28 Ιαν 2012

Οι βασικές μορφές του μισθού εργασίας


Οι βασικές μορφές του μισθού εργασίας
Υπάρχουν δύο βασικές μορφές του μισθού εργασίας, το χρονομίσθιο και η πληρωμή με το κομμάτι.
Το χρονομίσθιο
Είναι η μορφή εκείνη του μισθού εργασίας, όπου το μέγεθος της πληρωμής του εργάτη εξαρτάται από το χρόνο που εργάστηκε - ώρες, μέρες, βδομάδες, μήνες.
Μέτρο της πληρωμής του εργάτη για την εργασία του είναι η τιμή μιας ώρας εργασίας.
Αν και η ίδια η εργασία δεν έχει αξία και τιμή, ωστόσο για τον ορισμό του μεγέθουςτης πληρωμής του εργάτη χρησιμοποιείται η συμβατική ονομασία «τιμή της εργασίας».
Σαν μονάδα του μέτρου της «τιμής της εργασίας» χρησιμεύει η πληρωμή της εργασίας για μια ώρα εργασίας ή η τιμή της μιας ώρας εργασίας.
Η τιμή της μιας ώρας εργασίας υπολογίζεται με βάση τη διαίρεση της ημερήσιας αξίας της εργατικής δύναμης με τον αριθμό των ωρών της εργάσιμης μέρας.
Πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στο συνολικό ποσό του μισθού εργασίας (μιας μέρας, βδομάδας, ενός μήνα) και την πληρωμή (ή την τιμή) μιας ώρας εργασίας.
α) Παραδείγματος χάριν, αν η ημερήσια αξία της εργατικής δύναμης είναι 8.000 δρχ. και αν η διάρκεια της εργάσιμης μέρας είναι 8 ώρες, τότε η τιμή της ημερήσιας εργασίας θα είναι 8.000 δρχ. και η τιμή της 1 ώρας εργασίας θα είναι 1.000 δρχ. (8.000:8). Ας υποθέσουμε ακόμα ότι ο αναγκαίος χρόνος είναι 4 ώρες και ο πρόσθετος χρόνος εργασίας επίσης 4 ώρες. Στο βαθμό, λοιπόν, που στη διάρκεια της εργάσιμης μέρας αναπαράγεται η ημερήσια αξία της εργατικής δύναμης, η οποία στην περίπτωση μας είναι 8.000 δρχ., η αξία που δημιουργείται από τον εργάτη στην κάθε ώρα εργασίας στα πλαίσια του αναγκαίου χρόνου εργασίας, θα είναι 2.000 δρχ. Ο εργάτης όμως εργάζεται με την ίδια ένταση και παραγωγικότητα στη διάρκεια ολόκληρης της εργάσιμης ημέρας. Δηλαδή, ο εργάτης για κάθε εργάσιμη ώρα δημιουργεί αξία που είναι ίση με 2.000 δρχ. Ο καπιταλιστής πληρώνει την κάθε ώρα εργασίας με 1.000 δρχ. Τη διαφορά των 1.000 δρχ. που δημιουργεί ο εργάτης στη διάρκεια της κάθε ώρας της εργάσιμης μέρας στα πλαίσια του πρόσθετου χρόνου εργασίας την ιδιοποιείται εντελώς δωρεάν ο καπιταλιστής με την ιδιότητα της υπεραξίας. Συνεπώς, η συνολική αξία που δημιουργεί ο μισθωτός εργάτης στη διάρκεια των 8 ωρών της εργάσιμης μέρας ανέρχεται στις 16.000 δρχ. από τις οποίες οι 8.000 δρχ. επιστρέφονται στον εργάτη με τη μορφή του μισθού εργασίας για την αναπλήρωση της εργατικής του δύναμης και τις υπόλοιπες 8.000 δρχ. τις ιδιοποιείται ο καπιταλιστής με τη μορφή της υπεραξίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η τιμή της 1 ώρας εργασίας είναι τόσες φορές μικρότερη από την αξία, όσες φορές είναι μικρότερος ο αναγκαίος χρόνος εργασίας από το συνολικό χρόνο εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι στη διάρκεια της κάθε μιας ώρας εργασίας της εργάσιμης μέρας ο εργάτης προσφέρει στον καπιταλιστή μια ορισμένη ποσότητα υπεραξίας. Και, μάλιστα, όσο πιο χαμηλή είναι η τιμή της εργασίας με αμετάβλητους όλους τους άλλους όρους, τόσο πιο μεγάλη είναι η μάζα και το ποσοστό της υπεραξίας. Με άλλα λόγια τόσο πιο υψηλός είναι ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από την αστική τάξη.
Το χρονομίσθιο δίνει στον καπιταλιστή τη δυνατότητα να εντείνει την εκμετάλλευση του εργάτη με την παράταση της εργάσιμης μέρας. Ετσι κατεβάζει την τιμή της μιας ώρας εργασίας, αφήνοντας αμετάβλητο το μισθό εργασίας για τη μέρα, τη βδομάδα, το μήνα.
Αν υποθέσουμε ότι το ημερομίσθιο μένει αμετάβλητο (δηλαδή το παλιό) και η εργάσιμη μέρα μεγαλώσει, τότε η τιμή μιας ώρας εργασίας θα μειωθεί.
Π.χ. ας υποθέσουμε ότι το ημερομίσθιο μένει το παλιό - 8.000 δρχ, ενώ η εργάσιμη μέρα μεγαλώνει από 8 σε 9 ώρες. Στην περίπτωση αυτή η τιμή της μιας ώρας εργασίας θα κατέβει από τις 1.000 δρχ. σε 888 δρχ.
β) Με το ανέβασμα του ημερομίσθιου η τιμή της μιας ώρας εργασίας μπορεί να παραμένει αμετάβλητη ή και να πέσει, αν στο μεταξύ μεγαλώσει η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας.
Π.χ. αν το ημερομίσθιο ανέβει από 8.000 δρχ. σε 8.400 δρχ. και η εργάσιμη μέρα μεγαλώσει από 8 σε 10 ώρες, η τιμή της μιας ώρας εργασίας στην περίπτωση αυτή θα κατέβει στις 840 δρχ. (8.400:10).
γ) Η αύξηση της εντατικότητας της εργασίας σημαίνει στην ουσία πτώση της τιμής της μιας ώρας εργασίας, γιατί, ενώ γίνεται μεγαλύτερη δαπάνη εργασίας, που στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με παράταση της εργάσιμης μέρας, η πληρωμή μένει η παλιά.
Οταν οι όροι για την πώληση των εμπορευμάτων είναι ευνοϊκοί, ο καπιταλιστής παρατείνει την εργάσιμη μέρα, και καθιερώνει τις υπερωρίες.
δ) Αν πάλι οι όροι της αγοράς είναι δυσμενείς και ο καπιταλιστής είναι υποχρεωμένος να ελαττώσει τον όγκο της παραγωγής, τότε περιορίζει την εργάσιμη μέρα και εφαρμόζει τοωρομίσθιο.
Αν η εργάσιμη μέρα περιοριστεί και διατηρηθεί η προηγούμενη πληρωμή της εργασίας ανά ώρα, το ημερομίσθιο του εργάτη θα μειωθεί. Δηλαδή, το ωρομίσθιο με όχι πλήρη εργάσιμη μέρα ή με όχι πλήρη εργάσιμη βδομάδα κατεβάζει πάρα πολύ το μισθό εργασίας.
Π.χ. αν η εργάσιμη μέρα περιοριστεί από 8 σε 6 ώρες και διατηρηθεί η προηγούμενη πληρωμή της εργασίας προς 1.000 δρχ. την ώρα, το ημερομίσθιο του εργάτη θα είναι όλο και όλο 6.000 δρχ. (1.000X6).
Συμπέρασμα
Ο εργάτης χάνει στην πληρωμή όχι μόνο όταν παρατείνεται υπέρμετρα η εργάσιμη μέρα, αλλά και όταν αναγκάζεται να μη δουλεύει ολόκληρο το χρόνο εργασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί κανείς να νομίσει ότι τα συμφέροντα του εργάτη δε ζημιώθηκαν. Ο εργάτης παίρνει λιγότερα, γιατί εργάζεται λιγότερο και ότι η «τιμή εργασίας» δεν έπεσε. Φαίνεται ότι ο καπιταλιστής πληρώνει την ίδια τιμή για την εργασία του.
Στην πραγματικότητα, όμως, γίνεται μείωση του μισθού εργασίας κάτω από την αξία της Εργατικής Δύναμης, (ΕΔ).
Στο παράδειγμά μας, αν η αξία της εργατικής δύναμης είναι 8.000 και όχι 6.000 δρχ.= (1.000X6), αν δουλεύει 6 ώρες, τότε:
Με τις 6.000 ο εργάτης δεν μπορεί να αναπαραγάγει την εργατική του δύναμη, γιατί ο καπιταλιστής την πληρώνει κάτω από την αξία της.
Το γεγονός αυτό κρύβεται από την «τιμή εργασίας», αφού το ωρομίσθιο δεν άλλαξε, άρα συμπεραίνουν ότι ο εργάτης δεν έχει καμιά αξίωση από τον καπιταλιστή.
Η πραγματικότητα είναι άλλη. Με την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων: «Ο κεφαλαιοκράτης μπορεί τώρα να βγάζει από τον εργάτη μια ορισμένη ποσότητα υπερεργασίας, χωρίς να του παραχωρεί τον αναγκαίο χρόνο εργασίας. Μπορεί να εκμηδενίζει κάθε κανονικότητα στην απασχόληση και, απόλυτα σύμφωνα με την ευκολία, την αυθαιρεσία και το συμφέρον του της στιγμής, να εναλλάσσει την πιο τρομερή υπερβολική εργασία με τη σχετική ή ολοκληρωτική ανεργία».1
Στις συνθήκες της σύγχρονης μαζικής παραγωγής, με το σύστημα της αλυσίδας, η απόδοση των εργατών καθορίζεται:
α) Από την ταχύτητα της κίνησης της μεταφορικής ταινίας.
β) Από το ρυθμό της αλυσίδας.
Γι' αυτό ο μισθός εργασίας με το κομμάτι είναι οικονομικά ασύμφορος για τον καπιταλιστή.
Η πληρωμή με το κομμάτι
Είναι εκείνη η μορφή του μισθού εργασίας, όπου το μέγεθος του μισθού εργασίας εξαρτάται από την ποσότητα των προϊόντων που παράγονται στη μονάδα του χρόνου.
Το κάθε κομμάτι πληρώνεται σύμφωνα με καθορισμένες τιμές.
Οταν ο καπιταλιστής καθορίζει τα τιμολόγια υπολογίζει:
α) Το ημερήσιο χρονομίσθιο του εργάτη, και
β) την ποσότητα των προϊόντων που παράγει μέσα σε μια μέρα, και εδώ συνήθως παίρνεται σαν μέτρο η ανώτατη παραγωγή του εργάτη.
Π.χ.: Αν το μέσο μεροκάματο στο δοσμένο κλάδο παραγωγής είναι 8.000 δρχ. και η ποσότητα ενός ορισμένου είδους προϊόντων που παράγει ο εργάτης είναι 50 κομμάτια, τότε η διατίμηση για κάθε κομμάτι αυτού του προϊόντος θα είναι: 160 δρχ. (8.000:50).
Την πληρωμή με το κομμάτι ο καπιταλιστής την καθορίζει έτσι, ώστε ο ωριαίος μισθός του εργάτη να μην είναι μεγαλύτερος απ' ό,τι στην πληρωμή με το χρονομίσθιο.
Μόλις, όμως, μια σημαντική μερίδα των εργατών πετύχει ένα νέο, πιο ψηλό επίπεδο εντατικότητας της εργασίας, ο καπιταλιστής κατεβάζει τις τιμές που πληρώνει στους εργάτες για τα κομμάτια.
Π.χ.: Αν στο παράδειγμά μας η πληρωμή για το κάθε κομμάτι ελαττωθεί στο μισό (50%), ο εργάτης για να διατηρήσει τον προηγούμενο μισθό εργασίας, είναι υποχρεωμένος να εργάζεται διπλά, δηλαδή είναι αναγκασμένος:
α) ή να αυξήσει το χρόνο εργασίας
β) ή να ανεβάσει ακόμα περισσότερο την εντατικότητα της εργασίας, ώστε να παράγει στη διάρκεια της μέρας όχι 50, αλλά 100 κομμάτια (πριν 50 κομμάτια=8.000 δρχ., τώρα 100 κομμάτια πάλι 8.000 δρχ., αντί των 16.000 (100X160 δρχ.).
Οι επιπτώσεις για τον εργάτη
Στις σύγχρονες συνθήκες του καπιταλισμού παρατηρείται η τάση για την επέκταση της εφαρμογής του χρονομίσθιου.
Η παράταση της εργάσιμης μέρας, ακόμη και όταν πληρώνεται ακριβότερα (υπερωρίες, βάρδιες) αποτελεί παράγοντα επιδείνωσης της κατάστασης του εργάτη, τόσο από οικονομική, όσο και από κοινωνική άποψη.
Από οικονομική, γιατί η αυξημένη πληρωμή κατά κανόνα δεν αντισταθμίζει μακροπρόθεσμα την αυξημένη φθορά του ανθρώπινου οργανισμού.
Και από κοινωνική, γιατί στερεί από τον εργάτη τον ελεύθερο χρόνο, του αποκλείει ή του αποδιοργανώνει την κοινωνική ζωή.
«Ο χρόνος είναι ο χώρος της ανθρώπινης ανάπτυξης».2
Ο άνθρωπος χωρίς ελεύθερο χρόνο - για κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική δράση είναι σε κατάσταση άκρας κατάπτωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση:
«Ο εργάτης προσπαθεί να διατηρήσει τη μάζα του μισθού εργασίας του, δουλεύοντας περισσότερες ώρες είτε προσφέροντας περισσότερα μέσα στην ίδια ώρα...
Το αποτέλεσμα είναι ότι: όσο περισσότερο δουλεύει τόσο μικρότερο μισθό παίρνει...».3
Το χρονομίσθιο και ο μισθός με το κομμάτι συχνά χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα μέσα στις επιχειρήσεις.
Και οι δύο μορφές είναι απλώς δύο διαφορετικοί τρόποι αύξησης της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου.
Σε ό,τι αφορά το χρονομίσθιο και το μισθό με το κομμάτι ο Κ. Μαρξ γράφει: «Και οι δύο μορφές του μισθού υπάρχουν ταυτόχρονα η μια δίπλα στην άλλη στους ίδιους κλάδους παραγωγής».4
1Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 563.
2. Κ. Μαρξ: «Διαλεκτά Εργα», τ. 1, σελ. 520.
3. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο», Διαλεκτά Εργα», τ. 1, σελ. 105.
4. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 569.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ


Ο μισθός της εργασίας στον καπιταλισμό


Ο μισθός της εργασίας στον καπιταλισμό
Στον 1ο τόμο του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ εξετάζει το καπιταλιστικό προτσές παραγωγής αυτό καθεαυτό, ως άμεσο προτσές παραγωγής.
Στην πραγματικότητα αυτό το προτσές συμπληρώνεται με το προτσές της κυκλοφορίας, που είναι αντικείμενο μελέτης στο 2ο τόμο του «Κεφαλαίου».
Εξετάζοντας και τα δύο προτσές στην ενότητά τους, ο Μαρξ γράφει: «Χρειάζεται να βρεθούν και να περιγραφούν οι συγκεκριμένες μορφές που προκύπτουν από το προτσές κίνησης του κεφαλαίου, όταν το εξετάζουμε σαν σύνολο».1
Η ουσία του μισθού εργασίας
στον καπιταλισμό
Στην επιφάνεια της καπιταλιστικής κοινωνίας, οι σχέσεις μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, και πριν απ' όλα του εργάτη και του καπιταλιστή, προβάλλουν με διάφορες μορφές που συγκαλύπτουν και κρύβουν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από την αστική τάξη. Μια από αυτές τις μορφές είναι και ο μισθός εργασίας.
Γύρω από το πρόβλημα αυτό, όπως στο παρελθόν, έτσι και σήμερα, ολόκληρη η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα, η σοσιαλδημοκρατία, οι ρεφορμιστές και άλλοι υμνητές του καπιταλιστικού συστήματος ξεσήκωσαν ολόκληρο σάλο και κατηγορούν την εργατική τάξη ότι με τους ταξικούς διεκδικητικούς της αγώνες απαιτεί μεγάλες αυξήσεις των μισθών και ημερομισθίων και ότι με τον τρόπο αυτό προκαλεί δήθεν την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων, την ακρίβεια και τον πληθωρισμό.
Ποια είναι η πραγματικότητα
Η θεωρία του μισθού εργασίας στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι οργανικό συστατικό στοιχείο της δημιουργημένης από τον Κ. Μαρξ διδασκαλίας για την υπεραξία, που έχει θεμελιωθεί επιστημονικά στο «Κεφάλαιο» και όπου αποκαλύπτεται όχι μόνο το μυστικό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, αλλά και η μετατροπή της αξίας και της τιμής, αντίστοιχα της εργατικής δύναμης σε μισθό εργασίας.
Στις συνθήκες του καπιταλισμού η εργατική δύναμη (ΕΔ) του εργάτη είναι εμπόρευμα και όπως κάθε εμπόρευμα έχει αξία και αξία χρήσης. Η αξία της ΕΔ εκφρασμένη σε χρήμα, είναι η τιμή της ΕΔ.
Στην επιφάνεια της καπιταλιστικής κοινωνίας ο μισθός εργασίας του εργάτη εμφανίζεται σαν τιμή της εργασίας, σαν ένα ορισμένο ποσό χρήματος, που πληρώνεται για μια ορισμένη ποσότητα εργασίας.
Πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην τιμή της ΕΔ και στην τιμή των άλλων εμπορευμάτων, π.χ. όταν ένας εμπορευματοπαραγωγός πουλάει το εμπόρευμά του (λόγου χάρη το ύφασμα), το χρηματικό ποσό που παίρνει σε αντάλλαγμα, δεν είναι παρά η τιμή του πουλημένου εμπορεύματος. Οταν, όμως, ο εργάτης παίρνει ένα ορισμένο χρηματικό ποσό σαν μισθό εργασίας, το χρηματικό αυτό ποσό δεν παρουσιάζεται σαν τιμή της ΕΔ, αλλά σαν τιμή της εργασίας.
Γιατί συμβαίνει αυτό και «τα πράγματα συχνά παρουσιάζονται ανάποδα»;
Αυτό γίνεται για τους εξής λόγους:
Πρώτον. Ο καπιταλιστής πληρώνει στον εργάτη το μισθό εργασίας του, όταν πια ο εργάτης έχει ξοδέψει την εργασία του.
Δεύτερον: Ο μισθός εργασίας καθορίζεται ανάλογα με τη διάρκεια του δουλεμένου χρόνου εργασίας (ώρες, μέρες, βδομάδες) είτε ανάλογα με την ποσότητα του παραχθέντος προϊόντος.
Ομως, όπως απέδειξε ο Κ. Μαρξ η εργασία δεν είναι εμπόρευμα, γι' αυτό και ο μισθός εργασίας δεν είναι η αξία ή η τιμή της εργασίας. Η ανθρώπινη εργασία δημιουργεί αξία, η ίδια όμως δεν είναι αξία. Αρα, η εργασία δεν είναι εμπόρευμα.
Η εργασία του ανθρώπου γίνεται αξία σε πηγμένη κατάσταση, όταν αυτή ενσωματωθεί στο προϊόν που παράχθηκε και έχει αποκτήσει αντικειμενική μορφή.
Στην πραγματικότητα, η εργασία από την ίδια της τη φύση δεν μπορεί να είναι εμπόρευμα:
Πρώτο: Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο αγοραπωλησίας. Για να μπορεί να πουληθεί στην αγορά σαν εμπόρευμα η εργασία πρέπει να υπάρχει μέχρι τη στιγμή της πούλησής της, να έχει αυτοτέλεια.
Ταυτόχρονα, αν ο εργάτης μπορούσε να προσδώσει στην εργασία του αυτοτελή ύπαρξη, τότε θα πουλούσε το δημιουργημένο από την εργασία του εμπόρευμα και όχι την εργασία.
Στην περίπτωση αυτή, όμως, ο εργάτης δε θα ήταν πια μισθωτός, αλλά ένας ατομικός εμπορευματοπαραγωγός.
Δεύτερο: Αν η εργασία ήταν εμπόρευμα τότε αυτή, όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα, θα πρέπει να έχει αξία. Τότε στην περίπτωση αυτή πώς θα μετριόταν η αξία της εργασίας, όταν η εργασία είναι η πηγή και το μέτρο της αξίας; Θα καταλήγαμε σε ένα φαύλο κύκλο: Η εργασία να μετριέται με την εργασία.
Τρίτο: Στην περίπτωση αυτή, αν ο καπιταλιστής δεν αγοράζει την ΕΔ, αλλά την εργασία και την πληρώνει στο ακέραιο, τότε δε θα πάρει υπεραξία. Με άλλα λόγια, δε θα μπορεί να υπάρξει και ο καπιταλισμός. Συνεπώς, στην αγορά εργασίας ο καπιταλιστής δεν αγοράζει εργασία. Η αγορά και η κατανάλωση ενός εμπορεύματος είναι διαφορετικά πράγματα. Η κατανάλωση της εργασίας δεν ανήκει στον εργάτη, αλλά στον καπιταλιστή από τη στιγμή που αγοράστηκε η ΕΔ. Γι' αυτό δεν μπορεί να την πουλήσει ο εργάτης.
Τι πουλάνε οι εργάτες
Οι εργάτες εκείνο που μπορούν να πουλήσουν στους καπιταλιστές είναι μόνο η εργατική τους δύναμη. Συνεπώς, στην αγορά εργασίας ο καπιταλιστής δεν αγοράζει εργασία, αλλά ένα ειδικό εμπόρευμα που λέγεται εργατική δύναμη και είναι το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων που υπάρχουν στο σώμα, στη ζωντανή προσωπικότητα του ανθρώπου.
Η χρήση της εργατικής δύναμης, δηλαδή το ξόδεμα της μυικής νευρικής και της εγκεφαλικής ενέργειας του εργάτη, είναι το προτσές εργασίας.
Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ τεκμηρίωσε επιστημονικά τη θέση του ότι η αξία της εργατικής δύναμης στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι πάντα μικρότερη από τη νέα αξία που δημιουργεί ο εργάτης με την εργασία του.
Ο κάτοχος της εργατικής δύναμης και ο κάτοχος του χρήματος συναντιούνται στην αγορά εργασίας τουλάχιστον τυπικά, σαν ισότιμοι κάτοχοι εμπορευμάτων, που διακρίνονται ο ένας από τον άλλο, μόνο κατά το ότι ο ένας είναι αγοραστής και ο άλλος πωλητής. Ο καπιταλιστής γνωρίζει από τα πριν την ιδιότητα της εργατικής δύναμης να παράγει αξία και μάλιστα αξία μεγαλύτερη από αυτή που έχει η ίδια. Γι' αυτό και η συμφωνία που κάνει με τον εργάτη στην αγορά εργασίας, είναι ότι για το μεροκάματο που θα πάρει, υποχρεώνεται να εργαστεί σε όλη τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας (π.χ. το 8ωρο). Η εργατική δύναμη, όμως, σαν αξία χρήσης έχει την ικανότητα και παράγει το ισοδύναμο της αξίας της (το μεροκάματο), στα πλαίσια μόνο ενός μέρους της εργάσιμης μέρας (π.χ. για 4 ώρες, που είναι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας) και στον υπόλοιπο χρόνο (4 ώρες είναι ο πρόσθετος χρόνος εργασίας) συνεχίζει να εργάζεται και να παράγει υπεραξία, την οποία και ιδιοποιείται εντελώς δωρεάν ο καπιταλιστής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εργάτης παράγει μια αξία που ισούται με τις ώρες της εργάσιμης ημέρας του, και η αξία (το μεροκάματο) της εργατικής του δύναμης δεν είναι μεγαλύτερη από τις 4 ώρες του αναγκαίου χρόνου εργασίας. Είναι φανερό ότι η αξία της εργατικής δύναμης και η αξία που δημιουργεί η ίδια (νεοδημιουργημένη αξία), είναι δύο τελείως διαφορετικά μεγέθη.
Η σχέση ανάμεσα στον αναγκαίο και πρόσθετο χρόνο εργασίας στη χώρα μας είναι περίπου 3:5. Αυτό απλά σημαίνει ότι το μέσο ποσοστό υπεραξίας την περίοδο 1958-1981 ήταν 152,4%, δηλαδή κάθε χρόνο για 24 χρόνια, κάθε οκτάωρο για τα 300 οκτάωρα το χρόνο και κάθε εργάτης από τους 270.000 εργάτες περίπου της βιομηχανίας (μεταποίησης) δούλευε 3,2 ώρες για τον εαυτό του (αναγκαίος χρόνος) και 4,8 ώρες χωρίς πληρωμή (πρόσθετος χρόνος) για τον εργοδότη του.2 Και επειδή ο μισθός εργασίας παρουσιάζεται με τη μορφή της πληρωμής της εργασίας, δημιουργείται η απατηλή εντύπωση πως τάχα όλη η εργάσιμη μέρα πληρώνεται στο ακέραιο. Να γιατί ο Κ. Μαρξ ονομάζει το μισθό εργασίας στον καπιταλισμό παραλλαγμένη μορφή της αξίας και της τιμής της εργατικής δύναμης. «Ο μισθός εργασίας δεν είναι αυτό που φαίνεται ότι είναι, δηλαδή η αξία, με άλλα λόγια η τιμή της εργασίας, μα μονάχα μια μασκαρεμένη μορφή για την αξία ή την τιμή της εργατικής δύναμης».3
Οπως βλέπουμε ο μισθός εργασίας κρύβει κάθε ίχνος διαίρεσης της εργάσιμης ημέρας σε αναγκαίο και πρόσθετο χρόνο εργασίας και την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από την αστική τάξη.
1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 3, σελ. 39.
2. «Η καπιταλιστική εκμετάλλευση στην Ελλάδα». Μελέτες ΚΜΕ. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1984, σελ. 245.
3. Κ. Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1979, σελ. 245.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ


Πηγή του κέρδους η εργατική δύναμη


Πηγή του κέρδους η εργατική δύναμη
Μείωση του «κόστους εργασίας». Η καθιερωμένη φράση των αστών οικονομολόγων, αστών πολιτικών και όλων των καπιταλιστών, γίνεται στο λόγο τους ο μαγικός καταλύτης ενίσχυσης της καπιταλιστικής οικονομίας. Ετσι δρουν οι καπιταλιστές. Υπέρτατος σκοπός τους, η όσο γίνεται μεγαλύτερη αύξηση των κερδών τους. Αλλωστε ο νόμος του κέρδους είναι ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού.
Πώς βγαίνει όμως το κέρδος; Οι αστοί υποστηρίζουν ότι στην παραγωγή νέων αξιών συμβάλλουν το κεφάλαιο και η εργασία και ότι για την εργασία η αμοιβή είναι ο μισθός, ενώ για το κεφάλαιο είναι το κέρδος. Οι καπιταλιστές, βεβαίως, συγκαλύπτουν μ' αυτή την τοποθέτηση την ουσία του ζητήματος. Γιατί αυτοί που παράγουν είναι μόνο οι εργάτες και οι εργάτριες. Αυτοί βάζουν σε κίνηση τα μέσα παραγωγής, αυτοί παράγουν τον κοινωνικό πλούτο και το κέρδος του καπιταλιστή.
Ο κάτοχος ενός ποσού χρημάτων για να τα αυξήσει, δηλαδή για να βγάλει κέρδος (τότε μόνο γίνεται το χρήμα κεφάλαιο, όταν επενδύεται με σκοπό το κέρδος), αγοράζει μέσα παραγωγής, (εργαλεία, πρώτες ύλες, ενέργεια κλπ.), αλλά μόνο μ' αυτά δεν μπορεί να υπάρξει διαδικασία παραγωγής. Χρειάζεται και εργατική δύναμη για να τα κινήσει, την οποία επίσης πληρώνει, δίνει μισθούς ή μεροκάματα. Τι είναι όμως εργατική δύναμη; Η ικανότητα για εργασία.
Ο Μαρξ στο μνημειώδες έργο του «Το κεφάλαιο», επιστημονικό θεμέλιο στην ταξική πάλη της εργατικής τάξης για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, το δίνει ως εξής: «Οταν λέμε εργατική δύναμη ή ικανότητα για εργασία εννοούμε το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων που υπάρχουν στο σώμα, στη ζωντανή προσωπικότητα ενός ανθρώπου και που τις βάζει σε κίνηση κάθε φορά που παράγει οποιουδήποτε είδους αξίες χρήσης» (τ. 1ος σελ. 180).
Ηεργατική δύναμη συνενώνεται λοιπόν με τα μέσα παραγωγής και αρχίζει η διαδικασία παραγωγής προϊόντων με σκοπό την πώλησή τους στην αγορά. Αρχίζει η παραγωγή εμπορευμάτων, δηλαδή αξιών. Μέσα από τη διαδικασία της παραγωγής εμπορευμάτων, ο κάτοχος του συγκεκριμένου ποσού χρημάτων, πουλώντας τα στην αγορά, αυξάνει αυτό το ποσό που τοποθέτησε για να αγοράσει μέσα παραγωγής και να μισθώσει εργατική δύναμη.
Πώς γίνεται όμως αυτό; Η διαδικασία που φαίνεται ότι αυξάνει το αρχικό ποσό χρημάτων, που δίνει κέρδος στο κεφάλαιο, είναι η πραγματοποίηση των εμπορευμάτων, δηλαδή η πώλησή τους στην αγορά. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Για να μπορεί ο κάτοχος του χρήματος να το αυξάνει, πρέπει να βρει στην αγορά ένα εμπόρευμα που η αξία χρήσης του (η χρησιμότητά του δηλαδή) να είναι πηγή αξίας, να μπορεί να αυξάνει το χρήμα, που η κατανάλωσή του από τον κάτοχο χρήματος στη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας να μπορεί να του αυξάνει το χρήμα.
Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» το δίνει ως εξής: «Για να μπορεί όμως ο κάτοχος του χρήματος να βγάζει αξία από την κατανάλωση έπρεπε να 'ναι τόσο τυχερός ώστε ν' ανακαλύψει μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας, στην αγορά, ένα εμπόρευμα που η ίδια η αξία του χρήσης να 'χει την ιδιόμορφη ιδιότητα να 'ναι πηγή αξίας, που η ίδια η πραγματική του κατανάλωση να 'ναι λοιπόν αντικειμενοποίηση της εργασίας κι επομένως προτσές δημιουργίας αξίας. Και ο κάτοχος του χρήματος βρίσκει στην αγορά ένα τέτοιο ειδικό εμπόρευμα - την ικανότητα για εργασία, δηλαδή την εργατική δύναμη... (τ. 1ος, σελ.180)... Το κεφάλαιο γεννιέται μόνο εκεί όπου ο κάτοχος μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης βρίσκει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη σαν πουλητή της εργατικής του δύναμης, και αυτός ο ένας ιστορικός όρος περικλείνει μέσα του μιαν ολόκληρη παγκόσμια ιστορία» (τ. 1ος, σελ. 183).
Οι καπιταλιστές λοιπόν γνωρίζουν άριστα ότι δεν πληρώνουν «εργασία» στους εργάτες, αλλά χρόνο που η «ικανότητα για εργασία», δηλαδή η «εργατική δύναμη», βάζει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής, όπως επίσης γνωρίζουν το ίδιο καλά ότι η κατανάλωση της εργατικής δύναμης στη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας δίνει το κέρδος. Επομένως η έννοια «κόστος εργασίας» προβάλλεται σκόπιμα, ενώ είναι λαθεμένη, γιατί δεν πληρώνουν εργασία, αλλά χρόνο κατανάλωσης εργατικής δύναμης που τους δίνει κέρδος. Δεν «κοστίζει» λοιπόν στον καπιταλιστή, αφού είναι πηγή αύξησης του κεφαλαίου του, του δίνει κέρδος.
Πώς εμφανίζεται όμως στην αγορά το εμπόρευμα εργατική δύναμη; Ο Μαρξ θέτει δυο όρους, χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αυτό το εμπόρευμα στην αγορά. Ο πρώτος είναι ο εξής: Ο κάτοχός της, δηλαδή ο εργάτης, την προσφέρει για πώληση, γιατί είναι ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία. Και ο δεύτερος, ο κάτοχος της εργατικής δύναμης, να μην μπορεί να πουλάει ο ίδιος εμπορεύματα στα οποία να έχει αντικειμενοποιηθεί η εργασία του, αλλά να είναι υποχρεωμένος να προσφέρει σαν εμπόρευμα την εργατική του δύναμη.
«... η εργατική δύναμη δεν μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά σαν εμπόρευμα, παρά μόνο εφόσον και επειδή προσφέρεται για πούληση σαν εμπόρευμα ή πουλιέται από το δικό της κάτοχο, από το πρόσωπο του οποίου είναι εργατική δύναμη. Για να μπορεί ο κάτοχός της να την πουλάει σαν εμπόρευμα, πρέπει να την εξουσιάζει, να 'ναι δηλαδή ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία, της προσωπικότητάς του» (Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τ. 1ος, σελ. 180).
«Ο δεύτερος ουσιαστικός όρος για να βρίσκει ο κάτοχος του χρήματος την εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα στην αγορά είναι ο παρακάτω: ο κάτοχος της εργατικής δύναμης αντί να μπορεί να πουλάει εμπορεύματα στα οποία να έχει αντικειμενοποιηθεί η εργασία του, να είναι αντίθετα υποχρεωμένος να προσφέρει σαν εμπόρευμα για πούληση την ίδια την εργατική του δύναμη που υπάρχει μόνο στο ζωντανό του σώμα».(Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τ. 1ος, σελ. 181).
Ας δούμε τώρα, πώς ο Μαρξ, στο «Κεφάλαιο», αποκαλύπτει την ιδιομορφία του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» να αυξάνει στη διαδικασία της παραγωγής το κεφάλαιο, αποδίδοντας κέρδη, στη διάρκεια μιας εργάσιμης μέρας που «είναι η φυσική μονάδα μέτρησης για τη λειτουργία της εργατικής δύναμης» (τ. 2ος σελ. 153).
«Οπως η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, και η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από το χρόνο εργασίας, που είναι αναγκαίος για την παραγωγή, επομένως και για την αναπαραγωγή αυτού του ειδικού είδους... Ετσι, ο χρόνος εργασίας, που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της εργατικής δύναμης, αναλύεται στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης, ή η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων συντήρησης, που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της» (τ. 1ος, σελ. 183).
«Το μέρος, λοιπόν, της εργάσιμης μέρας, που στη διάρκειά της συντελείται αυτή η αναπαραγωγή (σ.σ. της ημερήσιας αξίας της εργατικής δύναμης) το ονομάζω αναγκαίο χρόνο εργασίας και την εργασία, που ξοδεύτηκε στο διάστημά της, αναγκαία εργασία. Αναγκαία για τον εργάτη, γιατί είναι ανεξάρτητη από την κοινωνική μορφή της εργασίας του. Αναγκαία για το κεφάλαιο και τον κόσμο του, γιατί ο κόσμος αυτός έχει για βάση του τη διαρκή ύπαρξη του εργάτη» (τ. 1ος, σελ. 228 - 229).
«Η δεύτερη περίοδος του προτσές εργασίας, που ο εργάτης μοχθεί πέρα από τα όρια της αναγκαίας εργασίας, του στοιχίζει βέβαια εργασία, ξόδεμα εργατικής δύναμης, δε δημιουργεί όμως αξία γι' αυτόν. Δημιουργεί υπεραξία, που χαμογελάει του κεφαλαιοκράτη με όλες τις χάρες μιας δημιουργίας εκ του μηδενός. Το μέρος αυτό της εργάσιμης μέρας το ονομάζω χρόνο υπερεργασίας και την εργασία που ξοδεύεται στη διάρκειά του υπερεργασία» (τ. 1ος, σελ. 229).
Επομένως ο εργάτης φαίνεται να δουλεύει μια εργάσιμη μέρα και να πληρώνεται γι' αυτήν, αλλά αυτή είναι συγκάλυψη της αλήθειας. Ο εργάτης πληρώνεται μόνο για τις ώρες που χρειάζονται για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης και που είναι λιγότερες από τις ώρες μιας εργάσιμης μέρας, π.χ. 8ωρο. Τις υπόλοιπες δουλεύει για τον κεφαλαιοκράτη, αυτό είναι το κέρδος του κεφαλαιοκράτη.

Σ.Κ.


Για το εμπόρευμα «εργατική δύναμη»



Για το εμπόρευμα «εργατική δύναμη»
«
Οταν λέμε εργατική δύναμη ή ικανότητα για εργασία, εννοούμε το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων που υπάρχουν στο σώμα, στη ζωντανή προσωπικότητα ενός ανθρώπου και που τις βάζει σε κίνηση κάθε φορά που παράγει οποιουδήποτε είδους αξίες χρήσης» (Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τ.1ος σελ. 180).
«Οπως η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, και η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από το χρόνο εργασίας, που είναι αναγκαίος για την παραγωγή, επομένως και για την αναπαραγωγή αυτού του ειδικού είδους» (στο ίδιο, σελ. 183).
«Ετσι, ο χρόνος εργασίας, που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της εργατικής δύναμης, αναλύεται στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης, ή η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων συντήρησης, που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της» (στο ίδιο σελ. 183).
Γενικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι το σύνολο των στοιχείων που αποτελούν την αξία του εμπορεύματος «εργατική δύναμη», εκφράζεται σήμερα με το μισθό εργασίας ή το μεροκάματο, για την κάλυψη των αναγκών για την τροφή, την ένδυση, την υπόδηση, κατοικία κλπ., με την κοινωνική ασφάλιση, με τη σύνταξη, με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, με την εκπαίδευση, με την ανάπαυση και την ψυχαγωγία, με την άθληση, με τις προνοιακές υπηρεσίες, τις διαφόρων μορφών άδειες κλπ. Και τα στοιχεία αυτά δε συνδέονται μόνο με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, αλλά και με την αναπαραγωγή του είδους που την έχει, δηλαδή του ανθρώπου. Ας παρακολουθήσουμε πώς το δίνει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο».
«Ο ιδιοκτήτης της εργατικής δύναμης είναι θνητός. Αν πρόκειται λοιπόν η παρουσία του στην αγορά να είναι συνεχής, όπως προϋποθέτει η συνεχής μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο, πρέπει να διαιωνίζεται ο πουλητής της εργατικής δύναμης "όπως διαιωνίζεται με την αναπαραγωγή του είδους κάθε ζωντανό άτομο". Οι εργατικές δυνάμεις που αφαιρούνται από την αγορά με τη φθορά και το θάνατο, πρέπει διαρκώς να αντικατασταίνονται τουλάχιστον με ένα ίσο αριθμό νέων εργατικών δυνάμεων. Γι' αυτό, το ποσό των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαίο για την παραγωγή της εργατικής δύναμης περιλαβαίνει και τα μέσα συντήρησης των αντικαταστατών, δηλ. των παιδιών των εργατών, έτσι που να διαιωνίζεται στην αγορά η φυλή αυτή των ιδιόμορφων κατόχων εμπορευμάτων.
Για να μεταβληθεί η γενική ανθρώπινη φύση έτσι που ν' αποκτήσει δεξιότητα και επιτηδειότητα σ' έναν καθορισμένο κλάδο εργασίας και να γίνει αναπτυγμένη και ειδική εργατική δύναμη, χρειάζεται μια καθορισμένη μόρφωση και εκπαίδευση, πράγμα που με τη σειρά του κοστίζει ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσό ισοδύναμων του εμπορεύματος. Τα έξοδα αυτά της μόρφωσης ποικίλλουν ανάλογα με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ειδίκευση της εργατικής δύναμης. Αυτά λοιπόν τα έξοδα μάθησης, μηδαμινά για τη συνηθισμένη εργατική δύναμη, προστίθενται στο σύνολο των αξιών που ξοδεύονται για την παραγωγή της» (τ. 1ος σελ. 184).
«Η αξία της εργατικής δύναμης αναλύεται στην αξία μιας καθορισμένης ποσότητας μέσων συντήρησης. Γι' αυτό μεταβάλλεται μαζί με την αλλαγή του μεγέθους του χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους» (τ. 1ος σελ. 185).
«Το ποσό των μέσων συντήρησης πρέπει επομένως να επαρκεί για να συντηρεί το εργαζόμενο άτομο σαν εργαζόμενο άτομο στη φυσιολογική κατάσταση της ζωής του. Οι ίδιες φυσικές ανάγκες, όπως η τροφή, ο ιματισμός, η θέρμανση, η κατοικία κλπ. διαφέρουν ανάλογα με τις κλιματικές και άλλες φυσικές ιδιομορφίες μιας χώρας. Από την άλλη, η ίδια η έκταση των λεγόμενων απαραίτητων αναγκών, όπως και ο τρόπος της ικανοποίησής τους, είναι ιστορικό προϊόν και γι' αυτό εξαρτιέται κατά ένα μεγάλο μέρος από τη βαθμίδα του πολιτισμού μιας χώρας, και ανάμεσα στ' άλλα ουσιαστικά από το μέσα σε ποιες συνθήκες κι επομένως με τι συνήθειες και απαιτήσεις της ζωής σχηματίστηκε η τάξη των ελεύθερων εργατών. Ετσι, αντίθετα από τ' άλλα εμπορεύματα, ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης περιέχει ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο. Ωστόσο, για μια ορισμένη χώρα και μια ορισμένη περίοδο, είναι δοσμένο το μέσο σύνολο των αναγκαίων μέσων συντήρησης» (τ. 1ος, σελ. 184).
Ολ' αυτά μπορεί να γίνονται αντιληπτά σαν ξεχωριστές ανάγκες για τη ζωή της εργατικής τάξης, η ικανοποίηση των οποίων γίνεται αντικείμενο της ταξικής πάλης. Αυτό που δε γίνεται αυτόματα αντιληπτό, ούτε μόνο από την εμπειρία των εργατών, είναι το ότι αποτελούν το ενιαίο σύνολο της αξίας της εργατικής δύναμης. Η γνώση τους ως ενιαίο σύνολο αποτελεί τη βάση για τη συνειδητοποίηση αυτής της μοναδικής ιδιοκτησίας που έχουν οι εργάτες, χωρίς την οποία δύσκολα μπορούν να διαμορφώνονται όροι ταξικής πάλης. Οχι για ένα -ένα ξεχωριστά τα μέρη που αποτελούν το σύνολο της αξίας της εργατικής δύναμης αλλά γι' αυτή την ίδια την αξία της, που βρίσκεται στο πεδίο των αντιθέσεων ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, αλλά που δε συνειδητοποιείται πάντα στην καθημερινότητα της πάλης, ακριβώς γιατί η εκμετάλλευση είναι συγκαλυμμένη.
Αυτή η συνειδητοποίηση δεν είναι αναγκαία μόνο από το γεγονός ότι ο εργάτης θέλει να έχει όλα εκείνα τα εφόδια που αναπαράγουν την εργατική του δύναμη για να μπορεί να δουλεύει, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να ζήσει. Και ο καπιταλιστής το θέλει, αλλά για διαφορετικούς λόγους, γιατί βγάζει κέρδος. Μόνο που ο καπιταλιστής μπροστά στην αύξηση του κέρδους, λογαριάζει αντίθετα από τον εργάτη την αξία της εργατικής δύναμης. Ετσι οι καπιταλιστές επιδιώκουν πάντα τη μείωση της αξίας αυτού του εμπορεύματος, αλλά και της τιμής του προκειμένου να αυξάνουν ολοένα περισσότερο τα κέρδη τους. Ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», αναφέρει τα εξής:
«Το τελευταίο ελάχιστο όριο της αξίας της εργατικής δύναμης αποτελείται από την αξία της μάζας των εμπορευμάτων, που χωρίς την καθημερινή τους πρόσληψη ο φορέας της εργατικής δύναμης, ο άνθρωπος, δεν μπορεί να ανανεώνει το προτσές της ζωής του, επομένως αποτελείται από την αξία των μέσων συντήρησης που του είναι απαραίτητα για να κρατηθεί στη ζωή. Αν η τιμή της εργατικής δύναμης πέσει σ' αυτό το ελάχιστο όριο, τότε πέφτει κάτω από την αξία της, γιατί έτσι μπορεί να συντηρείται και να αναπτύσσεται μόνο σε φθίνουσα μορφή. Ομως η αξία κάθε εμπορεύματος καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που απαιτείται για να προσφέρεται σε κανονική ποιότητα» (σελ 185).
Ητιμή κάθε εμπορεύματος είναι σε τελευταία ανάλυση η χρηματική έκφραση της αξίας του. Στην αγορά, για το εμπόρευμα «εργατική δύναμη», ο καπιταλιστής κλείνει συμφωνία με τον εργάτη για να αγοράσει το εμπόρευμά του, ενώ ο εργάτης είναι ο πουλητής του. Ο εργάτης ενδιαφέρεται να πουλήσει σε μεγαλύτερη τιμή το εμπόρευμά του, αλλά ο καπιταλιστής ενδιαφέρεται να το αγοράσει σε όσο το δυνατό μικρότερη τιμή. Στην τιμή λοιπόν πρέπει να συμπεριλαμβάνεται το σύνολο των στοιχείων που αποτελούν την αξία της εργατικής δύναμης. Σ' αυτή τη διαδικασία εμφανίζονται δυο αντίθετα δίκαια. Αυτό του εργάτη και αυτό του καπιταλιστή. Τη λύση τη δίνει η βία, δηλαδή το κράτος, αλλά αυτό είναι του καπιταλιστή. Ετσι γύρω απ' αυτό το ζήτημα, οι καπιταλιστές επιδιώκουν να διαμορφώνουν συνείδηση μειωμένων απαιτήσεων στην εργατική τάξη, ή και να την επιβάλλουν. Στις μέρες μας η επίθεση ενάντια στην τιμή της εργατικής δύναμης εμφανίζεται με την εφαρμογή της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων, που δεν είναι τίποτε άλλο από αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, σε βάρος της εργατικής τάξης. Οι ιδιωτικοποιήσεις στην υγεία, στην παιδεία, στην πρόνοια, μαζί με την αναδιάρθρωση της κοινωνικής ασφάλισης και την κατάργηση του σταθερού ημερήσιου εργάσιμου χρόνου, αποτελούν ένα σύνολο μέτρων μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης.

Σ.Κ.


Η εμφάνιση της εργατικής τάξης


Η εμφάνιση της εργατικής τάξης
Ηεργατική τάξη είναι «γέννημα - θρέμμα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Την αναπαράγει διαρκώς σε ολοένα και αυξανόμενη κλίμακα από την εμφάνισή της σ' όλη την πορεία εξέλιξής του, παρά τις όποιες παλιές και «καινούριες» θεωρίες για τη μείωση έως και την εξαφάνισή της. Κεφάλαιο χωρίς εργατική δύναμη δεν μπορεί να υπάρξει.
Πώς όμως, εμφανίστηκε η εργατική τάξη; Στο ερώτημα αυτό, μπορούμε να απαντήσουμε: όπως εμφανίστηκε ο καπιταλισμός. Το «κλειδί» βεβαίως για να απαντήσουμε ολοκληρωμένα στο πώς εμφανίστηκε ο καπιταλισμός, μάς το έδωσαν οι Μαρξ - Ενγκελς. Ο Μαρξ, στον πρόλογο του έργου του «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», αναφέρει: «Ενας κοινωνικός σχηματισμός, ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, που μπορεί να χωρέσει, και νέες, ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται, προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι ύπαρξής τους, μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας». (Διαλεχτά έργα τ.1ος, σελ.425, εκδόσεις «Γνώσεις»).
Επομένως το θέμα της εμφάνισης της εργατικής τάξης, πρέπει να αναζητηθεί στη δημιουργία των υλικών όρων για την εμφάνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, υλικοί όροι που εμφανίζονται στους κόλπους της φεουδαρχίας. Η ίδια η εργατική τάξη, εμφανίζεται στους κόλπους της φεουδαρχίας, και μάλιστα στην πορεία αποσύνθεσής της και εξαφάνισης της δουλοπαροικίας.
Οκαπιταλιστικός τρόπος παραγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένων όρων προκειμένου να εμφανιστεί, τη συνένωση των μέσων παραγωγής με την εργατική δύναμη.
«Οπως τα μέσα παραγωγής και τα μέσα συντήρησης, έτσι και το χρήμα και το εμπόρευμα δεν είναι καθόλου από μιας εξαρχής κεφάλαιο. Η μετατροπή όμως αυτή μπορεί να συντελεστεί μονάχα κάτω από ορισμένους όρους που συνοψίζονται στα παρακάτω: πρέπει ν' αντικριστούν και νά 'ρθουν σ' επαφή δυο λογιών, πολύ διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο, κάτοχοι εμπορευμάτων: Από τη μια μεριά, κάτοχοι χρήματος, μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης, που σκοπός τους είναι να αξιοποιήσουν το ποσόν της αξίας που κατέχουν, αγοράζοντας ξένη εργατική δύναμη. Από την άλλη, ελεύθεροι εργάτες, πουλητές της δικής τους εργατικής δύναμης κι επομένως πουλητές εργασίας. Ελεύθεροι εργάτες με τη διπλή έννοια, με την έννοια πως ούτε αυτοί οι ίδιοι ανήκουν άμεσα στα μέσα παραγωγής, όπως οι δούλοι, οι δουλοπάροικοι κλπ., και με την έννοια πως ούτε σ' αυτούς ανήκουν τα μέσα παραγωγής όπως γίνεται λ.χ. στους αγρότες που διαχειρίζονται μόνοι το νοικοκυριό τους κλπ., απεναντίας είναι ελεύθεροι, απαλλαγμένοι απ' αυτά, τα στερούνται... Η σχέση του κεφαλαίου, προϋποθέτει το χωρισμό των εργατών από την ιδιοκτησία των όρων πραγματοποίησης της εργασίας. Επομένως το προτσές που δημιουργεί τη σχέση του κεφαλαίου, δεν μπορεί να είναι άλλο από το προτσές του χωρισμού του εργάτη από την ιδιοκτησία στους όρους εργασίας του, ένα προτσές που, από τη μια μεριά μετατρέπει σε κεφάλαιο τα μέσα συντήρησης και παραγωγής της κοινωνίας, και από την άλλη, τους άμεσους παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες». (Καρλ Μαρξ, «Το Κεφάλαιο, τ.1ος, σελ. 739, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Επομένως η εμφάνιση της εργατικής τάξης, ταυτίζεται με τη διαδικασία απόσπασης των άμεσων παραγωγών, από τα μέσα παραγωγής. Πιο συγκεκριμένα, αυτό συντελείται όταν μεγάλες μάζες ανθρώπων αποσπώνται από τα μέσα ύπαρξής τους, όταν απαλλοτριώνονται οι αγρότες από τη γη τους. Αυτή η διαδικασία συντελείται σε διάφορες φάσεις και διαφορετικές ιστορικές εποχές στις διάφορες χώρες.
Ηεμφάνιση, σποραδικά, καπιταλιστικής παραγωγής χρονολογείται από το 14ο και 15ο αιώνα σε μερικές πόλεις της Μεσογείου, αλλά βασικά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χρονολογείται από το 16ο αιώνα και μετά. Ο Μαρξ περιγράφει στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», πολύ παραστατικά και συγκεκριμένα αυτή τη διαδικασία στην Αγγλία. Θεωρεί ότι στην Αγγλία, η δουλοπαροικία, έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί στα τέλη του 14ου αιώνα. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της εποχής εκείνης και περισσότερο το 15ο αιώνα, αποτελείται από «ελεύθερους αγρότες», που «διαχειρίζονταν οι ίδιοι το νοικοκυριό τους, ανεξάρτητα από το ποια εξωτερική φεουδαρχική ταμπέλα έκρυβε την ιδιοκτησία τους». Επίσης την ίδια εποχή, ο Μαρξ κάνει λόγο για «μισθωτούς εργάτες της γεωργίας», οι οποίοι, «αποτελούνταν εν μέρει από αγρότες που αξιοποιούσαν τον ελεύθερο καιρό τους πιάνοντας δουλιά σε μεγάλους γαιοκτήμονες» και «εν μέρει από μια αυτοτελή, σχετικά ολιγάριθμη τάξη καθαυτό μισθωτών εργατών». Αλλά και αυτοί ήταν με μια έννοια αυτοτελείς αγρότες γιατί εκτός από το μισθό, τους παραχωρούσαν σπίτια και μικρά κομμάτια γης, ενώ χρησιμοποιούσαν και την κοινοτική γη. Με την άνθηση της μανουφακτούρας μάλλινων υφασμάτων και την ανατίμηση του μαλλιού, ρίχνεται το σύνθημα της μετατροπής των χωραφιών σε βοσκοτόπια. Ετσι οι αγρότες εκδιώχτηκαν βίαια από τα χωράφια και δημιουργήθηκαν οι μεγάλες μάζες προλεταρίων. Αυτή η διαδικασία συντελέστηκε κατά το τέλος του 15ου αιώνα, αρχές του 16ου, ενώ διαρκεί ως τον 17ο αιώνα, ενισχύοντας τους υλικούς όρους εμφάνισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Την ίδια εποχή, οι φεουδάρχες, εκτός από τη δική τους ιδιοκτησία, παίρνουν και την ιδιοκτησία των αγροτών, και την κοινοτική γη. Ολη η γη συγκεντρώνεται στα χέρια των γαιοκτημόνων πλέον, ενώ την ίδια τύχη έχει αργότερα και η εκκλησιαστική γη. Αργότερα απαλλάσσουν τη γη από τις υποχρεώσεις προς το κράτος, «αποζημιώνοντάς το», με φόρους που επιβάλλουν στο λαό. Τώρα εμφανίζεται η ατομική ιδιοκτησία στη γη όπως στη σύγχρονη κοινωνία. Στην πορεία την ίδια τύχη είχε και η κρατική γη. Τώρα μπορούν να την πουλούν, προκειμένου να αποκτήσουν χρήματα. Την ίδια εποχή εμφανίζονται οι τραπεζίτες, ενώ δυναμώνουν οι επιχειρηματίες της μανουφακτούρας. Είναι η εποχή της προϊστορίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που ταυτόχρονα με τους γαιοκτήμονες, τους τραπεζίτες και τους επιχειρηματίες της μανουφακτούρας, εμφανίζονται οι ελεύθεροι από τα μέσα παραγωγής άνθρωποι, έτοιμοι να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη, όταν βρουν αγοραστή, δηλαδή καπιταλιστή. Είναι η εποχή της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης.
«Επομένως η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι τίποτ' άλλο παρά το ιστορικό προτσές χωρισμού του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής. Εμφανίζεται σαν "πρωταρχικό", γιατί αποτελεί την προϊστορία του κεφαλαίου και του αντίστοιχου τρόπου παραγωγής.
Η οικονομική διάρθρωση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας προέκυψε από την οικονομική διάρθρωση της φεουδαρχικής κοινωνίας. Η διάλυση της δεύτερης έχει απελευθερώσει τα στοιχεία της πρώτης.
Ο άμεσος παραγωγός, ο εργάτης, απόχτησε τη δυνατότητα να διαθέτει το άτομό του μονάχα αφού είχε παύσει νά 'ναι δεμένος με τη γη και νά 'ναι δουλοπάροικος ή υποτελής σ' ένα άλλο πρόσωπο. Για να γίνει ελεύθερος πουλητής εργατικής δύναμης που μεταφέρει το εμπόρευμά του παντού όπου βρίσκει αγοραστές, έπρεπε ακόμα νά 'χει ξεφύγει από την κυριαρχία των συντεχνιών, των κανονισμών τους σχετικά με τους μαθητευόμενους και τους καλφάδες και από τις άλλες περιοριστικές διατάξεις σχετικά με την εργασία... Από την άλλη όμως αυτοί οι νεοαπελευθερωμένοι γίνονται πουλητές του ίδιου του εαυτού τους μόνο αφού τους έχουν πρώτα ληστέψει όλα τα μέσα τους παραγωγής και τους έχουν αποστερήσει όλες τις εγγυήσεις για την ύπαρξή τους, που τους παραχωρούσαν οι παλιοί φεουδαρχικοί θεσμοί. Και η ιστορία αυτής της απαλλοτρίωσής τους είναι γραμμένη στα χρονικά της ανθρωπότητας με γράμματα από αίμα και φωτιά».(Καρλ Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τ.1ος, σελ. 739-740).

Σ.


Η ιστορική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης



Η ιστορική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης
Ο τίτλος του φακέλου «Καρλ Μαρξ» της πρωσικής αστυνομίας
Εδώ ο Μαρξ αποκαλύπτει συνοπτικά, από τη μελέτη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, το νομοτελειακό πέρασμα απ' αυτό τον τρόπο παραγωγής στον ανώτερο, τον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής, ως αντικειμενικό αποτέλεσμα της δράσης των εσωτερικών νόμων του καπιταλισμού.
Πού οδηγεί η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου, δηλαδή, η ιστορική γέννησή του; Εφόσον δεν πρόκειται για την άμεση μετατροπή δούλων και δουλοπάροικων σε μισθωτούς εργάτες, δηλαδή για απλή αλλαγή στη μορφή, σημαίνει μονάχα την απαλλοτρίωση των άμεσων παραγωγών, δηλ. τη διάλυση της ατομικής ιδιοχτησίας που στηρίζεται στην προσωπική εργασία.
Η ατομική ιδιοχτησία σαν αντίθεση στην κοινωνική, συλλογική ιδιοχτησία, υπάρχει μονάχα εκεί όπου τα μέσα εργασίας και οι εξωτερικοί όροι της εργασίας ανήκουν σε ιδιώτες. Ανάλογα όμως με το αν οι ιδιώτες είναι εργάτες ή μη εργάτες, έχει και η ατομική ιδιοχτησία έναν άλλο χαρακτήρα. Οι ατελείωτες αποχρώσεις, που παρουσιάζει στην πρώτη ματιά, αντανακλούν μονάχα τις μέσες καταστάσεις που βρίσκονται ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα.
Η ατομική ιδιοχτησία του εργάτη στα μέσα της παραγωγής είναι η βάση της μικρής επιχείρησης, η μικρή επιχείρηση είναι ο απαραίτητος όρος για την εξέλιξη της κοινωνικής παραγωγής και της ελεύθερης ατομικότητας του ίδιου του εργάτη. Βέβαια, αυτός ο τρόπος της παραγωγής υπάρχει και μέσα στη δουλεία, στη δουλοπαροικία και σ' άλλες σχέσεις εξάρτησης. Ανθίζει όμως, αναπτύσσει όλη του την ενεργητικότητα, αποχτά την ταιριαστή κλασική μορφή μονάχα εκεί όπου ο εργάτης είναι ελεύθερος ατομικός ιδιοχτήτης των όρων της εργασίας του που τους χειρίζεται ο ίδιος, όπου ο αγρότης είναι ο ελεύθερος ατομικός ιδιοχτήτης του χωραφιού που καλλιεργεί κι εκεί που ο χειροτέχνης είναι ιδιοχτήτης του εργαλείου - αριστοτέχνης χειριστής του.
Πρωσικό διαβατήριο του Μαρξ που εκδόθηκε στις 11 Απριλίου 1861, με ισχύ ενός χρόνου. Οι απόπειρες του Μαρξ να ξανααποκτήσει την πρωσική ιθαγένεια απέτυχαν
Αυτός ο τρόπος παραγωγής προϋποθέτει το κομμάτιασμα της γης και των άλλων μέσων παραγωγής. Οπως αποκλείει τη συγκέντρωση των τελευταίων, έτσι αποκλείει και τη συνεργασία, τον καταμερισμό της εργασίας μέσα στα ίδια τα προτσές της παραγωγής, αποκλείει την κοινωνική κυριαρχία και ρύθμιση της φύσης, την ελεύθερη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων. Συμβιβάζεται μονάχα με τους στενούς αυτοφυείς περιορισμούς της παραγωγής και της κοινωνίας. Το να θέλουμε να τον διαιωνίσουμε, θα σήμαινε, όπως λέει με το δίκιο του ο Πέκερ, «να θεσπίσουμε τη γενική μετριότητα». Σε έναν ορισμένο βαθμό ανάπτυξης δημιουργεί ο ίδιος τα υλικά μέσα της καταστροφής του. Από τη στιγμή αυτή στους κόλπους της κοινωνίας μπαίνουν σε κίνηση δυνάμεις και πάθη που αισθάνονται τον εαυτό τους δεσμευμένο από την κοινωνία. Πρέπει να καταστραφεί αυτός ο τρόπος παραγωγής, και θα καταστραφεί. Η καταστροφή της, δηλ. η μετατροπή των ατομικών και κομματιασμένων μέσων παραγωγής σε κοινωνικά συγκεντρωμένα, επομένως η μετατροπή της μικροσκοπικής ιδιοχτησίας των πολλών σε μαζική ιδιοχτησία των λίγων, δηλ. η απαλλοτρίωση της μεγάλης μάζας του λαού από τη γη, τα μέσα συντήρησης και τα εργαλεία δουλιάς, αυτή η φοβερή και δύσκολη απαλλοτρίωση της μάζας του λαού αποτελεί την προϊστορία του κεφαλαίου. Περιλαβαίνει μια σειρά μεθόδους βίας, από τις οποίες παρουσιάσαμε μονάχα τις μεθόδους εκείνες που άφησαν εποχή σαν μέθοδοι της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η απαλλοτρίωση των άμεσων παραγωγών πραγματοποιείται με τον πιο αμείλιχτο βανδαλισμό και με κίνητρο τα πιο άνομα, τα πιο βρωμερά και τα πιο μικρόπρεπα απεχθή πάθη. Η ατομική ιδιοχτησία, που αποχτήθηκε με τη δουλιά και που στηρίζεται σαν να λέμε στη σύμφυση του μεμονωμένου, ανεξάρτητα εργαζόμενου ατόμου με τους όρους της δουλιάς του, παραμερίζεται από την κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοχτησία, που βασίζεται στην εκμετάλλευση ξένης, μα τυπικά ελεύθερης εργασίας.
Από τη στιγμή που αυτό το προτσές της μετατροπής έχει αποσυνθέσει αρκετά σε βάθος και έκταση την παλιά κοινωνία, από τη στιγμή που οι εργάτες έχουν μετατραπεί σε προλετάριους και οι όροι της δουλιάς τους σε κεφάλαιο, από τη στιγμή που ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στέκεται στα δικά του τα πόδια, από τη στιγμή αυτή αποχτούν μια νέα μορφή η παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και η παραπέρα μετατροπή της γης και των άλλων μέσων παραγωγής σε μέσα παραγωγής που τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά, δηλαδή σε κοινά μέσα παραγωγής, επομένως αποχτάει νέα μορφή και η παραπέρα απαλλοτρίωση, των ατομικών ιδιοχτητών. Αυτός που είναι τώρα ν' απαλλοτριωθεί δεν είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες.
Η απαλλοτρίωση αυτή συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Κάθε κεφαλαιοκράτης σκοτώνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες. Χέρι - χέρι μ' αυτή τη συγκεντροποίηση, δηλ. με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους, αναπτύσσεται σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα η συνεργατική μορφή του προτσές της εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μονάχα από κοινού, η οικονομία σ' όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικής εργασίας, η περιπλοκή όλων των λαών στο δίχτυ της παγκόσμιας αγοράς και μαζί μ' αυτό, ο διεθνής χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος. Μαζί με τη διαρκή ελάττωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, που σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετατροπής, αυξάνει η μάζα της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά αυξάνει μαζί και η αγανάχτηση της εργατικής τάξης, που διαρκώς πληθαίνει και που διαπαιδαγωγείται, συνενώνεται και οργανώνεται απ' αυτό τον ίδιο το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής. Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ' αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σιμώνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοχτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται.
Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος ιδιοποίησης, που προέρχεται από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, άρα και η κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοχτησία, αποτελεί την πρώτη άρνηση της ατομικής ιδιοχτησίας που βασίζεται στην προσωπική εργασία. Μα η κεφαλαιοκρατική παραγωγή παράγει με την αναγκαιότητα φυσικού προτσές την ίδια της την άρνηση. Πρόκειται για άρνηση της άρνησης. Η άρνηση αυτή δεν αποκαθιστά ξανά την ατομική ιδιοχτησία, αποκαθιστά όμως την προσωπική ιδιοχτησία πάνω στη βάση της κατάχτησης της κεφαλαιοκρατικής εποχής της συνεργασίας και της κοινής ιδιοχτησίας της γης και των μέσων παραγωγής που τα παράγει η εργασία.
Η μετατροπή της κομματιασμένης ατομικής ιδιοχτησίας που βασίζεται στην προσωπική εργασία των ατόμων, σε κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοχτησία, είναι φυσικά ένα προτσές, ασύγκριτα πιο μακρόχρονο, σκληρό και δύσκολο από τη μετατροπή σε κοινωνική ιδιοχτησία της κεφαλαιοκρατικής ιδιοχτησίας που βασίζεται πραγματικά κιόλας πάνω σε κοινωνικό τρόπο παραγωγής. Εκεί επρόκειτο για την απαλλοτρίωση της λαϊκής μάζας από λίγους σφετεριστές, εδώ πρόκειται για την απαλλοτρίωση λίγων σφετεριστών από τη λαϊκή μάζα.*
«Η περίοδος της βιομηχανίας, που η αστική τάξη είναι ο άβουλος και παθητικός της φορέας, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών με το συναγωνισμό, την επαναστατική τους συνένωση με την οργάνωση. Ετσι, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αφαιρείται κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το έδαφος που πάνω στη βάση του παράγει και ιδιοποιείται τα προϊόντα. Πριν απ' όλα, η αστική τάξη παράγει τους νεκροθάφτες της. Η πτώση της και η νίκη του προλεταριάτου είναι το ίδιο αναπόφευγες... Οι μεσαίες τάξεις, ο μικρός βιομήχανος, ο μικρέμπορος, ο βιοτέχνης, ο αγρότης, όλοι αυτοί καταπολεμούν την αστική τάξη για να διατηρήσουν την ύπαρξή τους σα μεσαίες τάξεις και να σωθούν απ' τον αφανισμό... είναι αντιδραστικές γιατί ζητούν να στρέψουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας». (Καρλ Μαρξ και Φ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού του Κόμματος, Λονδίνο 1847, σελ. 9-11). (Σημείωση του Μαρξ).
  • Κ. Μαρξ Φ. Ενγκελς «Διαλεχτά Εργα», τ. 1ος σελ. 544-547, εκδόσεις «Γνώσεις».

Ο Μαρξ, η όψιμη ανακάλυψή του και το αναπόφευκτο του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής


Ο Μαρξ, η όψιμη ανακάλυψή του και το αναπόφευκτο του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής
Κάποιοι αστοί δημοσιολόγοι, με αφορμή σημάδια κρίσης σε καπιταλιστικές κοινωνίες ανεπτυγμένων χωρών, θυμήθηκαν τον Μαρξ και τη μελέτη του για την καπιταλιστική κοινωνία, με αφορμή και το γεγονός ότι το 2008 είναι επέτειος των 190 χρόνων από τη γέννησή του
Ο Μαρξ, ταυτόχρονα με τη μελέτη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κατέληξε και στο συμπέρασμα του αναπόφευκτου, του νομοτελειακού της αντικατάστασής του από τον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής
Πρόσφατα και με αφορμή την κρίση στον χρηματοπιστωτικό τομέα των ΗΠΑ, τη ραγδαία και τεράστια συγκριτικά με πριν άνοδο της τιμής του πετρελαίου, αλλά και των τροφίμων, όπως και τις εκτιμήσεις για ύφεση των καπιταλιστικών οικονομιών ή μείωση των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ που οδηγεί σε στασιμότητα, σημάδια θα πούμε εμείς που δείχνουν ότι ίσως οι καπιταλιστικές οικονομίες οδηγηθούν σε οικονομική κρίση, κάποιοι δημοσιολόγοι και οικονομολόγοι ανακάλυψαν τις συνέπειες στην κοινωνία απ' αυτές τις εξελίξεις. Συνέπειες που δείχνουν τεράστια συγκέντρωση πλούτου από τη μια και αύξηση της φτώχειας από την άλλη, δηλαδή σημάδια σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης πληθυσμών. Και σωστά. Ορισμένοι απ' αυτούς ψάχνουν «φάρμακο» αντιμετώπισης αυτής της επαναλαμβανόμενης αθεράπευτης ασθένειας του καπιταλισμού, δηλαδή της κρίσης, προκειμένου να αμβλύνουν πρωταρχικά τις συνέπειες στο ίδιο το κεφάλαιο, τμήμα του οποίου καταστρέφεται αντικειμενικά, σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση της εξαθλίωσης, προκειμένου να προλάβουν απότομη όξυνση των ταξικών αντιθέσεων, επομένως και τους κινδύνους υπονόμευσης του καπιταλιστικού συστήματος από οργανωμένη ταξική πολιτική πάλη για την ανατροπή του.
Κάποιοι, επίσης, απ' αυτούς θυμήθηκαν τον Μαρξ και τη μελέτη του για την καπιταλιστική κοινωνία, με αφορμή και το γεγονός ότι το 2008 είναι επέτειος των 190 χρόνων από τη γέννησή του (5 Μάη 1818), αφού αυτός πρώτος, στο μεγαλοφυές έργο του «Το Κεφάλαιο», έδωσε ολοκληρωμένα αυτό που βλέπουμε και σήμερα να συντελείται στις καπιταλιστικές κοινωνίες.
Πράγματι, ο Μαρξ, μελετώντας τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, αποκαλύπτει τις εσωτερικές του αντιφάσεις, αποδεικνύοντας ότι το ξεπέρασμά του και η αντικατάστασή του από έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής, τον κομμουνιστικό, είναι το νομοτελειακό, ότι ως τρόπος παραγωγής έχει ιστορικά όρια. Εδωσε, ταυτόχρονα, και το εργαλείο της πρόβλεψης σε σχέση με την εξέλιξή του ως κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού.
«Το Κεφάλαιο, κριτική της πολιτικής οικονομίας» τόμος I, βιβλίο πρώτο
Η κοινωνία του καπιταλισμού, και σήμερα, ακόμα και σύμφωνα με τις πιο αισιόδοξες υποκειμενικές κρίσεις των πιο ένθερμων υποστηρικτών της, διέρχεται βαθύτατη κρίση χωρίς διέξοδο. Τα ίδια τα θεμέλια του καπιταλισμού είναι ναρκοθετημένα. Βεβαίως, πολλοί αστοί ιδεολόγοι, διανοητές και οικονομολόγοι, που υπερασπίζονται με πάθος την αστική ιδεολογία, αναγκάζονται να καταφεύγουν στον Μαρξ για να μελετήσουν ιδέες και υποδείξεις του σχετικά με το καπιταλιστικό σύστημα. Φαίνεται ότι η ανάλυση του μεγαλύτερου διανοητή στην Ιστορία τούς είναι βολική στην ερμηνεία των σύγχρονων εξελίξεων και της κρίσης του συστήματος.
Το γεγονός όμως ότι ανατρέχουν, δε σημαίνει και αποδοχή του μαρξισμού στο σύνολό του. Μάλλον χρειάζονται τον Μαρξ προκειμένου να ενισχύσουν, μελετώντας τον, το δικό τους οπλοστάσιο, για την αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος. Παρ' όλ' αυτά, δεν μπορούν οι θεωρίες τους να αντιμετωπίσουν, όσο κι αν πασχίζουν, το γεγονός ότι οι ολοένα και εντεινόμενες οικονομικές κρίσεις αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα περάσματος στην ανώτερη κομμουνιστική κοινωνία. Η διεθνοποίηση της δράσης του κεφαλαίου, η μετάβαση από τις εθνικές κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις στις διακρατικές, δείχνει την αναντιστοιχία ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και στις παραγωγικές δυνάμεις. Οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν ξεπεράσει τα όρια του καπιταλισμού.
Στον ιμπεριαλισμό εκδηλώνονται σήμερα όλες οι εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις του στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας. Οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες οξύνονται στο έπακρο. Η οικονομική κρίση κάνει ακόμη πιο ανυπόφορη για την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα την κατάσταση σ' όλους τους τομείς της ζωής τους. Και οι ταξικές ανισότητες μεγαλώνουν, ενώ οι ταξικές αντιθέσεις, επίσης, δυναμώνουν. Οι άδικοι πόλεμοι βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Απόδειξη πως οι εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, σύμφυτες του ίδιου ως κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, οι οικονομικές κρίσεις, είναι αξεπέραστες, χωρίς την αντικατάστασή του από την κομμουνιστική κοινωνία. Που απαιτεί το επαναστατικό έργο των μαζών, με ηγέτη την εργατική τάξη.
Η πρώτη ελληνική μετάφραση του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος»
Βεβαίως, ο Μαρξ, ταυτόχρονα με τη μελέτη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κατέληξε και στο συμπέρασμα του αναπόφευκτου, του νομοτελειακού της αντικατάστασής του από τον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτό αποσιωπούν ή του κάνουν πολεμική όσοι ανακαλύπτουν τον Μαρξ ως τον άνθρωπο που ως προς τη μελέτη του καπιταλισμού είναι αξεπέραστος.
Και, πράγματι, η ιστορικά ξεπερασμένη κοινωνία του καπιταλισμού εξελίσσεται σήμερα σύμφωνα με τις προβλέψεις και εκτιμήσεις του Μαρξ, σύμφωνα με τη θεωρία του, παρά την προσωρινή της νίκη με τις ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων. Μια καθ' όλα πύρρειος νίκη, μιας κοινωνίας (καπιταλισμός) και μιας τάξης (αστική), που από την εποχή της Κομμούνας του Παρισιού, στα 1871, περνούσε στην αντίδραση ενάντια σε μια κοινωνία (σοσιαλισμός) και μια τάξη (εργατική), για την οποία στην ίδια εποχή ο Μαρξ έγραφε: «Κι όμως ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμη ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία. Αναγνωρίστηκε ακόμα και από τη μεγάλη μάζα της μεσαίας τάξης του Παρισιού - από τους μαγαζάτορες, τους βιοτέχνες, τους εμπόρους - εκτός μόνο από τους πλούσιους κεφαλαιοκράτες» («Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»).
Ο Μαρξ ανακάλυψε επίσης τους νόμους εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας, των κοινωνιών και απέδειξε και απ' αυτή τη σκοπιά, επιστημονικά, το αναπόφευκτο του περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, αποκαλύπτοντας πως αυτοί οι αντικειμενικοί νόμοι δρουν διά μέσου της δράσης των ανθρώπων, με κινητήριο μοχλό την ταξική πάλη, αφού «όλη η ως τώρα ιστορία των κοινωνιών είναι ιστορία της ταξικής πάλης» («Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»).
«Κι όμως ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμη ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία. Αναγνωρίστηκε ακόμα και από τη μεγάλη μάζα της μεσαίας τάξης του Παρισιού - από τους μαγαζάτορες, τους βιοτέχνες, τους εμπόρους - εκτός μόνο από τους πλούσιους κεφαλαιοκράτες», έγραψε ο Μαρξ για την Παρισινή Κομμούνα
Ο ίδιος ο Μαρξ λέει γι' αυτό: «Ο,τι καινούριο έκανα εγώ ήταν για να αποδείξω:
1. ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής,
2. ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου,
3. ότι η ίδια αυτή η δικτατορία αποτελεί μονάχα το πέρασμα στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε μια αταξική κοινωνία». (Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», τ. 1, σελ. 530).
Ο Ενγκελς σε άρθρο του με τίτλο «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ», γραμμένο την 1η και τη 13η του Μάρτη 1868 και δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ντεμοκράτισες Βόχενμπλατ» της 21 και της 28 του Μάρτη 1868, δηλαδή 140 χρόνια πιο πριν, γράφει τα εξής:
«Από τον καιρό που υπάρχουν στον κόσμο κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν εκδόθηκε ακόμα κανένα άλλο βιβλίο που να έχει τόση σπουδαιότητα για τους εργάτες, όση έχει το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας. Η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ο άξονας που γύρω του περιστρέφεται ολόκληρο το σημερινό μας κοινωνικό σύστημα, για πρώτη φορά αναπτύσσεται εδώ επιστημονικά κι αυτό με μια βαθύτητα και οξύνοια που μόνο ένας Γερμανός μπορούσε να το κάνει. Οσο πολύτιμα κι αν είναι και παραμένουν τα συγγράμματα ενός Οουεν, ενός Σεν - Σιμόν ή ενός Φουριέ - επιφυλάχτηκε σ' έναν Γερμανό να αναρριχηθεί ως την κορυφή απ' όπου μπορεί κανείς να δει καθαρά και επισκοπικά ολόκληρο το πεδίο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, ακριβώς όπως ένας παρατηρητής που στέκεται στην ψηλότερη κορφή βλέπει τα χαμηλότερα ορεινά τοπία...
Τεράστια συγκέντρωση πλούτου από τη μία, φτώχεια και εξαθλίωση πληθυσμών από την άλλη. Η επαναλαμβανόμενη, αθεράπευτη ασθένεια του καπιταλισμού
Associated Press
Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή είναι η πρώτη που δημιουργεί τον πλούτο και τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζονται γι' αυτό, μα ταυτόχρονα δημιουργεί, επίσης, στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας - κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης».
Και απ' αυτό το απόσπασμα του άρθρου του Ενγκελς, αποκαλύπτεται η αναγκαιότητα και προοπτική της κομμουνιστικής κοινωνίας με την εκτίμηση «στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών, την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας - κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης».
Ας δούμε μέσα από αποσπάσματα του «Κεφαλαίου» του Μαρξ πώς ο ίδιος δίνει το αναπόφευκτο των κρίσεων, αλλά και την ωριμότητα των συνθηκών περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, μέσα στον καπιταλισμό.
Η αιτία εκδήλωσης της κρίσης
«Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δημιουργεί τον πλούτο και τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζονται γι' αυτό, μα ταυτόχρονα δημιουργεί, στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών, την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας - κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης». Ενγκελς, 1868
Η αντίφαση παραγωγικών δυνάμεων - σχέσεων παραγωγής στον καπιταλισμό εκδηλώνεται και με τις οικονομικές κρίσεις και η αιτία και το αναπόφευκτο των οικονομικών κρίσεων βρίσκονται μέσα στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού που είναι: Η κοινωνικοποίηση της παραγωγής, της εργασίας και η ατομική ιδιοποίηση του προϊόντος, με τη θεώρηση ότι ο άνθρωπος είναι η σπουδαιότερη παραγωγική δύναμη.
Ο Μαρξ έβλεπε την κοινωνία ως ενιαίο όλο, με την έννοια του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, κινούμενο από τις εσωτερικές αντιφάσεις, με βάση νόμους που διαμορφώνονται μέσω της δράσης των ανθρώπων. Χρησιμοποιεί ένα μοναδικό κριτήριο ωριμότητας για το πέρασμα της κοινωνίας σε ένα ανώτερο στάδιο, το σοσιαλιστικό, που είναι μεταβατική κοινωνία με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Το κριτήριο είναι η όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού.
Ορισμένες από τις βασικές θέσεις που επεξεργάστηκε ο Μαρξ σχετικά μ' αυτό περιέχονται στο «Κεφάλαιο», για τον ιστορικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος, την παγκόσμια αγορά.
Ας δούμε πώς αναπτύσσει αυτές τις θέσεις στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», σελ. 786 - 787, εξετάζοντας την «ιστορική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης».
«...από τη στιγμή που ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στέκεται στα δικά του τα πόδια, από τη στιγμή αυτή αποχτούν μια νέα μορφή η παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και η παραπέρα μετατροπή της γης και των άλλων μέσων παραγωγής σε μέσα παραγωγής που τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά, δηλαδή σε κοινά μέσα παραγωγής, επομένως αποχτάει νέα μορφή και η παραπέρα απαλλοτρίωση, των ατομικών ιδιοκτητών. Αυτός που είναι τώρα ν' απαλλοτριωθεί δεν είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες.
Οι εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, σύμφυτες του ίδιου ως κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, οι οικονομικές κρίσεις, είναι αξεπέραστες, χωρίς την αντικατάστασή του από την κομμουνιστική κοινωνία. Που απαιτεί το επαναστατικό έργο των μαζών, με ηγέτη την εργατική τάξη
Η απαλλοτρίωση αυτή συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Κάθε κεφαλαιοκράτης σκοτώνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες. Χέρι - χέρι μ' αυτήν τη συγκεντροποίηση, δηλαδή με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους, αναπτύσσεται σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα η συνεργατική μορφή του προτσές της εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιήσουν μονάχα από κοινού η οικονομία σ' όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικής εργασίας, η περιπλοκή όλων των λαών στο δίχτυ της παγκόσμιας αγοράς και μαζί μ' αυτό ο διεθνής χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος. Μαζί με τη διαρκή ελάττωση του ορισμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, που σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετατροπής, αυξάνει η μάζα της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά αυξάνει μαζί και η αγανάχτηση της εργατικής τάξης, που διαρκώς πληθαίνει και που διαπαιδαγωγείται, συνενώνεται και οργανώνεται απ' αυτόν τον ίδιο το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής. Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ' αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας».
Η συμβολή του Μαρξ είναι καθοριστική, γιατί αναφέρεται στην εξέλιξη του κοινωνικού πυρήνα, των σχέσεων παραγωγής
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι: Με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, η ατομική εργασία για την παραγωγή ενός προϊόντος μετατρέπεται σε κοινωνική (ο Μαρξ μιλάει για την επίτευξη της«κοινωνικής οργάνωσης του προτσές της εργασίας»),αφού πολλοί εργάτες μαζί δουλεύουν συνδυασμένα για την παραγωγή του. Αυτό συντελείται στην περίοδο ακόμη της «μανιφακτούρας», όπου διάφορα επαγγέλματα, αναγκαία για την παραγωγή προϊόντων που συνθέτουν ένα τελικό προϊόν, συνενώνονται κάτω από έναν κεφαλαιοκράτη για την παραγωγή αυτού του προϊόντος (π.χ., κατασκευή της άμαξας), είτε διάφοροι εργάτες εκτελούν τις διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας για την παραγωγή ενός προϊόντος (π.χ., παραγωγή χαρτιού). Το προϊόν που παράγεται στη «μανιφακτούρα», ο Μαρξ το ονομάζει «κοινωνικό προϊόν».Βεβαίως, στη μανιφακτούρα, συνενώνονται οι εργάτες από το κεφάλαιο, δημιουργείται ένας καταμερισμός της εργασίας, αλλά ο κάθε εργάτης δουλεύει με ξεχωριστά εργαλεία.
Με την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και το πέρασμα στη μεγάλη βιομηχανία, με τη χρήση των μηχανών, αναπτύσσονται τα μέσα παραγωγής, έτσι που κοινωνικοποιούν ολοένα και περισσότερο την παραγωγή και την εργασία. Η παραγωγή αναπτύσσεται σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα. Η ανάπτυξη των μέσων παραγωγής αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας, επομένως και την υπεραξία που αποσπά ο κεφαλαιοκράτης. Αυτό οδηγεί το κεφάλαιο στην ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη των μέσων παραγωγής με τη χρήση των μηχανών και την εξέλιξή τους, τις οποίες κινούν ολοένα και περισσότεροι εργάτες σε σχέση με πριν, αφού επίσης συνενώνονται ολοένα και περισσότερες διαδικασίες της κοινωνικής παραγωγής στο εργοστάσιο (μεγαλώνει η κοινωνικοποίηση). Αυτή η διαδικασία συγκεντρώνει την παραγωγή στη μεγάλη βιομηχανία, εξαρτά άλλες μικρότερες επιχειρήσεις απ' αυτήν και σε μια πορεία τις εκτοπίζει από την παραγωγική διαδικασία (παραπέρα απαλλοτρίωση των ατομικών ιδιοκτητών, αυτός που είναι τώρα ν' απαλλοτριωθεί είναι ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες).
Γι' αυτό ο Μαρξ κάνει λόγο για μέσα παραγωγής, που «τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά» και ότι «με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους, αναπτύσσεται σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα η συνεργατική μορφή του προτσές της εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιήσουν μονάχα από κοινού, η οικονομία σ' όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικής εργασίας». Δηλαδή, αυτή η διαδικασία της ολοένα και μεγαλύτερης συνένωσης (κοινωνικοποίηση) της παραγωγής και της εργασίας, συμβαδίζει με τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Που σημαίνει ότι τα μεγαλύτερα σε διαστάσεις κεφάλαια απορροφούν τα μικρότερα, και έτσι το κεφάλαιο συγκεντρώνεται σε ολοένα και λιγότερους μεγιστάνες. Σ' αυτό το αποτέλεσμα, οδηγεί επίσης ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ξεχωριστούς ατομικούς καπιταλιστές.
Ολη αυτή η διαδικασία οδηγεί επίσης στην αύξηση της εκμετάλλευσης, αφού αποσπάται ολοένα και μεγαλύτερη υπεραξία, στο φτήνεμα της εργατικής δύναμης, στην ανεργία, έτσι που όσο μεγαλώνουν οι διαστάσεις του κεφαλαίου και συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια να αυξάνονται και η φτώχεια και η ανεργία.
Από τη μια, λοιπόν, μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο η κοινωνικοποίηση, από την άλλη, κάθε μεγιστάνας καπιταλιστής παράγει για δικό του όφελος, για την αύξηση των κερδών του, για την αύξηση των διαστάσεων του δικού του κεφαλαίου. Αυτό στέκεται εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής. Γι' αυτό ο Μαρξ αναφέρει ότι «Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ' αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας».
Το αντικειμενικό της εμφάνισης της μετοχικής εταιρείας
Αυτό, δηλαδή «το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας», που μετατρέπεται στον καπιταλισμό σε κοινωνικό κεφάλαιο, κοινωνική καπιταλιστική ιδιοκτησία, εμφανίζεται μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό με την ίδρυση της μετοχικής εταιρείας. Σχετικά μ' αυτό, ο Μαρξ, στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου», σελ. 550, αναφέρει τα εξής:
«Σχηματισμός μετοχικών εταιρειών. Επομένως:
1) Τεράστια επέκταση της κλίμακας της παραγωγής και των επιχειρήσεων, που ήταν αδύνατο να γίνουν από τα ξεχωριστά κεφάλαια. Ταυτόχρονα, τέτοιες επιχειρήσεις, που ήταν προηγούμενα κυβερνητικές, γίνονται εταιρικές.
2) Το κεφάλαιο, που αυτό καθ' αυτό βασίζεται σε κοινωνικό τρόπο παραγωγής και που προϋποθέτει κοινωνική συγκέντρωση μέσων παραγωγής και εργατικών δυνάμεων, παίρνει εδώ άμεσα τη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου (κεφαλαίου άμεσα συνεταιρισμένων ατόμων), σε αντίθεση προς το ατομικό κεφάλαιο, και οι επιχειρήσεις του εμφανίζονται σαν εταιρικές επιχειρήσεις, σε αντίθεση προς τις ατομικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για την κατάργηση του κεφαλαίου σαν ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής».
Αυτή η εξέλιξη φανερώνει και το γεγονός ότι αντικειμενικά υπάρχουν οι συνθήκες για μετατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική, δηλαδή είναι ώριμοι οι υλικοί όροι για το πέρασμα στο σοσιαλισμό.
Απ' αυτήν την αντικειμενική εξέλιξη του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, με την εμφάνιση της μετοχικής εταιρείας, διαπιστώνεται και η δυνατότητα κατάργησής του, η δυνατότητα αντικατάστασης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με τις σοσιαλιστικές, η δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία.
Για την προλεταριακή Πολιτική Οικονομία, οι κλασικοί έθεταν το καθήκον να βρει μέσα στις μορφές της οικονομικής εξέλιξης (σ.σ. του καπιταλισμού), που πηγαίνει προς το τέρμα, τα στοιχεία της μελλοντικής οργάνωσης της παραγωγής και της ανταλλαγής, που θα βοηθήσουν στον παραμερισμό αυτών των δεινών.
Στο «Κεφάλαιο» διερευνώνται οι οικονομικές μορφές, η μετοχική επιχείρηση, το συνεταιριστικό εργοστάσιο, που πιστοποιούν ότι η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής έφτασε σε ένα ανώτατο στάδιο, επομένως δεν υπάρχει άλλο περιθώριο αλλαγής μορφής για να «χωρέσουν» τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις. Πρόκειται για την έναρξη του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού ή της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου.
Η συμβολή του Μαρξ είναι καθοριστική, γιατί αναφέρεται στην εξέλιξη του κοινωνικού πυρήνα, της σχέσης παραγωγής.
Στη μετοχική επιχείρηση παύει να υφίσταται ο ατομικός κεφαλαιοκράτης ως ιδιοκτήτης και διευθύνων της παραγωγής και εμφανίζεται η συλλογική ιδιοκτησία των μετόχων, που παραμένει όμως καπιταλιστική. Τη διεύθυνση ασκεί προσωπικό που μπορεί να βρίσκεται σε μισθωτή σχέση ή και να έχει πακέτο μετοχών.
Ας το δούμε πολύ συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 551):
«Μετατροπή του πραγματικά ενεργού κεφαλαιοκράτη σε απλό διευθυντή, διαχειριστή ξένου κεφαλαίου, και των ιδιοκτητών κεφαλαίου σε απλούς ιδιοκτήτες, απλούς κεφαλαιοκράτες του χρήματος (...) Στις μετοχικές εταιρείες η λειτουργία είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την υπερεργασία. Αυτό είναι αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία. Είναι, από την άλλη, σημείο περάσματος για τη μετατροπή όλων των λειτουργιών στο προτσές αναπαραγωγής, που συνδέονται ακόμα ως τώρα με την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, σε απλές λειτουργίες των συνεταιρισμένων παραγωγών, σε κοινωνικές λειτουργίες».
Οι ιδιοκτήτες των μετοχικών εταιρειών είναι αυτοί που έχουν στην ιδιοκτησία τους τις μετοχές των εταιρειών, γι' αυτό ο Μαρξ κάνει λόγο για απλούς ιδιοκτήτες κεφαλαίου, αλλά δεν έχουν άμεση σχέση με τη λειτουργία της παραγωγής. Η λειτουργία της παραγωγής διευθύνεται από τους διευθυντές. Το ρόλο του κεφαλαιοκράτη που οργάνωνε και διηύθυνε την παραγωγή άμεσα ο ίδιος, αντικαθιστά τώρα ο διευθυντής. Ετσι η λειτουργία των επιχειρήσεων είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία. Με την εμφάνιση της μετοχικής εταιρείας, ο Μαρξ κάνει λόγο για «αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία».Δηλαδή η μετοχική εταιρεία, ως έκφραση συλλογικής μορφής ιδιοκτησίας του κεφαλαίου στα πλαίσια του καπιταλισμού, αποδεικνύει τις δυνατότητες περάσματος από την καπιταλιστική ιδιοκτησία στην κοινωνική ιδιοκτησία. Επίσης το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου δεν έχουν πλέον σχέση με την οργάνωση και τη λειτουργία της παραγωγής, σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου είναι πλέον περιττοί, δε χρειάζονται για την ανάπτυξη της παραγωγής, των παραγωγικών δυνάμεων, αφού αυτή μπορεί να αναπτύσσεται και χωρίς τους ιδιοκτήτες κεφαλαίου. Ολες οι λειτουργίες της παραγωγής μπορούν να διεκπεραιωθούν από τους ίδιους τους άμεσους παραγωγούς, δηλαδή την εργατική τάξη, στο επίπεδο ολόκληρης της κοινωνίας (απλές λειτουργίες των συνεταιρισμένων παραγωγών, κοινωνικές λειτουργίες).
Μετοχική εταιρεία και μονοπώλιο
Η μετοχική επιχείρηση, όπως και το συνεταιριστικό εργοστάσιο είναι αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και σημείο περάσματος σε ανώτερο τρόπο παραγωγής, τον κομμουνιστικό, που χαρακτηρίζεται από την κοινωνική ιδιοκτησία. Στη βάση αυτή αναπτύσσονται τα μονοπώλια, η κρατική ανάμειξη, ο παρασιτισμός στο χρηματιστήριο, ο ρόλος του πιστωτικού συστήματος. Με άλλα λόγια, όλα εκείνα τα στοιχεία που εμφανίζονται αργότερα στην οικονομική ανάλυση του ιμπεριαλισμού από τον Λένιν και άλλους μαρξιστές. Τα μονοπώλια εκφράζουν μεγάλη κεφαλαιακή συσσώρευση μετοχικών επιχειρήσεων ή ομίλων επιχειρήσεων με συγκέντρωση μεγάλου μεριδίου αγοράς.
Ας δούμε πώς το αναφέρει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» (τ. 3ος, σελ. 553):
«Είναι η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και γι' αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση, που πριν απ' όλα παρουσιάζεται σαν απλό μεταβατικό σημείο προς μια νέα μορφή παραγωγής. Σαν τέτοια αντίφαση παρουσιάζεται επίσης στην εμφάνιση. Αποκαθιστά σε ορισμένες σφαίρες το μονοπώλιο και προκαλεί γι' αυτό την ανάμειξη του κράτους. Αναπαράγει μια νέα οικονομική αριστοκρατία, παράσιτα νέου είδους, με τη μορφή σχεδιαστών, ιδρυτών και απλώς ονομαστικών διευθυντών. Ενα ολόκληρο σύστημα αγυρτείας και απάτης σχετικά με τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών και το εμπόριο μετοχών. Πρόκειται για ατομική παραγωγή χωρίς τον έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας».
Εδώ κάνει λόγο για κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στον καπιταλισμό, με την έννοια ότι η ιδιοκτησία παίρνει συλλογική μορφή. Ταυτόχρονα, εδώ ο Μαρξ αναφέρεται και στη δημιουργία του μονοπωλίου, μαζί με τη μετοχική εταιρεία, ως«αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και για την ανάμειξη του κράτους, μαζί με την εμφάνιση του μονοπωλίου. Οπως κάνει λόγο και για τη σύμφυση του βιομηχανικού κεφαλαίου με το τραπεζικό, δηλαδή τη δημιουργία του χρηματιστικού κεφαλαίου, όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο Λένιν, ως εξής:«...η Πίστη θέτει απόλυτα μέσα σε ορισμένα όρια στη διάθεση του ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη, ή αυτού που περνάει για κεφαλαιοκράτης, ξένο κεφάλαιο...».
Για το μονοπώλιο, ο Ενγκελς αναφέρει συμπληρωματικά στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 552): «...σε κάθε χώρα οι μεγαλοβιομήχανοι ενός ορισμένου κλάδου συνενώνονται σε ένα καρτέλ για τη ρύθμιση της παραγωγής. Μια επιτροπή του καρτέλ καθορίζει την ποσότητα των προϊόντων που θα παράγει κάθε επιχείρηση και κατανέμει τελεσίδικα τις παραγγελίες που γίνονται. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις συγκροτήθηκαν μάλιστα από καιρό σε καιρό και διεθνή καρτέλ, όπως, λ.χ., ανάμεσα στην αγγλική και γερμανική σιδηροπαραγωγή». Εδώ ο Ενγκελς αναφέρεται και στη συγκρότηση διεθνικών μονοπωλίων.
Για το συνεταιριστικό εργοστάσιο
Σχετικά με το συνεταιριστικό εργοστάσιο, ο Μαρξ («Κεφάλαιο», τ. 3ος, σελ. 555 - 556)αναφέρει τα εξής:
«Τα εργοστάσια των συνεταιρισμών των ίδιων των εργατών είναι, μέσα στα πλαίσια της παλιάς μορφής, το πρώτο ρήγμα στην παλιά μορφή, παρ' όλο που φυσικά παντού, στην πραγματική τους οργάνωση, αναπαράγουν και είναι υποχρεωμένα ν' αναπαράγουν όλες τις ελλείψεις του υπάρχοντος συστήματος. Μέσα στα πλαίσιά τους όμως έχει αρθεί η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, αν και στην αρχή μόνο στη μορφή, γιατί οι εργάτες σαν συνεταιρισμός είναι οι ίδιοι ο κεφαλαιοκράτης του εαυτού τους, δηλαδή χρησιμοποιούν τα μέσα παραγωγής για την αξιοποίηση της δικής τους εργασίας. Τα εργοστάσια των συνεταιρισμών δείχνουν πως σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων και στις ανταποκρινόμενες σ' αυτές κοινωνικές μορφές παραγωγής, αναπτύσσεται και διαμορφώνεται με φυσική αναγκαιότητα από τον έναν τρόπο παραγωγής ένας καινούριος τρόπος παραγωγής. Χωρίς το εργοστασιακό σύστημα, που ξεπηδάει από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, δε θα μπορούσε να αναπτυχθεί το εργοστάσιο του συνεταιρισμού και, ακόμα λιγότερο, χωρίς το πιστωτικό σύστημα, καθώς αποτελεί την κύρια βάση για τη βαθμιαία μετατροπή των κεφαλαιοκρατικών ιδιωτικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιοκρατικές μετοχικές εταιρείες, προσφέρει εξίσου τα μέσα για τη βαθμιαία επέκταση των επιχειρήσεων των συνεταιρισμών πάνω σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα. Τις κεφαλαιοκρατικές μετοχικές επιχειρήσεις πρέπει να τις βλέπουμε εξίσου, όπως και τα εργοστάσια των συνεταιρισμών, σαν μεταβατικές μορφές από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στο συνεταιριστικό τρόπο...».
Επομένως, έχουμε την εμφάνιση των μεταβατικών μορφών από τον κεφαλαιοκρατικό, τον παλιό τρόπο παραγωγής, στο συνεταιριστικό, στο νέο τρόπο παραγωγής, που μπορεί, σύμφωνα με τον Μαρξ, να οργανωθεί «πάνω σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα». Αυτό αποδεικνύει ότι αντικειμενικά η κοινωνία βρίσκεται στο σημείο περάσματος στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής.
Ο Μαρξ διερεύνησε, και διείδε στο «Κεφάλαιο», τις οικονομικές μορφές, που «πιστοποιούν ότι η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής έφτασε σε ένα ανώτατο στάδιο, επομένως δεν υπάρχει άλλο περιθώριο αλλαγής μορφής για να "χωρέσουν" τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις. Πρόκειται για την έναρξη του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού ή της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου».
Ο Ενγκελς για το μονοπώλιο
Ο Ενγκελς στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 552 - 553), αναφέρει διευκρινιστικά, σχετικά με τη διερεύνηση από τον Μαρξ της μορφής της μετοχικής εταιρείας στον καπιταλισμό και το γεγονός ότι οδηγεί στο μονοπώλιο, τα εξής:
«Από τότε που ο Μαρξ έγραψε τα παραπάνω (σ.σ. για τη μετοχική εταιρεία), έχουν, όπως είναι γνωστό, αναπτυχθεί νέες μορφές της βιομηχανικής επιχείρησης, που εκπροσωπούν το δεύτερο και τον τρίτο βαθμό της μετοχικής εταιρείας. Στην καθημερινά αυξανόμενη ταχύτητα, με την οποία μπορεί να αυξηθεί σήμερα η παραγωγή σε όλους τους τομείς της μεγάλης βιομηχανίας αντιτάσσεται η διαρκώς αυξανόμενη βραδύτητα της επέκτασης της αγοράς γι' αυτά τα αυξημένα προϊόντα. Αυτά που παράγει η βιομηχανία μέσα σε λίγους μήνες είναι ζήτημα αν η αγορά μπορεί να τα απορροφήσει μέσα σε λίγα χρόνια... Οι συνέπειες είναι γενική χρόνια υπερπαραγωγή, χαμηλές τιμές, κέρδη που πέφτουν ή ακόμα και κέρδη που εξαφανίζονται ολότελα. Κοντολογίς, η ανέκαθεν περιβόητη ελευθερία του συναγωνισμού βρίσκεται στα τελευταία της και υποχρεώνεται να αναγγείλει η ίδια την ολοφάνερη σκανδαλώδη χρεοκοπία της. Και γίνεται αυτό μάλιστα με το ότι σε κάθε χώρα οι μεγαλοβιομήχανοι ενός ορισμένου κλάδου συνενώνονται σε ένα καρτέλ για τη ρύθμιση της παραγωγής... Σε μεμονωμένες περιπτώσεις συγκροτήθηκαν, μάλιστα, από καιρό σε καιρό και διεθνή καρτέλ, όπως, λ.χ., ανάμεσα στην αγγλική και γερμανική σιδηροπαραγωγή. Αλλά ακόμα και αυτή η μορφή της κοινωνικοποίησης της παραγωγής δεν επαρκούσε. Η αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες φίρμες διασπούσε πολύ συχνά τη συνένωσή τους και αποκαθιστούσε πάλι το συναγωνισμό. Ετσι, σε μερικούς κλάδους, στους οποίους το επέτρεπε η βαθμίδα της παραγωγής, έφθασαν ως το σημείο να συγκεντρώσουν σε μια μεγάλη μετοχική εταιρεία με ενιαία διεύθυνση όλη την παραγωγή αυτού του κλάδου. Στην Αμερική αυτό έγινε ήδη πολλές φορές, στην Ευρώπη το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτού του είδους ως τώρα είναι το παράδειγμα του "United Alcali Trust", που συνένωσε στα χέρια μιας μόνο φίρμας όλη τη βρετανική παραγωγή αλκαλικών. Οι πρώην ιδιοκτήτες των - πάνω από τριάντα - ξεχωριστών εργοστασίων πήραν για όλες τους τις εγκαταστάσεις σε μετοχές την αξία τους, όπως εκτιμήθηκε, συνολικά κάπου 5 εκατομμύρια λίρ. στ., που αποτελούν το πάγιο κεφάλαιο του τραστ. Η τεχνική διεύθυνση βρίσκεται στα ίδια ως τώρα χέρια, η διαχειριστική διεύθυνση όμως είναι συγκεντρωμένη στα χέρια της Γενικής Διεύθυνσης. Το κυκλοφοριακό κεφάλαιο (floating capital) ύψους κάπου ενός εκατομμυρίου λίρ. στ. διατέθηκε για πούληση στο κοινό. Ετσι, το συνολικό κεφάλαιο του τραστ έφτασε τα 6 εκατομμύρια λίρ. στ. Ετσι στον κλάδο αυτό, που αποτελεί τη βάση όλης της χημικής βιομηχανίας, ο συναγωνισμός στην Αγγλία αντικαταστάθηκε από το μονοπώλιο, που προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους».
Η εμφάνιση της μετοχικής επιχείρησης, ως αποτελέσματος της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, είναι η βάση εμφάνισης και ανάπτυξης των μονοπωλίων, που αναπτύσσονται και σε διεθνικό επίπεδο, όπως παραστατικά το περιγράφει ο Ενγκελς και όπως αργότερα ανέπτυξε και ο Λένιν.
Σ' αυτή την παραστατική περιγραφή του Ενγκελς, αναδεικνύονται μια σειρά ζητήματα, όπως αυτό της κρίσης. Η υπερπαραγωγή και η αδυναμία της αγοράς να την απορροφήσει, η πτώση των κερδών, ακόμη και η εξαφάνιση κερδών. Αυτή η κατάσταση αποτυπώνει τα σημάδια της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό. Η αδυναμία της αγοράς να απορροφήσει την παραγωγή και μέσων παραγωγής και ειδών κατανάλωσης οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, επιδιώκοντας να αυξήσει τα κέρδη της (οι καπιταλιστές παράγουν για το κέρδος, αυτός ο νόμος κινεί τον καπιταλισμό), αυξάνει την παραγωγή, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων αν τα εμπορεύματα θα πουληθούν στην αγορά, χωρίς να γνωρίζει τις ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής στο σύνολό τους. Απ' αυτήν την άποψη, η παραγωγή είναι άναρχη. Ταυτόχρονα, η κατανάλωση από την εργατική τάξη έχει ένα όριο, το οποίο δημιουργείται από τις σχέσεις εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και όχι από την αναγκαιότητα κάλυψης όλων των αναγκών της. Για παράδειγμα, η άνοδος της ανεργίας, αντικειμενική τάση στον καπιταλισμό, η μείωση των μισθών, η αύξηση των τιμών μειώνουν την αγοραστική δύναμη. Ετσι εμφανίζεται η υπερπαραγωγή, που δεν μπορεί να πουληθεί στην αγορά.
Αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα της όξυνσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά τα αποτελέσματά της, τα κέρδη, τα ιδιοποιείται η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, το κάθε μονοπώλιο. Εχει την τάση να αυξάνει την παραγωγή για περισσότερα κέρδη, αλλά η αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την παραγωγή. Ετσι, επέρχεται η οικονομική κρίση, με την τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πρώτ' απ' όλα της εργατικής δύναμης.
Για παράδειγμα, στις σύγχρονες συνθήκες, εμφανίζονται κλάδοι ολόκληροι με ζημιές στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες (τηλεπικοινωνίες, πληροφορική, αερομεταφορές, τράπεζες στις ΗΠΑ, κλπ.). Εχουμε συνεχώς αύξηση της ανεργίας. Επομένως και καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων.
Βεβαίως, άλλο παράδειγμα καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων είναι η αναγκαστική μείωση της αγροτικής παραγωγής, μέσα από τους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τις ποσοστώσεις και τα πρόστιμα αν η παραγωγή αυξηθεί, μέτρα που οδηγούν στο ξεκλήρισμα της αγροτιάς.
Ο καπιταλισμός, εκτός από την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, εμποδίζει την ανάπτυξή τους, αν δεν του αποφέρουν κέρδη. Παράδειγμα, τα ιατρικά μηχανήματα και εξοπλισμοί, που η πλατιά αξιοποίησή τους θα βελτίωνε αποφασιστικά την υγεία του λαού, υπάρχουν και χρησιμοποιούνται μόνο στο βαθμό που η Υγεία εμπορευματοποιείται αποφέροντας κέρδη (ιδιωτικά νοσοκομεία, εργαστήρια κλπ.).
Αλλο ζήτημα που περιγράφει ο Ενγκελς είναι η εμφάνιση του μονοπωλίου, που σημαίνει κατάργηση του ελεύθερου συναγωνισμού, ανάμεσα στους ατομικούς καπιταλιστές, αφού μετοχική εταιρεία και μονοπώλιο σημαίνει συλλογική ιδιοκτησία κεφαλαίου. Ετσι, μερικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αντί να επιδιώκουν, καθεμιά ξεχωριστά, μέσω του ανταγωνισμού να απαλλοτριώσει η μία την άλλη, συνενώνουν τις δυνάμεις τους. Αυτό απαιτεί η αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Μ' αυτόν τον τρόπο απαλλοτριώνουν μικρότερους καπιταλιστές. Ετσι το μονοπώλιο κυριαρχεί. Αλλά δεν καταργεί το ανταγωνισμό («και αυτή η μορφή της κοινωνικοποίησης της παραγωγής δεν επαρκούσε. Η αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες φίρμες διασπούσε πολύ συχνά τη συνένωσή τους»,λέει ο Ενγκελς).
Ολα αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Αποδεικνύουν ότι η βασική αντίθεση του καπιταλισμού έχει οξυνθεί στο έπακρο. Αυτή η πραγματικότητα αποκαλύπτει την αναγκαιότητα της αλλαγής των σχέσεων παραγωγής.
Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η εξέλιξη, δηλαδή η μετοχική εταιρεία, το μονοπώλιο,«προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους». Είναι η μορφή που αποκαλύπτει τις δυνατότητες οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής στο επίπεδο ολόκληρης της χώρας («της συνολικής κοινωνίας, του έθνους», ή, όπως έλεγε ο Μαρξ, σε μια «σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα»). Απ' αυτή τη σκοπιά είναι μεταβατική μορφή για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Σ. Λ..


TOP READ