7 Ιουλ 2014

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΦΡ. ΕΝΓΚΕΛΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ «ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ»

   ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΦΡ. ΕΝΓΚΕΛΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ «ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ»


«Το προστατευτικό σύστημα», λέει ο Μαρξ, «ήταν ένα τεχνητό μέσον για να κατασκευάζονται εργοστασιάρχες, ν’ απαλλοτριώνονται ανεξάρτητοι εργάτες, να κεφαλαιοποιούνται τα εθνικά μέσα παραγωγής και συντήρησης και για να συντομευτεί με τη βία το πέρασμα από το μεσαιωνικό στο σύγχρονο τρόπο παραγωγής»[4].
Αυτή ήταν η προστασία στις αρχές της στον 17ο αιώνα, αυτή παρέμεινε βαθιά μέσα στον 19ο αιώνα. Τότε θεωρούνταν η φυσιολογική πολιτική κάθε πολιτισμένου κράτους στη δυτική Ευρώπη. Οι μόνες εξαιρέσεις ήταν τα μικρότερα κράτη της Γερμανίας και της Ελβετίας - όχι από αντιπάθεια προς το σύστημα αλλά λόγω της αδυναμίας να εφαρμοσθεί το σύστημα αυτό σε τόσο μικρό έδαφος.
Κάτω από τις προστατευτικές φτερούγες της προστασίας εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε στην Αγγλία το σύστημα της σύγχρονης βιομηχανίας - παραγωγή με ατμοκίνητες μηχανές - στο τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα. Και, σαν να μην ήταν αρκετή η δασμολογική προστασία, οι πόλεμοι ενάντια στη Γαλλική Επανάσταση βοήθησαν στην εξασφάλιση του μονοπωλίου από την Αγγλία των νέων βιομηχανικών μεθόδων. Για πάνω από 20 χρόνια, τα αγγλικά πολεμικά απέκοψαν τους βιομηχανικούς αντιπάλους της Αγγλίας από τις αντίστοιχες αποικιακές τους αγορές, ενώ άνοιγαν βίαια αυτές τις αγορές στο αγγλικό εμπόριο. Ο αποχωρισμός των Νοτιοαμερικανικών αποικιών από τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις τους, η κατάκτηση από την Αγγλία όλων των γαλλικών και ολλανδικών αποικιών που άξιζαν τον κόπο, η προοδευτική υποταγή της Ινδίας μετέτρεψαν τους κατοίκους όλων αυτών των τεραστίων εδαφών[5] σε πελάτες των αγγλικών αγαθών. Η Αγγλία συμπλήρωσε έτσι την προστασία που εφάρμοζε στο εσωτερικό με το ελεύθερο εμπόριο που επέβαλλε στους ενδεχομένους πελάτες της στο εξωτερικό και, χάρις στο ευτυχές μείγμα των δύο συστημάτων, στο τέλος των πολέμων, το 1815[6], βρέθηκε, όσον αφορά όλους τους σημαντικούς κλάδους της βιομηχανίας, να κατέχει το ουσιαστικό μονοπώλιο του εμπορίου στον κόσμο.
Το μονοπώλιο επεκτάθηκε και δυνάμωσε παραπέρα στα χρόνια της ειρήνης που ακολούθησε. Η αρχική διαφορά, την οποία είχε αποσπάσει η Αγγλία στη διάρκεια του πολέμου, αυξανόταν από χρόνο σε χρόνο. Εμοιαζε να ξεπερνά όλο και πιο πολύ όλους τους ενδεχομένους αντιπάλους της. Οι εξαγωγές μεταποιητικών αγαθών σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες έγιναν πράγματι ένα ζήτημα ζωής και θανάτου γι’ αυτή τη χώρα. Και φαίνεται να υπήρχαν μοναχά δύο εμπόδια στον δρόμο. Η απαγορευτική και προστατευτική νομοθεσία των άλλων χωρών και οι φόροι επί των εισαγομένων πρώτων υλών και τροφίμων στην Αγγλία.
Μετά οι θεωρίες του Ελευθέρου Εμπορίου της κλασικής πολιτικής οικονομίας - των Γάλλων φυσιοκρατών[7] και των Αγγλων διαδόχων τους Ανταμ Σμιθ και Ρικάρντο[8] - έγιναν δημοφιλείς στη χώρα του Τζον Μπουλ.
Η προστασία στο εσωτερικό ήταν άχρηστη σε κατασκευαστές που είχαν νικήσει όλους τους ξένους αντιπάλους τους και των οποίων η ίδια η ύπαρξη βασιζόταν στην επέκταση των εξαγωγών τους. Η προστασία στο εσωτερικό δε συνέφερε κανέναν εκτός από τους παραγωγούς τροφίμων και άλλων πρώτων υλών, τα αγροτικά συμφέροντα, τα οποία, στις τότε συνθήκες στην Αγγλία, σήμαιναν τους αποδόχους της προσόδου, την έγγεια αριστοκρατία. Και αυτό το είδος προστασίας ήταν επιζήμιο για τους κατασκευαστές. Φορολογώντας τις πρώτες ύλες, αύξαινε τις τιμές των προϊόντων που κατασκεύαζαν αυτοί, φορολογώντας τα τρόφιμα, αύξαινε την τιμή της εργατικής δύναμης. Και στις δύο περιπτώσεις, έβαζε το Βρετανό κατασκευαστή σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με τον ξένο ανταγωνιστή του. Και, καθώς όλες οι άλλες χώρες έστελναν στην Αγγλία κυρίως αγροτικά προϊόντα και έπαιρναν από την Αγγλία κυρίως μεταποιητικά προϊόντα, η κατάργηση των αγγλικών προστατευτικών δασμών στα δημητριακά και τις πρώτες ύλες γενικά ήταν, ταυτόχρονα, μια έκκληση στις ξένες χώρες να καταργήσουν ή τουλάχιστον να μειώσουν σε αντάλλαγμα τους εισαγωγικούς δασμούς που επέβαλλαν στους Αγγλους κατασκευαστές.
Υστερα από παρατεταμένο και βίαιο αγώνα, οι Αγγλοι βιομηχανικοί καπιταλιστές, ήδη, στην πραγματικότητα ηγετική τάξη του έθνους, η τάξη εκείνη της οποίας τα συμφέροντα ήταν τότε τα κύρια εθνικά συμφέροντα, βγήκαν νικητές. Η έγγεια αριστοκρατία αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Οι δασμοί στα δημητριακά και άλλες πρώτες ύλες καταργήθηκαν. Το Ελεύθερο Εμπόριο έγινε το σύνθημα της ημέρας. Ο προσηλυτισμός των άλλων χωρών στο ευαγγέλιο του Ελεύθερου Εμπορίου και η δημιουργία -έτσι- ενός κόσμου στον οποίο ή Αγγλία ήταν το μεγάλο μεταποιητικό κέντρο, με όλες τις άλλες χώρες σαν ανεξάρτητες αγροτικές περιφέρειες, αυτό ήταν το κύριο καθήκον μπροστά στους Αγγλους κατασκευαστές και τους εκφραστές τους, τους θεωρητικούς της πολιτικής οικονομίας.
Αυτή ήταν η εποχή του Συνεδρίου των Βρυξελλών, η εποχή όταν ο Μαρξ ετοίμαζε την εν λόγω ομιλία του. Αναγνωρίζοντας ότι η προστασία μπορεί ακόμη, σε μερικές περιπτώσεις, π.χ. στη Γερμανία του 1847, να είναι προς το συμφέρον των καπιταλιστών της μεταποίησης, αποδεικνύοντας ότι αυτό το Ελεύθερο Εμπόριο δεν ήταν μια πανάκεια για τα δεινά από τα οποία υπέφερε η εργατική τάξη και θα μπορούσε ακόμα και να τα επιδεινώσει, τάσσεται, τελικά και καταρχήν, υπέρ του Ελευθέρου Εμπορίου.
Γι’ αυτόν, το Ελεύθερο Εμπόριο είναι η φυσιολογική κατάσταση της σύγχρονης καπιταλιστικής παραγωγής. Μόνο σε συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου μπορούν να αναπτυχθούν πλήρως οι τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις του ατμού, του ηλεκτρισμού, των μηχανών και, όσο πιο γρήγορος ο ρυθμός αυτής της ανάπτυξης τόσο πιο γρήγορα και πληρέστερα θα πραγματοποιηθούν τα αναπόφευκτα αποτελέσματά της. Η κοινωνία διασπάται σε δύο τάξεις, καπιταλιστές από δω, μισθωτοί εργάτες από κει. Κληρονομικός πλούτος από τη μια, κληρονομική φτώχεια από την άλλη. Με την προσφορά να ξεπερνά τη ζήτηση, με τις αγορές ανίκανες να απορροφήσουν την όλο και μεγαλύτερη μάζα της παραγωγής της βιομηχανίας, με ένα κύκλο, που συνεχώς επαναλαμβάνεται, ευημερίας, κορεσμού, κρίσης, πανικού, χρόνιας ύφεσης και βαθμιαίας αναζωογόνησης του εμπορίου, προάγγελο όχι μόνιμης βελτίωσης αλλά ανανεωμένης υπερπαραγωγής και κρίσης, με λίγα λόγια, με τις παραγωγικές δυνάμεις να επεκτείνονται σε τέτιο βαθμό ώστε επαναστατούν σαν ενάντια σε ανυπόφορα δεσμά, ενάντια στους κοινωνικούς θεσμούς κάτω από τους οποίους έχουν μπει σε κίνηση. Η μόνη δυνατή λύση: μια κοινωνική επανάσταση[9], που θα απελευθερώσει τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις από τα δεσμά μιας ξεπερασμένης κοινωνικής τάξης και τους πραγματικούς παραγωγούς, τη μεγάλη μάζα του λαού, από τη μισθωτή σκλαβιά. Και επειδή το Ελεύθερο Εμπόριο είναι η φυσική, η ομαλή ατμόσφαιρα γι’ αυτή την ιστορική εξέλιξη, το οικονομικό περιβάλλον στο οποίο οι συνθήκες για την αναπόφευκτη κοινωνική επανάσταση[10] θα δημιουργηθούν το ταχύτερο δυνατό - για αυτό το λόγο και μόνο για αυτόν, ο Μαρξ τάχθηκε υπέρ του Ελευθέρου Εμπορίου.
Πάντως, τα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως τη νίκη του Ελευθέρου Εμπορίου στην Αγγλία έμοιαζαν να επαληθεύουν τις πιο παράλογες προσδοκίες ευημερίας που βασίζονταν σ’ αυτό το γεγονός. Το βρετανικό εμπόριο αυξήθηκε σε μυθώδη ποσά, το βιομηχανικό μονοπώλιο της Αγγλίας στην αγορά του κόσμου έμοιαζε πιο σταθερό από ποτέ. Νέα σιδηρουργία, νέα υφαντουργία δημιουργήθηκαν σε μαζική κλίμακα, νέοι βιομηχανικοί κλάδοι αναπτύχθηκαν παντού. Υπήρχε βέβαια μια βαριά κρίση το 1857, αλλά ξεπεράστηκε και η πορεία προς τα εμπρός στο εμπόριο και τη βιομηχανία έμπαινε πάλι γρήγορα σε πλήρη κίνηση, μέχρι που, το 1866, συνέβη ένας νέος πανικός, ο οποίος, αυτή τη φορά, φαίνεται να σημειώνει μια νέα εκκίνηση στην οικονομική ιστορία του κόσμου.
Η άνευ προηγουμένου επέκταση της βιομηχανίας και του εμπορίου της Βρετανίας μεταξύ του 1848 και του 1866 οφειλόταν, αναντίρρητα και σε μεγάλη έκταση, στην κατάργηση των προστατευτικών δασμών στα τρόφιμα και στις πρώτες ύλες. Αλλά όχι εντελώς. Ταυτόχρονα έγιναν και άλλες σημαντικές αλλαγές που τη βοήθησαν. Τα παραπάνω χρόνια περιλαμβάνουν την ανακάλυψη και την αξιοποίηση των χρυσωρυχείων της Καλιφόρνιας και της Αυστραλίας[11] οι οποίες αύξησαν τα μέσα κυκλοφορίας του κόσμου τόσο τεράστια, σηματοδότησαν την τελική νίκη του ατμού ενάντια σε όλες τα άλλα μέσα μεταφοράς[12], στον ωκεανό τα ατμόπλοια ξεπερνούν τώρα τα ιστιοφόρα, στο έδαφος, σε όλες τις πολιτισμένες χώρες, ο σιδηρόδρομος έχει πάρει την πρώτη θέση, οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι τη δεύτερη. Η μεταφορά τώρα γίνεται τέσσερις φορές γρηγορότερη και τέσσερις φορές φθηνότερη. Δεν είναι περίεργο ότι σε τέτιες ευνοϊκές συνθήκες, οι βρετανικές βιομηχανίες που εργάζονταν με ατμό θα επέκτειναν την κυριαρχία τους σε βάρος των ξένων εθνικών βιομηχανιών που βασίζονταν στη χειρωνακτική εργασία. Αλλά θα κάθονταν οι άλλες χώρες ήσυχες και θα υποτάσσονταν σ’ αυτή την αλλαγή, η οποία τις υποβάθμιζε στη θέση του απλού αγροτικού εξαρτήματος της Αγγλίας, του «εργαστηρίου του κόσμου»;
Οι ξένες χώρες δεν έκαναν τίποτα τέτιο. Η Γαλλία, για 200 σχεδόν χρόνια, κάλυπτε τα εργαστήρια της πίσω από ένα τέλειο Σινικό τείχος προστασίας και απαγόρευσης, και είχε φθάσει σε όλα τα είδη πολυτελείας και γούστου μια υπεροχή την οποία η Αγγλία ούτε καν προσπάθησε να αμφισβητήσει. Η Ελβετία, κάτω από τέλειο Ελεύθερο Εμπόριο, διέθετε σχετικά σημαντικά εργαστήρια, τα οποία ο αγγλικός ανταγωνισμός δεν μπορούσε να αγγίξει. Η Γερμανία, με ένα δασμολόγιο πολύ πιο φιλελεύθερο από εκείνο οποιασδήποτε μεγάλης ηπειρωτικής χώρας ανέπτυσσε τις βιομηχανίες της με ρυθμό ταχύτερο ακόμη και από την Αγγλία. Και η Αμερική, λόγω του Εμφυλίου Πολέμου του 1861[13], στράφηκε ξαφνικά προς τις πηγές της, έπρεπε να βρει μέσα ανταπόκρισης στη ζήτηση μεταποιητικών προϊόντων κάθε είδους και μπορούσε να το κάνει μόνο με τη δημιουργία δικών της βιομηχανιών στη χώρα. Η πολεμική ζήτηση σταμάτησε όταν σταμάτησε ο πόλεμος, αλλά οι νέες βιομηχανίες ήταν εκεί και έπρεπε να αντιμετωπίσουν το βρετανικό ανταγωνισμό. Και ο πόλεμος είχε ωριμάσει, στην Αμερική την αντίληψη ότι ένα έθνος των 35 εκατομμυρίων, που διπλασιάζει τον πληθυσμό του κάθε 40 χρόνια το πολύ, με τέτιους τεράστιους πόρους και περιτριγυρισμένο από γείτονες αναγκασμένους για πολλά χρόνια να περιορίζονται στην αγροτική οικονομία, ότι ένα τέτιο έθνος είχε το «έκδηλο πεπρωμένο»[14] να είναι ανεξάρτητο από ξένες βιομηχανίες για τα βασικά του καταναλωτικά του είδη και να είναι έτσι και σε ειρηνικούς και σε πολεμικούς καιρούς. Και τότε η Αμερική έγινε προστατευτική.
Εδώ και 15 ίσως χρόνια, ταξίδευα σ’ ένα βαγόνι με έναν έξυπνο έμπορο από τη Γλασκόβη, που ίσως ενδιαφερόταν για το εμπόριο σιδήρου. Μιλώντας για την Αμερική, με φίλεψε με τις παλιές ρητορείες του Ελευθέρου Εμπορίου:
«Δε θα ήταν αδιανόητο ένα έθνος από πανέξυπνους επιχειρηματίες όπως οι Αμερικανοί να πληρώνουν φόρο υποτελείας σε ιθαγενείς σιδηρουργούς και βιομηχάνους, ενώ θα μπορούσαν να αγοράσουν το ίδιο, αν όχι καλύτερο, εμπόρευμα πολύ πιο φτηνά σ΄ αυτή τη χώρα;».
Και μετά μου έδωσε παραδείγματα για το πόσο οι Αμερικανοί επιβαρύνουν τον εαυτό τους για να πλουτίσουν μερικούς άπληστους σιδηρουργούς.
«Πάντως», απάντησα, «υπάρχει και μια άλλη πλευρά στο θέμα. Ξέρετε ότι στους τομείς του άνθρακα, της υδραυλικής ενέργειας, του σιδήρου και άλλων μεταλλευμάτων, των φτηνών τροφίμων, του ντόπιου βαμβακιού και άλλων πρώτων υλών, η Αμερική διαθέτει πόρους και πλεονεκτήματα απλησίαστα από οποιαδήποτε Ευρωπαϊκή χώρα, και ότι αυτές οι πηγές δεν μπορούν να αναπτυχθούν πλήρως εκτός εάν η Αμερική γίνει βιομηχανική χώρα. Θα παραδεχτείτε επίσης, ότι ένα μεγάλο έθνος σαν τους Αμερικανούς δεν μπορεί να ζήσει μόνο με την αγροτική οικονομία, που θα ήταν συνώνυμο με την καταδίκη στη μόνιμη βαρβαρότητα και κατωτερότητα, και κανένα μεγάλο έθνος δεν μπορεί να ζήσει, στην εποχή μας, χωρίς δικές του βιομηχανίες. Ωραία, λοιπόν, αν η Αμερική πρέπει να γίνει μια βιομηχανική χώρα και αν έχει κάθε πιθανότητα όχι μόνο να επιτύχει αλλά και ακόμη και να ξεπεράσει και τους αντιπάλους της, υπάρχουν δύο δρόμοι ανοιχτοί σ’ αυτήν: ή να διεξαγάγει για -ας πούμε- 50 χρόνια έναν εξαιρετικά δαπανηρό ανταγωνιστικό πόλεμο σε συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου ενάντια στους Αγγλους βιομηχάνους, που έχουν αρχίσει εδώ και 100 περίπου χρόνια ή αλλιώς να αποκλείσει με προστατευτικούς δασμούς τους Αγγλους βιομηχάνους για -ας πούμε- 25 χρόνια, με τη σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα ότι στο τέλος των 25 ετών θα είναι ικανή να σταθεί στην ανοιχτή αγορά του κόσμου. Ποιο από τα δύο θα είναι το φθηνότερο και το συντομότερο; Αυτό είναι το ερώτημα. Αν θέλετε να πάτε από τη Γλασκόβη στο Λονδίνο παίρνετε το κοινοβουλευτικό τραίνο[15] με μία πέννα το μίλι και ταξιδεύετε με ταχύτητα 12 μιλίων την ώρα. Αλλά δεν το κάνετε αυτό, ο χρόνος σας είναι πολύ πολύτιμος, παίρνετε το εξπρές, πληρώνετε δύο πέννες το μίλι με 40 μίλια την ώρα. Πολύ καλά, οι Αμερικανοί προτιμούν να πληρώσουν ναύλα εξπρές και να πάνε με ταχύτητα εξπρές».
Ο Σκοτσέζος οπαδός του Ελευθέρου Εμπορίου δεν είχε ούτε μια λέξη να απαντήσει.
Η προστασία σαν μέσο τεχνητής κατασκευής κατασκευαστών μπορεί, συνεπώς, να φανεί χρήσιμη όχι μόνο σε μια ατελώς αναπτυγμένη καπιταλιστική τάξη που ακόμη παλεύει με το φεουδαρχισμό. Μπορεί να δώσει ζωή και σε μια καπιταλιστική τάξη που ανέρχεται σε μια χώρα η οποία όπως η Αμερική δε γνώρισε ποτέ το φεουδαρχισμό, αλλά η οποία έφθασε σε κείνο το σημείο εξέλιξης όπου το πέρασμα από την αγροτική οικονομία στις βιομηχανίες έχει γίνει αναγκαίο. Η Αμερική, όταν βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση, αποφάσισε υπέρ του προστατευτισμού. Από τότε που εφαρμόστηκε αυτή η απόφαση, τα 5 και 20 χρόνια για τα οποία μίλησα στον συνταξιδιώτη μου έχουν περίπου περάσει και, αν δεν είχα άδικο, η προστασία θα ’πρεπε να ’χε κάνει τη δουλιά της στην Αμερική και θα ‘πρεπε να γίνεται ενόχληση.
Αυτή ήταν η άποψη μου για καιρό. Εδώ και δύο χρόνια περίπου, έλεγα σε έναν Αμερικανό οπαδό του προστατευτισμού:
«Είμαι πεπεισμένος ότι αν η Αμερική στραφεί προς το Ελεύθερο Εμπόριο θα έχει σε 10 χρόνια νικήσει την Αγγλία στην παγκόσμια αγορά».
Η προστασία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια ατέλειωτη βίδα και ποτέ δεν ξέρεις πότε έχεις τελειώσει με αυτήν. Προστατεύοντας μια βιομηχανία άμεσα ή έμμεσα βλάφτεις όλες τις άλλες και πρέπει συνεπώς να τις προστατέψεις κι αυτές. Κάνοντάς το αυτό, πάλι βλάφτεις τη βιομηχανία που αρχικά προστάτευες και πρέπει να το αντισταθμίσεις, αλλά αυτό το αντιστάθμισμα αντιδρά, όπως πρώτα, σε όλους τους άλλους κλάδους και τους δίνει το δικαίωμα να ζητήσουν διορθωτική κίνηση και ούτω καθ’ εξής επ’ άπειρον. Η Αμερική, από αυτή την άποψη, μας δίνει ένα κτυπητό παράδειγμα του καλύτερου τρόπου εξόντωσης ενός σημαντικού βιομηχανικού κλάδου μέσω του προστατευτισμού. Το 1856, οι συνολικές εισαγωγές και εξαγωγές από τις Ενωμένες Πολιτείες ανέρχονταν στο ποσό των 641.604.850 $. Από αυτό το ποσό, το 75,2% μεταφέρονταν από αμερικανικά και μόνο το 24,8% από ξένα πλοία. Τα βρετανικά ατμοκίνητα υπερωκεάνια ήδη τότε εκτόπιζαν τα αμερικανικά ιστιοφόρα. Ωστόσο, το 1860, από ένα συνολικό θαλάσσιο εμπόριο ύψους 762.288.550 $, τα αμερικανικά πλοία μετέφεραν ακόμη το 66,5%.
Ο εμφύλιος πόλεμος ήρθε και (μαζί) η προστασία των αμερικανικών ναυπηγείων. Και το τελευταίο σχέδιο ήταν τόσο επιτυχημένο ώστε έδιωξε σχεδόν εντελώς την αμερικανική σημαία από τις ανοιχτές θάλασσες. Το 1887, το συνολικό θαλάσσιο εμπόριο των Ενωμένων Πολιτειών ανερχόταν στο ποσό του 1.408.502.979 $, αλλά από αυτό το σύνολο μόνο το 13,8% μεταφερόταν με αμερικανικά και το 86,2% με ξένα πλοία. Τα αγαθά που μεταφέρονταν με αμερικανικά πλοία ανέρχονταν, το 1856, στο ποσό των 482.268.274 $, το 1860 στο ποσό των 507.247.757 $. Το 1887, είχε μειωθεί σε 194.356.746 $[16]. Εδώ και 40 χρόνια, η αμερικανική σημαία ήταν ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος της βρετανικής και προμήνυε να την ξεπεράσει στον ωκεανό, τώρα δεν είναι πουθενά. Η προστασία της ναυπηγικής σκότωσε και τη ναυτιλία και τη ναυπηγική.
Ενα άλλο σημείο. Οι βελτιώσεις των μεθόδων της παραγωγής ακολουθούν τόσο γρήγορα η μια την άλλη και αλλάζουν το χαρακτήρα ολοκλήρων κλάδων της βιομηχανίας τόσο απότομα και τόσο ολοκληρωτικά ώστε εκείνο που μπορεί να ήταν χτες ένας ισορροπημένος προστατευτικός δασμός σήμερα δεν είναι πια. Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα από την Εκθεση του Υπουργού Οικονομικών του 1887:
«Η βελτίωση στα τελευταία χρόνια στα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για το χτένισμα του μαλλιού έχει τόσο πολύ αλλάξει το χαρακτήρα αυτού που είναι εμπορικά γνωστό σαν worsted clothes (ρούχα από μαλλί στριμμένο) ώστε τα τελευταία έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεπεράσει τα woolen clothes (τα μάλλινα υφάσματα)[17] σαν εξοπλισμός ένδυσης του ανθρώπου. Αυτή η αλλαγή... έχει λειτουργήσει προς σοβαρή ζημιά της εθνικής βιομηχανίας αυτών των μάλλινων (worsted) αγαθών, διότι ο δασμός στο μαλλί το οποίο πρέπει να χρησιμοποιήσουν είναι ο ίδιος με αυτόν για το μαλλί που χρησιμοποιείται για την παραγωγή μάλλινων υφασμάτων (woolen clothes), ενώ το ποσοστό δασμού που επιβάλλεται στο τελευταίο όταν αξιολογείται να μην ξεπερνά τα 80 σεντς τη λίρα είναι το 35% κατ’ αξία[18], ενώ ο δασμός για τα υφάσματα αυτά (worsted) που αξιολογούνται να μην ξεπερνούν τα 80 σεντς φτάνει από 10 έως 24 σεντς τη λίρα και 35% κατ’ αξία. Σε μερικές περιπτώσεις ο δασμός στο μαλλί που χρησιμοποιείται για την παραγωγή αυτών των υφασμάτων (worsted cloths) ξεπερνά το δασμό που επιβάλλεται στο έτοιμο είδος».
Ετσι αυτό που ήταν χθες προστασία για την εθνική βιομηχανία προκύπτει σήμερα να είναι αμοιβή για τον ξένο εισαγωγέα και σωστά λέει ο Υπουργός Οικονομικών[19]:
«Υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι ο κατασκευαστής αυτών των υφασμάτων (worsted cloths) θα πρέπει σύντομα να πάψει να υπάρχει σ΄ αυτή τη χώρα εκτός εάν τροποποιηθεί ο σχετικός νόμος περί δασμών». (σελ. XIX)
Αλλά για να τροποποιηθεί θα πρέπει να γίνει αγώνας ενάντια στους παραγωγούς μάλλινων υφασμάτων (woolen clothes) που επωφελούνται από αυτή την κατάσταση πραγμάτων, θα πρέπει να ανοίξει μια κανονική εκστρατεία για να έρθουν η πλειοψηφία και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, και τελικά η κοινή γνώμη της χώρας να ταχθούν υπέρ αυτής της άποψης. Και το ερώτημα είναι. Θα αποδώσουν όλα αυτά;
Ωστόσο το χειρότερο στην προστασία είναι ότι, όταν την αποκτήσετε, δύσκολα μπορείτε να απαλλαγείτε από αυτήν. Οσο δύσκολη κι αν είναι η διαδικασία καθορισμού ενός δίκαιου δασμού, η επιστροφή στο Ελεύθερο Εμπόριο είναι τεράστια δυσκολότερη. Οι περιστάσεις που επέτρεψαν στην Αγγλία να ολοκληρώσει την αλλαγή αυτή σε λίγα χρόνια δε θα επαναληφθούν. Και ακόμα και εκεί ο αγώνας χρονολογείται από το 1823 (Χάσκισσον)[20], άρχισε να είναι επιτυχής το 1842 (δασμοί του Πήλ)[21] και συνεχίστηκε για πολλά χρόνια μετά την κατάργηση των νόμων για τα σιτηρά. Ετσι η προστασία στον μεταξοβιομήχανο (τον μόνο που φοβόταν ακόμη τον ξένο ανταγωνισμό) παρατάθηκε για μια σειρά ετών και μετά παραχωρήθηκε με άλλη, οπωσδήποτε κακόφημη μορφή. Ενώ οι άλλες υφαντουργικές βιομηχανίες υπόκεινταν στον νόμο περί Εργοστασίων - που περιόριζε τις ώρες εργασίας των γυναικών, των νέων και των παιδιών[22] - ο κλάδος του μεταξιού ευνοούνταν με σημαντικές εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα που του έδιναν τη δυνατότητα να απασχολεί παιδιά μικρότερης ηλικίας και να επιβάλλει μακρύτερα ωράρια στους νέους και στα παιδιά από τους άλλους υφαντουργικούς κλάδους. Το μονοπώλιο που οι υποκριτές οπαδοί του Ελεύθερου Εμπορίου είχαν καταργήσει όσον αφορά τους ξένους ανταγωνιστές, το δημιούργησαν και πάλι σε βάρος της υγείας και της ζωής των παιδιών της Αγγλίας.
Αλλά καμία χώρα δε θα μπορέσει πια να περάσει από την Προστασία στο Ελεύθερο Εμπόριο σε μια εποχή όπου όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι βιομηχανικοί της κλάδοι μπορούν να αψηφήσουν τον ξένο ανταγωνισμό στην ανοικτή αγορά. Η ανάγκη για την αλλαγή θα έρθει πολύ πριν να μπορέσει να υπάρξει ακόμα και ελπίδα για μια τέτια ευτυχισμένη κατάσταση. Αυτή η ανάγκη θα γίνει φανερή στους διαφορετικούς κλάδους σε διαφορετικές εποχές, και από τα συγκρουόμενα συμφέροντα των κλάδων αυτών θα προκύψουν οι πιο κατατοπιστικές συγκρούσεις, μηχανορραφίες των παρασκηνιακά οργανωμένων συμφερόντων (lobby), και κοινοβουλευτικές συνομωσίες. Ο παραγωγός μηχανών, ο μηχανικός και ο ναυπηγός μπορούν να βρουν ότι η προστασία που παρέχεται στον σιδηρουργό αυξάνει την τιμή των αγαθών του τόσο ώστε με αυτό τον τρόπο και μόνο με αυτό τον τρόπο το εξαγωγικό του εμπόριο εμποδίζεται. Ο παραγωγός βαμβακερών υφασμάτων θα μπορούσε να είχε βρει τον τρόπο να διώξει τα αγγλικά υφάσματα από τις κινέζικες και ινδικές αγορές, αν δεν υπήρχε η υψηλή τιμή που αναγκάζεται να πληρώσει για το νήμα, εξ αιτίας της προστασίας των νηματουργών κ.ο.κ..
Τη στιγμή που ένας κλάδος της εθνικής βιομηχανίας έχει κατακτήσει πλήρως την εσωτερική αγορά εκείνη τη στιγμή η εξαγωγή γίνεται αναγκαία γι’ αυτόν. Στις συνθήκες του καπιταλισμού, μια βιομηχανία ή επεκτείνεται ή μαραίνεται. Ενας κλάδος δεν μπορεί να μείνει στάσιμος, σταμάτημα της εξάπλωσης σημαίνει έναρξη της καταστροφής. Η πρόοδος της μηχανικής και χημικής εφεύρεσης, μέσω της συνεχούς αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας και της όλο και ταχύτερης αύξησης της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, δημιουργεί σε κάθε στάσιμη βιομηχανία μια πληθώρα τόσο εργατών όσο και κεφαλαίου, μια πληθώρα που δε βρίσκει διέξοδο πουθενά, γιατί η ίδια διαδικασία γίνεται σ΄ όλες τις άλλες βιομηχανίες.
Ετσι, το πέρασμα από ένα κλάδο στραμμένο προς το εσωτερικό σε ένα κλάδο στραμμένο προς τις εξαγωγές γίνεται ζήτημα ζωής και θανάτου για όλες τις ενδιαφερόμενες βιομηχανίες. Αλλά βρίσκονται αντιμέτωπες με τα καθιερωμένα δικαιώματα και με τα συγκεκριμένα συμφέροντα άλλων που ακόμα βρίσκουν την προστασία ή ασφαλέστερη ή επικερδέστερη από το Ελεύθερο Εμπόριο. Τότε ακολουθεί ένας μακρόχρονος και πεισματικός αγώνας μεταξύ των οπαδών του Ελεύθερου Εμπορίου και των Προστατευτιστών, ένας αγώνας όπου, και στις δύο πλευρές, η ηγεσία γρήγορα περνάει από τα χέρια των ανθρώπων που ενδιαφέρονται άμεσα στα χέρια των επαγγελματιών πολιτικών, αυτών που τραβούν τα νήματα των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, των οποίων το συμφέρον δεν ήταν ο διακανονισμός του θέματος αλλά η διατήρησή του σε ανοιχτή κατάσταση για πάντα και το αποτέλεσμα μιας τεράστιας απώλειας χρόνου, ενεργητικότητας και χρήματος είναι μια σειρά συμβιβασμών που ευνοούν πότε τη μια και πότε την άλλη πλευρά και που μετακινούνται αργά, αν και όχι μεγαλόπρεπα, προς την κατεύθυνση του Ελευθέρου Εμπορίου - εκτός κι αν η Προστασία κατορθώσει, στο μεταξύ, να κάνει τον εαυτό της εντελώς ανυπόφορο για το έθνος, πράγμα που είναι ακριβώς το πιο πιθανό να συμβεί τώρα στην Αμερική.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα άλλο είδος προστασίας, το χειρότερο απ’ όλα, και αυτό παρουσιάζεται στη Γερμανία. Και η Γερμανία άρχισε να αισθάνεται, γρήγορα μετά το 1815, την ανάγκη ταχύτερης ανάπτυξης των βιομηχανιών της. Ωστόσο, ο πρώτος όρος γι’ αυτό ήταν η δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς μέσω της αφαίρεσης των αναρίθμητων τελωνειακών γραμμών και των ποικιλιών της φορολογικής νομοθεσίας που είχαν δημιουργηθεί από τα μικρά Γερμανικά κράτη - με άλλα λόγια η δημιουργία μιας Γερμανικής Τελωνειακής Ενωσης, ή Zollverein[23]. Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο στη βάση ενός φιλελευθέρου δασμού που είχε στόχο μάλλον τη δημιουργία κοινού εισοδήματος παρά προστασίας της εσωτερικής παραγωγής. Με καμία άλλη προϋπόθεση δε θα μπορούσαν τα μικρά κράτη να παρακινηθούν να προσχωρήσουν.
Ετσι το νέο γερμανικό δασμολόγιο, αν και ελαφρά προστατευτικό για μερικούς κλάδους, ήταν, την εποχή της εισαγωγής του, ένα πρότυπο νομοθεσίας Ελευθέρου Εμπορίου και παρέμεινε τέτιο αν και, μόνιμα από το 1830, η πλειοψηφία των Γερμανών κατασκευαστών δεν έπαψε να φωνάζει για προστασία. Ωστόσο, κάτω από αυτό το εξαιρετικά φιλελεύθερο δασμολόγιο και παρά το ότι οι γερμανικές εθνικές βιομηχανίες, βασισμένες στη χειρωνακτική εργασία, τσακίζονταν αμείλικτα από τον ανταγωνισμό των αγγλικών εργοστασίων που εργάζονταν με ατμό, η μετάβαση από τη χειρωνακτική εργασία στις μηχανές βαθμιαία ολοκληρώθηκε και στη Γερμανία και σήμερα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί.
Η μετατροπή της Γερμανίας από αγροτική σε βιομηχανική χώρα συντελέστηκε με τον ίδιο ρυθμό και, από το 1866, βοηθήθηκε από ευνοϊκά πολιτικά γεγονότα: τη δημιουργία μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης και ομοσπονδιακής νομοθεσίας που εξασφάλιζε ομοιογένεια στους νόμους που ρύθμιζαν το εμπόριο, καθώς και στο νόμισμα, στα μέτρα και σταθμά και, τελικά, η πλημμύρα των γαλλικών δισεκατομμυρίων. Ετσι, γύρω στο 1874, το γερμανικό εμπόριο στην παγκόσμια αγορά ήταν αμέσως μετά από κείνο της Μεγάλης Βρετανίας[24] και η Γερμανία χρησιμοποιούσε περισσότερη ατμοδύναμη σε εργοστάσια και μετακίνηση από οποιαδήποτε άλλη ηπειρωτική ευρωπαϊκή χώρα. Δόθηκε έτσι η απόδειξη ότι, ακόμη και σήμερα και παρά το τεράστιο πλεονέκτημα που έχει η αγγλική βιομηχανία, μια μεγάλη χώρα μπορεί να ανέβει ως τον επιτυχή ανταγωνισμό στην ανοιχτή αγορά με την Αγγλία.
Τότε, ξαφνικά, έγινε μια αλλαγή μετώπου: η Γερμανία έγινε προστατευτική σε μια στιγμή που το Ελεύθερο Εμπόριο φαινόταν να ήταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά αναγκαίο γι’ αυτήν. Η αλλαγή ήταν, αναμφίβολα, παράλογη, αλλά μπορεί να εξηγηθεί. Ενώ η Γερμανία ήταν μια χώρα εξαγωγής σιτηρών όλα τα αγροτικά συμφέροντα, όχι λιγότερο από όλο το θαλάσσιο εμπόριο, ήταν φλογεροί οπαδοί του Ελευθέρου Εμπορίου. Αλλά, το 1874, αντί να εξάγει, η Γερμανία ζήτησε μεγάλες προμήθειες σιτηρών από το εξωτερικό. Περίπου την ίδια περίοδο, η Αμερική άρχισε να πλημμυρίζει την Ευρώπη με τεράστιες αποστολές φτηνών σιτηρών. Οπου πήγαιναν, έριχναν το χρηματικό εισόδημα που έβγαινε από τη γη και συνεπώς την πρόσοδό της και από κείνη τη στιγμή τα αγροτικά συμφέροντα σε όλη την Ευρώπη άρχισαν να φωνάζουν για προστασία.
Ταυτόχρονα, οι βιομήχανοι στη Γερμανία υπέφεραν από τις επιπτώσεις του ασυγκράτητου υπέρ-εμπορίου[25] που δημιούργησε η εισροή των γαλλικών δισεκατομμυρίων, ενώ η Αγγλία, της οποίας το εμπόριο, από την εποχή της κρίσης του 1866, βρισκόταν σε κατάσταση χρόνιας ύφεσης, πλημμύρισε όλες τις προσιτές αγορές με αγαθά που ήταν αδύνατον να πουληθούν στην εγχώρια αγορά και προσφέρονταν στο εξωτερικό σε καταστροφικά χαμηλές τιμές. Ετσι συνέβη ώστε οι Γερμανοί βιομήχανοι, αν και εξαρτημένοι πριν από όλα από τις εξαγωγές, άρχισαν να βλέπουν στην προστασία ένα μέσο εξασφάλισης γι’ αυτούς του αποκλειστικού εφοδιασμού της εσωτερικής αγοράς. Και η κυβέρνηση, εντελώς στα χέρια της έγγειας αριστοκρατίας και των επαρχιακών αξιωματούχων, με μεγάλη χαρά επωφελήθηκε απ’ αυτή την περίσταση για να ωφελήσει τους εισπράκτορες της έγγειας προσόδου προσφέροντάς προστατευτικούς δασμούς και στους γαιοκτήμονες και στους βιομηχάνους. Το 1878, μπήκε σε εφαρμογή ένας υψηλός προστατευτικός δασμός για τα αγροτικά προϊόντα και τα βιομηχανικά προϊόντα[26].
Η συνέπεια ήταν ότι, στο εξής, η εξαγωγή των γερμανικών μεταποιητικών προϊόντων γινόταν άμεσα σε βάρος των εσωτερικών καταναλωτών. Οπου ήταν δυνατόν, «κύκλοι» ή «τραστ»[27] δημιουργήθηκαν για να ρυθμίσουν το εξαγωγικό εμπόριο και ακόμη και την ίδια την παραγωγή. Το γερμανικό εμπόριο σιδήρου βρίσκεται στα χέρια μερικών μεγάλων εταιρειών, κατά το πλείστον εταιρειών του χρηματιστηρίου, οι οποίες συνολικά μπορούν να παραγάγουν περίπου τετραπλάσιο σίδηρο από όσο μπορεί να απορροφήσει η μέση κατανάλωση της χώρας. Για να αποφύγουν τον περιττό ανταγωνισμό μεταξύ τους, οι εταιρείες αυτές σχημάτισαν ένα τραστ το οποίο μοιράζει μεταξύ τους όλα τα εξωτερικά συμβόλαια και καθορίζει σε κάθε περίπτωση την εταιρεία που θα γίνει ο δικαιούχος. Αυτό το «τραστ», εδώ και μερικά χρόνια, είχε κάνει συμφωνία ακόμα και με τους Αγγλους βασιλείς του σιδήρου, αλλά αυτό δεν υπάρχει πια. Κατά παρόμοιο τρόπο, τα ανθρακωρυχεία της Βεστφαλίας (που παράγουν περίπου 30 εκατομμύρια τόνους το χρόνο) δημιούργησαν ένα τραστ για να ρυθμίζει την παραγωγή, τους δικαιούχους των συμβολαίων και τις τιμές. Και, συνολικά, κάθε Γερμανός βιομήχανος θα σας πει ότι το μόνο που κάνουν οι προστατευτικοί δασμοί γι’ αυτόν είναι να του επιτρέπουν να κινείται με κέρδος στην εσωτερική αγορά μπροστά στις καταστροφικές τιμές που είναι υποχρεωμένος να δίνει στο εξωτερικό.
Και αυτά δεν είναι όλα. Αυτό το παράλογο σύστημα προστασίας στους βιομηχάνους δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κόκαλο που πετιέται στους καπιταλιστές της βιομηχανίας για να τους πείσει να υποστηρίξουν ένα ακόμη πιο σκανδαλώδες μονοπώλιο που παρέχεται στα έγγεια συμφέροντα. Οχι μόνο όλη η αγροτική παραγωγή υπόκειται σε βαρείς εισαγωγικούς δασμούς, οι οποίοι αυξάνονται από χρόνο σε χρόνο, αλλά μερικές αγροτικές βιομηχανίες, που λειτουργούν σε μεγάλα αγροκτήματα για λογαριασμό του ιδιοκτήτη, ουσιαστικά προικίζονται από το δημόσιο ταμείο. Η παραγωγή ζάχαρης από ζαχαρότευτλα όχι μόνο προστατεύεται αλλά παίρνει και τεράστια ποσά με τη μορφή εξαγωγικών βραβείων. Κάποιος που ξέρει είναι της γνώμης ότι αν η ζάχαρη που εξάγεται πεταγόταν ολόκληρη στη θάλασσα ο παραγωγός θα είχε πάλι ένα κέρδος από το κυβερνητικό βραβείο. Κατά παρόμοιο τρόπο, τα διυλιστήρια οινοπνεύματος από πατάτα παίρνουν σαν αποτέλεσμα της πρόσφατης νομοθεσίας ένα δώρο περίπου 9 εκατομμυρίων δολαρίων[28] το χρόνο από τις τσέπες του κοινού. Και, καθώς σχεδόν κάθε μεγάλος γαιοκτήμονας της Βόρειο-Ανατολικής Γερμανίας είναι ή παραγωγός ζάχαρης από ζαχαρότευτλα ή ιδιοκτήτης διυλιστηρίου οινοπνεύματος από πατάτες, ή και τα δύο, δεν είναι παράξενο που ο κόσμος έχει κυριολεκτικά πλημμυρίσει με την παραγωγή τους.
Η πολιτική αυτή, καταστροφική σε οποιεσδήποτε συνθήκες, είναι διπλά τέτια σε μία χώρα της οποίας οι βιομηχανίες κρατούν τη θέση τους στις ουδέτερες αγορές κυρίως μέσω του χαμηλού κόστους εργατικής δύναμης. Οι μισθοί στη Γερμανία, που κρατιούνται κοντά στα όρια της πείνας μέσω του υπεραρίθμου πληθυσμού (ο οποίος αυξάνει γρήγορα, παρά τη μετανάστευση), πρέπει να αυξηθούν σαν συνέπεια της αύξησης των τιμών όλων των αναγκαίων (αγαθών) που προκαλεί η προστασία και ο Γερμανός βιομήχανος δε θα μπορεί πια τότε, όπως συχνά μπορεί τώρα, να ισοφαρίζει την καταστροφική τιμή των εμπορευμάτων του μέσω μιας αφαίρεσης από τις φυσιολογικές αμοιβές των εργατών του και θα διωχτεί από την αγορά[29]. Η προστασία, στη Γερμανία, σκοτώνει τη χήνα που γεννά τα χρυσά αυγά.
Η Γαλλία επίσης υποφέρει από τις συνέπειες της προστασίας. Το σύστημα σ΄ αυτή τη χώρα έχει γίνει, μέσω των δύο αιώνων αναμφισβήτητης κυριαρχίας του, σχεδόν στοιχείο της ζωής του έθνους. Παρ’ όλα αυτά, γίνεται όλο και πιο πολύ εμπόδιο. Οι μόνιμες αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής αποτελούν την ημερησία διάταξη[30] αλλά η προστασία κλείνει το δρόμο. Το πίσω μέρος των μεταξωτών βελούδων γίνεται σήμερα από βαμβακερό νήμα. Ο Γάλλος κατασκευαστής πρέπει ή να πληρώσει προστατευτική τιμή για αυτό ή να υποβληθεί σε μια τέτια ατέλειωτη διοικητική διαδικασία που πλήρως ισοφαρίζει τη διαφορά μεταξύ της τιμής αυτής και της κυβερνητικής έκπτωσης κατά την εξαγωγή και, έτσι, ο κλάδος των βελούδων μετακινείται από τη Λυών στο Κρέφελντ, όπου η τιμή προστασίας για το λεπτό βαμβακερό νήμα είναι σημαντικά χαμηλότερη.
Οι γαλλικές εξαγωγές, όπως είπα παραπάνω, αποτελούνται κυρίως από είδη πολυτελείας, όπου το γαλλικό γούστο δεν μπορεί, ως τώρα, να ξεπεραστεί, αλλά οι κύριοι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο αυτών των ειδών είναι οι σύγχρονοι νεόπλουτοι καπιταλιστές μας, που δεν έχουν ούτε εκπαίδευση ούτε καλλιέργεια και εξυπηρετούνται εξίσου καλά από φτηνές και αδέξιες γερμανικές και αγγλικές απομιμήσεις και συχνά γίνονται θύματα παρουσίασής τους για πραγματικά γαλλικά προϊόντα σε υπέρ - υπερβολικές τιμές. Η αγορά για αυτά τα είδη που δεν μπορεί να γίνουν έξω από τη Γαλλία γίνεται όλο και στενότερη, οι Γάλλοι εξαγωγείς μόλις συγκρατούνται, και θα πρέπει γρήγορα να γονατίσουν. Με ποια νέα προϊόντα μπορεί η Γαλλία να αντικαταστήσει εκείνα των οποίων οι εξαγωγές εξαφανίζονται; Αν κάτι μπορεί να βοηθήσει εδώ, αυτό είναι ένα τολμηρό μέτρο Ελευθέρου Εμπορίου, που θα βγάλει το Γάλλο βιομήχανο από τη συνηθισμένη του ατμόσφαιρα θερμοκηπίου και θα τον βάλει πάλι στον ανοιχτό αέρα του ανταγωνισμού με ξένους αντιπάλους[31]. Πράγματι, το γαλλικό γενικό εμπόριο θα είχε από καιρό αρχίσει να συρρικνώνεται αν δεν ήταν το μικρό και διστακτικό βήμα προς την κατεύθυνση του Ελευθέρου Εμπορίου που έγινε από την (αγγλο - γαλλική) συνθήκη του Κόμπντεν του 1860[32], αλλά αυτή ήδη έχει σχεδόν εξαντληθεί και απαιτείται μια ισχυρότερη δόση του ίδιου φαρμάκου.
Για τη Ρωσία δεν αξίζει τον κόπο να μιλήσουμε. Εκεί, το προστατευτικό δασμολόγιο - με τους δασμούς να πρέπει να πληρωθούν σε χρυσό, αντί για το υποτιμημένο χαρτονόμισμα της χώρας - χρησιμεύει πριν απ’ όλα στην ανεύρεση αντικειμένων για τον εφοδιασμό της εξαθλιωμένης (άθλιας, πάμπτωχης) κυβέρνησης με το σκληρό συνάλλαγμα που απαιτείται για τις συναλλαγές με τους ξένους πιστωτές. Την ίδια μέρα κατά την οποία αυτό το δασμολόγιο θα εκπληρώσει την προστατευτική του αποστολή, αποκλείοντας ολοκληρωτικά τα ξένα εμπορεύματα, εκείνη την ημέρα η ρωσική κυβέρνηση θα χρεοκοπήσει. Και, ωστόσο, αυτή ίδια κυβέρνηση διασκεδάζει τους υπηκόους της[33] κουνώντας μπροστά στα μάτια τους την προοπτική της μετατροπής της Ρωσίας, μέσω αυτού του δασμολογίου, σε πλήρως αυτάρκη χώρα, που δε θα ζητά από τον ξένο ούτε τρόφιμα ούτε πρώτες ύλες ούτε μεταποιητικά προϊόντα ούτε έργα τέχνης. Οι άνθρωποι που πιστεύουν στο όραμα μιας Ρωσικής Αυτοκρατορίας, κλειστής και απομονωμένης από τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τον πατριώτη Πρώσο επιλοχία που πήγε σε ένα κατάστημα και ζήτησε μία υδρόγειο, όχι γήινη ή επουράνια, αλλά μια υδρόγειο της Πρωσίας.
Ας επιστρέψουμε στην Αμερική. Αφθονούν τα συμπτώματα ότι η Προστασία έκανε ό,τι μπορούσε να κάνει για τις ΕΠΑ, και[34] ότι, όσο νωρίτερα ειδοποιηθεί να αποχωρήσει, τόσο το καλύτερο για όλα τα μέρη. Ενα από αυτά τα συμπτώματα είναι η δημιουργία «κύκλων» ή «τραστ»[35] μέσα στις προστατευμένες βιομηχανίες για τη συστηματικότερη εκμετάλλευση του μονοπωλίου που τους έχει παραχωρηθεί. Τώρα, οι «κύκλοι» και τα «τραστ»[36] είναι πραγματικά αμερικανικοί θεσμοί, και, όπου εκμεταλλεύονται φυσικά πλεονεκτήματα, γενικά αν και γκρινιάρικα πετυχαίνουν την υποταγή. Η μετατροπή της παροχής πετρελαίου στην Πενσυλβανία σε μονοπώλιο από τη Στάνταρ Οϊλ Κόμπανι[37] είναι μια διαδικασία εντελώς σύμφωνη με τους κανόνες της καπιταλιστικής παραγωγής. Αλλά εάν οι παραγωγοί ζάχαρης προσπαθήσουν να μετατρέψουν το προνόμιο που τους παραχωρήθηκε, από το έθνος, ενάντια στον ξένο ανταγωνισμό, σε μονοπώλιο ενάντια στον εσωτερικό καταναλωτή, δηλαδή ενάντια στο ίδιο έθνος που παραχώρησε την Προστασία, αυτό είναι ένα διαφορετικό πράγμα. Ωστόσο, οι μεγάλοι παραγωγοί ζάχαρης σχημάτισαν ένα «τραστ» το οποίο δεν έχει κανένα άλλο στόχο[38]. Και το τραστ της ζάχαρης δεν είναι το μόνο αυτού του είδους.
Τώρα, η δημιουργία τέτιων τραστ σε προστατευμένες βιομηχανίες είναι το πιο ασφαλές σημάδι ότι η προστασία έχει κάνει τη δουλειά της και αλλάζει το χαρακτήρα της, ότι δεν προστατεύει πια το βιομήχανο ενάντια στον ξένο εισαγωγέα αλλά ενάντια στον εσωτερικό καταναλωτή, ότι έχει δημιουργήσει, τουλάχιστον στον ειδικά ενδιαφερόμενο κλάδο, αρκετούς, αν όχι υπέρ-αρκετούς, βιομηχάνους, ότι το χρήμα που βάζει στις τσέπες αυτών των βιομηχάνων[39] είναι πεταμένο χρήμα, ακριβώς όπως στη Γερμανία.
Στην Αμερική, όπως και αλλού, η Προστασία προωθείται μέσω του επιχειρήματος ότι το Ελεύθερο Εμπόριο θα ευνοήσει μόνο την Αγγλία. Η καλύτερη απόδειξη για το αντίθετο είναι ότι στην Αγγλία όχι μόνο οι αγροκαλλιεργητές και οι γαιοκτήμονεςαλλά ακόμη και οι βιομήχανοι στρέφονται προς τον προστατευτισμό. Στην πατρίδα της «σχολής του Μάντσεστερ»[40] του Ελευθέρου Εμπορίου, το Εμπορικό Επιμελητήριο του Μάντσεστερ συζήτησε, την 1η Νοέμβρη του 1886, ένα ψήφισμα «ότι, έχοντας μάταια αναμείνει επί 40 χρόνια τα άλλα έθνη να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Ελευθέρου Εμπορίου της Αγγλίας, το επιμελητήριο πιστεύει ότι ήρθε ο καιρός της αναθεώρησης αυτής της θέσης».
Η απόφαση, βέβαια, απορρίφθηκε αλλά με 22 ψήφους έναντι 21! Και αυτό έγινε στο κέντρο της βαμβακουργίας - δηλαδή, του μόνου κλάδου της αγγλικής βιομηχανίας του οποίου η υπεροχή στην ανοιχτή αγορά φαίνεται ακόμη αναμφισβήτητη! Αλλά, πάντως, ακόμη και σ’ αυτόν τον ειδικό κλάδο η εφευρετική ιδιοφυία πέρασε από την Αγγλία στην Αμερική. Οι τελευταίες βελτιώσεις στα νηματουργικά και υφαντουργικά μηχανήματα του βάμβακος ήρθαν, σχεδόν όλες, από την Αμερική και το Μάντσεστερ αναγκάστηκε να τις υιοθετήσει. Στις βιομηχανικές εφευρέσεις όλων των ειδών, η Αμερική έχει ξεκάθαρα πάρει την πρώτη θέση, ενώ η Γερμανία ανταγωνίζεται την Αγγλία πολύ στενά για τη δεύτερη θέση.
Στην Αγγλία κερδίζει έδαφος η συνείδηση ότι το βιομηχανικό μονοπώλιο της χώρας αυτής έχει ανεπανόρθωτα χαθεί, ότι πάντα χάνει σχετικά έδαφος, ενώ οι αντίπαλοί της προχωρούν, και ότι κατευθύνεται προς μια κατάσταση όπου θα πρέπει να ικανοποιείται με τη θέση ενός βιομηχανικού έθνους μεταξύ πολλών, αντί, όπως κάποτε ονειρευόταν, του «εργαστηρίου του κόσμου». Για την απόκρουση αυτού του επικειμένου πεπρωμένου, γίνονται επικλήσεις, μόλις καλυμμένες κάτω από το πέπλο του «εντίμου εμπορίου» και των δασμών αντιποίνων, της προστασίας από τους γιους των ίδιων εκείνων ανθρώπων οι οποίοι, πριν από 40 χρόνια, δεν έβλεπαν σωτηρία παρά μόνο στο Ελεύθερο Εμπόριο. Και όταν οι Αγγλοι αρχίζουν να βρίσκουν ότι το Ελεύθερο Εμπόριο τους καταστρέφει και ζητούν από την κυβέρνηση να τους προστατέψει απέναντι στους ξένους ανταγωνιστές τους, τότε, ασφαλώς, ήρθε η ώρα για αυτούς τους ανταγωνιστές να αντιδράσουν πετώντας ένα προστατευτικό σύστημα στο εξής άχρηστο, να πολεμήσουν το βιομηχανικό μονοπώλιο της Αγγλίας που εξαφανίζεται με το ίδιο του το όπλο: το Ελεύθερο Εμπόριο.
Αλλά, όπως είπα παραπάνω, μπορείτε εύκολα να επιβάλλετε την Προστασία αλλά δεν μπορείτε να απαλλαγείτε από αυτή τόσο εύκολα. Το νομοθετικό σώμα, εγκρίνοντας το προστατευτικό σχέδιο, έχει δημιουργήσει μεγάλα συμφέροντα για τα οποία είναι υπεύθυνο. Και δεν είναι κάθε ένα από αυτά τα συμφέροντα - όλοι οι κλάδοι της βιομηχανίας - εξίσου έτοιμο, στην δεδομένη στιγμή, να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό. Μερικοί καθυστερούν ενώ άλλοι δε χρειάζονται πλέον προστατευτική φροντίδα. Η διαφορά της θέσης θα δημιουργήσει τις γνωστές συνομωσίες των οργανωμένων συμφερόντων (lobby) και είναι αυτό καθ’ εαυτό μια ασφαλής εγγύηση ότι οι προστατευμένες βιομηχανίες, εάν αποφασιστεί το Ελεύθερο Εμπόριο, δε θα εγκαταλειφθούν στην τύχη τους, όπως δεν εγκαταλείφθηκε η βιομηχανία μετάξης στην Αγγλία μετά το 1846. Αυτό είναι αναπόφευκτο στις σημερινές συνθήκες και θα πρέπει να τηρηθεί από το κόμμα του Ελευθέρου Εμπορίου στο βαθμό που η αλλαγή θα αποφασιστεί κατ’ αρχήν.
Το ερώτημα του Ελευθέρου Εμπορίου ή της Προστασίας κινείται μέσα στα πλαίσια του σημερινού συστήματος της καπιταλιστικής παραγωγής και συνεπώς δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον για μας τους σοσιαλιστές που θέλουμε να απαλλαγούμε από το σύστημα.
Εμμεσα, ωστόσο, μας ενδιαφέρει στο βαθμό που πρέπει να επιθυμούμε το σημερινό σύστημα παραγωγής να αναπτυχθεί και να εξαπλωθεί όσο το δυνατό πιο ελεύθερα και ταχύτερα, διότι μαζί του θα αναπτυχθούν και αυτά τα οικονομικά φαινόμενα που είναι οι αναγκαίες του συνέπειες και τα οποία πρέπει να καταστρέψουν το σύστημα στο σύνολό του[41]: αθλιότητα για τη μεγάλη μάζα του λαού, σαν αποτέλεσμα της υπερπαραγωγής. Αυτή η υπερπαραγωγή γεννά ή περιοδικούς κορεσμούς και σπασμούς, που συνοδεύονται από πανικό, ή σε άλλες περιπτώσεις μια χρόνια στασιμότητα του εμπορίου, διαίρεση της κοινωνίας σε μια μικρή τάξη μεγάλων καπιταλιστών και μια μεγάλη ουσιαστικά κληρονομικών μισθωτών δούλων, τους προλετάριους, οι οποίοι, ενώ ο αριθμός τους συνεχώς αυξάνεται, ταυτόχρονα συνεχώς αντικαθίστανται από μηχανές που εξοικονομούν νέα εργατική δύναμη. Με λίγα λόγια, μια κοινωνία που οδηγείται στο αδιέξοδο, από το οποίο δεν υπάρχει διαφυγή παρά μέσω μιας πλήρους αναμόρφωσης της οικονομικής δομής που αποτελεί τη βάση της.
Από αυτή την άποψη, εδώ και 40 χρόνια, ο Μαρξ τάχθηκε, κατ’ αρχήν, υπέρ του Ελευθέρου Εμπορίου σαν το πιο προοδευτικό σχέδιο και, συνεπώς, σαν το σχέδιο που θα έφερνε πιο γρήγορα την καπιταλιστική κοινωνία σ’ αυτό το αδιέξοδο. Αλλά εάν ο Μαρξ τάχθηκε υπέρ του Ελευθέρου Εμπορίου με αυτή τη δικαιολογία, δεν είναι αυτό λόγος για οποιονδήποτε υποστηρικτή του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος για να ταχθεί ενάντια στο Ελεύθερο Εμπόριο; Εάν το Ελεύθερο Εμπόριο θεωρείται επαναστατικό, δε θα πρέπει όλοι οι καλοί πολίτες να ψηφίσουν υπέρ της Προστασίας σαν συντηρητικής κατεύθυνσης;
Εάν μια χώρα δεχθεί σήμερα το Ελεύθερο Εμπόριο, δε θα το κάνει ασφαλώς για να ικανοποιήσει τους Σοσιαλιστές. Θα το κάνει γιατί το Ελεύθερο Εμπόριο έχει γίνει ανάγκη για τους βιομηχάνους καπιταλιστές. Ωστόσο αν απέρριπτε το Ελεύθερο Εμπόριο και παρέμενε στην Προστασία, για να εξαπατήσει τους Σοσιαλιστές αποφεύγοντας την κοινωνική καταστροφή που αναμένεται, αυτό δε θα βλάψει τις προοπτικές του Σοσιαλισμού στο ελάχιστο[42]. Η Προστασία είναι ένα πρόγραμμα για την τεχνητή παραγωγή κατασκευαστών και, συνεπώς, και ένα πρόγραμμα για την τεχνητή παραγωγή μισθωτών εργαζομένων. Δεν μπορείτε να δημιουργήσετε το ένα χωρίς να δημιουργήσετε και το άλλο.
Ο μισθωτός παντού ακολουθεί κατά πόδας το βιομήχανο, είναι σαν τη «θλιβερή φροντίδα» του Οράτιου που κάθεται πίσω από τον ιππέα και που δεν μπορεί να την αποτινάξει όπου και να πάει[43]. Δεν μπορείτε να αποφύγετε το πεπρωμένο, με άλλα λόγια, δεν μπορείτε να αποφύγετε τις αναγκαίες συνέπειες των πράξεων σας. Ενα σύστημα παραγωγής βασισμένο στην εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας, στο οποίο ο πλούτος αυξάνει ανάλογα με τον αριθμό των χρησιμοποιουμένων και εκμεταλλευομένων εργαζομένων, ένα τέτιο σύστημα είναι αναγκασμένο να αυξάνει την τάξη των μισθωτών εργαζομένων,[44] δηλαδή την τάξη που προορίζεται μια μέρα να καταστρέψει το ίδιο το σύστημα. Στο μεταξύ, δεν μπορεί να γίνει τίποτε: πρέπει να συνεχίσετε να αναπτύσσετε το καπιταλιστικό σύστημα, πρέπει να επιταχύνετε την παραγωγή, τη συσσώρευση και τη συγκεντροποίηση του καπιταλιστικού πλούτου, και, μαζί μ’ αυτό, την παραγωγή μιας επαναστατικής τάξης εργαζομένων[45]. Είτε δοκιμάσετε την Προστασία είτε το Ελεύθερο Εμπόριο, στο τέλος δεν υπάρχει διαφορά και ελάχιστη διαφορά στο μήκος της ανάπαυλας που σας έχει δοθεί μέχρι τη μέρα που θα έρθει το τέλος. Γιατί πολύ πριν απ’ αυτή τη μέρα η Προστασία θα έχει γίνει μια ανυπόφορη (αφόρητη) τροχοπέδη για κάθε χώρα που φιλοδοξεί, με μια πιθανότητα επιτυχίας, να κρατήσει τη θέση της στην παγκόσμια αγορά.

Γράφτηκε τον Απρίλη και αρχές Μάη 1888
Πρώτη δημοσίευση στην «Die Neue Zeit», Νο. 7, Ιούλης 1888, καθώς επίσης και στο φυλλάδιο «Κ. Μαρξ: Ελεύθερο Εμπόριο», Βοστόνη, 1888.


* Το παρόν κείμενο είναι ο εισαγωγικός πρόλογος που έγραψε ο Φρ. Ενγκελς για την αγγλική έκδοση σε μπροσούρα (1888) σε λόγο του Κ. Μαρξ για το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου (1847). Ο «Πρόλογος» αυτός δεν έχει εκδοθεί στην ελληνική γλώσσα. Τη μετάφραση έκανε ο Θ. Παπαρήγας και την επιμέλεια ο Ηλ. Λέγγερης. Για τις υποσημειώσεις του επιμελητή πάρθηκαν υπόψη και αυτές που υπήρχαν στην αγγλική έκδοση. Η μετάφραση έγινε από την αγγλική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ενγκελς Collected Works volume 26 (Engels: 1882-1889) των εκδόσεων Progress, Μόσχα 1990.
[1] Για το Συνέδριο των Βρυξελλών πάνω στο Ελεύθερο Εμπόριο ο Ενγκελς έχει γράψει επίσης τα άρθρα «Το Οικονομικό Συνέδριο» και «Το Συνέδριο του Ελεύθερου Εμπορίου στις Βρυξέλλες». Απαντα 6ος τόμος, αγγλική έκδοση του Progress, Μόσχα, 1990, σελ. 274-78 και 282-90 αντίστοιχα.
[2] Οι εισαγωγικοί δασμοί στα σιτηρά επιβλήθηκαν στην Αγγλία με τους λεγόμενους νόμους για τα σιτηρά που εκδόθηκαν το 1815, 1822 και 1828. Σκοπός τους ήταν να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν την εισαγωγή σιτηρών για να κρατούνται υψηλές οι τιμές τους προς όφελος των μεγάλων άγγλων γαιοκτημόνων. Απαγόρευαν την εισαγωγή σιταριού, όταν η εσωτερική τους τιμή έπεφτε κάτω από 80 σελίνια το κουάρτερ. Οι νόμοι αυτοί χειροτέρευαν την κατάσταση των πιο φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού αλλά ήταν ασύμφοροι και για τη βιομηχανική αστική τάξη, γιατί ακρίβαιναν την εργατική δύναμη, μείωναν την απορροφητικότητα της εσωτερικής αγοράς και παρεμπόδιζαν την ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου. Οι νόμοι αυτοί συνδύαζαν τους υψηλούς εισαγωγικούς δασμούς για το στάρι με τις υψηλές τιμές στη ντόπια αγορά και εμπόδιζαν την αύξηση του καπιταλιστικού κέρδους. Το 1883, δυο βιομήχανοι του Μάντσεστερ, ο Κόμπντεν και ο Μπράιτ (Cobden and Bright) ίδρυσαν την Ενωση Ενάντια στο Νόμο των Σιτηρών (Anti-Corn Law League), η οποία ζητούσε χαμηλούς δασμούς στα σιτηρά και απεριόριστη ελευθερία του εμπορίου με σκοπό την εξασθένηση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης των μεγαλογαιοκτημόνων (της αριστοκρατίας της γαιοκτησίας) και την ελάττωση των μισθών των εργατών γης. Οι νόμοι καταργήθηκαν ύστερα από μακρόχρονη πάλη ανάμεσα στους μεγαλογαιοκτήμονες και την αστική τάξη το 1846 όταν πρωθυπουργός ήταν ο σερ Ρόμπερτ Πηλ. Η κατάργηση τους συνέβαλε στη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Αγγλία. (Δες και σημειώσεις 20, 21, 32 και 40).
[3] Ο Δημοκρατικός Σύνδεσμος ιδρύθηκε στις 27 Σεπτέμβρη του 1847 στις Βρυξέλλες και αποτελούνταν από επαναστάτες προλετάριους, κύρια γερμανούς πρόσφυγες και προοδευτικούς αστούς και μικροαστούς δημοκράτες. Ο Μαρξ και ο Ενγκελς πήραν ενεργό μέρος στην ίδρυσή της. Στις 15 Νοέμβρη του 1847, ο Μαρξ εκλέχτηκε Αντιπρόεδρος (Πρόεδρος ήταν ο Λουσιέν Τζοττράν -Lusien Jottrand-, ένας βέλγος δημοκράτης) και κάτω από την επίδρασή του έγινε ένα κέντρο του διεθνούς δημοκρατικού κινήματος. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Φλεβάρη του 1848 στη Γαλλία, η προλεταριακή πτέρυγα του Δημοκρατικού Συνδέσμου απαίτησε να εξοπλιστούν οι Βέλγοι εργάτες και να εντείνουν την πάλη τους για λαοκρατική δημοκρατία (democratic republic). Οταν ο Μαρξ διώχθηκε από τις Βρυξέλλες το Μάρτη του 1848 και τα πιο επαναστατικά στοιχεία καταστάλθηκαν από τις βελγικές αρχές, η δραστηριότητα του Συνδέσμου αδυνάτισε, πήρε καθαρά τοπικό χαρακτήρα και το 1849 ο Σύνδεσμος έπαψε να υπάρχει.
[4] Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, κεφάλαιο 24ο - Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση -, σελ. 781, έκδοση Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978. Στην ελληνική μετάφραση (Π. Μαυρομάτη) αντί για μεσαιωνικό έχει αρχαϊκό, η λέξη πάντως που έχει ο Ενγκελς στα αγγλικά είναι medieval=μεσαιωνικός. (Απαντα Μαρξ - Ενγκελς, τόμος 26, σελ. 522, αγγλική έκδοση Progress, Μόσχα, 1990, - Protection and Free Trade, Preface to the pumphlet: Karl Marx, Speech On The Question of Free Trade -).
[5] Στη γερμανική μετάφραση της Εισαγωγής αυτής (Ιούλης 1888) αντί γι’ αυτό, ο Ενγκελς γράφει «μετέτρεψαν όλες αυτές τις χώρες».
[6] Η αναφορά γίνεται στους πολέμους της Αγγλίας ενάντια στη Γαλλική Δημοκρατία και στην αυτοκρατορία του Ναπολέοντα από το 1793 ως το 1815 - οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι ήταν από το 1796-1814. Χαρακτηρίζεται και ως αντιγιακωβίνικος πόλεμος (Το Κεφάλαιο, τόμος 3, κεφάλαιο 37, - Εισαγωγικές Παρατηρήσεις [στο έκτο τμήμα που αφορά τη Μετατροπή Πρόσθετου Κέρδους σε Γαιοπρόσοδο] - σελ.779 - 780, έκδοση Νέα Βιβλία, Δρέσδη-ΓΛΔ/Σύγχρονη Εποχή) όπου γίνεται αναφορά στους νόμους λ.χ. του 1815 για το σιτάρι - έναν φόρο που μπήκε πάνω στο ψωμί για να εξασφαλίσει στους αργόσχολους γαιοκτήμονες τη συνέχιση των υπερβολικά αυξημένων από τον πόλεμο αυτό εσόδων τους - είχαν επίσης σαν αποτέλεσμα, εκτός από μερικά εύφορα χρόνια, να κρατούν τις τιμές των αγροτικών προϊόντων πάνω από το επίπεδο στο οποίο θα έπεφταν, αν η εισαγωγή σίτου γινόταν ελεύθερη...
[7] Η Φυσιοκρατική Σχολή, Φυσιοκράτες, αποτελούν μια τάση της αστικής πολιτικής οικονομίας που εμφανίστηκε στη Γαλλία στα 1750. Θεωρούσαν τη Φύση σαν τη μοναδική πηγή του πλούτου και την αγροτική οικονομία σαν τη μόνη σφαίρα της οικονομίας που δημιουργούσε αξία. Αυτούς που ασχολούνταν στην αγροτική οικονομία τους αποκαλούσαν παραγωγική τάξη ενώ τη βιομηχανία τη θεωρούσαν «στείρα» σφαίρα και τους ανθρώπους που ασχολούνταν σ’ αυτή τους ονομάτιζαν «στείρα τάξη» γιατί κατά τη γνώμη τους δε δημιουργούσαν νέο πλούτο. Αν και υποτιμούσαν το ρόλο της βιομηχανίας και του εμπορίου, πρόσφεραν μια σημαντική υπηρεσία γιατί έστρεψαν την προσοχή της έρευνας για τις πηγές της υπεραξίας από τη σφαίρα της κυκλοφορίας στη σφαίρα της παραγωγής, στην οποία στηρίζεται η βάση για την ανάλυση της καπιταλιστικής παραγωγής. Υποστηρίζοντας τα μεγάλης κλίμακας καπιταλιστικά αγροκτήματα, έδειξαν την ετοιμοθάνατη φύση της φεουδαρχικής οικονομίας και συνεισέφεραν έτσι στην ιδεολογική προετοιμασία της αστικής επανάστασης στη Γαλλία. Επικεφαλής της Σχολής θεωρείται ο γάλλος Φρανσουά Κενέ, ο «οικονομικός πίνακας» του οποίου αποτελεί μια πρώτη απόπειρα να εκφραστεί η καπιταλιστική διαδικασία της αναπαραγωγής στο σύνολό της και τον οποίο ο Μαρξ εξήγησε επιστημονικά και έγραψε πολύ καλά λόγια: «στο πρώτο τρίτο του 18ου αιώνα, στην παιδική εποχή της πολιτικής οικονομίας... ήταν αναμφισβήτητα η πιο μεγαλοφυής επινόηση, που κατάφερε ως τότε η πολιτική οικονομία» (Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος πρώτο, -4ος τόμος του Κεφαλαίου-, κεφάλαιο έκτο, Η σημασία του Tableau Economique στην ιστορία της πολιτικής οικονομίας, σελ. 379, έκδοση Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981). Οι Φυσιοκράτες ήταν οπαδοί της απεριόριστης κυριαρχίας της ατομικής ιδιοκτησίας, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ελευθερίας του εξωτερικού εμπορίου (Laissez faire, laissez aller!).
[8] Ανταμ Σμιθ (1723-1790). Ενας από τους σημαντικότερους αστούς οικονομολόγους στην Αγγλία, που δίνει στην κλασική αστική πολιτική οικονομία τη διαμορφωμένη της μορφή. Ο Μαρξ τον ονομάζει οικονομολόγο της μανιφακτουρικής περιόδου του καπιταλισμού και του ανερχόμενου τότε εργοστασιακού συστήματος, εκφράζει τα συμφέροντα της αναπτυσσόμενης βιομηχανικής αστικής τάξης εκείνης της περιόδου. Οι βασικές του απόψεις περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Ερευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών» (1776).
Ο Νταβίντ Ρικάρντο (1772-1823), αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο εκπρόσωπο της κλασικής αστικής πολιτικής οικονομίας και εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης ιδιαίτερα της Αγγλίας, που προπορεύεται από τις άλλες ευρωπαϊκές. Βασικό του έργο είναι «Οι Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας» (1817). Κριτικάρισε τη θεωρία της αξίας του Α. Σμιθ και έδειξε μια σειρά αντιφάσεις της. Τις αντιθέσεις της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και των κοινωνικών τάξεων τις θεωρούσε φυσικές που δεν μπορούσαν όμως να ξεπεράσουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Συνεπής εκφραστής της τάξης του, θεωρούσε τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής αιώνιο...
[9] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) αντί για κοινωνική επανάσταση έχει κοινωνικός μετασχηματισμός (social transformation).
[10] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) έχει αναπόφευκτη λύση (this inevitable solution).
[11] Η ανακάλυψη στην Καλιφόρνια το 1848 και στην Αυστραλία το 1851 των πλούσιων σε χρυσό κοιτασμάτων επηρέασαν πολύ την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης και Αμερικής.
[12] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) αντί της τελευταίας φράσης έχει: αντιπροσωπεύουν ένα γενικό μετασχηματισμό των μέσων μεταφοράς.
[13] Η αναφορά γίνεται στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο του 1861-65. Οι δουλοκτήτες του Νότου στράφηκαν ενάντια στην Ενωση και δημιούργησαν μια Ομοσπονδία των Πολιτειών του Νότου. Στην ουσία ο πόλεμος προήλθε από τη σύγκρουση δύο κοινωνικών συστημάτων: στη μια πλευρά βρισκόταν το καπιταλιστικό σύστημα της μισθωτής εργασίας που είχε εγκαθιδρυθεί στο Βορρά και από την άλλη ήταν το δουλοκτητικό καθεστώς του Νότου. Ο Εμφύλιος Πόλεμος, που είχε το χαρακτήρα μιας αστικο-δημοκρατικής επανάστασης, πέρασε από δύο στάδια ανάπτυξης: την περίοδο ενός συνταγματικού πολέμου για τη διατήρηση της Ενωσης και την περίοδο ενός επαναστατικού πολέμου για την κατάργηση της δουλείας. Τον αποφασιστικό ρόλο στην ήττα των Νοτίων έπαιξαν οι εργάτες και οι αγρότες.
[14] «Manifest Destiny», ήταν μια έκφραση πλατιά διαδομένη στον 19ο αιώνα από τους ιδεολόγους της επεκτατικής πολιτικής που ακολουθούνταν από τους κυρίαρχους κύκλους των Ενωμένων Πολιτειών για την επικύρωση αυτής της πολιτικής. Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε από τον Τζον Ο Σάλλιβαν, εκδότη του περιοδικού, Περιοδικό των ΕΠΑ και Δημοκρατική Επιθεώρηση, στο τεύχος Ιούλη - Αυγούστου 1845, τόμος 18, σελ. 5.
[15] Ετσι λέγονταν στην Αγγλία τα τραίνα τρίτης κατηγορίας, που σύμφωνα με το νόμο του 1844, κάθε σιδηροδρομική εταιρεία είχε την υποχρέωση να δρομολογεί μια φορά τη μέρα με ταχύτητα 12 μίλια την ώρα και ναύλα που δεν ξεπερνούσαν τη μια πένα ανά μίλι.
[16] Ετήσια Εκθεση του Υπουργού Οικονομικών κλπ. για το Ετος 1887, Ουάσιγκτον 1887, σελ. XXVIII, XXIX.
[17] Στην Αγγλία, όπως σημειώνει ο Ενγκελς, κάνουν αυστηρή διάκριση ανάμεσα στην Woolen Manufacture που κλώθει και υφαίνει κοντόϊνο μαλλί (κοντής ίνας) και κύριο κέντρο είχε το Λιτζ και στην Worsted Manufacture που από μακρόϊνο μαλλί (μακριάς ίνας) κλώθει νήμα πενιέ και υφαίνει μ΄ αυτό και κύρια έδρα είχε το Μπράντφορντ στο Υιόρκσαϊρ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 3, κεφάλαιο 6, - Επίδραση της αλλαγής των τιμών, ΙΙΙ. Γενική περιγραφή: η κρίση του βαμβακιού 1861-1865. Προϊστορία 1845-1860, σημείωση 18, σ. 161. Εκδοση Νέα Βιβλία, Δρέσδη-ΓΛΔ/Σύγχρονη Εποχή.
[18] Σε αναλογία με την υπολογισμένη χονδρικά αξία των εμπορευμάτων (αγαθών). [In proportion to estimated value of goods].
[19] Ο Υπουργός ήταν ο Charles Fairchild (και στη γλώσσα μας το επίθετο μπορεί να αποδοθεί ως ομορφόπαιδο ή και ως δίκαιο παιδί).
[20] Ο Χάσκισσον [Huskisson, William] (1770-1830), άγγλος πολιτικός με το κόμμα των Τόρυ, το 1823 έγινε Πρόεδρος του Εμπορικού Συμβουλίου (έως το 1827) και μείωσε τους εισαγωγικούς δασμούς σε μια σειρά αγαθά και έκανε σημαντικές αλλαγές στην αποικιακή πολιτική. Με πρωτοβουλία του, πάρθηκαν μια σειρά μέτρα στις αρχές της δεκαετίας του 1820, που αναδιοργάνωσαν το απαρχαιωμένο σύστημα των δασμών. Το σύστημα των απαγορευμένων ειδών στα σιτηρά αντικαταστάθηκε από μια κυλιόμενη κλίμακα δασμού, από την οποία η άνοδος ή η πτώση των εισαγωγών αυτών των ειδών εξαρτιόταν από την πτώση ή την άνοδο των τιμών των σιτηρών μέσα στη χώρα.
[21] Ο Ρόμπερτ Πηλ [Peel, Sir Robert] (1788-1850), μετριοπαθής Τόρυ (Υπουργός Εσωτερικών στα 1822-27, 1828-30, και Πρωθυπουργός στα 1834-35, 1841-46), το 1842 έκανε μια δασμολογική μεταρρύθμιση χαμηλώνοντας τους τελωνειακούς δασμούς στα σιτηρά και σε άλλα εισαγόμενα αγαθά αλλά ταυτόχρονα εισήγαγε ξανά το φόρο εισοδήματος σαν μια αποζημίωση για το ταμείο του κράτους. (Ο φόρος εισοδήματος μπήκε για πρώτη φορά το 1799, ως ένα πολεμικό μέτρο, ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει η Αγγλία στον πόλεμο με τη Γαλλία και καταργήθηκε όταν τελείωσαν οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι το 1816. - W.H.B. Court, A Concise Economic History of Britain from 1750 to recent times. Cabridge/University Press, 1967, p. 129).
[22] Το 1847 έγινε ο νόμος για το 10ωρο που άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Μάη του 1848. Τον Αύγουστο του 1850 το Κοινοβούλιο ψήφισε έναν πρόσθετο εργοστασιακό νόμο ο οποίος παρέτεινε την εργάσιμη μέρα για τις γυναίκες και τους έφηβους σε 10 ½ ώρες για τις 5 πρώτες μέρες της βδομάδας και τη μείωνε σε 7 ½ ώρες το Σάββατο.
[23] Η Τελωνειακή Ενωση των Γερμανικών κρατών, Zollverein, (αρχικά περιελάμβανε 18 κράτη) έγινε το 1834 κάτω από την ηγεσία της Πρωσίας. Η συμφωνία εξάλειφε τους τελωνειακούς φραγμούς που υπήρχαν ανάμεσα στα γερμανικά κράτη και εγκαθιστούσε κοινά τελωνειακά σύνορα. Η δημιουργία της ανταποκρινόταν στην ανάγκη ύπαρξης μιας ενιαίας γερμανικής αγοράς και συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιτική ενοποίηση της Γερμανίας που πραγματοποιήθηκε το 1871. Ετσι η διαδικασία που ξεκίνησε το 1819 η Πρωσία κλείνοντας τελωνειακές συμφωνίες με μια σειρά μικρότερα γερμανικά κράτη - το μεγαλύτερο ήταν του Εσεν/Ντάρμσταντ - πέρασε σε μια νέα φάση το 1834 και τελείωσε το 1871 με μια ισχυρή Γερμανία. Στην Ενωση αυτή (που έπαψε να υπάρχει το 1871) δε συμμετείχαν η Αυστρία και οι ελεύθερες ομοσπονδιακές πόλεις (Χανσεατικές) Λύμπεκ/Λυβέκη, Αμβούργο και Βρέμη.
[24] Σύμφωνα με την καταγραφή των στοιχείων που έγινε το 1874 των Εξαγωγών και Εισαγωγών σε εκατομμύρια δολάρια, η συμμετοχή ήταν: Μεγάλη Βρετανία - 3300, Γερμανία - 2325, Γαλλία - 1665, Ενωμένες Πολιτείες - 1245 εκατομμύρια δολάρια. (Κολμπ, Στατιστική, 7η έκδοση, Λειψία, 1875, σ. 790). Στο φυλλάδιο αυτό τα στοιχεία δίνονταν σε εκατομμύρια τάλιρα (thaler), και στη γερμανική μετάφραση δίνονταν σε εκατομμύρια μάρκων.
[25] Στη γερμανική μετάφραση του κειμένου (Ιούλης 1888) έχει προστεθεί αμέσως μετά «και την υπερβολική κερδοσκοπία».
[26] Η ανάγκη για μια τροποποίηση των τελωνειακών δασμών καθώς και της αύξησης των δασμών στα εισαγόμενα βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα, διακηρύχτηκε από μια ομάδα βουλευτών του Ράϊχσταγκ τον Οκτώβρη του 1878. Το Δεκέμβρη, ο Μπίσμαρκ έδωσε το αρχικό του σχέδιο της τροποποίησης στην ειδική επιτροπή που είχε γίνει γι’ αυτό το θέμα. Το τελικό κείμενο προς συζήτηση στο Ράϊχσταγκ άρχισε το Μάη του 1879 και εγκρίθηκε τον Ιούλη του ίδιου χρόνου. Το νέο σύστημα τελωνειακών δασμών πρόβλεπε μια σημαντική αύξηση των εισαγωγικών δασμών στο σίδερο, στα μηχανήματα, στα υφαντουργικά προϊόντα, στα σιτηρά, στα βοοειδή, στα λίπη, στις ίνες λιναριού, στη ξυλεία, κ.α.
[27] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) αντί των όρων «κύκλοι» και «τραστ» έχει τον όρο «καρτέλ».
[28] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) έχει «τριάντα έξι εκατομμύρια μάρκα».
[29] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) αντί του «θα διωχτεί από την αγορά» έχει «θα χάσουν την ανταγωνιστικότητά τους».
[30] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) η πρόταση αρχίζει ως εξής: «Η βιομηχανία μεγάλης κλίμακας απαιτεί μόνιμες αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής».
[31] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) οι τρεις τελευταίες λέξεις έχουν απαλειφθεί (δηλαδή, με ξένους αντιπάλους).
[32] Η αναφορά αφορά την εμπορική συμφωνία μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας που υπογράφηκε στις 23 Γενάρη του 1860. Επικεφαλής της βρετανικής πλευράς (και πρωταγωνιστής) ήταν ο θερμός υποστηρικτής του ελεύθερου εμπορίου Ρίτσαρντ Κόμπντεν (Richard Cobden). (Δες και σημείωση 2 και 40). Με τη συμφωνία, η Γαλλία εγκατέλειπε την απαγορευτική δασμολογική της πολιτική και εισήγαγε ένα σύστημα δασμών που δεν μπορούσε να ξεπεράσει το 30%, και αργότερα το 25% του κόστους των αγαθών. Η συμφωνία έδινε το δικαίωμα στη Γαλλία να εξάγει τον όγκο των προϊόντων της στην Αγγλία αφορολόγητα. Μια επίπτωση της συμφωνίας ήταν η ένταση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά εξαιτίας της εισροής των αγγλικών προϊόντων, τα οποία προκάλεσαν δυσαρέσκεια μεταξύ των Γάλλων κατασκευαστών και βιομηχάνων.
[33] Η γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) έχει «αφοσιωμένους υπηκόους» (faithful subjects).
[34] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) το τέλος αυτής της πρότασης έχει ως εξής: «είναι ώρα να τελειώνει με αυτή» (it is time to finish with it).
[35] Δες την σημείωση 27, όπου η γερμανική μετάφραση χρησιμοποιεί τον όρο «καρτέλ».
[36] Δες τη σημείωση 27, όπου η γερμανική μετάφραση χρησιμοποιεί τον όρο «καρτέλ».
[37] Η Στάνταρ Οϊλ Κόμπανι [Standard Oil Company] ιδρύθηκε από τον Τζον Ντ. Ροκφέλλερ στην Πολιτεία του Οχάιο το 1870 με αρχικό κεφάλαιο 1 εκατομμύριο δολάρια. Στη δεκαετία του 1870 η εταιρεία κυριάρχησε στη διύλιση και διακίνηση του πετρελαίου και έλεγχε σχεδόν το σύνολο της βιομηχανίας πετρελαίου των Ενωμένων Πολιτειών. Το 1882, η εταιρεία μετασχηματίστηκε σ’ ένα τραστ με το ίδιο όνομα, λειτουργώντας μ’ ένα κεφάλαιο 75 εκατομμυρίων δολαρίων. Αργότερα, η Στάνταρ Οϊλ αναπτύχθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον κόσμο.
[38] Το τραστ Αμερικανική Εταιρεία Ζάχαρης [American Sugar Company] έγινε το 1887 και κατόπιν το 1891 μετονομάστηκε σε Αμερικανική Εταιρεία Διύλισης Ζάχαρης [American Sugar Refining Company]. Τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του, το τραστ κυριάρχησε σχεδόν σε όλες τις βιομηχανίες ζάχαρης των Ενωμένων Πολιτειών. Αργότερα, παρά τη διαμόρφωση μεγάλων ανταγωνιστικών εταιρειών, το τραστ μπόρεσε να διατηρήσει τη θέση του ως η μεγαλύτερη εταιρεία στον τομέα αυτό, πετυχαίνοντας τον έλεγχο πάνω σε αρκετούς ανταγωνιστές του και συνεργαζόμενο με άλλους στη βάση του συστήματος συμμετοχής στα κέρδη.
[39] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), έχει αμέσως μετά: «μέσω των προστατευτικών δασμών».
[40] Η Σχολή του Μάντσεστερ αποτελούσε μια τάση στην αστική οικονομική σκέψη που αντανακλούσε στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, τα συμφέροντα της βιομηχανικής αστικής τάξης. Οι οπαδοί της, γνωστοί και ως υπερασπιστές του ελεύθερου εμπορίου (Free Traders) τάχθηκαν υπέρ της ελευθερίας του εμπορίου και της μη επέμβασης της κυβέρνησης στην οικονομική ζωή. Το κέντρο των δραστηριοτήτων των οπαδών του Ελευθέρου Εμπορίου ήταν το Μάντσεστερ, όπου το κίνημα είχε επικεφαλής δυο βιομηχάνους υφαντουργίας το Ρίτσαρντ Κόμπντεν και τον Τζον Μπράϊτ, οι οποίοι ίδρυσαν την Ενωση ενάντια στον Νόμο των Δημητριακών το 1838. Στις δεκαετίες του 1840 και 1850, οι οπαδοί του Ελευθέρου Εμπορίου ίδρυσαν μια χωριστή πολιτική ομάδα η οποία αργότερα αποτέλεσε την αριστερή πτέρυγα του Φιλελευθέρου Κόμματος (Liberal Party). (Δες και σημειώσεις 2 και 32)
[41] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), λείπουν οι τελευταίες λέξεις: «και τα οποία πρέπει να καταστρέψουν το σύστημα στο σύνολό του».
[42] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), αντί «αυτό δε θα βλάψει τις προοπτικές του Σοσιαλισμού στο ελάχιστο» έχει «τότε, κανένας δε θα μπορούσε να εξαπατηθεί περισσότερο απ’ ό,τι η ίδια» (η χώρα).
[43] Οράτιος, Carminum, (Ωδές) ΙΙΙ.1.
[44] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), η πρόταση καταλήγει ως εξής: «και μ’ αυτό τον τρόπο να παροξύνει την ανταγωνιστική τάξη η οποία μια μέρα θα καταστρέψει όλο το σύστημα».

[45] Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), η λέξη «επαναστατική» λείπει και η πρόταση καταλήγει ως εξής: «που βρίσκεται εκτός επίσημης κοινωνίας».

Το νέο δασικό νομοσχέδιο, καιει τα δαση

Το νέο δασικό νομοσχέδιο, καιει τα δαση
Τις επόμενες μέρες, αναμένεται η κατάθεση στη Βουλή από τη συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ του νέου δασικού νομοσχεδίου.

Αποτελεί συνέχεια της κυβερνητικής πολιτικής διαχρονικά στον τομέα των Δασών: Του Ν. 998/1979 (ΝΔ), με τον οποίο προσπάθησαν να αποδεσμεύσουν από την όποια προστασία της δασικής νομοθεσίας περίπου 15 εκατομμύρια στρέμματα χορτολιβαδικών εκτάσεων. Του Ν. 1734/1987 (ΠΑΣΟΚ), γνωστού ως νόμου για τα βοσκοτόπια, με τον οποίο προσπάθησαν να αποδεσμεύσουν 40 περίπου εκατομμύρια στρέμματα δασικών εκτάσεων μέσω της μετονομασίας τους σε βοσκότοπους. Οι προσπάθειες κρίθηκαν αντισυνταγματικές. Ακόμη μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (ΠΑΣΟΚ) και του Νόμου 3208/2003 που προέκυπτε απ' αυτήν, ο οποίος, στο όνομα της «βιώσιμης» και «αειφόρου ανάπτυξης», άνοιξε τη λεωφόρο της εμπορευματοποίησης των δασικών οικοσυστημάτων.
Η ουσία όλων των αλλαγών, μετά το 1975, βρίσκεται στην επιδίωξη της εμπορευματοποίησης, μέσω της μεταβολής του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων και της αλλαγής του χαρακτήρα και της ιδιοκτησίας τους.
Η σημερινή κατάσταση που αντιμετωπίζουν τα δασικά οικοσυστήματα, είναι αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ελλάδας και της πολιτικής ΕΕ - άρχουσας τάξης, που στοχεύει στη θωράκιση της κερδοφορίας των ομίλων. Βασικοί άξονες της πολιτικής αυτής είναι η εμπορευματοποίηση της γης και των δασών, οι ιδιωτικοποιήσεις. Η κρατική πολιτική αντιμετωπίζει τις επενδύσεις στα δάση ως μία ακόμα διέξοδο στα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια των μονοπωλιακών ομίλων. Ταυτόχρονα, η ιδιωτικοποίηση κρατικών δασικών εκτάσεων αποτελεί και μια μέθοδο κρατικής χρηματοδότησης των μονοπωλίων, αφού οι σχετικές επενδύσεις γίνονται με εξαιρετικά μικρές δαπάνες για τη γη.

Η πολιτική έντασης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της γης και της χρήσης της, η προώθηση ορισμένων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων προϋποθέτουν: Την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, την ιδιωτικοποίηση. Την απλοποίηση της νομοθεσίας προς όφελος της ατομικής ιδιοκτησίας, τον αποχαρακτηρισμό. Την εκχώρηση δημόσιων δασών και δασικών εκτάσεων και παράκτιων περιοχών. Την εξασφάλιση της ανταποδοτικότητας σε κάθε δραστηριότητα στη γη. Την ενίσχυση της κερδοφορίας και της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε εκτός σχεδίου περιοχές. Τη νομιμοποίηση δραστηριοτήτων που μέχρι σήμερα ήταν παράνομες.
Αλλωστε, στις σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης, ένα μεγάλο μέρος της στρατηγικής της αστικής τάξης για τη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη», την οποία η συγκυβέρνηση υλοποιεί, εμφανίζεται μέσα από την προώθηση επιλογών στη γη, το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, υποτάσσεται, αντικειμενικά, στους νόμους της αγοράς και της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων. Είναι άρρηκτα δεμένη με την εμπορευματοποίηση της γης και της χρήσης της και τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που έχουν συνδιαμορφώσει οι αστικές κυβερνήσεις και προωθούνται στο πλαίσιο και της ΕΕ.
Η πολιτική των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων οδήγησε στον πολυτεμαχισμό της δασικής γης, στη σκόπιμη διαιώνιση του ιδιοκτησιακού προβλήματος, που διευκόλυνε την επέκταση της ιδιωτικής σε βάρος της δημόσιας δασικής γης, ιδιαίτερα σε περιοχές με τεράστιο οικονομικό ενδιαφέρον.
Οι στόχοι της κυβερνητικής πολιτικής
Η σημερινή συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, συνέχεια των προηγούμενων, στο πλαίσιο της πολιτικής γης και πράσινης ανάπτυξης, του χωροταξικού σχεδιασμού, συνολικότερα της οργάνωσης του κοινωνικού χώρου που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το πλαίσιο των σχέσεων παραγωγής στις οποίες κινούνται, επιταχύνει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και την επέκταση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της χρήσης γης.
Αντιμετωπίζει το ζήτημα, στη βάση ότι οι μέχρι σήμερα «πρωτοβουλίες» δεν «απελευθέρωσαν» τη δασική γη, τα δασικά οικοσυστήματα από την όποια νομική προστασία, ώστε να αποτελέσουν κερδοφόρα διέξοδο στα συσσωρευμένα κέρδη των μονοπωλιακών ομίλων.
Είναι εναρμονισμένη με τη γενικότερη πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, της ενίσχυσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου στο πλαίσιο της στρατηγικης της ΕΕ, της προσαρμογής των δασών στους νόμους της καπιταλιστικης αγοράς, της λεγόμενης «πράσινης» ανάπτυξης, των οδηγιών για τα δασικά συστήματα και τελευταία το 7ο πρόγραμμα περιβαλλοντικής δράσης. Αναδεικνύουν το ρόλο της ως πυλώνα στήριξης της εξουσίας της άρχουσας τάξης και της κερδοφορίας των ομίλων.
Το υπό κατάθεση σχετικό νομοσχέδιο, αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην εμπορευματοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων, του δημόσιου πλούτου. Στο όνομα της «βιώσιμης ανάπτυξης», έρχεται να άρει όλα τα εμπόδια στη δράση του μεγάλου κεφαλαίου που θέλει να χρησιμοποιήσει τα δημόσια δασικά οικοσυστήματα, τη δημόσια δασική περιουσία ως κερδοφόρα διέξοδο στα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια. Παραδίδει τα δασικά οικοσυστήματα στους επιχειρηματικούς ομίλους. Σε ολόκληρες περιοχές με διαδικασίες «fast - track» αλλάζουν οι χρήσεις γης, σε βάρος του δημόσιου χαρακτήρα του δασικού πλούτου, με αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων. Προωθεί τη συγκέντρωση στην κτηνοτροφία.
Γι' αυτό με το νέο νομοσχέδιο επιτρέπονται ουσιαστικά όλες οι επεμβάσεις που ενδιαφέρουν τους μονοπωλιακούς ομίλους στα δασικά οικοσυστήματα και δε συνεχίζονται οι κυβερνητικές «πρωτοβουλίες» αλλαγής χαρακτήρα, προορισμού, ιδιοκτησίας, που από το 1975 μέχρι σήμερα έβγαιναν αντισυνταγματικές ή δημιουργούσαν «εμπόδια» στην «ελευθερία» της επιχειρηματικής δραστηριότητας, των συμφερόντων και των επιλογών της άρχουσας τάξης και των ομίλων.
Πολύ περισσότερο που επιδιώκεται το ξεπέρασμα, με την παραχώρησή τους, «εμποδίων» στις επενδύσεις μέχρι σήμερα, λόγω του ιδιοκτησιακού των δασικών οικοσυστημάτων.
Συνολικά, το νομοσχέδιο εξειδικεύει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στα δασικά οικοσυστήματα προς όφελος του κεφαλαίου, το οποίο κρίνει σήμερα ότι η κερδοφορία του θα εξυπηρετηθεί όχι κυρίως με τον αποχαρακτηρισμό τους όπως βασικά επεδίωκε μέχρι σήμερα, αλλά με την εξασφάλιση της «νομιμότητας» των επεμβάσεών του μέσα σ΄ αυτά και με την ανάθεση της διαχείρισης ευαίσθητων περιοχών προς όφελός του.
Πιο συγκεκριμένα:
  • Παραδίδει τα δασικά οικοσυστήματα στους επιχειρηματικούς ομίλους, διευρύνοντας τις κατηγορίες επιτρεπόμενων επεμβάσεων, εντείνοντας την εμπορευματοποίηση ιδιαίτερα στο τουριστικό κεφάλαιο (διεύρυνση μορφών και χώρου δραστηριοποίησης - σύνθετα τουριστικά καταλύματα), επιχειρήσεις διαχείρισης απορριμμάτων, υδροηλεκτρικές επιχειρήσεις, στο βιομηχανικό γενικά και κατασκευαστικό κεφάλαιο.
  • Εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη επιχειρηματικών ομίλων στον τομέα της κτηνοτροφίας, σε βάρος της μέχρι σήμερα παραγωγικής μορφής με τους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους, σε συνδυασμό με την ΚΑΠ και τις ενισχύσεις που συνδέονται με τις βοσκήσιμες - χορτολιβαδικές εκτάσεις.
  • Παραχωρεί το δικαίωμα επενδύσεων ουσιαστικά χωρίς δαπάνες στη γη, αφού θα παραχωρούνται και δε θα είναι υποχρεωμένοι να αγοράζουν (γιατί να αγοράζουν, άλλωστε), ακόμη και σε προστατευμένες περιοχές.
  • Νομιμοποιεί όλες τις προ του έτους 1975 (εμφύλιος, δικτατορία) τις παράνομες εκχερσώσεις, αγοραπωλησίες, κατατμήσεις και αλλαγές χρήσης δασών και δασικών εκτάσεων και αναγνωρίζει δικαιώματα ιδιοκτησίας καταπατήσεων, με παράλληλη κατάργηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εκτάσεις αυτές, αφού δεν θα ισχύει το μαχητό υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας.
  • Αποδίδει κυριότητα σε διακατεχόμενα δάση απεμπολώντας τα δικαιώματα του Δημοσίου απέναντι σε διεκδικητές που τα διακατέχουν.
  • Δίνει τη δυνατότητα ανταλλαγής των εκτάσεων που έχουν οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί (ανεξάρτητα αν είναι νόμιμα ιδιοκτήτες) μέσω της τράπεζας γης και περιοχών υποδοχής ανταλλαγής.
  • Προβλέπει τη μη υποχρεωτική κήρυξη ως αναδασωτέων εκτάσεων που έχουν εκχερσωθεί.
  • Βγάζει από τις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, οι οποίες θα μπορούν και να πολεοδομηθούν, ενώ για να εντάσσονται σε προγράμματα της ΕΕ θα εμφανίζονται δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις ως ιδιωτικές βοσκήσιμες(!)
  • Με υπουργική απόφαση (!) θα καθορίζεται η αξία ενός δασικού οικοσυστήματος για παραχώρηση ή ανταλλαγή.
  • Παρατείνει την παράνομη λειτουργία χιονοδρομικών κέντρων και λατομικών - μεταλλευτικών επιχειρήσεων χωρίς άδεια από 2-3 χρόνια, ενώ το τίμημα της εκμετάλλευσης αυτών θα αφορά την επιφανειακή επέμβαση κι όχι την υπόγεια εξόρυξη.
  • Οταν κριθεί ότι η αποκατάσταση των εκτάσεων όπου γινόταν εξόρυξη είναι «δύσκολη» δεν υποχρεούνται να την αποκαταστήσουν και προτείνεται άλλη πιο «εύκολη» (βλέπε πιο οικονομική).
  • Δίνει κυριότητα στα κληροτεμάχια μετά το 1975, τα οποία πλέον δεν θα υπάγονται στη δασική νομοθεσία.
Η φιλολαϊκή αξιοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων αποδεικνύεται ασύμβατη με την αντιλαϊκή πολιτική ΕΕ - άρχουσας τάξης, καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης.
Δασικά οικοσυστήματα προς όφελος του λαού
Τα δασικά οικοσυστήματα που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του φυσικού περιβάλλοντος είναι κοινωνικό αγαθό, λαϊκή περιουσία. Θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων με μια δασική πολιτική που θα εξασφαλίζει την προστασία και την ολοκληρωμένη διαχείρισή τους, την ανάπτυξή τους ως βασικού τομέα της πρωτογενούς παραγωγής, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την οικολογική τους ανόρθωση, τη συνολική επίλυση των προβλημάτων, στο πλαίσιο ενός ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης. Τότε μόνο τα δάση και οι δασικές εκτάσεις μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος των λαϊκών αναγκών, ως στοιχείο μιας φιλολαϊκής πολιτικής γης και περιβάλλοντος.
Το ΚΚΕ εκτιμά ότι η προστασία και η αξιοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων, της γης προς όφελος του λαού, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την οργανωμένη παρέμβαση του εργατικού - λαϊκού κινήματος. Με την πάλη για την αποτροπή της επέκτασης της δράσης των μονοπωλιακών ομίλων στα δάση, την ανατροπή της δασοκτόνας κρατικής πολιτικής και των αντιλαϊκών νόμων, την απόσυρση του νέου δασικού νόμου, που καταστρέφουν τα δάση. Οργανωμένη παρέμβαση με στόχο την κοινωνικοποίηση της γης και του συνόλου των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, την αξιοποίησή τους με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο, για την ολόπλευρη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Η ανάπτυξη, που υπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες και εξασφαλίζει ισόρροπη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, απαιτεί έναν ριζικά διαφορετικό δρόμο, απαιτεί το δρόμο της κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων, της αποδέσμευσης απ' την ΕΕ και της μονομερούς διαγραφής του χρέους με εργατική - λαϊκή εξουσία.

ΕΛΙΑ - ΠΑΣΟΚ - ΠΟΤΑΜΙ Διεργασίες με άξονα τη σταθερότητα του συστήματος

ΕΛΙΑ - ΠΑΣΟΚ - ΠΟΤΑΜΙ
Διεργασίες με άξονα τη σταθερότητα του συστήματος



Με σαφή στόχο τη σταθερότητα του συστήματος, τη συμπερίληψη σε κυβερνήσεις συνεργασίας που, ενσωματώνοντας ευρύτερα στρώματα στον ευρωμονόδρομο, θα εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη εφαρμογή της πολιτικής υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου, προχωρούν οι διεργασίες ανασύνθεσης της εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας, ομολογουμένως μέσα από χαώδεις διαδικασίες και δαιδαλώδεις διαδρομές.

Στη Συντονιστική Επιτροπή της Ελιάς, που συνεδρίασε την Τρίτη, αποφασίστηκε να διοργανωθούν εντός του Ιούλη τρεις θεματικές συζητήσεις: Η πρώτη για το αν υπάρχουν περιθώρια «συναίνεσης» στην Ελλάδα, η δεύτερη για τη βιωσιμότητα του χρέους, η τρίτη για τις εξελίξεις στην Ευρώπη και τις επιπτώσεις στην Ελλάδα. Υποτίθεται ότι έτσι, μέσα από θεματικές εκδηλώσεις, και όχι με «αρχηγικές συνεννοήσεις», θα συντελεστεί ο «διάλογος» των κομμάτων και κινήσεων της λεγόμενης κεντροαριστεράς, ώστε να διευκολυνθεί η «ροή προσώπων και ιδεών», όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, στη Συντονιστική Επιτροπή εκτιμήθηκε πως, εάν δοθούν εχέγγυα για έναν ουσιαστικό διάλογο, δύσκολα θα αρνηθούν την πρόσκληση η ΔΗΜΑΡ και το Ποτάμι. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευ. Βενιζέλος, μιλώντας στη Συντονιστική για το Ποτάμι, παρατήρησε με νόημα ότι «Αποφάσισε να ενταχθεί στην ΚΟ των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτό είναι καλοδεχούμενο (...) Παρότι δεν διαθέτει βουλευτές, τάχθηκε υπέρ της ανάγκης συναινετικής εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, υπέρ μιας υπεύθυνης στάσης. Αυτό οφείλουμε επίσης να το καταγράψουμε».
Σαν συνεννοημένοι, ο επικεφαλής του Ποταμιού, Στ. Θεοδωράκης, μιλώντας στο «Mega», εκτίμησε ότι αυτή η Βουλή μπορεί να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ό,τι δηλαδή θέλουν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ίσως και άλλοι. Ζήτησε, μάλιστα, να υπάρξει «συνεννόηση» για το πρόσωπο που θα αναδειχθεί στο εν λόγω αξίωμα. Επίσης, η παρούσα Βουλή να φέρει καινούργιο εκλογικό νόμο, ζήτημα που ανακίνησε τελευταία και το ΠΑΣΟΚ, βάζοντας θέμα κατάργησης του μπόνους των 50 εδρών για το πρώτο κόμμα. Να ανοίξει έτσι ο δρόμος για κυβερνήσεις συνεργασίας περισσότερων των δύο κομμάτων ή μεγάλους συνασπισμούς.
Ταυτόχρονα, τάχθηκε υπέρ της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ, ζητώντας «να δοκιμάσουμε και τους ιδιώτες στην Ενέργεια», αλλά και να προσελκύσουμε «επενδύσεις στον τουρισμό», παραχωρώντας στο μεγάλο κεφάλαιο «φιλέτα» γης.
Αναφερόμενος στις επιταχυνόμενες διεργασίες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος και τις φημολογούμενες συνεργασίες μεταξύ κομμάτων και παραγόντων, υποστήριξε ότι «Οι πολίτες θα πρέπει να επιλέξουν κάποιον με ευρωπαϊκή λογική, ανθρωπιστική λογική και που θα ισορροπήσει είτε τις ακρότητες της ΝΔ είτε τις ακρότητες του ΣΥΡΙΖΑ», δίνοντας έτσι και ένα στίγμα του ρόλου που επιχειρεί να παίξει ο ίδιος στις διεργασίες. Εσπευσε δε να διαμηνύσει προς κάθε κατεύθυνση ότι «αν το Ποτάμι ήθελε, θα είχε ήδη παρουσία μέσα στη Βουλή και μάλιστα με περισσότερους από δύο ή τρεις βουλευτές»... Φαίνεται, άλλωστε, ότι ήδη πολύ κοντά στο Ποτάμι βρίσκονται ο εκλεγμένος το 2012 με τον ΣΥΡΙΖΑ Π. Τατσόπουλος και ο εκλεγμένος με τη ΔΗΜΑΡ Γρ. Ψαριανός.
Επιμέρους διαφοροποιήσεις
Βέβαια, όλοι τους, κόμματα, τάσεις, κινήσεις, μορφώματα του χώρου, έχουν ζητήματα να λύσουν, καθώς σε όλους τους σχηματισμούς της σοσιαλδημοκρατίας καταγράφονται εσωτερικοί διαχωρισμοί που σε διάκριση με την πλειοψηφούσα άποψη, συμπίπτουν περισσότερο με τις θέσεις ...άλλου κόμματος.
Στη ΔΗΜΑΡ, η «Αριστερή Πρωτοβουλία» προτάσσει συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, η μειοψηφία (Λυκούδης κ.ά.), πλέον ως «Μεταρρυθμιστική Τάση», ζητάει να μην προχωρήσει η ΔΗΜΑΡ σε συνέδριο, αλλά να προχωρήσουν οι συζητήσεις με Ελιά και Ποτάμι για συγκρότηση Δημοκρατικής Παράταξης.
Στο ΠΑΣΟΚ, ο Μ. Χρυσοχοΐδης εμφανίστηκε σε συνέντευξή του έτοιμος να διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος. Παραπέρα, επιτέθηκε στις επιλογές της σημερινής ηγεσίας, χαρακτηρίζοντας το ΠΑΣΟΚ «καρικατούρα», καθώς, όπως είπε, δεν έχει διακριτή προοδευτική ταυτότητα, που να το καθιστά «εκλόγιμο». Τέλος, παραβιάζοντας ανοικτές θύρες, συμπλήρωσε πως δε θα είχε κανένα πρόβλημα να συμπράξει σε κυβερνητικό επίπεδο με τον ΣΥΡΙΖΑ, αν η Κουμουνδούρου λέει «ναι» στο ευρώ και την ΕΕ χωρίς επιφυλάξεις.
Αλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ συναντιούνται ανά ομάδες, για να αποφασίσουν τα επόμενα βήματά τους. Γράφτηκε ότι έτσι βρέθηκαν οι Σαχινίδης, Μωραΐτης, Οθωνας, Πεταλωτής, εκ των βασικών συνομιλητών του παπανδρεϊκού μπλοκ εδώ και χρόνια.
Προηγήθηκαν άλλες συναντήσεις, όπου ομοτράπεζοι ήταν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, όπως οι Μωραΐτης, Τριαντάφυλλος, Σηφουνάκης αλλά και της ΔΗΜΑΡ, όπως οι Πανούσης, Ψύρρας και η Ν. Φούντα.
Ο δε Βενιζέλος εμφανίζεται να διαβεβαιώνει ότι η Ελιά θα αναλάβει όλες εκείνες τις πρωτοβουλίες για διάλογο με ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, άλλες κινήσεις και τα αποστασιοποιημένα στελέχη του χώρου (Αννα Διαμαντοπούλου, Γιώργος Φλωρίδης κ.ά). Το σχεδιασμό Βενιζέλου προσυπογράφει ο Λοβέρδος και τα στελέχη του κόμματός του, «Νέα Ελλάδα».
Επιπλέον, έγινε και συνάντηση στελεχών που στέκονται κοντά στην ηγεσία του κόμματος και τάχθηκαν υπέρ της ανάγκης ιδρυτικού συνεδρίου ή συνδιάσκεψης της «Δημοκρατικής Παράταξης» και της ανάδειξής της σε «ισχυρό μεταρρυθμιστικό πόλο»: Μανιάτης, Χριστοφιλοπούλου, Κωνσταντινόπουλος, Καψής, Πρωτόπαππας, Αντωνίου, Δρέττα και άλλοι συμφώνησαν ότι το εγχείρημα της Ελιάς πρέπει να συνεχιστεί. Λέγεται ότι μαζί τους στοιχίζονται και οι Καϊλή, Χειμωνάς, Πιερρακάκης, Χρηστίδης, Περράκης και Κονδύλης, ο Κατσέλος από το κόμμα Λοβέρδου, ο Επιτροπάκης από την κίνηση Μόσιαλου.
Κινητικότητα καταγράφεται και στους «75». Οι Καρχιμάκης, Νιότης, Κατερίνα Διαμαντοπούλου πρωτοστατούν στη συλλογή υπογραφών. Πρόκειται για στελέχη που θέλουν Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (και όχι της Ελιάς) και κάλεσμα προς όλες τις δυνάμεις να προσέλθουν, ο διάλογος να αφορά και στον ΣΥΡΙΖΑ. Οπως έγραφαν στο σχετικό κείμενο των 800 υπογραφών από το φθινόπωρο του 2013: «Διαφωνούμε πλήρως και με όσους λένε ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να συνεργάζεται προς τα δεξιά, όσους "μετά βδελυγμίας" απορρίπτουν κάθε προοπτική μελλοντικής προγραμματικής συμφωνίας με τις άλλες δυνάμεις της Aριστεράς και της Kεντροαριστεράς».
Τέλος, σε αυτήν τη χαοτική ανθρωπογεωγραφία, αναμένονται με ενδιαφέρον οι κινήσεις του Γ. Παπανδρέου, ο οποίος επέλεξε πριν από τις ευρωεκλογές να εμφανιστεί σε εκδήλωση δίπλα στον Κουβέλη και την υποψήφια ευρωβουλευτή της ΔΗΜΑΡ (παλαιότερα του ΠΑΣΟΚ) Μ. Κοππά, και έχει αποστασιοποιηθεί από το εγχείρημα της Ελιάς.
Ταύτιση στα βασικά
Σε κάθε περίπτωση, παρά το φαινομενικό κατακερματισμό του χώρου, τις επιμέρους διαφορές και ενδεχομένως φιλοδοξίες, οι βασικές τους επεξεργασίες, οι θέσεις τους στα βασικά συμπίπτουν. Αγωνίζονται για τη σταθερότητα του συστήματος και την ανάληψη μεριδίου κυβερνητικής εξουσίας ώστε να περνούν τα αντιλαϊκά μέτρα.
Χαρακτηριστικά, τα όσα τόνισε ο Βενιζέλος στο συντονιστικό της Ελιάς: «Το εκλογικό αποτέλεσμα της Ελιάς - Δημοκρατικής Παράταξης, συμπεριλαμβανομένου και του ΠΑΣΟΚ, είναι αυτό που διασφάλισε την κυβερνητική σταθερότητα». Επίσης: «Ο στόχος μας είναι προφανής και είναι προφανής και ο στενός εκλογικός στόχος, γιατί η κεντροαριστερά της ευθύνης είναι ο τρίτος πόλος. Ο τρίτος πόλος και εκλογικά. Αυτός που μπορεί να σπάσει και πρέπει να σπάσει τον τεχνητό διπολισμό μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ (...) Η κεντροαριστερά της ευθύνης πρέπει να είναι τουλάχιστον τρίτο κόμμα».
Προβάλλουν, ως ζητούμενα, μέτρα που έχει ανάγκη η καπιταλιστική οικονομία, καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, διάνοιξη νέων πεδίων κερδοφορίας για λιμνάζοντα κεφάλαια. Ζητούν μια μορφή διαχείρισης για τη στήριξη μονοπωλιακών ομίλων. Προτείνουν κάποια μέτρα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας (βλ. ελάχιστον εγγυημένο εισόδημα, δίκτυα κοινωνικής προστασίας, πεντάμηνες συμβάσεις ανακύκλωσης της ανεργίας), ώστε να κατευνάσουν και να διαχειριστούν κοινωνικές αντιδράσεις.
Διατυπώνουν προτάγματα που εκφράζονται και σε επίπεδο κρατών της ΕΕ για ενίσχυση τομέων της ευρωενωσιακής οικονομίας που είχαν υποχωρήσει σε σχέση με τους ανταγωνιστές της ΕΕ: Η αγροτική παραγωγή, επιλεγμένοι τομείς της μεταποίησης (τρόφιμα, φάρμακα), η παραγωγή εξειδικευμένων προϊόντων και η αναβάθμιση της Ελλάδας σε κόμβο μεταφορών κι Ενέργειας, αξιοποιώντας και τη γεωπολιτική της θέση, πάντα με γνώμονα τις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου. Αλλωστε, πρωτοστάτησαν και υποστηρίζουν με κάθε είδους επιχειρήματα το φτήνεμα της τιμής της εργατικής δύναμης, παρουσιάζοντάς το ως ευκαιρία για επενδύσεις. Κάνουν προτάσεις για ανακαίνιση και θωράκιση του αστικού πολιτικού συστήματος.
Ποτάμι:Σάπιο με αέρα φρέσκου
Σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα μέλη του Ποταμιού το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στο πρώτο τους συνέδριο, επιχείρησαν να ντύσουν με το μανδύα του «φρέσκου» πάγιες αντιλαϊκές απαιτήσεις των μονοπωλίων που προωθούνται από κυβέρνηση, ΕΕ, αστικά επιτελεία:
Για τη σταθερότητα κυβερνήσεων και συστήματος, ζήτησαν να διεξάγονται βουλευτικές εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες, να υπάρχει νομικό ασυμβίβαστο για το αξίωμα βουλευτή και υπουργού. Ο,τι προωθεί και η ΝΔ μέσω της περιλάλητης συνταγματικής αναθεώρησης.
«Αντιγράφοντας» ζητούμενα του κεφαλαίου που προωθούνται από κυβέρνηση και τρόικα, ζήτησαν να «αξιολογούνται» συνεχώς οι περιφέρειες, ώστε από τις επιδόσεις τους να κρίνεται η χρηματοδότησή τους, να υπάρχουν «βαθμίδες» στους δασκάλους και καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης μετά από «αξιολόγηση».
Σε συντονισμό με τις απαιτήσεις των μονοπωλίων για την Παιδεία, ζήτησαν να λειτουργούν και «μη κρατικά» πανεπιστήμια, να μπορούν τα πανεπιστήμια να «δημιουργούν» επιχειρήσεις, να «ενισχύονται» και από επιχειρήσεις, συνδέσμους, οργανισμούς.
Επιπλέον, η θέση τους, ότι η πλειοψηφία των μαθητών μετά το Γυμνάσιο πρέπει να κατευθύνεται σε οργανωμένα επαγγελματικά λύκεια, συνδέεται άμεσα με τους στόχους της άρχουσας τάξης για παραπέρα αλλαγή στις αναλογίες των μαθητών στη γενική και την τεχνικο-επαγγελματική εκπαίδευση, τη διοχέτευση στις επιχειρήσεις φθηνού, ημικαταρτισμένου και δίχως δικαιώματα εργατικού και τεχνικού δυναμικού.
Συμβολή στην κερδοφορία του κεφαλαίου έχουν θέσεις όπως ο πολίτης «να έχει μια άμεση μικρή προσωπική συμμετοχή για τη βελτίωση» των υπηρεσιών Παιδείας, Υγείας, Πολιτισμού κ.ο.κ. Οι ασφαλιστικές εισφορές να μειωθούν, «γνωρίζοντας ότι μία από τις συνέπειες θα είναι ακόμη πιο μικρή σύνταξη όταν θ' αποσυρθούμε από την εργασία μας» ή να γίνει πλήρης απελευθέρωση του ωραρίου των καταστημάτων.

Ο λαός να βγει στο προσκήνιο

Ο λαός να βγει στο προσκήνιο

Το νομοσχέδιο για την πώληση της λεγόμενης «μικρής ΔΕΗ», ήταν το θέμα που κυριάρχησε στην επικαιρότητα την περασμένη βδομάδα. Το νομοσχέδιο συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής και προωθείται προς ψήφιση στη Βουλή την ερχόμενη Τετάρτη.

Αποτελεί την πιο πρόσφατη από μια σειρά αντιλαϊκές ανατροπές στον τομέα της Ενέργειας, την τελευταία τουλάχιστον 20ετία, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την απελευθέρωση της αγοράς Ενέργειας, που προωθείται ενιαία στην ΕΕ, με στόχο την προσέλκυση συσσωρευμένων κεφαλαίων στον τομέα της Ενέργειας, το άνοιγμα νέων πεδίων κερδοφορίας στα μονοπώλια, σε βάρος των εργαζομένων του κλάδου και της ανάγκης του λαού για φτηνή Ενέργεια.
Αυτό το σκοπό υπηρετούσαν οι προηγούμενοι νόμοι με τους οποίους η ΔΕΗ μετοχοποιήθηκε, ιδιωτικοποιήθηκε μερικώς, παρέδωσε κομμάτι της παραγωγής και των κοιτασμάτων λιγνίτη σε ιδιώτες. «Ωρίμανση» αυτής της διαδικασίας είναι η πώληση της «μικρής ΔΕΗ», όπως επίσης η ιδιωτικοποίηση των δικτύων μεταφοράς και η ιδιωτικοποίηση ενός επιπλέον 17% της μητρικής ΔΕΗ ΑΕ, που θα ακολουθήσει.
Η κυβέρνηση μιλά προκλητικά για φθηνότερη Ενέργεια, λόγω της απελευθέρωσης ενώ η ήδη «απελευθερωμένη» και «μετοχοποιημένη» ΔΕΗ προχωρά κάθε χρόνο σε νέες αυξήσεις στα τιμολόγια λαϊκής κατανάλωσης. Οι εργαζόμενοι του κλάδου της Ενέργειας γνώρισαν δραστικές μειώσεις μισθών, απολύσεις, εντατικοποίηση της εργασίας, ελαστικά ωράρια και ενοικιαζόμενη εργασία.
Την ίδια ώρα, η στάση του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων δυνάμεων, που καταφέρονται μόνο ενάντια στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο, ενώ αφήνουν στο απυρόβλητο ή εξωραΐζουν την απελευθέρωση Ενέργειας, δεν λένε κουβέντα για όλο το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο μόνο τυχαία δεν είναι: Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να προχωρήσει η απελευθέρωση της Ενέργειας με άλλους όρους. Γι' αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί την κυβέρνηση ότι δεν εξασφαλίζει πραγματικές συνθήκες ανταγωνισμού και ότι «απελευθέρωση της αγοράς σημαίνει πολλές εταιρείες παραγωγής Ενέργειας και όχι ιδιωτικοποίηση της μίας δημόσιας εταιρείας»...
Να μην περάσει η κυβερνητική τρομοκρατία...
Πριν ακόμα ξεκινήσει η απεργία στη ΔΕΗ, η κυβέρνηση και τα αστικά ΜΜΕ προσπάθησαν να διαμορφώσουν κλίμα ενάντια στις αντιδράσεις που προκαλεί η παραπέρα ιδιωτικοποίηση της Επιχείρησης. Αργά το βράδυ της Παρασκευής, το δικαστήριο κήρυξε την απεργία παράνομη και καταχρηστική. Ενώ το πρωί του Σαββάτου ανακοινώθηκε η επιστράτευση των απεργών από την κυβέρνηση.
Στόχος της κυβερνητικής προσπάθειας είναι να καμφθούν οι αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζομένων, να αποκοπούν από την αλληλεγγύη των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Η αλήθεια είναι ότι η αστική τάξη διαθέτει πλούσια πείρα στο χτύπημα, στη χειραγώγηση, στη συκοφάντηση και την καταστολή εργατικών κινητοποιήσεων (βλ. για παράδειγμα τους αγώνες των ναυτεργατών ή των εργαζομένων στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, που παραμένουν ακόμα και σήμερα επιστρατευμένοι κ.ά.).
Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφτηκαν αυτές τις μέρες, ότι το δικαίωμα στην απεργία είναι σεβαστό, αλλά «η νόμιμη κυβέρνηση έχει το υπέρτερο δικαίωμα και την υποχρέωση να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον με όποιον τρόπο εκείνη θεωρεί ορθό» και ότι «ο λαός θα την αξιολογήσει όταν κληθεί να κρίνει στην κάλπη».
Δηλαδή, ο λαός μπορεί να διαμαρτύρεται, όχι όμως να επιχειρεί να ανατρέψει την κυβερνητική πολιτική, να εμποδίζει την υλοποίησή της. Συνεπώς, το καλύτερο που έχει να κάνει όποιος αισθάνεται ότι θίγεται από την πολιτική της κυβέρνησης, είναι να περιμένει τις εκλογές για να αναδείξει μια άλλη! Ούτε, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μακριά από αυτήν τη λογική, καλλιεργώντας κλίμα αναμονής, σπέρνοντας την αυταπάτη ότι με μια αλλαγή διακυβέρνησης θα αντιμετωπιστεί η αντιλαϊκή πολιτική, προσπαθώντας να υποτάξει όποιους αγώνες αναπτύσσονται - και αυτόν της ΔΕΗ - σε αυτόν το στόχο. Αλλωστε, και η πρότασή του για δημοψήφισμα που επικεντρώνει αποκλειστικά στο ζήτημα του νομοσχεδίου για τη «μικρή ΔΕΗ» εξυπηρετεί το στόχο διαμόρφωσης συμμαχιών με στόχο την ανάληψη της αστικής διαχείρισης και όχι την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής.
Ο αγώνας των εργαζομένων για να μην προχωρήσει ο νέος γύρος απελευθέρωσης είναι δίκαιος και πρέπει να στηριχθεί απ' όλο το λαό, γιατί το θέμα της απελευθέρωσης της Ενέργειας αφορά όλο το λαό και όχι μόνο τους εργαζόμενους του κλάδου.
Ο αγώνας αυτός, όπως σημείωσε με Ανακοίνωσή του το ΚΚΕ, «για να μην παραμείνει άσφαιρος, πρέπει να σημαδέψει τον πραγματικό αντίπαλο: Το κεφάλαιο και την πολιτική του. Μόνο αυτός ο αγώνας των εργαζομένων, σήμερα και στο μέλλον, μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις προς όφελος του λαού».
Το ΚΚΕ ξεκαθάρισε, από την πρώτη στιγμή, ότι βασικό περιεχόμενο τόσο της πάλης του λαϊκού κινήματος, όσο και ενός δημοψηφίσματος και κάθε άλλου μέσου που μπορεί να αξιοποιήσει ο λαός, πρέπει να είναι η κατάργηση όλων των νόμων που έχουν ψηφιστεί, σύμφωνα με το πλαίσιο της ΕΕ, για την απελευθέρωση της Ενέργειας και την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, συμπεριλαμβανομένου και αυτού για τη «μικρή ΔΕΗ», η αντίθεση συνολικά στη στρατηγική της απελευθέρωσης.
Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα...
Μέσα στις επόμενες μέρες αναμένεται να δοθεί στη δημοσιότητα Κοινή Απόφαση των υπουργών Εργασίας και Οικονομικών για τη θεσμοθέτηση του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος», το οποίο είναι ήδη νομοθετημένο στα 26 από τα 28 κράτη - μέλη της ΕΕ. Τα στοιχεία που έρχονται στη δημοσιότητα επαληθεύουν την εκτίμηση ότι το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» δεν αφορά την αντιμετώπιση, αλλά τη συγκάλυψη της ακραίας φτώχειας.
Το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» θα γίνει «όχημα» για παραπέρα ανατροπές στα λεγόμενα κοινωνικά επιδόματα που έχουν απομείνει, για ακόμα μεγαλύτερη πίεση στους μισθούς και για νέα διεύρυνση των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Θα αξιοποιηθεί για να χαμηλώσει κι άλλο ο πήχης της απαιτητικότητας για τη λαϊκή οικογένεια, με τη λογική του «μικρότερου κακού».
Η θεσμοθέτησή του γίνεται ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η επίθεση στο λαϊκό εισόδημα, η διάλυση της όποιας Κοινωνικής Πρόνοιας υπήρχε και η αφαίρεση βασικών επιδομάτων από χιλιάδες δικαιούχους, ευάλωτες ομάδες και χαμηλοσυνταξιούχους.
Χαρακτηριστικά, μόλις πριν από λίγες μέρες επισημοποιήθηκε η περικοπή κατά 50% το 2014 και η πλήρης κατάργηση από το 2015 του οικογενειακού επιδόματος που λάμβαναν 300.000 οικογένειες από τον ΟΑΕΔ, λόγω της νέας μείωσης των εργοδοτικών εισφορών κατά 2,9% (ναι, είναι αυτή η μείωση που διαφήμιζε προκλητικά ο Σαμαράς ότι θα φέρει αύξηση στους μισθούς των εργαζομένων...).
Και στην περίπτωση του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος», είναι καθαρό ότι στρατηγική της κυβέρνησης και της ΕΕ είναι να καταργούν επιδόματα και παροχές σε χιλιάδες δικαιούχους και να υπόσχονται κάποια ψίχουλα στο μέλλον, σε ακόμα λιγότερους από τους σημερινούς δικαιούχους, προκειμένου να ανακυκλώνεται η φτώχεια.
Χειροτερεύει η κατάσταση στο χώρο της Υγείας
Με συνεχείς έρευνες και ρεπορτάζ, ο «Ριζοσπάστης» ανέδειξε τους σοβαρούς κινδύνους για την υγεία των εργαζομένων και των ασθενών των δημοσίων νοσοκομείων που συνεπάγεται η ραγδαία επιδείνωση των όρων δουλειάς για χιλιάδες γιατρούς και εργαζόμενους, με τις μειώσεις στους μισθούς, τις διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων, την εισβολή των εργολάβων στη λειτουργία των νοσοκομείων, τις τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό όλων των ειδικοτήτων, τις ανεξέλεγκτες (και απλήρωτες) εφημερίες, τα χιλιάδες οφειλόμενα ρεπό.
Στα παραπάνω, μάλιστα, έρχεται να προστεθεί η ανακίνηση της διευθέτησης του χρόνου εργασίας των γιατρών, στη βάση κατευθύνσεων της ΕΕ, που οδηγούν σε εργασία ακόμα και 78 ώρες τη βδομάδα.
Την ίδια ώρα, η έγκαιρη αποκάλυψη και αντίδραση από τα συνδικάτα της ιδιωτικής Υγείας σε Αθήνα και Πειραιά, με αρωγό τους μέσα κι έξω από τη Βουλή το ΚΚΕ, της τροπολογίας - βόμβα με την οποία άνοιγε ο δρόμος για γενικευμένες απολύσεις και επιβολή ελαστικών σχέσεων εργασίας για το μισό σχεδόν προσωπικό των ιδιωτικών κλινικών, άσκησε πίεση στην κυβέρνηση, συνέβαλε τελικά στην απόσυρσή της.
Σύμφωνα με την τροπολογία, που φτιάχτηκε κατ' απαίτηση των κλινικαρχών, προβλεπόταν ότι ο αριθμός του προσωπικού όλων των ειδικοτήτων «θα συναρτάται με την πληρότητα των κλινών» και όχι με τον αριθμό των κλινών της κλινικής, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να μειώνει μέχρι και 50% το προσωπικό κάθε ειδικότητας και αν αυξάνεται η πελατεία του να παίρνει εργαζόμενους φτηνούς, με ελαστικές εργασιακές σχέσεις, ακόμη και για μια μέρα! Αντικειμενικά, η τροπολογία άνοιγε το δρόμο για ανάλογες ρυθμίσεις και στο κρατικό σύστημα της Υγείας.
Το αίτημα για αποκλειστικά δημόσιο σύστημα Υγείας, με κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπου θα παρέχονται καθολικά και δωρεάν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι θα απασχολούνται με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, είναι «κρίκος» για να αναπτυχθεί η κοινή πάλη όλων των εργαζομένων στην Υγεία και του λαού.
Στο άγνωστο... οι κοινωνικές δομές στους δήμους
Δεν πέρασε μια βδομάδα από το πρωτοσέλιδο του «Ρ» με την κυβερνητική ομολογία της μείωσης κατά 20 εκατομμύρια ευρώ των κονδυλίων για παιδικούς σταθμούς και άλλες κοινωνικές δομές και ήρθαν οι ανακοινώσεις του προγράμματος του ΕΣΠΑ που χρηματοδοτεί παιδικούς σταθμούς, Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης (ΚΔΑΠ) και ΚΔΑΠ ΑΜΕΑ (Ατομα με Ειδικές Ανάγκες) για το έτος 2014 - 2015, να επιβεβαιώσουν την ακόμα μεγαλύτερη όξυνση του προβλήματος που θα αντιμετωπίσουν φέτος οι λαϊκές οικογένειες.
Εχουμε και λέμε: Προβλέπεται να φιλοξενηθούν φέτος μόλις 68.000 παιδιά, όταν οι αιτήσεις εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τις 100.000! Περιορίζεται στο 70% η χρηματοδότηση της δυναμικότητας κάθε δομής, από το 100% που ίσχυε μέχρι σήμερα, κάτι που θα οδηγήσει σε μείωση τμημάτων και σε απολύσεις προσωπικού καθώς και άλλες περικοπές στο πρόγραμμα των σταθμών. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν μόνον όσες οικογένειες με δύο παιδιά έχουν ετήσιο εισόδημα μέχρι 27.000 ευρώ, από 30.000 που ήταν πέρσι. Για να «αντισταθμίσει» τη μείωση της χρηματοδότησης, η κυβέρνηση προέβη σε νέα «μείωση του κόστους ανά παιδί».
Σε αυτές τις συνθήκες, όπως έγκαιρα είχε υπογραμμίσει το ΚΚΕ, γίνεται επείγουσα η λαϊκή κινητοποίηση για να καλυφθούν όλες οι ανάγκες των παιδιών σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, με μόνιμες κρατικές δομές αναπτυγμένες πανελλαδικά, χρηματοδοτούμενες κατά 100% από τον κρατικό προϋπολογισμό και με αξιοποίηση των κονδυλίων από την ΕΕ, με ανανέωση των Συμβάσεων όλων των εργαζομένων, δρομολόγηση της μονιμοποίησής τους χωρίς όρους και προϋποθέσεις και πρόσληψη επιπλέον μόνιμου προσωπικού όλων των ειδικοτήτων και κλάδων, ώστε να καλύπτονται οι διαρκώς αυξανόμενες λαϊκές ανάγκες.
***
Η βδομάδα έκλεισε με τη μαζική συμμετοχή χιλιάδων νέων στις πολύμορφες αγωνιστικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις του 23ου Αντιιμπεριαλιστικού Διημέρου της ΚΝΕ στο Στόμιο της Λάρισας ενάντια στο Στρατηγείο της ΕΕ και τη συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, όπως αυτός της επέμβασης στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ Ο φαύλος κύκλος του καπιταλισμού

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
Ο φαύλος κύκλος του καπιταλισμού

Στο προσκήνιο και πάλι η συζήτηση για το χρέος, που δημιούργησε η πλουτοκρατία και πληρώνει ο λαός με κάθε μείγμα αστικής διαχείρισης

Παραγκούπολη στα περίχωρα του Μπουένος Αϊρες που οι φτωχοί άνθρωποι έστησαν με ό,τι βρήκαν το σπιτικό τους
Ξανά και ξανά έρχεται στο προσκήνιο η υπόθεση του χρέους της Αργεντινής μετά τη χρεοκοπία του 2001. Το τεράστιο χρέος των 100 δισ. δολαρίων, αποτέλεσμα της πολύχρονης χρηματοδότησης της αργεντίνικης πλουτοκρατίας - κάτω από διάφορες μορφές αστικής διακυβέρνησης ακόμα και της δικτατορίας του Βιντέλα - παρά τους διάφορους συμβιβασμούς των αστικών κυβερνήσεων με τους δανειστές, κρέμεται και πάλι σαν «δαμόκλειος σπάθη» πάνω από τα κεφάλια των λαϊκών στρωμάτων.
Και πάλι το θέμα δεσπόζει στα διεθνή αστικά ΜΜΕ με διάφορες ερμηνείες. Ενώ έχουν κάνει την εμφάνισή τους και χαρακτηρισμοί των λεγόμενων κερδοσκοπικών επενδυτικών κεφαλαίων ως «γύπες» για να δείξουν τον αρπακτικό χαρακτήρα τους, εμφανίζοντάς τα όμως, ως απόκλιση από την καπιταλιστική λειτουργία. Στις αναλύσεις περιλαμβάνονται και εκείνες των δήθεν εναλλακτικών μέσων που πασχίζουν να πείσουν τους εργαζόμενους και από το παράδειγμα της Αργεντινής ότι δήθεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, που μπορεί τάχα να γίνει πιο δίκαιος και ανθρώπινος. Στη χώρα μας είναι οι δυνάμεις εκείνες όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που ταχύτατα σοσιαλδημοκρατικοποιούνται, σπεύδοντας να «πάρουν τη σκυτάλη» της αστικής διαχείρισης και «πένες» σε διάφορα έντυπα που προβάλλουν τα περί «αριστερής κυβέρνησης» ή «κυβέρνησης εθνικής ενότητας», όπως οι κυβερνήσεις των Νέστορ και Κριστίνα Κίρσνερ, που μπορούν, λέει, να συγκεράσουν την καπιταλιστική ανάπτυξη με το λαϊκό συμφέρον.
Μόνο που η αντικειμενική πραγματικότητα επιβεβαιώνει το ακριβώς αντίθετο, το ασυμβίβαστο δηλαδή των συμφερόντων των καπιταλιστών και των εργατών.
Ας δούμε τα γεγονότα.
Στα μέσα του Ιούνη, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αρνήθηκε να εξετάσει μια τελευταία προσφυγή της Αργεντινής, επικυρώνοντας απόφαση του Εφετείου της Νέας Υόρκης που την καταδίκαζε να πληρώσει 1,33 δισεκατομμύρια δολάρια στα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds) «NML Capital» και «Aurelius Management» αμερικανικών συμφερόντων.
Τα καπιταλιστικά αυτά ιδρύματα ανήκουν στο 7% των πιστωτών που δεν είχαν μπει στη διαδικασία «κουρέματος» που έγινε το 2005 και το 2010 και που διεκδικούν ομόλογα που κατέχουν στο ακέραιο, επιδιώκοντας να πάρουν πίσω μαζί με τους τόκους ως και 1.600% παραπάνω. Ετσι, βρίσκονται σχεδόν μια δεκαετία σε δικαστική διαμάχη με τις αστικές κυβερνήσεις που δηλώνουν με κάθε τρόπο ότι θα αποπληρώσουν τα δάνεια και θα τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις αλλά διαπραγματεύονται λίγο πιο ευνοϊκούς όρους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση της Κριστινά Κίρσνερ Φερνάντες (συζύγου του Νέστορ, αστού πολιτικού που ανέλαβε την εξουσία μετά τη χρεοκοπία του 2001 και εφάρμοσε Κεϋνσιανό μείγμα διαχείρισης, ενισχύοντας το τμήμα εκείνο της πλουτοκρατίας που προέκρινε συμμαχίες με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα και όχι κυρίως με τις ΗΠΑ) δηλώνει σε όλους τους τόνους επίσης ότι θα πληρώσει τα χρέη.
Πρόσφατα μάλιστα προχώρησε σε διακανονισμό με το λεγόμενο «κλαμπ του Παρισιού» (ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία, Ιαπωνία), που κατέχει χρέος 9,7 δισ. δολαρίων, και δεσμεύτηκε ως το Μάη του 2015 να έχουν πληρωθεί 1,15 δισ. δολάρια.
Ωστόσο, η κίνηση αυτή θεωρήθηκε από το δικαστή που έχει αναλάβει την υπόθεση στο Εφετείο της Νέας Υόρκης, Τόμας Γκρίζα, ως παράνομη, αφού προηγούμενη απόφαση προβλέπει την ταυτόχρονη πληρωμή τόσο των δανειστών που μπήκαν στο κούρεμα δηλαδή το 93% όσο και των υπόλοιπων που δεν μπήκαν, δηλαδή των αμερικανικών hedge funds, και όχι την επιλεκτική πληρωμή. Ετσι, ζήτησε να ακυρωθεί πληρωμή που κατέβαλε στις 26 Ιούνη η αργεντίνικη κυβέρνηση για ομόλογα που έληγαν στις 30 Ιούνη, συγκεκριμένα 539 εκατομμύρια δολάρια που πήγαν στην τράπεζα «Bank of New York Melon» (από ένα σύνολο 832 εκατομμυρίων δολαρίων συνολικό με το υπόλοιπο όμως να πηγαίνει σε άλλες τράπεζες εκτός ΗΠΑ).
Η κίνηση αυτή χαρακτηρίστηκε από την κυβέρνηση της Αργεντινής ως απαράδεκτη, που ουσιαστικά ωθεί τη χώρα για άλλη μια φορά σε τεχνητή χρεοκοπία, με δεδομένο ότι τα χρηματικά της αποθέματα δεν αρκούν να καλύψουν και τις δύο κατηγορίες δανειστών ταυτόχρονα.
Για το θέμα και την υπόθεση «γύπες - δανειστές», η κυβέρνηση της Αργεντινής διαμαρτυρήθηκε στον ΟΗΕ, στον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών αλλά ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτό το παζάρι με τους δανειστές και τον εκπρόσωπό τους και έτσι τη Δευτέρα 7 Ιούλη αναμένεται συνάντηση στη Νέα Υόρκη ανάμεσα στις δύο πλευρές. Οι διαπραγματεύσεις θα διεξαχθούν έχοντας μια περίοδο χάριτος 1 μήνα, ουσιαστικά ως τις αρχές Αυγούστου, ώστε να βρεθεί συμβιβαστική λύση.
Η αστική διαχείριση θηλιά για τα λαϊκά στρώματα
Οι εξελίξεις αποδεικνύουν περίτρανα ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού, ακόμα και όταν υπάρχουν πρόσκαιροι συμβιβασμοί και διευθετήσεις ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη και κυβερνήσεις, από τη στιγμή που αναγνωρίζεται το χρέος, δεν αμφισβητείται στο ελάχιστο η καπιταλιστική οικονομία, η κατάσταση θα γυρίζει στην ίδια αφετηρία και θα καλείται ο λαός να πληρώνει τα βάρη για τη χρηματοδότηση των καπιταλιστών. Η αστική κυβέρνηση της Αργεντινής και όσοι την στήριξαν ή συναίνεσαν στην καλλιέργεια αυταπατών, ισχυρίζονταν όλη την περασμένη δεκαετία ότι δήθεν απάλλαξαν το λαό από χρέος, ότι η χώρα ξέφυγε από τη χρεοκοπία και «χτύπησε το χέρι γερά στο τραπέζι», «διαπραγματεύτηκε σκληρά». Μάλιστα η περίπτωση της Αργεντινής έγινε «φάρος» για την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθήσει και η Ελλάδα (τέτοια έλεγαν και λένε διαφόρων αποχρώσεων οπορτουνιστές από τον ΣΥΡΙΖΑ και το Σχέδιο Β' του Αλαβάνου, ως τις διάφορες δυνάμεις και αρθρογράφους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς). Ομως η καπιταλιστική οικονομία έχει αντικειμενικούς κανόνες που δεν καταλαβαίνουν από λεονταρισμούς και βέβαια απαιτεί σεβασμό από όσους λειτουργούν μέσα στα πλαίσιά της.
Αυτό δείχνει το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, τα μονοπωλιακά συμφέροντα της οποίας ανταγωνίζονται τα συμφέροντα των μονοπωλίων της Αργεντινής ή άλλων, αξιοποιούν όλες τις δυνατότητες (δικαστικές και άλλες) που τους δίνει το σύστημα. Και οι διαδικασίες αυτές δεν είναι απόκλιση ή συμπεριφορές αρπαχτικών, αλλά η τυπική λειτουργία του ίδιου του καπιταλισμού.
Οι εξελίξεις στην Αργεντινή μπορούν να χρησιμεύσουν για να βγουν συμπεράσματα και από την πλευρά των εργατών, των εκμεταλλευόμενων στρωμάτων. Από τα παζάρια των αστών δεν έχουν να περιμένουν απολύτως τίποτε. Τα κουρέματα χρέους, οι διακανονισμοί στο παρελθόν αλλά και οι μελλούμενοι, δεν αλλάζουν σε τίποτε τη ζωή τους. Ούτε και οι αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν ιδιαίτερα για την Αργεντινή μετά τη χρεοκοπία, με τις λεγόμενες αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις που πήραν οι εργάτες αφού τις εγκατέλειψαν οι καπιταλιστές. Οπως αναμενόταν δεν επιβίωσαν ως «οάσεις» μέσα στην καπιταλιστική έρημο και οι εργαζόμενοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία από την αυταπάτη του δήθεν κατόχου μέσων παραγωγής γύρισαν στη μισθωτή εργασία και την καπιταλιστική εκμετάλλευση, που μάλιστα εντάθηκε και με την κρατική ενίσχυση για το ...καλό της οικονομίας.
Το συγκεκριμένο παράδειγμα ξεγυμνώνει και τα όσα περί σκληρής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές λέει στη χώρα μας ο ΣΥΡΙΖΑ, ότι δήθεν θα βάλει «ρήτρες ανάπτυξης», δηλαδή ενίσχυση της καπιταλιστικής κερδοφορίας που δήθεν θα βοηθήσει και το λαό.
Ο αργεντίνικος λαός με το άλλο μείγμα διαχείρισης ούτε από τη φτώχεια και την καταπίεση γλύτωσε ούτε ακόμα και από το ίδιο το χρέος που πληρώνει και ξαναπληρώνει. Επιβεβαιώνεται ότι και για το χρέος αν ο λαός δεν συγκρουστεί με αυτόν που το δημιουργεί, το κεφάλαιο και την εξουσία του, δεν μπορεί να δει προοπτική, να δει να ικανοποιούνται οι σύγχρονες ανάγκες του. Μόνο μια πραγματική εργατική λαϊκή εξουσία μπορεί να διαγράψει μονομερώς το χρέος, έχοντας πάρει στα χέρια της τα κλειδιά της παραγωγής, αποδεσμευμένη από διακρατικές ιμπεριαλιστικές ενώσεις και συμμαχίες.
Και στην περίπτωση της Αργεντινής, μιλάμε για έκφραση και των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Δεδομένου δε του εξακριβωμένου τεράστιου φυσικού πλούτου με τα σχιστολιθικά κοιτάσματα φυσικού αερίου στην περιοχή Vaca Muerta στην επαρχία Νεουκέν, στην Παταγονία καθώς και τα πετρελαϊκά κοιτάσματα στην παραθαλάσσια ζώνη και γύρω από τα νησιά Μαλβίνας/Φόκλαντς (που για την κυριαρχία τους υπάρχει η κόντρα Αργεντινής και Βρετανίας) επαναλαμβάνεται αυτό που συμβαίνει και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Ο πλούτος μια χώρας λόγω του ανταγωνισμού των μονοπωλίων στο πλαίσιο του καπιταλισμού να γίνεται κατάρα για το λαό του.
Ενδιαφέρον από τους BRICS
Γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το ενδιαφέρον για την Αργεντινή και τον πλούτο της διευρύνεται είναι η ανακοίνωση τόσο από τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν όσο και από τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τσινπίνγκ ότι θα επισκεφτούν άμεσα την ομόλογό τους στην Αργεντινή Κριστίνα Φερνάντες. Μάλιστα αυτό θα γίνει αμέσως μετά την προγραμματισμένη για τις 14-15 Σύνοδο Κορυφής των BRICS (της διακρατικής καπιταλιστικής ένωσης της Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας και Νότιας Αφρικής) στην Φορταλέσα της Βραζιλίας, όπου επίσης προσκεκλημένη χώρα είναι η Αργεντινή. Χαρακτηριστικά ο Ρώσος πρόεδρος υποδεχόμενος τη νέα διπλωματική αποστολή στη Μόσχα, αναφερόμενος στην ατζέντα του ταξιδιού στο Μπουένος Αϊρες, είπε ότι αφορά τους τομείς της Ενέργειας (συμπεριλαμβανομένης και της πυρηνικής) της κατασκευής μεγάλων μηχανών και της στρατιωτικοπολιτικής συνεργασίας. Την ίδια ώρα εμφανίζονται σενάρια ότι ενδεχομένως η Κίνα μπορεί να αναλάβει κάποιο ρόλο στο ζήτημα της εξαγοράς αργεντίνικου χρέους. Κάτι που εμφανίζεται ότι μπορεί να συνδυαστεί με γενικότερες κινήσεις στο πλαίσιο της προσπάθειας των BRICS δημιουργίας ενός συναλλαγματικού μέσου (ως καλάθι νομισμάτων) που θα αντικαταστήσει το δολάριο.
Από όλες αυτές τις εξελίξεις που δείχνουν τις αναδιατάξεις που γίνονται στο ιμπεριαλιστικό σύστημα γίνεται φανερό ότι οι εργάτες, τα λαϊκά στρώματα δεν πρέπει να αφαιρούνται από το κύριο. Οτι μέσα από τις παραλλαγές των ενώσεων και συμμαχιών των αστών το βασικό είναι η διατήρηση του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, που είναι συνυφασμένος με κρίσεις, πολέμους, σχετική ή απόλυτη εξαθλίωση των λαών. Κρίσιμο επομένως ζήτημα είναι να μην εγκλωβίζονται στην επιλογή ιμπεριαλιστή στο όνομα του δήθεν νέου πολυπολικού κόσμου, να μην μπαίνουν κάτω από ξένες σημαίες και να μην χάνουν το στόχο για την κατάκτηση της δικής τους εξουσίας.

ΙΡΑΚ Ντόμινο εξελίξεων από την κήρυξη ισλαμικού χαλιφάτου

ΙΡΑΚ
Ντόμινο εξελίξεων από την κήρυξη ισλαμικού χαλιφάτου

Οι συγκρούσεις σε βόρειο και δυτικό Ιράκ έχουν αναγκάσει χιλιάδες οικογένειες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους
Οσο περνά ο καιρός, γίνονται ολοένα και πιο αισθητές οι ευρύτερες επιπτώσεις της επίθεσης που κλιμακώνουν σε Συρία και Ιράκ οι Σουνίτες μισθοφόροι του «Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Λεβάντε» (ΙΚΙΛ), αποδεικνύοντας τελικά ότι ο ρόλος που παίζουν ρίχνει, αν μη τι άλλο, νερό στο μύλο των ΗΠΑ, αλλά και ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών σε ΕΕ και ταυτόχρονα των ισχυρών αραβικών κρατών. Ιδιαίτερα μετά την απόφαση του αρχηγού της οργάνωσης Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκντάντι να μετονομάσει την περασμένη Κυριακή, 29 Ιούνη, (πρώτη μέρα έναρξης του ραμαζανιού) την οργάνωση σε «Ισλαμικό Κράτος» (ΙΚ) και να προχωρήσει στην κήρυξη ισλαμικού χαλιφάτου, καλώντας τους απανταχού μουσουλμάνους να τον αναγνωρίσουν σαν χαλίφη...
Η ίδρυση χαλιφάτου σε μία περιοχή που εκτείνεται, σήμερα, από τη βόρεια Συρία έως το ανατολικό Ιράκ συνοδεύτηκε λίγες μέρες μετά με νέο διάγγελμα του αρχηγού του ΙΚ «σε δικαστές, γιατρούς, επιστήμονες, μηχανικούς, άτομα με διοικητές ικανότητες και εμπειρίες» να έρθουν στο «χαλιφάτο» για να στηρίξουν ένα δίκτυο υπηρεσιών και υποδομών που θα προσδώσει έννοια «κρατικής υπόστασης». Το κάλεσμα του Μπαγκντάντι σε ειδικευμένο προσωπικό μαρτυρά τις δραματικές ελλείψεις στις περιοχές που τελούν υπό την κατοχή του ΙΚ και τα σοβαρά προβλήματα υδροδότησης, ηλεκτροδότησης και δυσλειτουργίας βασικών υπηρεσιών παρά την αρχική προσπάθεια των ακραίων ισλαμιστών να δείξουν π.χ. πως τα πράγματα σε Μοσούλη, Κιρκούκ και Ταλ Αφάρ «κυλούν κανονικά» και πως το μόνο που άλλαξε είναι η δήθεν «απελευθέρωση» των περιοχών από την κεντρική ιρακινή κυβέρνηση του Σιίτη πρωθυπουργού Νούρι αλ Μάλικι.
Βέβαια, τα πράγματα, κάθε άλλο παρά έτσι είναι. Αυτόπτες μάρτυρες που κατάφεραν να ξεφύγουν από τη Μοσούλη κατήγγειλαν την τρομοκράτηση εκείνου του μέρους του πληθυσμού που δεν είναι Σουνίτες. Πέρα από το άγριο κυνήγι και τις επιθέσεις που υφίστανται οι Σιίτες, οι Χριστιανοί και οι Κούρδοι περιοχών που τελούν υπό τον έλεγχο του ΙΚ, τρομοκράτηση και βία υφίστανται και όσες γυναίκες τολμήσουν να αγνοήσουν τους νέους αυστηρούς ενδυματολογικούς κανόνες και σκοταδιστικούς κανονισμούς συμπεριφοράς που γυρίζουν τα δικαιώματα των γυναικών αιώνες πίσω. Παράλληλα, ελλείψει επαρκούς αριθμού ανδρών, οι ισλαμιστές δε διστάζουν να στρατολογήσουν παιδιά ακόμη και 10 ετών, τα οποία εθεάθησαν μέσα στη βδομάδα να κυκλοφορούν οπλισμένα στους δρόμους της Μοσούλης, παίζοντας το ρόλο δυνάμεων επιβολής της «νέας τάξης» ...στο όνομα του Αλλάχ... Και βεβαίως μπορεί να εμφανίζονται αντιθέσεις με εθνικιστικό ή θρησκευτικό περιεχόμενο, αλλά αυτός είναι ο μανδύας της δράσης των μονοπωλίων για τον πλούτο της περιοχής, αφού το φαινόμενο ΙΚ είναι δημιούργημα των δυτικών ισχυρών καπιταλιστικών και αραβικών κρατών, συμμάχων τους στην περιοχή.
Νερό και πετρέλαια...
Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί πως οι ισλαμιστές δεν καθησυχάζουν, ούτε επαναπαύονται στις δάφνες των περιοχών που κατέκτησαν. Σε Συρία και Ιράκ συνεχίζουν τον κλοιό γύρω από στρατηγικά μεθοριακά περάσματα, πετρελαιοπηγές, αλλά και υδάτινους πόρους, επιχειρώντας να ελέγξουν πλήρως σημαντικές πηγές νερού, ενέργειας που αφ' ενός θα εδραιώσουν την ισχύ τους, αφ' ετέρου θα μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν σαν τανάλια και μοχλό πίεσης σε βάρος των αντιπάλων τους και στις δύο χώρες.
Από τις 3/7 οι ένοπλοι του ΙΚ άρχισαν να πουλούν -σύμφωνα με κάποιες φήμες μέσω Κουρδιστάν(!) - και ιρακινό αργό πετρέλαιο από το κοίτασμα «Ούτζιλ», στη βόρεια επαρχία Σαλαχαντίν.
Ο Μάικλ Στέφεν, υποδιευθυντής του «Royal United Services Institute» στο Κατάρ, σημείωσε πως η έκβαση των συγκρούσεων σε Ιράκ και Συρία θα κριθεί, μεταξύ άλλων, και από το ποιος θα ελέγξει τους υδάτινους πόρους της περιοχής. Ποτάμια, φράγματα, κανάλια και σταθμοί αφαλάτωσης είναι όλοι στρατιωτικοί στόχοι μείζονος σημασίας, ιδιαίτερα σε μία περιοχή που αντιμετωπίζει συχνά πρόβλημα λειψυδρίας και ξηρασίας. Οπως έλεγε: «Το νερό είναι ο μεγάλος στρατηγικός στόχος όλων των ομάδων που δρουν στο Ιράκ. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Εάν ελέγχεις το νερό στο Ιράκ μπορείς να επηρεάσεις τη Βαγδάτη και μπορείς να της προκαλέσεις προβλήματα».
Η βρετανική εφημερίδα Γκάρντιαν υπογράμμιζε χαρακτηριστικά στις 2/7 ότι ήδη οι ένοπλοι του ΙΚ ελέγχουν την πρόσβαση σε περιοχές - κλειδί των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, που πηγάζουν από την Τουρκία και από τα οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η υδροδότηση των Συρίας και Ιράκ. Ο Μάθιου Μασόφσκι, ερευνητής και αναλυτής σε θέματα Μέσης Ανατολής στο βρετανικό Κοινοβούλιο και στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου συμπλήρωνε μάλιστα πως στο Ιράκ ο έλεγχος του νερού «μπορεί να αποβεί σημαντικότερος ακόμη και από τον έλεγχο των πετρελαιοπηγών, ιδιαίτερα εντός του θέρους, καθώς η έλλειψή του μπορεί να προκαλέσει μεγάλες κρίσεις υγείας και επιδημίες...»
Συναγερμός στη Σαουδική Αραβία
Μέσα σε όλα αυτά, η κήρυξη του χαλιφάτου σε Συρία και Ιράκ δε σήμανε συναγερμό μόνο στις ιρακινές αρχές που διαπιστώνουν καθημερινά την προσπάθεια των μισθοφόρων του ΙΚ να ισχυροποιήσουν τις θέσεις που έχουν καταλάβει από τις 9 Ιούνη, αλλά και σε χώρες της περιοχής.
Πρώτη αντέδρασε η Σαουδική Αραβία, που εδώ και μέρες έχει θέσει τις δυνάμεις ασφαλείας σε επαγρύπνηση με εντολή του Σαουδάραβα μονάρχη Αμπντάλα, ο οποίος έχει ήδη διατάξει την εφαρμογή έκτακτων μέτρων ασφαλείας, με στόχο την αποτροπή τρομοκρατικών επιθέσεων. Για τη σουνιτική Σαουδική Αραβία, γνωστή και ως «άγρυπνος φρουρός» των δύο ιερών μουσουλμανικών τόπων σε Μεδίνα και Μέκκα, η ίδρυση χαλιφάτου την έβαλε σε επιφυλακή, καθώς το επόμενο βήμα των μισθοφόρων του ΙΚ σύμφωνα με δηλώσεις της ηγεσίας του, θα είναι επιχειρήσεις για την «απελευθέρωση» των δύο ιερών τόπων, άρα και ααουδαραβικών περιοχών.
Γι' αυτό και δεν πρέπει να προκαλεί κατάπληξη η είδηση ανάπτυξης 30.000 Σαουδαράβων στρατιωτών κατά μήκος της 850 χλμ. μεθορίου της Σαουδικής Αραβίας με το Ιράκ, την περασμένη Πέμπτη. Βέβαια, η «τραγική ειρωνεία» είναι πως όλα αυτά συμβαίνουν σε μία χώρα, όπου σημαντικό μέρος της εκεί αστικής τάξης χρηματοδότησε και εξόπλισε πλουσιοπάροχα τους ακραίους ισλαμιστές του πρώην ΙΚΙΛ, προκειμένου να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Προέδρου Μπασάρ Ασαντ στη Συρία...
Σε αυτό το σημείο δεν μπορούμε παρά να διαπιστώσουμε, για μία ακόμη φορά, πόσο εύκολα «ξεχνούν» Σαουδάραβες, Τούρκοι, Καταριανοί και Κουβεϊτιανοί, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, ότι παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια με τη φωτιά. Ιδιαίτερα όταν τα υποχείριά τους μεταβληθούν από πειθήνια όργανα σε απειλή, όπως έχει συμβεί πολλάκις στο παρελθόν, με χαρακτηριστική τη δημιουργία και τη χρησιμοποίηση ισλαμιστών ενόπλων Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν από τις ΗΠΑ ως αντίβαρο στην τότε ΕΣΣΔ. Οι τότε ισλαμιστές αποτέλεσαν, όπως γνωρίζουμε όλοι, αργότερα τη «μαγιά» για τη δημιουργία της οργάνωσης - φαντομά «Αλ Κάιντα», την οποία βεβαίως χρησιμοποιούσε η CIA σύμφωνα με τον πρώην Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζ. Μπους τον πρεσβύτερο και που την ανήγαγαν σε υπ' αριθμόν 1 εχθρό, ως τρομοκρατική οργάνωση, για να εξαπολύσουν τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στην περιοχή, στο όνομα καταπολέμησης της τρομοκρατίας.
Με αυτή την έννοια, λοιπόν, η ίδρυση χαλιφάτου συνιστά απειλή και για άλλες χώρες της περιοχής όπως η Ιορδανία και η Τουρκία, που επίσης συνέβαλαν και υποβοήθησαν τους ακραίους ισλαμιστές να εκπαιδευτούν, να εξοπλιστούν και να ανεφοδιάζονται κατά τον ανταρτοπόλεμο που εξαπέλυσαν αρχικά σε βάρος του συριακού στρατού και της κυβέρνησης του Σύρου Προέδρου Μπασάρ Ασαντ.
Πυρετός στην Ιορδανία
Στην Ιορδανία, πέρα από τις συνεχείς περιπολίες του ιορδανικού στρατού και της αεροπορίας κατά μήκος των ανατολικών συνόρων της χώρας με το Ιράκ, ο μονάρχης της χώρας Αμπντάλα άρχισε, ήδη, να βολιδοσκοπεί τις προθέσεις συμμαχικών χωρών όπως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, προκειμένου να δει εάν θα τον βοηθήσουν σε περίπτωση επίθεσης από το Ισλαμικό Κράτος. Πρόσφατο ρεπορτάζ της εφημερίδας «Jordan Times» ανέφερε χαρακτηριστικά ότι στη συνάντηση που είχε την περασμένη Κυριακή στο Αμμάν ο Ιορδανός μονάρχης με αντιπροσωπεία Αμερικανών Γερουσιαστών εξέφρασε φόβο για επέκταση της κρίσης στο Ιράκ στην ευρύτερη περιοχή και ότι σε περίπτωση των πολύ πιθανών επιθέσεων του ΙΚ στην Ιορδανία θα ζητήσει αμέσως τη βοήθεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια περίοδο και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου είχε εμφανιστεί σαν αυτόκλητος σωτήρας, εκφράζοντας την πρόθεσή του να «βοηθήσει» την Ιορδανία σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο...
Ο Εϊμος Γιαντλίν, πρώην επικεφαλής των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών του στρατού που τώρα είναι επικεφαλής ινστιτούτου αναλύσεων που σχετίζεται με το πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ προεξόφλησε μιλώντας στο «Ynet news» ως σίγουρο ότι το Ισραήλ (που έχει υπογράψει συμφωνία ειρήνης με την Ιορδανία από το 1994) θα συνδράμει την Ιορδανία σε περίπτωση επίθεσης και ότι θα παράσχει, τουλάχιστον έμμεσα, όπως σημείωσε, «στρατιωτική βοήθεια».
«Σιγήν ιχθύος» στην Τουρκία
Στην Αγκυρα, χώρα που επίσης υποστήριξε τους ακραίους ισλαμιστές του πρώην ΙΚΙΛ σαν μοχλό ανατροπής του Σύρου Προέδρου, τα σύνορα της χώρας με Συρία και Ιράκ έχουν κλείσει, εδώ και μερικές μέρες, καθώς οι ένοπλοι του ΙΚ, που άλλοτε μπαινόβγαιναν ελεύθερα από τα τουρκο-συριακά σύνορα και νοσηλεύονταν δωρεάν στα τουρκικά μεθοριακά νοσοκομεία, χαρακτηρίστηκαν «απειλή για την εθνική ασφάλεια».
Το κλείσιμο των συνόρων, βέβαια, ήρθε κάπως αργά. Ομως δεν συνοδεύτηκε με παράλληλη ένταση των τόνων από τη μεριά της κυβέρνησης του Τούρκου πρωθυπουργού Ρ. Τ. Ερντογάν όχι μόνον ενόψει των προεδρικών εκλογών του Αυγούστου αλλά και εξαιτίας των δεκάδων ομήρων που εξακολουθούν να κρατούνται από τους ισλαμιστές στο τουρκικό προξενείο της Μοσούλης. Η τακτική της σιωπής και των παρασκηνιακών παζαριών με τους μισθοφόρους του ΙΚ φάνηκε προς το παρόν να φέρνει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση περίπου 35 Τούρκων οδηγών φορτηγών στα μέσα της περασμένης βδομάδας. Δεν είναι εντούτοις σίγουρο ούτε εάν θα συνεχιστεί, ούτε εάν θα εξακολουθήσει να φέρνει αποτελέσματα, ιδιαίτερα όταν οι μισθοφόροι του ΙΚ αποφασίσουν να δαγκώσουν και το τουρκικό χέρι που τους τάισε...

Δέσποινα ΟΡΦΑΝΑΚΗ

ΚΙΝΑ Ολοένα και πιο δραστήριος ο ρόλος της στην παγκόσμια οικονομία

ΚΙΝΑ
Ολοένα και πιο δραστήριος ο ρόλος της στην παγκόσμια οικονομία

Φαίνεται ότι η Κίνα αναλαμβάνει ολοένα και πιο δραστήριο ρόλο στην παγκόσμια οικονομία για την προώθηση των συμφερόντων της. Η τελευταία είδηση ήρθε πρόσφατα από τους «Financial Times» που έγραψαν πρόσφατα ότι η Κίνα προχωράει με γρήγορους ρυθμούς στην ίδρυση δικής της «Παγκόσμιας Τράπεζας» με κεφάλαια ύψους 100 δισ. δολαρίων, που θα έχει θέση ανταγωνιστική προς την Παγκόσμια Τράπεζα. Η Κίνα ενδιαφέρεται να ανταγωνιστεί και την Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης με κεφάλαια 165 δισ. δολάρια, που έχει έδρα τη Μανίλα όπως εκτιμούν στην Κίνα και επηρεάζεται υπερβολικά από την Ιαπωνία. Οι μεγαλύτεροι μέτοχοί της είναι η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ. Από την ίδρυσή της το 1966 έχει μόνιμα Ιάπωνα Πρόεδρο. Το δημοσίευμα των «Financial Times», έγραφε ότι έως τώρα, 22 χώρες της ευρύτερης περιφέρειας, μεταξύ των οποίων και ορισμένες της Μέσης Ανατολής, έχουν εκδηλώσει πρόθεση να συμμετάσχουν στη σύσταση μιας τέτοιας τράπεζας που θα έχει το όνομα Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων και Υποδομών.
Ουσιαστικά, η Κίνα μπαίνει σφήνα στην παραδοσιακή έως τώρα ηγεμονική δράση των ΗΠΑ, αλλά και της ΕΕ, πιο ειδικά της Ευρωζώνης και της Γερμανίας, λόγω ευρώ.
Η αρχή έγινε με το γουάν
Για παράδειγμα, το Δεκέμβρη του 2013 σύμφωνα με το δημοσίευμα του οικονομικού ειδησεογραφικού πρακτορείου «Bloomberg», το οποίο επικαλείται στοιχεία της «Εταιρείας Παγκόσμιων Διατραπεζικών Χρηματοπιστωτικών Τηλεπικοινωνιών», το γουάν αναδείχτηκε στη δεύτερη θέση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών για το 2013, αφήνοντας πίσω του το ευρώ. Επίσης, στο ίδιο δημοσίευμα γραφόταν ότι η Γερμανία ήταν ανάμεσα στις πρώτες χώρες μαζί με το Χονγκ Κονγκ, τη Σιγκαπούρη και την Αυστραλία, βεβαίως και την Κίνα, που έκαναν χρήση του γουάν στις εμπορικές τους συναλλαγές. Επίσης, έχουν γίνει συμφωνίες Κίνας - Βρετανίας για άμεσες ανταλλαγές του γουάν με τη στερλίνα Βρετανίας. Ακόμη, τον Οκτώβρη του 2013, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έκανε συμφωνία με τη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας για αναμεταξύ τους ανταλλαγή νομισμάτων ύψους έως 350 δισ. γουάν, με σκοπό την ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών των χωρών της Ευρωζώνης με την Κίνα.
Συνεχίζει, βεβαίως, να παραμένει στην πρώτη θέση το δολάριο, που αντιπροσωπεύει το 81,08% των διεθνών εμπορικών συναλλαγών, ακολουθεί το γουάν με ένα μερίδιο της τάξης του 8,66%, ενώ το ευρώ αντιστοιχεί πλέον στο 6,64%. Δύο μόλις χρόνια πριν το Γενάρη του 2012 μόλις το 1,89% των διεθνών εμπορικών συναλλαγών χρησιμοποιούσαν το γουάν, έναντι 7,87% του ευρώ.
Οπως αναφερόταν στη σχετική ειδησεογραφία, οι εξαγωγείς χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο το γουάν ως νόμισμα, με σκοπό να ενισχύσουν την είσοδο των προϊόντων και υπηρεσιών τους στην Κίνα, ενώ παράλληλα η ίδια η Κίνα φέρεται να επιθυμεί έναν ισχυρότερο ρόλο για το νόμισμά της στο παγκόσμιο εμπόριο και τις επενδύσεις. Αλλωστε, κάνει και εξαγωγή κεφαλαίων σε άλλα κράτη.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η Κίνα επιχειρεί να κάνει το γουάν σημαντικό παράγοντα στις διεθνείς εμπορικές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.
Θυμίζουμε ακόμη ότι μόλις πρόσφατα, τον Ιούνη 2014, άρχισαν οι συναλλαγές μεταξύ Κίνας - Ρωσίας «στα εθνικά τους νομίσματα» ζήτημα, που, όπως εκτιμούσε ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών, θα δώσει ώθηση στην παραπέρα ανάπτυξη της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Κίνας. Ουσιαστικά, πρόκειται για σχέδια «παράκαμψης» του δολαρίου στις διεθνείς συναλλαγές σε μια περίοδο αναβάθμισης της χρήσης του γουάν ως διεθνούς νομίσματος.
Ετσι, λοιπόν, μετά τα σχέδια για αναβάθμιση του γουάν ως διεθνούς νομίσματος, έρχονται τα σχέδια για την παγκόσμια ασιατική τράπεζα, με πρωτοβουλία της Κίνας.
Αντίπαλο δέος στην Παγκόσμια Τράπεζα
Τι δείχνουν τα παραπάνω; Οτι η Κίνα έχοντας ήδη περάσει διεθνώς στη δεύτερη θέση από την άποψη της οικονομικής δύναμης, μετά τις ΗΠΑ, επιδιώκει, αφ' ενός το νόμισμά της να αναδειχτεί ως διεθνές χρήμα, αφ' ετέρου να παίξει ρόλο στην παγκόσμια οικονομία και με «δικό της» χρηματοπιστωτικό εργαλείο. Και είναι αρκετά επιθετική ως προς αυτό. Τα ρεπορτάζ για την ίδρυση δικής της παγκόσμιας τράπεζας συνοδεύονταν και από την εξής είδηση: Αρχικά, η Τράπεζα θα επικεντρωθεί στην κατασκευή και την αναβίωση του ιστορικού δρόμου του μεταξιού, ο οποίος για μακρές ιστορικές περιόδους ένωνε την Κίνα και την Απω Ανατολή με την Ευρώπη. Ο δρόμος αυτός θα πληροί, βέβαια, όλες τις σύγχρονες προδιαγραφές, ενώ το πρώτο βήμα θα είναι η άμεση σύνδεση του Πεκίνου με τη Βαγδάτη διά μέσου σιδηροδρομικής γραμμής. Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων για τις σχεδιαζόμενες επενδύσεις θα προέλθει από την Κίνα.
Επίσης, δικαιολογούσαν την απόφαση της Κίνας για την ίδρυση τράπεζας ως εξής: «Η αποφασιστικότητα της Κίνας στο να αναλάβει την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση ενός αντίπαλου δέους στην Παγκόσμια Τράπεζα μπορεί να αιτιολογηθεί. Επί σειρά ετών διεκδικεί ισχυρότερο ρόλο στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σε παγκόσμια όργανα, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης. Καλά πληροφορημένες πηγές επισημαίνουν, εν κατακλείδι, στους "Financial Times": "Η Κίνα αντιλαμβάνεται πως δεν έχει περιθώρια να πετύχει τίποτε σημαντικό από την Παγκόσμια Τράπεζα ή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Συνεπώς, ήταν φυσική εξέλιξη να ιδρύσει τη δική της Παγκόσμια Τράπεζα και να την ελέγχει. Επιπλέον, ενδιαφέρονται και άλλες ασιατικές χώρες, αλλά ακόμα και αν δε συνέβαινε αυτό, η Κίνα θα προχωρούσε μόνη"» (το ρεπορτάζ από την «Καθημερινή»).
Στο ίδιο ρεπορτάζ αναφερόταν και το εξής: «Η δημοσιοποίηση των σχεδίων της Κίνας για την Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων, η οποία θα λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την Π. Τράπεζα, συμπίπτει με έκθεση του ΟΗΕ. Βάσει αυτής, προβλέπεται ότι φέτος οι επενδύσεις από τη χώρα θα υπερσκελίσουν όσες κατευθύνονται προς αυτήν. Αυτό θα συμβεί, επειδή ολοένα και περισσότερες κινεζικές επιχειρήσεις μετακινούνται εκτός συνόρων».
Στόχος της Κίνας είναι, στη «δική της» παγκόσμια τράπεζα να αποκλειστούν ΗΠΑ και Ιαπωνία.
Ανακατατάξεις και οξύτατοι ανταγωνισμοί
Ολα τα παραπάνω είναι βασικοί δείχτες για τις ανακατατάξεις στην κατάταξη των ισχυρών καπιταλιστικών οικονομιών. Ηδη η Κίνα έχει περάσει στη δεύτερη θέση διεθνώς με πρώτες τις ΗΠΑ, αλλά οι εκτιμήσεις για την πορεία των δύο οικονομιών δείχνουν την Κίνα να ενισχύεται συνεχώς συγκριτικά με τις ΗΠΑ. Υπήρχαν εκτιμήσεις από «οικονομικά επιτελεία και «δεξαμενές σκέψης» των ΗΠΑ ότι έως το 2050 η Κίνα θα είναι πρώτη οικονομία στην παγκόσμια κατάταξη, αλλά οι εκτιμήσεις επιταχύνουν αυτήν την ανακατάταξη μεταξύ Κίνας - ΗΠΑ 20 χρόνια νωρίτερα, το 2030.
Σημειώνουμε, επίσης, ότι η συγκεκριμένη τράπεζα θα ασχοληθεί με το τεράστιο επενδυτικό έργο του «δρόμου του μεταξιού». Που σημαίνει τάση οικονομικής κυριαρχίας στην Ασία, αλλά και ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων με την Ευρώπη. Αλλωστε, ανάλογη οικονομική στρατηγική ακολουθεί και στην Ελλάδα (έχει πάρει μεγάλο τμήμα στο λιμάνι του Πειραιά με την ΚΟΣΚΟ, ζητά αεροδρόμια, όπως το «Ελευθέριος Βενιζέλος» της Αθήνας, το νέο υπό κατασκευή στο Καστέλλι Ηρακλείου Κρήτης, αλλά και σιδηρόδρομο), στοχεύει στην ακόμη μεγαλύτερη διείσδυση στην Ευρώπη, αλλά και στην Αφρική. Αλλωστε, η Κίνα έχει κάνει εξαγωγή κεφαλαίου και επενδύσεις στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική, και στην Ασία, ενώ είναι αποκαλυπτική η έκθεση του ΟΗΕ ότι αλλάζει η αναλογία μεταξύ εξαγωγών εμπορευμάτων και κεφαλαίου και ενισχύεται αυτή του κεφαλαίου («ολοένα και περισσότερες κινεζικές επιχειρήσεις μετακινούνται εκτός συνόρων»).
Τα ίδια τα αστικά επιτελεία, με αφορμή την ίδρυση από την Κίνα αυτής της τράπεζας, μιλούν για ανταγωνισμό με τις άλλες δύο διεθνείς τράπεζες. Και φαίνεται ότι οξύνεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε ΗΠΑ, Γερμανία, Κίνα, Ιαπωνία κ.λπ. Η Κίνα επιδιώκει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Ταυτόχρονα, ενισχύει τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της. Αλλωστε, στην περιοχή της εντείνεται η επιθετικότητα της Ιαπωνίας, αλλά και των ΗΠΑ και είναι πεδίο ανταγωνισμών μεταξύ τους. Η άνοδος της δράσης του γουάν ως διεθνούς νομίσματος δε «χτυπά» μόνο το δολάριο, αλλά και το ευρώ. Την ίδια ώρα όμως τόσο η Κίνα, όσο και η Γερμανία φαίνεται ότι αλληλοαξιοποιούνται στον ανταγωνισμό τους με τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα και η Ιαπωνία αποφάσισε ότι ο στρατός της μπορεί να δρα και εκτός συνόρων, άρα σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Βεβαίως, όλα τα παραπάνω εγκυμονούν κινδύνους με απρόβλεπτες για τους λαούς συνέπειες, αφού υπάρχουν οι παράγοντες που γεννούν πολέμους.

TOP READ