1 Φεβ 2012

ΠΑΜΠΤΩΧΟΙ σε παραδεισο καπιταλιστικο



Oι νεοι σε χειροτερη θεση

Mε τίτλο «Η φτώχεια παγιδεύει τη μεσαία τάξη της Ευρώπης», η ισπανική εφημερίδα El Pais κάνει ένα ρεπορτάζ στους Ευρωπαίους που ζουν δύσκολα με χαμηλούς μισθούς ή είναι μακροχρόνια άνεργοι.

Το ρεπορτάζ ξεκινά με έναν 75χρονο Έλληνα, ο οποίος παίρνει σύνταξη 550 ευρώ, από τα οποία τα 150 ευρώ δαπανώνται στα φάρμακα.

Ακολουθεί ο Ισπανός Μανουέλ Χ. -μακροχρόνια άνεργος- που δεν δικαιούται πλέον επίδομα και ζει σε νοικιασμένο σπίτι. Τροφή και ρούχα εξασφαλίζει από ΜΚΟ.
Υπάρχουν επίσης ο Ρομπέρτο και η Μαριλίσα Μαδέρα από τον Ισημερινό, οι οποίοι έχασαν το διαμέρισμα που είχαν αγοράσει στη Μαδρίτη. Με τέσσερα παιδιά και ένα χρέος 100.000 ευρώ, αδυνατούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Πρόκειται για μερικά ενδεικτικά παραδείγματα των νεόπτωχων: άλλοτε ήταν η μεσαία τάξη της Ευρώπης, άνθρωποι που πρέπει να διαλέξουν αν θα φάνε ή θα πληρώσουν το δάνειό τους.
 

Σύμφωνα με την ΕΕ, το 2009 υπήρχαν στις 27 χώρες 115 εκατομμύρια άνθρωποι κάτω από το όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού (23,1% του πληθυσμού).
 

Επιπλέον 100 με 150 εκατομμύρια Ευρωπαίοι κινδυνεύουν επίσης, καθώς δύο μήνες ανεργίας και ένα δάνειο που δεν μπορεί να πληρωθεί μπορούν να βυθίσουν οποιονδήποτε στα χρέη και τον αποκλεισμό.

Το 2007, πριν ξεσπάσει η χρηματοπιστωτική κρίση, κάτω από το όριο της φτώχειας βρίσκονταν 85 εκατομμύρια άνθρωποι (17% του πληθυσμού). Στην κατάλογο περιλαμβάνονται χώρες όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Ελλάδα, αλλά και η Γαλλία, η Γερμανία και η Αυστρία.

Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα στη Βρετανία, όπου η φτώχεια των παιδιών είναι τόσο μεγάλη, ώστε η χώρα κατατάσσεται 22η μεταξύ των 27, σύμφωνα με στοιχεία του Ιδρύματος John Rowntree.
 

Το Λονδίνο είναι η πόλη με το μεγαλύτερο ποσοστό ανηλίκων κάτω από το όριο της φτώχειας στη Βρετανία.
 

«Σε χώρες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία ή η Ιταλία, δεν έχει αυξηθεί τόσο η έκταση της φτώχειας όσο η δριμύτητά της και η συγκέντρωσή της σε συγκεκριμένες ομάδες» επισημαίνει ο κοινωνιολόγος Πολ Μαρί-Κλόσε.

«Από την κρίση έχουν πληγεί ιδιαίτερα οι νέοι. Στην Ισλανδία το φαινόμενο είναι δραματικό».

Τα στατιστικά στοιχεία της φτώχειας διαφέρουν πολύ από χώρα σε χώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στη Βουλγαρία (46,2%) και στη Ρουμανία (43,1%) τα ποσοστά της φτώχειας είναι διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
 

Στο άλλο άκρο βρίσκονται η Τσεχία (14%), η Ολλανδία (15,1%) και η Σουηδία (15,9%).

Η ειρωνία του πράγματος: το  2010 ήταν το Ευρωπαϊκό Ετος κατά της Φτώχειας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο «έκλεινε» η Στρατηγική της Λισαβώνας: πρέπει να δοθεί ένα τελειωτικό χτύπημα εν όψει και της νέας Στρατηγικής με ορίζοντα το 2020.
 

Όμως η κρίση διέλυσε τις καλές προθέσεις. Και ο βασικός στόχος της Στρατηγικής 2020, να περιοριστεί αυτή τη δεκαετία ο αριθμός των φτωχών σε 20 εκατομμύρια μοιάζει πλέον με κενό γράμμα...

Κόκκινη προπαγάνδα εκτοξεύθηκε από yiok-yiok στις

1922: Η εκτέλεση των «έξι» στο Γουδί


1922: Η εκτέλεση των «έξι» στο Γουδί
Φωτογραφικό στιγμιότυπο από τη δίκη των «έξι» στο έκτακτο στρατοδικείο
Στις 28 του Νοέμβρη (με το νέο ημερολόγιο) του 1922, στις 11.30 π.μ., στο Γουδί, εκτελούνται ο πρώην πρωθυπουργός Δ. Γούναρης, οι πρώην υπουργοί Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Γ. Μπαλτατζής και ο πρώην αρχιστράτηγος Γ. Χατζηανέστης. Οι «έξι», όπως έμειναν στην Ιστορία, είχαν καταδικαστεί από το έκτακτο στρατοδικείο ως υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Η αντίστροφη μέτρηση για την εκτέλεση των «έξι» άρχισε στις 10 του Σεπτέμβρη 1922, όταν στη Χίο εκδηλώθηκε το αντιμοναρχικό στρατιωτικό κίνημα, με επικεφαλής τους συνταγματάρχες Ν. Πλαστήρα και Στ. Γονατά. Το κίνημα επικράτησε στις 14 του Σεπτέμβρη στην Αθήνα, η κυβέρνηση ανατράπηκε και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί υπέρ του διαδόχου Γεωργίου Β΄.
Είχε προηγηθεί η Μικρασιατική Καταστροφή, για την οποία ευθύνεται η φιλοϊμπεριαλιστική τυχοδιωκτική πολιτική της άρχουσας τάξης. Πάνω από 50.000 ήταν οι νεκροί, 75.000 τραυματίες, δεκάδες χιλιάδες οι θανατωμένοι από τον πληθυσμό της Μικρασίας, περίπου ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες, οι διωγμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες.
Με την κατάρρευση του μετώπου, με το κύμα της προσφυγιάς και την επιστροφή των πολεμιστών στην Ελλάδα, ξέσπασε βαθιά πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση. Η αγανάκτηση έπνιγε τους πρόσφυγες, ολόκληρο τον ελληνικό λαό, αλλά και τους εξουθενωμένους στρατιώτες. Τμήματα του στρατού στασίασαν και σε ορισμένες μονάδες δημιουργήθηκαν Συμβούλια των Στρατιωτών (Σοβιέτ Στρατιωτών).
Μπροστά στη χώρα ορθώνονταν κολοσσιαία προβλήματα: Το ζήτημα της ξένης εξάρτησης, της διανομής των τσιφλικιών, της αποκατάστασης των προσφύγων κ.ά.
Στις εκρηκτικές εκείνες συνθήκες το κίνημα των Πλαστήρα και Γονατά εξέφραζε τις προσπάθειες της άρχουσας τάξης για μια πολιτική ανασύνταξη. Επρεπε όμως να κατευναστούν οι λαϊκές μάζες, που ζητούσαν τιμωρία των ενόχων, αλλά και ριζικές πολιτικές αλλαγές.
Η καταδίκη και η εκτέλεση των «έξι», όπως και η αγροτική μεταρρύθμιση, που εξαγγέλθηκε από τους επικεφαλής του κινήματος, εκτόνωσαν τη λαϊκή αγανάκτηση. Το κίνημα κατόρθωσε να ξεπεράσει την καθεστωτική κρίση, θυσιάζοντας τη μοναρχία και ρίχνοντας στη συνέχεια όλα τα βάρη της Μικρασιατικής Καταστροφής στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων.


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:
Δάνης ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ 1919 - 1922


ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ 1919 - 1922
Η δράση του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ), οι ελληνικές αστικές πολιτικές δυνάμεις, η Σοβιετική Ρωσία και τα ιμπεριαλιστικά κράτη
Η Μικρασιατική Καταστροφή (Αύγουστος 1922) αποτελεί μια από τις πιο τραγικές στιγμές της Ιστορίας της Ελλάδας, τις συνέπειες της οποίας πλήρωσε ο λαός της.
Η Μικρασιατική Καταστροφή είναι το αποτέλεσμα της συμμετοχής της άρχουσας τάξης της Ελλάδας στα ιμπεριαλιστικά σχέδια στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής, προκειμένου να προωθήσει μέσω αυτής της συμμετοχής στην πράξη τη θεωρία της «Μεγάλης Ιδέας», δηλαδή της προσάρτησης εδαφών στην Ελλάδα και έτσι να ικανοποιηθούν τα συμφέροντα των Ελλήνων κεφαλαιοκρατών, τα οποία διαπλέκονταν μ' αυτά των τότε ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας. Και την πραγματοποίηση των οποίων επιδίωκαν, μέσω των αγγλικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή.
Ο απολογισμός της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι: 50.000 νεκροί, 75.000 τραυματίες. Κοντά 1.500.000 Ελληνες αναγκάστηκαν να έρθουν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 600.000 νεκρούς, θύματα της πολιτικής του κεφαλαίου, που έχει τον πόλεμο στο αίμα του, αλλά που ρουφά το αίμα των λαών για τα συμφέροντά του. Σε δισεκατομμύρια δραχμές ανέρχονται οι υλικές καταστροφές και ζημιές από τον πόλεμο και τις ακίνητες περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν ή καταστράφηκαν.
Τη μικρασιατική εκστρατεία πρέπει να την προσεγγίσουμε ως μια πολεμική ενέργεια, ενταγμένη στο διεθνές ιμπεριαλιστικό πλαίσιο, που διαμορφωνόταν με βάση τα αποτελέσματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι νικήτριες ιμπεριαλιστικές χώρες της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) επιβουλεύονταν τα πετρέλαια της Μοσούλης και, επομένως, ήθελαν να εδραιώσουν τις θέσεις τους και στην περιοχή του οθωμανικού κράτους. Γεγονός που συνεπαγόταν και ενέργειες για το διαμελισμό του. Γι' αυτό το σκοπό χρησιμοποίησαν και τον ελληνικό στρατό. Ταυτόχρονα, το εθνικοαπελευθερωτικό, αστικοδημοκρατικό επαναστατικό κίνημα στην Τουρκία, με επικεφαλής το Μουσταφά Κεμάλ, συγκροτεί κυβέρνηση στην Αγκυρα στις 23 Απρίλη του 1920 και έρχεται σε πλήρη ρήξη με τον σουλτάνο. Τα ιμπεριαλιστικά κράτη, αντιλαμβανόμενα ότι ο σουλτάνος δεν είναι σε θέση να τσακίσει την επανάσταση, βάζουν μπρος το στρατιωτικό σχέδιο, με κύρια δύναμη τον ελληνικό στρατό, αλλά και τα δικά τους στρατεύματα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Κεμάλ δε φέρνουν αποτέλεσμα. Ετσι, στις 10 Αυγούστου 1920, υπογράφεται στις Σέβρες της Γαλλίας η Συνθήκη των Σεβρών.
Με τη Συνθήκη των Σεβρών, η έκταση της Τουρκίας ελαττωνόταν έως το ένα πέμπτο. Η Συρία, η Παλαιστίνη, η Μεσοποταμία και η Χατζάζη κηρύσσονταν τυπικά ανεξάρτητα κράτη. Και λέμε τυπικά, γιατί ουσιαστικά γίνονταν αποικίες - προτεκτοράτα, η πρώτη της Γαλλίας και οι άλλες της Μεγάλης Βρετανίας, μιας και τα κράτη αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Συνθήκης, κρίνονταν μη ικανά για αυτοκυβέρνηση. Η Τουρκία έχανε κάθε επικυριαρχία πάνω στην Αίγυπτο, η οποία γινόταν προτεκτοράτο της Μεγάλης Βρετανίας, στην οποία παραχωρούνταν επίσης η Κύπρος, το Σουδάν, καθώς και τα δικαιώματα της Τουρκίας στη ναυσιπλοΐα του Σουέζ. Αναγνωριζόταν το προτεκτοράτο της Γαλλίας στο Μαρόκο και την Τυνησία και η Λιβύη παραχωρούνταν στην Ιταλία.
Επιπλέον, τα τρία ισχυρά καπιταλιστικά κράτη (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία), με ιδιαίτερη συμφωνία μοίραζαν μεταξύ τους σε «σφαίρες επιρροής» και ό,τι απέμεινε ακόμα από την Τουρκία, με πρόσχημα να τη βοηθήσουν ν' αναπτύξει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της.
Με τη Συνθήκη των Σεβρών, στην Ελλάδα παραχωρούνταν η Δυτική και Ανατολική Θράκη ως τη γραμμή Τσατάλτζας κοντά στην Κωνσταντινούπολη και τα νησιά Ιμβρος και Τένεδος, καθώς και η Σμύρνη με την ενδοχώρα της, όπου τυπικά αναγνωριζόταν η τουρκική κυριαρχία με το να κυματίζει η οθωμανική σημαία στα φρούρια της πόλης.
Η Σμύρνη, σύμφωνα με τα άρθρα 65-83 της Συνθήκης, μόνο μετά από 5 χρόνια και κατόπιν δημοψηφίσματος των κατοίκων της θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα. Η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός της Ρόδου, η οποία γινόταν αυτόνομη και μόνο μετά από δημοψήφισμα θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα.
Η Κωνσταντινούπολη αναγνωριζόταν πρωτεύουσα του τουρκικού κράτους, υπό την αίρεση των συμμάχων, για την περίπτωση που η Τουρκία δε θα τηρούσε τα συμφωνημένα. Τα Στενά των Δαρδανελίων κηρύσσονταν ουδέτερη και αφοπλισμένη ζώνη.
Η Συνθήκη των Σεβρών αφόπλιζε την Τουρκία και άφηνε ελεύθερη τη δίοδο των Στενών, εκτός από τα πολεμικά και τα εμπορικά πλοία, πράγμα που έθετε κάτω από τον έλεγχο της Αγγλίας και της Γαλλίας το εμπόριο και την ασφάλεια των χωρών της Μαύρης Θάλασσας.
Η κυβέρνηση Βενιζέλου ανέλαβε τη δράση για την επιβολή της συγκεκριμένης Συνθήκης, η οποία απορρίφθηκε από την κυβέρνηση Κεμάλ. Ετσι, γενικεύτηκε, ουσιαστικά, ο πόλεμος στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, ο οποίος τυπικά ξεκίνησε το Μάη του 1919.
Στις 2 Μάη (15 με το νέο ημερολόγιο) 1919, ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου του Συνεδρίου των Παρισίων. Η εκστρατεία είχε ξεκινήσει. Το τραγικό της τέλος, όμως, ήταν προδιαγεγραμμένο.
Ποια είναι η θέση της Ελλάδας, εκείνη την περίοδο, στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και, δεύτερον, ποιες διεθνείς συνθήκες επικρατούσαν και ποια σχέδια υπήρχαν για την περιοχή της Εγγύς Ανατολής;
Η αστική τάξη της Ελλάδας ήθελε την περίοδο εκείνη να διευρύνει την εσωτερική αγορά με νέα εδάφη. Και προσέβλεπε σε τέτοια εδάφη, όπου κατοικούσε και δρούσε ελληνικός πληθυσμός. Τέτοια ήταν τα παράλια της Μικράς Ασίας και η τότε Ανατολική Θράκη. Αλλά αυτή η επιδίωξη χωρίς τους τότε ιμπεριαλιστές συμμάχους της, νικητές στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορούσε να ευοδωθεί. Ηδη, η αστική τάξη ήταν αντιδραστική. Προσδοκούσε, λοιπόν, προσάρτηση εδαφών. Και αυτό συνδυαζόταν με τις επιδιώξεις ιμπεριαλιστικού μοιράσματος ολόκληρης της περιοχής από τα Βαλκάνια έως την Εγγύς Ανατολή, σε περίοδο αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που επιπλέον ήταν σύμμαχος των ηττημένων στον πόλεμο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Ενα χρόνο νωρίτερα από τη Μικρασιατική Εκστρατεία, το 1918, έχει τελειώσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που έγινε για το ξαναμοίρασμα των αποικιών. Ο καπιταλισμός έχει μπει στο ανώτερο στάδιό του, τον ιμπεριαλισμό και τα αποτελέσματα του πολέμου διαμορφώνουν την εξής κατάσταση: Η νίκη της Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία και η προσπάθεια οικοδόμησης του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο έχει άμεση επίδραση στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και ανοίγει το δρόμο της κατάρρευσης του αποικιακού συστήματος. Τέτοια κινήματα ξεσπούν σε Ασία, Εγγύς και Μέση Ανατολή. Τα περιθώρια επέκτασης της ιμπεριαλιστικής δράσης στενεύουν, με αποτέλεσμα οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις να οξύνονται ακόμη παραπέρα. Οι νικήτριες του πολέμου δυνάμεις της Αντάντ ετοιμάζονται για νέο μοίρασμα του κόσμου, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία - παραπαίουσα πια και ηττημένη στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο - στέκει εμπόδιο στα σχέδιά τους για δύο κυρίως λόγους: Τα πετρέλαια και τα γεωστρατηγικής σημασίας εδάφη για τη δράση των μονοπωλίων. Η επιδίωξή τους, για τη διάλυση της Αυτοκρατορίας, πλέον, είναι σαφής και γίνεται πράξη, όταν, τον Οκτώβρη του 1918, την αναγκάζουν να υπογράψει τη Συνθήκη του Μούδρου, που οδηγεί στο διαμελισμό της Αυτοκρατορίας. Η κυβέρνηση Βενιζέλου - ως εκφραστής των συμφερόντων της άρχουσας τάξης στη χώρα - βλέπει το ιδανικό περιβάλλον για να υλοποιήσει την επιδίωξη προσάρτησης νέων εδαφών και αύξησης των ορίων της δικής της αγοράς. «Μεγάλη Ιδέα» την ονόμασαν. Στο πλαίσιο του μοιράσματος μεταξύ των νικητριών ιμπεριαλιστικών κρατών και με την αξιοποίηση της συμμετοχής της στον πόλεμο στο πλευρό τους, η άρχουσα τάξη της Ελλάδας πίστευε ότι θα της εξασφάλιζαν εδάφη με το πρόσχημα της ύπαρξης σ' αυτά ελληνικών πληθυσμών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Γενάρη του 1919, άρχισε στο Παρίσι η Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, με πρωταγωνιστές τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Αγγλία και την Ιταλία. Εκείνη την περίοδο, η κυβέρνηση δένει τη χώρα όλο και πιο στενά με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, στέλνοντας στη Σοβιετική Ρωσία εκστρατευτικό σώμα. Ο Βενιζέλος πηγαίνει ο ίδιος στο Παρίσι για να διεκδικήσει και διπλωματικά την υλοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας». Οι ιμπεριαλιστές υπέβαλαν στην κυβέρνηση του Βενιζέλου το αίτημα αποστολής ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Σμύρνη και η κυβέρνηση Βενιζέλου ανταποκρίθηκε. «Τον Απρίλη του 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο που είχε συγκροτηθεί από τους αρχηγούς της Αγγλίας, των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Ιταλίας μετά τη συνδιάσκεψη για την ειρήνη, ικανοποίησε το αίτημα του Βενιζέλου για την κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό. Ετσι, στις 15 Μάη 1919 άρχισε η απόβαση ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.
Το ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) για τη Συνθήκη των Σεβρών
Στις 28/7 (10/8 με το νέο ημερολόγιο) 1920, υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών, με την οποία υποτίθεται ότι οι νικήτριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο παραχωρούσαν εδάφη του οθωμανικού κράτους στην Ελλάδα. Η αστική τάξη στη χώρα πανηγυρίζει για την Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών».
Αλλά η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών και η ανάθεση της επιβολής βασικά στον ελληνικό στρατό προμήνυαν νέο πόλεμο, στο έδαφος της Τουρκίας πλέον, και ας αναγγελλόταν ως συμφωνία ειρήνης. Ετσι κι αλλιώς, ο ελληνικός στρατός είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη από το Μάη του 1919, ενώ πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στο στρατό του Κεμάλ είχαν προηγηθεί της Συνθήκης. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν σε διαρκείς πολεμικές επιχειρήσεις από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και συμμετείχε στην εισβολή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Αντάντ στη Σοβιετική Ρωσία (ουκρανική εκστρατεία στα 1919). Ηδη, με την ανακοίνωση της ΚΕ του Κόμματος για τη Συνθήκη των Σεβρών, δόθηκαν αναλυτικά η πολιτική και οι θέσεις του για τη μικρασιατική εκστρατεία.
Το ΣΕΚΕ (ΚΚΕ), από την έναρξη ακόμη της μικρασιατικής εκστρατείας, με την απόβαση του στρατού στη Σμύρνη, αποκάλυπτε το χαρακτήρα της και την εκμετάλλευση του δίκιου των καταπιεζόμενων Ελλήνων της Μικράς Ασίας για ελευθερία, για σκοπούς ιμπεριαλιστικούς και κατακτητικούς. Και ήταν το μόνο κόμμα που αντιτάχτηκε στον άδικο και τυχοδιωκτικό πόλεμο. Προειδοποίησε το λαό για τις συνέπειές του και πάλεψε, με όλες τις δυνάμεις του, για να τον αποτρέψει, αψηφώντας τις άπειρες διώξεις (φυλάκιση ολόκληρης της ΚΕ του ΣΕΚΕ, φυλακίσεις και εξορίες στελεχών του), που υπέστη γι' αυτήν τη συνεπή στάση του απέναντι στην εργατική τάξη και το λαό της Ελλάδας. Ετσι, στηριγμένο στη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία, αν και νεαρό τότε κόμμα με λιγοστές δυνάμεις, πάλευε ενάντια στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και τις κατακτητικές επιδιώξεις της άρχουσας τάξης, που μόνο δεινά φόρτωνε το λαό. Είναι χαρακτηριστική η εκτίμησή του για τη Συνθήκη των Σεβρών, όταν σύσσωμη η αστική τάξη πανηγύριζε για την υπογραφή της. Το ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) όχι μόνο καταγγέλλει τη Συνθήκη, αλλά προειδοποιεί το λαό για τους κινδύνους που περικλείει για νέους πολέμους, αλλά και ποια θα ήταν η πραγματική ειρήνη που ποθούσε ο λαός. Δίνουμε, λοιπόν, ολόκληρο το κείμενο της ανακοίνωσης του Κόμματος, χωρίς άλλο σχολιασμό, ένα όχι πολύ γνωστό ιστορικό ντοκουμέντο από τα Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ, τόμος πρώτος σελ. 104 - 110. Είναι δε τόσο αναλυτική και κατατοπιστική, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί εύκολα να βγάλει συμπεράσματα για το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και, τηρουμένων των αναλογιών, να συνειδητοποιήσει την ορθότητα των εκτιμήσεων και προβλέψεων του ΚΚΕ και για το σήμερα που η ευρύτερη περιοχή μας αποτελεί πεδίο ιμπεριαλιστικών πολεμικών συγκρούσεων, με την κυβέρνηση και την άρχουσα τάξη της Ελλάδας να συμμετέχουν ενεργά στα τυχοδιωκτικά σχέδια της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων.
Προκήρυξις του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος
Προς τους εργάτας
και χωρικούς της Ελλάδος
Η ειρήνη που εορτάζουν οι αστοί
και η ειρήνη που θέλει ο λαός
Ελληνες εργάται και χωρικοί! Σύντροφοι προλετάριοι!
Η κυβερνώσα αστική τάξις επωφελείται της υπογραφής της ειρήνης με την Τουρκίαν για να παρασύρη τας εργαζομένας λαϊκάς μάζας εις σωβινιστικάς και πατριωτικάς εορτάς. Η αστική τάξις της χώρας έχει συμφέρον και αυτήν την φοράν, περισσότερον από κάθε άλλην, να εξαπατήση τον λαόν, τας εργαζομένας τάξεις της χώρας, κολακεύουσα το εθνικόν αίσθημα αυτών, το οποίον οι πολιτευταί, τα σχολεία, οι παπάδες και οι στρατιωτικοί καταλλήλως διέστρεψαν εις έναν στενόν σωβινισμόν, εις μίσος τυφλόν κατά των αδελφών των, των εργατών και των χωρικών των άλλων χωρών της Βαλκανικής. Εχει συμφέρον να εξαπατήση και πάλιν τας εργαζομένας τάξεις της χώρας, με το πρόσχημα μιας δήθεν οριστικής ειρήνης, με το επιχείρημα του «διπλασιασμού της πατρίδος» και της απελευθερώσεως των «υποδούλων αδελφών».
Εχει ακόμη συμφέρον να εξαπατήση διά μίαν ακόμη φοράν τον λαόν, διά να δικαιολογήση παν ό,τι εναντίον του ιδίου λαού διεπράχθη, διά να υποκλέψη την ψήφον του αύριον και να νομιμοποιήση την εγκληματικήν πολιτικήν, την οποίαν επί οκτώ χρόνια τώρα εφαρμόζει, την πολεμικήν πολιτικήν, την οποίαν εν ονόματι δήθεν της εθνικής απελευθερώσεως οργάνωσε, την πολιτικήν της τρομοκρατίας και δικτατορίας, την οποίαν εν ονόματι δήθεν των εθνικών ζητημάτων εφήρμοσεν. Εχει τέλος συμφέρον η αστική τάξις διά να εξοφλήση άπαξ διά παντός με τας ευθύνας της διά την καταστροφήν και την δυστυχίαν εις την οποίαν εξέθεσε την χώραν, διά να δικαιολογήση τα άνομα κέρδη και τας ανόμους κατά τον πόλεμον κτηθείσας περιουσίας, διά να αποτρέψη την προσοχήν του λαού από την αθλιότητα που τον μαστίζει και διά ν' απομακρύνη την σκέψιν του από τους νέους πολέμους που παρασκευάζει, από τα νέα πραξικοπήματα που βυσσοδομεί κατά της ελευθερίας του και κατά της ζωής του.
Αλλά ποία υπήρξεν αυτή η ειρήνη, όπως τι ήτο ο διεξαχθείς πόλεμος εις τον οποίον ανεμείχθη η Ελλάς και όλος σχεδόν ο κόσμος, το Κόμμα μας, το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα, το κόμμα που αγωνίζεται διά την αφύπνισιν, την οργάνωσιν και την απελευθέρωσιν από τον ζυγόν της κεφαλαιοκρατίας του προλεταριάτου της χώρας μας, εγκαίρως προείδε και εγκαίρως κατήγγειλε. Παρά τα πιεστικά μέτρα που μετήλθεν εναντίον του Κόμματος και ολοκλήρου της εργατικής και αγροτικής τάξεως η κυβερνώσα τάξις, παρά την τρομοκρατίαν και τα μέτρα τα οποία έλαβεν εναντίον του και τα οποία εστοίχισαν εις αυτό όχι ολίγα θύματα, το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα, το οποίον προείδε τον παγκόσμιον πόλεμον και εχαρακτήρισεν αυτόν ανταξίως των ιμπεριαλιστικών και ληστρικών του σκοπών, δεν ηπατήθη, ούτε ως προς την ειρήνην, η οποία ηδύνατο να προκύψη δι' όλας τας χώρας και δι' όλους τους λαούς, ούτε ειδικώς διά την ειρήνην, η οποία θα προέκυπτε διά τον λαόν της Ελλάδος.
Πράγματι αι συνθήκαι τας οποίας συνήψαν οι ιμπεριαλισταί της Ευρώπης εις Βερσαλλίας, το Νεϊγύ και τη Σεβρ, ουδέν άλλο αποτελούν ή την επίσημον σφράγισιν της απάτης και της εκμεταλλεύσεως των λαών, τους οποίους παρέσυραν εις τον πόλεμον. Υπό το πρόσχημα της Κοινωνίας των Εθνών και την κατασυντριβή του γερμανικού μιλιταρισμού και της αυτοκρατορίας των Χοεντζόλερν και των Αψβούργων, οι ιμπεριαλισταί της Αγγλίας έδεσαν με νέα δεσμά τους λαούς και απέδειξαν τας εγκληματικάς και ληστρικάς προθέσεις των. Το δήθεν δόγμα των περί ελευθέρας διαθέσεως των εθνών και ελευθέρας αναπτύξεως των μικρών λαών κατεκουρέλιασαν αυτοί οι ίδιοι, οι οποίοι εξακολουθούν ακόμη να διατηρούν υπό την κατοχήν των την Ιρλανδίαν, την Αίγυπτον, τας Ινδίας, την Συρίαν, την Μεσοποταμίαν, την Παλαιστίνην, την Κύπρον και πολλά ακόμη εδάφη της τουρκικής αυτοκρατορίας, τα οποία εκμεταλλεύονται, οι οποίοι, είναι γνωστόν, εγκατέστησαν πολιτικόν και οικονομικόν έλεγχον εις όλας τας ηττηθείσας χώρας, αφού κατέλαβον διά της βίας τας πλουτοφόρους πηγάς αυτών, οι οποίοι εξεβίασαν την προσχώρησιν όλων σχεδόν των μικρών εθνών εις τον πόλεμον, οι οποίοι έπνιξαν εις το αίμα την σοβιετικήν δημοκρατίαν της Ουγγαρίας και οι οποίοι εκήρυξαν τον αποκλεισμόν, οργάνωσαν συνωμοσίας και τέλος επενέβησαν διά των όπλων εναντίον του ελευθέρου λαού των εργατών και χωρικών της Ρωσικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Το κόμμα μας έχει την υποχρέωσιν ν' αποκαλύψη εις τα μάτια των εργαζομένων τάξεων της χώρας το αίσχος που περικαλύπτουν αι περίφημοι αυταί συνθήκαι της ειρήνης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η συνθήκη με την Τουρκίαν. Εχει υποχρέωσιν ν' αποκαλύψη ιδίως το ψεύδος που περικαλύπτει η ειρήνη αυτή, τον μύθον περί της απελευθερώσεως υποδούλων πληθυσμών, το ψεύδος περί του δήθεν τερματισμού του πολέμου. Οι υπόδουλοι πληθυσμοί δεν απηλευθερώθησαν. Ο πόλεμος δεν ετελείωσεν. Απλώς διά της ειρήνης ταύτης ετέθησαν αι βάσεις των πολέμων της αύριον, τους οποίους μελετούν να εξαπολύσουν εκ της Βαλκανικής εις την Ασίαν και εις την ανατολικήν Ευρώπην, εναντίον του λαού της Ρωσίας και κάθε άλλου λαού ο οποίος θα ετόλμα ν' αποτινάξη τον ζυγόν των κυρίων του.
Ελληνες εργάται και χωρικοί!
Η ειρήνη, εν ονόματι της οποίας μας εκάλεσαν υπό τα όπλα και εν ονόματι της οποίας επολεμήσαμεν, δεν είναι αυτή διά την οποίαν εορτάζουν σήμερον οι εκμεταλλευταί μας. Η πατρίς, εν ονόματι της οποίας σας ομιλούν, η πατρίς μας, δεν είναι εκείνη διά την οποίαν εδώσαμε και την ζωήν μας και διά το μεγάλωμα της οποίας επί οκτώ τώρα χρόνια υπέστημεν ημείς και αι οικογένειαί μας τας κακουχίας και τας στερήσεις του πολέμου.
Η ελευθερία μας και η ελευθερία των υποδούλων αδελφών μας δεν είναι αυτή που πραγματοποιεί η ειρήνη των αστών, αυτή εν ονόματι της οποίας δεκάδες συντρόφων μας στενάζουν εις τας φυλακάς, εν ονόματι της οποίας οι εργάται των απελευθερωθέντων εδαφών καταδιώκονται και φυλακίζονται.
Η ειρήνη την οποίαν πανηγυρίζουν, είναι εκείνη που καθιερώνει την ιδικήν μας δυστυχίαν και την ιδικήν των κυριαρχίαν. Είναι ειρήνη μεταξύ των αστικών τάξεων των κυρίων μας, εναντίον των εργαζομένων τάξεων των δούλων. Η πατρίς, της οποίας ιδιοποιούνται το όνομα, η πατρίς των, για την οποίαν μας έστειλαν να πολεμήσουμε, δεν είναι παρά η γεωγραφική εκείνη έκτασις επί της οποίας απλώνεται η εκμετάλλευσίς των. Το μεγάλωμά της διά το οποίον πανηγυρίζουν, είναι η επέκτασις των ορίων της εκμεταλλεύσεώς των και της προσοδοφόρου τοποθετήσεως των κεφαλαίων των.
Η ελευθερία την οποίαν καυχώνται ότι πραγματοποιεί η ειρήνη, είναι πραγματικώς η πολιτική και οικονομική υποδούλωσις της χώρας μας εις τας μεγάλας κεφαλαιοκρατικάς δυνάμεις της Δύσεως, των συμφερόντων των οποίων αποτελεί σήμερον και θα αποτελεί και εις το μέλλον ένα τυφλόν και ετεροκίνητον όργανον. Η ελευθερία περί της οποίας ομιλούν, είναι η ελευθερία της τάξεώς των, εις βάρος της ελευθερίας της ιδικής μας πολυπληθούς τάξεως, την οποίαν καταπιέζουν και καταδυναστεύουν. Εις την απελευθέρωσιν των δούλων αδελφών δεν βλέπουν τίποτε άλλο, παρά την απόκτησιν φθηνών εργατικών χειρών για την βιομηχανίαν των, φθηνών σκλάβων για τα τσιφλίκια των και τα κτήματά των, νέων καταναλωτών για τα εμπορεύματά των.
Η ειρήνη, για την οποίαν επολεμήσαμε, δεν είναι η πραγματική ειρήνη των λαών, εκείνη που θα καταργήσει τους πολέμους και θα αδελφώσει όλους τους ανθρώπους. Η ειρήνη που ηθελήσαμεν είναι εκείνη που θα καταργήσει την εκμετάλλευσιν της εργασίας των πολλών από τους ολίγους, είναι εκείνη που θα καθίσει στο σκαμνί τους εγκληματίας του πολέμου και που θα αποδώσει εις την κοινωνίαν τα πλούτη που αυτοί εσφετερίσθησαν. Η πατρίς για την οποίαν υπεφέραμεν είναι εκείνη, όπου δεν θα υπάρχουν πλέον σύνορα που θα χωρίζουν τους λαούς, όπου η γη θα είναι πατρίδα και μητέρα όλων των ανθρώπων και που θα χαρίζει εξίσου εις όλους τ' αγαθά της. Η ελευθερία για την οποίαν εχύσαμε το αίμα μας, είναι η πραγματική ελευθερία και ανεξαρτησία των μικρών και αδυνάτων λαών. Είναι η ισότης μεταξύ όλων των ανθρώπων, είναι η κατάργησις των κοινωνικών τάξεων και η δικαιοσύνη. Η απελευθέρωσις των δούλων αδελφών την οποίαν επιζητούμεν, δεν είναι μόνον η απελευθέρωσίς των από τον ξένον φυλετικόν ζυγόν, αλλά και από τον πολιτικόν και οικονομικόν ζυγόν της αστικής τάξεως της πατρίδος των, των νέων των κυρίων. Η εθνική ενότης και η εθνική αποκατάστασις, όπως ημείς την εννοούμεν, είναι η πραγματική απελευθέρωσις από κάθε ξένην πολιτικήν και οικονομικήν κηδεμονίαν. Ετσι όλα αυτά τα όνειρα που εφαντάσθημεν και με τα οποία μας εγαλούχησαν επί τόσα χρόνια, όλα διεψεύσθησαν κατά τον οικτρότερον τρόπον. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και η πολιτική και οικονομική μας θέσις εχειροτέρευσε περισσότερον.
Ελληνες εργάται και χωρικοί και όλοι οι βιοπαλαισταί!
Η χώρα μας εξήλθεν από τον πόλεμον εθνικώς υποδουλωμένη και οικονομικώς κατεστραμμένη. Εθνικώς υποδουλωμένη εις τας μεγάλας αστικάς δυνάμεις της Δύσεως αι οποίαι την εμεγάλωσαν διά να τη χρησιμοποιούν στρατιωτικώς όπου τα συμφέροντά των κινδυνεύουν. Οικονομικώς βεβαρημένη με δυσβάστακτα χρέη, τα οποία ο εργαζόμενος ελληνικός λαός θα κληθεί να πληρώση. Τα κολοσσιαία ελλείμματα του ογκώδους προϋπολογισμού, ο οποίος κατασπαταλάται εις πολέμους και εις εξοπλισμούς, δεν είναι ικανοί πλέον να καλύψουν οι βαρύτατοι φόροι υπό τους οποίους ο εργαζόμενος λαός στενάζει. Νέα δάνεια και νέα υποδούλωσις, οικονομική και πολιτική, είναι η συνέπεια της πολιτικής ταύτης. Κάθε επιχείρησις, κάθε πηγή πλούτου συνεκεντρώθη εις χείρας των ολίγων εκμεταλλευτών, οι οποίοι επλούτισαν από τον πόλεμον. Η ζωή κατέστη αφόρητος διά τον λαόν, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να μισθώνη την εργασίαν του υπό όρους πολύ κατωτέρους των στοιχειωδών αναγκών της ζωής του, την οποίαν κατέστησεν ανυπόφορον ο πόλεμος των αστών.
Σύντροφοι προλετάριοι των πόλεων και των αγρών, εργάται, χωρικοί, βιοπαλαισταί!
Απέναντι της καταστάσεως ταύτης η οποία εξωτερικώς μεν οδηγεί την χώραν προς νέους αγνώστους πολέμους και νέας συμφοράς, εσωτερικώς δε οδηγεί αυτήν εις την πλέον αδυσώπητον χρεωκοπίαν και αθλιότητα, που επαυξάνει το αδιέξοδον και την απόγνωσιν των ταλαιπωρημένων μαζών, το Σοσιαλιστικόν εργατικόν κόμμα υψώνει την φωνήν του και καταγγέλλει ως συνένοχα και υπεύθυνα όλα εν γένει τα αστικά κόμματα, όσα προ και κατά τη διάρκειαν του πολέμου εκυβέρνησαν την χώραν κ' εβοήθησαν εις την πολιτικήν του πολέμου, της πιέσεως και της υποδουλώσεως του λαού.
Το Σοσιαλιστικόν εργατικόν κόμμα, το οποίον από της αρχής του ευρωπαϊκού πολέμου μέχρι σήμερον και επί των πρώτων κυβερνήσεων και επί της σημερινής, δεν έπαυσε να διαμαρτύρεται διά την τυχοδιωκτικήν και ξενικήν πολιτικήν όλων των αστικών κομμάτων και να διαφωτίζη τας εργαζομένας τάξεις, εφ' όσον ηδύνατο να διαφεύγη τα άτιμα και αισχρά μέσα με τα οποία οι εκάστοτε κυβερνώντες δικτάτορες εζήτησαν να πνίξουν την φωνήν του προλεταριάτου εκβιάζοντες τούτο διά την υποστήριξιν της ιμπεριαλιστικής των πολιτικής, αντιτάσσει μετά περισσότερου θάρρους σήμερον το απελευθερωτικόν πρόγραμμά του και προσκαλεί να συσπειρωθούν πέριξ αυτού όλα τα θύματα της δυστυχίας και της απάτης, όλους εκείνους, οι οποίοι παρεσύρθησαν καλή τη πίστει πιστεύσαντες εις την ηθικήν μιας ενόχου πολιτικής, να συνδράμουν τον αρχόμενον αγώνα εναντίον της κυριαρχίας των εκμεταλλευτών, εναντίον των νέων πιέσεων και αυθαιρεσιών αυτών, εναντίον κάθε άλλου πολέμου.
Η ώρα του νέου πολέμου έφθασεν! Ο εχθρός ευρίσκεται εντός των συνόρων και όχι πέραν αυτών! Είναι αυτοί οι εκμεταλλευταί μας οι οποίοι κρύπτονται όπισθεν των διαφόρων αστικών κομμάτων και οι οποίοι εμφανίζονται ενώπιον του λαού με πατριωτικά και εθνικιστικά ενδύματα, ενώ οι ίδιοι ως εργοδόται, ως τραπεζίται, ως τοκισταί, ως γαιοκτήμονες, ως έμποροι, ως πολιτικοί, τυραννούν και καταπιέζουν τον τόπο. Αυτοί είναι οι πραγματικοί - οι φυσικοί - εχθροί μας. Κατά τούτων όλων, άνευ ουδεμίας διακρίσεως, καλεί το Σοσιαλιστικόν εργατικόν κόμμα τους εργάτας και χωρικούς να ενωθούν, να οργανωθούν. Κατά τούτων πάντων των εκμεταλλευτών και τυράννων μας, καλεί το Κόμμα μας τους εργάτας, τους χωρικούς και όλους τους βιοπαλαιστάς να αμυνθούν! Η ιστορία του κινήματος των προλεταρίων, των εκμεταλλευομένων όλου του κόσμου, μαρτυρεί ότι ουδεμία τυραννία ποτέ κατέπεσε άνευ της πρωτοβουλίας και της εξεγέρσεως των τυραννουμένων. Εις την σημερινήν δε ανυπόφορον κατάστασιν που εδημιούργησαν εις τον τόπον οι συνεχείς πόλεμοι και αι επιστρατεύσεις παραλλήλως με τας εξοντωτικάς διαμάχας των αστικών κομμάτων και την ληστρικήν απομύζησιν της εργασίας και του ιδρώτος του εργαζομένου λαού από τους εκμεταλλευτάς, τους αισχροκερδείς πατριώτας και οψιπλούτους μεγαλοϊδεάτας και πάσης φύσεως εκμεταλλευτάς, μόνον η πρωτοβουλία του προλεταριάτου, μόνη η οργάνωσις και η δύναμίς του, κατευθυνομένη εναντίον της επί πλέονκυριαρχίας της τάξεως των εκμεταλλευτών, δύναται να σώση τον τόπον από την αθλιότητα και την αναρχίαν εις την οποίαν οδηγείται μοιραίως, από την τελείαν οικονομικήν και πολιτικήν εξαφάνισίν του.
Μόνη η δύναμις των Ελλήνων εργατών και χωρικών, οργανωμένων και ηνωμένων με όλους τους άλλους εργάτας και χωρικούς της Βαλκανικής, δύναται να εξασφαλίση εις το έθνος μίαν ελευθέραν ύπαρξιν και να οργανώση τας παραγωγικάς του δυνάμεις εις μίαν ανεξάρτητον οικονομίαν ανταξίως προς τας ανάγκας του και προς τον σκοπόν μιας ελευθέρας ζωής. Μόνον η ένωσις των Ελλήνων εργατών και χωρικών ηνωμένων υπό μίαν κοινήν σημαίαν με τους άλλους εργάτας και χωρικούς των Βαλκανίων, αποτελεί την πραγματικήν εγγύησιν διά την ειρήνη και ησυχίαν της Ελλάδος και όλων των βαλκανικών λαών και διά την οριστικήν χειραφέτησιν της Ελλάδος και όλων των άλλων βαλκανικών λαών από τας επεμβάσεις και επιθέσεις του ξενικού κεφαλαίου και των ξένων ιμπεριαλιστών.
Μόνη η επικράτησις των Ελλήνων εργατών και χωρικών μαζύ με τους άλλους προλεταρίους των Βαλκανίων θ' αποδώση εις την χώραν αληθινήν ανεξαρτησίαν και το δικαίωμα της ελευθέρας αναπτύξεως και διαθέσεώς της προς ένα έντιμον μέλλον, μέλλον πραγματικής ελευθερίας και ευτυχίας.
Η ώρα του νέου αγώνος έφθασεν! Ολοι όσοι εδοκίμασαν και υπέμειναν την δυστυχίαν και τας πιέσεις κατά την διάρκειαν του μεγάλου πολέμου και εννοούν την προδοσίαν και την ενοχήν όλων των αστικών κομμάτων, από τούδε ας συνταχθούν σταθερώς και ας αγωνισθούν αποφασιστικώς διά τον σκοπόν και το πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού εργατικού κόμματος.
Ολοι με μίαν θέλησιν, με μίαν ψυχήν, με μίαν προσπάθειαν, ας αντιμετωπίσωμεν τους εκμεταλλευτάς, δηλούντες ότι δεν ανεχόμεθα επί πλέον νέους πολέμους και νέα αίματα, νέας πιέσεις, νέους εκβιασμούς και νέαν εκμετάλλευσιν και ότι θέλομεν να ζήσωμεν όλοι πλέον ελεύθερα με όλους τους άλλους λαούς της Βαλκανικής και Ανατολής οι οποίοι είναι αδελφοί μας και ότι εφεξής θα αγωνισθώμεν μαζί των διά την οριστικήν επικράτησιν της σημαίας μας, διά την οριστικήν απολύτρωσίν μας από κάθε είδους ζυγόν, από κάθε εκμετάλλευσιν. Ολοι οι προλετάριοι, όλοι οι εκμεταλλευόμενοι, όλοι οι πενόμενοι και οι δυστυχείς, οι εργάται, οι υπάλληλοι, οι αγρότες, οι στρατιώται, όλοι οι βιοπαλαισταί, ας ενωθούμε, ας συνενώσουμε τας τάξεις του μεγάλου αγώνος που διεξάγει το Σοσιαλιστικόν κόμμα της Ελλάδος, όλοι ας απαντήσουμε στους σωβινιστικούς και καρναβαλικούς εορτασμούς διά μίαν δήθεν ειρήνην, με μία φωνή και μία ψυχή:
Κάτω οι πολέμοι και η αλληλοσφαγή των λαών!
Κάτω η επιστράτευσις και κάθε άλλος εκβιασμός του λαού διά νέους πολέμους!
Ζήτω η ειρήνη μεταξύ όλων των λαών της Ανατολής και όλου του κόσμου!
Αθήναι τη 10η Σεπτεμβρίου 1920
Η Κεντρική Επιτροπή
Το ΚΚΕ για τον μικρασιατικό πόλεμο
Το ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) ήταν το μοναδικό κόμμα στην Ελλάδα που έδινε τη μάχη για την πραγματική ειρήνη, σε σύνδεση με την πάλη για την ικανοποίηση των αναγκών του λαού, ενάντια στο αστικό καθεστώς. Αυτό θα γίνει ακόμη πιο αντιληπτό μέσα από άλλα ντοκουμέντα του Κόμματος στη συγκεκριμένη περίοδο.
Στο μικρασιατικό μέτωπο συγκροτήθηκε επίσης Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των κομμουνιστών στρατιωτών, με στόχο τη διαφώτιση των στρατιωτών του μετώπου, αναδεικνύοντας τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών συμμάχων της με την τυχοδιωκτική μικρασιατική εκστρατεία, από τη μια πλευρά, και τα πραγματικά λαϊκά συμφέροντα, από την άλλη.
Να τι έγραφε σε προεκλογική ανακοίνωσή της, με τίτλο «Η φωνή των στρατιωτών του Μετώπου», το Σεπτέμβρη του 1920.
«Αφού τόσον καιρό εστρώσαμε της Βαλκανικής, της Ρωσίας και της Ανατολής τα βουνά και τους κάμπους με τα κουφάρια μας και με το σκοτωμένο αίμα μας εβάψαμε το χώμα και τις πέτρες τους, αφού οι αφέντες που κυβερνάνε μας δέσανε με τις βαριές αλυσίδες της οργανωμένης βίας σαβανώνοντας τα σπιτικά μας με τη μαυρίλα της δυστυχίας, έρχονται τώρα με την απαίσια ικανοποίηση του θριάμβου των να μας ζητήσουνε ψήφο ευγνωμοσύνης για το μεγάλωμα της "Πατρίδος" και για την απελευθέρωση των "υποδούλων αδελφών"...
Κι όταν, πια, ενώ εμείς τραβούσαμε το θανατερό δρόμο του μαρτυρίου μας με τα νύχια των στρατοκρατικών κοράκων στη σάρκα μας, είδαμε αυτή την παρασιτική τάξη... είδαμε αυτούς τους κυβερνητικούς πάτρωνές τους μ' όλο το φκιασίδι του φιλεργατισμού των να ρίχνουν στο τέλος κάθε πρόσχημα δίνοντας τις πιο οιχτρές αναχρονιστικές λύσεις στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, εργατικά, αγροτικά και αρπάζοντας τον ιδρώτα και το αίμα των αδελφών μας εργατών και χωρικών για να χτίζουν τα παλάτια και να γεμίζουν τις κάσες των πλουτοκρατών...
Δεν μπορείτε να 'χετε σεις πατρίδα ούτε ιδανικά. Τα ιδανικά σας και η πατρίδα σας είναι κλεισμένα μέσα στο συχαμερό σας συμφεροντολογικό σας εγώ που την κτηνώδη απληστία του χορταίνει η θυσία του ανθρωπίνου αίματος. Η πατρίδα αυτή που την περιτριγυρίζετε μ' ένα γελοίο πλασματικό φωτοστέφανο είναι η δική μας η πατρίδα. Και οι αληθινοί πατριώτες είμαστε εμείς. Οχι γιατί σκοτωθήκαμε και σκοτώσαμε άλλους ανθρώπους και ματώσαμε και ταλαιπωρηθήκαμε για τα συμφέροντά σας κάτω απ' την πίεση της βίας σας, αλλά γιατί το κήρυγμα της μεγάλης αλήθειας που 'ρχεται βροντόφωνο από κει πάνω, (σ.σ. εννοείται η Σοβιετική Ρωσία), μας εσφυρηλάτησε την καρδιά μας με τη θέληση της αγαπημένης πατρίδας μας αναγεννημένης κι ευτυχισμένης με τη δύναμη την ακαταμάχητη που χρειάζεται στους μεγάλους απολυτρωτικούς αγώνες, με την αγάπη για όλους τους δυναστευομένους ανθρώπους του κόσμου και για τη λευτεριά και για την παντοτεινή ειρήνη και για την αδελφοσύνη. Αυτή είναι η πατρίδα για την οποία έχουμε την ανώτερη θέληση και δύναμη να πολεμήσουμε. Και θα πολεμήσουμε γι' αυτήν». (Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα τόμος Α', σελ. 114 - 116).
Οι εκλογές έγιναν το Νοέμβρη του 1920. Η αντιβενιζελική παράταξη επικέντρωσε τον προεκλογικό της αγώνα στο ζήτημα του τερματισμού του πολέμου. Το ΣΕΚΕ (Κ) πήρε για πρώτη φορά μέρος στις εκλογές, συνεχίζοντας την αδιάκοπη πάλη του για την ικανοποίηση των αιτημάτων και των αναγκών των λαϊκών στρωμάτων, σε συνδυασμό με τον αντιπολεμικό αγώνα. Το ΣΕΚΕ (Κ), δίνοντας αυτήν την πολιτική μάχη κατά της κυβέρνησης Βενιζέλου, εν μέσω αγρίων διώξεων, προσπάθειας φίμωσης της φωνής του, και συνθηκών νοθείας και εξαπάτησης του λαού, αποκάλυπτε ταυτόχρονα ότι και η αντιβενιζελική αντιπολίτευση θα συνεχίσει την ίδια τυχοδιωκτική πολιτική, αν γίνει κυβέρνηση.
«... Η οργανωμένη εργατική τάξις η οποία ουδέποτε ηθέλησε να γίνη ευνούχος ουδενός αστικού κόμματος, δεν ηργάσθη κατά της βενιζελικής δικτατορίας χάριν της υποθέσεως του Κωνσταντίνου ή διά το συμφέρον των εν τη εξουσία πολιτικών, αλλά χάριν του ίδιου αυτής αγώνος, του αγώνος εναντίον του πολέμου, της τυραννίας και της εκμεταλλεύσεως της οποίας υπήρξεν το αέναον θύμα κατά την τελευταίαν δεκαετίαν. Χωρίς σήμερον μετά το επελθόν εκ των εκλογών αποτέλεσμα ουδέ κατά το ελάχιστον να κλονίζεται εις την στάσιν του έναντι του κόμματος των Φιλελευθέρων, το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν (Κομμουνιστικόν) Κόμμα οφείλει να διακηρύξη ότι η πολεμική και ιμπεριαλιστική πολιτική την οποία συνεχίζει η νέα κυβέρνησις χάριν της επιστροφής του Κωνσταντίνου, δεν ανταποκρίνεται προς τους πόθους και τα συμφέροντα της μεγάλης τάξεως των παραγωγών του έθνους.
Η πολιτική αύτη ανταποκρίνεται προς τα συμφέροντα ορισμένων κύκλων πολιτικών και άλλων επιχειρηματιών της πολιτικής και κεφαλαιοκρατικών κύκλων, οι οποίοι επείγονται να συναγωνιστούν το βενιζελικόν κόμμα εις την πολεμικήν και τυχοδιωκτικήν του πολιτικήν και να αναγνωριστούν αυτοί ως οι εγκυρότεροι πράκτορες των Ανταντικών συμφερόντων εν Ελλάδι». (Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τόμος Α΄, σελ.163 - 165).
Γι' αυτό καλούσε στην αποφασιστική ενίσχυση των συνδυασμών του. Τις εκλογές κέρδισε η αντιβενιζελική αστική παράταξη, που με δημοψήφισμα επανέφερε το βασιλιά Κωνσταντίνο. Το ΣΕΚΕ (Κ) συγκέντρωσε το 13% των ψήφων, (100.000).
Η νέα κυβέρνηση συνεχίζει τον τυχοδιωκτικό πόλεμο της προηγούμενης. Ετσι η Πρωτοχρονιά του 1921 βρίσκει τα στρατευμένα παιδιά του λαού στο Μέτωπο.
Μέχρι την ύστατη στιγμή
Το ΣΕΚΕ (Κ), ακόμη και την ύστατη στιγμή, όταν η καταστροφή στη Μικρά Ασία απεικονιζόταν με την τραγική ήττα, τη φωτιά στη Σμύρνη και τον ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας να πέφτει στη θάλασσα, έκανε ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου οι συνέπειες να μη γίνουν τόσο οδυνηρές για τον ελληνικό λαό και κυρίως να σωθούν από την καταστροφή τόσο οι Ελληνες στρατιώτες, όσο και οι μετέπειτα Ελληνες πρόσφυγες, αλλά και άλλες εθνότητες που αποτελούσαν μειονότητες στην Τουρκία.
Η επίθεση του στρατού του Κεμάλ άρχισε στις 13 Αυγούστου 1922 στη γραμμή Αφιόν Καραχισάρ - Σμύρνη. Η ήττα είναι συντριπτική και ο ελληνικός στρατός αρχίζει την άτακτη υποχώρησή του.
Στις 8 του Σεπτέμβρη, οι Τούρκοι μπαίνουν στη Σμύρνη και στις 18 του ίδιου μήνα ολοκληρώνεται η εκκένωση της Μ. Ασίας από τα ελληνικά στρατεύματα.
Η Σμύρνη παραδίδεται στις φλόγες και ο πληθυσμός της κάνει απελπισμένη προσπάθεια να σωθεί, καταφεύγοντας στα συμμαχικά καράβια. Αλλά οι σύμμαχοι ιμπεριαλιστές της ελληνικής πλουτοκρατίας, Αγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί και Αμερικανοί ανέχονται με τη μεγαλύτερη απάθεια να πετιούνται μπρος στα μάτια τους οι Ελληνες στη θάλασσα, χωρίς καν την παραμικρή συμβολή, έστω για να σωθούν.
Αυτή, λοιπόν, την περίοδο το ΣΕΚΕ (Κ) και η ΓΣΕΕ κάνουν διάβημα «Προς τα Κομμουνιστικά Κόμματα και τας Εργατικάς Συνομοσπονδίας της Ευρώπης και προς την Ρωσίαν», για να συμβάλλουν στο ζήτημα της προστασίας των ελληνικών πληθυσμών και των αιχμαλώτων. Ολόκληρα τα κείμενα που απεστάλησαν δημοσιεύτηκαν στον«Ριζοσπάστη» στις 28 Αυγούστου 1922 και έχουν ως εξής:
«Η Διοίκησις του Σοσιαλιστικού Εργατικού κόμματος πολλάκις είχεν ενδείξεις περί του δυνατού μιας Ελληνοτουρκικής Συνεννοήσεως, η οποία θα απεσόβει πολλάς από τας σημερινάς συμφοράς και πάντως θα εξησφάλιζε σοβαροτάτας εγγυήσεις υπέρ των Ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Επί τη βάσει των ενδείξεων τούτων επεζήτησε πολλάκις να πείση την κυβέρνησιν περί της ανάγκης της τοιαύτης συνεννοήσεως και του τοιούτου προσανατολισμού της πολιτικής της, αλλ' η κυβέρνησις Γούναρη όχι μόνον δεν ηθέλησε να δόση προσοχήν εις τας υποδείξεις ταύτας, αλλά και επανειλημμένας απ' ευθείας προτάσεις των Σοβιέτ συστηματικώς απέκρουσε, διά να φανή ευχάριστος προς τους Γάλλους ιμπεριαλιστάς.
Ηδη η διοίκησις του κόμματος, κατόπιν της δημιουργηθείσης εξ υπαιτιότητος της κυβερνήσεως καταστάσεως, εθεώρησε καθήκον της να απευθυνθή απ' ευθείας τόσον προς τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, όσον και προς την Σοβιετικήν Ρωσίαν διά της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, όπως ζητήση την επέμβασίν των υπέρ των θυμάτων της παράφρονος πολιτικής των Ελληνικών κυβερνήσεων.
Ούτω χτες συνέταξε τα κάτωθι τηλεγραφήματα αξιώσασα από τον υπουργόν των Εξωτερικών να επιτραπή η ελευθέρα αποστολή των:
Βασίλειον Κολάρωφ, δικηγόρον, γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας.
Συντικάλεμ Ντομ Σόφιαν.
Εν ονόματι των εργατών και χωρικών της Ελλάδος επιστρατευμένων και μη, σας παρακαλούμεν να μεταβιβάσητε τηλεγραφικώς προς το Γραφείον της εν Μόσχα Κομμουνιστικής Διεθνούς την αίτησίν μας, ην παρακαλούμεν να υποστηρίξητε με όλον το κύρος της Βαλκανικής Κομμουνιστικής μας Ομοσπονδίας ης είσθε γραμματεύς, όπως επέμβη αυτή παρά τη Ρωσική Σοβιετική Κυβερνήσει, ίνα αύτη, ισχυρός παράγων εν Ανατολή και μόνη εγγύησις των καταπιεζομένων λαών, λάβη υπό την προστασίαν της τους πάσχοντας εργατικούς και αγροτικούς Ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, θύματα της εγκληματικής πολιτικής των αστικών Ελληνικών κυβερνήσεων και των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών και εκτεθειμένους σήμερον εις τον κίνδυνον της εκδικήσεως του νικητού, ως επίσης ενδιαφερθή και περί της τύχης των αιχμαλώτων μας εργατών και χωρικών των εις χείρας του Κεμαλικού στρατού. Αναμένωμεν την απάντησιν της Διεθνούς.
Γραμματεύς Κομμουνιστικού Κόμματος
Ι. Κορδάτος».
* * *
«Κεντρικήν Επιτροπήν Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος
Εφημερίδα "Ουμανιτέ"
Παρισίους
Το Σοσιαλεργατικόν Κομμουνιστικόν Κόμμα της Ελλάδος εν ονόματι του προλεταριάτου πόλεων και χωρίων, επιστρατευμένου και μη σας παρακαλεί ίνα επέμβητε παρά τη υμετέρα κυβερνήσει, όπως ασκήση αυτή την επιρροήν της διά να τεθή το ταχύτερον τέρμα εις τον εν Μικρά Ασία πόλεμον και διασωθούν από τους κινδύνους εις τους οποίους είναι εκτεθειμένοι οι ελληνικοί αγροτικοί και εργατικοί πληθυσμοί και αι άλλαι μειονότητες, θύματα της εγκληματικής πολιτικής των αστικών ελληνικών κυβερνήσεων, τυφλών οργάνων των ιμπεριαλιστών και κεφαλαιοκρατών της Ευρώπης. Το Ελληνικόν Σοσιαλεργατικόν Κόμμα καταπολεμήσαν πάντοτε δριμύτατα την ιμπεριαλιστικήν πολιτικήν των Ελληνικών αστικών κομμάτων, δικαιούται να ζητήση σήμερον την υποστήριξιν των αδελφών σοσιαλιστικών κομμάτων και την προστασίαν των θυμάτων της πολιτικής ταύτης.
Ι. Κορδάτος».
Στη συνέχεια, το ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη» δημοσιεύει την παρακάτω πληροφορία:«Ομοιον τηλεγράφημα απεστάλη και προς τα εργατικά και κομμουνιστικά κόμματα της Ιταλίας και της Αγγλίας. Επίσης η Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών απέστειλε προς τας Γενικάς Συνομοσπονδίας Ιταλίας, Γαλλίας και Αγγλίας τηλεγραφήματα υπό το αυτό πνεύμα».
Η ολοκληρωτική καταστροφή και η ευθύνη γι' αυτό βαρύνει απόλυτα την αστική τάξη της Ελλάδας και τις κυβερνήσεις της, από κοινού με τα ιμπεριαλιστικά κράτη - συμμάχους της και την πολιτική τους.
Πρωτοβουλίες από τη σοβιετική Ρωσία
Στον πόλεμο στη Μικρά Ασία, υπήρξαν σημαντικές διεθνείς πρωτοβουλίες της σοβιετικής Ρωσίας, τις οποίες, αν αποδεχόταν η κυβέρνηση και η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, πιθανόν τα αποτελέσματα να ήταν διαφορετικά και, πάντως, οι συνέπειες για τον ελληνικό λαό δε θα ήταν αυτές που φορτώθηκε από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αλλά η Ιστορία δε γράφεται με τα «αν» και το «πιθανόν». Η τότε στάση της σοβιετικής Ρωσίας έχει κατακριθεί από τους ιστορικούς της άρχουσας τάξης. Και δεν είναι ανεξήγητο. Αυτοί οι ιστοριογράφοι αντιμετωπίζουν την Ιστορία από τη σκοπιά των συμφερόντων της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών. Οι πρωτοβουλίες του νεαρού και πρώτου τότε στον κόσμο εργατικού κράτους ήταν αντίθετες με τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα των ηγετικών καπιταλιστικών κρατών στην περιοχή. Ας δούμε, λοιπόν, τα πραγματικά γεγονότα, σχετικά με το ρόλο της σοβιετικής Ρωσίας στο Μικρασιατικό πόλεμο.
Αμέσως μετά τη λήξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, τα κράτη του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού της Αντάντ, έμπαιναν σε μια διαπάλη για την ανάπτυξη της επιρροής τους - η καθεμιά για δικό της λογαριασμό - πάνω στις πρώην γερμανικές αποικίες αλλά και σε άλλες περιοχές. Ξέχωρη σημασία γι' αυτές τις δυνάμεις θα έχει ο χώρος της Εγγύς Ανατολής (Στενά Δαρδανελλίων, σύνορα με Σοβιετική Ρωσία, πετρέλαια Μοσούλης).
Από την άλλη πλευρά, η σοβιετική κυβέρνηση έχει ήδη αρνηθεί όλα τα προνόμια που είχε ο τσαρισμός στην Εγγύς Ανατολή. Παραιτήθηκε από όλους τους άνισους όρους συμφωνιών της τσαρικής Ρωσίας με τους ανατολικούς γείτονές της, διατήρησε όμως όλα τα σημεία ειρηνικών σχέσεων και τους όρους για τα σύνορα. Βασική επίσης αρχή αυτής της σοβιετικής εξουσίας ήταν η αλληλεγγύη του διεθνούς εργατικού κινήματος και η υποστήριξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των λαών και της αυτοδιάθεσης των εθνών.
Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της πολιτικής πρέπει να αντιμετωπίσουμε την προσέγγιση της σοβιετικής εξουσίας με το κίνημα του Τούρκου ηγέτη Κεμάλ. Επίσης μετά την ήττα των ιμπεριαλιστών στην επέμβαση στη σοβιετική Ρωσία (1918-19), η Εγγύς Ανατολή απόκτησε για το διεθνή ιμπεριαλισμό τη σημασία του αντισοβιετικού στρατιωτικοπολεμικού προγεφυρώματος.
Χαρακτηριστική μάλιστα αυτής της επιλογής ήταν η πρόταση του Γάλλου στρατηγού Le Bourgogne, αρχηγού των γαλλικών δυνάμεων κατοχής στην Κωνσταντινούπολη, για τη σύναψη συμφωνίας Γαλλίας - Κεμάλ. Υποστήριξε ότι ο κεμαλικός στρατός ήταν τότε ο μοναδικός που μπορούσε «να δράσει εναντίον των μπολσεβίκων».
Επομένως η δημιουργία σχέσεων καλής γειτονίας και συνεργασίας του σοβιετικού κράτους με το κεμαλικό κίνημα, δυνάμωνε τον απελευθερωτικό αγώνα των Τούρκων και ταυτόχρονα προάσπιζε την εδαφική ακεραιότητα της σοβιετικής Ρωσίας.
Το Μάρτη του 1920 συγκροτείται η επαναστατική κυβέρνηση της Αγκυρας. Η σοβιετική κυβέρνηση θα την αναγνωρίσει. Ενα μήνα αργότερα ο ίδιος ο Κεμάλ, με επιστολή του στον Β.Ι. Λένιν, ζητά τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων. Την επόμενη χρονιά, 1921, το Μάρτη, υπογράφεται στη Μόσχα τουρκοσοβιετική συμφωνία φιλίας και συνεργασίας.
Η απόφαση του Κεμάλ να προσεγγίσει το σοβιετικό κράτος έδειχνε ότι αναγνωρίζει τη σοβιετική εξουσία και αποδέχεται το πνεύμα της εξωτερικής της πολιτικής. Βέβαια αυτή η στάση της κεμαλικής ηγεσίας δεν ήταν πάντοτε σταθερή. Για παράδειγμα, αργότερα, μετά την επικράτηση της εθνικοαστικής επανάστασης στην Τουρκία, η κεμαλική αντιπροσωπεία στις διαπραγματεύσεις της Λοζάνης θα αντιταχθεί στη συμμετοχή σοβιετικών αντιπροσώπων στην επιτροπή από εμπειρογνώμονες για την εξέταση του προβλήματος των Στενών των Δαρδανελλίων (Δεκέμβρης 1922) και θα αποδεχτεί το αγγλικό σχέδιο για το καθεστώς των Στενών.
Οι σχέσεις της σοβιετικής Ρωσίας με τον Κεμάλ και η βοήθεια στην τουρκική επανάσταση θεωρήθηκε από Ελληνες ιστορικούς ως μια αιτία της μικρασιατικής καταστροφής. Ο Καρολίδης υποστήριξε ότι το υλικό, με το οποίο οι Σοβιετικοί εφοδίασαν τους Τούρκους, «χρησιμοποιηθέν υπό της νέας Τουρκίας υπήρξε το φονικώτατον εναντίον των Ελλήνων εν τοις χερσί των Τούρκων όπλον», προσδίνοντας έτσι ανθελληνικές προθέσεις στη Σοβιετική Ρωσία.
Αλλά πριν από την απόφαση των συμμάχων για την αποστολή ελληνικού στρατού στη Μικρασία, είχε πραγματοποιηθεί η συμμετοχή της ελληνικής αστικής τάξης στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Ρωσία μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση.
Ο Βενιζέλος για να αποσπάσει τη διαβεβαίωση του Γάλλου πρωθυπουργού Κλεμανσό για υποστήριξη των ελληνικών αξιώσεων στη Σμύρνη και τη Θράκη, δηλώνει καθαρά την προθυμία του να συστρατεύσει με τους Γάλλους στην Ουκρανία ενάντια στη νεαρή σοβιετική εξουσία. Και από το Λονδίνο τηλεγραφεί στον Ελληνα πρεσβευτή στο Παρίσι: «Παρακαλώ δηλώσατε πρωθυπουργώ και υπουργώ των Εξωτερικών (της Γαλλίας) ότι ο Ελληνικός Στρατός είναι εις την διάθεσίν των και δύναται να χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα, πανταχού, όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία»...
Μια συμφέρουσα παρέμβαση υπέρ της Ελλάδας
Και ενώ αυτή ήταν η στάση της επίσημης Ελλάδας απέναντι στο σοβιετικό κράτος, το τελευταίο - στα πλαίσια της ειρηνόφιλης πολιτικής του και των αρχών της αυτοδιάθεσης των εθνών - εφάρμοζε άλλη, διαφορετική πολιτική απέναντί της. Για παράδειγμα με δήλωσή της η σοβιετική κυβέρνηση παραιτιόταν από το ρωσικό μερίδιο του βαρύτατου εξωτερικού χρέους της Ελλάδας στη Ρωσία.
Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, η κυβέρνηση της σοβιετικής Ρωσίας είχε υποβάλει απευθείας προτάσεις στην κυβέρνηση Γούναρη για ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος, οι οποίες αποκρούστηκαν. Υπάρχει η μαρτυρία του τότε Γενικού Γραμματέα του ΣΕΚΕ (Κ), Γ. Κορδάτου, για συγκεκριμένη παρέμβαση της σοβιετικής Ρωσίας, λίγο πριν από την κατάρρευση του μετώπου.
Σοβιετικός απεσταλμένος της 3ης Διεθνούς και του υπουργείου Εξωτερικών και Στρατιωτικών της σοβιετικής Ρωσίας, ήρθε μυστικά στην Ελλάδα τον Απρίλη του 1922, με εντολή να διερευνήσει τη δυνατότητα μεσολάβησης της χώρας του για ειρηνικό τερματισμό του Μικρασιατικού πολέμου, μέσα από επαφές που θα είχε με την ηγεσία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος (Αυτός ο τρόπος άφιξης του ξένου απεσταλμένου και η μέθοδος διερεύνησης οφειλόταν στην ανυπαρξία διπλωματικών σχέσεων των δύο κρατών). Συναντήθηκε με τον Γ. Κορδάτο, Γενικό Γραμματέα του ΣΕΚΕ (Κ), τον ενημέρωσε για το σκοπό της παρουσίας του και του ζήτησε να ανακοινώσει στην ελληνική κυβέρνηση την άφιξή του και την επιθυμία της χώρας του για μεσολάβηση στο μικρασιατικό ζήτημα. Η πρότασή του ήταν υπογραφή ανακωχής ανάμεσα στην Ελλάδα και στον Κεμάλ με αυτονομία της περιοχής της Σμύρνης και ως αντάλλαγμα ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει, έστω και ντε φάκτο, τη σοβιετική εξουσία. Ο ηγέτης του ΣΕΚΕ (Κ) συναντήθηκε με τον Ν. Στράτο (αντιπολίτευση τότε) και τον Α. Καρτάλη (υπουργό στην κυβέρνηση Γούναρη) χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Ο τελευταίος μάλιστα, όπως γράφει ο ίδιος ο Κορδάτος, τον έβρισε και τον έδιωξε.
Η ζητούμενη αναγνώριση ήταν κάτι το φυσιολογικό μέσα στα πλαίσια της διπλωματικής πρακτικής, χωρίς αυτό να αναιρεί το δικαίωμα της σοβιετικής - όπως κάθε άλλης - κυβέρνησης για αποκατάσταση και ρύθμιση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεών της με τις καπιταλιστικές χώρες.
Ηδη από το Γενάρη του 1922, που τα κράτη της Αντάντ έστελναν στη σοβιετική κυβέρνηση πρόσκληση για να συμμετάσχει στη διεθνή οικονομική συνδιάσκεψη της Γένοβας, «τα καπιταλιστικά κράτη αναγνώριζαν πως ήταν αναπόφευκτη ανάγκη να αποκαταστήσουν οικονομικές (άρα και πολιτικές) σχέσεις με τη Σοβιετική Ρωσία». Και μάλιστα τη στιγμή που 33 καπιταλιστικές χώρες κάθονταν στο ίδιο τραπέζι με τη σοβιετική Ρωσία κατά τη συνδιάσκεψη αυτή (Απρίλης-Μάης 1922), το γεγονός αυτό απέδειχνε την ντε φάκτο αναγνώριση του σοβιετικού κράτους, το οποίο έτσι δε βρισκόταν σε καμιά διεθνή απομόνωση. Η ελληνική κυβέρνηση γιατί να μην την αναγνωρίσει και να μην αποδεχτεί διαμεσολάβηση για το Μικρασιατικό ζήτημα όταν ακόμη και η συμμετοχή της στην ουκρανική εκστρατεία κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, για κατάπνιξη της Οχτωβριανής Επανάστασης, δε στάθηκε ανασταλτικός παράγοντας στο να πάρει πρωτοβουλία η σοβιετική κυβέρνηση;
Επομένως, η σοβιετική μεσολαβητική προσπάθεια δεν ήταν τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω από μια ενέργεια στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του σοβιετικού κράτους.
Υπάρχει επίσης άλλη μια σοβιετική πρωτοβουλία. Η νίκη της τουρκικής επανάστασης ανέτρεπε τη συνθήκη των Σεβρών. Ηταν λοιπόν αναγκαία η σύναψη νέας συνθήκης με βάση την καινούρια πραγματικότητα, μετά από διεθνή συνδιάσκεψη. Η σοβιετική κυβέρνηση όμως, διέβλεπε τις προθέσεις και εκτιμούσε σωστά τις κινήσεις των κρατών της Αντάντ, τα οποία σκόπευαν να παραμερίσουν τη σοβιετική Ρωσία από τη μελλοντική συνδιάσκεψη και μάλιστα κατά τη συζήτηση του καθορισμού του καθεστώτος των Στενών. Γι' αυτό με διακοίνωσή της, το Σεπτέμβρη του 1922, ζητούσε τη σύγκληση διεθνούς συνδιάσκεψης (με τη συμμετοχή Αγγλίας, Γαλλίας, σοβιετικής Ρωσίας, Ιταλίας, Αιγύπτου, Ελλάδας, Τουρκίας, του κράτους των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, Βουλγαρίας και Ρουμανίας), όπου θα συζητιούνταν και θα ρυθμίζονταν τα προβλήματα της Εγγύς Ανατολής και των Στενών. Η πρόταση όμως αυτή δεν υλοποιήθηκε εξαιτίας της αρνητικής στάσης των κρατών της Αντάντ.
Τέλος, αρκετά διαφωτιστικό κείμενο για τη στάση της σοβιετικής Ρωσίας τόσο απέναντι στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία αποτελεί μια σοβιετική διακοίνωση που δημοσιεύτηκε στο«Ριζοσπάστη», στις 18 του Σεπτέμβρη 1922.Να μερικά αποσπάσματα: «Η ρωσική κυβέρνησις δεν είναι καθόλου διατεθειμένη να καταδικάσει την Ελλάδα και τον ελληνικόν λαόν... διότι ανέλαβε το βάρος του πολέμου το επιβληθέν επί των ασθενών ώμων της από μέρους της Ευρώπης και περιήλθεν εις απόγνωσιν... Η ρωσική κυβέρνησις θεωρεί τον τουρκικόν πόλεμον ως αγώνα του τουρκικού λαού υπέρ της υπάρξεως και ανεξαρτησίας του... Εν τω αγώνι τούτω η Τουρκία έχει ολόκληρον την συμπάθειαν του ρωσικού λαού... Η Ρωσία ήτο μόνον έτοιμη να βοηθήση εις το να τερματισθή ο πόλεμος, ο οποίος είναι καταστρεπτικός δι' αμφότερα τα έθνη. Αλλά αι προσπάθειαι της Ρωσίας προς την κατεύθυνσιν ταύτην απεκρούσθησαν κατηγορηματικώς υπό της Μεγάλης Βρετανίας... Αι συνδιαλλακτικαί προσπάθειαι της Ρωσίας απεδείχθησαν άκαρπαι και ο ελληνοτουρκικός πόλεμος αφέθη να εξακολουθήση την πορείαν του».
Τα παραπάνω αποκρούουν την όποια διαστρέβλωση των θέσεων και πρακτικής της σοβιετικής κυβέρνησης για το Μικρασιατικό πόλεμο, που προσπαθεί να δημιουργήσει η αστική ιστοριογραφία.
Βεβαίως, παρά τις προσπάθειες του Κόμματος της εργατικής τάξης αλλά και του πρώτου στον κόσμο εργατικού κράτους της σοβιετικής Ρωσίας, η ολοκληρωτική καταστροφή δεν απεφεύχθη και η ευθύνη γι' αυτό βαρύνει απόλυτα τα ιμπεριαλιστικά κράτη και την πολιτική τους, αλλά και την αστική τάξη της Ελλάδας και τις κυβερνήσεις της.
Πηγή συμπερασμάτων για το σήμερα
Η συγκεκριμένη τραγική ιστορική περίοδος αποτελεί και πηγή για την άντληση χρήσιμων συμπερασμάτων για το λαϊκό κίνημα και την πάλη του στις σύγχρονες συνθήκες. Ας μην ξεχνάμε ότι και σήμερα η ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων ανάβει φωτιές πολέμου στην περιοχή της Ευρασίας, ενώ η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, δεμένη στο άρμα του ιμπεριαλισμού (δεν μπορεί βεβαίως να κάνει διαφορετικά), όπως και τότε, συμμετέχει ενεργά στην ιμπεριαλιστική δράση.
Ενα πρώτο βασικό συμπέρασμα, που βγαίνει αβίαστα από τη μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, είναι ότι τα ιμπεριαλιστικά κράτη μπροστά στα συμφέροντά τους γίνονται αδίστακτα απέναντι στους λαούς, σφάζουν, δολοφονούν, με τους πολέμους που εξαπολύουν, διαμελίζουν χώρες, καλλιεργούν τον εθνικισμό και το σοβινισμό, προκειμένου να επιβάλουν τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, τη διεθνική εκμεταλλευτική δράση των μονοπωλίων. Μέσα από τα γεγονότα της μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής φωτίζεται και η σύγχρονη πραγματικότητα, που διαμορφώνει η ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων στα Βαλκάνια, στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή, γενικότερα στο γεωγραφικό χώρο της Ευρασίας. Πόλεμος στα Βαλκάνια, διαμελισμοί κρατών, εθνικιστικές αντιθέσεις. Πόλεμος στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Μέση Ανατολή, σχέδια για τη Μεγάλη Μέση Ανατολή από το ΝΑΤΟ, που σημαίνουν επεμβάσεις στον αραβικό κόσμο, αλλά και στη Βόρεια Αφρική κλπ, όπως τώρα στη Λιβύη. Οι λόγοι, οι ίδιοι. Τα πετρέλαια και οι δρόμοι μεταφοράς τους, αλλά πάνω απ' όλα τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ηγετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σε βάρος των ανταγωνιστών τους σήμερα και ιδιαίτερα στην περιοχή της Ασίας (ενάντια στις Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Τότε ενδιαφέρονταν για το μοίρασμα στην περιοχή των αποικιών της ηττημένης στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανίας, αλλά και τον αποκλεισμό της Σοβιετικής Ρωσίας, το «πνίξιμο» του πρώτου στον κόσμο εργατικού κράτους. Σήμερα, επίσης, επιδιώκουν να ανακόψουν κάθε αντίσταση κρατών και λαών στα σχέδια της ολοκληρωτικής επιβολής των συμφερόντων τους στην περιοχή. Και σήμερα, όπως και τότε, η περιοχή μας είναι πεδίο όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, με απρόβλεπτες συνέπειες, ή μάλλον με καταστρεπτικές, αν δεν πάρουν οι λαοί τις τύχες τους στα χέρια τους.
Ενα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι τα πολιτικά κόμματα της άρχουσας τάξης, μπορεί να φαίνεται ότι αντιπολιτεύονται μεταξύ τους, εκμεταλλευόμενα τα προβλήματα και τις ανάγκες του λαού, εξαπατώντας τον ακόμη και με την κάλπικη προβολή λύσεων προς όφελός του, αλλά πάντα ασκούν την ίδια ακριβώς πολιτική για την πραγματοποίηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Τότε η αντιβενιζελική παράταξη, με το σύνθημα να σταματήσει ο πόλεμος, αντικατέστησε με τη λαϊκή ψήφο την κυβέρνηση Βενιζέλου. Αλλά ο πόλεμος συνεχίστηκε, γιατί αυτό ήθελε η άρχουσα τάξη. Να διεκδικήσει μερίδιο σ' έναν κατακτητικό άδικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο από κοινού με τους συμμάχους της. Για τη συγκεκριμένη περίοδο είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Χάρολντ Νίκολσον, στελέχους του Φόρεϊν Οφις, ο οποίος το Δεκέμβρη του 1920 σε μνημόνιο προς τον υπουργό του, μεταξύ των άλλων, ομολογούσε: «Ο λόγος που μας έσπρωξε στην υποστήριξη της Ελλάδας δεν ήταν συναισθηματική παρόρμηση, αλλά φυσική έκφραση της παραδοσιακής μας πολιτικής, που συνίστατο στην προστασία των Ινδιών και της Διώρυγας του Σουέζ. Για έναν ολόκληρο αιώνα υποστηρίξαμε την Τουρκία, θεωρώντας την ως την πρώτη γραμμή άμυνας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ομως αποδείχτηκε αναξιόπιστος σύμμαχος και έτσι περάσαμε στη δεύτερη γραμμή. Από τη γεωγραφική άποψη, η θέση της Ελλάδας είναι μοναδική για τις επιδιώξεις μας. Πολιτικά, η χώρα αυτή ήταν αρκετά ισχυρή σε περίοδο ειρήνης, ώστε να μη μας δημιουργεί θέμα δαπανών και αρκετά αδύνατη σε περίπτωση πολέμου, ώστε να είναι υποτελής σ' εμάς»(Σπύρος Λουκάτος: «Οι μεγάλες δυνάμεις και η μικρασιατική εκστρατεία». Επιστημονικό διήμερο του ΚΜΕ, σελ. 73).
Σήμερα συμμετέχει η άρχουσα τάξη στην ιμπεριαλιστική δράση στα Βαλκάνια, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, συμμετείχε στον Πόλεμο του Κόλπου το 1990, με κυβερνήσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ, όσο και της ΝΔ. Και, βεβαίως, και τα δύο κόμματα της άρχουσας τάξης ανταγωνίζονται ποιο από τα δύο μπορεί να εφαρμόσει την ευρωατλαντική πολιτική. Επίσης, και σήμερα υπάρχει και δρα ελληνικός στρατός έξω από τα σύνορα (Βοσνία, ΠΓΔΜ, Αφγανιστάν). Με βάση και την εμπειρία της μικρασιατικής καταστροφής, η εργατική τάξη της Ελλάδας, ο λαός της, μόνο δεινά μπορεί να περιμένει από τη συμμετοχή στην ιμπεριαλιστική δράση και τη λεγόμενη «αντιτρομοκρατική εκστρατεία» των αστικών κυβερνήσεων ή, όπως καμουφλάρισαν το πολεμικό δόγμα, «για την εγκαθίδρυση δημοκρατίας σε κράτη με αυταρχικά καθεστώτα». Λες και τους αναγόρευσε κανένας σε παγκόσμιους «προστάτες». Και καταστρατηγούν με τα όπλα το δικαίωμα κάθε λαού να αποφασίζει ο ίδιος για την τύχη του. Αλλά, είπαμε, πάνω απ' όλα τα μονοπωλιακά συμφέροντα, που απαιτούν ιμπεριαλιστική δημοκρατία, δηλαδή δικτατορία του κεφαλαίου.
Τέλος, και τότε, το ΚΚΕ εκτιμούσε και προέβλεπε ότι, μέσα από την τυχοδιωκτική μικρασιατική εκστρατεία έρχεται η καταστροφή, και επιβεβαιώθηκε. Με την πολιτική και τη δράση του, με όλες του τις δυνάμεις επιδίωκε τη ματαίωση του μικρασιατικού πολέμου. Αναδείκνυε το γεγονός ότι η πρόσδεση των ελληνικών κυβερνήσεων στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η συμμετοχή τους στην ιμπεριαλιστική δράση υπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων και του κεφαλαίου. Η συνεπής πολιτική αρχών απέναντι στην εργατική τάξη, όλο το λαό, συνέδεε σωστά την υπόθεση του πολέμου με την αστική εξουσία και τον ιμπεριαλισμό, ενώ πρότεινε διευθέτηση του μικρασιατικού ζητήματος έξω από τα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών συμφωνιών (Βερσαλίες, Λοζάνη, Σέβρες) και μεταξύ των δύο χωρών. Στις σύγχρονες συνθήκες, το ΚΚΕ είχε έγκαιρα προειδοποιήσει για τους κινδύνους πολέμου στα Βαλκάνια, τους διαμελισμούς, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή. Το ίδιο έκανε και μετά το χτύπημα στους δίδυμους πύργους στη Νέα Υόρκη (11/9/2001), προβλέποντας ότι αποτελεί αφορμή για νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Και σύντομα επιβεβαιώθηκε από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και μετέπειτα στο Ιράκ. Καταδίκασε τη συμμετοχή των ελληνικών κυβερνήσεων και την αποστολή στρατού έξω από τα σύνορα, προβάλλοντας τη θέση ότι κάθε λαός έχει δικαίωμα επιλογής σε ποιο κοινωνικό σύστημα θέλει να ζήσει και να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του, χωρίς ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους. Και είναι το κόμμα μας, το μόνο κόμμα που διεξάγει συνεπή αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δράση, καλώντας το λαό να συγκροτήσει τη δική του συμμαχία και να οργανώσει τον αγώνα για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και το πέρασμα στο σοσιαλισμό - κομμουνισμό. Σε συνδυασμό με την κοινή πάλη με τους άλλους λαούς. Ως τη μόνη λύση που θα αποτρέψει οριστικά τη συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς και τους άδικους πολέμους.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ Από τη «Μεγάλη Ιδέα» στην απόλυτη τραγωδία


ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Από τη «Μεγάλη Ιδέα» στην απόλυτη τραγωδία
Οι ιμπεριαλιστές, με βάση τις δικές τους ανάγκες, τα δικά τους συμφέροντα, υποδαυλίζουν τα εθνικιστικά μίση, ενισχύουν και ενθαρρύνουν τις προσπάθειες παρέμβασης των πιο αντιδραστικών δυνάμεων, υποδαυλίζουν ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες και μειονότητες, βάζοντας σε κίνδυνο έτσι την ειρήνη στα Βαλκάνια, ευρύτερα στην Ευρώπη και στον κόσμο (φωτ: Τούρκοι αιχμάλωτοι)
Μια από τις τραγικότερες σελίδες της Ιστορίας του τόπου μας έμελλε να γραφτεί τέτοιες μέρες του Αυγούστου του 1922, οπότε έληγε η μικρασιατική εκστρατεία. Ο τρομερός απολογισμός της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι 50.000 νεκροί στρατιώτες, 75.000 τραυματίες, ενώ κοντά 1.500.000 Ελληνες αναγκάστηκαν να έρθουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους 600.000 νεκρούς, θύματα του μικρασιατικού πολέμου και της εγκληματικής εθνικιστικής πολιτικής των κυρίαρχων τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Σε δισεκατομμύρια ανέρχονται οι υλικές καταστροφές και ζημιές από τον πόλεμο και τις περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν ή καταστράφηκαν.
Η μικρασιατική εκστρατεία, παρά τις προσπάθειες της άρχουσας τάξης να παρουσιαστεί ως προσπάθεια πραγματοποίησης των ονείρων του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού, για τη δημιουργία «της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», στην πραγματικότητα ήταν μια υπερπόντια κατακτητική επιχείρηση, κυρίως του αγγλικού, αλλά και του γαλλικού και ιταλικού ιμπεριαλισμού, στη Μέση Ανατολή και τα πετρέλαιά της. Μια επιχείρηση, που στόχο της είχε την κατάληψη από τους ιμπεριαλιστές στρατηγικών θέσεων ενάντια στη νεαρή τότε Σοβιετική Δημοκρατία και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της περιοχής.
Η πολιτική των «μεγάλων δυνάμεων» τότε, και ειδικά η πολιτική της Αγγλίας, που παρουσιάζονταν σαν σύμμαχοι της Ελλάδας, είναι σε γενικές γραμμές γνωστή. Τεράστιες είναι οι ευθύνες αυτών των δυνάμεων. Πέρα όμως από τις ευθύνες των ιμπεριαλιστικών χωρών για τη Μικρασιατική Καταστροφή, για τον ξεριζωμό του μικρασιατικού ελληνισμού, εξίσου μεγάλη, πρωταρχική ευθύνη φέρουν οι δυνάμεις της ελληνικής ολιγαρχίας, που εκπροσωπούνταν τότε από τα δύο μεγάλα κόμματα, το Κόμμα των Φιλελευθέρων και το Λαϊκό. Το ένα άρχισε τον τυχοδιωκτικό πόλεμο και το δεύτερο τον συνέχισε.
Ενα βασικό συμπέρασμα, που βγαίνει αβίαστα από τη μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, είναι ότι τα ιμπεριαλιστικά κράτη μπροστά στα συμφέροντά τους γίνονται αδίστακτα απέναντι στους λαούς, σφάζουν, δολοφονούν, με τους πολέμους που εξαπολύουν, διαμελίζουν χώρες, καλλιεργούν τον εθνικισμό και το σοβινισμό, προκειμένου να επιβάλουν τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, τη διεθνική εκμεταλλευτική δράση των μονοπωλίων (φωτ: Ελληνες αιχμάλωτοι)
Η στάση και των δύο κομμάτων της ελληνικής ολιγαρχίας, στα πολεμικά γεγονότα του 1919 - 1922, είχε ως κύρια αιτία τη στενή σύνδεση των οικονομικών συμφερόντων της ντόπιας ολιγαρχίας με τα συμφέροντα των ξένων ιμπεριαλιστών. Βασικό δίδαγμα αποτελεί το γεγονός ότι αυτή η σύνδεση όχι μόνο δεν εξυπηρέτησε ποτέ, ούτε εξυπηρετεί σήμερα τα συμφέροντα της χώρας και του λαού, αλλά αντίθετα θέτει σε σοβαρούς κινδύνους τα λαϊκά συμφέροντα, την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, τις ελευθερίες και τα δικαιώματα του λαού.
Η Μικρασιατική Καταστροφή έδειξε, επίσης, με τον πιο τραγικό τρόπο, τα ολέθρια αποτελέσματα από τη συμμετοχή της Ελλάδας στους πολεμικούς συνασπισμούς και τις πολεμικές περιπέτειες των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Και το δίδαγμα αυτό αποκτάει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, εξαιτίας των πολεμικών τυχοδιωκτισμών, των προβλημάτων και των επεμβάσεων στα Βαλκάνια, στην Αν. Ευρώπη, στη Μ. Ανατολή, στο Αιγαίο και την Κύπρο.
Οι ιμπεριαλιστές με βάση τις δικές τους ανάγκες, τα δικά τους συμφέροντα, υποδαυλίζουν τα εθνικιστικά μίση, ενισχύουν και ενθαρρύνουν τις προσπάθειες παρέμβασης των πιο αντιδραστικών δυνάμεων, υποδαυλίζουν ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες και μειονότητες, βάζοντας σε κίνδυνο έτσι την ειρήνη στα Βαλκάνια, ευρύτερα στην Ευρώπη και στον κόσμο.
Πρόσφυγες της Σμύρνης
Η μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή έδειξε, όπως και άλλες περιπέτειες αργότερα, απ' αυτές που γνώρισε ο πολύπαθος τόπος μας, ότι οι ιμπεριαλιστές, αυτοί οι ονομαζόμενοι «σύμμαχοι» και «φίλοι» της Ελλάδας, αποτελούν τους πλέον άσπονδους εχθρούς μας, τον πραγματικό κίνδυνο, μαζί με αυτούς που έχουν ταχθεί δουλικά να τους υπηρετούν, αποκομίζοντας και οι ίδιοι τα κέρδη τους στο «μεγάλο φαγοπότι» του καπιταλιστικού συστήματος που έχει στηθεί, περισσότερο από έναν αιώνα τώρα, πάνω στις πλάτες του Ελληνα εργάτη, αγρότη, επαγγελματία, των νέων και των γυναικών. Η σύντομη αυτή αναφορά, σε ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα της σύγχρονης Ιστορίας της Ελλάδας, έχει σαν σκοπό να αντλούμε ως λαός τα αναγκαία διδάγματα, τόσο απαραίτητα στους σημερινούς δύσκολους καιρούς και τόσο πολύτιμα για το παρόν και το μέλλον.
Η απόβαση
Στις 2 Μάη (15 με το νέο ημερολόγιο) 1919, ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου του Συνεδρίου των Παρισίων. Στο διάγγελμά του προς το λαό της Σμύρνης - διαβάστηκε την προηγούμενη μέρα στους κατοίκους της πόλης - ο Βενιζέλος έλεγε: «Το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης να καταλάβη την Σμύρνην ίνα ασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αυτή ελήφθη διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριο είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος». Το μήνυμα αυτό, όμως, αποκρύπτει πλήρως την αλήθεια για τις αιτίες και τις βαθύτερες προθέσεις σχεδιασμού και υλοποίησης της Εκστρατείας.
Στις 2 Μάη (15 με το νέο ημερολόγιο) 1919, ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου του Συνεδρίου των Παρισίων(φωτο:Στρατιωτικό τμήμα στην Προύσσα)
Ετσι στις 2 Μάη τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στο λιμάνι της Σμύρνης. Η εκστρατεία είχε ξεκινήσει. Το τραγικό της τέλος, όμως, ήταν προδιαγεγραμμένο.
Για να δούμε, όμως, πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε δύο παράγοντες: Πρώτον, ποια είναι η θέση της Ελλάδας, εκείνη την περίοδο, στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και, δεύτερον, ποιες διεθνείς συνθήκες επικρατούσαν και ποια σχέδια υπήρχαν για την περιοχή της Εγγύς Ανατολής.
Η αστική τάξη της Ελλάδας ήθελε την περίοδο εκείνη να διευρύνει την εσωτερική αγορά με νέα εδάφη. Και προσέβλεπε σε τέτοια εδάφη, όπου κατοικούσε και δρούσε ελληνικό στοιχείο. Τέτοια ήταν τα παράλια της Μικράς Ασίας και η τότε Ανατολική Θράκη. Αλλά αυτή η επιδίωξη χωρίς τους τότε ιμπεριαλιστές συμμάχους της, νικητές στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορούσε να ευοδωθεί. Ηδη, η αστική τάξη ήταν αντιδραστική. Προσδοκούσε, λοιπόν, προσάρτηση εδαφών. Και αυτό συνδυαζόταν με τις επιδιώξεις ιμπεριαλιστικού μοιράσματος ολόκληρης της περιοχής από τα Βαλκάνια έως την Εγγύς Ανατολή, σε περίοδο αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που επιπλέον ήταν σύμμαχος των ηττημένων στον πόλεμο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Ενα χρόνο νωρίτερα από τη Μικρασιατική Εκστρατεία, το 1918, έχει τελειώσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που έγινε για το ξαναμοίρασμα των αποικιών. Ο καπιταλισμός έχει μπει στο ανώτερο στάδιό του, τον ιμπεριαλισμό και τα αποτελέσματα του πολέμου διαμορφώνουν την εξής κατάσταση: Η νίκη της Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία και η προσπάθεια οικοδόμησης του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο έχει άμεση επίδραση στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και ανοίγει το δρόμο της κατάρρευσης του αποικιακού συστήματος. Τέτοια κινήματα ξεσπούν σε Ασία, Εγγύς και Μέση Ανατολή. Τα περιθώρια επέκτασης της ιμπεριαλιστικής δράσης στενεύουν, με αποτέλεσμα οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις να οξύνονται ακόμη παραπέρα. Οι νικήτριες του πολέμου, δυνάμεις της Αντάντ, ετοιμάζονται για νέο μοίρασμα του κόσμου, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία - παραπαίουσα πια και ηττημένη στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο - στέκει εμπόδιο στα σχέδιά τους για δύο κυρίως λόγους: Τα πετρέλαια και τα γεωστρατηγικής σημασίας εδάφη για τη δράση των μονοπωλίων. Η επιδίωξή τους για τη διάλυση της Αυτοκρατορίας, πλέον, είναι σαφής και γίνεται πράξη, όταν, τον Οκτώβρη του 1918, την αναγκάζουν να υπογράψει τη Συνθήκη του Μούδρου, που οδηγεί στο διαμελισμό της Αυτοκρατορίας. Η κυβέρνηση Βενιζέλου - ως εκφραστής των συμφερόντων της άρχουσας τάξης στη χώρα - βλέπει το ιδανικό περιβάλλον για να υλοποιήσει την επιδίωξη προσάρτησης νέων εδαφών και αύξησης των ορίων της δικής της αγοράς. «Μεγάλη Ιδέα» την ονόμασαν. Στο πλαίσιο του μοιράσματος μεταξύ των νικητριών ιμπεριαλιστικών κρατών και με την αξιοποίηση της συμμετοχής της στον πόλεμο στο πλευρό τους, νόμισε (σ.σ.: η ελληνική άρχουσα τάξη) ότι θα της εξασφάλιζαν εδάφη με το πρόσχημα της ύπαρξης σ' αυτά ελληνικών πληθυσμών.
Ελληνες αξιωματικοί με λάφυρα πυροβόλα όπλα
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Γενάρη του 1919, άρχισε στο Παρίσι η Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, με πρωταγωνιστές τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Αγγλία και την Ιταλία. Εκείνη την περίοδο, η κυβέρνηση δένει τη χώρα όλο και πιο στενά με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, στέλνοντας στη Σοβιετική Ρωσία εκστρατευτικό σώμα. Ο Βενιζέλος πηγαίνει ο ίδιος στο Παρίσι για να διεκδικήσει και διπλωματικά την υλοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας». Οι ιμπεριαλιστές ήθελαν ένα κράτος - χωροφύλακα στην περιοχή και στην κυβέρνηση του Βενιζέλου, με το αίτημα αποστολής ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Σμύρνη, βρίσκουν αυτό που ήθελαν. «Τον Απρίλη του 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο που είχε συγκροτηθεί από τους αρχηγούς της Αγγλίας, των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Ιταλίας μετά τη συνδιάσκεψη για την ειρήνη, ικανοποίησε το αίτημα του Βενιζέλου για την κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό. Ετσι στις 15 Μάη 1919 άρχισε η απόβαση ελληνικού στρατού στη Σμύρνη... Στην πραγματικότητα, άρχιζε μια τυχοδιωκτική εκστρατεία για την προώθηση των κατακτητικών επιδιώξεων του αγγλογαλλικού ιμπεριαλισμού».
Η θέση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων
Ενας απ' τους μεγαλύτερους μύθους, όσον αφορά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, είναι πως ενώ αρχικά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στήριζαν τη χώρα στις επεκτατικές της επιδιώξεις, στη συνέχεια αναίρεσαν αυτή τη στήριξη με αποτέλεσμα - και με αυτό τον τρόπο - να οδηγηθούμε στην Καταστροφή. Στην πραγματικότητα, όμως, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αντιθέτως, πρόκειται, μάλλον, για μια σειρά συγκυριών, που σύντομα είχαν την κατάληξη με την οποία γράφτηκε η Ιστορία.
Στρατιώτες αιχμάλωτοι
«Σε γενικές γραμμές, η στάση των τότε ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της εποχής εκείνης είχε ως εξής:
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αντίθετες με τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία, δεδομένου ότι στη σύγκρουσή τους με τους Αγγλογάλλους για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής είχαν συμφέρον να μη διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τη θέση τους αυτή την είχαν εκφράσει απερίφραστα με το γνωστό διάγγελμα των "14 σημείων" του Προέδρου Ουίλσον, όπου στο 12ο σημείο εκφραζόταν ρητή και κατηγορηματική άρνηση στο ενδεχόμενο διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η Ιταλία, που κατείχε τα Δωδεκάνησα, είχε σαφείς βλέψεις στην περιοχή της Μικράς Ασίας, ανταγωνιζόταν ευθέως την Ελλάδα και το Μάρτη του 1919 δε δίστασε να κάνει απόβαση στην Αττάλεια, σχεδιάζοντας να επεκτείνει ακόμη περισσότερο τις κτήσεις της. Την κατάσταση περιέπλεκε περισσότερο το γεγονός ότι η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία είχαν υποσχεθεί την παραχώρηση των μικρασιατικών παράλιων εδαφών στην Ιταλία.
Πώς, όμως, φτάσαμε να ληφθεί απόφαση υπέρ της ελληνικής στρατιωτικής απόβασης στη Σμύρνη; Χωρίς αμφιβολία, επρόκειτο για πρόσκαιρο υπολογισμό συμφερόντων, που έκαναν στη δοσμένη ιστορική στιγμή οι ισχυροί της εποχής».
Σε όλα αυτά, πρέπει να συνυπολογιστεί και η ανικανότητα της Τουρκίας, του Σουλτάνου να επιβάλει τάξη στο εσωτερικό της χώρας και να καθυποτάξει το εθνικό αστικό επαναστατικό κίνημα. Το γεγονός αυτό υποχρέωσε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να αναζητήσουν έναν ξένο αστυνόμο που θα έφερνε σε πέρας αυτή τη δουλειά, ούτως ώστε αυτές να μοιράσουν με την ησυχία τους την Εγγύς Ανατολή και ιδιαίτερα να κανονίσουν ποιος θα κυριαρχούσε στα πετρέλαια της Μοσούλης και της Μεσοποταμίας.
Η Μικρασιατική Καταστροφή έδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο, τα ολέθρια αποτελέσματα από τη συμμετοχή της Ελλάδας στους πολεμικούς συνασπισμούς και τις πολεμικές περιπέτειες των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Και το δίδαγμα αυτό αποκτάει ιδιαίτερη σημασία σήμερα
Και ο αστυνόμος αυτός βρέθηκε στο πρόσωπο της αστικής τάξης της Ελλάδας και της κυβέρνησής της. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο ίδιος ο Λόιντ Τζορτζ - πρωθυπουργός της Βρετανίας εκείνη την περίοδο - έλεγε: «Οι Ελληνες... θα γίνουν οι πρώτοι φύλακες της μεγάλης οδού ήτις εξασφαλίζει την ενότητα της Συμπολιτείας».
Η συμμαχική εντολή αξιοποιεί την κατακτητική πολιτική της βενιζελικής κυβέρνησης για όφελος των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων: Ελεγχος της Μέσης και Εγγύς Ανατολής, διαμελισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατάπνιξη του τουρκικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, δημιουργία στρατιωτικού προγεφυρώματος ενάντια στο νεαρό κράτος της σοβιετικής Ρωσίας.
Ξεκινώντας, λοιπόν, η Μικρασιατική Εκστρατεία στις 15 Μάη 1919, όλο το παραπάνω πλέγμα ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και οικονομικών διεκδικήσεων των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής καθόριζε με τον πλέον προφανή τρόπο το μέγεθος της τυχοδιωκτικής εκστρατείας.
Ο ρόλος του ΣΕΚΕ
Η «αντιπατριωτική» στάση και δράση του κόμματος της εργατικής τάξης, του ΚΚΕ, τότε ΣΕΚΕ, στη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αποτελεί μια συχνή «καραμέλα» στα χείλη των αναλυτών - πολιτικών, στρατιωτικών και ιστορικών - της άρχουσας τάξης. Επειδή ακριβώς ήταν διεθνιστική και προάσπιζε τα λαϊκά συμφέροντα. Ετσι, η Ιστορία δείχνει πως το ΣΕΚΕ είχε την πλέον συνεπή πατριωτική στάση προς όφελος των εργαζομένων, των φαντάρων και των πλατιών λαϊκών μαζών της περιόδου.
Η μικρασιατική εκστρατεία στην πραγματικότητα ήταν μια υπερπόντια κατακτητική επιχείρηση, κυρίως του αγγλικού, αλλά και του γαλλικού και ιταλικού ιμπεριαλισμού, στη Μέση Ανατολή και τα πετρέλαιά της
Το ΣΕΚΕ από το πρώτο ιδρυτικό συνέδριό του (1918) υποστήριξε την έναρξη διαπραγματεύσεων για την επίτευξη ειρήνης χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις και την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης. Το πρόγραμμα αυτό, βέβαια, ερχόταν σε αντίθεση με την πολιτική πραγμάτωση της «Μεγάλης Ιδέας» από τον Βενιζέλο. Συγκεκριμένα, για την περιοχή της Σμύρνης δεν έκανε λόγο - γιατί δε διέθεταν εκεί οι Ελληνες την απόλυτη πλειοψηφία, ώστε οι ίδιοι να αποφασίσουν για την τύχη τους - ενώ, παράλληλα, απέκλειε το διαμελισμό της Τουρκίας. Ηταν δηλαδή και στάση αντιιμπεριαλιστική. Κάτι τέτοιο - όπως ήταν φυσικό - ήταν αντίθετο με την αντιδραστική πολιτική της αστικής τάξης και της κυβέρνησης Βενιζέλου και το ΣΕΚΕ γρήγορα θα γίνει στόχος των καταπιεστικών και ανελεύθερων μέτρων. Ετσι, λίγες μέρες πριν την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, την Πρωτομαγιά του 1919, η κυβέρνηση έφτασε στο σημείο να εμποδίσει «αυθαιρέτως» το ΣΕΚΕ «να εορτάση εις την έδραν του (Αθήνα) την 1ην Μαΐου, να οργανώση παρέλασιν διά της πόλεως... ακόμη να συνέλθη και εις αυτά τα γραφεία του, τα οποία απεκλείσθησαν διά μυδραλιοβόλων» - όπως αναφέρει σε σχετική ανακοίνωσή του.
Το ΣΕΚΕ εναντιώνεται από την αρχή στην ενέργεια αυτή, καταγγέλλοντας την εκστρατεία σαν τυχοδιωκτική. Και όταν αργότερα (3.8.1924), με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δέκα χρόνων από την κήρυξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, θα απευθύνει μανιφέστο προς τον εργαζόμενο ελληνικό λαό, θα υπογραμμίσει με υπευθυνότητα και σοβαρότητα ότι το ΣΕΚΕ ήταν «το μόνο κόμμα που καταδίκασε τον πόλεμο της Μικρασίας και αγωνίστηκε για να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα», αψηφώντας φυλακίσεις, καταδίκες, εξορίες, θα τονίσει για άλλη μια φορά πως «στη Μικρασία πολεμήσαμε όχι για το ξεσκλάβωμα δούλων αδερφών, αλλά σαν μισθοφόροι χωροφύλακες για τα συμφέροντα του αγγλικού ιμπεριαλισμού, που ενδιαφερόταν για τα Στενά και τα πετρέλαια της Μοσούλης». Ποιος αμφισβητεί σήμερα αυτή την αλήθεια για το χαρακτήρα και το σκοπό του μικρασιατικού πολέμου; Με αυτήν του την τοποθέτηση το ΣΕΚΕ πρόσφερε, πραγματικά, μια ιστορική υπηρεσία στο λαϊκό κίνημα, γιατί κατάφερε να απαγκιστρώσει σημαντικό μέρος του πληθυσμού από την κυρίαρχη ιδεολογία.
Το ΣΕΚΕ από το πρώτο ιδρυτικό συνέδριό του (1918) υποστήριξε την έναρξη διαπραγματεύσεων για την επίτευξη ειρήνης χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις και την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης. Το πρόγραμμα αυτό, βέβαια, ερχόταν σε αντίθεση με την πολιτική πραγμάτωση της «Μεγάλης Ιδέας» από τον Βενιζέλο (φωτ.: Απ' το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ)
Μέσα από την αρθρογραφία του «Ριζοσπάστη», τις αντιπολεμικές προκηρύξεις και τη γενικότερη δράση του, θα καταδείξει τις ευθύνες της ελληνικής ολιγαρχίας και των κομμάτων της, τη φιλοϊμπεριαλιστική πολιτική και δράση τους, θα επισημάνει τον επικίνδυνο αποπροσανατολισμό του λαού που επιχειρείται με τη «Μεγάλη Ιδέα».
Η Συνθήκη των Σεβρών
Στις 28/7 (10/8 με το νέο ημερολόγιο) 1920, υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών. Οπως ήταν φυσικό, η αστική τάξη στη χώρα πανηγυρίζει για την Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Ο Βενιζέλος τηλεγραφεί ότι είναι «ευτυχής και υπερήφανος». Αυτό το κλίμα ευφορίας θα αναχαιτίσει μόνο το ΣΕΚΕ (Κ) - η προσθήκη (Κ) «Κομμουνιστικό» μπήκε τον Απρίλη του 1920.
Με προκήρυξή του προς τους εργάτες και τους χωρικούς της Ελλάδας θα προβλέψει, από το Σεπτέμβρη του 1920, τις μελλοντικές αρνητικές για το λαό μας συνέπειες της συνθήκης: «Εχει συμφέρον (η κυβερνώσα αστική τάξις) να εξαπατήση και πάλιν τας εργαζομένας τάξεις της χώρας, με το πρόσχημα μιας δήθεν οριστικής ειρήνης, με το επιχείρημα του "διπλασιασμού της πατρίδος" και της απελευθερώσεως των "υποδούλων αδερφών"... Εχει τέλος συμφέρον (να εξαπατήση) διά να αποτρέψη την προσοχήν του λαού από την αθλιότητα που τον μαστίζει και να απομακρύνη την σκέψιν του από τους νέους πολέμους που παρασκευάζει... Το Κόμμα μας έχει την υποχρέωσιν να αποκαλύψη... ότι ο πόλεμος δεν ετελείωσεν. Απλώς διά της ειρήνης ταύτης ετέθησαν οι βάσεις των πολέμων της αύριον». Συνεχίζοντας, το ΣΕΚΕ (Κ) διαβλέπει ότι το «μεγάλωμά της (της Ελλάδας), διά το οποίον πανηγυρίζουν (οι αστοί), είναι η επέκτασις των ορίων της εκμεταλλεύσεώς των... Η ελευθερία την οποίαν καυχώνται ότι πραγματοποιεί η ειρήνη είναι πραγματικώς η πολιτική και οικονομική υποδούλωσις της χώρας μας εις τας μεγάλας κεφαλαιοκρατικάς δυνάμεις της Δύσεως... αι οποίαι (δυνάμεις) την εμεγάλωσαν (την Ελλάδα) διά να την χρησιμοποιήσουν στρατιωτικώς όπου τα συμφέροντά των κινδυνεύουν». Και καταλήγει στην προκήρυξή του το κόμμα των εργαζομένων: «Κάτω η επιστράτευσις και κάθε άλλος εκβιασμός του λαού διά νέους πολέμους. Ζήτω η ειρήνη μεταξύ όλων των λαών της Ανατολής και όλου του κόσμου».
Στο μικρασιατικό μέτωπο, ωστόσο, έχει συγκροτηθεί Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των κομμουνιστών στρατιωτών με την καθοδήγηση του ΣΕΚΕ (Κ). Στόχος της να διαφωτίζει τους στρατιώτες του μετώπου, να απαντά στις όποιες πράξεις, ανοχές ή και σκόπιμες παραλείψεις της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας. Σε κείμενό της (δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Εργατικός Αγών», 20/9/1920) αναδείχνει τους στόχους και τις σκοπιμότητες της τυχοδιωκτικής Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Εξάλλου, το ΣΕΚΕ (Κ) σε προκήρυξή του προς τους στρατιώτες, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, καλεί τους επιστρατευμένους να υπερψηφίσουν τους σοσιαλιστές υποψήφιους και να καταψηφίσουν τόσο το Κόμμα των Φιλελευθέρων, όσο και την «Ενωμένη Αντιπολίτευση», γιατί οι εκπρόσωποί τους είναι εκείνοι «που τους έστειλαν στο μέτωπο να σκοτωθούν», που θέλουν την ψήφο τους για να μπορέσουν, κρατώντας στα χέρια τους την εξουσία, να εξακολουθήσουν τους πολέμους, που τους κρατούν οκτώ τώρα χρόνια διαρκώς επιστρατευμένους και τους σέρνουν από μέτωπο σε μέτωπο.
Στο μεταξύ, μέσα στο Σεπτέμβρη του 1920, στο έκτακτο Συνέδριό του το κόμμα της εργατικής τάξης θα ψηφίσει το προεκλογικό του πρόγραμμα, στο οποίο, ανάμεσα στα άλλα, καθοριζόταν: «Καταπολέμησις με κάθε μέσον κάθε νέου πολέμου εις το μέλλον και κάθε νέας επιστρατεύσεως, καθώς και κάθε άλλης προσπάθειας προς συμμετοχήν της Ελλάδος στας συμμαχίας και επιχειρήσεις των ιμπεριαλιστών της Ευρώπης. Αμεσος γενική αποστράτευσις».
Επίσης, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ζητά την υπερψήφιση των υποψηφίων του, για να ακουστεί και μέσα στη Βουλή η πραγματική αντιπολεμική φωνή των Ελλήνων σοσιαλιστών. Η προεκλογική του, μάλιστα, συγκέντρωση τον Οκτώβρη στην Αθήνα θα μεταβληθεί σε μεγάλη διαδήλωση πενήντα χιλιάδων περίπου ατόμων με κυρίαρχο σύνθημα «Κάτω ο πόλεμος».
Απέναντι, λοιπόν, στην τυχοδιωκτική πολιτική της άρχουσας τάξης και των κυβερνήσεών της, η πολιτική που χάραξε το ΣΕΚΕ, είχε έναν ξεκάθαρο στόχο: Το συμφέρον της πλατιάς πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Υπέρ της ειρηνικής διευθέτησης και υπέρ των διεθνιστικών αρχών αλληλεγγύης των λαών. Φυσικά, μια τέτοια πολιτική ενοχλούσε και ενοχλεί την άρχουσα τάξη και δεν έχασε την ευκαιρία να αναμασά τη γνωστή «καραμέλα» περί προδοτικής στάσης. Στην πραγματικότητα, βέβαια, προδοτική - τυχοδιωκτική στάση απέναντι στον ελληνικό λαό (συνεπέστατη, όμως, απέναντι στις επιδιώξεις της αστικής τάξης) ακολούθησαν τα αστικά κόμματα.
Οι εκλογές του 1920 και το 1921
Το Νοέμβρη του 1920 πραγματοποιούνται εθνικές εκλογές. Το ΣΕΚΕ (Κ) φτάνει το 13%, με περίπου 100.000 ψήφους, γεγονός που αποδεικνύει τη θετική πορεία ριζοσπαστικοποίησης μιας πλατιάς μάζας των εργαζομένων. Ταυτόχρονα, η γενικότερη διαφοροποίηση του εκλογικού σώματος εκφράζεται με τη νίκη της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης», της αντιβενιζελικής παράταξης.
Αλλά η μεγάλη δυσαρέσκεια του λαού από τους συνεχείς πολέμους υπό την κυβέρνηση Βενιζέλου στις εκλογές του Νοέμβρη, στα 1920, έδωσε κοινοβουλευτική νίκη στην αντιβενιζελική παράταξη. «Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επανέρχεται και οι "σύμμαχοι", με πρόσχημα την παλινόρθωση του γερμανόφιλου βασιλιά, ανακοινώνουν ότι απελευθερώνονται από τις υποσχέσεις προς την Ελλάδα, που ουσιαστικά αφορούσαν τα "οφέλη" από τη Συνθήκη των Σεβρών. Η νέα κυβέρνηση του Γούναρη αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει δυναμικά την υπόθεση της μικρασιατικής εμπλοκής, στοχεύοντας στη συντριβή των κεμαλικών δυνάμεων. Βεβαίως, με τη Συνθήκη των Σεβρών, οι ιμπεριαλιστές "σύμμαχοι" στόχευαν στη συντριβή του κεμαλικού καθεστώτος και την υποδούλωση του τούρκικου λαού και για την υλοποίηση αυτών των επιδιώξεων ενέπλεξαν το υπό τον Βενιζέλο ελληνικό κράτος. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν ήδη στο έδαφος της Μικράς Ασίας».
Την Πρωτοχρονιά του 1921, το Κεντρικό Συμβούλιο των κομμουνιστών στρατιωτών του μετώπου μεταφέρει ένα διαφωτιστικό, ζωντανό και επαναστατικό μήνυμα για το νέο έτος (δημοσιεύτηκε στο «Εργατικός Αγών», 3/1/1921), όπου ανάμεσα στα άλλα αναφέρει: «Η πρώτη του 1921 δεν ακούει εδώ πάνω στο μέτωπο ούτε τα μοιρολόγια των αδικοσκοτωμένων, ούτε τους στεναγμούς των βασανισμένων, αλλά μια κραυγή μεγάλη, στεντόρεια, που βγαίνει κι από των πολεμιστάδων τα παλληκαρίσια στήθια κι από των κειτόμενων τα χτικιασμένα πνευμόνια κι από των αποθαμένων τα χωσμένα κόκαλα: Ζήτω η επανάστασις!». Την ίδια περίοδο, στον ελλαδικό χώρο από τις αρχές του 1921, οργανώνονται διαδηλώσεις και άλλες κινητοποιήσεις με οικονομικά, πολιτικά αιτήματα και αντιπολεμικά συνθήματα. Η απάντηση της αντίδρασης - όπως ήταν αναμενόμενο - φτάνει μέχρι το σημείο να εμποδιστεί η έκδοση του «Ριζοσπάστη» για τρεις μέρες.
Το τέλος
Φτάνουμε στο 1922. Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι απελπιστική. Ο Κεμάλ, ηγέτης της τουρκικής εθνικής αστικής επανάστασης, έχει υπογράψει σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας με τη σοβιετική Ρωσία, τις τρεις σοβιετικές Δημοκρατίες του Καυκάσου, αλλά και με τις ανταντικές χώρες Γαλλία και Ιταλία. Ακόμη και σε αυτές τις συνθήκες, όμως, το ΣΕΚΕ (Κ) έχει συγκεκριμένη και ρεαλιστική πρόταση.
Με ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του («Ριζοσπάστης», 22/2/1922), αφού υποστηρίζει ότι «μόνον το κόμμα μας είχε το θάρρος να διακηρύξει ότι ο μικρασιατικός πόλεμος είναι καταδικασμένος από τον ελληνικόν λαόν και ότι η συνέχισίς του πρόκειται να αποβή εις καταστροφήν ολοκλήρου της χώρας», προτείνει: «Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από την κρίσιν παρά μόνον η κατάπαυσις του πολέμου και η άμεσος ειρήνη, καθώς και η διάλυσις της εθνοσυνελεύσεως, η οποία διά της στάσεώς της απεδείχθη αντίθετος προς την εντολήν την οποίαν έλαβεν».
«Μέσα σε αυτή την πρόταση του κόμματος της εργατικής τάξης συμπυκνώνεται η δυνατότητα υπέρβασης των αδιεξόδων, τα οποία δημιούργησαν με την πολιτική τους τόσο το κόμμα του Βενιζέλου όσο και τα βασιλικά κόμματα». Φυσικά, η πρόταση απορρίπτεται από τα κόμματα της αστικής τάξης. Η κυβέρνηση Γούναρη (αντιβενιζελικοί), έχοντας προ πολλού αθετήσει τις προεκλογικές της υποσχέσεις για παύση του πολέμου, συνεχίζει με αμείωτη ένταση τις πολεμικές επιχειρήσεις. Αποδεικνύουν ότι τα αστικά πολιτικά κόμματα έχουν μόνο ένα στόχο: Την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης και με αυτή την πυξίδα λειτουργούν.
Και σε τούτο πρέπει να προστεθεί η ταξική φορολογική πολιτική των βενιζελικών και αντιβενιζελικών κυβερνήσεων σε όλο το διάστημα του πολέμου, που φτάνει σε σημείο εξοργιστικό: Μένουν τελείως αφορολόγητα τα πολεμικά κέρδη εφοπλιστών, μεγαλεμπόρων και βιομηχάνων. «Τα διαδιδόμενα και καταλλήλως γραφόμενα εις όλας τας αστικάς εφημερίδας περί δήθεν φορολογίας του κεφαλαίου, δηλαδή των ανωνύμων εταιριών, τραπεζών, εφοπλιστών κτλ. είναι ψεύδη, ασύστολα», σημειώνει το ΣΕΚΕ (Κ).
Η τρομοκρατία όλη αυτή την περίοδο διογκώνεται. Η νέα κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη εξαπολύει τρομοκρατία με συλλήψεις, καταδίκες και φυλακίσεις. Τα μέτρα θα ξεπεράσουν κάθε προηγούμενο σε μαζικότητα και βιαιότητα. Στις αρχές του Ιούλη κλείνεται στις φυλακές Συγγρού ο διευθυντής του «Ριζοσπάστη» Γ. Πετσόπουλος. Τέσσερις μέρες αργότερα συλλαμβάνονται τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΕΚΕ (Κ) και της Διοίκησης της ΓΣΕΕ για αντιπολεμική δράση. Στο μέτωπο η τρομοκρατία, επίσης, διογκώνεται. Συλλαμβάνονται στρατιώτες για την αντιπολεμική τους δράση. Είναι μέλη και οπαδοί της Κεντρικής Επιτροπής κομμουνιστών στρατιωτών του μετώπου. Είκοσι δύο στρατιώτες κλείνονται στις φυλακές της Σμύρνης, με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας». Επρεπε να προετοιμαστεί ένα «άλλοθι» για την κατάρρευση του μετώπου.
Το μέτωπο δεν άργησε να καταρρεύσει. Στις 13 Αυγούστου 1922, αρχίζει η αντεπίθεση του Κεμάλ. Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 27 Αυγούστου, οι Τούρκοι μπαίνουν στη Σμύρνη. Τα όσα επακολουθούν, οι συνέπειες αυτής της καταστροφής, ταλάνιζαν τη χώρα για δεκαετίες αργότερα.
Χρήσιμα συμπεράσματα
Η συγκεκριμένη τραγική ιστορική περίοδος αποτελεί και πηγή για την άντληση χρήσιμων συμπερασμάτων για το λαϊκό κίνημα και την πάλη του στις σύγχρονες συνθήκες. Ας μην ξεχνάμε ότι και σήμερα η ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων ανάβει φωτιές πολέμου στην περιοχή της Ευρασίας, ενώ η άρχουσα τάξη της Ελλάδας δεμένη στο άρμα του ιμπεριαλισμού (δεν μπορεί βεβαίως να κάνει διαφορετικά), όπως και τότε, συμμετέχει ενεργά στην ιμπεριαλιστική δράση.
Ενα πρώτο βασικό συμπέρασμα, που βγαίνει αβίαστα από τη μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, είναι ότι τα ιμπεριαλιστικά κράτη μπροστά στα συμφέροντά τους γίνονται αδίστακτα απέναντι στους λαούς, σφάζουν, δολοφονούν, με τους πολέμους που εξαπολύουν, διαμελίζουν χώρες, καλλιεργούν τον εθνικισμό και το σοβινισμό, προκειμένου να επιβάλουν τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, τη διεθνική εκμεταλλευτική δράση των μονοπωλίων. Μέσα από τα γεγονότα της μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής, φωτίζεται και η σύγχρονη πραγματικότητα, που διαμορφώνει η ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων στα Βαλκάνια, στην Εγγύς και στη Μέση Ανατολή, γενικότερα στο γεωγραφικό χώρο της «Ευρασίας». Πόλεμος στα Βαλκάνια, διαμελισμοί κρατών, εθνικιστικές αντιθέσεις. Πόλεμος στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Μέση Ανατολή, σχέδια για τη Μεγάλη Μέση Ανατολή από το ΝΑΤΟ, που σημαίνουν επεμβάσεις στον αραβικό κόσμο, αλλά και στη Βόρεια Αφρική κλπ. Οι λόγοι, οι ίδιοι. Τα πετρέλαια και οι δρόμοι μεταφοράς τους, αλλά πάνω απ' όλα τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ηγετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σε βάρος των ανταγωνιστών τους σήμερα και ιδιαίτερα στην περιοχή της Ασίας (ενάντια σε Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Τότε ενδιαφέρονταν για το μοίρασμα στην περιοχή των αποικιών της ηττημένης στον Α? Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανίας, αλλά και τον αποκλεισμό της Σοβιετικής Ρωσίας, το «πνίξιμο» του πρώτου στον κόσμο εργατικού κράτους. Σήμερα, επίσης, επιδιώκουν να ανακόψουν κάθε αντίσταση κρατών και λαών στα σχέδια της ολοκληρωτικής επιβολής των συμφερόντων τους στην περιοχή. Και σήμερα όπως και τότε, η περιοχή μας είναι πεδίο όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, με απρόβλεπτες συνέπειες, ή μάλλον με καταστρεπτικές, αν δεν πάρουν οι λαοί τις τύχες τους στα χέρια τους.
Ενα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι τα πολιτικά κόμματα της άρχουσας τάξης, μπορεί να φαίνεται ότι αντιπολιτεύονται μεταξύ τους, εκμεταλλευόμενα τα προβλήματα και τις ανάγκες του λαού, εξαπατώντας τον ακόμη και με την κάλπικη προβολή λύσεων προς όφελός του, αλλά πάντα ασκούν την ίδια ακριβώς πολιτική για την πραγματοποίηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Τότε η αντιβενιζελική παράταξη, με το σύνθημα να σταματήσει ο πόλεμος, αντικατέστησε με τη λαϊκή ψήφο την κυβέρνηση Βενιζέλου. Αλλά ο πόλεμος συνεχίστηκε, γιατί αυτό ήθελε η άρχουσα τάξη. Να διεκδικήσει μερίδιο σ' έναν κατακτητικό άδικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο από κοινού με τους συμμάχους της. Σήμερα συμμετέχει η άρχουσα τάξη στην ιμπεριαλιστική δράση στα Βαλκάνια, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, συμμετείχε στον Πόλεμο του Κόλπου το 1990, με κυβερνήσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ, όσο και της ΝΔ. Και, βεβαίως, και τα δύο κόμματα της άρχουσας τάξης ανταγωνίζονται ποιο από τα δύο μπορεί να εφαρμόσει την ευρωατλαντική πολιτική. Επίσης, και σήμερα υπάρχει και δρα ελληνικός στρατός έξω από τα σύνορα (Βοσνία, ΠΓΔΜ, Αφγανιστάν). Με βάση και την εμπειρία της μικρασιατικής καταστροφής, η εργατική τάξη της Ελλάδας, ο λαός της μόνο δεινά μπορούν να περιμένουν από τη συμμετοχή στην ιμπεριαλιστική δράση και τη λεγόμενη «αντιτρομοκρατική εκστρατεία» των αστικών κυβερνήσεων ή, όπως καμουφλάρισαν το πολεμικό δόγμα, «για την εγκαθίδρυση δημοκρατίας σε κράτη με αυταρχικά καθεστώτα». Λες και τους αναγόρευσε κανένας σε παγκόσμιους «προστάτες». Και καταστρατηγούν με τα όπλα το δικαίωμα κάθε λαού να αποφασίζει ο ίδιος για την τύχη του. Αλλά, είπαμε, πάνω απ' όλα τα μονοπωλιακά συμφέροντα, που απαιτούν ιμπεριαλιστική δημοκρατία, δηλαδή δικτατορία του κεφαλαίου.
Τέλος, και τότε, το ΚΚΕ εκτιμούσε και προέβλεπε ότι, μέσα από την τυχοδιωκτική μικρασιατική εκστρατεία, έρχεται η καταστροφή και επιβεβαιώθηκε. Με την πολιτική και τη δράση του, με όλες του τις δυνάμεις, επιδίωκε τη ματαίωση του μικρασιατικού πολέμου. Αναδείκνυε το γεγονός ότι η πρόσδεση των ελληνικών κυβερνήσεων στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η συμμετοχή τους στην ιμπεριαλιστική δράση υπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων και του κεφαλαίου. Η συνεπής πολιτική αρχών απέναντι στην εργατική τάξη, όλο το λαό, συνέδεε σωστά την υπόθεση του πολέμου με την αστική εξουσία και τον ιμπεριαλισμό, ενώ πρότεινε διευθέτηση του μικρασιατικού ζητήματος έξω από τα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών συμφωνιών (Βερσαλίες, Λοζάνη, Σέβρες) και μεταξύ των δύο χωρών. Στις σύγχρονες συνθήκες, το ΚΚΕ είχε έγκαιρα προειδοποιήσει για τους κινδύνους πολέμου στα Βαλκάνια, τους διαμελισμούς, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή. Το ίδιο έκανε και μετά το χτύπημα στους «δίδυμους πύργους» στη Νέα Υόρκη (11/9/2001), προβλέποντας ότι αποτελεί αφορμή για νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Και σύντομα επιβεβαιώθηκε από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και μετέπειτα στο Ιράκ. Καταδίκασε τη συμμετοχή των ελληνικών κυβερνήσεων και την αποστολή στρατού έξω από τα σύνορα, προβάλλοντας τη θέση ότι κάθε λαός έχει δικαίωμα επιλογής σε ποιο κοινωνικό σύστημα θέλει να ζήσει και να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του, χωρίς ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους. Και είναι το κόμμα μας, το μόνο κόμμα που διεξάγει συνεπή αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δράση, καλώντας το λαό να συγκροτήσει το δικό του κοινωνικοπολιτικό μέτωπο πάλης, σε συνδυασμό με την κοινή πάλη με τους άλλους λαούς για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και της εξουσίας των μονοπωλίων, για τη λαϊκή εξουσία, δηλαδή το σοσιαλισμό, ως τη μόνη λύση που μπορεί να αποτρέπει τη συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

TOP READ