17 Φεβ 2012

Ο κινητήρας και η τροχοπέδη



Ο κινητήρας και η τροχοπέδη
Σε μια περίοδο που αντικειμενικά αναδεικνύεται η ιστορική επικαιρότητα του σοσιαλισμού, οι Θέσεις της ΚΕ ανοίγουν δρόμο για την ανάπτυξη της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας σχετικά με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Η κριτική που ασκήθηκε στις Θέσεις στο πλαίσιο του διαλόγου, δεν ήταν πάντα γόνιμη. Προσπέρασε σε πολλές περιπτώσεις το προτεινόμενο πεδίο προβληματισμού, δηλαδή τη διερεύνηση των βασικών εξελίξεων στην κοινωνικοοικονομική βάση που οδήγησαν τελικά στην ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.
Ορισμένες κριτικές προσεγγίσεις υποστηρίζουν ατεκμηρίωτα ότι οι θέσεις συγκλίνουν τάχα με προσεγγίσεις οπορτουνιστικών ομάδων για την ιστορία του ΚΚΣΕ, ότι υποτιμούν τα ζητήματα του εποικοδομήματος και τελικά πως διακατέχονται από βουλησιαρχική αντίληψη σχετικά με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα άλματα προς τον αναπτυγμένο κομμουνισμό.
Οι συγκεκριμένες απόψεις αποκλίνουν μεθοδολογικά απ' τις βασικές αρχές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Στην ουσία δεν εξετάζουν την εξέλιξη της κοινωνικής παραγωγής σαν σύνολο με τις δυο αξεχώριστες πλευρές της, τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και τις σχέσεις παραγωγής, οι οποίες επενεργούν η μια πάνω στην άλλη. Κυρίως, δεν αποδέχονται ότι οι νέες κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής προωθούνται συνειδητά και όχι αυθόρμητα στην πορεία μετάβασης απ' την ανώριμη προς την ώριμη κομμουνιστική βαθμίδα. Συνειδητά δε σημαίνει βεβαίως αυθαίρετα, δηλαδή ανεξάρτητα απ' το εκάστοτε επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η προσπάθεια προσαρμογής των σχέσεων παραγωγής στο ύψος των αναπτυσσόμενων παραγωγικών δυνάμεων πρέπει να είναι συνεχής. Δεν πρόκειται για μονόπρακτο έργο που τελειώνει με την κατάργηση της αστικής τάξης μετά την επανάσταση.
Αυτή η προσπάθεια προσαρμογής και επέκτασης των σοσιαλιστικών - κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής δεν μπορεί να υλοποιηθεί γενικά και αόριστα απ' την κοινωνία, από «τα κάτω». Πραγματοποιείται απ' το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, με τον καθοδηγητικό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος που επιβεβαιώνεται με την ενεργοποίηση της εργατικής τάξης και του λαού προς αυτή την κατεύθυνση. Ενεργοποίηση που βασίζεται σε μαζικές οργανώσεις και θεσμούς της δικτατορίας του προλεταριάτου (σοβιέτ, συνδικάτα κλπ.).
Αν η αναγκαία προσαρμογή των σχέσεων παραγωγής δε γίνει έγκαιρα και εύστοχα, στην πραγματικότητα η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δε μένει στατική. Αργά ή γρήγορα θα έχουμε διολίσθηση προς τα πίσω. Γι' αυτό ο Στάλιν στην περίφημη κριτική του προς το σ. Γιαροσένκο, τονίζει ότι οι νέες σχέσεις παραγωγής δε μένουν αιώνια νέες και πως όταν αρχίζουν να παλιώνουν «αρχίζουν να χάνουν το ρόλο της κύριας κινητήριας δύναμης των παραγωγικών δυνάμεων και μετατρέπονται σε τροχοπέδη τους».
Ετσι για παράδειγμα, η ισχυροποίηση των αγροτικών συνεταιρισμών (κολχόζ) παίζει προωθητικό ρόλο στις δεκαετίες '20-'30 που δεν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις στην ΕΣΣΔ για κοινωνικά οργανωμένη αγροτοβιομηχανική παραγωγή. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο στη δεκαετία του '50 όταν ενώ υπάρχουν πλέον οι υλικές προϋποθέσεις καθυστερεί η κοινωνικοποίηση των συνεταιρισμών και η πλήρης ένταξή τους στον κεντρικό σχεδιασμό.
Σε αυτό το εξελισσόμενο οικονομικό πλαίσιο μεταβάλλεται και η κοινωνική διαστρωμάτωση, συντελούνται ταξικές ανακατατάξεις, αλλάζουν οι όροι και οι στόχοι της ταξικής πάλης καθώς και των κοινωνικών συμμαχιών. Το ζήτημα της συμμαχίας με το μεσαίο αγρότη δεν μπορεί να είναι ίδιο στη δεκαετία του '20 που δεν έχουν ακόμη εξουδετερωθεί οι κουλάκοι και στη δεκαετία του '50.
Καθοριστική πλευρά για την έκβαση της ταξικής πάλης αποτελεί η πορεία της εσωκομματικής πάλης απέναντι στο οπορτουνιστικό ρεύμα. Το οπορτουνιστικό ρεύμα εδράζεται και τροφοδοτείται απ' τις κοινωνικές δυνάμεις που αντιστρατεύονται κάθε φορά την πορεία επέκτασης και βαθέματος των νέων κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.
Κάθε πισωγύρισμα ισχυροποιεί αυτές τις δυνάμεις και το οπορτουνιστικό ρεύμα με διαβρωτικές συνέπειες τελικά στο ρόλο του Κόμματος και του κράτους της εργατικής εξουσίας. Γι' αυτό και έχει καθοριστική σημασία να εστιάσει κανείς στην πορεία εξάλειψης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων για την εκτίμηση της ιστορίας της ΕΣΣΔ.
Με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, ο αγώνας που έδωσε η ηγεσία των μπολσεβίκων μέχρι το 1956 ήταν τιτάνιος και με σωστό προσανατολισμό. Εξουδετέρωσε τον κύριο εσωτερικό αντίπαλο των δύο πρώτων δεκαετιών, τον αστό της πόλης και του χωριού. Εστίασε σε αντιπαράθεση με το οπορτουνιστικό ρεύμα, στον κίνδυνο η μικρή εμπορευματική παραγωγή να οδηγήσει στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Κινητοποίησε το λαό και τα συνδικάτα απέναντι στην Ενωμένη Αντιπολίτευση, στη συνέχεια για τη σοσιαλιστική άμιλλα (σταχανοφικό κίνημα), για την αναδιοργάνωση της οικονομίας σε πολεμική βάση και για τη νίκη στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εντόπισε έγκαιρα τους νέους κοινωνικούς αντιπάλους, το ρόλο των διευθυντικών στελεχών, το γραφειοκρατισμό, χωρίς να καταφέρει να τους αντιμετωπίσει πλήρως. Ανέδειξε τον κίνδυνο διάβρωσης μέρους της ίδιας της εργατικής τάξης και της αποδυνάμωσης του εργατικού ελέγχου.
Πάλευε με σημαντικά κενά στη θεωρητική επεξεργασία και με επιστημονικά δάνεια απ' τη μαρξιστική πολιτική οικονομία του καπιταλισμού για να λύσει δύσκολα νέα ζητήματα όπως: την εδραίωση των σχέσεων κατανομής, τον αποτελεσματικό τρόπο διεύθυνσης της παραγωγής στο πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού κ.ά.
Ετσι, ενώ π.χ. η εργατική δύναμη δεν αποτελούσε πλέον εμπόρευμα και η ατομική εργασία είχε γίνει σε μεγάλο βαθμό άμεσα συστατικό μέρος της κοινωνικής εργασίας, δεν μπορούσε να ξεπεραστεί αποτελεσματικά στη θεωρία η προσέγγιση της αξιακής αποτίμησης του αποτελέσματος της εργασίας. Διατηρήθηκε σημαντική ψαλίδα μισθών μεταξύ διευθυντικής και εκτελεστικής εργασίας. Δεν περιορίστηκε η εμπορευματική παραγωγή και κυκλοφορία σύμφωνα με το νέο επίπεδο ανάπτυξης. Διατηρήθηκαν οι δυνατότητες υπεξαίρεσης μέρους του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος.
Πατώντας σε αυτό το έδαφος το οπορτουνιστικό ρεύμα κατάφερε να κυριαρχήσει μετά από σκληρή διαπάλη (διαγραφές, καθαιρέσεις κλπ.) την περίοδο '53-'57. Οι διαβρωτικές συνέπειες της κυριαρχίας της οπορτουνιστικής γραμμής άργησαν να γίνουν φανερές. Προτάσεις ενίσχυσης των δυνατοτήτων του κεντρικού σχεδιασμού όπως της αξιοποίησης κρατικού αυτοματοποιημένου συστήματος διεύθυνσης (του σ. Β. Γλούσκοφ) ενταφιάστηκαν με επιδεξιότητα. Αντίθετα, με την επίκληση υπαρκτών οικονομικών προβλημάτων, αποδυναμώθηκε σταδιακά ο κεντρικός σχεδιασμός σαν σχέση παραγωγής. Η σταδιακή αυτονόμηση των συνεταιρισμών απ' τον κεντρικό σχεδιασμό, η εισαγωγή του κέρδους σαν κριτηρίου αξιολόγησης των επιχειρήσεων, το σύστημα «ιδιοσυντήρησης των επιχειρήσεων», η αύξηση της ψαλίδας του μισθού μεταξύ διευθυντή και εργάτη, σηματοδότησαν την πορεία αποδυνάμωσης των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Οι όποιες αναιμικές διορθωτικές προσπάθειες δεν μπόρεσαν να αναιρέσουν αυτή την πορεία και αυτό δεν είναι τυχαίο. Υπονομεύτηκε η ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων στο σχεδιασμένο καθορισμό των αναγκών. Ετσι, άνοιξε ο δρόμος για την αντεπαναστατική ανατροπή της δεκαετίας του '80 με τη στήριξη του ιμπεριαλισμού. Ο συγκεκριμένος δρόμος φυσικά δεν αρχίζει αλλά τελειώνει με την επαναφορά των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής. Ομως αλίμονο αν περιμένουμε να δούμε την επανεμφάνιση της αστικής τάξης στο προσκήνιο για να αντιληφθούμε την αποδυνάμωση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της εξουσίας και την ενίσχυση της δυνατότητας ανατροπής.
Το μάθημα της ανατροπής διδάσκει ότι δεν μπορεί να υπάρξει τελεσίδικη και διηνεκής διασφάλιση του επαναστατικού προσανατολισμού στο Κόμμα και στο εργατικό κίνημα. Η μάχη πρέπει να δίνεται κάθε μέρα. Ο ασφαλής δρόμος για τη νικηφόρα έκβασή της είναι η μελέτη της θετικής και αρνητικής πείρας του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Μελέτη που δεν μπορεί να υποκατασταθεί απ' την άστοχη παράθεση τσιτάτων αποσυνδεδεμένων απ' τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες της αναφοράς τους. Ούτε με τη μηχανιστική μεταφορά στο σήμερα συγκεκριμένων λύσεων που αφορούσαν το συγκεκριμένο προπολεμικό επίπεδο ανάπτυξης της ΕΣΣΔ και την αναγόρευσή τους στη συνέχεια σε θέσεις με δήθεν καθολική ισχύ. Μελέτη που μας βοηθά επίσης να διακρίνουμε τα θεωρητικά κενά και λάθη του επαναστατικού ρεύματος απ' τη συνειδητή δράση των οπορτουνιστών σε κάθε φάση της πορείας του ΚΚΣΕ.
Η παραπέρα έρευνα για τη θωράκιση του κεντρικού σχεδιασμού από λάθη υποκειμενισμού καθώς και για βαθύτερη μελέτη της ιστορικής εξέλιξης της ταξικής διαστρωμάτωσης, της κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού, της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ, της σχέσης βάσης - εποικοδομήματος, είναι αναγκαία και θα συνεχιστεί. Ομως δεν είναι όλα τα θέματα «ανοιχτά». Εχουμε βγάλει συμπεράσματα και βαδίζουμε αποφασιστικά στο σωστό δρόμο.

Μάκης Παπαδόπουλος
Υπεύθυνος Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ


Ο σοσιαλισμός και οι διαστρεβλώσεις του


Ο σοσιαλισμός και οι διαστρεβλώσεις του
Το Κόμμα μας κάνει ένα τεράστιο βήμα με τη συζήτηση που ανοίγει στο Συνέδριο για το σοσιαλισμό. Οι Θέσεις της ΚΕ αποτελούν σοβαρή επεξεργασία στηριγμένη γερά στο μαρξισμό - λενινισμό. Βαθαίνουν στη θεωρία, είναι συνέχεια της πανελλαδικής συνδιάσκεψης του 1995 (μην τις ξεχνάμε), επεξεργάζονται το Πρόγραμμα του Κόμματος. Γι' αυτό το λόγο θα μας δώσουν ώθηση και θα συμβάλουν καθοριστικά στην ισχυροποίηση του Κόμματος.
Σωστά συζητιέται στο Συνέδριο. Δεν είναι ένα οποιοδήποτε θεωρητικό ζήτημα για «φιλολογική» συζήτηση ειδικών που αφορά το μακρινό μέλλον. Ο σοσιαλισμός είναι η στρατηγική του Κόμματος. Είναι ζήτημα του σήμερα, η μόνη απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Οι θέσεις της ΚΕ για το σοσιαλισμό είναι αναπόσπαστες από τις Θέσεις για το πρώτο θέμα γιατί η στρατηγική είναι αναπόσπαστη από το τι κόμμα θέλουμε, τι σημαίνει ισχυρό ΚΚΕ, τη δράση και την τακτική του στο λαϊκό κίνημα. Στην ουσία όποιος έχει αμφιβολίες για τις θέσεις για το σοσιαλισμό, έχει και αμφιβολίες για τις Θέσεις στο 1ο θέμα.
Να σταθούμε σε ορισμένα ζητήματα:
α) Ο σοσιαλισμός είναι ανώριμος κομμουνισμός, υπάρχει ακόμα το «παλιό» μέσα στο «καινούριο». Οι Θέσεις σε όλο το κεφάλαιο Β εξηγούν πεντακάθαρα και για τις εμπορευματικές σχέσεις και για την κατανομή της εργασίας, αλλά και το ποιος είναι ο βασικός νόμος του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής: Παραγωγή για τη διευρυμένη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών στη βάση της σχεδιασμένης ανάπτυξης των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν θα υπάρχουν στον ένα ή στον άλλο βαθμό (ή και καθόλου) εμπορευματικές σχέσεις με οποιαδήποτε μορφή, αλλά το πώς σχεδιασμένα θα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να εξαλειφθούν. Κι αυτό απαιτεί επαναστατική πολιτική από το ΚΚ. Από αυτή τη σκοπιά, σωστά κρίνουμε την πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Απόψεις που λίγο πολύ δέχονται σαν «αντικειμενική» την ύπαρξη των εμπορευματικών σχέσεων, μάλλον, έχουν τη λογική των «μεταβατικών» σταδίων που καταλήγουν στο συμβιβασμό με αυτές, χρησιμοποιώντας τη δικαιολογία του «αντικειμενικού». Τι σχέση έχουν, όμως, αυτά με τις αποφάσεις του ΚΚΣΕ τη δεκαετία του '30; Καμία! Γιατί το μπολσεβίκικο κόμμα δούλευε επαναστατικά για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, ώστε να κυριαρχήσει ο κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής σε όλες τις σφαίρες της ζωής.
Τι σχέση έχουν οι θέσεις της ΚΕ που κριτικάρουν συγκεκριμένες αποφάσεις, κυρίως από το 20ό Συνέδριο σαν οπορτουνιστική στροφή, με την εκτίμηση ότι δεν ήταν σοσιαλισμός μετά το 1956; Απολύτως καμιά. Απλά ορισμένοι αμφισβητούν ότι ήταν σοσιαλισμός, αλλά θεωρούν ότι ήταν κάποιο «μεταβατικό» ή κάποιο είδος εκμεταλλευτικού καθεστώτος κρύβοντας τη δική τους θέση για το σοσιαλισμό παραδεχόμενοι οπορτουνιστικές απόψεις.
Στις θέσεις 5,6,7,8 αναπτύσσεται διεξοδικά το ζήτημα της κατανομής του προϊόντος και της διάθεσης της εργατικής δύναμης. Η εργατική δύναμη παύει να είναι εμπόρευμα. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε την κατανομή της με όρους καπιταλισμού και με όρους «αξίας» και αγοράς. Στη σελ. 9 γίνεται συγκεκριμένη αναφορά δίνοντας τη σωστή διάσταση. Πού κολλούν, λοιπόν, τα μπερδέματα για το μισθό και τις διαφοροποιήσεις; Εκτός αν νομίζουμε ότι θα πρέπει να διατηρηθούν οι αντιθέσεις «πνευματικής - χειρωνακτικής» εργασίας, ειδικευμένης - ανειδίκευτης. Αλλο είναι το ζήτημα αν κληρονομούνται κι άλλο το πώς σχεδιασμένα θα εξαλείφονται. Εκτός αν θεωρούμε ότι οι «ειδικοί» πρέπει να έχουν και «ειδική» θέση στην παραγωγή και να εργάζονται για να συσσωρεύσουν χρήμα. Στο σοσιαλισμό, τον επιστήμονα τον δημιουργεί η κοινωνία για να την υπηρετεί!
Στην ουσία, όποιος περιορίζει τα ζητήματα της κατανομής στο «μισθό» αμφισβητεί και τον προσανατολισμό για την προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής που θα ενισχύσουν το βάθεμα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και την ανάπτυξη της κομμουνιστικής κοινωνίας. Στην ουσία συμφωνεί να πραγματοποιείται η παραγωγή με εμπορευματικούς όρους.
Οι Θέσεις, επίσης, σωστά τονίζουν το ζήτημα της κοινωνικοποίησης της γης. Θέτουν στη σωστή του διάσταση το ζήτημα του παραγωγικού συνεταιρισμού. Παίρνουν υπόψιν τις τάσεις και τις εξελίξεις στην αγροτική οικονομία που δεν είναι ίδιες ούτε καν με πριν 15 χρόνια. Η ουσία της παραγωγής θα πρέπει να είναι: Η κοινωνία θα παρέχει σχεδιασμένα μέσα παραγωγής και η αγροτική παραγωγή θα πραγματοποιείται για την ικανοποίηση των διατροφικών αναγκών και άλλων παραγωγικών αναγκών. Οχι παραγωγή για κέρδος και αγορά στη γη. Μήπως η θέση αυτή δεν παίρνει υπόψιν την πείρα της ΕΣΣΔ;
Μεταξύ άλλων, όταν συζητάμε για τα κολχόζ στην ΕΣΣΔ και την ανάπτυξή τους δε θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι σε άλλη οικονομική βάση λειτουργούσαν τα κολχόζ μέχρι το 1958 και σε άλλη αργότερα που τους εκχωρούν την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, μέσα που δημιούργησε ο κοινωνικοποιημένος τομέας. Αυτό ας το πάρουμε υπόψιν για να κατανοήσουμε τα προβλήματα στο σχεδιασμό και γιατί αδυνάτισε. Παρόμοια στη βιομηχανία μπαίνει ο παράγοντας «κέρδος» ως βασικό κριτήριο. Να σε ποια οικονομική βάση δημιουργήθηκαν οι δυνάμεις που είχαν συμφέρον αργότερα από την παλινόρθωση του καπιταλισμού.
β) Ο σοσιαλισμός είναι ανώριμος κομμουνισμός. Η ταξική πάλη οξύνεται - δεν αμβλύνεται - σε όλα τα επίπεδα. Η εργατική τάξη πλέον έχει την εξουσία, δημιουργεί τη δικτατορία του προλεταριάτου πραγματοποιώντας τη συμμαχία με τους αυτοαπασχολούμενους της πόλης και του χωριού. Δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή η σοσιαλιστική δημοκρατία, σημαίνει διαπάλη, καταστολή, σύγκρουση με το «παλιό», την αντεπανάσταση και τον ιμπεριαλισμό. Η δομή της βασίζεται στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό (όπως και συνολικά της σοσιαλιστικής κοινωνίας), μοναδική προϋπόθεση για να εξασφαλίζεται ενιαία η σοσιαλιστική ανάπτυξη με την ενεργή συμμετοχή των μαζών. Ποιος, λοιπόν, θα νιώθει «ανελεύθερος» ή «καταπιεσμένος»; Μα μόνο αυτός που σαμποτάρει το σοσιαλισμό - κομμουνισμό ή αυτός που κοιτάει μόνο το ατομικό του συμφέρον. Η σοσιαλιστική δημοκρατία δεν είναι «λέσχη» συζητήσεων που από κοινού θα συμμετέχουν ο εργάτης με τον αστό, ο κομμουνιστής με τον αντεπαναστάτη, ο επαναστάτης με τον οπορτουνιστή και θα μιλούν για το «μέλλον» του σοσιαλισμού. Εκτός αν κάποιοι θεωρούν ότι «δημοκρατία» είναι «να γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια» τις συλλογικές αποφάσεις και να έχουν την «ελευθερία» να επιβάλλουν τις απόψεις τους γιατί είναι «δήθεν» ειδικοί και «παλιοί κομμουνιστές». Η πείρα της ΕΣΣΔ επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο αυτά που έγραψαν Μαρξ, Ενγκελς και ο Λένιν για τη δικτατορία του προλεταριάτου και την «ελευθερία».
Για τους παραπάνω λόγους, ο ρόλος του κόμματος είναι καθοριστικός. Χωρίς την ύπαρξη ενός ισχυρού ΚΚ στην εξουσία με ατσαλένια πειθαρχία και ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη που θα καθοδηγεί, θα οργανώνει, θα διαπαιδαγωγεί και θα αναπτύσσει στο έπακρο την ιδεολογική - πολιτική διαπάλη, η εργατική τάξη δε θα μπορεί να διατηρήσει την εξουσία της οικοδομώντας το σοσιαλισμό. Γι' αυτό το λόγο το ΚΚ πρέπει να είναι «ένα βήμα μπροστά» να μελετά τις τάσεις, να δίνει κατευθύνσεις. Διαφορετικά δε θα λειτουργεί σωστά ούτε ο κεντρικός σχεδιασμός και πιο εύκολα θα βρίσκουν έδαφος οπορτουνιστικές, μικροαστικές αντιλήψεις που θα βασίζονται στις αντιθέσεις, ειδικά όσο θα υπάρχουν ακόμα εμπορευματικές σχέσεις. Το κείμενο για το σοσιαλισμό είναι καρπός σοβαρής μελέτης. Ο καθένας από εμάς να προβληματιστεί κατά πόσο «σκύβουμε» σοβαρά να μελετήσουμε την κοσμοθεωρία μας και τις εξελίξεις. Πολύ περισσότερο να αποφεύγουμε τον εκλεκτισμό από τα έργα του Μαρξ, του Λένιν, ακόμα και του Στάλιν, χρησιμοποιώντας τσιτάτα για να δώσουμε κύρος στις απόψεις μας, αλλά στο τέλος να τους διαστρεβλώνουμε. Δεν τους αξίζει να «μετατρέπονται» με ένα «μαγικό ραβδάκι» σε Κάουτσκι, Τρότσκι, Μάο και άλλους σύγχρονους οπορτουνιστές «αστέρες».

Χρήστος Αγγελόπουλος
Μέλος ΕΠ Πελοποννήσου και της ΝΕ Αχαΐας


Για τις νομοτέλειες στη σοσιαλιστική οικονομία *



Για τις νομοτέλειες στη σοσιαλιστική οικονομία *
Στη δεκαετία του '50 το Κομμουνιστικό Κόμμα παίρνει την απόφαση να αξιοποιήσει τις ακαλλιέργητες και χέρσες περιοχές του Καζαχστάν. Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετατράπηκαν σε σπουδαίες περιοχές παραγωγής σιταριού
Μιλώντας για «ολόκληρη την επαναστατική μεταβατική περίοδο προς τον κομμουνισμό», θεωρούμε ότι πρέπει να βλέπουμε την ενότητά της, ανεξάρτητα από επιμέρους στάδια, φάσεις ανάπτυξης αυτού του περάσματος: Είτε είναι η πρώτη περίοδος που επιχειρείται η διαμόρφωση του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής, ενώ συνυπάρχουν και άλλοι τρόποι παραγωγής ως κατάλοιπα ή ως συμπληρωματικοί, και με ανοχή ορισμένων καπιταλιστικών σχέσεων (π.χ., περίοδος ΝΕΠ). Είτε είναι σε περίοδο που επιχειρείται η επέκταση και κυριαρχία του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής στη διαπάλη του με τις επιβιώσεις άλλων τρόπων παραγωγής, π.χ., μικρή εμπορευματική παραγωγή ή ακόμα και μικρή συνεταιριστική παραγωγή, που υπάρχει κυρίως στην αγροτική οικονομία. Είτε είναι σε περίοδο που οι ανάγκες περάσματος από μια κατώτερη μορφή σοσιαλιστικών σχέσεων σε μια ανώτερη συνδυάζεται με γενικότερα προβλήματα συσχετισμού δυνάμεων στη διαπάλη του σοσιαλισμού - κομμουνισμού με το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Η «αγνόηση» των νόμων που δρουν αντικειμενικά μπορεί να εκφραστεί είτε με τη λαθεμένη αντίληψη, την αυταπάτη, είτε τη συνειδητή επιλογή για «ριζικό μετασχηματισμό» των νόμων πάνω στη βάση της σχεδιασμένης οικονομίας. Ο Ι. Στάλιν σημειώνει:
«Λένε ότι η ανάγκη της ισόμετρης (αναλογικής) ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας της χώρας μας δίνει τη δυνατότητα στη σοβιετική εξουσία να εκμηδενίσει τους οικονομικούς νόμους που υπάρχουν και να δημιουργήσει καινούριους. Αυτό είναι ολότελα λάθος. Δεν επιτρέπεται να συγχέουμε τα χρονιάτικα και τα πεντάχρονα πλάνα μας με τον αντικειμενικό νόμο της ισόμετρης αναλογικής ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας. Ο νόμος της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας ξεπρόβαλε σαν αντίβαρο στο νόμο του ανταγωνισμού και της αναρχίας της παραγωγής που επικρατεί στον καπιταλισμό. Ξεπρόβαλε πάνω στη βάση της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, αφού προηγούμενα ο νόμος του ανταγωνισμού και της αναρχίας στην παραγωγή έπαψε να ισχύει. Μπήκε σ' ενέργεια, γιατί η σοσιαλιστική λαϊκή οικονομία μπορεί να λειτουργήσει μονάχα πάνω στη βάση του οικονομικού νόμου της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι ο νόμος της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας δίνει τη δυνατότητα στα όργανά μας, που εκπονούν τα σχέδια, να σχεδιάζουν σωστά την κοινωνική παραγωγή.
Από την έκθεση της Λαϊκής Οικονομίας τα επιτεύγματα στο Διάστημα
Ομως, η δυνατότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τηνπραγματικότητα. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Για να μετατραπεί η δυνατότητα αυτή σε πραγματικότητα, χρειάζεται να μελετήσουμε αυτόν τον οικονομικό νόμο, χρειάζεται να τον κατακτήσουμε, χρειάζεται να μάθουμε να τον εφαρμόζουμε με πλήρη κατανόηση, χρειάζεται να φτιάχνουμε τέτοια πλάνα, που να αντανακλούν πέρα για πέρα τις απαιτήσεις αυτού του νόμου. Δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα χρονιάτικα και πεντάχρονα πλάνα μας αντανακλούν πέρα για πέρα τις απαιτήσεις αυτού του οικονομικού νόμου».
Η εμπορευματική παραγωγή και ο νόμος της αξίας στο σοσιαλισμό, κατώτερη βαθμίδα του κομμουνισμού
Ο Ι. Στάλιν θέτει ένα ερώτημα, περισσότερο ρητορικά, για ένα πρόβλημα που έθεσε η ίδια η όξυνση της ταξικής πάλης στη Ρωσία και το απάντησε θεωρητικά και πρακτικά ο Λένιν.
«Ομως, να ποιο είναι το πρόβλημα: Τι πρέπει να κάνουν το προλεταριάτο και το κόμμα του, αν υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για την κατάληψη της εξουσίας και την ανατροπή του καπιταλισμού σε τούτη ή σ' εκείνη τη χώρα, ανάμεσα δε σ' αυτές και στη χώρα μας, όπου ο καπιταλισμός στη μεν βιομηχανία έχει συγκεντρώσει μέχρι τέτοιο βαθμό τα μέσα παραγωγής, ώστε είναι δυνατό αυτά να απαλλοτριωθούν και να γίνουν κτήμα της κοινωνίας, όπου, όμως, η αγροτική οικονομία, παρά την ανάπτυξη του καπιταλισμού, είναι σε τέτοιο βαθμό ακόμα κατακερματισμένη και μοιρασμένη ανάμεσα σε πολυάριθμους μικρούς και μεσαίους ιδιοκτήτες - παραγωγούς, ώστε να μην παρουσιάζεται δυνατότητα να μπαίνει ζήτημα για μια απαλλοτρίωση αυτών των κτημάτων των παραγωγών;».
Και συνεχίζει:
«Η απάντηση του Λένιν μπορεί με λίγα λόγια να συνοψιστεί έτσι:
α) Να μην αφήνουμε να χάνονται ευνοϊκές συνθήκες για την κατάληψη της εξουσίας, το προλεταριάτο να παίρνει την εξουσία, δίχως να περιμένει μέχρι τη στιγμή, όπου ο καπιταλισμός θα έχει πετύχει να καταστρέψει τα πολυάριθμα εκατομμύρια των μικρών και μεσαίων ατομικών παραγωγών.
β) Να απαλλοτριώνουμε τα μέσα παραγωγής στη βιομηχανία και να τα παραδίνουμε σε κοινωνική ιδιοκτησία.
γ) Οσον αφορά τους μικρούς και μεσαίους ατομικούς παραγωγούς, να τους ενώνουμε βαθμιαία σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς, δηλαδή σε μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις, τα κολχόζ.
δ) Να αναπτύσσουμε στο έπακρο τη βιομηχανία και να εισαγάγουμε στα κολχόζ την εκσυγχρονισμένη τεχνική βάση της μεγάλης παραγωγής, επιπλέον να μην τα απαλλοτριώνουμε, αλλά, αντίθετα, να τα εφοδιάζουμε εντατικά με τα καλύτερα τρακτέρ και άλλες μηχανές.
ε) Για την οικονομική σύνδεση της πόλης και του χωριού, της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας, να διατηρήσουμε για ένα ορισμένο διάστημα την εμπορευματική παραγωγή (ανταλλαγή μέσω αγοράς και πώλησης), σαν τη μοναδικά παραδεκτή για τους αγρότες μορφή των οικονομικών δεσμών με την πόλη και να αναπτύξουμε όσο παίρνει το σοβιετικό εμπόριο, το κρατικό και το συνεταιριστικό - κολχόζνικο, εκτοπίζοντας από την κυκλοφορία των εμπορευμάτων όλους τους καπιταλιστές κάθε λογής.
Η ιστορία της σοσιαλιστικής μας οικοδόμησης αποδείχνει πως αυτός ο δρόμος ανάπτυξης, που χαράχτηκε από τον Λένιν, δικαιώθηκε πέρα για πέρα.
Δε χωράει αμφιβολία ότι για όλες τις καπιταλιστικές χώρες, που έχουν μια περισσότερο ή λιγότερο πολυάριθμη τάξη μικρών και μεσαίων παραγωγών, αυτός ο δρόμος ανάπτυξης είναι ο μοναδικά δυνατός και σκόπιμος για τη νίκη του σοσιαλισμού».
Επομένως, όσο διατηρείται η εμπορευματική παραγωγή και ένα μέρος της κατανομής γίνεται ανάλογα με την «προσφερόμενη εργασία», διατηρείται σε λειτουργία και ο νόμος της αξίας.
Ο συγγραφέας του έργου επισημαίνει, κατά τη γνώμη μας σωστά, σε ποιους τομείς της παραγωγής έχει καταργηθεί η εμπορευματική παραγωγή: Στην παραγωγή μέσων παραγωγής, που χρησιμοποιούνται, τόσο στη βιομηχανία, όσο και στην αγροτική παραγωγή. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και της γης - με την κρατική μορφή της κοινωνικής ιδιοκτησίας - εξασφαλίζει και την κατάργηση της μισθωτής εργασίας ως εμπόρευμα.
Εμπορευματική μορφή παίρνουν τα προϊόντα ατομικής κατανάλωσης, η ανταλλαγή προϊόντων παραγωγής ανάμεσα στους δυο τομείς της οικονομίας - τη βιομηχανία και την αγροτική οικονομία. Ταυτόχρονα, διατηρείται η εμπορευματική μορφή για τα μέσα παραγωγής και τα προϊόντα που μπαίνουν στο εξωτερικό εμπόριο. Ακριβώς αυτή η εμπορευματική μορφή των μέσων παραγωγής που γίνονται αντικείμενα εξωτερικού εμπορίου είναι που έκανε, τόσο τον Λένιν, όσο και τον Στάλιν να επιμένουν στο κρατικό μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, ακόμη και στις συνθήκες της ΝΕΠ, δηλαδή σε συνθήκες ορισμένης ανοχής, ορισμένων παραχωρήσεων προς την καπιταλιστική παραγωγή.
Σε αυτή τη βάση, ο νόμος της αξίας στο σοσιαλισμό «δεν περιορίζεται στη σφαίρα της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Επεκτείνεται, επίσης, στην παραγωγή. Είναι αλήθεια ότι ο νόμος της αξίας δεν παίζει ρυθμιστικό ρόλο στη σοσιαλιστική μας παραγωγή, παρ' όλα αυτά, όμως, επιδρά πάνω στην παραγωγή κι αυτό δεν μπορεί να μην το πάρει κανείς υπόψη του στη διεύθυνση της παραγωγής. Το γεγονός είναι ότι τα καταναλωτικά προϊόντα που είναι απαραίτητα για να αναπληρώσουν την εργατική δύναμη που ξοδεύεται στη διάρκεια της παραγωγής, παράγονται στη χώρα μας και πραγματοποιούνται σαν εμπορεύματα, που υπόκεινται στην ενέργεια του νόμου της αξίας. Κι εδώ ακριβώς γίνεται φανερή η επίδραση του νόμου της αξίας πάνω στην παραγωγή. Σε σχέση μ' αυτό, στις επιχειρήσεις έχουν πρακτική σημασία ζητήματα τέτοια, όπως είναι το ζήτημα του οικονομικού προϋπολογισμού και της αποδοτικότητας, το ζήτημα του κόστους της παραγωγής, το ζήτημα των τιμών κλπ. Για το λόγο αυτό, οι επιχειρήσεις μας δεν μπορούν να ενεργούν και δεν πρέπει να ενεργούν δίχως να παίρνουν υπόψη τους το νόμο της αξίας»...
Ορισμένα ζητήματα της θεωρίας και της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού στο φως των δεδομένων της μετέπειτα πολιτικής πρακτικής
Πρώτο: Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Στάλιν υπερασπίζεται την προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής, σε σχέση με την παραγωγή μέσων κατανάλωσης.
«Είναι φανερό ότι βαδίζοντας στα ίχνη αυτών των συντρόφων, θα μας χρειαζόταν να αρνηθούμε την προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής, για όφελος της παραγωγής μέσων κατανάλωσης. Και τι σημαίνει να αρνηθούμε την προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής; Σημαίνει να εκμηδενίσουμε τη δυνατότητα αδιάκοπης επέκτασης της λαϊκής μας οικονομίας, γιατί θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιούμε αδιάκοπη επέκταση της λαϊκής οικονομίας, δίχως να δίνουμε συγχρόνως προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής.
Οι σύντροφοι αυτοί ξεχνάνε ότι ο νόμος της αξίας μπορεί να είναι ρυθμιστής της παραγωγής μονάχα στον καπιταλισμό, όταν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όταν υπάρχει ανταγωνισμός, αναρχία στην παραγωγή, κρίσεις υπερπαραγωγής. Ξεχνούν ότι η σφαίρα ενέργειας του νόμου της αξίας είναι σ' εμάς περιορισμένη, επειδή υπάρχει κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, επειδή ενεργεί ο νόμος της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας, επομένως είναι περιορισμένη και από τα χρονιάτικα και πεντάχρονα πλάνα μας, είναι μια κατά προσέγγιση αντανάκλαση των απαιτήσεων του νόμου αυτού».
Το ζήτημα αυτό απασχόλησε και το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956, μετά το θάνατο του Στάλιν. Παρά τη διαπάλη που αναπτύχθηκε, έγινε κατορθωτό να κρατηθεί η προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής. Επιλογή που δεν ερχόταν σε αντίθεση με την ανάγκη διεύρυνσης της παραγωγής μέσων κατανάλωσης, με την εξασφάλιση ολοένα και σε ευρύτερη κλίμακα της κοινωνικής ευημερίας. Επιλογή που συνειδητοποιούσε το ρόλο της διευρυμένης εφαρμογής των νεότατων τεχνολογικών επιτευγμάτων στην παραγωγή, σαν απαραίτητο όρο για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας και της κοινωνικής ευημερίας.
Η αντίληψη αυτή σταδιακά αποδυναμωνόταν κάτω και από την πίεση ορισμένων υπαρκτών ελλείψεων σε προϊόντα της ελαφράς βιομηχανίας και τη στεγαστική ανοικοδόμηση. Στο Σχέδιο της ΚΕ του ΚΚΣΕ για το 26ο Συνέδριο «Βασικές κατευθύνσεις για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της ΕΣΣΔ 1981 - 1985 - 1990» στον απολογισμό του 10ου πεντάχρονου πλάνου αναφέρεται: «Τα 4/5 του εθνικού εισοδήματος χρησιμοποιήθηκαν άμεσα στην κατανάλωση του πληθυσμού, στη στεγαστική και στην κοινωνικοπολιτική ανοικοδόμηση». Με δεδομένο ότι αναγνωριζόταν η ανάγκη της «επιτάχυνσης της επιστημονικοτεχνικής προόδου και το πέρασμα της οικονομίας στο δρόμο της εντατικής ανάπτυξης», φαίνεται ότι στην πράξη δεν εξασφαλίστηκαν οι ανάλογοι πόροι προς αυτήν την κατεύθυνση.
Δεύτερο: Σημαντικό ζήτημα θεωρητικού προβληματισμού και έκφρασης οικονομικής πολιτικής στο σοσιαλισμό αποτελεί το εξής: Πώς θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός καθολικού παραγωγικού τομέα, που θα έχει δικαίωμα να διαθέτει ολόκληρη την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων της χώρας. Πώς η εμπορευματική κυκλοφορία μαζί με τη «χρηματική οικονομία» θα εξαφανιστεί σαν στοιχείο άχρηστο της λαϊκής οικονομίας.
Ο Στάλιν το θέτει ως ζήτημα ειδικό, που απαιτεί ξεχωριστή εξέταση:
«Με ποιον τρόπο θα δημιουργηθεί ο ένας ενιαίος τομέας, μέσω, άραγε, της απλής απορρόφησης του κολχόζνικου τομέα από τον κρατικό τομέα, πράγμα που είναι λίγο απίθανο (γιατί αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν απαλλοτρίωση των κολχόζ), είτε, άραγε, μέσω της δημιουργίας ενός ενιαίου δημόσιου οικονομικού οργάνου (όπου θα αντιπροσωπεύονται η κρατική βιομηχανία και τα κολχόζ) με τη δικαιοδοσία στην αρχή να υπολογίζει ολόκληρη την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων της χώρας και με την πάροδο του χρόνου να καθορίζει, επίσης, και τη διάθεση της παραγωγής, της ανταλλαγής, ας πούμε, των προϊόντων - αυτό είναι ένα ζήτημα ειδικό που απαιτεί ξεχωριστή εξέταση».
Το ζήτημα αυτό δικαιολογημένα θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο θεωρητικής μελέτης, που θα καθόριζε και την ανάλογη πολιτική πρακτική στην κατεύθυνση της ανάπτυξης των προϋποθέσεων για την πορεία προς τον κομμουνισμό.
Ορισμένες θέσεις του Στάλιν για κριτική προσέγγιση στο φως των αντεπαναστατικών ανατροπών
Πρώτο: Μια από τις θέσεις του Στάλιν, σχετικά με τη λειτουργία του νόμου της αξίας στο μακρόχρονο επαναστατικό μεταβατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, νομίζουμε ότι χρειάζεται να συγκεντρώσει την κριτική μελέτη και διερεύνηση, στο φως των δεδομένων της ανάπτυξης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος.
Ο Στάλιν κριτικάροντας, κατά τη γνώμη μας σωστά, την άποψη ότι «η εμπορευματική παραγωγή πάντα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες πρέπει να οδηγεί, και υποχρεωτικά οδηγεί, στον καπιταλισμό», υποστηρίζει ότι «αυτό δεν είναι σωστό. Δε συμβαίνει ούτε πάντα, ούτε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες». «Η εμπορευματική παραγωγή οδηγεί στον καπιταλισμό μονάχα, όταν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όταν η εργατική δύναμη προσφέρεται στην αγορά σαν εμπόρευμα, που ο καπιταλιστής μπορεί να το αγοράσει και να το εκμεταλλευτεί στην εξέλιξη της παραγωγής, όταν, επομένως, υπάρχει στη χώρα το σύστημα της εκμετάλλευσης των μισθωτών εργατών από τους καπιταλιστές».
θα διακρίναμε, ίσως, κάποια υποτίμηση στη δυνατότητα να υπάρξει έστω περιορισμένης δράσης εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό, να αναζωογονηθούν συνθήκες κερδοσκοπίας και διεκδίκησης ατομικής ιδιοκτησίας σε μέσα παραγωγής, επομένως και να διασαλευτεί η κατοχύρωση της κατάργησης της εκμετάλλευσης, με δεδομένο ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για πλήρη σοσιαλιστική ιδιοκτησία σε όλα τα μέσα παραγωγής.
Δεύτερο: Αξίζουν κριτικής μελέτης ορισμένες θέσεις του συγγραφέα σχετικά με το διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, που κλίνουν, θα λέγαμε, προς μια υποτίμηση του δεύτερου.
Το «Σχέδιο Μάρσαλ» εμφανίζεται μάλλον ως όπλο άμυνας κι όχι επιθετικής στρατηγικής του διεθνούς ιμπεριαλισμού, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, για τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς. Μάλλον δεν ερμηνεύονται αντικειμενικά και οι λόγοι «αποκλεισμού» της ΕΣΣΔ, της Κίνας και των ευρωπαϊκών λαϊκοδημοκρατικών χωρών από το «Σχέδιο Μάρσαλ», παρ' όλο που σωστά εκτιμάται το αποτέλεσμα αυτού του «αποκλεισμού». «Αποκλεισμός», που ώθησε στην ανάγκη για αναπτυγμένους ρυθμούς ανόρθωσης στην ΕΣΣΔ και στη βοήθεια που έδινε προς τις ευρωπαϊκές λαϊκοδημοκρατικές χώρες.
Σαν συμπέρασμα, ίσως πρέπει να τονιστεί η ανάγκη διαμόρφωσης προϋποθέσεων επάρκειας του σοσιαλιστικού συστήματος, ώστε να μην εξαρτάται από εισαγωγές σημαντικών προϊόντων από την καπιταλιστική αγορά.
Ακόμη, διαφαίνεται μια υπερεκτίμηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων σε εποχή έντασης της ταξικής πάλης ανάμεσα στα δύο συστήματα, το καπιταλιστικό και το σοσιαλιστικό. Μια υπερεκτίμηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που οδηγεί σε υποτίμηση της διεθνούς στρατηγικής του ιμπεριαλισμού.
«Είναι δυνατόν ποτέ να υποθέσουμε ότι θα υπομένουν ατελείωτα τη σημερινή κατάσταση, όταν οι Αμερικανοί κάτω απ' το θόρυβο της "βοήθειας" σύμφωνα με τη γραμμή του "Σχεδίου Μάρσαλ" εισχωρούν βαθιά στην οικονομία της Αγγλίας και της Γαλλίας, προσπαθώντας να τις μετατρέψουν σε εξάρτημα της οικονομίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όταν το αμερικάνικο κεφάλαιο αρπάζει τις πρώτες ύλες και τις αγορές κατανάλωσης στις αγγλογαλλικές αποικίες και προξενεί μ' αυτόν τον τρόπο καταστροφή στα υψηλά κέρδη των Αγγλογάλλων καπιταλιστών; Δε θα 'ταν πιο σωστό να πούμε ότι η καπιταλιστική Αγγλία, και αμέσως ύστερα απ' αυτήν η καπιταλιστική Γαλλία, θα βρεθούν τελικά αναγκασμένες ν' αποσπαστούν από το αγκάλιασμα των ΗΠΑ και να έρθουν σε σύγκρουση μαζί τους, για να εξασφαλίσουν μια ανεξάρτητη θέση και, φυσικά, υψηλά κέρδη;».
Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Ι. Στάλιν, στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, εκφράζεται καθαρά η λαθεμένη εκτίμηση του συσχετισμού των δυνάμεων στην καπιταλιστική Ευρώπη και συνδέεται με λαθεμένες αντιλήψεις για τις δυνατότητες χρησιμοποίησης των λαϊκών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών για ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.
Προκλήσεις για το μέλλον
Τα ζητήματα θεωρίας που θίγει ο Ι. Στάλιν στο έργο του Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ αξίζει να μελετηθούν, σε σχέση με το πώς αναπτύσσεται η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη μέσα στο κόμμα, σε όλη τη μεταγενέστερη πορεία του, μέχρι και την επικράτηση της «περεστρόικα» και της αντεπαναστατικής ανατροπής. Η συγκριτική μελέτη της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης μπορεί να γίνει σε σχέση με την περίοδο της δεκαετίας του '60, με την περίοδο των προβληματισμών επί της ηγεσίας του Γ. Αντρόποφ και σε σχέση με την «περεστρόικα». Μπορεί ακόμη να μελετηθεί συγκριτικά και με την προγενέστερη περίοδο του τέλους της δεκαετίας του '20 - αρχών της δεκαετίας του '30.
Πιστεύουμε ότι τα συμπεράσματα θα συμβάλουν στην ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού - κομμουνισμού, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, σε διάφορα πεδία της θεωρίας στην Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού, στην ανάλυση των αντιθέσεων της επαναστατικής μεταβατικής κοινωνίας από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό και την ανάπτυξη της θεωρίας για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό, στη θεωρία για το κόμμα, για την επαναστατική εργατική εξουσία.
*Από τον πρόλογο στο βιβλίο του Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», έκδοση «Σύγχρονη Εποχή»


Της
Ελένης ΜΠΕΛΛΟΥ


Σοσιαλισμός και κομμουνισμός


Σοσιαλισμός και κομμουνισμός
Η γενική χρήση του όρου κομμουνιστικές και όχι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγήςπροκειμένου να δηλωθεί η μορφή της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής στοσοσιαλισμό, θεωρώ ότι είναι λανθασμένη και οδηγεί στην παραγνώριση των διαφορών μεταξύ σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Η πρώτη, μεταβατική φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας δεν ταυτίζεται με τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό, η ίδια η παραγωγική βάση της κοινωνίας διατηρεί συγκεκριμένες αντιφάσεις και κατάλοιπα από τον καπιταλισμό και διακρίνεται για τις ιδιαίτερες νομοτέλειές της. Σοσιαλιστικές ονομάζονται οι ανολοκλήρωτεςακόμη κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής.
Οπως σημειώνει ο Μαρξ «η διανομή των μέσων κατανάλωσης είναι κάθε φορά μονάχα συνέπεια της διανομής των ίδιων των όρων παραγωγής», εκφράζοντας έτσι «το χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής». Συνεπώς η διαφορά της αρχής διανομής του σοσιαλισμού («ανάλογα με την εργασία») από του κομμουνισμού («ανάλογα με τις ανάγκες») δηλώνει σαφώς διαφορές στην ίδια την παραγωγή εν γένει. Στις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής«σε ό,τι αφορά στη διανομή των μέσων κατανάλωσης στους μεμονωμένους παραγωγούς, κυριαρχεί η ίδια αρχή όπως και στην παραγωγή ισοδύναμων εμπορευμάτων, ανταλλάσσεται ίση εργασία σε μία μορφή με ίση εργασία σε άλλη μορφή» [...] «είναι ανταλλαγή ίσων αξιών». «Το περιεχόμενο και η μορφή» αλλάζουν όμως, η αξία παραμένει ακόμη αναγκαία προκειμένου να μετρηθεί ο παραγωγικός κύκλος, σε αντίθεση με τον κομμουνισμό όπου τα προϊόντα παύουν να ανταλλάσσονται ως «ισοδύναμα», παύουν να μετριούνται ως «αξίες». Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αποσυνδέει την αξία χρήσης από την αξία.
Η δυνατότητα ύπαρξης στο σοσιαλισμό μικρής εμπορευματικής παραγωγής και εξωτερικού εμπορίου καθιστά περισσότερο σύνθετη τη λειτουργία του νόμου της αξίας. Οπως υπογραμμίζει ο Στάλιν, ο νόμος της αξίας δε ρυθμίζει τη σοσιαλιστική παραγωγή, όμως η «ενέργειά» του «επεκτείνεται» και σε αυτήν, καθώς διατηρεί, εντός ορίων, το «ρόλο του ρυθμιστή» στην «ανταλλαγή κατά κύριο λόγο των εμπορευμάτων ατομικής κατανάλωσης».
Η εξομοιωτική χρήση του όρου κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής οδηγεί περαιτέρω αναγκαία στην εξάντληση της έννοιας των σχέσεων παραγωγής σε σχέσεις ιδιοκτησίας. Τοπεριεχόμενο των σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων (κοινωνική ιδιοκτησία) είναικομμουνιστικό, όμως οι σχέσεις παραγωγής διατηρούν ακόμη μορφές όπως τον καταμερισμό και την εξειδίκευση, τη διάκριση σωματικής και πνευματικής εργασίας. Μόνο με το πέρασμα της κοινωνίας στον κομμουνισμό «θα εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στη σωματική και στην πνευματική δουλειά». Η εξειδίκευση οδηγεί ακολούθως στην ανάγκη αναγωγής της σύνθετης εργασίας σε απλή για τον καθορισμό των μισθών -θεμέλιο της πολιτικής μισθών στο σοσιαλισμό. Υποτιμώντας αυτή την αντίθεση, σημειώνεται στις Θέσεις 7 και 36 πως ο χρόνος αποτελεί το μοναδικό «μέτρο της ατομικής προσφοράς» εργασίας στο σοσιαλισμό, δίχως η εργασία να «διαχωρίζεται σε σύνθετη ή απλή, χειρωνακτική ή όχι». Η τοποθέτηση αυτή απλώς «λύνει» βολονταριστικά-διοικητικά το ζήτημα του καταμερισμού της εργασίας προτού λυθούν πραγματικά οι αντιθέσεις στο επίπεδο της παραγωγής, προτού ξεπεραστούν οι υλικοί όροι που τις επιβάλλουν. Το κείμενο της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του 1995, ασκεί σωστά κριτική στην «ισοπεδωτική αντίληψη για τις αμοιβές» και στις συνέπειές της.
Οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής διατηρούνε ως προς τη μορφή τους ένα ακόμη χαρακτηριστικό, ουσιαστικό παρεπόμενο του καταμερισμού της εργασίας: τη διάκριση μεταξύδιεύθυνσης της παραγωγής και παραγωγής καθεαυτής. Η «διεύθυνση» παύει ολοκληρωτικά να είναι πνευματικά και κοινωνικά αποσπασμένη από τους άμεσους παραγωγούς, μονάχα στον κομμουνισμό. Οι κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής αποβάλλουν οριστικά κάθε αντίθεση μεταξύ παραγωγής και οργάνωσής της. Ο σοσιαλισμός εκπληρώνει με προσήλωση το καθήκον διαπαιδαγώγησης των εργατών στη διεύθυνση της παραγωγής προκειμένου στη θέση της πολιτικής διακυβέρνησης των προσώπων να βάλουν τη διαχείριση των πραγμάτων.
Αυτή η παραγνώριση των διαφορών μεταξύ σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής οδηγεί αναγκαία σε σοβαρές συνέπειες.
Εφόσον οι σοσιαλιστικές σχέσεις ταυτίζονται με τις κομμουνιστικές και εφόσον η κολχόζνικη ιδιοκτησία δεν αποτελεί σχέση παραγωγής του κομμουνισμού, άρα αποτελεί εγγενώς εχθρική σχέση και για την ίδια τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ετσι οι Θέσεις 9, 23 και 35 αντιδιαστέλλουν πρωτοφανώς τη «σοσιαλιστική» και τη «συνεταιριστική» ιδιοκτησία, θεωρώντας τη δεύτερη ως μη-σοσιαλιστική, και όχι ως μεταβατική σοσιαλιστική σχέση, στην προοπτική πλήρους κοινωνικοποίησης της γης. Ο Στάλιν ρητά θα υπερασπιστεί την κολχόζνικη ιδιοκτησία ως μία από τις δύο «βασικές μορφές σοσιαλιστικής παραγωγής», τονίζοντας ότι από το γεγονός ότι τα κολχόζ «δεν είναι ιδιοκτησία κοινωνική, δε βγαίνει, σε καμιά περίπτωση, το συμπέρασμα ότι [...] δεν είναι σοσιαλιστική ιδιοκτησία». Ο διαχωρισμός των κολχόζ από τη «σοσιαλιστική ιδιοκτησία» αμφισβητεί άμεσα τον ίδιο το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της σοβιετικής κοινωνίας.
Για την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, ο νόμος της αξίας και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις αποτελούν μοχλό ανάπτυξης, αξιοποιούνται «στα πλαίσια της σχεδιασμένης παραγωγής και της κοινωνικής ιδιοκτησίας, με στόχο το βάθεμα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής». Ο Στάλιν υπογραμμίζει ότι «η εμπορευματική κυκλοφορία είναι ασυμβίβαστη με την προοπτική περάσματος απ' το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό», τονίζοντας ωστόσο πως οικονομικά φαινόμενα όπως τα κολχόζ και η εμπορευματική κυκλοφορία χρησιμοποιούνται «με επιτυχία για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας και φέρνουν στην κοινωνία μας αναμφισβήτητο όφελος», πως «είναι αναμφισβήτητο ότι θα φέρνουν όφελος και στο κοντινό μέλλον». Οι απόπειρες της σοβιετικής ηγεσίας να αξιοποιήσει ευρύτερα το νόμο της αξίας, δεν ήταν μονάχα ένα γυμνό αποτέλεσμα οπορτουνιστικού συμβιβασμού, αλλά ταυτόχρονα μια προσπάθεια επίλυσης ζητημάτων οργάνωσης και ελέγχου του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, τα οποία, στη θηριώδη σοβιετική οικονομία, ήταν ακόμη τεχνολογικά αδύνατη η ολοκληρωτική επίλυσή τους.
Η ταύτιση των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων οδηγεί αναγκαία στην παραγνώριση των αντικειμενικών νομοτελειών ανάπτυξης του σοσιαλισμού, μετατρέπει το πέρασμα στον κομμουνισμό σε βολονταριστικό-διοικητικό καθήκον. Στη βάση αυτή υποστηρίζεται στη Θέση 18 πως μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο θα έπρεπε «να επεκταθούν και να κυριαρχήσουν πλήρως οι κομμουνιστικές σχέσεις» στο σύνολο της παραγωγής, καθώς η κολχόζνικη ιδιοκτησία γινόταν «τροχοπέδη στην ισχυρή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Διαβάζοντας επιπλέον στη Θέση 2, εν είδει «ορισμού», πως κομμουνισμός σημαίνει την «πλήρη επικράτηση» των κομμουνιστικών σχέσεων, οδηγούμαστε αυτονόητα στο συμπέρασμα ότι στα μέσα της δεκαετίας του '50 ήταν δυνατή η μετάβαση στον ανεπτυγμένο κομμουνισμό. Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί σαφώς μία νεφελώδη θεωρητική εκτίμηση, βασισμένη στην εξομοίωση των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, δίχως να συνεκτιμάει τα οικονομικά και τεχνολογικά δεδομένα της σοβιετικής κοινωνίας της εποχής, το πραγματικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (κανένα οικονομικό στοιχείο δεν αναφέρεται στο κείμενο) ούτε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του ΚΚΣΕ που, όπως μας δείχνουν τα Οικονομικά Προβλήματα, το ζήτημα της κοινωνικοποίησης της κολχόζνικης ιδιοκτησίας δεν είχε ακόμη τεθεί καν ως ένα άμεσοπολιτικό και τεχνικό καθήκον στη σοβιετική ηγεσία. Δε σταθμίζει τέλος τις διαθέσεις των μαζών, δηλαδή αν το άπλωμα της κοινωνικοποίησης θα μπορούσε τη δεδομένη στιγμή να διατηρήσει αραγή τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά.
Αυτός ο άξονας κριτικής των Θέσεων παράλληλα με τις εκτιμήσεις περί «στροφής», περί «απώλειας» των «επαναστατικών χαρακτηριστικών» του ΚΚΣΕ (ο «οπορτουνισμός» οικοδομούσε σοσιαλισμό;) ή τη σαφή υποτίμηση του πολύμορφου ρόλου του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, θα μπορούσαν να οδηγήσουν έως και στην αμφισβήτηση του ίδιου του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της ΣΕ. Τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να μελετηθούν προσεκτικότερα στα πλαίσια αυτής της συζήτησης που, με τιμή απέναντι στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ανοίγει σήμερα το Κόμμα μας.

Γιάννης Κοζάτσας
ΚΟΒ Λιψίας, Γερμανία


Για το νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό


Για το νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό
Στη θέση 2 των Θέσεων της ΚΕ αναφέρεται ότι «ο σοσιαλισμός είναι η πρώτη βαθμίδα του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Είναι ανώριμος κομμουνισμός». Στη θέση 6 σημειώνεται ότι «η κομμουνιστική παραγωγή - και στην ανώριμη βαθμίδα της είναι άμεσα κοινωνική παραγωγή - Τα προϊόντα της εργασίας δεν κατανέμονται ατομικά, δεν είναι εμπορεύματα», δηλαδή στο σοσιαλισμό δεν έχουμε εμπορευματικές σχέσεις, ενώ και στη θέση 12 δηλώνεται κατηγορηματικά: «θεωρούμε λανθασμένη τη θεωρητική προσέγγιση ότι ο νόμος της αξίας είναι νόμος κίνησης του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής στην πρώτη βαθμίδα του.
Ολα τα παραπάνω είναι σωστά και απόλυτα συμβατά με τα πορίσματα του μαρξισμού - λενινισμού, με όσα είπαν σχετικά οι κλασικοί του μαρξισμού, οι Μαρξ - Ενγκελς και Λένιν.
Αλλά πώς συμβιβάζονται αυτές οι μαρξιστικές θέσεις με την παραδοχή ότι στη Σοβιετική Ενωση και τις άλλες μεταβατικές κοινωνίες είχαμε φτάσει ήδη στο σοσιαλισμό - πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας; Τι σχέση με το μαρξισμό μπορεί να έχει η υποκειμενίστικη αντίληψη που προβάλλεται από διάφορες πλευρές ότι σ' αυτές τις κοινωνίες υπήρξαν κάποιοι κακοί άνθρωποι και κάποιες πολιτικές δυνάμεις που λόγω του οπορτουνισμού τους επέβαλαν στη σοβιετική κοινωνία ετσιθελικά τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και το νόμο της αξίας ή εν πάσει περιπτώσει δεν κατανόησαν έγκαιρα την ανάγκη να τις καταργήσουν και να πάψουν να δρουν στην κατεύθυνση ενίσχυσής τους;
Οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις είναι αστικές σχέσεις παραγωγής και δεν καταργούνται ετσιθελικά, ούτε με τη βία. Καταργούνται όπως όλες οι άλλες αστικές σχέσεις παραγωγής, βαθμιαία στη διάρκεια των επαναστατικών μετασχηματισμών της μεταβατικής περιόδου από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό - κομμουνισμό, στη διάρκεια δηλαδή της περιόδου το κράτος της οποίας είναι η δικτατορία του προλεταριάτου. Για να καταργηθούν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και ο νόμος της αξίας, πρέπει πρώτα να καταργηθούν οι τάξεις, να απονεκρωθεί το πολιτικό κράτος και η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής να έχει εξαλειφθεί ολοσχερώς και να έχει παραχωρήσει τη θέση της στην κοινή ιδιοκτησία των ισότιμων συνεταιρισμένων παραγωγών. Πριν να συμβούν αυτά, κάθε σκέψη για κατάργηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων και του νόμου της αξίας, αποτελεί ουτοπία.
Οι κλασικοί του μαρξισμού, όταν μιλούσαν για κατάργηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων και του νόμου της αξίας, είχαν ακριβώς υπόψη τους την αταξική και ακρατική κοινωνία, οικονομική βάση της οποίας αποτελεί όχι η κρατική, αλλά η κοινή ιδιοκτησία. Αυτήν ακριβώς την κοινωνία ονόμαζαν σοσιαλισμό - πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας και όχι την κοινωνία με κρατική ιδιοκτησία και την υποταγμένη σ' αυτήν συνεταιριστική ιδιοκτησία. Οχι την κοινωνία με εργατική εξουσία, αλλά την κοινωνία όπου το πολιτικό κράτος έχει ήδη απονεκρωθεί. Οχι την κοινωνία, η παραγωγή της οποίας διεξάγεται στη βάση ενός κεντρικού κρατικού σχεδίου, αλλά στη βάση ενός κοινού κεντρικού σχεδίου των ισότιμων παραγωγών. Είχαν δηλαδή, υπόψη τους, την κοινωνία στην οποία φτάσαμε στην πλήρη κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής και δε σταματήσαμε στη μερική κοινωνικοποίηση, δηλαδή στην κρατική ιδιοκτησία των βασικών μεγάλων μέσων παραγωγής και τη συνεταιριστικοποίηση της μικρής αγροτικής και αστικής παραγωγής.
Η οικονομική βάση του σοσιαλισμού, δεν είναι λοιπόν η κρατική, αλλά η κοινή ιδιοκτησία.
Ο Μαρξ γράφει ότι, στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας έχουμε «κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής». Σ' αυτή λοιπόν, «τη συντροφική κοινωνία, τη θεμελιωμένη στην κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής, οι παραγωγοί δεν ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους. Το ίδιο και η εργασία που έχει ξοδευτεί για την παραγωγή προϊόντων δεν παρουσιάζεται εδώ σαν αξία αυτών των προϊόντων, σαν μία εμπράγματη ιδιότητα που έχουν, γιατί τώρα, σε αντίθεση με την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, οι ατομικές εργασίες υπάρχουν άμεσα και όχι πια έμμεσα σαν συστατικά στοιχεία της συνολικής εργασίας».1 Οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και ο νόμος της αξίας έχουν, δηλαδή, καταργηθεί, αλλά για να καταργηθούν πρέπει πρώτα να έχει εξαλειφθεί τελείως η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τη θέση της να έχει πάρει η κοινή ιδιοκτησία, η «κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής».
Οταν η ηγεσία του ΚΚΣΕ διακήρυξε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 την οριστική νίκη του σοσιαλισμού, δεν είχαμε φτάσει σε αυτήν τη φάση της κοινωνικής εξέλιξης. Ηταν μια διακήρυξη που δεν πατούσε στην αντικειμενική πραγματικότητα και βρισκόταν σε πλήρη διάσταση με την περί πρώτης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας αντίληψη του επιστημονικού σοσιαλισμού. Οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις δεν είχαν και δεν μπορούσαν να είχαν πάψει να υπάρχουν, εφόσον δεν είχαν ακόμα εξαλειφθεί και οι άλλες αστικές σχέσεις παραγωγής, ανάμεσά τους η βασικότερη, η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Εκείνο που είχε ήδη πραγματοποιηθεί ήταν η - κατά Ενγκελς - «πρώτη ριζική επίθεση κατά της ατομικής ιδιοκτησίας», η κρατικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής.
Στη φάση της κοινωνικής εξέλιξης που βρισκόταν η Σοβιετική Ενωση τη δεκαετία του '30, ήταν αδύνατο να υπάρξει κατάργηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων και του νόμου της αξίας. Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό πουθενά, πριν η μεταβατική περίοδος οδηγηθεί στο τέρμα της και πριν φτάσουμε πραγματικά και όχι ψευδεπίγραφα στο σοσιαλισμό.
Παρά τη διακήρυξη περί νίκης του σοσιαλισμού, οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και ο νόμος της αξίας συνεχίζουν να υπάρχουν. Υπήρχαν όμως άνθρωποι που διαβάζοντας τους κλασικούς μάθαιναν ότι στο σοσιαλισμό δεν υπάρχουν εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και δε δρα ο νόμος της αξίας. Αυτοί οι άνθρωποι, αντί να αναρωτηθούν μήπως ήταν λάθος η διακήρυξη περί νίκης του σοσιαλισμού, ζητούσαν κατάργηση των εμπορευματικών σχέσεων και του νόμου της αξίας.
Ο Στάλιν θα τους απαντήσει ότι «κάνουν σοβαρό λάθος» και θα θεωρήσει καλό το γεγονός της δράσης του «νόμου της αξίας στο σοσιαλιστικό μας καθεστώς». Η δράση του νόμου της αξίας, ήταν τότε φανερή και βέβαια δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς στη μεταβατική περίοδο. Εκείνο που έμεινε όμως, ήταν ότι στο σοσιαλισμό υπάρχουν εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και δρα ο νόμος της αξίας.
Ας παρακολουθήσουμε όμως τον προβληματισμό του Στάλιν, που οι Θέσεις της ΚΕ τον διαστρεβλώνουν και τον παρουσιάζουν ως τον ηγέτη που «αναγνώριζε ότι ο νόμος της αξίας δεν εναρμονιζόταν με τους θεμελιακούς νόμους λειτουργίας της σοσιαλιστικής παραγωγής» (θ. 17). Τι απαντάει ο Στάλιν στους συντρόφους του;
«Μερικοί σύντροφοι υποστηρίζουν ότι το κόμμα δεν έκανε σωστά που διατήρησε την εμπορευματική παραγωγή ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας και την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής [...] Για το ζήτημα αυτό αναφέρονται στον Ενγκελς που λέει: "Μόλις η κοινωνία πάρει στα χέρια της τα μέσα παραγωγής, θα καταργηθεί η εμπορευματική παραγωγή και μαζί μ' αυτήν και η κυριαρχία των προϊόντων πάνω στους παραγωγούς". Οι σύντροφοι αυτοί κάνουν σοβαρό λάθος. Ας αναλύσουμε τη διατύπωση του Ενγκελς. Δεν μπορούμε τη διατύπωση αυτή να τη θεωρήσουμε εντελώς καθαρή και ακριβόλογη, γιατί δε μας ξεκαθαρίζει, αν πρόκειται να πάρει στα χέρια της η κοινωνία όλα τα μέσα παραγωγής είτε μονάχα ένα μέρος των μέσων παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι τη διατύπωση του Ενγκελς μπορεί κανείς να την καταλάβει και με τους δύο τρόπους».2 Αυτό σημαίνει ότι ο Στάλιν δεν κατάλαβε τη μαρξιστική έννοια της πλήρους κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και γι' αυτό αναγκάζεται να καταφύγει σε κατηγορίες κατά του Ενγκελς, για «μη καθαρή και ακριβόλογη διατύπωση».
Αλλού ο Στάλιν γράφει:
«Μερικές φορές ρωτούν: υπάρχει, άραγε, και ενεργεί στη χώρα μας, στο σοσιαλιστικό μας καθεστώς, ο νόμος της αξίας;
Ναι, υπάρχει και ενεργεί. [...] Είναι άραγε καλό αυτό; Δεν είναι και κακό. Στις τωρινές συνθήκες μας αυτό πραγματικά δεν είναι κακό, γιατί διαπαιδαγωγεί τους οικονομολόγους μας στο πνεύμα της ορθολογιστικής διεύθυνσης της παραγωγής και τους διδάσκει».3
Ετσι βλέπουμε ότι «η θεωρητική αποδοχή του νόμου της αξίας ως νόμου του σοσιαλισμού» δεν έγινε, όπως λαθεμένα ισχυρίζονται οι θέσεις (θ. 18), από τον Χρουστσόφ και το 20ό Συνέδριο, αλλά νωρίτερα από τον Ι. Β. Στάλιν.
------------------------
1. Κ. Μαρξ: «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 12.
2. Ι. Β. Στάλιν: «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ».
3. Ι. Β. Στάλιν: ο.π. σελ. 44-45.

Βάιος Παπαθεοχάρης
μεταπτυχιακός φοιτητής, Πάτρα


Για την κοινωνία μετάβασης που γνωρίσαμε


Για την κοινωνία μετάβασης που γνωρίσαμε
Η Οχτωβριανή Επανάσταση ήταν μια απόπειρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων η εργατική τάξη κατέλαβε την εξουσία και έγινε προσπάθεια να εφαρμοστούν τα μέτρα μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό -κομμουνισμό. Η προλεταριακή επανάσταση αφαίρεσε την εξουσία από την αστική τάξη και τους τσιφλικάδες, διέλυσε το αστικό κράτος και εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του προλεταριάτου. Κατήργησε την ατομική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής, την οποία πλέον είχε το νεοσύστατο εργατικό κράτος.
Με τη νίκη της εργατικής τάξης δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για εκείνους τους επαναστατικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς οι οποίοι θα οδηγούσαν στη μετάβαση στον ολοκληρωμένο νέο τρόπο παραγωγής, τον κομμουνιστικό. Είχαμε μια κλασική έναρξη της πορείας μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό όπως την περιγράφει ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκόττα.
Μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες η δικτατορία του προλεταριάτου είχε περάσει την πλειοψηφία των βασικών μέσων παραγωγής στον έλεγχό της, ενώ παράλληλα είχε προχωρήσει η κολεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Παρόλο που ορισμένα μέτρα μετάβασης δεν εφαρμόστηκαν στο ακέραιο, υπήρχε μια σαφής κίνηση προς τα εμπρός.
Το ΚΚΣΕ εκείνη τη χρονική στιγμή εκτίμησε ότι έχει οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός, ότι η επανάσταση έχει νικήσει (Σοβιετικό σύνταγμα του 1936). Κωδικοποιημένα μπορούμε να πούμε ότι κυριαρχεί η αντίληψη ότι το τρίπτυχο δικτατορία του προλεταριάτου + κεντρικός σχεδιασμός + κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής = σοσιαλισμός. Ως ένα βαθμό αυτή η λανθασμένη αντίληψη διαπερνά το κείμενο των θέσεων της ΚΕ, ενώ παράλληλα η μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό ταυτίζεται με την περίοδο του «πολεμικού κομμουνισμού».
Στο έργο των κλασικών ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός αποτελεί μια ενιαία αταξική κοινωνία ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών στην οποία κράτος υφίσταται μόνο στην πρώτη ανώριμη βαθμίδα, το οποίο όμως δεν επιτελεί πολιτικές λειτουργίες. Ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός αποτελεί έκβαση μιας πολιτικής μεταβατικής περιόδου όπου η άρση αντιθέσεων όπως αυτή της σωματικής/πνευματικής εργασίας έχει προχωρήσει πλατιά. Στην ΕΣΣΔ της δεκαετίας του '30 υπήρχε πολιτικό κράτος, υπολείμματα τάξεων και διεξαγόταν ταξική πάλη στο εσωτερικό και διεθνές επίπεδο. Μέσα σε μια ανθρώπινη γενιά είναι αδιανόητο να διαμορφωθεί ο νέος σοσιαλιστικός άνθρωπος, πράγμα που αποτυπώθηκε στην ιστορία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Η παραγωγή δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν κοινωνικοποιημένη με την έννοια που της δίνει ο Μαρξ. Το εργατικό κράτος διαχειριζόταν τα βασικά μέσα παραγωγής στο όνομα της κοινωνίας (και καλά έκανε), αλλά οι άμεσοι παραγωγοί δεν είχαν την ίδια σχέση προς τα μέσα παραγωγής. Είναι αμφίβολο αν το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της εποχής επέτρεπε κάτι τέτοιο.
Η έμμεση δημοκρατία των Σοβιέτ της δεκαετίας του '30 με όλες τις ανεπάρκειές της ήταν η έκφραση της δικτατορίας του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ, αλλά δεν ταυτιζόταν με τη σοσιαλιστική δημοκρατία, η οποία είναι άμεση δημοκρατία. Ο Λένιν διατυπώνει ρητά ότι στη σοσιαλιστική δημοκρατία όλοι θα διοικούν εναλλάξ και επομένως κανένας δε θα διοικεί. Σε μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να υπάρχει γραφειοκρατία.
Η πολιτική που υιοθέτησε το ΚΚΣΕ στα μέσα της δεκαετίας του '30 συσκότισε το γεγονός ότι το βάθεμα της επαναστατικής διαδικασίας αποτελεί διεθνές ζήτημα, μιας και εφευρέθηκε ο τρόπος η αταξική κοινωνία να μπορεί να οικοδομηθεί σε μια μόνο χώρα. Πολλές συγχύσεις και υποχωρήσεις μετά τον πόλεμο σχετίζονται με την πολιτική αυτής της περιόδου. Μια τέτοια ανάλυση καταδεικνύει τη συνέχεια των γεγονότων και το πώς σταδιακά και όχι εξ αποκαλύψεως χάθηκε η επαναστατική πυξίδα από το ΚΚΣΕ.
Συχνά η «στροφή» εκείνης της εποχής δικαιολογείται λόγω του επερχόμενου πολέμου και των αναγκών που δημιουργούσε. Οπως και να έχει, οι αποφάσεις του ΚΚΣΕ ακόμα και αν αποτελούσαν συνειδητές υποχωρήσεις θα έπρεπε να παρουσιαστούν ως τέτοιες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λένιν τη ΝΕΠ δεν την παρουσίαζε ως σοσιαλιστική νομοτέλεια, αλλά ως αναγκαία υποχώρηση και προειδοποιούσε για τους κινδύνους την εργατική τάξη.
Ο προβληματισμός δεν τίθεται από την πλευρά του αν η ηγεσία του ΚΚΣΕ ήταν προδοτική, ανεπαρκής κλπ. εκείνη την ιστορική περίοδο, άλλωστε έφερε σε πέρας γιγάντιο έργο. Αυτό που τίθεται είναι ότι το κομμουνιστικό κίνημα βρέθηκε σε ένα σταυροδρόμι. Εμπαινε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της πλήρους αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό, της νίκης της επανάστασης και σε άλλες προηγμένες χώρες ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας (όπως αναφέρει το πρόγραμμα της ΚΔ το 1928).
Μεγάλο μέρος του κειμένου των θέσεων της ΚΕ απασχολείται με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό και της λειτουργίας του νόμου της αξίας. Σαφώς στο σοσιαλισμό - κομμουνισμό καμία κοινωνική σχέση δεν μπορεί να υπάρξει με τη μορφή εμπορευματοχρηματικής σχέσης αφού πλέον οι παραγωγοί δεν είναι χωρισμένοι από τους όρους και τα αποτελέσματα της παραγωγής τους. Ομως η διαδικασία αυτή αντιστοιχεί στο τέλος της μεταβατικής περιόδου όπου οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί έχουν προχωρήσει, ο νέος τρόπος παραγωγής έχει εμπεδωθεί πλατιά και πλέον η κατάργηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων προβάλλει ως φυσική διαδικασία και αναγκαιότητα και όχι ως βουλησιαρχική επιταγή. Η θεωρητική διαπάλη που διεξαγόταν στην ΕΣΣΔ γύρω από αυτό το ζήτημα αφορούσε ως ένα βαθμό μια κοινωνία που ακόμη δεν είχε οικοδομηθεί.
Η ΕΣΣΔ δεν αποτέλεσε μια «ιστορική ανωμαλία» ή ένα ιδιότυπο παράδειγμα κρατικού καπιταλισμού, ήταν κοινωνία μετάβασης η οποία οικοδομούσε το σοσιαλισμό. Στη σοβιετική κοινωνία υπήρχε κράτος, εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, λειτουργία του νόμου της αξίας, αν και τροποποιημένος λόγω του κεντρικού σχεδιασμού. Δεν υπήρχαν δυνατότητες απόσπασης υπεραξίας αφού δεν υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Ο χαρακτήρας αυτής της κοινωνίας ήταν μεταβατικός, με πορεία προς την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλά το να ισχυριστούμε ότι είχε οικοδομήσει ήδη τον ανώριμο κομμουνισμό είναι επιστημονικά και πολιτικά μη ορθό.
Ολη η ιστορία της ΕΣΣΔ σημαδεύεται από την ταξική πάλη που παίρνει νέες μορφές μετά την προλεταριακή επανάσταση. Τα μεταβατικά μέτρα έδρασαν επιτυχώς και απέδειξαν τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να καταλάβει την εξουσία και να κατευθύνει την παραγωγή. Ομως στα πλαίσια της μεταβατικής κοινωνίας υπήρχε έντονη διαπάλη ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, υπήρχε η δυνατότητα του βαθέματος της επανάστασης αλλά και του πισωγυρίσματος.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έπαιξε καταλυτικό ρόλο ακόμη και πριν από την εκδήλωσή του με κύριο χαρακτηριστικό την ως ένα βαθμό αναγκαστική συμμαχία του ΚΚΣΕ με μη επαναστατικά στρώματα. Η συσκότιση των αντιθέσεων της σοβιετικής κοινωνίας μπροστά στη συμμαχία απέναντι στο φασισμό παγίωσε την ανοχή σε υποχωρήσεις οι οποίες μεταπολεμικά έδρασαν ανασταλτικά στο βάθεμα των νέων σχέσεων παραγωγής. Μεταπολεμικά τα βήματα προς τα πίσω επιταχύνονται. Σταδιακά ενσωματώθηκαν στο ΚΚΣΕ γραφειοκρατικά - διευθυντικά στρώματα τα οποία ναι μεν δεν μπορούσαν να ιδιοποιηθούν τίποτε άλλο παρά προϊόντα της παραγωγής, αλλά έβλεπαν τη δυνατότητα μετεξέλιξής τους σε μια νέα αστική τάξη.
Το πότε αυτή η διαδικασία κατέστη μη ανατρέψιμη είναι ζήτημα διερεύνησης. Η γενική πολιτική αφασία της εργατικής τάξης και η αποξένωσή της από την άσκηση της εργατικής εξουσίας προηγήθηκε των εξελίξεων στο ΚΚΣΕ. Η μετατόπιση της μάχης με τον οπορτουνισμό από το πεδίο της ανοιχτής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο πεδίο της συνωμοσιολογίας συνέτεινε στην πολιτική αποξένωση της εργατικής τάξης.
Σε σχέση με τους κλασικούς, έχουμε σήμερα το πλεονέκτημα της πείρας σχεδόν ενός αιώνα προσπαθειών για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μπορούμε να αναπτύξουμε την επαναστατική θεωρία. Αυτό δεν αποτελεί μόνο δυνατότητα, αλλά υποχρέωση. Το σημαντικότερο είναι οι εκτιμήσεις στις οποίες θα καταλήξουμε να μην απολυτοποιούν φαινόμενα τα οποία εμφανίστηκαν κατά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, να μην παρουσιάζουν τυχόν αποκλίσεις από αυτή την πορεία ως νομοτέλειες.

Αλέξανδρος Κουτσιούμπας
ΚΟΒ θετικών Επιστημών, Πάτρα


TOP READ