8 Ιουν 2021

“Δόξα στην Ουκρανία!” – Η Εθνική Ουκρανίας λανσάρει φανέλα με το σύνθημα των συνεργατών των ναζί!

 


Είναι φασίστες, νοσταλγοί των ναζί και δεν ντρέπονται να το δείξουν και να το λανσάρουν μάλιστα στην επίσημη εμφάνιση της εθνικής τους ομάδας, που παρουσιάστηκε χτες.

Σε αυτήν, η Ουκρανική Ομοσπονδία ενσωμάτωσε τα συνθήματα “δόξα στην Ουκρανία!”, “δόξα στους ήρωες”. Η πατρότητά τους ανήκει στον συγγραφέα Τάρας Σεβτσένκο, που έζησε το 19ο αιώνα, παρόλα αυτά στο πέρασμα του χρόνου έχουν συνδεθεί με τις παραστρατιωτικές ομάδες των Ουκρανών Εθνικιστών (την OUN του διαβόητου Στεπάν Μπαντέρα, και την UPA), που πολέμησαν στο πλευρό των Ναζί στον Β’ Π.Π. και πρωτοστάτησαν στο Ολοκαύτωμα και την εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων και Πολωνών.

Η νέα τάξη πραγμάτων στην Ουκρανία αποτελείται από πολιτικά κόμματα που νοσταλγούν ανοιχτά εκείνη την περίοδο, θεωρώντας μάλιστα τους συνεργάτες των Ναζί ως πρωτοπόρους του κινήματος της Ουκρανικής ανεξαρτησίας από τους Σοβιετικούς! Σε αυτό το πλαίσιο, η πόλη του Λβοβ στη Δυτική Ουκρανία έχει ήδη ένα άγαλμα του δωσίλογου Μπαντέρα, ενώ οι υπεύθυνοι σκέφτονται το ενδεχόμενο να δώσουν το όνομά του και στο στάδιο της πόλης.

Πολύ δηλωτικό των προθέσεων των “δημοκρατικών” ουκρανικών αρχών είναι ότι στη νέα εμφάνιση αποτυπώνεται το σχήμα του χάρτη της χώρας, το οποίο περιλαμβάνει και την περιοχή της Κριμαίας -η οποία έχει καταληφθεί de facto από τη Ρωσία.

Όσο για τις διοργανώτριες αρχές -δηλαδή την UEFA-, οι δικές της ευαισθησίες περιορίζονται στον αποκλεισμό άλλων πολιτικών μηνυμάτων και έτσι έδωσε κανονικά την άδεια για τη χρήση της συγκεκριμένης εμφάνισης…

Τα «βαρίδια» της ανάκαμψης


Η επιχείρηση συρρίκνωσης των «κόκκινων» δανείων και η συνολικότερη «αποκατάσταση» του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος βρίσκονται ψηλά στη λίστα των αντιλαϊκών παρεμβάσεων από την κυβέρνηση της ΝΔ, όπως ήταν και με όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις, με φόντο αυτήν τη φορά τις προσδοκίες για το άνοιγμα ενός νέου κύκλου διευρυμένης επιχειρηματικής κερδοφορίας. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι μεταξύ άλλων η διοχέτευση φτηνού τραπεζικού δανεισμού προς τους επιχειρηματικούς ομίλους, σε συνδυασμό με τον πακτωλό των κρατικών ενισχύσεων και τα άλλα αντιλαϊκά μέτρα.

Ουσιαστικά, η «εξυγίανση» του τραπεζικού συστήματος, με κεντρικό άξονα την προσπάθεια απαλλαγής του από τα βαρίδια των «κόκκινων» δανείων, προβάλλεται ως όρος για την καπιταλιστική ανάκαμψη. Για παράδειγμα, ο γενικός κανόνας των χρηματοδοτήσεων και «μοχλεύσεων» από το πολυδιαφημισμένο Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ, πέρα από την κρατική επιδότηση και την ίδια συμμετοχή των επενδυτών, εστιάζει και στη διοχέτευση φτηνού - ανταγωνιστικού δανεισμού προς τους επιχειρηματικούς ομίλους, στο 30% του επιχειρηματικού πλάνου. Επομένως, μόνο από το σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης οι επενδύσεις στην «πράσινη» και «ψηφιακή» οικονομία θα απαιτήσουν δεκάδες δισ. ευρώ από τραπεζικό δανεισμό, που καλούνται να διεκπεραιώσουν οι εγχώριοι τραπεζικοί όμιλοι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε ευρώ «κόκκινου» δανείου αποτελεί «επισφάλεια» για τις τράπεζες, αλλά και ανάχωμα για τη διοχέτευση νέων δανείων. Αυτός είναι ο λόγος που «τρέχει» η προσπάθεια για απομείωση των «κόκκινων» δανείων, με καθοριστικό εργαλείο σε ό,τι αφορά τη λαϊκή κατοικία τη διοχέτευσή τους στα «κοράκια» των funds και τη διεύρυνση των πλειστηριασμών, προκειμένου να τα ξεφορτωθούν οι τράπεζες.

* * *

Αποκαλυπτική ως προς αυτό είναι η σύσταση της Κομισιόν για «σύγκλιση των πτωχευτικών δικαίων» στα κράτη της ΕΕ, γεγονός που, όπως δείχνει και ο Πτωχευτικός Κώδικας, τον οποίο ψήφισε πρόσφατα και ξεκίνησε να εφαρμόζει η κυβέρνηση της ΝΔ, σηματοδοτεί θηλιές πλειστηριασμών στη λαϊκή κατοικία, στους εργαζόμενους, αλλά και απέναντι σε αυτοαπασχολούμενους και επιχειρήσεις, που τους «ρουφάει» η χοάνη του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Παραπέρα, όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδας, «οι οικονομίες στις οποίες το κανονιστικό πλαίσιο διευκολύνει την εκκαθάριση των μη οικονομικά βιώσιμων επιχειρήσεων και την είσοδο νέων, έχουν περισσότερες πιθανότητες για δυναμική ανάκαμψη μετά από υφέσεις». Και «διευκρινίζει» πως «η έξοδος μη βιώσιμων επιχειρήσεων αναμένεται να διευκολύνει την τεχνολογική αναπροσαρμογή (...) η οποία συνεπάγεται και αναδιανομή πόρων σε νέους κλάδους».

Πρόκειται στην πραγματικότητα για επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων, σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στα «προαπαιτούμενα» του Ταμείου Ανάκαμψης για τη διευκόλυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης στο σύνολο της οικονομίας, με εξαγορές, συγχωνεύσεις, αλλά και καταστροφή «μη βιώσιμων» επιχειρήσεων. Γι' αυτές τις τελευταίες, οι ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια δίνουν τη χαριστική βολή, καθώς τα χρέη τους, σε συνδυασμό με εκείνα των λαϊκών νοικοκυριών, επιβαρύνουν - όπως λένε - οικονομικά τις «υγιείς» εταιρείες, μειώνοντας την κερδοφορία και τις προοπτικές ανάπτυξής τους «σαν να ήταν ένα είδος φόρου».

* * *

Αλλά και η προσπάθεια συγκρότησης του «κοινού ταμείου» τραπεζικών διασώσεων στην ΕΕ προϋποθέτει τη ραγδαία συρρίκνωση της μάζας με τα «κόκκινα» δάνεια, ειδικά στους σχετικά αδύναμους κρίκους, όπως είναι η ελληνική οικονομία, προκειμένου να επιμεριστούν οι «κίνδυνοι» στο πλαίσιο της «αναλογικότητας» και των μέσων όρων που επικρατούν κάθε φορά στην ΕΕ. Ετσι, η διεργασία εμβάθυνσης της Οικονομικής Νομισματικής Ενωσης (ΟΝΕ), στο πλαίσιο της στρατηγικής για τη στήριξη των μονοπωλίων της ΕΕ, επίσης προϋποθέτει τη διαρκή παρακολούθηση των «κόκκινων» δανείων, προκειμένου να κλιμακωθούν οι αναγκαίες για το κεφάλαιο παρεμβάσεις.

Προς αυτήν την κατεύθυνση δείχνει και η πρόσφατη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με στόχο να παρασχεθούν στα κράτη - μέλη και στον χρηματοπιστωτικό τομέα τα απαραίτητα «εργαλεία» για την έγκαιρη αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Μεταξύ άλλων στο επίκεντρο βρίσκεται το περαιτέρω άνοιγμα της αγοράς των «κόκκινων» δανείων με τη μεγαλύτερη εμπλοκή funds και λοιπών «κορακιών», ενώ η Κομισιόν κρίνει σκόπιμη και τη δημιουργία κεντρικού ηλεκτρονικού κόμβου δεδομένων σε επίπεδο ΕΕ, ο οποίος θα λειτουργεί ως «αρχείο δεδομένων στο οποίο θα στηρίζεται η αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων».

Απ' όπου και να το πιάσει κανείς, το συμπέρασμα είναι ότι η νομοθεσία για τα «κόκκινα» δάνεια, που ολοκληρώνει το έγκλημα όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων σε βάρος της λαϊκής κατοικίας και πολλών μικρών και υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, αποτελεί ένα ακόμα «αναπτυξιακό εργαλείο» στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου, προκειμένου να εξασφαλίσει την αναγκαία χρηματοδότηση για τις επενδύσεις του. Είναι δηλαδή άλλη μια απόδειξη ότι «τζάμπα χρήμα δεν υπάρχει», όπως δηλώνουν με κάθε αφορμή κυβερνητικοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, ξεκαθαρίζοντας κυνικά ότι ο λογαριασμός από την κρίση και τις προσδοκίες των ομίλων για ανάκαμψη θα φορτωθεί εξολοκλήρου στα λαϊκά στρώματα. Στο χέρι τους είναι να μην το επιτρέψουν, οργανώνοντας την αλληλεγγύη και την πάλη ενάντια στους πλειστηριασμούς, παλεύοντας για πραγματικά μέτρα προστασίας του εισοδήματος και ανακούφισης από τα χρέη για τους βιοπαλαιστές ΕΒΕ.

Δεν το συγχωρούν


Τον κίνδυνο να επικρατήσει η «στασιμότητα» αντί της «προόδου», εξαιτίας των λαϊκών αντιδράσεων για τις μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση, επισημαίνουν τα αστικά επιτελεία, καλώντας την «να μην κάνει πίσω», αλλά να προχωρήσει στους «εκσυγχρονισμούς» που έχει αναγγείλει στα Εργασιακά, στην Υγεία, στο Ασφαλιστικό, στην Παιδεία και σε άλλους τομείς.

Κουνάνε μάλιστα απειλητικά το δάκτυλο στον λαό και τον προειδοποιούν με θράσος ότι θα πληρώσει ακριβά την όποια καθυστέρηση, όπως πλήρωσε τις αναβολές στη μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού τη δεκαετία του 2000, ή τις μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία που κατά καιρούς αναστάλθηκαν κάτω από τις γενικευμένες λαϊκές - νεολαιίστικες αντιδράσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι λίγες μέρες πριν την πανεργατική πανελλαδική απεργία και ενώ εκφράζεται καθολικά η αντίθεση των εργαζομένων στο αντεργατικό νομοσχέδιο - έκτρωμα της κυβέρνησης, στο στόχαστρο μπαίνουν για μια ακόμη φορά οι εργατικοί αγώνες, που συκοφαντούνται ως η πηγή κάθε κακού, επειδή εμποδίζουν την «ανάπτυξη της οικονομίας» και τον «εκσυγχρονισμό του κράτους», που γίνονται τάχα προς όφελος της λαϊκής πλειοψηφίας.

Πρόκειται για κατάφωρη αντιστροφή της πραγματικότητας, με την οποία προσπαθούν να «βγάλουν λάδι» την αντιλαϊκή στρατηγική του κεφαλαίου, που όλες διαχρονικά οι κυβερνήσεις υπηρετούν, και να ενοχοποιήσουν τις δίκαιες αγωνιστικές αντιδράσεις των εργαζομένων και του λαού σε νόμους και αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που βάζουν στο στόχαστρο τον πυρήνα των δικαιωμάτων τους, ποδοπατώντας τις σύγχρονες ανάγκες.

Τι ήταν για παράδειγμα η περίφημη «πρόταση Γιαννίτση» στο Ασφαλιστικό, που αποτράπηκε κάτω από τους μαζικούς εργατικούς αγώνες; Ηταν μια μεταρρύθμιση που έφερνε από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 μειώσεις στις συντάξεις, μετέτρεπε τη σύνταξη σε ατομική υπόθεση, προωθούσε το σύστημα των τριών πυλώνων, την ιδιωτικοποίηση δηλαδή της Ασφάλισης. Αυτά έζησαν οι εργαζόμενοι σε άλλες χώρες, όπου η «μεταρρύθμιση» του Ασφαλιστικού προχώρησε με ταχύτερους ρυθμούς.

Τα ίδια μέτρα πέρασαν τελικά και στην Ελλάδα, τμηματικά και «σαλαμοποιημένα», από τις κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα την περίοδο της προηγούμενης καπιταλιστικής κρίσης, με αποκορύφωμα τον νόμο Κατρούγκαλου.

Με τους νόμους αυτούς, το σύστημα παρέτεινε τη «βιωσιμότητά» του, με τα κριτήρια της ΕΕ, της μεγαλοεργοδοσίας και του αστικού κράτους, που λογαριάζουν ως «κόστος» την Ασφάλιση και προωθούν τον τζόγο στις συντάξεις και τη δουλειά μέχρι τον τάφο. Κι όλα αυτά για να μειώνεται το «μη μισθολογικό κόστος» και να αυξάνουν τα κέρδη τους οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, με απλόχερη στήριξη από τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.

Οι εργαζόμενοι όμως δουλεύουν ακόμα περισσότερο για να πάρουν μια σύνταξη πείνας, ενώ ανοίγει ο δρόμος για την παραπέρα ιδιωτικοποίηση του συστήματος, όπως σχεδιάζει τώρα η ΝΔ.

Κι ενώ η άνοδος της παραγωγικότητας και η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας κάνουν επιτακτική στις μέρες μας τη μείωση του χρόνου εργασίας και των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, με αξιοπρεπείς συντάξεις και καθολικές, σύγχρονες και δωρεάν ασφαλιστικές παροχές, η αστική τάξη και τα επιτελεία της έχουν τα μούτρα να κατηγορούν τους εργαζόμενους ότι αν δέχονταν νωρίτερα τη σφαγή των δικαιωμάτων τους, το ασφαλιστικό σύστημα και η οικονομία θα βρίσκονταν σήμερα σε καλύτερη θέση!

Το ίδιο και με τα Εργασιακά: Μπροστά στο αντεργατικό τερατούργημα που κατέθεσαν την Παρασκευή στη Βουλή, μοστράρουν το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου οι «νόμοι Χαρτζ» του σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ τη δεκαετία του 2010 «μεταμόρφωσαν την οικονομία» και «την θωράκισαν από μελλοντικές κρίσεις», όπως γράφουν.

Οπως αποδείχτηκε όμως, οι νόμοι αυτοί, με τον μανδύα της δημιουργίας «πολλών και καλύτερων θέσεων εργασίας», όπως ήταν και τότε το σύνθημα της αντεργατικής μεταρρύθμισης, μεταμόρφωσαν πράγματι την αγορά εργασίας, αλλά προς το χειρότερο για τους εργαζόμενους, επεκτείνοντας την ευελιξία, μειώνοντας τους μισθούς, ενώ δεν απέτρεψαν ούτε τις οικονομικές κρίσεις.

Αν προκύπτει ένα συμπέρασμα απ' όλα αυτά, είναι ότι δεν συγχωρούν στους εργαζόμενους και τον λαό την αντίδραση σε νόμους και μεταρρυθμίσεις που θωρακίζουν άμεσα και μακροπρόθεσμα τα στρατηγικά συμφέροντα του κεφαλαίου, την ανταγωνιστικότητα και τα κέρδη του. Γι' αυτό οι εργαζόμενοι πρέπει να διαβάζουν τις «ανησυχίες» τους από την ανάποδη: Οι αγώνες τους, αν και πίσω από τις ανάγκες, καθυστέρησαν και έβαλαν εμπόδια σε αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις.

Η ανάγκη σήμερα για ένα ρωμαλέο, μαζικό, ταξικό εργατικό κίνημα, με γερή οργάνωση σε κλάδους και χώρους δουλειάς, είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Για να πάρουν μαχητική απάντηση οι αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις, να δυναμώσουν η διεκδίκηση και η προοπτική της αντεπίθεσης, η πάλη για σύγχρονα δικαιώματα στη δουλειά, στην ασφάλιση, στη ζωή. Σ' αυτόν τον αγώνα πρωτοστατούν οι κομμουνιστές και άλλοι πρωτοπόροι αγωνιστές, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό και μπροστά στη μεθαυριανή απεργία!

7 Ιουν 2021

Ζήλεψαν τη δόξα της ΧΑ! – Μήνυση κατά του Ζαριανόπουλου από ακροδεξιές ομάδες στο Δήμο Θεσσαλονίκης…

 


Η Κομματική Οργάνωση Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ καταγγέλλει μια ακόμα μεθοδευμένη επίθεση από ακροδεξιές ομάδες ενάντια στο ΚΚΕ, σε μέλη και στελέχη του.

Συγκεκριμένα, στην ανακοίνωσή της, αναφέρει:  «Ο ”δημοτικός” εκπρόσωπος μιας απ’ αυτές τις ομάδες, Κουριανίδης, ζηλεύοντας την δόξα καταδικασμένων πρώην βουλευτών της Χρυσής Αυγής, κατέθεσε μήνυση για ”συκοφαντική δυσφήμηση” κατά του στελέχους του ΚΚΕ και επικεφαλής της ”Λαϊκής Συσπείρωσης” στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Σωτήρη Ζαριανόπουλου επειδή τον κατηγόρησε για συνεργασία με τη Χρυσή Αυγή.

Η ιστορία και οι δημόσιες τοποθετήσεις καθενός, αποκαλύπτουν το ρόλο του.

Ο αντικομμουνισμός σαν κυρίαρχο συστατικό στοιχείο του φασισμού, συμπεριλαμβάνει τη προσπάθεια ποινικοποίησης των πολιτικών επιχειρημάτων και δράσης των κομμουνιστών.

Η πρόθεση ακροδεξιών ομάδων να παραπλανήσουν ότι ”ξεκόβουν” από το ποινικό παρελθόν της Ναζιστικής εγκληματικής Χρυσής Αυγής μετά τη καταδίκη της και ταυτόχρονα να προσελκύσουν το «ορφανό» ακροατήριο της είναι ολοφάνερη.

Η ιστορία διδάσκει και το ΚΚΕ επαναλαμβάνει: Καμιά δίωξη δεν τρομοκρατεί τους κομμουνιστές που δεν λύγισαν σε πολύ δυσκολότερες καταστάσεις. Η πάλη κατά του φασισμού δεν τελείωσε με τη καταδίκη της Χρυσής Αυγής. Συνεχίζεται με την απομόνωση κάθε μορφής του μέσα στο λαό, με τη πάλη ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα που τον εκτρέφει σαν εφεδρεία του».

Λιμενεργάτες στην Καλιφόρνια παρεμποδίζουν τον ελλιμενισμό ισραηλινού πλοίου στο Όκλαντ

 


Σε μια κίνηση αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό, λιμενεργάτες και μέλη της οργάνωσης AROC, με αναφορά στην αραβική κοινότητα των ΗΠΑ, παρεμποδίζουν εδώ και πάνω από 10 μέρες τον ελλιμενισμό του πλοίου Volans, που ανήκει στην εταιρεία Zim, τη μεγαλύτερη εταιρεία θαλάσσιων μεταφορών του Ισραήλ.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η οργάνωση πρωτοστατεί σε παρόμοιες δράσεις, καθώς και το 2014, στη διάρκεια της τότε πολεμικής επιχείρησης του Ισραήλ κατά της Λωρίδας της Γάζας, είχε εμποδίσει τα πλοία της Zim να ελλιμενιστούν στο Όκλαντ, πάντα με τη συμμετοχή λιμενεργατών, οδηγώντας τη Zim τα επόμενα χρόνια να εγκαταλείψει το συγκεκριμένο λιμάνι.

Πριν λίγο καιρό, η εταιρεία αποφάσισε να εντάξει και πάλι το Όκλαντ στα λιμάνια όπου φτάνουν τα πλοία της, οδηγώντας την AROC, μαζί με δέκα τοπικά συνδικάτα της οργάνωσης International Longshore and Warehouse Union (ILWU), σε νέο αποκλεισμό του πλοίου Volans, που πάνω από δέκα μέρες μετά τον προγραμματισμένο ελλιμενισμό του παραμένει στα ανοιχτά του Όκλαντ.

Η AROC έχει καλέσει σε διεθνή εβδομάδα δράσης, με το αίτημα κοινωνικής οργανώσεις να συμμετάσχουν από τις 2 ως τις 9 Ιούνη σε αποκλεισμούς των πλοίων της Zim σε οποιοδήποτε λιμάνι διεθνώς.

Με πληροφορίες από agonaskritis

Όντως επαναλαμβάνεται σαν φάρσα: όταν ο Χατζηδάκης ντύθηκε Γιαννίτσης

 


 


Ο νόμος έκτρωμα δεν έχει καθόλου πλάκα, αν και η πλάκα και η χλεύη που έχει προκαλέσει βοηθούν στην απονομιμοποίησή του στις συνειδήσεις των εργαζομένων και εν τέλει στην απαξίωσή του. Η μάχη που δίνεται αυτές τις μέρες από το ταξικό κίνημα είναι πολυεπίπεδη και έχει και αυτήν την διάσταση.

Ο νόμος έκτρωμα δεν έχει καθόλου πλάκα, αν και η πλάκα και η χλεύη που έχει προκαλέσει βοηθούν στην απονομιμοποίησή του στις συνειδήσεις των εργαζομένων και εν τέλει στην απαξίωσή του. Η μάχη που δίνεται αυτές τις μέρες από το ταξικό κίνημα είναι πολυεπίπεδη και έχει και αυτήν την διάσταση. Σε αυτήν την κατεύθυνση, κάθε βόλι μετράει, από το τεράστιο ανάστημα που σηκώνει ο απεργός σε αυτές τις συνθήκες μέχρι τη συμμετοχή σε όλες τις άλλες μορφές πάλης.

Σε αυτήν την ιστορία, πολλά πράγματα δεν «κουμπώνουν» καλά και η αξιοποίησή τους μπορεί να βάλει κι αυτή ένα λιθαράκι. Είναι προφανές ότι οι ελιές είναι άσχετες με το θέμα μας, όπως άσχετη είναι η ανάγκη της μάνας να δει το παιδί της την Παρασκευή. Αυτά είναι επιχειρήματα του ποδαριού, πρέπει να βγήκαν σε κανένα διάδρομο στην αναμονή για είσπραξη εντολών από τα αφεντικά του τόπου, βιομήχανους, εφοπλιστές και ξενοδόχους. Αλήθεια όμως, πάμε για 4η Βιομηχανική Επανάσταση με όπλο μας τον τενεκέ;

Αν ήταν αλήθεια όσα λέει η κυβερνητική προπαγάνδα, τότε με το Ταμείο Ανάκαμψης θα γίνουν επενδύσεις που θα μεταμορφώσουν τη χώρα και θα την κάνουν έναν ψηφιακό παράδεισο για το λαό. Μέσα σε όλα τα άλλα, ρομπότ θα ραβδίζουν τις ελιές και θα κάνουν τη διαλογή τους, ανάλογα με την ωριμότητά τους για λάδι πρώτης ποιότητας ή πυρηνέλαιο. Drone θα μεταφέρουν τις ελιές στα υπερσύγχρονα έξυπνα ελαιοτριβεία. Ο ιδιοκτήτης των ελιών θα έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τη διαδικασία σε πραγματικό χρόνο και να παρεμβαίνει σε αυτήν, κάνοντας παράλληλα άλλες δουλειές. Ο τενεκές θα εκτυπώνεται από 3D εκτυπωτή και θα αποστέλλεται γεμάτος λάδι στον εργαζόμενο-ιδιοκτήτη ελιών. Τι χρείαν έχει το ρεπό λοιπόν, κύριε Χατζηδάκη; Για να λουφάρουν οι εργαζόμενοι και να κάνουν διακοπές το μισό χρόνο, ξοδεύοντας άσκοπα τον παχυλό μισθό τους, αντί να τον αποταμιεύουν, δημιουργώντας έτσι πολλαπλασιαστικά οφέλη στις επενδύσεις;

Εξάλλου, με την τρισδιάτατη απεικόνιση, την εικονική πραγματικότητα και τα ολογράμματα, η μητέρα μπορεί να βλέπει το παιδί της και την Παρασκευή, που φαίνεται να είναι μια δύσκολη μέρα για την επικοινωνία μάνας-παιδιού. Επιπλέον, με τη γενίκευση της τηλε-εργασίας, η μητέρα μπορεί να βλέπει το παιδί της όποτε θέλει απλά ανοίγοντας το ντουλάπι που θα το έχει προσωρινά αποθηκεύσει, για να μπορεί να εργαστεί. Η ιστορία αυτή με τις μανάδες έχει κι άλλο κενό καθώς αντιτίθεται στο πνεύμα του πρόσφατου νόμου για την συνεπιμέλεια, κάνοντας σαφή διάκριση μεταξύ μητέρας και πατέρα. Γιατί δηλαδή κάθε Παρασκευή να είναι της μάνας;

Εκεί που πραγματικά ζορίζεται το πράγμα όμως είναι μια δεύτερη σκέψη. Όλη η λογική του Ταμείου Ανάκαμψης, της νεοσύστατης Κυβερνητικής Επιτροπής Βιομηχανίας[1], της στρατηγικής των «Φίλων της Βιομηχανίας», του γαλλικού, γερμανικού και ευρωπαϊκού ΣΕΒ, είναι η άνοδος της παραγωγικότητας στην γηραιά ήπειρο. Η αύξηση της παραγωγικότητας στοχεύει σε μεγαλύτερη παραγωγή στον ίδιο χρόνο εργασίας, με αναγκαστικά πιο εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό, για να μπορεί να χειρίζεται τις εξελιγμένες μηχανές και να ακολουθεί τις σύνθετες διαδικασίες παραγωγής (και κυκλοφορίας) των εμπορευμάτων. Χρειάζεται δηλαδή αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος από το νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο για να ανέβει συνολικά η στάθμη της μέσης εκπαίδευσης της εργατικής τάξης και για να παραχθούν στοχευμένα εκείνες οι ειδικότητες που θα χρειαστεί το κεφάλαιο για την αναπαραγωγή του. Οι υπάρχοντες εργαζόμενοι θα πρέπει να μετεκπαιδευτούν ώστε να μπορούν να ακολουθήσουν τις παραπάνω εξελίξεις. Με άλλα λόγια, και σε σχέση με τις ώρες εργασίας, η υιοθέτηση νέων σύγχρονων μηχανών και διαδικασιών μάλλον απαιτεί μια μείωση της εργάσιμης ημέρας, ενώ σίγουρα υπονομεύεται από μια αύξησή της. Αντίθετα, η παράταση της εργάσιμης ημέρας είναι μια διαδικασία αύξησης της απόλυτης υπεραξίας. Το κεφάλαιο που την υιοθετεί δείχνει μάλλον απαισιόδοξο για την αναβάθμισή του μέσω αύξησης της παραγωγικότητας στον ανταγωνισμό του περιφερειακά και διεθνώς ή ποντάρει σε διαφορετική εξέλιξη των πραγμάτων απ’ ότι οι ανταγωνιστές του.

Από την άλλη, είναι ξεκάθαρο ότι το νομοσχέδιο-έκτρωμα έχει υπαγορευτεί από τους εγχώριους κεφαλαιοκράτες και έχει την πλήρη στήριξή τους. Είναι στρατηγική επιλογή τους. Και πώς αποδεικνύεται αυτό; Από έναν άλλο (πανομοιότυπο) νόμο που ψηφίστηκε πριν από 21 χρόνια, στις 29 Δεκέμβρη (!), από έναν άλλο (πανομοιότυπο) υπουργό μιας άλλης (πανομοιότυπης) κυβέρνησης. Βέβαια, εκείνη την εποχή, το να πεις τον Γιαννίτση πανομοιότυπο με τον Χατζηδάκη και τη Νέα Δημοκρατία πανομοιότυπη με το ΠΑΣΟΚ αποτελούσε ύβρη και απαρχαιωμένη ανάλυση, ξύλινη γλώσσα και κολλημένο μυαλό στο σύνθημα «5 κόμματα 2 πολιτικές». Η ζωή όμως είναι για άλλη μια φορά αμείλικτη με τους τσαρλατάνους και έρχεται 21 χρόνια μετά να φέρει η επάρατος δεξιά ένα νομοσχέδιο ίδιο με ένα παλιό νόμο της «αριστεράς». Ο λόγος γίνεται για το Ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286/29-12-2000) με τον ευφάνταστο τίτλο «Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις». Το πόσο προωθήθηκε η απασχόληση το θυμόμαστε όλοι. Μεσολάβησε κι ένας νόμος του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα τον αφήσουμε προς στιγμήν στην άκρη.

Η κριτική σε εκείνο το νόμο του ΠΑΣΟΚ είναι τόσο (μα τόσο!) επίκαιρη στο πρώτο σκέλος (απορρύθμιση του χρόνου εργασίας) που παρατίθεται αυτούσια. Μαζί παρατίθεται και η κριτική για το άλλο σκέλος (της μείωσης του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους), για να φανεί όλη η στρατηγική των κεφαλαιοκρατών, από την πλευρά των εργατών. Σε επόμενο κείμενο, θα επανέλθουμε στις επιπτώσεις του νόμου στην κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, που υπαινιχθήκαμε παραπάνω.

 

«[…] Η φιλοσοφία του νόμου αφορά δύο ουσιαστικές τομές στις εργασιακές σχέσεις: α) απορρυθμίζει τον ως τα σήμερα γνωστό, τον «παραδοσιακό» τρόπο απασχόλησης. Απασχόληση σήμαινε μέχρι πρότινος συλλογική σύμβαση, σταθερό ωράριο – ως επί το πλείστον 8ωρο – κοινωνική ασφάλιση και άλλα πράγματα που απορρέουν από τα παραπάνω. β) μειώνει το λεγόμενο μη μισθολογικό κόστος, τις εργοδοτικές εισφορές. Μειώνει δηλαδή τον μισθό εργασίας. Από την άλλη αυξάνει, έστω και λίγο, την εισφορά του εργαζόμενου.

Απορρύθμιση της έννοιας της Απασχόλησης

Υποβαθμίζονται σε βαθμό κατάργησης οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η διαπραγμάτευση γίνεται μεταξύ εργοδότη και τοπικής ένωσης εργαζομένων. Στο σημείο αυτό, σημαντικός παράγοντας είναι η απουσία συνδικάτων ικανών να διαπραγματευτούν με ευνοϊκούς για τους εργαζόμενους όρους. Η ρύθμιση του χρόνου εργασίας δεν γίνεται με βάση τη μέρα και την εβδομάδα (40/48 ώρες ισοκατανεμημένες), αλλά το χρόνο. Έτσι, εισάγεται η ευελιξία και η διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Ο εργοδότης μπορεί να «αξιοποιεί» το εμπόρευμα της εργατικής δύναμης που αγοράζει με πολύ καλύτερο τρόπο αφού:

Δεν γίνονται νέες προσλήψεις (έκτακτων, κλπ). Παράλληλα, αυξάνεται το όριο απολύσεων. Η ανεργία έτσι αυξάνεται.

Δεν πληρώνονται πλέον υπερωρίες και συνεπώς αυξάνει η κερδοφορία του κεφαλαίου και μειώνεται ο μισθός. Αυτό έχει σαν συνέπεια να πέσει η «ενεργός ζήτηση» της πλειοψηφίας του λαού.

Χτυπιέται η κοινωνική και συνδικαλιστική ζωή των εργαζομένων. Τα σωματεία αποδυναμώνονται ακόμη περισσότερο και δεν μπορούν να διαπραγματευτούν τους όρους εργασίας. Έτσι όμως διασαλεύονται οι όροι της θεωρίας των Νεοκλασικών, για το σχηματισμό των τιμών.

Το «Μη Μισθολογικό Κόστος»

Οι εργοδοτικές εισφορές είναι μέρος του μισθού. Μειώνεται λοιπόν παραπέρα ο μισθός. Μειώνονται όμως και τα έσοδα των Ασφαλιστικών Ταμείων.

Αύξηση της Σχετικής και Απόλυτης Υπεραξίας

Με τις παραπάνω αναδιαρθρώσεις, το κράτος πετυχαίνει για λογαριασμό των εργοδοτών πολλαπλό όφελος, που μεταφράζεται σε αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων και, για την ακρίβεια βελτίωση των προϋποθέσεων για διατήρηση της ταξικής κυριαρχίας του Κεφαλαίου πάνω στην Εργασία. Πιο συγκεκριμένα:

Ι. Ευελιξία του χρόνου εργασίας.

Αυτό σημαίνει παράταση (αύξηση) ή μείωση της εργάσιμης μέρας, «σύμφωνα με τις ανάγκες της παραγωγής», «σύμφωνα με τα όρια όπως καθορίζονται από το νέο νόμο».

  1. i. Αύξηση της Εργάσιμης Ημέρας.

«Αν η εργάσιμη ημέρα παραταθεί […] και μείνει αμετάβλητη η τιμή της εργατικής δύναμης (μισθός), τότε μαζί με το απόλυτο μεγαλώνει και το σχετικό μέγεθος της υπεραξίας». (1) Ο εργοδότης έχει την δυνατότητα να αυξήσει την εργάσιμη μέρα μέχρι και 12 ώρες. Σε συνδυασμό με τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης, το όριο αυτό ενδέχεται και να μεγαλώσει. Ο εργαζόμενος δεν αποζημιώνεται πρόσθετα γι’ αυτό.

Όμως «όταν παραταθεί η εργάσιμη ημέρα, η τιμή της εργατικής δύναμης μπορεί να πέσει κάτω από την αξία της […]. Ίσαμε ένα ορισμένο σημείο η μεγαλύτερη φθορά της εργατικής δύναμης, φθορά αναπόσπαστη από την παράταση της εργάσιμης ημέρας, μπορεί να αναπληρωθεί με μεγαλύτερη αναπλήρωσή της. Πέρα από αυτό το σημείο η φθορά αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο και ταυτόχρονα καταστρέφονται όλοι οι κανονικοί όροι αναπαραγωγής και λειτουργίας της εργατικής δύναμης»(Μαρξ, 2002, p. 542).

  1. ii. Μείωση της Εργάσιμης Ημέρας.

«Όλες οι συνηθισμένες αντιρρήσεις για τον περιορισμό της εργάσιμης ημέρας προϋποθέτουν πως το φαινόμενο συντελείται στις συνθήκες που υποθέσαμε εδώ (σταθερή εντατικότητα της εργασίας, σταθερή παραγωγική δύναμη), ενώ στην πραγματικότητα γίνεται το αντίθετο: η αλλαγή στην παραγωγικότητα και εντατικότητα της εργασίας είτε προηγείται από τη συντόμευση της εργάσιμης μέρας, είτε την ακολουθεί άμεσα» (Μαρξ, 2002, pp. 541–2).

Θα πρέπει, σ’ αυτό το σημείο, να θυμηθούμε ότι ο ορισμός του αναγκαίου χρόνου, δεν αφορά την απασχόληση. Αν η μείωση της εργάσιμης ημέρας, για μια χρονική περίοδο (χαμηλής παραγωγής, υποαπασχόληση) είναι τέτοια ώστε ο εργαζόμενος να μην πληρώνεται την αξία της εργατικής του δύναμης, ανεξάρτητα από το αν την έχει εργαστεί, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αποταμιεύει χρήματα από την περίοδο που θα υπεραπασχολείται. Αυτό όμως είναι ιδιαιτέρως δύσκολο για έναν εργαζόμενο, που ως επί το πλείστον πληρώνεται οριακά την αξία της εργατικής του δύναμης, όταν υπεραπασχολείται.

Μια άλλη λύση είναι να οδηγηθεί στην λύση της δεύτερης απασχόλησης για το εν λόγω διάστημα. Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε αύξηση της ανεργίας.

ΙΙ. Ευελιξία στο είδος της απασχόλησης.

Με την «πολυειδίκευση» και την «απασχολησιμότητα» αλλοιώνεται πλέον το κατεστημένο της μιας ειδικότητας, της ειδικευμένης εργασίας και της αντίστοιχης πληρωμής. Δημιουργείται δηλαδή άλλη μια νομοθετική προϋπόθεση – στην πράξη απαντιέται ήδη – μείωσης του εργατικού μισθού, της τιμής της εργατικής δύναμης.

III. Διευθέτηση του χρόνου εργασίας.

Πέρα από την ευελιξία στο μέγεθος της εργάσιμης μέρας, δίνεται η δυνατότητα στον καπιταλιστή να αλλοιώσει και το συνεχόμενο ωράριο. Η εργάσιμη ημέρα μπορεί να είναι από 2 μέχρι 12 ώρες, καθόλου όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές θα είναι συνεχόμενες ώρες εργασίας. Αυτή η δυνατότητα διευθέτησης του χρόνου εργασίας είναι σημαντική για την αύξηση της εντατικότητας της εργασίας. Ο εργοδότης αξιοποιεί τον εργαζόμενο πιο αποδοτικά, αφού αυτός θα εργάζεται αυστηρά τις ώρες που τον έχει ανάγκη η επιχείρηση. Σύμφωνα και με τη θεωρία μετασχηματισμού της εργατικής δύναμης, ευνοείται ο παραπέρα ορθολογισμός της παραγωγής με την συμβολή της τεχνολογίας. Μειώνονται δηλαδή οι απώλειες χρόνου κατά την εργασιακή διαδικασία, ιδιαίτερα σε περιόδους υποαπασχόλησης, αλλά και σε περιόδους σταθερής και αυξημένης απασχόλησης. Αυτό πετυχαίνεται χωρίς πρόσθετες επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο.

Ακόμα, ο εργαζόμενος δεν αποζημιώνεται για την πρόσθετη αξία που παράγει, στον ίδιο χρόνο. Όλη λοιπόν η πρόσθετη αξία που παράγεται, γίνεται προϊόν ιδιοποίησης του εργοδότη, υπεραξία.

Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας έχει και άλλες επιπτώσεις στην ζωή του εργαζόμενου, οι οποίες επηρεάζουν την αξία της εργατικής δύναμης ή, γενικότερα, τους όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης:

  1. i. Αύξηση της αξίας της εργατικής δύναμης.

Αυξάνονται οι οικογενειακές δαπάνες. Αυτό αφορά από την οργάνωση της οικογενειακής ζωής (φύλαξη των παιδειών, μαγείρεμα) μέχρι τα έξοδα μετακίνησης από και προς την εργασία. Από τη στιγμή που ο εργαζόμενος δεν πληρώνεται αυτήν την αύξηση στην αξία της εργατικής του δύναμης, μειώνεται ο πραγματικός μισθός.

  1. ii. Αποδιοργάνωση της κοινωνικής και προσωπικής ζωής του εργάτη.

Οι κοινωνικές δραστηριότητες του εργαζόμενου βάλλονται, ο ελεύθερος χρόνος γίνεται τόσο «ελεύθερος», όσο ελεύθερος είναι και ο εργαζόμενος να τον αξιοποιήσει κατά βούληση. Το «κόστος ευκαιρίας» για την ξεκούραση γίνεται πολύ μεγάλο. Δημιουργείται το πρότυπο του εργαζόμενου που θα είναι δυνατό να εργαστεί οποιαδήποτε ώρα, οσεσδήποτε φορές της ημέρας (ίσως και της νύχτας). Τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα, συν τοις άλλοις την…

iii. …Αποδιοργάνωση της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης.

Γίνονται ακόμα δυσκολότεροι οι όροι οργάνωσης της εργατικής τάξης. Έτσι αποδυναμώνεται ο ένας πόλος και ενισχύεται, αυτόματα, ο άλλος: η κεφαλαιοκρατική τάξη. Το γεγονός αυτό μπορεί να μην επιτρέπει στο Κεφάλαιο να αντλήσει άμεσα υπεραξία, αλλά του δίνει τη δυνατότητα να ισχυροποιήσει τη θέση του για μελλοντική αύξηση της εκμετάλλευσης των εργατών. Επιπλέον, η παραπέρα αποδυνάμωση των σωματείων είναι όρος για την εφαρμογή του νομοσχεδίου αφού, έστω και τυπικά, θεωρείται αναγκαία η συναίνεση του σωματείου σε πολλά ζητήματα (όπως η παράταση της εργάσιμης ημέρας).

IV. Μείωση των Εργοδοτικών Εισφορών.

Αυτό σημαίνει αυτόματα μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, του μισθού. Συνεπακόλουθα, έχουμε μείωση των παραγωγικών δαπανών για εργασία, μείωση δηλαδή του μεταβλητού κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ανάλογη μείωση του κόστους παραγωγής. Μείωση του μισθού σημαίνει, όπως έχουμε ήδη πει, αύξηση του ποσοστού υπεραξίας και αύξηση του κέρδους, εφόσον η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει σταθερή. Να σημειωθεί εδώ, ότι στις προηγούμενες υποθέσεις μας (ευελιξία, διευθέτηση χρόνου εργασίας), ο μισθός θεωρήθηκε ότι μένει σταθερός, ενώ τελικά δεν είναι έτσι τα πράγματα.

V. Αύξηση του Ορίου Απολύσεων.

Μέχρι σήμερα ίσχυε, για επιχειρήσεις που απασχολούσαν πάνω από 50 άτομα, το όριο του 2% (του προσωπικού) το μήνα στις απολύσεις προσωπικού. Το όριο αυτό ουσιαστικά καταργείται. Από Μαρξιστική άποψη, αύξηση του ορίου απολύσεων (μέχρι και 11% το μήνα) σημαίνει ότι στη δράση του νόμου της καπιταλιστικής συσσώρευσης αίρεται ακόμα ένα εμπόδιο, που έμπαινε μέχρι σήμερα στη λειτουργία του από το κράτος. Να σημειωθεί ότι πρόκειται για μια κατάκτηση της εργατικής τάξης που καταργείται. Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται ο εργατικός εφεδρικός στρατός, οι άνεργοι δηλαδή. Αυξάνει η πίεση που ασκείται πάνω στους εργαζόμενους οι οποίοι βρίσκονται ως εκ τούτου σε χειρότερη κατάσταση. «Όσο μεγαλύτερος όμως είναι αυτός ο εφεδρικός στρατός σε σχέση με τον εν ενεργεία εργατικό στρατό, τόσο μαζικότερος είναι ο σταθεροποιημένος υπερπληθυσμός που η φτώχια του είναι ευθέως ανάλογη προς τα βάσανα της δουλειάς του ενεργού εργατικού στρατού» (Μαρξ, 2002, p. 667).

VI. Μερική Απασχόληση.

Στην ουσία, πρόκειται περί μοιρασιάς της ανεργίας σε περισσότερα εργαζόμενα άτομα. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το κατώτατο όριο των 4ων ωρών για τη μερική απασχόληση αίρεται με το νέο νόμο. Ακόμη θα πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι ο νόμος για τα εργασιακά πλαισιώνεται από μια πλειάδα άλλων νόμων και ρυθμίσεων. Σύμφωνα και με αυτά, η τιμή της εργατικής δύναμης πέφτει (μειωμένη ασφάλιση, επιδόματα, αποζημιώσεις).

Ισχύει και γι’ αυτήν την ρύθμιση, ότι αναφέρθηκε παραπάνω για την μείωση της εργάσιμης ημέρας. Σ’ αυτήν όμως την περίπτωση, ο εργαζόμενος δεν έχει την επιλογή της αποταμίευσης, ούτε θεωρητικά, γιατί είναι «μονίμως» υποαπασχολούμενος. Και με αυτό το μέτρο δημιουργούνται προϋποθέσεις για την αύξηση του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού.

VII. Υπερωρίες.

Σχεδόν έχει καλυφτεί το θέμα μέσα από τις παραπάνω επιμέρους αναλύσεις. Οι υπερωρίες καταργούνται και ταυτόχρονα καταργείται κάθε ρύθμιση ή υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώνει τον εργαζόμενο για κάθε επιπλέον φθορά της εργατικής του δύναμης (πέρα από αυτή που πληρώνεται με το μισθό). Από την άλλη, η τιμή της εργατικής δύναμης μειώνεται.

Η κατάργηση των υπερωριών μειώνει de facto τον μισθό. Αυτό, όπως έχουμε αναφέρει αυξάνει το ποσοστό υπεραξίας. Το θέμα όμως είναι ότι αυτή η αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων γίνεται με ταυτόχρονη φθορά της εργατικής δύναμης, λόγω της παράτασης της εργάσιμης ημέρας.

Επιπλέον, η κατάργηση[2] των υπερωριών μειώνει την ανάγκη επιπλέον προσλήψεων. Ιδιαίτερα αυτό παρατηρείται σε εποχιακά επαγγέλματα και σε επαγγέλματα με διακυμάνσεις στην παραγωγή. Οι αντίστοιχες επιχειρήσεις απαλλάσσονται από την ανάγκη να προσλάβουν έκτακτο και εποχιακό προσωπικό, εφόσον δίνεται σε αυτές η δυνατότητα να απασχολήσουν περισσότερες ώρες το προσωπικό τους την περίοδο της αυξημένης παραγωγής, και να τους υποαπασχολήσουν όταν η παραγωγή σημειώσει καμπή. Αυτό βέβαια συνεπάγεται αύξηση της ανεργίας με τα αποτελέσματα που αναφέραμε παραπάνω.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι ο «νόμος για τα εργασιακά», όπως λέγεται, συνοδεύεται από μια πλειάδα άλλων νόμων, τροποποιήσεων και αλλαγών στην ελληνική κοινωνία που, άμεσα ή έμμεσα εξυπηρετούν τους ίδιους σκοπούς, την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από την τάξη των κεφαλαιοκρατών, μέσω της αύξησης της υπεραξίας, που είναι η πηγή της εκμετάλλευσης αυτής. Τέτοιοι νόμοι είναι ο νόμος για το ασφαλιστικό σύστημα, για την υγεία (ψηφίστηκε στις 16/01/2001), η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση(2525/97). Ακόμα, η ιδιωτικοποίηση δημόσιου πλούτου με αρνητικούς όρους για το δημόσιο, όπως η ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, της ΔΕΗ, του ΟΑΕΔ κ.ά. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι τα «δημόσια αγαθά» δεν είναι τίποτα άλλο παρά εμπορεύματα που η αξία τους υπολογίζεται στην αξία της εργατικής δύναμης.

Σύμφωνα και με την παρατήρηση αυτή, θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμα έναν παράγοντα που αυξάνει την αξία της εργατικής δύναμης: τα εργατικά ατυχήματα, το κόστος των οποίων επωμίζονται τώρα, κατά κύριο λόγο οι εργαζόμενοι. Η παρατήρηση γίνεται σε συνδυασμό με την αύξηση της φθοράς της εργατικής δύναμης από τους παράγοντες που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μισθοί στην Ελλάδα είναι – ήδη – οι χαμηλότεροι στην Ε.Ε., σε αντίθεση με την κατάσταση που αφορά την κερδοφορία του ελληνικού κεφαλαίου.

Σαν Επίλογος: Συμπεράσματα

Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο χρησιμοποιούσε ως αριθμητικό παράδειγμα για τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας το 12ωρο και για τον αναγκαίο χρόνο εργασίας το 6ωρο. Μιλούσε, ενδεικτικά αλλά όχι τυχαία για ένα ποσοστό υπεραξίας 100%. Σήμερα, η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας τείνει πάλι στις 12 ώρες. Ο αναγκαίος όμως χρόνος εργασίας έχει πέσει πολύ κάτω από τις 6 ώρες, ίσως και στις 3. Ύστερα από 130 χρόνια [150 χρόνια σήμερα, ΓΛ], ο νόμος κατοχυρώνει την δυνατότητα να φτάσει νόμιμα το ποσοστό υπεραξίας στο 300% και να το ξεπεράσει (αν η εργάσιμη ημέρα υπερβεί το 12ωρο). Είναι λοιπόν προφανές, ότι για τους εργαζόμενους δεν αρκεί η κατοχύρωση των οικονομικών τους αιτημάτων. Το παράδειγμα του Σικάγου του 1886 αυτό δείχνει. Αργά ή γρήγορα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η τάξη των καπιταλιστών θα βρει την κατάλληλη στιγμή για να πάρει πίσω όσα έχει αναγκαστεί από την ταξική πάλη να παραχωρήσει. Η προλεταριακή επανάσταση, η επανάσταση των εργατών ενάντια στους εκμεταλλευτές τους και – ταυτόχρονα – ενάντια στην ίδια την εκμετάλλευση δεν θα σημάνει μόνο την εκπλήρωση μιας ιστορικής αποστολής για την εργατική τάξη αλλά και μια απώλεια για αυτήν: των αλυσίδων της.»

 

Μαρξ, Κ. (2002). Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. (Μέρη 5ο και 7ο)

Α. Βλάχου (Επιμέλεια), (1999). Σύγχρονη Οικονομική Θεωρία: Ριζοσπαστικές Κριτικές του Νεοφιλελευθερισμού. Τυπωθήτω – Δαρδανός, σελ. 31-45, 61-68.

Α. Βλάχου και R. Wolff (επιμέλεια), (1993). Πολιτική Οικονομία του Καπιταλισμού, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κ. Μαρξ, (1993). «Η μετατροπή του Χρήματος σε Κεφάλαιο», στο βιβλίο Α. Βλάχου και R. Wolff (επιμέλεια), σελ. 66-89

Θ. Λιανός, (1985). Μαρξιστική Οικονομική Ανάλυση, Αθήνα, σελ. 107-124, 145-157

  1. Berch, (1980). «Οι Μισθοί και η Εργασία» από το βιβλίο των F. Green – P. Note (Επιμ.) Τα Οικονομικά χωρίς Προσωπείο, Κάλβος 1980, σελ. 138-156
  2. Aglietta, (1993). «Οι Μετασχηματισμοί της Εργασιακής Διαδικασίας», στο βιβλίο Α.Βλάχου και R. Wolff (επιμέλεια), σελ. 130-151

[1] Η πρώτη συνεδρίαση αυτής της επιτροπής έγινε στις 14 Απριλίου του 2021.

[2] Τυπικά δεν καταργείται η υποχρέωση των καπιταλιστών να πληρώνουν υπερωρίες. Αυτή όμως η υποχρέωση δεν τίθεται σε ημερήσια βάση αλλά σε ετήσια. Υπερωρία δικαιούται ένας εργαζόμενος αν υπερβεί έναν αριθμό ωρών εργασίας το χρόνο!

«ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ»

 


 

Με λεκτικές ακροβασίες,  παραπλανητικά επιχειρήματα και εξωραϊσμό των σκοπιμοτήτων του εργασιακού νομοσχεδίου που ο υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, Κ. Χατζηδάκης, κατέθεσε στη Βουλή, επιχειρείται από την κυβέρνηση και τους παρατρεχάμενους της δημοσιογράφους και διανοούμενους κάθε μορφής, με τη συνδυασμένη επιρροή τους, να χειραγωγήσουν και να ελέγξουν αντιδράσεις των εργαζομένων. Τα τουλάχιστον αφελή επιχειρήματα για τις απλήρωτες υπερωρίες και την κατάργηση του οκταώρου, που βαφτίζεται διευθέτηση του χρόνου εργασίας, για τις νέες ρυθμίσεις σχετικά με τις απεργίες, με τον υποκριτικό ισχυρισμό πως στοχεύουν στην διαφάνεια και την ενίσχυση της αξιοπιστίας του συνδικαλισμού, μετά από ενάμιση αιώνα αγώνων της εργατικής τάξης δεν θα έπρεπε να πείθουν κανένα σύγχρονο εργαζόμενο. Θα πρέπει η εξαθλίωση να αγγίξει την πλειοψηφία των εργαζομένων, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, αντίστοιχη μ’ αυτή των αρχών του 20ου αι. για να συνειδητοποιηθεί η έκταση και η ένταση της εκμετάλλευσης τους από την κυρίαρχη τάξη; Πώς επιτρέψαμε οι εργαζόμενοι να φτάσουν σε σημείο που να μην μοιάζουν τόσο απόμακρες οι εργασιακές καταστάσεις τις οποίες ο Τζακ Λόντον αναφέρει  στο έργο του «Οι άνθρωποι της Αβύσσου» περιγράφοντας τις φτωχογειτονιές του Λονδίνου στο μακρινό 1902 και να μην αναγνωρίζουμε τις αιτίες τους;

«(…) Ήταν νύχτα κι όλοι όσοι συζητούσαν ήταν εργάτες της ανώτερης τάξης. Είχαν περικυκλώσει έναν δικό τους, έναν τριαντάρη με συμπαθητικό πρόσωπο και τον προγκούσαν άγρια.

       Μα τι θα γίνει με τους φτηνούς μετανάστες; Ρώτησε ένας από δαύτους.

       Δεν πρέπει να κατηγορείς αυτούς, ήταν η απάντηση. Είναι σαν κι εμάς και πρέπει κι αυτοί να ζήσουν. Μην κατηγορείς τους ανθρώπους που δουλεύουν για πιο λίγα και σου παίρνουν τη δουλειά.

         Και η γυναίκα και τα παιδιά; Ρώτησε πάλι ο άλλος.

         Εδώ είμαστε, ήρθε η απάντηση. Τι γίνεται με τη γυναίκα και τα παιδιά του ανθρώπου που δουλεύει για πιο λίγα και σου παίρνει τη δουλειά; (…)Νοιάζεται πιο πολύ για τη δικιά του γυναίκα και τα δικά του παιδιά και δε θέλει να τους βλέπει να πεινάνε. Γι’ αυτό και δουλεύει για λιγότερα και στου παίρνει τη δουλειά. Μα δεν πρέπει να τον κατηγορείς αυτόν τον φουκαρά. Δεν μπορεί  να κάνει τίποτε άλλο. Οι μισθοί πάντα πέφτουν όταν μια δουλειά την κυνηγάνε δυο άνθρωποι. Είναι σφάλμα του ανταγωνισμού, κι όχι του ανθρώπου που ρίχνει την τιμή.

         Μα οι μισθοί δεν πέφτουνε όταν υπάρχει συνδικάτο, παρατήρησε ο πρώτος.

         Να ΄μαστε  πάλι, χτύπησες διάνα. Το συνδικάτο ρυθμίζει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους εργάτες, αλλά κάνει δυσκολότερα τα πράματα στους κλάδους όπου δεν υπάρχουν συνδικάτα. Γι’ αυτό μπαίνει στη μέση και η φτηνή δουλειά . Είναι ανειδίκευτοι, δεν έχουν συνδικάτα και κόβουν ό ένας το λαιμό του αλλουνού και τους δικούς μας λαιμούς στο παζάρι για τη δουλειά, αφού δεν αποκτήσαμε ακόμα ένα ισχυρό συνδικάτο.

         Χωρίς πολλές κουβέντες, ο  άνθρωπος αυτός (…) είπε καθαρά τι συμβαίνει όταν δυο άνθρωποι κυνηγάνε την ίδια δουλειά. Οι μισθοί οπωσδήποτε πέφτουν. Αν είχε εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στο ζήτημα, θα είχε ανακαλύψει ότι ακόμα και το συνδικάτο, με είκοσι χιλιάδες μέλη ας πούμε, δεν θα μπορούσε να κρατήσει  σε ικανοποιητικό επίπεδο τους μισθούς αν είκοσι χιλιάδες πεινασμένοι άνεργοι προσπαθούσαν να πάρουν τη θέση των εργατών μελών του συνδικάτου.(…) Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται σε κακό χάλι, από οικονομική άποψη, και πυκνώνουν τις στρατιές των ανέργων. Σ’ ολόκληρη τη χώρα παρατηρείται  γενική μείωση των μισθών, πράγμα που συνεπάγεται συγκρούσεις στον τομέα της εργασίας και απεργίες, κι αυτό στη συνέχεια το εκμεταλλεύονται οι άνεργοι, που με μεγάλη χαρά παίρνουν στα χέρια  τα σύνεργα της δουλειάς που άφησαν καταγής οι απεργοί.

(…) Όταν οι άνθρωποι που θέλουν να δουλέψουν είναι περισσότεροι απ’ τις δουλειές, γίνεται ένα ψιλοκοσκίνισμα. Απ’  όλους τους κλάδους της βιομηχανίας, απομακρύνονται οι λιγότεροι αποδοτικοί εργάτες. Αφού η ανικανότητα τους είναι αυτή που τους διώχνει από τη δουλειά, δεν μπορούν ν’ ανέβουν αλλά είναι υποχρεωμένοι να κατέβουν και να εξακολουθούν να κατεβαίνουν μέχρι που να φτάσουν στο επίπεδο που τους αρμόζει, σ’  ένα μέρος του βιομηχανικού πλέγματος όπου θα είναι αποδοτικοί. Κατά συνέπεια, έπεται αναμφισβήτητα ότι οι λιγότερο αποδοτικοί θα πρέπει να κατέβουν στον πάτο (…)

Φτάσαμε, το λοιπόν στο πώς φτιάχνονται η Άβυσσος και τα σφαγεία. Από ολόκληρο το πλέγμα της βιομηχανίας διώχνονται διαρκώς άνθρωποι. Ξεσκαρτάρονται οι μη αποδοτικοί και πετιούνται κάτω.

(…)Οι ακατάλληλοι και οι άχρηστοι! Η βιομηχανία δεν τους έχει ανάγκη. Δεν υπάρχουν δουλειές που να βγαίνουν και να παρακαλάνε για άντρες και γυναίκες. Οι λιμενεργάτες κάνουν ουρά στις πόρτες του λιμανιού και βρίζουν και φεύγουν όταν δεν τους έχουν ανάγκη οι επιστάτες. …514.000 εργάτες της υφαντουργίας ψήφισαν εναντίον μιας πρότασης που ήθελε ν’ απαγορευτεί η δουλειά στα παιδιά κάτω των δεκαπέντε.

…Οι ακατάλληλοι και οι άχρηστοι! Οι εξαθλιωμένοι κι οι καταφρονεμένοι κι οι λησμονημένοι, που πεθαίνουν στα σφαγεία της κοινωνίας. Τα γεννήματα της πορνείας, της πορνείας αντρών και γυναικών και παιδιών, της σάρκας και του αίματος, της σπιρτάδας και του πνεύματος. Κοντολογής, γεννήματα της εκπόρνευσης της εργασίας. Αν αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει ο πολιτισμός για την ανθρωπότητα, τότε προτιμούμε τη φοβερή και γυμνή κατάσταση του άγριου. Χίλιες φορές καλύτερα να είμαστε άνθρωποι που ζούν στην άγρια ζούγκλα και στην έρημο, στα σπήλαια και στις πεδιάδες, παρά να είμαστε οι άνθρωποι των μηχανών της Αβύσσου»

 

(Τζακ Λόντον, «Οι άνθρωποι της αβύσσου» σελ. 140-143, 201, Ελληνικές εκδόσεις, 1987)

6 Ιουν 2021

Η μάχη ενάντια στο αντεργατικό σφαγείο είναι ήδη σε εξέλιξη

 


Η επιτυχημένη απεργία στις 26/11 (όταν η ηγεσία της ΓΣΕΕ του Παναγόπουλου και δυνάμεις εντός ΑΔΕΔΥ μιλούσαν για «απεργία χωρίς περιεχόμενο») αλλά και η απεργία της Πρωτομαγιάς, στις 6/5 (και πάλι σε κόντρα με την ηγεσία της ΓΣΕΕ, που σε συνεννόηση με την κυβέρνηση επιχείρησε να τη μετατρέψει σε προέκταση των διακοπών του Πάσχα) αποτελούν παρακαταθήκη.

Στη συνέχεια αυτών, χιλιάδες εργαζόμενοι βρέθηκαν έξω από το υπουργείο Εργασίας στις 12/5, όταν ο υπουργός Εργασίας παρουσίαζε το νομοσχέδιο, ενώ την επόμενη μέρα χιλιάδες εργαζόμενοι πλημμύρισαν το κέντρο της Αθήνας και άλλων πόλεων στις συγκεντρώσεις των συνδικάτων, των Ομοσπονδιών και των Εργατικών Κέντρων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ. Σχεδόν καθημερινά έξω από το υπουργείο Εργασίας διαδηλώνουν εργαζόμενοι από κλάδους και χώρους δουλειάς, ενώ ιδιαίτερα πετυχημένα και μαζικά ήταν τα παλλαϊκά συλλαλητήρια στις 3 Ιούνη.

Ολη αυτή η προσπάθεια, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, προετοιμάζει καθημερινά την επιτυχία της πανεργατικής απεργίας στις 10 του Ιούνη και την κλιμάκωση του αγώνα. Δίνουμε όλες μας τις δυνάμεις για να μην ψηφιστεί το αντεργατικό έκτρωμα, για να ξηλωθεί όλο το αντεργατικό οπλοστάσιο της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων, για να γίνει υπόθεση όλο και περισσότερων εργαζομένων ο αγώνας για τις δικές μας ανάγκες στη δουλειά και τη ζωή.

Σε κόντρα με τις δυσκολίες και τα σχέδια υπονόμευσης, προχωράμε αποφασιστικά

Το διαλυτικό σχέδιο της κυβέρνησης, από κοινού με την ηγεσία της ΓΣΕΕ, ήταν εξαρχής να μετατεθεί η συζήτηση σε επιμέρους πλευρές του νομοσχεδίου, να πλασαριστεί η άποψη ότι στο νομοσχέδιο «υπάρχουν αρκετά θετικά, αλλά και κάποια αρνητικά σημεία που μπορούν να βελτιωθούν». Αφού απέτυχαν να εξαπατήσουν με αυτόν τον τρόπο, έπιασαν άλλο «γαϊτανάκι», με την προσπάθεια να μετατοπιστεί η συζήτηση στην ημερομηνία της απεργίας και με ξεκάθαρο στόχο να ακυρωθεί η ενιαία απεργιακή απάντηση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Και αυτός ο σχεδιασμός έπεσε στο κενό. Υπάρχει πείρα στο ταξικό κίνημα ώστε να ξεπερνά τις παγίδες του κυβερνητικού συνδικαλισμού.

Μετά και την παρελκυστική τακτική της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, τις κωλυσιεργίες και τις σκόπιμες καθυστερήσεις στη λήψη απόφασης για απεργία, αλλά και την καταψήφιση της απεργίας στις 3 του Ιούνη από τη ΓΣΕΕ, η ΑΔΕΔΥ, το ΕΚΑ και άλλα συνδικάτα μετέφεραν την ημερομηνία της απεργίας για τις 10 Ιούνη. Το κρίσιμο στη φάση αυτή δεν ήταν η ημερομηνία αλλά η ανάγκη πανεργατικής απεργίας, διαμόρφωσης προϋποθέσεων για πανεργατικό απεργιακό μέτωπο και παραπέρα κλιμάκωση. Αυτό το είχαν καταλάβει ακόμα και τα μικρά παιδιά. Το σχέδιο διάσπασης του κοινού αγώνα όλων των εργαζομένων δεν πέρασε.

Δυστυχώς, η ηγεσία των Παρεμβάσεων/ΑΝΤΑΡΣΥΑ επέλεξε, με την τυχοδιωκτική της στάση, να ρίξει νερό στο μύλο των διαλυτικών σχεδίων της κυβέρνησης και του εργοδοτικού συνδικαλισμού και μάλιστα λίγες μέρες πριν από την απεργιακή αναμέτρηση.

Πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνεύσει ο κάθε καλοπροαίρετος εργαζόμενος τη στάση της ηγεσίας των Παρεμβάσεων/ΑΝΤΑΡΣΥΑ που επέμεινε για ξεχωριστή απεργία στο Δημόσιο, στις 3 Ιούνη, απέναντι στην απόφαση για κοινή απεργία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα; Κρύβουν από τους εργαζόμενους ότι ακόμα και η απόφαση της ΑΔΕΔΥ για 24ωρη απεργία στις 3 Ιούνη (που οι ίδιοι καταψήφισαν) μιλούσε για πανεργατική απεργία. Επιχείρησαν να καλλιεργήσουν την απογοήτευση σε χώρους δουλειάς, φτάνοντας στο σημείο να μιλάνε για «ακύρωση της απεργίας στις 3 του Ιούνη». Η απεργία δεν ακυρώθηκε. Σε πείσμα όλων, κυβέρνησης, εργοδοσίας και συμβιβασμένων ηγεσιών, θα γίνει στις 10 του Ιούνη, θα πετύχει και θα κλιμακωθεί.

Οι εκπρόσωποι των Παρεμβάσεων/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μάλιστα, σε ΔΟΕ και ΟΛΜΕ «το τερμάτισαν». Αλλού πρότειναν την Τρίτη 1/6 να αποφασιστεί απεργία για τις 3/6 (!), μόνο για τον χώρο της Εκπαίδευσης - τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι είχαν αποφασίσει απογευματινά συλλαλητήρια -, αλλού πρότειναν 48ωρη απεργία και αλλού 48ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες. Πρότειναν διαφορετική συγκέντρωση για τον κλάδο των εκπαιδευτικών και διαφορετική για τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Αν μια τέτοια στάση δεν είναι υπονόμευση της πανεργατικής απεργίας και της προοπτικής κλιμάκωσης, τότε τι είναι;

Προκαλεί σοβαρά ερωτήματα και προβληματισμό η ανακοίνωση του ΝΑΡ, αλλά και η κατάπτυστη δήλωση των εκλεγμένων των Παρεμβάσεων/ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα ΔΣ ΔΟΕ - ΟΛΜΕ που επιχείρησε να ταυτίσει το ΠΑΜΕ με τον Παναγόπουλο. Ξεπέρασαν κάθε χυδαιότητα και μίλησαν για «προδοσίες και ξεπουλήματα στα γιουσουρούμ». Τόλμησαν να εξισώσουν με τους εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ τους αγωνιστές του ταξικού κινήματος, αυτούς που είναι καρφί στο μάτι της εργοδοσίας, αυτούς που πάνω από έναν χρόνο δίνουν αδιάκοπο αγώνα ενάντια στο αντεργατικό τερατούργημα. Τυφλώνει... η αντι-ΠΑΜΕ ψύχωση.

Η απεργία είναι σκληρή αναμέτρηση, δεν προσφέρεται για τυχοδιωκτικά παιχνίδια

Αφού, λοιπόν, δεν κατάφεραν να περάσουν το διαλυτικό τους σχέδιο σε κλάδους του Δημοσίου, όπου διατηρούν ακόμα κάποιες δυνάμεις, πήγαν να στήσουν μια ακραία, τυχοδιωκτική ενέργεια στο λιμάνι του Πειραιά, δίνοντας λαβή στον κυβερνητικό - εφοπλιστικό μηχανισμό, που ήταν προετοιμασμένος - όπως αποδείχτηκε - για να την «υποδεχτεί» και να την αξιοποιήσει.

Εδωσαν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να συκοφαντήσει τα συνδικάτα και την απεργία, το μόνο όπλο που έχουν οι εργαζόμενοι και που το νομοσχέδιο βάζει στο στόχαστρο. Να συκοφαντήσει το ΠΑΜΕ και τις ταξικές δυνάμεις, γιατί από κει νιώθει πραγματικό φόβο και γιατί αποτελούν τον βασικό οργανωτή της λαϊκής πάλης απέναντι σε αυτές τις «ανατροπές του αιώνα».

Εριξαν νερό στο μύλο των αντιδραστικών δυνάμεων, ώστε να μιλούν για «μειοψηφίες που ταλαιπωρούν». Με την τυχοδιωκτική τους στάση καλλιέργησαν την απογοήτευση, αφού άρον άρον, μπροστά στην επίθεση, «μάζεψαν» την απεργία στο λιμάνι, που κράτησε τελικά μόνο για λίγα λεπτά!

Αποδείχτηκε ξανά ότι η απεργία είναι σκληρή ταξική αναμέτρηση, μεγάλο όπλο στα χέρια των εργαζομένων, με το οποίο δεν πρέπει να επιτρέψουμε να κάνουν τυχοδιωκτικά παιχνίδια.

Οι μάχες είναι μπροστά μας. Ολοι στον αγώνα για την επιτυχία της απεργίας. Το δίκιο θα κριθεί στον δρόμο του αγώνα!

 

Η χαμένη τιμή της ενημέρωσης

 


 



Κι ενώ ένα μακρύ, καυτό (από πλευράς εξελίξεων) καλοκαίρι μόλις ξεκίνησε, μια κυρία, πολιτευτής της ΝΔ, κατάφερε όσα το επικοινωνιακό επιτελείο του Μαξίμου δεν τόλμησε να ονειρευτεί. Εδώ και μία εβδομάδα, ένα απαράδεκτο video της, στο οποίο κατακεραύνωνε κάποιες γυναίκες για ...τρίχες, κιλά, κυτταρίτιδα, πανάδες και ραγάδες, επειδή προσέβαλλαν την αισθητική της, κατόρθωσε να πρωταγωνιστήσει στα ΜΜΕ και να γίνει πάρτι στα social media.

Δεν θα άξιζε ν' ασχοληθεί κανείς με αυτήν την ανεκδιήγητη και κακόγουστη παρέμβασή της, αν δεν συνέβαινε - σ' αυτήν τη βαθιά λαβωμένη κοινωνία, με τα τεράστια προβλήματα - να απολάμβανε τη μερίδα του λέοντος στην «ενημέρωση», αναδεικνύοντας σε μείζον θέμα τις... τρίχες! Μάννα εξ ουρανού, που χρησιμοποιήθηκε για να σπρώξει στην άκρη όσα πραγματικά μας απασχολούν και να παραμερίσει όσα μας «καίνε». Ολα εκείνα δηλαδή που δεν τυγχάνουν τέτοιας εμπεριστατωμένης τηλεοπτικής ανάλυσης, όσο τα ρατσιστικά της φληναφήματα.

Θέματα εκτός ειδήσεων...

Οπως για παράδειγμα το έγκλημα ενάντια στη λαϊκή κατοικία, αφού από την 1η του Ιούνη τέθηκαν σε εφαρμογή οι διατάξεις του νέου πτωχευτικού νόμου, βάζοντας οριστικό τέλος σε ό,τι απέμεινε από τη δικαστική προστασία της πρώτης κατοικίας.

Οπως οι απανωτές δολοφονίες από το παρακράτος και τους μαφιόζους της νύχτας, που παραμένουν ανεξιχνίαστες.

Οπως το γεγονός ότι μόνο το 20% των πολιτών έχει κάνει τις διπλές δόσεις εμβολίου και οι κυβερνητικοί πανηγυρίζουν, ενώ τα Μέσα το παρουσιάζουν ως επιτυχία!

Οπως ότι τα Εργασιακά διαλύονται περισσότερο μέρα με τη μέρα κι αυτό αποσιωπάται πλήρως.

Ομως, σ' ένα πραγματικό δημοσιογραφικό τοπίο, αυτά που θα είχαν πρωταγωνιστική θέση θα ήταν τελείως άλλα θέματα. Θα ήταν - ας πούμε - το αντεργατικό νομοσχέδιο, αυτό το έκτρωμα της κυβέρνησης της ΝΔ. Θα ήταν μια αναφορά στο ότι με τον νέο πτωχευτικό νόμο, κάθε λαϊκό νοικοκυριό βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιότυπη χρεοκοπία, με την οποία είναι υποχρεωμένο να δουλεύει για τις τράπεζες, ενώ όλα τα περιουσιακά του στοιχεία θα περνάνε σ' αυτές.

Δε θυμάμαι ποτέ τα ΜΜΕ να ενημέρωσαν διεξοδικά, αντικειμενικά και ειλικρινά το τι σημαίνει όλο αυτό. Οτι, δηλαδή, οι άνθρωποι θα μένουν ...με ενοίκιο στο σπίτι τους, που θα ορίζουν οι τοκογλύφοι, χάνοντας όλα τα χρήματα που έχουν πληρώσει για την εξόφληση του δανείου.

Ποτέ δεν βρέθηκε στα δελτία χρόνος να αναφερθεί ότι αυτή η επίθεση στο λαό έχει αφετηρία τις πολιτικές όλων των κυβερνήσεων που υπηρετούν τους τραπεζίτες και τα μονοπώλια, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τις κοινωνικές ανάγκες.

Ακούστηκε ποτέ από κάποιο δελτίο ή ενημερωτική εκπομπή ότι το δικαίωμα της κατοικίας έχει γίνει ένα πανάκριβο και απλησίαστο εμπόρευμα, ότι η ανάγκη απόκτησης κατοικίας αποτελεί πεδίο αισχρής τοκογλυφίας από τα νόμιμα αρπακτικά και με την πρώτη αδυναμία πληρωμής ακολουθεί η έξωση και η πώληση σε άλλο θύμα;

Μόνο το ΠΑΜΕ είναι στους δρόμους και μάχεται για όλα αυτά. Κανείς άλλος. Δεν έχω δει κι ακούσει κάποιον να αγωνίζεται για να μη χαθούν περιουσίες από τα κοράκια και τα «φαντς». Είναι, τελικά, μόνο δική του υπόθεση το «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη»;

Σε κανένα δελτίο αυτός ο αγώνας δεν αποτελεί είδηση, ανάλογης βαρύτητας με τις «ραγάδες και τις τρίχες» της προαναφερόμενης κυρίας. Κι όμως, είναι ζωτική ανάγκη να αναπτυχθεί ένα κίνημα που θα αποτρέψει όχι μόνο τους πλειστηριασμούς και τις εξώσεις που θα έρθουν, αλλά και να αγωνιστεί να μη χάσει κανένας το σπίτι του.

Η μουσική μολύνει;

Στο καζάνι που βράζει, αυτές τις μέρες, είναι και το ζήτημα των εργαζομένων στον Πολιτισμό, που συνεχίζουν να δοκιμάζονται σκληρά από την ανεργία, την έλλειψη εισοδήματος, την έλλειψη επαφής με την τέχνη τους και το κοινό.

Ακόμη και οι λίγοι που - με το μερικό άνοιγμα των χώρων - έχουν εξασφαλίσει εργασία για τους επόμενους μήνες, αντιμετωπίζουν δραματική υποβάθμιση των όρων εργασίας τους: Μείωση αμοιβών, επέκταση του δελτίου παροχής υπηρεσιών, εξαναγκασμό σε παραχώρηση πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων τους για διαδικτυακές και τηλεοπτικές αναπαραγωγές του έργου τους κ.α.

Κι ενώ συμβαίνει αυτό, έρχεται ο κ. Χαρδαλιάς να υποστηρίξει ότι «η μουσική αυξάνει το ρίσκο της μετάδοσης του ιού και αυτό έχει αποδειχθεί παγκοσμίως από μεγάλα ερευνητικά και πανεπιστημιακά ιδρύματα και όλους τους λοιμωξιολόγους».

Η ΠΟΘΑ κατηγορεί τον κ. Χαρδαλιά ότι ενοχοποιεί τη μουσική, αλλά και τον χώρο του Πολιτισμού, όπως έχει κάνει σε πολλές άλλες περιπτώσεις, την ώρα που οι επαγγελματίες του κλάδου έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα εδώ και πολλούς μήνες από τις εμμονικές κυβερνητικές αντιλήψεις και τον καλεί να παρουσιάσει άμεσα τις μελέτες στις οποίες αναφέρθηκε.

Επικίνδυνοι παραλογισμοί

Σκεφτείτε, από πέρσι τον Μάρτη μέχρι σήμερα, πόσο παραλογισμό βιώσαμε... Πόσα ατελέσφορα, εξωφρενικά και κατασταλτικά μέτρα εφαρμόστηκαν, στα οποία συμπυκνώθηκε όλη η επικίνδυνη και βαθιά αντιλαϊκή αντίληψη της κυβέρνησης για τη διαχείριση της πανδημίας.

Είδαμε τον δημόσιο τομέα να διαλύεται και τον ιδιωτικό να θησαυρίζει με κρατική στήριξη. Υποστήκαμε τις συνέπειες της απουσίας επιδημιολογικής επιτήρησης και συγκροτημένου σχεδίου διαχείρισης της πανδημίας, διοικητικά πρόστιμα, άχρηστα SMS, παγουρίνα και μάσκες γιγάντων, πρωθυπουργικά διαγγέλματα με σηκωμένο δάχτυλο, απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, ξύλο, συλλήψεις και προσαγωγές διαδηλωτών, self tests, απαγορεύσεις διαδημοτικών μετακινήσεων, περιορισμούς ωραρίου, ανοιγοκλεισίματα σχολείων.

Είδαμε διώξεις και απολύσεις συνδικαλιστών γιατρών και νοσηλευτών, κάθε υπουργό να ακολουθεί το δικό του μπαϊράκι και τον εμβολιασμό του πληθυσμού να μπλοκάρεται από τον «εθνικισμό των εμβολίων» ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και μεγάλα μονοπώλια και άνοιγμα της χώρας στους τουρίστες, πολύ πριν ανοίξει για τους κατοίκους της.

Κι όμως, τίποτε απ' όλα αυτά δε βρήκε το χώρο που του άξιζε, ποτέ και πουθενά στα κάστρα της «έγκυρης ενημέρωσης». Δεν είναι τυχαίο, όμως, που έχει χαθεί ήδη το 1/3 των τηλεθεατών σε σχέση με πέρσι. Το αισιόδοξο στην εποχή της χαμένης τιμής της αξιοπιστίας είναι αυτή ακριβώς η θεαματική αποστροφή των θεατών - και κυρίως του νεανικού κοινού - από την ελεγχόμενη ενημέρωση και την κυβερνητική προπαγάνδα των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών.

Ο «χαρακτήρας» του Τύπου σε μία χώρα είναι δείκτης του «είδους» της δημοκρατίας της. Ενας Τύπος υπό τον πλήρη έλεγχο μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων μάς δείχνει και για ποια δημοκρατία - και κυρίως ποιων - μιλάμε...


Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ
 

Ο σιωνισμός είναι ναζισμός

 


Στις 3 του Ιούνη, η Κομισιόν εξέδωσε ανακοίνωση για να μας ενημερώσει ότι «στη διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκε το αντισημιτικό περιεχόμενο στο διαδίκτυο». Επικαλείται μελέτη με τίτλο "Η άνοδος του αντισημιτισμού στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια της πανδημίας", την οποία εκπόνησε το Institute for Strategic Dialogue (ISD) και στην οποία αναλύεται διαδικτυακό περιεχόμενο στα γαλλικά και τα γερμανικά.

Δεν έχουμε δει τη μελέτη (είναι στα γαλλικά και στα γερμανικά), όμως και μόνο η συσχέτιση της πανδημίας με την έξαρση του αντισημιτισμού μάς βάζει σε υποψίες. Κι αυτό συμβαίνει γιατί ξέρουμε ότι με τον όρο «αντισημιτισμός» περιβάλλουν κάθε πολιτική στην εγκληματική, ρατσιστική, γενοκτονική πολιτική του Ισραήλ σε βάρος του παλαιστινιακού λαού.

Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στην ανακοίνωση της Κομισιόν ότι «η μελέτη διαπίστωσε επίσης διάδοση του περιεχομένου “γκρίζας ζώνης’’, το οποίο ενδεχομένως δεν παραβαίνει τον νόμο για τη ρητορική μίσους ή την άρνηση του Ολοκαυτώματος στη Γαλλία και τη Γερμανία, αλλά παρ’ όλα αυτά, μπορεί να είναι επιβλαβές». Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι αυτή η «γκρίζα ζώνη» δεν είναι παρά αναφορές στα εγκλήματα του σιωνισμού, που είναι ο ναζισμός της εποχής μας, με τις θεωρίες του για τον «περιούσιο λαό» και την «κατωτερότητα» των Αράβων.

Εδώ και πολλά χρόνια, το Ισραήλ και τα ανά τον κόσμο σιωνιστικά λόμπι ξοδεύουν χρήμα και κάνουν συστηματική δουλειά, εργαλειοποιώντας το Ολοκαύτωμα των εβραίων από τους ναζί. Οποιος καταγγέλλει τα εγκλήματα των σιωνιστών στην Παλαιστίνη είναι «αντισημίτης» και «αρνητής του Ολοκαυτώματος». Ακολουθώντας αυτήν την τακτική, όμως, δε θα δυσκολευτούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι χειρότεροι αντισημίτες είναι οι σιωνιστές ηγέτες και ο αφιονισμένος όχλος που τους ακολουθεί.

Αντίθετα, οι πιο συνεπείς πολέμιοι του αντισημιτισμού είναι αυτοί που καταγγέλλουν τα εγκλήματα του σιωνισμού και υποστηρίζουν το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το κίνημα αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό, σε όλο τον κόσμο, στηρίζεται σε αριστερούς, προοδευτικούς, επαναστάτες, δηλαδή σε ανθρώπους που πολεμούν τον αντισημιτισμό σε όλες του τις εκφράσεις. Ούτε είναι τυχαίο ότι σ’ αυτό το κίνημα συμμετέχουν πάρα πολλοί εβραίοι σε όλο τον κόσμο. Μόνο που η φωνή τους δεν ακούγεται, γιατί αποκλείονται από τα συστημικά ΜΜΕ, που θέλουν να κρύψουν το γεγονός ότι το πρόβλημα στην Παλαιαστίνη δεν έχει θρησκευτική αλλά εθνική βάση, δεν είναι σύγκρουση μεταξύ εβραίων και μουσουλμάνων, αλλά σύγκρουση των σιωνιστών κατακτητών με τους Παλαιστίνιους που αγωνίζονται για την απελευθέρωση της πατρίδας τους από την κατοχή.

Η Ayelet Shaked με τον Matteo Salvini. Ιερουσαλήμ 12/12/2018
Και βέβαια, δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι όλα τα ρατσιστικά, φασιστικά, ακροδεξιά πολιτικά ρεύματα της Ευρώπης τάσσονται στο πλευρό του Ισραήλ στη σύγκρουσή του με τους Παλαιστίνιους και την Αντίστασή τους. Στη χώρα μας, για παράδειγμα, όλη η Ακροδεξιά, μαζί και τα νεοναζιστικά μορφώματα των Κασιδιάρη και Λαγού, τάχθηκαν στο πλευρό του Ισραήλ στον τελευταίο πόλεμό του με την Παλαιστινιακή Αντίσταση. Μόνον ο φίρερ Μιχαλολιάκος έμεινε πιστός στον εθνικοσοσιαλιστικό αντισημιτισμό. Ολοι οι υπόλοιποι τάσσονται στο πλευρό του Ισραήλ λόγω αντι-ισλαμισμού, αντι-τουρκισμού, αντι-προσφυγικού ρατσισμού. Ακολουθούν, δηλαδή, το παράδειγμα της Λεπέν, του Ορμπαν, του Σαλβίνι και άλλων ευρωπαίων φασιστών.

Ετσι, διαμορφώνεται μια στενή συμμαχία ανάμεσα στους σιωνιστές του Ισραήλ και την ευρωπαϊκή φασιστική Ακροδεξιά.
Αλλη μια απόδειξη του ότι η πλειοψηφία των οργανωμένων φασιστών έχει εγκαταλείψει τον στερεότυπο αντισημιτισμό των ναζί και συμπεριφέρεται πραγματιστικά. Βλέπουν ποιος είναι ο σύμμαχός τους, χωρίς ιδεολογικά γυαλιά.

Εδώ και κάμποσο καιρό, με αφετηρία τη Γαλλία, αναπτύσσεται στην κεντρική Ευρώπη μια προπαγάνδα περί «ισλαμο-αριστερισμού». Είναι μια ακόμα προσπάθεια του σιωνιστικού λόμπι και των συμμάχων του να δυσφημίσουν κάθε φωνή που τάσσεται υπέρ των δικαίων του παλαιστινιακού λαού και υπέρ των αγώνων ενάντια στην ιμπεριαλιστική νεο-αποικιοκρατία.

Θα ασχοληθούμε κάποια άλλη φορά μ’ αυτήν την πρόστυχη θεωρία. Σημειώνουμε προς το παρόν ότι ο ίδιος ο όρος «ισλαμο-αριστερισμός» συνιστά αντίφαση εν τοις όροις. Αυτοί που αποκαλούν «αριστεριστές» είναι κατά τεκμήριο άθεοι. Δε θα μπορούσαν, λοιπόν, να έχουν οποιαδήποτε αναφορά σε οποιαδήποτε θρησκεία. Οταν αντιμετωπίζουν τη Χαμάς ή την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ ως οργανώσεις της Παλαιστινιακής Αντίστασης, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους συγκρότηση, δεν προσχωρούν στο Ισλάμ. Απλώς εμμένουν στη θεώρησή τους για το αντι-αποικιακό εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα, η οποία έρχεται από παλιά. Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και αργότερα, από τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, όταν αναπτύχθηκαν οι αντι-αποικιακές επαναστάσεις που οδήγησαν στη συγκρότηση εθνικών κρατών στις πρώτες αποικίες.

Μιλώντας για «ισλαμο-αριστερισμό», οι σιωνιστές και οι σύμμαχοί τους προσπαθούν να αποκόψουν κάθε ριζοσπαστική φωνή από την υποστήριξη κινημάτων που εμφανίζονται με θρησκευτικό ιδεολογικό επίχρισμα. Το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των Παλαιστίνιων υπήρχε πριν από τη Χαμάς. Η πλειοψηφία του παλαιστινιακού λαού ήταν και τότε θρησκευόμενη, όμως εμπιστεύτηκε τον αγώνα της σε κοσμικά πολιτικά κινήματα (αν και για τη Φάταχ πρέπει να βάλει κανείς ερωτηματικά, αν σκεφτεί ότι ο Αραφάτ και άλλα ηγετικά στελέχη της προέρχονταν από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα).

Οι εξελίξεις, τις οποίες πολλές φορές έχουμε αναλύσει από τις στήλες της «Κόντρας», έφεραν στο προσκήνιο νέες δυνάμεις όπως η Χαμάς και η ΠΙΤ. Εκείνο που ανέδειξε αυτές τις πολιτικές δυνάμεις δεν είναι το ισλαμικό ιδεολογικό επίχρισμα αλλά η εμμονή τους στον αγώνα για την εθνική απελευθέρωση των Παλαιστίνιων. Απ’ αυτήν -και μόνον απ’ αυτήν- τη σκοπιά βλέπουν τα πράγματα οι «αριστεριστές», οι οποίοι φυσικά δεν έγιναν «ισλαμιστές». Αλλωστε, και οι παλαιστίνιοι «αριστεριστές» (βλ. Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) συνεργάζονται στενά στο επίπεδο της Αντίστασης με τις οργανώσεις του πολιτικού Ισλάμ.

Απ’ όπου και να το πιάσουμε, λοιπόν, είναι παραπάνω από προφανές ότι οι κατηγορίες για «αντισημιτισμό» ή «ισλαμο-αριστερισμό» δεν είναι παρά όπλα στη βρόμικη προπαγάνδα του σιωναζισμού.
Πηγή: Κόντρα

TOP READ