολιτευτικών χρόνων.
Οι μάχες του Δεκέμβρη έληξαν με νικητές και ηττημένους. Το έπαθλο των πρώτων η εξουσία. Το έπαθλο των δεύτερων οι φυλακές, οι εξορίες, οι εκτελέσεις, τα βασανιστήρια. Οι δεύτεροι, αυτοί που ηττήθηκαν στρατιωτικά, ισχυρίζονται ότι κατόρθωσαν κάτι περισσότερο από τους νικητές: Ότι υπέστησαν μια από τις «νικηφόρες» εκείνες ήττες που στην Ιστορία μόνο ένας ηττημένος που έχει το δίκιο με το μέρος του μπορεί να κατακτήσει. Νίκη όπως εκείνη των ηττημένων δημοκρατικών ταξιαρχιών της Ισπανίας, νίκη όπως εκείνη των ηττημένων της παρισινής κομμούνας: Νίκη ηθική, νίκη ιδεολογική έναντι των νικητών αντιπάλων τους! Συμφωνούμε…
Βρετανικό τανκ βομβαρδίζει τα γραφεία του ΕΑΜ στην οδό Κοραή

Ένα ερώτημα που συνήθιζε να επανέρχεται για δεκαετίες μετά τον Δεκέμβρη ήταν τούτο: Ναι αλλά «αν» τότε νικούσαν οι ηττημένοι και «αν» έχαναν οι νικητές, τι θα γινόταν; Που θα βρισκόταν σήμερα η Ελλάδα; Μερικές από τις πιο γνώριμες απαντήσεις είναι κι αυτές: «Αλβανία θα είχαμε γίνει», «θα πεινάγαμε», «δεν θα είχαμε ελευθερία», «θα είχαμε καταρρεύσει όπως οι άλλοι και οι γυναίκες μας θα είχαν γίνει πουτάνες»… Φυσικά η Ιστορία δεν γράφεται με «αν». Γι’ αυτό για εμάς δεν έχει σημασία να μπούμε στο φανταστικό σενάριο τι θα είχε γίνει «αν». Για εμάς έχει μεγάλη σημασία να σταθούμε στο πραγματικό σενάριο που γράφτηκε με βάση τα όσα πραγματικά έγιναν. Και αφότου νίκησαν αυτοί που νίκησαν εκείνο που – πραγματικά - έγινε ήταν ότι η Ελλάδα, που «το ΕΑΜ την έσωσε από την πείνα» μέσα στην Κατοχή, έφτασε να πεινάει μετά τον εμφύλιο και να στέλνει τα παιδιά της μετανάστες για ένα κομμάτι ψωμί. Εκείνο που πραγματικά έγινε ήταν ότι η Ελλάδα, από την πρωτόγνωρη λευτεριά και δημοκρατία του Βουνού, πέρασε στη βία, στη νοθεία και στις χούντες. Εκείνο που πραγματικά ακολούθησε ήταν ότι η Ελλάδα από έμβλημα της αντάρτισσας χειραφετημένης γυναίκας έγινε για δεκαετίες η «Τρούμπα» του αμερικάνικου στόλου.
Υστερόγραφο: Πολλοί θα πουν ότι τα παραπάνω συνιστούν την έκφραση μιας υποκειμενικής ιδεολογικής και πολιτικής θεώρησης της Ιστορίας. Έχουν δίκιο. Το ερώτημα είναι αν ο δικός τους υποκειμενισ




Γεώργιος Παπανδρέου: «Γέρος της Δημοκρατίας» ή ξενόδουλος Αντικομμουνιστής;

Γεώργιος Παπανδρέου: «Γέρος της Δημοκρατίας» ή ξενόδουλος Αντικομμουνιστής;



Γεώργιος Παπανδρέου και Σκόμπι (στη φωτογραφία δίπλα στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό) ήταν οι αρχιτέκτονες της σύγκρουσης και στη συνέχεια της σφαγής του ελληνικού λαού.


Η συγκεκριμένη εγκύκλιος έχει αφήσει εποχή. Για την ακρίβεια: Αποτυπώνει πλήρως το χαρακτήρα μιας ολόκληρης εποχής, το είδος της εξουσίας που είχε επιβάλει η πλουτοκρατία στην Ελλάδα όσο και την «ποιότητα» των πολιτικών της εκπροσώπων, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη διαχείριση των υποθέσεων της άρχουσας τάξης, λίγο πριν από τη χούντα των συνταγματαρχών.

Η εγκύκλιος που φέρει την υπογραφή του τότε πρωθυπουργού και υπουργού Παιδείας, του βαπτισθέντα και ως «Γέρου της... Δημοκρατίας», εκδόθηκε στις 11 Μάρτη 1965. Σαν σήμερα, δηλαδή, πριν από 46 χρόνια.

«Απολαύστε» την:

«Εμπιστευτικόν
Εν Αθήναις τη 11 Μαρτίου 1965

Προς
Τους Γενικούς Επιθεωρητάς
Μέσης Εκπαιδεύσεως

Εφιστώ την προσοχήν όλων των καθηγητών των Γυμνασίων και τους ΚΑΘΙΣΤΩ υπευθύνους διά πάσαν σχετικήν δραστηριότητα της νεολαίας Λαμπράκη. Ο κομμουνισμός είναι εχθρός και του Εθνους και της Δημοκρατίας. Και τούτο πρέπει να καταστή συνείδησις της Νέας Γενεάς.
Ο εθνικός φρονηματισμός, καθώς και η ηθική και πολιτική αγωγή των μαθητών είναι η πρώτη αποστολή του διδασκάλου. Και εις αυτήν οφείλουν να επιδοθούν. Τα δικά μας ιδανικά είναι τα ιδανικά του ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Ελευθερία (Εθνική και Πολιτική) και Δικαιοσύνη. Αγάπη και θυσία. Αυτά είναι τα ιδεώδη μας και με αυτά πρέπει να εμποτισθή η Νέα Γενεά. Ελλάς και Δημοκρατία. Αληθής Δημοκρατία.

Πάσα εκτροπή πρέπει να κολάζεται αυστηρότατα. Και αν συμβή να υπάρξουν διδάσκαλοι, όχι ανήκοντες, αλλά και απλώς συμπαθούντες ή ανεχόμενοι την κομμουνιστικήν προπαγάνδαν δεν έχουν θέσιν εις την Εκπαίδευσιν. Οσοι πιστεύουν εις τα ιδεώδη των, τα υπερασπίζουν. Και την υπεράσπισιν των ιδανικών μας και την έμπνευσιν της Νέας Γενεάς έχει αναθέσει η Ελληνική Δημοκρατία εις τον εκπαιδευτικόν κόσμον.

Γνωρίζω ότι έχουν μέχρι τούδε εκδοθή υπό του υπουργείου Παιδείας πολλαί σχετικαί εγκύκλιοι. Αλλά ΕΠΕΘΥΜΟΥΝ, ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ, ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΩ ΚΑΙ ΕΓΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΣ ΜΕΘ' ΥΜΩΝ. Παρακαλώ, όπως εις το τέλος εκάστου μηνός υποβάλλητε (Υπουργείον Παιδείας, Γραφείον Υπουργού - εμπιστευτικώς) σχετικήν έκθεσιν. Δεχθήτε και διαβιβάσητε προς άπαντας, διδάσκοντας και διδασκομένους, τους εγκαρδίους χαιρετισμούς μου.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Πρόεδρος κυβερνήσεως και υπουργός Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων».

(Πηγή: Ν.Μπογιόπουλος, Ριζοσπάστης 11 Μάρτη 2011).

«Γέρος της Δημοκρατίας» ή... «παπατζής»;
Γράφει ο Ν.Μπογιόπουλος, Δεκέμβρης 2001.

Tην ερχόμενη Τετάρτη, ένεκα της συμπλήρωσης 33 ετών από το θάνατο του Γεωργίου Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ (υπό την αιγίδα του ΙΣΤΑΜΕ) είχε τη φαεινή ιδέα και θα οργανώσει εκδήλωση στη μνήμη, όπως αναφέρεται, του «Γέρου της Δημοκρατίας»... Στην εκδήλωση, εκτός των άλλων, θα απευθύνει χαιρετισμό και το εγγόνι του, ο Γιώργος Παπανδρέου ο νεότερος...

Επειδή είμαστε βέβαιοι για την αδύνατη μνήμη του κυρίου υπουργού Εξωτερικών, αλλά και επειδή το ΠΑΣΟΚ πάσχει από μια μέγιστη «αναπηρία» (σσ: το να κόβεις την Iστορία στα μέτρα σου συνιστά τέτοιου είδους «αναπηρία») θα αναφερθούμε - επί τροχάδην - σε όσα οι κύριοι που συμμετέχουν στην εκδήλωση θα «ξεχάσουν» να αναφερθούν...

Εχουμε και λέμε:
α) Ο όρος «παπατζής» καθιερώθηκε στην πολιτική ζωή επειδή ακριβώς ο λαός μας αποκαλούσε με αυτό τον τρόπο τον Γεώργιο Παπανδρέου, λόγω της μόνιμης τακτικής του τελευταίου να γέρνει πάντα όπου φυσούσε ο άνεμος.

β) Αποτελεί μνημείο υποκρισίας η φράση του γερο-Παπανδρέου «πιστεύομεν και εις τη λαοκρατία» που εκστόμισε στην απελευθερωμένη Αθήνα, από το ίδιο σημείο που μερικά χρόνια αργότερα, στις 3/3/1950 εκφωνούσε λόγους κατά «του συρφετού των αλητών του ΚΚΕ»...

γ) Είναι αυτός που λίγους μήνες μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα έδωσε την εντολή, ως πρωθυπουργός του Σκόμπι πια, για τη δολοφονία του λαού της Αθήνας στις 3 Δεκέμβρη του 1944.

δ) Ο «γέρος της Δημοκρατίας» ήταν αυτός που για να μη μείνει εκτός Βουλής το 1952 εντάχθηκε στο κόμμα του Παπάγου, πράγμα που το ξεχνούν οι σημερινοί οπαδοί του Πλαστήρα...

ε) Είναι αυτός που ως υπουργός Παιδείας εξέδωσε τη γνωστή εγκύκλιο 1010 του '65 με την οποία έθετε υπό διωγμό «τας κομμουνιστικάς ιδέας» από τα σχολεία.

στ) Είναι αυτός που συνηγόρησε στο κλίμα «βίας και νοθείας» του '61 εκτιμώντας ότι θα τον ευνοούσε εκλογικά, ενώ ως εμπνευστής του «διμέτωπου» - που ουσιαστικά υπήρξε «μονομέτωπος» κατά της Αριστεράς - παρέδωσε την κυβερνητική εξουσία στο Παλάτι, το 1965, με ό,τι συνέπειες είχε αυτό για τη χώρα λίγο αργότερα...

Τα παραπάνω είναι μερικά μόνο από όσα «πρόσφερε» στον τόπο ο γερο-Παπανδρέου. Συνεπώς οι απόγονοί του, «σοσιαλιστές» και «δημοκράτες» όσο κι αυτός έχουν κάθε λόγο να τον τιμούν.

(Πηγή: Ριζοσπάστης, 1 Δεκέμβρη 2001).

Ποιος «Γέρος της Δημοκρατίας»;

Ο πρόεδρος της Βουλής κ. Απόστολος Κακλαμάνης, σε εκδήλωση για τον «Γέροντα της Δημοκρατίας» είπε τα εξής: «Ο Γεώργιος Παπανδρέου συμβολίζει τον αδιάκοπο αγώνα (δεν τον άκουσα να λέει, του λαού) για τη δημοκρατία...». Πολύ θα ήθελα, μια απάντηση στην απορία μου, για το αν θεωρεί, ο κ. πρόεδρος, αδιάκοπο αγώνα για τη δημοκρατία:

- Την καταπάτηση των αρχών της Συμφωνίας του Λιβάνου (έστω εκείνου του αντιδραστικού για τον ελληνικό λαό) απ' τον πρωθυπουργό της «Εθνικής Ενότητας», ο οποίος οδήγησε τα γεγονότα στο αιματοκύλισμα της Αθήνας, τον Δεκέμβρη του '44.

- Την προτροπή του, ως πρωθυπουργού, προς το λαό της Αθήνας να ψηφίσει στις δημοτικές εκλογές του 1964 τον υποψήφιο δήμαρχο της Δεξιάς Γ. Πλυτά, αγνοώντας την πρόταση της ΕΔΑ για συνεργασία ΕΚ - ΕΔΑ και υποστήριξη από κοινού, του αγωνιστή της Δημοκρατίας Ν. Κιτσίκη.

- Τη στήριξη, από μέρους του Γ. Παπανδρέου, του θρόνου με τη θέση του για «εκσυγχρονισμό» του βασιλικού θεσμού, προωθώντας επιπλέον την Ανοιξη του 1965, το βασιλικό διάταγμα ώστε να ονομαστεί ο στρατός ξηράς, «βασιλικός στρατός», όπως είχε γίνει με την Αεροπορία και το Ναυτικό παλαιότερα, από άλλους πρωθυπουργούς και που τελικά δεν τα κατάφερε, λόγω σφοδρότατης αντίδρασης του ελληνικού λαού και των βουλευτών της προδικτατορικής ΕΔΑ.

- Τέλος, τη συναίνεση, από μέρους του, της χορηγίας προίκας, που θα πλήρωνε ο ελληνικός λαός, στην τότε πριγκίπισσα Σοφία για τον γάμο της με τον Χουάν Κάρλος της Ισπανίας, που τελικά τα κατάφερε από κάτι μυστικά νατοϊκά κονδύλια, καθώς και άλλα τινά...

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΓΟΥΒΕΤΑΣ
Αθήνα

Η Ματωμένη Κυριακή

Η Ματωμένη Κυριακή



Πριν περάσουμε στην ερμηνεία και τα συμπεράσματα για το δεκέμβρη του 44’, αξίζει τον κόπο να επιμείνουμε λίγο ακόμα στα γεγονότα. Η κε του μπλοκ αντιγράφει το σχετικό κεφάλαιο, με τον τίτλο της ανάρτησης, από το δεύτερο τόμο της «μεγάλης πενταετίας» του πέτρου ρούσου, στελέχους του κόμματος και μέλους του πγ της κε κατά τη διάρκεια της ηρωικής δεκαετίας του 40’.

Μετά την ιταμή προκήρυξη του Σκόμπυ, τα μέτρα του Παπανδρέου και την παραίτηση των υπουργών της εαμικής αντίστασης, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ συνήλθε σε δυο συνεδριάσεις, μια την 1η του Δεκέμβρη, όπως αναφέραμε κιόλας, και μια στις 2 του Δεκέμβρη. Στην πρώτη συνεδρίαση η ΚΕ αποκαλύπτει τα σχέδια των Ελλήνων αντιδραστικών – όχι όμως και των Άγγλων – και καλεί το λαό να αγωνιστεί για να εξασφαλίσει την ησυχία του τόπου, τις ελευθερίες του και την ομαλή εξέλιξη, με βάση τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης.

Την άλλη μέρα, 2 του Δεκέμβρη, η ΚΕ βλέποντας ότι τα μέτρα του Παπανδρέου έκλεινε ο δρόμος για την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη, αποφασίζει:

1. Να απευθύνει έκκληση προς τις κυβερνήσεις των μεγάλων συμμάχων Σοβιετικής Ένωσης, Ενωμένων Πολιτειών και Μεγάλης Βρετανίας. Στην έκκληση καταγγέλνει την παρέμβαση του στρατηγού Σκόμπυ («δεν είναι δυνατό να αποτελεί θέλησιν της Μ. Βρετανίας»…)

Σε συνδυασμό μ’ αυτό στέλνεται στο εξωτερικό μεγάλη εαμική αποστολή για να διαφωτίσει τους λαούς και τις κυβερνήσεις και να οργανώσει τη συμπαράσταση στον αγώνα μας. Την αποτέλεσαν οι Π. Ρούσος (μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ) επικεφαλής της αντιπροσωπείας, Γ. Καλομοίρης (ρεφορμιστής γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας των εργατών της Ελλάδας), Δ. Στρατής (αριστερός ρεφορμιστής γραμματέας της ΓΣΕΕ), Γ. Ζωιτόπουλος (διευθυντής των υπηρεσιών της ΠΕΕΑ), Σταμάτης Γιαννακόπουλος (ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ και των ανταρτοομάδων της), προστέθηκε στο τέλος και η Καίτη Ζέβγου (μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ).

2. Να οργανώσει παλλαϊκό συλλαλητήριο την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη στην Πλατεία του Συντάγματος.
3. Να ανασυγκροτήσει την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ. Την αποτέλεσαν ο Γ. Σιάντος γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, ο Μ. Μάντακας υποστράτηγος και Μ. Χατζημιχάλης υποστράτηγος.
4. Να κηρύξει γενική απεργία σ’ όλη τη χώρα στις 4 του Δεκέμβρη.
Στις 4 του Δεκέμβρη η ΚΕ του ΕΑΜ έστειλε καινούρια έκκληση προς τους μεγάλους συμμάχους.

Την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη 1944 από το πρωί μια λαοθάλασσα, υπακούοντας σαν ένας άνθρωπος στα συνθήματα του ΕΑΜ και στη φιλελεύθερη συνείδησή της, συνέκλινε προς το κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας. Ο Παπανδρέου είχε δώσει αποβραδίς την άδεια για κείνη την ειρηνική διαδήλωση και κατόπιν – ασφαλώς με υπόδειξη των Άγγλων – την ακύρωσε. Ήταν το κορύφωμα του ιστορικού ρόλου του στην κρίσιμη εκείνη στιγμή της Ελλάδας. Εκ των υστέρων (δηλώσεις του της 7 του Δεκέμβρη) πήγε να δικαιολογηθεί πως είχε πληροφορίες ότι τάχα το συλλαλητήριο θα υπήρχαν και ένοπλοι. Η δικαιολογία χρειάστηκε για να καλύψει το μεγάλο έγκλημα: Στις 3 του Δεκέμβρη η αστυνομία του Έβερτ έβαλλε από τα παράθυρα των Παλιών ανακτόρων, της Αστυνομικής Διεύθυνσης και των γύρω ξενοδοχείων κατά του πλήθους των πατριωτών. 54 νεκροί και 70 τραυματίες είναι τα θύματα που έπεσαν στους δρόμους της αντιστασιακής Αθήνας. Μα ο λαός δεν κάμπτεται. Σηκώνει και περιφέρει τους νεκρούς του ζητώντας εκδίκηση και δημοκρατία. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Σαν» του Σικάγου τηλεγραφεί πως ο μεγαλόψυχος και άοπλος λαός, γυναίκες και κορίτσια, ακόμα και κείνη την τραγική στιγμή, με το χαμόγελο στα χείλη φώναζαν:

-Ζήτω ο Τσώρτσιλ, ζήτω ο Ρούζβελτ, κάτω ο Παπανδρέου, κάτω ο βασιλιάς!
Τίποτα δεν έδειχνε τραγικότερα πόσο δεν είχαμε έγκαιρα αναπροσανατολίσει το λαό.
Όπως έγραφε ο Αμερικανός δημοσιογράφος Πούλος, οι τουφεκισμοί στο συλλαλητήριο της 3 του Δεκέμβρη «ήταν η σπίθα που τόσο επιδίωκαν οι φασίστες, οι δεξιοί, οι βασιλόφρονες».

Την άλλη μέρα, 4 του Δεκέμβρη η κηδεία των θυμάτων ήταν ακόμα πιο πλατιά, μαχητική και επιβλητική. Μα πάλι οι προβοκάτορες μαίνονται. Κρυμμένοι σε χτίρια γύρω στην Πλατεία Ομονοίας δολοφονούν άλλους 70 και τραυματίζουν 150 πατριώτες. Η κηδεία των νέων θυμάτων έγινε μεμονωμένα. Το ποτήρι της οργής του λαού ξεχύλισε.

Ο άλλοτε πρωθυπουργός, αρχηγός του κόμματος των Προοδευτικών Γ. Καφαντάρης θα δηλώσει: «Αιματοκύλισαν την Ελλάδα για να σώσουν το σώμα των Πραιτωριανών»…

Με τους τουφεκισμούς της Ματωμένης Κυριακής στις διαδηλώσεις του λαού κυριάρχησε, γραμμένο σε μεγάλα πανώ, το σύνθημα: «Όταν ένας λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα». Και ο δημοκρατικός ελληνικός λαός της Αντίστασης διάλεξε. Τα όπλα είχαν τώρα το λόγο. Από τη στιγμή αυτή όλες οι σκέψεις, όλες οι γνώμες, όλες οι θελήσεις των στελεχών και των απλών αγωνιστών του λαού συγκεντρώθηκαν σε ένα και μόνο στόχο: να καταφερθεί χτύπημα στον αποχαλινωμένο ξένο και ντόπιο δυνάστη.

Αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ εγκατέστησε το Στρατηγείο της στη Μονή Κλειστών, κοντά στη Χασιά της Αττικής. Η εγκατάσταση έγινε φυσικά εκ των ενόντων, ουσιαστικά η ΚΕ του ΕΛΑΣ δε διέθετε κοντά της οργανωμένο επιτελείο. Έτσι όμως αχρηστευόταν ουσιαστικά τουλάχιστο σε ό,τι αφορά το κύριο πεδίο της μάχης – την Αθήνα, το συγκροτημένο Επιτελείο του Γενικού Στρατηγείου, που βρισκόταν στη Λαμία.

Πώς και πότε πάρθηκε η απόφαση για την ανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ; Στον τύπο και σε άλλα δημοσιεύματα έγιναν αρκετές συσκοτίσεις γύρω στο ζήτημα. Ο Μούντριχας μάλιστα (Απογευματινή, 21.10.1958) συσχετίζει την επανασύστασή της με την άρνηση που τάχα πρόβαλε ο στρατηγός Σαράφης σε μένα σαν αντιπρόσωπο το ΠΓ του ΚΚΕ, όταν στάλθηκα στο Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, περνώντας κατά το ταξίδι μου για το εξωτερικό – άρνηση να αναλάβει την αρχηγία των επιχειρήσεων της Αθήνας. Αμφισβητεί ο Μούντριχας την ημερομηνία της πρώτης (ιδρυτικής) διαταγής της ΚΕ του ΕΛΑΣ που παραθέτει ο Σαράφης στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ» - 1 του Δεκέμβρη. Και σημειώνει ότι ο Ρούσος έφτασε στη Λαμία το μεσημέρι της 1 του Δεκέμβρη, ενώ εγώ πιστεύω πως έφτασα στις 2 του Δεκέμβρη*. Για την ημερομηνία της διαταγής δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά έτσι είτε αλλιώς η ΚΕ του ΕΑΜ αποφάσισε την ανασύσταση της ΚΕ του ΕΛΑΣ μόνο το βράδυ του Σαββάτου 2 του Δεκέμβρη.

{* «Έτσι το έφερε η ζωή μας στις 2 του Δεκέμβρη 1944 τις πρωινές ώρες να γυρίζω στη Μακεδονία (με τον Αναστασιάδη). Τώρα προς Μακεδονία και για τη Βουλγαρία έρχονταν μαζί μας και ο Πέτρος Ρούσος». (Από αδημοσίευτο άρθρο του Λ. Ματσούκα 16.12.1966)}

Φαίνεται όμως πως μπροστά στην όξυνση της πολιτικής κρίσης το Α’ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ διέταξε νωρίτερα ορισμένες προληπτικές μετακινήσεις μονάδων που ανήκαν στη ΙΙ Μεραρχία. Ο Σαράφης στο έργο του «ο ΕΛΑΣ» αναφέρει ότι ο Σιάντος με τηλεγράφημά του πληροφορεί το ΓΣ του ΕΛΑΣ ότι παραιτήθηκαν οι υπουργοί μας, η κατάσταση είναι κρισιμότατη και παρακαλεί το ΓΣ να προωθήσει τάχιστα προς τη Θήβα το Σταθμό Διοίκησης της Ομάδας μεραρχιών Στερεάς, της ΧΙΙΙ μεραρχίας, το 52 σύνταγμα πεζικού και την ταξιαρχία ιππικού.

Επίσης ο Μούντριχας αναφέρει μιαν (ανεπαλήθευτη) διαταγή του Σιάντου:

«Συνταγματάρχην Παπασταματιάδην Πάτρας

Υπουργοί μας παραιτήθηκαν. Ανάγκη απόλυτος διαλύσετε αμέσως Εθνοφυλακήν με πολιτικά και εν ανάγκη με βίαια μέσα. Πολιτοφυλακή παραμένει θέσιν της. Κατάστασις κρισιμώτατη, αγόμεθα προς σύγκρουσιν. Προετοιμάσετε μεταφοράν μέρους δυνάμεών σας δια ξυράς προς Μέγαρα, είτε δια θαλάσσης προς όρμον Γερμενού. Πραγματοποιήσετε μετακίνησιν άμα πέρατι προετοιμασίας άνευ ετέρας διαταγής.

2/12/1944
Γέρος

(Το τηλεγράφημα το παραθέτει ο Μούντριχας και προσθέτει: απ’ αυτή τη μέρα ο Σιάντος διατάζει τον ΕΛΑΣ).

Ο Σαράφης γράφει ότι απάντησε στην ΚΕ του ΕΑΜ πως η μετακίνηση τμημάτων χωρίς να ξέρει το Γενικό Στρατηγείο τείνει να εξαρθρώσει τη διάταξη, πως πρέπει να γίνεται με καθορισμένο μελετημένο σχέδιο ενέργειας και έθετε ζήτημα πως αυτός που θα διευθύνει τις επιχειρήσεις πρέπει να είναι τυπικά και ουσιαστικά υπεύθυνος αλλιώς είναι αδύνατη πραγματική και ουσιαστική διεύθυνση επιχειρήσεων. Σε λίγο ο Σαράφης παίρνει την πρώτη διαταγή της ΚΕ του ΕΛΑΣ που διέταζε την υπαγωγή του Γενικού Στρατηγείου στην αρμοδιότητά της. Ο Σαράφης δεν ξεκαθαρίζει ημερομηνία. Ο Σαράφης δεν έβλεπε με καλό μάτι εκείνες τις κινήσεις που αν και επιβλήθηκαν ραγδαία από τα γεγονότα δεν έπαυαν να είναι σπασμωδικές. Ο Σαράφης προσθέτει: «ως τις 2 του Δεκέμβρη καμιά μονάδα του ΕΛΑΣ δεν είχε μετακινηθεί και κανένα μέτρο δεν είχε παρθεί που να δείχνει προπαρασκευή επίθεσης». (σελ 583)

Δεν ήμουν πια στην Αθήνα όταν ανακοινώθηκε η ανασύσταση της ΚΕ του ΕΛΑΣ που έθετε όλες τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ μαζί και το Γενικό Στρατηγείο κάτω από τις διαταγές της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ, αφαιρώντας τις από τη δικαιοδοσία της κυβέρνησης και του Σκόμπυ. Δεν έχω συνεπώς προσωπική αντίληψη. Αλλά είναι φανερό πως η ανασύσταση έγινε μετά την ιταμή προκήρυξη – διαταγή του ΣΚόμπυ της 1ης του Δεκέμβρη, ιδιαίτερα για διάλυση της Πολιτοφυλακής και του ΕΛΑΣ, και την παραίτηση των εαμικών υπουργών την ίδια μέρα.
Τα γεγονότα κάλπαζαν σα να καιγόταν το φιτίλι σε μια βόμβα εγκαιροφλεγή.

Έπρεπε να ξεκινήσω για τα Βαλκάνια περνώντας πρώτα από το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ στη Λαμία, να μιλήσω με το στρατηγό Σαράφη και τον καπετάνιο Άρη και να τους ενημερώσω για την κατάσταση.

(…)

Στις 2 του Δεκέμβρη φτάνω στη Λαμία και έχω μια συνομιλία με το στρατηγό Σαράφη· τον ενημερώνω για την κατάσταση. Μιλώ και με τον Άρη και άλλα στελέχη μας. Ο Σαράφης δε φαίνεται ευχαριστημένος από την εξέλιξη μα ούτε από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την κατάσταση. Το σπουδαιότερο είναι ο διχασμός του ενιαίου της στρατιωτικής ηγεσίας και η ουσιαστική αχρήστευση του Γενικού Στρατηγείου στην κρίσιμη ώρα. Δεν μπορώ να πω πως είχε άδικο.

Η στάση του Σαράφη πάντως ήταν πατριωτική. Ζήτησε την άδεια να χτυπήσει τις διάσπαρτες στην υπόλοιπη Ελλάδα αγγλικές δυνάμεις και δέχτηκε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων κατά του Ζέρβα. Επέστρεφε σε λίγο το αγγλικό μετάλλιο που του είχε απονεμηθεί.

Σε λίγες μέρες με διαταγή της της 5 του Δεκέμβρη η ΚΕ του ΕΛΑΣ καθόριζε σαν αποστολή του Γενικού Στρατηγείου την ασφάλεια των συνόρων, τη διάλυση των τμημάτων του Ζέρβα στην Ήπειρο και του Τσαούς Αντών στη Μακεδονία, την επιτήρηση των αγγλικών τμημάτων στις επαρχίες.

-.-.-

Ενδιάμεσα ο Ρούσος παραθέτει την αρχή του άρθρου που συνέγραψε και παρέδωσε, πριν φύγει, για την κομμουνιστική επιθεώρηση της 1ης Δεκέμβρη. Το άρθρο έγραφε ανάμεσα σε άλλα.

Βρισκόμαστε εκεί που αρχίζουν να ξεχωρίζουν οι σκοποί και οι προθέσεις… Κανείς δεν παραγνωρίζει τις δυσκολίες μιας Κυβέρνησης σαν τη σημερινή. Μα και κανείς περισσότερο από το ΚΚΕ δεν έκαμε και δεν κάνει τόσες υποχωρήσεις για τη διατήρηση της ενότητας. Μα οι υποχωρήσεις του βασανισμένου λαού μας απέναντι σε κείνους, που δεν έχουν κανένα δικαίωμα κερδισμένο με πάλη ενάντια στους καταχτητές, τελειώνουν εκεί που αρχίζει η υπαναχώρηση στο ζήτημα των δοσίλογων, εκεί που μπαίνει υπό αμφισβήτηση η εθνική ανεξαρτησία μας, εκεί που παραβιάζονται οι δημοκρατικοί σκοποί του αγώνα μας και των συμμάχων… Πρέπει να βγει από το μυαλό οποιουδήποτε ότι μπορεί ποτέ ο λαός μας να παρατήσει το όπλο, που άρπαξε από τους καταχτητές, χωρίς να έχει προηγουμένως να κατοχυρωθεί ότι οι συνεργάτες, που τον δολοφονούσαν, τιμωρούνται, ότι η κάθαρση από κάθε τι το φασιστικό άρχισε, ότι όλοι θα σεβαστούν τη λαϊκή κυριαρχία. Αν οι μαύρες δυνάμεις που εχθρεύονται και τρέμουν την εθνική μας ενότητα εξακολουθούν ανενόχλητες να ταράζουν την ησυχία του τόπου για να επιβάλουν αντιλαϊκές πραξικοπηματικές λύσεις, και η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου παραμένει θεατής, δημιουργείται μια κατάσταση, που οδηγεί κατευθείαν στον εμφύλιο πόλεμο. Ξέρουμε ποιοι τον θέλουν στην Ελλάδα, ξέρουμε ποιοι τον θέλουν σ’ όλον τον κόσμο. Το κόμμα μας δεν πρόκειται ν’ αναλάβει την ευθύνη για το ξαπόλυμά του… Θα την έχουν εκείνοι που στην κρισιμότερη στιγμή της Ελλάδας και του κόσμου παραβιάζουν τη συμφωνία του έθνους και των συμμάχων μας για τη συντριβή του φασισμού και τη δημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας


Μπορείτε επίσης να παρακολουθήσετε σε δύο μέρη (εδώ και εδώ) ένα συγκλονιστικό φωτογραφικό αφιέρωμα στις μέρες του δεκέμβρη από το ιστολόγιο "εχθρός του ΄λαού", που αναδημοσίευσε ο οικοδόμος.
Προβοκάτσια από Μπρεζνιεφικό απολίθωμα

Η συμβολή της σοσιαλδημοκρατίας στην άνοδο του φασισμού και οι πλαστογράφοι της Ιστορίας

Η συμβολή
της
σοσιαλδημοκρατίας στην άνοδο του φασισμού και οι πλαστογράφοι της Ιστορίας



Πλασανακήρυξαντογράφοι της Ιστορίας από κοινού με το πολιτικό κατεστημένο της ιμπεριαλιστικής ΕΕ ανακήρυξαν την 23η Αυγούστου μέρα μνήμης κατά των ολοκληρωτικών καθεστώτων φασισμού και κομμουνισμού. Εξομοιώνουν τον κομμουνισμό με το φασισμό.


Μαζί οι «φιλελεύθεροι», οι σοσιαλδημοκράτες, οι οικολόγοι - πράσινοι και δυνάμεις τύπου ΛΑ.Ο.Σ. πήραν αυτή την αντιδραστική επαίσχυντη απόφαση.

Αποσπούν το φασισμό από τη μήτρα που τον γέννησε και που είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, προκειμένου να αθωώσουν τον ιμπεριαλισμό ως σύστημα που γεννά τις αιτίες των πολέμων.

Λένε ότι τον φασιστικό άξονα, που εξαπέλυσε πρώτος τον πόλεμο, τον νίκησε η δημοκρατία. Και όταν οι πολιτικοί ηγέτες των καπιταλιστικών κρατών μιλούν για δημοκρατία, δεν εννοούν τη δημοκρατία όπου κάνουν κουμάντο οι πολλοί, οι λαοί, αλλά αυτή όπου κάνει κουμάντο το κεφάλαιο. Γι' αυτό και λένε ότι δε νίκησε παντού σ' όλη την Ευρώπη η δημοκρατία, αφού μια σειρά χωρών υποδουλώθηκαν στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό.

Γι' αυτό και πανηγυρίζουν για την επανένωση της Ευρώπης μετά την «πτώση του τείχους». Την επανένωση στις αξίες της ελευθερίας και δημοκρατίας, δηλαδή της ιμπεριαλιστικής ελευθερίας και δημοκρατίας. Γι' αυτό και καθιέρωσαν αυτή τη μαύρη για τους λαούς της Ευρώπης μέρα.

Μιλούν για την ελευθερία και δημοκρατία που κατέκτησαν οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες με την αντεπανάσταση και την ίδια ώρα εντείνονται οι διώξεις σ' αυτές τις χώρες κατά των κομμουνιστών, Κομμουνιστικά Κόμματα είναι στην παρανομία ενώ οι συνεργάτες των Γερμανών, όπως στις Βαλτικές χώρες, αναδεικνύονται εθνικοί ήρωες.

Επιχειρούν να σβήσουν από την Ιστορία το ρόλο των λαϊκών κινημάτων στην οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην κατοχή της χιτλερικής συμμαχίας, το ρόλο των λαϊκών κινημάτων ενάντια στο φασισμό σε κάθε χώρα, στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που διεξήγαγε η αστική τάξη, το ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος, όπως στην Ελλάδα, όπου υπήρξε εμπνευστής, ψυχή και οργανωτής της Εθνικής Αντίστασης.
Τα αντικομμουνιστικά κέντρα

«Μετά τη νίκη της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες (1989 - 1991), ξεκίνησε μια πιο συντονισμένη παγκόσμια προσπάθεια να ξαναγραφτεί η Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο ιμπεριαλισμός επιχειρεί να σβήσει την προσφορά του κομμουνιστικού κινήματος, να κρύψει τις κατακτήσεις του σοσιαλιστικού συστήματος. Επιδιώκει να καταστήσει τις νεότερες γενιές ευάλωτες στη μαύρη προπαγάνδα, να τις υποτάξει μαζικά στα σημερινά του εγκλήματα. Ο αντικομμουνισμός αποτελεί παγκόσμια ιδεολογική και πολιτική δράση των δυνάμεων του κεφαλαίου, προκειμένου να υψωθούν απέραστα τείχη, για να μη βγει ο κόσμος από το πισωγύρισμα όπου τον έφερε η αντεπανάσταση του 1989 - 1991.

Τα ιμπεριαλιστικά "κέντρα" συγκαλύπτουν ότι οι άδικοι πόλεμοι ξεπηδούν από τη φλέβα του καπιταλιστικού συστήματος, ότι δεν οφείλονται σε κάποιους μανιακούς, όπως συχνά παρουσιάζουν τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι. Οι πόλεμοι γίνονται επειδή υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για το μοίρασμα των αγορών, για τη "διέξοδο" από τις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού μέσα από τη χειρότερη μορφή καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων, τον πόλεμο. Ακόμα, με στόχο την αναδιάταξη στο συσχετισμό δυνάμεων των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Ταυτόχρονα, αποσιωπούν το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ κατέβαλε μεγάλες και πολύχρονες προσπάθειες για να αποσοβηθεί η πολεμική έκρηξη, ότι ακολουθούσε με συνέπεια πολιτική ειρήνης, επειδή μόνο από αυτήν είχε συμφέρον για να οικοδομηθεί η σοσιαλιστική κοινωνία. Εχοντας καταργήσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, είχε καταργήσει και το κίνητρο της συμμετοχής στο μοίρασμα και στο ξαναμοίρασμα του κόσμου. Η Σοβιετική Ενωση υποχρεώθηκε να διεξαγάγει έναν πόλεμο που προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός.

Κρύβουν, επίσης, επιμελώς ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αναθέρμανε τις ελπίδες των αντεπαναστατικών δυνάμεων στη Σοβιετική Ενωση, που τον είδαν ως τη μεγάλη ευκαιρία για την παλινόρθωση του καπιταλισμού και συμμάχησαν με τους Γερμανούς.

Τα αντικομμουνιστικά "κέντρα" ονοματίζουν σήμερα την Αντίσταση "τρομοκρατία"! Εμφανίζουν ως σφαγές αμάχων την παραδειγματική τιμωρία των "δωσίλογων". Προβάλλουν ως βασική αιτία της δημιουργίας οργανώσεων τύπου "Ταγμάτων Ασφαλείας" και της συνεργασίας με τους κατακτητές την ανάγκη "αθώων να προστατευθούν από το αιματηρό όργιο που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι κομμουνιστές"!

Αντιστρέφουν πλήρως την πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο οι δυνάμεις του "Αξονα" που διέπραξαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Είναι και οι κυβερνήσεις των "δημοκρατικών" ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Από τα πιο χαρακτηριστικά εγκλήματα των ΗΠΑ - Βρετανίας ήταν ο βομβαρδισμός της Δρέσδης (13 προς 14 Φλεβάρη 1945), στη διάρκεια του οποίου η πόλη μεταμορφώθηκε σε σωρούς ερειπίων, χάθηκαν πάνω από 120.000 άνθρωποι και καταστράφηκε ανυπολόγιστης αξίας πολιτιστικός πλούτος. Κι αυτό, παρότι ο βομβαρδισμός της Δρέσδης δεν είχε στρατιωτική σημασία. Σήμερα, δε λείπουν και εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η Δρέσδη βομβαρδίστηκε μετά από απαίτηση του Στάλιν!! Ομως, τα εργοστάσια της Γερμανίας, όπου οι ΗΠΑ είχαν επενδύσεις, παρέμειναν άθικτα.

Η έκρηξη αυτενέργειας, που έδειξε το μεγαλύτερο τμήμα του σοβιετικού λαού, η τέτοια προσήλωση στο στόχο και η συνειδητή πειθαρχία δεν μπορούσαν να υπάρξουν σε συνθήκες τρόμου σε βάρος του λαού, όπως ισχυρίζονται ότι υπήρχαν η ιμπεριαλιστική και η οπορτουνιστική προπαγάνδα. Δεν ήταν δυνατό να δράσουν σε συνθήκες τρόμου οι οικοδόμοι του σοσιαλισμού, που μετέφεραν στα ενδότερα της Σοβιετικής Ενωσης χιλιάδες εργοστάσια και επιχειρήσεις των δυτικών περιοχών, για να συνεχιστεί η παραγωγή. Οι οικοδόμοι του σοσιαλισμού, που, μεσούντος του πολέμου, έχτιζαν από την αρχή τις ερειπωμένες περιοχές, όταν οι γερμανικές στρατιές τις εγκατέλειπαν. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες έπιασαν δουλειά στα εργοστάσια αντικαθιστώντας στην παραγωγή τους άντρες που πολεμούσαν στο μέτωπο. Περισσότερες από 1 εκατομμύριο γυναίκες στα κολχόζ απέκτησαν τα επαγγέλματα της οδηγού και της μηχανικού. Πάνω από 200 χιλιάδες έγιναν υπεύθυνες συνεργείων και πρόεδροι κολχόζ, ενώ 1 εκατομμύριο πήραν μέρος στις μάχες, στο μέτωπο και στα αντάρτικα τμήματα.

Αλλά και οι τέτοιας έκτασης και βάθους γιγάντιες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές που διεξήγαγε ο Κόκκινος Στρατός, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν δίχως την αυτοθυσία, την πρωτοβουλία και την ατομική υπευθυνότητα από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ιθύνοντες κάθε χώρου» (Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τα 65 χρόνια από τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών 9 Μάη 1945», «Ρ» 2/5/2010).

Αλλά οι ιμπεριαλιστές φτιάχνουν και δικές τους ανύπαρκτες ιστορικές επετείους για να ενσταλάζουν το δηλητήριο του αντικομμουνισμού, ως όπλο στον ολοκληρωτικό πόλεμό τους κατά των λαών. Ετσι καθιέρωσαν την 23η Αυγούστου μέρα μνήμης κατά των ολοκληρωτικών καθεστώτων φασισμού και κομμουνισμού.
Και στην Ελλάδα

Και στη χώρα μας διάφοροι δημοσιολόγοι και συγγραφείς, που αυτοαποκαλούνται ή τους εμφανίζουν ως αντικειμενικούς κριτές της Ιστορίας, βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία επιβολής αυτής της επικίνδυνης άποψης προκειμένου να υποτάξουν λαϊκές δυνάμεις στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα και ιδιαίτερα τη νεολαία, η οποία δεν έχει κατακτημένη την ιστορική πείρα του 20ού αιώνα, το ρόλο του σοσιαλισμού και της ΕΣΣΔ στη συντριβή του φασισμού. Και είναι πολύπλευρη αυτή η άτιμη προπαγάνδα. Και αμιγώς αντισοβιετική και αντικομμουνιστική γενικά, αλλά και αντιΚΚΕ.

Λένε, λοιπόν, και γράφουν για την Ελλάδα την περίοδο της φασιστικής κατοχής περί «κομμουνιστικής τρομοκρατίας» που προκάλεσε τη δημιουργία των «Ταγμάτων Ασφαλείας». Επιχειρούν να εξομοιώσουν τα εγκλήματα των δωσίλογων, των ταγματασφαλιτών, των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων, βάζοντάς τα στην ίδια μοίρα με τις ενέργειες αυτοάμυνας του ανταρτοπόλεμου. Λες και δεν ήταν τα «Τάγματα Ασφαλείας» τα ένοπλα τμήματα υπεράσπισης του καθεστώτος των δωσίλογων και των Κουίσλιγκς, που δρούσαν ως κοινοί εγκληματίες κατά των λαϊκών ανθρώπων που αντιστέκονταν στον καταχτητή, που πάλευαν για την απελευθέρωση της πατρίδας. Λες και δεν ήταν τα «Τάγματα Ασφαλείας» που δημιουργήθηκαν στην Κατοχή από τους Ράλληδες και τους Γερμανούς καταχτητές, με τις ευλογίες των Εγγλέζων, για να χτυπήσουν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ και για να έχει ένα ακόμη ένοπλο στήριγμα το αστικό κράτος! Αλλωστε, η ελληνική αστική τάξη μετά την απελευθέρωση βρήκε το ένοπλο στήριγμά της στα «Τάγματα Ασφαλείας». Με τα «Τάγματα Ασφαλείας» και τους Αγγλους χτύπησε το λαϊκό κίνημα για να εγκαθιδρύσει τη δική της εξουσία, αφού ο αστικός πολιτικός κόσμος δεν είχε κανένα λαϊκό έρεισμα, μια και στον απελευθερωτικό πόλεμο ηγήθηκε η εργατική τάξη με τους συμμάχους της. Βεβαίως και οι επιλογές της άρχουσας τάξης της Ελλάδας μετά την εισβολή των Γερμανών δεν ήταν ενιαίες, πράγμα εντελώς φυσιολογικό, αφού τα ιδιαίτερα συμφέροντα τμημάτων της διαφέρουν. Ετσι, το τμήμα της που είχε οικονομικοπολιτικές σχέσεις με τους Αγγλογάλλους φρόντισε να φύγει από την Ελλάδα για τη Μέση Ανατολή, το δε τμήμα της που είχε ανάλογες σχέσεις με τους Γερμανούς έμεινε στην Ελλάδα για να εγκαθιδρύσει το κατοχικό καθεστώς με διάφορα πολιτικά σχήματα και πρόσωπα.

Αυτή η πραγματικότητα έβαζε τη σφραγίδα της στη μεταπελευθερωτική πορεία της Ελλάδας και οδήγησε στις μάχες του Δεκέμβρη και στον εμφύλιο πόλεμο. Ουσιαστικά όλη η πορεία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα έθετε αντικειμενικά το ζήτημα της εξουσίας μετά την απελευθέρωση. Και απασχολούσε το ίδιο την άρχουσα τάξη και τα πολιτικά της κόμματα, αλλά και την εργατική τάξη και το κόμμα της καθώς και τη συμμαχία της στο συνασπισμό του ΕΑΜ.

Αλλωστε, πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευτεί, π.χ., η ένοπλη δράση του ΕΔΕΣ με τη στήριξη των Αγγλων κατά του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ σ' όλη τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα; Ο λαός είχε ήδη καταχτήσεις με τα όργανα λαϊκής αυτοδιοίκησης, τα λαϊκά δικαστήρια, αλλά και κυβέρνηση, την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ). Είχε ακόμη το δικό της λαϊκό στρατό, τον ΕΛΑΣ, και την πλειοψηφία του ελληνικού λαού συσπειρωμένη στο ΕΑΜ. Αυτό το κίνημα έπρεπε πάση θυσία να τσακιστεί από την άρχουσα τάξη.

Αυτή η τεράστια συκοφαντική προπαγανδιστική εκστρατεία είναι γέννημα των ιμπεριαλιστικών κέντρων και παρουσιάζεται ως ιστορία, ως αλήθεια, από τα αστικά ΜΜΕ. Μα παρουσιάζεται ως αλήθεια, ως ιστορία, γιατί η προσωρινή ήττα του σοσιαλισμού, με την αντεπανάσταση, αξιοποιείται από τον ιμπεριαλισμό ως όπλο κατά της πάλης των λαών για το δικό τους μέλλον, του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στο σοσιαλισμό, για την κομμουνιστική κοινωνία.
Τα διεθνή μονοπώλια και ο Χίτλερ

Αλλά ποιες δυνάμεις βοήθησαν στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία; Τα γερμανικά μονοπώλια. Σημαντικό όμως ρόλο έπαιξαν επίσης τα μονοπώλια των ΗΠΑ και της Αγγλίας και οι κυβερνήσεις τους. Οι τράπεζες και τα άλλα μονοπώλια των ΗΠΑ και της Αγγλίας επένδυσαν δισεκατομμύρια δολάρια στην ανόρθωση του δυναμικού της πολεμικής βιομηχανίας της Γερμανίας, έχοντας υπόψη να χρησιμοποιήσουν τη χώρα αυτή στον αγώνα εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης. Οι μεγάλοι Αμερικανοί ιδιοκτήτες μονοπωλίων, όπως ο Μόργκαν, ο Ντιπόν, ο Ροκφέλερ και άλλοι, αρκετά χρόνια ενίσχυαν το χιτλερικό κόμμα.

ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία υπολόγιζαν ότι θα πετύχαιναν να στρέψουν τον Χίτλερ κατά της ΕΣΣΔ, ώστε και η σοβιετική εξουσία να ανατραπεί και η αποδυναμωμένη Γερμανία να υποχρεωθεί να δεχτεί τους δικούς τους όρους μετά το τέλος του πολέμου στο μοίρασμα της λείας, έτσι ώστε να βγουν κερδισμένα τα δικά τους μονοπώλια και χαμένα τα γερμανικά.

Αλλά και την ίδια περίοδο του πολέμου συνέχιζαν στην ίδια ρότα, κάνοντας μυστικές συνεννοήσεις με τον Χίτλερ για συμφωνία μαζί του κατά της Σοβιετικής Ενωσης. Ανέχτηκαν τις πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις Γερμανίας - Ιταλίας στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αφρική. Κράτησαν αρνητική στάση στο κάλεσμα της ΕΣΣΔ για συμφωνία ενάντια στον Χίτλερ, όταν ήδη είχε συγκροτηθεί το αντικομμουνιστικό Σύμφωνο Βερολίνου - Τόκιο - Ρώμης. Ακόμη και μετά το Σύμφωνο του Μονάχου, όπου παρέδωσαν στον Χίτλερ την Αυστρία, την Τσεχία. Την περίοδο του πολέμου προχώρησαν σε στρατολόγηση Γερμανών, Βουλγάρων, Τσέχων για να χρησιμοποιηθούν στην κατασκοπεία και υπονομευτική δράση ενάντια στην ΕΣΣΔ και στις Λαϊκές Δημοκρατίες, αμέσως μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.
Μύχιοι πόθοι Αγγλογάλλων και Αμερικάνων

Η Γερμανία, παρά το ότι είχε ηττηθεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά την επιβολή σκληρών όρων με τη συνθήκη των Βερσαλιών από τους νικητές (Αγγλία, Γαλλία), εξακολουθούσε να είναι ιμπεριαλιστική δύναμη. Η Αγγλία και η Γαλλία γνώριζαν ότι η Γερμανία μπορούσε πάλι να προπορευτεί απ' τις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Ετσι θα έπρεπε λογικά οι αστικές τάξεις της Αγγλίας και της Γαλλίας με όλες τους τις δυνάμεις να εμποδίσουν την οικονομική αναγέννηση και τη στρατιωτική ανάπτυξη της Γερμανίας. Αλλά έκαναν εντελώς το αντίθετο, και εδώ αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι η ταξική αλληλεγγύη συνυπάρχει με τους ανταγωνισμούς του κεφαλαίου, πολύ δε περισσότερο που τώρα υπήρχε και ο κοινός εχθρός, ο μπολσεβικισμός. Οχι μόνο ως ιδεολογία και πολιτική, αλλά ως κρατική οντότητα και οργάνωση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στην Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.

Ετσι συνέβαλαν τα μέγιστα στην αναγέννηση της οικονομικής και πολεμικής ισχύος της Γερμανίας. Απ' το 1924 - 1925 τα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης εφάρμοσαν μια τέτοια πολιτική. Η Γερμανία ανορθώθηκε οικονομικά με τα σχέδια Ντοζ (1924) και Γιανκ (1929), τα οποία εμπνεύστηκαν κι έθεσαν σε εφαρμογή οι κύριοι εκπρόσωποι του αμερικανικού και του αγγλογαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που με την εφαρμογή αυτών των σχεδίων τα μεγαλύτερα αμερικάνικα μονοπώλια («Στάνταρντ Οϊλ», «Τζένεραλ Ελέκτρικ», «Τζένεραλ Μότορς», «Ιντερνάσιοναλ Τέλεγκραφ εντ Τέλεφον Κόμπανι», «Φορντ», «Ανακόντα» κ.λπ.) διεισδύσανε στη γερμανική βιομηχανία με τη μέθοδο των απευθείας επενδύσεων. Στην καθαρά πολεμική παραγωγή, η πρόοδος της ναζιστικής Γερμανίας, χάρη στα ξένα κεφάλαια, υπήρξε εντυπωσιακή. Στα χρόνια 1933-'39 τα πολεμικά έξοδα της Γερμανίας αυξήθηκαν περισσότερο από 12 φορές, ενώ η γερμανική πολεμική παραγωγή αυξήθηκε 22 φορές. Οι Ενοπλες Δυνάμεις της την 1η Σεπτέμβρη του 1939 έφταναν τα 4,6 εκατομ. άνδρες και διέθεταν 26 χιλιάδες πυροβόλα και όλμους, 3,2 χιλιάδες άρματα μάχης, 4,4 χιλιάδες πολεμικά αεροπλάνα, 115 πολεμικά πλοία (από αυτά 57 υποβρύχια).

Το βασικό περιεχόμενο των διεθνών εξελίξεων καθοριζόταν βασικά από την αντίθεση ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, που εκφραζόταν ως αντίθεση ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τα καπιταλιστικά κράτη. Οι αστικές κυβερνήσεις επιδίωκαν να τσακίσουν το σοσιαλισμό. Απ' αυτό το σκοπό καθοδηγούνταν και στο γερμανικό ζήτημα οι κυβερνήσεις των νικηφόρων κρατών. Τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, μετά την αποτυχία της στρατιωτικής επέμβασής τους κατά του σοβιετικού κράτους, στα πρώτα δύο χρόνια μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, δεν εγκατέλειψαν τα σχέδιά τους για την εξόντωση του σοσιαλισμού με την ένοπλη βία. ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία συνέχισαν να καταστρώνουν σχέδια για νέες αντισοβιετικές πολεμικές περιπέτειες. Και προσπαθώντας να βρουν τις απαραίτητες στρατιωτικές δυνάμεις για να πραγματοποιήσουν αυτά τους τα σχέδια έστρεψαν την προσοχή τους προς τη Γερμανία.

Η Γερμανία με τη μεγάλη στρατιωτική και οικονομική της ισχύ, με την ικανότητά της να παραθέσει στο μέτωπο σημαντικό στρατό, με τη μιλιταριστική της παράδοση, ήταν ικανή να εξαπολύσει πόλεμο για την καταστροφή της ΕΣΣΔ.

ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία σχεδίαζαν την υποκίνηση ενός πολέμου Γερμανίας και Ιαπωνίας κατά της ΕΣΣΔ με σκοπό να λύσουν δύο ζητήματα: Με τις Γερμανία και Ιαπωνία να εξαφανίσουν τη Σοβιετική Ενωση αλλά και να εξασθενήσουν Γερμανία και Ιαπωνία με έναν παρατεταμένο εξοντωτικό πόλεμο.
Δύο ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί

Ετσι διαμορφώθηκαν δύο μεγάλες και επικίνδυνες πολεμικές εστίες: Η Γερμανία στην Ευρώπη, η Ιαπωνία στην Απω Ανατολή. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, αφού δυνάμωσε αρκετά, με πρόσχημα την εξάλειψη της αδικίας, που δημιούργησαν οι αποφάσεις της Συνθήκης των Βερσαλιών (συνθήκη που θεσμοθετούσε τα αποτελέσματα του Α' Παγκόσμιου Πολέμου ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές), άρχισε να αξιώνει το ξαναμοίρασμα του κόσμου προς όφελός του. Η εγκαθίδρυση στη Γερμανία, το 1933, του ναζισμού, μιας ωμής δικτατορίας του τρόμου και των διωγμών, και ας είχε ανέβει στην κυβερνητική εξουσία με κοινοβουλευτική μορφή (τα μονοπώλια είχαν επιλέξει το Χίτλερ για την εξουσία), μετέβαλε αυτή τη χώρα σε δύναμη κρούσης του ιμπεριαλισμού, που στρεφόταν, κατά πρώτο λόγο, ενάντια στην ΕΣΣΔ. Σ' αυτή την κατεύθυνση έδιναν συμβουλές οι Αγγλογάλλοι και οι Αμερικάνοι, ακόμη και ως προς το σχέδιο επίθεσης. Αρχικά στην Πολωνία, μετά στην Τσεχοσλοβακία και από κει στην ΕΣΣΔ.

Αλλά τα σχέδια του γερμανικού ιμπεριαλισμού δεν περιορίζονταν μόνο στην υποδούλωση των λαών της Σοβιετικής Ενωσης. Το πρόγραμμα της παγκόσμιας κυριαρχίας τους πρόβλεπε τη μετατροπή της Γερμανίας σε κέντρο μιας γιγαντιαίας αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, που η εξουσία και η επιρροή της θα απλώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη και στα πιο πλούσια μέρη της Αφρικής, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής. Και τότε τα πετρέλαια και οι δρόμοι τους αποτελούσαν ισχυρό δέλεαρ για κατακτήσεις εδαφών και πόλεμο.

Η συντριβή και η κατάκτηση της Σοβιετικής Ενωσης, με σκοπό την εξαφάνιση πρώτα απ' όλα του κέντρου του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος, καθώς και η διεύρυνση του «ζωτικού χώρου» του γερμανικού ιμπεριαλισμού υπήρξαν η βασικότερη πολιτική επιδίωξη του ναζιστικού καθεστώτος και ταυτόχρονα η βασικότερη προϋπόθεση για την παραπέρα επιτυχή ανάπτυξη της επιδρομής σε παγκόσμια κλίμακα. Το ξαναμοίρασμα του κόσμου και την εγκαθίδρυση «νέας τάξης» επιδίωκαν, επίσης, και οι ιμπεριαλιστές της Ιταλίας και της Ιαπωνίας. Οι κυβερνήσεις των άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών, ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, με κίνητρο το ταξικό μίσος προς την ΕΣΣΔ, ακολουθούσαν πολιτική συνωμοσίας με τον Χίτλερ.
Και η συμβολή της σοσιαλδημοκρατίας

Αλλά τους Χίτλερ και Μουσολίνι βοήθησε και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Οχι μόνο γιατί προετοίμασε το έδαφος, όταν ήταν στις κυβερνήσεις, προκειμένου να μεγαλώσει το τέρας του φασισμού, αφού έκανε σφοδρό αντικομμουνιστικό και αντισοβιετικό αγώνα, έπαιρνε μέτρα διάσωσης του καπιταλισμού από τη μεγάλη οικονομική κρίση του 1929-'33 χτυπώντας εργασιακά και λαϊκά δικαιώματα, απαγορεύοντας τους εργατικούς διεκδικητικούς αγώνες, σε μια περίοδο μάλιστα που η οικονομική κρίση ωθούσε τις λαϊκές μάζες στην εξαθλίωση. Ηταν αυτές οι κυβερνήσεις, όπως, για παράδειγμα, η κυβέρνηση Μίλερ στη Γερμανία, που, με το νομοθετικό οπλοστάσιο ενίσχυσης της αντιδραστικής ιμπεριαλιστικής δημοκρατίας, έστρωναν το έδαφος της φασιστικής επίθεσης. Και ταυτόχρονα πρόβαλλαν ως υπεύθυνο για την οικονομική κρίση και ως το μεγαλύτερο εχθρό των λαϊκών μαζών το σοσιαλισμό που οικοδομούνταν στην ΕΣΣΔ.

Aπό την εποχή ακόμη που ο Καρλ Κάουτσκι και η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, για να στηρίξουν την αστική τάξη και το πολιτικό της σύστημα, στο όνομα της δημοκρατίας έκαναν τον πιο βρώμικο αντισοβιετισμό, χτυπώντας την Οχτωβριανή Επανάσταση ως «δικτατορία», μέχρι σήμερα, το όπλο του αντικομμουνισμού είναι αιχμή της αστικής ιδεολογίας. Είναι μέρος της στρατηγικής του κεφαλαίου στον «πόλεμό» του κατά της εργατικής τάξης, γι' αυτό και εκφράζεται με «πόλεμο» ενάντια στο επαναστατικό κόμμα της, το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ο Καρλ Κάουτσκι στο βιβλίο του «Ο μπολσεβικισμός σε αδιέξοδο», έχοντας στραφεί ουσιαστικά ενάντια στην ταξική πάλη, υποστήριζε ότι η αντεπανάσταση των λευκοφρουρών στη Σοβιετική Ρωσία ήταν λιγότερο επικίνδυνη από τον μπολσεβικισμό. Ο Κάουτσκι έφτασε στο σημείο να θεωρεί μια από τις κύριες αιτίες της οικονομικής κρίσης τη σοβιετική εξουσία, λόγω της απόσπασης της αγοράς της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας στον κόσμο από τη βιομηχανική Ευρώπη και πρότεινε ανοιχτά: «Το να βγάλουμε τον μπολσεβικισμό από τη μέση... σημαίνει να ανοίξουμε το δρόμο προς την άνθηση όχι μόνο της Ρωσίας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης». Πάνω στο έδαφος του αντικομμουνισμού, ο αποστάτης Κάουτσκι συνενώθηκε με την κεφαλαιοκρατία στον αντισοβιετικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Επίσης, στο συνέδριο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, που έγινε στη Λιψία το 1931, ένας απ' τους ηγέτες της, ο Φ. Ταρνόφ, δήλωσε ανοιχτά: «Στεκόμαστε δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου καπιταλισμού όχι μόνο για να κάνουμε διάγνωση. Είμαστε υποχρεωμένοι... να γίνουμε ακριβώς ο γιατρός, που θέλει σοβαρά να θεραπεύσει τον άρρωστο και ωστόσο να διατηρήσουμε το αίσθημα ότι εμείς είμαστε οι κληρονόμοι». «Είναι αυτονόητο - έγραφε ο ηγέτης της κοινοβουλευτικής ομάδας των σοσιαλδημοκρατών στο γερμανικό Ράιχσταγκ Ε. Χάιλμαν - ότι όλη η σοσιαλδημοκρατία εργάζεται για ν' αποτρέψει την κατάρρευση του καπιταλισμού».

Οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας απέτρεπαν τους εργάτες από τις απεργίες, έριξαν μάλιστα και το σύνθημα: Στις συνθήκες της κρίσης είναι εγκληματικό να διεξάγονται απεργίες, γιατί αυτό οδηγεί στην ακόμα μεγαλύτερη μείωση της παραγωγής. Υποστηρίζοντας τα αντιδραστικά αντεργατικά μέτρα των αστικών κυβερνήσεων, δήλωναν ότι αυτό πρέπει να γίνει εν ονόματι του «μικρότερου κακού», δηλαδή για να αποτραπεί ο φασισμός ή ο «ριζοσπαστισμός από τα αριστερά». Στην πραγματικότητα, όμως, η γραμμή συνεργασίας με την αστική τάξη οδηγούσε από τη μια παραχώρηση στην αντίδραση στην άλλη, στην παραίτηση από τον αποφασιστικό αγώνα κατά της επίθεσης του φασισμού, στρώνοντας ουσιαστικά το δρόμο για την επιβολή του.
Το ΚΚ Γερμανίας κατά του φασισμού

Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης 1929-1933, οι ιδιοκτήτες των μονοπωλίων στη Γερμανία φοβούνταν την ανάπτυξη του αντικαπιταλιστικού κινήματος και το δυνάμωμα της επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η ανησυχία τους μεγάλωνε γιατί το κύρος των παλαιών αστικών κομμάτων - του γερμανικού Λαϊκού, του γερμανικού Δημοκρατικού, του βαυαρικού Λαϊκού και άλλων - έπεφτε συνεχώς στις εργατικές συνειδήσεις. Ταυτόχρονα, έπεφτε και η επιρροή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Οι εργάτες έδειχναν ολοένα και πιο μεγάλη δυσαρέσκεια, γιατί οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας ψήφιζαν τα έκτακτα διατάγματα και τα αντιδραστικά μέτρα της κυβέρνησης ενάντια στα εργασιακά και άλλα δικαιώματα.

Το φασιστικό κόμμα του Χίτλερ, που αυτοονομαζόταν εθνικοσοσιαλιστικό γερμανικό εργατικό κόμμα, ανέπτυξε μια πλατιά αδίσταχτη δημαγωγία. Οι Γερμανοί φασίστες δήλωναν πως όλα τα δεινά των εργαζομένων της Γερμανίας τα προκαλούσε η Συνθήκη των Βερσαλιών (συνθήκη που υπογράφτηκε με βαρείς όρους για τη Γερμανία μετά την ήττα της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο) και υπόσχονταν μόλις πάρουν την εξουσία να καταργήσουν αμέσως τη Συνθήκη των Βερσαλιών και τους περιορισμούς που σχετίζονταν με τους εξοπλισμούς, να αγωνιστούν για να ξαναπάρει η Γερμανία τα εδάφη που είχε χάσει ύστερα από τον παγκόσμιο πόλεμο του 1914-1918 και να αποκτήσει καινούρια εδάφη. Στους ανέργους υπόσχονταν εργασία και αύξηση των βοηθημάτων, στους εργάτες μεγαλύτερα μεροκάματα και καλυτέρευση των όρων εργασίας, στους μικροαγρότες την κατάργηση των ενοικίων για τη γη, των χρεών και τη χορήγηση επιχορηγήσεων, στους μικρεμπόρους και στους επαγγελματοβοτέχνες μείωση των φόρων και χορήγηση πιστώσεων με χαμηλό τόκο, στους πληγέντες από τον πληθωρισμό οικονομική αποζημίωση, στους πρώην αξιωματικούς τη δημιουργία καινούριου στρατού και την εφαρμογή της ρεβανσιστικής ιδέας.

Ετσι, στις εκλογές για το Ράιχσταγκ που έγιναν το Σεπτέμβρη του 1930 το χιτλερικό κόμμα πήρε 6,4 εκατ. ψήφους, με αποτέλεσμα να γίνουν βουλευτές του Ράιχσταγκ 107 φασίστες με επικεφαλής τον Γκέρινγκ. Τα παλαιά αστικά κόμματα και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έχασαν πολλές ψήφους. Το Κομμουνιστικό Κόμμα συγκέντρωσε 4.590.000 ψήφους. Ετσι, τα αποτελέσματα των εκλογών από το ένα μέρος έδειχναν τη συσπείρωση των προοδευτικών δυνάμεων γύρω από το Κομμουνιστικό Κόμμα και από το άλλο τη συνένωση των αντιδραστικών στοιχείων γύρω από το φασιστικό κόμμα.

Στις 27 Γενάρη του 1932 σε μυστική συγκέντρωση που έγινε στο Ντίσελντορφ με τη συμμετοχή τριακοσίων εκπροσώπων των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου ο Χίτλερ ανέπτυξε το πρόγραμμα του φασιστικού κόμματος και υποσχέθηκε «να ξεριζώσει το μαρξισμό στη Γερμανία». Οι μονοπωλιακοί κύκλοι δυνάμωσαν την υποστήριξη και τη χρηματοδότηση των χιτλερικών.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα αγωνιζόταν δραστήρια ενάντια στο φασισμό επιδιώκοντας το σχηματισμό ενιαίου εργατικού μετώπου. Τόνιζε πως ο φασισμός θα φέρει στο λαό τεράστια δεινά και θα οδηγήσει σε πόλεμο και στην εθνική καταστροφή. Τον Αύγουστο ακόμη του 1930 στο «Πρόγραμμα της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης του γερμανικού λαού» η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας σημείωνε: «Το φασιστικό κόμμα είναι εχθρικό στο λαό, είναι αντιδραστικό, αντισοσιαλιστικό κόμμα που φέρνει στο γερμανικό λαό την εκμετάλλευση και την υποδούλωση». Στις 28 Γενάρη του 1932 στο μήνυμα «Προς τους εργάτες της Γερμανίας και τους εργαζόμενους της πόλης και του χωριού» το Κομμουνιστικό Κόμμα τόνιζε ακόμη μια φορά πως το φλέγον ζήτημα είναι η δημιουργία ενιαίου εργατικού μετώπου και καλούσε σε ενεργό αγώνα εναντίον της μείωσης του μεροκάματου, των έκτακτων φόρων, για να αποκατασταθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες και για να οργανωθούν στα εργοστάσια και στις συνοικίες ομάδες ένοπλης αυτοάμυνας που να αποκρούουν τις φασιστικές τρομοκρατικές συμμορίες.
Μοχλός προώθησης του Χίτλερ η γερμανική σοσιαλδημοκρατία

Υποψήφιος προτάθηκε πάλι ο Χίντενμπουργκ. Οι σοσιαλδημοκράτες τον υποστήριξαν δηλώνοντας πως η εκλογή του Χίντενμπουργκ θα σώσει τάχα τη χώρααπό το φασισμό. Οι φασίστες είχαν υποψήφιο τον Χίτλερ και το γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα τον Ντίστερμπεργκ. Υποψήφιος του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν ο Ερν. Τέλμαν. Επειδή κανένας υποψήφιος δε συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία, στις 10 Απρίλη έγιναν πάλι εκλογές. Εκλέχτηκε ο υποστηριζόμενος από τη σοσιαλδημοκρατία Χίντενμπουργκ.

Με πρόταση του Χίντενμπουργκ στις 30 Μάη η κυβέρνηση του Μπρούνιγκ παραιτήθηκε. Την καινούρια κυβέρνηση σχημάτισε ο Φραντς φον Πάπεν, που αύξησε πρώτα πρώτα τη φορολογία και ψαλίδισε τα κονδύλια για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Ταυτόχρονα, οι μεγιστάνες της βιομηχανίας και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες επιχορηγήθηκαν με εκατομμύρια μάρκα.

Τον Ιούλη του 1932 η κυβέρνηση του φον Πάπεν διέλυσε το Ράιχσταγκ και κατάργησε τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παίρνοντας υπόψη την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί έβαλε το ζήτημα να κηρυχθεί γενική απεργία διαμαρτυρίας. Οι ηγέτες των σοσιαλδημοκρατών πολέμησαν την πρόταση των κομμουνιστών και τους κατηγόρησαν για «πρόκληση». Οι σοσιαλδημοκράτες εναντιώνονταν με όλα τα μέσα σε κάθε πρωτοβουλία και δράση των μαζών.

Στις εκλογές για καινούριο Ράιχσταγκ που έγιναν στις 31 Ιούλη το φασιστικό κόμμα πήρε 13,7 εκατ. ψήφους και έβγαλε 230 βουλευτές. Τα πιο πολλά από τα παλαιά αστικά κόμματα έχασαν δυνάμεις. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, παρά την τρομοκρατία, συγκέντρωσε 5,3 εκατ. ψήφους και πήρε 89 έδρες και το σοσιαλδημοκρατικό 8 εκατ. περίπου ψήφους και 133 έδρες. Οι χιτλερικοί διεκδίκησαν να τους δοθεί η εξουσία.

Το Νοέμβρη του 1932 έγιναν καινούριες βουλευτικές εκλογές, που έδειξαν πως το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε αυξήσει ακόμη πιο πολύ την επιρροή του. Πήρε 6 εκατ. περίπου ψήφους. Το φασιστικό κόμμα είχε χάσει 2 εκατ. ψήφους και οι έδρες του από 230 περιορίστηκαν σε 196. Οι φασίστες έχασαν και στις εκλογές για τα τοπικά όργανα αυτοδιοίκησης.

Η κυβέρνηση του Πάπεν δεν κατόρθωσε να εξασθενήσει το ταξικό εργατικό κίνημα και γι' αυτό πολλοί εκπρόσωποι και ιδιοκτήτες των μονοπωλίων ήθελαν την άμεση εγκαθίδρυση φασιστικής δικτατορίας. Το Νοέμβρη μια ομάδα βιομήχανοι και τραπεζίτες υπέβαλαν στον Πρόεδρο Χίντενμπουργκ ένα υπόμνημα και ζητούσαν να διορίσει τον Χίτλερ καγκελάριο του Ράιχ.

Στις 17 Νοέμβρη ο Πάπεν παραιτήθηκε και καγκελάριος έγινε ο στρατηγός Σλάιχερ που γι' αυτόν ο Ερν. Τέλμαν είπε πως η κυβέρνησή του θα παίξει το ρόλο «μιας κυβέρνησης με ψεύτικους κοινωνικούς ελιγμούς και ψεύτικο κατευνασμό». Ο Σλάιχερ πραγματικά κατάργησε μερικά από τα πιο μισητά έκτακτα διατάγματα του Πάπεν, αλλά δεν πέτυχε τον «κατευνασμό». Τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 1933 στην Κολωνία, στο σπίτι του τραπεζίτη Σρέντερ, συναντήθηκαν οι ιδιοκτήτες μονοπωλίων, Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν και Σρέντερ, με τον Πάπεν, τον Χούγκεμπεργκ και τον Χίτλερ. Στη συνάντηση αυτή λύθηκε οριστικά το πρόβλημα της παράδοσης της εξουσίας στους φασίστες.

Στις 22 Γενάρη οι χιτλερικοί οργάνωσαν με την ανοχή της αστυνομίας μια προκλητική διαδήλωση μπροστά στα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε απάντηση 150.000 εργάτες του Βερολίνου με επικεφαλής τους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ε. Τέλμαν, Β. Ούλμπριχτ, Ι. Σέερ και Φ. Φλόριν πέρασαν στις 29 Γενάρη τους δρόμους του Βερολίνου διαδηλώνοντας πως είναι έτοιμοι να αποκρούσουν τους φασίστες. Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος πρότεινε στους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας κοινή δράση εναντίον του φασισμού, αλλά οι σοσιαλδημοκράτες αρνήθηκαν.

Στις 30 Γενάρη του 1933 ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ διόρισε τον Χίτλερ καγκελάριο. Ο Πάπεν έγινε αντικαγκελάριος. Ετσι, στη Γερμανία εγκαθιδρύθηκε ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία του φασισμού.

Η δράση της σοσιαλδημοκρατίας αποδείχτηκε χρήσιμη, στρώνοντας το δρόμο για το φασισμό.

Αμέσως μετά την εγκαθίδρυση της φασιστικής εξουσίας, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος κάλεσε τους ηγέτες του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και των συνδικαλιστικών οργανώσεων να κηρύξουν γενική απεργία με συνθήματα: «Ολοι στο πεζοδρόμιο!», «Να κλείσουν τα εργοστάσια!», «Στην επίθεση των αιμοβόρων φασιστικών σκυλιών να απαντήσουμε αμέσως με απεργία, με μαζική απεργία, με γενική απεργία!». Στην πρόταση αυτή οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας προπαγάνδιζαν ότι ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία.

Ο Χίτλερ, μόλις έγινε καγκελάριος, σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου όπου πήραν μέρος ο Πάπεν, ο Νόιρατ (Neurath), ο Φρικ και ο Γκέρινγκ, πρότεινε να χτυπηθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Χίτλερ δήλωσε: «Μπορούμε, αφού συντρίψουμε το Κομμουνιστικό Κόμμα, να περιορίσουμε τον αριθμό των ψήφων του στο Ράιχσταγκ και έτσι να πάρουμε εκεί την πλειοψηφία».

Ταυτόχρονα, ο Χίτλερ δήλωνε πως κύριος σκοπός του κόμματός του είναι να επιβάλει στη Γερμανία «ολοκληρωτικό έλεγχο», να εξουδετερώσει κάθε αντιπολίτευση, να δημιουργήσει έναν ισχυρό γερμανικό στρατό και πως «οι εκλογές της 5 Μαρτίου θα είναι οι τελευταίες για τα επόμενα δέκα χρόνια, ίσως μάλιστα και για τα επόμενα εκατό χρόνια».

Για να συντρίψουν το Κομμουνιστικό Κόμμα οι φασίστες οργάνωσαν μια τεράστια προβοκάτσια: Τη νύχτα προς τις 27 Φλεβάρη έβαλαν φωτιά στο κτίριο του Ράιχσταγκ και κατηγόρησαν γι' αυτό τους κομμουνιστές. Κύριος οργανωτής αυτής της πρόκλησης ήταν ο Γκέρινγκ. Αργότερα το ομολόγησε ο ίδιος μπροστά σε ένα στενό κύκλο συνεργατών του Χίτλερ. «Ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρει πραγματικά το Ράιχσταγκ», είπε ο Γκέρινγκ, «είμαι εγώ, γιατί εγώ έβαλα φωτιά σ' αυτό». Οι χιτλερικοί χρησιμοποιώντας τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ σαν πρόσχημα έκαναν μαζικές συλλήψεις αντιφασιστών με βάση καταλόγους που ήταν έτοιμοι από πριν. Περισσότερα από 10 χιλιάδες άτομα ρίχτηκαν στις φυλακές. Στις 28 Φλεβάρη, ύστερα από πρόταση της χιτλερικής κυβέρνησης, ο Χίντενμπουργκ ανέστειλε με έκτακτο διάταγμα όλα τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης που εγγυόνταν την ελευθερία του ατόμου, του λόγου, του Τύπου, των συγκεντρώσεων και της ίδρυσης συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Οι κομμουνιστές συνέχιζαν με γενναιότητα τον αγώνα εναντίον του φασισμού επιδιώκοντας την ενότητα δράσης όλων των εργαζομένων, ανεξάρτητα από κομματική ή συνδικαλιστική τοποθέτηση. Στις 27 Φλεβάρη ο Ερνέστος Τέλμαν με ανοιχτό γράμμα προς όλους τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες και τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων έκανε έκκληση για τη συγκρότηση ενιαίου μετώπου. «Αν αγωνιστούμε ενωμένοι», έλεγε το γράμμα, «θα είμαστε ανίκητοι». Την 1η Μάρτη το Κομμουνιστικό Κόμμα έστειλε στην ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και στη Γενική Ενωση των γερμανικών συνδικαλιστικών οργανώσεων ακόμη ένα γράμμα, όπου πρότεινε να κηρυχθεί γενική πολιτική απεργία εναντίον της φασιστικής δικτατορίας. Οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας και τη στιγμή ακόμη αυτή απέρριψαν την πρόταση των κομμουνιστών και ματαίωσαν έτσι την κοινή αντιφασιστική δράση της γερμανικής εργατικής τάξης.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα

Μήπως την ίδια ακριβώς ταχτική και πολιτική δεν ακολουθεί η σοσιαλδημοκρατία; Τι κάνει στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ; Τι κάνουν τα αστικά και προπαγανδιστικά επιτελεία; Προάγουν το ΛΑ.Ο.Σ. θεωρώντας το ως το κόμμα της αντιπολίτευσης που συμβάλλει, στηρίζοντας την κυβέρνηση, στην αντιμετώπιση της «εθνικής χρεοκοπίας» και το κάνει καλά ο ΛΑ.Ο.Σ., ενώ κάνει και όλη τη βρώμικη αντικομμουνιστική δουλειά του συστήματος, με κατεύθυνση του ΠΑΣΟΚ (ας θυμηθούμε τη βρώμικη γκεμπελίστικη προπαγάνδα με τα οικονομικά του ΚΚΕ και την υπόθεση «Γερμανός» όπου τάχα είχε μετοχές το ΚΚΕ, που το εκπόρευσε το ΠΑΣΟΚ και το αναπαρήγαγε ο ΛΑ.Ο.Σ.), με στόχο το τσάκισμα του ΚΚΕ, του ταξικού εργατικού κινήματος. ΠΑΣΟΚ και ΛΑ.Ο.Σ. τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούν το ίδιο περιεχόμενο στην αντικομμουνιστική δράση. Οχι γιατί το άλλο κόμμα της αστικής τάξης (η ΝΔ) δεν μπορεί να το κάνει, αλλά στις δοσμένες συνθήκες την αστική τάξη συνολικά τη βολεύει αυτή η τακτική.

Τα ντόπια αλλά και τα «συμμαχικά» του κεφαλαίου στην Ελλάδα ιμπεριαλιστικά επιτελεία προωθούν το ΛΑ.Ο.Σ. ως ανάχωμα και υποδοχέα δυσαρεστημένων λαϊκών στρωμάτων από την αστική πολιτική και εργαλείο αναστήλωσης του αστικού πολιτικού συστήματος. Τους βολεύει για να ενισχύεται το ΠΑΣΟΚ, αλλά και η δικομματική εναλλαγή, με έναν ακροδεξιό μπαμπούλα που τον εμφανίζουν να δυναμώνει. Ο ΛΑ.Ο.Σ ως «λαγός» του ΠΑΣΟΚ αποδείχτηκε χρήσιμο αντικομμουνιστικό εργαλείο. Τέτοιες «υπόγειες» διαδρομές «σκάφτηκαν» πιο παλιά. Ηταν το 2002, κατά την προεκλογική περίοδο για τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, όπου στην υπερνομαρχία της Αθήνας συγκροτήθηκε συνδυασμός του ΛΑ.Ο.Σ. Τότε αποκαλύπταμε ότι με τη στάση του το ΠΑΣΟΚ μετατρέπει σε υπολογίσιμη δύναμη τον Γ. Καρατζαφέρη και το κόμμα του.

Τότε, στελέχη του ΠΑΣΟΚ διακήρυτταν με τον πιο επίσημο τρόπο πως εθνικιστική ακροδεξιά υπάρχει και στην Ελλάδα, υπάρχει ο Ελληνας Λεπέν. Μάλιστα, ο Κ. Λαλιώτης σε συνέντευξή του στο «Εθνος», είπε πως υπάρχει στους κόλπους της ΝΔ, εκτρέφεται απ' αυτήν και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να εκφραστεί. Χάρηκαν, βεβαίως, και «έσπρωχναν» το ΛΑ.Ο.Σ. γιατί έκοβε ψήφους από τη ΝΔ, έλεγαν υποκριτικά, ιδιαίτερα στην υπερνομαρχία της Αθήνας. Με τη στάση του το ΠΑΣΟΚ μετέτρεπε σε υπολογίσιμη δύναμη τον Γ. Καρατζαφέρη και το κόμμα του. Ηταν μια πολύ συνειδητή επιλογή και ως «πείραμα» ωφέλιμο για το αστικό πολιτικό σύστημα. Η σημερινή εξέλιξη αυτό δείχνει. Τότε, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αναφωνούσε: «Τι το κόφτει το ΚΚΕ αν ενισχυθεί ο ΛΑ.Ο.Σ.;». Και για του λόγου το αληθές θυμίζουμε το εξής, ως παράδειγμα: Ο Απόστολος Κακλαμάνης στο ραδιοφωνικό σταθμό «Αλφα», αφού, για το ΚΚΕ, αναμάσησε τα περί «αριστερού ψάλτη» στη ΝΔ, την τετριμμένη προβοκάτσια, «το 'σκασε το μυστικό»: «Είναι απλό ότι η ΝΔ ασφαλώς ζημιώνεται από τον Καρατζαφέρη». Και στην ερώτηση του δημοσιογράφου, εσείς θέλετε να ζημιώνεται η ΝΔ από τον Καρατζαφέρη; ο Απόστ. Κακλαμάνης είπε: «Γιατί όχι; Να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας;». Ισχυρό ΛΑ.Ο.Σ., λοιπόν, ήθελαν και θέλουν στο όνομα της φθοράς της ΝΔ. Θέλουν το ΛΑ.Ο.Σ. ανάχωμα και αντικομμουνιστική αιχμή.

Ηταν μια πολύ συνειδητή επιλογή και ως «πείραμα» ωφέλιμο για το αστικό πολιτικό σύστημα. Θέλουν το ΛΑ.Ο.Σ. ανάχωμα, άρα να ενισχυθεί από λαϊκές δυνάμεις. Συμφέρει το ΠΑΣΟΚ, συμφέρει και το σύστημα. Ο αντικομμουνιστικός, ακροδεξιός ΛΑ.Ο.Σ. βολεύει τη σοσιαλδημοκρατία.

Η συνταγή του ΠΑΣΟΚ είναι αντιγραφή από το κόμμα των Γάλλων σοσιαλδημοκρατών. Τι έγινε στη Γαλλία; Στις εκλογές του 1974, το κόμμα του Λεπέν είχε λάβει το 0,6% των ψήφων. Το συγκεκριμένο κόμμα, από τα μέσα του '80 και για μια ολόκληρη δεκαετία αποτέλεσε - σκανδαλωδώς - τον «εκλεκτό» των γαλλικών ΜΜΕ. Οπως τώρα στην Ελλάδα ο ΛΑ.Ο.Σ. Η ιστορία της ενίσχυσης του Λεπέν είναι γνωστή. Οι καταγγελίες που είχαν υπάρξει ήταν συγκεκριμένες και μιλούσαν για «παιχνίδι» του τότε Προέδρου της Γαλλίας, Μιτεράν, που μέσω των καναλιών τροφοδοτούσε τον Λεπέν ώστε να αποσπά ψήφους από τους γκολικούς.

Εχει μεγάλη σημασία, λοιπόν, για την πάλη του το διεθνές εργατικό κίνημα να διδαχτεί για το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην ανάδειξη των φασιστικών δυνάμεων ή στην ανοχή της στρατιωτικοπολεμικής προετοιμασίας τους.

Γιατί και σήμερα οι λαοί βρίσκονται μπροστά σε διαδοχικούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους, σε οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού, βρίσκονται μπροστά σε μια γενικευμένη επίθεση του κεφαλαίου, που σαρώνει κατακτήσεις δεκαετιών. Επίθεση που ιδεολογικά - πολιτικά αιτιολογείται στο όνομα αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά υπέρ του κεφαλαίου.

Σήμερα είναι πρόκληση για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα να διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, να μην πέσει στην ανώδυνη για το σύστημα παγίδα της «σωτηρίας» από τη χρεοκοπία γιατί αυτή είναι η «σωτηρία» του κεφαλαίου και η χρεοκοπία της εργατικής τάξης, του λαού. Ο διεθνής ιμπεριαλισμός, το κάθε καπιταλιστικό κράτος, η κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία, είναι πρώτ' απ' όλα σταθερά προσηλωμένοι απέναντι στον ταξικό τους αντίπαλο: Πρώτα απ' όλα έχουν στραμμένα τα πυρά τους απέναντι στο εργατικό και λαϊκό κίνημα. Κινούνται με ελιγμούς προκειμένου να εξουδετερώσουν και να ενσωματώσουν τις λαϊκές αντιδράσεις, να αποπροσανατολίζουν τον ταξικό τους αντίπαλο, επιδιώκοντας ακόμη και να παροπλίζουν με ενσωμάτωση την πολιτική πρωτοπορία του εργατικού κινήματος, τα ίδια τα Κομμουνιστικά Κόμματα.

Σήμερα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία η πάλη μας με τη στρατηγική του ΚΚΕ, τη στρατηγική της λαϊκής συμμαχίας και πάλης για το σοσιαλισμό. Και με την ακούραστη πρωτοπόρα δράση μας πρέπει να την κάνουμε υπόθεση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Πηγές

1. Παγκόσμια Ιστορία της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, τόμος Θ1-Θ2, εκδόσεις «Μέλισσα».

2. Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, έκδοση «Σύγχρονη Εποχή».







Σελ. /24

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ





Σήμερα στο ένθετο του «Ριζοσπάστη» «Ιστορία» δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος του σημαντικού άρθρου του Τσε Γκουεβάρα με κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, συνέχεια του πρώτου μέρους που δημοσιεύσαμε την περασμένη Κυριακή.

Το άρθρο αποτελεί μια ενδιαφέρουσα συμβολή στον προβληματισμό για ζητήματα οικονομίας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ο Τσε Γκουεβάρα ως ηγετικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας, υπουργός Βιομηχανίας (1961), είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επεξεργασία πολιτικών κατευθύνσεων που αφορούν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην Κούβα τη δεκαετία του 1960. Η μαρξιστική - λενινιστική του κατάρτιση του επέτρεψε να προσεγγίσει - με εργαλείο την επαναστατική θεωρία - σημαντικά και κρίσιμα προβλήματα που αφορούν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και ιδιαίτερα της σοσιαλιστικής οικονομίας.

Ως επικεφαλής κουβανέζικης οικονομικής αντιπροσωπείας, επισκέφθηκε μια σειρά σοσιαλιστικές χώρες, ανάμεσά τους την ΕΣΣΔ, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας και με αυτήν την ιδιότητα μελέτησε ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Σε αυτά τα πλαίσια, αντιμετώπισε με κριτικό πνεύμα μεταρρυθμίσεις και πολιτικές που ακολουθούνταν τη δεκαετία του 1960 στην ΕΣΣΔ και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.

Το συγκεκριμένο άρθρο - που αποτελεί μόνο ένα μέρος από άρθρα και ομιλίες του γύρω από το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικονομίας - εστιάζει σε θέματα ή προβλήματα του κεντρικού σχεδιασμού της σοσιαλιστικής οικονομίας, καθώς και σε αυτά που αφορούν τη λειτουργία των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η βιομηχανία μας, Οικονομική Επιθεώρηση», τεύχος No 5 του Φεβρουαρίου του 1964 και μεταφράστηκε από τα ισπανικά από την ιστοσελίδα του «Κέντρου Μελετών Τσε Γκουεβάρα» της Κούβας (http://chegueva ra.cubasi.cu).
***

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ

Υπάρχει μια βαθιά διαφωνία (τουλάχιστον στην αυστηρότητα των χρησιμοποιούμενων όρων) ανάμεσα στην αντίληψη του νόμου της αξίας και τη δυνατότητα της συνειδητής χρήσης του, έτσι όπως τη θέτουν οι υπερασπιστές του οικονομικού ελέγχου και στην αντίληψη που έχουμε εμείς.

Το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας λέει:

«Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον καπιταλισμό, όπου ο νόμος της αξίας λειτουργεί σαν δύναμη τυφλή και αυθόρμητη, που επιβάλλεται στους ανθρώπους, η σοσιαλιστική οικονομία έχει συνείδηση του νόμου της αξίας, το κράτος τον λαβαίνει υπ' όψη του και τον χρησιμοποιεί στην πράξη της σχεδιοποιημένης διεύθυνσης της οικονομίας».

«Η γνώση της δράσης του νόμου της αξίας και η σωστή χρησιμοποίησή του βοηθούν αναγκαστικά τους καθοδηγητές της οικονομίας στην ορθολογική διοχέτευση της παραγωγής, στη συστηματική βελτίωση των μεθόδων εργασίας και στη χρησιμοποίηση των μη εμφανών εφεδρειών για καλύτερη και περισσότερη παραγωγή».

Οι υπογραμμισμένες από εμάς λέξεις δείχνουν το πνεύμα των παραγράφων.

Ο νόμος της αξίας θα λειτουργεί σαν τυφλή, αλλά γνωστή δύναμη και ως εκ τούτου χειραγωγήσιμη ή χρησιμοποιήσιμη από τον άνθρωπο.

Ο νόμος όμως αυτός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

1. Καθορίζεται από την ύπαρξη μιας εμπορευματικής κοινωνίας.

2. Τα αποτελέσματά του δεν μπορούν να μετρηθούν από τα πριν, αλλά αντανακλούν στην αγορά, όπου παραγωγοί και καταναλωτές ανταλλάσσουν.

3. Εχει συνοχή σ' ένα σύνολο που περιλαμβάνει τις παγκόσμιες αγορές και οι αλλαγές και οι διαστρεβλώσεις σε ορισμένους κλάδους της παραγωγής αντανακλώνται στο συνολικό αποτέλεσμα.

4. Με την ιδιότητά του ως οικονομικού νόμου δρα ουσιαστικά σαν τάση και, στις μεταβατικές περιόδους, θα πρέπει λογικά να τείνει προς την εξαφάνιση.

Μερικές παραγράφους πιο κάτω το εγχειρίδιο τονίζει:

«Το σοσιαλιστικό κράτος χρησιμοποιεί το νόμο της αξίας πραγματοποιώντας τον έλεγχο στην παραγωγή και την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μέσω του οικονομικού και πιστωτικού συστήματος».

«Ο έλεγχος πάνω στο νόμο της αξίας και η χρησιμοποίησή του σε συμφωνία με ένα σχέδιο αποτελούν τεράστιο πλεονέκτημα του σοσιαλισμού πάνω στον καπιταλισμό. Χάρη στον έλεγχο πάνω στο νόμο της αξίας η δράση του στη σοσιαλιστική οικονομία δε συμβαδίζει με την κατασπατάληση της κοινωνικής εργασίας που είναι σύμφυτο φαινόμενο με την αναρχία της παραγωγής, συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού».

«Ο νόμος της αξίας και οι κατηγορίες που σχετίζονται με αυτόν - το χρήμα, η τιμή, το εμπόριο, η πίστη, τα οικονο
μικά - χρησιμοποιούνται με επιτυχία στην ΕΣΣΔ και τις λαϊκές δημοκρατίες προς το συμφέρον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, στη διαδικασία της σχεδιασμένης διεύθυνσης της εθνικής οικονομίας».

Αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε ακριβές, μόνο συσχετίζοντάς το με τη συνολική ποσότητα αξιών που παράγονται για την άμεση χρήση από τον πληθυσμό και τα αντίστοιχα διαθέσιμα αποθέματα για την απόκτησή τους, πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει ο οποιοσδήποτε καπιταλιστής υπουργός Οικονομικών με κάποια σχετικά ισορροπημένα κονδύλια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όλες οι επιμέρους διαστρεβλώσεις του νόμου είναι δυνατές.

Παρακάτω:

«Η εμπορευματική παραγωγή, ο νόμος της αξίας και το χρήμα δεν θα εξαφανιστούν παρά μόνο όταν φτάσει η ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Αλλά για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν δυνατή την εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε και να χρησιμοποιήσουμε το νόμο της αξίας και τις εμπορευματονομισματικές σχέσεις στη διάρκεια της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας».

Γιατί να «αναπτύξουμε»;

Κατανοούμε ότι για ένα χρονικό διάστημα οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούνται και ότι το διάστημα αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί από πριν. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όμως της μεταβατικής περιόδου είναι αυτά μιας κοινωνίας που σπάει τα παλιά δεσμά της, για να μπει γρήγορα στο καινούργιο στάδιο. Η τάση πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μας, η εξάλειψη όσο το δυνατό πιο σθεναρά των παλιών κατηγοριών, όπως η αγορά, το χρήμα και ως εκ τούτου ο μοχλός του υλικού κινήτρου ή - για να το πούμε καλύτερα - οι συνθήκες που προκαλούν την ύπαρξή του. Το αντίθετο θα σήμαινε ότι το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη κοινωνία είναι ένα είδος ιστορικού ατυχήματος και ότι οι ηγέτες, για να επανορθώσουν το σφάλμα, πρέπει να αφιερωθούν στην εμπέδωση όλων των κατηγοριών που ενυπάρχουν στην ενδιάμεση κοινωνία, αφήνοντας μονάχα σαν βάσεις της καινούργιας κοινωνίας την κατανομή των εσόδων ανάλογα με την εργασία και την τάση εξάλειψης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί, σαν παράγοντας της ανάπτυξης της γιγάντιας συνειδησιακής αλλαγής που είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το μεταβατικό στάδιο, αλλαγής που θα πρέπει να συντελείται με την πολύμορφη δράση όλων των καινούργιων σχέσεων, τη διαπαιδαγώγηση και τη σοσιαλιστική ηθική, όταν λάβουμε υπόψη μας την ατομικιστική νοοτροπία που το άμεσο υλικό κίνητρο δημιουργεί στη συνείδηση, φρενάροντας την ανάπτυξη του ανθρώπου σαν κοινωνικού όντος.

Για να συνοψίσουμε τις διαφωνίες μας:

Θεωρούμε το νόμο της αξίας σαν μερικά υπαρκτό, εξαιτίας των υπολειμμάτων της εμπορευματικής κοινωνίας που παραμένουν και που αντανακλώνται στον τύπο ανταλλαγής που πραγματοποιείται ανάμεσα στο κράτος - προμηθευτή και τον καταναλωτή. Πιστεύουμε ότι ειδικά σε μια κοινωνία με πολύ ανεπτυγμένο εξωτερικό εμπόριο, όπως η δική μας, ο νόμος της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα πρέπει να αναγνωριστεί σαν ένα γεγονός που κυριαρχεί στις εμπορικές σχέσεις, ακόμα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και αναγνωρίζουμε την ανάγκη να περάσει αυτό το εμπόριο σε μορφές πιο αναπτυγμένες στις χώρες της καινούργιας κοινωνίας, εμποδίζοντας να γίνουν βαθύτερες οι διαφορές ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες και τις πιο καθυστερημένες με την εμπορική ανταλλαγή. Με άλλα λόγια, πρέπει να βρούμε εμπορικούς τύπους που να επιτρέπουν τη χρηματοδότηση βιομηχανικών επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμα και αν έρθουμε σε αντίθεση με τα συστήματα τιμών που υπάρχουν στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, πράγμα που θα επιτρέψει την όσο το δυνατό περισσότερο ισόμετρη πρόοδο ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου με φυσικές συνέπειες τον περιορισμό των ανωμαλιών και την πρόσδοση μιας συνοχής στο πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού. (Η πρόσφατη συμφωνία ανάμεσα στην Κούβα και την ΕΣΣΔ είναι ένα δείγμα για το τι μπορεί να γίνει προς αυτή την κατεύθυνση). Αρνιόμαστε τη δυνατότητα της συνειδητής χρησιμοποίησης του νόμου της αξίας, στηριζόμενοι στη μη ύπαρξη μιας ελεύθερης αγοράς που να εκφράζει αυτόματα την αντίθεση ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, αρνιόμαστε την ύπαρξη κατηγορίας εμπορευμάτων στη σχέση ανάμεσα σε κρατικές επιχειρήσεις και θεωρούμε όλους τους οργανισμούς τμήμα της ενιαίας μεγάλης επιχείρησης που είναι το κράτος (παρόλο που στην πράξη δε συμβαίνει ακόμη αυτό στη χώρα μας). Ο νόμος της αξίας και το πλάνο είναι δύο όροι που συνδέονται από μιαν αντίθεση και τη λύση της. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο συγκεντρωτικός σχεδιασμός είναι ο τρόπος ύπαρξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η κατηγορία που την ορίζει και το σημείο όπου η συνείδηση του ανθρώπου κατορθώνει επιτέλους να συνθέσει και να κατευθύνει την οικονομία προς το στόχο της, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου όντος μέσα στα πλαίσια της κομμουνιστικής κοινωνίας.

ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ

Στη θεωρία της διαμόρφωσης των τιμών έχουμε πάλι σοβαρές διαφωνίες. Στην αυτοδιαχείριση οι τιμές διαμορφώνονται «λαβαίνοντας υπόψη το νόμο της αξίας», αλλά δε μας εξηγούν (απ' όσο ξέρουμε τουλάχιστον) ποια έκφραση του νόμου της αξίας εφαρμόζεται. Ξεκινούν από την κοινωνικά αναγκαία εργασία για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος, αλλά παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η κοινωνικά αναγκαία εργασία είναι μια οικονομικοϊστορική και άρα μεταβλητή έννοια, όχι μονάχα σε τοπικό επίπεδο (ή εθνικό), αλλά και σε παγκόσμιους ακόμη όρους. Οι συνεχείς πρόοδοι της τεχνολογίας, συνέπεια του ανταγωνισμού στον καπιταλιστικό κόσμο, περιορίζουν το κόστος της αναγκαίας εργασίας και ως εκ τούτου την αξία του προϊόντος. Μια κλειστή κοινωνία μπορεί να αγνοεί τις αλλαγές για ένα ορισμένο διάστημα, αλλά είναι υποχρεωμένη πάντα να επιστρέφει σε αυτές τις διεθνείς σχέσεις για να συγκρίνει την αξία της. Αν μια δοσμένη κοινωνία τις αγνοήσει για μακρόχρονο διάστημα, χωρίς να αναπτύξει καινούργιες και σωστές μορφές που θα τις αντικαταστήσουν, θα δημιουργήσει εσώτερες αλληλεπιδράσεις που θα εκφράσουν το δικό της σχήμα αξίας που θα έχει συνέπεια με τον εαυτό του, αλλά θα είναι αντίθετο με τις τάσεις της πιο αναπτυγμένης τεχνικής (όπως το ατσάλι και τα πλαστικά είδη). Αυτό μπορεί να προκαλέσει αρκετά σημαντικές σχετικές καθυστερήσεις και -όπως και να 'χει το πράγμα- τέτοιες διαστρεβλώσεις του νόμου της αξίας σε διεθνή κλίμακα που δε θα μπορούν πια οι οικονομίες να συγκριθούν μεταξύ τους.

Ο φόρος κυκλοφορίας είναι μια μετρήσιμη εικονικότητα που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρήσουν καθορισμένα επίπεδα αποδοτικότητας, υψώνοντας την τιμή του προϊόντος για τον καταναλωτή με τέτοιο τρόπο, ώστε η προσφορά προϊόντος και η ποσότητα της φερέγγυας ζήτησης να εξισωθούν. Πιστεύουμε ότι αυτό επιβάλλεται από το σύστημα, αλλά δεν αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα και εργαζόμαστε με φόρμουλες που λαμβάνουν υπόψη τους όλες αυτές τις πλευρές.

Πιστεύουμε ότι μια συνολική σταθεροποίηση του εμπορικού αποθέματος και της φερέγγυας ζήτησης είναι απαραίτητη: το υπουργείο Εσωτερικού Εμπορίου θα επιφορτιζόταν με την εξίσωση της αγοραστικής ικανότητας του πληθυσμού και των τιμών των προσφερόμενων εμπορευμάτων, θεωρώντας πάντοτε ότι μια ολόκληρη κατηγορία βασικών προϊόντων για τη ζωή του ανθρώπου πρέπει να προσφέρεται σε χαμηλές τιμές, ακόμη κι αν για άλλα προϊόντα λιγότερο σημαντικά θα υψώσουμε την τιμή με μια έκδηλη περιφρόνηση του νόμου της αξίας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Εδώ μπαίνει ένα μεγάλο πρόβλημα:

Ποια θα είναι η βάση διαμόρφωσης των πραγματικών τιμών που η οικονομία θα πρέπει να δεχτεί για την ανάλυση των σχέσεων παραγωγής; Αυτό θα μπορούσε να είναι η ανάλυση της αναγκαίας εργασίας με κουβανικούς όρους, πράγμα που θα έφερνε άμεσες παραμορφώσεις και με τις αυτόματες σχέσεις που θα δημιουργούνταν, αναγκαστικά θα χάναμε από τα μάτια μας τα παγκόσμια προβλήματα. Θα μπορούσαμε να πάρουμε, αντίθετα, την παγκόσμια τιμή, αλλά τότε θα χάναμε από τα μάτια μας τα εθνικά προβλήματα γιατί σε κανένα σχεδόν κλάδο η παραγωγικότητα της εργασίας μας δεν είναι ικανοποιητική παίρνοντας υπόψη τους διεθνείς όρους.

Προτείνουμε σαν πρώτη προσέγγιση του προβλήματος τη δημιουργία δεικτών τιμών πάνω στις ακόλουθες βάσεις:

Ολες οι εισαγόμενες πρώτες ύλες θα έχουν μια πάγια, μια σταθερή τιμή, βασισμένη πάνω σε μια μέση τιμή της διεθνούς αγοράς, συν κάτι παραπάνω για τα έξοδα μεταφοράς και του μηχανισμού του εξωτερικού εμπορίου. Ολες οι κουβανικές πρώτες ύλες θα έχουν την τιμή του πραγματικού κόστους παραγωγής τους σε όρους νομισματικούς. Και στα δύο θα προσθέτονταν τα σχεδιασμένα έξοδα εργασίας συν τη φθορά των βασικών μέσων για την επεξεργασία των πρώτων υλών. Αυτή θα ήταν η τιμή των προϊόντων που ανταλλάσσονται ανάμεσα σε επιχειρήσεις και το εξωτερικό εμπόριο. Ωστόσο θα επηρεάζονταν συνεχώς από δείκτες που αντανακλούν την τιμή αυτών των εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά συν το κόστος μεταφοράς και του εξωτερικού εμπορίου. Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σύμφωνα με το καθεστώς της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό θα εργάζονταν πάνω στη βάση των προγραμματισμένων τους τιμών και δε θα είχαν έσοδα, θα πήγαιναν όλα στο MINCIN (Υπουργείο Εσωτερικού Εμπορίου). (Φυσικά πρόκειται εδώ για το τμήμα του κοινωνικού προϊόντος που πραγματώνεται σαν εμπόρευμα και είναι το βασικό καταναλωτικό απόθεμα). Οι δείκτες θα μας λένε συνεχώς (στον κεντρικό μηχανισμό και στην επιχείρηση) ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητές μας και θα αποφεύγουμε έτσι τη λήψη λαθεμένων αποφάσεων. Ο πληθυσμός δε θα υποφέρει καθόλου απ' όλες αυτές τις αλλαγές, μια και οι τιμές του εμπορεύματος που αγοράζει καθορίζονται με ανεξάρτητο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τη ζήτηση και τη ζωτική ανάγκη που υπάρχει για κάθε προϊόν.

Για παράδειγμα, για να υπολογίσουμε το ύψος μιας επένδυσης, θα κάνουμε τον υπολογισμό των άμεσα εισαγόμενων πρώτων υλών και εξοπλισμών, το κόστος κατασκευής και συναρμολόγησης, το κόστος των προγραμματισμένων μισθών, αφού λάβουμε υπόψη μας τις πραγματικές δυνατότητες και ένα κάποιο περιθώριο δαπανών για το μηχανικό εξοπλισμό.

Στο τέλος της επένδυσης θα μπορέσουμε να έχουμε έτσι τρεις αριθμούς.

1. Το πραγματικό κόστος σε χρήμα του έργου.

2. Το κόστος του έργου σύμφωνα με τον προγραμματισμό μας.

3. Το κόστος του έργου σε επίπεδο παγκόσμιας παραγωγικότητας.

Η διαφορά ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο αριθμό θα δείχνει την ανεπάρκεια του μηχανικού μας εξοπλισμού, η διαφορά ανάμεσα στο δεύτερο και στον τρίτο θα είναι ο δείκτης της καθυστέρησής μας στο συγκεκριμένο τομέα.

Εχουμε έτσι τη δυνατότητα να παίρνουμε θεμελιακές αποφάσεις πάνω στην εναλλασσόμενη χρήση τέτοιων υλικών, όπως το τσιμέντο, ο σίδηρος, τα πλαστικά είδη, το αμιαντοτσιμέντο, το αλουμίνιο ή ο τσίγκος, οι σωλήνες από σίδηρο, μόλυβδο ή χαλκό, η χρησιμοποίηση ξύλινων, σιδερένιων ή αλουμινένιων παράθυρων κ.λπ.

Ολες οι αποφάσεις μπορούν να αποκλίνουν από τον καλύτερο μαθηματικό, λαμβάνοντας υπόψη πολιτικούς λόγους, εξωτερικό εμπόριο κ.λπ., αλλά θα 'χουμε πάντοτε τον καθρέφτη αυτού που συμβαίνει πραγματικά στον κόσμο αντιμετωπίζοντας τη δουλειά μας. Οι τιμές δε θα αποσυνδέονται ποτέ από την παγκόσμια εικόνα τους, που θα ποικίλλει μερικά χρόνια ανάλογα με τις προόδους της τεχνολογίας και όπου η σοσιαλιστική αγορά και ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας θα κυριαρχούν ολοένα και περισσότερο, όταν θα φτάσουμε σε ένα παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα τιμών λογικότερο από το σημερινό.

Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε ακόμα πολύ πάνω σε αυτό το εξαιρετικού ενδιαφέροντος θέμα, αλλά είναι προτιμότερο ν' αφήσουμε εδώ μερικές πρωταρχικές γενικές ιδέες, διευκρινίζοντας ότι όλα αυτά χρειάζεται να τα επεξεργαστούμε αργότερα.

ΤΑ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΠΡΙΜ

Σχετικά με τα συλλογικά πριμ στη διαχείριση της επιχείρησης θα αναφερθούμε πρώτα πρώτα στις εμπειρίες που εκτέθηκαν από τον Φικριάτ Ταμπέγιεφ, «Οικονομική έρευνα και διεύθυνση της οικονομίας», στη «Διεθνή Επιθεώρηση», στο τεύχος αριθμ. 11, 1963, όπου λέει:

«Ποιος πρέπει να είναι λοιπόν ο βασικός και αποφασιστικός δείκτης για να κρίνουμε τη δουλειά των επιχειρήσεων; Οι οικονομικές έρευνες οδήγησαν σε διάφορες προτάσεις.

Μερικοί οικονομολόγοι προτείνουν σαν κύριο δείκτη το κριτήριο της συσσώρευσης, άλλοι το κόστος εργασίας κλπ. Στο σοβιετικό Τύπο κατέλαβε σημαντικό χώρο η μεγάλη συζήτηση που προκλήθηκε από ένα άρθρο του καθηγητή Λίμπερμαν που πρότεινε σαν βασικό δείκτη εργασίας της επιχείρησης το βαθμό αποδοτικότητας, τη συσσώρευση και τα έσοδα.

Πιστεύουμε ότι για να κρίνουμε τη λειτουργία μιας επιχείρησης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πριν απ' όλα τη συμβολή του προσωπικού της στο συγκεκριμένο τύπο παραγωγής. Αυτό, που σε τελευταία ανάλυση δεν έρχεται σε σύγκρουση με την πάλη για μια αρκετά αναπτυγμένη αποδοτικότητα της παραγωγής, επιτρέπει την καλύτερη συγκέντρωση των προσπαθειών του προσωπικού της επιχείρησης για την τελειοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας. Οι κοινωνικές οργανώσεις της Ταρταρίας πρότειναν να χρησιμοποιηθεί σαν κύριος δείκτης το κριτήριο αξίας της επεξεργασίας κάθε κομματιού. Ενα οικονομικό πείραμα πραγματοποιήθηκε για να δοκιμαστεί η δυνατότητα εφαρμογής στην πράξη αυτής της πρότασης.

Στα 1962 καθορίστηκαν και εγκρίθηκαν τα κριτήρια αξίας της επεξεργασίας για την παραγωγή όλων των βιομηχανικών κλάδων της Ταρταρίας. Ο χρόνος αυτός ήταν μια μεταβατική περίοδος στη διάρκεια της οποίας ο καινούριος δείκτης χρησιμοποιήθηκε στο σχεδιασμό παράλληλα με το συνολικό δείκτη της παραγωγής. Ο βασισμένος πάνω στο κριτήριο αξίας της επεξεργασίας δείκτης εκφράζει τις από τεχνική άποψη δικαιολογημένες δαπάνες που περικλείουν το μισθό και τα έξτρα που δίνονται στους εργάτες συν τις δαπάνες εργαστηρίων και ολόκληρου του εργοστάσιου για την παραγωγή κάθε προϊόντος».

«Σημειώνουμε ότι η εφαρμογή αυτού του δείκτη δεν έχει καμιά σχέση με τα συστήματα "κόλασης", με τα οποία υπολογίζουμε την εργασία στις καπιταλιστικές χώρες. Προσανατολιζόμαστε με ένα συνεπή τρόπο προς την ορθολογιστική οργάνωση της εργασίας και όχι προς την αχαλίνωτη εντατικοποίησή της. Ολες οι προσπάθειες που έγιναν για τον καθορισμό των ορίων εργασίας πραγματοποιούνται με την άμεση συμμετοχή του προσωπικού των επιχειρήσεων και των κοινωνικών οργανώσεων ιδιαίτερα των συνδικάτων.

Αντίθετα με το συνολικό δείκτη παραγωγής, το κριτήριο αξίας της επεξεργασίας δεν περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειοψηφία των υλικών δαπανών - προηγούμενη εργασία που έχει γίνει από άλλες επιχειρήσεις - ούτε το εισόδημα, δηλαδή τις συνιστώσες της αξίας της συνολικής και εμπορευματικής παραγωγής που διαστρεβλώνουν τον πραγματικό όγκο της παραγωγικής δραστηριότητας της επιχείρησης. Αντανακλώντας με περισσότερη ακρίβεια την επενδυμένη στην κατασκευή κάθε προϊόντος εργασία, ο δείκτης που εκφράζει το κριτήριο αξίας της επεξεργασίας επιτρέπει να καθοριστούν με γνησιότερο τρόπο τα σχετικά με την ανύψωση της απόδοσης καθήκοντα, καθώς και τα καθήκοντα σχετικά με τη μείωση του κόστους και την αποδοτικότητα του συγκεκριμένου τύπου παραγωγής. Είναι ακόμη ο καταλληλότερος από την άποψη του εσωτερικού σχεδιασμού του εργοστασίου, αλλά και για την οργάνωση του οικονομικού υπολογισμού στο εσωτερικό της επιχείρησης. Επιτρέπει ακόμα να συγκρίνουμε την παραγωγικότητα της εργασίας σε παρόμοιες επιχειρήσεις».

Η σοβιετική αυτή έρευνα νομίζουμε ότι αξίζει να μελετηθεί και ότι συμπίπτει, σε κάποιες πλευρές, με τη θέση μας.

ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

Για να συνοψίσουμε τις ιδέες μας πάνω στο σύστημα χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό, πρέπει ν' αρχίσουμε με τη διευκρίνιση ότι είναι ένας γενικός όρος, δηλαδή ότι η αντικειμενική του δράση ασκείται εφόσον συμμετέχει σε όλους τους τομείς της οικονομίας, μέσα σε ένα ενιαίο σύνολο που, ξεκινώντας από τις πολιτικές αποφάσεις και περνώντας από την JUCEPLAN (Κεντρικός Οργανισμός Σχεδιασμού), θα φτάσει στις επιχειρήσεις και στις μονάδες μέσα από τα κανάλια του υπουργείου και εκεί θα συγχωνευθεί με τον πληθυσμό, για να επιστρέψει πάλι στο όργανο των πολιτικών αποφάσεων, σχηματίζοντας ένα γιγαντιαίο τροχό καλά λαδωμένο, όπου ορισμένοι ρυθμοί θα μπορούν ν' αλλάξουν περισσότερο ή λιγότερο αυτόματα, μια και ο έλεγχος της παραγωγής θα το επιτρέπει. Τα υπουργεία θα έχουν την ειδική υπευθυνότητα της πραγματοποίησης και του ελέγχου των σχεδίων, πράγμα που θα κάνουν οι επιχειρήσεις και οι μονάδες, σε συμφωνία με τις κλίμακες αποφάσεων που θα μπορούν να είναι λιγότερο ή περισσότερο ελαστικοί, ανάλογα με το βαθμό οργάνωσης που έχει επιτευχθεί, τον τύπο παραγωγής ή τη συγκεκριμένη στιγμή. Η JUCEPLAN θα επιφορτιστεί τους συνολικούς και κεντρικούς ελέγχους της οικονομίας και θα έχει στη δράση της τη συμπαράσταση του υπουργείου Οικονομικών στον οικονομικό έλεγχο και του υπουργείου Εργασίας στο σχεδιασμό της εργατικής δύναμης.

Καθώς όμως όλα αυτά δε συμβαίνουν έτσι, θα περιγράψουμε την τωρινή πραγματικότητά μας, με όλους τους περιορισμούς της, τους μικροθριάμβους της, τις ελλείψεις και τις αποτυχίες της, άλλες από αυτές δικαιολογημένες ή δικαιολογήσιμες σαν αποτέλεσμα της απειρίας μας και άλλες που ήταν χονδροειδέστατα λάθη.

Η JUCEPLAN δε δίνει παρά τις γενικές γραμμές του σχεδίου και τους αριθμούς ελέγχου των λεγόμενων βασικών προϊόντων, καθώς και εκείνων που λίγο πολύ ελέγχει. Οι κεντρικοί οργανισμοί, στους οποίους βάζουμε και το υπουργείο Βιομηχανίας, έχουν τον έλεγχο των προϊόντων που καθορίζονται με συμφωνία ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Μόλις έχει εγκατασταθεί και εναρμονιστεί το σχέδιο, υπογράφονται οι συμφωνίες - καμιά φορά αυτό γίνεται και από πριν - και η δουλειά αρχίζει.

Ο κεντρικός μηχανισμός του υπουργείου αναλαμβάνει να εξασφαλίσει η παραγωγή να συντελείται στο επίπεδο της επιχείρησης και η επιχείρηση πρέπει να φροντίσει η παραγωγή να γίνεται στο επίπεδο της μονάδας. Βασικό είναι η λογιστική δουλειά να εμπεδώνεται στα δύο αυτά σημεία, στην επιχείρηση και στο υπουργείο. Τα βασικά μέσα και οι απογραφές πρέπει να ελέγχονται στο κεντρικό επίπεδο, έτσι ώστε οι πόροι που για τον α' ή β' λόγο παραμένουν ακινητοποιημένοι σε μερικές μονάδες να μπορούν να μετατοπίζονται εύκολα σε ολόκληρο το σύνολο των μονάδων, από τη μια μονάδα στην άλλη. Το υπουργείο έχει επίσης το δικαίωμα να μετατοπίσει τα βασικά μέσα ανάμεσα στις διάφορες επιχειρήσεις. Τα αποθέματα δεν έχουν χαρακτήρα αγοράς. Χρησιμοποιείται απλά το σύστημα των αντίστοιχων εγγραφών στα βιβλία, αυξάνοντας το ένα μέρος και μειώνοντας το άλλο. Ενα τμήμα της παραγωγής παραδίνεται άμεσα στον πληθυσμό από το MINCIN, ενώ το υπόλοιπο δίνεται στις παραγωγικές μονάδες άλλου τύπου για τις οποίες τα προϊόντα μας είναι ενδιάμεσα προϊόντα.

Η βασική μας ιδέα είναι ότι σε ολόκληρη αυτή τη διαδικασία το προϊόν παίρνει αξία από την εργασία που ασκείται πάνω του, αλλά ότι δε χρειαζόμαστε την ύπαρξη σχέσεων αγοράς ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Οι συμβάσεις προμηθειών και οι αντίστοιχες παραγγελίες ή η απόδειξη που δίνεται σε όποια στιγμή χρειαστεί, σημαίνουν ότι το καθήκον της παραγωγής και της προμήθειας αυτού ή του άλλου προϊόντος εκπληρώθηκε. Η αποδοχή ενός προϊόντος από μέρους μιας επιχείρησης θα σημαίνει (αυτή τη στιγμή είναι κάπως ιδεατό αυτό, πρέπει να το παραδεχθούμε) και αποδοχή της ποιότητας του προϊόντος. Αυτό γίνεται εμπόρευμα, αλλάζοντας νομικά κάτοχο και μπαίνοντας στην ατομική κατανάλωση. Τα μέσα παραγωγής για άλλες επιχειρήσεις δεν αποτελούν εμπορεύματα, αλλά πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με τους δείκτες που προτείναμε παραπάνω, σε σχέση με την αναγκαία εργασία και το κριτήριο που προορίζεται για την κατανάλωση για να μπορέσουμε να δώσουμε μια τιμή στο βασικό μέσο παραγωγής ή τη συγκεκριμένη πρώτη ύλη.

Ποιότητα, ποσότητα και επιλογή πρέπει να ακολουθούν τριμηνιαία πλάνα. Στη μονάδα είναι η μονάδα που θα πληρώνει άμεσα στους εργάτες το μισθό τους σύμφωνα με τα κριτήρια παραγωγής. Μένει ένα πρόβλημα με το οποίο δεν ασχοληθήκαμε ακόμα: Η μορφή της αμοιβής του συνόλου μιας παραγωγικής μονάδας με δράση ιδιαίτερα λαμπρή ή πιο λαμπρή από το μέσο όρο, στο σύνολο της οικονομίας και το πρόβλημα αν πρέπει ή όχι να τιμωρήσουμε εκείνα τα εργοστάσια που δε στάθηκαν ικανά να παίξουν σωστά το ρόλο τους.

Η ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

Τι συμβαίνει σήμερα; Πρώτ' απ' όλα το εργοστάσιο ποτέ δεν είναι σίγουρο για το ότι οι προμήθειες που θα του γίνουν θα είναι σύμφωνες με τις προβλέψεις όσον αφορά τη μορφή και το χρόνο. Ετσι δεν μπορεί να πιάσει τα πλάνα παραγωγής του. Χειρότερο όμως είναι ότι δέχεται σε πολλές περιπτώσεις πρώτες ύλες που αντιστοιχούν σε μια διαφορετική τεχνολογία και έτσι υποχρεώνεται να κάνει τεχνολογικές αλλαγές. Αυτό επηρεάζει το άμεσο κόστος παραγωγής, την ποσότητα εργασίας, σε ορισμένες περιπτώσεις και τις επενδύσεις και συχνά αυτό διαλύει όλο το σχέδιο, έτσι ώστε να είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε συχνές αλλαγές.

Μέχρι τώρα σε υπουργικό επίπεδο δεν μπορούσαμε παρά να είμαστε απλώς παρατηρητές όλων αυτών των ανωμαλιών, τις καταγράφαμε, αλλά τώρα μπαίνουμε στη φάση όπου θα μπορούμε να επιδράσουμε πάνω σε συγκεκριμένες κατηγορίες του πλάνου ή τουλάχιστον θα μπορούμε να απαιτούμε την πρόβλεψη της κάθε διαστρέβλωσης με λογιστική ή μαθηματική μορφή, ώστε να μπορέσουμε σε συνέχεια να την ελέγξουμε. Οι αυτόματοι μηχανισμοί που είναι απαραίτητοι για τη γρήγορη διεκπεραίωση όλων των ελέγχων και για την ανάλυση των δεικτών δεν υπάρχουν ακόμη, ούτε μια επαρκής ικανότητα ανάλυσης ούτε η επαρκής ικανότητα συγκέντρωσης δεικτών ή σωστών στοιχείων για να τα ερμηνεύουμε.

Οι επιχειρήσεις συνδέονται άμεσα με τις βιομηχανικές μονάδες τους, άλλοτε με τηλέφωνα ή με τηλέγραφο και άλλοτε με επαρχιακό εκπρόσωπο. Σε άλλες περιπτώσεις τον έλεγχο ασκούν αντιπροσωπείες του υπουργείου. Στις κοινότητες ή στα οικονομικοπολιτικά κέντρα του τύπου αυτού λειτουργούν τα λεγόμενα CILOS που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια σύσκεψη διοικητών μονάδων, που βρίσκονται κοντά η μία στην άλλη και που έχουν την ευθύνη να αναλύουν τα προβλήματά τους και να παίρνουν αποφάσεις σχετικά με μικρές αμοιβαίες βοήθειες, που η γραφειοκρατική διαδικασία μέσα από όλα τα κανάλια θα έπαιρνε πολύ χρόνο. Σε μερικές περιπτώσεις έχουν τη δυνατότητα να δανείζουν βασικά μέσα, αλλά πάντα αφού συμβουλευτούν την αντίστοιχη επιχείρηση πριν από κάθε οριστική μετατόπιση.

Τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, το υπουργείο παραλαμβάνει τις στατιστικές παραγωγής. Αναλύονται στο υψηλότερο επίπεδο και παίρνονται βασικά μέτρα για τη διόρθωση των σφαλμάτων. Τις μέρες που ακολουθούν φτάνουν ακόμη περισσότερο επεξεργασμένες στατιστικές που επιτρέπουν πάλι να παρθούν, σε διάφορα επίπεδα, συγκεκριμένα μέτρα για την επίλυση των προβλημάτων.

Ποιες είναι οι βασικές αδυναμίες του συστήματος; Πιστεύουμε ότι πάνω απ' όλες είναι η έλλειψη ωριμότητας. Υστερα έρχεται η έλλειψη πραγματικά κατάλληλων στελεχών σε όλα τα επίπεδα. Επειτα η απουσία μιας ολοκληρωμένης πληροφόρησης πάνω σε ολόκληρο το σύστημα και τους μηχανισμούς του που θα επέτρεπε στους ανθρώπους να το κατανοήσουν καλύτερα. Πρέπει να αναφέρουμε ακόμη και την απουσία ενός κεντρικού μηχανισμού σχεδιασμού που να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και με μια απόλυτη ιεραρχία, πράγμα που θα διευκόλυνε την εργασία. Θα σημειώσουμε ακόμα την ανεπάρκεια υλικού, την ανεπάρκεια μεταφορικών μέσων που μας υποχρεώνουν σε μερικές περιπτώσεις να συσσωρεύουμε προϊόντα και σε άλλες μας εμποδίζουν να παράγουμε. Την ανεπάρκεια ακόμη σε ολόκληρο το μηχανισμό ελέγχου ποιότητας και στις σχέσεις με τους οργανισμούς διανομής (που θα έπρεπε να είναι στενότατες, αρμονικότατες και πολύ ξεκάθαρες), ιδιαίτερα με την MINCΙΝ, καθώς και στις σχέσεις με κάποιους διοικητικούς οργανισμούς, ιδιαίτερα τη ΜΙΝCEX (Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου) και την INRA (Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης). Είναι δύσκολο ακόμα να εξακριβώσουμε ποιες ελλείψεις οφείλονται σε εγγενείς αδυναμίες του συστήματος και ποιες οφείλονται ουσιαστικά στο τωρινό οργανωτικό μας επίπεδο.

Σήμερα ούτε στο εργοστάσιο ούτε στην επιχείρηση υπάρχει υλικό κίνητρο συλλογικού τύπου. Η έλλειψη αυτή δεν οφείλεται σε μια κεντρική αντίληψη ολόκληρου του σχήματος, αλλά στο γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμα φτάσει στο απαιτούμενο οργανωτικό επίπεδο για να μπορέσουμε να το εφαρμόσουμε πάνω σε βάσεις που δε θα είναι πια η απλή εκπλήρωση ή υπερεκπλήρωση των κυριότερων πλάνων της επιχείρησης, για τους λόγους που ήδη υποδείξαμε παραπάνω.

Υποστηρίζεται ότι υπάρχει στο σύστημα μια τάση προς το γραφειοκρατισμό. Ενα από τα σημεία στα οποία θα πρέπει σταθερά να επιμένουμε είναι η ορθολογικοποίηση ολόκληρου του διοικητικού μηχανισμού, ώστε να είναι όσο το δυνατό μικρότερος. Από τη σκοπιά της αντικειμενικής ανάλυσης είναι φανερό ότι όσο περισσότερο θα συγκεντροποιούνται οι λειτουργίες καταγραφής και ελέγχου των επιχειρήσεων ή των παραγωγικών μονάδων, τόσο λιγότερη γραφειοκρατία θα υπάρχει, έτσι ώστε αν όλες οι επιχειρήσεις μπορούσαν να έχουν τους διοικητικούς τομείς τους συγκεντροποιημένους, ο μηχανισμός τους θα περιοριζόταν στο μικρό διευθυντικό πυρήνα της μονάδας και σε αυτόν που θα είχε την αποστολή της συλλογής των πληροφοριών και της μετάδοσής τους στο κέντρο.

Αυτή τη στιγμή αυτό είναι αδύνατο, αλλά πρέπει να πάμε στη δημιουργία μονάδων του καλύτερου δυνατού μεγέθους, πράγμα που διευκολύνεται πολύ από το σύστημα με την καθιέρωση της νόρμας εργασίας και με ένα μονάχα τύπο καθορισμού του μισθού, ώστε να σταματήσουν οι στενές ιδέες σχετικά με την επιχείρηση σαν κέντρο δράσης του ατόμου και πάμε περισσότερο προς την κοινωνία στο σύνολό της.

ΓΕΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Κατά τη γνώμη μας, αυτό το σύστημα παρουσιάζει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα:

1. Προσαρμοζόμενο προς τη συγκεντροποίηση, τείνει ταυτόχρονα προς μια ορθολογικότερη χρησιμοποίηση των εθνικού χαρακτήρα αποθεμάτων.

2. Τείνει προς μια μεγαλύτερη ορθολογικοποίηση ολόκληρου του κρατικού διοικητικού μηχανισμού.

3. Η ίδια αυτή τάση προς τη συγκεντροποίηση υποχρεώνει στη δημιουργία μεγαλύτερων μονάδων, μέσα στα κατάλληλα όρια, με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση εργατικής δύναμης και την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων.

4. Ενσωματωμένο σε έναν ενιαίο μηχανισμό με νόρμες, μετατρέπει ολόκληρο το υπουργείο στη μία περίπτωση και όλα τα υπουργεία - αν είναι δυνατό - σε μία και μόνη μεγάλη κρατική επιχείρηση, όπου μπορούμε να περνάμε από το ένα μέρος στο άλλο και ν' ανεβαίνουμε σε χώρους και σε τομείς διαφορετικούς χωρίς να υπάρχουν προβλήματα μισθών, αλλά απλώς εκπληρώνοντας μια κλίμακα εθνικού τύπου.

5. Με οργανισμούς που παίρνουν κονδύλια από τον προϋπολογισμό μπορούμε να απλοποιήσουμε πολύ τον έλεγχο των επενδύσεων, που τη συγκεκριμένη εποπτεία τους θα την αναλάβει ο συμβαλλόμενος επενδυτής μαζί με το Υπουργείο Οικονομικών, δηλαδή η οικονομική εποπτεία του.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι έτσι δημιουργείται στον εργάτη σιγά - σιγά η γενική ιδέα της συνεργασίας ανάμεσα σε όλους, η ιδέα ότι ανήκει σε ένα μεγάλο σύνολο, το σύνολο του πληθυσμού της χώρας και η ανάπτυξη της συνείδησής του ότι έχει ένα κοινωνικό χρέος, παίρνει μια ώθηση.

Το ακόλουθο απόσπασμα του Μαρξ εκθέτει τη διαδικασία διαμόρφωσης των παραδόσεων εργασίας. Αν αφαιρέσουμε τους όρους που αφορούν το καπιταλιστικό καθεστώς μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν σημείο αναφοράς για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

«Δεν φτάνει που οι όροι της εργασίας εμφανίζονται στον ένα πόλο σαν κεφάλαιο, ενώ στον αντίθετο πόλο υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από την εργατική τους δύναμη. Δεν φτάνει επίσης που εξαναγκάζονται οι άνθρωποι να πουλούν θεληματικά τον εαυτό τους. Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η οργάνωση του διαμορφωμένου κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση, η διαρκής δημιουργία ενός σχετικού υπερπληθυσμού κρατάει σε μια τροχιά, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου, το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας, επομένως και το μισθό εργασίας, ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη. Είναι αλήθεια πως εξακολουθεί να χρησιμοποιείται εξωοικονομική άμεση βία, μόνο όμως σαν εξαίρεση. Για τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εργάτης μπορεί ν' αφεθεί στην επενέργεια των "φυσικών νόμων της παραγωγής", δηλαδή στην εξάρτησή του από το κεφάλαιο, εξάρτηση που ξεπηδάει από τους ίδιους τους όρους της παραγωγής που την εγγυούνται και τη διαιωνίζουν»10.

Οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται και οι σχέσεις παραγωγής αλλάζουν. Τα πάντα περιμένουν την άμεση δράση του εργατικού κράτους πάνω στη συνείδηση.

Σχετικά με το υλικό συμφέρον, αυτό που θέλουμε να πετύχουμε με το σύστημα αυτό είναι ο μοχλός να μη μετατραπεί σε κάτι που να υποχρεώνει το άτομο, σαν τέτοιο ή ένα σύνολο ατόμων, να ανταγωνίζεται απελπισμένα άλλους για την εξασφάλιση καθορισμένων συνθηκών παραγωγής ή διανομής που να το τοποθετούν σε μια προνομιούχα θέση. Θέλουμε να διαμορφώσουμε έτσι τα πράγματα ώστε το κοινωνικό χρέος να είναι το βασικό σημείο στο οποίο στηρίζεται όλη η εργασιακή προσπάθεια του εργάτη. Πρέπει όμως να εποπτεύουμε την εργασία, έχοντας συνείδηση των αδυναμιών της, να ανταμείβουμε ή να τιμωρούμε εφαρμόζοντας υλικά κίνητρα ή φρένα ατομικού ή συλλογικού τύπου, ανάλογα με το αν ο εργάτης ή η παραγωγική μονάδα είναι ικανοί ή όχι να εκπληρώσουν το κοινωνικό τους καθήκον. Εξάλλου, η επαγγελματική ικανότητα που είναι απαραίτητη για την άνοδο, αν μπορεί να εφαρμοστεί σε εθνική κλίμακα, προκαλεί μια γενική ροπή προς τη μελέτη σε ολόκληρη τη μάζα των εργαζομένων της χώρας. Μια τέτοια ικανότητα δε θα φρενάρεται από κανέναν ιδιαίτερο τοπικό περιορισμό, μια και ο χώρος εργασίας είναι ολόκληρη η χώρα και θα προκαλέσει με τη σειρά της μια πολύ ισχυρή τάση προς την τεχνική εμβάθυνση.

Πρέπει να θεωρήσουμε ακόμη ότι μπορούμε εύκολα να τραβήξουμε, μέσα από μια πολιτική επιχορηγήσεων, εργάτες - φοιτητές που ειδικεύονται για να περάσουν σε άλλες θέσεις εργασίας και να εξαλείψουμε σιγά - σιγά τις ζώνες εκείνες όπου η χειρωνακτική εργασία είναι μεγαλύτερη, για να δημιουργήσουμε εργοστάσια παραγωγικότερου τύπου, δηλαδή πιο πολύ σύμφωνα με την κεντρική ιδέα του περάσματος στον κομμουνισμό, στην κοινωνία της μεγάλης παραγωγής και της ικανοποίησης των βασικών αναγκών του ανθρώπου.

Μένει ακόμα να υπογραμμίσουμε το διαπαιδαγωγητικό ρόλο που θα πρέπει να παίξει το Κόμμα, ώστε το κέντρο εργασίας να μετατραπεί σε συλλογική έκφραση των επιθυμιών και των ανησυχιών των εργαζομένων και να γίνει ο χώρος όπου θα παίρνει σάρκα και οστά ο πόθος τους να υπηρετήσουν την κοινωνία.

Μπορούμε να φανταστούμε το κέντρο εργασίας να αποτελεί τη βάση του πολιτικού πυρήνα της μελλοντικής κοινωνίας, που με τις υποδείξεις της, περνώντας τις σε πολυπλοκότερους πολιτικούς οργανισμούς, θα δίνει στο Κόμμα και στην κυβέρνηση την ευκαιρία να παίρνουν βασικές αποφάσεις για την οικονομία και για την πνευματική ζωή του ατόμου.

10. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1978, τόμος 1, σελ. 762.

TOP READ