8 Ιουν 2018

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

  





Τον Μάη έκλεισε μισός αιώνας από τον άλλο Μάη  του ’68, που κάθε προοδευτικός αστός ή μικροαστός επικαλείται σαν άλλοθι της  επαναστατικότητας του που  τελικά  προδόθηκε –και προτιμάται η παθητική σύνταξη για να είναι ζητούμενο το υποκείμενο της προδοσίας, αναλόγως εποχής  και συμφερόντων. Κι οι διαφορετικές έννοιες που αποδίδονται στην  επαναστατικότητα συνοψίζονται στη περίφημη φωτογραφία του κοριτσιού που ανεβασμένο στους ώμους ενός νεαρού ανεμίζει τη σημαία των  Βιετγκόγκ.  Κι αν η φωτογραφία αυτή έφτασε να γίνει  αντιπροσωπευτική εκείνου του Μάη είναι και  για το σύνολο των συμβολικών δυνατοτήτων που μπορεί να της αποδοθούν, ξεκινώντας από την ταυτότητα της εικονιζόμενης κοπέλας, (μοντέλο, αγγλίδα αριστοκράτισσα, εγγονή διπλωμάτη που την αποκλήρωσε, η ίδια διεκδίκησε τα δικαιώματα της φωτογραφίας), που αποκρυσταλλώνει αμφισημίες και παράδοξα εκείνης της εξέγερσης. 

               Σ’ εκείνον το Μάη  πρωτεργάτες αναδεικνύονται τα φοιτητικά στρώματα των μεσαίων τάξεων, που ένιωθαν πως απειλούνται τόσο από τον οδοστρωτήρα του κεφαλαίου όσο και από την πτώση στην προλεταριακή κόλαση, τα οποία μένουν χωρισμένα σε μεγάλο βαθμό από την εργατική τάξη, αμφισβητώντας το σύστημα που αθετεί τις υποσχέσεις του για ευημερία. Η κληρονομιά εκείνης της εξέγερσης  σε ό,τι ονομάζουμε κίνημα, που κομματιάζει κάθε πολιτική ταυτότητα  συνεχώς  μεταμορφώνοντάς τες, ήταν βαριά.  Η ανατροπή παλιών ιδεολογικών και οργανωτικών προτύπων,  η διεκδίκηση αυτονομίας από κάθε κίνημα αλλά και άτομο,  η άρνηση της εκπροσώπησης, η αμεσότητα, η ποικιλία των επαναστατικών υποκειμένων είναι οι μύθοι που μισό αιώνα τώρα  συσκοτίζουν την πραγματικότητα κάνοντας πιο κοπιαστική την ανάγνωση της κι επομένως την ερμηνεία της. 

               Κομμάτια αυτής της κληρονομιάς, βαρύτητα στην προσωπική εμπειρία και το αυθόρμητο, καταξίωση ατομικισμού   κρυμμένου πίσω από αποκαλούμενες επαναστατικές μορφές, αναζήτηση  νέων γρήγορων λύσεων, η χωρίς κριτική εξύμνηση κάθε πράγματος που μοιάζει να έχει σχέση με αμφισβήτηση του συστήματος, ανιχνεύονται στην όψιμη κινητικότητα που παρουσιάζεται, μετά από μια δεκαπενταετία, σχετικά με τον Δ. Κουφοντίνα, ηγετικό στέλεχος της Ε.Ο 17 Νοέμβρη. 

               Στα οκτώ χρόνια κρίσης, που μονιμοποιήθηκε, έχοντας ακυρωθεί εκ των πραγμάτων κάθε εναλλακτική λύση με υποσχόμενη επιδιόρθωση του συστήματος, επιμένουμε στην αποσπασματική αντιμετώπιση της καπιταλιστικής επίθεσης μετατρέποντάς την σε ένα απλό σύνολο επιμέρους ζητημάτων ασύνδετων μεταξύ τους, μένοντας, μια μεγάλη πλειοψηφία, θεατές δράσεων εδώ και τώρα  που αναδεικνύουν το υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς στρατηγικό όραμα. Και κάπου εδώ θα μπορούσαν να τέμνονται  οι δράσεις της οργάνωσης Ρουβίκωνα μ’ εκείνες της 17 Νοέμβρη, αν δεν υπήρχαν οι νεκροί από το 45αρι της τελευταίας.  

               Κι αν τα τρικάκια του Ρουβίκωνα μοιάζουν με καρικατούρα αγωνιστικής δράσης κι ο λόγος  και συμπεριφορά των μελών της 17 Νοέμβρη στην προ δεκαπενταετίας δίκη τους  αφήνει έκθετη την οργάνωση ιδεολογικά και πολιτικά, ανεξάρτητα αν  η δίκη εκείνη υπήρξε η  λυδία λίθος για τη αποκάλυψη του ψεύδους περί ανεξαρτησίας δημοσιογράφων, πολιτικών,  δικαστικών ακόμα και γιατρών 

               Ακόμα όμως κι αν υποκρύπτει σκοπιμότητες η επανεμφάνιση στη δημοσιότητα της 17 Νοέμβρη, αυτό δεν αναιρεί πως, έστω και περιθωριακά, μια αντίστοιχη δράση της δεν θα τύχαινε από μέρος του πληθυσμού ευνοϊκής αντιμετώπισης –όπως και τότε στα χρόνια της δράσης της.  Παρόλο βέβαια  που σε μεγάλο βαθμό δεν μπόρεσαν τα καταδικασμένα ως μέλη της να δικαιολογήσουν πολιτικά και ιδεολογικά ούτε και  την  επιλογή προσώπων που στοχοποιούνταν την τελευταία τουλάχιστον δεκαπενταετία  της δράσης της. Είναι που  ενδιαφέρει αυτός ο χαρακτήρας της δράσης ο οποίος αφορά ειδικές τακτικές χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, με στόχο την άμεση αποτελεσματικότητα σχετικά με ιδιαίτερα  προβλήματα, χωρίς μαζική κινητοποίηση και μακροχρόνια δράση και  αδιαφορώντας για  το πολιτικό άλμα από το ειδικό  στο γενικό. 

               Αναζητώντας λοιπόν,  μισό αιώνα τώρα, το αντιτιθέμενο επαναστατικό υποκείμενο στην πραγματική μορφή της αστικής κοινωνίας διευρύνθηκε το πεδίο  για απαξίωση της πρωτοπορίας του κομμουνιστικού κόμματος. Μόνο που κάθε κίνημα –φεμινιστικό, οικολογικό κλπ.- το οποίο φάνταζε για επαναστατικό υποκείμενο μετά από τις αντιεξουσιαστικές του ανάπαυλες αποδεικνυόταν  ανίκανο ν’ αναπτύξει  μια συνολική πρακτική  ανάλογη με τους στόχους που διακήρυττε ο αυθορμητισμός του  και να μεταβληθεί σε οργάνωση μαζών. Μπορούσε να κατονομάζει  τους σκοπούς  και το περιεχόμενο του αντικαπιταλιστικού αγώνα, αλλά δεν μπορούσε ούτε και επιδίωκε να τα περάσει σε οργανωτικό επίπεδο, συνδέοντας τα με ένα στρατηγικό όραμα. Γιατί ακριβώς είναι το κομμουνιστικό κόμμα, το απαξιωμένο βέβαια και απορριπτέο,  που αναπτύσσει την ενοποιητική στρατηγική  της εργατικής τάξης. 

               Γι’ αυτό και όσο η κρίση γίνεται διαρκείας τόσο πιο επιτακτικό γίνεται να ξεκαθαριστούν πολλές από τις θέσεις, κληρονομιά  της ιδιόμορφης κατάστασης  της δεκαετίας του ’60, που αποδεικνύονται ανίκανες  να αντιμετωπίσουν την καπιταλιστική επίθεση. Έχει γίνει πια σαφές ότι η  αστική δημοκρατία δεν είναι  βασισμένη ούτε πάνω  στο έμβλημα ελευθερία -ισότητα -αδελφότητα ούτε πάνω στη διακήρυξη  των δικαιωμάτων του ανθρώπου ούτε καν πάνω  στο χάρτη του ΟΗΕ, αλλά πάνω στις ίδιες παλιές αποικιοκρατικές και ιμπεριαλιστικές αρχές εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης ακόμα και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Γι’ αυτό και η κυρίαρχη εξουσία και οι παρατρεχάμενοί της είναι έτοιμοι να νεκραναστήσουν ζωντανούς νεκρούς, πεθαμένα κινήματα, ξεχασμένους μύθους, σκιρτήματα της μιας ή άλλης ομάδας που ήταν περισσότερο ή λιγότερο  συνδεδεμένη με την παράδοση εναλλακτικού ή επαναστατικού κινήματος, χρησιμοποιώντας την αυθόρμητη πλευρά τους που δεν καταφέρνει να βρει άκρη στη σημερινή πραγματικότητα κι είναι εύκολη η εκμετάλλευσή τους για να γίνουν ακίνδυνα.

               Κι εν τω μεταξύ η εργατική τάξη που τη θεωρούν ξεγραμμένη όλο και περισσότερο δείχνει το δυναμισμό της. Οι εργαζόμενοι στο λιμάνι του Πειραιά στις προβλήτες II και III ταρακούνησαν με την απεργία και την έστω και μικρή νίκη τους εργοδότες και κυβέρνηση δείχνοντας πως ποτέ δεν σταματούν οι ταξικοί αγώνες. Γιατί το αποφασιστικό παιχνίδι θα παιχτεί με την εργατική τάξη  που χρειάζεται τη συμβολή του ταξικού κόμματος, του κομμουνιστικού. 

Δεν αρκεί λοιπόν να τοποθετηθεί κανείς θεωρητικά με το μέρος της εργατικής τάξης θα πρέπει να μπει και στην πρακτική μαζί της.  

Σουκάρνο: Ο αντιαποικιακός αγώνας, το πραξικόπημα και η σφαγή των κομμουνιστών της Ινδονησίας

Ο Σουκάρνο, πρώτος ηγέτης της ανεξάρτητης Ινδονησίας, ανήκε στη χορεία εκείνων των ηγετών του αντιαποικιακού κινήματος που προσπάθησαν να συνδυάσουν ετερόκλητα ιδεολογικά στοιχεία, εθνικά, θρησκευτικά και σοσιαλιστικά, κατά την προσπάθεια εδραίωσης της νεαρής κρατικής εξουσίας των χωρών.  Εξαιρετικά δημοφιλής εν ζωή και μετά το θάνατό του, κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για διαφθορά και δικτατορικές τάσεις. Το γεγονός που σημάδεψε ωστόσο τη θητεία του ήταν η σφαγή των Ινδονήσιων κομμουνιστών το 1965 από τον στρατηγό Σουχάρτο, μετά από χαλκευμένες κατηγορίες πως κρύβονταν πίσω από απόπειρα πραξικοπήματος κατά του προέδρου.
Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1901 κοντά στην Ιάβα, ως γιος φτωχού δασκάλου κι έλαβε το όνομα Σουκάρνο μετά από μια σειρά ασθενειών που πέρασε ως παιδί. Οι φίλοι του τον φώναζαν Ντγιάγκο (πρωταθλητή), για τη ρώμη και το παράστημά του, ενώ ως ενήλικας προσφωνούνταν συχνά Μπούνγκ Κάρνο (αδελφός ή σύντροφος), ως αρχιτέκτονας της ινδονησιακής ανεξαρτησίας (μερντέκα). Πέρασε τα παιδικά του χρόνια κυρίως στο χωριό των παππούδων του, όπου δέθηκε με τον τοπικό ανιμισμό, ενώ στα 15 του πήγε στη Σουραμπάγια, όπου τέθηκε υπό την προστασία ενός τοπικού θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη, που αργότερα τον πάντρεψε με την κόρη του.
Ο Σουκάρνο έμαθε πολλές ξένες γλώσσες, ενώ σπούδασε πολιτικός μηχανικός. Από νωρίς ήρθε σε επαφή με κύκλους που επιδίωκαν την αποτίναξη του ολλανδικού αποικιακού ζυγού. Το 1927 ίδρυσε το Εθνικό Κόμμα Ινδονησίας, ενώ φυλακίστηκε και εξορίστηκε για τη δράση του στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30. Μετά την ιαπωνική εισβολή του 1942 στη χώρα, καλοδέχτηκε τους κατακτητές και συνεργάστηκε στενά μαζί τους, θεωρώντας τους απελευθερωτές. Μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Ινδονησίας το 1945 κι έγινε πρώτος πρόεδρός της χώρας. Η Ολλανδία προσπάθησε με δυο αποτυχημένες “αστυνομικές επιχειρήσεις”, που κόστισαν 300.000 θύματα, να ανακτήσει τον έλεγχο της αποικίας της, εξαναγκαζόμενη τελικά να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της χώρας το 1949.
Η εσωτερική του πολιτική βασίστηκε ιδεολογικά στο λεγόμενο ρεύμα “Νασάκομ”, που αποτελεί σύντμηση των όρων “Εθνικισμός” (nasionalisme), θρησκεία (agama) και κομμουνισμός (komunisme), αντανακλώντας τη συμμαχία διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων που είχε νωρίτερα συνεργαστεί για την αποτίναξη της ολλανδικής κυριαρχίας το διάστημα 1945-1949. Βάσει αυτού του σκεπτικού, τρεις ίσες περίπου σε κοινοβουλευτική δύναμη ομάδες θα συμμετείχαν στη νομή της εξουσίας, με τον απαράβατο όρο της κρατικής ενότητας.
Καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι αυτό το αμάλγαμα εθνικιστών, κομμουνιστών και ισλαμιστών δε θα μπορούσε παρά να δοκιμάζεται από συχνές εντάσεις και προστριβές, στις οποίες ο Σουκάρνο απαντούσε ενισχύοντας τη θέση του στο στράτευμα. Το 1959, μετά από μια σειρά επαρχιακών εξεγέρσεων, διακήρυξε την “κατευθυνόμενη Δημοκρατία”, με στόχο όπως διακήρυττε, την ενότητα της Ινδονησίας έναντι της πόλωσης του ψυχρού πολέμου. Το 1963 εκλέχθηκε ισόβιος πρόεδρος της χώρας και την ίδια χρονιά διέρρηξε τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ, αναφωνώντας “Στο διάβολο με τη βοήθειά σας”. Έχοντας ήδη από το 1955 πρωτοστατήσει στη δημιουργία του λεγόμενου Κινήματος των Αδεσμεύτων, στράφηκε για βοήθεια προς την ΕΣΣΔ, με τις σχέσεις των δύο χωρών να παραμένουν πολυκύμαντες.
Στις αρχές του 1965 η Ινδονησία αποσύρθηκε από τον ΟΗΕ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την υποστήριξη του οργανισμού προς  τη Μαλαισία, την οποία ο Σουκάρνο διακήρυττε πως θα “τσάκιζε” ως “εργαλείο ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης” της Ινδονησίας. Το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς σημειώθηκε απόπειρα πραξικοπήματος από το λεγόμενο “Κίνημα της 30ης Σεπτέμβρη”, υπό συνθήκες που δεν έχουν ακόμα πλήρως διευκρινιστεί. Σε κάθε περίπτωση, ο στρατηγός Σουχάρτο κατέστησε υπεύθυνους τους Κομμουνιστές, κάτι που σήμανε το έναυσμα για τη μεγαλύτερη ίσως μαζική σφαγή κομμουνιστών στην ιστορία. Τους επόμενους μήνες, ο στρατός καθώς και ισλαμιστές μαχητές σκότωσαν μεταξύ μισού και τριών εκατομμυρίων κομμουνιστές και δευτερευόντως άλλους πολιτικούς αντιπάλους, πρακτικά εξαλείφοντας σχεδόν κάθε έκφανση της αριστεράς στην Ινδονησία. Παράλληλα σημειώθηκαν πογκρόμ κατά της σημαντικής κινεζικής μειονότητας στη χώρα. Ο Σουχάρτο υποστηρίχθηκε από τη CIA, παροπλίζοντας το Σουκάρνο, ο οποίος τελικά υποχρεώθηκε σε παραίτηση στις αρχές του 1967 και τέθηκε υπό κατ’οίκον περιορισμό. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, παρότι ως τα τέλη της δεκαετίας του ’70 απαγορεύονταν οι θετικές αναφορές στο πρόσωπό και την ιδεολογία του. Έφυγε από τη ζωή από νεφρική ανεπάρκεια στις 21 Ιούνη 1970 στη Τζακάρτα.

Ελληνικός νεοφιλελευθερισμός, η ιδεολογία του ”Τι-με-νοιάζει-εμένα”

Κάτι φρικτό έχει συμβεί τελευταία (;) στα μέλη του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας. Η τεράστια (;) ιδέα για τον εαυτό τους, τούς έχει κάνει να οριοθετούν την ιστορία της χώρας και όχι μόνο, σύμφωνα με την ημερομήνια της γέννησής τους. Εκείνη τη μέρα χρονολογείται το μπιγκ-μπάνγκ και η δημιουργία του κόσμου όπως και της ιστορίας.
Ξεκινάμε με την ιστορική ατάκα πλέον του Κυριάκου Μητσοτάκη για το τι νοιάζει έναν 17χρόνο τι συνέβη το 1963 με τη δολοφονία του αγωνιστή της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη απο παρακρατικούς της δεξιάς τότε κυβέρνησης. Μέχρι και οι  σκληροί αντικομμουνιστές Παπαχρήστος και Χατζής στο πάνελ του Σκάι που έγινε η δήλωση του άριστου-αυτοδημιουργήτου προέδρου της Ν.Δ. σάστισαν με αυτά που άκουγαν και προσπάθησαν να μαζέψουν κάπως τη δήλωση του αγαπημένου τους προέδρου. Εν αντιθέσει με την κ. Σπυράκη, εκπρόσωπο τύπου της νεοφιλελεύθερης παράταξης, που όχι μόνο δεν προσπάθησε να διορθώσει τον πρόεδρο του κόμματός της, αλλά ζήτησε και το λόγο για όσους τον κατηγορούν για πολιτική χυδαιότητα με το επιχείρημα ότι ο Μητσοτάκης γεννήθηκε το 1968 (!!!). Προφανώς και δεν είναι υποχρεωμένος να θυμάται τι έγινε πριν την γέννησή του, αλλά ούτε ο ελληνικός λαός είναι υποχρεωμένος να ακούει τις κάθε λογής ηλιθιότητες σας κυρία Σπυράκη μου.
Μέσα σε αυτόν τον οργασμό του δεν θυμάμαι-τι με νοιάζει εμένα, ήρθε και ο κύριος Κουμουτσάκος, τομεάρχης της Ν.Δ., αρμόδιος για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Σε ερώτηση για το ζήτημα της διάσκεψης της Αθήνας το 1977  όπου και αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά η μακεδονική γλώσσα απο τον διεθνή οργανισμό, δήλωσε άγνοια του συμβάντος, επικαλούμενος την μικρή του ηλικία τότε. Άλλος ένας άριστος με σπουδαίο βιογράφικο, που οριοθετεί την ιστορία ανάλογα με τις αρχικές του εικόνες και μνήμες, παρά το σπουδαίο βιογραφικό του, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του στο ευρωκοινοβούλιο ως μέλος  της Αντιπροσωπείας στη Μικτή Κοινοβουλευτική  Επιτροπή ΕΕ-Πρώην Γιουκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, την περίοδο 2009-2014.
Επιλεκτική μνήμη ή επιλεκτική άγνοια των στελεχών της μεγάλης νεοφιλελεύθερης παράταξης με σκοπό το ξαναγράψιμο της ιστορίας και αποποίηση των ευθυνών των ιδεολογικών τους προγόνων και του κόμματος, είτε πρόκειται για μια συμφωνία για ένα όνομα με σκοπό την μικροπολιτική το 2018, είτε πρόκειται για μία δολοφονία που καταγράφει τη Δεξιά και πάλι στους θύτες και όχι στα θύματα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Όσο και αν προσπαθούν να βαφτίσουν οι διάφορες Πιπίνες τους Γκοτζαμάνηδες και τα λοστάρια, τροχαίο ατύχημα, η ιστορία δείχνει οτι τα χέρια της Δεξιάς είναι βουτηγμένα στο αίμα ελλήνων αγωνιστών.
Μπορεί ο πατέρας του άριστου Κυριάκου Μητσοτάκη, Κωνσταντίνος, να είχε πει το 1992 με αφορμή το Μακεδονικό ότι έλα μωρέ σε 10 χρόνια δεν θα το θυμάται κανείς, όμως ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά, όπως έλεγε και το γνωστό σύνθημα.

Την γλώσσα μου έδωσαν… κοτζιαϊκή στις αμμουδιές του ΝΑΤΟ

Ένας από τους πιο ευτελείς και παλιάς κοπής αποικιοκρατικούς εκβιασμούς λαμβάνει χώρα, εδώ και τώρα, με αφορμή το άθλιο κι αμαρτωλό ονοματολογικό -σκοπιανό ζήτημα. Αρκούσε να δει κάποιος ένα μικρό απόσπασμα που παίχτηκε στο δελτίο του ΣΚΑΙ (6/6/18) με πρωταγωνιστή τον αμερικανό υφυπουργό εξωτερικών κ. Μίτσελ να δηλώνει ότι “Αμερική και Ευρώπη δουλεύουμε αθόρυβα… ώστε η Μακεδονία να ενταχθεί το συντομότερο δυνατό στο ΝΑΤΟ”!
Τα υπόλοιπα περί υποβοηθητικών πιέσεων προς τα Σκόπια, και άλλα τέτοια μεγαλόστομα που διαρρέονται ακατάσχετα, ωσάν βαρύ γαστρεντερολογικό πρόβλημα από τα έγκατα του Μαξίμου, περιττεύουν κι αφήνουν άθικτα την ταμπακέρα.
Και ταμπακιέρα εστί, εδώ και τώρα, η ένταξη στο ΝΑΤΟ της ήδη αναγνωρισμένης μεταγιουγκοσλαβικής οντότητας ως Μακεδονία από τις αφορήτως πιέζουσες ΗΠΑ. Κοντολογίς λουμπενοποιήθηκε και η εξωτερική πολιτική στο επίπεδο “θα σου βγάλω έγγραφα και θα σου πω εγώ τί είπες…”, “όταν εσύ πήγαινες εγώ ερχόμουνα κλπ κλπ κλπ”.
Ελάχιστοι δε, ακόμα κι από τους αποκλειστικώς απασχολούμενους με την αστικοευρωπαϊκή αντίληψη περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που παρέχονται ως δήθεν προνόμια στους λαούς με ταξικά, και κριτήρια και προνόμια, (δείτε τη διαφορά του νομικού πολιτικού στο επίπεδο προστασίας των 8 Τούρκων αξιωματικών και στην απόφαση για έκδοση του δημοσιογράφου και συγγραφέα Τουργκούτ Καγιάκ στην ασφαλή (;) Τουρκία) μπορούν να ξεχωρίσουν δυο γαϊδουριών άχυρα σε ό,τι αφορά τον γλωσσικό αυτοπροσδιορισμό. Γιατί άντε και μια κρατική οντότητα αυτοβαφτίζεται όπως θέλει. Αλλά μια γλώσσα που δεν είναι ποτέ εποικοδόμημα χωρίς ρίζες, που δεν είναι τέλος πάντων εσπεράντο, όπως το βουλγαροσλάβικο ιδίωμα, να τη λέει κανείς μακεδονική, πατσαβουριάζοντας την έννοια της γλώσσας αυτή καθαυτή στις θηριώδεις νατοϊκές σκοπιμότητες, ξεπερνάει σε οίηση και το γλωσσικό ιδίωμα του ενός και μόνου ομιλούντος, την πολιτική γλώσσα που αυτοαποκαλείται “κοτζιαϊκή” . …

Το «Μακεδονικό ζήτημα» και οι θέσεις του ΚΚΕ

 – Μέρος 1ο

Για το λεγόμενο «Μακεδονικό ζήτημα»

Με αφορμή τις εξελίξεις σε σχέση με τη διαπραγμάτευση για το όνομα της ΠΓΔΜ και τα όσα διάφορα γράφονται για τις θέσεις του ΚΚΕ, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από σχετικό κείμενο του Πολιτικού Γραφείου που είχε συζητηθεί εσωκομματικά στην Οργάνωση Περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας, το 1995

Ορισμένες ιστορικές πλευρές του ζητήματος

Στην ελληνική, αλλά και στην παγκόσμια ιστοριογραφία, το «Μακεδονικό ζήτημα» αναφέρεται ως μέρος του γνωστού «Ανατολικού ζητήματος».
Το «Μακεδονικό ζήτημα» και οι θέσεις του ΚΚΕ - Μέρος 1οΟμως, μεταξύ του «Ανατολικού» και του «Μακεδονικού ζητήματος» υπήρξε μια ουσιαστική διαφορά:
Το «Ανατολικό ζήτημα» ήταν, κυρίως, αγώνας των ευρωπαϊκών δυνάμεων για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το μοίρασμα των οθωμανικών εδαφών ανάμεσά τους.
Το «Μακεδονικό» υπήρξε ένας αδυσώπητος αγώνας, διαπλεκόμενων διεκδικήσεων, τριβών και ένοπλων αναμετρήσεων, για την προσάρτηση των εδαφών του γεωγραφικού διαμερίσματος της Μακεδονίας, μεταξύ των γειτονευομένων με αυτό, βαλκανικών κρατών, που υποκινούνταν και ενθαρρύνονταν από τις τότε μεγάλες δυνάμεις, ανάλογα με τα συμφέροντά τους.
Το 1878, με τη Συνθήκη του Αγ. Στεφάνου και τις αποφάσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου, δίπλα στα τρία βαλκανικά κράτη που υπήρχαν (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο), εμφανίστηκε και ένα 4ο, η Βουλγαρία, που τα σύνορά της εκτείνονταν από τον Δούναβη έως το Αιγαίο.
Μεταξύ των τεσσάρων αυτών βαλκανικών κρατών, εξακολουθούσε και μετά το 1878 να υπάρχει μια οθωμανική ζώνη, η οποία άρχιζε από την Κωνσταντινούπολη και εκτεινόταν μέχρι την Πρέβεζα και το Δυρράχιο και χώριζε τα νεοσύστατα βαλκανικά κράτη.
Κοινή, λοιπόν, επιδίωξη και των τεσσάρων βαλκανικών κρατών ήταν η απελευθέρωση των αλύτρωτων ομοεθνών τους, που ζούσαν σ’ αυτήν τη ζώνη, και η προσάρτηση αυτών των οθωμανικών εδαφών.
Καθένα από αυτά τα κράτη έβλεπε με διαφορετικά κριτήρια τη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής:
  • Οι Ελληνες έβλεπαν κυρίως Ελληνες,
  • οι Βούλγαροι Βούλγαρους
  • και οι Σέρβοι Σέρβους.
Για τη δικαιολόγηση των διεκδικήσεών τους, καθένα από τα βαλκανικά κράτη χρησιμοποιούσε διάφορα επιχειρήματα ή προσχήματα.
Οπως είναι γνωστό, οι Σλάβοι κατέβηκαν στη Νότια Βαλκανική μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα.
Για πολλούς αιώνες οι πληθυσμοί της Μακεδονίας ζούσαν χωρίς σύνορα. Ερχονταν σε επαφή μεταξύ τους, συναλλάσσονταν και ανέπτυσσαν πολύμορφες σχέσεις.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ένα μέρος του πληθυσμού – κυρίως στην ύπαιθρο – να μιλά τη σλαβική διάλεκτο.
Ομως, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο υπήρχαν και πληθυσμοί που μιλούσαν την ελληνική, την αλβανική (αρβανίτικη), την εβραϊκή, την αρμένικη, την τουρκική και την κουτσοβλάχικη ή αρουμανική.

Το «Μακεδονικό ζήτημα» και οι θέσεις του ΚΚΕ - Μέρος 1ο
Οι βαλκανικοί πόλεμοι χτύπησαν ανελέητα όλους τους λαούς της περιοχής

Υπήρχαν, επίσης, και πληθυσμοί που χρησιμοποιούσαν ένα μεικτό γλωσσικό ιδίωμα – κάτι μεταξύ βουλγαρικής και σερβικής γλώσσας, με πλήθος από αλβανικές, τουρκικές και ελληνικές λέξεις παραφθαρμένες.
Ολα αυτά, βέβαια, δεν συνιστούν καμιά χωριστή «μακεδονική» γλώσσα. Είναι, επομένως, αντιιστορικοί και αvτιεπιστημονικοί oι ισχυρισμοί περί ύπαρξης χωριστής και μάλιστα ενιαίας «μακεδονικής» γλώσσας.
Ομως, ούτε η εθνολογική σύνθεση της επίμαχης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας δεν τεκμηριώνει επιστημονικά τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης χωριστής «μακεδονικής» εθνότητας. Τέτοια εθνότητα δεν υπήρξε ποτέ.
Στη Μακεδονία υπήρχαν ελληνόφωνοι – ελληνικής καταγωγής, Σλαβόφωνοι – σλαβικής καταγωγής (Σέρβοι, Βούλγαροι, Σλάβοι γενικά), Σλαβόφωνοι ελληνικής καταγωγής (γραικομάνοι), Αρβανίτες, Βλάχοι (Ελληνοβλάχοι και Ρουμανοβλάχοι), Τούρκοι, Αρμένηδες και Εβραίοι, αλλά σε καμιά περίπτωση χωριστή «μακεδονική» εθνότητα.
Το «Μακεδονικό ζήτημα» δεν υπήρξε απλά μια εθνικιστική διαμάχη, κυρίως ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, όπως ισχυρίζεται η άρχουσα τάξη της χώρας μας (και όχι μόνο).
Προϋπήρχαν της εθνικιστικής διαμάχης, αλλά και τη συνοδεύουν οξύτατα κοινωνικά προβλήματα.
Η φεουδαρχική εκμετάλλευση, για παράδειγμα, των χριστιανικών πληθυσμών (Ελλήνων και Σλάβων), όχι μόνο από τους Οθωμανούς, αλλά και από το Πατριαρχείο, ώθησε ένα κομμάτι του πληθυσμού – κυρίως στην ύπαιθρο – στη Βουλγαρική Εξαρχεία, μετά την ανακήρυξή της.
Απ’ την άλλη μεριά, η μία από τις δύο πολιτικές οργανώσεις των Σλάβων, η IMRO (Σεντραλιστές) – επηρεασμένοι από τους Ιταλούς Καρμπονάρους – πρόβαλε όχι μόνο αντιοθωμανικά, αλλά και αντιφεουδαρχικά συνθήματα (όπως η διανομή της γης) και επηρέαζε σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, ενώ η επίσημη Ελλάδα και η άρχουσα τάξη (και της Βουλγαρίας) έβλεπε με εχθρικό μάτι τέτοια συνθήματα.
Επομένως, η κοινωνικοπολιτική διάσταση του «Μακεδονικού ζητήματος» είναι εξίσου σημαντική, για να μην πούμε σημαντικότερη, από την εθνική, κάτι που η επίσημη Ιστορία διαστρεβλώνει κατάφωρα.
Οπως είναι γνωστό, ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912) είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση των υπόδουλων πληθυσμών των περιοχών της Ηπείρου, Μακεδονίας και Δυτ. Θράκης καθώς και άλλων βαλκανικών περιοχών από την οθωμανική σκλαβιά.
Ομως, ως αποτέλεσμα των κυρίαρχων τάξεων της Βαλκανικής και της υποδαύλισης της εθνικής εχθρότητας και του σωβινισμού από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής, το 1913 ξέσπασε ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, με τη λήξη του οποίου (Συνθήκη του Βουκουρεστίου) καθορίστηκαν τελεσίδικα τα σύνορα των βαλκανικών χωρών.
Από το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, η Ελλάδα πήρε το 51,57%, η Σερβία το 38,32% και η Βουλγαρία το 10,11%.
Ας σημειωθεί ότι η νότια περιοχή, που περιήλθε στην Ελλάδα, ταυτιζόταν περίπου με τα όρια: Της λεγόμενης «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη διαφορά ότι μια μικρή λωρίδα παρέμεινε στη σερβική και βουλγαρική περιοχή.
Από τη διανομή, όμως, αυτή των μακεδονικών εδαφών, τα ζητήματα των εθνοτήτων και μειονοτήτων περιπλέχθηκαν, γιατί έξω από τα ελληνικά σύνορα έμειναν ελληνικοί και ελληνόφωνοι πληθυσμοί (π.χ. Μοναστήρι), ενώ, μέσα σ’ αυτά, παρέμεναν αρκετοί Σέρβοι, Βούλγαροι και Σλαβόφωνοι γενικά (π.χ. Δυτ. Μακεδονία). Αντίστοιχα συνέβη και μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας.

Το «Μακεδονικό ζήτημα» και οι θέσεις του ΚΚΕ - Μέρος 1ο
Το μοίρασμα της Μακεδονίας και τα νέα σύνορα των Βαλκανικών χωρών με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου

Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά από αυτόν, πραγματοποιήθηκαν μια σειρά ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ των βαλκανικών χωρών, που επέφεραν ριζική αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής.
Ιδιαίτερα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η εθνολογική σύνθεση του ελληνικού χώρου της Μακεδονίας και της Θράκης άλλαξε ριζικά.
Επομένως, η θέση του ΚΚΕ για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» (στο πλαίσιο της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας) ήταν λαθεμένη, αφού δεν ανταποκρινόταν πια στην πραγματικότητα (όπως λαθεμένη ήταν και η θέση της 5ης Ολομέλειας του 1949). Η θέση αυτή ανακλήθηκε το 1935.
Την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι εξελίξεις στην ελληνική πολιτική ζωή και ειδικότερα στο μακεδονικό χώρο έδειχναν ότι το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα» έτεινε να εκλείψει αντικειμενικά.
Υπήρχαν, ωστόσο, μερικά γεγονότα, που συντελούσαν στη μεγαλοποίηση του ζητήματος και στην αναβολή της οριστικής επίλυσής του.
Συγκεκριμένα:
Το Σεπτέμβρη του 1924 υπογράφηκε ελληνο-βουλγαρική συμφωνία (γνωστή ως «Πρωτόκολλο Πολίτη – Κάλφωφ»), που αναγνώριζε ότι όλοι οι Σλαβόφωνοι της Δυτ. Μακεδονίας ήταν βουλγαρικής καταγωγής.
Αυτή η συμφωνία, η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα και διαμαρτυρία της κυβέρνησης της Γιουγκοσλαβίας, θα τους έδινε τη δυνατότητα να επικαλούνται δικαιώματα εθνικής μειονότητας, σύμφωνα με τις αρχές της Κοινωνίας των Εθνών.
– Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936 – 1941) ακολούθησε πολιτική βίαιου εξελληνισμού των Σλαβόφωνων (οι οποίοι δεν είχαν όλοι βουλγαρική ή σερβική συνείδηση, αλλά, πολλοί από αυτούς, ελληνική ή και καμία εθνική συνείδηση, θεωρώντας τον εαυτό τους Σλάβους γενικά).
Με αυστηρά διοικητικά μέτρα, απαγόρευσε να μιλούν το γλωσσικό τους ιδίωμα, με εξορίες και άλλες διώξεις, το μόνο που πέτυχε ήταν να σπρώξει ένα κομμάτι τους ψυχικά προς τη Βουλγαρία και ύστερα προς τη Γιουγκοσλαβία και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Οταν άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, από το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα» δεν υπήρχε άλλο ίχνος, παρά οι 80.000 – 100.000 Σλαβόφωνοι της Δυτ. Μακεδονίας, οι οποίοι, όπως προαναφέραμε, δεν ήταν κατ’ ανάγκη Σέρβοι ή Βούλγαροι, αλλά ήταν δυσαρεστημένοι από την ελληνική πολιτική της περιόδου 1936 – 1941.
Οταν οι Βούλγαροι φασίστες, σύμμαχοι του Αξονα, μπήκαν σαν κατακτητές στην ελληνική και σερβική Μακεδονία, προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τους Σλαβόφωνους και, με ποικίλες μεθόδους, να επιφέρουν πληθυσμιακή αλλοίωση.
Οταν, όμως, από το 1943 διαφάνηκε ότι ο πόλεμος θα λήξει με ήττα του Αξονα, αλλά και χάρη στην πατριωτική και διεθνιστική δράση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ (που αναγνώρισε την ιδιαιτερότητα αυτού του κομματιού του πληθυσμού), οι Σλαβόφωνοι άρχισαν να απεγκλωβίζονται από την επιρροή των Βουλγάρων και να προσχωρούν στις αντιστασιακές οργανώσεις του ΕΑΜ.
Το καλοκαίρι του 1944, επειδή κάποια τάγματα Σλαβόφωνων που υπάγονταν στον ΕΛΑΣ δεν υπάκουαν σ’ αυτόν, αλλά στους Γιουγκοσλάβους του Τίτο, ο ΕΛΑΣ αναγκάστηκε να τα απομακρύνει προς το γιουγκοσλαβικό έδαφος.
Πολλοί από αυτούς, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, ξαναγύρισαν και εντάχθηκαν στις γραμμές του ΔΣΕ.
Το Γενάρη του 1949, η 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, με εισήγηση του Ζαχαριάδη, για λόγους τακτικής, επανέρχεται στην παλιά θέση για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη». Η θέση αυτή ήταν λαθεμένη, αφού δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, και αποσύρθηκε λίγους μήνες αργότερα.
Με τη λήξη του εμφυλίου, ένα σημαντικό κομμάτι από τους Σλαβόφωνους έφυγε, σαν πολιτικοί πρόσφυγες, στις σοσιαλιστικές χώρες, ενώ ένα άλλο, ως αποτέλεσμα των διώξεων, αλλά και για οικονομικούς λόγους, έφυγε, σαν μετανάστες, στη Δυτ. Ευρώπη και ιδιαίτερα στον Καναδά και την Αυστραλία.


Με μπλε χρώμα ο διαμοιρασμός της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας και τα σημερινά σύνορα στα Βαλκάνια
Το «Μακεδονικό ζήτημα», ως ζήτημα τριβών και διεκδικήσεων ανάμεσα στις γειτονικές χώρες, έπαψε να υπάρχει αντικειμενικά.
Στη Γιουγκοσλαβία, ωστόσο, μετά τη ρήξη του Τίτο με τη Σοβιετική Ενωση, διαμορφωνόταν ήδη μια εσωτερική πολιτική, που επρόκειτο να περιπλέξει τις ελληνο-βουλγαρο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις τις επόμενες δεκαετίες.
Οι Γιουγκοσλάβοι προωθούσαν την ιδέα να χαρακτηρίσουν τους κατοίκους του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας χωριστή «μακεδονική» εθνότητα (οι οποίοι ζούσαν όχι μόνο στο γιουγκοσλαβικό κομμάτι της Μακεδονίας, αλλά και στο ελληνικό και στο βουλγαρικό), που θα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει στο μέλλον ανεξάρτητη εθνική υπόσταση.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια προσπάθεια αναδρομικής ερμηνείας όλης της ιστορίας του Μακεδονικού χώρου, για να θεμελιωθεί η θεωρία της χωριστής «μακεδονικής» εθνότητας, με χωριστή γλώσσα, καταγωγή και ιστορία.
Ουσιαστικά πρόκειται για συστηματική πλαστογράφηση της Ιστορίας, που μεταφέρθηκε και σε χώρες υποδοχής μεταναστών (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία).
Την πολιτική του Τίτο την ανέχτηκαν οι μετεμφυλιακές ελληνικές κυβερνήσεις και την υπέθαλψαν οι ιμπεριαλιστές, γιατί, μετά τη σύγκρουσή του με τη Σοβιετική Ενωση, μια τέτοια πολιτική εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους για τη δημιουργία προβλημάτων στην περιοχή.
Πάντως, παρά τα όποια προβλήματα που υπήρχαν, χωρίς την ιμπεριαλιστική επέμβαση στην περιοχή και το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, δεν ήταν δυνατόν από μόνα τους να αναβιώσουν το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα», το οποίο ως ζήτημα εδαφικών διεκδικήσεων έπαψε να υπάρχει.

Θα ολοκληρωθεί με το 2ο Μέρος

1984: Η “κομμουνιστική δυστοπία” του Όργουελ που κατέληξε να περιγράφει το σύγχρονο καπιταλισμό

Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες 69 χρόνια από την κυκλοφορία του Οργουελικού “1984”, του κλασικού έργου με το “Μεγάλο Αδελφό”, που θεωρείται μια διαχρονική καταγγελία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, του φακελώματος, της ισοπέδωσης της προσωπικότητας του ατόμου από την εξουσία κτλ. Είναι ζήτημα όμως τι ακριβώς ορίζεται τελικά ως “ολοκληρωτισμός”, καθώς η δυστοπία του Όργουελ φαίνεται να περιγράφει ολοένα και πιο πιστά τις σύγχρονες “δημοκρατικές κοινωνίες” του δυτικού κόσμου, που ακολουθούν κατά γράμμα το σενάριο, καταγράφοντας τα πάντα γύρω από κάθε πρόσωπο και τις δραστηριότητές του.
Οι προθέσεις του συγγραφέα στην εποχή του ήταν πάντως πολύ διαφορετικές, καθώς ο σκοπός του ήταν να παραπέψει συνειρμικά, εμμέσως πλην σαφώς, τον αναγνώστη στον “κόκκινο ολοκληρωτισμό” της Σοβιετικής Ένωσης. Κι υπάρχουν μια σειρά στοιχεία που το υποδηλώνουν -αν δεν το αποδεικνύουν. Ο Όργουελ αντιστρέφει τα δύο τελευταία ψηφία της χρονολογίας συγγραφής του βιβλίου, για να μας μιλήσει για την εποχή του, αντιστρέφοντας πλήρως την πραγματικότητα στο σοσιαλιστικό κόσμο. Ο Μεγάλος Αδελφός έχει μουστάκι, που θα μπορούσε βέβαια να παραπέμπει εξίσου στο Χίτλερ και το Στάλιν, αλλά είναι αρκετά βολικό να μένει κάπως αόριστο κι αδιευκρίνιστο, για να γίνεται άρρητα η σύνδεση μεταξύ τους. Τα βιβλία ιστορίας ξαναγράφονται και οι παλιοί ήρωες που ξέπεσαν στην κατάσταση του αντιφρονούντα διαγράφονται από κάθε εγχειρίδιο ή φωτογραφία κι αναφέρονται ως η πηγή κάθε κακού-αναποδιάς, χωρίς να υπάρχει κανένα άλλο ίχνος της προηγούμενης δράσης τους. Ο βασικός εχθρός του καθεστώτος λέγεται Γκολντστάιν, που παραπέμπει ευθέως στο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν, που δεν είναι άλλος από τον Τρότσκι. Ενώ η χώρα κάνει συνεχείς ελιγμούς, συμμαχώντας πότε με τη μία και πότε με την άλλη μεγάλη αντίπαλη δύναμη. Εδώ ο Όργουελ αναφέρεται σαρκαστικά στην αγωνιώδη προπολεμική προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης να σπάσει το τείχος της διεθνούς απομόνωσής της, καθυστερώντας το μοιραίο (δηλαδή τον πόλεμο), αλλά και τη θεωρητική δικαιολόγηση αυτών των τακτικών ελιγμών -πχ πάντα πολεμούσαμε με την Ανατολασία, που ήταν ανέκαθεν ο πιο επικίνδυνος εχθρός.
Ο Όργουελ ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία με τα πιο γνωστά έργα του και παράλληλα το δικό του πολιτικό κατήφορο: από το “Πεθαίνοντας (Φόρος Τιμής) στην Καταλονία”, όπου διατυπώνει αρχικά σχεδόν συντροφικά κάποιους προβληματισμόυς, για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι σταλινικοί πρόδωσαν την επανάσταση στον ισπανικό εμφύλιο, στην πανέξυπνη αλληγορία της “Φάρμας των Ζώων”, όπου καταλήγει πως η σοβιετική ηγεσία απαρτίζεται από γουρούνια που είναι όμως ολόιδια με τους ανθρώπους -δηλαδή τους καπιταλιστές και τους αστούς ηγέτες- και στο 1984, ως κερασάκι στην τούρτα. Σήμερα γνωρίζουμε πως το όνομα του Τζορτζ Όργουελ βρισκόταν στις λίστες μισθοδοσίας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Αυτό δεν επηρεάζει τη δική μας πολιτική κρίση για τα βιβλία του και τα όποια συμπεράσματα που βγαίνουν κι αυτοτελώς, είναι όμως χρήσιμη η υπόμνησή του για όσους τυχόν πιστεύουν πως έχουν να κάνουν με έναν καλοπροαίρετο -έστω κι αυστηρό- κριτή της επανάστασης, έναν αγνό φλογερό κατήγορο του “σταλινισμού” κοκ.
Μια άλλη συνηθισμένη ένσταση είναι πως το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί αυτοτελώς, χωρίς τα (αντισοβιετικά) ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής του, ως μια κραυγή αγωνίας για όλη την ανθρωπότητα και όλες τις εξουσίες. Βασικά ο Όργουελ επιχειρεί να εξηγήσει για ποιο λόγο επικράτησε το σοβιετικό καθεστώς, γιατί επιβάλλει την εξουσία του στους λαούς της Σοβιετικής Ένωσης, πώς καταφέρνει να τους κρατάει πειθήνιους, χωρίς σοβαρές αντιδράσεις. Αν ωστόσο τα δούμε όλα αυτά έξω από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται, τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα. Σε αυτήν την περίπτωση, το “ηθικό δίδαγμα” του οργουελικού μυθιστορήματος είναι πως ο άνθρωπος και οι αντιστάσεις του είναι εντελώς ανήμπορες μπροστά σε κάθε εξουσία. Όταν αυτή η τελευταία συλλάβει και απειλήσει με βασανιστήρια όσους σκέφτονται διαφορετικά, αυτοί θα ξεχάσουν κάθε έννοια συλλογικότητας, κάθε ιδανικό, θα θελήσουν να προδώσουν την υπόθεσή τους, για να σώσουν το δικό τους τομάρι, θα σκεφτούν πως επιθυμούν ακόμα και το κακό του ερωτικού τους συντρόφου, οτιδήποτε αρκεί να μην είναι σε αυτή τη δυσάρεστη θέση. Και όταν τελειώσουν από αυτήν τη διαδικασία, θα είναι ένα άδειο κέλυφος, χωρίς ψυχή, ιδανικά, χωρίς καμία ηθική δύναμη, που είναι απαραίτητος όρος για την αντίσταση και την επανάσταση. Ο σώζων εαυτόν σωθείτω…
Το πιο ενδιαφέρον πάντως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πως το έργο όντως αυτονομείται από το δημιουργό του, ο οποίος δεν είναι σε θέση να ελέγξει τη δυναμική του, τους συνειρμούς που θα προκαλεί στο πέρασμα του χρόνου, σε ένα άλλο ιστορικό πλαίσιο. Ανεξάρτητα λοιπόν από τις αναφορές και τις προθέσεις του Όργουελ, η δυστοπία του γίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ στο σήμερα, στις σημερινές “ανοιχτές” κοινωνίες, που φακελώνουν κάθε άτομο από τη στιγμή της γέννησής του, περνάνε αυτό το φακέλωμα σε κάθε του δραστηριότητα, στις αγορές που κάνει, ακόμα και στις πληροφορίες που ανεβάζει το ίδιο οικειοθελώς στο προφίλ του, σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Μεγάλος Αδελφός δεν έχει μουστάκι, αλλά το χρώμα του χρήματος. Ο καταναλωτής λαός μαθαίνει να το αγαπάει, να μην αμφισβητεί την αξία του (την ανταλλακτική και όχι μόνο).
Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα πράγματα. Και το βιβλίο του Όργουελ μοιάζει να εκδικείται το δημιουργό του και την πολιτική του ένταξη.

Η δύση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ

Το βιβλίο του Α.Μ. Γεριόμιν «Η διαδικασία παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ» εκδόθηκε από τη «Σύγχρονη Εποχή» το 1994, στα πλαίσια της σειράς «Ζητήματα Σοσιαλισμού – Προβληματισμοί», που σκοπό είχε παρουσιάζοντας μελέτες, άρθρα, ντοκουμέντα κλπ να αναδείξει την πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στον 20ο αιώνα, της αιτίες της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και της ανατροπής του σοσιαλισμού στις λεγόμενες «ανατολικές χώρες» και τη διαδικασία παλινόρθωσης του καπιταλισμού στις χώρες αυτές.
Από το βιβλίο μεταφέρουμε το πρώτο κεφάλαιο, στην επικεφαλίδα του οποίου αστερίσκος εξηγεί ότι «Το δημοσίευμα είναι το κείμενο της εισήγησης με τίτλο Η δύση τον σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, που ο επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Οικονομίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, καθηγητής Α.Μ. Γεριόμιν, παρουσίασε στα τέλη του Μάρτη 1992 στο κέντρο «Προβλήματα της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού» που ιδρύθηκε, πάνω σε κοινωνικές αρχές, στα πλαίσια του Ινστιτούτου αυτού».
100 Χρόνια Οχτωβριανή Επανάσταση
Οποιεσδήποτε επιστημονικές έρευνες, γύρω από την κοινωνική εξέλιξη εδράζονται στην εκτίμηση της υφιστάμενης κατάστασης, στην αποκάλυψη των αιτιών εμφάνισής της. Παίρνοντας υπόψη αυτό το δεδομένο και, εννοείται, τις θεωρητικές αντιλήψεις της κοινωνικής ανέλιξης, είναι δυνατό να βγουν έπειτα και κάποια σχετικά συμπεράσματα, έστω για το άμεσο μέλλον. Στην εκτίμηση της κατάστασης δε δίνουμε έμφαση στην περιγραφή αυτών καθεαυτών των γεγονότων, αλλά στην αξιολόγηση της ουσίας τους και τον καθορισμό της θέσης τους στη γενική αλυσίδα της ιστορικής ανέλιξης.
Οι ριζικές αλλαγές που συντελέστηκαν τα τελευταία χρόνια στο κοινωνικό σύστημα της χώρας είναι εμφανείς και χωρίς καμιά επιστημονική ανάλυση. Λίγο διαφορετικά έχουν τα πράγματα όσον αφορά την αποτίμηση της ουσίας των αλλαγών που έγιναν. Αυτό σχετίζεται, μάλλον, με το γεγονός ότι οι πολιτικές ηγεσίες των τελευταίων χρόνων και οι επίσημοι ιδεολόγοι ερμήνευσαν και εξακολουθούν να ερμηνεύουν τις αλλαγές αυτές (καθώς και τους σκοπούς τους) πάρα πολύ αόριστα. Ο συντάκτης της παρούσας εισήγησης(1) έχει προσδιορίσει πολύ έγκαιρα την ουσία των συντελούμενων αλλαγών ως κατάλυση του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος του σοσιαλισμού και ως παλινόρθωση του αστικού, καπιταλιστικού συστήματος.
Τα τελευταία χρόνια είναι δυνατό να χαρακτηριστούν, από την άποψη αυτή, ως ένα είδος μεταβατικής περιόδου «σε αντίθετη κατεύθυνση», μιας μεταβατικής περιόδου οπισθοδρόμησης. Για να πούμε την αλήθεια, αναφορές στη «μεταβατική περίοδο» συναντάμε, ακόμη από το 1989-90, αρκετά συχνά στο λεξιλόγιο των οικονομολόγων και των πολιτικών, μόνο που οι αναφορές αυτές δεν επισήμαναν συνήθως την κατεύθυνση της εν λόγω «μετάβασης». Ο όρος «ατομική ιδιοκτησία» δεν υπήρχε στο κείμενο του νόμου για την ιδιοκτησία στην ΕΣΣΔ, αν και στην ουσία καθρεφτιζόταν έντονα στο νόμο αυτόν.
Από τους πολιτικούς το μόνο που μπορούμε να μνημονεύσουμε εδώ είναι ο πρόεδρος της Πολωνίας Λ. Βαλέσα, ο οποίος δεν έκρυβε την κατεύθυνση της πορείας που ακολουθούσε η χώρα υπό την ηγεσία του: από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Οι δικοί μας πολιτικοί ηγέτες απέφευγαν για πολύ καιρό να μιλήσουν ανοιχτά για επάνοδο στην ατομική ιδιοκτησιακή βάση της παραγωγής. Σχολιάζοντας, για παράδειγμα, αυτό το χρονικό διάστημα «απόκρυψης», ο πρωθυπουργός Β. Πάβλοφ ομολόγησε ότι ήταν υποχρεωμένος για κάμποσο καιρό να «ελίσσεται». Ακόμα και για τον Μ. Γκορμπατσόφ το «να διατυπώσει δημόσια την ιδέα της ατομικής ιδιοκτησίας μπορούσε να σημάνει πολιτική αυτοκτονία» (Ισβέστια, 1991, αριθμός φύλλου 142).(2)
Στο βαθμό που προχωρούσε η «περεστρόικα», ο χαρακτηρισμός της ουσίας των τεκταινόμενων ως παλινόρθωση του καπιταλισμού άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο. Ενώ το 1989 γινόταν γι’ αυτό λόγος μόνο στα πλαίσια του Ενιαίου Μετώπου των εργαζομένων ή του συλλόγου «Ενότητα», το σχετικό γκάλοπ μεταξύ των αντιπροσώπων στο 28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ έδειξε ότι το 45% του συνόλου τους θεωρούσε ότι εμφανίστηκαν στην κοινωνία δυνάμεις που ωθούν προς το αστικό καθεστώς και έχουν πιθανότητες επιτυχίας. Βέβαια, δεν «αποκρυπτογραφήθηκαν» στο Συνέδριο οι «δυνάμεις» αυτές.
Πιο κατηγορηματικός ήταν ο εργάτης από το Κίεβο Β. Γκριτσένκο: «Είναι ντροπή και προσβολή για την ηγεσία του ΚΚΣΕ να καλεί εμάς, τους απλούς κομμουνιστές, να δεχτούμε τις σχέσεις αγοράς και, για να το πούμε καθαρά, να εγκαταλείψουμε το σοσιαλισμό» (Πράβντα, 1990, αριθμός φύλλου 227).
Άλλωστε, το ίδιο συμπέρασμα επιβεβαίωναν φωνές από την αντίθετη πλευρά. Από το 1987, ακόμα ο ηγέτης της περεστρόικα υπογράμμιζε τον «επαναστατικό χαρακτήρα» της, αλλά, επικαλούμενος τον Λένιν, υποσχόταν «περισσότερο σοσιαλισμό». Τότε θα μπορούσε να φανεί πως το επίθετο «επαναστατικός» είναι απλό συνώνυμο των λέξεων «βαθύς» και «σοβαρός». Στο βαθμό, όμως, που προχωρούσε η περεστρόικα άρχισαν να μιλούν για «επανάσταση από τα πάνω» κάτι το απόλυτα σωστό, αφού ο λαός δε μετείχε στην αλλαγή πολιτικής (του μιλούσαν ακόμη για σοσιαλισμό). Αλλά μια μερίδα ιδεολόγων διατύπωνε τη γνώμη της με όλο και μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Λόγου χάρη, ο καθηγητής, ιστορικός Π. Βασίλιεφ, ο οποίος ζητούσε την επιστροφή στον καπιταλισμό, έλεγε απερίφραστα: «Έχουμε σήμερα μια αντισοσιαλιστική επανάσταση.» (Νέοι καιροί, 1990. τεύχος 45, σελ. 34-35). (3)
Η δύση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ
Ο πολιτειολόγος Α. Μπόβιν έγραφε για πέρασμα «από την περεστρόικα στην επανάσταση», διατυπώνοντας το συμπέρασμά του πιο κομψά. «Η υπόθεση προχωρεί στην πλήρη διάλυση του σοσιαλισμού “στρατώνα” και στην αντικατάστασή του όχι από έναν ανανεωμένο σοσιαλισμό, αλλά από μια παραλλαγή του νεοκαπιταλισμού» (Ιζβέστια, 1991, αριθμός φύλλου 215).
Εννοείται ότι η παλινόρθωση του παλαιού κοινωνικού συστήματος ονομάζεται αντεπανάσταση και όχι επανάσταση. Είναι ευνόητο ότι η λέξη «αντεπανάσταση» υποκαθίσταται εδώ αποκλειστικά και μόνο επειδή είναι «κακόηχη» από προπαγανδιστική άποψη. Η ουσία της διαδικασίας που συντελείται σήμερα συνίσταται, αναμφίβολα, στην απόπειρα παλινόρθωσης του καπιταλιστικού συστήματος με αντεπανάσταση. Για παλινόρθωση, για επάνοδο της ΕΣΣΔ στον καπιταλισμό γράφει συχνά και ο αστικός τύπος της Δύσης. Ο Τζον Γκαλμπρέιθ τιτλοφόρησε το άρθρο του για τις αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη «Φυγή προς τον καπιταλισμό». Τίποτε το διαφορετικό δεν μπορεί να σημαίνουν η «αποκρατικοποίηση», η «ιδιωτικοποίηση» και η «αγορά», που έχουν αποβεί σήμερα βασικές οικονομικές έννοιες. «Στην οικονομία, ισχυρίζεται ένας από τους ιδεολόγους της παλινόρθωσης, ο Γκ. Ποπόφ, οφείλουμε να πραγματοποιήσουμε την αποκρατικοποίηση και την ιδιωτικοποίηση, να δημιουργήσουμε νοικοκυραίους, αγορά, ανταγωνισμό…» (Ιζβέστια, 1992, αριθμός φύλλου 236). Επίσημη επιβεβαίωση της κατάλυσης του σοσιαλισμού αποτελεί η απάλειψη από την ονομασία των περισσότερων Δημοκρατιών του προσδιορισμού «σοσιαλιστική».
Η παρούσα εισήγηση είναι αφιερωμένη στην ανάλυση ορισμένων πτυχών της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, ασχέτως της προτεινόμενης παραλλαγής του («άγριος», «κολομβιανός» ή «αναπτυγμένος καπιταλισμός», από άποψη αποτελέσματος). Φυσικά, στα περιορισμένα πλαίσια μιας εισήγησης δεν είναι δυνατό να θιγούν όλα τα προβλήματα που έχουν ανακύψει από την παλινόρθωση.
Δε θα θίξουμε τις πτυχές που αφορούν την τύχη των άλλων πρώην σοσιαλιστικών χωρών, αν και, προφανώς, έχουν άμεση σχέση με τα δρώμενα στην ΕΣΣΔ. Δε δίνεται ιδιαίτερη έμφαση ούτε στις ειδικές πτυχές της διαδικασίας αποσύνθεσης της χώρας, δεδομένου ότι, σε όλες τις εκφάνσεις της, η ουσία της διαδικασίας αυτής είναι για την ώρα ίδια, αν δε λάβουμε υπόψη τις αστικές-εθνικιστικές αποχρώσεις. Η προσοχή επικεντρώνεται κατά προτίμηση στην οικονομία, μολονότι είναι τελείως αδύνατο να κάνουμε αφαίρεση του εποικοδομήματος, εφόσον αυτό είχε συχνά αποφασιστική σημασία για την πορεία της διαδικασίας παλινόρθωσης.
Η πτυχή της παλινόρθωσης, της «δύσης του σοσιαλισμού» δεν υποδηλώνει απαισιοδοξία εκ μέρους του γράφοντος. Και σήμερα κάποια θεμέλια του υπό κατεδάφιση καθεστώτος διατηρούνται. Αναμφίβολα, τα θεμέλια αυτά είναι γερά μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και στην αποτίμηση απ’ αυτούς της συγκεκριμένης ζωής. Είναι αμφίβολο αν η μαζική συνείδηση χώνεψε ακόμη τις «μοιραίες αλλαγές» είναι αμφίβολο, αν οι μάζες συνειδητοποίησαn τι τους συνέβη, πού τις οδήγησαν. Είναι χαρακτηριστική η γνώμη της δεξιάς εφημερίδας Ιζβέστια (1992, αριθμό φύλλου 48) για τους βετεράνους και άλλους που πήγαν στη συγκέντρωση της Μόσχας στις 23 Φλεβάρη. Η εφημερίδα τους θεωρεί ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν καλά τι γίνεται τέλος πάντων μ’ αυτούς και με τη χώρα. Ο Γ. Λιγκατσόφ μάλιστα θεωρεί ακόμη και σήμερα ότι, παρ’ όλες τις αλλαγές που έχει υποστεί, ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας του συστήματος προς το παρόν διατηρείται (Γκλάσνοστ, 1992, τεύχος 4).(4) Ίσως ο ισχυρισμός του αυτός είναι μια προσπάθεια να δείξει το «καλό πρόσωπο» του ανθρώπου που κατείχε υψηλή θέση στο ξεκίνημα της διαδικασίας, χωρίς να συνειδητοποιεί τι ακριβώς υπηρετεί. Άλλο πράγμα είναι η μαζική ψυχολογία που μνημονεύουμε πιο πάνω.
Ο γράφων, ως εξωκομματικός, οπαδός των κομμουνιστικών αντιλήψεων για το ιστορικό γίγνεσθαι, είναι στις κρίσεις και τις εκτιμήσεις του πρόδηλα μεροληπτικός. Οι εκτιμήσεις του είναι συνυφασμένες με την πείρα της ζωής, με το έργο του παππού και του πατέρα του που δεν τους απαρνιέται. Αυτό δε σημαίνει πως δεν έχει επιδιώξει να είναι όσο γίνεται πιο αντικειμενικός στις κρίσεις του. Κάτι περισσότερο, η επιθυμία του να διατηρήσει την αντικειμενικότητα εκφράζεται και με την ευρύτατη προβολή της γνώμης οπαδών της αντίθετης ιδεολογίας.
Η συνεχώς επιταχυνόμενη διαδικασία της παλινόρθωσης πέρασε από κάμποσα στάδια. Η «περεστρόικα» που διακήρυξε ο Μ. Γκορμπατσόφ το 1985, μόνο στην αρχική της φάση έκανε μερικά βήματα προς την αναζήτηση του δρόμου εξέλιξης του σοσιαλισμού. Δεν άργησε, όμως, να εγκαταλείψει τα συνθήματα για «επιτάχυνση της κοινωνικο-οικονομικής εξέλιξης», για «κοινωνική δικαιοσύνη» κλπ., οπότε με την παλιά σάλτσα της «ανανέωσης του σοσιαλισμού» άρχισε η κατάλυσή του. Σε ορισμένα σημείο της, η έννοια «σοσιαλισμός» υποβαλλόταν σε όλο και πιο επιθετικό εξοστρακισμό. Ο αφορισμός: «Η χώρα μας επί 70 χρόνια δεν πήγαινε προς τα εκεί που έπρεπε» (Β. Τίχονοφ, Γ. Αφανάσιεφ) έπαιρνε όλο και ευρύτερη διάδοση στα πολιτικά σενάρια, στο περιβάλλον της ελίτ των διανοουμένων. Το 1986 υπήρξε πρακτικά χρόνος καμπής. Ακόμη από τις αρχές του 1986 ο οικονομολόγος της περεστρόικα Π. Μπούνιτς πανηγύριζε από τις στήλες της Λιτερατούρναγια Γκαζέτα (τεύχος 7): «Οι αλλαγές άρχισαν!» Ο άνθρωπος αυτός «βελτιώνει» και σήμερα την οικονομία, λες και τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς του δεν είναι πλέον ολοφάνερα. Το 1987 σημαδεύτηκε από την οικονομική μεταρρύθμιση, που καλυπτόταν με τη σημαία της εξυγίανσης του σοσιαλιστικού συστήματος. Το 1987 νεοτερισμός ήταν η κατάλυση του πολιτικού καθεστώτος ως όρος για την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής. Έτσι, δόθηκε η δυνατότητα να θεσπιστούν πολλοί και διάφοροι νόμοι που κατεδαφίζουν το οικονομικό σύστημα του σοσιαλισμού. Μολονότι η κρατική ιδεολογία διατηρούσε τη σοσιαλιστική της πρόσοψη, οι δεξιές δυνάμεις απόκτησαν τη δυνατότητα να οργανωθούν, να βγουν στα μπαλκόνια, να πιέσουν την κυβέρνηση.
Η υπονόμευση του παλιού συστήματος δε στηριζόταν πια μόνο στο νόμο για τις επιχειρήσεις, αλλά και στο νόμο για τους συνεταιρισμούς. Ωστόσο, τον οικονομικό και ιδεολογικό ρόλο-κλειδί τον έπαιξε ο νόμος για την ιδιοκτησία. Αυτός θεσμοθέτησε την ανατροπή της βαθύτερης οικονομικής σχέσης: η κρατική ιδιοκτησία προσέλαβε διά νόμου συμβατικό χαρακτήρα («πλήρης οικονομική αρμοδιότητα»), ενώ η ατομική ιδιοκτησία απόκτησε με πολλαπλές μορφές το δικαίωμα ανάπτυξης, αν και οι νομοθέτες δε χρησιμοποίησαν σκόπιμα το επίθετο «ατομική».
Το προπαρασκευαστικό στάδιο της παλινόρθωσης έληξε με την ψήφιση του νόμου για την ιδιοκτησία και άρχισε το λανθάνον (κρυφό) στάδιο της άμεσης παλινόρθωσης με την κατάργηση του σχεδιασμού, με την «εκτροφή» της τάξης  των επιχειρηματιών κλπ. Η κρυψίνοια διασφαλιζόταν με τη διατήρηση σε καίριες θέσεις ανθρώπων με κομματικά βιβλιάρια του ΚΚΣΕ. Εκτός από αυτό, η πάλη (στα κοινοβούλια, στις συγκεντρώσεις, ο «πόλεμος των νόμων» μεταξύ κέντρου και Δημοκρατιών) ανάμεσα στη γκορμπατσοφική γραμμή της παλινόρθωσης και τις δεξιές ριζοσπαστικές ομάδες (από την «Ντεμσογιούζ της κυρίας Νοβοντβόρσκαγια ως το Μ Γκ Ντ και τους άλλους εκκολαπτόμενους «δημοκράτες») συγκάλυπτε την ουσία της διαδικασίας. Η κεντρώα στάση του Μ. Γκορμπατσόφ δεχόταν τις επιθέσεις των δήθεν αντιπάλων, ενώ δεν επρόκειτο παρά για σύγκρουση πολιτικών φιλοδοξιών. Στη σκιά έμενε η ουσία της διαδικασίας, η ταύτιση των σκοπών της κεντρώας τάσης και του δεξιού ριζοσπαστισμού.
Το απόστημα ανάμεσα στους αντίζηλους του ίδιου προσανατολισμού έσπασε ξαφνικά τον Αύγουστο του 1991, με αποτέλεσμα την αυθόρμητη, σπασμωδική, αδέξια, χωρίς την εξασφάλιση της υποστήριξης των λαϊκών μαζών, απόπειρα των ανώτατων κρατικών παραγόντων να απομακρύνουν από το πηδάλιο τον Μ. Γκορμπατσόφ. Ενώ έταξαν σκοπό τους (όπως μπορούμε να κρίνουμε για την ώρα μόνο από τις δηλώσεις της Κρατικής Επιτροπής Έκτακτης Κατάστασης) να ανακόψουν το οικονομικό χάος και την αποσύνθεση της χώρας, να διατηρήσουν κάποιες σοσιαλιστικές βάσεις της κοινωνίας, στην πραγματικότητα επέτρεψαν να αντικατασταθεί η κρυφή από την ανοιχτή γραμμή της παλινόρθωσης. Όπως ομολόγησε σε τηλεοπτική εκπομπή ο Γκ. Ποπόφ, ένας από τους ιδεολόγους της δεξιάς γραμμής, «δεν υπολογίζαμε μάλιστα σε τόσο ταχεία νίκη». Η δεξιά κεντρώα τάση αντικαταστάθηκε από το δεξιό ριζοσπαστισμό, με φανερό πια σκοπό την επιτάχυνση της αντίστροφης πορείας προς το καπιταλιστικό σύστημα. Στο μεταξύ, τον Αύγουστο εντάθηκαν οι επιθέσεις ενάντια στο κέντρο, δηλαδή ενάντια στην ενότητα της ΕΣΣΔ.
Αυτή ήταν, σε γενικές γραμμές, η πορεία της διαδικασίας κατάλυσης του σοσιαλισμού. Τώρα θα ήταν σκόπιμο να σταθούμε στην προηγούμενη, τη σοσιαλιστική ανάπτυξη.

Παραπομπές
(1) Βλέπε: Α. Γεριόμιν, «Δεν πάει άλλο!» (σκέψεις με αφορμή την εισήγηση του πρωθυπουργού Ν. I. Ριζκόφ). Μοσχοβίτης οικοδόμος, 1990, τεύχος 20. Α. Γεριόμιν, «Το συνέδριο έληξε – και τι μ’ αυτό;», Μοσχοβίτης οικοδόμος, 1990, τεύχος 30. Α. Γεριόμιν, «Χτυπούν τα τύμπανα της αγοράς», Η Ρωσία μας, 1991, τεύχος 2.
Βλέπε επίσης: Εναλλακτική λύση: η επιλογή του δρόμου, Μόσχα, 1990. Μπ. Κουρασβίλι, «Αποκορύφωμα, η ΕΣΣΔ στο κατώφλι της δεκαετίας του ’90: ποιος θα επικρατήσει, οι καταλυτές του σοσιαλισμού ή οι αναμορφωτές του;» Διάλογος,1990, τεύχος 16. Σήμερα και ο οπαδός της αγοράς καθηγητής Β. Μανέβιτς αναγνωρίζει σαφώς: «Για δεύτερη φορά στη διάρκεια του 20ού αιώνα αλλάζει ριζικά στη χώρα μας το κοινωνικό-οικονομικό σύστημα», Πράβντα, 1992, αριθμός φύλλου 35.
(2) Το 1990, όταν η γραμμή της παλινόρθωσης ήταν πλέον καταφανής, ο ιδεολόγος της «περεστρόικα» A. Ν. Γιάκοβλεφ, υμνώντας την αγορά, δήλωνε με έμφαση: «Μήπως σκοπεύει κάποιος να παραδώσει τα εργοστάσια και τις φάμπρικες στην ατομική ιδιοκτησία; Τέτοια πρόθεση δεν υπάρχει.» (Κομμουνίστ, 1990, τεύχος 4, σελ. 20.) Είναι αμφίβολο, αν μπορεί κανείς να θεωρήσει αφέλεια τη δήλωση αυτή.
(3) Για την επανάσταση σήμερα βλέπε επίσης την εισήγηση των Β. Μάου και I. Σταροντουμπρόφσκαγια, Η νομοτέλεια της επαναστατικής διαδικασίας, η πείρα της περεστρόικα και οι προοπτικές μας, Μόσχα, 1991. Οι εισηγητές λένε πολλά και για το «Θερμιδόρ», δηλαδή για το αντεπαναστατικό πραξικόπημα στη Γαλλία που έθεσε τέρμα στην επανάσταση του 1789-1794, χωρίς να προσδιορίζουν πάντως την ουσία της διαδικασίας της «περεστρόικα». Γενικά, φαίνεται ότι περιμένουν να δημιουργηθούν «οι όροι πραγμάτωσης του Θερμιδόρ», αλλά σπεύδουν να ανακηρύξουν ως κεντρική μορφή του μέλλοντος τον επιχειρηματία (σελ. 44). Δηλαδή, υιοθετούν πρακτικά την παλινόρθωση. Ο Λ. Νικήφοροφ στην εισήγησή του Οι βάσεις για το μετασχηματισμό του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος στη Ρωσία, Μόσχα, 1992, έχει σαν γνώμονα τη «μη βιωσιμότητα του καθεστώτος που υπάρχει στη χώρα», συνηγορεί υπέρ της μετάβασης σ’ ένα «νέο σύστημα κοινωνικών σχέσεων», εξαιρεί τη «δυνατότητα κίνησης προς τον καπιταλισμό», την τάση για δημιουργία «μιας κοινωνίας καπιταλιστικού τύπου και ελεύθερου ανταγωνισμού», αλλά θέτει και το ζήτημα «της μετάβασης σε κάποια μετακαπιταλιστική κοινωνία» (σελ. 2,3,29,36). Η ουσία αυτής της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας είναι πολύ ασαφής.
(4) Είναι αμφίβολο, αν ο Γ. Κ. Λιγκατσόφ και ο Ν. I. Ριζκόφ έχουν συνειδητοποιήσει το χαρακτήρα των τεκταινόμενων, αφού ήταν συνήθως υπάκουοι στο Γενικό Γραμματέα. Γι’ αυτό υποθέτουν ότι η «περεστρόικα», όπως σχεδιάστηκε, απλώς δεν πέτυχε. Τα ίδια υποστήριζε και ο I. Κ. Πολοζκόφ.
Δείτε εδώ όλες τις αναρτήσεις του Αφιερώματος της Κατιούσα στην Οχτωβριανή Επανάσταση

Με το αντάρτικο “Bella Ciao” υποδέχτηκαν Ιταλοί συνδικαλιστές τον ακροδεξιό υπουργό Σαλβίνι

Μια όχι και τόσο ευχάριστη έκπληξη περίμενε τον υπουργό εσωτερικών και ηγέτη της ξενοφοβικής Λέγκας του Βορρά Ματέο Σαλβίνι στο λεωφορειάκι που θα τον μετέφερε από την πύλη του αεροδρομίου Φιουμιτσίνο στη Ρώμη προς το αεροπλάνο, όταν ο ίδιος αναγνωρίστηκε από μια ομάδα συνδικαλιστών του του συνδικάτου CGIL, οι οποίοι σε ένδειξη διαμαρτυρίας άρχισαν να του τραγουδούν το γνωστό ύμνο των Ιταλών κομμουνιστών παρτιζάνων “Bella Ciao”.
O ίδιος προσπάθησε να αντιδράσει με χιούμορ στην “θερμή” υποδοχή, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες αυτοπτών κάποιος από το πλήθος έλαβε την πρωτοβουλία να υποστηρίξει… μουσικά το Σαλβίνι, αρχίζοντας να τραγουδάει το δεξιό ύμνο”La leggenda del Piave”, που αναφέρεται στη συμμετοχή του ιταλικού στρατού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σκηνή αυτή ωστόσο δεν καταγράφηκε στο βίντεο και είναι άγνωστο πώς ανταποκρίθηκε η “χωρωδία” των εργαζομένων κι ο υπουργός.
Δεν είναι η πρώτη φορά που Ιταλοί διαμαρτύρονται μετά μουσικής στην παρουσία του Σαλβίνι, καθώς τον περασμένο Φλεβάρη στο Μιλάνο, ολόκληρη μπάντα άρχισε να παίζει το “Bella Ciao”, καθώς και σοβιετικούς ύμνους, όπως την “Κατιούσα”, όταν ο μελλοντικός υπουργός εμφανίστηκε σε αγορά της πόλης, με τον ίδιο να σχολιάζει “όλο σοβιετικό ρεπερτόριο σήμερα”.

Από το «σκονάκι»...





Τις προτάσεις του Κινήματος Αλλαγής για το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος» παρουσίασε την Τετάρτη η επικεφαλής του, Φ. Γεννηματά, και όση προσπάθεια κι αν κάνει κάποιος τίποτα το διαφορετικό δεν μπορεί να βρει από τις αντίστοιχες προτάσεις που παρουσιάζουν εδώ και καιρό ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. «Εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα που εξασφαλίζει επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης» - ό,τι ακριβώς προτείνουν ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, αλλά και «θεσμοί» για την ενσωμάτωση των εξαθλιωμένων που θα αυξάνονται όσο η αντιλαϊκή πολιτική βαθαίνει. Συντάξεις πείνας που βαφτίζονται «κατώτερη εγγυημένη σύνταξη» της τάξης των 500 ευρώ, ως το άλλο μισό της «ριζικής αλλαγής» του ασφαλιστικού συστήματος «με ένα δίκαιο, βιώσιμο σύστημα που θα σέβεται την ανταποδοτικότητα», που θα διαλύει δηλαδή παραπέρα τον κοινωνικό χαρακτήρα της Ασφάλισης, σπρώχνοντας στις ιδιωτικές ασφαλιστικές και στο «ό,τι πληρώνεις παίρνεις». «Αύξηση του κατώτερου μισθού, μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων», ανάλογα δηλαδή με τις «αντοχές» της καπιταλιστικής κερδοφορίας, κι ενώ θα παραμένει άθικτο όλο το υπόλοιπο αντεργατικό πλαίσιο, οι «υποκατώτατοι» μισθοί, οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις και πάει λέγοντας. «Επιδότηση της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα» και «στροφή των προγραμμάτων που επιδοτεί το ΕΣΠΑ (...) σε Προγράμματα Εργασιακής Εμπειρίας σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα» για τζάμπα εργατικό δυναμικό στους επιχειρηματίες, ανακύκλωση της ανεργίας, ξήλωμα κι άλλο των εργασιακών δικαιωμάτων.

Πηγή επικίνδυνων εξελίξεων




Η επιτάχυνση των διεργασιών για συμφωνία στο ονοματολογικό της ΠΓΔΜ, οι εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά με ένταση της τουρκικής επιθετικότητας, οι δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών για την «Ελλάδα που μεγαλώνει», με επίκεντρο τα μεγάλα ενεργειακά σχέδια, έχουν ως κοινό παρονομαστή την «ενεργή συμμετοχή» στους ιμπεριαλιστικούς ΝΑΤΟικούς σχεδιασμούς για λογαριασμό των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων.
Εξάλλου, ούτε μία ούτε δύο, αλλά τρεις φορές σε διάστημα λίγων ημερών ο πρωθυπουργός από το βήμα των μαζώξεων βιομηχάνων, εφοπλιστών και μεγαλοξενοδόχων έκανε ειδική μνεία στο πώς οι «άοκνες» προσπάθειες της κυβέρνησης για «διευθετήσεις» σε Βαλκάνια και Μ. Ανατολή και «αναβάθμιση» της χώρας εντός των ευρωατλαντικών σχεδιασμών «θα έχουν ευρύτερες ευεργετικές συνέπειες (...) και στον τομέα της οικονομίας και στον τομέα της επιχειρηματικότητας», σε ό,τι δηλαδή αφορά τα συμφέροντα του κεφαλαίου και ως βασικό στοιχείο για την ανάκαμψη της κερδοφορίας του.
Αν κανείς θέλει να δει τη «μεγάλη εικόνα» και τις ράγες πάνω στις οποίες κινείται η πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ για λογαριασμό της αστικής τάξης δεν έχει παρά να πιάσει το νήμα των επικίνδυνων σχεδίων ΗΠΑ - ΝΑΤΟ στην περιοχή στον ανταγωνισμό τους με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα και καπιταλιστικά κράτη για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών, διαύλων, αγορών και σφαιρών επιρροής.
Ενα αποκαλυπτικό περίγραμμα έδωσε και ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις, Α. Γ. Μίτσελ, μιλώντας πριν από μερικές μέρες στο αμερικανικό ίδρυμα Heritage Foundation.
Τι είπε ο Μίτσελ; Οτι οι ΗΠΑ «δουλεύουμε με αποφασιστικότητα για να σταθεροποιήσουμε τη σχέση με την Τουρκία και να τη διατηρήσουμε σε μια δυτική στρατηγική τροχιά», ως βασικό προγεφύρωμά τους ενάντια στη ρωσική διείσδυση στην περιοχή, αλλά και ως μια δύναμη «με ειδικό βάρος» για την αντιμετώπιση του Ιράν.
Οτι με βάση αυτόν το στόχο, αλλά και την ανάγκη η Ανατολική Μεσόγειος «να μείνει υπό δυτική επιρροή» οι ΗΠΑ βρίσκονται σε «στενή συνεργασία» με Ελλάδα και Κύπρο, με σκοπό επίσης την επίλυση μακροχρόνιων «διαχωριστικών» ζητημάτων που αφορούν και την Τουρκία «σε αυτόν τον σημαντικό ναυτιλιακό τομέα» (βλ. ΑΟΖ, γενικά θαλάσσιες ζώνες, διαμοιρασμός πλουτοπαραγωγικών πηγών κ.λπ.).
Να, λοιπόν, σε τι «συμπληγάδες» και ζύγια ανταγωνισμών βάζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ για λογαριασμό της αστικής τάξης τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Να και πώς ΗΠΑ και ΝΑΤΟ κάνουν πλάτες στο γκριζάρισμα του Αιγαίου, στα σχέδια «συνδιαχείρισης» του ενεργειακού και άλλου πλούτου στην ελληνική και κυπριακή ΑΟΖ.
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός υπουργός έλεγε ότι «στα Βαλκάνια, αυξάνουμε τη βοήθεια κατά της ρωσικής επιρροής και συντονίζουμε τις ενέργειες με την ΕΕ για να οικοδομήσουμε μεγαλύτερη σταθερότητα», προσθέτοντας σε ό,τι αφορά το ονοματολογικό της ΠΓΔΜ πως «οι ΗΠΑ συνεχίζουν να διαδραματίζουν έναν αθόρυβο ρόλο, αλλά μαζί με την ΕΕ και τη Γερμανία (...) ώστε να δούμε την ΠΓΔΜ να γίνεται μέλος του ΝΑΤΟ».
Να ποιες είναι οι πραγματικές όσο και επικίνδυνες για το λαό «πηγές» των εξελίξεων. Αυτό, δηλαδή, που επί της ουσίας καθορίζει τις εξελίξεις, σε αντίθεση με τα διάφορα «αφηγήματα» των αστικών επιτελείων, που επιχειρούν να αποκρύψουν την ουσία των εξελίξεων, αλλά και να παρουσιάσουν ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ ως εγγυητές τάχα της σταθερότητας και ασφάλειας του λαού μας και των υπόλοιπων λαών της περιοχής. Αυτά ακριβώς τα σχέδια πρέπει να βρεθούν και στο επίκεντρο της πάλης του εργατικού - λαϊκού κινήματος ενάντια στην επικίνδυνη εμπλοκή.

TOP READ