4 Μαΐ 2015

Κ.Παπασταύρου- Το οπορτουνιστικό ρεύμα του Τροτσκισμού

 Κ.Παπασταύρου- Το οπορτουνιστικό ρεύμα του Τροτσκισμού

Λέων Τρότσκυ, 1879-1940.

Το οπορτουνιστικό ρεύμα του Τροτσκισμού.

Του Κύριλλου Παπασταύρου*.
*Μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, Διευθυντής του Ριζοσπάστη.

Πηγή: ΚΟΜΕΠ 2006, Τεύχος 6.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στο παρόν σημείωμα ασχολούμαστε με τον τροτσκισμό, όπως εμφανίστηκε ιστορικά ως οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα, καθώς και με τη σύγχρονη παρουσία του. Η ανάγκη γι’ αυτή την ενασχόλησή μας πηγάζει: α) Από τη συχνή προβολή που γίνεται στο πρόσωπο του Τρότσκι από τους μηχανισμούς του συστήματος, η οποία συνοδεύεται από αντιιστορικές επιθέσεις στο πρόσωπο των Στάλιν και Λένιν και με άξονα την αμφισβήτηση και το μηδενισμό της πορείας οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Με αφορμή την 89η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία αποκτά και μια τρέχουσα επικαιρότητα η αντιμετώπιση της δήθεν δικαίωσης του Τρότσκι για το ανέφικτο της σοσιαλιστικής νίκης στη Ρωσία. β) Από το γεγονός ότι μια σειρά ομάδες στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, οι οποίες αυτοχαρακτηρίζονται ως τροτσκιστικές ή έχουν αναφορές στον Τρότσκι, αναπτύσσουν δράση σε χώρους νεολαίας, ιδιαίτερα σε σχολεία και σε πανεπιστήμια, αλλά και σε ορισμένους εργασιακούς χώρους. Η οργανωμένη δύναμη αυτών των ομάδων δεν τις κάνει υπολογίσιμη δύναμη στο κίνημα, ωστόσο αποτελούν φορείς που με «αριστερό» και «επαναστατικό» προσωπείο αναπαράγουν αστικές ή οπορτουνιστικές απόψεις και συμβάλλουν στον εγκλωβισμό σε ακίνδυνες για το σύστημα συσπειρώσεις. 
Για να έχουμε έναν οδηγό στην κατανόηση πλευρών του τροτσκισμού, προκαταβολικά λέμε ότι υπήρξε οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα, που χαρακτηριζόταν από τη μικροαστική υπερεπαναστατική φρασεολογία στα λόγια και στον απόλυτο συμβιβασμό στην πράξη. Στη δεκαετία του 1930, στις συνθήκες της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης της ΕΣΣΔ, αυτό το ρεύμα ανέπτυξε ανοιχτά εχθρική στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ, ως ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα ο τροτσκισμός στάθηκε εχθρικός προς τη λενινιστική θεωρία και πράξη.

Α. Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΤΡΟΤΣΚΙΣΜΟΥ ΩΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ.

 ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ.

Αρκετές φορές ο Τρότσκι και οι σύγχρονοι οπαδοί του αυτοχαρακτηρίζονται ως μπολσεβίκοι ή έχουν πολλές αναφορές στους μπολσεβίκους. Ο μπολσεβικισμός όμως «υπάρχει σαν ρεύμα πολιτικής σκέψης και σαν κόμμα από τα 1903»[1] και ο τροτσκισμός πάντα υπήρξε εχθρικός προς τον μπολσεβικισμό. Αφετηρία του τροτσκισμού υπήρξε η μη αναγνώριση της λενινιστικής διδασκαλίας για το κόμμα νέου τύπου. Ηδη από το 2ο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΣΔΕΚΡ) στα 1903 ο Τρότσκι στη συζήτηση για το καταστατικό τάχθηκε με τους αντιπάλους του Λένιν. Στο ζήτημα του καταστατικού πλειοψήφησαν οι επαναστατικές θέσεις του Λένιν και η πτέρυγα που τις υποστήριξε πήρε από τότε το όνομα μπολσεβίκοι (πλειοψηφίσαντες), ενώ η ομάδα των οπορτουνιστών (Τρότσκι, Μάρτοφ, Αξερλοντ) μειοψήφησαν και έτσι ονομάστηκαν μενσεβίκοι.
Είναι χαρακτηριστικό πώς απευθυνόταν ο Τρότσκι στο Λένιν την περίοδο αυτής της διαπάλης. Παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα από το βιβλίο του Τρότσκι Τα Πολιτικά μας καθήκοντα[2] που εκδόθηκε το 1904, χαρακτηριστικά των απόψεών του και αποδεικτικά της αντι-μαρξιστικής, οπορτουνιστικής σκέψης του. Ανατρέπουν τους ισχυρισμούς των τροτσκιστών ότι οι διαφωνίες του Λένιν με τον Τρότσκι ήταν επί μέρους. Ο Τρότσκι ασκώντας κριτική στο έργο του Λένιν «Ενα βήμα μπρος δύο βήματα πίσω» έγραφε:
«Δεν είναι δυνατόν να εκδηλώσει κανείς περισσότερο κυνισμό απέναντι στην καλύτερη ιδεολογική κληρονομιά του προλεταριάτου απ’ ό,τι ο σύντροφος Λένιν! Για εκείνον ο μαρξισμός δεν είναι μέθοδος επιστημονικής ανάλυσης»[3].
Σε άλλο σημείο αναφέρει τα εξής:
«Ο αρχηγός της αντιδραστικής πτέρυγας του Κόμματός μας, ο σύντροφος Λένιν , δίνει έναν ορισμό της σοσιαλδημοκρατίας[4] που αποτελεί θεωρητική επιβουλή σε βάρος του ταξικού χαρακτήρα του Κόμματος μας»[5]. Ο Λένιν -λέει ο Τρότσκι- «διαμόρφωσε μια τάση που φάνηκε καθαρά μέσα στο Κόμμα, την αστική- επαναστατική τάση»[6].
Σε άλλο σημείο αναφερόμενος στην εφημερίδα «Ισκρα»[7]:
«Σκοπός της Ισκρα ήταν να τρομοκρατεί σε θεωρητικό επίπεδο την διανόηση. Για τους σοσιαλδημοκράτες της σχολής αυτής, η ορθοδοξία είναι κάτι που προσεγγίζει πάρα πολύ την απόλυτη εκείνη «Αλήθεια» που ενέπνεε τους Ιακωβίνους (αστούς επαναστάτες). Η ορθόδοξη Αλήθεια προβλέπει τα πάντα. Οποιος το αμφισβητεί αυτό πρέπει να απομπεφθεί, όποιος αμφιβάλλει είναι κοντά στο να απομπεφθεί»[8].
Κατά τα χρόνια 1910-1914 στο χώρο του ΣΔΕΚΡ στην ουσία δεν υπάρχει ένα ενιαίο κόμμα παρά ξεχωριστά κόμματα που συσπειρώνονται γύρω από τα δικά τους έντυπα και έχουν τα δικά τους όργανα. Βασικά κόμματα είναι οι μπολσεβίκοι[9] του Λένιν, δύο ομάδες μενσεβίκων[10] οι τροτσκιστές και οι οτζοβιστές[11]. Οι τροτσκιστές παριστάνουν τους συμφιλιωτές ανάμεσα σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους, όμως στην ουσία υποστηρίζουν θέσεις των μενσεβίκων - λικβινταριστών[12].
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ο τροτσκισμός αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του «κεντρισμού»[13], που ήταν ένα ρεύμα στους κόλπους της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας που ταλαντευόταν μεταξύ του σοσιαλσοβινισμού και του μικροαστικού πασιφισμού και πάλευε για την ενότητα των επαναστατών με τους οπορτουνιστές.
Στην πορεία ανάπτυξης της επανάστασης οι τροτσκιστές έκαναν μία δήλωση συμφωνίας με τη γραμμή των μπολσεβίκων και στο 6ο συνέδριο των μπολσεβίκων έγιναν δεκτοί στις γραμμές των μπολσεβίκων. Ετσι ο Τρότσκι έγινε μέλος του κόμματος των μπολσεβίκων τον Ιούλιο του 1917.
Αλλά και μετά την είσοδό τους στο κόμμα των μπολσεβίκων ο Τρότσκι διατήρησε την αυτονομία του και συνέχισε την πάλη ενάντια στο Λένιν.
Οι τροτσκιστές αντιτάχθηκαν στη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ[14] το 1918, ματαιώνοντας έτσι την έγκαιρη υπογραφή της ειρήνης πράγμα που επέφερε ακόμα μεγαλύτερες απώλειες, στη νεαρή και αδύναμη ακόμα σοβιετική εξουσία.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1918-1920, κάτω από τις δυσκολίες εκείνης της περιόδου, ο τροτσκισμός διαμορφώθηκε σε οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στο ΠΚΚ(μπ). Το 1920-1921 οι τροτσκιστές υπήρξαν πρωτεργάτες της εσωκομματικής πάλης για τη μορφή των εργατικών συνδικάτων. Δημιούργησαν φράξια με το δικό τους πολιτικό πρόγραμμα. Την ουσία του προγράμματός τους αποτελούσε η μετατροπή των εργατικών συνδικάτων σε εξάρτημα του κρατικού μηχανισμού και η αμφισβήτηση του καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Η κυριότερη θέση του τροτσκισμού ήταν η άρνηση της δυνατότητας οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Ακολουθώντας τους ηγέτες των μενσεβίκων, οι τροτσκιστές ισχυρίζονταν ότι εξαιτίας της τεχνικοοικονομικής καθυστέρησης της χώρας σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης η εργατική τάξη της ΕΣΣΔ δε θα μπορούσε να εδραιώσει την εξουσία της και να οικοδομήσει τη σοσιαλιστική κοινωνία. Γι’ αυτό ισχυρίζονταν πως η νίκη της επανάστασης θα ήταν πολύ μικρής διάρκειας και ότι η σοβιετική εξουσία θα υποχωρούσε αν δεν επικρατούσαν σοσιαλιστικές επαναστάσεις και στις ευρωπαϊκές χώρες, ώστε να εξασφάλιζαν κρατική βοήθεια προς την εργατική τάξη της ΕΣΣΔ. Ο τροτσκισμός αντιτάχθηκε στις αρχές συγκρότησης του κόμματος νέου τύπου και προφασιζόμενος την υπεράσπιση της εσωκομματικής δημοκρατίας διεκδικούσε την ύπαρξη και λειτουργία φραξιών μέσα στο κόμμα.
Κάτω από την επίδραση του Τρότσκι δημιουργήθηκαν τροτσκιστικές ομάδες και σε άλλα κόμματα, όπως στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Αγγλία, στην Τσεχία κ.α. Στην ΕΣΣΔ υπό τον τροτσκισμό συνενώθηκαν όλες οι αντικομματικές ομάδες. Απάντηση στον τροτσκισμό έδωσαν με άρθρα, ομιλίες και τοποθετήσεις σε κομματικά σώματα οι Β. Ι. Λένιν και ο Ι. Β. Στάλιν. Ο τροτσκισμός καταδικάστηκε από συνέδρια και πολλές ολομέλειες της ΚΕ.
Το 15ο συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) 1927 ενέκρινε τη απόφαση της ΚΕ για τη διαγραφή από το κόμμα των Τρότσκι και Ζηνόβιεφ. Από την 9η ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1928 τονίστηκε πως το να ανήκει κανείς στον τροτσκισμό είναι ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του μέλους της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το 6ο συνέδριο της Κομιντέρν (1928).

ΕΠΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ.

Τόσο οι τροτσκιστές όσο και οι αστοί δίνουν στη διαπάλη στο Κόμμα και το Κράτος της ΕΣΣΔ τη δεκαετία του ‘20 και του ‘30 χαρακτήρα προσωπικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Τρότσκι και το Στάλιν. Η αστική προπαγάνδα παρουσιάζει τον Τρότσκι σαν τον αγνό, άδολο και προδομένο επαναστάτη. Αυτή η προπαγάνδα δεν είναι τυχαία αν αναλογιστούμε πόσο καλοδουλεμένη και βαθιά είναι και σε πόσα μέσα διαχέεται (ντοκιμαντέρ, αστικός τύπος, κινηματογράφος, σχολικά βιβλία κλπ.). Ετσι οι τροτσκιστές έχουν ένα ακόμα μέσο στην προβολή των απόψεών τους που τις κάνει να είναι διαδομένες σε βαθμό δυσανάλογο με τις οργανωτικές τους δυνατότητες. Αλλά και το σύστημα αντικειμενικά έχει κάθε συμφέρον να τις προβάλλει γιατί οι απόψεις αυτές καλλιεργούσαν και καλλιεργούν τη γραμμή της ηττοπάθειας. Δεν ήταν όμως πάλη προσώπων, αλλά πάλη πολιτικών θέσεων γύρω από ζητήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού, της διακυβέρνησης του κράτους κλπ. Πάλη μέσα σε πρωτόγνωρες καταστάσεις.
Ο Τρότσκι και οι οπαδοί του αντιμετώπιζαν «δογματικά» το μαρξισμό, όπως άλλωστε έκαναν και πολλοί δεξιοί οπορτουνιστές ηγέτες της Β΄ Διεθνούς - είχαν ένα «ιδανικό μοντέλο» σε σχέση με την επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού που απείχε πολύ από τη σύνθετη πραγματικότητα της Ρωσίας του 1917. Οι τροτσκιστές ως «μικροαστοί διανοούμενοι» στην ουσία δεν εμπιστεύονταν τις μάζες της εργατικής τάξης ότι είναι ικανές να καθοδηγήσουν τα φτωχά λαϊκά στρώματα που αποτελούνταν από αγρότες. Δεν πίστευαν ότι υπό την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος οι αμόρφωτες και πολιτικά καθυστερημένες μάζες θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τους στόχους της επανάστασης του Οκτώβρη, να στηρίξουν τη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Θεωρούσαν ότι έπρεπε να επιβληθεί «δικτατορία στο χωριό» για να μειωθεί η αντίσταση της «εχθρικής» προς του εργάτες αγροτιάς, περιμένοντας τη βοήθεια της προλεταριακής επανάστασης από τη Δύση. Πρότειναν επίσης και πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς στο όνομα του επαναστατικού πολέμου και της «εξαγωγής της επανάστασης». Το επαναστατικό κύμα όμως της περιόδου 1918-1923 δεν κατάφερε να επικρατήσει σε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα εκτός από τη Ρωσία. Γι’ αυτό βέβαια δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς τους μπολσεβίκους επειδή δε διεξήγαγαν επαναστατικό πόλεμο και δεν έκαναν εξαγωγή της επανάστασης, τη στιγμή που στη χώρα τους δεν είχε τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος, που αντιμετώπιζαν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πραξικοπήματα, την περίοδο που πάσχιζαν για την επικράτηση της σοβιετικής εξουσίας σε όλη τη χώρα.
Η λογική των τροτσκιστών οδηγούσε αντικειμενικά σε αδιέξοδο. Μη έχοντας αφομοιώσει το μαρξισμό ως επιστήμη αλλά ως δόγμα, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη συνθετότητα των καθηκόντων που έμπαιναν στη Σοβιετική Εξουσία σε μια χώρα που πραγματικά ξεκινούσε από χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η μεγαλύτερη πλειοψηφία του πληθυσμού της ήταν αγρότες. Δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την εξέλιξη της στρατηγικής της επανάστασης στη βάση της μελέτης του ιμπεριαλισμού. Επέμεναν δογματικά σε παλιότερες εκτιμήσεις των Μαρξ - Ενγκελς και γενικά των μαρξιστών έως τις αρχές του 20ού αιώνα σε σχέση με την εκδήλωση και επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης στις χώρες της ανεπτυγμένης καπιταλιστικά Δυτικής Ευρώπης. Ο ίδιος όμως ο Λένιν συνέβαλε στην περαιτέρω επεξεργασία του μαρξισμού, διατυπώνοντας τη θεωρία «του αδύναμου κρίκου στην αλυσίδα του ιμπεριαλισμού» -στηριγμένη στο νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού- σύμφωνα με την οποία το παγκόσμιο σύστημα του ιμπεριαλισμού είναι δυνατό να «σπάσει» στη χώρα που συγκεντρώνει μια σειρά προϋποθέσεις (ιστορικές, οικονομικές και πολιτικές) που την καθιστούν πιο ευάλωτη στην εμφάνιση επαναστατικής κρίσης. Θεμελίωσε θεωρητικά τη δυνατότητα εκδήλωσης και επικράτησης της επανάστασης σε μια χώρα. «...Ωστόσο το σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών του κόσμου σαν αυτοτελές σύνθημα είναι αμφίβολο αν θα ήταν σωστό, πρώτο γιατί συγχωνεύεται με το σοσιαλισμό και, δεύτερο γιατί θα μπορούσε να προκαλέσει τη λαθεμένη ερμηνεία ότι είναι αδύνατη η νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα (υπογράμμιση συντάκτη), λαθεμένη ερμηνεία για τη στάση αυτής της χώρας απέναντι στις υπόλοιπες. […] Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού . Από εδώ βγαίνει ότι είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή και σε μια μόνη παρμένη χώρα»[15].
Την ίδια περίοδο ο Τρότσκι στο περιοδικό «Νάσε Σλόβο» έγραφε απαντώντας στο άρθρο του Λένιν: «…είναι μάταιο να πιστεύουμε ότι μια λ.χ. επαναστατική Ρωσία θα μπορούσε να αντέξει μπροστά σε μια συντηρητική Ευρώπη ή ότι μια σοσιαλιστική Γερμανία θα μπορούσε να παραμείνει απομονωμένη μέσα στο καπιταλιστικό κόσμο. Το να εξετάζουμε τις προοπτικές της επανάστασης μέσα στα εθνικά πλαίσια θα σήμαινε ότι γινόμαστε θύματα της ίδιας εκείνης εθνικής στενότητας που αποτελεί την ουσία του σοσιαλπατριωτισμού»[16].
Από την άλλη δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι η χώρα στην οποία έσπασε η ιμπεριαλιστική αλυσίδα το 1917 δεν ήταν και οποιαδήποτε χώρα, αλλά η Τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία -που συγκέντρωνε μεγάλο αριθμό εδαφών με πλούσιο υπέδαφος- στην οποία αναπτυσσόταν ο μονοπωλιακός καπιταλισμός με ιδιαιτερότητες τη βαθιά ανισομετρία στο εσωτερικό της και την εντονότερη διατήρηση προκαπιταλιστικών στοιχείων, κυρίως στην αγροτική παραγωγή, αλλά και στο εποικοδόμημα.
Τη στιγμή που η επανάσταση με τις αφάνταστες δυσκολίες του εμφυλίου και της οξύτατης ταξικής πάλης στο εσωτερικό της Ρωσίας πάλευε να σταθεί και να στεριώσει τη Σοβιετική Εξουσία, ενώ τόσο ο Λένιν όσο και ο Στάλιν ως ηγέτης του ΠΚΚ(μπ) και όλη η ηγεσία των μπολσεβίκων θεωρητικά και πρακτικά αξιοποιούσαν όλες τις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυνατότητες για την κατάκτηση της επαναστατικής εξουσίας της εργατικής τάξης και το πέρασμα στο σοσιαλισμό στη συγκεκριμένη χώρα, ο Τρότσκι καλλιεργούσε την ηττοπάθεια, αποπροσανατόλιζε από το ζήτημα της σταθεροποίησης της Σοβιετικής Εξουσίας και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.
Την άποψή τους για την αδυναμία επικράτησης της επανάστασης στη Ρωσία τη στήριζαν στη θέση ότι είναι αδύνατη η ενσωμάτωση των φτωχών και μεσαίων αγροτών στην επανάσταση, αδύνατη η διατήρηση της εργατοαγροτικής συμμαχίας, ότι είναι αναπόφευκτη η σύγκρουση της εργατικής τάξης με πλατιές αγροτικές μάζες και -κατά συνέπεια- μόνη λύση μπορεί να είναι η αναμονή βοήθειας από τις προλεταριακές επαναστάσεις της Δύσης. Την άποψη αυτή ο Τρότσκι την είχε διατυπώσει από το 1905, χρησιμοποιώντας τη μαρξιστική θέση της αδιάκοπης ή διαρκούς επανάστασης που είχε διατυπωθεί παλιότερα από τους Μαρξ και Ενγκελς (1850)[17] που προέβλεπε τη δυνατότητα μετεξέλιξης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική και την επέκτασή της από χώρα σε χώρα στα πλαίσια της αντίληψης για επανάσταση στην ανεπτυγμένη καπιταλιστική Ευρώπη.
Η διαρκής όμως επανάσταση όπως την αντιλαμβανόταν ο Τρότσκι σήμαινε σύγκρουση με τους αγρότες που τους θεωρούσε όλους, ανεξάρτητα της ταξικής διαφοροποίησης στο χωριό, ως αντιδραστική μάζα. Ο Λένιν σχολιάζοντας αυτή τη θέση του Τρότσκι έγραφε:«Η πρωτότυπη θεωρία του Τρότσκι παίρνει από τους μπολσεβίκους την πρόσκληση για αποφασιστικό επαναστατικό αγώνα και την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και από τους μενσεβίκους την άρνηση του ρόλου της αγροτιάς»[18]Ο Τρότσκι ερμήνευε «δογματικά» τα πραγματικά δεδομένα που αφορούσαν τόσο το γεγονός ότι οι αγρότες ως μικροϊδιοκτήτες, προσκολλημένοι στη γη τους και την ιδιοκτησία τους, δεν ήταν ενιαία τάξη, δεν μπορούσαν να παίξουν με βάση την κοινωνική τους θέση προοδευτικό ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη, όσο και την κατάσταση της αγροτιάς στη Ρωσία εκείνης της περιόδου. Επί της ουσίας επρόκειτο για μια μηχανιστική αντίληψη για την ταξική πάλη, απολυτοποίηση της αντιδραστικής τάσης (πλευράς) του μικροϊδιοκτήτη και εξαφάνιση της δυνατότητας αντιπαράθεσής του με την αστική τάξη στο πλευρό του προλεταριάτου, έλλειψη εμπιστοσύνης στη δυνατότητα του προλεταριάτου και του Κόμματός του να ηγηθεί όλων των καταπιεζόμενων μαζών. Αυτή η δυνατότητα προβλέπεται από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς κάτι που φαίνεται στο έργο τους το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», όπου αναφέρεται ότι οι αγρότες μπορούν να λειτουργούν «επαναστατικά» «σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο και τότε δεν υπερασπίζονται τα σημερινά αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εγκαταλείπουν τη δικιά τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου»[19]Και ακόμα πιο καθαρά στη «18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»: «Ετσι τα συμφέροντα των αγροτών δεν βρίσκονται πια, όπως τον καιρό του Ναπολέοντα, σε αρμονία αλλά σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με το κεφάλαιο. Συνεπώς οι αγρότες βρίσκουν το φυσικό τους σύμμαχο και καθοδηγητή στο προλεταριάτο των πόλεων που καθήκον του είναι η ανατροπή του αστικού καθεστώτος»[20]. Οι τροτσκιστές δεν έβλεπαν ούτε την αναγκαιότητα συμβιβασμών με την αγροτική μάζα που αποτελούσε τη μεγάλη πλειοψηφία της Ρωσίας ούτε τις δυνατότητες πλατιά τμήματα της φτωχής και μεσαίας αγροτιάς να ενσωματώνονται στο πρόγραμμα της επανάστασης σε αντίθεση με τους καπιταλιστές ιδιοκτήτες της γης, τους κουλάκους. «Ο χωρισμός της αγροτιάς σε στρώματα δυνάμωσε τον ταξικό αγώνα στους κόλπους της, ξύπνησε πάρα πολλά στοιχεία που κοιμούνταν πολιτικά, έφερε κοντά στο προλεταριάτο των πόλεων το αγροτικό προλεταριάτο. […] Στην πράξη ο Τρότσκι βοηθάει τους φιλελεύθερους εργατικούς πολιτικούς της Ρωσίας που με την «άρνηση» του ρόλου της αγροτιάς δείχνουν ότι δε θέλουν να ξεσηκώσουν τους αγρότες σε επανάσταση»[21].
Ο συμβιβασμός με την αγροτιά, δηλαδή η επιλογή του δρόμου της συνεταιριστικοποίησης της αγροτιάς μέσα από το μοίρασμα της γης -που με την Οκτωβριανή Επανάσταση είχε γίνει και παρέμενε κρατική ιδιοκτησία- για οικογενειακή εκμετάλλευση δε σήμαινε εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού στόχου για κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Λάμβανε όμως υπόψη το συσχετισμό ταξικών δυνάμεων στη ρωσική κοινωνία, επένδυε στην όξυνση των ταξικών διαφοροποιήσεων μέσα στην ίδια την αγροτιά, προσάρμοζε τη συγκέντρωση της κατακερματισμένης αγροτικής παραγωγής με τέτοιο τρόπο που να διευκολύνεται ο δρόμος της κοινωνικοποίησής της: «Και τι σημαίνει ειρήνευση στο χωριό; Σημαίνει έναν από τους βασικούς όρους για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Δεν μπορεί να χτίσει κανείς σοσιαλισμό όταν έχει επιδρομές συμμοριών και εξεγέρσεις ανάμεσα στους αγρότες. Τώρα έχουμε αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης ως το προπολεμικό επίπεδο (95%), ειρήνευση του χωριού συμμαχία με το μεσαίο αγρότη, λίγο πολύ οργανωμένη φτωχολογιά, δυναμωμένα τα Σοβιέτ στο χωριό και μεγαλωμένο το κύρος του προλεταριάτου και του κόμματος στο χωριό.
Δημιουργήσαμε έτσι τις συνθήκες που μας επιτρέπουν να συνεχίσουμε την επίθεση ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία στο χωριό, να εξασφαλίσουμε παραπέρα επιτυχημένη οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα μας»[22].
Τη στιγμή που μετά τον εμφύλιο έμπαινε το καθήκον της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, ο Τρότσκι υποστήριζε τη βίαιη με στρατιωτικά μέσα κολεκτιβοποίηση της γης που στην ουσία θα σήμαινε εμφύλιο πόλεμο στο χωριό.
Η κολεκτιβοποίηση πραγματοποιήθηκε το 1929-1933 μέσα από σκληρή ταξική αντιπαράθεση, στην οποία έγινε κατορθωτό να τραβηχτεί με το μέρος της κολεκτιβοποίησης μεγάλο μέρος της φτωχής αγροτιάς. Σε αυτές τις συνθήκες ο Τρότσκι και οι οπαδοί του το 1930, αλλάζοντας θέση πανικοβλημένοι από την όξυνση της ταξικής πάλης, κατήγγειλαν την κολεκτιβοποίηση και αποκουλακοποίηση[23] ως «γραφειοκρατική περιπέτεια». Το Μάρτη του ίδιου χρόνου ο Τρότσκι μιλάει για: «τον ουτοπικό αντιδραστικό χαρακτήρα της κολεκτιβοποίησης σε ποσοστό 100%. […] Η αναγκαστική οργάνωση συνεταιριστικών αγροκτημάτων δίχως την τεχνολογική υποδομή που μόνο αυτή θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ανωτερότητά τους απέναντι στα μικρά αγροκτήματα είναι μια αντιδραστική ουτοπία». Εκείνη την περίοδο προφήτευε ότι «τα κολχόζ θα καταρρεύσουν ενόσω θα περιμένουν την τεχνική υποδομή»[24].
Η πραγματικότητα τους διέψευσε, παρά την υπερβολή και τα λάθη που έγιναν στην προώθηση της σωτήριας για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση κατεύθυνση της κολλεκτιβοποίησης.
Οι τροτσκιστές θεωρούσαν τα συνδικάτα στη σοσιαλιστική οικοδόμηση ως όργανα διοίκησης της εξουσίας της εργατικής τάξης και ήθελαν να επιβάλουν στρατιωτική λειτουργία στο εσωτερικό τους. Επί της ουσίας πίσω από αυτή την αντίληψη «κρύβονταν» οι αντιλήψεις τους πως η δικτατορία του προλεταριάτου ως εξουσία ασκείται άμεσα από την τάξη στο σύνολό της και αφού η τάξη στο σύνολό της δεν ήταν ώριμη, η «ωριμότητα» θα «επιβαλλόταν» με διοικητικά μέτρα πάνω της. Πρόκειται για γραφειοκρατική αντίληψη που εξέφραζε για άλλη μια φορά τη διανοουμενίστικη υποτίμηση προς τη δυνατότητα των μαζών να πείθονται από την κομμουνιστική δουλιά. Ο Λένιν αντιπαρατέθηκε διεξοδικά με τον Τρότσκι στο συγκεκριμένο ζήτημα. Στο έργο του «Τα συνδικάτα, η τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του Τρότσκι» συγκεκριμένα αντιπαραθέτει: «Δεν μπορείς όμως να πραγματοποιήσεις τη δικτατορία του προλεταριάτου μέσω της καθολικής οργάνωσής του. Γιατί όχι μόνο σε εμάς μια από τις πιο καθυστερημένες καπιταλιστικές χώρες αλλά και σε όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες το προλεταριάτο εξακολουθεί να είναι τόσο διηρημένο, τόσο ταπεινωμένο, τόσο εξαγορασμένο σε μερικά μέρη (συγκεκριμένα από τον ιμπεριαλισμό σε ορισμένες χώρες) που η καθολική οργάνωση του προλεταριάτου δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την δικτατορία του. Τη δικτατορία μπορεί να την πραγματοποιήσει μόνο η πρωτοπορία που αφομοίωσε την επαναστατική δραστηριότητα της τάξης »[25].
Για το ρόλο που έπρεπε να παίζουν τα συνδικάτα ο Λένιν στο ίδιο έργο σημείωνε: «Δεν μπορείς να πραγματοποιείς τη δικτατορία χωρίς μερικά «λουριά μεταβίβασης» από την πρωτοπορία προς τη μάζα της πρωτοπόρας τάξης, από την τάξη αυτή προς τη μάζα των εργαζομένων»[26].
Επίσης ο Ι. Β. Στάλιν σημείωνε:
«Τα επαγγελματικά συνδικάτα μπορούν να ονομαστούν καθολική οργάνωση της εργατική τάξης που είναι η κυρίαρχη τάξη στη χώρα μας. Είναι το σχολειό του κομμουνισμού. Αναδείχνουν από τις γραμμές τους, τους καλύτερους ανθρώπους για την καθοδηγητική δουλιά σ’ όλους τους τομείς της διακυβέρνησης της χώρας. Πραγματοποιούν τη σύνδεση ανάμεσα στα πρωτοπόρα και στα καθυστερημένα στοιχεία της εργατικής τάξης. Συνενώνουν τις εργατικές μάζες με την πρωτοπορία της εργατικής τάξης». Διευκρίνιζε επίσης ότι σε σχέση με το ρόλο του Κόμματος στη δικτατορία του προλεταριάτου ότι: «Μ’ αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να εννοούμε ότι το κόμμα μπορεί ή πρέπει να υποκαταστήσει τα επαγγελματικά συνδικάτα, τα Σοβιέτ και τις άλλες μαζικές οργανώσεις. Το κόμμα ασκεί τη δικτατορία του προλεταριάτου. Δεν την ασκεί όμως άμεσα, αλλά με τη βοήθεια των επαγγελματικών συνδικάτων, μέσω των Σοβιέτ και των διακλαδώσεών τους. Χωρίς αυτά τα «λουριά μεταβίβασης», θα ‘ταν αδύνατη μια κάπως στερεή δικτατορία»[27].
Και συμπληρώνει στο ίδιο άρθρο:
«Αυτό δε σημαίνει, ωστόσο, ότι ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος («δικτατορία» του κόμματος) μπορούμε να βάλουμε το σημείο ισότητας, ότι μπορούμε να ταυτίσουμε τους δυο αυτούς όρους, ότι μπορούμε να υποκαταστήσουμε τον πρώτο με το δεύτερο»[28].
Ο Λένιν επεσήμαινε ότι η ουσία της διαφωνίας βρισκόταν ακριβώς στο ζήτημα των μεθόδων πλησιάσματος και σύνδεσης με τις μάζες, κάτι που ο Τρότσκι αντιμετώπιζε με ένα μηχανιστικό τρόπο, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τις διαφοροποιήσεις στην ωριμότητα των εργατικών μαζών, αλλά και τις αδυναμίες που είχε η ίδια η σοσιαλιστική εξουσία στην πρώτη φάση επικράτησής της (μεταβατική περίοδο μέσα στη μεταβατική περίοδο την περιέγραφε ο Λένιν) που χρειαζόταν τα συνδικάτα όχι για να ταυτίζεται με αυτά, αλλά για να στηρίζεται σε αυτά. Ο Τρότσκι και οι οπαδοί του «απλοποιούσαν» με διατάγματα και διοικητικά μέτρα τις σύνθετες και πολύπλοκες διαδικασίες διαμόρφωσης της σοσιαλιστικής συνείδησης των μαζών στην περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οπου επικράτησαν στην ηγεσία των συνδικάτων, ήρθαν σε αντίθεση με τις εργατικές μάζες.
Τις αντιλήψεις του αυτές ο Τρότσκι, παρά την καταψήφισή τους από τα αντίστοιχα κομματικά όργανα, συνέχισε να τις υποστηρίζει σε όλη τη διάρκεια της διαπάλης στο ΠΚΚ(μπ) τη δεκαετία του 1920.
Συνοψίζοντας την κριτική παρουσίαση των αντιλήψεων του Τρότσκι, θα λέγαμε ότι τις χαρακτήριζε: Δογματισμός και άρνηση της δυνατότητας νίκης του σοσιαλισμού σε μια χώρα. Επιφύλαξη απέναντι στις μάζες που οδηγούσε σε αυταρχισμό και διοικητισμό. Επιφύλαξη απέναντι στο ρόλο του Κόμματος στη δικτατορία του προλεταριάτου. Μικροαστική αντίληψη της ελευθερίας γνώμης και άποψης που οδηγούσε σε διαλυτική-φραξιονιστική δουλιά μέσα στο ΠΚΚ(μπ).

ΩΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

Η εμμονή στην άρνηση της δυνατότητας οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα οδήγησε στην άρνηση της σοσιαλιστικής φύσης του κράτους της ΕΣΣΔ. Ο Τρότσκι κατηγόρησε την ηγεσία του ΠΚΚ(μπ) για βοναπαρτισμό, προβλέποντας το αδύνατο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Ρωσία και σε αυτή τη βάση πέρασε βήμα το βήμα σε όλο και πιο αντιδραστικές θέσεις και πράξεις.
Στη δεκαετία του 1930, με δεδομένη την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα ενάντια στη Σοβιετική Ενωση, ο τροτσκισμός καλούσε στην ουσία σε αντεπαναστατική ανατροπή του εργατικού κράτους. Συνέπραξε με κάθε αντιπολιτευόμενη και σαμποταριστική ομάδα στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ για την επιτυχία του σκοπού του. Είναι αποδεδειγμένες οι σχέσεις των Τροτσκιστών με μια σειρά αντικομματικές και αντισοβιετικές ομάδες στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ της δεκαετίας του 1930.
Ο Τρότσκι τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της βίαιης ανατροπής της σοβιετικής εξουσίας, θέτοντας το ερώτημα: «Είναι δυνατή μια ειρηνική κατάργηση της γραφειοκρατίας;» και απαντώντας: «Υστερα από την πείρα των τελευταίων χρόνων θα ήτανε παιδιάρισμα να σκεφτεί κανένας πως η σταλινική γραφειοκρατία θα μπορούσε να διαλυθεί με ένα συνέδριο του κόμματος ή των σοβιέτ. Στην πραγματικότητα το 12ο συνέδριο (στις αρχές του 1923) ήταν το τελευταίο συνέδριο του μπολσεβίκικου κόμματος… Για να παραμερίσουμε τη διευθύνουσα κλίκα δεν απομένουνε πια κανονικοί δρόμοι, «συνταγματικοί». Για να αναγκάσουμε τη γραφειοκρατία να παραδώσει την εξουσία στα χέρια της προλεταριακής πρωτοπορίας, αυτό μπορεί να το κάνουμε μονάχα με τη βία»[29].
Θεωρούσε ότι δε θα ήταν βέβαια εύκολη υπόθεση, αφού αναγνώριζε γι’ αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «σταλινική γραφειοκρατία» ότι: «οι κοινωνικές ρίζες της γραφειοκρατίας βρίσκονται […] μέσα στο προλεταριάτο αν όχι στην ενεργητική του υποστήριξη, στην ανοχή του»[30].
Η νίκη της αντεπανάστασης στο τέλος της δεκαετίας του 1980 δεν επιβεβαιώνει ιστορικά τις τροτσκιστικές θέσεις και προβλέψεις. Ο σοσιαλισμός δεν «κατέρρευσε» ούτε μετασχηματίστηκε σε έναν καπιταλισμό, στη δεκαετία του 1920, όπως υποστηρίζουν οι τροτσκιστές. Η πάλη του καινούργιου με το παλιό είναι μέσα στη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Συνείδηση γι’ αυτή είχαν και ο Λένιν και ο Στάλιν ως ηγέτες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Β. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΤΡΟΤΣΚΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ.

Ως κύρια έκφραση του τροτσκισμού στην Ελλάδα μπορεί να καταγραφεί το «αρχειομαρξιστικό» ρεύμα της δεκαετίας του 1930. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, πολύ πριν από τη συγκρότηση του τροτσκισμού, εμφανίστηκε η περιοδική έκδοση «Αρχείον του μαρξισμού», με βασική γραμμή «πρώτα μόρφωση και μετά δράση». Ο «αρχειομαρξισμός» αποτέλεσε οπορτουνιστικό ρεύμα στους κόλπους του εργατικού ελληνικού κινήματος. Η αντιπαράθεση του ΚΚΕ με τον αρχειομαρξισμό ήταν έντονη στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από την ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου του Κόμματος για το 1ο Συνέδριο της Εργαζόμενης νεολαίας: «Μέλη του «Αρχείου» σύνεδροι και μη, βλέποντας την αποτυχία τους και επιδιώκοντας την διάλυση του συνεδρίου επετέθησαν με «φαλτσέτες» και σουγιάδες εναντίον των συνέδρων μελών και μη της κομμουνιστικής νεολαίας καθώς και αντιπροσώπων της αποσπασθείσης από το «αρχείο» τρίτης λεγόμενης καταστάσεως»[31].
Το 1930 διαμορφώθηκε η «Κομμουνιστική Ομάδα Μαρξιστών Λενινιστών - Αρχειομαρξιστών», η οποία το 1934 μετονομάστηκε σε «Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας». Οι «αρχειομαρξιστές» αναγνωρίστηκαν ως το επίσημο τμήμα στην Ελλάδα της λεγόμενης «Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης» που στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε «4η Διεθνή»[32]. Από αυτό προήλθαν οι βασικές τροτσκιστικές οργανώσεις που αποτέλεσαν τμήμα της «4ης Διεθνούς». Ο «αρχειομαρξισμός» στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές του 1930 είχε επιρροή σε ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης, εξ αιτίας και της έλλειψης προσανατολισμού του ΚΚΕ στη δουλιά με τις μάζες, λόγω της εσωκομματικής κρίσης.
Στη συνέχεια η αντιμετώπιση της εσωκομματικής κρίσης στη βάση της έκκλησης της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η ανάπτυξη των δεσμών με τις μάζες επέδρασε στην ανάπτυξη της οργανωμένης δύναμης της επιρροής του, περιορίζοντας την αντίστοιχη επιρροή των «αρχειομαρξιστών».
Το «αρχειομαρξιστικό» ρεύμα διασπάστηκε σε δυο ομάδες: η μια ομάδα με επικεφαλής τον Δημήτρη Γιωτόπουλο ήρθε σε ρήξη με τον Τρότσκι το 1934 και η άλλη ομάδα με επικεφαλής το Δ. Βιτσώρη ακολούθησε την «4η Διεθνή». Χαρακτηριστικό στοιχείο του αντικομμουνιστικού εκφυλισμού του «Αρχειομαρξιστικού Κόμματος Ελλάδας» του Δ. Γιωτόπουλου είναι το χαιρετιστήριο γράμμα που έστειλε η 3η Συνδιάσκεψή του το 1949, όντας νόμιμο κόμμα, στην κυβέρνηση για τη νίκη της επί του ΔΣΕ. Μετά τη διάλυση του «αρχειομαρξιστικού κόμματος» τη δεκαετία του 1950 τα περισσότερα στελέχη του εντάχθηκαν σε αστικά κόμματα.
Στο τροτσκιστικό ρεύμα στην Ελλάδα έγιναν αλλεπάλληλες διασπάσεις και μετονομασίες οργανώσεων όλη τη δεκαετία του 1930 και του 1940. Το τέλος του πολέμου βρήκε μια σειρά μικρές οργανώσεις να διεκδικούν για τον εαυτό τους τον τίτλο του «Ελληνικού Τμήματος της 4ης Διεθνούς».

ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΣΕ.

Την περίοδο της κατοχής λίγοι τροτσκιστές πήραν θέση υπέρ της Εθνικής Αντίστασης και εντάχθηκαν ή συνεργάστηκαν με το ΕΑΜ. Η πλειοψηφία των τροτσκιστικών ομάδων κράτησαν στάση εναντίωσης στην αντίσταση, θεωρώντας την συνέχεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η στάση αυτή καθορίστηκε και από τη θέση τους απέναντι στην ΕΣΣΔ και το ζήτημα υπεράσπισή της. Για την πλειοψηφία των Ελλήνων τροτσκιστών και των επίσημων εκπροσώπων της «4ης Διεθνούς» στην Ελλάδα δεν έμπαινε ζήτημα υπεράσπισης της ΕΣΣΔ. Θεωρούσαν ότι η σύναψη συμφωνιών της ΕΣΣΔ με τα ιμπεριαλιστικά κράτη «αποθαρρύνει και απογοητεύει το παγκόσμιο προλεταριάτο και γίνεται εμπόδιο στη μετατροπή του παρόντος πολέμου σε εμφύλιο»[33] επίσης πίστευαν ότι «οι ήττες της ΕΣΣΔ θα εξάψουν τις μάζες θα της διδάξουν την αλήθεια και το ένστικτό τους θα τις οδηγήσει στην υπεράσπιση των κατακτήσεων του Οκτώβρη»[34].
Με βάση αυτές τις αντιλήψεις οι τροτσκιστές -μεταφέροντας «δογματικά» τα συνθήματα συναδέλφωσης των στρατιωτών των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών συνασπισμών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- κάλεσαν τον Ελληνικό λαό να μην αντισταθεί ένοπλα στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές γιατί έχει απέναντί του ένοπλους εργάτες και αγρότες, με τους οποίους θα έπρεπε να επιδιώξει συμφιλίωση, ώστε ο πόλεμος να μετατραπεί σε σοσιαλιστική επανάσταση.
Αυτές οι θέσεις οδηγούν σε εκτιμήσεις σαν αυτές που συναντάμε στην κοινή προκήρυξη δύο κυριότερων τροτσκιστικών ομάδων στην περίοδο της κατοχής, του «Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας» και του «Κόμματος Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας»:
«Οι εκτελεσθέντες του Μαΐου το 1944 είναι θύματα της πολιτικής του Σταλινικού κόμματος στη χώρα μας που με τον ανταρτοπόλεμο, τα σαμποτάζ, το σκοτωμό των γερμανών εργατών και αγροτών και της πράξης ατομικής τρομοκρατίας δίνει στους Γερμανούς στρατοκράτες τις απαιτούμενες δικαιολογίες για να αποκεφαλίζουν το εργατικό κίνημα»[35].
Με προτροπή της 4ης Διεθνούς το 1946 πραγματοποιήθηκε συνέδριο ενοποίησης των διαφόρων τροτσκιστικών ομάδων. Παραθέτουμε τα παρακάτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα που
προέρχονται από την «Ειδική έκδοση» στις 15 του Γενάρη 1946 του «Εργατικού Μετώπου», οργάνου της ΚΕ του «Διεθνιστικού Επαναστατικού Κόμματος» (τροτσκιστές - Ελληνικό Τμήμα της 4ης Διεθνούς), όπου δημοσιεύτηκαν οι «εισηγήσεις της ΚΕ» για το «ενοποιητικό συνέδριο των τροτσκιστών της Ελλάδας»:
«Δεν υπάρχει μέσα στις συνθήκες του πολέμου διαφορά ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία, στον σταλινισμό, στα αστικά - δημοκρατικά κόμματα και στο φασισμό.
[…] Το καθήκον του προλεταριακού κόμματος (σ.σ. εννοεί τους τροτσκιστές) μέσα στις συνθήκες της κατοχής είναι να οξύνει την πάλη του εναντίον των εθνικιστικών οργανώσεων και να προφυλάξει την εργατική τάξη από το αντιγερμανικό μίσος και το εθνικιστικό δηλητήριο»[36]. Εννοείται πως ως εθνικιστικές οργανώσεις χαρακτηρίζονται το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ κλπ.
Παρακάτω: «Το προλεταριακό κόμμα (σ.σ. εννοεί τους τροτσκιστές) καταδικάζει όλους τους πατριωτικούς αγώνες οσοδήποτε μαζικό χαρακτήρα κι αν έχουν και οποιεσδήποτε μορφές κι αν παίρνουν και καλεί ανοιχτά τους εργάτες ν’ απέχουν απ’ αυτούς. […] Συμμετοχή στο "κίνημα αντιστάσεως" μ’ οποιοδήποτε πρόσχημα και μ’ οποιαδήποτε δικαιολογητικά σημαίνει συμμετοχή στον πόλεμο. Η απόσπαση των μαζών από την επιρροή των εθνικιστικών οργανώσεων και η πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση, δεν είναι δυνατή παρά έξω απ’ αυτές τις οργανώσεις και με μια άγρια πάλη εναντίον τους και εναντίον της εθνικιστικής τους πολιτικής. Ολη η δράση του ΕΑΜ στην Ελλάδα ήταν βαθιά αντιδραστική»[…] Με τις δολοφονίες των Γερμανών έδινε (το ΕΑΜ) αφορμή και προσχήματα σε άγρια μέτρα των αρχών κατοχής εναντίον του πληθυσμού. […] Ο ΕΛΑΣ... και στην εσωτερική του διάρθρωση ήταν αντιδραστικός[…] «Το κίνημα του Δεκέμβρη» το έκαναν γιατί «η σταλινική γραφειοκρατία, τα στρατιωτικά πραιτοριανά στοιχεία, οι καπεταναίοι των ανταρτών ενδιαφέρονταν... για την εξασφάλισή τους απ’ τις αντεκδικήσεις για τα απειράριθμα κακουργήματα που διέπραξαν σ’ όλη τη χώρα[…]Ο ΕΛΑΣ όχι μόνο επεμβαίνει για να προλάβει μια ευρύτερη και ορμητικότερη ανάπτυξη του μαζικού κινήματος, αλλά συντρίβει και υποτάσσει το μαζικό κίνημα[…] Ποτέ οι εργάτες δε γνώρισαν περισσότερο βάρβαρη τρομοκρατία απ’ αυτή που επέβαλε το ΕΑΜ[…] Εκείνο που συγκρατεί τις μάζες, εκείνος που δεν τις αφήνει ν’ αναπτύξουν όλη τους τη δραστηριότητα και όλη την ακατάβλητη μαχητικότητά τους είναι το σταλινικό κόμμα. Αυτό το φρένο πρέπει να το σπάσουμε.
[…] Κύρια πολιτικά μας συνθήματα στην καθημερινή μας πάλη: Ειρήνη δίχως προσαρτήσεις και αποζημιώσεις. Αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής απ’ τη Γερμανία, Ιταλία κλπ. […] Το κόμμα μας δεν διεξάγει κανένα αγώνα εναντίον των Αγγλων και για την απομάκρυνσή τους. […] Η "Λαϊκή Δημοκρατία"... είναι το τελευταίο μέσο που η αστική τάξη χρησιμοποιεί για να εμποδίσει τις μάζες να καταλάβουν την εξουσία. […] Το σταλινικό κόμμα εναντίον των επαναστατημένων μαζών χρησιμοποιεί, όπως μας το έδειξε ο Δεκέμβρης και η Ισπανική πείρα καθαρά φασιστικές μέθοδες. […] Το προλεταριακό κόμμα (σημ. είναι οι τροτσκιστές) θα πρέπει ταυτόχρονα να οργανώσει ομάδες αυτοάμυνας εναντίον των σταλινικών γκάγκστερς. […] Το ΚΚΕ δεν απειλεί το καθεστώς της ατομικής ιδιοχτησίας, αντίθετα το υπερασπίζει και είναι γι’ αυτό και τυπικά και ουσιαστικά κόμμα της ελληνικής μπουρζουαζίας»[37].
Οι τροτσκιστές ακολουθούσαν την εξής τακτική: Χρησιμοποιώντας το σύνθημα της σοσιαλιστικής επανάστασης και προβάλλοντας ασάφειες στη στρατηγική του ΚΚΕ (π.χ. «Λαϊκή Δημοκρατία»), επί της ουσίας στήριξαν τον γερμανο-ιταλικό και στη συνέχεια τον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τις επεμβάσεις του στην Ελλάδα, στήριξαν την επίθεση της αστικής τάξης ενάντια στο ΕΑΜικό κίνημα και αργότερα ενάντια στο ΔΣΕ. Για τους ταγματασφαλίτες και την τρομοκρατία της άρχουσας τάξης δεν υπήρχε ούτε μια μοναδική λέξη στην περίφημη αυτή εισήγηση. Πάλη ενάντια στο ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ ήταν τα κύρια καθήκοντα των τροτσκιστών στην περίοδο της Κατοχής και μετά.
Η στάση αυτή εξηγεί τη χρεοκοπία του τροτσκισμού στην Ελλάδα και τη συνεχόμενη κρίση του, τόσο κατά τη διάρκεια της Κατοχής όσο και μεταπολεμικά, οδηγώντας στην εκμηδένιση της επιρροής του. Ο τροτσκισμός στην Ελλάδα αντιμετώπισε μια από τις πιο σοβαρές ιδεολογικοπολιτικές κρίσεις που έχει γνωρίσει σε χώρα. Με βάση τα παραπάνω ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν την περίοδο της Κατοχής και στον εμφύλιο οι τροτσκιστές από το ένοπλο λαϊκό κίνημα, ως προδότες όχι της πατρίδας αλλά της εργατικής τάξης, δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση.
Το τελευταίο διάστημα έχουν κάνει την εμφάνισή τους εκδόσεις και αφιερώματα που στοχεύουν να ηρωοποιήσουν τους τροτσκιστές σαν θύματα του «σταλινισμού» στην Ελλάδα. Η προσπάθεια αυτή εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης αντικομμουνιστικής εκστρατείας αναθεώρησης της Ιστορίας που έχει σαν στόχο να μετατρέψει το θύτη σε θύμα και το ανάποδο, δικαιώνοντας ακόμα και τους ταγματασφαλίτες και τους συνεργάτες των Ναζί. Η περίοδος της Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου αποτελεί μια κρίσιμη ιστορική περίοδο για την άρχουσα τάξη της χώρας μας, ήταν η μοναδική στιγμή στην ιστορία του 20ού αιώνα που κινδύνεψε να χάσει την εξουσία, που ένιωσε το έδαφος να τρέμει κάτω από τα πόδια της.
Αξιοποιείται σήμερα ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης που προέκυψε λόγω των αντεπαναστατικών εξελίξεων στην Ευρώπη στο τέλος του 20ού αιώνα για να περάσει με τη μάσκα του «ιστορικού πλουραλισμού», η αντικομμουνιστική συκοφαντία και διαστρέβλωση. Ο αντικομμουνιστικός χαρακτήρας και ρόλος του τροτσκισμού είναι αυτός που τον έκανε και τον κάνει χρήσιμο για την άρχουσα τάξη της χώρας μας γι’ αυτό και εξυμνείται.
Με βάση τα παραπάνω είναι τουλάχιστον αστεία τα διάφορα αφιερώματα σε εφημερίδες των τροτσκιστικών ομάδων για τον εμφύλιο, τη μάχη του Δεκέμβρη, στα οποία εγκαλούν το ΚΚΕ ότι «πρόδωσε την επανάσταση», τη στιγμή που οι πολιτικοί τους πρόγονοι βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά.

Γ. Ο ΤΡΟΤΣΚΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ.

Ο τροτσκισμός υπήρξε ρεύμα πολυδιασπασμένο παρόλο που πάντοτε προσπαθούσε να διαμορφώσει καρικατούρες διεθνούς (4η Διεθνής κ.ά.). Σήμερα υπάρχουν διάφορες ομάδες που χαρακτηρίζονται τροτσκιστικές και άλλες που υιοθετούν μια σειρά πολιτικών θέσεων και κινούνται γύρω από μια «κοινή παράδοση», τμήμα της οποίας είναι ο τροτσκισμός. Σημείο διαχωρισμού για τις διάφορες παραδοσιακές τροτσκιστικές ομάδες και άλλες (νεοτροτσκιστικές θα μπορούσαμε να πούμε) που αποτελούν μετεξέλιξή τους είναι η δεκαετία του 1950, όταν ο Τόνι Κλιφ διατύπωσε τη θεωρία του «κρατικού καπιταλισμού» σε σχέση με το χαρακτήρα της ΕΣΣΔ, σε διάκριση από τον Τρότσκι που χαρακτήριζε την ΕΣΣΔ ως «εκφυλισμένο εργατικό κράτος». Στη βάση του νεοτροτσκισμού κινείται η «Διεθνής Σοσιαλιστική Τάση» (International Socialist Tendency) που δημιουργήθηκε το 1977. Σε διεθνές επίπεδο υπάρχουν και άλλα τέτοιου είδους διεθνή τροτσκιστικά κέντρα, στα οποία ανήκουν σχεδόν όλες οι ομάδες που εμφανίζονται ως τροτσκιστικές σε επίπεδο μιας χώρας.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των τροτσκιστών στη Γαλλία κατά τις δεκαετίες 1950, 1960, 1970 και σήμερα. Οι διάφορες τροτσκιστικές ομάδες είχαν ισχυρούς δεσμούς με τη σοσιαλδημοκρατία και αποτέλεσαν «λίκνο» στελεχών της, όπως π.χ. του Λιονέλ Ζοσπέν. Ανέπτυξαν σημαντική αντικομμουνιστική δράση, σε τέτοιο βαθμό που η «Le Monde» τους χαρακτήρισε «αριστερό αντικομμουνιστικό ρεύμα». Επαιξαν σημαντικό ρόλο στη διάσπαση της CGT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) το 1948 και στη δημιουργία της FO, η οποία αποτέλεσε αντικομμουνιστική συνδικαλιστική ένωση -συμμετείχαν και οι δεξιοί συνδικαλιστές- ανήκε παραδοσιακά στα «Ελεύθερα Συνδικάτα» και στηριζόταν από τη CIA[38]. Σήμερα οι τροτσκιστές, επωφελούμενοι από την οπορτουνιστική μετάλλαξη του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, διεκδικούν αναβαθμισμένο ρόλο, κερδίζοντας σημαντικά ποσοστά σε διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις. Κάνουν «αριστερή» κριτική στο ΓΚΚ, αλλά φροντίζουν να έχουν καλές σχέσεις με τα πιο δεξιά στοιχεία μέσα σε αυτό και τη CGT, να δηλώνουν τη νομιμοφροσύνη τους στο αστικό σύστημα, την πρόθεσή τους για συμμετοχή σε κεντροαριστερά σενάρια. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια από τις βασικές ομάδες τους η LCR (Λίγκα Επαναστατών Κομμουνιστών), στα πλαίσια συνεργασίας της με τη δεύτερη βασική ομάδα, τη LO (Εργατική Πάλη), διέγραψε από το πρόγραμμά της το στόχο της «δικτατορίας του προλεταριάτου», χαρακτηρίζοντάς το ως «σταλινικής έμπνευσης»[39].
Στην Ελλάδα υπάρχουν διάφορες τροτσκιστικές ομάδες με περιθωριακή δράση («Επαναστατικό Εργατικό Κόμμα», «Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας», «Κομμουνιστικός Σύνδεσμος-Εργατική Εξουσία», «Ξεκίνημα» κλπ.). Εντονότερη παρουσία έχει το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (πρώην Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση). Η παρουσία του αρκετές φορές είναι αισθητή κυρίως με τη μορφή της εξόρμησης με την εφημερίδα τους. Αρκετά από τα στελέχη τους προβάλλονται στον αστικό τύπο. Από την άποψη των θέσεων και του ιδεολογικοπολιτικού στίγματος θα το χαρακτηρίζαμε ως νεο-τροτσκιστικό.
Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα αποτελεί το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Τάσης. Ισως πρόκειται για το μεγαλύτερο τμήμα της Τάσης στην Ευρώπη μετά από το Βρετανικό αδερφό κόμμα (SWP)[40]. Προέρχεται από μια ομάδα φοιτητών που βρέθηκαν στο Λονδίνο το 1967 μετά την άνοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών. Αρχικά είχαν ιδεολογικές επιρροές από το μαοϊσμό και συγκρότησαν πολιτική οργάνωση με την ονομασία «Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση». Κατά τη διάρκεια παραμονής τους στο Λονδίνο, η εν λόγω οργάνωση ήρθε σε επαφή με τους Διεθνείς Σοσιαλιστές (International Socialists) του Tony Cliff και απέκτησαν επιρροές από το ρεύμα του Τροτσκισμού που αντιπροσώπευαν οι τελευταίοι. Κατά την επιστροφή των στελεχών της Οργάνωσης Σοσιαλιστικής Επανάστασης στην Ελλάδα όμως χάθηκαν οι επαφές με τους Διεθνείς Σοσιαλιστές, για να αποκατασταθούν και πάλι στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (όπου η οργάνωση IS είχε ήδη μετονομαστεί σε SWP). Ακολούθως η ΟΣΕ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 μετονομάστηκε σε ΣΕΚ. Η ΟΣΕ τη δεκαετία του 1970 εξέδιδε το περιοδικό «Μαμή», στη συνέχεια και σήμερα ως ΣΕΚ εκδίδει την εφημερίδα «Εργατική Αλληλεγγύη» και το περιοδικό «Σοσιαλισμός από τα Κάτω». Η ΟΣΕ (μετέπειτα ΣΕΚ) από το 1989 μέχρι το 1993 διένυσε μια περίοδο «ανόδου» (σ.σ.: την περίοδο των ανατροπών και της νίκης της αντεπανάστασης στις χώρες του σοσιαλισμού) και από τότε βρίσκεται σε διαρκή κρίση και ημι-παράλυση[41] (η οποία δεν πρέπει να εξετασθεί, ασχέτως της ανασυγκρότησης των ταξικών δυνάμεων στη χώρα μας). Το 2001 το ΣΕΚ διασπάστηκε. Μια μερίδα του δημιούργησε τη Διεθνιστική Εργατική Αριστερά (ΔΕΑ), η οποία συνδέεται ιδεολογικοπολιτικά με το Αμερικάνικο τμήμα της Τάσης, που αποχώρησε και αυτό από την Τάση. Η ΔΕΑ συμμετέχει στη συγκρότηση του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), χώρο συμμαχίας του ΣΥΝ.
Η παρουσία του ΣΕΚ στη χώρα μας σε μεγάλο βαθμό αποτελεί μεταφορά στην Ελλάδα αυτούσιων των θέσεων και της δράσης του Αγγλικού ΣΕΚ. Μια ματιά στην ιστοσελίδα του SWP κάνει ολοφάνερη την αντιγραφή, όχι μόνο σε βασικές ιδεολογικές θέσεις, αλλά και στα συνθήματα και τη μορφή. Κύριες μορφές δράσης της είναι (ήταν) η εξόρμηση με την εφημερίδα και η διοργάνωση συζητήσεων ανά βδομάδα. Επί της ουσίας πρόκειται για μια οργάνωση χωρίς πολιτικό πρόγραμμα -τουλάχιστον δημοσιευμένο- που ανάγει σε «σοσιαλιστική δουλιά» τον ακτιβισμό. Δεν υπάρχει στρατηγικό σχέδιο, απλά τακτικισμός και γενική και αφηρημένη προπαγάνδα για την επανάσταση και το σοσιαλισμό. Σε όσους μαζικούς φορείς, π.χ. σωματεία, συλλόγους κλπ., έχουν κάποια επιρροή, στηρίζουν κάποια κινητοποίηση ή τη συμμετοχή σε κάποια από τις δραστηριότητες που έχει αποφασίσει κάποιο Φόρουμ ή η IST (International Socialist Tendensy - Διεθνής Σοσιαλιστική Τάση). Δεν επεξεργάζονται ιδιαίτερα διεκδικητικά πλαίσια και στόχους πάλης, σημασία δίνουν στις μορφές πάλης. Ετσι δεν έχει σημασία το πλαίσιο της απεργίας, της διαδήλωσης ή της κατάληψης, αλλά οι ίδιες οι κινητοποιήσεις, στις οποίες προσδίδουν «επαναστατικό χαρακτήρα», ανεξάρτητα από τον πολιτικό τους προσανατολισμό.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΟΙΝΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙΣΤΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ.

Οι βασικές τροτσκιστικές ομάδες στην Ελλάδα και διεθνώς, παρά τις όποιες επί μέρους διαφοροποιήσεις, έχουν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά:
1. Αναφορές στον Τρότσκι
Υπερασπίζονται την πολιτική διαδρομή του Τρότσκι. Προβάλλουν με κάποιο εκλεκτικισμό και όχι ως σύστημα πολιτικής σκέψης (που έτσι και αλλιώς δεν είναι) τις διάφορες τροτσκιστικές θέσεις. Εχουν επιλεκτικές αναφορές στο Λένιν και στο έργο του για να θεμελιώσουν την άποψη ότι ο Τρότσκι ήταν συνεχιστής του Λένιν. Φέρνουν σε αντιπαράθεση το Λένιν με το Στάλιν. Αναπαράγουν όλη την «αντι-σταλινική» επιχειρηματολογία.
2. Αντισοσιαλιστική προπαγάνδα
Μηδενίζουν την προσφορά του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα στην ΕΣΣΔ και στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Θεωρούν κοινωνική πρόοδο την ανατροπή του, υποστηρίζουν κάθε αντεπαναστατική ενέργεια που αναπτύχθηκε στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες για την παλινόρθωση του καπιταλισμού, χαρακτηρίζοντάς την ως λαϊκή επανάσταση.
Για παράδειγμα το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα στην Ελλάδα και η πολιτική φιλολογία της IST, της διεθνούς οργάνωσης στην οποία ανήκει, χαιρετίζουν τις ανατροπές και χαρακτηρίζουν ως «λαϊκά κινήματα» και «λαϊκές εξεγέρσεις» ακόμη και ενέργειες, για τις οποίες η ίδια η CIA και πρώην αξιωματούχοι καπιταλιστικών κρατών αναγνωρίζουν την έμμεση ή άμεση συμμετοχή τους.
Αναπαράγουν όλη την αντικομμουνιστική και αντισοβιετική προπαγάνδα για το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ετσι στο τεύχος 593 της εφημερίδας «Εργατική Αλληλεγγύη» του ΣΕΚ αναφέρεται:
«H Pωσία του Στάλιν ήταν, στα χαρτιά, ανυποχώρητη απέναντι στον φασισμό. "H EΣΣΔ" γράφει ο Xόμπσμομ, "Ηταν δημοφιλής κυρίως λόγω της συνέπειας που έδειχνε στην αντίθεσή της προς τη ναζιστική Γερμανία, πράγμα που την παρουσίαζε τόσο διαφορετική σε σχέση με τους δισταγμούς της Δύσης...". Tον Aύγουστο του 1939, όμως, η "ανυποχώρητη" Pωσία ήρθε σε μυστική συνεννόηση με τη Γερμανία. Το διαβόητο σύμφωνο Mολότοφ-Pίμπεντροπ "χάρισε" στην EΣΣΔ τις χώρες της Bαλτικής και "μοίρασε" την Πολωνία ανάμεσα στις δύο χώρες. Το Σεπτέμβρη του 1939, την ίδια ώρα που τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη δυτική Πολωνία ο "κόκκινος στρατός" του Στάλιν εισέβαλε στην ανατολική. Eνα μήνα αργότερα η Πολωνία είχε πάψει να υπάρχει. Χρειάστηκε η επιχείρηση "Mπαρμπαρόσα", η αιφνιδιαστική επίθεση της Γερμανίας στη Pωσία τον Iούνη του 1941 για να περάσει ο Στάλιν στην πλευρά των "συμμάχων"»[42].
Με τέτοιου είδους συκοφαντίες επιδιώκουν να μηδενίσουν την καθοριστική συμβολή της ΕΣΣΔ στον αντιφασιστικό αγώνα, καθώς και τη συμβολή του κομμουνιστικού κινήματος στη νίκη των λαών ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολεμική επίθεση του Αξονα, αθωώνοντας παράλληλα το ρόλο των καπιταλιστικών κρατών στην ενίσχυση του φασισμού στην Ευρώπη.
Υιοθετούν την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα πως οι σοσιαλιστικές χώρες στην ανατολική Ευρώπη προέκυψαν ως αποτέλεσμα της προέλασης του Κόκκινου Στρατού και μόνο. Ετσι λένε: «Στις χώρες της Aν. Eυρώπης, όπως στη "Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας"… πουθενά δεν υπήρξε μια εργατική επανάσταση που αργότερα ηττήθηκε… Oι στρατιές του Στάλιν τις κατέλαβαν καθώς προέλαυναν προς το Bερολίνο το 1944-45. Και μετά ο νέος χάρτης της Eυρώπης επικυρώθηκε και επίσημα στην κυνική μοιρασιά των σφαιρών επιρροής που έκαναν οι "Σύμμαχοι" στις διασκέψεις της Γιάλτας και του Πότσνταμ. Κανείς δε ρώτησε τους εργάτες της Πολωνίας αν θέλουν να είναι στη ρώσικη "σφαίρα επιρροής", όπως κανείς τους δε ρώτησε τους εργάτες της Eλλάδας αν θέλουν τους Bρετανούς και τους Aμερικάνους "προστάτες"»[43]. Σε αυτήν την περίπτωση εξισώνουν δυο διαμετρικά αντίθετες εκδηλώσεις διεθνούς ταξικής αλληλεγγύης. Από τη μια μεριά του διεθνούς κεφαλαίου με την αγγλοαμερικανική εισβολή στη χώρα μας, από την άλλη με τη διεθνιστική υποστήριξη της ΕΣΣΔ, του Κόκκινου Στρατού προς την προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τη θετική επίδραση που είχε στους εργαζόμενους αυτών των χωρών και όλου του κόσμου.[44]
Ως συνέπεια της προσέγγισής τους περί «κρατικού καπιταλισμού» στην ΕΣΣΔ και τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, θεωρούν ως ενδοϊμπεριαλιστική διαμάχη την αντιπαράθεση σοσιαλισμού - καπιταλισμού από το 1945 μέχρι το 1989:
«Το Σύμφωνο της Bαρσοβίας δεν ήταν το "αντίπαλο δέος" στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, όπως υποστήριζε η σταλινική αριστερά της εποχής εκείνης, αλλά ένα ανταγωνιστικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο που καταπίεζε και καταλήστευε τον κόσμο "του", με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που καταπίεζε και λήστευε τον "δικό του" κόσμο το NATO»[45].
Αυτές οι απόψεις ενισχύουν την αστική ιδεολογία και προπαγάνδα για το ανεδαφικό της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
3. Η σύμπραξη με τη σοσιαλδημοκρατία
Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα, ιδιαίτερα στην Ελλάδα και την Ευρώπη, για τις ανοιχτές ή υπόγειες διασυνδέσεις του τροτσκισμού με τη σοσιαλδημοκρατία, ως αποτέλεσμα και της τακτικής «εισοδισμού» που ακολουθούν οι τροτσκιστές. Η δράση των τροτσκιστών διευκόλυνε τόσο τη διαμόρφωση του απαραίτητου «αριστερού» προφίλ στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όσο και την «από τα αριστερά» αντικομμουνιστική τακτική αυτών των κομμάτων απέναντι στα ΚΚ. Σήμερα ο τροτσκισμός συμπράττει με τη σοσιαλδημοκρατία με πολλούς τρόπους. Πολλά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είχαν και έχουν τροτσκιστικές τάσεις στο εσωτερικό τους, π.χ. στην Ελλάδα η τροτσκιστική ομάδα «Ξεκίνημα» κυκλοφορούσε την εφημερίδα της, αναγράφοντας στον τίτλο «Ξεκίνημα - Μαρξιστική τάση του ΠΑΣΟΚ». Επί σειρά ετών στήριζαν εκλογικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, το Εργατικό Κόμμα στην Αγγλία, ιδιαίτερα σε περιόδους που στο εργατικό κίνημα υπήρχαν μεγάλες αυταπάτες για το χαρακτήρα και το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας. Οι τροτσκιστές εξωράιζαν και εξωραΐζουν με επαναστατικές κορώνες αυτή τους τη σύμπλευση, π.χ. καλούσαν τον κόσμο να ψηφίσει το ΠΑΣΟΚ και ταυτόχρονα μιλούσαν για επανάσταση και σοσιαλισμό, με «θεωρίες» ότι για τους επαναστάτες δεν έχουν σημασία οι εκλογές.
Σήμερα η ολοφάνερη θέση της σοσιαλδημοκρατίας -σαν αστικό πολιτικό κόμμα- τους αναγκάζει να παίρνουν αποστάσεις, να έχουν διαφοροποιήσει την τακτική τους.
Παρόλα αυτά, ιδιαίτερα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, είναι «φυσικοί» σύμμαχοι των σοσιαλδημοκρατικών συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών, στηρίζουν την τακτική τους σε ευθεία αντίθεση με τις ταξικές δυνάμεις. Οι δυνάμεις τόσο του ΣΕΚ όσο και των υπόλοιπων τροτσκιστικών ομάδων συμμετέχουν στις συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις που διοργανώνουν οι συμβιβασμένες ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ στο όνομα της «ενότητας» της εργατικής τάξης και «της δουλιάς όπου είναι οι μάζες».
Οι δυνάμεις αυτές επιτίθενται στην τακτική του ΚΚΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα και τη στήριξη που δίνει στην ταξική συνδικαλιστική συσπείρωση, στο ΠΑΜΕ, αναπαράγοντας όλη την επιχειρηματολογία για σεχταρισμό, απομονωτισμό, διασπαστική τακτική. Η επιλογή αντιπαράθεσης με το ΠΑΜΕ αντικειμενικά εξυπηρετεί τον κυβερνητικό εργοδοτικό συνδικαλισμό.
Ας δούμε για παράδειγμα, με ποιον τρόπο αναφέρονται στη συγκέντρωση του εργοδοτικού συνδικαλισμού στην απεργία της 11ης Μαΐου 2005: «Η συμμετοχή στο Πεδίο του Αρεως ήταν εντυπωσιακή», προσθέτοντας για τη στάση των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ: «Eστω και αν οι ηγεσίες της ΓΣEE και της AΔEΔY ταλαντεύτηκαν και διχάστηκαν για το πώς να απαντήσουν στην πρόκληση της κυβέρνησης, ο κόσμος ένιωσε την πρόκληση και έστειλε το μήνυμα ότι δεν σκοπεύει να υποταχθεί μοιρολατρικά, με σταυρωμένα χέρια»[46].
Οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ δεν είναι ούτε «άτολμες» ούτε «ταλαντεύονται», είναι συνειδητοί υποστηρικτές της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, της στρατηγικής του κεφαλαίου. Ρόλος τους είναι με ελιγμούς και ταλαντεύσεις να εκτονώνουν και να ενσωματώνουν τις εργατικές διαθέσεις και ταυτόχρονα να αναπαράγουν τον πολιτικό εγκλωβισμό της εργατικής τάξης στα πλαίσια της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης.
Σε αυτή την κατεύθυνση οι τροτσκιστές μαζί με τους σύγχρονους δεξιούς οπορτουνιστές του ΣΥΝ προσφέρουν καλή υπηρεσία, αναπαράγοντας αυταπάτες περί αγωνιστικού και «αριστερού ΠΑΣΟΚ», εμφανίζοντας τις ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ ως υπερασπιστές της ενότητας της εργατικής τάξης, κρύβοντας τον υπονομευτικό τους ρόλο στο συνδικαλιστικό κίνημα.
4. Η στήριξη διαφόρων σχημάτων ενσωμάτωσης
Οι τροτσκιστικές ομάδες είναι βασικοί υποστηρικτές των «Κοινωνικών Φόρουμ». Θεωρούν ότι μέσα από τέτοια σχήματα διαμορφώνεται το υποκείμενο της «παγκόσμιας επανάστασης», ο παγκόσμιος συντονισμός της. Οι διάφορες εκφράσεις του τροτσκισμού διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα σε αυτά τα σχήματα, θεωρώντας ότι αποτελούν δικαίωση των απόψεών τους για προτεραιότητα της πάλης σε διεθνές επίπεδο και υποτίμησης της πάλης σε εθνικό. Οι θεωρίες για «νέα κινήματα» σε αντίθεση με τα «παλιά» αναχρονιστικά και «ξεπερασμένα» που συνδέονται με το κομμουνιστικό κίνημα, ο έντονος αντικομμουνισμός με τη μορφή του αντισταλινισμού αυτών των σχημάτων, η ακτιβίστικη λογική, διαμορφώνουν ένα ευνοϊκό για τη δράση των τροτσκιστών περιβάλλον. Οι τροτσκιστές διεκδικούν το ρόλο της «αριστερής» και «επαναστατικής» πτέρυγας αυτών των σχημάτων ενσωμάτωσης, στα οποία κυριαρχεί η σοσιαλδημοκρατία και οι διάφοροι εκπρόσωποι των πολιτικών ρύθμισης του καπιταλισμού. Με «επαναστατική» φρασεολογία συμβάλλουν στην εκτόνωση της λαϊκής δυσαρέσκειας, κυρίως άπειρων τμημάτων της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των μικροαστικών δυνάμεων, στον εγκλωβισμό τους στα διάφορα σχήματα ενσωμάτωσης. Ακολουθούν την παραδοσιακή γραμμή των διαφόρων οπορτουνιστών και σοσιαλδημοκρατών, συμβιβασμού και συνεργασίας του «αντιπολεμικού» κινήματος με κάποιο από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, στο όνομα της πάλης ενάντια σε ένα άλλο (π.χ. ενάντια στην κυριαρχία των ΗΠΑ στα πλαίσια της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης»). Χαρακτηριστικά αναβαθμισμένος ήταν ο ρόλος τους στο 3ο «Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ» που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο υπό την αιγίδα του δήμου του Λονδίνου, με χορηγό επικοινωνίας την εφημερίδα «Γκάρντιαν» και με ευθύνη διοργάνωσης από την ανώνυμη εταιρία «Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ - Λονδίνο 2005 ΑΕ», ρόλο που διεκδίκησαν και στη συνέχεια στο 4ο «ΕΚΦ» στην Αθήνα. Είναι συστηματική η προσπάθεια να δημιουργούνται σχήματα που συνυπάρχουν κομμουνιστικές ή κομμουνιστογενείς δυνάμεις μαζί με τροτσκιστές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις υπό την αιγίδα του οπορτουνισμού. Με θετικό τρόπο αντιμετωπίζουν οι τροτσκιστές και την ίδρυση του «Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος». Μάλιστα το εκλογικό σχήμα στο οποίο συμμετέχουν οι τροτσκιστές στη Μ. Βρετανία, το «Respect» του πρώην βουλευτή των Εργατικών Γκάλαγουεϊ, έκανε αίτηση για να γίνει μέλος του «ΕΑΚ». Είναι χαρακτηριστική η εκτίμηση: «Την Κυριακή 30 Οκτώβρη ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του 1ου Συνεδρίου του Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος. Ηταν μια εντυπωσιακή συνάντηση από άποψη συμμετοχής. Εκεί ήταν παρόντες και παρούσες αντιπρόσωποι και προσκαλεσμένοι από όλα σχεδόν τα αριστερά κόμματα της Ευρώπης. Διάχυτη ήταν η αίσθηση ότι ιδιαίτερα μετά το Γαλλικό και Ολλανδικό «Οχι» στο Ευρωσύνταγμα και τα αποτελέσματα των Γερμανικών εκλογών, κάτι νέο έχει γεννηθεί»[47].
5. Η στάση τους απέναντι στον ιμπεριαλιστικό οργανισμό της ΕΕ
Χαρακτηριστικό στοιχείο όλων των τροτσκιστικών ομάδων είναι η σχεδόν μηδενική ανάδειξη του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι αναφορές στα κείμενά τους είναι περιορισμένες. Μάλιστα παλιότερα επιτίθεντο έντονα στο ΚΚΕ για τη θέση του ενάντια στην ΕΕ, εκτιμώντας ότι αυτή η θέση είναι εθνικιστική, εκφράζει τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης που διεκδικεί καλύτερες θέσεις στα πλαίσια του διεθνούς ιμπεριαλισμού.
Το ζήτημα της πάλης ενάντια στην ΕΕ, της αποδέσμευσης, δεν μπαίνει πουθενά γιατί ένας τέτοιος στόχος συνδέεται με τη λενινιστική και όχι τροτσκιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού, με το λενινιστικό νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης, με τη θεωρία του «αδύναμου κρίκου» του ιμπεριαλισμού και τη δυνατότητα εκδήλωσης και νίκης της επανάστασης σε μια χώρα. Από την άλλη η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης αντιμετωπίζεται από διάφορα τροτσκιστικά ρεύματα σαν πεδίο ταξικής πάλης και συνηγορεί στην αντίληψή τους για πέρασμα της ταξικής πάλης από το εθνικό στο περιφερειακό επίπεδο και της θεωρίας τους για παγκόσμια επανάσταση. Αλλωστε ο ίδιος ο Τρότσκι αποτέλεσε έναν από τους βασικούς εμπνευστές του συνθήματος των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, επηρεασμένος από τις αναλύσεις του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό, σύνθημα το οποίο απέρριψε ο Β. Ι. Λένιν στο έργο του «Για το σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», υποστηρίζοντας σαφέστατα ότι η υιοθέτηση ενός τέτοιου συνθήματος θα σήμαινε απόρριψη του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, της δυνατότητας νίκης του σοσιαλισμού σε μια χώρα.
Ταυτόχρονα η δραστήρια και ενεργητική τους συμμετοχή και υποστήριξη στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ και το σύνθημα του «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή», τους κατατάσσει στους απολογητές του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, τους κάνει τμήμα του σύγχρονου ευρωπαϊκού «σοσιαλσοβινισμού» που εμφανίζεται με τη στήριξη του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου ως αντίπαλου δέους σε αυτό των ΗΠΑ.
6. Η επίθεση στο κομμουνιστικό κίνημα
Ολες οι σύγχρονες τροτσκιστικές ομάδες, ενώ δρουν συστηματικά ως αντικομμουνιστική δύναμη -όπως έκανε ιστορικά το τροτσκιστικό ρεύμα- καλύπτονται πίσω από το «Μαρξιστικό» αυτοχαρακτηρισμό και τις αναφορές τους στους κλασσικούς του Μαρξισμού, την επανάσταση και το σοσιαλισμό. Ο αντικομμουνισμός τους στην Ελλάδα συνοδεύεται με «επιθέσεις φιλίας» στο ΚΚΕ, με κύριο στόχο μέλη και στελέχη του. Οι επιθέσεις φιλίας έχουν βασικό χαρακτηριστικό την εξύμνηση των μελών και των οπαδών του ΚΚΕ ως αγωνιστές, αλλά ταυτόχρονα ως πολιτικά αμόρφωτους που ακολουθούν την πολιτική ενός «ρεφορμιστικού» κόμματος, του ΚΚΕ. Η τακτική αυτή είναι επεξεργασμένη, αφού στην προσπάθεια να μπερδέψουν, δε διστάζουν να κολακεύουν μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ για την επιλογή ένταξης στην οργανωμένη πάλη, να τους αποκαλούν «συντρόφους» κλπ. Την ίδια τακτική εξυπηρετεί και ο ιδεολογικός εκλεκτικισμός τους. Αξιοποιούν τσιτάτα από τους κλασσικούς του μαρξισμού αποκομμένα από τις συνθήκες που ειπώθηκαν είτε για να στηρίξουν τις θέσεις τους είτε για να επιτεθούν στο ΚΚΕ.
Βασικές πλευρές της πολεμικής τους ενάντια στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ είναι οι εξής:
Προσπάθεια να αποδείξουν ότι όλη η ιστορική πορεία του Κόμματος είναι μια πορεία προδοσίας της ηγεσίας προς τη βάση του, τις πλατιές λαϊκές μάζες που το ακολουθούσαν. Από το ΕΑΜ, τη μάχη του Δεκέμβρη, το ΔΣΕ, τα Ιουλιανά, το Πολυτεχνείο μέχρι σήμερα. Αναπαράγουν δηλαδή το σχήμα αντίθεσης βάσης - ηγεσίας. Ως αιτία της «προδοτικής στάσης» του ΚΚΕ προβάλλουν τη «σταλινική - ρεφορμιστική γραμμή του». Συνολικά θεωρούν τη γραμμή στο κομμουνιστικό κίνημα των δεκαετιών του 1920-1930 υπεύθυνη για την ήττα των επαναστάσεων στην Ευρώπη, για την άνοδο του φασισμού, κλπ.
Διαστρεβλώνουν συνειδητά την πολιτική του ΚΚΕ. Αναπαράγουν μια σειρά «πασοκικής» έμπνευσης επιχειρηματολογία, όπως π.χ. τα περί συνεργασίας του Κόμματος με τη ΝΔ. Στο στόχαστρό τους δε βρίσκονται επιμέρους ζητήματα αλλά η ουσία της πολιτικής του Κόμματος, όπως η στάση του απέναντι στα Φόρουμ, απέναντι στον οπορτουνισμό, η τακτική του ενάντια στις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, η στάση του απέναντι στην εμπειρία οικοδόμησης του σοσιαλισμού τον 20ό αιώνα κλπ. Ετσι «χρεώνουν» στο Κόμμα ότι κρατάει «αρνητική στάση απέναντι σε μεγάλες μάχες», ότι οι ηγεσίες του Κόμματος και της ΚΝΕ κρατούν«σεχταριστική και συντηρητική αντιμετώπισή τους προς τα κινήματα που εμπνέουν χιλιάδες νέους και που βάζουν στόχο ένα καλύτερο κόσμο».
Τα περί «ενότητας της αριστεράς» αποτελούν από τα πιο βασικά επιχειρήματα στις «επιθέσεις φιλίας» των τροτσκιστών και ιδιαίτερα της ΔΕΑ -που συμμετέχει στο ΣΥΡΙΖΑ- και του ΣΕΚ σε δυνάμεις του Κόμματος και της ΚΝΕ. Οπως ήδη αναφέραμε οι τροτσκιστές πάντα προσπαθούσαν να παίξουν ρόλο «συγκολλητικής ουσίας» ανάμεσα στο επαναστατικό ρεύμα και τον οπορτουνισμό. Οντας τμήμα του οπορτουνισμού, γι’ αυτούς δεν υπάρχει οπορτουνισμός και δε γίνεται καμιά αναφορά τέτοιου είδους στα κείμενά τους. Γι’ αυτό άλλωστε το ΣΕΚ κάνει κριτική στο ΣΥΝ για ατολμία και ηττοπάθεια και όχι στην ουσία της πολιτικής του: «Μια νέα Aριστερά είναι εφικτή, μπορεί να εκφράσει αυτή τη δυναμική και να γίνει πονοκέφαλος για τον Kαραμανλή αλλά και για την αφυδατωμένη αντιπολίτευση Παπανδρέου. Aρκεί να αφήσει πίσω της τους σεχταρισμούς που τόσα χρόνια έχουν γίνει το σήμα κατατεθέν της ηγεσίας του KKE. Aκόμα και αυτή τη στιγμή το μόνο που έχει ο Pιζοσπάστης για την Aριστερά στη Γερμανία είναι επιθέσεις. Aρκεί ν’ αφήσει πίσω της την ηττοπάθεια που κουβαλάει η ηγεσία του ΣYN. Aκόμα και το Σαββατοκύριακο των Γερμανικών εκλογών, ο Aλέκος Aλαβάνος καλούσε τη νεολαία να μην ακολουθεί τα καλέσματα “ελάτε να αλλάξετε τον κόσμο”, αλλά “ελάτε να συναντηθούμε, μπας και μπορούμε ν’ αλλάξουμε μερικά πράγματα στον κόσμο”»[48]Μάλιστα προωθούν όχι μόνο την ενότητα των «αριστερών οργανώσεων», αλλά και την ενότητα με τη λεγόμενη «αριστερή σοσιαλδημοκρατία» που στην Ελλάδα τη βλέπουν στο πρόσωπο του Πολυζωγόπουλου και των εργοδοτικών συνδικαλιστών. Σε τελευταία ανάλυση υποστηρίζουν: «Για τον κόσμο του ΠAΣOK και όλης της Aριστεράς υπάρχει η ελπίδα ότι υπάρχει ένας κόσμος που παλεύει και ότι μπορεί αυτή η πάλη να έχει και πολιτική έκφραση». «Tο θέμα δεν είναι να ψάχνουμε ποιο θα είναι το αριστερό κομμάτι μέσα στο ΠAΣOK που θα σπάσει και θα δημιουργήσει αντίστοιχες συνθήκες με τη Γαλλία, τη Γερμανία ή την Aγγλία. H ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Tα μοντέλα δεν είναι ίδια για το πώς σπάει ένας κόσμος και δημιουργεί αριστερότερα κόμματα από τη σοσιαλδημοκρατία. Tο βασικό είναι ότι το ρόλο που δεν παίζει το ΠAΣOK την ώρα που το κίνημα απεργεί, διαδηλώνει και οργανώνει τη κόντρα του με τη NΔ, χρειάζεται να τον παίξουμε εμείς όπως το κάναμε μέχρι τώρα με τις απεργίες, με τη Θεσσαλονίκη»[49].

ΕΠΙΛΟΓΟΣ.

Ο αντικομμουνισμός των τροτσκιστικών ομάδων, σε τελευταία ανάλυση, τις φέρνει κοντά όχι μόνο στη σοσιαλδημοκρατία και στη «νέα αριστερή» οπορτουνιστική πολιτική, αλλά και προς την αντιδραστική προπαγάνδα και πρακτική. Παρά την αριθμητικά πολύ μικρή οργανωμένη δύναμή τους, δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι ο μαρξίζων μανδύας τους προσφέρει «επαναστατικό» άλλοθι σε στρατηγικές θέσεις της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Η αστική τάξη τις αξιοποιεί, όπως και όλα τα ρεύματα του δεξιού και αριστερού οπορτουνισμού, για την ενσωμάτωση ριζοσπαστικών τάσεων που αναπτύσσονται στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα.
[1] Β. Ι. Λένιν: Απαντα τ. 41, σελ 6, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[2] Τα αποσπάσματα είναι παρμένα από το βιβλίο του Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[3] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 66, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[4] Με τον όρο σοσιαλδημοκρατία εννοούσαν τα μαρξιστικά εργατικά κόμματα εκείνης της εποχής.
[5] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 66, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[6] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 67, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[7] «Ισκρα» (Σπίθα): Η πρώτη πανρωσική παράνομη πολιτική μαρξιστική εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1900 από το Λένιν. Η εφημερίδα είχε ως σκοπό το ξεπέρασμα της ιδεολογικής σύγχυσης του οργανωτικού κατακερματισμού και του ερασιτεχνισμού που χαρακτήριζαν τη δουλιά των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών, να αντιπαλέψει τις οπορτουνιστικές επιρροές στο εργατικό κίνημα. Το διάστημα 1900-1903 η «Ισκρα» έγινε βασικός εκφραστής της συνεπούς μαρξιστικής άποψης στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας και συνέβαλε στη διαμόρφωση του μπολσεβίκικου ρεύματος. Το 1903, ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού του Πλεχάνοφ με τους μενσεβίκους οπορτουνιστές, η εφημερίδα έπαψε να εκφράζει τους μπολσεβίκους. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι ίδρυσαν τότε άλλη εφημερίδα τη «Βπέριοντ» (Εμπρός).
[8] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 67, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[9] Μπολσεβίκοι: Αποτέλεσαν το μαρξιστικό επαναστατικό ρεύμα μέσα στο ΣΔΕΚΡ στις αρχές του 20ού αιώνα υπό την καθοδήγηση του Β.Ι. Λένιν. Το 2ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ το 1903 αποτέλεσε σταθμό στη διαμόρφωση του μπολσεβίκικου ρεύματος. Μπολσεβίκοι σημαίνει πλειοψηφία και ονομάστηκαν έτσι για να χαρακτηρίσουν την πλειοψηφία του 2ου Συνεδρίου που στήριξε τις θέσεις του Λένιν σε αντίθεση αυτών του Μάρτοφ, Τρότσκι ,Αξελροντ κ.ά. που αποτέλεσαν τη μειοψηφία - μενσεβίκοι. Το ρεύμα αυτό απέκτησε διεθνούς εμβέλειας επίδραση, αγωνίστηκε σκληρά ενάντια στο δεξιό οπορτουνισμό της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας ιδιαίτερα την περίοδο του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Οι μπολσεβίκοι με τις θέσεις τους καθοδήγησαν τη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και τη διαδικασία συγκρότησης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος με την ίδρυση της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς.
[10] Μενσεβίκοι: Μενσεβίκοι σημαίνει μειοψηφήσαντες. Το όνομά τους το πήραν κατά τη διάρκεια της διαπάλης στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας στο 2ο Συνέδριό του το 1903. Οι Μενσεβίκοι αποτέλεσαν τη μειοψηφία που αντιτάχθηκε στις προτάσεις του Λένιν για το σχέδιο καταστατικού και προγράμματος του Κόμματος. Επί της ουσίας λειτουργούσαν σαν ξεχωριστό κόμμα μέσα στο ΣΔΕΚΡ. Το 1912 στην 6η Πανρωσική Διάσκεψη διαγράφτηκαν από το Κόμμα. Οι Μενσεβίκοι αποτελούσαν βασικό εκφραστή του ρώσικου οπορτουνισμού, συνένωναν διάφορες αντι-μπολσεβίκικες ομάδες. Αντιτάχθηκαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση, οι περισσότεροι πήραν σοσιαλσοβινιστική θέση την περίοδο του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Η αριστερή πτέρυγα των Μενσεβίκων διεθνιστών κράτησε μια ασυνεπή πασιφιστική «διεθνιστική» στάση περιοριζόμενη μόνο στην καταδίκη του πολέμου. Αντιτάχτηκαν στην εθνικοποίηση της Βιομηχανίας, υποστήριζαν ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι ανώριμη, μια αντιδραστική ουτοπία που θα αποτύχει. Στις περιοχές που καταλύθηκε προσωρινά η Σοβιετική Εξουσία συμμετείχαν σε κυβερνήσεις των αντεπαναστατών. Μετά την επικράτηση της επανάστασης συνέχισαν παράνομα και από το εξωτερικό την αντισοβιετική δραστηριότητα. Ο τροτσκισμός στη διαμόρφωσή του προήλθε από τους κόλπους του μενσεβικισμού και συνέχισε να υποστηρίζει μενσεβίκικες θέσεις, όπως το αδύνατο επικράτησης της επανάστασης, την αντίθεσή του στη λειτουργία του κόμματος νέου τύπου κλπ.
[11] Οτζοβιστές: Ομάδα του ΣΔΕΚΡ που υποστήριζε την αποχώρηση των Σοσιαλδημοκρατών από την Κρατική Δούμα (το κοινοβούλιο στην περίοδο της τσαρικής Ρωσίας).
[12] Λικβινταρισμός: Διαλυτισμός. Η υποστήριξη με τον ένα ή άλλο τρόπο της διάλυσης του κόμματος, είτε με τη μορφή της απόλυτα νόμιμης δράσης είτε με τη μη ύπαρξή του ως πολιτικής οργάνωσης με συγκεκριμένο πρόγραμμα και αρχές λειτουργίας και δράσης, αλλά με τη μορφή μιας γενικής πολιτικής διαφώτισης.
[13]Κεντρισμός: «Κεντρώο» οπορτουνιστικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα που εμφανίστηκε ως «συμφιλιωτής» ανάμεσα στο ανοιχτά δεξιό οπορτουνιστικό ρεύμα και στο επαναστατικό μαρξιστικό ρεύμα στους κόλπους της Β΄ Διεθνούς. Βασικός εκφραστής του κεντρισμού υπήρξε ο Κάουτσκυ. Επί της ουσίας πρόκειται για συγκαλυμμένο δεξιό αναθεωρητισμό - ρεφορμισμό με επαναστατική φρασεολογία γι’ αυτό και πιο επικίνδυνο για το εργατικό κίνημα. Οι κεντριστές μετά τη διάσπαση της Β΄ Διεθνούς συγκρότησαν τη Διεθνή της Βιέννης ή 2 ½ Διεθνή, η οποία το 1923 ενώθηκε με τη Διεθνή της Βέρνης (που αποτελούνταν από τα περισσότερα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της χρεοκοπημένης Β΄ Διεθνούς) και συγκρότησαν τη Σοσιαλιστική Εργατική Διεθνή.
[14] «Συνθήκη Μπρεστ-Λίτοφσκ»: Συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε το 1918 ανάμεσα στη Σοβιετική Ρωσία από τη μια πλευρά και το συνασπισμό των λεγόμενων «Κεντρικών Δυνάμεων» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Βουλγαρία, Τουρκία) από την άλλη. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στις 22 Δεκεμβρίου του 1917 και η Συνθήκη υπογράφτηκε στις 3 Μαρτίου 1918. Οι όροι της συνθήκης ήταν επαχθείς για τη Σοβιετική Ρωσία, παρ’ όλα αυτά αποτέλεσε μια αναγκαιότητα, η οποία αξιοποίησε την πολεμική σύρραξη ανάμεσα στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με στόχο την έξοδο της Σοβιετικής Ρωσίας από τον πόλεμο και την περιφρούρηση της Επανάστασης, το κέρδισμα χρόνου. Κατά τη διάρκεια των πολύμηνων διαπραγματεύσεων στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ρωσίας ξέσπασαν έντονες διαφωνίες ανάμεσα στη γραμμή υποστήριξης της Συνθήκης που εξέφραζε ο Β. Ι. Λένιν και σε αυτές τις ομάδες κυρίως τους «αριστερούς κομμουνιστές» του Μπουχάριν και τους τροτσκιστές που διαφωνούσαν με την επικύρωσή της. Η βάση της αντίθεσης αυτών των ομάδων ήταν η άποψη ότι η Συνθήκη θα έβαζε εμπόδια στην εκδήλωση της επανάστασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Γύρω από την αντίθεση στη Συνθήκη συσπειρώθηκαν εκτός από αυτές τις δύο ομάδες οι εσέροι, οι μενσεβίκοι και άλλες αντεπαναστατικές ομάδες προβάλλοντας και σοβινιστικά συνθήματα. Ο Λένιν άσκησε κριτική σε αυτές τις θέσεις και πάλεψε σκληρά για να επικυρωθεί η Συνθήκη από τα αρμόδια όργανα του Κόμματος και της Σοβιετικής Εξουσίας. Οι καθυστερήσεις και οι ταλαντεύσεις στοίχισαν ακόμα πιο βαρείς όρους για τη Σοβιετική Ρωσία. Η Συνθήκη επικυρώθηκε στις 15 Μαρτίου 1918 από το 4ο έκτακτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Η Νοεμβριανή Επανάσταση του 1918 στη Γερμανία και η ανατροπή του Κάιζερ έδωσαν τη δυνατότητα στη Σοβιετική Ρωσία να ακυρώσει τη Συνθήκη.
[15] Β. Ι. Λένιν: «Για το σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Απαντα, τ. 26, σελ. 362-363.
[16] Λ. Τρότσκι: «1917», τ. 3, ρωσική έκδοση (Ι. Β. Στάλιν: «Απαντα», τ. 9, σελ 36).
[17] «Μα οι ίδιοι (σ.σ.: εννοεί οι προλετάριοι) θα συντελέσουν περισσότερο απ’ όλα στην τελική τους νίκη όταν ξεκαθαρίσουν στον εαυτό τους τα ταξικά τους συμφέροντα, όταν πάρουν την αυτοτελή κομματική τους θέση όσο μπορεί πιο γρήγορα όταν δεν παρασυρθούν ούτε στιγμή από τα υποκριτικά λόγια των δημοκρατών μικροαστών και όταν δεν ξεφύγουν από το δρόμο της ανεξάρτητης οργάνωσης του κόμματος του προλεταριάτου. Η πολεμική τους κραυγή πρέπει να είναι διαρκής επανάσταση» (Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: Προσφώνηση της ΚΕ στην Ενωση των Κομμουνιστών, «Διαλεχτά Εργα», τόμος Ι, σελ. 122 ).
[18] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 81, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[19] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 38, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[20] Κ. Μαρξ: «18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», σελ. 149, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[21] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 82, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[22] Ι. Β. Στάλιν: Απαντα, τ. 10, σελ. 222-223, εκδόσεις «Γνώσεις».
[23] Κουλάκοι: Ορος που χρησιμοποιήθηκε ως όνομα της αστικής τάξης του χωριού στη Ρωσία του 19ου και 20ού αιώνα. Οι κουλάκοι εμφανίστηκαν με την ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής, ήταν το ανώτερο εύπορο τμήμα του αγροτικού πληθυσμού. Μίσθωναν εργάτες γης, νοίκιαζαν ζώα και εργαλεία παραγωγής στους φτωχούς αγρότες, έπαιζαν ρόλο τοκογλύφων και είχαν στην ιδιοκτησία τους μια σειρά εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων στο χωριό, ήταν επίσης και ιδιοκτήτες σε ταβέρνες, πανδοχεία κλπ. Η αντιπαράθεσή τους με τους τσιφλικάδες γινόταν στη βάση του ότι τα υπολείμματα της δουλοπαροικίας έμπαιναν εμπόδιο στην ανάπτυξη των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων στο χωριό. Οι κουλάκοι αντέδρασαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση οργανώνοντας αντεπαναστατικές δραστηριότητες. Παρά την ανάπτυξή τους την περίοδο της ΝΕΠ, η βασική κατεύθυνση της σοβιετικής εξουσίας ήταν ο περιορισμός των κουλάκων. Η πολιτική της κολεκτιβοποίησης οδήγησε στη ριζική μείωση και την ουσιαστική κατάργηση της τάξης των κουλάκων.
[24] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 130-131, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[25] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 42, σελ. 204, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[26] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 42, σελ. 204, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[27] Ι. Β. Στάλιν: «Το Κόμμα και η εργατική τάξη στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου». ΚΟΜΕΠ, τεύχος 4/2002.
[28] Ι. Β. Στάλιν: «Το Κόμμα και η εργατική τάξη στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου». ΚΟΜΕΠ, τεύχος 4/2002.
[29] Λ. Τρότσκι: «Ταξική φύση του Σοβιετικού κράτους», σελ. 28-29, εκδόσεις «Στόχοι», Αθήνα 1976.
[30] Λ. Τρότσκι: «Ταξική φύση του Σοβιετικού κράτους», σελ. 29, εκδόσεις «Στόχοι», Αθήνα 1976.
[31] Το 1ο Συνέδριο της εργαζόμενης νεολαίας «Ανακοινωθέν του Πολιτικού Γραφείου», «Ριζοσπάστης» 18 Απρίλη του 1927. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τόμος δεύτερος, σελ. 274.
[32] Βλ. Αναστάση Γκίκα: «Αρχειομαρξισμός - Το κύριο ρεύμα του Τροτσκισμού στην Ελλάδα» ΚΟΜΕΠ, τ. 6/2003.
[33] Α. Στίνα «Η ΕΣΣΔ και η πάλη για την Παγκόσμια Επανάσταση» (1940) (πηγή: Μ. Εμμανουηλίδη «Αιρετικές διαδρομές», σελ. 101, εκδόσεις «Φιλίστωρ»).
[34] Δ. Βουρσούκης « Η Σοβιετική Ρωσία και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος» (Δελτίο συζήτησης ΕΟΚΔΕ- ΚΔΕΕ 1939) (πηγή: Μ. Εμμανουηλίδη «Αιρετικές διαδρομές», σελ. 101, εκδόσεις «Φιλίστωρ»).
[35] Προκήρυξη ΔΚΕΕ και ΚΔΕΕ [αχρονολόγητη] Αρχείο Χ. Αναστασιάδη, κιβ. 39, φακ. 582. (πηγή: Μ. Εμμανουηλίδη «Αιρετικές διαδρομές», σελ. 124, εκδόσεις «Φιλίστωρ»).
[36] Από την Εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη στη 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (12/2/1946), αναδημοσιευθέντα αποσπάσματα με τίτλο «Ο τροτσκισμός» στον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη», 14 Δεκεμβρίου 2004.
[37] Από την Εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη στη 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (12/2/1946), αναδημοσιευθέντα αποσπάσματα με τίτλο «Ο τροτσκισμός» στον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη», 14 Δεκεμβρίου 2004.
[38] Γαλλική Εφημερίδα του «Κομμουνιστικού Συντονισμού», Νο 45, 21 Δεκεμβρίου 2001, άρθρο με τίτλο: «Ποιοι είναι οι τωρινοί τροτσκιστές;».
[39] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 30 Νοεμβρίου 2003, άρθρο Ν. Σερετάκη.
[40] Socialist Worker Party: «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα».
[41] Ανοιχτή επιστολή του Αμερικάνικου τμήματος στα παραρτήματα της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Τάσης για τη διάσπαση στο Ελληνικό ΣΕΚ, 25 Μαρτίου 2001.
[42] Εφημερίδα «Εργατική Αλληλεγγύη», τεύχος 593, άρθρο του Σ. Κοντογιάννη στη στήλη Ιμπεριαλισμός και αντιιμπεριαλισμός, με τίτλο: «Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, ιμπεριαλιστικός όπως και ο πρώτος».
[43] Εφημερίδα «Εργατική Αλληλεγγύη», τεύχος 578, «Ανατολικό Βερολίνο, Ιούνιος 1953 - Πενήντα χρόνια από την Πρώτη εργατική εξέγερση ενάντια στο σταλινισμό». Το κείμενο βασίζεται σε άρθρο του Ian Birchall.
[44] Για περισσότερα στοιχεία σε σχέση με τις επαναστάσεις και τη διαμόρφωση των «Λαϊκών Δημοκρατιών» στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης καθώς και για τις αντεπαναστατικές προσπάθειες και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις δείτε:
ΚΕ του ΚΚΕ «60 χρόνια από την μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών. Επος και διδάγματα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 11 Νοεμβρίου 2001, αφιέρωμα: «Η ιμπεριαλιστική αντεπανάσταση» .
Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ , « Ο αντικομμουνισμός χθες και σήμερα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[45] Εφημερίδα «Εργατική Αλληλεγγύη», τεύχος 598, άρθρο του Σ. Κοντογιάννη στη στήλη Ιμπεριαλισμός και αντιιμπεριαλισμός, με τίτλο: «Ο Ιμπεριαλισμός του Ψυχρού Πολέμου».
[46] Εφημερίδα «Εργατική Αλληλεγγύη», τεύχος 669, κεντρικό άρθρο με τίτλο: «ΑΠΕΡΓΙΑ 11 ΜΑΗ Πανεργατική οργή ενάντια στον Καραμανλή».
[47] «Εργατική Αλληλεγγύη», φύλλο 692, Νοέμβριος 2005. Αρθρο με τίτλο: «Το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς στην Αθήνα. Οι κρίσιμες επιλογές δε συζητήθηκαν».
[48] «Εργατική Αλληλεγγύη», φύλλο 687. Κεντρικό άρθρο με τίτλο: «Το μήνυμα της Γερμανίας. Μια νέα Αριστερά είναι εφικτή».
[49] «Εργατική Αλληλεγγύη», φύλλο 688, ομιλία της Μαρίας Στύλου στην εκδήλωση με τίτλο: «Μια νέα αριστερά στην Ευρώπη. Σοκ για τους από πάνω, ελπίδες για τους από κάτω».

Στρώνουν έδαφος για να ξαναπληρώσει ο λαός... και να πει κι ευχαριστώ!

Στρώνουν έδαφος για να ξαναπληρώσει ο λαός... και να πει κι ευχαριστώ!

Στην αναμονή και τη συνενοχή που επιδιώκει η συγκυβέρνηση, οι εργαζόμενοι πρέπει να αντιτάξουν την οργάνωση της πάλης τους, για να περάσουν στην αντεπίθεση
Στην αναμονή και τη συνενοχή που επιδιώκει η συγκυβέρνηση, οι εργαζόμενοι πρέπει να αντιτάξουν την οργάνωση της πάλης τους, για να περάσουν στην αντεπίθεση
Eurokinissi
Οσο προχωράνε τα παζάρια της συγκυβέρνησης με τους «θεσμούς» της τρόικας για λογαριασμό του εγχώριου κεφαλαίου και όσο αποκαλύπτεται ανάγλυφα ο αντιλαϊκός χαρακτήρας τους, τόσο εντείνεται η συστηματική προσπάθεια διαμόρφωσης ενός τέτοιου εδάφους που θα εξασφαλίζει την ανοχή ή ακόμα και την πιο ενεργητική συναίνεση του λαού σε κάθε ενδεχόμενο: Τόσο στην περίπτωση να περπατήσει το σενάριο του «συμβιβασμού» με τους δανειστές, προοπτική που φαίνεται πιο πιθανή αυτήν τη στιγμή, όσο όμως και στην περίπτωση που δεν υπάρξει τελικά συμφωνία, ενδεχόμενο που κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει, δεδομένης της δυναμικής των συνολικότερων ενδοαστικών ανταγωνισμών.

Στην προσπάθειά της αυτή, η συγκυβέρνηση έχει την πολύμορφη στήριξη των εγχώριων αστικών επιτελείων, τα οποία, όπως είναι φυσικό, ανεξαρτήτως επιμέρους διαφορών, συγκλίνουν στους στρατηγικούς στόχους της αστικής τάξης και στην προσπάθεια στοίχισης του λαού πίσω από αυτούς. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δημοσκοπήσεις και η αξιοποίησή τους από τα επιτελεία του συστήματος: Τις πρώτες μέρες της διαπραγμάτευσης της νέας συγκυβέρνησης με τους «εταίρους», όλες οι δημοσκοπήσεις και ο σχολιασμός τους κινούνταν γύρω από τον άξονα «έντιμος συμβιβασμός». Σήμερα, καθώς τα αντιλαϊκά παζάρια έχουν προχωρήσει, κάνουν ένα βήμα πιο μέρα, στην ίδια κατεύθυνση, εστιάζοντας πλέον στον άξονα «συμφωνία εδώ και τώρα» με οποιοδήποτε κόστος...
Η γνωστή συνταγή...
Κομβική θέση στην επιχείρηση «προετοιμασία εδάφους» καταλαμβάνει η γνωστή συνταγή των εκβιαστικών και κάλπικων διλημμάτων που θέτει όλο και πιο έντονα η κυβέρνηση στο λαό, στη θέση των εξίσου κάλπικων προσδοκιών και αυταπατών για φιλολαϊκή πολιτική που καλλιεργούσε προεκλογικά (χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η καλλιέργεια αυταπατών εγκαταλείπεται ως τακτική θολώνοντας μάλιστα τα νερά...).
«Πιστωτική ασφυξία», «καμένη γη» και «ταμειακά ελλείμματα που μας άφησαν οι προηγούμενοι» είναι μερικές μόνο από τις πολυφορεμένες αναφορές που πλασάρει και η νέα συγκυβέρνηση (κληρονομώντας... ως και την ορολογία από τους προκατόχους της!), οι οποίες σε συνδυασμό με τα διάφορα σενάρια για το τι θα σημάνει η μη επίτευξη συμφωνίας με τους «εταίρους» (έξοδος από το ευρώ, χρεοκοπία εντός ευρώ, διπλό νόμισμα κ.ο.κ.), αξιοποιούνται για να διαμορφώνεται ένα κλίμα που θα κάνει το λαό να αποδεχθεί τις νέες αντιλαϊκές συμφωνίες και δεσμεύσεις και... να πει και ευχαριστώ!
Ως απάντηση, μάλιστα, στους δανειστές «που θέλουν να μας λιώσουν σαν σκουλήκια» (όπως χαρακτηριστικά «αναρωτήθηκε» μεσοβδόμαδα ο Δ. Στρατούλης), προβάλλεται η «σκληρή και περήφανη διαπραγμάτευση» που διεξάγει η συγκυβέρνηση για την επίτευξη «αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας»: Ενα παζάρι, δηλαδή, που διεξάγεται εξ ορισμού μέσα σε ξένο για το λαό γήπεδο, με αποδοχή των αντιλαϊκών δεσμεύσεων των λυκοσυμμαχιών όπου συμμετέχει το εγχώριο κεφάλαιο και για λογαριασμό της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητάς του, στόχους που προϋποθέτουν να συνεχίσει να ματώνει ο λαός...
Ακριβώς όπως γινόταν και με τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ πριν από κάθε εκταμίευση δόσης από τα δάνεια των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, πριν από κάθε «αξιολόγηση» και πριν από κάθε σύναψη νέας αντιλαϊκής συμφωνίας, στήνεται το γνωστό σίριαλ: Αυτά που μας ζητάνε οι «απέξω», οι «κόκκινες γραμμές» των κυβερνώντων, οι «αμοιβαίες υποχωρήσεις» που πρέπει να γίνουν, «το έδαφος που πρέπει να διανυθεί» και πάει λέγοντας...
Κι αν ο λαός έχει ήδη πικρή πείρα για το πού τον οδηγούσε κάθε φορά αυτή η ιστορία, είναι ακόμα πιο χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο αντιπρόεδρος της συγκυβέρνησης, Γ. Δραγασάκης, τοποθέτησε την «κόκκινη γραμμή» του Μεγάρου Μαξίμου στην αντιλαϊκή συμφωνία - απόφαση του Γιούρογκρουπ της 20ής Φλεβάρη! Τη συμφωνία, δηλαδή, που όχι μόνο διατηρεί το αντεργατικό - αντιλαϊκό πλαίσιο της προηγούμενης φάσης, όχι μόνο «αναγνωρίζει» τη ματωμένη «τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή» ως... «σημείο αφετηρίας», αλλά δεσμεύει το λαό να πληρώνει στο «ακέραιο και εγκαίρως» ένα χρέος που δεν είναι δικό του και, ταυτόχρονα, προσθέτει μια σειρά από νέες αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις για λογαριασμό του κεφαλαίου.
Διαφορετικά, μας... «ενημερώνει» ο Γ. Δραγασάκης, αν δεν προχωρήσει ο «συμβιβασμός» και συνεχιστεί «η κατάσταση αυτή», «μπορεί να υποχρεωθούμε να πάρουμε από μόνοι μας μέτρα που τώρα προσπαθούμε να αποφύγουμε»...
Από το «λιτό βίο»... στην «ήπια λιτότητα»
Στο ίδιο πλαίσιο, προετοιμασίας του εδάφους για την εξασφάλιση της συναίνεσης του λαού στη συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής, από τις δηλώσεις περί «λιτού βίου» που είχε σπεύσει να κάνει ο Γ. Βαρουφάκης ήδη από τις πρώτες μέρες της νέας συγκυβέρνησης, μας πήγανε μετά στα περί «πατριωτικού καθήκοντος»: Ετσι «έντυσαν» την απαίτηση να πληρώσει ο λαός το σύνολο των «οφειλών» από τα «μνημονιακά» χαράτσια, έτσι «βάφτισαν» το χέρι που βάζουν στα ταμειακά διαθέσιμα οργανισμών και φορέων του Δημοσίου για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των δανειστών και άλλες λειτουργικές ανάγκες του κράτους, χωρίς να θίξουν στο ελάχιστο τα συμφέροντα των μονοπωλίων.
Με αυτά και με αυτά, τη βδομάδα που μας πέρασε, μας πήγανε και στην... «ήπια λιτότητα» (!), ως απάντηση «στα χειρότερα», στην «περισσότερη λιτότητα», για την οποία «μας πιέζουν οι απέξω». Αυτό που δε μας λένε, βέβαια, είναι ότι όπως και να τη βαφτίσουν, «λιτό βίο» ή «ήπια λιτότητα», αυτή αφορά τους εργαζόμενους και όχι το κεφάλαιο, το οποίο όχι μόνο αφήνουν απείραχτο, αλλά του χαρίζουν νέα προνόμια (βλ. π.χ. την ΠΝΠ για τη διαγραφή προστίμων και τόκων από φορολογικές και τελωνειακές παραβάσεις ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων) και «σκίζονται» για να του εξασφαλίσουν μεγαλύτερη κρατική στήριξη.
Την ίδια ώρα, σε ό,τι αφορά το λαό, «εξειδικεύοντας» αυτήν την «ήπια λιτότητα», διάφοροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι (π.χ. Βαρουφάκης, Βαλαβάνη κ.ά.), αλλά και βουλευτές και ευρωβουλευτές (π.χ. Χρυσόγονος) παίζουν το ρόλο του «λαγού». Σε συντονισμό με αστικά ΜΜΕ και άλλα επιτελεία του συστήματος, «αμολάνε» και «μαζεύουν» ενδεχόμενα νέα μέτρα (τα οποία έτσι κι αλλιώς εντάσσονται στις αντιλαϊκές στρατηγικές κατευθύνσεις της ΕΕ προς όφελος του κεφαλαίου), επαναφέρουν τις λογικές των «ρετιρέ» (βλ. τις αναφορές σε «πλούσια νησιά», «υψηλές επικουρικές» κ.τ.λ.), «διαρρέουν» και στη συνέχεια «διαψεύδουν» διάφορα, τόσο για τις «συγκλίσεις» που μπορούν να εξασφαλίσουν τον περιβόητο «έντιμο συμβιβασμό», όσο και για τα «αγκάθια» (κατά την ορολογία του Αλ. Τσίπρα), που μένουν μεν κανονικότατα στο τραπέζι, αλλά γίνεται προσπάθεια να μετατεθούν στη «μεγάλη συμφωνία» του Ιούνη. Κάπως έτσι «ζυμώνουν» στις λαϊκές συνειδήσεις τις νέες αντιλαϊκές παρεμβάσεις στα ζητήματα των ιδιωτικοποιήσεων, των συντάξεων, του ΦΠΑ, την παραπομπή στις ελληνικές καλένδες ακόμα και των ελάχιστων που υποσχέθηκε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ στο λαό (π.χ. για τον κατώτατο μισθό, τη 13η σύνταξη στους χαμηλοσυνταξιούχους κ.ά.).
Μια χαρακτηριστική «γεύση» για το τι σημαίνει για το λαό αυτή η «ήπια λιτότητα», με βάση την... «πορεία της οικονομίας», πήραμε και από την απάντηση που έδωσε στην τηλεοπτική του συνέντευξη την περασμένη Δευτέρα ο Αλ. Τσίπρας για το ζήτημα του ΕΝΦΙΑ: «Εάν η χώρα κινηθεί το επόμενο διάστημα σε ομαλό πλαίσιο και πιάσουμε τους στόχους μας για πρωτογενές πλεόνασμα 1,2% και ανάπτυξη 1,4% θα μπορέσουμε να δούμε στο δεύτερο εξάμηνο το θέμα του ΕΝΦΙΑ. Εάν δεν το καταφέρουμε, δεν θα είναι θέμα τρόικας, θα είναι προτεραιοτήτων, δεν θα μπορέσουμε... Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ έχει να κάνει με την πορεία της οικονομίας, με τις δυνατότητες που θα έχουμε να ανταποκριθούμε στους στόχους».
Σαν τον προκάτοχό του δηλαδή, τον Αντ. Σαμαρά, που επαναλάμβανε συνεχώς πόσο... δεν του αρέσουν τα χαράτσια που επέβαλλε η κυβέρνησή του στο λαό, τάζοντας «μειώσεις φόρων» στο βαθμό που πιάνονται οι αντιλαϊκοί στόχοι για τα ματωμένα πρωτογενή πλεονάσματα και την ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας!
Θέλουν το λαό συνένοχο
Βασικό στοιχείο της κυβερνητικής προσπάθειας να εξασφαλίσει τη λαϊκή συναίνεση σε κάθε ενδεχόμενη έκβαση των αντιλαϊκών παζαριών που διεξάγει με ΕΕ και ΔΝΤ, αποτελεί και όλη η φιλολογία που αναπαράγεται περί ενδεχόμενου δημοψηφίσματος ή ακόμα και εκλογών (με το δεύτερο ενδεχόμενο να συντηρείται στον αφρό, παρότι επισήμως η κυβέρνηση εμφανίζεται να το απορρίπτει), για να υπάρξει, όπως είπε ο Ν. Φίλης, «πρωτογενής λαϊκή έγκριση του επιδιωκόμενου προωθητικού συμβιβασμού με τους εταίρους».
Στην τηλεοπτική του συνέντευξη την περασμένη Δευτέρα, ο Αλ. Τσίπρας, αφού επανέλαβε τα περί εντολής για «σκληρή διαπραγμάτευση», ανέφερε σχετικά: «Αν βρεθώ στη δύσκολη θέση κι ελπίζω ότι δεν θα βρεθώ (...) αυτή η εντολή μου βάζει όρια, αν καταλήξω να έχω μια συμφωνία που με βγάζει απ' τα όρια αυτά, δεν έχω άλλο αποκούμπι, ο λαός θα αποφασίσει».
Πέρα από τα ενδοαστικά «παιχνίδια» που πιθανότατα υπάρχουν πίσω από τη συζήτηση αυτή (π.χ. γύρω από τη σύνθεση της κυβερνητικής πλειοψηφίας στη Βουλή), είναι φανερό ότι προετοιμάζουν το έδαφος για να καταστήσουν το λαό «συνένοχο» σε όλα τα αντιλαϊκά ενδεχόμενα: Είτε προχωρήσουν οι νέες αντιλαϊκές συμφωνίες, που φαίνεται να είναι προ των πυλών, είτε τελικά οι συμφωνίες αυτές δεν καταστούν δυνατές.
Γνωρίζουν καλά ότι σε όλα τα ενδεχόμενα, όπως και να τελειώσει η διαπραγμάτευση, ο στόχος που επιδιώκουν να υπηρετήσουν, η στήριξη της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, θα απαιτεί νέα αντιλαϊκά μέτρα. Η στοίχιση του λαού πίσω από αυτά θα απαιτεί και σε όλες τις περιπτώσεις το ανάλογο περιτύλιγμα, είτε της «υπεύθυνης» κυβέρνησης που «έσωσε (και αυτή!) τη χώρα από τα χειρότερα» είτε της «υπερήφανης» κυβέρνησης που αντιστάθηκε στους εκβιασμούς...
***

Προϋπόθεση για να πέσουν στο κενό τα κάλπικα διλήμματα που βάζουν στο λαό, του τύπου «συμφωνία ή ρήξη», «ήπια λιτότητα ή χρεοκοπία», «δημοψήφισμα ή εκλογές», αποτελεί να γίνεται κατανοητός ο ίδιος ο χαρακτήρας των παζαριών, ότι γίνονται δηλαδή σε ξένο γήπεδο και για λογαριασμό των εγχώριων επιχειρηματικών ομίλων, γι' αυτό και ανεξαρτήτως της τελικής τους έκβασης, δεν μπορούν να δώσουν κανένα φιλολαϊκό αποτέλεσμα.

Στην αναμονή και τη συνενοχή που επιδιώκει η συγκυβέρνηση, οι εργαζόμενοι πρέπει να αντιτάξουν την οργάνωση της πάλης τους, για την ανάκτηση των απωλειών τους, για να περάσουν στην αντεπίθεση για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών τους, για την πραγματική ρήξη με την ΕΕ, το κεφάλαιο και την εξουσία τους.

Γ. Ε.

Στις συμπληγάδες των ενδοαστικών αντιθέσεων συντρίβεται ο λαός

Στις συμπληγάδες των ενδοαστικών αντιθέσεων συντρίβεται ο λαός

Α. Σίσι, Ν. Αναστασιάδης, Αλ. Τσίπρας στην τριμερή συνάντηση στη Λευκωσία
Α. Σίσι, Ν. Αναστασιάδης, Αλ. Τσίπρας στην τριμερή συνάντηση στη Λευκωσία
Eurokinissi
Τα ...ρέστα της παίζει το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να αξιοποιήσει το «χαρτί» της «γεωστρατηγικής αξίας» της χώρας. Να πετύχει κάποια οφέλη στα επικίνδυνα για το λαό παζάρια, που γίνονται εντός ΝΑΤΟικού πλαισίου, σχετικά με το ποια αστική τάξη ποιας χώρας θα έχει προβάδισμα στην εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών και διαύλων. Σε αυτήν τη βάση, πασχίζει να κοντύνει την απόσταση που τη χωρίζει από την Τουρκία, δεδομένης της διαφορετικής, ανισόμετρης, γεωστρατηγικής και οικονομικής βαρύτητας των δύο κρατών, που επιδρά και στην ανοχή από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα στην ποικιλότροπη τουρκική προκλητικότητα σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Ακόμα - ακόμα, με αυτό το χαρτί της γεωστρατηγικής αξίας, της παρουσίασης της Ελλάδας ως «προπύργιο» της ΕΕ στη νοτιοανατολική της πτέρυγα και «ανάχωμα» έναντι τζιχαντιστών και μεταναστών, να πετύχει κάποιες διευκολύνσεις στην εξυπηρέτηση του χρέους, σε όφελος φυσικά των ντόπιων μονοπωλίων.
«Συνέχεια του κράτους»
Σε αυτήν τη βάση, επιβεβαιώνοντας τη «συνέχεια του κράτους» για την οποία διαβεβαίωνε και προεκλογικά, ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας συμμετείχε την Τετάρτη στην τριμερή Σύνοδο Κορυφής που έγινε στη Λευκωσία, με τη συμμετοχή και των Προέδρων Κύπρου και Αιγύπτου Ν. Αναστασιάδη και Αμπντούλ Φατάχ ελ Σίσι. Η συνάντηση ήταν ουσιαστικά συνέχεια της τριμερούς που πραγματοποιήθηκε Νοέμβρη 2014 στο Κάιρο, στην οποία συμμετείχε ο τότε πρωθυπουργός Αντ. Σαμαράς.
Στο τραπέζι ξαναμπήκε η ανάγκη προώθησης ζητημάτων που ιεραρχούν οι επιχειρηματικοί όμιλοι των τριών χωρών, η διάνοιξη νέων πεδίων κερδοφορίας, σε τομείς όπως η Ενέργεια, το Εμπόριο, ο Τουρισμός, οι Μεταφορές κ.ά.
Ο ίδιος ο Αλ.Τσίπρας στις επίσημες δηλώσεις του, ομολογώντας την επιδίωξη για γεωστρατηγική αναβάθμιση που χαρακτηρίζει τις αστικές τάξεις των τριών κρατών, ανέφερε: «Οι χώρες μας βρίσκονται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Οι ευκαιρίες αναβάθμισης της κομβικής αυτής θέσης μας, για την ενέργεια, το εμπόριο και τις μεταφορές της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής, είναι εξαιρετικά σημαντικές. Στο πλαίσιο αυτό, τονίσαμε τη μεγάλη σημασία που έχει η ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο (...) συμφωνήσαμε να προχωρήσουμε περαιτέρω με τις διαβουλεύσεις για οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών μας, όπου αυτό είναι απαραίτητο».
Επιπλέον, αναφερόμενος σε «σε συγκεκριμένους τομείς όπου θα εμβαθύνουμε τη συνεργασία μας», αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον τομέα της «ασφάλειας». Στο φόντο των επικίνδυνων ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών στην ευρύτερη περιοχή με πρόσχημα τους «τζιχαντιστές», χαρακτήρισε ανησυχητική την «εξάπλωση του τζιχαντισμού και του φονταμενταλισμού». «Στο πλαίσιο αυτό ενισχύεται η σημασία της διμερούς και τριμερούς συνεργασίας μας, ως πυλώνας ειρήνης και σταθερότητας σε μια ευρύτερη περιοχή αποσταθεροποίησης (...) συμφωνήσαμε να εντείνουμε αυτήν τη συνεργασία τόσο σε διπλωματικό και τεχνικό επίπεδο όσο και σε διεθνείς οργανισμούς. Για να (...) προωθήσουμε σε διεθνές επίπεδο τις κοινές και τις ξεχωριστές μας ανησυχίες και προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του τζιχαντισμού, για την προάσπιση όλων των καταπιεζόμενων κοινοτήτων στην περιοχή, για τη διαχείριση διεθνών προκλήσεων όπως οι αυξανόμενες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές» ανέφερε, προαναγγέλλοντας εντατικοποίηση της συνεργασίας και σε στρατιωτικό επίπεδο.
Αλλωστε, και η «Διακήρυξη της Λευκωσίας», στην οποία κατέληξαν την Τετάρτη προτρέπει σε «ενεργό και ουσιαστική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας» και σε «συνεργασία για την αντιμετώπιση των εξτρεμιστικών ομάδων».
Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι αφενός για τα ίδια ζητήματα ενδιαφέρεται και δρα το κράτος του Ισραήλ, αλλά και ότι η Ελλάδα έχει στρατηγικές και στρατιωτικές συμφωνίες μαζί του, ενώ τον ενεργειακό άξονας Ισραήλ - Κύπρου - Ελλάδας στηρίζουν και οι ΗΠΑ. Στην προκειμένη περίπτωση και με δεδομένο ότι Αίγυπτος - Ισραήλ έχουν καλές σχέσεις, ενώ και τα δύο κράτη κοντράρονται με την Τουρκία, φαίνεται σαν να υπάρχει ευρύτερος άξονας που συμβάλλει στην όξυνση των σχέσεων με την Τουρκία.
«Διεθνής συνδιάσκεψη» και ΝΑΤΟική σύνοδος
Αυτό το περί «προάσπισης όλων των καταπιεζόμενων κοινοτήτων στην περιοχή» που είπε ο Τσίπρας στη Λευκωσία, είναι επιχείρημα το οποίο δουλεύει καιρό τώρα η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, ώστε να αποτελέσει ιδεολογικό πρόσχημα για τη νέα ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, προς διασφάλιση εκεί των μονοπωλιακών τους συμφερόντων και τη συμμετοχή της Ελλάδας σ' αυτήν.
Συγκεκριμένα, με ευθύνη του υπουργού Εξωτερικών Ν. Κοτζιά προωθείται «διεθνής συνδιάσκεψη» για τις χριστιανικές κοινότητες της ευρείας αυτής περιοχής, την προστασία τους από μια σειρά «απειλές» (βλ. τζιχαντιστές).
Μάλιστα, το θέμα της «αντιμετώπισης» των τζιχαντιστών, γενικά της «τρομοκρατίας», αλλά και της μετανάστευσης (θέμα όπου επίσης διεκδικεί ρόλο το ΝΑΤΟ, και ήδη ακούγεται ότι π.χ. η ΝΑΤΟική επιχείρηση ACTIVE ENDEAVOUR, που διεξάγεται στη Μεσόγειο με θαλάσσιες περιπολίες εναντίον «τρομοκρατών», θα μπορούσε να επεκταθεί και εναντίον τάχα των δουλεμπορικών κυκλωμάτων) θα συζητηθεί στη Σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ, 13 και 14 Μάη, στην Αττάλεια της Τουρκίας.
Βάζει μπρος μηχανές πολέμου
Με τέτοιους σκοπούς η συγκυβέρνηση ζεσταίνει τις μηχανές των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Κατ' αρχάς την Πέμπτη ολοκληρώθηκε μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές ασκήσεις στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, η «Ηνίοχος 2015», που διεξήχθη με σύνθετες αεροπορικές αποστολές σε ολόκληρο το εύρος του FIR Αθηνών. Κατόπιν πρόσκλησης της ελληνικής πλευράς, έλαβαν για πρώτη φορά μέρος μαχητικά αεροσκάφη, πιλότοι και τεχνικοί του Ισραήλ, όπως και Ειδικές Δυνάμεις των ΗΠΑ. Στόχος, δε, της ελληνικής πλευράς είναι η «Ηνιόχος» «να γίνει η ανταγωνιστικότερη Ασκηση στην Ευρώπη και στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, η οποία να παρέχει στους συμμετέχοντες υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και μοναδική εμπειρία συμμετοχής».
Στο «καπάκι» ξεκίνησε άλλη μια τέτοια συνεκπαίδευση. Η πολυεθνική άσκηση «Noble Dina 15» με τη συμμετοχή μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας της Ελλάδας, των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Ασκηση που εξελίσσεται στην Ανατολική Μεσόγειο, στον άξονα από τη Σούδα έως τη Χάιφα και αντανακλά το αυξημένο ενδιαφέρον της εγχώριας αστικής τάξης για την περιοχή, που χαρακτηρίζεται ένας από τους σημαντικότερους κόμβους διεθνώς, στο φόντο εντεινόμενων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών και διαύλων.
Πυλώνας του ΝΑΤΟ
Σημειωτέον, μιλώντας ο υπουργός Αμυνας Π. Καμμένος, την Τρίτη, για την «Ηνίοχος» και τη συμμετοχή σε αυτή Ισραηλινών, περιέγραφε την προσπάθεια της εγχώριας αστικής τάξης να αναβαθμιστεί στήνοντας άξονες και αντιάξονες με τις αστικές τάξεις Ισραήλ, Αιγύπτου, Βουλγαρίας και Ρουμανίας, προσδοκώντας να αναλάβουν οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις ρόλο χωροφύλακα του ΝΑΤΟ σε όλο τον κάθετο άξονα από τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου έως τη Μαύρη Θάλασσα και τα σύνορα με τη Ρωσία.
Είπε, μεταξύ άλλων: «Φέτος, είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς, διότι με τη μεγάλη συμμετοχή πολεμικών αεροσκαφών του Ισραήλ και προσωπικού των ΗΠΑ, μας δίνεται μία σπουδαία ευκαιρία να δοκιμάσουμε και τη συνεργασία με τις πολεμικές αεροπορίες των συμμάχων μας».
«Είμαι πεπεισμένος ότι η αναβάθμιση των σχέσεων Ελλάδος - Ισραήλ είναι αμοιβαία επωφελής και συντελεί στη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελλάδα αποτελεί για το Ισραήλ ασφαλή και σταθερή γεωπολιτική οδό προς την Ευρώπη, γεγονός που βασίζεται όχι σε συγκυριακές και ευμετάβλητες παραμέτρους, αλλά σε ενσυνείδητες στρατηγικές επιλογές».
«Προχωράμε σε αμυντική συνεργασία με την Αίγυπτο τις επόμενες ημέρες. Στις αρχές Ιουνίου ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ θα βρίσκεται στην Αίγυπτο (...) ένα κλιμάκιο της Πολεμικής Αεροπορίας, με Μιράζ 2000, με τα οποία ουσιαστικά πετάει και η αεροπορία της Αιγύπτου, θα κάνουμε και μία άσκηση τις πρώτες μέρες του Ιουνίου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί τέτοιου είδους συνεργασίες θα οδηγήσουν στη δημιουργία μιας ασφαλούς περιοχής που ξεκινά από την Αίγυπτο, μία χώρα που αντιστέκεται στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και από το Ισραήλ».
«Ισραήλ, Κύπρος και Ελλάδα ουσιαστικά αποτελούν ένα χώρο που - γιατί όχι - μπορεί να είναι το νέο αμυντικό δόγμα το οποίο μπορεί να προεκταθεί και προς το Βορρά, προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία - κάτι το οποίο θα επιδιώξει η Ελλάδα - και σε συνεργασία με μετριοπαθείς χώρες της Μέσης Ανατολής».
«Ευθύνη της Ελλάδας η αντιμετώπιση των τζιχαντιστών»!
Ο Καμμένος δεν παρέλειψε να εκφράσει, για άλλη μια φορά, και τη διάθεση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ να αναλάβει δράση στις νέες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στην ευθεία από Λιβύη ως Συρία και Ιράκ με πρόσχημα τους τζιχαντιστές. Είπε χαρακτηριστικά:
«Η άμυνα της Ελλάδας δεν αφορά μόνο τη χώρα μας, που είναι η βασική μας προτεραιότητα, αλλά λειτουργεί και ως ευρωπαϊκό προγεφύρωμα και ανάχωμα σε κάθε σύγχρονη απειλή (...) Η γεωπολιτική θέση της χώρας μας αλλάζει τα τελευταία χρόνια και έχει ιδιαίτερη σημασία η συνεργασία για να αντιμετωπίσουμε έναν νέο εχθρό που είναι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, το ισλαμικό χαλιφάτο που αναπτύσσεται ραγδαία στη Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα, ως μέλος του ΝΑΤΟ, έχει ουσιαστικά την πολιτική ευθύνη, με κέντρο τη Σούδα, να αντιμετωπίσει αυτήν την απειλή στα πεδία της Συμμαχίας», πρόσθεσε, προετοιμάζοντας για εμπλοκή του λαού σε νέες ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις, με επίκεντρο τη Σούδα, κρίσιμη υποδομή για την υποστήριξη αεροναυτικών επιχειρήσεων.
Επαγρύπνηση και παρέμβαση
Ολα αυτά, η κυβέρνηση τα παζαρεύει και τα προωθεί ενώ η Ελλάδα ως κράτος - μέλος του ΝΑΤΟ, με αμερικανικές βάσεις στο έδαφός της, βρίσκεται σε μια περιοχή με έντονους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για την Ενέργεια και τη μεταφορά πρώτων υλών, μπλεγμένους με ανταγωνισμούς ανάμεσα σε κράτη της περιοχής, με την Τουρκία να διαφωνεί με τις ΗΠΑ στην υπόθεση π.χ. των τζιχαντιστών, αλλά και στον ενεργειακό άξονα Ισραήλ, Κύπρου, Ελλάδας που στηρίζουν οι ΗΠΑ, με ανοιχτό το Κυπριακό όπου οι Αμερικανοί βιάζονται να δώσουν λύση κ.ά.
Μια περιοχή όπου υπάρχει ήδη πόλεμος, στοχευμένη διάλυση κρατικών οντοτήτων, με τη δράση των τζιχαντιστών, οι οποίοι, σε προηγούμενη φάση, εξοπλίστηκαν και αξιοποιήθηκαν από τα ίδια ιμπεριαλιστικά κέντρα, που τώρα θέλουν να τους αξιοποιήσουν ξανά, από την ανάποδη αυτή την φορά, πάλι για προώθηση των δικών τους συμφερόντων.
Από την εμπλοκή της Ελλάδας στις τέτοιες βρωμερές υποθέσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια, καμία ασφάλεια - καμία «αναβάθμιση» δεν υπάρχει για τον ελληνικό λαό, τους λαούς γενικά. Μόνο σοβαροί κίνδυνοι είναι μπροστά τους, όσο δεν παίρνουν αποφάσεις να επιλέξουν άλλο δρόμο.
Παραπέρα, μπροστά στους υπαρκτούς κινδύνους γενικευμένης ανάφλεξης στην ευρύτερη περιοχή, με αφορμή τους τζιχαντιστές ή το μεταναστευτικό, ο ελληνικός λαός, οι λαοί της περιοχής χρειάζεται να επαγρυπνούν, να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και να διαμορφώσουν τη δική τους αυτοτελή παρέμβαση ενάντια στα μονοπώλια και τον καπιταλισμό, σε σύγκρουση με τα μονοπώλια και την εξουσία τους, με αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Αυτός είναι ο μοναδικός φιλολαϊκός δρόμος, ο δρόμος για πραγματική ειρήνη και προκοπή, που μόνο ο λαός με την πάλη του μπορεί να χαράξει. Πάλη για να ανοίξει δρόμος για τη δική του εξουσία.

Αντιθέσεις και διαφωνίες μακριά από τα λαϊκά συμφέροντα

Αντιθέσεις και διαφωνίες μακριά από τα λαϊκά συμφέροντα



Οι εξελίξεις με τη διαπραγμάτευση και η περαιτέρω προσαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στις δεσμεύσεις του υπάρχοντος δημοσιονομικού και νομισματικού πλαισίου της ΕΕ και της Ευρωζώνης, υποδαυλίζουν διεργασίες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ σε δύο, κατά κύριο λόγο, κατευθύνσεις: Στην κατεύθυνση αντίστοιχης προσαρμογής και της πλειοψηφίας του κόμματος ώστε από καλύτερες θέσεις να βάλει πλάτη στην υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής, εξωραΐζοντάς την στο λαό και επιχειρώντας τη χειραγώγηση και ενσωμάτωσή του. Αλλά και στην κατεύθυνση ενίσχυσης των δυνάμεων που θα επιχειρήσουν από τα «αριστερά», είτε εντός είτε εκτός ΣΥΡΙΖΑ, να συγκρατήσουν φυγόκεντρες δυνάμεις που θα δυναμώνουν όσο περισσότερο αποκαλύπτονται οι κυβερνητικές προθέσεις.

Βεβαίως, οι διεργασίες αξιοποιούνται για τον εγκλωβισμό εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, απηχούν όμως αντιτιθέμενες αστικές θέσεις σε σχέση με το σε ποιο βαθμό η κυβερνητική πολιτική θα πρέπει να προσαρμοστεί ή όχι όσον αφορά το διακηρυγμένο στόχο του ΣΥΡΙΖΑ για αλλαγή μείγματος διαχείρισης της ανάκαμψης του κεφαλαίου εντός ΕΕ και Ευρωζώνης.
Μετά την αντιλαϊκή συμφωνία επέκτασης της δανειακής σύμβασης και του μνημονίου που υπέγραψε η κυβέρνηση στις 20 του Φλεβάρη, στις 28 Φλεβάρη, συνεδρίασε η ΚΠΕ του ΣΥΡΙΖΑ, όπου καταγράφτηκε μια πρώτη αναδιάταξη δυνάμεων στο εσωκομματικό πεδίο, με την πρωτοβουλία κινήσεων να ανήκει στην πλειοψηφία. Ο Αλ. Τσίπρας ουσιαστικά προανήγγειλε το είδος του κόμματος που χρειάζεται η κυβέρνηση, λέγοντας: «Το κόμμα (...) θα σταθεί φυσικά κοντά στην κυβέρνηση, θα τη στηρίξει στις προσπάθειές της μαχητικά, αλλά πάντα κριτικά...».
Στο πλαίσιο αυτό εκλέχτηκαν νέα 11μελής Πολιτική Γραμματεία με εν πολλοίς «άφθαρτα» πρόσωπα και νέος γραμματέας ο Τ. Κορωνάκης. Το ενδιαφέρον αυτής της συνεδρίασης έγκειται στις απώλειες που κατέγραψε η προεδρική πλειοψηφία και στην ενίσχυση της εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Γεγονός που αποτυπώθηκε τόσο κατά την εκλογή του νέου Γραμματέα όσο και στην ψηφοφορία για την τροπολογία - διαφωνία για τη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη που κατέθεσε η «Αριστερή Πλατφόρμα».
Το μήνα που ακολούθησε εντάθηκαν οι διαδικασίες συγκρότησης μιας νέας κίνησης της πλειοψηφίας με τη συμμετοχή ενός τμήματος της σημερινής Αριστερής Ενότητας (ΑΡΕΝ) που ονομάζονταν ανεπίσημα ως «δεξιά» ΑΡΕΝ μαζί με στελέχη της λεγόμενης «Πλατφόρμας 2010» (Παπαδημούλης, Δούρου, Πουλάκης κ.ά.). Ενώ από την άλλη αντίστοιχες διαδικασίες επιταχύνθηκαν και στο υπόλοιπο κομμάτι της πλειοψηφίας που συσπειρώνεται γύρω από τη λεγόμενη «Κίνηση των 53».
«Νέες συμμαχίες»
Ο μέχρι πρότινος υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, Γ. Μηλιός, αφότου απομακρύνθηκε από κάθε στελεχική θέση που διατηρούσε, κλιμάκωσε τις επικριτικές του για τις κυβερνητικές επιλογές παρεμβάσεις, ενώ καταγράφεται προσέγγισή του με ένα τμήμα της «Αριστερής Πλατφόρμας», το οποίο φέρεται δυσαρεστημένο απ' τη στάση του επικεφαλής της και υπουργού πλέον Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Π. Λαφαζάνη.
Η πρώτη του επικριτική τοποθέτηση έγινε μέσω του editorial του περιοδικού «Θέσεις» που εκδίδει από τη δεκαετία του '80. Το κείμενο φέρει τον τίτλο «Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα» και επιρρίπτει ευθύνες στην κυβέρνηση για τις επιλογές της στο εσωτερικό της χώρας, γράφοντας ότι «μοιάζει να τείνει να μετατραπεί σε φιλολαϊκό διαχειριστή του υπάρχοντος, δηλαδή της κυριαρχίας του κεφαλαίου στην παγιωμένη νεοφιλελεύθερη μορφή της».
Ταυτόχρονα, ασκεί κριτική για την εξωτερική πολιτική, γράφοντας πως «...απομονωμένη είναι σε ευρωπαϊκό πεδίο, ενώ οι "επαφές" με Κίνα και Ρωσία αποτελούν πολιτικούς εξωτισμούς που δίνουν ελπίδα μόνο σε φανατικούς εθνικιστές». Σημειώνουμε ότι ο Γ. Μηλιός δεν υποστηρίζει την κατεύθυνση της αντιπαράθεσης με την Ευρωζώνη αλλά μιλά για την ανάγκη αλλαγής πολιτικής εντός ΕΕ.
Η σκοπιά απ' την οποία διατυπώνει την κριτική του είναι αυτή της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, καθώς ξαναζεσταίνει και σερβίρει γνωστές απ' τα παλιά συνταγές περί αναδιανομής εισοδήματος. Σε ένα απ' τα πολλά σημεία του κειμένου με παραπομπές στη Γερμανία, επικαλείται τον Peter Bofinger, έναν από τους 5 «σοφούς» που συμβουλεύουν τη γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, γράφοντας ότι «φάνηκε να είναι αριστερότερος πολλών αριστερών ζητώντας να "πληρώσουν οι πλούσιοι" στην Ελλάδα και προτείνοντας μοντέλα υψηλής φορολόγησης για τους "έχοντες", επικαλούμενος την εμπειρία της μεταπολεμικής Γερμανίας. Καίτοι επισήμως κεϊνσιανός, ο "σοφός" σπεύδει πάντως να δηλώσει ότι στην Ελλάδα δεν πρέπει να υπάρξουν αυξήσεις του άμεσου μισθού και των συντάξεων, ούτε να αυξηθούν οι κοινωνικές δαπάνες (με εξαίρεση τους "πάμφτωχους"). Αλλά προτείνει τουλάχιστον "Μνημόνιο για τους πλούσιους" ώστε να εξασφαλιστεί η δημοσιονομική σταθερότητα».
Θυμίζουμε ότι η γερμανική κυβέρνηση ένα από τα ζητήματα που έχει θέσει για το «μη πατριωτισμό» τμημάτων των επιχειρηματιών είναι και το ζήτημα της φορολογικής ασυλίας των Ελλήνων εφοπλιστών.
Εξηγώντας την αφετηρία απ' την οποία ασκεί κριτική στην κυβερνητική πολιτική, ανέφερε σε μία απ' τις παρεμβάσεις του: «Εγώ επέλεξα να μείνω εκτός κυβέρνησης, για να συμβάλω με όλες μου τις δυνάμεις στο νέο ρόλο που πρέπει να παίζει το κόμμα μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, υπερασπίζοντας το Πρόγραμμα και τις επεξεργασίες που έχουμε κάνει ως κόμμα, τόσο στη διαπραγμάτευση όσο και αναφορικά με τα "εσωτερικά μέτωπα" (...) Ο καθένας λοιπόν μπορεί να διαπιστώσει ότι κάθε πρόταση που υποστηρίζω, είναι εντός των συνεδριακών θέσεων και των κομματικών αποφάσεων...».
Η «Αριστερή Πλατφόρμα»
Επειτα από ένα μεγάλο διάστημα εύγλωττης σιωπής και έμπρακτης στήριξης της κυβερνητικής πολιτικής, ο Π. Λαφαζάνης ξαναβγήκε στη «ρούγα», προφανώς όχι τυχαία, λίγο πριν σερβιριστεί στο λαό το πικρό ποτήρι των νέων αντιλαϊκών δεσμεύσεων.
Είχε προηγηθεί ο Στ. Λεουτσάκος, βουλευτής και κορυφαίο στέλεχος της «Αριστερής Πλατφόρμας», ο οποίος, με άρθρο του, εκφράζοντας διαθέσεις τμημάτων του κεφαλαίου που δεν αποκλείουν την επιλογή της εξόδου απ' το ευρώ, εντός ΕΕ και στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, προέτρεψε την κυβέρνηση «να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας στον ελληνικό λαό και η αλήθεια είναι ότι αμοιβαία επωφελής λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα». Πρόσθετε: «Η συντεταγμένη νομισματική αλλαγή, ενταγμένη στο συνολικό προοδευτικό ανορθωτικό πρόγραμμα, συνιστά επιλογή που δεν είναι η συντέλεια του κόσμου (...) και την οποία πρέπει να έχει στο οπλοστάσιό του ο ΣΥΡΙΖΑ και εφ' όσον χρειαστεί, να είναι έτοιμος να την υλοποιήσει».
Με δικό του άρθρο ο Π. Λαφαζάνης προτρέπει το λαό σε αναμονή έως την τελευταία στιγμή ενός ίσως «έντιμου συμβιβασμού», υπονοώντας ότι η κυβέρνηση πασχίζει αυτός να είναι φιλολαϊκός. Αφού καταγγέλλει ότι «τα πιο σκληρά κι αδίστακτα κατεστημένα κέντρα σε Βερολίνο, Βρυξέλλες και ΔΝΤ» ζητάνε «γην και ύδωρ», υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν πρόκειται να υπογράψει ποτέ νέα μέτρα σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων», πως «η Ελλάδα διαθέτει πολλούς εναλλακτικούς δρόμους και μπορεί να έχει προοπτική χωρίς τη χρηματοδότηση από ΕΕ και ΔΝΤ» και πως «είναι εκτός τόπου και χρόνου να σκέφτονται κάποιοι ότι οι οικονομικές επιπτώσεις ενός ελληνικού χρεοστασίου, ή ακόμα περισσότερο ενός Grexit, θα είναι πολιτικά και οικονομικά αμελητέες για το μέλλον της ΕΕ». Υποστηρίζοντας δηλαδή ότι η προοπτική μιας εξόδου απ' το ευρώ δεν συμφέρει τους «εταίρους», υπονοώντας έτσι ότι γι' αυτό θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν από τις αιτιάσεις τους.
Κοινή βάση το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης»
Αν για την κυβέρνηση και την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ «κόκκινη γραμμή» είναι πλέον η συμφωνία της 20ής Φλεβάρη, για τους παραπάνω «κόκκινη γραμμή» είναι το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», δηλαδή το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί προπαγανδιστικά ως ένα πρόγραμμα φιλολαϊκό. Ομως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πρόκειται για πρόγραμμα στήριξης της καπιταλιστικής ανάκαμψης με συγκεκριμένα μέτρα, «πασπαλισμένο» με λίγα ψίχουλα για όσους βουλιάζουν στην εξαθλίωση, σαν αυτά που είδαμε να υλοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ με το περίφημο νομοσχέδιο για την «ανθρωπιστική κρίση». Στην πραγματικότητα, οι δυνάμεις αυτές συσπειρώνονται σε μια γραμμή διεκδίκησης αλλαγής του μείγματος διαχείρισης με κριτήριο τη στήριξη της ανάκαμψης του κεφαλαίου εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη λαϊκή συναίνεση σε αυτή την αλλαγή.
Ολοι τους άλλωστε, από τις υπεύθυνες θέσεις που είχαν στο κόμμα, γνωρίζουν τις δεσμεύσεις προς το κεφάλαιο, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ, που αποτυπώνονταν στις προεκλογικές διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτές οι δεσμεύσεις έχουν μια λογική κατάληξη. Οχι μόνο δεν επιτρέπουν καμία σκέψη για αναπλήρωση των εργατικών - λαϊκών απωλειών αλλά ανοίγουν το δρόμο για συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής. Συνειδητά στήριξαν μια συγκεκριμένη πολιτική που εμπεριέχει τέτοιου είδους δεσμεύσεις, προσπαθώντας μάλιστα πιο μαχητικά από τους άλλους να της δώσουν ανατρεπτικό χρώμα, μιλώντας για ρήξεις, συγκρούσεις κ.λπ. Μάλιστα, εξακολουθούν να τη στηρίζουν, κάνοντας προσπάθεια να κρύψουν ότι οι σημερινές προσαρμογές του ΣΥΡΙΖΑ δε συνιστούν παρέκβαση από την πολιτική του όπως αυτή αποτυπώνεται και στο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», απλώς αυτή η πολιτική ξεμασκαρεύεται, απεκδύεται το καμουφλάζ των ανέξοδων προεκλογικών συνθημάτων που απεύθυναν προς το λαό.
Εξάλλου, η ρήξη και η σύγκρουση στην οποία αναφέρονται στην πραγματικότητα εκφράζει αντιθέσεις ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου σε σχέση με την πορεία της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, με το μείγμα διαχείρισης της κρίσης αλλά και τις σχέσεις με ιμπεριαλιστικά κέντρα κ.λπ. Το αν επιλεχθεί αυτές οι διαφωνίες να παραμείνουν εντός ΣΥΡΙΖΑ ή αν θα επιλέξουν το δρόμο του οργανωτικού διαχωρισμού θα αποτελέσει βασικό παράγοντα στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.

Συνεχίζονται οι διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα

Συνεχίζονται οι διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα

Eurokinissi
Πριν από μερικές μέρες, το κύριο άρθρο των ΝΕΩΝ σχολίαζε ως εξής τη συνέντευξη που έδωσε ο Αντ. Σαμαράς στο «Mega»: «Θα περίμενε κανείς την ανακοίνωση μιας μεγάλης πρωτοβουλίας που θα στήριζε τη διαπραγματευτική προσπάθεια της χώρας στη σημερινή δύσκολη συγκυρία. Αντ' αυτού, ως κύρια είδηση προέκυψε η δήλωσή του ότι μια μέρα πριν ανακοινώσει την υποψηφιότητα Δήμα για την Προεδρία της Δημοκρατίας είχε προτείνει στον Φώτη Κουβέλη, ο οποίος απάντησε αρνητικά (...)

Το χειρότερο είναι η αίσθηση του κενού στην πολιτική σκηνή: Ως αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μπορέσει να καθιερωθεί ως εναλλακτική πρόταση για τη διακυβέρνηση. Σήμερα, μια αντίστοιχη εναλλακτική πρόταση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα».
Παρά το γεγονός ότι η «μαρμίτα» του αστικού πολιτικού συστήματος έχει ανακατευθεί πολύ τα τελευταία χρόνια, η αστική τάξη προβληματίζεται για τις εναλλακτικές που διαθέτει σε ό,τι αφορά τη διακυβέρνηση. Είναι φανερό ότι ο προβληματισμός επικεντρώνεται στη ΝΔ, δηλαδή στον έναν από τους δυο παραδοσιακούς πυλώνες του αστικού πολιτικού συστήματος που διατηρεί αξιόλογες δυνάμεις, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ που έχει αλωθεί εκλογικά και οργανωτικά από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων σε όλο το «τόξο», από τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι την ακροδεξιά, απασχολεί το αστικό σύστημα. Ο συγκεκριμένος χώρος είναι αντικειμενικά ο ένας από τους δυο πόλους στην «τραμπάλα» της κυβερνητικής εναλλαγής και αυτό χρειάζεται να αποτυπωθεί και οργανωτικά. Το «κλειδί» είναι η αναμόρφωση της ΝΔ. Πάνω εκεί συγκρούονται διαφορετικές απόψεις και επιδιώξεις μερίδων της αστικής τάξης.
Η εσωκομματική διαμάχη στη ΝΔ
Αντανάκλαση αυτών είναι η διαμάχη στο εσωτερικό της ΝΔ, που κλιμακώθηκε μετά τις εκλογές και αφορά κατά βάση τον προσανατολισμό του κόμματος. Ενα μέρος των στελεχών της προκρίνει μια πιο «κεντρώα» στροφή της ΝΔ και αυτό, κατά τη γνώμη τους, προϋποθέτει την αποχώρηση του Αντ. Σαμαρά από την ηγεσία της.
Με αυτό το σκοπό, στελέχη όπως η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Ν. Δένδιας, ο Ευρ. Στυλιανίδης και άλλοι, όπως οι βουλευτές Κ. Χατζηδάκης, Κ. Τζαβάρας, Μ. Σαλμάς, Γ. Βλάχος, Μ. Χαρακόπουλος, στηρίζουν (αν κάποιοι δεν πρωτοστατούν) την επιχείρηση συλλογής υπογραφών, με κεντρικό αίτημα τη διεξαγωγή έκτακτου συνεδρίου. Οπως λένε, στόχος τους είναι «η αναγέννηση και η παρουσία μιας ισχυρής κεντροδεξιάς».
Χρεώνουν στη σημερινή ηγεσία ότι έχασε την επαφή με τους ψηφοφόρους του λεγόμενου «κέντρου», τους οποίους θεωρούν κρίσιμη μάζα, για να αναβαθμίσει η ΝΔ το ρόλο της στην αστική διαχείριση.
Σε πρόσφατη συνέντευξη, η Ντόρα Μπακογιάννη έλεγε χαρακτηριστικά: «H χώρα χρειάζεται μια ευρωπαϊκή κεντροδεξιά, ισχυρή, συλλογική και δημοκρατική. Σήμερα την έχει; Η απάντηση είναι όχι, δεν την έχει. Πρέπει να την αποκτήσει; Ναι, πρέπει να την αποκτήσει και πάντως κάποιοι από εμάς θα κάνουμε ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό για την αποκτήσει».
Στο ίδιο πνεύμα πάνω - κάτω, ήταν και η συνέντευξη του Ν. Δένδια σε άλλο Μέσο: «Αυτό που χρειάζεται επανακαθορισμό είναι η φυσιογνωμία μας ως κόμμα. Είμαστε αρχηγικό κόμμα ή κόμμα αρχών; Ο λόγος μας είναι τεκμηριωμένος ή κυριαρχούν οι "κραυγές"; Εχουμε ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές με τα άκρα; Μας αρκεί η διαχείριση της κρίσης ή πιστεύουμε ότι χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο; Ολα αυτά πρέπει να απαντηθούν, γιατί όλα αυτά συνιστούν την απάντηση στο ερώτημα "ποια Νέα Δημοκρατία θέλουμε"».
Σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, η «κεντρώα» τάση στη ΝΔ υπερασπίζεται την «προγραμματική αντιπολίτευση» και του ασκεί κριτική ότι καθυστερεί να «ενηλικιωθεί», να προχωρήσει δηλαδή με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη το κεφάλαιο. Στελέχη με αυτή την άποψη είναι κατά βάση υπέρ της συναίνεσης με την κυβέρνηση και ασκούν πιέσεις για ταχύτερες προσαρμογές στην πολιτική της.
Η εκδοχή της «ομοσπονδοποίησης»
Μια άλλη εκδοχή, είναι αυτή που διατύπωσε ο Τ. Μπαλτάκος, πρώην γενικός γραμματέας της κυβέρνησης Σαμαρά, με άρθρο του στη «Real News» την περασμένη Κυριακή. Κατηγορεί κι αυτός τη σημερινή ηγεσία για «πολιτικές εμμονές», της χρεώνει την ήττα στις πρόσφατες εκλογές και ανάμεσα σε άλλα σημειώνει:
«Η ΝΔ θα πρέπει να αποκτήσει συνιστώσες γιατί δεν μπορεί να φεύγουν όσα στελέχη διαφωνούν με την πορεία που έχει χαράξει ο Σαμαράς (...) Η ΝΔ στις πρόσφατες εκλογές υιοθέτησε μια απόλυτα φιλομνημονιακή πολιτική, υπερασπίστηκε με σθένος το απεχθές και στήριξε κάθε της ελπίδα στο φόβο, που νόμιζε ότι θα προκαλέσει στους ψηφοφόρους ο ΣΥΡΙΖΑ. Ετσι περικυκλώθηκε. Καμία έμφαση στη λαθρομετανάστευση, στους κουκουλοφόρους, στην τρομοκρατία, στην αθεΐα. Μετά τις εκλογές τα θυμήθηκε (...)
Η ΝΔ είτε θα αποκτήσει θεσπισμένες και εσωκομματικά αποδεκτές τάσεις, είτε θα οδηγηθεί σε διάσπαση. Αντιμνημονιακές δυνάμεις υπάρχουν ισχυρές και στους κόλπους της. Πρέπει να εκφραστούν. Η μονοδιάστατη πολιτική συνεπάγεται πολιτικό μαρασμό (...)
Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμάχεται τους Γερμανούς, πρέπει να είσαι με το μέρος της χώρας σου. Αποφασιστικά. Δεν ειρωνεύεσαι, δεν προκαλείς, δεν σαρκάζεις, δεν χλευάζεις, δεν κομπορρημονείς, δεν ναρκισσεύεσαι, δεν επιχαίρεις για την αποτυχία, δεν λυπάσαι για την επιτυχία. Τίποτα από όλα αυτά. Δεν είναι λογικό να εκνευρίζεις τους ψηφοφόρους υπονοώντας ότι είναι ανόητοι ή αφελείς».
Η ...ομοσπονδιοποίηση της ΝΔ, που προτείνει ο Τ. Μπαλτάκος, προφανώς τους χωράει όλους: Από τους «κεντροδεξιούς», μέχρι αυτούς που κινούνται στις παρυφές της ακροδεξιάς με «αντιμνημονιακά» κριτήρια.
Στα «δεξιά» της ΝΔ βρίσκονται σήμερα κόμματα που διαφοροποιούνται από αυτή πάνω στο ψευτοδίλημμα «μνημόνιο - αντιμνημόνιο» και στις τελευταίες εκλογές κατέγραψαν υπολογίσιμα ποσοστά όπως οι ΑΝΕΛ και η Χρυσή Αυγή. Η πρόταση Μπαλτάκου για τη δημιουργία ενός «πολυτασικού» κόμματος, για έναν ...«ΣΥΡΙΖΑ της δεξιάς», προβάλλεται σαν η διέξοδος εκείνη που μπορεί να εκφράσει οργανωτικά τον κατακερματισμένο χώρο, σε όλες τις αποχρώσεις του, και να τον καταστήσει ξανά υπολογίσιμη δύναμη στον ανταγωνισμό για τη διακυβέρνηση.
Το «ρετούς» της Χρυσής Αυγής
Απ' αυτήν τη σκοπιά, δεν περνάει απαρατήρητη και η ταχύτατη προσαρμογή της Χρυσής Αυγής, προκειμένου να «ξεπλυθεί» από τα ανομήματα του παρελθόντος και να γίνει χρήσιμη με άλλο ρόλο στο αστικό πολιτικό σύστημα. Ο βουλευτής της Χρ. Παππάς ομολόγησε πρόσφατα σε τηλεοπτική εκπομπή ότι «ένα άλογο που τρέχει για πρωτιά, λαού θέλοντος και Θεού επιτρέποντος, σίγουρα κάποτε υπήρξε και πουλάρι», υπονοώντας ότι η Χρυσή Αυγή έχει περάσει στην εποχή της «ωριμότητας».
Αυτό προσπαθεί να εμφανίσει και στην πράξη: Οι κραυγές και οι υψηλοί τόνοι απέναντι στη ΝΔ και στα άλλα κόμματα έχουν πέσει, σε πολλές περιπτώσεις υπερασπίζεται θέσεις που εισηγείται η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σε αγαστή συνεργασία όλο το πολιτικό σύστημα, προσπαθεί να κρύψει κάτω από το χαλί τη σύνδεση της εγκληματικής δράσης της με το ναζιστικό της χαρακτήρα.
Για παράδειγμα, οι αναλύσεις όλων των αστικών κομμάτων συμπίπτουν στο ότι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα, που δικάζονται αυτή την περίοδο, είναι μεμονωμένοι οπαδοί και μέλη της Χρυσής Αυγής και όχι ο ιδεολογικο-πολιτικός χαρακτήρας μιας ναζιστικής οργάνωσης, ο αντικομμουνισμός, το μίσος για το κίνημα, ο ρατσισμός, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ίδια τη Χρυσή Αυγή. Αυτά είναι που οπλίζουν το χέρι τους σε βάρος των μεταναστών, του εργατικού κινήματος, της αγωνιζόμενης νεολαίας.
Οπως είπε ο Χρ. Παππάς στην ίδια εκπομπή, «άλλο το ποινικό, άλλο το πολιτικό» και «μια συμπεριφορά μεμονωμένη δε συνιστά εγκληματική οργάνωση»...
Οι διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα συνεχίζονται, με φόντο τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη. Παράγοντες που θα λειτουργήσουν σαν μεταβλητές το επόμενο διάστημα, εκτός από τις εξελίξεις στη ΝΔ, είναι το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (5 - 7 Ιούνη) και η προσπάθειά του να «αναβαπτιστεί» στο χώρο της λεγόμενης «κεντροαριστεράς», αλλά και η διαφαινόμενη ανάδειξη του Ποταμιού σε νέα «σταθερά» για την αστική τάξη.
Χρειάζεται επαγρύπνηση
Σε κάθε περίπτωση, ο λαός χρειάζεται να επαγρυπνεί και να είναι έτοιμος για κάθε εξέλιξη. Βάση για συναίνεση μεταξύ όλων των άλλων κομμάτων, την οποία επιζητά η αστική τάξη, ανεξάρτητα από τις υπαρκτές διαφορές σε πλευρές της πολιτικής τους, είναι η προσήλωση σε μεταρρυθμίσεις που ιεραρχούνται ψηλά για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, η αξιοποίηση της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας για την αναβάθμιση της αστικής τάξης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που βάζει σε νέους κινδύνους το λαό, ανεξάρτητα από τις συμμαχίες που προκρίνει το κάθε κόμμα.
Κοινή γραμμή τους είναι η ανάγκη να στηριχθεί η ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου, ο λαός να πληρώσει ξανά το κόστος για λογαριασμό του κεφαλαίου. Σε αυτήν την κατεύθυνση στηρίζουν την προοπτική συμβιβασμού και συμφωνίας με τους δανειστές, μέσα στα πλαίσια της ΕΕ, με νέα αντιλαϊκά μέτρα, ανεξάρτητα από το αν θα τα ονομάσουν «μνημόνιο» ή κάπως αλλιώς. Ολοι τους ξορκίζουν ακόμα και τη σκέψη να ανακτήσει ο λαός τις απώλειες που είχε την περίοδο της κρίσης, να υπάρξουν μέτρα που θίγουν την καπιταλιστική κερδοφορία.
Ο απεγκλωβισμός του λαού από τα ιδεολογήματα όπου προσπαθούν να τον παγιδεύσουν, από το φόβο και αυταπάτες ότι η λύση θα έρθει «από τα πάνω», η ανασύνταξη του κινήματος σε ταξική κατεύθυνση και η ισχυροποίηση του ΚΚΕ παντού, πρέπει να είναι η λαϊκή απάντηση απέναντι σε αυτές τις διεργασίες.

TOP READ