17 Ιουλ 2012

Μια μικρή ιστορία για ασφάλειες


Μια μικρή ιστορία για ασφάλειες






Από το βιβλίο «Διόρθωση παλιών μύθων και άλλες ιστορίες»




Γρηγοριάδης Κώστας


ΕΝΑΣ χρηματιστής ονόματι Κίκελμαν, που εδώ και πολύ καιρό βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, αναγκάστηκε υπό την επήρεια του άγχους του, που όλο και μεγάλωνε, να κάνει ό,τι ήταν ανθρώπινα δυνατό στη διάρκεια μιας βδομάδας, για να τονώσει την αυτοπεποίθησή του που κατέρρεε και για να κατεβάσει κάποια ιδέα ικανή να τον ξελασπώσει. Προς το τέλος αυτής της βδομάδας είχε οριστικά αφήσει πίσω του το μπαρ του ξενοδοχείου Αντλον, όπως και το μπαρ του Μπρίστολ και πολλά άλλα παρεμφερή στέκια, χωρίς να έχει πετύχει το παραμικρό αποτέλεσμα. Αλλού είχε ερεθίσει το μυαλό του με δυνατά αμερικάνικα ντρινκς, αλλού το είχε καταπραΰνει με υπερβολική δόση καφέ, είχε μαστιγώσει τη θαμπωμένη όρεξή του για ζωή με κάθε είδους τζαζ, είχε κάνει ντου στο καμπαρέ Ντερ Κόμικερ κι είχε παρακολουθήσει εξαντλητικά κάθε επιθεώρηση που παιζόταν στην πόλη, αναζητώντας την πνευματική γονιμοποίησή του - και από το χάραμα ως τα μεσάνυχτα δεν κατάφερε ν' ανακαλύψει μεταξύ ουρανού και γης τίποτα που να μπορείς να το πουλήσεις με κάποιο κέρδος, αν δεν ήσουν ιδιοκτήτης του. Προσγειώθηκε έτσι στην μπιραρία του Ασινγκερ.




Εδώ ένιωσε τη σκοτεινή ώθηση ν' αντλήσει παρότρυνση για τη ζωή απ' τον απλό λαό, που ακόμα πάλευε για να επιβιώσει με μέσο αυτό που τα βιβλία ονόμαζαν δουλιά - όπως ο Ανταίος επιδίωκε την επαφή του με τη γη. Μετά από δυο ώρες εξουθενωτικού στρογγυλοκαθίσματος κατέληξε ότι το μόνο αξιοπαρατήρητο ήταν ένας ζητιάνος που καθόταν σ' ένα γειτονικό τραπέζι πίσω από ένα μικρό ποτήρι μπίρα.


Η όψη και μόνο αυτού του ζητιάνου σε τρόμαζε. Ο Κίκελμαν, που η ευαισθησία του απέναντι στις εικόνες της αθλιότητας είχε οξυνθεί ιδιαίτερα εκείνη την περίοδο, αισθάνθηκε να διαπερνά τη ράχη του μια ανατριχίλα. Ο άνθρωπος είχε πάνω του τα σημάδια του θανάτου. Ηταν αδύνατος σε βαθμό παραλογισμού. Θα 'λεγες πως απ' την παιδική του ηλικία μέχρι σήμερα τρεφόταν απλώς και μόνο με νερό και με δυο ξεροκόμματα ψωμί τη βδομάδα. Κυριευμένος απ' τον ηρωικό πόθο ν' αναμετρηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με την αθλιότητα, ο Κίκελμαν, κάθισε απελπισμένα στο τραπέζι αυτού του ανθρώπου. Οχυρωμένος πίσω απ' την εφημερίδα του, παρατηρούσε αυτόν τον σκελετό που περπατούσε και ρουφούσε μπίρα. Του παράγγειλε σαν μέσα σε όνειρο μια μπιζελόσουπα κι έπιασε κουβέντα μαζί του, ενώ ο άνθρωπος φαινόταν ν' ανακτά κάποιες δυνάμεις μ' εκπληκτική ταχύτητα. Και τι να πει κανείς; Ο Κίκελμαν κατέληξε να πάρει μαζί του στο ξενοδοχείο του το ζητιάνο Ζόζεφ Κλάιντερερ.


Είχε μάθει απ' τον ζητιάνο πως ήταν καλά στην υγεία του και πως το μόνο πρόβλημα που είχε ήταν ότι λιμοκτονούσε - και ξαφνικά, ανάμεσα σ' ένα βρώμικο σερβιτόρο και σ' ένα ασημί ταμείο, είδε στον αέρα ένα όραμα.


Στο εξής ο Κίκελμαν παράγγελνε να τον σερβίρουν στο δωμάτιό του και μοιραζόταν το φαγητό του με τον Ζόζεφ Κλάιντερερ, που είχε επιβιώσει για να τον χαίρεται ο κόσμος μέσα σ' όλη του τη βρωμιά και που μέσα σε τρεις βδομάδες ανέκτησε πλήρως όλες του τις δυνάμεις και φαινόταν να σκάει από υγεία. Οι άνθρωποι που ήξεραν από πριν τον Κλάιντερερ έλεγαν πως δεν τον αναγνώριζαν πια: είχε παχύνει τόσο, που σου 'ρχότανε να πιεις στην υγειά του. Ο Κίκελμαν δεν ήθελα τίποτα σε αντάλλαγμα απ' αυτόν, μόνο να πάνε μαζί σε μια ασφαλιστική εταιρία, μια που η ζωή του Κλάιντερερ του ήταν τόσο ακριβή, που ήθελε να τη δει καλυμμένη για κάθε περίπτωση - και ο Κλάιντερερ συμφώνησε. Ασφάλισε, λοιπόν, ο Κίκελμαν τον Κλάιντερερ για 100.000 μάρκα και πλήρωσε την πρώτη δόση των ασφαλίστρων με τα τελευταία του μετρητά. Στο γυρισμό είπε στον Κλάιντερερ ότι έπρεπε ν' αγοράσει τσιγάρα κι εξαφανίστηκε μέσα σ' ένα καπνοπωλείο απ' όπου δεν ξαναβγήκε. Ο Κλάιντερερ επέστρεψε έχοντάς τα βάψει μαύρα στο ξενοδοχείο. Μάταια τον περίμενε εδώ, όπως και στην μπιραρία, να ξαναεμφανιστεί.


Από κει και πέρα ο Κλάιντερερ περίμενε συχνά στην μπιραρία τον ευεργέτη του που είχε ανοίξει η γη και τον είχε καταπιεί. Καθώς δε διέθετε οικονομικά μέσα, η κατάρρευσή του ήταν γοργή. Η καλή του όψη κράτησε μερικές μέρες ακόμη, αλλά μετά άρχισε ν' αδυνατίζει και πριν περάσουν πέντε βδομάδες, είχε αποκτήσει πάλι το παλιό του παρουσιαστικό, του σκελετού που περπατάει και ρουφάει μπίρα στην μπιραρία. Κι όπως και τότε, εμφανίστηκε πάλι ο Κίκελμαν πίσω απ' την εφημερίδα του.


Ο Κίκελμαν ενδιαφερόταν ακόμα πολύ για τον Κλάιντερερ. Του παράγγειλε αμέσως φαγητό και του ζήτησε, μάλιστα, να πάνε μαζί στον τραπεζίτη του, πράγμα που ο Κλάιντερερ έκανε.


Στου τραπεζίτη έβγαλε ο Κίκελμαν το ασφαλιστικό συμβόλαιο του Κλάιντερερ, τον σύστησε σαν γαμπρό του και ζήτησε από τον τραπεζίτη ν' αγοράσει την ασφάλεια ζωής του απ' αυτόν, τον Κίκελμαν. Καθώς ο ίδιος προς το παρόν αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, δεν μπορούσε να πληρώνει πια τ' ασφάλιστρα, την ίδια στιγμή που ο καθένας μπορούσε να δει, μόνο μια ματιά νά 'ριχνε πάνω του, ότι ο Ζόζεφ Κλάιντερερ έβγαζε δεν έβγαζε τη βδομάδα, έτσι που ήταν όλος πετσί και κόκαλο - και το ποσό της ασφάλειας, τα 100.000 μάρκα, θα πληρώνονταν τότε στον κάτοχο του ασφαλιστικού συμβολαίου. Ο τραπεζίτης περιεργάστηκε προσεκτικά τον Ζόζεφ Κλάιντερερ και πρόσφερε 40.000 μάρκα για το ασφαλιστικό συμβόλαιο.


Ο Κίκελμαν, δείχνοντας φοβερά καταβεβλημένος κι αναστενάζοντας, φύλαξε τα χαρτονομίσματα μέσα σε μια πέτσινη τσάντα, οδήγησε τον ετοιμοθάνατο «γαμπρό» του προσεκτικά έξω απ' την πόρτα, τον βοήθησε ν' ανέβει σ' ένα μόνιππο και τον προσκάλεσε για δείπνο στου Λάουερ.


Τις επόμενες μέρες δειπνούσαν εναλλακτικά στου Λάουερ, στου Κεμπίνσκι ή και στο μπαρ Μπρίστολ.


Ο Κίκελμαν χαιρόταν σαν παιδί για τη δεύτερη άνθηση του Κλάιντερερ και ανάμεσα στ' άλλα του απέδειξε πρακτικά ότι το ν' ακούς κλασική μουσική πίνοντας τον καφέ σου και καπνίζοντας εισαγόμενα πούρα παχαίνει.


Στο τέλος δυο γευμάτων κι όλο φροντίδα βδομάδων ο Κλάιντερερ, χάρη και στο ότι Κίκελμαν μπορούσε τώρα να ξοδεύει γι' αυτόν περισσότερα απ' ό,τι την πρώτη φορά, είχε ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις του. Και μια μέρα τον πήρε ο Κίκελμαν μαζί του στον τραπεζίτη του.


Ο άνθρωπος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Αργότερα ο Κίκελμαν φρόντιζε να διαβεβαιώνει συχνά τους επαγγελματικούς του φίλους ότι κανείς άλλος δε θα μπορούσε ν' αναγνωρίσει το «σκελετό» στο πρόσωπο του παχουλού, χαμογελαστού Ζόζεφ Κλάιντερερ. Ο τραπεζίτης όμως με την πρώτη ματιά που έριξε μπήκε στο νόημα. Είχε το ακονισμένο μάτι ενός ανθρώπου που έχει πληρώσει 40.000 μάρκα.


Ο Κίκελμαν είπε συγκινημένος ότι ο γαμπρός του τα είχε βγάλει πέρα καλύτερα από οποιαδήποτε πρόβλεψη - φαίνεται ότι στην οικογένεια υπήρχε φοβερή ζωτικότητα. Ετσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, δεν μπορούσε φυσικά ν' απαιτεί από κανένα να πληρώνει ασφάλιστρα για τριάντα με σαράντα χρόνια - μια και ο μέσος όρος ζωής του ανθρώπου είναι εβδομήντα χρόνια, στην καλύτερη περίπτωση ογδόντα. Για λόγους ευπρέπειας ήταν έτοιμος ν' αγοράσει σε λογική τιμή το ασφαλιστικό συμβόλαιο, που η αξία του χάρη σ' αυτή την ευτυχή εξέλιξη είχε μειωθεί δραστικά. Η τιμή που πίστευε πως θα μπορούσε λογικά να προσφέρει ήταν 2.500 μάρκα. Ο τραπεζίτης υπολόγισε από μέσα του τα δικαστικά έξοδα που θα έπρεπε να πληρώσει στην περίπτωση που υπέκυπτε στην επιθυμία του κι έσπαζε τα δόντια του Κίκελμαν κι αποφάσισε να το ξεχάσει, μια και είχε γενέθλια μόνο μια φορά το χρόνο. Δέχτηκε τα 2.500 μάρκα για το ασφαλιστικό συμβόλαιο και περιορίστηκε μόνο στην επανεξέταση της εκτίμησής του για τη δική του καταλληλότητα γι' αυτή τη ζωή.


Ο Κίκελμαν φύλαξε το ασφαλιστικό συμβόλαιο στην πέτσινη τσάντα του, πέρασε την τζαμένια πόρτα μπροστά απ' τον Ζόζεφ Κλάιντερερ, τράβηξε λίγο προς τα μπρος το μπορσαλίνο του κι εξαφανίστηκε μπροστά απ' τα μάτια του Ζόζεφ Κλάιντερερ μέσα σ' ένα ταξί σαν μέσα σ' ένα σύννεφο.


Ο Κλάιντερερ, που είδε να τερματίζεται μ' αυτό τον τρόπο η δεύτερη άνθησή του, δεν έψαξε πια καθόλου για να τον βρει. Μια ακαθόριστη ανησυχία άρχισε να κατατρώει αυτό τον απλό άνθρωπο, που δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει την εκπληκτική αλλά, προφανώς, συμφέρουσα διαγωγή τού επί μία τριμηνία ευεργέτη του. Κατέρρευσε γρήγορα, κι όταν ο Κίκελμαν -όπως ήδη υπολόγιζε- επανεμφανίστηκε και τον προσκάλεσε πάλι για γεύμα, τον πήγε σ' έναν τραπεζίτη στον οποίο πούλησε το ίδιο πάντα ασφαλιστικό συμβόλαιο, έβαλε τα χρήματα στην πέτσινη τσάντα του και τον ξαναπήγε στη συνέχεια για δείπνο, ένιωσε να φουντώνει μέσα του μια τρελή ανταρσία. Καθώς πεινούσε, δεν μπορούσε ν' αρνηθεί το φαγητό, αλλά έτρωγε ίσα ίσα για να μην τον πονάει απ' την πείνα το στομάχι του. Ετρωγε συγχρόνως αφηρημένα και μάλιστα με αηδία. Τα παινέματα του Κίκελμαν για τη βελτίωση πάλι της όψης του (γιατί το φαγητό είναι πάντα φαγητό και παχαίνει) τ' άκουγε με μια άδεια πλάγια ματιά κάτω απ' τα φρύδια του και τάχυνε το βήμα του αποφεύγοντας να κοιτάξει όποτε περνούσαν μπροστά από κάποιον καθρέφτη. Και μια μέρα, ενώ δεν είχε παχύνει ακόμα ικανοποιητικά, άρχισε, προς μεγάλη κατάπληξη του Κίκελμαν, να γυρνάει τα γραφεία των εφημερίδων ψάχνοντας για δουλιά. Διάλεξε το επάγγελμα του διανομέα εφημερίδων. Η δουλιά ήταν πολύ κακοπληρωμένη, αλλά του έδινε τη δυνατότητα ν' ανεβαίνει αναρίθμητες σκάλες. Προτού όμως η πολλή κίνηση αναχαιτίσει την ανάκτηση του βάρος του, ο Κίκελμαν του έδειξε πονηρά το ασφαλιστήριο κατά τη διάρκεια ενός γεύματος όπου τον είχε παρασύρει. Κι ο Ζόζεφ Κλάιντερερ, με μάτια που πρόδιδαν έναν ωκεανό κατάπτυστων εκδικητικών ιδεών, παρακολούθησε τον Κίκελμαν να αναμετρά από μέσα του απογοητευμένα την αξία του τομαριού του και να βγάζει πάλι την πέτσινη τσάντα.


Ηταν αυτή την περίοδο που ο Κίκελμαν ίδρυσε το γνωστό εργοστάσιο κονσερβαρισμένων τροφών Κίκελμαν. Είχε ελάχιστο χρόνο για ν' ασχοληθεί με τον Κλάιντερερ, που φυσικά γρήγορα κατέρρευσε πλήρως και πάλι. Τα καράβια του Κίκελμαν πλέανε τώρα με ορθάνοιχτα πανιά. Παρ' όλ' αυτά, μετά από πολλούς μήνες επιδίωξε να βρει άλλη μια φορά τον Κλάιντερερ, απλώς και μόνο γιατί είχε την αρχή ότι κάθε δουλιά που αρχίζει πρέπει και να τελειώνει. Οταν όμως ανακάλυψε τον Κλάιντερερ, που τώρα πια είχε βουλιάξει εντελώς μέσα στο βάλτο, τον περίμενε μια έκπληξη. Αυτός ο άνθρωπος, που ο Κίκελμαν κάθε φορά τον ανέσυρε από το βάλτο, τον έντυνε και τον τάιζε, για να μην πει ότι τον μπούκωνε - ο άνθρωπος που θά 'πρεπε να τον ευχαριστεί για τις λίγες μέρες άνθησης στην άθλια και μονότονη ζωή του, είχε το θράσος να δώσει στη φιλική και καθαρά για συναισθηματικούς λόγους πρόσκληση του Κίκελμαν για δείπνο αρνητική απάντηση, και μάλιστα τέτοια, που δεν επαναλαμβάνεται με τίποτα.


Του

Οταν το μάθημα της Ιστορίας «ξεχνάει» και διαστρεβλώνει...


Οταν το μάθημα της Ιστορίας «ξεχνάει» και διαστρεβλώνει... 

Η Ιστορία του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, του «ΟΧΙ» και της Αντίστασης στο σχολείο







Τα Δεκεμβριανά δε θεωρείται απαραίτητο να είναι στην εξεταστέα ύλη της Γ` Λυκείου στο μάθημα της Ιστορίας...
Η διδασκαλία της Ιστορίας στα σχολεία είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στην εκπαίδευση, αφού από εκεί ο νέος άνθρωπος έχει την πρώτη του γνώση για τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν. Από εκεί θα ξεκινήσει την αναζήτηση στην Ιστορία και γι' αυτό διαμορφώνει - σε μεγάλο βαθμό - αντιλήψεις για την ιστορική πραγματικότητα. Φυσικά, η Ιστορία - ως σχολικό μάθημα - είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κυρίαρχη άποψη για το πώς συνέβησαν τα οποιαδήποτε γεγονότα. Η κυρίαρχη τάξη είναι αυτή, λοιπόν, που διαμορφώνει το πρόγραμμα, τα βιβλία και τον τρόπο διδασκαλίας.




Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα με την παρουσίαση των γεγονότων του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, του μεγάλου «ΟΧΙ» και την Αντίσταση του ελληνικού λαού. Με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτώβρη, ο «Ρ» σήμερα θα προσπαθήσει να δείξει πώς το κύριο βιβλίο, απ' όπου διδάσκεται η σύγχρονη Ιστορία του τόπου, διαστρεβλώνει ή «αγνοεί» πραγματικότητες συγκεκριμένων γεγονότων.


Το βιβλίο αυτό διδάσκεται στη Γ` Λυκείου με τίτλο «Ιστορία νεότερη και σύγχρονη» (τεύχος Γ`) στο δεύτερο μέρος της σχολικής χρονιάς. Το βιβλίο μπορεί να μην έχει «χοντροκομμένες» αναλήθειες όπως παλιότερα, αλλά δεν ξεφεύγει απ' την περιγραφή που «πρέπει» να γίνεται...
Περιορισμένη, αποσπασματική και...


Πρώτο, πολύ ουσιαστικό ζήτημα, που είναι απαραίτητο να τεθεί, είναι πως τα συγκεκριμένα γεγονότα έχουν παρουσιαστεί στους μαθητές μόνο στη Γ` Γυμνασίου και κυρίως με «περιληπτικό» τρόπο. Ο Β` Παγκόσμιος Πόλεμος (τα αίτια, η αφορμή, οι κυριότερες φάσεις του και οι συνθήκες ειρήνης) - σύμφωνα με την ύλη - διδάσκεται «περιληπτικά». Οσον αφορά το κεφάλαιο «Η Ελλάδα στο Β` Παγκόσμιο Πόλεμο», παρουσιάζεται, επίσης, σε μεγάλο μέρος «περιληπτικά». Οι ενότητες για την Κατοχή και την Αντίσταση διδάσκονται μέσα σε 8 σελίδες, με τις φωτογραφίες να ...κυριαρχούν. Ο εμφύλιος πόλεμος παρουσιάζεται επίσης «περιληπτικά».


Με τα παραπάνω, θέλουμε να τονίσουμε πως οι μαθητές «ενημερώνονται» για τα γεγονότα αυτά, στην ουσία, στη Γ` Λυκείου περιορισμένα και αποσπασματικά. Η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση παρουσιάζεται σε 12 σελίδες, ενώ το κεφάλαιο «Η περίοδος της εθνικής κρίσης» δεν είναι στην εξεταστέα ύλη.
...διαστρεβλωμένη και «ξεχασιάρα» Ιστορία... 


Το βιβλίο πριν παρουσιάσει τον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο έχει «προετοιμάσει» τον μαθητή. Χαρακτηριστικά, παρουσιάζει τους κομμουνιστές ως έναν απ' τους «πολυάριθμους εχθρούς», που «απειλούν τα αστικά δημοκρατικά πολιτεύματα» και «επιθυμούν να επαναλάβουν το ρωσικό εγχείρημα στην αστική Ευρώπη» (σελ. 172). «Φυσικά», η μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση βρίσκεται εκτός ύλης... Λίγες σελίδες μετά, «εντοπίζει» πως αιτία του ναζισμού στη Γερμανία είναι «η αδυναμία ενός ομαλού καπιταλιστικού συστήματος και μια σταθερής αστικής κοινωνίας» και όχι η πιο τρομοκρατική δικτατορία του χρηματιστικού κεφαλαίου.


Στο κεφάλαιο για τον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο, στην ενότητα «Πορεία προς τον πόλεμο», συμπεραίνει πως «η αδυναμία της Κοινωνίας των Εθνών και η αναποφασιστικότητα των δημοκρατικών κρατών ενθαρρύνουν τα φασιστικά καθεστώτα» (σελ. 236). Η, το λιγότερο, ήπια φρασεολογία για τα δημοκρατικά κράτη αποκρύπτει ποιοι παρείχαν την υλική στήριξη του ...δημοκρατικού κεφαλαίου στον Χίτλερ και το γεγονός ότι πολύ αργά τα επίσημα ...δημοκρατικά κράτη εκφράστηκαν και ενεργοποιήθηκαν ενάντια σ' αυτόν. Θυμίζουμε πως ο Χίτλερ είχε την εξουσία απ' το 1933...


Στην ενότητα «Η διεθνοποίηση του πολέμου», το βιβλίο αναφέρει πως «μετά τη χιτλερική διείσδυση στα Βαλκάνια, την άνοιξη του 1941, η Σοβιετική Ενωση αρχίζει να ανησυχεί και οι σχέσεις με τη Γερμανία χειροτερεύουν. Τον Ιούνη του 1941, εισβάλλουν στη Σοβιετική Ενωση και, παρά την ενεργητική αντίσταση των Σοβιετικών στρατιωτών, μέσα σε λίγες βδομάδες καταλαμβάνουν 1.000.000 τ. χιλ. σοβιετικής γης και φτάνουν στις πύλες του Λένινγκραντ και της Μόσχας. Ο Χίτλερ φαίνεται πια κύριος ολόκληρης της Ευρώπης» (σελ. 259). Αυτή είναι η προσφορά της Σοβιετικής Ενωσης! Ούτε μια λέξη για τις πρωτοβουλίες της ΕΣΣΔ και του κομμουνιστικού κινήματος και τη δημιουργία του αντιφασιστικού μετώπου... Οι μαθητές δυο σελίδες αργότερα (σελ. 261) μαθαίνουν πως «η μεταβολή της πορείας του πολέμου αρχίζει με την είσοδο των Ενωμένων Πολιτειών στη σύρραξη»...


Στο σημείο όπου περιγράφεται το «ΟΧΙ» στο τελεσίγραφο του φασιστικού καθεστώτος Μουσολίνι, γράφεται πως ο Ι. Μεταξάς «τη συγκεκριμένη στιγμή, γίνονταν εκφραστής της κοινής θέλησης του ελληνικού λαού, ίσως παρά τη θέλησή του» (σελ. 243). Στο συμπέρασμα αυτό «αγνοείται» κάτι. Σε προηγούμενο κεφάλαιο για τη δικτατορία Μεταξά, γράφει πως το καθεστώς του έχει «όλο το οπλοστάσιο των ολοκληρωτικών κυβερνήσεων» (σελ. 226). Ξεχνάει, όμως, και σε εκείνο το σημείο, και σε αυτό, να αναφέρει πως ήταν δηλωμένος οπαδός του φασισμού, όπως εκφράστηκε στην Ευρώπη. Σημειώνουμε πως το κομμάτι για τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και την ιδεολογία της δεν είναι στην εξεταστέα ύλη.
Για την Εθνική Αντίσταση


Στο κεφάλαιο για την Εθνική Αντίσταση, αφού δίνονται κάποια στοιχεία για το ΕΑΜ, τον ΕΔΕΣ, την ΕΚΚΑ, γράφεται: «Ξεκινούν από κοινές αφετηρίες και θέτουν έναν άμεσο και έναν απώτερο στόχο. Αμεσος στόχος είναι ο αγώνας κατά των κατακτητών και η απελευθέρωση της Ελλάδας. Απώτερος στόχος είναι η αλλαγή στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ζωή της χώρας και η δημιουργία προϋποθέσεων για την οικοδόμηση ενός σταθερού δημοκρατικού πολιτεύματος». Το βιβλίο δεν μπορεί να αποκρύψει - και το γράφει - πως το ΕΑΜ ήταν η «περισσότερη μαζική». Στην ουσία όμως, ομαδοποιεί τις οργανώσεις αυτές, λέγοντας πως είχαν - γενικά - κοινό απώτερο στόχο, μη λέγοντας την πραγματικότητα: Το διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό όραμα για τη χώρα που είχαν και ποιο απ' αυτά είχε τη συντριπτική αποδοχή στο λαό. Και αυτό, φυσικά, ήταν αναμφίβολα του ΕΑΜ.


Δυο σελίδες (σελ. 278) αργότερα, συναντάμε τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ και τον σημαντικό ρόλο του στην Αντίσταση, χωρίς, βέβαια, να αναφέρεται πως ήταν στέλεχος του ΚΚΕ, αλλά «γεωπόνος από τη Λαμία» για προφανείς λόγους. Παρακάτω (σελ. 282), «ξεχνιέται» να σημειωθεί πως οι κομμουνιστές ήταν οι βασικοί εμπνευστές των λαϊκών κινητοποιήσεων του Μάρτη του 1943 στην Αθήνα, που ματαίωσαν την επιστράτευση των Ελλήνων εργατών, αλλά και των αιματηρών παναθηναϊκών διαδηλώσεων, τον Ιούλη, που ματαίωσαν τη σχεδιασμένη είσοδο των Βουλγάρων φασιστών στη Θεσσαλονίκη. Μιλάει για «μια γενική απεργία» και γενικά για «μια παναθηναϊκή διαδήλωση».


Στο βιβλίο υπάρχει και άποψη (σελ. 290) για τον Γεώργιο Παπανδρέου, «γνωστό για τα συνεπή δημοκρατικά του φρονήματα», όπως αναφέρεται. Η άποψη του οποιουδήποτε για ένα πρόσωπο μπορεί να είναι σεβαστή, αρκεί βέβαια να μην αποκρύπτονται στοιχεία των «δημοκρατικών του φρονημάτων». Στοιχεία, όπως ο ρόλος του στην προετοιμασία των Δεκεμβριανών και τις αντικομμουνιστικές του δραστηριότητες για μεγάλο χρονικό διάστημα του Εμφυλίου και πολλά πολλά άλλα...
Και αν θέλεις να μάθεις για τον Εμφύλιο;..


Εάν ένας μαθητής επιθυμεί να μάθει για τον εμφύλιο πόλεμο μετά την απελευθέρωση θα πρέπει να το κάνει από μόνος του... Οπως αναφέραμε, δεν είναι μέρος της εξεταστέας ύλης. Γνωρίζουμε πως όταν κάτι είναι εκτός εξεταστέας ύλης δε διδάσκεται συνήθως λόγω χρόνου. Απ' τα Δεκεμβριανά και μετά λοιπόν, δεν υπάρχει επίσημη διδασκαλία. Χαρακτηριστικό για το πώς παρουσιάζεται είναι πως η Μακρόνησος χαρακτηρίζεται ως «στρατόπεδο συγκέντρωσης» και της αφιερώνονται δυο γραμμές...


Γεράσιμος ΧΟΛΕΒΑΣ

Η πολιτική μεταβολή του 1974 στην Ελλάδα


Η πολιτική μεταβολή του 1974 στην Ελλάδα






Η πολιτική αλλαγή του '74 δεν άλλαξε την ταξική ουσία του συστήματος (φωτογραφία από την πανελλαδική απεργία για το Ασφαλιστικό, το 2002)
Το βράδυ της 22ης Ιούλη του 1974, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Χένρι Κίσινγκερ, δήλωνε επίσημα για την κατάσταση στην Ελλάδα: «Ενδεχομένως τη στιγμή αυτή πραγματοποιείται πολιτική μεταβολή»1. Ο ιστορικός Ν. Ψυρούκης σημειώνει ότι «η δήλωση του Κίσινγκερ χαρακτηρίστηκε προκλητική και "καθόλου διπλωματική"»2. Χωρίς αμφιβολία, έτσι είχαν τα πράγματα. Ομως, μάλλον αξιολογότερος, από ιστορική άποψη, είναι ο σχολιασμός που κάνει σ' αυτή τη δήλωση ο συντηρητικός ιστορικός συγγραφέας Αλ. Ζαούσης3: «Δε διευκρινίζεται - γράφει για το χρόνο που έκανε τη δήλωση ο Κίσινγκερ - αν ήταν βράδυ στην Ουάσιγκτον ή βράδυ στην Αθήνα. Δεδομένης όμως της διαφοράς περίπου 7 ωρών μεταξύ των δύο πόλεων, ακόμα και αν εννοείται το βράδυ της Ουάσιγκτον, πάλι θα ήταν στην Αθήνα νύκτα προς 23 Ιουλίου ή το πολύ ξημερώματα. Πώς γνώριζε ο Κίσινγκερ, τόσες ώρες πριν, αυτά που θα συνέβαιναν στην Αθήνα; Ηταν η πρεσβεία ενήμερη από πριν; Ο Κίσινγκερ ήταν δαιμόνιος. Δε βρέθηκαν ποτέ γραπτές αποδείξεις των ενεργειών του στη δραματική κρίση του Κυπριακού. Ολα γίνονταν τηλεφωνικώς». Ο Κίσινγκερ γνώριζε, γιατί δεν μπορούσε να μη γνωρίζει ότι η δικτατορική μορφή διακυβέρνησης δεν είχε άλλα περιθώρια ζωής.








Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα - σύμφωνα με όλες τις, γνωστές, ιστορικές πηγές - είχε αποφασιστεί στις 21 Ιούλη του 1974 από τη στρατιωτική ηγεσία της χούντας, όταν ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρ. Μπονάνος και οι αρχηγοί των τριών κλάδων (Πεζικό, Αεροπορία, Ναυτικό) Γαλατσάνος, Παπανικολάου και Αραπάκης, αποφάσισαν να αυτονομηθούν από τον Ιωαννίδη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ο αρχηγός της χούντας, και να κινηθούν προς την κατεύθυνση πολιτικοποίησης του καθεστώτος4. Πολύ λίγη σημασία βεβαίως έχει πώς επιβλήθηκε αυτή η απόφαση. Το σίγουρο είναι πως η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και οι Αμερικανοί δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να χάσουν τον έλεγχο. «Αν το καθεστώς κατέρρεε - γράφει ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της αλλαγής του '74, ο αρχηγός του Ναυτικού και πιστός άνθρωπος των Αμερικανών Π. Αραπάκης5 -, ο λαός δε θα έμενε απαθής και η αιματοχυσία θα ήταν αναπόφευκτη». Το σύνολο των διεργασιών, συνεπώς, συνέκλινε σ' ένα στόχο: Να μην εμφανιστεί στο προσκήνιο ο λαϊκός παράγοντας.




Πώς, όμως, φτάσανε σ' αυτό το σημείο, εκείνοι που επέβαλαν και στήριξαν το δικτατορικό καθεστώς, να θέλουν, δηλαδή, να το πετάξουν από πάνω τους μιαν ώρα αρχύτερα; Η τραγωδία της Κύπρου, την οποία οργάνωσε η χούντα, ήταν ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των εξελίξεων που έφεραν το τέλος.
Το πραξικόπημα στην Κύπρο - οι οργανωτές και οι μαριονέτες




Από την αντιδικτατορική πάλη του λαού, ο οποίος κυνηγήθηκε ανελέητα από το χουντικό καθεστώς
Η Δευτέρα 15 Ιούλη του 1974 ξημέρωσε ήσυχα για την πρωτεύουσα της Κύπρου. Οι κάτοικοι της Λευκωσίας ξύπνησαν ήρεμοι και τράβηξαν για τις δουλιές τους, οι άνδρες του Επικουρικού Σώματος που παρακολουθούσαν τα στρατόπεδα της Εθνοφρουράς για το φόβο πραξικοπήματος εγκατέλειψαν τη βάρδια τους χωρίς να έχουν παρατηρήσει την παραμικρή ύποπτη κίνηση και ο Πρόεδρος Μακάριος έφυγε νωρίς το πρωί, από την εξοχική του κατοικία στο όρος Τρόοδος, με κατεύθυνση το Προεδρικό Μέγαρο, περνώντας, μάλιστα, λίγο πριν τις 8 π.μ., έξω από το στρατόπεδο της Εθνοφρουράς της Κοκκινοτριμηθιάς, όπου εκείνη την ώρα άρματα μάχης ζέσταιναν τις μηχανές τους6.




Γύρω στις 8.15', από το εν λόγω στρατόπεδο, άρχισαν να βγαίνουν τανκς με κατευθύνσεις το Προεδρικό Μέγαρο, το Κτίριο Τηλεπικοινωνιών και το Κτίριο της Αρχιεπισκοπής. Αλλά και αυτό το γεγονός, αρχικά τουλάχιστον, δεν προκάλεσε τις υποψίες των πολιτών, οι οποίοι και τις προηγούμενες μέρες είχαν παρατηρήσει την ίδια εικόνα όπου στρατιωτικές δυνάμεις και τα άρματα μάχης έβγαιναν από τα στρατόπεδα, έπαιρναν το δρόμο προς το Προεδρικό Μέγαρο, το παρέκαμπταν και κατέληγαν κοντά στο χωριό Τσέρι, όπου επιδίδονταν σε ασκήσεις βολής. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε αυτό το γεγονός, που έκανε τους κατοίκους να συνηθίσουν τα τανκς στους δρόμους, ποιος μπορούσε να φανταστεί τα όσα έμελλε να συμβούν; Πραξικοπήματα δε γίνονταν μέρα. Αυτά ήταν δουλιές της νύχτας. Κι όμως, τούτη τη φορά τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά.




Motion Team


Η αστική δημοκρατία, όχι μόνο δεν έλυσε, αλλά όξυνε τα λαϊκά προβλήματα. Ο λαός συνεχίζει τους αγώνες (φωτογραφία από συλλαλητήριο για τη σχολική στέγη στη Θεσσαλονίκη, στις 9/3/2006) 
Δεν πρόλαβαν να κυλήσουν, παρά ελάχιστα λεπτά της ώρας και οι πυροβολισμοί που ακούγονταν από διάφορα σημεία αναστάτωσαν ολόκληρη την κυπριακή πρωτεύουσα. Εκείνη την ώρα, γύρω στις 8.25' π.μ., ο Μακάριος υποδεχόταν στο Προεδρικό Μέγαρο Ελληνες μαθητές από σχολεία της Αλεξάνδρειας, που όμως υποχρεώθηκε να τους εγκαταλείψει άρον άρον. Πριν καλά καλά αρχίσει η τελετή υποδοχής, τα άρματα μάχης που είχαν φτάσει απέξω, άρχισαν να βάλλουν κατά του Προεδρικού Μεγάρου και κάποιος από το προσωπικό, έντρομος, άρχισε να φωνάζει προς τη μεριά του αρχιεπισκόπου: «Μακαριότατε, άρματα επιτίθενται. Είναι για σας. Πρέπει να φύγετε! Να σωθείτε..!»7.




Εκτός του Προεδρικού Μεγάρου οι πραξικοπηματίες χτύπησαν, επίσης, το Μέγαρο της Αρχιεπισκοπής, το Κτίριο των Τηλεπικοινωνιών, το Αρχηγείο της Αστυνομίας, το στρατόπεδο του εφεδρικού σώματος που αποτελούνταν από πιστούς οπαδούς του Μακαρίου και, φυσικά, το Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), ενώ άνδρες της ΕΛΔΥΚ επιτέθηκαν στον Αερολιμένα της Λευκωσίας. Αν και εκδηλώθηκε σθεναρή αντίσταση, η δύναμη των πραξικοπηματιών ήταν απείρως ισχυρότερη και σε δύο ώρες, περίπου, η Λευκωσία ήταν στα χέρια τους. Ετσι, κατά τις 10 π.μ., εν μέσω εμβατηρίων και άλλων ...πατριωτικών ύμνων, μεταδόθηκε η εξής ανακοίνωση:




Πρόσφατη κινητοποίηση νοσοκομειακών γιατρών
«Σήμερον την πρωίαν, η Εθνική Φρουρά επενέβη διά να σταματήση τον αδελφοκτόνον πόλεμον. Η Εθνική Φρουρά είναι τη στιγμήν αυτήν κυρία της καταστάσεως. Ο Μακάριος είναι νεκρός»8. Βέβαια, ο Μακάριος είχε διαφύγει, αλλά για την Κύπρο είχε πλέον ανοίξει μια πληγή που αιμορραγεί ως τα σήμερα. Ας μεταφερθούμε όμως στην Αθήνα για να δούμε, μέσα από τις υπάρχουσες ιστορικές μαρτυρίες, τι συνέβαινε εκείνες τις δραματικές ώρες.




«Το πρωί της Δευτέρας, 15 Ιουλίου - γράφει ο τότε αρχηγός των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρ. Μπονάνος9- έφθασα στο γραφείον μου πολύ ενωρίτερον της συνήθους ώρας προσελεύσεώς μου. Κατά προηγηθείσαν συζήτησιν, ο Ιωαννίδης μου είχεν είπει ότι θα προσέλθωμεν κανονικώς στην υπηρεσία, διά να μη δοθή η εντύπωσις ότι κάτι έκτακτον συνέβαινε. Ηγνόησα την υπόδειξιν. Ητο αδύνατον να μείνω μακράν του Αρχηγείου.


Περί την 7ην πρωινήν, εισέρχεται στο γραφείον μου ο Ματάτσης και μου αναφέρει ότι η ενέργεια ανατροπής του Μακαρίου ήρχισε και ότι μέχρι στιγμής, ουδέν εμπόδιον παρουσιάζεται διά την επιτυχίαν της.


Μετ' ολίγον με επεσκέφθη ο Ιωαννίδης, περιχαρής διά την επιτυχίαν και μου λέγει ότι ο Μακάριος είναι νεκρός. Κατόπιν αυτού, την 7.30 ώραν, καλώ τους αρχηγούς των τριών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων. Τους ενημέρωσα διά την αναληφθείσαν ενέργειαν ανατροπής και ανέφερα την πληροφορίαν του Ιωαννίδη, ότι ο Μακάριος μάλλον εφονεύθη».




Διαδηλώσεις ενάντια στην επίσκεψη Σουλτς στην Αθήνα (26/3/1986)
Για το θέμα της ενημέρωσης των αρχηγών από τον Μπονάνο, ο τότε αρχηγός της Πολεμικής Αεροπορίας αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, σε απόρρητη έκθεσή του που παρέδωσε στην κυβέρνηση Καραμανλή μετά τη μεταπολίτευση, γράφει10: «Η αυλαία του δράματος υψώθη την 15ην Ιουλίου 1974. Ο στρατηγός Μπονάνος εκάλεσεν εις το γραφείον του άπαντας τους αρχηγούς Κλάδων Ενόπλων Δυνάμεων την 08.00 ώραν, και ανεκοίνωσεν εις αυτούς ότι η Εθνοφρουρά ανέτρεψε τον Μακάριον, όστις μάλλον είχε φονευθεί».




Λαμβάνοντας υπόψη το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το πραξικόπημα στην Κύπρο εκδηλώθηκε τη Δευτέρα 15 Ιούλη του 1974, αλλά μετά τις 8 το πρωί, από τις προαναφερόμενες μαρτυρίες του Μπονάνου και του Παπανικολάου, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η χούντα των Αθηνών άρχισε να πανηγυρίζει πριν ακόμη βγουν τα τανκς στους δρόμους της Λευκωσίας!!!


Οπως προκύπτει από τις καταθέσεις των πρωταγωνιστών στην Επιτροπή της Βουλής που εξέτασε το φάκελο της Κύπρου, η χούντα των Αθηνών είχε αποφασίσει, τουλάχιστον, από τις αρχές του 1974, την πραξικοπηματική ανατροπή του Μακαρίου. Η σχετική απόφαση λήφθηκε σε σύσκεψη που έγινε, με πρωτοβουλία του αόρατου δικτάτορα Δ. Ιωαννίδη, στο σπίτι του «πρωθυπουργού» Ανδρουτσόπουλου και με τη συμμετοχή του «Προέδρου Δημοκρατίας» του καθεστώτος Φ. Γκιζίκη, καθώς και του αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγού Μπονάνου11. Μπαίνοντας ο Ιούλης, τα πάντα ήταν έτοιμα και στις 2 Ιούλη, στο Αρχηγείο Στρατού λήφθηκε η τελική απόφαση που έλεγε ότι στις 15 Ιούλη θα συντελεστεί το πραξικόπημα ανατροπής του Μακαρίου12. Ηταν όμως η χούντα ο πραγματικός οργανωτής του πραξικοπήματος ή αυτή έκανε όλη τη βρώμικη δουλειά για λογαριασμό άλλων; Κοινή αίσθηση όλων από την πρώτη στιγμή ήταν πως το πράγμα μύριζε από μακριά αμερικανική ανάμειξη. Ο Γεώργιος Χέλμης - διπλωμάτης και γαμπρός του πρωθυπουργού της «φιλελευθεροποίησης» της χούντας Σπ. Μαρκεζίνη - έγραφε στο ημερολόγιό του την Παρασκευή 19 Ιούλη 1974: «Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάμειξιν των ΗΠΑ στα πρόσφατα γεγονότα της Κύπρου»13.




Από την εισβολή στην Κύπρο
Δε χωράει αμφιβολία πως το δικτατορικό καθεστώς της Αθήνας ήταν αδύνατο να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια στην Κύπρο χωρίς αμερικανική παρότρυνση. Το συμπέρασμα αυτό, άλλωστε, επιβεβαιώνεται κι απ' όλα τα ιστορικά στοιχεία που υπάρχουν, τα οποία μαρτυρούν πως τόσο το πραξικόπημα, όσο και ο ΑΤΤΙΛΑΣ που ακολούθησε αποτελούσαν ένα ενιαίο σχέδιο των Αμερικανών με κύριο στόχο να προωθήσουν δυναμικά την πολιτική που από χρόνια είχαν υιοθετήσει για διχοτομική λύση του Κυπριακού.




Ο αντιπτέραρχος Παπανικολάου αναφέρει στην προαναφερόμενη, απόρρητη, έκθεσή του πως όταν στις 16 Ιούλη του 1974 ρώτησε τον Ιωαννίδη για τις επιπτώσεις που θα είχε η ανατροπή του Μακαρίου εισέπραξε την εξής απάντηση: «Ούτε οι Αμερικανοί, ούτε οι Τούρκοι επεθύμουν τον Μακάριον»14. Αλλά και ο τότε αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης σε δική του έκθεση υποστηρίζει πως ο Ιωαννίδης τού είχε πει για το πραξικόπημα: «Κύριε αρχηγέ, όταν κάποτε πληροφορηθείτε τα εις χείρας μου στοιχεία και τας ενθαρρύνσεις ας είχον, θα με δικαιολογήσητε»15.


Μια εικόνα για τις ενθαρρύνσεις που είχε ο Ιωαννίδης μάς δίνει ο στρατηγός Μπονάνος ο οποίος γράφει16: «Πολλάκις ο Ιωαννίδης με διαβεβαίωσεν ότι οι Τούρκοι δεν πρόκειται να αναμειχθούν, διότι και οι Αμερικανοί είναι υπέρ της ανατροπής του Μακαρίου και θα σταθούν δίπλα μας εις πάσαν περίπτωσιν».


Ο Μπονάνος αναφέρει, επίσης, πως ο Ιωαννίδης τού έλεγε «ότι έχει διαβεβαιώσεις από την CIA ότι οι Τούρκοι δε θα επέμβουν». Τέλος, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του Μπονάνου, παρόμοιες διαβεβαιώσεις για τις προθέσεις των Αμερικανών έπαιρνε από την CIA - αλλά και από τον ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Τομ Πάππας - και ο τότε αρχηγός της ΚΥΠ Σταθόπουλος.


Για το ποιοι πραγματικά ήταν πίσω από το πραξικόπημα και την τραγωδία της Κύπρου άκρως ενδιαφέρουσα είναι η μαρτυρία που καταθέτει στο δικό του βιβλίο, ο αντιναύαρχος Π. Αραπάκης ο οποίο γράφει μεταξύ άλλων17:


«Οι σχεδιασμοί των ξένων κέντρων αποφάσεων απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση των συμμαχικών συμφερόντων σε βάρος, στην περίπτωση αυτή, της Ελλάδας και της Κύπρου και υπέρ της Τουρκίας. Η εξόντωση του Μακαρίου απέβλεπε, πέρα από την αποτροπή του κινδύνου "κουβανοποίησης" της Κύπρου και της πρόληψης τριτοκοσμικών ενεργειών του, που θα μπορούσαν να αποβούν σε βάρος του Ισραήλ και των Δυτικών συμμάχων, στη διαμόρφωση συνθηκών ικανών να δικαιολογήσουν τη δημιουργία τουρκικής βάσης στη βόρεια Κύπρο, σύμφωνα με συμμαχική επιδίωξη». Κατά τον Αραπάκη, ούτε η CIA δε γνώριζε τα σχέδια για εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, μετά το πραξικόπημα, κι αυτό γιατί «το μεγάλο σχέδιο της διχοτόμησης για την Κύπρο, το οποίο είχε καταστρωθεί στο εξωτερικό, θα ναυαγούσε. Η απόλυτη μυστικότητα - σημειώνει ο Αραπάκης - αποτελούσε βασική προϋπόθεση για την υλοποίησή του».


Αν σ' όλα αυτά προστεθεί και το γεγονός ότι οι ΗΠΑ απέφυγαν επιμελώς να καταγγείλουν το πραξικόπημα και να στηρίξουν τον Μακάριο18, τότε δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο για να γίνει αντιληπτό ότι ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της κυπριακής τραγωδίας ήταν εξολοκλήρου αμερικανικής εμπνεύσεως.
Ο χρόνος για τη χούντα έχει τελειώσει - Μια αξιοπρόσεκτη δήλωση του Κ. Καραμανλή


Οι περιπέτειες στις οποίες έβαζε την Κύπρο το πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου ήταν ορατές διά γυμνού οφθαλμού και δεν ήταν δυνατόν να μη γίνουν αντιληπτές από έμπειρους αστούς πολιτικούς όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας παρενέβη, δημόσια, ελάχιστες φορές. Μια από αυτές είναι και η δήλωση που έκανε στις 16 Ιούλη του 1974 για τις εξελίξεις στην Κύπρο. Μια δήλωση προσεκτική και ακριβολογημένη που περιέγραφε όλο το πλαίσιο, πάνω στο οποίο κινήθηκε τις επόμενες μέρες η μεταβίβαση της εξουσίας στην Ελλάδα από τους στρατιωτικούς στους πολιτικούς.


Σ' εκείνη τη δήλωσή του, ο Κ. Καραμανλής εξέφραζε ανοιχτά τους φόβους του για ενδεχόμενες εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις άκρως δυσάρεστες για το αστικό καθεστώς, ενώ προκαλεί εντύπωση και στον πιο αδαή αναγνώστη το γεγονός ότι δεν απευθύνεται προς τον ελληνικό λαό αλλά προς τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας από τις οποίες ουσιαστικά ζητάει να εγγυηθούν την έξοδο από την κρίση και την ομαλή μετάβαση της εξουσίας σε πολιτική ηγεσία, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ο ίδιος τίθεται «εις την διάθεσιν της χώρας».


«Τα δραματικά γεγονότα της Κύπρου - έλεγε συγκεκριμένα στη δήλωσή του ο Κ. Καραμανλής19- αποτελούν εθνικήν συμφοράν και ημπορούν να έχουν οδυνηράς διά το έθνος επιπτώσεις, εσωτερικάς και διεθνείς... Αυτήν την στιγμή αισθάνομαι το ιστορικόν χρέος να απευθύνω έκκλησιν πατριωτισμού και σωφροσύνης. Δε γνωρίζω όμως προς ποίον να αποτανθώ δεδομένου ότι στην Ελλάδα υπάρχει το πρωτοφανές καθεστώς της Αφανούς Αρχής. Θα αποτανθώ, όμως, προς τας Ενόπλους δυνάμεις της χώρας εν ονόματι των οποίων ασκείται η εξουσία και εις τον πατριωτισμόν και την φιλοτιμίαν των οποίων υπολογίζω διά να τους είπω: 1. Οτι επιβάλλεται ο άμεσος τερματισμός της τραγωδίας της Κύπρου και η αποκατάστασις της νομιμότητος εν τω προσώπω του Μακαρίου. 2. Οτι η αποκατάστασις της δημοκρατικής ομαλότητος στην Ελλάδα αποτελεί υψίστην εθνικήν ανάγκην. 3. Οτι αυτήν την στιγμήν υπάρχει η δυνατότης εξόδου από την ανωμαλίαν κατά τρόπον ασφαλή και ακίνδυνον διά την χώραν. 4. Οτι, μετά τινα χρόνον, η δυνατότης αύτη της ειρηνικής ομαλότητος και της εθνικής συμφιλιώσεως δε θα υφίσταται, και 5. Οτι διά την προσπάθειαν της αποκαταστάσεως της ομαλότητος και της εθνικής συμφιλιώσεως τίθεμαι εις την διάθεσιν της χώρας».


Τα πράγματα εξελίχθηκαν στο πλαίσιο που περιέγραψε στη δήλωσή του, ο Καραμανλής, ένας από τους πιο σημαντικούς για την τάξη του Ελληνες αστούς πολιτικούς ηγέτες, αν και με μια ελαφρά χρονική καθυστέρηση απ' ό,τι ο ίδιος υπολόγιζε. Οι οδυνηρές διεθνείς επιπτώσεις ήρθαν στις 5 το πρωί της 20ής Ιούλη του 1974, όταν τα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Κύπρο. Την επομένη, όπως προαναφέραμε, οι στρατιωτικοί ηγέτες της δικτατορίας έβαλαν μπροστά το σχέδιο της ελεγχόμενης μεταβίβασης της εξουσίας στους πολιτικούς. Για να διευκολυνθεί μάλιστα - όπως φαίνεται αυτή η εξέλιξη - στις 22 Ιουλίου τα χαράματα, με σαφή παρέμβαση των ΗΠΑ, επιτεύχθηκε ανακωχή στις εχθροπραξίες στη μεγαλόνησο χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει τίποτα αναφορικά με τα αμερικανικά σχέδια διχοτόμησης του νησιού. Ο ΑΤΤΙΛΑΣ επανήλθε στις 14 Αυγούστου του '74 και με την ολοκλήρωση και αυτής της επιχείρησης στα χέρια των Τούρκων πέρασε το 36,3% του κυπριακού εδάφους, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί μια κατάσταση που παραμένει ίδια ως τις μέρες μας. Ας δούμε όμως πώς προετοιμάστηκε η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, η οποία, σημειωτέον, συντελέστηκε ταυτόχρονα και στην Κύπρο, αφού στις 23 Ιουλίου του 1974, το ανδρείκελο των πραξικοπηματιών στο νησί, ο «πρόεδρος» Ν. Σαμψών παραιτήθηκε και χρέη Προέδρου ανέλαβε, ο συνταγματικά αναπληρωτής του Προέδρου Μακαρίου, Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης.
Η πολιτική μεταβολή του '74


Μετά το πραξικόπημα και ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το δικτατορικό καθεστώς στην Αθήνα είχε φτάσει στο τέλος του. Πολύ περισσότερο που - μπρος στο ενδεχόμενο ενός γενικευμένου ελληνοτουρκικού πολέμου - η χούντα είχε υποχρεωθεί να καλέσει σε γενική επιστράτευση, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να δώσει στο λαό τα όπλα με τα οποία τον κρατούσε υπό την εξουσία της. Ετσι ώρα με την ώρα η λαϊκή αγανάκτηση φούντωνε και τα παθητικά αντιχουντικά και αντιαμερικανικά αισθήματα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να πάρουν ενεργητικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, φούντωναν και οι φήμες ότι στρατιωτικοί κινούνται κατά της δικτατορίας με σκοπό την επαναφορά στο κοινοβουλευτικό καθεστώς. Στις 22 Ιούλη, για παράδειγμα, οι φήμες περί επικείμενης ανατροπής του στρατιωτικού καθεστώτος οργίαζαν και μία από αυτές ανέφερε ότι ο διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού στρατηγός Ντάβος μαζί με θωρακισμένες δυνάμεις κατέβαινε προς την πρωτεύουσα έχοντας ως στόχο να καταλύσει τη δικτατορία. Η φήμη απέκτησε το χαρακτήρα της βεβαιότητας όταν από το ραδιοσταθμό της Κολωνίας «Ντόιτσε Βέλε» - και στη συνέχεια από το ραδιοσταθμό του Παρισιού και το BBC - μεταδόθηκε μια διακήρυξη που αποδόθηκε σε 250 αξιωματικούς του Γ' Σώματος Στρατού. Η διακήρυξη αυτή ζητούσε τον τερματισμό της χούντας και το σχηματισμό κυβέρνησης υπό την προεδρία του Κ. Καραμανλή20.


«Οι πραιτοριανοί του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού - γράφει ο ιστορικός Ν. Ψυρούκης21-, το ίδιο το μάτι του big boss στην Ελλάδα, ο Δημ. Ιωαννίδης, ήταν παθητικό για την Ουάσιγκτον. Είχαν επιτελέσει το βρώμικο έργο τους (...). Ηταν πια στυμμένο λεμόνι, λεμονόκουπα για τα σκουπίδια». Και προσθέτει: «Οι μανδαρίνοι της Ουάσιγκτον δε σκόπευαν να τραβήξουν τα πράγματα ίσαμε την απελπισία για το σύνολο του ελληνικού λαού. Γιατί η απελπισία δεν αποτελεί ποτέ ασφαλιστική δικλείδα γι' αυτόν που την προκαλεί. Ο διάχυτος παθητικός αντιαμερικανισμός μπορούσε να μετατραπεί σε εκρηκτικό ηφαίστειο με απρόβλεπτες εξελίξεις. Αντίθετα, το ξεκούμπισμα από την εξουσία της χούντας σίγουρα θα προκαλούσε αίσθημα ανακούφισης, ακόμα και χαράς, τη στιγμή ακριβώς που διχοτομούνταν η Κύπρος και η γενικευμένη ελληνοτουρκική διένεξη γινόταν πια το φαινόμενο που θα διαιωνίζεται με πολλά θετικά για την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο».


Ετσι φτάσαμε στην πολιτικοστρατιωτική σύσκεψη της 23ης Ιούλη, που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως σημείο που σηματοδοτούσε το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας και την επανέναρξη του αστικού κοινοβουλευτικού βίου. Η σύσκεψη άρχισε στις 23 Ιούλη του 1974, στις 2, περίπου, το μεσημέρι, στα παλιά ανάκτορα. Από τους πολιτικούς στη σύσκεψη συμμετείχαν ο Παν. Κανελλόπουλος, ο Γ. Μαύρος, ο Σπ. Μαρκεζίνης, ο Γ. Α. Νόβας, ο Στ. Στεφανόπουλος, ο Π. Γαρουφαλιάς, ο Ξεν. Ζολώτας και ο Ευάγ. Αβέρωφ. Από τους στρατιωτικούς παρόντες ήταν ο Πρόεδρος της Χουντικής Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρ. Μπονάνος, ο αρχηγός ΓΕΣ αντιστράτηγος Ανδρ. Γαλατσάνος, ο αρχηγός ΓΕΝ αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης και ο αρχηγός ΓΕΑ Αλ. Παπανικολάου.


Υποστηρίζεται ότι στη σύσκεψη δεν κρατήθηκαν πρακτικά. Γι' αυτό κι όσα γνωρίζουμε για το περιεχόμενό της, τα γνωρίζουμε από τις μαρτυρίες των συμμετασχόντων οι οποίοι ασφαλώς δεν έχουν πει όλη την αλήθεια. Από τις διάφορες, πάντως, μαρτυρίες προκύπτει ότι η σύσκεψη απέρριψε το σχηματισμό κυβερνητικού σχήματος με την συμμετοχή πολιτικών και στρατιωτικών και υιοθέτησε τη λύση μιας καθαρά πολιτικής κυβέρνησης. Επίσης, κοινή θέση πολιτικών και στρατιωτικών ήταν η κυβέρνηση να σχηματιστεί από πρόσωπα που προέρχονταν από το χώρο του Κέντρου και της Δεξιάς, και, φυσικά, να αποκλειστούν οι κομμουνιστές και οι άλλες αριστερές δυνάμεις της εποχής.


Στο ζήτημα της κυβέρνησης που θα διαδεχόταν τους χουντικούς η σύσκεψη ενέκρινε αρχικά ένα κεντροδεξιό πολιτικό σχήμα αποτελούμενο από την παλιά ΕΡΕ και την παλιά Ενωση Κέντρου με πρωθυπουργό τον Π. Κανελλόπουλο και αντιπρόεδρο της κυβέρνησης τον Γ. Μαύρο. Στη συνέχεια όμως, όταν έγινε ένα διάλειμμα περίπου τριών ωρών (από τις 5.30' έως τις 8 το απόγευμα) για να σχηματισθεί ο κατάλογος του υπουργικού συμβουλίου, στο παρασκήνιο, οι πέντε στρατιωτικοί κι ένας πολιτικός, ο Ευάγ. Αβέρωφ (που είχε στενότατες σχέσεις με τον ξένο παράγοντα και την ντόπια ολιγαρχία), αποφάσισαν να καλέσουν τον Κ. Καραμανλή από το Παρίσι και ν' αναθέσουν σ' αυτόν το σχηματισμό κυβέρνησης22. Ο Καραμανλής έλειπε από την Ελλάδα και την ενεργό πολιτική δράση πάνω από δέκα χρόνια και δεν είχε φθαρεί στους πολιτικούς ανταγωνισμούς που ακολούθησαν της αποχώρησής του, ιδιαίτερα σ' αυτούς της διετίας 1965-1967. Δεν πολιτεύτηκε ποτέ επικίνδυνα για το κοινωνικό καθεστώς και από άποψη ικανοτήτων ήταν πολιτική προσωπικότητα μεγάλου βεληνεκούς. Επιπλέον, δεν μπορούσε να γίνεται καμία σοβαρή σκέψη για την οικοδόμηση ενός σταθερού και αποτελεσματικού αστικού μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος χωρίς σ' αυτό να παίξει ρόλο - και μάλιστα πρωταγωνιστικό - ο Κ. Καραμανλής.


Στις 24 Ιούλη 1974, στις 2 τα χαράματα, ο Κ. Καραμανλής έφτασε στην Ελλάδα με το προσωπικό αεροπλάνο του Γάλλου Προέδρου Ζισκάρ Ντ' Εστέν και λίγες ώρες αργότερα ορκίστηκε πρωθυπουργός. Ο ίδιος, με δηλώσεις του λίγες ημέρες αργότερα, περιέγραψε ως εξής τις ιστορικές εκείνες στιγμές23: «Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου η στρατιωτική από κοινού με την πολιτική ηγεσία της χώρας μου, μου απηύθυναν έκκλησιν, όπως, επανερχόμενος αμέσως εις την Ελλάδα, αναλάβω την ευθύνη της διακυβερνήσεως της χώρας. Εκτιμών την κρισιμότητα των περιστάσεων και με συνείδησιν ότι εκπληρώ χρέος εθνικόν, απεδέχθην την πρότασιν. Αφιχθείς την 2αν πρωινήν εις την Ελλάδα κατηυθύνθην αμέσως εις το Πολιτικόν Γραφείον όπου με ανέμεναν εν συσκέψει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας. Οι παριστάμενοι, αφού με ενημέρωσαν εν συντομία επί της καταστάσεως, μου απηύθυναν ομοφώνως έκκλησιν όπως αναλάβω τη βαρείαν αυτή εθνικήν αποστολήν. Επιθυμών να ενημερωθώ πληρέστερον, επεφυλάχθην να δώσω την απάντησίν μου την επομένην ημέραν. Ολοι όμως οι παριστάμενοι τόνισαν ότι εθνική ανάγκη επέβαλε την άμεσον ορκωμοσίαν μου. Πριν αποδεχθώ, έθεσα δύο όρους: 1. Οτι αι Ενοπλοι δυνάμεις θα επανέλθουν εις τα έργα των και δε θα έχουν ουδεμίαν ανάμειξιν εις την πολιτικήν της κυβερνήσεώς μου και 2. Οτι αι πολιτικαί δυνάμεις της χώρας θα συμπαρασταθούν εις την προσπάθειά μου. Γενομένων αποδεκτών των δύο αυτών όρων, εδέχθην την εντολήν και ωρκίσθην, ως γνωστόν, την 5η πρωινήν της 24ης Ιουλίου».
Αντί επιλόγου: Ο χαρακτήρας της μεταβολής


Η εικόνα που δίνει στην πολιτική μεταβολή μ' αυτή του τη δήλωση ο Καραμανλής είναι - και δε θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς - πέραν του δέοντος ειδυλλιακή και φυσικά δεν αντέχει στην ιστορική κριτική. Αντίθετα, δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο για άλλες δηλώσεις αναφορικά με το χαρακτήρα της πολιτικής, εκείνης, μεταβολής, που αν και έγιναν σύγχρονα με τα γεγονότα αντανακλούν με ακρίβεια την ουσία τους.


Για την αλλαγή της 24ης Ιουλίου 1974 το ΚΚΕ είχε τονίσει, με απόφαση της ΚΕ του24, ότι ήταν «προϊόν μιας συμφωνίας ανάμεσα στη χούντα, τους Αμερικανούς, τους άλλους κυρίους εταίρους του ΝΑΤΟ» και τους πολιτικούς παράγοντες που πρωταγωνίστησαν στην πραγματοποίησή της. «Η τέτοια αλλαγή - έλεγε το ΚΚΕ - αποτελεί προσπάθεια αναπροσαρμογής της πολιτικής των Αμερικανών και των άλλων κύριων δυνάμεων του ΝΑΤΟ στις νέες συνθήκες, εθνικές και διεθνείς», που «αποβλέπει στην εκτόνωση της συμπυκνωμένης λαϊκής αγανάκτησης, στη ματαίωση μιας ριζικής δημοκρατικής μεταβολής, στη διατήρηση των στρατηγικών θέσεων των ΕΠΑ και του ΝΑΤΟ στη χώρα μας και στην επέκτασή τους στην Κύπρο και γενικότερα στη Μεσόγειο».


Επαναφέροντας στη μνήμη μας όλα όσα συνέβησαν στον τόπο μας εκείνο το δραματικό Ιούλη του '74, δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε πως η ίδια η ζωή έχει επιβεβαιώσει πλήρως τις εκτιμήσεις του ΚΚΕ.


Οι υμνητές της μεταπολιτευτικής Ελληνικής Δημοκρατίας συνήθως αναφέρουν ότι η χώρα μετά την αλλαγή του '74 βιώνει την καλύτερη δημοκρατία σε όλη τη νεότερη ιστορία του ελληνικού κράτους. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό μοιάζει μάλλον με ναρκισσισμό. Γοητεύονται από το γεγονός ότι το αστικό καθεστώς γνώρισε σε αυτή την περίοδο το πιο ισχυρό πολιτικό σύστημα που είχε ποτέ. Κι αυτό είναι αλήθεια. Στην περίοδο μετά το 1974 έγινε κατορθωτό να οικοδομηθεί στη χώρα ένα πολιτικό σύστημα όπου η κυβερνητική εξουσία εναλλάσσεται ανάμεσα σε δύο ισχυρά αστικά κόμματα χωρίς ουσιαστικούς τριγμούς για το κοινωνικό σύστημα. Το ένα, η ΝΔ, κατάφερε, χωρίς μεγάλες δυσκολίες, να συγκεντρώσει κάτω από τη σκέπη του τη λεγόμενη δεξιά, τα συντηρητικά αστικά, μικροαστικά, αλλά και λαϊκά στρώματα. Το άλλο, το ΠΑΣΟΚ, μπόρεσε πολύ πιο δύσκολα - αλλά σαφώς με επιτυχία - να εγκλωβίσει, να εξουθενώσει και φυσικά να αφομοιώσει για λογαριασμό του καθεστώτος το μεγαλύτερο μέρος του πολύχρωμου κοινωνικού ριζοσπαστισμού που ξεπήδησε μέσα από τις οξύτατες ταξικές συγκρούσεις της δεκαετίας του '60 και της αντιδικτατορικής πάλης. Και τα δύο αυτά κόμματα σφράγισαν τη μεταπολιτευτική πορεία της χώρας με το κυρίαρχο δόγμα που πρώτος ο Κ. Καραμανλής διακήρυξε δημόσια: «ανήκομεν εις την Δύσιν». Η χώρα παρέμεινε προσδεμένη στο άρμα του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι η εφτάχρονη δικτατορία και η τραγωδία της Κύπρου φέρνουν τη σφραγίδα του αμερικανονατοϊκού ιμπεριαλισμού. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις Καραμανλή προώθησαν την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση, την οποία συνέχισε το ΠΑΣΟΚ, ενώ κανένα από τα προβλήματα που κληροδότησε η χούντα δε βρήκε λύση προς το συμφέρον του λαού. Η διχοτόμηση στην Κύπρο παραμένει και με την προώθηση σχεδίων τύπου Ανάν - για τη δήθεν επανένωση του νησιού - πάει να γίνει ένα διεθνώς νομιμοποιημένο καθεστώς. Η αστική τάξη ισχυροποίησε τη θέση της, ενώ οι λαϊκές μάζες συνεχίζουν να ζουν στο καθεστώς της διαρκώς εντεινόμενης εκμετάλλευσης, της κοινωνικής αδικίας, της αβεβαιότητας για το αύριο, σε συνθήκες συνεχούς συρρίκνωσης των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων τους. Πάγιες κατακτήσεις πληρωμένες από το υστέρημα των εργαζομένων, όπως, για παράδειγμα, το δικαίωμα στη σύνταξη και στην κοινωνική ασφάλιση όχι μόνον αμφισβητούνται, αλλά και αναιρούνται εμπράκτως. Το οκτάωρο αντί να γίνεται επτάωρο ή και λιγότερο αντικαθίσταται από τον εργασιακό μεσαίωνα των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Οι συλλογικές συμβάσεις καταργούνται μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, σιωπηρά ή στα φανερά. Οι επίσημες συνδικαλιστικές οργανώσεις έκαναν στην μπάντα τους παλιούς διορισμένους εργατοπατέρες και στις θέση τους μπήκε ως πλειοψηφία μια εργατική αριστοκρατία των κυβερνητικών κομμάτων που έγινε ο Δούρειος Ιππος των μονοπωλίων στο κίνημα. Η μόρφωση έγινε αμορφωσιά με πτυχίο, αφού η τελευταία γενικεύτηκε σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης. Μιας εκπαίδευσης που έχει πάρει διαζύγιο από την επαγγελματική αποκατάσταση των εκπαιδευόμενων, μέχρις ότου τα εκπαιδευτικά ιδρύματα περάσουν ολοκληρωτικά στην υπηρεσία των επιχειρήσεων για να τους παρέχουν τζάμπα επιστημονικό έργο και φτηνό επιστημονικό εργατικό δυναμικό. Τέλος, η αστυνομοκρατία ξαναμπήκε στη ζωή και στα σπίτια των πολιτών κραδαίνοντας το μαστίγιο του μπαμπούλα της τρομοκρατίας κι ένα ...καρότο που ακούει στο όνομα «ασφάλεια των πολιτών». Οσο για την ελευθερία της γνώμης, αυτή μεταφράζεται στη λεγόμενη «δημοκρατία του τηλεκοντρόλ», όπου ο δύσμοιρος ο πολίτης έχει δικαίωμα να αλλάξει κανάλι για να ακούσει το ίδιο τροπάρι ...ιδεών, με λίγο λιγότερες ή λίγο περισσότερες δευτερεύουσες διαφορές, απ' αυτό που άκουγε πριν.


Η πρώτη ιστορική πράξη του ανθρώπου, έγραφαν οι Μαρξ - Ενγκελς στη «Γερμανική ιδεολογία», είναι η εξασφάλιση των μέσων για την ικανοποίηση των αναγκών του. Αυτό, όπως οι ίδιοι υπογράμμιζαν, ισχύει σε όλες τις εποχές και σ' όλες τις κοινωνίες. Ο άνθρωπος από ανάγκη, από ένστικτο αυτοσυντήρησης, από φυσική, αν θέλουμε, τάση, επιδιώκει να αυξάνει το ζωτικό του χώρο σύμφωνα με τις ανάγκες του κι αυτό τον σπρώχνει αντικειμενικά να δημιουργεί ιστορία. Στις ταξικές όμως κοινωνίες, η αύξηση του ζωτικού χώρου των ανθρώπων των κατώτερων τάξεων δεν ταυτίζεται, αλλά συγκρούεται με την τάση των ανώτερων τάξεων να αυξήσουν το δικό τους ζωτικό χώρο. Το ίδιο συμβαίνει και στον καπιταλισμό. Αν απ' αυτή την αντικειμενική βάση θέλαμε να κρίνουμε την περίοδο της μεταπολίτευσης, αβίαστα θα βγάζαμε το συμπέρασμα πως η κυρίαρχη τάξη έχει αυξήσει ασφυκτικά, σε όλα τα επίπεδα, και σε βάρος του εργαζόμενου λαού το δικό της ζωτικό χώρο. Κι αυτό είναι το ακριβές μέτρο της ποιότητας και του χαρακτήρα της μεταπολιτευτικής Ελληνικής Δημοκρατίας. Αυτή τη δημοκρατία, τη δικτατορία των μονοπωλίων, η εργατική τάξη σε συμμαχία με τ' άλλα λαϊκά στρώματα στο δικό τους αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο που θα διεκδικεί τη λαϊκή εξουσία μπορούν να την ανατρέψουν για να ανοίξουν το δρόμο στο δικό τους μέλλον.


1 Ταχυδρόμος, 26/7/1975


2 Ν. Ψυρούκη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας», εκδόσεις ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, τόμος Δ', σελ. 409


3 Αλέξανδρος Ζαούσης: «Ο εμπαιγμός», Εκδόσεις Παπαζήση, τόμος Β`, σελ. 421-422


4 Στ. Ψυχάρη: «Τα παρασκήνια της Αλλαγής», Αθήνα 1975, σελ. 114 και 248, Σολ. Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας», εκδόσεις ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ, τόμος 7ος, σελ. 285-286, Στρατηγού Γρ. Μπονάνου: «Η Αλήθεια», σελ. 271, Π. Αραπάκη: «Το τέλος της σιωπής», εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ - Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, σελ. 301- 302 κ.α.


5 Π. Αραπάκη: «Το τέλος της σιωπής», εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ - Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, σελ. 304


6 Διονυσίου Καρδιανού (Σπ. Παπαγεωργίου): «Ο ΑΤΤΙΛΑΣ πλήττει την Κύπρον», εκδόσεις Γ. Λαδιά, Αθήναι 1976, σελ. 33 και Αλ. Ζαούση: «Ο εμπαιγμός», εκδόσεις Παπαζήση, τόμος β`, σελ. 301-302


7 Σόλωνα Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας», εκδόσεις Καπόπουλος, τόμος 7ος, σελ. 222-225


8 Διονυσίου Καρδιανού (Σπ. Παπαγεωργίου): «Ο ΑΤΤΙΛΑΣ πλήττει την Κύπρον», εκδόσεις Γ. Λαδιά, Αθήναι 1976, σελ. 35


9 Στρατηγού Γρ. Μπονάνου: «Η Αλήθεια», Αθήνα 1986, σελ. 224


10 Βλέπε «Η απόρρητη έκθεση του Αντιπτέραρχου Αλ Παπανικολάου» στο, Στ. Ψυχάρη: «Τα παρασκήνια της Αλλαγής», Αθήνα 1975, σελ. 205-239


11 Κ. Κάππου: «Εγκλημα εναντίον της Κύπρου», εκδόσεις ΓΝΩΣΕΙΣ, σελ. 57


12 Κώστας Χατζηαντωνίου: «Κύπρος 1954-1974 - Από το έπος στην τραγωδία», εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ, σελ. 266-267


13 Γεώργιος Χέλμης: «Ταραγμένη διετία (1973-1974)- Από το προσωπικό ημερολόγιο ενός αυτόπτη μάρτυρα», εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 175


14 Στ. Ψυχάρη: «Τα παρασκήνια της Αλλαγής», Αθήνα 1975, σελ. 226


15 στο ίδιο, σελ. 61 και Π. Αραπάκη: «Το τέλος της σιωπής», εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ - Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, σελ. 149


16 Στρατηγού Γρ. Μπονάνου, στο ίδιο, σελ. 216 και 218


17 Πέτρου Αραπάκη: «Το τέλος της σιωπής», εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ - Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 2000, σελ. 148-151


18 Βλέπε: «Λώρενς Στέρν: «Λάθος Αλογο», εκδόσεις ΤΑΜΑΣΟΣ, Λευκωσία 1978, σελ. 143-145 και 148


19 «Αρχείο Κ. Καραμανλή», έκδοση της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, τόμος 7, σελ. 220-221


20 Ολόκληρη η διακήρυξη: «Μαύρη Βίβλος - Χρονικό Κυπριακού Πραξικοπήματος και Πτώσεως Στρατιωτικής Χούντας», Αύγουστος 1974, σελ. 101-102, Σ. Γρηγοριάδη, στο ίδιο, σελ. 313-315 κ.α.


21 Ν. Ψυρούκη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας», εκδόσεις ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, τόμος Δ', σελ. 402, 404)


22 Στ. Ψυχάρη: «Τα παρασκήνια της Αλλαγής», εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 159-163


23 Δήλωση Κ. Καραμανλή στις 29/7/1974, Πότη Παρασκευόπουλου: «Ο Καραμανλής στα χρόνια 1974-1985», εκδόσεις ΦΥΤΡΑΚΗΣ/ ΤΥΠΟΣ ΑΕ, σελ. 27-28 και «Αρχείο Κ. Καραμανλή», έκδοση της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, τόμος 8, σελ. 41


24 «Από το 9ο ως το 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Ντοκουμέντα», έκδοση ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 28


Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τα τύμπανα του πολέμου θα ηχήσουν πάλι στην Μέση Ανατολή ; Οι φονιάδες των λαών προετοιμάζονται...


Τα τύμπανα του πολέμου θα ηχήσουν πάλι στην Μέση Ανατολή ; Οι φονιάδες των λαών προετοιμάζονται...


Προχωρά με ταχύτερους ρυθμούς η ανάπτυξη ισχυρών ναυτικών δυνάμεων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. 




«Το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό θα επιταχύνει την ανάπτυξη ενός αεροπλανοφόρου και της συνοδείας του στη Μέση Ανατολή για την αντιμετώπιση των εντάσεων στην περιοχή, κυρίως στο Ιράν και τη Συρία», δήλωσε σήμερα ο Τζορτζ Λιτλ, εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ. 
   
Συγκεκριμένα, θα επιταχυνθεί κατά τέσσερις μήνες η ανάπτυξη του USS John Stennis, ενώ το USS Abraham Lincoln και το USS Enterprise βρίσκονται σήμερα σε αυτήν τη ζώνη. Το Lincoln θα αντικατασταθεί προσεχώς από το USS Dwight Eisenhower (το οποίο είχε αγκυροβολήσει στη Ρόδο). Το Eisenhower, το οποίο βρίσκεται σήμερα στην ανατολική Μεσόγειο, θα βρισκόταν μόνο του στη ζώνη μετά την αποχώρηση του Enterprise, το οποίο θα αντικατασταθεί εντέλει "στο τέλος του καλοκαιριού" από το Stennis, σύμφωνα με τον Τζορτζ Λιτλ. 


Από την αρχή του 2012, δύο αεροπλανοφόρα βρίσκονται συνέχεια στη ζώνη, το οποίο δείχνει τις εντάσεις που υπάρχουν στην περιοχή, τις οποίες επιβεβαιώνει και η επιτάχυνση της ανάπτυξης του Stennis. 


Στις αρχές του έτους, το Ιράν απείλησε να αναλάβει δράση αν αμερικανικά στρατιωτικά πλοία περνούσαν ξανά από τα Στενά του Χορμούζ, μετά την πλεύση του αεροπλανοφόρου Stennis στον Κόλπο. 


Τα Στενά είναι ένα στρατηγικό πέρασμα, από το οποίο διέρχεται το 40% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου που γίνονται δια θαλάσσης και οι ΗΠΑ θα κάνουν το παν ώστε να παραμείνουν ανοικτά. 


Πηγή
 Κόκκινη προπαγάνδα εκτοξεύθηκε από  yiok-yiok

ΤΟ ΠΑΜΕ ΤΑ.....ΚΛΕΙΝΕΙ


...και για την Goodyear στην Σίνδο 




 Στο χτεσινό σημείωμα είδαμε πώς έκλεισε το εργοστάσιο της Pirelli στην Πάτρα το 1991. Σήμερα αφήνουμε την Πάτρα και την Pirelli για να ανηφορήσουμε στην Σίνδο της Θεσσαλονίκης και την Goodyear. Το ιδρυμένο από το 1978 εργοστάσιο της αμερικανικής εταιρείας, μένοντας δίχως ανταγωνιστή πια, γνωρίζει ημέρες δόξας και καταγράφει αποτελέσματα αξιοζήλευτα για τα εργοστάσια της εταιρείας σε άλλες χώρες.


 Πράγματι, οι πωλήσεις της Goodyear Hellas εκτινάσσονται από 15,2 δισ. δρχ. το 1992, σε 18 δισ. δρχ. το 1993 και σε 23,3 δισ. δρχ. το 1995. Ταυτόχρονα, τα κέρδη της επιχείρησης στην Ελλάδα αυξάνονται κατακόρυφα, από το 1 δισ. δρχ. το 1992, σε 1,8 δισ. το 1994. Το 1995, το εργοστάσιο εκσυγχρονίζεται και η εταιρεία επενδύει 900 εκατ. δρχ. σε νέο μηχανολογικό εξοπλισμό. Παρά το τεράστιο (για την εποχή) ύψος τής επένδυσης, τα κέρδη τού 1995 φτάνουν τα 1,7 δισ. το 1995. Σύμφωνα με δημοσιεύματα στα οικονομικά φύλλα της εποχής, η μέση απόδοση των ιδίων κεφαλαίων ξεπερνούσε ακόμα και το 35%!


 Τέλος, για όσους καταλαβαίνουν λίγο περισσότερο τους οικονομικούς δείκτες, σημειώνω ότι το 1995 το εργοστάσιο της Σίνδου κάλυπτε το 0,9% της παγκόσμιας παραγωγής τής Goodyear και συνεισέφερε κατά 3,5% στα παγκόσμια κέρδη της πολυεθνικής. Ξαναλέω και υπογραμμίζω: το 0,9% της παραγωγής έφερνε το 3,5% των κερδών! Και πώς θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά από την στιγμή που το σύνολο των κρατικών παραγγελιών σε ελαστικά (κυρίως των ενόπλων δυνάμεων) πήγαινε στην Goodyear (με τις γνωστές υψηλές τιμές), διασφαλίζοντας την υψηλή κεδοφορία τής εταιρείας;


 Τί έγινε, λοιπόν, κι έκλεισε το εργοστάσιο; Η ΝΔ και οι άλλοι συκοφάντες του εργατικού κινήματος λένε πως η εταιρεία έβαλε λουκέτο λόγω των εξωπραγματικών απαιτήσεων των εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, η τότε κυβέρνηση του ΠαΣοΚ είχε παρέμβει ανοιχτά υπέρ της πολυεθνικής και είχε σύρει την πασοκική πλειοψηφία τής διοίκησης του σωματείου σε συμβιβασμό με την εργοδοσία. Όπως ανακοίνωσε η ίδια η διοίκηση, "εφέτος, όπως επιθυμούσε η εταιρεία, υπογράψαμε σύμβαση και δεχτήκαμε μειώσεις επιδομάτων, μείωση προσωπικού, λειτουργία 4ης βάρδιας εκεί που η εταιρεία επιθυμούσε για φέτος, με δυνατότητα επέκτασης σε όλο το εργοστάσιο, όταν η εταιρεία το επιθυμούσε. Όλα τα παραπάνω, με στόχο τη μείωση του κόστους...". Άρα, το παραμύθι των "κακών εργαζομένων", που με τις "μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις τους κλείνουν τα εργοστάσια", δεν μπορεί να σταθεί ούτε για αστείο στην περίπτωση της Goodyear. Ο λόγος για τον οποίο έκλεισε το εργοστάσιο, είναι ο ίδιος για τον οποίο ο κάθε καπιταλιστής επενδύει ή αποσύρει τα κεφάλαιά του από έναν κλάδο, από μια χώρα, μια επιχείρηση: η μεγιστοποίηση του κέρδους του.


 Η πραγματικότητα είναι απλή: εβδομήντα χρόνια μετά την εμφάνισή της στην Ευρώπη, η αμερικάνικη Goodyear (όπως και άλλες πολυεθνικές) έσπευσε να εκμεταλλευτεί τις σαρωτικές ανατροπές στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και να μεταφέρει μέρος τής παραγωγής σε χώρες με μικρότερο εργατικό κόστος, αναδιαρθρώνοντας εκ βάθρων τα εργοστάσιά της.


 Λίγους μήνες πριν βάλει λουκέτο στο εργοστάσιο της Σίνδου, η Goodyear διέθετε σε 8 χώρες στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αφρική 10 μονάδες, εκ των οποίων οι δύο στην Τουρκία, με 13.000 εργαζομένους. Την διαφορά, όμως, την έκανε η υπερσύγχρονη -πρώην κρατική!- μονάδα παραγωγής ελαστικών αυτοκινήτων, την οποία απέκτησε η πολυεθνική στην Πολωνία. Έτσι, η εταιρεία αποφάσισε να κλείσει την κερδοφόρο Σίνδο, μιας και η Πολωνία τής εξασφάλιζε ακόμη μεγαλύτερη κεδοφορία.


 Το κακό για τους επικριτές των εργαζομένων είναι ότι, μαζί με την Σίνδο, η εταιρεία έκλεισε τα εργοστάσιά της στην Ιταλία, την Γαλλία και το Μαρόκο. Οι "μαξιμαλιστές" εργάτες έφταιγαν κι εκεί (σημ.: να δω μαροκινό κομμουνιστή απεργό κι ας πεθάνω!) για το κλείσιμο των εργοστασίων; Τους συκοφάντες των εργαζομένων ξεβρακώνει η ίδια η πολυεθνική με ανακοίνωση που εξέδωσε στις 22/06/1996, όπου παραδεχόταν ότι το λουκέτο στη Σίνδο ήταν αποτέλεσμα "διαρθρωτικών αλλαγών στην ευρωπαϊκή στρατηγική της εταιρείας στην παραγωγή ελαστικών".


 Ακόμα και το "Βήμα", σε σχετικό δημοσίευμα της 28/07/1996 αναγκαζόταν να ομολογήσει: "Κάποιες θυγατρικές μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών στην Ελλάδα κερδίζουν για λογαριασμό τους τη μάχη της ανταγωνιστικότητας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, κάποιες τη χάνουν. Οι πολυεθνικές συγκεντρώνουν λοιπόν τις δραστηριότητές τους σε ορισμένες χώρες, συνεκτιμώντας το κόστος παραγωγής και πολλά άλλα κριτήρια. Αυτό συμβαίνει και με την Goodyear...". Αξίζει τον κόπο να διαβάσετε ολόκληρο το δημοσίευμα μιας εφημερίδας την οποία ουδείς θα μπορούσε ποτέ να κατηγορήσει ως...φιλοκομμουνιστική.




 Το συμπέρασμα από τα δυο τελευταία σημειώματά μας είναι απλό: τα εργοστάσια δεν κλείνουν εξ αιτίας των εργατικών αγώνων. Κλείνουν για τον ίδιο λόγο με τον οποίο ανοίγουν: την μεγιστοποίηση της κεδοφορίας των επενδυομένων κεφαλαίων. Συνεπώς, ακόμη κι ένα κερδοφόρο εργοστάσιο μπορεί να κλείσει (όπως εκείνα της Pirelli και της Goodyear) εφ' όσον μπορεί να ανοίξει κάπου αλλού κάποιο άλλο με μεγαλύτερη κερδοφορία. Αυτή είναι η αλήθεια κι όλα τ' άλλα δεν αποτελούν παρά αντεργατική προπαγάνδα.


COGITO ERGO

«ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ»: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


«ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ»:
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ






Ενα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδεολογικής πάλης της περιόδου που διανύουμε, μετά τις ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων και κοινωνιών του τέλους της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990, είναι και η ισχυροποίηση και επαναφορά στο προσκήνιο πολλών ιδεολογημάτων και θεωριών της πρώτης φάσης του ψυχρού πολέμου που χαρακτηρίζονται από τον πιο ωμό και επιθετικό αντικομμουνισμό. Το γεγονός αυτό απηχεί το νέο συσχετισμό των δυνάμεων στον κόσμο, καθώς και τη συνακόλουθη ενδυνάμωση των ρεβανσιστικών διαθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των πολιτικών του εκπροσώπων. Ενα από τα καινούργια-παλιά ιδεολογήματα που επιστρέφουν στις πολιτικές αναλύσεις του αστικού τύπου, στις δημόσιες τοποθετήσεις πολιτικών στελεχών της κυβέρνησης και των αστικών πολιτικών κομμάτων , αλλά και στα προγράμματα σπουδών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι αυτό της ταύτισης των πρώην σοσιαλιστικών κοινωνιών αλλά και του σοσιαλισμού γενικά με το λεγόμενο ολοκληρωτισμό. Τις περισσότερες φορές, η έννοια του ολοκληρωτισμού, του ολοκληρωτικού φαινομένου, των ολοκληρωτικών ιδεολογιών, της ολοκληρωτικής νοοτροπίας και πρακτικής κ.ο.κ., διαχέεται στις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών ανεπαίσθητα και με μη κριτικό τρόπο. Σχεδόν ποτέ δε δίνεται ορισμός του φαινομένου αυτού, παρουσιάζεται σαν τόσο γνωστό που θεωρείται αυταπόδεικτο (συχνά, αν και όχι πάντα, δίνονται κάποιες ελάχιστες θεωρητικές πηγές, συνήθως αμερικανικές). Πολύ συχνά ο όρος ολοκληρωτισμός αναφέρεται μαζί με δυο ή τρία ονόματα, συνήθως του Χίτλερ, του Στάλιν και σπανιότερα του Μουσολίνι (η φασιστική Ιταλία συχνά θεωρείται λιγότερο «ολοκληρωτική» από τη ναζιστική Γερμανία, ακόμη και από την ΕΣΣΔ!). Η ουσιαστική έμφαση δηλαδή δίνεται στην ταύτιση του φασισμού και ιδιαίτερα του ναζισμού με τον υπαρκτό σοσιαλισμό και της φασιστικής ιδεολογίας με την κομμουνιστική. Οσο ο όρος παγιώνεται περισσότερο, οι συγκεκριμένοι αρθρογράφοι δεν περιορίζονται να χαρακτηρίζουν ως ολοκληρωτική μια ορισμένη περίοδο σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ (συγκεκριμένα κατά τα χρονικά διαστήματα 1934–‘38 και 1949–‘51, όπως δέχονται αρκετοί από τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού, όπως η Χάνα Αρεντ και ο Ραϊμόν Αρόν), αλλά περνούν πια στην κατευθείαν ταύτιση ολόκληρης της ιστορίας του υπαρκτού σοσιαλισμού με τον ολοκληρωτισμό και συνεπώς με το φασισμό. 
Το πράγμα δεν περιορίζεται στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Η ενασχόληση με τη θεωρία και τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού ενισχύεται και στο πλαίσιο των προγραμμάτων σπουδών των πανεπιστημίων στις σχολές που έχουν ως αντικείμενο την πολιτική επιστήμη, τη δημόσια διοίκηση, το δίκαιο και την κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία. Εννοείται ότι η μελέτη του ολοκληρωτισμού τείνει να εντάσσει αυτόματα το μελετητή στις θέσεις της «φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», ως της πλέον ορθής και έγκυρης μορφής πολιτικού καθεστώτος στο πλαίσιο της σύγχρονης «κοινωνίας της αγοράς», παρεκβατική, αρνητική μορφή της οποίας υποτίθεται πως αποτελούν οι «ολοκληρωτικές» πολιτικές μορφές και συστήματα. Η αναγωγή της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας στο τελειότερο πολιτικό σύστημα που έχει υπάρξει ποτέ αλλά και που είναι δυνατό να υπάρξει, καθώς και η ταύτιση οποιασδήποτε σύγχρονης αντίληψης της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό («κοινωνία της αγοράς») είναι μια ιερή και απαραβίαστη αρχή σε αυτές τις αναλύσεις, τόσο ιερή και απαραβίαστη μάλιστα, που δεν τίθεται καν σε συζήτηση.
Ο ταξικός ιδεολογικός χαρακτήρας των συγκεκριμένων αντιλήψεων περί ολοκληρωτισμού είναι προφανής, όπως προφανής είναι και η πολιτική στόχευσή τους. Από αυτήν την άποψη, το αντικείμενο του παρόντος άρθρου που συνίσταται στην κριτική των πιο πάνω αντιλήψεων ούτε πρωτότυπο είναι, ούτε περιέχει καινοτομίες. Ωστόσο η ανασκευή, έστω και επαναλαμβανόμενη, αυτών των αντιλήψεων είναι επίκαιρη, στο βαθμό που: α) το πέρασμα των αντιλήψεων περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού επιδιώκεται να επιβληθεί εκ των άνω, διαμέσου της χρήσης της ισχύος των σύγχρονων ΜΜΕ και ελλείψει, πολλές φορές, αντιλόγου (η λεγόμενη και τρομοκρατία της «μοναδικής σκέψης»), β) αυτές οι απόψεις αποτελούν μια, ιδιαιτέρως αντιδραστική, εκδοχή της αστικής ιδεολογίας, γ) λόγω της υποχώρησης, για τους γνωστούς λόγους, της ιδεολογικής δουλειάς των κομμουνιστών κατά την τελευταία δεκαετία και της κομφορμιστικής στάσης πολλών «αριστερών» και πάσης φύσεως «δημοκρατικών» και «προοδευτικών» διανοουμένων απέναντι σε αυτές τις απόψεις, οι τελευταίες τείνουν να γίνονται παθητικά ασυνείδητα αποδεκτές, με αποτέλεσμα ακόμα και αριστεροί και κομμουνιστές να εκφράζονται με όρους όπως «μα αυτή είναι ολοκληρωτική νοοτροπία!» ή «ο καπιταλισμός βαδίζει προς μια ολοκληρωτική κοινωνία» κλπ. Με αυτόν τον τρόπο όμως, οι έννοιες και η μεθοδολογία του μαρξισμού για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων εγκαταλείπονται προς όφελος των αστικών ιδεολογημάτων. Και στο βαθμό που η γλώσσα και ακόμη περισσότερο η θεωρητική έκφραση είναι και πρακτική σκέψη (σκεπτόμαστε με βάση τη λογική, τις λέξεις και τις έννοιες της γλώσσας), η μαρξιστική αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων εξασθενεί προς όφελος της αστικής ιδεολογίας.
Γι’ αυτούς τους λόγους, στο παρακάτω κείμενο επιχειρείται μια σύντομη παρουσίαση και κριτική της έννοιας και της θεωρίας του ολοκληρωτισμού και του ολοκληρωτικού φαινομένου, όπως αυτή αναπτύχθηκε στον 20ό αιώνα. Η παρουσίαση δε θα συμπεριλάβει το σύνολο των αποχρώσεων της σύγχρονης αυτής μυθολογίας. Για πρακτικούς λόγους -περιορισμένου χώρου, άμεσου πολιτικού χαρακτήρα του κειμένου, αλλά και για τη διευκόλυνση του αναγνώστη της ΚΟΜΕΠ- το άρθρο θα επικεντρωθεί γύρω από τα κεντρικά θεμελιακά σημεία των θεωρήσεων περί ολοκληρωτισμού και επίσης θα αναφερθεί κυρίως σε δύο μόνο στοχαστές που εκπροσωπούν δύο διαφορετικές διαδοχικές φάσεις στην ανάπτυξη και χρήση της έννοιας του «ολοκληρωτισμού», που παραμένουν πάντως «κλασικοί» αυτού του ρεύματος, την Χάννα Αρεντ και τον Ραϊμόν Αρόν.


Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ 
ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ
Ο όρος «ολοκληρωτισμός» (totalitarianism) προέρχεται από την υστερολατινική λέξη totalitas που δηλώνει ολότητα, ολικότητα, πληρότητα (επίθ. - totalis) και παραπέμπει στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο στην απόλυτη ισχύ μιας ορισμένης εξουσίας (ομάδας, κόμματος ή μονάρχη) επί του συνόλου της κοινωνίας. Οι πηγές του νοήματος αυτής της έννοιας οδηγούν στην εποχή του απολυταρχικού κράτους στην Ευρώπη και στις σκέψεις ορισμένων φιλοσόφων όπως του Τόμας Χομπς (ιδιαίτερα στο έργο του «Λεβιάθαν»), καθώς και του Χέγκελ που διακήρυσσε ότι το ανώτατο σημείο ανάπτυξης του ανθρώπινου πνεύματος (και συνακόλουθα της οργάνωσης της κοινωνίας) είχε ήδη βρει το ιδανικό του μέσα στο απολυταρχικό πρωσσικό κράτος της εποχής του. Αναπτύσσοντας, προς άλλη, είναι αλήθεια, κατεύθυνση, αυτές και άλλες πηγές, νεότεροι συντηρητικοί φιλόσοφοι, πολιτικοί και νομικοί επιστήμονες του 19ου και 20ού αιώνα, επιφανέστερος μεταξύ των οποίων ήταν ο Γερμανός Καρλ Σμιτ, οδήγησαν τη θεωρία της ισχύος και του κεντρικού ρόλου του κράτους στη ζωή της κοινωνίας έως την ιδέα του «απόλυτου κράτους», δηλαδή στην αντίληψη του κράτους ως κεντρικού σκοπού της δραστηριότητας της κοινωνίας, αλλά και ως αφετηρίας για κάθε κοινωνική δυναμική και εξέλιξη. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, την οποία οικειοποιήθηκε τόσο ο γερμανικός όσο και ο ιταλικός φασισμός, το απόλυτο ή ολοκληρωτικό κράτος (stato totalitario σύμφωνα με τους αντιδραστικούς Ιταλούς θεωρητικούς) είναι η ενσάρκωση της κοινωνίας, η ισχύς και η νομιμότητά του πηγάζει από τον ίδιο τον εαυτό του, δεν έχει ανάγκη από καμία έξωθεν κοινωνική νομιμοποιητική βάση (όπως λ.χ. αυτή του κοινωνικού συμβολαίου στις φιλελεύθερες πολιτικο-νομικές θεωρίες), παρά μόνο αυτής: της ενσάρκωσης ή κατευθείαν έκφρασης του πνεύματος του «λαού» (με την εθνικιστική-σοβινιστική ή και ρατσιστική έννοια) και της φυλής. Είναι φανερό ότι σε ένα τέτοιο κράτος καμιά αντίληψη περί λαϊκής αντιπροσώπευσης, λαϊκής κυριαρχίας ή ελέγχου και απονομής της εξουσίας από το λαό δε μπορεί να υπάρξει, εφ’ όσον αγνοείται στην πράξη το γεγονός ότι ο «λαός» συμβαίνει να χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη κοινωνικοταξική δομή και κατακερματισμό συμφερόντων. Η κορυφή της κρατικής ηγεσίας, ο «απόλυτος ηγέτης», δεν αποτελεί κάποιου είδους αντιπρόσωπο του λαού ή, έστω του θεού (όπως στα παλιά απολυταρχικά κράτη – «ελέω θεού μοναρχία»), αλλά την ίδια την «ενσάρκωση» του «πνεύματος του λαού» ή της «φυλής» στο σύνολό της (στην περίπτωση της Γερμανίας), χωρίς να αναγνωρίζεται η εσωτερική διαφοροποίηση του λαού σε κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Ετσι, ο γερμανικός λαός, για παράδειγμα, δε μπορεί να έχει το δικαίωμα να εκλέγει και να ελέγχει ο ίδιος την ηγεσία του. Η μοναδική ελευθερία που του αναγνωρίζεται από το ναζιστικό κράτος είναι το να εκτελεί τις εντολές του «φύρερ» του, ο οποίος αποτελεί την ολική έκφραση του λαού, τη «ψυχή» του. Με αυτά τα λόγια ο ίδιος ο Χίτλερ και η ναζιστική προπαγάνδα όριζαν την πηγή και τη βάση της εξουσίας τους. Το ξεκαθάρισμα και η αποκάλυψη των κοινωνικών προϋποθέσεων και αιτίων αυτής της αντίληψης θα γίνουν πιο κάτω στο κείμενο.
Είναι φανερό ότι η φασιστική αντίληψη περί του κράτους αντιπαρατίθεται έντονα στις αστικές φιλελεύθερες θεωρίες και πρακτικές του φυσικού δικαίου, του κοινωνικού συμβολαίου και του κοινοβουλευτικού συστήματος, με βάση τις οποίες είχαν πλέον δομηθεί τα περισσότερα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής (αν και ο πειρασμός του φασισμού ήταν πάντα υπαρκτός και σε αυτές τις χώρες, καθώς και τα αντίστοιχα πολιτικά ρεύματα). 
Η ανάπτυξη του φασισμού προερχόταν από τα σπλάχνα των ίδιων των καπιταλιστικών χωρών και ιδιαίτερα εκείνων, το μονοπωλιακό κεφάλαιο των οποίων, από τη μια μεριά είχε να αντιμετωπίσει ένα διαρκώς διογκούμενο και πολιτικοποιημένο εργατικό κίνημα σε συνθήκες έντονης οικονομικής κρίσης, ενώ από την άλλη η υπερσυσσώρευσή του δεν εύρισκε διέξοδο στις κατειλημμένες  από τους νικητές διεθνείς αγορές και αποικίες. Ετσι βρέθηκε ιστορικά αναγκασμένο να αποδεχθεί και να ενισχύσει τη δημιουργία και την εδραίωση αστικών ιδεολογιών (κυρίως παραλλαγές του ακραίου εθνικισμού) και καθεστώτων «έκτακτης ανάγκης», όπως τα κάθε λογής φασιστικά κράτη και οι στρατιωτικές δικτατορίες. Ωστόσο αυτή δεν ήταν η μόνη, ούτε καν η κύρια, πρόκληση προς τα καπιταλιστικά κράτη-νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σοσιαλιστική επανάσταση και η κατοπινή οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία συνιστούσε έναν ακόμη πιο σοβαρό και μακροπρόθεσμο κίνδυνο ενάντια στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Η δυναμική του σοσιαλισμού κατευθυνόταν αντικειμενικά ενάντια τόσο στον καπιταλιστικό φιλελεύθερο - δημοκρατικό, όσο και στον καπιταλιστικό φασιστικό κόσμο. Γι’ αυτό άλλωστε και το κεντρικό σημείο αναφοράς στη συμμαχία του «Αξονα» μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας ήταν το «Σύμφωνο Αντικομιντέρν».
Οι κυρίαρχες λοιπόν ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του μεσοπολέμου είχαν να αντιμετωπίσουν τόσο τη συνολική απειλή που αντιπροσώπευε η προώθηση του σοσιαλισμού και του κομμουνιστικού κινήματος, όσο και τη μερικότερη μακροπρόθεσμα, αλλά σημαντική – για τη θέση τους στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα - απειλή εκείνων των ιμπεριαλιστικών χωρών που επιδίωκαν τη ριζική αλλαγή του συστήματος των ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων, μερικά από τα οποία είχαν αποκτήσει πλέον φασιστικό καθεστώς. Ο ασυνεπής και σε μεγάλο βαθμό μονόπλευρος, «διμέτωπος» αυτός αγώνας, άρχισε να αντανακλάται στην αστική ιδεολογία των «φιλελεύθερων» ιμπεριαλιστικών χωρών. Ετσι, εμφανίζεται ο όρος ολοκληρωτικός και ολοκληρωτισμός, στον οποίον εντάσσονται τόσο ο φασισμός (που στο κάτω-κάτω αυτοπροσδιοριζόταν ο ίδιος σαν τέτοιος), όσο και ο κομμουνισμός, τόσο το φασιστικό κράτος της Ιταλίας του Μουσολίνι, όσο και η δικτατορία του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ. Η έννοια του ολοκληρωτισμού πρωτοεμφανίζεται στους «Times» το 1929 και υποδηλώνει ως ολοκληρωτικό ένα τύπο κράτους που είναι «ενιαίο», μονοκομματικό, φασιστικό ή κομμουνιστικό και αποτελεί αντίδραση στο κράτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας . Η ταύτιση αυτή δύο φαινομένων τόσο ασύμβατων μεταξύ τους όπως το φασιστικό και το σοσιαλιστικό κράτος και κοινωνία γίνεται στη βάση της τοποθέτησης ως κύριου κριτηρίου των πολιτικών μορφών του κράτους, δίχως να αναλύεται (αντίθετα μάλιστα συσκοτίζεται) το περιεχόμενο της κρατικής εξουσίας και οι σχέσεις του με τη δομή της κοινωνίας, δηλαδή με τις κοινωνικές τάξεις και την πάλη που διεξάγεται μεταξύ τους. Η αστική ιδεολογία, από τότε που περιορίστηκε στην απολογητική του καπιταλιστικού συστήματος, έτσι προτιμά γενικά να βλέπει τον κόσμο, δηλαδή ως ενσάρκωση και διαπάλη κάποιων ιδεών και ιδανικών, το σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η (αστική) «δημοκρατία».


Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ H. ARENDT


Μια από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της θεωρίας του ολοκληρωτισμού είναι η Hannah Arendt, που είναι αρκετά γνωστή και στην Ελλάδα. Το κυριότερο έργο της πάνω στο εν λόγω θέμα είναι οι «Πηγές του ολοκληρωτισμού» (1951), το τρίτο μέρος του οποίου («Το ολοκληρωτικό σύστημα», 1951) έχει εκδοθεί και στην Ελλάδα  και που αποτελεί το πιο σημαντικό και διαδεδομένο έργο πάνω στον ολοκληρωτισμό. Σε αυτό το έργο, η Αρεντ εξομοιώνει απόλυτα το σοσιαλιστικό (σοβιετικό) και το ναζιστικό κράτος και τα ανάγει σε μια νέα κατηγορία κράτους, το «ολοκληρωτικό» κράτος και σύστημα. Σαν κυρίαρχο ίσως χαρακτηριστικό του ολοκληρωτικού συστήματος ορίζεται η πρόθεση και η συνειδητά οργανωμένη προσπάθεια για την εξαφάνιση των πολλών ενδιάμεσων ιστορικά διαμορφωμένων θεσμικών και διομαδικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων (σχέσεων ιδιωτικών, προσωπικών, οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικοταξικών κ.ο.κ.), την απορρόφηση όλων αυτών των σχέσεων από το κράτος και τη μοναδική ιδεολογία του (με τρόπο ώστε το κάθε ξεχωριστό, σημαντικό ή ασήμαντο ζήτημα να μετατρέπεται σε ιδεολογικό ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα των κρατικών συμφερόντων) και τελικά τη μετατροπή των ανθρώπων-πολιτών σε μια αδιαφοροποίητη μάζα υπο-υπηκόων χωρίς άλλα πολιτικά χαρακτηριστικά έξω από αυτά του υπηρέτη του κράτους. Η εφιαλτική αυτή ανθρώπινη κατάσταση επιβάλλεται, σύμφωνα με την Αρεντ, από το τυραννικό ολοκληρωτικό καθεστώς στο όνομα της ανάπλασης της ανθρωπότητας, της δημιουργίας ενός τύπου «νέου ανθρώπου» και μιας νέας ανώτερης ανθρωπότητας, η εμφάνιση της οποίας προϋποθέτει την πλήρη καταστροφή όλων των παλιών κοινωνικών θεμελίων και σχέσεων. Για την Χ. Αρεντ, μεταξύ του σοβιετικού και του ναζιστικού συστήματος δεν υπάρχει διαφορά ουσίας. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στο όνομα της ιδέας που το κάθε σύστημα επικαλείται για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Για τους μεν κομμουνιστές αυτή η ιδέα ακούει στο όνομα της χειραφέτησης της εργατικής τάξης (αποστερημένης όμως από την ουσία της παλιάς μαρξιστικής θεωρίας), ενώ στους ναζιστές την ίδια θέση κατέχει η ιδέα της επιβολής της ανώτερης «αρίας» φυλής . Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει η Αρεντ, η ουσία και των δύο αυτών καθεστώτων συνίσταται στις ίδιες τους τις εσωτερικές λειτουργίες και ανάγκες και αντανακλά την εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών σε «μαζικές κοινωνίες» («κοινωνίες της μάζας»), μια εξέλιξη που προετοίμασε η ανάπτυξη του καπιταλισμού και της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την Χ. Αρεντ, ο καπιταλισμός, με την εμφάνιση και γενίκευση της εκμηχανισμένης μαζικής παραγωγής, την προλεταριοποίηση του πληθυσμού και τη συγκέντρωσή του σε απρόσωπα αστικά βιομηχανικά κέντρα, την κατάργηση των παλιών διαπροσωπικών, κοινοτικών και προσδιορισμένων ταξικών σχέσεων, την καταστροφή των θρησκευτικών και ηθικών πεποιθήσεων που χαρακτήριζαν τις πιο στατικές παλιότερες κοινωνίες, ουσιαστικά έβαλε τα θεμέλια για την εμφάνιση του εργάτη-μάζα, του «εργαζόμενου ζώου» («animal laborans», σύμφωνα με τη δική της έκφραση), που στερείται ελεύθερης δημιουργικής ικανότητας και ομαλής κοινωνικής-κοινοτικής ζωής. Ετσι, τα θεμέλια του ολοκληρωτισμού, φασιστικού ή κομμουνιστικού, οι κοινωνικές του πηγές και προϋποθέσεις, βρίσκονται μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό των δυτικών κοινωνιών.
Οι αντιλήψεις αυτές της Χάνα Αρεντ για τις πηγές του «κακού» στη σύγχρονη κοινωνία εκτίθενται με πιο ολοκληρωμένο τρόπο στο μεταγενέστερο (1958) έργο της «Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita activa)» . Η θεώρηση περί της «μαζικής κοινωνίας», απ’ όπου αντλεί τις βασικές της ιδέες η Αρεντ, έχει αρκετά μακρά ιστορία και συνιστά την πνευματική αντίδραση πολλών συντηρητικών διανοουμένων στη ραγδαία ανάπτυξη του καπιταλισμού και την καταστροφή των συνεκτικών «οργανικών» κοινωνικών προτύπων, ιεραρχιών και ταξικών δομών της μεταβατικού τύπου κοινωνίας του απολυταρχικού κράτους στην Ευρώπη (δηλαδή της «συμβιβαστικής» μορφής πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας που αντιστοιχούσε στην ανάπτυξη των αστικών σχέσεων μέσα στο φεουδαρχισμό, στην οποία την εξουσία είχαν οι ευγενείς, μέσω της απόλυτης μοναρχίας και του συστήματος των «κλειστών» ή «νομοκατεστημένων» τάξεων, ενώ την οικονομική δύναμη τη συγκέντρωναν βαθμιαία οι αστοί, βοηθούμενοι ουσιαστικά από τους νέους μεγάλους εθνικούς οικονομικούς χώρους-αγορές που τους εξασφάλιζε το απολυταρχικό κράτος). Επρόκειτο για μια ορισμένη ιστορική φάση ανάπτυξης των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών όπου οι σχέσεις εξουσίας ήταν δεδομένες, τα πολιτιστικά πρότυπα και οι θρησκευτικές και ηθικές πεποιθήσεις σχετικά σταθερές και φαινομενικά αμετακίνητες ή έστω αναπτυσσόμενες με τρόπο που δινόταν δυνατότητα στους ανθρώπους να προσαρμοστούν σε αυτές, όπου τα πράγματα και οι καταστάσεις κυλούσαν πιο αργά και όπου ο καθένας κατείχε μια σταθερή θέση στην κοινωνία που σπάνια άλλαζε. Ο καπιταλισμός τα έκανε κομμάτια όλα αυτά, μεταβάλλοντας ριζικά το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας, κινητοποιώντας άναρχα το σύνολο των ανθρώπων και αποκόβοντάς τους από κάθε σχέση με σταθερές κοινότητες, θεσμούς, συμμετοχή σε ενδιάμεσες πρωτογενείς και δευτερογενείς ομάδες και συσσωματώσεις, συνεκτικά συστήματα πεποιθήσεων και συμπεριφορών, μετατρέποντας τελικά τους περισσότερους από αυτούς σε άτομα «χωρίς ιδιότητες», σε «μαζάνθρωπους». Και οι άνθρωποι της μάζας, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιόδους, μη διαθέτοντας κάποιο συνεκτικό σύστημα αντιλήψεων, πρακτικές και χώρους ουσιαστικής συνδιαλλαγής, συζήτησης και ανταλλαγής γνωμών και συνεπώς ορθολογικής συλλογικής κρίσης (αφού το καπιταλιστικό σύστημα δεν τους χρειάζεται γι’ αυτό και συνεπώς δεν τους εκπαιδεύει γι’ αυτό), ταυτίζονται τελικά με τη λειτουργία που κατέχουν στο σύστημα, δηλαδή με τη λειτουργία του εξαρτήματος, του μη ολοκληρωμένου ανθρώπου. Σε αυτήν την περίπτωση, είναι απλά θέμα χρόνου το πότε η τεράστια αυτή κοινωνική τάση θα εκφραστεί και στην πολιτική δια της εμφάνισης κινημάτων που απευθύνονται ειδικά στη μάζα και, ακόμα περισσότερο, στοχεύουν – συνειδητά ή ασυνείδητα – στη δημιουργία κοινωνικών συστημάτων που επιδιώκουν ακριβώς να απογυμνώσουν τον άνθρωπο από κάθε ιδιαίτερο ή πρωτότυπο χαρακτηριστικό, να τον μετατρέψουν σε ένα νέο ζωικό είδος στερημένο από κάθε δημιουργική ικανότητα, ανεξάρτητη σκέψη και συνεπώς ελευθερία. Αυτά τα κινήματα που ξεπηδούν από - και εκφράζουν - τον άνθρωπο-μάζα, είναι ακριβώς τα ολοκληρωτικά κινήματα. Τα κινήματα αυτά, χρησιμοποιώντας μια απλή μανιχαϊστική ιδεολογία (αντίστοιχη προφανώς στην κοινωνική ανωριμότητα και πολιτική ηλιθιότητα του όχλου των «μαζανθρώπων») που βασίζεται στη μαζική κατασκευή και υποβολή απλών διχοτομιών του στυλ «εμείς, ο λαός, η εργατική τάξη, οι Γερμανοί» - «αυτοί, το κεφάλαιο, οι Εβραίοι» και κολακεύοντας τον ίδιο τον άνθρωπο της μάζας, εξυμνώντας τη δύναμη της μάζας και τονίζοντας την αριθμητική της υπεροχή, καταφέρνουν τελικά να πάρουν την εξουσία. Οταν γίνει αυτό, συντελείται μια ακόμα εσωτερική μεταβολή σε αυτά τα κινήματα. Κάθε σύνδεσμος με το παρελθόν κόβεται, κάθε σχέση μεταξύ των ανθρώπων ελέγχεται, απαγορεύεται όχι μόνο η δράση αλλά και η σκέψη ενάντια στο καθεστώς, καταργείται κάθε σταθερή και διασφαλισμένη θέση του ανθρώπου στην κοινωνία (αντίθετα το ίδιο το σύστημα παραμένει πάντα αδιατάρακτο), η ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται κατά βούληση, ο άνθρωπος σταματά να εμπιστεύεται το διπλανό του, οι γονείς τα παιδιά τους  κ.ο.κ. Τελικά, ο άνθρωπος σε αυτή την κοινωνία χάνει κάθε ανθρωπιά, η υποκρισία και ο καιροσκοπισμός γίνονται κανόνας επιβίωσης. Οι τρόποι που επιτυγχάνονται όλα αυτά είναι πολλοί. Μυστική αστυνομία, ιεραρχίες μέσα σε ιεραρχίες και συνωμοσίες μέσα σε συνωμοσίες, συνεχής επίδειξη της ισχύος του κράτους και αναζήτηση εχθρών, απόλυτη ισχύς της ιδεολογίας και απόρριψη κάθε έννοιας προσωπικών, ιδιωτικών υποθέσεων. Ολα γίνονται κρατικές υποθέσεις και κρίσιμα ιδεολογικά ζητήματα. Ως σκοπός αυτού του συστήματος τίθεται πάντοτε η πλήρης αναμόρφωση του συνόλου της ανθρωπότητας, η δημιουργία του «νέου ανθρώπου» διαμέσου της νίκης της εργατικής τάξης ή της ανώτερης φυλής.
Αυτά υποστηρίζει σε γενικές γραμμές η Χάνα Αρεντ στο βιβλίο της για τον ολοκληρωτισμό. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις είναι λίγες σε αυτό το έργο. Το βασικό μέλημα της συγγραφέως είναι να αποδείξει τη συνάφεια ναζισμού και σοσιαλισμού. Και παρότι και η ίδια παραδέχεται αρκετές φορές στο βιβλίο της ότι δε διαθέτει αξιόπιστα στοιχεία από την ΕΣΣΔ για σφαγές, τρομοκρατία κλπ. – τουλάχιστον στην έκταση και με το περιεχόμενο που θα δικαιολογούσαν μια τόσο σοβαρή καταγγελία όπως την ταύτιση με τη ναζιστική Γερμανία – εντούτοις παραθέτει πλήθος από τέτοια μη διασταυρωμένα και μη αξιόπιστα στοιχεία που παρουσιάζουν την ΕΣΣΔ πραγματικά σαν την «αυτοκρατορία του κακού», σύμφωνα με τη μεταγενέστερη έκφραση του Ρ. Ρήγκαν. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, σχηματίζει κανείς (μάλιστα περισσότερο για την ΕΣΣΔ παρά για τη ναζιστική Γερμανία) μια εντύπωση εφιάλτη: συνεχής καταπίεση, απίστευτη τρομοκρατία, απύθμενο ψέμα, υποκρισία στον υπέρτατο βαθμό, δεσποτισμός χωρίς κανένα σκοπό έξω από την τρομοκράτηση και την πλήρη υποταγή των ανθρώπων μέσα σε ένα σύστημα υποταγής χωρίς τέλος, εκτός από τον ανώτατο ηγέτη-ενσάρκωση του κινήματος, του κράτους, του κόμματος, της «ψυχής» του λαού. Μοιάζει με λογοτεχνία πολιτικής φαντασίας του είδους αυτού που ονομάστηκε «αντιουτοπία» (Οργουελ, Χάξλεϊ, Καίστλερ κ.ά.) και σε σημαντικό βαθμό αυτό είναι και πολύ αποτελεσματική λογοτεχνία μάλιστα (άλλωστε, ολόκληρο το ρεύμα της «αντιουτοπικής» ή «δυστοπικής» πολιτικής λογοτεχνίας αυτού του αιώνα εκπροσωπείται από τον ίδιο τύπο «αριστοκρατικού» διανοουμένου που είτε είναι εξαρχής συντηρητικός, είτε μερικές φορές εμφανίζεται ως «ανανήψας υπεραριστερός», ενώ σχεδόν πάντα προέρχεται από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα: το ανώτερο, εύπορο και πιο μορφωμένο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, το λίκνο της «πνευματικής ελίτ» της αστικής κοινωνίας).
Ωστόσο, μια πιο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη εξέταση του έργου της Αρεντ για τον ολοκληρωτισμό οδηγεί στη διαπίστωση ότι τελικά ελάχιστα πράγματα μαθαίνει κανείς για τα φαινόμενα που εξετάζονται στο βιβλίο. Το κρίσιμο στοιχείο που υπερκαθορίζει όλο το έργο είναι ο κυρίαρχος χαρακτήρας που αποδίδεται σε ορισμένες ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις όπως ο φόβος και το πάθος του θανάτου, το τραγικό περιεχόμενο και η ουσία της «ύπαρξης» του ανθρώπου. Γενικά, η προσέγγιση του ολοκληρωτικού φαινομένου από την Αρεντ γίνεται από τη σκοπιά ενός συντηρητικού «αριστοκρατικού» υπαρξισμού  που αναζητά το «νόημα της ιστορίας» του σύγχρονου κόσμου και τις ρίζες του ενδημικού «κακού» που τον στοιχειώνει.
Οπως έγινε κατανοητό από τα προηγούμενα, η θεώρηση του ολοκληρωτισμού από την Χ. Αρεντ βασίζεται στην έννοια και θεώρηση της «μαζικής κοινωνίας». Από πολύ παλιότερα, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, στοχαστές όπως ο Μπερκ, ο Ντε Μέστρ και ο Μπονάλ είχαν αντιταχθεί στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Δ. Ευρώπη και τη Β. Αμερική και στην καταστροφή από τον τελευταίο των μεσαιωνικών ομάδων και σχέσεων που, κατά τη γνώμη τους, μετατρέπει την κοινωνία σε μια μάζα απομονωμένων ατόμων χωρίς ταυτότητα. Με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποίησε την έννοια αυτή και ο Τοκβίλ, δείχνοντας ότι η γραφειοκρατικοποίηση και ο συγκεντρωτισμός που εφαρμόζει το αστικό κράτος στην πάλη του ενάντια στη φεουδαρχική αριστοκρατία, οδηγεί στον έλεγχο από το αστικό κράτος όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής και με αυτό τον τρόπο, στην κατάπνιξη της ελευθερίας.
Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα αναπτύσσεται μια νεώτερη, καθαρά αριστοκρατική (ελιτιστική) αντίληψη της μαζικής κοινωνίας που επικεντρώνεται στην έννοια της «μαζοποίησης» και του «δεσποτισμού των μαζών». Πρόκειται για μια βαθιά αντιδραστική θεώρηση που στρέφεται ενάντια και στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα (ενδεικτική είναι η πνευματική και πολιτική στάση των κυριότερων εκπροσώπων αυτής της τάσης. Αρκεί να αναφέρουμε μερικά ονόματα: Νίτσε, Σπένγκλερ, Ορτέγκα υ Γκασέτ, Μπερντιάγεφ). Με την εμφάνιση του φασισμού στις δεκαετίες του 1920–‘30, επέρχονται σημαντικές αλλαγές σε αυτές τις ελιτίστικες φιλοσοφικές αντιλήψεις της «μαζικής κοινωνίας». Συγκεκριμένα, η υπεράσπιση των αριστοκρατικών αξιών της ελίτ από τον κίνδυνο της «υπερ-δημοκρατίας» των μαζών («τυραννία της μάζας», «τυραννία της πλειοψηφίας» επί των λίγων «εκλεκτών»), αντικαθίσταται στους θεωρητικούς της μαζικής κοινωνίας με την υπεράσπιση των αστικών δημοκρατικών δικαιωμάτων από την απειλή μιας χωρίς όρια εξουσίας της κυρίαρχης ελίτ (δηλαδή μιας νέας ελίτ που ελέγχει τις μάζες). Οι όροι αντιστρέφονται λοιπόν. Εδώ είναι που κάνει την εμφάνισή της η Χάννα Αρεντ ως θεωρητικός της «μαζικής κοινωνίας», όπως και ο Καρλ Μανχάιμ κ.ά. Αυτή η γενιά των θεωρητικών της «μαζικής κοινωνίας» δηλώνει ουσιαστικά και την πλήρη ενσωμάτωση του όλου ρεύματος στη σύγχρονη αστική φιλοσοφία και ιδεολογία, στο βαθμό που δεν εκφράζει πια τον απόηχο των διαθέσεων κάποιων προκαπιταλιστικών αριστοκρατικών φεουδαρχικών υπολειμμάτων, αλλά την ίδια την αστική, «δημοκρατική» πλέον, κοινωνία και πολιτική . 
Η ίδια η Χ. Αρεντ κατανοεί τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της προσέγγισής της πάνω στη σύγχρονη κοινωνία τόσο από φιλοσοφικής όσο και από ιδεολογικής πλευράς. Πραγματικά, εφ’ όσον το σύνολο της κοινωνικής ανάπτυξης μέσα στην ίδια την αστική «δημοκρατική» κοινωνία προετοιμάζει τον ολοκληρωτισμό, αποτελεί το υπόβαθρό του, ποιός είναι ο τρόπος ώστε να αποφύγει η ανθρωπότητα αυτή την τρομερή μοίρα; Η ίδια, σε μεταγενέστερα έργα της, δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τα εργατικά και λαϊκά συμβούλια σαν το πιθανό κύτταρο μιας ουσιαστικής αναμόρφωσης της κοινωνίας διαμέσου της εγκαθίδρυσης μιας μορφής άμεσης δημοκρατίας εμπνευσμένης από τα πρότυπα των αρχαίων δημοκρατιών. Ακόμα και τότε, όμως, αναζητεί αυτή τη διέξοδο στα «εργατικά συμβούλια» της Ουγγαρίας του 1956, στα «σοβιέτ χωρίς τους κομμουνιστές» κ.ο.κ., στην ουσία δηλαδή παραμένει στο πνεύμα της αντίληψης περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού του βιβλίου της του 1951.
Η αντίληψη της Χάννα Αρεντ για τον ολοκληρωτισμό ως σύστημα και ως φαινόμενο είναι τελικά αντιιστορική και αντιεπιστημονική. Αιχμάλωτη των θεωρητικών της καταβολών περί της «μαζικής κοινωνίας», δεν εμβαθύνει στην ουσία του τρόπου που συντελούνται οι κοινωνικές μεταβολές, δεν παίρνει υπ’ όψη της τα διάφορα επίπεδα της ταξικής πάλης και της κοινωνικοπολιτικής διαμεσολάβησης των ταξικών συμφερόντων. Κατανοώντας το άτομο από την υπαρξιστική οπτική, μόνο ως άτομο δηλαδή, δίχως το πλήθος των κοινωνικών προσδιορισμών του, το βλέπει τελικά μονοδιάστατα (ενδεικτική είναι η αντιπαράθεση που προβάλλει ανάμεσα στη «μαζικοποίηση» της κοινωνίας και στην απόλυτη ερημιά του ατομικού ανθρώπου που προκύπτει από αυτή – μια αντίληψη που αν νοηθεί απόλυτα παραβλέπει το πλήθος εκείνο των πρωτογενών και των ενδιάμεσων κοινωνικών ομάδων στις οποίες συμμετέχει το άτομο, ακόμα και στο πλαίσιο της σύγχρονης «μαζικοποιημένης» κοινωνικής ζωής). Ολες οι κοινωνικές αιτίες και οι πηγές του φασισμού ή του σοσιαλισμού ανάγονται τελικά στη «μαζοποίηση» και ως εκ τούτου τα δύο φαινόμενα ταυτίζονται στην ανάλυσή της. Οι ακολουθίες των γεγονότων που οδηγούν στο φασιστικό ή στο σοσιαλιστικό κράτος δεν εξετάζονται ως πολύ συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες πάλης ορισμένων τάξεων ενάντια σε άλλες τάξεις, μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον και με συγκεκριμένη κάθε φορά έκβαση, αλλά σαν ιστορία του θριάμβου κάποιων ανορθόλογων φανατικών ηγετών επί της ανθρωπότητας, σαν ιστορία δημιουργίας ενός απίθανα απάνθρωπου συστήματος που συνιστά το τέλος του πολιτισμού, σαν ιστορία της νίκης της ανθρώπινης μάζας επί της ανθρωπότητας και της ανθρωπιάς. Οπως είναι γνωστό, σε πολλές περιπτώσεις συγγραφής κειμένων, ιδιαίτερα δε όταν αυτά είναι και πρακτικού ιδεολογικού χαρακτήρα, το συμπέρασμα προηγείται της ανάλυσης (το παρόν άρθρο δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση). Η Χ. Αρεντ είχε βγάλει το συμπέρασμά της. Το πρόβλημα ήταν μόνο τα εμπειρικά στοιχεία όσον αφορά την ΕΣΣΔ. Τα στοιχεία δεν είναι αξιόπιστα, όπως δηλώνει και η ίδια (αυτό δεν την εμποδίζει βέβαια να παραθέτει εκατομμύρια νεκρών και καταπιεσμένων από τον Στάλιν, καθώς και λεπτομερειακές αναφορές για τα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων μην αναφέροντας ούτε μια φορά και τη σοβιετική άποψη για οποιοδήποτε συγκεκριμένο θέμα). Η πιθανότερη ίσως εξήγηση είναι η χρονολογία και ο τόπος έκδοσης του βιβλίου. ΗΠΑ, 1951 – εποχή κορύφωσης του ψυχρού πολέμου και σεναρίων πυρηνικής επίθεσης ενάντια στην ΕΣΣΔ, εποχή πολέμου της Κορέας και μακαρθικών διώξεων στις ΗΠΑ. Ποτέ ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν ήταν πιο επικίνδυνος για τον ιμπεριαλισμό απ’ ό,τι εκείνη την περίοδο που διαμορφωνόταν όλο το μεταπολεμικό πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης σε παγκόσμια κλίμακα, όταν τα ΚΚ των καπιταλιστικών χωρών είχαν βγει δυναμωμένα από τον αντιφασιστικό αγώνα, είχε ήδη δημιουργηθεί μια ομάδα λαϊκών δημοκρατιών στην Ανατολική Ευρώπη, όταν μια σειρά από αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες στις αναπτυσσόμενες χώρες σηματοδοτούσαν την αρχή του τέλους του αποικιοκρατικού συστήματος, όταν τέλος η ίδια η Σοβιετική Ενωση, χωρίς καμιά έξωθεν βοήθεια, έδειχνε να ξεπερνά τις τρομερές πληγές του πολέμου και να εμφανίζεται σαν αδιαμφισβήτητη παγκόσμια δύναμη σημειώνοντας μια εκπληκτική εσωτερική οικονομική ανάκαμψη και σημαντική πολιτική και ιδεολογική συνοχή. Σε μια τέτοια περίοδο που χαρακτηριζόταν από πολύ έντονη πόλωση, δεν υπήρχε έδαφος για ενδιάμεσες και συναινετικές ιδεολογικές θέσεις και τοποθετήσεις. Και εφ’ όσον το «κόκκινο πανί» για όλο τον κόσμο ήταν ο φασισμός, ο εχθρός του καπιταλισμού έπρεπε να βαφτιστεί εχθρός της δημοκρατίας και συγγενής με το (αμιγές καπιταλιστικό) φασιστικό κράτος και ιδεολογία. Δεν ισχυριζόμαστε ότι η θεώρηση της Αρεντ ήταν ευκαιριακή ή κατά παραγγελία, οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε ότι ανταποκρινόταν σε μια ζωτική «κοινωνική παραγγελία» της αστικής ιδεολογίας την εποχή εκείνη.


ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ 
ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ
Με τη σταθεροποίηση του μεταπολεμικού διεθνούς σκηνικού επήλθε μια ορισμένη σχετική ισορροπία μεταξύ καπιταλισμού και υπαρκτού σοσιαλισμού και επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων μια φάση συνύπαρξης. Οι πληγές του πολέμου επουλώνονταν βαθμιαία και οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες διήγαν μια περίοδο μερικής σταθεροποίησης και έντονης οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτή τη φάση στις καπιταλιστικές χώρες άρχισαν να αποκτούν μεγάλη διάδοση οι ρεφορμιστικές αντιλήψεις, ενώ οι ακραίοι αντικομμουνιστικοί τόνοι έδειξαν να υποχωρούν. Σε ένα περίπλοκο κοινωνικό και ιδεολογικό περιβάλλον, όπου σταδιακά ενισχύονταν οι φιλελεύθερες δημοκρατικές και σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογικές τάσεις, η αστική ιδεολογία και προπαγάνδα ενάντια στην κομμουνιστική ιδεολογία και τον υπαρκτό σοσιαλισμό εμπλουτίστηκε και με άλλες αποχρώσεις. Η θεώρηση περί ολοκληρωτισμού άλλαξε, έγινε πιο προσεκτική και με χαμηλότερους τόνους. Ενας από τους εκπροσώπους της πιο εκσυγχρονισμένης φιλολογίας περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού είναι ο Ραϊμόν Αρόν. Ο Αρόν είναι και ένας από τους εκπροσώπους της περίφημης «θεωρίας της σύγκλισης των δύο συστημάτων» (για την εγκυρότητα ή τη δυνατότητα επαλήθευσης της οποίας, τα γεγονότα από το 1985-‘89 και μετά είναι αρκετά κατατοπιστικά), σύμφωνα με την οποία το μέλλον ανήκει στο συνδυασμό των δυνατοτήτων οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού με το στοιχείο της κοινωνικοποίησης του σοσιαλισμού, στο πλαίσιο της «βιομηχανικής κοινωνίας» που αποτελεί το υπόβαθρο και των δύο.
Στην πιο εκσυγχρονισμένη και ηπιότερη αντίληψη του Αρόν για τον ολοκληρωτισμό, το κύριο βάρος της αντίθεσης μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού (η αντίθεση σαν τέτοια παραμένει σταθερή) μετατίθεται σε πιο τυπικά κριτήρια και θεμελιώνεται κυρίως στο καθεστώς των κομμάτων, ενώ εντοπίζεται και μια «πρόοδος» του σοβιετικού καθεστώτος σε «μη ολοκληρωτική» κατεύθυνση (κάτι που εξάλλου ήταν απαραίτητο για να θεμελιωθεί και η προοπτική της «σύγκλισης»…). Ο προσδιορισμός του ολοκληρωτικού φαινομένου ανάγεται σε πέντε στοιχεία και συγκεκριμένα: 
«1. Το ολοκληρωτικό φαινόμενο παρεμβαίνει σε ένα καθεστώς που παραχωρεί σε ένα κόμμα το μονοπώλιο της πολιτικής δραστηριότητας.
2. Το μονοπωλιακό κόμμα κινείται από (ή είναι οπλισμένο με) μια ιδεολογία στην οποία παρέχει ένα απόλυτο κύρος και η οποία κατά συνέπεια γίνεται επίσημη αλήθεια του κράτους.
3. Για τη διάδοση αυτής της επίσημης αλήθειας, το κράτος κρατάει με τη σειρά του για τον εαυτό του ένα διπλό μονοπώλιο, το μονοπώλιο των μέσων της βίας και το μονοπώλιο των μέσων του πειθαναγκασμού. Το σύνολο των μέσων επικοινωνίας, ραδιόφωνο, τηλεόραση, Τύπος, κατευθύνεται και διοικείται από το κράτος και από εκείνους που το αντιπροσωπεύουν.
4. Οι περισσότερες οικονομικές και επαγγελματικές δραστηριότητες υπάγονται στο κράτος και γίνονται, κατά κάποιο τρόπο, μέρος του ίδιου του κράτους. Καθώς το κράτος είναι αξεχώριστο από την ιδεολογία του, οι περισσότερες οικονομικές και επαγγελματικές δραστηριότητες χρωματίζονται από την επίσημη αλήθεια.
5. Και αφού τα πάντα είναι τώρα κρατική δραστηριότητα και αφού κάθε δραστηριότητα υποτάσσεται στην ιδεολογία, ένα λάθος που διαπράττεται σε κάποια οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα είναι ταυτόχρονα και λάθος ιδεολογικό. Για το λόγο αυτό, τελικά, παρουσιάζεται μια πολιτικοποίηση, μια ιδεολογική μεταμόρφωση όλων των δυνατών σφαλμάτων των ατόμων και, συμπερασματικά, μια τρομοκρατία αστυνομική και ιδεολογική» .
Οπως εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς, οι παλιότεροι υψηλοί τόνοι ενάντια στην τυραννία του ολοκληρωτισμού (Αρεντ κ.ά.) έχουν πλέον χαμηλώσει. Απλώς επιχειρείται να διασωθεί η έννοια του ολοκληρωτισμού ώστε να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στην πολεμική της αστικής ιδεολογίας στη βάση του δίπολου φιλελεύθερη δημοκρατία – αυταρχικές και ολοκληρωτικές παρεκβάσεις της (με τις οποίες ταυτίζεται το σοσιαλιστικό κράτος και κοινωνία). Ωστόσο, οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν για να διασωθεί ο όρος ως εργαλείο επιστημονικής προσέγγισης της πολιτικής επιστήμης κατέληξαν σε αποτυχία. Το ιστορικό περιεχόμενο του όρου ολοκληρωτισμός παραπέμπει ουσιαστικά στην αντιπαράθεση ανεπτυγμένου καπιταλισμού – πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Αν εξετάσουμε όμως πιο προσεκτικά τα γνωρίσματα του ολοκληρωτισμού που παραθέτει ο Ρ. Αρόν, ακόμα και αν δεχτούμε ως υπόθεση εργασίας το σκεπτικό και τη στόχευσή του (κάνοντας δηλαδή στην άκρη κάθε συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση και αποδεχόμενοι την ανακριβή και φορμαλιστική αυτή διατύπωση), θα διαπιστώσουμε ότι πολλά από αυτά τα γνωρίσματα ή και όλα μαζί μπορούν να αντιστοιχούν και σε μορφές κράτους ριζικά διαφορετικές από την ΕΣΣΔ ή τις παλιές φασιστικές καπιταλιστικές χώρες. Σε μια σειρά από αναπτυσσόμενες χώρες μπορούν να παρατηρηθούν παρόμοια ακόμα και από τυπική άποψη χαρακτηριστικά, για να μην αναφέρουμε και τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ιδιαίτερα σε οποιεσδήποτε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Κανείς ωστόσο δεν χαρακτηρίζει αυτά τα κράτη ως ολοκληρωτικά (ούτε καν το σύγχρονο Ιράκ ή τη Λιβύη που δεν τυγχάνουν και ιδιαίτερης συμπάθειας από την αστική ιδεολογία). Και αυτό γιατί ένας από τους όρους του ολοκληρωτισμού είναι η ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία με το αντίστοιχο κοινωνικοταξικό και πολιτιστικό υπόβαθρό της. Μόνο μια τέτοια κοινωνία δημιουργεί τους όρους αυτούς της «μαζικοποίησης» ώστε να γεννηθούν τα ολοκληρωτικά κινήματα και κράτη. Ετσι το θέμα τελικά καταλήγει να αφορά τις επιλογές μιας ανεπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας: θα επιλέξει άραγε αυτή τη «δημοκρατία» ή τον «ολοκληρωτισμό»;
Οπως γίνεται σαφές, η θεώρηση περί ολοκληρωτισμού αποδεικνύεται τελικά άγονη για πραγματική επιστημονική διερεύνηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων και κατάλληλη, λόγω κεκτημένης ταχύτητας και ρεβανσιστικής-συκοφαντικής διάθεσης, μόνο για τις επιφυλλίδες των εφημερίδων. Γι’ αυτό και σταδιακά εγκαταλείφθηκε σαν επιστημονικός όρος και επανήλθαν πάλι οι αναλύσεις που χρησιμοποιούν τους κλασσικούς όρους της αστικής πολιτικής επιστήμης (δικτατορία στρατιωτική ή μονοκομματική κλπ., αυταρχικό κράτος κ.ά.). Η θεωρία του ολοκληρωτικού φαινομένου αποδείχθηκε ανίσχυρη να διερευνήσει όχι μόνο το φαινόμενο του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και το ίδιο το φασιστικό κράτος από το οποίο έλκει την καταγωγή της ως έννοια.
Η μεγάλη διάδοση αυτής της θεωρίας και η φήμη που κατά καιρούς απολαμβάνει, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κάποιου ιδιαίτερου τύπου «διανοούμενους», οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο ότι δεν ορίζει τον ολοκληρωτισμό σαν ένα αυστηρά κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο (σε αυτή την περίπτωση θα αναγκαζόταν να το διερευνήσει με όλους αυτούς τους δύσκολους αναλυτικούς τρόπους και μεθόδους που η επιστήμη προσεγγίζει τα αντικείμενά της και που συνήθως δεν είναι και πολύ ελκυστικοί για το ευρύ κοινό). Το κύριο βάρος της ανάλυσης λ.χ. της Χάνα Αρεντ (η οποία έκανε και την πιο βαθιά και εκτεταμένη ανάλυση του θέματος αυτού), μετατοπίζεται στην παρουσίαση μιας ορισμένης ανθρωπολογικής κατάστασης δραματοποιημένης μάλιστα στο έπακρο. Τα αδύνατα σημεία της ανάλυσής της, όπως και όλων των θεωρητικών του ολοκληρωτισμού, είναι αυτά που συνήθως πολλοί δεν προσέχουν, αλλά που είναι τα μόνα σημεία τα οποία συνιστούν πραγματική κοινωνική ανάλυση. Για παράδειγμα, ένα από τα χαρακτηριστικά της γένεσης και της περαιτέρω ανάπτυξης του ολοκληρωτικού φαινομένου, κινήματος και κράτους, μια από τις βασικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με την Αρεντ, είναι η υποχώρηση της ταξικής πάλης στη σύγχρονη εποχή. Για την Αρεντ, σαν ταξική πάλη ορίζεται ουσιαστικά ο αγώνας μεταξύ των παλιών τάξεων της προκαπιταλιστικής και της προϊμπεριαλιστικής εποχής. Διατηρεί στη σκέψη της την παράσταση των νομοκατεστημένων τάξεων του Μεσαίωνα ή, στην καλύτερη περίπτωση, των σχετικά ολιγάριθμων συντεχνιακά οργανωμένων επίσημων ταξικών οργανώσεων της εποχής του προμονοπωλιακού καπιταλισμού. Στο βαθμό που όταν λέμε τάξεις και ταξική πάλη, έχουμε παράλληλα και την εικόνα της ταξικής οργάνωσης (οργάνωσης της τάξης), γίνεται φανερό ότι μια αντίληψη της σύγχρονης κοινωνικής δομής με βάση το σκεπτικό της Αρεντ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι τάξεις και το ταξικό σύστημα (με την έννοια του Μεσαίωνα και του απολυταρχικού κράτους – συνέλευση των τάξεων, εκπρόσωποι των τάξεων, οι τρεις τάξεις κοκ.) έχουν καταρρεύσει (ακριβώς αυτό τον όρο χρησιμοποιεί). Μόνο η κατάρρευση των τάξεων δημιουργεί τη γένεση αυτής της τεράστιας υπο-τάξης, δηλαδή της «μάζας» που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση του ολοκληρωτισμού. Γι’ αυτό άλλωστε και καταγγέλλει τον καπιταλισμό για το ότι με τη γενίκευση της εκβιομηχάνισης και της μισθωτής εργασίας κατάργησε και την ταξική ένταξη των ανθρώπων αποστερώντας τους από κάθε είδους κοινότητα (δηλαδή, υποστηρίζεται περίπου ότι όταν η εργατική τάξη γίνεται πολύ μεγάλη σταματάει να είναι τάξη ή να μπορεί να οργανωθεί σαν τάξη – εδώ κρύβεται η πραγματική κριτική του καπιταλισμού από την Αρεντ, που συνίσταται στην κριτική της κατάρρευσης του συστήματος των παλιών μεσαίων τάξεων, δηλαδή των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων, που αποτελούσαν το θεμέλιο του πολιτικού συστήματος στον προηγούμενο αιώνα. Η κριτική αυτή είναι εκ των πραγμάτων αντιδραστική, καλεί σε επιστροφή στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό). Είναι όμως έτσι τα πράγματα;


ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ
Στη μαρξιστική θεωρητική βιβλιογραφία των πρώην σοσιαλιστικών χωρών η έννοια και η προβληματική του ολοκληρωτισμού δεν χρησιμοποιείται καθόλου. Παρότι στις τελευταίες εκδόσεις φιλοσοφικών μονογραφιών και λεξικών της σοβιετικής εποχής γίνονται κάποιες σύντομες αναφορές στον όρο αυτό (όπου ο ολοκληρωτισμός ορίζεται ως ένας τύπος αντιδραστικών αστικών καθεστώτων του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού – βλ. φασισμός), εντούτοις, όπως είναι φυσικό (αφού όλη η φιλολογία περί ολοκληρωτισμού όχι μόνο είναι άγονη επιστημονικά αλλά και συνιστά ουσιαστικά μια ανοιχτή αντισοβιετική πολεμική), δεν απέκτησε ποτέ κάποια εφαρμογή σε θεωρητικές επεξεργασίες . Η χρησιμοποίηση λοιπόν αυτού του όρου από τους μαρξιστές αφορά κυρίως τις ίδιες τις αστικές αντιδραστικές και φασιστικές θεωρητικές αντιλήψεις που αυτοορίζονταν ως «ολοκληρωτισμός».
Για τη διερεύνηση και ανάλυση του φασιστικού κινήματος και κράτους η όλη θεωρία του ολοκληρωτισμού αποδεικνύεται ανεπαρκής. Για τους μαρξιστές, το φασιστικό κράτος ορίζεται καταρχήν σαν η πιο αντιδραστική, τρομοκρατική μορφή της δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, αποτελεί μάλιστα και ένα σοβαρό δείκτη σήψης και κρίσης του όλου καπιταλιστικού σχηματισμού, καθώς και δείκτη κρίσης της νομιμοποίησής του στη συνείδηση των εργαζομένων και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων του πληθυσμού. Κατά δεύτερο λόγο, το φασιστικό φαινόμενο και κράτος εξετάζεται και ως συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, σχετίζεται δηλαδή και με μια ορισμένη ιστορική συγκυρία, αυτήν της κρίσης του καπιταλισμού στο μεσοπόλεμο (φυσικά δεν αποκλείεται καθόλου μια ανάλογη επανάληψη  της ιστορίας και στις σύγχρονες συνθήκες). Είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης συγκυρίας ανάπτυξης της ταξικής πάλης (σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο – βλ. ύπαρξη της ΕΣΣΔ) και ιδιαίτερα στην Ευρώπη μετά από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων εκείνη την εποχή. Στην πολιτική ιστορία της καπιταλιστικής κοινωνίας και κράτους έχουν εμφανιστεί –και εμφανίζονται συνεχώς– αρκετές «ειδικές» μορφές κράτους ή μορφές «αστικού κράτους εκτάκτου ανάγκης», όταν η αστική τάξη ή, στον αιώνα μας, το μονοπωλιακό κεφάλαιο, δεν έχει τη δυνατότητα να επιτύχει τους στόχους του με τους πιο δοκιμασμένους τρόπους της «κανονικής» κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Οι αναλύσεις του Μαρξ για τη γαλλική κοινωνία και κράτος στην «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» αποτελούν μια πρώτης τάξης μεθοδολογική αφετηρία για τη συγκεκριμένη ανάλυση και του φασισμού. Σε αυτό το έργο τονίζεται το στοιχείο της «σχετικής αυτοτέλειας» του κρατικού μηχανισμού απέναντι στην αστική τάξη, δηλαδή το ότι το κράτος μπορεί ενίοτε να αντιταχθεί σε μερίδες της άρχουσας τάξης ή ακόμα και στο σύνολο των μερίδων της, καθώς και στο σύνολο σχεδόν των πολιτικών εκπροσώπων της τάξης αυτής, εξυπηρετώντας τα μακροπρόθεσμα, όχι τόσο άμεσα οικονομικά, αλλά κυρίως πολιτικά της συμφέροντα. Τα φαινόμενα όπου το κράτος, σύμφωνα με το Μαρξ, φαίνεται «σαν να υψώνεται πάνω από την κοινωνία», δηλαδή τα φαινόμενα του «βοναπαρτισμού», του «καισαρισμού», κάποιων τύπων στρατιωτικής δικτατορίας ή ακόμα και του φασισμού (ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος δεν έχει πάρει ακόμα την εξουσία) αποτελούν ακριβώς μια έκφραση αυτής της σχετικής αυτοτέλειας του αστικού κράτους και πολιτικού συστήματος απέναντι στην άρχουσα τάξη. Το θέμα είναι ότι η ίδια η άρχουσα τάξη αποκτά συνείδηση των συμφερόντων της και μέσα από την πολιτική πάλη, κάποιες φορές οι πολιτικοί εκπρόσωποι-ηγέτες της άρχουσας τάξης χρειάζεται να επιβληθούν στις διάφορες –συχνά αντιμαχόμενες– μερίδες της, καθορίζοντας τα άμεσα καθήκοντα αυτής της τάξης και του κράτους της , συνενώνοντας τα βιώσιμα στοιχεία της τάξης και εξασφαλίζοντας τη συνέχιση της κυριαρχίας της. Η αντίθεση αστικής δημοκρατίας και φασισμού –μια πραγματική αντίθεση που έχει έδαφος στο ειδικό πολιτικό πεδίο και όχι στο γενικότερο κοινωνικοϊστορικό- συνιστά έκφραση αυτής της δυνατότητας της πολιτικής οργάνωσης της αστικής μονοπωλιακής τάξης να αλλάζει μορφές και να προσαρμόζεται στις ανάγκες συνέχισης της κυριαρχίας της. Ενα σημείο που οι παλιότεροι θεωρητικοί του ολοκληρωτισμού, όπως η Χ. Αρεντ, εντόπιζαν σωστά είναι το ότι η πηγή του φασισμού βρίσκεται όχι μόνο μέσα στις δομές της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά και στο ίδιο το αστικό πολιτικό σύστημα. Σε αντίθεση με παλιότερες εποχές όπου το κράτος παρουσιαζόταν σαν έκφραση της θείας θέλησης ή απροκάλυπτα της κυρίαρχης τάξης (επειδή η τελευταία διέθετε ντε φάκτο το μονοπώλιο της πολιτικής και στρατιωτικής ικανότητας, των ένοπλων μέσων, της βίας και του καταναγκασμού), το σύγχρονο αστικό κράτος εμφανίζεται σαν έκφραση της γενικής βούλησης του έθνους (εθνικό κράτος). Αυτή η συνθήκη νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας συνιστά στην ουσία μια παραπλάνηση με σκοπό οι καταπιεζόμενες τάξεις να ετεροκαθορίζονται ιδεολογικά. Η ανώτερη πολιτική οργάνωση δηλαδή της κοινωνίας, το κράτος, παρουσιάζεται σαν η πολιτική οργάνωση όλων των πολιτών, άρα και όλων των τάξεων, τη στιγμή που δεν αποτελεί παρά «ταξική οργάνωση» και εργαλείο της άρχουσας τάξης, μέσα από το οποίο η τελευταία όχι μόνο οργανώνει και προωθεί αλλά συχνά και συνειδητοποιεί τα πολιτικά της συμφέροντα. Η αντίληψη της θεωρίας του ολοκληρωτισμού, ότι η πηγή όλων των κακών στη σύγχρονη κοινωνία είναι η διαδικασία «μαζοποίησης» των ανθρώπων, αποτελεί ψευδή αντανάκλαση του ιδεολογικού ετεροκαθορισμού των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων τάξεων που είναι αποτέλεσμα της απομόνωσης των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας από τα άλλα επίπεδα της ταξικής πάλης Η αληθινή εικόνα της κοινωνίας που είναι διασπασμένη σε ανταγωνιστικές τάξεις δεν αποτυπώνεται στη μορφή και στην οργάνωση του κράτους που εμφανίζεται ενιαίο. Το στοιχείο της ταξικής πάλης επίσης δεν αποτυπώνεται μέσα στο σύγχρονο κράτος αφού αυτό παρουσιάζεται σαν η ενότητα του λαού και του έθνους. Ετσι η αφηρημένη και νεφελώδης έννοια «λαός» (όπως αυτή νοείται στην αστική ιδεολογία) συνιστά στην ουσία μια αφαίρεση από τον υπαρκτό πληθυσμό του κράτους που είναι διασπασμένος σε ανταγωνιστικές τάξεις και στρώματα . Η όποια έλλειψη λοιπόν των ταξικών οργανώσεων των εξαρτημένων τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, που ορίζεται από τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού ως μια από τις αιτίες γένεσης του ολοκληρωτισμού, αποτελεί μια μόνιμη επιδίωξη του αστικού κράτους, αφού το ίδιο φαίνεται να υποκαθιστά – και σε κάθε περίπτωση τείνει να περιορίζει - τις ειδικές ταξικές οργανώσεις ισχυριζόμενο ότι εκφράζει τη «γενική βούληση» του έθνους. Ακόμα περισσότερο, το να παρουσιάζεται έτσι το κράτος είναι αναγκαίος όρος για να παίξει το ρόλο του ακριβώς ως ταξικό κράτος, ως κράτος που υπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Επομένως, προκύπτει το ερώτημα: δεν είναι άραγε ολοκληρωτικό το υπάρχον πολιτικό σύστημα και κράτος της φιλελεύθερης δημοκρατίας που υπερασπίζονται οι «αντι-ολοκληρωτικοί»; Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ολοκληρωτισμός» και να μην εμμείνουμε σε γενικά παραδεκτούς και αποδεδειγμένα λειτουργικούς όρους, γόνιμους για την έρευνα και για το διαφωτισμό της κοινωνικής συνείδησης, όρους όπως καπιταλισμός, φασισμός, αστικό κράτος κοκ.;
Σε ότι αφορά το σοσιαλιστικό κράτος και ιδιαίτερα το σοβιετικό κράτος της περιόδου που ορίζεται ως «ολοκληρωτική», τα πράγματα είναι ακόμη πιο άσχημα για τους εν λόγω θεωρητικούς. Δεν προκύπτει πραγματικά καμιά γνώση των ιδιοτήτων και υπαρκτών προβλημάτων του κρατικού αυτού σχηματισμού κατά την ανάλυσή του ως ολοκληρωτικού. Ο πιο γόνιμος τρόπος για να μελετηθεί το σοβιετικό κράτος και κοινωνία είναι η πρωτότυπη και δημιουργική χρήση της μαρξιστικής θεωρίας, με βάση το σκεπτικό του Μαρξ ότι «όπως δεν κρίνουμε έναν άνθρωπο με βάση αποκλειστικά τη γνώμη που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του, με τον ίδιο τρόπο δεν πρέπει να κρίνουμε και μια εποχή με βάση αποκλειστικά την κοινωνική (αυτό)συνείδησή της», στο φως της σημερινής εμπειρίας της ανατροπής των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, καθώς και με την ουσιαστικότερη αξιοποίηση των ήδη κεκτημένων μεθόδων και εργαλείων μαρξιστικής έρευνας και την περαιτέρω ανάπτυξή τους, πράγμα που προϋποθέτει αλλά και προκαλεί την σε βάθος ανάπτυξη της ίδιας της μαρξιστικής θεωρίας (στο βαθμό που το ίδιο το αντικείμενο - η σοβιετική κοινωνία, η κοινωνική της δομή και το κράτος της - συνιστά την ανώτερη μέχρι στιγμής και την πιο σύνθετη βαθμίδα κοινωνικών σχέσεων στην ιστορία, αντίστοιχα πρέπει να αναπτυχθεί και η γνωστική προσέγγισή της αφού, όπως είναι γνωστό, το αντικείμενο, δηλαδή η αντικειμενική διαλεκτική πραγματικότητα θέτει τις προϋποθέσεις, προσδιορίζει τον τρόπο προσέγγισής της από τη νόηση, δηλαδή από τη συνειδητή και ενεργητική «υποκειμενική διαλεκτική» αντανάκλασή της. Βλ. λ.χ. Τη σχέση μεταξύ του αντικειμένου «κεφάλαιο» και «καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» ως αντικειμενικής διαλεκτικής πραγματικότητας και του «Κεφαλαίου» του Μαρξ ως υποκειμενικής διαλεκτικής αναπαράστασης-κατανόησής της από την ανθρώπινη συνείδηση). Το καθήκον αυτό, παρ’ όλη τη σπουδαιότητά του, είναι αλήθεια ότι δεν έχει απασχολήσει όσο θα έπρεπε πολλούς κομμουνιστές και μαρξιστές (σίγουρα και εξαιτίας των δυσκολιών και των μεγάλων απαιτήσεων που συνεπάγεται μια τέτια προσπάθεια. Η παραπέρα ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος προϋποθέτει τη συστηματική μελέτη και ανάλυση των κοινωνιών του υπαρκτού σοσιαλισμού, την ανάδειξη των πραγματικών διαλεκτικών αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν τη γένεση και την ανάπτυξή τους, την υπεράσπιση των κατακτήσεων και των δυνατοτήτων που άνοιξε για την ανθρωπότητα η εμφάνιση και η ύπαρξή τους. 
Ενα τελευταίο σημείο που πρέπει να αναφερθεί εδώ, είναι η ριζικά διαφορετική οπτική μεταξύ του μαρξισμού και της αστικής ιδεολογίας σχετικά με το ζήτημα του «νέου ανθρώπου». Οι θεωρητικοί του «ολοκληρωτισμού», αντιλαμβανόμενοι στατικά και μεταφυσικά τον άνθρωπο και την «ανθρώπινη φύση», δε μπορούν να δουν τη δυνατότητα της αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων παρά σαν καταστροφή της ανθρωπιάς και σαν κατάργηση της ελευθερίας. Ο σοσιαλισμός δεν επιδιώκει να μετατρέψει τους ανθρώπους σε «υπηρέτες του κράτους» και σε άβουλα όντα, όπως διατείνονται οι εν λόγω θεωρητικοί. Αυτό το καθήκον ανήκει στις καθημερινές αρμοδιότητες του καπιταλιστικού συστήματος (είτε φασιστικού, είτε «φιλελεύθερου»), τις οποίες βιώνουμε και σήμερα με ιδιαίτερα έντονο τρόπο. Ο σοσιαλισμός στοχεύει στην οικοδόμηση ενός νέου πολιτισμού, ενός νέου τύπου κοινωνικών σχέσεων (αυτό σημαίνει «νέος τύπος ανθρώπου» και όχι το ξερίζωμα όλων των ανθρώπινων ιδιοτήτων, όπως ισχυρίζονται οι θεωρητικοί του ολοκληρωτισμού!), που θ’ απελευθερώσει τις δημιουργικές ικανότητες των ανθρώπων ώστε να μπορέσουν συλλογικά να χειριστούν και να αναπτύξουν παραπέρα τις τεράστιες δυνάμεις και δυνατότητες που έχει συσσωρεύσει η σημερινή φάση ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» γίνεται κρίσιμο και επιτακτικό. Για τους αστούς διανοητές όμως, τις περισσότερες φορές, ο άνθρωπος νοείται μονόπλευρα, μονοδιάστατα. Με τη λέξη «άνθρωπος» εννοούν στην ουσία όχι την κοινωνική κατηγορία «άνθρωπος» (δηλαδή το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων) ούτε καν γενικώς τον ατομικό άνθρωπο, αλλά τον ατομικισμό και μάλιστα τον ατομικισμό του αστού και του μικροαστού. Και αυτόν το στείρο, ωφελιμιστικό και παρωχημένο πλέον ατομικισμό και εγωισμό που ευδοκιμεί μέσα στο στενόχωρο συμφεροντολογικό περιβάλλον των κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού, τον ταυτίζουν με την «ανθρώπινη φύση» γενικά, με την ανθρώπινη φύση που δεν αλλάζει ποτέ και αν αλλάξει θα είναι μόνο προς το χειρότερο. Η απάντηση σε αυτή την αντιεπιστημονική, αντιιστορική και πεσιμιστική τελικά αντίληψη περί του ανθρώπου έχει ήδη δοθεί στον περασμένο αιώνα από τον ίδιο το Μαρξ και μάλιστα με αρκετή δόση σαρκασμού …
Τα πρακτικά πολιτικά συμπεράσματα αυτής της σύντομης κριτικής παρουσίασης για τη φιλολογία περί του ολοκληρωτισμού και της ταύτισής του με τον υπαρκτό σοσιαλισμό μπορούν να συνοψιστούν επιγραμματικά ως εξής:
α) Η θεωρία του λεγόμενου ολοκληρωτισμού είναι επιστημονικά άγονη, δηλαδή δε συντελεί στην κατανόηση ούτε της ιστορίας και του περιεχομένου του υπαρκτού σοσιαλισμού ούτε και στην κατανόηση του φαινομένου του φασισμού ως συγκεκριμένης αντιδραστικής εκδοχής του καπιταλιστικού κράτους και ιδεολογίας.
β) Σαν σύγχρονη αντιδραστική έκφραση της αστικής ιδεολογίας και προπαγάνδας κατευθύνεται – σχεδόν αποκλειστικά - ενάντια στο κομμουνιστικό και το εργατικό κίνημα και σαν τέτοια πρέπει να γίνεται αντικείμενο πολεμικής από τους κομμουνιστές σε όποια μορφή και αν συναντιέται (είτε αυτή της επιστημονικοφανούς μυθολογίας στα ΑΕΙ, στις επιστημονικές συζητήσεις και τη βιβλιογραφία, είτε στην αγοραία μορφή των άρθρων στον αστικό τύπο και στις δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών των αστικών κομμάτων).
γ) Η αποκάλυψη του χαρακτήρα των αντιλήψεων περί ολοκληρωτισμού και η ουσιαστική αντίκρουσή τους είναι δυνατή μόνο με την παράλληλη εμβάθυνση, μελέτη, ανάπτυξη και διάδοση της μαρξιστικής θεωρίας. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ιστορία και τη λογική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, απαιτείται η περαιτέρω ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και μεθοδολογίας, στο πλαίσιο της γενικότερης ανάπτυξης του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος στη χώρα μας και διεθνώς.

TOP READ