8 Ιαν 2012

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΗΣ  ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ  ΤΑΞΗΣ  
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
του Νίκου Κυρίτση 


Η αύξηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, αναπαράγουν σε διευρυμένη κλίμακα την εργατική δύναμη και αντικειμενικά οδηγούν στη συγκέντρωση της εργατικής τάξης σε καθοριστικούς τομείς και κλάδους της οικονομίας.
Η διαδικασία  αυτή προωθήθηκε έντονα στην χώρα μας με τη διαμόρφωση και ανάπτυξη του κρατικομονοπωλιακού  καπιταλισμού τις τελευταίες δεκαετίες και τη διεύρυνση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στις μεταφορές, στο εμπόριο, στο τραπεζικό σύστημα, στις επικοινωνίες, στην ενέργεια κλπ.
Για το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚΕ, έχει ιδιαίτερη σημασία η τάση συγκέντρωσης της εργατιάς για την οργάνωση και καθοδήγηση των αγώνων, για την ιδεολογική πάλη, για την πολιτική των συμμαχιών, για την ανάπτυξη της συνείδησης και του βαθμού της ταξικής οργάνωσής της. Οι κλασσικοί του μαρξισμού-λενινισμού τεκμηρίωσαν επιστημονικά και απέδειξαν ότι η διευρυμένη αναπαραγωγή αντικειμενικά αυξάνει την αριθμητική δύναμη της εργατικής τάξης, υπογράμμιζαν και το ρόλο της συγκέντρωσής της. 
Ο Κ. Μαρξ στο «Κεφάλαιο» γράφει: «Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή μαζί με τη διαρκώς αυξανόμενη υπεροχή του αστικού πληθυσμού, που τον συγκεντρώνει σε μεγάλα  κέντρα... συσσωρεύει την κινητήρια δύναμη της κοινωνίας... Η διασπορά των εργατών της υπαίθρου πάνω σε μεγάλες επιφάνειες σπάει ταυτόχρονα τη δύναμη της αντίστασής τους, ενώ η συγκέντρωση των εργατών των πόλεων μεγαλώνει τη δύναμη αντίστασή τους» .
Ο Φ. Ενγκελς υπογράμμιζε την ξεχωριστή σημασία της συγκέντρωσης των εργατών στα μεγάλα πολεοδομικά κέντρα για την οργάνωση και τους ταξικούς αγώνες. «Οι μεγάλες πόλεις, έγραψε ο Φ. Ενγκελς, είναι οι εστίες του εργατικού κινήματος, εκεί οι εργάτες άρχισαν να σκέπτονται πάνω στην κατάστασή τους και να παλεύουν, εκεί εκδηλώθηκε αρχικά η αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, από αυτές προήλθαν οι εργατικές ενώσεις, το χαρτιστικό κίνημα και ο σοσιαλισμός... Χωρίς τις μεγάλες πόλεις και την ευνοϊκή τους επίδραση στην ανέλιξη της δημόσιας αντίληψης, οι εργάτες δε θα είχαν φτάσει εκεί που έφτασαν» .
Επίσης ο Β. Ι. Λένιν έδινε μεγάλη σημασία στο ρόλο του προλεταριάτου των πόλεων και της βιομηχανίας που, καθοδηγούμενο από το Κομμουνιστικό Κόμμα, μπορεί να λυτρωθεί το ίδιο και να απελευθερώσει και τις άλλες εργαζόμενες μάζες της πόλης και του χωριού από την καταπίεση του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα έγραφε ότι με την ανάπτυξη του καπιταλισμού συντελείται «Η συγκέντρωση, η πυκνότητα του εργατικού προλεταριάτου, που ανεβάζει την συνειδητότητά του και το αίσθημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του δίνει την δυνατότητα να αντιπαλεύει με επιτυχία τις ληστρικές τάσεις του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος» .
Σε μια άλλη εργασία του, ο Β. Ι. Λένιν αναφέρεται πιο αναλυτικά στη σημασία της συγκέντρωσης της εργατικής τάξης: «Η δύναμη του προλεταριάτου σε οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από ό,τι το ποσοστό του προλεταριάτου στο σύνολο του πληθυσμού. Αυτό συμβαίνει γιατί το προλεταριάτο κυριαρχεί οικονομικά στα κέντρα και στα νευραλγικά σημεία ολόκληρου του οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού, και γιατί το προλεταριάτο, οικονομικά και πολιτικά, εκφράζει τα πραγματικά συμφέροντα της τεράστιας πλειοψηφίας των εργαζομένων στον καπιταλισμό.
Γι’ αυτό το προλεταριάτο, ακόμη και όταν αποτελεί τη μειοψηφία του πληθυσμού (ή όταν η συνειδητή και η πραγματικά επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου αποτελεί τη μειοψηφία του πληθυσμού) είναι ικανό και να ανατρέψει την αστική τάξη και να τραβήξει ύστερα με το μέρος του πολλούς συμμάχους μέσα από τις μάζες εκείνες των μισοπρολετάριων και των μικροαστών που ποτέ δεν θα ταχθούν προκαταβολικά υπέρ της κυριαρχίας του προλεταριάτου» . 
Σήμερα η μαρξιστικο-λενινιστική θεωρία για την ανάπτυξη της εργατικής τάξης, για την ιστορική της αποστολή, δηλαδή την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, βρίσκεται στο επίκεντρο της ιδεολογικής πάλης και είναι αντικείμενο σφοδρής επίθεσης και διαστρεβλώσεων από αστούς, ρεφορμιστές, σοσιαλδημοκράτες, αναθεωρητές, κοινωνιολόγους, οικονομολόγους και πολιτικούς.
Η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και των επιτευγμάτων της επιστήμης στους νέους κλάδους της βιομηχανίας και των υπηρεσιών (ηλεκτρονικά συστήματα, βιοτεχνολογία, γενετική, χημεία, Internet, διάστημα, κλπ.), η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, προβάλλονται και ερμηνεύονται με αντιεπιστημονικό τρόπο. Ετσι, παρουσιάζουν τις αλλαγές και τις επιπτώσεις της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, που εκδηλώνεται στις εσωτερικές κλαδικές διαφοροποιήσεις στις γραμμές της εργατικής τάξης, για να απορρίψουν την ίδια την ύπαρξή της και τον πρωτοποριακό της ρόλο στην παραγωγή και στην κοινωνία. Ιδιαίτερα οι σοσιαλδημοκράτες,  οι ρεφορμιστές και οι αναθεωρητές διαφόρων αποχρώσεων απορρίπτουν κυρίως τον πρωτοποριακό ρόλο της εργατικής τάξης. Με τη γρήγορη ανάπτυξη των υπηρεσιών θεωρούν ότι το βιομηχανικό προλεταριάτο όχι απλώς μειώνεται μα και εξαφανίζεται.
Οι αστικορεφορμιστικές αυτές θεωρίες και αντιλήψεις βρίσκονται καθημερινά στο προσκήνιο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης και χρειάζεται ανειρήνευτος αγώνας και συστηματική προσπάθεια ώστε έγκαιρα να ξεσκεπάζονται και τεκμηριωμένα να αποδεικνύεται η ανεδαφικότητα και ο ταξικός τους σκοπός.
Ο Φ. Ενγκελς υπογραμμίζει το ρόλο του βιομηχανικού προλεταριάτου λόγω της θέσης του στην παραγωγή, τη συγκέντρωσή του στους χώρους της δουλειάς και στις πόλεις και τη δυνατότητα οργάνωσής του. «Οι πρώτοι προλετάριοι ανήκαν στην βιομηχανία και γεννήθηκαν άμεσα από αυτήν... στους προλετάριους της βιομηχανίας, θα ξαναβρούμε αυτή τη σειρά και θα δούμε πως οι εργάτες των εργοστασίων, αυτοί οι πρωτότοκοι γιοι της βιομηχανικής επανάστασης, υπήρξαν από την αρχή ως τις μέρες μας ο πυρήνας του εργατικού κινήματος και πως οι άλλοι συνενώθηκαν με το κίνημα στο μέτρο που το επάγγελμά τους παρασύρθηκε στη δίνη της βιομηχανίας» . 
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε στοιχεία από τις εξελίξεις στην απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ενωση.




























ΠΙΝΑΚΑΣ  1
ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΚΛΑΔΟΥΣ
ΣΤΙΣ 15 ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ


ΚΛΑΔΟΙ ΕΠΙΧ/ΣΕΙΣ
σε χιλ. ΕΠΙΧ/ΣΕΙΣ
    σε % ΑΠΑΣΧ/ΣΗ
   σε εκατ. ΑΠΑΣΧ/ΣΗ
    σε %
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ,
ΕΝΕΡΓΕΙΑ
2.043
11,3
33,24
29,7
ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ 2.408 13,3 10,14 9,1
ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
930
5,2
8,16
7,3
ΕΜΠΟΡΙΟ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ, ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ
6.804
37,7
29,82
26,7
ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ
ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ
326
1,8
4,70
4,2
ΑΛΛΕΣ  ΕΠΙΧΕΙΡ/ΤΙΚΕΣ
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
2.062
11,4
10,25
9,2
ΑΛΛΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ 3.407 19,3 15,46 13,8
ΣΥΝΟΛΟ 18.050 100,0 111,76 100,0
Πηγή : EUROSTAT, ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 14 Μάρτη 2000


Από τον Πίνακα 1, προκύπτει ότι η βιομηχανία  και ενέργεια αποτελούσαν μόνο το 11,3% του αριθμού όλων των επιχειρήσεων της ΕΕ, και απασχολούσαν το 29,7% της συνολικής απασχόλησης των χωρών της ΕΕ. Οι τρεις πρώτοι κλάδοι της υλικής παραγωγής του Πίνακα 1 (βιομηχανία, ενέργεια, κατασκευές, μεταφορές και επικοινωνίες) απασχολούσαν το 46,1% όλων των κλάδων της ΕΕ.
Το εμπόριο, ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφενεία ενώ αποτελούσαν το 37,7% του αριθμού όλων των επιχειρήσεων της ΕΕ, απασχολούσαν το 26,7%. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ατράνταχτο επιχείρημα ενάντια στις διάφορες θεωρίες περί αποβιομηχάνισης.
Η γέννηση, η ανάπτυξη και η ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης δεν είναι επινόηση των ιδρυτών του επιστημονικού σοσιαλισμού, αλλά γέννημα και θρέμμα της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. «Οταν οι σοσιαλιστές συγγραφείς, γράφουν οι Μαρξ και Ενγκελς, αποδίδουν αυτόν τον παγκόσμιο ιστορικό ρόλο στο προλεταριάτο, δεν το κάνουν γιατί θεωρούν τους προλετάριους θεούς, όπως καμώνεται και πιστεύει η αστική κριτική... Το προλεταριάτο μπορεί και πρέπει να λυτρώσει τον εαυτό του... γιατί στους όρους ζωής του συνοψίζονται, στην πιο απάνθρωπη αποκορύφωσή τους, όλοι οι όροι ζωής της σημερινής κοινωνίας, γιατί ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του... όμως δεν μπορεί να λυτρωθεί δίχως να καταργήσει τους όρους της ύπαρξής του. Και δεν μπορεί να καταργήσει τους όρους της ύπαρξής του, δίχως να καταργήσει τους απάνθρωπους όρους της σημερινής κοινωνίας που συνοψίζονται στην δική του κατάσταση... Οι σκοποί του και η ιστορική του δράση προδιαγράφονται χειροπιαστά και αμετάκλητα στην κατάσταση της ζωής του και καθορίζονται από όλη την οργάνωση της σημερινής κοινωνίας» .
Με την ανάπτυξη και διεύρυνση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής τα όρια και η σύνθεση της εργατικής τάξης αλλάζουν. Βασικό τμήμα της εργατικής τάξης είναι το βιομηχανικό προλεταριάτο, (ορυχεία, μεταλλεία, λατομεία, μεταποίηση, κατασκευές, μεταφορές, επικοινωνίες, ηλεκτρισμός). Μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης εργάζονται στο εμπόριο, την παιδεία, τον τουρισμό, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και σε άλλες υπηρεσίες. Eνα άλλο τμήμα, που πλαισιώνει την εργατική τάξη, είναι αυτό της τεχνικής διανόησης, που εργάζεται στην παραγωγή και τις υπηρεσίες. Οι μισθωτοί εργάτες γης είναι τμήμα της εργατικής τάξης.
Τους μισθωτούς εργάτες, που εργάζονται στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, στις ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, στις κρατικομονοπωλιακές και σε άλλες δημόσιες επιχειρήσεις, τους ενώνουν αντικειμενικά τα κοινά ταξικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, η κοινή ταξική πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στο κεφαλαιοκρατικό κοινωνικό σύστημα. Η εσωτερική μετανάστευση, η φυγή του πληθυσμού από την ύπαιθρο στα αστικά κέντρα με την καταστροφή εκατοντάδων χιλιάδων αγροτικών νοικοκυριών, (τα τελευταία χρόνια ξεκληρίστηκαν πάνω από 200.000 αγροτικά νοικοκυριά), το κλείσιμο μικρομεσαίων επιχειρήσεων, (στα χρόνια 1996-1999 πτώχευσαν 16.612 μικρομεσαίες επιχειρήσεις) η υποδοχή αλλοδαπών μεταναστών και η φυσιολογική αύξηση του πληθυσμού είναι βασικές πηγές τροφοδότησης της διευρυμένης αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Επίσημα στοιχεία που δόθηκαν ανέφεραν ότι στη χώρα μας βρίσκονται από 120 χώρες 800.000 αλλοδαποί (εργαζόμενοι μαζί με τα μέλη των οικογενειών τους).
Σύμφωνα με Προεδρικά Διατάγματα και τις νομοθετικές ρυθμίσεις που προώθησε η κυβέρνηση έγινε καταγραφή των αλλοδαπών στην Ελλάδα και έδειξε ότι: 
α) Μέχρι την 31.05.99,  369.629 αλλοδαποί υπέβαλαν αιτήσεις για απόκτηση της «Λευκής Κάρτας».
β) Μέχρι την ίδια ημερομηνία, περίπου 150.000 δεν είχαν υποβάλλει αιτήσεις. 
γ) Συνολικά, οι αλλοδαποί εργαζόμενοι, με βάση τα παραπάνω στοιχεία, ξεπερνούν τις 520.000, χωρίς να υπολογίζονται τα μέλη των οικογενειών τους.
Μέχρι την 01.01.2000, είχαν εκδοθεί μόλις 93.375 θετικές αποφάσεις για χορήγηση πράσινης κάρτας, ενώ είχαν παραληφθεί 87.311.
Χωρίς καμιά αμφιβολία μπορούμε να υπολογίσουμε ότι στη χώρα μας βρίσκονται 500.000 ξένοι εργάτες και αυτοί πρέπει να υπολογίζονται στη δύναμη της εργατικής τάξης της χώρας μας .
Ο ακριβής προσδιορισμός της δύναμης και των ορίων της εργατικής τάξης στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία είναι ένα σύνθετο πρόβλημα. Υπάρχουν μια σειρά δυσκολίες. Οι επίσημες στατιστικές και άλλες υπηρεσίες του ελληνικού κράτους δε δίνουν καθόλου συγκεκριμένα στοιχεία για το μέγεθος και το ειδικό βάρος του προλεταριάτου. Γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε δικούς μας υπολογισμούς, στηριζόμενοι στα στοιχεία για τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, την απασχόληση και τους μισθωτούς εργαζόμενους.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας η δύναμη της εργατικής τάξης στη χώρα μας αυξάνεται συνεχώς στη βάση της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των οικονομικών νόμων που τον διέπουν. Ο ακριβής προσδιορισμός της αριθμητικής δύναμης της εργατικής τάξης, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχει μια σειρά δυσκολίες. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες και την έλλειψη στατιστικών δεδομένων για την εργατική τάξη μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις με τη βοήθεια της εμπειρίας και τις μεθόδους που ακολουθούν οι ερευνητές του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών .
Η αξιοποίηση στοιχείων από την ΕΣΥΕ επιτρέπει να δοθούν συνοπτικά τα σχετικά με τον υπολογισμό της δύναμης της εργατικής τάξης στην Ελλάδα συμπεράσματα.
Στον πίνακα που ακολουθεί δίνουμε στοιχεία για τις εξελίξεις που συντελέστηκαν στα χρόνια 1961-1999.






ΠΙΝΑΚΑΣ  2
1961 1999 αύξηση %
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ 8.388.553 10.521.000 25,7
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΣ
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
3.638.601
4.885.000
34,2
ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ 3.423.431 3.951.000 15,9
ΜΙΣΘΩΤΟΙ 1.650.321 3.136.000 90,0
(Ερευνες Εργατικού Δυναμικού)
Στον αριθμό των μισθωτών του 1961, εμείς προσθέσαμε τον επίσημο αριθμό των ανέργων που ήταν 215.170. Ενώ για το 1999 προσθέσαμε τον αριθμό των ανέργων 470.000 και των ξένων εργαζομένων μισθωτών περίπου 450.000. Από τα παραπάνω δεδομένα φαίνεται η μεγάλη αύξηση κατά 90% των μισθωτών στη χώρα  μας. Μα και τα επίσημα στοιχεία της έρευνας του Εργατικού Δυναμικού (χωρίς τους ανέργους και ξένους εργαζόμενους δείχνουν αύξηση των μισθωτών κατά 54,6%).
Η ποσοστιαία συμμετοχή των μισθωτών στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό το 1961 ήταν 45,4%, το 1981 53,1% και το 1999 ανέβηκε στο 64,2%. Ενώ η ποσοστιαία συμμετοχή των μισθωτών (χωρίς τους ανέργους) προς τη συνολική απασχόληση το 1999 ήταν 67,5%.
Βάσει των επίσημων στατιστικών δεδομένων οι απασχολούμενοι κατά περιοχές στα χρόνια 1961-1997 ήταν:
ΠΙΝΑΚΑΣ  3
1961 1981 1997
Αστικές περιοχές 1.211.005 1.839.588 2.429.246
Ημιαστικές περιοχές 440.087 382.011 238.740
Αγροτικές περιοχές 1.772.339 1.166.949 967.214
ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ 3.423.431 3.388.518 3.854.055
(Ερευνες Εργατικού Δυναμικού)
Στα χρόνια που αναφέρουμε στον Πίνακα 3, σημειώθηκε μεγάλη συγκέντρωση της απασχόλησης στα αστικά κέντρα, δηλαδή είχαμε υπερδιπλασιασμό, στις αγροτικές περιοχές μείωση κατά 98,4% και, στις ημιαστικές περιοχές μείωση κατά 54,2%. Ενώ το 1961 στις αστικές περιοχές εργάζονταν το 35,3% της χώρας, το 1997 έφτασε στο 63,0%.
Στην περιφέρεια της πρωτεύουσας το 1997 απασχολούνταν το 51,8% της απασχόλησης στις αστικές περιοχές, στη Θεσσαλονίκη το 13,9% και στις υπόλοιπες αστικές περιοχές το 34,3%.
ΠΙΝΑΚΑΣ  4
ΟΙ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ  ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΟΧΕΣ 1997
1 ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ
230.505
2 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 694.291
3 ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 103.191
4 ΗΠΕΙΡΟΣ 97.803
5 ΘΕΣΣΑΛΙΑ 273.884
6 ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ 75.383
7 ΔΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ 232.816
8 ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ 161.229
9 ΝΟΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 1.406.845
10 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ 206.978
11 ΒΟΡΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟ 54.557
12 ΝΟΤΙΟ ΑΙΓΑΙΟ 97.487
13 ΚΡΗΤΗ 219.085
ΣΥΝΟΛΟ  ΧΩΡΑΣ                                       3.854.005
(Ερευνα Εργατικού Δυναμικού 1998).
Στο νομό Αττικής το 1997 εργαζόταν το 36,5% της συνολικής απασχόλησης της χώρας και στην Κεντρική Μακεδονία το 18%.
ΠΙΝΑΚΑΣ  5
ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ  ΚΑΙ  ΜΙΣΘΩΤΟΙ  ΚΑΤΑ ΤΟΜΕΙΣ 
το 1997  με βάση τα επίσημα στοιχεία
ΤΟΜΕΙΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΜΙΣΘΩΤΟΙ % ΜΙΣΘΩΤΩΝ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
ΓΕΩΡΓΙΑ, ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ, ΘΗΡΑ, ΔΑΣΗ


750.565


27.213


3,6
ΑΛΙΕΙΑ 14.419 3.571 24,7
ΟΡΥΧΕΙΑ, ΛΑΤΟΜΕΙΑ 17.273 16.531 95,7
ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΗ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
558.658
386.294
69,1
ΠΑΡΟΧΗ ΡΕΥΜΑΤΟΣ, 
ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ, ΝΕΡΟ
40.744
40.744
100,0
ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ 249.003 152.630 61,3
ΕΜΠΟΡΙΟ (ΧΟΝΔΡΙΚΟ ΚΑΙ ΛΙΑΝΙΚΟ)
642.570
268.239
41,7
ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ,
ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ
229.886
114.073
49,6
ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ  ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ
246.682
178.867
75,5
ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ


96.798


91.957


95,0
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΚΙΝΗΤΗΣ
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
160.190
73.154
45,7
ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ
279.280
278.644
99,8
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ 229.981 208.633 90,7
ΥΓΕΙΑ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ
ΜΕΡΙΜΝΑ
170.036
145.608
85,6
ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ 
ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ


125.509


86.139


68,6
ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ


41.680


38.389


92,1
ΣΥΝΟΛΟ  ΧΩΡΑΣ 3.853.224 2.110.687 54,8
(ΕΣΥΕ: Ερευνα  Εργατικού Δυναμικού 1998).


Η ΕΣΥΕ στους μισθωτούς όπως επισημάναμε ήδη παραπάνω δεν υπολογίζει τους άνεργους και τους ξένους εργάτες γι’ αυτό και το ποσοστό των μισθωτών είναι πιο χαμηλό από τους δικούς μας υπολογισμούς.
Το ποσοστό της συμμετοχής των μισθωτών στην απασχόληση στους κλάδους που αναφέρονται στον Πίνακα 5, εάν εξαιρέσουμε την γεωργία, κυμαίνεται από 24,7% μέχρι και 100,0% στην ενέργεια. Στους βασικούς παραγωγικούς κλάδους που τους κατατάσσουμε  γενικότερα στην βιομηχανία, το ποσοστό συμμετοχής των μισθωτών, στο σύνολο των μισθωτών εργαζομένων, με βάση τα επίσημα στοιχεία ανέρχεται σε 36,7%, στο εμπόριο, στα ξενοδοχεία, εστιατόρια και στους χρηματιστικούς οργανισμούς 22,5%, στην υγεία και εκπαίδευση το 16,8%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης βρίσκεται και εργάζεται σε αυτούς τους τομείς της οικονομίας.
Θέλουμε να επισημάνουμε ότι ο αριθμός των μισθωτών που εργάζονται στην γεωργία-κτηνοτροφία, που δίνει η ΕΣΥΕ, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι πολλαπλάσιος από τον επίσημο αριθμό των 27.213 ατόμων γιατί δεν υπολογίζεται ο αριθμός των αλλοδαπών και εποχιακών εργαζομένων στην αγροτική οικονομία.
Θα προχωρήσουμε σε συνέχεια να δούμε τη συγκέντρωση των εργαζομένων σε βασικούς καθοριστικούς τομείς της οικονομίας, στη μείζονα βιομηχανία, στο εμπόριο, στις μεγάλες εταιρίες παροχής υπηρεσιών και θα ξεχωρίσουμε την απασχόληση στα μεγάλα μονοπωλιακά συγκροτήματα .


Α)   Η ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΤΙΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ


Το 1990 στις 4.112 εταιρίες της μείζονος βιομηχανίας απασχολούνταν 285.569 άτομα και το 1997 στις 3.908 εταιρίες απασχολούνταν 238.419 άτομα, δηλαδή σημειώθηκε μείωση της απασχόλησης κατά 47.150 άτομα.
Η κατανομή της απασχόλησης κατά κλάδο της μείζονος βιομηχανίας το 1997.


ΠΙΝΑΚΑΣ 6
ΤΟΜΕΑΣ ΑΤΟΜΑ
ΕΙΔΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ 47.202
ΜΗ ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ 20.214
ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ 19.378
ΕΝΔΥΜΑΤΑ 17.378
ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ 16.317
ΦΑΡΜΑΚΑ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ,
ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΑ
11.567
ΕΛΑΣΤΙΚΟ - ΠΛΑΣΤΙΚΟ 9.690
ΠΟΤΑ 8.349
ΧΑΡΤΙ 8.344
ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΣΑ 7.586
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ 7.484
ΚΑΠΝΟΣ 7.449
ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ 7.282
ΧΗΜΙΚΑ, ΑΕΡΙΑ 7.186
ΔΙΑΦΟΡΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ 5.762
ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ 5.285
Η κατάσταση των κλάδων έγινε με βάση την απασχόληση.
(Πηγή: ICAP, 1999).


Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι από τους 27 κλάδους, οι πρώτοι 6 κλάδοι με απασχολούμενους πάνω από 10.000 άτομα συγκέντρωναν 132.323 απασχολούμενους ή το 55,5%. Οι επόμενοι 10 κλάδοι με απασχολούμενους από 5.000 μέχρι 10.000 άτομα είχαν 74.417 απασχολούμενους ή το 31,2% και οι υπόλοιποι 11 κλάδοι είχαν 31.679 ή το 13,3%.




ΠΙΝΑΚΑΣ   7
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ  ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΒΑΣΕΙ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΟ 1997
ΚΛΙΜΑΚΑ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΠΟΣΟΣΤΟ
Μέχρι 9 άτομα 783 3.399 1,4%
Από 10-99 άτομα 2.610 84.077 35,3%
Από 100 - 499 άτομα 447 89.905 37,7%
Από 500 άτομα και πάνω 68 61.238 25,6%
Σύνολο 3.908 238.419            100%


Τα δεδομένα του Πίνακα 7, δείχνουν  ότι:
1. Οι 783 εταιρίες με απασχόληση μέχρι 9 άτομα είχαν το 1,4% των απασχολουμένων της μείζονος βιομηχανίας, δηλαδή κατά μέσο όρο 4,3 εργαζόμενους.
2. Οι 2.610 εταιρίες με απασχόληση από 10-99 άτομα είχαν το 35,3%, δηλαδή μέσο όρο απασχόλησης της εταιρίας 32,2 άτομα
3. Οι 447 εταιρίες με κλίμακα απασχόλησης 100-499 άτομα είχαν το 37,7% της απασχόλησης ή μέσο όρο της επιχείρησης 201 άτομα.
4. Τα 68 μονοπώλια με απασχόληση πάνω από 500 άτομα είχαν το 25,6% της συνολικής απασχόλησης της μείζονος βιομηχανίας ή κατά μέσο όρο 900 εργαζόμενους το καθένα.
Αξίζει επίσης να αναφέρουμε ότι οι 200 μεγαλύτερες βιομηχανικές εταιρίες από τις 3.908 απασχολούσαν το 1997, 94.724 άτομα ή το 39,7% της απασχόλησης της μείζονος βιομηχανίας.
ΠΙΝΑΚΑΣ  8
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΜΕ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ  ΠΑΝΩ ΑΠΟ 1000 ΑΤΟΜΑ
Ατομα
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ 2.730
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΓΑΛΑΚΤΟΣ
2.262
ΔΕΛΤΑ 1.800
ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΓΕΤ 1.672
ΙΝΤΡΑΚΟΜ 1.672
ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ 1.620
ΑΛΟΥΜΙΝΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ 1.474
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ 1.423
ΤΙΤΑΝ  ΤΣΙΜΕΝΤΑ 1.420
ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ 1.400
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ 1.341
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΦΙΑΛΩΣΕΩΣ 1.321
ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΥ 1.200
ΜΟΥΖΑΚΗΣ 1.200
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ
ΛΑΜΠΡΑΚΗ
1.199
CHIPITA  INTERNATIONAL 1.150
ΕΛΛΗΝΟ-ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΞΥΛΟΥ 1.142
ΣΕΚΕ 1.100
ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ 1.100
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ - ΚΑΚΑΟ 1.080
ΜΟΣΚΩΦ 1.050
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 1.000
ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ 1.000
Οι αναφερόμενες μονοπωλιακές εταιρίες αποτελούσαν μόνο το 0,6% του αριθμού των εταιριών της μείζονος βιομηχανίας, απασχολούσαν όμως το 13,6% όλων των βιομηχανικών εταιριών. (Επεξεργασμένα στοιχεία από ICAP 1999).


Β) ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΤΟ 1997


Το 1998, οι 4.180 εμπορικές εταιρίες απασχολούσαν 81.853 άτομα και το 1997 οι 6.462 εταιρίες απασχολούσαν 144.225 άτομα, δηλαδή σημειώθηκε αύξηση της απασχόλησης κατά 76,2%.
Το 1997, τα Σούπερ-Μάρκετ απασχολούσαν 43.171 άτομα ή το 30% των 6.462 εμπορικών εταιριών.
Η απασχόληση στους 7 κλάδους των εμπορικών εταιριών με πάνω από 5.000 άτομα ήταν:


1. Μεταφορικά μέσα          12.325  άτομα
2. Ενδυμα - υπόδημα          8.093      
3. Φάρμακο - καλλυντικά     7.913
4. Οικιακές συσκευές           6.867
5. Μηχανές γραφείων           6.845
6. Καύσιμα - λιπαντικά         6.498
7. Είδη διατροφής                6.387


Από τους 34 κλάδους των εμπορικών εταιριών οι 7 αναφερόμενοι κλάδοι απασχολούσαν, το 1997, 54.928 άτομα ή το 38% της συνολικής απασχόλησης των εμπορικών εταιριών.
Τα 10 μονοπώλια στο εμπόριο με πάνω από 1.000 απασχολούμενους το 1997 ήταν:


1. ΝΙΚΗ  ΑΕ                         5.500  άτομα
2. ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΙ                4.500
3. ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ      3.161
4. ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ                3.500
5. ΕΛ. ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ              2.310
6. ΜΕΤΡΟ Α.Ε.                    2.000
7. ΤΡΟΦΟ                            2.000
8. ΠΕΝΤΕ  Α.Ε.                    1.500
9. ΜΑΣΟΥΤΗΣ                     1.300
10. ΜΑΚΡΟ                           1.170


Τα παραπάνω 10 μονοπωλιακά συγκροτήματα που αποτελούσαν μόλις το 0,15% των εμπορικών εταιριών απασχολούσαν το 1997, το 18,7% της συνολικής απασχόλησης των εταιριών. (Επεξεργασμένα στοιχεία από το ICAP 1999).


Γ) ΕΤΑΙΡΙΕΣ  ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ 1997


Το 1997 οι 4.151 εταιρίες απασχολούσαν 188.303 άτομα.
Αναφέρουμε τους 5 κλάδους με απασχόληση πάνω από 10.000 άτομα το 1997.
1. ΤΡΑΠΕΖΕΣ                                          56.531
2. ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ                 38.563
3. ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ                                        11.465
4. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ- ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ         11.032
5. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    10.777
Οι παραπάνω 5 κλάδοι από τους 20 κλάδους προσφοράς υπηρεσιών απασχολούσαν το 1997, 128.368 άτομα ή το 68,2% του συνόλου της απασχόλησης των εταιριών προσφοράς υπηρεσιών.
Οι τράπεζες συμμετείχαν με 33,0% στη συνολική απασχόληση των εταιριών και οι τεχνικές - οικοδομικές με το 20,5%.
Η απασχόληση στα μεγαλύτερα μονοπωλιακά συγκροτήματα το 1997, ήταν:


1. ΔΕΗ                                              37.000
2. ΟΤΕ                                              22.233
3. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ                      16.147
4. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ         11.500
5. ΟΣΕ                                              11.357
6. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ                   7.908
7. ΕΘΕΛ  Α.Ε.                                     6.000
8. ΕΥΔΑΠ                                           5.000
9. ΕΡΤ                                                3.200
10. ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΑΣ                     3.151
11. ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ                    2.546
12. ΗΛΠΑΠ                                          2.006
(Επεξεργασμένα στοιχεία από ICAP 1999).


Στα 12 αυτά μεγάλα μονοπώλια εργάζονται 128.048 άτομα, δηλαδή το 68% της συνολικής απασχόλησης των 4.151 εταιριών προσφοράς υπηρεσιών. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν καθαρά και την κλαδική χωροταξική συγκέντρωση της εργατικής τάξης στις μεγάλες επιχειρήσεις.


Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Αξιοποιώντας τα επίσημα στοιχεία της ΕΣΥΕ , θα προχωρήσουμε με τη μέθοδο υπολογισμού της εργατικής τάξης, του ΚΜΕ, να προσεγγίσουμε και την αριθμητική της δύναμης.
Η σύγχρονη εργατική τάξη είναι η μεγάλη πλειοψηφία της χειρωνακτικής και πνευματικής μισθωτής εργασίας, που στερείται τα μέσα παραγωγής και για να ζήσει είναι υποχρεωμένη να πουλάει την εργατική της δύναμη σαν εμπόρευμα στην τάξη των καπιταλιστών και να υποβάλλεται στην εκμετάλλευση επειδή συμμετέχει άμεσα στην παραγωγή της υπεραξίας ή με την εργασία της εξυπηρετεί την αυτοαύξηση (αυτοαξιοποίηση) του κεφαλαίου.
Η αριθμητική δύναμη της εργατικής τάξης στην χώρα μας υπολογίζονταν το 1981 περίπου στα 1.600.000 άτομα και το 1991 ξεπέρασε τα 2.000.000 άτομα. Από τα στοιχεία αυτά φαίνεται ότι στην αναφερόμενη 10ετία η δύναμη της εργατικής τάξης αυξήθηκε κατά 400.000 ή κατά 25%. Η ανοδική πορεία της αριθμητικής δύναμης της εργατικής τάξης συνεχίστηκε και μετά το 1991.
Στηριζόμενοι στα νεότερα δεδομένα το 1999 η δύναμη της εργατικής τάξης υπολογίζεται κατά προσέγγιση σε 2.500.000 άτομα (βλέπε Πίνακα 9).










ΠΙΝΑΚΑΣ  9
Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ 1999
1. Μισθωτοί απασχολούμενοι εργάτες                      1.600.000
2. Ανεργοι εργάτες                                                       430.000
3. Ξένοι εργάτες στην Ελλάδα                                      450.000
4. Ελληνες ναυτεργάτες στα ελληνόκτητα πλοία             20.000
Σύνολο της εργατικής τάξης  το 1999                        2.500.000


Στα χρόνια 1991-1999 η δύναμη της εργατικής τάξης αυξήθηκε κατά 25%. Η εργατική τάξη αποτελούσε το 56,4% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού και το 63% της απασχόλησης. Στον τομέα της βιομηχανίας εργάζεται περίπου το 38% της εργατικής τάξης. 
Για το ρόλο των εργατών ο Β. Ι. Λένιν σημειώνει:
«Το προλεταριάτο μπορεί να είναι πραγματικά επαναστατική τάξη, τάξη που δρα πραγματικά σοσιαλιστικά, μόνο με τον όρο ότι θα προβάλλει και θα δρα σαν πρωτοπορία όλων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων, σαν αρχηγός τους στον αγώνα για την ανατροπή των εκμεταλλευτών» .
Η ανάλυση μας και τα στοιχεία που παραθέσαμε για την απασχόληση στην Ελλάδα, μα και στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δείχνουν ότι η εργατική τάξη όχι μόνο δεν εξαφανίζεται αλλά αυξάνεται ποσοτικά και ποιοτικά και διαψεύδονται κατηγορηματικά οι διάφορες θεωρίες περί εξαφάνισης της εργατικής τάξης.
Επίσης, εύλογα συνάγεται η επιβεβαίωση της βασικής θέσης του μαρξισμού - λενινισμού και στην Ελλάδα για την ικανότητα και τον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης στον αγώνα για την επαναστατική αλλαγή της εκμεταλλευτικής καπιταλιστικής κοινωνίας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ο ρόλος αυτός της εργατικής τάξης πηγάζει από την ίδια της τη θέση, που κατέχει στους βασικούς καθοριστικούς τομείς και κλάδους της οικονομίας, στην παραγωγή και στην κοινωνία, από την αριθμητική και ποιοτική ανάπτυξη, από το βαθμό συγκέντρωσης και οργάνωσης, από την πλούσια συσσωρευμένη εμπειρία της στους ταξικούς και κοινωνικούς αγώνες.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
της Αλέκας Γιαννούση 


Αρκετή συζήτηση γίνεται για τη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία και τα προβλήματα που βιώνει για τα οποία υπάρχει σχεδόν ομοφωνία ως προς την ύπαρξή τους. Μια σημαντική διαφωνία που προκύπτει είναι ότι η προσέγγιση των προβλημάτων της γίνεται κύρια από τη σκοπιά του φύλου και όχι από την ταξική της θέση στην κοινωνία. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αταξικής προσέγγισης είναι στον τομέα της απασχόλησης. Ενα μεγάλο μέρος του γυναικείου κινήματος ταυτίζει την εργαζόμενη και την εργοδότρια ως γυναίκα που απασχολείται γενικά.
Το άρθρο αυτό στοχεύει να κάνει ορισμένες βασικές επισημάνσεις για τη θέση της γυναίκας της εργατικής τάξης σήμερα. 
Η επανάσταση στα μέσα εργασίας συνέβαλλε στην ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής. Η πλατιά πλέον χρησιμοποίηση εργαλείων που απλοποιούσαν την εργασία κάνοντας σε μεγάλο βαθμό τη μυϊκή δύναμη περιττή, βοήθησε στη μαζική είσοδο των γυναικών στη μισθωτή εργασία. «Η πρώτη λέξη της κεφαλαιοκρατικής χρησιμοποίησης των μηχανών ήταν η εργασία των γυναικών και των παιδιών», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κ. Μαρξ στο «Κεφάλαιο».
Το τελευταίο μισό του αιώνα στη χώρα μας συντελέστηκε σημαντική είσοδος των γυναικών στην κοινωνικοποιημένη εργασία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ του 1997, οι γυναίκες αποτελούν το 53,7% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και το 38,6% των μισθωτών, ενώ οι άνδρες αποτελούν το 46,2% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και το 61,3% των μισθωτών αντίστοιχα. Οι μισθωτές το 1961 ήταν 306.064 και το 1997 - 815.232. Στην περίοδο 1961-1997 η μισθωτή εργασία των γυναικών αυξήθηκε κατά 509.168 εργαζόμενες ή κατά 166,4%. 
Εξετάζοντας τη γεωγραφική κατανομή των μισθωτών εργαζομένων, βλέπουμε ότι ο κύριος όγκος των μισθωτών γυναικών βρίσκεται στα αστικά κέντρα και κύρια στην περιφέρεια της πρωτεύουσας όπου συγκεντρώνει το 48,1% του συνόλου των μισθωτών εργαζομένων γυναικών στη χώρα μας!
Πιο συγκεκριμένα:
Μισθωτές
γυναίκες % μισθωτών περιοχής % του συνόλου
των μισθωτών  γυναικών 
ΑΣΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ 684.678 40,5 83,9
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ
ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ
391.812
41,8
48,1
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
93.935
41,5
11,5
ΛΟΙΠΕΣ ΑΣΤΙΚΕΣ
ΠΕΡΙΟΧΕΣ
198.931
37,6
24,4
ΗΜΙΑΣΤΙΚΕΣ
ΠΕΡΙΟΧΕΣ
67.699
34,4
8,3
ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ
ΠΕΡΙΟΧΕΣ
62.855
28,3
7,7
 Ο κύριος όγκος των μισθωτών γυναικών βρίσκεται στον ευρύτερο τομέα των υπηρεσιών , με 43,8%. Στο σύνολο της μισθωτής εργασίας του τομέα αποτελούν το 50,7%. Πιο συγκεκριμένα 214.878 ή το 26,4% είναι υπάλληλοι γραφείων και 141.842 ή το 17,4%  εργάζονται στον τομέα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών . 
 Ακολουθεί η βιομηχανία που συγκεντρώνει το 23,8% των μισθωτών γυναικών που αποτελούν το 24,6% των μισθωτών του τομέα.
Από αυτές το 12,8% (104.730) είναι ανειδίκευτες εργάτριες, ενώ ειδικευμένες το 7,6% και το 3,4% χειρίστριες σταθερών βιομηχανικών εργαλείων.
 Οι  μισθωτές στο τομέα της γεωργίας, κτηνοτροφίας φτάνουν ως το 0,4% των μισθωτών εργαζομένων γυναικών και αποτελούν το 20,7% των μισθωτών συνολικά σε αυτό το τομέα.
 Οι επιστήμονες εργαζόμενες είναι 165.412 ή το 20,3% των μισθωτών γυναικών και το 49,7% του συνόλου των μισθωτών επιστημόνων.


Η  ΑΝΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Η Ελλάδα παρουσιάζει τις μεγαλύτερες αποκλίσεις φύλου στην ΕΕ ως προς την ανεργία. Κατά την περίοδο 1991-1997 η ανεργία των γυναικών στη χώρα μας, αυξήθηκε κατά  15,5%. Οι άνεργες γυναίκες είναι η πλειοψηφία των ανέργων (60,7%) ενώ επίδομα ανεργίας παίρνει μόνο το 5,5% των ανέργων (14.832 στις 267.326) . 
Ο κύριος όγκος των μακροχρόνια ανέργων είναι γυναίκες και υπερτερεί κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες των ανδρών.
1991: Γ: 39,6%,  Α: 28,4%
1995: Γ: 46,6%,  Α: 36,4%
Η ανεργία των γυναικών αυξάνεται σε όλες τις ηλικίες, ιδιαίτερα μετά τα 20, με κύρια συγκέντρωση των ανέργων στις ηλικίες 30-44. Ηλικία που η γυναίκα τεκνοποιεί και ασχολείται με τη φροντίδα των παιδιών, αποδεικνύοντας έτσι πόσο αρνητικά επιδρούν στη λαϊκή οικογένεια οι ελλείψεις των παροχών της δημόσιας κοινωνικής προστασίας τις οποίες επιφορτίζεται κυρίως η γυναίκα. 
Μια μελέτη που έγινε από το Ινστιτούτο Ερευνών (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ για την περίοδο 1993-1996 δείχνει ότι το ποσοστό ανεργίας των γυναικών κάτω των 30 ετών, αυξήθηκε σε αυτή την περίοδο από 30% σε 34%, δηλαδή από 145.000 άτομα περίπου σε 170.000 , σε αντίθεση με τους άνεργους άνδρες κάτω των 30 ετών που είναι περίπου μισό (από 15,1% σε 15,9%) . 
Ενα επιχείρημα που ακούγεται συχνά το τελευταίο διάστημα για τα αίτια της αύξησης της ανεργίας συνολικά, είναι ότι οφείλεται στην αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην παραγωγή. Αυτό είναι ένα αντιδραστικό επιχείρημα με επικίνδυνες διαστάσεις για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, γιατί προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τους εργαζόμενους από την πραγματική αιτία της ανεργίας που είναι η αντίθεση εργασίας-κεφαλαίου, στρέφοντας τους άνδρες εργαζόμενους ενάντια στην εργασία των γυναικών που είναι ένα προοδευτικό κοινωνικό φαινόμενο. Στην προσπάθειά τους να αιτιολογήσουν τη μεγάλη αύξηση της γυναικείας ανεργίας, την αποδίδουν και αυτή σε ένα μεγάλο βαθμό στην αύξηση της συμμετοχής της στην κοινωνικοποιημένη εργασία.
Με αυτά τα επιχειρήματα όμως, εμμέσως πλήν σαφώς, παραδέχονται  τη γενεσιουργό αιτία της ανεργίας που είναι ο καπιταλισμός, ο οποίος στη φάση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης των κεφαλαίων που βρίσκεται σήμερα καταστρέφει όλο και μεγαλύτερο μέρος των παραγωγικών δυνάμεων και κύρια την εργατική δύναμη. 


ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΩΘΟΥΝΤΑΙ
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ
Σήμερα σε συνθήκες κρίσης και όξυνσης του διεθνούς μονοπωλιακού ανταγωνισμού συντελούνται μια σειρά από αναδιαρθρώσεις στο σύνολο του καπιταλιστικού συστήματος. Ενα μέρος αφορά τον τομέα της Κοινωνικής Προστασίας και τα εργασιακά κοινωνικά δικαιώματα και προωθείται με συγκεκριμένες πολιτικές και μέτρα. Αυτά τα μέτρα στοχεύουν στη συγκράτηση της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους μέσω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, της μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης και της εξασφάλισης μονοπωλιακών κερδών.
Στο όνομα της αντιμετώπισης της ανεργίας προωθούν την:
 Επαγγελματική ειδίκευση - μιας και αυτή θεωρείται ως μια βασική αιτία της ανεργίας ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης τα οποία παρέχουν ελάχιστη βάση τεχνικών γνώσεων, είναι περιορισμένης επιστημονικής και χρονικής εμβέλειας και φυσικά δεν εγγυώνται μια πρόσληψη. Εξάλλου οι απολύσεις δε γίνονται γιατί είναι ανειδίκευτοι οι εργαζόμενοι, αλλά γιατί αυτό επιβάλλεται από τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αυτό που επιδιώκουν μέσα από αυτά είναι η μετατροπή των εργαζομένων σε απασχολήσιμους. Θέλουν εργαζόμενους μιας χρήσης με συνεχή εναλλαγή στα επαγγέλματα χωρίς να παρέχουν για τους πολλούς μια γενική παιδεία. 
 Ενίσχυση των εργοδοτών για προσλήψεις  με λεφτά των ανέργων και των εργαζομένων. Στα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνονται οι μειώσεις των εργοδοτικών εισφορών και οι επιδοτήσεις προς τους εργοδότες για θέσεις κύρια μερικής απασχόλησης.  Ολα αυτά στοχεύουν στην ικανοποίηση του αιτήματος του κεφαλαίου για «μείωση του μισθολογικού κόστους» και αύξηση των κερδών τους με την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. 
 Επιχορήγηση ανέργων για να γίνουν επιχειρηματίες, με μεγαλύτερη επιδότηση στις γυναίκες. Δίνουν ένα μικρό ποσό επιχορήγησης ως κίνητρο το οποίο όχι μόνο δε φτάνει, αλλά θέτουν και ως όρο χορήγησής του να έχει αγοράσει εκ των προτέρων εμπόρευμα αντίστοιχο με το ήμισυ του ποσού της επιχορήγησης. αντίστοιχο. Σε μια εποχή σκληρού μονοπωλιακού ανταγωνισμού, η ΕΕ και η κυβέρνηση, προτρέπουν την απολυμένη ή τη γυναίκα των λαϊκών στρωμάτων να δώσει την αποζημίωση της απόλυσης, ό,τι έχει στην άκρη από το υστέρημά της ή και να δανειστεί ακόμα από τις τράπεζες, για να ανοίξει ένα μικρό μαγαζάκι και να ανταγωνιστεί με τα οικονομικά μεγαθήρια. Μέτρα που καταδικάζουν τις γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων στην οικονομική καταστροφή.  
 Επιχορήγηση προγραμμάτων «κοινωνικής μέριμνας» όπως κέντρα φροντίδας παιδιών, ολοήμερο σχολείο, κλπ.. Σε αυτά τα προγράμματα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη συμμετοχή των γυναικών, ως εργατικό δυναμικό που έχει εμπειρία σε αυτούς τους τομείς, είναι δηλαδή πιο «ανταγωνιστικές» από τους άνδρες. Η αλήθεια είναι ότι θέλουν φυσικά να αξιοποιήσουν αυτή τη στιγμή μεγάλο μέρος του γυναικείου εργατικού δυναμικού λόγω της τεχνογνωσίας που κατέχει, αλλά με στόχο να το παραδώσουν ως το πιο φθηνό εργατικό δυναμικό, σε ένα τομέα που, μέσω της ιδιωτικοποίησής του, θα συμβάλλει στην αύξηση των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου.
Τα προγράμματα αυτά προβάλλονται ως θετικά μέτρα απεγκλωβισμού των γυναικών από το σπίτι και ενίσχυση της απασχόλησής τους δίνοντας μάλιστα μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής τους στις θέσεις εργασίας που «δημιουργούνται». Πχ. μεγαλύτερη ποσοστιαία πρόσληψη γυναικών από τα 1.000 άτομα που θα ασχοληθούν στα Κέντρα Κοινωνικής Μέριμνας, πρόσληψη 1.270 γυναικών στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, που θα δημιουργηθούν στους δήμους με επιχορήγηση του Υπ. Εργασίας και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Ομως, όπως και τα άλλα προγράμματα, η διάρκεια των προγραμμάτων αυτών είναι περιορισμένη. Ενώ μετά τη λήξη τους υποχρεούται ο φορέας υλοποίησής τους (Δήμος, σύλλογος, χρήστες αυτών των υπηρεσιών) να πληρώνει τις υπηρεσίες που παρέχουν αλλιώς διακόπτονται.  
 Προώθηση των Τοπικών Συμφώνων Απασχόλησης (ΤΣΑ) σε ορισμένους Δήμους, τα οποία όμως δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να ανατρέψουν κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, να δώσουν ορισμένες θέσεις εργασίας κακοπληρωμένες και με ημερομηνία λήξης, να συμβάλουν από την πλευρά τους στην ιδιωτικοποίηση της «κοινωνικής προστασίας», λειτουργώντας σε τομείς όπως φύλαξη παιδιών, ηλικιωμένων, φύλαξη σχολικών κτιρίων, κλπ..
Η αναποτελεσματικότητα αυτών των προγραμμάτων ως προς την απασχόληση είναι προφανής από τα ίδια τα στοιχεία της αύξησης της ανεργίας. Η εργασία και οι ανάγκες συντήρησης και αναπαραγωγής της οικογένειας δεν μπορεί να εξαντλούνται μέσα από διάφορα προγράμματα. 
Αυτά τα προγράμματα έχουν ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, τη στροφή των γυναικών στο αδιέξοδο της  ευκαιριακής απασχόλησης (φασόν, ή ντήλερ, υπάλληλος για ορισμένο χρονικό διάστημα, κλπ.),  αντί της  διεκδίκησης μιας πλήρους και σταθερής θέσης εργασίας. Οι εργοδότες ζητάνε μείωση του «κόστους εργασίας» και η κυβέρνηση το υλοποιεί. Τα προγράμματα αυτά γίνονται μέσο για τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα της «κοινωνικής προστασίας» προσφέροντας ως δέλεαρ την απασχόληση γυναικών.  
Για να περάσουν οι καπιταλιστικές εξουσίες τις αναδιαρθρώσεις με όσο το δυνατόν λιγότερες κοινωνικές αντιδράσεις, προωθούν αυτήν την πολιτική με διάφορα ιδεολογήματα. 
Για τη φροντίδα της οικογένειας και τις ελλείψεις που θα αυξηθούν με τη συρρίκνωση της δημόσιας «κοινωνικής προστασίας», προβάλλουν το επιχείρημα της «ισοκατανομής των ευθυνών στα δύο φύλα», δηλαδή στο όνομα της ισότητας την από κοινού αποδοχή της ιδιωτικοποίησης της «κοινωνικής προστασίας».
Στο όνομα του «συγκερασμού των οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», προτείνουν τη γενίκευση της μερικής απασχόλησης, προβάλλουν την αύξηση των γονικών αδειών και για τους δύο γονείς χωρίς, όπως ισχυρίζονται, αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και παροχές, σαν δόλωμα για τη διακοπή των γυναικών από την εργασία τους και την επιστροφή τους στο σπίτι για τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων. Με αυτόν τον τρόπο, μειώνονται και υποβαθμίζονται οι κοινωνικές παροχές προς τους εργαζόμενους συνολικά. Αυτό είναι ένα ακόμη μέσο μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης και έντασης της ταξικής εκμετάλλευσης.
Δεν είναι τυχαίες λοιπόν και οι προσπάθειες που κάνουν να ενοχοποιήσουν τη σταθερή σε χρόνο εργασία των γυναικών ως παράγοντα των αρνητικών επιπτώσεων για την εγκληματικότητα της νεολαίας. Η ίδια η ζωή όμως ανατρέπει αυτούς τους ισχυρισμούς. Για παράδειγμα, μελέτη του Χ. Τζόσι από το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης της Μ. Βρετανίας, έδειξε ότι υπάρχει θετική σχέση μεταξύ της ακαδημαϊκής καριέρας των παιδιών και της εργασίας των γυναικών κατά την προσχολική ηλικία των παιδιών . 
Η ανεργία είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό και θα εξαλειφθεί με την ανατροπή του. Οι ανάγκες συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής οικογένειας που διευρύνονται συνεχώς, δεν μπορούν να βρουν την ικανοποίησή  τους σε αυτό το κοινωνικό σύστημα που γίνεται όλο και πιο απάνθρωπο. Οι διεκδικήσεις ακόμα και αν αποσπάσουν κάποια μέτρα, δε θα φτάνουν για να βελτιώσουν ουσιαστικά την κατάσταση των εργαζομένων γυναικών. Δεν αρκεί να μην πληρώνουν τροφεία σε ένα παιδικό σταθμό, τη στιγμή που ιδιωτικοποιείται σχεδόν το σύνολο του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Δεν αρκεί η αύξηση της επιδότησης της ανεργίας ή η παρακολούθηση ενός σεμιναρίου γιατί οι ανάγκες δεν καλύπτονται από αυτά, ούτε θα βρεθεί δουλειά. 
Φυσικά, κανείς δεν υποτιμά την ανάγκη της πάλης για μέτρα ανακούφισης των εργαζομένων γυναικών σε προβλήματα της καθημερινής ζωής τους. Δεν μπορεί όμως κανείς να περιορίζεται σε αυτήν την πάλη.


ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ 
ΤΟ ΠΙΟ «ΦΤΗΝΟ» ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ  
1) Οι γυναίκες συγκεντρώνονται σε κλάδους και θέσεις εργασίας χαμηλών μισθών και ημερομισθίων.
Στον καπιταλισμό οι όποιες θεσμικές ρυθμίσεις που αφορούν κατακτήσεις εργαζομένων είναι υπό αμφισβήτηση και αναίρεση. Βασικός στόχος του κεφαλαίου είναι η αύξηση του απλήρωτου μέρους της εργασίας. Στα πλαίσια της αστικής νομοθεσίας -και κάτω από τους επίμονους αγώνες του εργατικού και γυναικείου κινήματος- το θέμα της ίσης αμοιβής για ίδια δουλιά έχει τυπικά λυθεί, αφού θεσμοθετήθηκε. Ομως οι γυναίκες εξακολουθούν να αποτελούν το πιο φθηνό τμήμα της εργατικής τάξης.
Η διαφορά στην πώληση της γυναικείας εργατικής δύναμης δεν οφείλεται  στην παραβίαση των κλαδικών συμβάσεων (οι οποίες όπου εφαρμόζονται, ισχύουν για όλους), αλλά στο ότι οι γυναίκες απασχολούνται σε μαζική έκταση σε τομείς εργασίας που είναι από τους πιο κακοπληρωμένους και στο ότι έχουν μικρότερη επαγγελματική  εξέλιξη έναντι των ανδρών.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα συγκέντρωσης γυναικών σε χαμηλά αμειβόμενους τομείς βρίσκεται στη βιομηχανία ενδυμάτων, όπου περισσότερο από τα 2/3 ολόκληρου του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού είναι γυναίκες και η οποία απορροφά σχεδόν το 1/5 του γυναικείου εργατικού δυναμικού στην παραγωγή. Επίσης, σχεδόν τα 2/3 των εργαζομένων γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο που απασχολούνται στην παραγωγή κατατάσσονται στις «εργάτριες, χειρίστριες και εργάτριες παραγωγής . Μόνο 5% είναι σε επαγγελματικές και τεχνικές εργασίες και 2% σε διοικητικές και διευθυντικές θέσεις. Στο τομέα των υπηρεσιών όπου εργάζονται οι περισσότερες γυναίκες κατέχουν μόνο το 14% των διοικητικών και διευθυντικών θέσεων και λιγότερο από το 6% των ανώτατων διευθυντικών θέσεων . 
Στη χώρα μας οι Ελληνίδες μισθωτές είναι από τις χαμηλότερα αμειβόμενες στην Ευρώπη (68% των ωρομισθίων των ανδρών). Τα χαμηλότερα ποσοστά βρίσκονται στο τομέα του ηλεκτρισμού - αερίου πόλεως με 57,6% στις μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων  και 69,6% στα ημερομίσθια των εργατών. Ακολουθεί ο τομέας δέρματος που οι γυναίκες παίρνουν το 59% των μηνιαίων αποδοχών των υπαλλήλων και το 81,4% των εργατών στη βιομηχανία.
Ακολουθεί ο τομέας μηχανών και συσκευών, επίπλων, μεταφορικών μέσων, μεταλλικών προϊόντων, υφαντικών ειδών, διατροφής, ποτά .
Η μεγαλύτερη ψαλίδα διαφοράς στην τιμή πώλησης της γυναικείας εργατικής δύναμης βρίσκεται στους υπαλλήλους, με μέσο όρο γύρω στο 74% των ανδρών, ενώ στα μεροκάματα των βιομηχανικών  εργατριών η διαφορά ακόμα και στους ίδιους κλάδους είναι μικρότερη  με μέσο όρο περίπου στο 85% . 
Στο δημόσιο τομέα η διάκριση λειτουργεί επίσης έμμεσα με τη συγκέντρωση των γυναικών στις κατώτερες βαθμίδες ακόμα και αν το επίπεδο της γενικής εκπαίδευσης είναι ίσο ή και ανώτερο από των ανδρών. Π.χ. ενώ οι γυναίκες στη Δημόσια Διοίκηση, αποτελούν το 1/3 των εργαζομένων, το ποσοστό των γυναικών στους γενικούς διευθυντές παραμένει κάτω του 5%. Στις τράπεζες οι γυναίκες κυριαρχούν στις θέσεις χαμηλής ευθύνης. Το 38% των εργαζομένων είναι γυναίκες, τη διεύθυνση όμως των καταστημάτων την έχουν οι άνδρες με ποσοστό 96,2% .
Στον Τουρισμό, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους οι εργαζόμενοι χαρακτηρίζονται ως ανειδίκευτοι. Αυτές οι εργασίες έχουν καταταγεί στη συλλογική σύμβαση στην 4η κατηγορία. Σε αυτήν την 4η κατηγορία ανήκουν οι περισσότερες εργαζόμενες γυναίκες στα ξενοδοχεία, που είναι και η πλειοψηφία των εργαζομένων: καμαριέρες, πλυντήρια, σιδερωτήρια, καθαρίστριες, μοδίστρες, λαντζιέρες, κλπ..
Βάσει της μαρξιστικής ανάλυσης για την τιμή πώληση της εργατικής δύναμης, «η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία των μέσων συντήρησης, που απαιτούνται για να παραχθεί, αναπτυχθεί, διατηρηθεί και διαιωνισθεί η εργατική δύναμη... όπως διαφέρει το κόστος παραγωγής στις διάφορες ποιότητες της εργατικής δύναμης, έτσι πρέπει να διαφέρει και η αξία της εργατικής δύναμης που χρησιμοποιείται στους διάφορους κλάδους της παραγωγής» . 
Η γυναίκα εργαζόμενη, λόγω και της ιδιαιτερότητας της γενετήσιας λειτουργίας της, έχει πολλές φορές επιπλέον επιπτώσεις, άρα και φθορές από τη χρησιμοποίηση της εργατικής της δύναμης, στη χρησιμοποίηση ακόμα και του ίδιου μέσου παραγωγής με τον άνδρα. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, οι ανάγκες αναπαραγωγής της εργατικής της δύναμης είναι μεγαλύτερες έναντι του άνδρα, εξαιτίας πάλι της ιδιαιτερότητας της αναπαραγωγικής της λειτουργίας και όχι μόνο κατά την περίοδο της τεκνοποίησης. Αρα το κόστος των μέσων που θα χρησιμοποιήσει για τη συντήρηση και αναπαραγωγή της εργατικής της δύναμης είναι μεγαλύτερες έναντι του άνδρα εργάτη.
Με δεδομένο ότι σήμερα παίρνεται πίσω ένα σύνολο επιδομάτων σε σχέση με την προστασία της μητρότητας εξαιτίας της ανατροπής της σταθερής και πλήρους απασχόλησης και συρρικνώνεται ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της κοινωνικής προστασίας, η τιμή πώλησης της γυναικείας εργατικής δύναμης θα πέσει ακόμα πιο πολύ από τα ποσοστά που προαναφέραμε.
Ετσι και στις σημερινές συνθήκες επιβεβαιώνεται η μαρξιστική θέση της μεγαλύτερης ταξικής εκμετάλλευσης που υφίσταται η γυναίκα εργαζόμενη στον καπιταλισμό. 
2)  Με τις αντιδραστικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, η  επιδείνωση των όρων πώλησης της  εργατικής δύναμης είναι μεγαλύτερη για τις γυναίκες.
Στην αναφορά που κάνουμε, στεκόμαστε μόνο στη μερική απασχόληση της μισθωτής εργασίας, γιατί τα υπόλοιπα στοιχεία της ΕΣΥΕ σχετικά με τις αυτοαπασχολούμενες και τα συμβοηθούντα μέλη, δε βοηθούν μιας και σε αυτά εμπεριέχονται εργοδότριες και γυναίκες των μικρομεσαίων στρωμάτων ή της αστικής τάξης που εργάζονται στην οικογενειακή επιχείρηση.
Επίσης τα στοιχεία που εξετάζουμε αναφέρονται στην περίοδο του 1997. Τα πραγματικά στοιχεία είναι σαφώς πολύ μεγαλύτερα μιας και πρόσφατα ψηφίστηκε ο νόμος για τη μερική απασχόληση, δίνοντας ώθηση στην αύξησή της.
Η μερική απασχόληση στην Ελλάδα βάσει των στοιχείων της ΕΣΥΕ (1997) αποτελεί το 13,8% του συνόλου της μισθωτής απασχόλησης. Οι εργαζόμενες με μερική απασχόληση αποτελούν το 5,5% των εργαζομένων (Α-Γ) συνολικά στη μισθωτή εργασία έναντι 3% των ανδρών. Στη γυναικεία μισθωτή απασχόληση αποτελούν το 14,1%  έναντι του 4,8% των ανδρών στην αντίστοιχη ανδρική μισθωτή απασχόληση.
Οι γυναίκες αποτελούν των πλειοψηφία των εργαζομένων με αυτή την μορφή (64,5% έναντι του 35,5% των ανδρών) . 
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση εργαζομένων γυναικών  με μερική απασχόληση παρατηρείται στην ηλικία των 30-64 ετών ( 65,4%), με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση μετά τα 45 . Τα μεγάλα ποσοστά μετά τα 45, τα οποία ισχύουν και για τους άνδρες, δείχνουν τα αποτελέσματα της παραγωγικής συρρίκνωσης σε παραδοσιακούς κλάδους παραγωγής κύρια στη βιομηχανία και τις μαζικές απολύσεις σε αυτές τις ηλικίες για να αντικατασταθούν με νέους οι οποίοι είναι πιο φθηνοί σαν εργατική δύναμη.
Τα τελευταία χρόνια η χρησιμοποίηση αυτών των μορφών εργασίας ή ακριβέστερα η χειροτέρευση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, συνέβαλλε σε μια πλασματική αύξηση της απασχόλησης του εργατικού δυναμικού και κύρια των γυναικών, αφού η μια θέση πλήρους εργασίας μετατρέπεται σε 2-3 θέσεις.
Τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικών που εργάζονται με μερική απασχόληση, οφείλονται στο ότι οι γυναίκες:
 Αναγκάζονται να επιλέγουν αυτή τη μορφή για να μπορέσουν να λύσουν προβλήματα ανατροφής των παιδιών, περιποίησης και φροντίδας μελών της οικογένειας, εξαιτίας της συρρίκνωσης των δημόσιων παροχών της Κοινωνικής Προστασίας.
 Θεωρούν ως ένα βαθμό συμπληρωματική την εργασία τους στο οικογενειακό εισόδημα, για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών.
Αυτή η εργασιακή σχέση προβάλλεται ως μέτρο ενίσχυσης της απασχόλησης των γυναικών αλλά και ως μέσο που μπορεί να λειτουργήσει σε εθελοντική βάση για τις εργαζόμενες που θέλουν να συνδυάσουν οικογένεια και εργασία. Ομως αυτή η εργασιακή μορφή δεν είναι καθόλου εθελοντική επιλογή αλλά αναγκαστική. Σε μια έρευνα του ΕΚΑ που έγινε στους εργαζόμενους της Αθήνας, αναφέρεται ότι στο Δήμο Αθήνας το μεγαλύτερο πρόβλημα στον «κοινωνικό εξοπλισμό» είναι οι ελλείψεις των παιδικών σταθμών, ενώ αντίστοιχα αυτό συμβαίνει και στη Δυτική Αθήνα, με αποτέλεσμα σε αυτές τις  περιοχές να ξοδεύονται περισσότερα χρήματα από το οικογενειακό εισόδημα για παιδικούς σταθμούς . 
Μελέτες στη Γαλλία σχετικά με την εφαρμογή της μερικής απασχόλησης, απέδειξαν ότι αυτό το μέτρο όχι μόνο δεν ενίσχυσε την απασχόληση με τη δημιουργία νέων θέσεων, αλλά κατά την περίοδο εφαρμογής από το 1994-1998 έγινε αναδιανομή του εργατικού δυναμικού με χειρότερους όρους μέσω της ενίσχυσης της μερικής απασχόλησης η οποία από 18% το 1992 έφτασε στο 32% το 1997 (για τις γυναίκες) . 
Οι γυναίκες λοιπόν αναγκάζονται σε μεγάλο βαθμό, είτε έμμεσα είτε άμεσα, να δουλεύουν με αυτές τις μορφές.


ΥΓΙΕΙΝΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, η εντατικοποίηση της εργασίας, η μη λήψη μέτρων προστασίας για την υγιεινή και ασφάλεια,  έχουν σαν αποτέλεσμα να συσσωρεύονται πολλά προβλήματα υγείας στις γυναίκες. 
Είναι αποκαλυπτικό το στοιχείο που δίνει η ΕΣΥΕ (1997) ότι ο κύριος λόγος εκείνων των γυναικών (42,9%) που αν και εργάζονται, αναζητούν άλλη εργασία είναι γιατί  επιθυμεί καλύτερες συνθήκες! 
Η άρση της απαγόρευσης της  βραδυνής εργασίας των γυναικών στη βιομηχανία και βιοτεχνία, ήρθε να επιβαρύνει την υπάρχουσα κατάσταση σε αυτό το τομέα. Αν σε όλα αυτά προσμετρήσουμε ότι μετά την εργασία έχουν να αντιμετωπίσουν και ένα σύνολο εργασιών στο σπίτι για τη φροντίδα της οικογένειας, καταλαβαίνουμε το μέγεθος αυτής της φθοράς του γυναικείου οργανισμού..
Οι επιπτώσεις ανάμεσα στα άλλα είναι ανορεξία, καρδιαγγειακές, ορμονικές διαταραχές, άγχος, αϋπνία, ευερεθιστότητα, μυοσκελετικά προβλήματα, διαταραχές στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή, χρόνια κούραση και εξάντληση, πτώση ενεργητικότητας και κατάθλιψη.


ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΕΣ
Σύμφωνα με έρευνα του Εθνικού Παρατηρητηρίου Απασχόλησης (ΕΠΑ 1999), η οποία βασίστηκε στα δεδομένα των αιτήσεων που υποβλήθηκαν από τους αλλοδαπούς για να τους χορηγηθεί άδεια παραμονής στην Ελλάδα, φαίνεται ότι η πλειοψηφία των μεταναστών εργάζονται στη χώρα ως ανειδίκευτοι απασχολούνται κύρια στον αγροτικό τομέα, έχουν μέσο επίπεδο εκπαίδευσης και η κύρια χώρα προέλευσης είναι η Αλβανία.
Με βάση το φύλο τα στοιχεία δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία είναι άνδρες. Από τις γυναίκες το 43,64% προέρχεται από την Αλβανία, το 14,74% από τη Βουλγαρία, το 8,27% από την Ουκρανία και ακολουθούν η Γεωργία, οι Φιλιππίνες και η Μολδαβία. Ο κύριος όγκος τους προέρχεται από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό τους επίπεδο οι γυναίκες είναι οι πιο μορφωμένες  με 55,47% έναντι 47,31% των ανδρών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όσο και στην τριτοβάθμια με 16,14% έναντι 6,41% των ανδρών ενώ στην πρωτοβάθμια 24,18% έναντι 41,90% των ανδρών!
Η οικογενειακή τους κατάσταση δείχνει ότι η πλειοψηφία είναι έγγαμοι, με δύο στους τρεις να έχουν από ένα έως και πέντε παιδιά. Οι έγγαμες γυναίκες είναι το 59,89%.  
Το 16,5% των γυναικών δουλεύουν ως ανειδίκευτες εργάτριες ή χειρώνακτες έναντι του 25,8% των ανδρών. Ως ειδικευμένες είναι το 2,32% έναντι του 8,51% των ανδρών.  Βέβαια η πλειοψηφία των αλλοδαπών απέφυγε να δηλώσει επάγγελμα, δείχνοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος τους εργάζεται χωρίς να δηλώνεται από τους εργοδότες . 


ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ
Οι ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου στην παραγωγή, η συμμετοχή στην κοινωνική εργασία και η ελάττωση αντιδραστικών αντιλήψεων για τη μόρφωση των  γυναικών, έδοσαν ώθηση στο να ανέβει το μορφωτικό επίπεδο των γυναικών. Και στο τομέα της εκπαίδευσης παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια σημαντική αύξηση των γυναικών. 
Στους 10 πτυχιούχους  Ανωτέρων και Ανωτάτων Σχολών οι 5 είναι γυναίκες  (αποτελώντας το 46,5% των αποφοίτων αυτών των σχολών, έναντι 53,5% των ανδρών), ενώ το 1995 ήταν 4 στους 10 (αποτελώντας το 41,5% των αποφοίτων έναντι του 58,5% των ανδρών αντίστοιχα).
Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση οι γυναίκες βρίσκονται σε μεγαλύτερα ποσοστά αποφοίτων.
Σύμφωνα με έρευνα της ΕΣΥΕ, έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο βαθμολογίας, σημειώνουν περισσότερες πρωτιές στις Γενικές Εξετάσεις για τα ΑΕΙ, έχουν μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής στο σύνολο των φοιτητών, π.χ. το 1994 το 44,9% των φοιτητών ήταν αγόρια και το 55,1% γυναίκες . 
Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να παραμένει ανοικτή πληγή το ότι στη χώρα μας υπάρχουν επίσημα καταγεγραμμένοι γύρω στους 1.500.000 αναλφάβητοι (κατά κύριο λόγο όμως στις μεγάλες ηλικίες), από τους οποίους οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία με 63% το 1991 .
Οι κατακτήσεις των γυναικών στην εκπαίδευση δεν ανατρέπουν τις κοινωνικές διακρίσεις που συνεχίζουν και  σήμερα να υπάρχουν με άλλη μορφή μέσα από τη μόρφωση. Αν παλαιότερα ήταν απαγορευτική η συμμετοχή των γυναικών στη μόρφωση και ιδιαίτερα στα ανώτερα επίπεδα, λόγω των συντηρητικών αστικών προτύπων για το ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια και την κοινωνική εργασία, σήμερα, η διάκριση αυτή έχει μετατοπιστεί στο είδος της εκπαίδευσης, στη διάρκειά της και στην αξία του διπλώματος. Αν δούμε την κατανομή των φοιτητών στις διάφορες σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα διαπιστώσουμε ότι η συμμετοχή συνδέεται άμεσα με το φύλο και κατά συνέπεια με τις υπάρχουσες κοινωνικές αντιλήψεις για το ρόλο των δύο φύλων.
Ετσι στους επιτυχόντες της α΄ δέσμης (κυρίως πολυτεχνικά τμήματα, γεωπονο-δασολογικά και τμήματα θετικών επιστημών) οι γυναίκες  αποτελούν το 36,3% αντί του 63,7% των ανδρών. Στην γ΄ δέσμη (φιλολογικά, νομικά και θεολογικά τμήματα) οι γυναίκες αποτελούν το 78,5% ενώ οι άνδρες το 21,5% . Ενώ σε έρευνα που έγινε σε μαθητές/τριες γυμνασίων της Αθήνας και του Πειραιά που διέθεταν Η/Υ διαπιστώνεται ότι τα κορίτσια ήταν κάτοχοι κατά 28% έναντι 72% των αγοριών . 
Στους Νηπιαγωγούς οι γυναίκες είναι 95% ενώ οι άνδρες 5%, στους μηχανολόγους-μηχανικούς 10% και 90% αντίστοιχα, ενώ στους ηλεκτρονικούς 12% και 88% . 
Αυτός ο επαγγελματικός προσανατολισμός σε συνάρτηση με τις αναδιαρθρώσεις του μεγάλου κεφαλαίου έχει σαν αποτέλεσμα οι γυναίκες να παραμένουν σε σημαντικό βαθμό το φθηνό εργατικό δυναμικό, με μικρές δυνατότητες επαγγελματικής ανέλιξης και σταδιοδρομίας. Οι σχολές που το γυναικείο φύλο έχει πλειοψηφία είναι κυρίως σχολές που προσφέρουν μικρές προοπτικές για αξιοποίηση των πτυχίων. Για παράδειγμα, η Πάντειος και η Φιλοσοφική Αθηνών, όπου το γυναικείο φύλο υπερτερεί, είναι σχολές που οδηγούν σε επαγγέλματα με μέτρια οικονομική απόδοση και με πιο μειωμένο «κοινωνικό γόητρο». Ενώ η Ιατρική, οι χημικοί ΕΜΠ, τμήματα πληροφορικής (ΑΕΙ), είναι σχολές με ευνοϊκές επαγγελματικές προοπτικές, όπου υπερτερούν οι άνδρες.
Παρά το ότι η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας και ιδιαίτερα της πληροφορικής απλούστευσε μια σειρά εργασίες στην παραγωγική διαδικασία, εν τούτοις αυτός ο διαχωρισμός «ανδρικών» και «γυναικείων» εργασιών παραμένει σε μεγάλο βαθμό.  Π.χ. οι άνδρες είναι αυτοί που ασχολούνται κύρια με τη λειτουργία και το σχεδιασμό της τεχνολογίας, ενώ με την εφαρμογή οι γυναίκες: Αναλυτές-προγραμματιστές: άνδρες 90%, γυναίκες 10%. Δακτυλογράφοι, καταχωρητές στοιχείων: άνδρες 0,5%, γυναίκες 99,5% .
Πολύ χαμηλά είναι τα ποσοστά γυναικών και ανδρών που κατέχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο ανώτατης εκπαίδευσης, οι γυναίκες έχουν 0,8% έναντι 1,7% των ανδρών . 
Ετσι, σύμφωνα με στοιχεία της ICAP το 1996, στις ιδιωτικές επιχειρήσεις οι άνδρες με ανώτατη εκπαίδευση είχαν τις διπλάσιες αμοιβές, έναντι των γυναικών με το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης. 
Παράλληλα η ίδια η ζωή ανατρέπει τους ισχυρισμούς αυτών που προβάλλουν ότι η χαμηλότερη εκπαίδευση των γυναικών φταίει για τα ψηλότερα ποσοστά ανεργίας σε σχέση με τους άνδρες, αφού οι γυναίκες με μόρφωση ΤΕΙ και ΑΕΙ είναι άνεργες με διπλάσια ποσοστά έναντι των ανδρών. Η ανεργία των γυναικών με επίπεδο μόρφωσης Γυμνασίου έως και Λυκείου αγγίζει σχεδόν τριπλάσια ποσοστά έναντι των ανδρών, ενώ στα κατώτερα επίπεδα μόρφωσης είναι σχεδόν τα ίδια. Μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για προσανατολισμό των γυναικών κύρια σε «γυναικείες σχολές» και «γυναικείες σπουδές». Αν και με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι αυτό είναι αποτέλεσμα των αντιδραστικών αντιλήψεων, θα ήταν λάθος να καταλήξουμε μόνο σε αυτή την πλευρά. 
Οι αντιλήψεις, η προσωπική στάση ζωής, δεν είναι τόσο ατομική υπόθεση. Είναι αποτέλεσμα της συνολικής κοινωνικής συνείδησης που διαμορφώνεται από την υλική-οικονομική βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας και θα αναπαράγονται όσο τα μέσα παραγωγής θα βρίσκονται στα χέρια της ατομικής ιδιοκτησίας. 
Η εκπαίδευση βεβαίως βοηθά στην καλύτερη δυνατότητα πώλησης της εργατικής δύναμης, στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, όμως δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας,  αλλά οι γενικότερες ανάγκες του κεφαλαίου  στην αγορά εργασίας ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης.
Σήμερα προωθεί τη  λογική του «απασχολήσιμου» αντί του εργαζόμενου, την «δια βίου κατάρτιση», δηλαδή την εκπαίδευση μιας χρήσης σε συνεχή βάση, σύμφωνα με τις ανάγκες του επιχειρηματία, αντί της γενικής μόρφωσης και συνολικότερης επαγγελματικής ειδίκευσης. Γι’ αυτό χτυπιέται η δημόσια παιδεία και υποβαθμίζεται γενικότερα η δημόσια ανώτερη μόρφωση. 
Αν μέσα σε αυτές τις πολιτικές που εξελίσσονται, υπολογίσουμε και το ότι μια εργατική οικογένεια δαπανά ετησίως 270.000 για ένα μαθητή του Δημοτικού,  640.000 για έναν του Γυμνασίου και 1.070.000 για ένα του Λυκείου, καταλαβαίνουμε πόσο θα χειροτερεύσει το γενικό επίπεδο μόρφωσης των παιδιών των εργατικής τάξης. Σε συνδυασμό με τις αντιδραστικές αντιλήψεις «ο άνδρας στην κοινωνία, η γυναίκα στο σπίτι», η εργατική οικογένεια θα προωθεί εξαιτίας του οικονομικού κόστους περισσότερο το αγόρι στις επιστήμες και το κορίτσι σε μια στοιχειώδη επαγγελματική εκπαίδευση.


ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Η οικογένεια στον καπιταλισμό λειτουργεί ως σημαντικός μηχανισμός συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. 
Η συντριπτική πλειοψηφία των ανέργων ζει στα πλαίσια της πυρηνικής οικογένειας, σε αντίθεση με το 2,69% που ζουν μόνοι τους .
Ενα σημαντικό μέρος των ανέργων (18,4%) είναι μέλη οικογενειών με εισόδημα  έως 1.000.000 δρχ. Στην κατηγορία μεταξύ 1-2.000.000 δρχ. βρίσκεται το 33,3%, ενώ στην κατηγορία από 2-3.000.000 δρχ. ανήκει το 34,2%. Αυτό αναδείχνει και την τεράστια συρρίκνωση της ικανοποίησης βασικών αναγκών που βιώνει η εργατική οικογένεια . 
Ο ρόλος της εργατικής οικογένειας στη φροντίδα των ατόμων που δεν εργάζονται είναι προφανής, λαμβάνοντας υπόψη:
 Τις αυξημένες ανάγκες παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, σε αντίθεση με την  περιορισμένη και συνεχώς ελαττούμενη συμβολή του κράτους στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, για την οικογένεια.
 Των χαμηλών επιδομάτων ανεργίας και του περιορισμένου αριθμού χορήγησής τους, μιας και αποκλείονται από αυτά οι νεοεισερχόμενοι στην παραγωγή και οι απολυμένοι που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις βάσει του νόμου
 Την περίπτωση των καταγραμμένων ως «άεργοι»  ή «νοικοκυρές» οι οποίοι αποτελούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Με δεδομένα τα πιο πάνω, η εργατική οικογένεια στον καπιταλισμό αναγκάζεται να λειτουργεί ως βασικό κύτταρο φροντίδας και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Λέμε αναγκάζεται, γιατί ενώ ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει σε μεγάλο βαθμό τις υλικές προϋποθέσεις απαλλαγής της από αυτές τις λειτουργίες (μη παραγωγικές εργασίες τις ονόμαζε ο Λένιν) τις οποίες έχει κοινωνικοποιήσει στην παραγωγή, η συντριπτική πλειοψηφία των εργατικών και λαϊκών οικογενειών δε μπορούν να κάνουν χρήση αυτών των παροχών, επειδή λειτουργούν ως εμπορεύματα. 
Αυτή η επιβάρυνση της εργατικής οικογένειας, διεκπεραιώνεται  κατά κύριο λόγο από τις γυναίκες μέλη της, εντείνοντας έτσι τη διπλή καταπίεση που βιώνει η γυναίκα της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό.
Είναι ενδεικτικά τα στοιχεία της έρευνας του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ . 
Συγκεκριμένα: 
ΑΝΔΡΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Κάνουν δουλειές του σπιτιού 50 λεπτά 2 ώρες και 45 λεπτά
Φροντίζουν τα παιδιά 36 λεπτά 1 ώρα και 30 λεπτά
Ξεκουράζονται 3 ώρες και 35 λεπτά 2 ώρες και 10 λεπτά


ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ
Δεν αρκεί να μιλάμε στις εργαζόμενες για τα προβλήματά τους. Δεν αρκεί να λέμε ότι είναι οι πιο φτωχοί των φτωχών. Το ξέρουν από την εμπειρία τους, ούτε να περιοριζόμαστε στο να τους εξηγούμε τα μέτρα που παίρνονται, τα ξέρουν. Σήμερα πρέπει να τους αποκαλύψουμε την ταξική ουσία αυτής της πολιτικής και την προοπτική της δικής τους ύπαρξης, την προοπτική της διεξόδου και την αναγκαιότητα συμμετοχής στην ταξική πάλη.
Η συμμετοχή των γυναικών  στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι γενικά χαμηλό ακόμα και σε κλάδους όπου υπερτερούν οι γυναίκες. Η χαμηλή συμμετοχή  συνδέεται άμεσα με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η εργαζόμενη γυναίκα, ιδιαίτερα αν έχει και παιδιά, με αναχρονιστικές αντιλήψεις ότι η γυναίκα δεν ασχολείται με τα κοινά, τη μικρή προσπάθεια των σωματείων για συμμετοχή των γυναικών στη δράση.
Σε μια έρευνα που είχε κάνει η ΔΗΜΕΛ και η PRC για λογαριασμό της ΓΣΕΕ σχετικά με τους λόγους της χαμηλής συνδικαλιστικής συμμετοχής, οι γυναίκες δήλωσαν ως ένα βασικό, την έλλειψη χρόνου σε αντίθεση με τους άνδρες. Η φροντίδα για τα παιδιά, να τα πηγαίνουν στα φροντιστήρια, ο χρόνος μετακίνησης για δουλειά κλπ.
Τα τελευταία χρόνια προβάλλεται έντονα από το αστικό γυναικείο κίνημα και τις ιδεολογικές (νεοφεμινιστικές) αποχρώσεις του, ότι για την ανατροπή της χαμηλής συμμετοχής των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων του συνδικαλιστικού κινήματος, είναι η ποσόστωση. Είναι ένα αίτημα που φυσικά θα βοηθούσε. Ομως αν θέλουμε να συμμετέχουν οι εργαζόμενες γυναίκες που βιώνουν αυτές τις πολιτικές, δεν αρκεί από μόνο του αυτό το διοικητικό μέτρο. 
Πάνω από όλα χρειάζεται τα σωματεία και ιδιαίτερα το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, να δυναμώσει την πάλη με αιτήματα που σε να αντανακλούν την ταξική αντίληψη για την εργατική οικογένεια, τη γυναίκα, το ρόλο της στην κοινωνία και την παραγωγή. Αιτήματα και μορφές οργάνωσης της πάλης που ανοίγουν το δρόμο της ταξικής συνειδητοποίησης των γυναικών της εργατικής τάξης για τον πραγματικό υπαίτιο των προβλημάτων της και την συμμετοχή της στην πάλη της τάξης της. Οι μορφές συσπείρωσης ποικίλλουν. Με οργάνωση σε σωματεία ή συλλόγους, επιτροπές αγώνα, π.χ. για το ασφαλιστικό, εργατικές επιτροπές σε συνοικίες κλπ.
Οι δυσκολίες δεν είναι αξεπέραστες. Η ιστορία του παγκόσμιου επαναστατικού εργατικού κινήματος αλλά και του κόμματός μας -από την αρχή της ίδρυσής του- έδειξε ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, οι κομμουνιστές μπήκαν σε εργοστάσια-γκέτο της εργοδοσίας, έβρισκαν τις εργάτριες στις συνοικίες, τις οργάνωναν σε εργατικούς συλλόγους, εξέδιδαν μέχρι και ειδικό έντυπο υλικό, την «ΕΡΓΑΤΡΙΑ». Η εξειδίκευση των επιπτώσεων στις γυναίκες από τις πολιτικές που ασκούνται, ακόμα και οι ιδιαίτερες μορφές συσπείρωσης εργατριών, δεν έρχονται σε αντίθεση με την ένταξή τους στην συλλογική πάλη της εργατικής τάξης. Αντίθετα είναι και καθήκον, αρκεί αυτή η  εξειδίκευση της δουλειάς να διοχετεύεται μέσα στη συνολική πάλη του σωματείου ή στις γενικότερες μορφές του ταξικού εργατικού κινήματος.
Καθήκον των κομμουνιστών είναι η ενδυνάμωση της συνδικαλιστικής και της πολιτικής δουλειάς του κόμματος στις γυναίκες της εργατικής τάξης. Σε αυτόν τον τομέα είμαστε πίσω από τις ανάγκες και τις δυνατότητες. Αυτό σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες επιδρά σημαντικά στη χαμηλή συμμετοχή και στα ταξικά σωματεία αλλά και στο κόμμα.
Η ένταση των προβλημάτων αλλά και οι διαφοροποιήσεις που συντελούνται, επιβάλλουν να επικεντρώσουμε την προσοχή στις εργαζόμενες μεγάλων βιομηχανικών παραγωγικών μονάδων και κλάδων, στις άνεργες. Τις καθαρίστριες που είναι ένας τομέας που συγκεντρώνει γυναίκες από τα πιο εξαθλιωμένα τμήματα της εργατικής τάξης περικλείοντας και μεγάλη μάζα ξένων εργατριών. Τις γυναίκες που εργάζονται στον τομέα των υπηρεσιών, με έμφαση σε τομείς όπου εισάγονται πιο μαζικά οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις.
Η ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση που κάνει ο ταξικός αντίπαλος είναι πολύ σοβαρή και εξειδικευμένη στις γυναίκες, αξιοποιώντας και τη θρησκεία. Σήμερα που και το πιο μικρό αίτημα απαιτεί ρήξη με βασικούς τομείς της πολιτικής του κεφαλαίου, η ιδεολογική δουλιά μέσα στην εργατική τάξη, τις εργάτριες αποκτά πρωταρχική σημασία.
Η ένταξη της γυναίκας της μισθωτής εργασίας στο αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό μέτωπο πάλης, στην προοπτική του σοσιαλισμού, ανοίγει το δρόμο της λύσης των προβλημάτων που βιώνει, από τη σκλαβιά της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. 

TOP READ