14 Μαΐ 2013

Και η κοπριά στα λάχανα...


Και η κοπριά στα λάχανα...
«Επειδή λοιπόν καλό είναι να μαθαίνει κανείς ακόμα και από τους αντιπάλους του, θέλω να σας θυμίσω μια πασίγνωστη φράση του Λένιν για την ανοικοδόμηση της τότε κατεστραμμένης χώρας του: Σοσιαλισμός ίσον σοβιέτ συν εξηλεκτρισμός. Αυτό αναφέρεται σε μια παρωχημένη βέβαια εποχή. Τηρουμένων όμως των ιστορικών αναλογιών, και με μια δόση αυθαιρεσίας, μπορούμε να πούμε: Ανάπτυξη ίσον δημοκρατία συν επενδύσεις. Ελευθερίες, κοινωνικά δικαιώματα, δίκαιη αμοιβή, συμμετοχή των εργαζομένων. Συν επιχειρηματικότητα, καινοτομία, σχεδιασμένη επένδυση πόρων και ανθρώπινου δυναμικού σε τομείς που ωθούν την οικονομία και τη χώρα προς τα μπρος». Αυτά είπε μεταξύ άλλων ο Αλ. Τσίπρας στη χτεσινή ομιλία του στον ΣΕΒ. Η επίκληση του Λένιν σε μια μάζωξη των βιομηχάνων, κάθε άλλο παρά τους ξάφνιασε (όπως εισαγωγικά είπε ο Τσίπρας), αφού ο ΣΥΡΙΖΑ τον έφερε προκλητικά στα μέτρα τους και στα μέτρα της διαχείρισης του καπιταλισμού που θέλει ο ίδιος να ασκήσει. Πράγματι, στο κράτος των εργατών που γεννήθηκε από τη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση, η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας δεν μπορούσε παρά να βασίζεται στην εξουσία των Σοβιέτ και στον εξηλεκτρισμό, δηλαδή στην εξασφάλιση επάρκειας σε ενεργειακούς πόρους, σε μια καθυστερημένη έως τότε οικονομία, όπως ήταν αυτή της τσαρικής Ρωσίας. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής ήταν αυτή που έδωσε στους εργάτες τα κλειδιά της οικονομίας για να μεγαλουργήσουν σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, έχοντας πετάξει τους καπιταλιστές από την παραγωγή. Τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν γνήσιος κολαούζος των αστών, έρχεται να... διδάξει Λένιν στα μέτρα τους, λέγοντας ότι το σύγχρονο μήνυμα της λενινιστικής θεωρίας είναι ο υγιής καπιταλισμός! Τέτοια λαθροχειρία στον Λένιν ούτε οι αστοί δεν τόλμησαν να κάνουν...
***
Ο Τσίπρας δεν επιβεβαιώνει μόνο την κατάντια των οπορτουνιστών, αλλά δείχνει και το πόσο αδίστακτοι είναι στην προσπάθειά τους να απαξιώσουν στις λαϊκές συνειδήσεις τον «παρωχημένο», όπως λέει, σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και να τον φέρουν στα μέτρα της αστικής διαχείρισης, στην οποία εκλιπαρούν τους καπιταλιστές να τους αναβαθμίσουν. Αν όμως για την αστική τάξη ο Αλ. Τσίπρας είναι η σύγχρονη εκδοχή του... Λενινισμού, στο πρόσωπο του προέδρου των βιομηχάνων μπορεί να καυχιέται ότι βρήκε έναν σύγχρονο... Μαρξιστή! Είπε ο πρόεδρος του ΣΕΒ από το βήμα της ΓΣ των βιομηχάνων: «Οπως θα έλεγε κι ο Μαρξ (παραφράζω μια χαρακτηριστική ρήση του), δεν είμαστε φιλόσοφοι, ώστε ν' αρκεστούμε να ερμηνεύουμε την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο τόπος. Πρέπει να τον μετασχηματίσουμε - να τον ανασυγκροτήσουμε (...) Ο ίδιος ο Μαρξ (ελπίζω να μη σας ξενίζει που προστρέχω και πάλι σ' αυτόν), πίστευε πάντοτε ότι η παραγωγή, και η βιομηχανία ειδικότερα, αποτελούν εκδήλωση των "πιο ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου". Κι εμείς στον ΣΕΒ συμφωνούμε απόλυτα μαζί του»... Ο Μαρξ έλεγε βέβαια ότι τα παράσιτα οι κεφαλαιοκράτες, όπως αυτοί του ΣΕΒ, πρέπει να περάσουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, με κοινωνική επανάσταση, που θα τους αφαιρέσει την εξουσία και την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Οπως επίσης έλεγε ότι φορέας αλλαγής του κόσμου δεν μπορεί να είναι το παλιό, οι καπιταλιστές, αλλά το νέο, οι εργάτες και οι σύμμαχοί τους από τα λαϊκά στρώματα. Σ' αυτό είναι βέβαιο ότι ο ΣΕΒ δε συμφωνεί καθόλου. Γι' αυτό άλλωστε αισθάνεται σιγουριά με τον ΣΥΡΙΖΑ, που είναι κόμμα της διαχείρισης και σαν τέτοιο τον καλοδέχεται στις μαζώξεις του, μαζί με τα άλλα αστικά κόμματα. Οπως λέει και ο λαός, «όμοιος τον όμοιο και η κοπριά στα λάχανα»...

Προς όφελος ποιου «αλλάζει το κλίμα»;


Προς όφελος ποιου «αλλάζει το κλίμα»;
-- Η κυβέρνηση λέει πως το «κλίμα αλλάζει» και πως αυτό γίνεται προς όφελος του λαού. Τι πραγματικά συμβαίνει;
Το τελευταίο διάστημα φουντώνει η προπαγάνδα της κυβέρνησης για «αντιστροφή του κλίματος» στο εξωτερικό, για «φως στο τούνελ» της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, από την ανάκαμψη της οποίας θα ωφεληθεί τάχα και ο λαός, για «ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών» στην Ελλάδα. Ολα αυτά συνδέονται και με το ταξίδι του πρωθυπουργού στην Κίνα από αύριο, για να προσελκύσει κεφάλαια και να γίνουν επενδύσεις. Η κυβέρνηση αντανακλά και πασχίζει για τις προσδοκίες της ντόπιας αστικής τάξης, οι οποίες καμιά σχέση δεν έχουν με τα συμφέροντα του λαού. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα:
  • Λένε ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο και ότι σύντομα θα υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό. Αυτό που δε λένε είναι ότι κάθε ευρώ από αυτό το πρωτογενές πλεόνασμα προήλθε από την υποτίμηση μισθών και συντάξεων έως και 50% την τελευταία τριετία, από το πετσόκομμα σε δαπάνες για Υγεία - Παιδεία - Πρόνοια, που οδήγησε στην απόλυτη εξαθλίωση εκατομμύρια λαϊκά νοικοκυριά, από ανατροπές σε Ασφαλιστικό και Εργασιακά, που διαμόρφωσαν συνθήκες δουλείας στους χώρους δουλειάς, από χαράτσια και αύξηση της φορολογίας, που ξετίναξαν στην κυριολεξία τη λαϊκή οικογένεια. Δε λένε επίσης ότι ούτε ένα ευρώ από αυτό το πλεόνασμα δεν πρόκειται να κατευθυνθεί στην αποκατάσταση έστω όσων έχασαν οι εργαζόμενοι τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, θα γίνουν φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο και δόσεις για την αποπληρωμή των δανείων προς την τρόικα, ενώ τα μέτρα και οι περικοπές θα συνεχιστούν σε βάρος του λαού.
  • Λένε πως τα ελληνικά ομόλογα γίνονται πάλι αξιόπιστα και πως ανοίγει ο δρόμος να δανείζεται ξανά το ελληνικό κράτος από τις αγορές. Δε λένε ότι όσοι δανείζουν το ελληνικό κράτος, προσδοκούν πολλαπλάσιο κέρδος από την επένδυσή τους, το οποίο βέβαια θα κληθεί να αποπληρώσει ο λαός, μαζί με τα άλλα δάνεια και το χρέος που του έχουν φορτώσει οι καπιταλιστές και το κράτος τους. Δε λένε επίσης ότι το σύνολο των χρημάτων που δανείζεται το κράτος κατευθύνονται για να εξυπηρετηθούν δανειακές υποχρεώσεις και όχι βέβαια για να αυξηθούν μισθοί και συντάξεις, για να γίνουν προσλήψεις σε σχολεία - νοσοκομεία και να αντιμετωπιστούν οι οξυμένες λαϊκές ανάγκες. Λένε ότι οι επενδύσεις θα φέρουν ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας. Δε λένε ότι αυτές οι επενδύσεις προϋποθέτουν εξαθλίωση του λαού και έρχονται (αν έρθουν) τώρα που επιβάλλονται μισθοί και συντάξεις πείνας, εργασιακές σχέσεις - λάστιχο, μείωση των εργοδοτικών εισφορών, διευκόλυνση των απολύσεων κ.λπ., από τα μέτρα της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων, μαζί με την τρόικα. Δε λένε ότι αυτές οι επενδύσεις θα αξιοποιήσουν κρατικές υποδομές, που φτιάχτηκαν με λεφτά του λαού, όπως σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα, λιμάνια, αεροδρόμια, αγωγοί και άλλης στρατηγικής σημασίας υποδομές. Δε λένε ότι οι ελάχιστες θέσεις εργασίας που θα δημιουργήσουν αυτές οι επενδύσεις είναι σταγόνα στον ωκεανό της ανεργίας που προκάλεσε η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων στη διάρκεια της κρίσης, με μαζική ανεργία, με εκτόπιση των μικρών ΕΒΕ εξαιτίας της απελευθέρωσης και παραπέρα συγκέντρωσης τομέων της οικονομίας, με ξεκλήρισμα της φτωχής αγροτιάς. Δε λένε ότι οι εργαζόμενοι, παλιοί και νέοι, θα δουλεύουν στο εξής με μισθούς μικρότερους ακόμα και από το επίδομα ανεργίας που ίσχυε μέχρι πρόσφατα.
  • Λένε πως το ΔΝΤ εκφράστηκε θετικά για την πορεία της ελληνικής οικονομίας στην τελευταία έκθεση και πως σχεδιάζεται νέα απομείωση του ελληνικού χρέους μετά το Σεπτέμβρη. Το ΔΝΤ και η αστική τάξη έχουν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν για τα αντιλαϊκά επιτεύγματα της κυβέρνησης στην Ελλάδα. Τα πανηγύρια τους αφορούν στην επιτυχία του προγράμματος διαχείρισης της κρίσης με ανεξέλεγκτη χρεοκοπία του λαού. Επιπλέον, η όποια παραπέρα μείωση του χρέους συμφωνηθεί, καμιά ωφέλεια δε θα έχει για το λαό. Οπως ο λαός δεν είδε όφελος και από προηγούμενα «κουρέματα» του χρέους, με το PSI και την επαναγορά ομολόγων από το ελληνικό κράτος. Αντίθετα, είδε τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων, των νοσοκομείων, των πανεπιστημίων να κατακλέβονται στο όνομα του να σωθεί το κεφάλαιο από την κρίση και του φόρτωσαν νέα μνημόνια και μέτρα, που συνόδευαν το κάθε «κούρεμα». Το ίδιο θα γίνει και τώρα. Επιπλέον, η «ελάφρυνση» του κρατικού προϋπολογισμού με ένα νέο «κούρεμα» του χρέους, είτε αυτό γίνει με μείωση των επιτοκίων, είτε μα άλλο τρόπο, θα μεταφραστεί σε χρήμα και φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο με νέα φοροληστεία του λαού και όχι σε μέτρα υπέρ του λαού.
Η προπαγάνδα τους είναι γεμάτη ψέματα. Οπως κάλπικες είναι και οι προσδοκίες που προσπαθεί να καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, ότι με το δικό του μείγμα διαχείρισης θα ευημερήσουν τα μονοπώλια και ο λαός μαζί. Επιτίθενται στις λαϊκές συνειδήσεις για να κρύψουν ότι στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης ο λαός υποφέρει, είτε με κρίση, είτε με ανάκαμψη της οικονομίας, ανεξάρτητα από το μείγμα που θα τη φέρει. Διέξοδος για το λαό δεν είναι να αλλάξει μείγμα διαχείρισης, αλλά να επιλέξει άλλο δρόμο ανάπτυξης. Αυτόν που περνάει μέσα από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, με τον ίδιο στην εξουσία και τη διακυβέρνηση, για ανάπτυξη της οικονομίας αποκλειστικά για τα δικά του συμφέροντα, έξω από την ΕΕ και τους άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

Ο Δασκαλόπουλος έκοβε, ο Τσίπρας έραβε...


Ο Δασκαλόπουλος έκοβε, ο Τσίπρας έραβε...
«Η Ελλάδα σήμερα βουλιάζει, γιατί έχει μείνει στάσιμη. Πρέπει να ταρακουνηθούμε, για να προχωρήσουμε. Χρειαζόμαστε λοιπόν ρηξικέλευθες πολιτικές και λύσεις ανατρεπτικές. Στο πλαίσιο αυτό, ο ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ είναι χρήσιμος. Είναι ευπρόσδεκτος. Περιέχει ένα δυναμικό στοιχείο, απαραίτητο σε μια πραγματικότητα που επιβάλλει έτσι κι αλλιώς ρεαλισμό». Με αυτά τα λόγια ο Δ. Δασκαλόπουλος προλόγισε χτες τον επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ στην ετήσια Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ. Οπως αποδείχτηκε από τον τρόπο με τον οποίο ο Αλ. Τσίπρας ανταπέδωσε και με το παραπάνω το καλωσόρισμα του προέδρου, οι βιομήχανοι έχουν κάθε λόγο να θεωρούν ευπρόσδεκτο τον ΣΥΡΙΖΑ στις μαζώξεις τους. Είπε μεταξύ άλλων στην ομιλία του:
-- «Οποιος περιμένει ότι η τακτική του καλού και υπάκουου μαθητή, θα φέρει κέρδος στη χώρα πλανάται. Η αναπόφευκτη αναδιάρθρωση του χρέους θα είναι επωφελής για τη χώρα μόνον εάν ο λαός μας παρέμβει δυναμικά στις εξελίξεις. Μόνον αν ο λαός μας με τους αγώνες και τη δημοκρατική του επιλογή, αναδείξει μια κυβέρνηση χωρίς δεσμεύσεις και χωρίς χαλινάρια, να διαπραγματευθεί και να κερδίσει προς όφελος του λαού και του τόπου. Μια κυβέρνηση με σχέδιο όχι αυτό που θα αποφασίσει η κα Μέρκελ αλλά την αναγκαία αναπτυξιακή και παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Και μια τέτοια κυβέρνηση, δεν μπορεί παρά να έχει ως βασικό κορμό το ΣΥΡΙΖΑ»... Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει παρέμβαση του λαού να γίνει κυβέρνηση και να διασφαλίσει (!) ότι το δεδομένο νέο κούρεμα του χρέους δε θα φέρει νέα αντιλαϊκά μέτρα. Πριν από μερικούς μήνες, όταν τα ιμπεριαλιστικά κέντρα αντιδικούσαν για το αν θα γίνει νέο κούρεμα ή όχι, έλεγε να γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ για να υπερισχύσει η άποψη του ΔΝΤ που ήθελε κούρεμα του χρέους. Κοροϊδεύει το λαό ότι με δική του κυβέρνηση οι ιμπεριαλιστές σύμμαχοι της ντόπιας αστικής τάξης θα δεχτούν να φορτωθούν τη χασούρα από ενδεχόμενο κούρεμα του χρέους, που ισοδυναμεί με καταστροφή κεφαλαίου, χωρίς να ζητήσουν επιτάχυνση και βάθεμα των αντιλαϊκών ανατροπών στην Ελλάδα, όπως έγινε και με τα άλλα δυο κουρέματα του χρέους.
-- «Ακύρωση του καταστροφικού μνημονίου και αντικατάστασή του, με νομοθετική πρωτοβουλία στη Βουλή, με Εθνικό Σχέδιο για την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανασυγκρότηση του τόπου»... Καθόλου τυχαία, την ίδια πρόταση για Σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας στη θέση του μνημονίου, έκανε και ο πρόεδρος του ΣΕΒ, καταγγέλλοντας κι αυτός το διαχειριστικό μείγμα της λιτότητας. Συγκεκριμένα, κατηγόρησε την τρόικα για «λάθη, αστοχίες, αδιέξοδες εμμονές», πρόσθεσε ότι «η μνημονιακή λιτότητα κινδυνεύει να μας οδηγήσει σε πλήρες οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο» και πρότεινε: «Εμείς πιστεύουμε ότι είναι ανάγκη, και μπορούμε, να επιδιώξουμε άμεσα την αναπροσαρμογή του αντι-αναπτυξιακού μνημονίου, αντιπαραθέτοντας ένα Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης. Γραμμένο με τα δικά μας χέρια, στη δική μας γλώσσα, στη βάση των δικών μας αναγκών και προτεραιοτήτων».Ποιος αντιγράφει ποιον; 'Η μάλλον, ποιος κάνει σινιάλο σε ποιον;
-- «Εμείς, ως η επόμενη κυβέρνηση του τόπου, έχουμε στόχο να διευκολύνουμε την ιδιωτική πρωτοβουλία των παραγωγικών επενδύσεων. Την ιδιωτική πρωτοβουλία όμως που αναλαμβάνει επιχειρηματικό ρίσκο. Οχι την πειρατική πρωτοβουλία που έρχεται να λεηλατήσει τους λιγοστούς πόρους μιας ασθενούς οικονομίας. Την ιδιωτική πρωτοβουλία των παραγωγικών επενδύσεων που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και υψηλή προστιθέμενη αξία στην οικονομία, με σεβασμό στους εργασιακούς και περιβαλλοντικούς νόμους. Σας διαβεβαιώνουμε, λοιπόν, ότι θα σταθούμε αρωγοί στην υγιή επιχειρηματικότητα»... Ο ΣΥΡΙΖΑ διαχωρίζει το κεφάλαιο σε καλό και κακό και υπόσχεται να στηρίξει τους «υγιείς» καπιταλιστές, καλώντας προφανώς το λαό να υποτάξει τις θυσίες του στους καλούς εργοδότες. Από κοντά και ο πρόεδρος του ΣΕΒ, είπε προσφωνώντας τον Αλ. Τσίπρα: «Το ρουσφετολογικό και αναχρονιστικό κράτος του δικομματισμού της μεταπολίτευσης είναι το μεγάλο εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό της χώρας. Πρέπει να χτιστεί από την αρχή. Με απόλυτη διαφάνεια και αυστηρή αξιοκρατία. Με αντικειμενικά κριτήρια τα προσόντα και την αποδοτικότητα (...) Για να αναπτυχθεί και να μπορεί να αποδίδει κοινωνικό μέρισμα, η ιδιωτική οικονομία χρειάζεται ένα ελεύθερο πεδίο δράσης και ένα ικανό κράτος (...) Ολοι έχουμε συμφέρον από μία σύγχρονη ιδιωτική οικονομία και ένα σύγχρονο κράτος. Η αγορά και η Αριστερά μπορούν να συγκλίνουν και σε αυτόν το στόχο!». Είναι τέτοια η σύμπλευση ΣΕΒ και ΣΥΡΙΖΑ, που συμπίπτουν ακόμα και στις λέξεις που χρησιμοποιούν.
-- «Η κοινωνική συναίνεση και η σταθερότητα είναι πράγματι το οξυγόνο της οικονομίας. Η αδυναμία εγγύησής της εκτοπίζει την παραγωγική δυναμική, περισσότερο απ' οποιονδήποτε άλλο παράγοντα»! Επομένως, η κυβέρνηση Τσίπρα θα εγγυηθεί την κοινωνική συναίνεση, δηλαδή την ταξική συνεργασία καπιταλιστών - εργατών προς όφελος της «παραγωγικής δυναμικής», δηλαδή των καπιταλιστών, τους οποίους αντιλαμβάνεται σαν μοχλό ανάπτυξης!
-- «Θα προχωρήσουμε σε δημόσιες επενδύσεις ταχείας απόδοσης. Οχι για να εκτοπίσουμε τις ιδιωτικές. Αλλά για να τις ενθαρρύνουμε!»... Δηλαδή γρήγορα και σίγουρα κρατικά χρήματα καρφί στις τσέπες των καπιταλιστών. Ετσι για να τους... ενθαρρύνει!

Οι φασίστες στοχοποιούν εργαζόμενους


Οι φασίστες στοχοποιούν εργαζόμενους
Παπαγεωργίου Βασίλης
Νερό στο μύλο της κυβέρνησης που προχώρησε σε πολιτική επιστράτευση των εκπαιδευτικών, ρίχνει η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά ότι είναι μακρύ χέρι του συστήματος και όπλο των αστών ενάντια στους αγώνες των εργαζομένων, η φασιστική οργάνωση εξέδωσε ανακοίνωση όπου τάχα επιτίθεται και στην κυβέρνηση, στην ουσία στοχοποιεί τους εργαζόμενους: «Η Χρυσή Αυγή καταγγέλλει και καταδικάζει το άθλιο μέτωπο που άνοιξαν κυβερνητικοί και συνδικαλιστάδες με μοναδικά θύματα χιλιάδες νέα παιδιά. Είναι τουλάχιστον απαράδεκτη η απόφαση της κυβέρνησης να επιβάλει νέες ρυθμίσεις - πολλές εκ των οποίων είναι πράγματι ΑΔΙΚΕΣ και ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ - την περίοδο των πανελληνίων εξετάσεων. Από την άλλη πλευρά, οι συνδικαλιστές της ΟΛΜΕ, που φέρουν και αυτοί τεράστιες ευθύνες για τα χάλια της νεοελληνικής εκπαίδευσης, εκμεταλλεύονται την αγωνία της ελληνικής νεολαίας για να εξυπηρετήσουν τα συντεχνιακά τους συμφέροντα». Παρακάτω ζητά να ειπωθεί «ΟΧΙ στους αφελληνισμένους συνδικαλιστάδες». Τα ίδια και εξίσου απαράδεκτα σχόλια έχουν κάνει στο πρόσφατο παρελθόν οι νεοναζί εναντίον ναυτεργατών και αγωνιζόμενων αγροτών, συν τις «προειδοποιήσεις» τους να δεχτούν π.χ. οι χαλυβουργοί της Μαγνησίας ό,τι ψίχουλα τους πετούσε ο βιομήχανος και να μην απεργήσουν, συν τις επιθέσεις τους με βρισιές, λοστάρια και μαχαίρια κατά νεολαίων που προπαγάνδιζαν προκηρυγμένες απεργίες ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική κυβέρνησης, τρόικας, ΕΕ...
Υπουλη τακτική να δίνεις ως άλλοθι στοχοποίησης των εργαζομένων για την υποταγή τους στο σύστημα την τάχα αντίθεσή σου σε κυβερνητική ενέργεια και δράση ενάντιά τους όπως κάνει η Χρυσή Αυγή.

Σε ποια όχθη στέκεσαι;


Σε ποια όχθη στέκεσαι;
Αναμενόμενες οι χτεσινές διαβεβαιώσεις Τσίπρα προς τον ΣΕΒ. Φυσική συνέχεια των ανάλογων διαβεβαιώσεων στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Αλίμονο στους εργάτες που ελπίζουν ακόμα ότι χωρίς να γίνουν οι ίδιοι πρωταγωνιστές των εξελίξεων, απειλώντας την ιδιοκτησία των μονοπωλίων στα μέσα παραγωγής και την εξουσία τους, θα δούνε άσπρη μέρα.
Οι μύθοι υπάρχουν είτε ως διδακτικοί γι' αυτό που πρέπει να συμβεί ώστε να υπηρετηθούν τα συμφέροντα της τάξης που δημιουργεί το μύθο, είτε ως λογοτεχνικό ντύσιμο στόχων που δεν μπορούν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να τεθούν ωμά.
***
Η κινητικότητα των εργαζομένων προβλήθηκε ως ελευθερία, μία από τις τέσσερις ελευθερίες του Μάαστριχτ. Οταν επιβλήθηκε τελικά στην πράξη συνοδεύτηκε από επαίνους για το αποτέλεσμα, με σκοπό να επιταχύνει τη διαδικασία μείωσης των μισθών, αλλά αυτή η αλήθεια δεν ειπώθηκε ποτέ. Είναι όμως αυτή που βιώνουν όσοι μεταναστεύουν κι ακόμα χειρότερα τη βιώνουν, όσοι από τους ντόπιους που καλούνται να ανταγωνιστούν έναν μετανάστη (η ανταπόκριση από τη Γερμανία μαρτυρά ακριβώς αυτό: Οι Ελληνες επιστήμονες που πηγαίνουν εκεί χρησιμοποιούνται σαν δούρειος ίππος για να χτυπηθούν δικαιώματα των Γερμανών συναδέλφων τους).
***
Ο έταιρος μύθος, για τις τιμές που θα έπεφταν με τη μείωση των μισθών, προπαγανδιστικά λειτούργησε αρχικά, αλλά στην πράξη προσέκρουσε στην από παλιά γνωστή αλήθεια ότι για τις τιμές δεν φταίνε οι μισθοί. Η κατάρριψη του μύθου σήμερα και επίσημα είναι μια δειλή ομολογία του γεγονότος ότι είναι άλλο πράγμα οι αξίες που περιέχονται στα προϊόντα (όπως η αξία της εργατικής δύναμης) κι άλλο πράγμα οι τιμές που καθορίζονται από την καπιταλιστική πραγματικότητα, που αντανακλούν τη διαρκή επιδίωξη για αύξηση του ποσοστού κέρδους.
Το αίτημα για δικαιοσύνη στους μισθούς και στις τιμές όσο κι αν ακούγεται φιλολαϊκό είναι απλά στάχτη στα μάτια, για να γίνει αποδεκτό ότι μπορεί να υπάρχει και δίκαιος καπιταλισμός.
Κάθε επίκληση του δικαίου, που αφήνει στο απυρόβλητο το σύστημα που υπηρετεί το συγκεκριμένο δίκαιο, είναι ένα άλλοθι για να παραμείνει αδιατάρακτο το σύστημα της εκμετάλλευσης. Η επίκληση έκτακτων συνθηκών, όπως στην περίπτωση των καθηγητών είναι ομολογία για τα όρια της δικτατορίας των μονοπωλίων.
Για να κρύψουν τη δικτατορία των μονοπωλίων που ντύνεται κοινοβουλευτικά, μιλάνε για τον άνεργο που έφτυσε αίμα για να σπουδάσει το παιδί του και παρουσιάζουν σαν εχθρό του τον καθηγητή. Κρύβουν ότι αυτός που κρατά άνεργο τον άνεργο κι αυτός που καλεί το παιδί να σπουδάσει για να γίνει ο επόμενος άνεργος είναι το ίδιο σύστημα που κρατά στα γόνατα και τον καθηγητή.
Απέναντι ακριβώς -αλλά αυτό δεν πέρασε ούτε σαν είδηση δευτερολέπτων στα αστικά μέσα ενημέρωσης- οι άνεργοι της Ζώνης στο Πέραμα, μέσα από την εκδήλωσή τους την Κυριακή, δήλωσαν ότι κατανοούν την επιστράτευση των καθηγητών σαν επιστράτευση όλων των εργατών για να προστατευτεί η πολιτική των καπιταλιστών. Και δήλωσαν αυτονόητα «παρών» στα χτεσινά συλλαλητήρια στο πλευρό των παιδιών τους και των δασκάλων τους.
***
Στα «λοιπά» της ειδησεογραφίας: Μεταδίδει ο ενσωματωμένος -στο μηχανισμό της αστικής προπαγάνδας- δημοσιογράφος του αστυνομικού ρεπορτάζ: «Οι γυναίκες δέχτηκαν σθεναρή αντίσταση από τους αστυνομικούς». Δηλαδή, δεν επιτέθηκαν τα ΜΑΤ στις γυναίκες της Χαλκιδικής που διαδήλωναν, αλλά αντιστάθηκαν.
Αμέσως μετά, ο ενσωματωμένος -στον ίδιο μηχανισμό- δημοσιογράφος του οικονομικού ρεπορτάζ εκθειάζει την καναδική εταιρεία που «ρισκάρει» και ως ουδέτερος κριτής κάνει τη λαθροχειρία: 200 αντιδρούν σε σύνολο 350.000 κατοίκων. Για να μη μείνει αμφιβολία για την ουδετερότητά του αποκαλύπτει ότι αυτοί που αντιδρούν δεν είναι άλλοι από εκείνους που δεν τους προσέλαβε η εταιρεία χρυσού.
***
Αλίμονο στον «ενημερωμένο πολίτη» που δεν είναι ο ίδιος ανταποκριτής της ζωής του στα μέσα ενημέρωσης που μετέχουν στην ταξική αντιπαράθεση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και μόνο αυτής.

Η κυβέρνηση αγαπάει τα παιδιά σας...


Η κυβέρνηση αγαπάει τα παιδιά σας...
Η κυβέρνηση αποφάσισε, λοιπόν, να δράσει... προληπτικώς. Αυτό περιγράφεται κι έτσι: Πλην της πράξης, διώκεται και η σκέψη! Μόνο που ακόμα και η χούντα, σε επίπεδο προσχημάτων, ισχυριζόταν πως «η σκέψις δεν διώκεται, μόνο η πράξις - έλεγαν - διώκεται»...
Βεβαίως, η κυβέρνηση έχει αγαθές προθέσεις. Διαπνέεται από την αρχή «κάλλιον του θεραπεύειν, το προλαμβάνειν».
(Ασχετο: Το ίδιο κάνουν, για παράδειγμα, οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους: Βομβαρδίζουν προληπτικά)...
Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Η κυβέρνηση επιστρατεύει τους καθηγητές πριν αυτοί κάνουν απεργία. Γιατί; Μα για να μην κάνουν την απεργία που σκέφτονται. Η κυβέρνηση, συνεπώς, τους επιστρατεύει επειδή θέλει να προλάβει την «αρρώστια» (σ.σ.: για την κυβέρνηση η απεργία είναι «αρρώστια»). Για την ακρίβεια, η κυβέρνηση θέλει να προλάβει το «έγκλημα» (σ.σ.: για την κυβέρνηση η απεργία είναι «έγκλημα») πριν τη διάπραξή του (σ.σ.: πριν δηλαδή γίνει απεργία).
Αν το δει κανείς από αυτή την σκοπιά (την κυβερνητική), τότε η κυβέρνηση θα πρέπει ίσως να δει και το ενδεχόμενο μιας εξ ολοκλήρου «προληπτικής» θεραπείας της κοινωνίας από την «ασθένεια» της απεργίας. Γιατί, δηλαδή, οι απεργίες - «αρρώστια», οι απεργίες - «έγκλημα» να απαγορεύονται μόνο όταν γίνονται; Γιατί να απαγορεύεται η απεργία μόνο όταν κάποιος τη σκέφτεται; Και γιατί να μην απαγορεύεται, αν πρόκειται για «αρρώστια» και «έγκλημα», πριν καν ακόμα την σκεφτεί!
*
Αυτά θα τα δούμε, ενδεχομένως, εν καιρώ. Προς το παρόν έχουμε απαγόρευση απεργίας και επιστράτευση μελλοντικών απεργών διότι περιέπεσαν (αποδεδειγμένα) στο αδίκημα της... σκέψης.
Αλήθεια, ο δημοκράτης Σαμαράς, ο συνταγματολόγος Βενιζέλος και ο «αριστερός» Κουβέλης δεν ξέρουν ότι η ενέργειά τους μπορεί να εκληφθεί σαν «αυταρχισμός»; Σαν «αυθαιρεσία»; Σαν «αντιδημοκρατική εκτροπή»;
Το ξέρουν, αλλά η κυβέρνηση, πιστή στο καθήκον, είναι έτοιμη να επωμιστεί στωικά κάθε άδικη (σ.σ.: επισημαίνουμε το «άδικη») εναντίον της κατηγορία, αρκεί να πράξει το χρέος της. Και το χρέος της είναι να προστατεύει τα παιδιά. Τους μαθητές. Ολους τους νέους. Οπως επίσης να προστατεύει και τους γονείς των παιδιών.
Οποιος το εξετάσει ψύχραιμα θα το διαπιστώσει:
  • Μια κυβέρνηση που με την πολιτική της έχει οδηγήσει το 65% των νέων στην ανεργία, γιατί να μη θέλει να δώσουν τα παιδιά μας κανονικά τις εξετάσεις τους ώστε - χωρίς καθυστέρηση - να γίνουν άνεργα;
  • Μια κυβέρνηση που με την πολιτική της έχει οδηγήσει σε μια τριετία 120.000 πτυχιούχους Ελληνες στη μετανάστευση, γιατί να μη θέλει να δώσουν τα παιδιά μας κανονικά τις εξετάσεις τους ώστε να σπουδάσουν, να πάρουν το πτυχίο τους και - χωρίς καθυστέρηση - να μεταναστεύσουν;
  • Μια κυβέρνηση που με την πολιτική της αφήνει τα παιδιά μας χωρίς θέρμανση στα σχολεία γιατί να μη θέλει να δώσουν τα παιδιά μας κανονικά τις εξετάσεις τους ώστε να φύγουν - χωρίς καθυστέρηση - από αυτό το «ανθυγιεινό» και «κρύο» σχολικό περιβάλλον;
  • Μια κυβέρνηση που απαρτίζεται από εκείνους οι οποίοι έφτασαν να μοιράζουν στα σχολεία φωτοτυπίες αντί για βιβλία, είναι δυνατόν να μη σκέφτεται τα παιδιά μας;
  • Μια κυβέρνηση που με την πολιτική της 500.000 παιδιά ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, που με την πολιτική της έφτασαν να λιποθυμούν παιδιά στα σχολεία λόγω υποσιτισμού γιατί να μη θέλει να δώσουν τα παιδιά μας κανονικά τις εξετάσεις τους ώστε - χωρίς καθυστέρηση - να περιφέρουν την πείνα τους εκτός σχολείου;
Θα επαναλάβουμε πως - το ίδιο με τους μαθητές - η κυβέρνηση αγαπάει και τους γονείς των μαθητών.
Απόδειξη:
  • Μια κυβέρνηση που έκοψε το μισό μισθό από τους γονείς των μαθητών πώς είναι δυνατόν να μη θέλει να δώσουν τα παιδιά μας κανονικά τις εξετάσεις τους, ώστε να μην πονάει (η κυβέρνηση...) με τα βάσανα των γονιών, που αφού τους τάραξε στα χαράτσια (η κυβέρνηση...), τώρα σπαράζεται η καρδιά της (της κυβέρνησης...) βλέποντας τους γονείς να αδυνατούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους;
  • Μια κυβέρνηση που με την πολιτική της έχει στείλει εκατοντάδες πατεράδες και μανάδες στην ανεργία είναι δυνατόν να μη θέλει να δώσουν τα παιδιά μας κανονικά τις εξετάσεις τους ώστε να απαλλάξει το συντομότερο τους (άνεργους) γονείς από φροντιστήρια κι άλλα τέτοια παρόμοια της «δημόσιας και δωρεάν Παιδείας»;
  • Μια κυβέρνηση που με την πολιτική της εξαναγκάζει τις ελληνικές οικογένειες να πληρώνουν πάνω από 5 δισ. ευρώ ετησίως για ιδιωτικές δαπάνες Παιδείας είναι δυνατόν να μη θέτει το «δημόσιο συμφέρον» υπεράνω της «συντεχνίας» των καθηγητών;
*
Η κυβέρνηση είναι έτοιμη. Θα επωμιστεί μαρτυρικά όλες τις (άδικες) εναντίον της κρίσεις και επικρίσεις, μένοντας, όμως, απαρέγκλιτα στο δρόμο της. Βέβαια, ο κυβερνητικός δρόμος
(μέσα σε λίγους μήνες είχαμε: Επιστράτευση ναυτεργατών, επιστράτευση εργαζομένων στο μετρό, επιστράτευση εργαζομένων στους ΟΤΑ)
μπορεί να παίρνει ένα χρώμα επικίνδυνα «χακί», αλλά η κυβέρνηση έχει μια ασφαλή πυξίδα:
«Οποιος αγαπάει, παιδεύει»!
Και εδώ που τα λέμε, όσο να 'ναι ένας... μικρός παιδεμός της κοινωνίας και της δημοκρατίας προκαλείται όταν, μετά από εκείνους που επιστρατεύεις όταν κάνουν απεργία, φτάνεις να επιστρατεύεις και τους άλλους, επειδή σκέφτηκαν να κάνουν απεργία.
Αλλά είπαμε! Ο,τι κάνει η κυβέρνηση το κάνει γιατί αγαπάει τα παιδιά μας.
Αγαπάει και τους πατεράδες των παιδιών (που μπορεί πριν να ήταν επιστρατευμένοι ναυτεργάτες).
Αγαπάει και τις μανάδες των παιδιών (που μπορεί πριν να ήταν επιστρατευμένες εργαζόμενες του μετρό).
Φυσικά αγαπάει και τους καθηγητές των παιδιών, κι ας τους επιστρατεύει. Στο τέλος τέλος κι αυτούς για το δικό τους καλό τους επιστρατεύει. Για το δικό τους καλό θα τους απολύσει. Για τη «σωτηρία» της χώρας. 'Η μήπως δεν είναι για το καλό και των (απολυμένων) καθηγητών, και των (εν αναστολή ανέργων) μαθητών, και των (χρεοκοπημένων) γονιών, η «σωτηρία» της χώρας;

Γράφει:
ο Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

13 Μαΐ 2013

Ιστορίες από την κρύπτη των πενταμήνων


Ιστορίες από την κρύπτη των πενταμήνων 
Όσοι σφοι αναγνώστες είχαν διαβάσει παλιότερα αυτό το ασφαλίτικο σχόλιο, θα έχουν καταλάβει με τι ακριβώς ασχολείται τον τελευταίο καιρό η κε του μπλοκ στο μη ελεύθερο χρόνο της. Ο εν λόγω ασφαλίτης υπονοούσε πως βρήκα αυτή τη δουλειά μέσω του κόμματος, το οποίο φροντίζει για τα «κόκκινα παιδιά» κι όσους λιβανίζουν τη γραμμή της ηγεσίας. Με το ίδιο σκεπτικό βέβαια, βάση των προσλήψεων που έγιναν, πρέπει να υποθέσουμε ότι είχαν τη δύναμη να τακτοποιήσουν τους δικούς τους και το ναρ, το σεκ, το πίσω μ-λ κι η οκδε σκέτο. Εκτός κι αν τους βόλεψε κι αυτούς το κόμμα στα πλαίσια της αριστερίστικης στροφής της ηγεσίας, μπούρου-μπούρου..

Η δεύτερη αυθόρμητη σκέψη είναι πως αν κάποιος είχε πραγματικά βύσμα, θα είχε φροντίσει να χωθεί κάπου αλλού κι όχι στα πεντάμηνα. Εκτός κι αν δεν είχε πολύ γερό βύσμα, θα μου πεις· όπως ακριβώς στο στρατό –κι αυτός δεν είναι ο τελευταίος χακί συνειρμός του κειμένου. Το πιο τραγικό ωστόσο δεν είναι η ύπαρξη βυσμάτων –που ούτως ή άλλως κατοχυρώνονται κι ημιεπίσημα στην επόμενη φουρνιά προγραμμάτων, με την προσθήκη ενός σταδίου προσωπικής συνέντευξης για την επιλογή των επιτυχόντων. Το πιο τραγικό είναι η σημερινή κατάσταση, που θα οδηγούσε κάποιους να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές, ακόμα και για τέτοιες κωλοδουλειές των 600 ευρώ. Και να φανταστείς ότι εμείς είμαστε και προνομιούχοι, γιατί από την επόμενη προκήρυξη οι όροι των προγραμμάτων χειροτερεύουν. Εξάλλου μιλάμε για ανέργους, όπως είχε πει κι ο στουρνάρας. Όχι για κανονικούς ανθρώπους..

Στα πεντάμηνα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως είναι το πλήρες όνομά τους, νιώθεις οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινωφελής (για το κοινό καλό) και γενικώς ωφέλιμος. Και θυμάσαι συνειρμικά τις ιστορίες από το στρατό, με την εξής διαφορά: εκεί που τελειώνει η έννοια της οργάνωσης, αρχίζει το ελληνικό δημόσιο. Κι άντε μετά να παλέψεις με τη στρατηγική σου, όπως λένε οι θέσεις, και να εξηγήσεις στο συνάδελφο, που πιστεύει ακράδαντα ότι το κράτος είναι μπουρδέλο –και το επιβεβαιώνει πανηγυρικά από την εμπειρία του- πως αυτό το μπουρδέλο είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, με πολύ συγκεκριμένο ρόλο και περιεχόμενο. Πώς να του το πεις εκλαϊκευτικά να το καταλάβει; Ότι πρέπει να οργανωθούμε, για να μην τον παίρνουμε συνέχεια εμείς και να γυρίσει ο τροχός, για να πηδήξει ο φτωχός; Ότι πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να γίνουμε οι τσατσάδες που ελέγχουν το κράτος, μέχρι να ωριμάσουν πλήρως οι συνθήκες για τον ελεύθερο έρωτα, όπου δε θα υπάρχει πια ανάγκη για κανένα μπουρδέλο;

Το ποιοτικά καινούριο στοιχείο που ανακαλύπτεις είναι ότι αυτές οι προσλήψεις δεν έχουν ως λογική να δώσουν τη δουλειά ενός μόνιμου υπαλλήλου σε ένα συμβασιούχο με λιγότερα δικαιώματα, αλλά μία και μοναδική σκοπιμότητα: να μοιράσουν τους ανέργους σε διάφορα πόστα, για να φανεί ότι καταπολεμούν την ανεργία και πετυχαίνουν να τη μειώσουν. Την ίδια στιγμή βέβαια έχουν υπολογίσει με ακρίβεια πως ο χρόνος της σύμβασης –που κάνεις αρκετό καιρό να τη δεις, αφού την υπογράψεις- δεν πρέπει να υπερβαίνει το πεντάμηνο, για να μην κατοχυρώνει ο συμβασιούχος δικαίωμα για επίδομα ανεργίας. Κι αν υπολογίζει να συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο με μια εποχιακή καλοκαιρινή απασχόληση, μπορεί να ανακαλύψει στην πορεία πως τα ένσημά του είναι περιορισμένης ευθύνης (πχ δεν είναι συντάξιμα κι ενδέχεται να μη μετράνε και για το επίδομα –δε μας το έχουν διευκρινίσει ακόμα). Τέτοιος είναι ο πόνος τους για τους άνεργους.

Διαβάζοντας κανείς τον παραλληλισμό με το στρατό, μπορεί να σκεφτεί πως στα προγράμματα υπάρχει και στρατιωτική πειθαρχία. Αλλά αυτά πάνε ευθέως ανάλογα με τις συνθήκες και τη σοβαρότητα της δουλειάς. Κι η δική μας δεν ανήκει σε αυτή την περίπτωση –πλην των εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

 Η σύνδεση γίνεται γιατί τις πρώτες μέρες κυκλοφορείς άσκοπα και περιμένεις να πάρεις οδηγίες, ένα γραφείο ή έστω αρβύλες και στολή παραλλαγής. Μετά το άσκοπο ξεροστάλιασμα της πρώτης μέρας, σε διώχνουν κι αρχίζει η εβδομάδα προσαρμογής, που μπορεί να κρατήσει πολύ περισσότερο, να γίνει δεκαπενθήμερο ή και μήνας, μέχρι να βρουν πώς να σε αξιοποιήσουν –ενώ είναι ολοφάνερο πως περισσεύεις και δε σε χρειάζονται. Για να υπάρξει όμως αξιοποίηση, πρέπει να υπάρχει πρώτα κάποια αξία. Κι εσύ, χρόνια άνεργος, αισθάνεσαι εκ νέου άχρηστος, σκουπίδι χωρίς καμία χρηστική αξία. Η μόνη αξία που υπάρχει δυνάμει πάνω σου είναι η ανταλλακτική αξία της εργατικής σου δύναμης, που γίνεται εμπόρευμα. Οπότε προτιμάς να σου δώσουν κάποια δουλειά να κάνεις, οποιαδήποτε, για να είσαι τουλάχιστον εμπόρευμα με κάποια αξία και όχι αναλώσιμο σκουπίδι. Αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο απαραίτητα.

Ναι, αλλά ούτε αυτό είναι ακριβώς εύκολο. Αφενός γιατί δεν υπάρχει κάποια δουλειά για σένα, εφόσον δεν καλύπτεις κάποια οργανική θέση, παρά μόνο μειώνεις την ανεργία, χάνοντας απλώς τα μόρια της κάρτας σου για κάποιο διάστημα. {κι αυτό το λέω χοντροκομμένα, ως πολύ γενικό κανόνα, χωρίς να αποκλείω τις εξαιρέσεις. Γιατί μπορεί πχ να έχει προσληφθεί ως εργάτης παραλίας στο δήμο πυλαίας (!) –ανειδίκευτος πάντα, άλλο αν έχεις κουβαλήσει όλα σου τα πτυχία, για να πάρεις τη θέση- μπορεί όμως να δουλεύεις και στο κάτεργο της «άρσις», σε συνθήκες μεταλλωρυχείου, ή να σου χώσουν όλη τη λάντζα και τη βρώμικη δουλειά, μιας και σε βρήκαν εύκαιρο.

Αφετέρου γιατί σύντομα ανακαλύπτεις πως βάση της σύμβασης που υπέγραψες δεν υπάγεσαι καν στην εργατική νομοθεσία. Κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι πού ακριβώς υπάγεσαι κι αν τέλος πάντων είσαι κάποιο ζώο ή ομιλούν εργαλείο, όπως όριζε ο αριστοτέλης τους δούλους, για να δεις σε ποιο δίκαιο εμπίπτει η δική σου υπόθεση.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι η κατάσταση στο δημόσιο τομέα μπορεί να είναι συγκριτικά πιο άνετη και να υπάρχουν κατακτήσεις που οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ούτε θα μπορούσαν να φανταστούν (πχ ρεπό υπολογιστή ανά τακτά χρονικά διαστήματα, άδειες αιμοδοσίας ή στις γυναίκες για το βάψιμο των αυγών –που τελικά δε δόθηκε φέτος) αλλά εμείς δε δικαιούμαστε τίποτα από όλα αυτά. Κι αυτό προφανώς δεν το λέω με τη γνωστή μίζερη λογική «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», αλλά με το σκεπτικό ότι θα ‘πρεπε να τα δικαιούνται όλοι. Δε δικαιούμαστε δηλ άδειες (πλην κάποιων αναρρωτικών κι αυτό υπό προϋποθέσεις) και –το καλύτερο- ούτε καν απεργία.

Μπορεί δηλ να είναι εργοδότης σου το ινστιτούτο της γσεε (ινε-γσεε), που συν τοις άλλοις παίρνει μια προμήθεια για να μας νοικιάσει στο δήμο (που δε θα μπορούσε να κάνει προσλήψεις με τέτοιους όρους) και τσεπώνει αρκετές χιλιάδες ευρώ στις πλάτες μας. Αλλά δε θεωρούμαστε εργαζόμενοι, για να μπορούμε να απεργήσουμε κιόλας –στην απεργία που προκηρύσσει ο εργοδότης μας.

 Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο κοινωφελής χαρακτήρας σημαίνει ότι η εργασία αυτή είναι αμοιβαία επωφελής για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως γιατί να απεργήσεις ως ωφελούμενος από κάτι που είναι προς όφελός σου; Το κακό σου θέλεις;

Συνεπώς για να επιστρέψουμε σε χακί κλίμα όλο το σύστημα σου υπαγορεύει συστηματικά τη λούφα –με παραλλαγή ή χωρίς. Εφόσον όλα αυτά γίνονται για ένα ξεροκόμματο και επιπλέον στερούνται του παραμικρού νοήματος, πολύ λογικά οδηγούν σε μια συγκεκριμένη στάση αδιαφορίας –ή έστω παθητικής ανάμειξης- για όσα συμβαίνουν στον χώρο εργασίας. Εφόσον νιώθεις πως δε σε αφορούν και δε σε εκφράζουν, δεν ενεργοποιούν την πιο δημιουργική σου πλευρά, όπως θα το έκανε ακόμα και η πιο κοπιαστική χειρωνακτική δουλειά. Κι αυτή η αλλοτρίωση πολύ δύσκολα σπάει με κάποια μισθολογικά αιτήματα (που είναι η απαραίτητη βάση) ή κάτι άλλο εξίσου αποσπασματικό. Έχει να κάνει συνολικά με το πώς βλέπει ο υπάλληλος το κράτος, αν το θεωρεί δική του υπόθεση, που απορρέει και περνάει μέσα από αυτόν, ή μια απρόσωπη καταπιεστική δύναμη «πάνω από την κοινωνία». Κι η αντιμετώπισή του απαιτεί βαθιές ριζικές αλλαγές, που να είναι επαναστατικές –και πάλι δε σημαίνει ότι θα εξαλειφθεί δια μιας κι αυτομάτως.

Είναι πολύ δύσκολη υπόθεση να σπάσει το τείχος της απάθειας και να γίνει ενεργός δραστηριότητα –πόσο μάλλον αγωνιστική στάση. Ακόμα κι όταν προκύπτουν άμεσα και πιεστικά ζητήματα αιχμής, η μέση ταξική συνείδηση λουφάζει και βγαίνει συνήθως α/α στο γενικό προσκλητήριο. Υπάρχει συσσωρευμένη σκουριά στις λαϊκές συνειδήσεις, που δύσκολα φεύγει. Κι όταν προκαλούνται ρήγματα, υπάρχει ως ταβάνι και δίχτυ ασφαλείας, η μυωπική λογική του συντεχνιακού πνεύματος που χάνει τα ταξικά γυαλιά του.

Τι γίνεται λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις και πώς ξεδιπλώνεται ο αγώνας; Αυτό θα το δούμε σε επόμενο επεισόδιο, μαζί με κάποια άλλα ζητήματα.
 Προβοκάτσια από Μπρεζνιεφικό απολίθωμα

Η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ» Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΓΙΑΛΤΑ


Η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ» Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΓΙΑΛΤΑ
Τα τελευταία χρόνια, με αφορμή το «φούσκωμα» της Χρυσής Αυγής από το αστικό πολιτικό σύστημα, φούντωσε το ζήτημα του τέλους της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», η οποία κατά τους αστούς πολεμήθηκε γι' αυτό ο Χίτλερ και το κόμμα του, στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης 1929 - 1933 κατέλαβαν την κυβερνητική εξουσία. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα. Στόχος είναι η αποτροπή της εργατικής τάξης και των συμμάχων της από τον αντικαπιταλιστικό, αντιμονοπωλιακό αγώνα ως μονόδρομο για την οριστική διέξοδο από την κρίση σε όφελός τους με την εργατική, λαϊκή εξουσία, την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον εργατικό έλεγχο. Οι αστοί συγκαλύπτουν ότι ο Χίτλερ πήρε την κυβερνητική εξουσία, με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης και την αμέριστη συνδρομή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας που υπηρετούσαν τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Των μονοπωλίων επιλογή ήταν ο Χίτλερ.
Επίσης, οι αστοί, προκειμένου να εμποδίσουν την πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για το σοσιαλισμό, ρίχνουν λάσπη στη Σοβιετική Ενωση, αναπαράγοντας το μεγάλο ψέμα, ότι συμφώνησε, αν δεν επέβαλε, στο «μοίρασμα του κόσμου», μετά το Β' Παγκμόσμιο Πόλεμο, γι' αυτό τάχα και στην Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση από τη γερμανική ιμπεριαλιστική κατοχή δε νίκησε, δεν πήρε την εξουσία ο λαός.Σ' αυτά τα δύο ζητήματα αναφέρεται το σημερινό ένθετο του «Ριζοσπάστη» «Ιστορία», προβάλλοντας την ιστορική αλήθεια την οποία παραχαράσσουν οι αστοί.
***
Στις 28 Φλεβάρη 1933, ύστερα από πρόταση της κυβέρνησης του Χίτλερ, ο πρόεδρος της Γερμανίας Χίντενμπουργκ ανέστειλε με έκτακτο διάταγμα όλα τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης που εγγυόντουσαν την ελευθερία του ατόμου, του λόγου, του Τύπου, των συγκεντρώσεων και της ίδρυσης συνδικαλιστικών Οργανώσεων. Ετσι, λένε, καταλύθηκε το Σύνταγμα της Βαϊμάρης και επικράτησε ο φασισμός. Αντικαταστάθηκε μια μορφή διακυβέρνησης της δικτατορίας των μονοπωλίων με μία άλλη.
Ποια είναι όμως η πραγματική ιστορία; Η γερμανική προλεταριακή επανάσταση (3 Νοέμβρη 1918 - Γενάρη 1919, στη Βαυαρία έως τον Απρίλη του ίδιου έτους) έχοντας ως υπόβαθρο, όπως και η Οχτωβριανή της Ρωσίας του 1917, τη μαζική εξαθλίωση που επέφερε για τις λαϊκές μάζες ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, παρουσίασε κοινά χαρακτηριστικά με εκείνη, όπως για παράδειγμα τα επαναστατικά συμβούλια εργατών και ναυτών. Η μεγάλη ποιοτική διαφορά ήταν το γεγονός ότι στη Γερμανία απουσίαζε το μαζικό και ταξικά συνεπές κόμμα του προλεταριάτου, το κομμουνιστικό (οι πρωτοπόροι επαναστάτες της ομάδας «Σπάρτακος» προχώρησαν στη δημιουργία τέτοιου κόμματος στο απόγειο της επανάστασης). Παρ' όλα αυτά, η δράση του προλεταριάτου, με αρχικούς στόχους που ξεπερνούσαν τα καπιταλιστικά πλαίσια κλόνισε σοβαρά την εξουσία της ηττημένης στον πόλεμο γερμανικής αστικής τάξης.
Αν και η δράση των επαναστατημένων μαζών προσέγγιζε την αντικειμενική ανάγκη της σύμπλεξης των εθνικών και αστικοδημοκρατικών διεκδικήσεων με τη διεκδίκηση της προλεταριακής εξουσίας, η ελλιπής αντίληψη που είχαν για το σοσιαλισμό και για το δρόμο που οδηγεί σε αυτόν (στρατηγική), καθώς και οι αυταπάτες που διατηρούσαν ως προς το χαρακτήρα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (το κόμμα που με το ξέσπασμα του πολέμου ηγεμόνευσε στο χώρο του σοσιαλσοβινισμού) υποχρεωτικά οδηγούσε στο συμβιβασμό με τους αστούς, στην καλλιέργεια κοινοβουλευτικών αυταπατών και στον περιορισμό ακόμα και των αστικών μεταρρυθμίσεων. Ενώ, για παράδειγμα, οι μάζες αρχικά διεκδικούσαν, μεταξύ άλλων, την κατάργηση της στρατοκρατίας και του ιδιαίτερου ρόλου του στρατού στην πολιτική ζωή, οι σοσιαλδημοκράτες που ασκούσαν πλέον την κυβερνητική εξουσία, συνεπείς στις δεσμεύσεις τους, όχι απέναντι στις επαναστατημένες μάζες, αλλά απέναντι στους αστούς, αξιοποίησαν τον αυτοκρατορικό στρατό για να πνίξουν στο αίμα το εξεγερμένο προλεταριάτο του Βερολίνου και άλλων πόλεων και αργότερα της Βαυαρίας. Με αφορμή τη στυγνή δολοφονία των ηγετών της επανάστασης Κ. Λίμπκνεχτ και Ρ. Λούξεμπουργκ, ο Λένιν σε ομιλία του στις 19/1/1919 κατάγγειλε το νέο ρόλο που ανέλαβε η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD), τους Εμπερτ (Ebert) και Σάιντεμαν (Scheidemann) ως δημίους των προλεταριακών ηγετών, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι «... η "Δημοκρατία" είναι τελικά ένα μασκάρεμα της αστικής ληστείας και της πιο κτηνώδους βίας».
Η συντακτική εθνοσυνέλευση που εκλέχτηκε το Γενάρη του 1919 και η υιοθέτηση του Συντάγματος της Βαϊμάρης (4-28 Φλεβάρη) αντικατόπτριζαν την εδραίωση ξανά της εξουσίας των αστών, που σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, δε χρειάζονταν πλέον να τη μοιράζονται και με τον αυτοκράτορα (Κάιζερ). Ταυτόχρονα, ο όρος Reich (Ράιχ = αυτοκρατορία - «βασίλειο») παρέμεινε στο νέο Σύνταγμα, παρά την πρόταση που τέθηκε για αλλαγή του σε «Δημοκρατία» (Republik).
Το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, σε σύγκριση με το προηγούμενο του Βίσμαρκ (1871) εμπεριείχε πιο προωθημένες διατάξεις (όπως η γενίκευση του δικαιώματος ψήφου σε όλους τους «πολίτες» άνω των 20 ετών, η δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφισμάτων, κ.λπ.), που απλά απέβλεπαν στην πρόσδεση του λαού στα συμφέροντα των καπιταλιστών. Για την αποφυγή οποιασδήποτε «παρεξήγησης» επ' αυτού, το άρθρο 48 του Συντάγματος έδινε στον Πρόεδρο της χώρας (αναδεικνυόταν με άμεση ψηφοφορία από το λαό) να αναστέλλει όλες τις συνταγματικές ελευθερίες και να διατάσσει την επέμβαση των ενόπλων δυνάμεων, στην περίπτωση «που παρεμποδίζεται σημαντικά ή απειλείται η δημόσια ασφάλεια και τάξη» (αντίστοιχες διατάξεις έχουν όλα τα αστικά συντάγματα).
Το εν λόγω άρθρο, αξιοποιήθηκε κατά κόρον την περίοδο 1919 - 1933 για την καταστολή εργατικών απεργιακών αγώνων, για τη διάλυση συνταγματικά εκλεγμένων κυβερνήσεων των κρατιδίων όταν αυτές δεν ταίριαζαν απόλυτα με τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης, για την «εν ψυχρώ» προώθηση των πιο αντιδραστικών απαιτήσεων των μεγαλοβιομηχάνων, για την αναστολή της κοινοβουλευτικής δράσης και στο τέλος, ως κατώφλι για το πέρασμα στην ανοιχτή φασιστική δικτατορία των εθνικοσοσιαλιστών.
Στα πρώτα χρόνια, ως απόρροια και της ήττας στον πόλεμο, εμφανίζεται ένα πρωτόγνωρο πληθωριστικό «τσουνάμι»1, που ενέτεινε κατά πολύ την αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου σε βάρος της εργατιάς και των μικροαστικών στρωμάτων και προς όφελος των μονοπωλιακών ομίλων που γιγάντωναν μέρα με τη μέρα, μέσα και από τη ραγδαία διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης (μόνο ο πολυεκατομμυριούχος Χούγκο Στίνες (Hugo Stinnes) την περίοδο του ραγδαίου πληθωρισμού εξαγόρασε 1.664 επιχειρήσεις με 300.000 εργαζόμενους!). Καθ' όλη τη δεκαετία του '20 η αναδιανομή λειτούργησε και προς όφελος των μονοπωλίων των νικητριών δυνάμεων του πολέμου, με βάση τις πολεμικές αποζημιώσεις, που προέβλεπε η συνθήκη των Βερσαλιών και οι κατοπινές ενδοϊμπεριαλιστικές ρυθμίσεις. Ιδιαίτερα ενισχυμένη παρουσία στη Γερμανία απέκτησαν οι αμερικάνικοι μονοπωλιακοί όμιλοι και ειδικά οι τραπεζικοί.
Αν τα πρώτα χρόνια της Βαϊμάρης, οι πραξικοπηματικές απόπειρες στρατιωτικών (το Μάρτη 1920 οι μοναρχικοί στρατιωτικοί με επικεφαλής το γενικό επιτελάρχη Καπ (Kapp), τον στρατηγό Λούντεντορφ (Lundendorff) κ.ά. και το Νοέμβριο του 1923 ο Χίτλερ ξανά με τον Λούντεντορφ) αποτυγχάνουν να καταλύσουν την αστική δημοκρατία, αυτό οφειλόταν τόσο στο γεγονός ότι το συγκροτημένο πλέον ΚΚ Γερμανίας τέθηκε επικεφαλής αποφασιστικών εργατικών ένοπλων αγώνων, όσο και στο γεγονός ότι η σφοδρή ενδοκαπιταλιστική διαπάλη ανάμεσα σε διάφορους μονοπωλιακούς ομίλους για την πρωτοκαθεδρία, δεν επέτρεπε τη σύνταξη κοινού σχεδίου αντιμετώπισης της συνταγματικής δημοκρατίας και την ύπαρξη κοινής εναλλακτικής πρότασης. Αυτό δε σημαίνει ότι οι αστοί αντιμετώπισαν με αδιαφορία το φασισμό. Απλά δεν είχαν καταλήξει ποιο από τα πάμπολλα εκείνη την εποχή παραστρατιωτικά, εθνικιστικά και φασιστικά σχήματα ήταν το καταλληλότερο. Πάντως, αν στην αρχή το Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας (NSDAP) του Χίτλερ είχε ως χρηματοδότες (η «διαπλοκή» και τότε ήταν σύμφυτη του καπιταλισμού) Βαυαρούς καπιταλιστές μεσαίου μεγέθους, ήδη τον Οκτώβρη του 1923 (μόλις ένα μήνα πριν το αποτυχημένο πραξικόπημα) ο Φριτς Τύσσεν (Fritz Thyssen - επικεφαλής του ομώνυμου ομίλου) το ενίσχυσε με 100.000 χρυσά μάρκα2. Αντίστοιχα έπραξε και ο έτερος μεγαλοβιομήχανος Ερνστ φον Μπόρζιχ (ErnstvonBorsig). Αλλά και το αστικό πολιτικό σύστημα συνολικά δε φάνηκε εχθρικό σε τέτοια φαινόμενα. Ετσι ο Χίτλερ για την απόπειρά του καταδικάστηκε «επί εσχάτη προδοσία» σε 5 χρόνια φυλάκιση, αλλά ήδη το Δεκέμβρη 1924 ήταν και πάλι ελεύθερος και με πολιτικά δικαιώματα. Ο δε Λούντεντορφ δεν δικάστηκε καν! Και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή ένσταση των σοσιαλδημοκρατών και αστών «λάτρεων» της αστικής δημοκρατίας.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, ότι καθ' όλη την περίοδο 1919 - 1932, στην κυβερνητική εξουσία το σοσιαλδημοκρατικό και τα αστικά κόμματα (τα περισσότερα εμπεριείχαν στην ονομασία τους και τον προσδιορισμό «λαϊκό») είτε εναλλάσσονταν το ένα με το άλλο, είτε συγκυβερνούσαν, χωρίς όμως κανένα από αυτά να μπορεί να υλοποιήσει τις δημαγωγικές εξαγγελίες για «τη σωτηρία του Λαού», που όλο αυτό το διάστημα, με πρωτοπορία την εργατική τάξη συνέχιζε να διεκδικεί τα δικαιώματά του με διάφορες μορφές (ένοπλες εξεγέρσεις, απεργίες, κ.λπ.). Ούτε, βέβαια, μπόρεσαν, παρά την «ικανότητά» τους να κρατήσουν τη Γερμανία έξω από τη δίνη της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 1929. Αυτό που κατάφεραν (γιατί αυτό άλλωστε επιδίωκαν) είναι με τις επιχορηγήσεις, με κρατικές παραγγελίες και με άλλα εξίσου «δημοκρατικά» μέτρα να ενισχύσουν ξανά και σε παγκόσμιο επίπεδο τη θέση της ντόπιας χρηματιστικής ολιγαρχίας. Το 1932, καθώς η επίδραση της οικονομικής κρίσης και η δράση των κομμουνιστών ανεβάζουν σημαντικά το οργανωμένο εργατικό κίνημα, επιλέγεται η απομάκρυνση της σοσιαλδημοκρατίας από την κεντρική κυβέρνηση (παρέμεινε κυβέρνηση όμως στο μεγαλύτερο κρατίδιο, την Πρωσία) ακριβώς για να μην απολέσει την «έξωθεν καλή μαρτυρία» και για να μπορέσει πιο πειστικά να κρατήσει τα εργατικά στρώματα και τα συνδικάτα τους, υπό τον έλεγχό της. Ταυτόχρονα, η αμιγώς αστική κυβέρνηση «εθνικής συγκέντρωσης» (30/5/1932) άνοιγε το δρόμο του συνταγματικά νόμιμου «πραξικοπήματος» της εφαρμογής του άρθρου 48 που αναφέρεται παραπάνω. Με βάση αυτό εκδιώχθηκε η σοσιαλδημοκρατία και από τους πρωσικούς κυβερνητικούς θώκους (Ιούλης 1932). Ακολούθησε μια σειρά εναλλαγών αστών εκπροσώπων στην κυβέρνηση, με μοναδικό φανερό κριτήριο τις προσωπικές επιλογές του Προέδρου του Ράιχ και πρώην δεξί χέρι του αυτοκρατορικής εξουσίας Χίντενμπουργκ3 με πραγματική όμως βάση τις υποδείξεις των μονοπωλίων. Και όταν αυτή η τακτική νομιμοποιήθηκε και στα ευρύτερα στρώματα και ενώ το χιτλερικό κόμμα παρουσίαζε σημαντικά εκλογικά σημάδια κάμψης4, στις 30 Ιανουαρίου 1933, κατόπιν «παραίνεσης» και πάλι των μονοπωλίων, με τον ίδιο συνταγματικά νόμιμο τρόπο διορίστηκε καγκελάριος ο Χίτλερ. Σ' αυτήν τη «συνταγματικότητα» πιστή η σοσιαλδημοκρατία και στο όνομα της «νομιμότητας της κυβέρνησης», αρνήθηκε ακόμα και την πρόταση του ΚΚ Γερμανίας για την από κοινού οργάνωση γενικής πολιτικής απεργίας ενάντια στον Χίτλερ. Είχε έρθει πλέον ο καιρός για τους Γερμανούς ιμπεριαλιστές, να πάρουν πίσω και την παραμικρή παραχώρηση που είχαν κάνει προς το λαό, για να ανακόψουν το επαναστατικό ρεύμα του 1918/20.
Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης 1929 - 1933, οι ιδιοκτήτες των μονοπωλίων στη Γερμανία είχαν να αντιμετωπίσουν την ανάπτυξη του αντικαπιταλιστικού κινήματος και το δυνάμωμα της επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος, αυτός ήταν ο αντίπαλός τους, αυτό φοβούνταν. Η ανησυχία τους μεγάλωνε, γιατί το κύρος των παλαιών αστικών κομμάτων - του γερμανικού Λαϊκού, του γερμανικού Δημοκρατικού, του βαυαρικού Λαϊκού και άλλων - έπεφτε συνεχώς στις εργατικές συνειδήσεις. Ταυτόχρονα, έπεφτε και η επιρροή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Οι εργάτες έδειχναν ολοένα και πιο μεγάλη δυσαρέσκεια, γιατί οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας που ήταν στην κυβέρνηση ψήφιζαν έκτακτα διατάγματα και αντιδραστικά μέτρα ενάντια στα εργασιακά και άλλα δικαιώματα.
Το φασιστικό κόμμα του Χίτλερ, που αυτοονομαζόταν Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, ανέπτυξε μια πλατιά αδίσταχτη δημαγωγία. Οι Γερμανοί φασίστες δήλωναν πως όλα τα δεινά των εργαζομένων της Γερμανίας τα προκαλούσε η Συνθήκη των Βερσαλιών (συνθήκη που υπογράφτηκε με βαρείς όρους για τη Γερμανία μετά την ήττα της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο) και υποσχόταν μόλις πάρουν την εξουσία να καταργήσουν αμέσως τη Συνθήκη των Βερσαλιών και τους περιορισμούς που σχετίζονταν με τους εξοπλισμούς, να αγωνιστούν για να ξαναπάρει η Γερμανία τα εδάφη που είχε χάσει ύστερα από τον παγκόσμιο πόλεμο του 1914-1918 και να αποκτήσει καινούρια εδάφη. Στους ανέργους υπόσχονταν εργασία και αύξηση των βοηθημάτων, στους εργάτες μεγαλύτερα μεροκάματα και καλυτέρευση των όρων εργασίας, στους μικροαγρότες την κατάργηση των ενοικίων για τη γη, των χρεών και τη χορήγηση επιχορηγήσεων, στους μικρεμπόρους και στους επαγγελματοβοτέχνες μείωση των φόρων και χορήγηση πιστώσεων με χαμηλό τόκο, στους πληγέντες από τον πληθωρισμό οικονομική αποζημίωση, στους πρώην αξιωματικούς τη δημιουργία καινούριου στρατού και την εφαρμογή της ρεβανσιστικής ιδέας.
Ετσι στις εκλογές για το Ράιχσταγκ το Μάη του 1928, το κόμμα του Χίτλερ συγκέντρωσε μόλις το 2,6% των ψήφων, αλλά δύο χρόνια αργότερα, στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1930 τα ποσοστά του εκτοξεύονται στο 18,3%, συγκεντρώνοντας 6,4 εκατ. ψήφους, και 107 βουλευτές με επικεφαλής τον Γκέρινγκ. Τα παλαιά αστικά κόμματα και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έχασαν πολλές ψήφους. Το Κομμουνιστικό Κόμμα συγκέντρωσε 4.590.000 ψήφους.
Τα αποτελέσματα των εκλογών από το ένα μέρος έδειχναν τη συσπείρωση των προοδευτικών δυνάμεων γύρω από το Κομμουνιστικό Κόμμα και από το άλλο τη συνένωση των αντιδραστικών στοιχείων γύρω από το φασιστικό κόμμα.
Στις 27 Γενάρη του 1932 σε μυστική συγκέντρωση που έγινε στο Ντίσελντορφ με τη συμμετοχή τριακοσίων εκπροσώπων των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου ο Χίτλερ ανέπτυξε το πρόγραμμα του φασιστικού κόμματος και υποσχέθηκε «να ξεριζώσει το μαρξισμό στη Γερμανία». Οι μονοπωλιακοί κύκλοι δυνάμωσαν την υποστήριξη και τη χρηματοδότηση των χιτλερικών.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα αγωνιζόταν δραστήρια ενάντια στο φασισμό, επιδιώκοντας το σχηματισμό ενιαίου εργατικού μετώπου. Τόνιζε πως ο φασισμός θα φέρει στο λαό τεράστια δεινά και θα οδηγήσει σε πόλεμο και στην εθνική καταστροφή. Τον Αύγουστο ακόμη του 1930 στο «Πρόγραμμα της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης του γερμανικού λαού» η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας σημείωνε: «Το φασιστικό κόμμα είναι εχθρικό στο λαό, είναι αντιδραστικό, αντισοσιαλιστικό κόμμα που φέρνει στο γερμανικό λαό την εκμετάλλευση και την υποδούλωση». Στις 28 Γενάρη του 1932 στο μήνυμα «Προς τους εργάτες της Γερμανίας και τους εργαζόμενους της πόλης και του χωριού» το Κομμουνιστικό Κόμμα τόνιζε ακόμη μια φορά πως το φλέγον ζήτημα είναι η δημιουργία ενιαίου εργατικού μετώπου και καλούσε σε ενεργό αγώνα εναντίον της μείωσης του μεροκάματου, των έκτακτων φόρων, για να αποκατασταθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες και για να οργανωθούν στα εργοστάσια και στις συνοικίες ομάδες ένοπλης αυτοάμυνας που να αποκρούουν τις φασιστικές τρομοκρατικές συμμορίες.
Το Μάρτη του 1932 έγιναν προεδρικές εκλογές. Υποψήφιος προτάθηκε πάλι ο Χίντενμπουργκ. Οι σοσιαλδημοκράτες τον υποστήριξαν, δηλώνοντας πως η εκλογή του Χίντενμπουργκ θα σώσει τάχα τη χώρααπό το φασισμό. Οι φασίστες είχαν υποψήφιο τον Χίτλερ και το γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα τον Ντίστερμπεργκ. Υποψήφιος του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν ο Ερν. Τέλμαν. Επειδή κανένας υποψήφιος δε συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία, στις 10 Απρίλη έγιναν πάλι εκλογές. Εκλέχτηκε ο υποστηριζόμενος από τη σοσιαλδημοκρατία Χίντενμπουργκ.
Με πρόταση του Χίντενμπουργκ στις 30 Μάη η κυβέρνηση του Μπρούνιγκ παραιτήθηκε. Την καινούρια κυβέρνηση σχημάτισε ο Φραντς φον Πάπεν, που αύξησε πρώτα πρώτα τη φορολογία και ψαλίδισε τα κονδύλια για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Ταυτόχρονα, οι μεγιστάνες της βιομηχανίας και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες επιχορηγήθηκαν με εκατομμύρια μάρκα.
Τον Ιούλη του 1932 η κυβέρνηση του φον Πάπεν διέλυσε το Ράιχσταγκ και κατάργησε τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, παίρνοντας υπόψη την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, έβαλε το ζήτημα να κηρυχθεί γενική απεργία διαμαρτυρίας. Οι ηγέτες των σοσιαλδημοκρατών πολέμησαν την πρόταση των κομμουνιστών και τους κατηγόρησαν για «πρόκληση». Οι σοσιαλδημοκράτες εναντιώνονταν με όλα τα μέσα σε κάθε πρωτοβουλία και δράση των μαζών.
Αλλωστε, στο συνέδριο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, που έγινε στη Λιψία το 1931, ένας απ' τους ηγέτες της, ο Φ. Ταρνόφ, δήλωσε ανοιχτά: «Στεκόμαστε δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου καπιταλισμού όχι μόνο για να κάνουμε διάγνωση. Είμαστε υποχρεωμένοι ...να γίνουμε ακριβώς ο γιατρός, που θέλει σοβαρά να θεραπεύσει τον άρρωστο και ωστόσο να διατηρήσουμε το αίσθημα ότι εμείς είμαστε οι κληρονόμοι». «Είναι αυτονόητο - έγραφε ο ηγέτης της κοινοβουλευτικής ομάδας των σοσιαλδημοκρατών στο γερμανικό Ράιχσταγκ Ε. Χάιλμαν - ότι όλη η σοσιαλδημοκρατία εργάζεται για ν' αποτρέψει την κατάρρευση του καπιταλισμού».
Οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας απέτρεπαν τους εργάτες από τις απεργίες, έριξαν μάλιστα και το σύνθημα: Στις συνθήκες της κρίσης είναι εγκληματικό να διεξάγονται απεργίες, γιατί αυτό οδηγεί στην ακόμα μεγαλύτερη μείωση της παραγωγής. Υποστηρίζοντας τα αντιδραστικά αντεργατικά μέτρα των αστικών κυβερνήσεων, δήλωναν ότι αυτό πρέπει να γίνει εν ονόματι του «μικρότερου κακού», δηλαδή για να αποτραπεί ο φασισμός ή ο «ριζοσπαστισμός από τα αριστερά». Να που και εδώ γίνεται η προπαγάνδα περί «άκρων» που είναι επικίνδυνα. Αλλά μήπως και σήμερα η αστική προπαγάνδα στην Ελλάδα δεν προβάλλει το ίδιο επιχείρημα ότι σε συνθήκες κρίσης οι απεργίες, οι εργατικοί αγώνες υπονομεύουν την οικονομία; Μήπως τα μνημόνια και οι εφαρμοστικοί τους, που γδέρνουν το λαό τσακίζοντας μισθούς, συντάξεις, παροχές Υγείας, επιβάλλοντας φοροληστεία με τα χαράτσια, τη δραστική μείωση του αφορολόγητου εισοδήματος, κάνοντας τη ζωή του κόλαση, δε γίνονται για τη σωτηρία του κεφαλαίου από την κρίση;
Στις εκλογές για καινούριο Ράιχσταγκ που έγιναν στις 31 Ιούλη 1932 το φασιστικό κόμμα πήρε 13,7 εκατ. ψήφους και έβγαλε 230 βουλευτές. Τα πιο πολλά από τα παλαιά αστικά κόμματα έχασαν δυνάμεις. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, παρά την τρομοκρατία, συγκέντρωσε 5,3 εκατ. ψήφους και πήρε 89 έδρες και το σοσιαλδημοκρατικό 8 εκατ. περίπου ψήφους και 133 έδρες. Οι χιτλερικοί διεκδίκησαν να τους δοθεί η εξουσία.
Το Νοέμβρη του 1932 έγιναν καινούριες βουλευτικές εκλογές, που έδειξαν πως το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε αυξήσει ακόμη πιο πολύ την επιρροή του. Πήρε 6 εκατ. περίπου ψήφους. Το φασιστικό κόμμα είχε χάσει 2 εκατ. ψήφους και οι έδρες του από 230 περιορίστηκαν σε 196. Οι φασίστες έχασαν και στις εκλογές για τα τοπικά όργανα αυτοδιοίκησης.
Η κυβέρνηση του Πάπεν δεν κατόρθωσε να εξασθενήσει το ταξικό εργατικό κίνημα και γι' αυτό πολλοί εκπρόσωποι και ιδιοκτήτες των μονοπωλίων ήθελαν την άμεση εγκαθίδρυση φασιστικής δικτατορίας. Το Νοέμβρη, μια ομάδα βιομήχανοι και τραπεζίτες υπέβαλαν στον Πρόεδρο Χίντενμπουργκ ένα υπόμνημα και ζητούσαν να διορίσει τον Χίτλερ καγκελάριο του Ράιχ.
Και βεβαίως το δρομολόγησαν στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας που καθοριζόταν από το «Σύνταγμα της Βαϊμάρης», που αναμασούν σαν παράδειγμα αστοί δημοσιολόγοι και πολιτικοί στην Ελλάδα, παραλληλίζοντας τους κινδύνους για τη δημοκρατία με το τέλος της Βαϊμάρης. Μ' αυτό το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήρθε το «τέλος της». Δηλαδή, όχι της αστικής εξουσίας αλλά μιας μορφής άσκησής της από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις.
Στις 17 Νοέμβρη 1932 ο Πάπεν παραιτήθηκε και καγκελάριος έγινε ο στρατηγός Σλάιχερ, που γι' αυτόν ο Ερν. Τέλμαν είπε πως η κυβέρνησή του θα παίξει το ρόλο «μιας κυβέρνησης με ψεύτικους κοινωνικούς ελιγμούς», προκειμένου να εκτονώσει το εργατικό κίνημα, να μπορέσει να χειραγωγήσει το λαό. Ο Σλάιχερ πραγματικά κατάργησε μερικά από τα έκτακτα αντιδραστικά διατάγματα του Πάπεν, αλλά δεν πέτυχε να εκτονώσει το εργατικό, λαϊκό κίνημα.
Τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 1933 στην Κολονία, στο σπίτι του τραπεζίτη Σρέντερ, συναντήθηκαν οι ιδιοκτήτες μονοπωλίων, Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν και Σρέντερ με τον Πάπεν, τον Χούγκεμπεργκ και τον Χίτλερ. Στη συνάντηση αυτή λύθηκε οριστικά το πρόβλημα της παράδοσης της εξουσίας στον Χίτλερ.
Στις 22 Γενάρη οι χιτλερικοί οργάνωσαν, με την ανοχή της αστυνομίας, μια προκλητική διαδήλωση μπροστά στα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε απάντηση 150.000 εργάτες του Βερολίνου με επικεφαλής τους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ε. Τέλμαν, Β. Ούλμπριχτ, Ι. Σέερ και Φ. Φλόριν πέρασαν στις 29 Γενάρη τους δρόμους του Βερολίνου, διαδηλώνοντας πως είναι έτοιμοι να αποκρούσουν τους φασίστες. Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος πρότεινε στους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας κοινή δράση εναντίον του φασισμού, αλλά οι σοσιαλδημοκράτες αρνήθηκαν.
Στις 30 Γενάρη του 1933, ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ διόρισε τον Χίτλερ καγκελάριο. Ο Πάπεν έγινε αντικαγκελάριος.
Στις 20 Φλεβάρη 1933, λίγο πριν από τις γερμανικές εκλογές της 5ης Μάρτη 1933, μετά από πρόσκληση του Γκέρινγκ, περίπου 25 από τους μεγαλύτερους βιομήχανους της Γερμανίας, μαζί με τον Σαχτ (σ.σ. Πρόεδρος της Τράπεζας Διεθνών Διευθετήσεων από το 1930, Διευθυντής της Τράπεζας του Ράιχ και από το 1934 υπουργός Οικονομικών των ναζί), συναντήθηκαν στο Βερολίνο. Στη συνάντηση αυτή, ο Χίτλερ ανακοίνωσε την πρόθεση των ναζί να αποκτήσουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Γερμανίας, να διαλύσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα, να χτυπήσουν κάθε αντιπολίτευση με βία και να αποκαταστήσουν τη δύναμη της Βέρμαχτ. Είπε μάλιστα πως «οι εκλογές της 5ης Μαρτίου θα είναι οι τελευταίες για τα επόμενα δέκα χρόνια, ίσως μάλιστα και για τα επόμενα εκατό χρόνια». Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο Γουστάβος Κρουπ, επικεφαλής της πολεμικής βιομηχανίας «Alfried Krupp A.G.» και πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων, τέσσερα ηγετικά στελέχη της «I. G. Farben», ενός εκ των μεγαλυτέρων μονοπωλίων χημικών στον κόσμο, ο Αλβέρτος Βόγκλερ, επικεφαλής της United Steel Works της Γερμανίας και άλλοι επιφανείς βιομήχανοι.
Η συνάντηση έληξε με τη σύσταση ειδικού ταμείου υποστήριξης των ναζί στις επερχόμενες εκλογές του Μάρτη 1933, ύψους 3.000.000 μάρκων.
Αμέσως μετά την εγκαθίδρυση του Χίτλερ στην κυβέρνηση, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος κάλεσε τους ηγέτες του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και των συνδικαλιστικών οργανώσεων να κηρύξουν γενική απεργία με συνθήματα: «Ολοι στο πεζοδρόμιο!», «Να κλείσουν τα εργοστάσια!», «Στην επίθεση των αιμοβόρων φασιστικών σκυλιών να απαντήσουμε αμέσως με απεργία, με μαζική απεργία, με γενική απεργία!». Στην πρόταση αυτή οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας προπαγάνδιζαν ότι ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία.
Ο Χίτλερ, μόλις έγινε καγκελάριος, σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου όπου πήραν μέρος ο Πάπεν, ο Νόιρατ (Neurath), ο Φρικ και ο Γκέρινγκ, πρότεινε να χτυπηθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Χίτλερ δήλωσε: «Μπορούμε, αφού συντρίψουμε το Κομμουνιστικό Κόμμα, να περιορίσουμε τον αριθμό των ψήφων του στο Ράιχσταγκ και έτσι να πάρουμε εκεί την πλειοψηφία».
Ταυτόχρονα, ο Χίτλερ δήλωνε πως κύριος σκοπός του κόμματός του είναι να επιβάλει στη Γερμανία «ολοκληρωτικό έλεγχο», να εξουδετερώσει κάθε αντιπολίτευση, να δημιουργήσει έναν ισχυρό γερμανικό στρατό.
Για να συντρίψουν το Κομμουνιστικό Κόμμα οι φασίστες οργάνωσαν μια τεράστια προβοκάτσια: Τη νύχτα προς τις 27 Φλεβάρη έβαλαν φωτιά στο κτίριο του Ράιχσταγκ και κατηγόρησαν γι' αυτό τους κομμουνιστές. Κύριος οργανωτής αυτής της πρόκλησης ήταν ο Γκέρινγκ. Αργότερα το ομολόγησε ο ίδιος μπροστά σε ένα στενό κύκλο συνεργατών του Χίτλερ. «Ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρει πραγματικά το Ράιχσταγκ», είπε ο Γκέρινγκ, «είμαι εγώ, γιατί εγώ έβαλα φωτιά σ' αυτό». Στις 28 Φλεβάρη, ύστερα από πρόταση της χιτλερικής κυβέρνησης, ο Χίντενμπουργκ ανέστειλε με έκτακτο διάταγμα όλα τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης που εγγυόντουσαν την ελευθερία του ατόμου, του λόγου, του Τύπου, των συγκεντρώσεων και της ίδρυσης συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Στις εκλογές του Μάρτη του 1933, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ πήρε το 43,9% των ψήφων και την πλειοψηφία στη Βουλή.
Με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης ανέβασαν τον Χίτλερ στην εξουσία οι καπιταλιστές, με την τεράστια βοήθεια της σοσιαλδημοκρατίας.
Παραπομπές:
1. Ενώ π.χ. το Γενάρη του 1923 η αξία ενός αμερικάνικου δολαρίου είχε φτάσει τα 17.792 γερμανικά μάρκα, τον Αύγουστο του ίδιου έτους ξεπερνούσε τα 4,5 εκατομμύρια! Την ίδια περίοδο, δηλαδή πέντε χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, το πραγματικό εργατικό εισόδημα μόλις προσέγγιζε το μισό του προπολεμικού.
2. Το ίδιο έτος είχε προηγηθεί η σταθεροποίηση του γερμανικού νομίσματος.
3. Την εκλογή του στην Προεδρία στήριξε και η σοσιαλδημοκρατία, θεωρώντας τον ως «το μικρότερο κακό».
4. Στις εκλογές Νοεμβρίου 1932, έχασε περίπου 2 εκατομμύρια ψήφων.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΓΙΑΛΤΑΣ
Στη Διάσκεψη της Γιάλτας, όπως και σε άλλες της αντίστοιχης περιόδου, δεν κρατούνταν επίσημα πρακτικά. Κάθε πλευρά κρατούσε τα δικά της πρακτικά και καταγράφονταν από κοινού μόνο τα ντοκουμέντα που είχαν το χαρακτήρα των τελικών αποφάσεων. Εκ τούτου είναι ευκολονόητο ότι μπορούμε να κρίνουμε τις συζητήσεις μόνο μέσα από τις αναμνήσεις των συμμετεχόντων, τα ξεχωριστά πρακτικά της κάθε πλευράς και τα ντοκουμέντα που έχουν πια δημοσιοποιηθεί1.
Βασισμένοι στα επίσημα πρωτόκολλα και ανακοινωθέντα μπορούμε να σκιαγραφήσουμε το πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι διαπραγματεύσεις και τα θέματα στα οποία εστίασαν. Με δεδομένο το γεγονός ότι ο πόλεμος δεν είχε ακόμα τελειώσει, είναι φυσιολογικό ότι η διάσκεψη ασχολήθηκε και με τις πολεμικές επιχειρήσεις. Σημαντικά επίσης ήταν τα θέματα που μπήκαν στη συνδιάσκεψη και αφορούσαν στην επόμενη μέρα του πολέμου. Οι αντιπροσωπείες υπέγραψαν διακήρυξη για την απελευθερωμένη Ευρώπη:
«Αυτή η Διακήρυξη προβλέπει τη σύμφωνη πολιτική των τριών δυνάμεων και τις κοινές τους ενέργειες για την επίλυση των πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων της απελευθερωμένης Ευρώπης, σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές (...) Σύμφωνα με τις αρχές του Χάρτη του Ατλαντικού για το δικαίωμα όλων των λαών να εκλέγουν τη μορφή της κυβέρνησης με την οποία θα ζήσουν, πρέπει να εξασφαλιστεί η αποκατάσταση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της αυτοκυβέρνησης στους λαούς εκείνους που με τη βία στερήθηκαν αυτό, από τα επιθετικά έθνη»2.
Μέσα στα πλαίσια αυτής της διακήρυξης ήταν και οι αποφάσεις που πάρθηκαν σε σχέση με την Πολωνία και τη Γιουγκοσλαβία. Αναφέρεται στο ανακοινωθέν σχετικά με τις δύο χώρες: «Συγκεντρωθήκαμε στη Διάσκεψη της Κριμαίας για να εξομαλύνουμε τις διαφωνίες μας στο πολωνικό ζήτημα.
Εξετάσαμε ολόπλευρα όλες τις πλευρές του πολωνικού ζητήματος. Επιβεβαιώσαμε ξανά την κοινή μας θέληση να δούμε αποκαταστημένη μια ισχυρή, ελεύθερη, ανεξάρτητη και δημοκρατική Πολωνία και έπειτα από τις διαπραγματεύσεις μας συμφωνήσαμε στους όρους, σύμφωνα με τους οποίους θα πρέπει να σχηματιστεί η νέα Προσωρινή Πολωνική Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας...»3.
Επίσης, σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία αναφέρεται: «Θεωρήσαμε απαραίτητο να συστήσουμε στον στρατάρχη Τίτο και στον δόκτορα Σούμπασιτς να θέσουν αμέσως σε ισχύ τη συμφωνία που έκλεισαν μεταξύ τους και να σχηματίσουν Προσωρινή Κυβέρνηση Ενότητας με βάση τη συμφωνία αυτή»4.
Τέλος, η Διάσκεψη έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία ενός νέου οργανισμού, ο οποίος και θα αντικαθιστούσε τη διαλυμένη από τον πόλεμο Κοινωνία των Εθνών. Οι συζητήσεις για τη συγκεκριμένη δομή του νέου οργανισμού (παρά τις όποιες συζητήσεις και επιμέρους συμφωνίες που έγιναν) ανατέθηκαν στη συνάντηση των Ενωμένων Εθνών που ορίστηκε για τον Απρίλη του 1945 και στην οποία θα είχαν δικαίωμα συμμετοχής όλα τα κράτη που τάχθηκαν στην πράξη εναντίον του φασισμού ή που θα κήρυτταν τον πόλεμο στη φασιστική Γερμανία μέχρι την 1η του Μάρτη 19455. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ανακοινωθέν:
«Αποφασίσαμε στο πιο κοντινό μέλλον να ιδρύσουμε μαζί με τους συμμάχους μας μια παγκόσμια οργάνωση για τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ασφάλειας (...) Η σύσκεψή μας στην Κριμαία επιβεβαίωσε ξανά την κοινή μας απόφαση να διαφυλάξουμε και να δυναμώσουμε, στην προσεχή ειρηνική περίοδο, την ενότητα των σκοπών και δράσης, που έκανε δυνατή και αδιαμφισβήτητη για τα Ενωμένα Εθνη τη νίκη στο σημερινό πόλεμο. Πιστεύουμε ότι αυτό είναι ιερή υποχρέωση των κυβερνήσεών μας απέναντι στους λαούς τους και απέναντι στους λαούς όλου του κόσμου»6.
Το σύνολο σχεδόν των κυρίαρχων αστικών και κυρίως οπορτουνιστικών ιστοριογραφικών προσεγγίσεων αρέσκονται να αναφέρουν ότι στη Διάσκεψη της Γιάλτας «μοιράστηκε ο κόσμος». Η προσέγγιση αυτή αποτελούσε και αποτελεί τμήμα της ιδεολογικής επίθεσης που εξαπέλυσαν οι ιμπεριαλιστές στα πλαίσια της διαμάχης με το σοσιαλισμό, ενάντια στην ΕΣΣΔ και τους κομμουνιστές. Εξισώνοντας τη Σοβιετική Ενωση με τα ιμπεριαλιστικά κράτη, προσπαθούσαν να πλήξουν το αυξημένο κύρος που κέρδισαν η ίδια και τα Κομμουνιστικά Κόμματα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, να δικαιολογήσουν το δόγμα του «Ψυχρού Πολέμου» και τις μεταπολεμικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στο σοσιαλιστικό σύστημα.
Γι' αυτό συνήθως το επιχείρημά τους για το μοίρασμα του κόσμου αφορά στις χώρες που συναποτέλεσαν στη συνέχεια το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, τις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Σ' αυτές τις χώρες οξύνθηκε η διαπάλη για το ζήτημα της εξουσίας με το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Είναι αλήθεια ότι η παρουσία του Κόκκινου Στρατού έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Ετσι, μέσα από μια ολιγόχρονη πορεία διαπάλης, τα ένοπλα λαϊκά κινήματα με επικεφαλής τους κομμουνιστές προχώρησαν, πέρα από την απελευθέρωση, και στην ανατροπή της αστικής εξουσίας. Με την αποφασιστική στήριξη της Σοβιετικής Ενωσης συντρίφτηκαν οι αντεπαναστατικές ενέργειες των εγχώριων αστικών δυνάμεων που στηρίχτηκαν από το διεθνή ιμπεριαλισμό.
Παρά τα φημολογούμενα για τις περιοχές που ήδη είχαν απελευθερωθεί από την προέλαση του Κόκκινου Στρατού, οι συζητήσεις που έγιναν στα πλαίσια της Διάσκεψης της Γιάλτας δεν πήγαιναν πιο μακριά από την αναγνώριση προσωρινών κυβερνήσεων ή την ανάγκη διεξαγωγής εκλογών7. Μάλιστα, οι αποφάσεις για τις απελευθερωμένες χώρες αφορούσαν μονάχα στην Πολωνία και στη Γιουγκοσλαβία (όπως ήδη είδαμε) και όχι στις άλλες χώρες που απελευθέρωσε ο Κόκκινος Στρατός (Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Ρουμανία ή την Αυστρία).
Αργότερα, στη Διάσκεψη στο Πότσνταμ (17 Ιούλη - 2 Αυγούστου 1945), έγινε όντως συζήτηση για τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Φινλανδία, την Αυστρία, τη Βουλγαρία, αλλά και την Ιταλία, στην οποία δεν μπήκε ο Κόκκινος Στρατός. Οι διαπραγματεύσεις αυτές εστιάζονταν στην αναγνώριση από τις αντιφασιστικές κυβερνήσεις του δικαιώματος εισόδου των κρατών αυτών στον ΟΗΕ και πολεμικών αποζημιώσεων, με δεδομένο το γεγονός ότι επρόκειτο για χώρες που οι κυβερνήσεις τους είχαν συμπαραταχθεί με τη ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου8.
Ειδική αναφορά γίνεται στα πλαίσια της «θεωρίας του μοιράσματος του κόσμου» στο χωρισμό της Γερμανίας. Βέβαια και πάλι κατηγορείται η Σοβιετική Ενωση μονομερώς και όχι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ακόμα και σήμερα στους γιορτασμούς για την καπιταλιστική παλινόρθωση στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία και τη νίκη της αντεπανάστασης στην Ευρώπη, οι απολογητές του ιμπεριαλισμού εντόπισαν το πρόβλημα στη Σοβιετική Ενωση που στεκόταν εμπόδιο στην ένωση της Γερμανίας9. Δυστυχώς γι' αυτούς, η ιστορική πραγματικότητα τους διαψεύδει.
Το ζήτημα του διαμελισμού της Γερμανίας είχε τεθεί νωρίτερα, στη Διάσκεψη της Τεχεράνης, όπου την 1η του Δεκέμβρη 1943 ο Ρούζβελτ παρουσίασε σχέδιο διαμελισμού της Γερμανίας σε 5 κράτη, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι είχε ετοιμαστεί 2 μήνες νωρίτερα. Ο Τσόρτσιλ υποστήριξε ανάλογη πρόταση. Μάλιστα, ένα χρόνο αργότερα (Οκτώβρης του 1944), στη διάρκεια συνομιλιών που είχε μαζί με τον Ιντεν με τη σοβιετική κυβέρνηση στη Μόσχα, παρουσίασε δικό του σχέδιο διαμελισμού, που προέβλεπε το χωρισμό της Γερμανίας σε 3 μέρη.
Μ. Βρετανία και ΗΠΑ επανήλθαν στη Διάσκεψη του Πότσνταμ, προτείνοντας σχέδιο διαμελισμού της Γερμανίας σε τρία κράτη και πιο συγκεκριμένα σε Βορειογερμανικό, Νοτιογερμανικό και Δυτικογερμανικό. Η Σοβιετική Ενωση διά στόματος Στάλιν απέρριψε την πρόταση ως αφύσικη και υποστήριξε ότι το ζητούμενο δεν ήταν ο διαμελισμός της Γερμανίας, αλλά η μετατροπή της σε ένα φιλειρηνικό και δημοκρατικό κράτος10. Ανάλογη μαρτυρία υπάρχει και από τον Αμερικανό Χάρι Χόπκινς, ο οποίος κάθε άλλο παρά φιλοσοβιετικός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ο Χόπκινς αναφέρει ότι ο Στάλιν αντιμετώπισε «χωρίς ενθουσιασμό» τις προτάσεις της Αγγλίας και των ΗΠΑ για το διαμελισμό της Γερμανίας11.
Αλλά και η μετέπειτα στάση της Σοβιετικής Ενωσης μέχρι την ανακήρυξη της Δυτικής Γερμανίας ως ξεχωριστού κράτους και την ένταξή της στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς (ένταξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ το 1955) αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός ενιαίου γερμανικού κράτους. Μέχρι και το 1952 ο στόχος της επανένωσης των δύο Γερμανιών παρέμεινε στο διπλωματικό προσκήνιο, κυρίως με πρωτοβουλία της Σοβιετικής Ενωσης, ανεξαρτήτως της ρεαλιστικότητάς του. Πιο συγκεκριμένα, στις 10 του Μάρτη 1952, η Σοβιετική Ενωση παρέδωσε στις άλλες τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (Μ. Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ) πρόταση που έμεινε γνωστή ως «μνημόνιο Στάλιν». Σε αυτό το μνημόνιο η σοβιετική κυβέρνηση πρότεινε αναλυτικά τη διαμόρφωση βάσεων ειρήνης. Η πρόταση επανήλθε και στις 9 του Απρίλη 195212 και ανάλογες πρωτοβουλίες συνεχίστηκαν έως και το 1955.
Είναι χαρακτηριστική η εξής παρατήρηση ενός αστού ιστορικού, του Αμερικανού Arthur M. Schlesinger, ο οποίος σημειώνει: «Η διακήρυξη (σ.σ.: αναφέρεται στη διακήρυξη για την Απελευθερωμένη Ευρώπη) διαψεύδει και το μύθο που, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, αποτελεί πεποίθηση στη Γαλλία, ότι η Γιάλτα προκάλεσε ή επικύρωσε τη διαίρεση της Ευρώπης. Αυτό που προκάλεσε τη διαίρεση της Ευρώπης δεν ήταν κάποιες λέξεις πάνω στο χαρτί αλλά η ανάπτυξη των στρατευμάτων»13.
Μόλις ένα μήνα μετά τη Διάσκεψη της Γιάλτας, οι «σύμμαχοι» της Σοβιετικής Ενωσης ήρθαν σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να μεταφέρουν το κύριο κομμάτι της δύναμης πυρός τους από το Δυτικό στο Ανατολικό Μέτωπο. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται ακόμα και από αστούς ιστορικούς, στα τέλη του Μάρτη του 1945 στο Ανατολικό Μέτωπο οι Σοβιετικοί ήταν αντιμέτωποι με περίπου 150 γερμανικές μεραρχίες, τη στιγμή που στο Δυτικό Μέτωπο οι Αγγλοαμερικανοί ήρθαν σε σύγκρουση με λιγότερες από τριάντα14.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αλληλογραφία Στάλιν - Ρούζβελτ εκείνη την περίοδο κυριαρχούσε ως πρόβλημα το ζήτημα των διαπραγματεύσεων στη Βέρνη της Ελβετίας ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Βρετανία από τη μια πλευρά και τους διοικητές των ναζιστικών στρατευμάτων που έδρευαν στην Ιταλία από την άλλη. Η σοβιετική πλευρά έθεσε ζήτημα συμμετοχής και Σοβιετικών αντιπροσώπων στις διαπραγματεύσεις, κάτι όμως που δεν έγινε δεκτό από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία15.
Ο Στάλιν σημείωνε σε επιστολή του προς τον Ρούζβελτ στις 7 του Απρίλη 1945 (1 μήνα πριν από την είσοδο του Κόκκινου Στρατού στο Βερολίνο):
«Μου είναι δύσκολο να δεχθώ ότι η έλλειψη αντίστασης εκ μέρους των Γερμανών στο Δυτικό Μέτωπο μπορεί να εξηγηθεί μόνο από το γεγονός ότι ηττώνται. Οι Γερμανοί διαθέτουν στο Ανατολικό Μέτωπο 147 μεραρχίες. Θα μπορούσαν, χωρίς να προκαλέσουν ζημιά στον αγώνα τους, να αποσύρουν 15-20 μεραρχίες από το Ανατολικό Μέτωπο και να τις στείλουν προς ενίσχυση των στρατευμάτων τους στο Δυτικό Μέτωπο. Εντούτοις, οι Γερμανοί δεν το έκαναν και δεν το κάνουν αυτό. Συνεχίζουν να πολεμούν λυσσαλέα εναντίον των Ρώσων για τον άγνωστο κόμβο της Zemlianitsa στην Τσεχοσλοβακία, τον οποίο χρειάζονται τόσο όσο και ένας νεκρός το κατάπλασμα. Παραδίδουν, όμως, χωρίς αντίσταση σημαντικές πόλεις της Κεντρικής Γερμανίας, όπως το Osnabruk, το Manheim και το Kassel. Δεν δέχεστε ότι η συμπεριφορά αυτή των Γερμανών είναι τουλάχιστον παράξενη και ανεξήγητη;»16.
Λίγους μήνες αργότερα οι ΗΠΑ έριξαν τις δύο ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι 6, 9 του Αυγούστου 1945), με σαφή σκοπό να τρομοκρατήσουν τόσο τη Σοβιετική Ενωση.
Τα σχέδια για το βομβαρδισμό δεν αναφέρθηκαν στη Διάσκεψη του Πότσνταμ που τελείωσε 4 μόλις μέρες πριν (2 του Αυγούστου 1945). Ποιος ο λόγος να προχωρήσουν οι ΗΠΑ σε μια τέτοια ενέργεια, τη στιγμή που ο κόσμος είχε μοιραστεί μόλις πριν από κάποιους μήνες στη Γιάλτα;
Η συμφιλίωση ανάμεσα στους νικητές ιμπεριαλιστές και στους ναζί διαφάνηκε ακόμα και μετά από τον πόλεμο, όταν οι πρώτοι στρατολογούσαν τους δεύτερους μπροστά στον κίνδυνο του κομμουνισμού17.
Οι παραπάνω ιστορικές αλήθειες αποτελούν χαρακτηριστικά γεγονότα που απορρίπτουν τα προπαγανδιστικά επιχειρήματα ότι ο κόσμος είχε μοιραστεί ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Η σύγκρουση μεταξύ τους υπήρχε και διεξαγόταν, όντας ταυτόχρονα στην ίδια συμμαχία. Χαρακτηριστικά είναι εξάλλου τα αποσπάσματα από τα γραφτά του δηλωμένου αντικομμουνιστή Τσόρτσιλ που θα «μοίραζε τον κόσμο» με τον Στάλιν: «Ο κομμουνισμός σήκωσε κεφάλι χάρη στο νικηφόρο ρωσικό μέτωπο. Η Ρωσία υπήρξε ο σωτήρας και ο κομμουνισμός το ευαγγέλιο που έφερνε μαζί της»18.
Ο μύθος που αναφέρεται στην καθοριστική επίδραση της Γιάλτας στην εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ελλάδα παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Στόχος είναι να αποδοθεί στη στάση της Σοβιετικής Ενωσης και στη δήθεν προδοσία της απέναντι στους Ελληνες κομμουνιστές η ήττα του λαϊκού κινήματος στον εμφύλιο πόλεμο.
Η Γιάλτα αναγνώρισε το συσχετισμό δύναμης που είχε διαμορφωθεί σε κάθε χώρα μέχρι το Φλεβάρη του 1945. Ετσι, σχετικά με την Ελλάδα, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι είχε προηγηθεί το Δεκέμβρη του 1944 η «μάχη της Αθήνας», η ένοπλη δηλαδή σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, από τη μια πλευρά, και της αστικής τάξης σε συνεργασία με το βρετανικό ιμπεριαλισμό, από την άλλη.
Οπως έχει εκτιμήσει και το ΚΚΕ, η ήττα του Δεκέμβρη ήρθε ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι, ενώ τον Οκτώβρη του 1944 είχαν διαμορφωθεί συνθήκες επαναστατικής κατάστασης στην Ελλάδα, το ΚΚΕ δεν είχε την αντίστοιχη ετοιμότητα για να οδηγήσει την ταξική πάλη προς την επαναστατική λύση του προβλήματος της εξουσίας.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί: Υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο αγγλικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής (Ιούλης του 1943), συμφωνία του Λιβάνου (Μάης του 1944) και της Καζέρτας (Σεπτέμβρης του 1944), συμμετοχή στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας (Σεπτέμβρης του 1944), η απαράδεκτη συμφωνία της Βάρκιζας (Φλεβάρης του 1945)19.
Η κυρίαρχη αστική ιδεολογία, βέβαια, επιτίθεται με ιδιαίτερη σκληρότητα σε όσους κρίνουν τη συμφωνία της Γιάλτας, ως αποτέλεσμα του συσχετισμού δύναμης μεταξύ σοσιαλισμού και ιμπεριαλισμού που διαμόρφωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εξυπακούεται ότι η επίθεση είναι το ίδιο σκληρή, ακόμα και όταν το ζήτημα τίθεται από μελετητές που δε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κομμουνιστές.
Η αστική τάξη, που δεν έχει κανένα πρόβλημα να στηρίζει το ξαναγράψιμο της Ιστορίας σε κάποιες υποθέσεις ή σε ορισμένους «λογικούς» συνειρμούς, αποκρύπτει ή διαστρέφει τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Κανείς, λοιπόν, από αυτούς που νοιάζονται για τις διπλωματικές συμβάσεις που έκριναν το ζήτημα της Ελλάδας δεν αναφέρεται στη συνάντηση Τσόρτσιλ και Ρούζβελτ (που ήδη προαναφέραμε) το καλοκαίρι του 1943 στο Κεμπέκ του Καναδά, όπου και αποφασίστηκε να εισβάλουν στην Ελλάδα αγγλικά στρατεύματα αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών: «Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Τσόρτσιλ, η ιδέα της αγγλικής επέμβασης στην Ελλάδα γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1943, στη διάρκεια της Συνάντησης στο Κεμπέκ του Καναδά του Βρετανού πρωθυπουργού και του Αμερικάνου Προέδρου Ρούζβελτ, οι οποίοι είχαν διαπιστώσει πως η θέση του ΕΑΜ για φιλολαϊκές και σύμφωνα με τη θέληση του ελληνικού λαού μεταπελευθερωτικές εξελίξεις είχαν κερδίσει σημαντικές θέσεις και ο αστικός πολιτικός κόσμος αδυνατούσε να χειραγωγήσει τις εξελίξεις. Οπως έγραφε σχετικά ο ίδιος ο Τσόρτσιλ "σκέφτηκαν στην αρχή ότι ήταν υποχρεωμένοι να επέμβουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας τη στιγμή της απελευθέρωσης". Και όπως σημείωνε στις 29 Σεπτέμβρη του 1943, είχε θεωρηθεί απαραίτητη η αποστολή στην Ελλάδα 5.000 Βρετανών στρατιωτών, "εάν οι Γερμανοί την εγκαταλείψουν με θωρακισμένα αυτοκίνητα και πυροβόλα". Σε σχετικό εξάλλου τηλεγράφημα προς τον υπουργό των Εξωτερικών Αντονι Iντεν, το Νοέμβρη του 1943, τόνιζε ότι "θα έπρεπε το χτύπημα, για να είναι αποφασιστικό, να καταφερθεί κατά του ΕΛΑΣ την κατάλληλη στιγμή"».20
Σχέδια, λοιπόν, για την τύχη της Ελλάδας υπήρξαν πραγματικά και πριν από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά αυτά τα σχέδια ήταν του εγγλέζικου και αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και γι' αυτό δεν τυγχάνουν της προσοχής των αστών ιστορικών και αρθρογράφων. Την περίοδο που η ΕΑΜική αντίσταση έδινε μάχη για την απομάκρυνση των Γερμανών από την Ελλάδα, οι ιμπεριαλιστές «σύμμαχοι» προετοίμαζαν την αποκατάσταση της πρότερης κατάστασης, μιας και ο γερμανικός ιμπεριαλισμός βάδιζε προς την ήττα.
Ωστόσο, προτιμούν να αποκρύπτουν τα ιστορικά γεγονότα και να προσηλώνονται στο περίφημο χαρτάκι που αντάλλαξαν Τσόρτσιλ και Στάλιν στη συνάντηση της Μόσχας (9 - 14 Οκτώβρη 1944). Η αξιοπιστία του Τσόρτσιλ, ειδικότερα απέναντι στη Σοβιετική Ενωση και το ΚΚΕ, διαφάνηκε τόσο από τα αποσπάσματα των απομνημονευμάτων του, όσο και από την εκπόνηση του «σχεδίου Μάνα». Ας δούμε όμως τι θυμάται σε σχέση με την περίφημη «μυστική μοιρασιά των Βαλκανίων»:
«Εγραψα σε μισή κόλα χαρτί Ρουμανία: Ρωσία 90% άλλοι 10%, Ελλάδα: Μεγάλη Βρετανία 90% (σε συμφωνία με τις ΗΠΑ) άλλοι 10%, Γιουγκοσλαβία 50%-50%, Ουγγαρία: 50%-50%, Βουλγαρία: Ρωσία 75% οι άλλοι 25%. Το έδωσα στον Στάλιν... Εγινε μια μικρή παύση. Υστερα πήρε το μπλε μολύβι του, έβαλε ένα μεγάλο σημάδι πάνω και το ξανάδωσε. Κανονίστηκαν όλα σε όσο χρόνο χρειάστηκαν για να γραφτούν»21.
Πέρα από το μεγάλο ερωτηματικό που προκύπτει γιατί στο «συγκεκριμένο χαρτί» δεν μπήκαν και άλλες χώρες, αξίζει να σημειωθεί ότι το «χαρτάκι» αυτό εξαφανίστηκε και δεν παρουσιάστηκε ποτέ, ούτε γίνεται αναφορά του στα δημοσιοποιημένα αρχεία της Αγγλίας ή της Σοβιετικής Ενωσης. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι η συνάντηση της Μόσχας, στην οποία παραβρέθηκαν οι Στάλιν, Μολότοφ, Τσόρτσιλ, Ιντεν και ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Μόσχα Χάριμαν (μιας και ο Ρούζβελτ δεν μπορούσε να παραβρεθεί), έγινε για να εξεταστούν και να αναπτυχθούν τα στρατιωτικά σχέδια που είχαν συμφωνηθεί στην Τεχεράνη. Τα σχέδια αυτά αφορούσαν το άνοιγμα των καινούριων μετώπων σε Δυτική Ευρώπη και Απω Ανατολή. Συζητήθηκαν επίσης τα ζητήματα της αναγνώρισης των κυβερνήσεων της Πολωνίας, της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας, οι οποίες είχαν ήδη σχεδόν απελευθερωθεί. Ομως, σε σχέση με την Ελλάδα, πρέπει να σημειώσουμε ότι βασικές συμφωνίες που ενέτασσαν την Ελλάδα στον άξονα δράσης των βρετανικών δυνάμεων, όπως αναφέραμε και παραπάνω, είχαν προηγηθεί από το 1943 (ένταξη του ΕΛΑΣ στο στρατηγείο της Μ. Ανατολής) και είχαν ολοκληρωθεί μέχρι το Σεπτέμβρη του 1944 (Καζέρτα).
Αλλοι πάλι θέτουν το «ερώτημα» γιατί ο Κόκκινος Στρατός δεν κατέβηκε και στην Ελλάδα, τη στιγμή που είχε φτάσει μέχρι τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ωστόσο, στην πλειοψηφία των ιστορικών προσεγγίσεων η άποψη αυτή διατυπώνεται από όσους ταυτόχρονα υποστηρίζουν ότι κακώς η Σοβιετική Ενωση και ο Κόκκινος Στρατός αναμείχθηκε στα εσωτερικά άλλων χωρών.
Ο Κόκκινος Στρατός δεν είχε λόγο να περάσει τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και να εισχωρήσει στην Ελλάδα, πρώτα απ' όλα γιατί η Ελλάδα στη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην ευθύνη του εγγλέζικου στρατηγείου, αναφορικά με τις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών. Επομένως, για τον Κόκκινο Στρατό που καταδίωκε τους Γερμανούς στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Πολωνία και αλλού δεν υπαγόρευε καμιά πολεμική ανάγκη την εισχώρηση στην Ελλάδα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ιστορικά αβάσιμων προσεγγίσεων των αστών αρθρογράφων για τη Γιάλτα είναι και το παρακάτω απόσπασμα:
«Ο Στάλιν σε όλη τη διάρκεια της Γιάλτας και μετά από αυτήν κατάφερνε να φαίνεται συνεργάσιμος ακόμη και όταν διαφωνούσε. Ετσι, ενώ είχε υποσχεθεί να μην αναμειχθεί στα ελληνικά πράγματα, κι αυτό έκανε αφήνοντας το KKE στο έλεος των αντιπάλων του, προωθούσε ύπουλα την ιδέα της "Βαλκανικής Ομοσπονδίας" που αποσκοπούσε στην ένωση των Σλάβων, τη χειρότερη ίσως απειλή τότε για την Ελλάδα, γνωστού όντως του προαιώνιου πόθου των Βουλγάρων για έξοδό τους στο Αιγαίο»22.
Από το παραπάνω απόσπασμα, όπως και από άλλα παρόμοια, είναι πραγματικά δύσκολο κανείς να καταλάβει αν η Σοβιετική Ενωση ήθελε ή όχι να αναμειχθεί στα εσωτερικά της χώρας. Ο κεντρικός πυρήνας αυτών των θέσεων δεν είναι άλλος από την αξίωση να κριθεί ηθικά ένοχη η Σοβιετική Ενωση, με το σκεπτικό ότι άφησε αβοήθητο το ΚΚΕ και παράλληλα επιδίωξε να πλήξει την Ελλάδα!
Στη Διάσκεψη της Γιάλτας, στα ανακοινωθέντα της οποίας - όπως ήδη αναφέραμε - υπάρχει μια πληθώρα ζητημάτων, δεν αναλύεται διεξοδικά το ζήτημα της Ελλάδας. Η αγγλική αντιπροσωπεία έθεσε στη συζήτηση απλά το ζήτημα της ανάγκης της παρουσίας παρατηρητών για εκλογές σε Ελλάδα και Ιταλία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της σοβιετικής πλευράς, ενώ απουσιάζει κάθε αναφορά στα επίσημα ανακοινωθέντα23. Είναι λοιπόν καθαρό ότι η Διάσκεψη της Γιάλτας δεν καθόρισε το αν η ελληνική εργατική τάξη θα έπρεπε να επιλέξει το δρόμο της ένοπλης σύγκρουσης για την επαναστατική επίλυση του ζητήματος της εξουσίας.
Το ΠΑΣΟΚ και άλλες αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις έχουν ισχυριστεί εδώ και πολλά χρόνια ότι το ΚΚΕ κακώς ηγήθηκε των ένοπλων αγώνων το Δεκέμβρη του 1944 και του ΔΣΕ την περίοδο 1946-1949, αφού γνώριζε ότι ο κόσμος είχε μοιραστεί και άρα ότι αυτοί οι αγώνες ήταν εκ προοιμίου χαμένοι.
Σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα, ο ηρωικός αγώνας του Δεκέμβρη του 1944 και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας εξακολουθεί να είναι καρφί στο μάτι των σύγχρονων απολογητών του ιμπεριαλισμού. Γιατί, μέσα από τον ηρωικό αγώνα του ελληνικού λαού με μπροστάρη το ΚΚΕ ενάντια στην ελληνική αστική τάξη και τον αμερικάνικο και τον εγγλέζικο ιμπεριαλισμό, καταρρέουν τα μυθεύματά τους. Δεν μπορούν να απαντήσουν γιατί το ΚΚΕ, που ακολουθούσε τυφλά το ΚΚΣΕ και κατά την ίδια λογική το μοίρασμα του κόσμου στη συμφωνία της Γιάλτας, επέλεξε την ένοπλη σύγκρουση και δε συμβιβάστηκε με τον ιμπεριαλισμό.
Η πάλη του ΔΣΕ αποδεικνύει, για άλλη μια φορά, ότι η πάλη που δέσποζε στη μεταπολεμική Ευρώπη ήταν ταξική. Η σύγκρουση του σοσιαλισμού με τον ιμπεριαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν αναγκαστική και δε θα μπορούσε να ρυθμιστεί μέσα από τη Διάσκεψη της Γιάλτας.
Η πάλη του ΔΣΕ, παρά την ήττα, ήταν αυτή που κλόνισε συθέμελα το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα.
Παραπομπές:
1. «Ντοκουμέντα Τεχεράνη - Γιάλτα - Πότσδαμ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987.
2. «Ντοκουμέντα Τεχεράνη - Γιάλτα - Πότσδαμ», «Ανακοινωθέν της Διάσκεψης των ηγετών των τριών Σύμμαχων Δυνάμεων - της Σοβιετικής Ενωσης, των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Μεγάλης Βρετανίας στην Κριμαία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987 σελ. 208 - 209.
3. Ο.π., σελ. 210.
4. Ο.π., σελ. 211.
5. Ο.π., «Πρωτόκολλο των εργασιών της Διάσκεψης της Κριμαίας», σελ. 214.
6. «Ντοκουμέντα Τεχεράνη - Γιάλτα - Πότσδαμ», «Πρωτόκολλο των εργασιών της Διάσκεψης της Κριμαίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987, σελ. 212.
7. «Ντοκουμέντα Τεχεράνη - Γιάλτα - Πότσδαμ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987, σελ. 210 - 212.
8. Ο.π., σελ. 210 - 212.
9. Αγκελα Μέρκελ: «Η 9η Νοεμβρίου είναι η πιο ευτυχισμένη ημέρα της σύγχρονης γερμανικής ιστορίας», Deutsche Welle, στοhttp://www.dw-world.de/dw/article/0, 4870096,00.html.
10. Γκ. Ζούκοφ: «Απομνημονεύματα και στοχασμοί», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 711.
11. Documents, The White House Papers of Harry Hopkins (p.789), n.e., 1949.
12. Τα στοιχεία προέρχονται από τα αρχεία του Γερμανικού Ιστορικού Μουσείου. Βλ. ενδεικτικά Europa- Archiv 7 (pp.4832-3) στο www.dhm.de/bemo/hem/ddsumeffe.
13. Ι. Β. Στάλιν - Φ. Ντ. Ρούζβελτ: «Αγαπητέ κύριε Στάλιν, Αλληλογραφία 1941-1945», Πρόλογος, σελ. 17.
14. Carolyn Eisenberg: «Drawing the line: The American Decision to Divide Germany 1944-1949», Cambridge University Press, Cambridge, 1996, σελ. 72.
15. Ι. Β. Στάλιν - Φ. Ντ. Ρούζβελτ: «Αγαπητέ κύριε Στάλιν, Αλληλογραφία 1941 - 1945», σελ. 410 - 426.
16. Ο.π., σελ. 423 - 424.
17. Kevin Ruffner: «Forging an Intelligence Partnership: CIA and the origin of BND, 1945-49», στο www2.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB146/index.htm.
18. Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», 1954, τ. 6, σελ. 181.
19. «60 χρόνια από τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών»: «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005, σελ. 38.
20. «Η τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» - «Ριζοσπάστης», Αθήνα, 1998, σελ 42-43.
21. David Downing: «Ηγέτες - Ιωσήφ Στάλιν», εκδ. «Σαββάλας», Αθήνα, 2003, σελ. 46.
22. Φωτεινής Τομαή (προϊσταμένης της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου στο ΥΠΕΞ): «Πώς μοίρασαν τον κόσμο στη Διάσκεψη της Γιάλτας», εφημερίδα «Το Βήμα», 5 Φλεβάρη 2006.
23. «Ντοκουμέντα Τεχεράνη - Γιάλτα - Πότσδαμ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987, σελ. 191.

TOP READ