11 Φεβ 2012

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ Σε φάση νέας όξυνσης οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις


ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
Σε φάση νέας όξυνσης οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις
Αντιθέσεις και παζάρια ενόψει της νέας σύμβασης για την Ελλάδα 
Οσες «συνταγές» κι αν δοκιμάζουν, τα νούμερα δεν τους βγαίνουν. Η κρίση είναι καπιταλιστική και τα αδιέξοδα στην αστική διαχείριση πολλαπλασιάζονται
Με οξύτητα επανέρχονται στο προσκήνιο οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις γύρω από τον επιμερισμό των βαρών για την αναγκαία απαξίωση κεφαλαίων μεταξύ των κρατών - μελών της ΕΕ, μονοπωλιακών ομίλων και τραπεζών, στο φόντο της αστικής διαχείρισης της κρίσης. Η Γερμανίδα καγκελάριος Α. Μέρκελαπέρριψε τις προτάσεις του Ιταλού πρωθυπουργού Μ. Μόντι, αλλά και της Κρ. Λαγκάρντ για διπλασιασμό των κεφαλαίων του μόνιμου μηχανισμού στήριξης (ESM) στο 1 τρισεκατομμύριο ευρώ, ενώ ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται ζήτημα μεταβατικού δανείου προς την Ελλάδα,«στην περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις με τους ομολογιούχους ιδιώτες πιστωτές για το κούρεμα δεν προχωρήσουν».
Στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Βέλγο πρωθυπουργό Ελιο Ντι Ρούπο, η Α. Μέρκελ είπε: «προτεραιότητα αποτελεί να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις και να τεθεί το γρηγορότερο δυνατόν σε ισχύ ο ESM». Η Μέρκελ τόνισε ότι η Γερμανία κατέβαλε πάντα κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να προστατεύσει το ευρώ, κάτι για το οποίο συνεχίζει να αισθάνεται υπεύθυνη. «Αλλά το να επιχειρούμε πάντα μία καινοτομία χωρίς να έχουμε καν ολοκληρώσει την προηγούμενη, δεν το θεωρώ σωστό», υπογράμμισε χαρακτηριστικά, υπερασπιζόμενη τα συμφέροντα των ισχυρότερων της ντόπιας αστικής τάξης, που θέλουν μεν τη διάσωση του ευρώ, με το μικρότερο όμως δυνατό κόστος για τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους.
Η ίδια επισήμανε ότι η Ευρώπη πρέπει να δείξει ότι ο μηχανισμός στήριξης του κεφαλαίου (EFSF) με τα 230 δισ. ευρώ, είναι αποτελεσματικός, ενώ επικαλέστηκε και το γεγονός ότι η ΕΚΤ μόλις έδωσε 500 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών. Ταυτόχρονα, τάχθηκε κατά του σεναρίου χορήγησης ενός δανείου - γέφυρας στην Ελλάδα, αν δεν προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις με τους ιδιώτες πιστωτές για το κούρεμα του χρέους. «Τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται για μένα», είπε η Μέρκελ, προσθέτοντας ότι μέχρι τον Μάρτη απομένει αρκετός χρόνος για την επεξεργασία ενός νέου προγράμματος για την Ελλάδα, που θα συνοδεύεται από πλήθος νέων αντιλαϊκών μέτρων.
Γενικευμένη ανησυχία για την κρίση
Στην εαρινή σύνοδο κορυφής του Μάρτη παρέπεμψε το αίτημα της Ρώμης για αύξηση των πόρων του ESM ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε. Ενίσχυση των ευρωπαϊκών ταμείων και έκδοση ευρωομόλογου ζήτησε από την πλευρά της η Κρ. Λαγκάρντ. «Ακόμη και η πολιτική δέσμευση για την έκδοση κοινού ομολόγου, χωρίς καν την εφαρμογή, θα βοηθούσε να πειστούν οι αγορές για την μελλοντική βιωσιμότητα της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης», είπε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, μιλώντας χθες στο Γερμανικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, στο Βερολίνο.
Η ίδια τόνισε την ανάγκη για μεγαλύτερη εσωτερική ολοκλήρωση, αποδίδοντας την κρίση στην «ατελή ολοκλήρωση» και τάχθηκε κατά των οριζόντιων περικοπών στους εθνικούς προϋπολογισμούς, καθώς αυτή η πρακτική, όπως είπε, αυξάνει τον κίνδυνο ύφεσης.«Κάποιες χώρες έχουν, πράγματι, πολλά ακόμη να κάνουν για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους και την προοπτική ανάπτυξης. Γι΄αυτό, είναι απαραίτητες οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά, όπως δείχνει η εμπειρία, η δημοσιονομική σταθερότητα εξαρτάται, τελικά, από την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη», πρόσθεσε.
Εκφράζοντας συνολικά τις ανησυχίες των αστών για το βάθος της καπιταλιστικής κρίσης, η Λαγκάρντ σημείωσε ότι η σημερινή πρόκληση αφορά την σωτηρία της παγκόσμιας οικονομίας και επανέλαβε την προειδοποίησή της για τον κίνδυνο μιας κρίσης στα πρότυπα αυτής του 1930, χαρακτηρίζοντας τα μέτρα που έλαβε τα τελευταία δύο χρόνια η Ευρώπη ως«σημαντικά, αλλά αποσπασματικά τμήματα μιας συνολικής λύσης».
Ζήτησε ακόμα την ενίσχυση του «ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης» και προέβλεψε ότι τα επόμενα χρόνια η ανάγκη χρηματοδότησης θα ανέλθει, παγκοσμίως στο ένα τρισεκατομμύριο δολάρια, ενώ εξέφρασε αισιοδοξία ότι το ΔΝΤ θα καταφέρει να εξασφαλίσει κονδύλια ύψους 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Λιγοστεύουν το «ρευστό»
Την ίδια ώρα, βέβαια, αντανακλώντας τους γενικότερους ανταγωνισμούς, οι υπουργοί Οικονομικών της Αυστρίας και του Λουξεμβούργου, απέρριπταν την έκκληση που έκανε το ΔΝΤ για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών ταμείων αρωγής. «Δεν μπορούμε να ρίχνουμε χρήματα σε αυτά τα ταμεία διάσωσης επ' άπειρον», είπε ο υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου, Λικ Φρίντεν. «Ηδη υπάρχουν πολλές χώρες που δεν είναι πλέον σε θέση να βάλουν περισσότερα χρήματα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ)», είπε η υπουργός Οικονομικών της Αυστρίας, Μαρία Φέκτερ, αναφερόμενη στο νέο ταμείο που θα αντικαταστήσει το ΕΤΧΣ από τον προσεχή Ιούλιο.Ενόψει της συνόδου Κορυφής της ΕΕ στις 30 του μήνα, η συζήτηση για την αντιμετώπιση της κρίσης διεξάγεται σε κλίμα έντασης. Στο μεταξύ, ανακοινώθηκε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπ. Ομπάμα θα συναντηθεί με τον Ιταλό πρωθυπουργό Μ. Μόντι στην Ουάσιγκτον στις 9 Φλεβάρη. «Οι δύο ηγέτες θα συζητήσουν τα βήματα που ακολουθεί η ιταλική κυβέρνηση για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και την τόνωση της ανάπτυξης μέσω δομικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και την προοπτική της επέκτασης του δημοσιονομικού τείχους προστασίας της Ευρώπης», σημειώνεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση του Λευκού Οίκου.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας Μ. Νούναν, δήλωσε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα να διοργανώσει ένα «πολιτικά παρακινδυνευμένο»δημοψήφισμα για το Δημοσιονομικό Σύμφωνο της Ευρωζώνης. «Δεν θα γνωρίζουμε οριστικά, έως ότου να έχουμε το τελικό σχέδιο για το Δημοσιονομικό Σύμφωνο», είπε στους δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες, λίγο πριν από την έναρξη των εργασιών του Γιούρογκρουπ. «Στην περίπτωση που ανακύψει η ανάγκη για μια συνταγματική τροποποίηση, ασφαλώς και θα έχουμε δημοψήφισμα» στην Ιρλανδία, υπογράμμισε.

Κρίση, ανταγωνισμοί, διέξοδος



Κρίση, ανταγωνισμοί, διέξοδος
Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κρίση, εκφράζουν την αδυναμία του αστικού πολιτικού συστήματος να τη διαχειριστεί σε όφελος του κεφαλαίου. Την ίδια ώρα, η κρίση οξύνει τους ανταγωνισμούς και τις αντιθέσεις ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου, ανάμεσα στο βιομηχανικό, στο εμπορικό, στο τραπεζικό κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι διαπλέκονται μεταξύ τους, αφού το βιομηχανικό κεφάλαιο δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς το εμπορικό γιατί δε μπορεί να πουλήσει εμπορεύματα, ενώ και το βιομηχανικό και το εμπορικό δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς τις τράπεζες που είναι μοχλός στις επενδύσεις, ενώ και οι ίδιες διαπλέκονται με το βιομηχανικό, είτε άμεσα με ομίλους, είτε μέσω των δανείων που δίνουν. Οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί έχουν σχέση με την αναπόφευκτη καταστροφή τμήματος του κεφαλαίου και το ποια μερίδα θα καταστραφεί λιγότερο.Το γεγονός ότι η κρίση είναι γενικευμένη και συγχρονισμένη στην ΕΕ, αλλά και σε άλλα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη (π.χ., ΗΠΑ) αυξάνει πολλαπλάσια τις δυσκολίες διαχείρισής της, με δεδομένη την υπερχρέωση της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Γαλλίας, οι τράπεζες της οποίας διαχειρίζονται μεγάλο χρέος των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρωζώνης.
***
Η κρίση οξύνει τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς στην ΕΕ και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, που φτάνουν να δημιουργούν συνθήκες και διάσπασής της. Βασικά εμφανίζονται δύο πόλοι, ο ένας της Γερμανίας με τις βόρειες χώρες (π.χ., Ολλανδία, Φινλανδία, Αυστρία και άλλες), που είναι πιο ισχυρές, ο άλλος της Γαλλίας με τις μεσογειακές, που περνάνε πιο βαθιά κρίση και με μεγαλύτερα κρατικά χρέη. Ενταση ανταγωνισμών υπάρχει και στο εσωτερικό κρατών, όπως η Γερμανία, που έχει σχέση με τη διαχείριση της κρίσης, τη θέση της Γερμανίας στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, το ευρώ ως διεθνές χρήμα, τη μεγάλη ή μικρή Ευρωζώνη, ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους, τις εξαγωγές κ.λπ. Ανταγωνισμοί που διαπλέκονται και με τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς στη διεθνή αγορά και αυξάνουν τους ευρωενωσιακούς και ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, π.χ. ΗΠΑ - Γερμανίας ή Ευρωζώνης. Οι ΗΠΑ έχουν ασχοληθεί επανειλημμένως με παρεμβάσεις στην ΕΕ για τη σωτηρία της Ελλάδας σε κατεύθυνση που οξύνει το πρόβλημα διαχείρισης της κρίσης στην Ευρωζώνη. Δείγματα η επιμονή του Ομπάμα σε συναντήσεις του με την Μέρκελ, η αντιπαράθεση Σόιμπλε - Γκάιντνερ (ΗΠΑ - Γερμανίας) στο ΕΚΟΦΙΝ λίγο πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του Ιούλη κ.λπ. Οι ΗΠΑ έχουν αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο με τη Γερμανία, γερμανικά κεφάλαια έχουν τεράστιες επενδύσεις στις ΗΠΑ, η κρίση μπορεί να φέρει ανακατατάξεις στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Η μοιρασιά ενεργειακών πηγών της Ελλάδας με τις ιδιωτικοποιήσεις είναι πεδίο ανταγωνισμών. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται για τους υδρογονάνθρακες, η Γερμανία για τις ανανεώσιμες πηγές, αλλά υπάρχουν ανταγωνισμοί στον τομέα Ενέργειας ανάμεσα στα μονοπώλια που δρουν στις διαφορετικές πηγές της. Η Κίνα διαχειρίζεται χρέη των ΗΠΑ, αλλά αναπτύσσει οικονομικές σχέσεις με Γερμανία και Ευρωζώνη. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, σε συνδυασμό με την κρίση και με δεδομένη τη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, πρέπει να δούμε τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις. Για παράδειγμα, οι ελληνικοί επιχειρηματικοί όμιλοι στις διαφορετικές μορφές ενέργειας με ποιων κρατών τα μονοπώλια θέλουν κολεγιά; Οσο για το ευρώ, η έξοδος απ' αυτό καταστρέφει πολλαπλάσια το κεφάλαιο, λόγω υποτίμησης με το νέο νόμισμα.
***
Βεβαίως, όλα αυτά απαντούν από τη σκοπιά των συμφερόντων του κεφαλαίου και σ' αυτά τα πλαίσια. Απ' αυτήν τη σκοπιά και η αναζήτηση άμεσης πολιτικής λύσης με κυβέρνηση συνεργασίας των αστικών κομμάτων για να ολοκληρώσουν τη δανειακή συμφωνία, που σημαίνει συμβολή στη σωτηρία του κεφαλαίου και χρεοκοπία του λαού. Δεν επιδιώκεται για να πληρωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, αλλά για να χρηματοδοτηθεί η πλουτοκρατία. Γι' αυτό ο λαός να μην εγκλωβιστεί. Να παρέμβει με κάθε μορφή πάλης για την ανατροπή αυτής της πολιτικής. Οι εξελίξεις αναδείχνουν ακόμα πιο έντονα τη σύγκρουση των δύο δρόμων ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας και κάνουν ακόμα πιο επίκαιρη την πρόταση του ΚΚΕ στο λαό: Αποδέσμευση από την ΕΕ με λαϊκή εξουσία, που θα διαγράψει ολόκληρο το χρέος, θα κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής και με κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό - λαϊκό έλεγχο θα βάλει τον παραγόμενο πλούτο στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών, στην υπηρεσία αυτών που τον παράγουν και τον κλέβουν οι κεφαλαιοκράτες. Μόνο το εργατικό κίνημα και η συμμαχία του με τους αυτοαπασχολούμενους και τους μικρούς αγρότες μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση υπέρ του λαού, να σώσει το λαό από τη φτώχεια και την εξαθλίωση, παλεύοντας για την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων.

Ι.


Για την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων



Για την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων
Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε γενικά στην «αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών οικονομιών», επομένως και στις σχέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών στην εποχή του ιμπεριαλισμού, κάτω και από τη δράση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, σχέσεις που διαμορφώνονται από τη θέση τους στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, και στις οποίες επιδρά και το στοιχείο της «δύναμης» της καπιταλιστικής οικονομίας, των μονοπωλίων, και του καπιταλιστικού κράτους. Αναφερθήκαμε επίσης στο γεγονός ότι τόσο η εσωτερική πολιτική που εφαρμόζεται σε κάθε χώρα, όσο και η εξωτερική της πολιτική καθορίζονται από τη θέση της στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και υπηρετεί συνειδητά την αναπαραγωγή των σχέσεων εκμετάλλευσης και την ενίσχυσή τους. Το αυτό ισχύει και για τις χώρες που συμμετέχουν στο ιμπεριαλιστικό σύστημα από υποδεέστερη και εξαρτημένη θέση, όπως η Ελλάδα. Επομένως, η πολιτική που εφαρμόζεται από τις αστικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα, και η εσωτερική και η εξωτερική, αντανακλά και την υποδεέστερη και εξαρτημένη θέση του ελληνικού καπιταλισμού σε συνθήκες αλληλεξάρτησης των καπιταλιστικών οικονομιών. Και, βεβαίως, στην πολιτική που εφαρμόζεται, δεν μπορεί να υπάρξει ισοτιμία, λόγω ακριβώς του ότι η αλληλεξάρτηση υπάρχει σε ανισότιμες σε δύναμη οικονομίες και κράτη. Αυτό το γεγονός δημιουργεί και την εντύπωση «επιβολής» από τα διακρατικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, στα οποία επίσης συμμετέχει η Ελλάδα από υποδεέστερη θέση, της πολιτικής που εφαρμόζεται και ότι οι αστικές κυβερνήσεις την αποδέχονται «αναγκαστικά». Οτι κυβερνήσεις δεν αντιτάσσονται σ' αυτή, παρά τη φαινομενικά αρνητική επίδραση στη χώρα.
Αυτή η εντύπωση είναι λαθεμένη, αφού η επιλογή συμμετοχής στους διεθνείς και περιφερειακούς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και ενώσεις είναι στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου στην Ελλάδα, επομένως και συνειδητή επιλογή των αστικών κυβερνήσεων. Ακόμη και όταν πράγματι απ' αυτές τις επιλογές οι κυβερνήσεις των υποδεέστερων κρατών αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ή εκχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα, πάλι η ουσία δεν αλλάζει. Η συμμετοχή στην ιμπεριαλιστική δράση, συνέπεια της οποίας είναι να εμφανίζονται και δυσκολίες, είναι στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι όποιες αντιθέσεις εμφανίζονται ανάμεσα στις ισχυρές και τις υποδεέστερες χώρες λύνονται με τη δύναμη των μονοπωλίων και του κράτους εις βάρος, βεβαίως, της υποδεέστερης χώρας. Και μπορεί να φαίνεται πιο ωφελημένο το κεφάλαιο των ισχυρών κρατών, αλλά δεν είναι απόλυτα σωστό, ωφελείται και το κεφάλαιο των υποδεέστερων χωρών.
Η επιβολή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, ως κατευθύνσεις της ΕΕ για παράδειγμα, είναι μονόδρομος για το κεφάλαιο, στα πλαίσια της έντασης του ανταγωνισμού και της δημιουργίας ευνοϊκότερων συνθηκών αναπαραγωγής του. Η τάση για εξαγωγή κεφαλαίων και από καπιταλιστικά κράτη που βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση είναι υπαρκτή, αλλά χρειάζεται ως αναγκαία και ικανή συνθήκη, για να πραγματοποιείται, τη συμμετοχή στην ιμπεριαλιστική δράση. Και, βεβαίως, είναι πιο αποτελεσματική με τη συμμετοχή για παράδειγμα της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Βεβαίως, από τη συγκεκριμένη δράση, με δεδομένη τη συμμετοχή σ' αυτούς τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και ενώσεις, την πρωτοβουλία έχουν τα ηγετικά καπιταλιστικά κράτη που αρπάζουν και τη μερίδα του λέοντος από τη λεία του μοιράσματος των αγορών. Αλλά ακόμη και έτσι, δηλαδή με περισσότερο ωφελημένα τα μονοπώλια των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, τα γενικά συμφέροντα του κεφαλαίου στην Ελλάδα είναι ωφελημένα. Και επίσης το γεγονός ότι και η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική των αστικών κυβερνήσεων της Ελλάδας ενισχύει και την τάση στήριξης και ενίσχυσης των χαρακτηριστικών του ιμπεριαλισμού, δηλαδή της ενίσχυσης των μονοπωλιακών ομίλων, της εξαγωγής κεφαλαίων, αλλά και της συμμετοχής σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, αυτό δε σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις της Ελλάδας έχουν τη δύναμη να επιβάλουν τη θέλησή τους αυτοτελώς σε χώρες π.χ. που εξάγουν κεφάλαια ή ακόμη και να αντιμετωπίσουν πιθανά προβλήματα μεταξύ τους (π.χ. ονοματολογία Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας), με δεδομένη τη δράση και άλλων καπιταλιστικών κρατών, κυρίως των ηγετικών σ' αυτές τις χώρες. Συμβάλλουν όμως στην επιβολή της πολιτικής που απαιτούν τα ηγετικά κράτη ή η ΕΕ. Και να θυμίσουμε ορισμένα παραδείγματα. Δεν ήταν ο Κ. Σημίτης ως πρωθυπουργός στην Ελλάδα που ανέλαβε «την πρωτοβουλία» με περιοδεία του στις χώρες της Βαλκανικής (Βουλγαρία, Ρουμανία) προκειμένου να βοηθήσει τις κυβερνήσεις τους ώστε να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ; Δεν ήταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και ο Γ. Παπανδρέου που συνέβαλαν στην ανατροπή της κυβέρνησης Μιλόσεβιτς στη Γιουγκοσλαβία;
Και όλ' αυτά στα πλαίσια της δραστήριας συμμετοχής για την εξάπλωση της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων, ακόμη και αν αυτό απαιτεί εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Γεγονός που επίσης ο Γ. Παπανδρέου έχει ομολογήσει ανοιχτά ως υπουργός Εξωτερικών.
Αλλωστε, από τη στιγμή που η άμυνα και η ασφάλεια της Ελλάδας εντάχθηκε από τις κυβερνήσεις της στο δόγμα του ΝΑΤΟ για τη λεγόμενη συλλογική ασφάλεια, γεγονός που ΝΑΤΟποίησε το Αιγαίο(1997), ουσιαστικά εκχωρήθηκαν κυριαρχικά δικαιώματα. Το ζήτημα βεβαίως της εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων σε διακρατικούς οργανισμούς και ενώσεις, το οποίο δε γίνεται πάντοτε εμφανές, εγκυμονεί κινδύνους λόγω ακριβώς των ενδομονοπωλιακών ανταγωνισμών και σε επίπεδο περιφερειακών κρατών με την ίδια πάνω - κάτω ισχύ των καπιταλιστικών οικονομιών. Αλλά αυτά έρχονται ως συνέπεια των στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου στην Ελλάδα, που αντανακλούν τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων ως μονόδρομο, ως συνειδητές και όχι ως αναγκαστικές, λόγω εξάρτησης.
Επομένως και το ζήτημα της υπεράσπισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων από το λαό, για να έχει αποτέλεσμα προς όφελός του, πρέπει να αναδεικνύει το γεγονός ότι η εκχώρησή τους γίνεται γιατί αυτό απαιτούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Οτι οι κίνδυνοι ελλοχεύουν γιατί αυτό απαιτεί το κεφάλαιο και εφαρμόζουν με την πολιτική οι κυβερνήσεις του. Αρα η εξάλειψή τους είναι διαλεχτικά δεμένη με την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Και η πάλη για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων συνδέεται οργανικά με την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και πρέπει να τείνει σ' αυτήν.
Συνεχίζεται

Λ.


Ο Σοσιαλισμός είναι το Μέλλον!



Ο Σοσιαλισμός είναι το Μέλλον!
Εκπρόσωποι από 74 Κόμματα αναμένονται στην Αθήνα
Από τη Συνάντηση στο Μινσκ της Λευκορωσίας, το 2007
Η Ελλάδα, που βρίσκεται σήμερα στο «μάτι του κυκλώνα» της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, και ειδικότερα η Αθήνα, των μεγάλων εργατικών και λαϊκών αγώνων των τελευταίων χρόνων, θα φιλοξενήσει από τις 9 έως τις 11 Δεκέμβρη 2011 τη13η Διεθνή Συνάντηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων.
Στις εργασίες της Διεθνούς Συνάντησης έχουν ήδη δηλώσει τη συμμετοχή τους74 κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα από 58χώρες. Μεγάλος αριθμός ΚΚ θα εκπροσωπηθεί από τους ΓΓ, τους Προέδρους και άλλα μέλη των ανώτατων συλλογικών καθοδηγητικών οργάνων των κομμάτων. Συγκεκριμένα, στη Διεθνή Συνάντηση θα λάβουν μέρος 29 ΓΓ ή Πρόεδροι κομμάτων και 15 μέλη ΠΓ.
Οι εκπρόσωποι των ΚΚ θα συναντηθούν λίγους μήνες μετά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στη Λιβύη, κι ενώ εξαπολύονται πολεμικές απειλές σε βάρος του Ιράν και εφαρμόζονται τα ιμπεριαλιστικά επεμβατικά σχέδια κατά της Συρίας. Σε μια στιγμή που εκτυλίσσεται η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, ιδιαίτερα στα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, ΕΕ), οδηγώντας στην ανεργία, στην εξαθλίωση εκατομμύρια εργαζόμενους. Την ώρα που ισχυροποιούνται νέες ανερχόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για τις πρώτες ύλες, τους δρόμους μεταφοράς, τα μερίδια των αγορών. Τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος, που βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, η επίθεση στα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα καταδεικνύουν την αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού 20 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ενωση.
Από τη Συνάντηση στην Ινδία, το 2009
Οι παραπάνω εξελίξεις, αλλά και τα καθήκοντα που προκύπτουν για τους κομμουνιστές σ' αυτές τις σύνθετες και δύσκολες συνθήκες, για την ανάπτυξη του εργατικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, θα βρεθούν στο επίκεντρο της 13ης Διεθνούς Συνάντησης των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων. Το θέμα της Διεθνούς Συνάντησης έχει ως εξής: «Ο Σοσιαλισμός είναι το Μέλλον! Η διεθνής κατάσταση και η εμπειρία των κομμουνιστών 20 χρόνια μετά την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ. Τα καθήκοντα για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, ιμπεριαλιστικών πολέμων, των σύγχρονων λαϊκών αγώνων και εξεγέρσεων, για τα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα, την ενίσχυση του προλεταριακού διεθνισμού και του αντιιμπεριαλιστικού μετώπου, για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού».
Ανάγκη οι κομμουνιστές να συντονίσουν τη δράση τους
Το ΚΚΕ δεν κρύβει στα επίσημα ντοκουμέντα του τις εκτιμήσεις που έχει κάνει για την κατάσταση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το Κόμμα μας εκτιμά πως το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ιδιαίτερα μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, βιώνει μια βαθιά ιδεολογικο-πολιτική κρίση, όπου διεξάγεται σκληρή διαπάλη ανάμεσα στις επαναστατικές κομμουνιστικές απόψεις και τις ρεφορμιστικές, οπορτουνιστικές. Ανάμεσα στη γραμμή «αντίστασης - ρήξης» και στη γραμμή «προσαρμογής - ενσωμάτωσης» στο σύστημα του ιμπεριαλισμού. Στο επίκεντρο αυτής της διαπάλης βρίσκεται η στάση απέναντι στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και τις αιτίες των ανατροπών. Η επικαιρότητα του μαρξισμού - λενινισμού. Η ανάπτυξη της θεωρίας την εποχή περάσματος στο σοσιαλισμό και σε συνθήκες προσωρινής νίκης της αντεπανάστασης. Ο χαρακτήρας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο χαρακτήρας του ιμπεριαλισμού. Η σχέση της πάλης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η πολιτική συμμαχιών, η στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία. Η στάση των κομμουνιστών στα μαζικά κινήματα. Η στάση απέναντι στην καπιταλιστική κρίση, στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Η πολιτική έναντι των διακρατικών ιμπεριαλιστικών περιφερειακών και διεθνών ενώσεων. Ο ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης. Οι νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης. Ο προλεταριακός διεθνισμός.
Από την περσινή Συνάντηση στη Νότια Αφρική
Tο KKE έχει αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίεςγια να βγει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα απ' αυτήν την κατάσταση και να χαράξει επαναστατική στρατηγική. Στην κατεύθυνση αυτή πριν από 13 χρόνια ξεκίνησε τις Διεθνείς Συναντήσεις των ΚΚ, που βρήκαν μεγάλη και θερμή ανταπόκριση κι από δεκάδες άλλα ΚΚ, που καταλαβαίνουν την αναγκαιότητα οι κομμουνιστές να μπορούν να ανταλλάσσουν εκτιμήσεις, να συζητούν τις εξελίξεις και τα καθήκοντα που βρίσκονται μπροστά, να ανταλλάσσουν πείρα, αλλά και να συντονίζουν την κοινή δράση. Αυτές οι ετήσιες Διεθνείς, που ξεκίνησαν στην Αθήνα, καθιερώθηκαν ως ένα σημαντικό διεθνές γεγονός για το κομμουνιστικό κίνημα. Δεν διοργανώνονται πλέον από ένα ΚΚ, αλλά από μια Ομάδα Εργασίας ΚΚ και μετά από την Αθήνα, όπου πραγματοποιήθηκαν επί 7 συνεχή χρόνια, συνεχίστηκαν σε Λισαβόνα (Πορτογαλία), Mινσκ (Λευκορωσία), Σάο Πάολο (Βραζιλία), Νέο Δελχί (Ινδία), Τσουάνι (Νότια Αφρική). Φέτος, μετά από ένα «ταξίδι» σε 5 πρωτεύουσες άλλων κρατών και σε 4 ηπείρους (Ευρώπη, Αμερική, Ασία, Αφρική), επιστρέφουν (για φέτος) στην Αθήνα.
Στην απόφαση αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξε η αναγνώριση της σημασίας των εργατικών - λαϊκών αγώνων που αναπτύσσονται στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια από το ΚΚΕ, αλλά και από το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο (ΠΑΜΕ), τις άλλες λαϊκές συσπειρώσεις. Το σύνθημα που το Μάη του 2010 πρόβαλε το ΚΚΕ στην Ακρόπολη, καλώντας τους λαούς να ξεσηκωθούν, έγινε «σήμα κατατεθέν» των αγώνων που αναπτύχθηκαν και η πάλη του ΚΚΕ έγινε γνωστή πλατιά, παρά την προσπάθεια αποσιώπησης των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Μάλιστα, ορισμένες δυνάμεις ή και τηλεοπτικά δίκτυα (όπως, π.χ., το ιταλικό δίκτυο «7») επεδίωξαν να σβήσουν το ποιος απηύθυνε αυτό το κάλεσμα από το Βράχο της Ακρόπολης. Οι μεγάλοι εργατικοί αγώνες που ακολούθησαν και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα αποτελούν πηγή έμπνευσης και ελπίδας για τους κομμουνιστές κι άλλους αγωνιστές σε πολλές χώρες του κόσμου, όπως φαίνεται κι από τα μηνύματα αλληλεγγύης που φτάνουν στην έδρα της ΚΕ του Κόμματός μας.
Η σημασία των Διεθνών Συναντήσεων

Στη βάση αυτών των Συναντήσεων καθιερώθηκε το «Ενημερωτικό Δελτίο» των ΚΚ, που εκδίδεται στα αγγλικά, ενώ υπάρχει σήμερα και λειτουργεί η ιστοσελίδα του SOLIDNET(www.solidnet.org), όπου κάθε ΚΚ μπορεί να δημοσιοποιεί τις ενέργειές του, τις εκτιμήσεις και τα ντοκουμέντα του. Στη βάση του έχει οργανωθεί κι ένασύστημα ταχείας αλληλοενημέρωσης των ΚΚ, που βοηθάει και στην έγκαιρη τοποθέτηση των ΚΚ για σοβαρά διεθνή ζητήματα, όπως έγινε πρόσφατα με τον πόλεμο στη Λιβύη, όπου την Κοινή Ανακοίνωση που εκδόθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚΕ υπέγραψαν 64 κόμματα.
Επιπλέον, στη βάση των κοινών δράσεων που συμφωνούνται στις Διεθνείς Συναντήσεις, τα ΚΚ αναπτύσσουν κοινές πρωτοβουλίες ενάντια στον αντικομμουνισμό, για την ενίσχυση της αλληλεγγύης στους εργατικούς αγώνες, την ενίσχυση των διεθνών αντιιμπεριαλιστικών οργανώσεων, την αλληλεγγύη με τη σοσιαλιστική Κούβα, με λαούς που αγωνίζονται, όπως είναι ο λαός της Παλαιστίνης.
Από την άποψη αυτή, οι Διεθνείς Συναντήσεις προσφέρουν μια μοναδική δυνατότητα ανταλλαγής πείρας και απόψεων ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα που συμμετέχουν, ενώ η Ομάδα Εργασίας των ΚΚ, που φροντίζει από κοινού για τον τόπο, την ημερομηνία και το θέμα της Διεθνούς Συνάντησης, έχει πλέον αναλάβει και το ρόλο του συντονισμού των κοινών δράσεων, που αποφασίζονται στις Διεθνείς Συναντήσεις.
Για να ξεπεραστεί η κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος
1η Διεθνής Συνάντηση στην Αθήνα, το Μάη του 1998
Βεβαίως, είναι φανερό πως αυτές οι βαθιές διαφορές, στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω, δεν μπορούν να ξεπεραστούν μέσα από τις Διεθνείς Συναντήσεις, αφού οι αποκλείσεις είναι μεγάλες. Ωστόσο, είναι χρήσιμο κι εποικοδομητικό οι κομμουνιστές από δεκάδες χώρες να κουβεντιάζουν αυτές τις διαφορές, αφού, όπως είναι γνωστό, βρισκόμαστε σε μια φάση όπου πολλά ΚΚ χρειάστηκε μετά τις ανατροπές στις σοσιαλιστικές χώρες να ξεκινήσουν την κομματική οικοδόμηση από την αρχή. Σε δύσκολες συνθήκες και συχνά κάτω από απαγορεύσεις και διώξεις να προωθήσουν την επεξεργασία των προγραμματικών αρχών τους, της τακτικής και στρατηγικής τους.
Ετσι, η διαπάλη που διεξάγεται στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος δεν αναιρεί τη σημασία των Διεθνών Συναντήσεων, όπως και των περιφερειακών Συναντήσεων (των ΚΚ της Βαλκανικής, της Ανατολικής Μεσογείου, Ερυθράς Θάλασσας και Περσικού κ.ά.), καθώς και των θεματικών συναντήσεων, των διμερών επαφών, που αποτελούν δοκιμασμένες μορφές, που βοηθούν την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στις σημερινές συνθήκες.
Την ίδια ώρα, η εμφάνιση και η δράση στην Ευρώπη του οπορτουνιστικού μορφώματος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), που προωθεί τη μετάλλαξη των ΚΚ και προβάλλει τη διαχειριστική λογική στο πλαίσιο του συστήματος, επιβάλλει την ανάγκη να επιταχυνθούν οι διαδικασίες, με συγκεκριμένα, σταθερά, πρακτικά βήματα, συγκρότησης και διαμόρφωσης του κομμουνιστικού πόλου, μιας διακριτής δηλαδή παρουσίας κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, κομμουνιστικών δυνάμεων που δουλεύουν δραστήρια στην κατεύθυνση ενιαίας επαναστατικής στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Η πρωτοβουλία της ΔΚΕ
Σ' αυτήν την κατεύθυνση, έχει διαμορφωθεί η «Διεθνής Κομμουνιστική Επιθεώρηση»(ΔΚΕ), στην οποία συμμετέχουν τα θεωρητικά περιοδικά ή εφημερίδες 11 κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων [«Ετούντ Μαρξίστ» (Κόμμα Εργασίας Βελγίου), «Ντεμπάτε Αμπιέρτο» (Κομμουνιστικό Κόμμα Βενεζουέλας), «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας), «Προπουέστα Κομμουνίστα» (Κομμουνιστικό Κόμμα των Λαών της Ισπανίας), «Σοσιαλίστ Λάτβιι» (Σοσιαλιστικό Κόμμα Λετονίας), «Τσάιτουνγκ φομ Λετσεμπούργκερ φολεκ» (Κομμουνιστικό Κόμμα Λουξεμβούργου), «Ελ Κομμουνίστα» (Κόμμα των Κομμουνιστών, Μεξικό), «Σζαμπαντσάγκ» (Ουγγρικό Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα), «Μαρξίσμ ι Σοβρεμένοστ» (Ενωση Κομμουνιστών Ουκρανίας), «Σοβέτσκι Σαγιούζ» (Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας), «Γκελενέκ» (Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα)], που έχουν δεσμευτεί σε ένα πλαίσιο αρχών.
Η ΔΚΕ, που εκδίδεται μέσα από μια σύνθετη, αλλά ουσιαστική και συντροφική διαδικασία, με ευθύνη της Συντακτικής Επιτροπής της, προβάλλει την ανάγκη της «υπεράσπισης των αρχών του μαρξισμού - λενινισμού, του προλεταριακού διεθνισμού, την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης, της δικτατορίας του προλεταριάτου και της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας». Τα ΚΚ, που πήραν την πρωτοβουλία συγκρότησής της, επιδιώκουν μ' αυτόν τον τρόπο να συμβάλουν στη θεωρητική και ιδεολογική ανασύνταξη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σε στέρεη μαρξιστική - λενινιστική βάση, παρά τις όποιες διαφορετικές προσεγγίσεις έχουν σε ζητήματα τακτικής και στρατηγικής, δημιουργώντας σε κρίσιμα ιδεολογικά ζητήματα ένα κοινό μέτωπο. Οπως σημειώνεται στην ιδρυτική της Διακήρυξη: «Η θεωρητική και ιδεολογική ανασύνταξη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς αταλάντευτη διαπάλη ενάντια στα ρεύματα που δρουν μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως η σοσιαλδημοκρατία, κάθε είδος οπορτουνισμού στο ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα, ρεβιζιονισμού, ρεφορμισμού, εθνικισμού, κοσμοπολιτισμού του κεφαλαίου και του φιλελευθερισμού. Εκθέτουμε λοιπόν τις θέσεις μας, την αντίληψή μας, την κριτική μας της υπάρχουσας υποχώρησης και διαστρέβλωσης του μαρξισμού ανοιχτά σε όλο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και συμβάλλουμε στο να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση στις γραμμές του για το θεωρητικό και ιδεολογικό προσανατολισμό του».
Στα Ελληνικά κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή» το 2ο τεύχος της ΔΚΕ, που είναι αφιερωμένο στα ζητήματα του σοσιαλισμού.
Η επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού
Μπροστά στα αδιέξοδα του καπιταλισμού μπαίνει στα ΚΚ το σημαντικό καθήκον να οργανώσουν την πάλη της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων στην αντιλαϊκή λαίλαπα των κυβερνήσεων και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Αυτό το καθήκον είναι δεμένο με την πάλη για τη νέα σοσιαλιστική - κομμουνιστική κοινωνία, αφού έτσι το ΚΚ πολλαπλασιάζει και προετοιμάζει τις δυνάμεις του, αλλά και ζυμώνει μέσα στις εργατικές μάζες τη δική του πολιτική πρόταση, που 'ναι σε ρήξη με την εξουσία των μονοπωλίων, με την ενσωμάτωση της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και στοχεύει στη δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Πριν από 20 χρόνια τα αντεπαναστατικά γεγονότα στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες έδωσαν «λαβή» στον ταξικό μας αντίπαλο να κάνει λόγο για το «τέλος της Ιστορίας», θεωρώντας πως δεν είναι δυνατό κάποιο άλλο κοινωνικο-πολιτικό σύστημα πέρα από αυτό του καπιταλισμού. Η γιγαντιαία ιδεολογική αντικομμουνιστική επίθεση που εκτυλίχτηκε (και στην οποία έπαιξαν δραστήριο ρόλο διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις του πρώην ευρωκομμουνιστικού ρεύματος, των τροτσκιστών κ.ά.) είχε ως αποτέλεσμα να κλονιστεί η ελπίδα, το όραμα της δυνατότητας μιας άλλης κοινωνίας και να ενισχυθούν σε παγκόσμιο επίπεδο οι δυνάμεις που ψάχνουν τη λύση στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του καπιταλισμού, και όχι της ανατροπής του. Η αναζωογόνηση του σοσιαλιστικού ιδανικού στις λαϊκές συνειδήσεις μπορεί να δώσει ώθηση και νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά στους αγώνες των εργαζομένων, να συμβάλει στον απεγκλωβισμό και στη μαζική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού συστήματος, να δυναμώσει η ταξική πάλη.
Το ΚΚΕ με μεγάλη προσοχή μελέτησε για αρκετά χρόνια την πλούσια θετική και αρνητική εμπειρία του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Το Κόμμα μας μέσα από συλλογικές διαδικασίες κατέληξε στο 18ο Συνέδριό του σε Απόφαση, που θέτει και εμπλουτίζει τις βασικές θέσεις του Κόμματος για τη σοσιαλιστική - κομμουνιστική κοινωνία. Στην Απόφαση παρουσιάζονται οι αιτίες, πολιτικές - οικονομικές - κοινωνικές, που οδήγησαν στην ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα για τη σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση, για τη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος τις τελευταίες δεκαετίες πριν τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Οι εκτιμήσεις του ΚΚΕ (που μεταφράστηκαν στα αγγλικά, αραβικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ρωσικά) χαιρετίστηκαν από αρκετά ΚΚ, ενώ δεν έλειψαν και οι επιθέσεις που δέχτηκαν από δυνάμεις του οπορτουνισμού. Οχι τυχαία! Αφού το ζήτημα της σοσιαλιστικής προοπτικής βρίσκεται στο επίκεντρο της ιδεολογικής διαπάλης. Οπορτουνιστικές δυνάμεις, στο όνομα του λεγόμενου «σοσιαλισμού του 21ουαιώνα», αμφισβητούν θεμελιακές αρχές του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, της εργατικής εξουσίας, όπως είναι η κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, ο κεντρικός σχεδιασμός, ακόμη και την ανάγκη επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού. Σε μεγάλο βαθμό, οι ίδιες δυνάμεις είναι επηρεασμένες από την αστική αντίληψη για τη «δημοκρατία» και παραμένουν εγκλωβισμένες στην άρνηση της προσφοράς της Οχτωβριανής Επανάστασης και της συνεισφοράς του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα.
Το ΚΚΕ θεωρεί πως από τα κορυφαία καθήκοντα του κομμουνιστικού ιδεολογικού μετώπου είναι να αποκατασταθεί στα μάτια των εργαζομένων η αλήθεια για το σοσιαλισμό του 20ού αιώνα, χωρίς εξιδανικεύσεις, αντικειμενικά και απαλλαγμένη από τις συκοφαντίες της αστικής τάξης. Η υπεράσπιση των νομοτελειών του σοσιαλισμού και, ταυτόχρονα, η υπεράσπιση της προσφοράς του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα απαντούν στις οπορτουνιστικές θεωρίες περί «μοντέλων» του σοσιαλισμού προσαρμοσμένων στις «εθνικές» ιδιομορφίες, αλλά και στην ηττοπαθή λαθολογία. Η υπεράσπιση αυτής της προσφοράς γίνεται από το ΚΚΕ και άλλα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα και στις Διεθνείς Συναντήσεις των ΚΚ και οπωσδήποτε συμβάλλει στη συγκρότηση του κομμουνιστικού πόλου στο διεθνές κίνημα.
Η συκοφαντία και η αντικομμουνιστική σταυροφορία δεν μπορούν να κρύψουν για πολύ την αλήθεια. Ο αντικομμουνισμός, που στοιχείο του είναι και το ξαναγράψιμο της Ιστορίας, αποτελεί και ένδειξη φόβου της αστικής τάξης. Επιβεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχει υπερταξικός ή τρίτος δρόμος ανάπτυξης. `Η θα υπηρετεί τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή τη διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος, ή θα υπηρετεί το λαό. Η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δε θα μείνουν καθηλωμένα στο χτες. Στην εργατική τάξη, ιδιαίτερα στις νέες γενιές της, όπως και στις νέες γενιές των λαϊκών στρωμάτων, αξίζει μόνο ένα μέλλον, αυτό που φοβάται ο ιμπεριαλισμός: Το σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό.

Του
Ελισαίου ΒΑΓΕΝΑ*
Ο Ελισσαίος Βαγενάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων

Οι μορφές εκδήλωσης της βασικής αντίθεσης στο μηχανισμό των οικονομικών κρίσεων



Οι μορφές εκδήλωσης της βασικής αντίθεσης στο μηχανισμό των οικονομικών κρίσεων
Μια από τις σπουδαιότερες μορφές εκδήλωσης της βασικής οικονομικής αντίθεσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η αντίθεση ανάμεσα στη σχετική οργάνωση της παραγωγής στα χωριστά εργοστάσια και στην αναρχία της παραγωγής σε κοινωνική κλίμακα. Είναι συγκεκριμένη έκφραση της δράσης του νόμου του συναγωνισμού και της αναρχίας της παραγωγής στις συνθήκες του καπιταλισμού.
«Η αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση παρουσιάζεται εδώ σαν αντίθεση ανάμεσα στην τάξη και την οργάνωση της παραγωγής, που επικρατεί στο μεμονωμένο εργοστάσιο και την αναρχία της παραγωγής, που επικρατεί στο σύνολο της κοινωνικής παραγωγής»1.
Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και τη διεύρυνση της εμπορευματικής παραγωγής, άρχισε να κάνει την εμφάνισή της και να παίρνει τις αντίστοιχες διαστάσεις η αναρχία της παραγωγής. Οπως γράφει ο Φρ. Ενγκελς, «το κύριο μέσον, το βασικό όργανο με το οποίο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μεγάλωνε την αναρχία αυτή μέσα στην κοινωνική παραγωγή, ήταν κάτι το αντίθετο ακριβώς από την αναρχία: Ηταν η τάξη, η ολοένα αυξανόμενη οργάνωση της παραγωγής, η οργάνωση σε γενική κλίμακα σε κάθε ξεχωριστό τομέα της παραγωγής»2.
Η ανάπτυξη του διεθνούς και εσωτερικού (εθνικού) καταμερισμού εργασίας, η πλατιά ειδίκευση και η συνεταιριστικοποίηση της παραγωγής συνδέουν τις ξεχωριστές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, ολόκληρους κλάδους και την οικονομία, στο σύνολό της, σε μια ενιαία οικονομική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να λειτουργεί και να αναπτύσσεται μόνο πάνω στη βάση των καθορισμένων ορίων και της τήρησης των αντικειμενικών αναλογιών, μεταξύ των διαφόρων κλάδων, μεταξύ της παραγωγής μέσων παραγωγής και της παραγωγής ειδών κατανάλωσης, μεταξύ της συσσώρευσης του κεφαλαίου και της λειτουργίας του, ως κεφάλαιο, σε επόμενο κύκλο παραγωγής.
Στις συγκεκριμένες συνθήκες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, αυτές οι αναλογίες συνεχώς παραβιάζονται, δεν τηρούνται κατά κανόνα οι αναγκαίες αναλογίες ανάμεσα στις δύο μεγάλες υποδιαιρέσεις της κοινωνικής παραγωγής: Ι. Παραγωγή μέσων παραγωγής, II. Παραγωγή ειδών κατανάλωσης, ανάμεσα στους κλάδους της οικονομίας και της παραγωγής των διαφόρων προϊόντων.
Εξετάζοντας διαχρονικά την ανάπτυξη του καπιταλιστικού προτσές διευρυμένης αναπαραγωγής, ο Κ. Μαρξ διαπίστωσε ότι ο καπιταλισμός, σαν ανταγωνιστικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, περνά κατά καιρούς περιόδους ανόδου και πτώσης. Γι' αυτό την καπιταλιστική οικονομία τη χαρακτηρίζει ο κυκλικός χαρακτήρας της ανάπτυξης και το αναπόφευκτο των περιοδικών οικονομικών κρίσεων υπερπαραγωγής.
Η κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και ο συναγωνισμός αποκλείουν εξ αντικειμένου τον προγραμματισμό της εργασίας όλων των επιχειρήσεων σε εθνική κλίμακα. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο στις συνθήκες του καπιταλισμού κανείς δε γνωρίζει προκαταβολικά ποιες είναι οι ανάγκες της κοινωνίας και σε τι ποσότητα. Οι συνέπειες από αυτήν την κατάσταση είναι η συνεχής παραβίαση των αναγκαίων αναλογιών του καπιταλιστικού προτσές αναπαραγωγής. Να γιατί, σύμφωνα με τον Β. Ι. Λένιν, «η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν μπορεί ν' αναπτύσσεται διαφορετικά, παρά με άλματα, δύο βήματα μπρος και ένα βήμα (και κάποτε και ολόκληρα δύο) πίσω»3.
Μια άλλη μορφή εκδήλωσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού είναι η αντίθεση μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης.
Ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού είναι ο νόμος της υπεραξίας. Το κίνητρο και η κινητήρια δύναμη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι το μονοπωλιακά υψηλό κέρδος.
Οι κεφαλαιοκράτες, κυνηγώντας το κέρδος, επιδιώκουν (ο καθένας για τον εαυτό του) να αυξήσουν την παραγωγή και να ρίξουν μεγαλύτερη ποσότητα εμπορευμάτων στην αγορά. Ταυτόχρονα, στην προσπάθειά τους αυτή να αυξήσουν τα κέρδη τους, συμπιέζουν τους μισθούς και τα ημερομίσθια όσο γίνεται πιο πολύ και περιορίζουν έτσι τελικά την αγοραστική ικανότητα των πλατιών λαϊκών μαζών. Η κατάσταση των εργαζομένων επιδεινώνεται. Δεν μπορούν, τελικά, ν' αγοράσουν τα εμπορεύματα που οι ίδιοι έχουν παράγει. Η αγοραστική τους δύναμη μειώνεται τόσο, που δεν μπορεί να απορροφήσει τη διευρυνόμενη παραγωγή.
Για τον καπιταλισμό είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η τεράστια αύξηση της παραγωγής δε συνοδεύεται κατά κανόνα καθόλου με την αντίστοιχη αύξηση της λαϊκής κατανάλωσης.
Ο Κ. Μαρξ, ερευνώντας τους νόμους εξέλιξης των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, υπογραμμίζει: «Οι όροι της άμεσης εκμετάλλευσης και οι όροι της πραγματοποίησής της δεν είναι ταυτόσημοι. Οχι μόνο δε συμπίπτουν χρονικά και τοπικά, αλλά διαφέρουν και εννοιακά. Οι πρώτοι περιορίζονται μόνο από την παραγωγική δύναμη της κοινωνίας, οι δεύτεροι από την αναλογία των διαφόρων κλάδων παραγωγής μεταξύ τους και από την καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας. Αυτή η τελευταία, όμως, δεν καθορίζεται ούτε από την απόλυτη παραγωγική δύναμη, ούτε από την απόλυτη καταναλωτική δύναμη, αλλά από την καταναλωτική δύναμη πάνω στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων διανομής, που περιορίζουν την κατανάλωση των μεγάλων μαζών της κοινωνίας σε ένα μίνιμουμ, που μπορεί να μεταβάλλεται μόνο μέσα σε λίγο - πολύ στενά όρια. Περιορίζεται ακόμα από το κίνητρο συσσώρευσης, από το κίνητρο αύξησης του κεφαλαίου και της παραγωγής υπεραξίας σε διευρυμένη κλίμακα. Αυτό είναι νόμος για την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, υπαγορευμένος από τις διαρκείς επαναστάσεις στις ίδιες τις μεθόδους παραγωγής, από τη συνδεδεμένη μ' αυτές υποτίμηση του υπάρχοντος κεφαλαίου, από τη γενική πάλη του συναγωνισμού και από την ανάγκη βελτίωσης της παραγωγής και επέκτασης της κλίμακάς της, απλώς σαν μέσο συντήρησης και επί ποινή αφανισμού. Γι' αυτό πρέπει διαρκώς να επεκτείνεται η αγορά, έτσι που οι εσωτερικές της συνάφειες και οι όροι που τις ρυθμίζουν αποκτούν όλο και περισσότερο τη μορφή φυσικού νόμου, ανεξάρτητου από τους παραγωγούς, γίνονται όλο και πιο ανεξέλεγκτοι. Η εσωτερική αντίφαση προσπαθεί να λυθεί με την επέκταση του εξωτερικού πεδίου της παραγωγής.
Οσο περισσότερο, όμως, αναπτύσσεται η παραγωγική δύναμη, τόσο περισσότερο έρχεται σε σύγκρουση με τη στενή βάση, πάνω στην οποία στηρίζονται οι σχέσεις κατανάλωσης»4.
Επομένως, η αγοραστική ικανότητα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων στις συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας καθορίζεται από τις ιδιάζουσες σ' αυτήν ταξικές ανταγωνιστικές σχέσεις διανομής.
«Η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων - υπογραμμίζει ο Κ. Μαρξ - παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών»5.
Μια τρίτη μορφή εμφάνισης είναι η αντίθεση ανάμεσα στο σκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής και στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
Το κυνήγι της μεγαλύτερης υπεραξίας υποχρεώνει τους καπιταλιστές να τελειοποιούν την τεχνική και την τεχνολογία για την αύξηση της παραγωγής και τη μείωση του κόστους της, για την αποκόμιση υψηλότερου ποσοστού και μεγαλύτερης μάζας του κέρδους. Η αύξηση, όμως, της τεχνικής και της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, σε τελευταία ανάλυση, οδηγεί στην πτώση του ποσοστού κέρδους.
Ομως, όπως υπογραμμίζει ο Κ. Μαρξ, «ένα ορισμένο ύψος του ποσοστού του κέρδους είναι που αποφασίζει σχετικά με την επέκταση ή τον περιορισμό της παραγωγής, αντί να αποφασίζει η σχέση της παραγωγής προς τις κοινωνικές ανάγκες, προς τις ανάγκες κοινωνικά αναπτυγμένων ανθρώπων. Γι' αυτό μπαίνουν όρια στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, ήδη, σε έναν τέτοιο βαθμό επέκτασης της παραγωγής, που αντίθετα, κάτω από την άλλη προϋπόθεση, θα φαινόταν πάρα πολύ ανεπαρκής. Η παραγωγή σταματάει, όχι επειδή έχουν ικανοποιηθεί οι ανάγκες, αλλά όταν το σταμάτημα αυτό το απαιτούν η παραγωγή του κέρδους και η πραγματοποίηση του»6.
Η πτώση, επομένως, του ποσοστού κέρδους έχει σαν συνέπεια τη συγκράτηση της παραγωγής και τον περιορισμό της ζήτησης συμπληρωματικών μέσων παραγωγής. Ετσι, στο τέλος, φαίνεται ότι στην κοινωνία έχουν παραχθεί περισσότερα μέσα παραγωγής, σε σχέση με τις ανάγκες του κεφαλαίου. Αυτή η υπερπαραγωγή, όμως, των μέσων παραγωγής δεν είναι απόλυτη. Είναι υπερπαραγωγή μόνο εφόσον και στο βαθμό που τα μέσα παραγωγής είναι και λειτουργούν σαν κεφάλαιο και σαν τέτοιο πρέπει να αυτοαυξάνεται, δηλαδή να φέρνει υπεραξία.
«Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαύξησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφάλαιο και όχι αντίστροφα, ότι δηλαδή τα μέσα παραγωγής δεν είναι απλά μέσα για μια διαρκώς διευρυνόμενη διαμόρφωση του προτσές της ζωής για την κοινωνία των παραγωγών. Τα όρια μέσα στα οποία μόνο μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και η αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, οι οποίες βασίζονται στην απαλλοτρίωση και στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά βρίσκονται γι' αυτό διαρκώς σε αντίφαση με τις μεθόδους παραγωγής, που είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για το σκοπό του και που τείνουν προς απεριόριστη αύξηση της παραγωγής, προς την παραγωγή σαν αυτοσκοπό, προς την απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας»7.
Συνεπώς, ο σκοπός του κεφαλαίου βρίσκεται σε μόνιμη αντίθεση με τα μέσα και τους τρόπους για την επίτευξή του.
«Το μέσο - απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας - έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Αν, λοιπόν, ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα μέσο ιστορικής σημασίας για την ανάπτυξη της υλικής παραγωγικής δύναμης και για τη δημιουργία της αντίστοιχης σ' αυτήν παγκόσμιας αγοράς, αποτελεί ταυτόχρονα τη μόνιμη αντίφαση ανάμεσα σ' αυτό το ιστορικό του καθήκον και στις αντίστοιχές του κοινωνικές σχέσεις παραγωγής»8.
Τέλος, η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική καπιταλιστική μορφή ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της εκδηλώνεται στον ταξικό ανταγωνισμό μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Οξύνεται η αντίθεση μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης. Το προλεταριάτο είναι η τάξη που παράγει τα υλικά αγαθά της κοινωνίας, ενώ η αστική τάξη είναι η τάξη που τα ιδιοποιείται. Η ιστορία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής δείχνει ότι σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης, κατά κανόνα, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ξεπερνάει κατά πολύ την αύξηση του μισθού εργασίας.
1. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», σελ. 404.
2. Στο ίδιο, σελ. 403.
3. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τόμος 5, σελ. 83.
4. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 3, σελ. 309-310.
5. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος 3, σελ. 610.
6. Στο ίδιο, σελ. 327.
7. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος 3, σελ. 316.
8. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος 3, σελ. 316.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ


Για τη Θέση της Ελλάδας



Για τη Θέση της Ελλάδας
Στις θέσεις για το 18ο Συνέδριο γίνεται λόγος για διατήρηση της ενδιάμεσης θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Με αφορμή αυτή τη θέση υπήρξαν κάποιες αντιρρήσεις για μη αναφορά της έννοιας «εξαρτημένης» ταυτόχρονα με το «ενδιάμεσης» στο χαρακτηρισμό της θέσης της χώρας μας.
Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο η, πάντα υπαρκτή, ανισότιμη αλληλεξάρτηση μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών αποκτά νέα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά. Δημιουργείται η λεγόμενη ιμπεριαλιστική αλυσίδα, της οποίας τους κρίκους αποτελούν οι ξεχωριστές χώρες. Η όξυνση και συσσώρευση των αντιθέσεων του συστήματος (εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης) σε συνδυασμό με την ωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα θα δείξει σε ποιο κρίκο θα σπάσει η αλυσίδα και θα γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Τα παραπάνω καθόλου δεν αναιρούν την προτεραιότητα της εσωτερικής ανάπτυξης του καπιταλισμού σε κάθε χώρα για το πέρασμα, να υπάρχει δηλαδή ένα επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού και της εργατικής τάξης (έστω και αδύνατο). Ο βαθμός ανάπτυξης κάθε καπιταλιστικής χώρας καθορίζει το τι θα κληρονομήσει η καινούρια σοσιαλιστική εξουσία, όχι αν θα είναι σοσιαλιστική. Με βάση τα παραπάνω η μελέτη των αντιθέσεων μεταξύ των «κρίκων» της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας έχει σημασία για την επαναστατική αξιοποίησή τους.
Η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύς καθορίζει τη θέση κάθε χώρας στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, καθορίζει δηλαδή πόσο μετράει ο κάθε ληστής συγκριτικά με τους υπόλοιπους ληστές. Δεν καθορίζει ποιος είναι ληστής και ποιος όχι, μια άποψη, η οποία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και οδήγησε πολλά ΚΚ σε σημαντικές στρατηγικές υποχωρήσεις, με πιο χαρακτηριστική τη συνεργασία με την «προοδευτική εθνική αστική τάξη». Η πιο πάνω αντίληψη συνδέεται αντικειμενικά με την ύπαρξη ενδιάμεσου ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμο-κομμουνισμό σταδίου.
Το Κόμμα μας, ξεκαθαρισμένο από τον οπορτουνιστικό συρφετό, έβαλε με το 15ο του Συνέδριο πλώρη για το ξεκαθάρισμα λαθεμένων αντιλήψεων σε ζητήματα τα οποία επηρέαζαν και τη στρατηγική του αντίληψη. Η συνθηματολογία του, οι αναλύσεις του, η τακτική του στο κίνημα ευθυγραμμίστηκαν με τη σωστή αντίληψή του στο βασικό, στο ζήτημα της εξουσίας για την οποία παλεύει, στο σοσιαλιστικό χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα, στη λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία, τις οποίες το ίδιο κατανοεί αποκλειστικά σαν σοσιαλιστική εξουσία (δικτατορία του προλεταριάτου) και σοσιαλιστική οικονομία.
Η συνολική πολιτική του Κόμματος δείχνει ότι η έννοια της εξάρτησης, όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, δεν είναι ίδια με παλαιότερες αντιλήψεις. Δεν υποτιμά την ανάπτυξη και τη δύναμη της ελληνικής αστικής τάξης σαν διεθνή παίχτη. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι καταρχήν ο εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια μας τη χώρα, ταυτόχρονα βέβαια με τα διεθνή στηρίγματα και συμμάχους του. Φυσικά αναγνωρίζει ότι η ελληνική αστική τάξη μετράει λιγότερο στο διεθνές παιχνίδι από την αμερικάνικη ή τη γερμανική. Δεν μπορεί να παίξει τον καθοριστικό ρόλο στη χάραξη της γραμμής πλεύσης στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, δεν μπορεί να πάρει το καλύτερο κομμάτι της λείας, δεν μπορεί να εκβιάζει εξίσου εύκολα. Ολα αυτά πολύ θα τα ήθελε η ελληνική αστική τάξη, αλλά δεν μπορεί ακριβώς λόγω της θέσης της στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Με βάση αυτή τη θέση διαμορφώνει τις συμμαχίες της (δε σέρνεται) με πιο ισχυρούς παίχτες για να επιδιώξει με καλύτερους όρους τους δικούς της ξεχωριστούς στόχους.
Οσον αφορά τη δράση του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα, από το μεσοπόλεμο κιόλας και πολύ πιο γρήγορα από το 1960 μέχρι σήμερα, αυτή υπήρξε παραγωγική, βοηθητική για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, βοηθητική συνολικά για την ελληνική αστική τάξη. Επαιξε το ρόλο που παίζει σήμερα το ελληνικό κεφάλαιο στις βαλκανικές χώρες. Κι όλ' αυτά παρά τις νομοτελειακές έριδες μεταξύ τμημάτων της. Το ελληνικό κεφάλαιο, μέσω της διαπλοκής του με το ξένο, γιγαντώθηκε, άντρεψε και βγήκε από τη χώρα με την επιδίωξη καλύτερης αξιοποίησής του ήδη από τη δεκαετία του 1960, κυρίως σε Μέση Ανατολή και Αφρική, για να φτάσει τα τελευταία χρόνια σε κάποιους κλάδους να κονταροχτυπιέται στα ίσα ακόμα και με αμερικανικά μονοπώλια, με ελληνικές ΑΞΕ, ακόμα και εξαγορές αμερικανικών επιχειρήσεων μέσα στις ΗΠΑ (ΦΑΓΕ, Intralot, Vivartia, Lavifarm κλπ.) και με πολλές ελληνικές επιχειρήσεις εισηγμένες στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης μαζί με τα μεγαλύτερα μονοπώλια παγκοσμίως (ΟΤΕ, Εθνική Τράπεζα, σχεδόν το σύνολο των ναυτιλιακών κλπ.). Για να μη μιλήσουμε για το πανίσχυρο παγκοσμίως ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο.
Ωστόσο, αν και φανερή η τάση σημαντικής ενδυνάμωσης συγκεκριμένων τμημάτων του ελληνικού κεφαλαίου καθώς και η ενδυνάμωσή του σαν περιφερειακός παίκτης, δεν μπορούμε τουλάχιστον σήμερα να μιλάμε για συνολική αλλαγή της θέσης της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Η θέση μιας χώρας καθορίζεται από τη σχετική και όχι την απόλυτη δύναμή της. Αυτή η σχετική στασιμότητα αποτυπώνεται και στις εκθέσεις διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών (οι οποίοι βέβαια θέλουν ξεσκαρτάρισμα για να βγουν συμπεράσματα), σύμφωνα με τις οποίες η ανταγωνιστική θέση της Ελλάδας παρουσιάζει τάση επιδείνωσης. Αυτή η φαινομενικά αντιφατική διαδικασία χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση.
Τέλος, ούτε το εμπορικό έλλειμμα της Ελλάδας δεν αποτελεί ένδειξη καμίας ιδιότυπης εξάρτησης (οι ΗΠΑ και η Γαλλία έχουν μεγαλύτερα ελλείμματα ως ποσοστό του ΑΕΠ), ούτε η ύπαρξη αμερικανονατοϊκών βάσεων (οι 417 από τις συνολικά 823 αμερικανικές βάσεις βρίσκονται σε Γερμανία-Ιαπωνία), ούτε φυσικά η ένταξη σε ΝΑΤΟ και ΕΕ-ΟΝΕ (επιλογές απόλυτα συνειδητές και «αυτόβουλες» από μεριάς ελληνικού χρηματιστικού κεφαλαίου).
Προσωπικά με έχει ανησυχήσει αν είναι σωστή η χρήση του όρου «εξαρτημένη». Στο βαθμό όμως που χρησιμοποιείται πρέπει να ξεκαθαρίζεται το πραγματικό της περιεχόμενο, σε αντίθεση με παλαιότερες ερμηνείες, πρέπει να θεωρείται συνώνυμος της ενδιάμεσης θέσης και ΤΙΠΟΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ. Είτε λέμε «ενδιάμεση» είτε λέμε «ενδιάμεση κι εξαρτημένη» πρέπει να σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Σε αντίθετη περίπτωση ο όρος «εξαρτημένη» ενέχει κινδύνους.

Μπαλωμένος Χρήστος
ΚΟ Κυκλάδων


Περί ιμπεριαλισμού, ενδιάμεσης και εξαρτημένης θέσης, ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και πιθανών παρανοήσεων


Περί ιμπεριαλισμού, ενδιάμεσης και εξαρτημένης θέσης, ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και πιθανών παρανοήσεων
Με αφορμή την περαιτέρω επεξεργασία των Θέσεων του Κόμματος ενόψει του 18ουΣυνεδρίου, πρέπει να οριστούν με μεγαλύτερη σαφήνεια κάποιες έννοιες, διότι προκαλείται μια επικίνδυνη σύγχυση σε οπαδούς και μέλη. Υπάρχουν πολλοί που μπερδεύονται και λένε «μπορεί η Ελλάδα να είναι εξαρτημένη, αλλά έχει ενδιάμεση θέση. Κάνει επενδύσεις και στέλνει στρατό σε άλλες χώρες, δηλαδή είναι ένας μικρός ιμπεριαλιστής». Η σκέψη αυτή είναι εντελώς λανθασμένη, διότι όχι μόνο ακυρώνει τη σημασία της εξάρτησης, αλλά διαστρεβλώνει και το περιεχόμενο των διεθνών σχέσεων στο ιμπεριαλιστικό στάδιο.
Βασικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλιστικού σταδίου είναι ότι από τις αρχές του 20ούαιώνα περάσαμε σε μια εποχή που «ο κόσμος ...είναι μοιρασμένος έτσι που από εδώ και πέρα πρόκειται να γίνουν μόνο ξαναμοιράσματα, δηλαδή πέρασμα από τον έναν "κάτοχο" στον άλλο...». Καθώς οι μεγαλύτερες αστικές χώρες γίνονται ιμπεριαλιστικές, οι υπόλοιπες υποκύπτουν σε οικονομική και πολιτικο-στρατιωτική εξάρτηση. Οι ιμπεριαλιστές δημιουργούν «ποικίλες μορφές εξαρτημένων χωρών, που πολιτικά είναι τυπικά ανεξάρτητες, στην πράξη όμως είναι μπλεγμένες στα δίχτυα της χρηματιστικής και διπλωματικής εξάρτησης». Οι σχέσεις που περιγράφει ο Λένιν είναι σχέσεις εξουσίας και υποταγής, που διαφέρουν από χώρα σε χώρα ως προς τη μορφή της εξάρτησης. Στις χώρες αυτές υπάρχουν μονοπώλια, μόνο που είναι εξαρτημένα από τα υπερμονοπώλια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Γίνεται εξαγωγή κεφαλαίου, αλλά δε συνοδεύεται από πολιτικό έλεγχο. Η Ελλάδα επενδύει στα Βαλκάνια, αλλά δεν έχει αντίστοιχη βαλκανική σφαίρα πολιτικής επιρροής. Ο ελληνικός στρατός συμμετέχει σε πολεμικές επεμβάσεις του NATO, αλλά ως αποτέλεσμα υποτέλειας.
Ο όρος «ενδιάμεση», ως προσδιορισμός της θέσης της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, δεν μπορεί να ορίζει διαβάθμιση ανάμεσα στην «εξάρτηση» και την «ανεξαρτησία». Οι έννοιες αυτές, πέρα από αντίθετες, είναι και αντιφατικές, καθώς η ισχύς της μίας συνεπάγεται την άρση της άλλης. Δηλαδή, εάν κάποια χώρα είναι εξαρτημένη, δεν μπορεί να είναι και ανεξάρτητη. Το γεγονός ότι στην παρούσα χρονική περίοδο η αστική τάξη και η κυβέρνηση της χώρας μας εξυπηρετούν τα σχέδια των ιμπεριαλιστών, π.χ. με καθοδηγούμενες επενδύσεις και συμμετοχή σε στρατιωτικές επεμβάσεις, δε συνιστά λόγο για την εισαγωγή ενός όρου που προκαλεί επικίνδυνες παρανοήσεις.
Η Ελλάδα, από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους περί το 1830, τελούσε υπό την κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η χώρα περνά στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ και η αμερικάνικη επικυριαρχία ασκείται απροκάλυπτα με την οικονομική «βοήθεια» (σχέδιο Μάρσαλ), τη στρατιωτική «βοήθεια» (αμερικανικές βάσεις), τη διοικητική «βοήθεια» (το διορισμό στα ανώτατα κυβερνητικά, δικαστικά και στρατιωτικά κλιμάκια μόνο εκείνων που ενέκρινε το αμερικανικό προξενείο) και την πολιτική «βοήθεια» (την προώθηση στην εξουσία της χώρας μαριονέτων πολιτικών όπως οι Καραμανλήδες και οι Παπανδρέου, οι οποίοι λειτουργούν ως υπάλληλοι των ιμπεριαλιστών είτε των ΗΠΑ είτε της ΕΕ έως και σήμερα).
Με βάση τη λενινιστική θεωρία, το Κόμμα επεξεργάζεται τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας και διαμορφώνει το επαναστατικό πρόγραμμά του. Πριν την είσοδο της Ελλάδας στην ΕOK το Κόμμα είχε την εκτίμηση ότι η άρχουσα τάξη, θέλει δε θέλει, υποχρεώνεται ν' αναζητήσει ένα δρόμο ανασυγκρότησης του εξαρτημένου κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Και αυτό γίνεται με τη βαθύτερη προσαρμογή του στην ΕΟΚ και στο σύστημα του ιμπεριαλισμού συνολικά... Ο δρόμος αυτός οδηγεί σε νέες παραχωρήσεις προς το ξένο κεφάλαιο και φέρνει νέες εξαρτήσεις από τον ιμπεριαλισμό. Συνεπώς, η εξάρτηση έχει καθοριστική σημασία και κεντρικό ρόλο στην ανάλυση και το πρόγραμμα του Κόμματος και δεν πρέπει να παραλείπεται ως βασική παράμετρος περιγραφής της θέσης της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά το σχεδιασμό της πρότασης εξουσίας, τη συγκρότηση και οργάνωση του Μετώπου και την απεύθυνση στο λαό.
Ο νεολογισμός «ιμπεριαλιστική πυραμίδα» ίσως να επιτείνει τέτοιες παρερμηνείες και συγχύσεις, πράγμα που δε συμβαίνει με τον όρο «ιμπεριαλιστική αλυσίδα». Εάν η χρήση των κατάλληλων λέξεων είναι κρίσιμη και μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, τότε η χρήση των κατάλληλων εικόνων είναι ακόμη πιο κρίσιμη. Η εικόνα της πυραμίδας έχει ως κύριο γνώρισμα την ιεράρχηση των χωρών και αναδεικνύει ως κύριο χαρακτηριστικό της κάθε χώρας τη βαθμίδα που καταλαμβάνει στην ιεραρχία. Ετσι όμως υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι διάφορες χώρες αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο, ότι μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό αλλά σε διαφορετική ποσότητα, δηλαδή, εκτός από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, οι υπόλοιποι είναι ιμπεριαλιστές που απλώς διαφέρουν ως προς το μέγεθος. Αυτό αποτελεί μια ποσοτικοποίηση της περιγραφής των διεθνών σχέσεων, με κίνδυνο να παραβλεφτεί το ποιοτικό τους περιεχόμενο, δηλαδή η εξάρτηση ή αλλιώς η σχέση εξουσίας και υποταγής. Αντιθέτως, η εικόνα της αλυσίδας έχει ως κύριο γνώρισμα τον τρόπο σύνδεσης των χωρών και αναδεικνύει ως κύριο χαρακτηριστικό των σχέσεων την εξάρτηση. Οι ιμπεριαλιστές αποτελούν τους πρώτους κρίκους της αλυσίδας και καθορίζουν τις τύχες των υπολοίπων, που είναι εξαρτημένες από τις πρώτες και τις ακολουθούν. Ακριβώς γι' αυτό μιλούσε ο Λένιν για σπάσιμο της αλυσίδας στον πιο αδύναμο κρίκο.
Τέλος, ο όρος «αλληλεξάρτηση» ενδέχεται να προκαλεί ανάλογου τύπου παρανοήσεις. Μπορεί να υπάρχει αλληλεξάρτηση των αγορών, αλλά όταν ο Λένιν μιλούσε για εξάρτηση, αναφερόταν σε οικονομικές και πολιτικές σχέσεις εξουσίας και υποταγής στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης. Εδώ απαιτείται προσοχή, διότι δημιουργείται σύγχυση σε συντρόφους και οπαδούς, οι οποίοι νομίζοντας ότι στην εποχή του ιμπεριαλισμού όλες οι τυπικά ανεξάρτητες χώρες είναι αμοιβαία αλληλοεξαρτώμενες, συγχέουν τη λενινιστική θεωρία με την τροτσκιστική ή τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη περί παγκοσμιοποίησης.
Ο αγώνας για το σοσιαλισμό στις εξαρτημένες χώρες, όπως η Ελλάδα, πρέπει να συνδέεται με την πάλη για εθνική ανεξαρτησία. Ελπίζω να ήμουν σαφής και να προσέφερα ό,τι μου αναλογεί στον προσυνεδριακό διάλογο.

Χονδροκούκης Μιχάλης
ΚΟΒ Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών


TOP READ