29 Οκτ 2013

H ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΛΙΕΝΤΕ ΣΤΗ ΧΙΛΗ, 1970-1973

H ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΛΙΕΝΤΕ ΣΤΗ ΧΙΛΗ, 1970-1973

  του Δημήτρη Καλτσώνη

Εχουν περάσει 27 χρόνια από το αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοσέτ στις 11 Σεπτέμβρη 1973 και 30 χρόνια από την ανάληψη στις 4 Νοέμβρη 1970 των προεδρικών καθηκόντων στη Χιλή από τον Σαλβαδόρ Αλιέντε και το σχηματισμό κυβέρνησης από τις δυνάμεις της «Λαϊκής Ενότητας». Στο μεταξύ σήμερα, η χούντα έχει παραχωρήσει τη θέση της στον κοινοβουλευτισμό, ο Πινοσέτ είναι ισόβιος γερουσιαστής. Αλλά και στο διεθνή περίγυρο οι μεταβολές υπήρξαν περισσότερο δραματικές: τα σοσιαλιστικά καθεστώτα της Ευρώπης και η Σοβιετική Ενωση δεν υπάρχουν πια.

Πολλά στοιχεία της χιλιάνικης εμπειρίας της περιόδου 1970-1973 πρέπει ίσως να ξανασυζητηθούν, άλλοτε για να υπομνησθούν γεγονότα και συμπεράσματα που διατηρούν την επικαιρότητά τους και άλλοτε για να διατυπωθούν νέα συμπεράσματα που προκύπτουν υπό το φως των βαθιών αλλαγών που έγιναν στον κόσμο υπό το βάρος της οπισθοχώρησης του κομμουνιστικού κινήματος. Η μελέτη της εμπειρίας αυτής μπορεί και σήμερα να αξιοποιηθεί από το ανερχόμενο, αργά αλλά σταθερά, αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Τριάντα χρόνια μετά, τα λάθη γίνονται ίσως περισσότερο ευδιάκριτα, οι αυταπάτες το ίδιο.


ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΛΑΙΣΙΟ

Για την εκλογή του προέδρου Αλιέντε εκτός από τις αγωνιστικές παραδόσεις του χιλιάνικου λαού, στις εξελίξεις των αρχών της δεκαετίας του 1970 έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο, και δε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς, οι διεθνείς εξελίξεις. Οι προοδευτικές δυνάμεις της ανθρωπότητας βγήκαν από το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο σαφώς ενισχυμένες. Η κοινότητα των σοσιαλιστικών κρατών περιλάμβανε τώρα πλήθος άλλων χωρών στην Ανατολική Ευρώπη και την Κίνα. Η Σοβιετική Ενωση με γοργά βήματα άρχισε να συνέρχεται από τις πληγές του πολέμου και να κατοχυρώνει την παρουσία της στη διεθνή σκηνή. Τα ΚΚ των καπιταλιστικών χωρών εξήλθαν από τον πόλεμο με πολύ μεγαλύτερο κύρος. Αρχισε να φουντώνει το εθνικοαπελευθερωτικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα των χωρών της Ασίας και της Αφρικής.

Στη Λατινική Αμερική κορυφαίο γεγονός αποτέλεσε η νίκη της κουβανέζικης επανάστασης το 1959 και η βαθμιαία μετεξέλιξή της από αντιδικτατορική και αντιιμπεριαλιστική σε σοσιαλιστική. Είχε προηγηθεί η ανατροπή της προοδευτικής κυβέρνησης του Αρμπενς στη Γουατεμάλα το 1954 από τους μισθοφόρους της CIA.

Το 1961 είναι η χρονιά όπου ξεκινούν και πάλι οι προσπάθειες του ένοπλου αγώνα στη Νικαράγουα με την ίδρυση του Σαντινιστικού Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης. Το ίδιο έτος, οι ΗΠΑ εξαγγέλλουν το πρόγραμμα «Συμμαχία για την Πρόοδο» προκειμένου να αποφύγουν περαιτέρω επαναστατικές εξάρσεις στην υποήπειρο.

Το 1961 είναι η χρονιά που αποτυγχάνει παταγωδώς η στρατιωτική επιχείρηση που οργάνωσε η CIA για να εισβάλει στην Κούβα στον Κόλπο των Χοίρων. Την ίδια χρονιά αρχίζει δειλά-δειλά το αντάρτικο στη Γουατεμάλα.

Το 1966 δολοφονείται στην Κολομβία ο επαναστάτης ιερέας Καμίλο Τόρρες ο οποίος είχε προσχωρήσει στις τάξεις του αντάρτικου.

Το 1967 δολοφονείται στη Βολιβία ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και διαλύεται το αντάρτικο κίνημα. Ωστόσο, μετά από τρία χρόνια ταραχών, το 1970 που θα έλθει στην κυβέρνηση και ο Αλιέντε, στη Βολιβία αναδεικνύεται μια πατρωτική στρατιωτική κυβέρνηση ενώ αντίστοιχη στρατιωτική κυβέρνηση συγκροτήθηκε στο Περού το 1968.

Το 1970 οι ΗΠΑ βρίσκονται ήδη για τα καλά μπλεγμένες στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η επέμβασή τους έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων σε όλο τον κόσμο και μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δύο χρόνια πριν, οι ΗΠΑ συγκλονίστηκαν από τις μεγάλες φοιτητικές και νεανικές διαδηλώσεις και το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων. Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, πάντως, είναι φανερό ότι πόλεμος στο Βιετνάμ θα λήξει με την επικράτηση των εθνικοαπελευθερωτικών δυνάμεων που επικεφαλής τους ήταν το Βιετναμέζικο ΚΚ.

Στις διεθνείς εξελίξεις πρέπει να συνυπολογιστεί, δίχως άλλο, το επίπεδο των σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην ΕΣΣΔ, γενικότερα ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και σε εκείνες του σοσιαλισμού. Μετά την κρίση των πυραύλων το 1962, η άνοδος του επαναστατικού αλλά και του φιλειρηνικού κινήματος σε όλο τον κόσμο, καθώς και η επιμονή της ΕΣΣΔ στην πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης απέδωσαν καρπούς. Το 1970 προετοιμάζεται ουσιαστικά η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη που συνήλθε τρία χρόνια μετά και διακήρυξε το απαραβίαστο των συνόρων στην Ευρώπη.


ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Το 1969 δημιουργείται στη Χιλή η Λαϊκή Ενότητα. Το πρόγραμμά της υπογράφτηκε στις 17 Δεκέμβρη από τα παρακάτω κόμματα: Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΣΚ), Κομμουνιστικό Κόμμα, Ριζοσπαστικό Κόμμα, Κίνηση Ενωμένης Λαϊκής Δράσης, Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση, Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.

Το ΣΚ ήταν το ισχυρότερο κόμμα του συνασπισμού. Ιδρύθηκε το 1933 μετά την πτώση της «σοσιαλιστικής δημοκρατίας» του Γκρόβε. Ο Αλιέντε ήταν από τα ιδρυτικά μέλη. Το κόμμα διαφοροποιόταν από την, όπως ισχυριζόταν, «αυστηρή ιδεολογία» του ΚΚ (δηλαδή το μαρξισμό-λενινισμό) και αγωνιζόταν για μια «αντιιμπεριαλιστική οικονομία» σε όλη τη Λατινική Αμερική ενώ δεχόταν το μαρξισμό μόνο «σαν μέθοδο ερμηνείας της πραγματικότητας». Επρόκειτο δηλαδή για ένα σοσιαλρεφορμιστικό κόμμα αντιιμπεριαλιστικής ωστόσο κατεύθυνσης, ίσως και εξαιτίας της ριζοσπαστικοποίησης των λαών ιδιαίτερα μετά την κουβανέζικη επανάσταση. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε μια μακρόχρονη συνεργασία με το ΚΚ Χιλής, λιγότερο ή περισσότερο στενή, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και μετά.

Παλιότερα, το ΣΚ συμμετείχε μαζί με το Ριζοσπαστικό Κόμμα και το ΚΚ στο Λαϊκό Μέτωπο που κυβέρνησε τη χώρα την περίοδο 1936-1941. Αποχώρησε από αυτό την ίδια χρονιά. Αμέσως μετά διασπάστηκε. Η δεξιά πτέρυγα συμμετείχε ενεργά στην αντικομμουνιστική υστερία από το 1946 και μετά. Δεξιά και αριστερή πτέρυγα του ΣΚ ενώθηκαν και πάλι την ίδια περίπου περίοδο με την επανανομιμοποίηση του ΚΚ. Το ΣΚ δεν είχε σχέσεις με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Το Ριζοσπαστικό Κόμμα υπήρχε από το 1858. Ηταν ο κορμός του Λαϊκού Μετώπου των ετών 1938-1941. Εκφραζε τα μεσαία στρώματα. Το 1969 η αριστερή πτέρυγα πήρε την ηγεσία του κόμματος και το οδήγησε στη Λαϊκή Ενότητα.

Η Κίνηση Ενωμένης Λαϊκής Δράσης προέκυψε από αριστερή διάσπαση της Χριστιανοδημοκρατίας το 1969 και στελεχώθηκε κυρίως από την οργάνωση της νεολαίας της τελευταίας.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ιδρύθηκε το 1966 και, παρά το όνομά του, είχε ταχθεί αλληλέγγυο με την κουβανέζικη επανάσταση. Το 1972 συγχωνεύθηκε με το Ριζοσπαστικό Κόμμα.

Η Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση ήταν το μικρότερο από τα κόμματα που συμμετείχαν στη συμμαχία. Eνα χρόνο μετά την εκλογή του Αλιέντε, το 1971, στη Λαϊκή Ενότητα εντάχθηκε ακόμη η Χριστιανική Αριστερά που προήλθε από διάσπαση των Χριστιανοδημοκρατών.

Οι σχέσεις των κομμάτων της Λαϊκής Ενότητας βασίζονταν στην ισοτιμία. Για τη λήψη των αποφάσεων χρειαζόταν ομοφωνία. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας μέχρι τις προεδρικές εκλογές δημιουργήθηκαν 14.800 επιτροπές βάσης που συσπείρωναν όχι μόνο τα μέλη των κομμάτων αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιστές που βρίσκονταν εκτός κομμάτων.


Ο ΑΛΛΙΕΝΤΕ

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ήταν το πρόσωπο στο οποίο συμφώνησαν οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας για να τον ανακηρύξουν υποψήφιο πρόεδρο της συμμαχίας. Ο Αλιέντε ήταν ηγετικό στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος και είχε εκλεγεί επανειλημμένα βουλευτής και γερουσιαστής, ήταν υποψήφιος πρόεδρος του ΣΚ σε προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Είχε διατελέσει υπουργός Υγείας το 1939 επί κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου.

Ο Αλιέντε ήταν σταθερά εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας του ΣΚ με αντιιμπεριαλιστικές θέσεις και υπέρμαχος της συνεργασίας σοσιαλιστών και κομμουνιστών. Κρατούσε κάποια απόσταση από τις σοσιαλιστικές χώρες, δε δίσταζε όμως να εξαίρει τις επιτυχίες τους, να υποστηρίζει τη φιλειρηνική πολιτική τους. Ο ίδιος δήλωνε θαυμαστής και υποστηρικτής της κουβανέζικης επανάστασης παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις που είχε με τους ηγέτες της σε κάποια ζητήματα. Εμπνεόταν επίσης από το πρόγραμμα των δέκα σημείων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου του Βιετνάμ το οποίο μαχόταν εκείνη την περίοδο ενάντια στην ιμπεριαλιστική στρατιωτική επέμβαση.

Ο Αλιέντε ως πρόεδρος είχε σαν άμεσους στενούς συνεργάτες πάντοτε έναν εκπρόσωπο των σοσιαλιστών και έναν των κομμουνιστών. Η τριάδα αυτή εξέταζε τα θεμελιώδη ζητήματα. Ωστόσο, η τριάδα αυτή δε συζητούσε ποτέ, με απαίτηση του Αλιέντε, θέματα που σύμφωνα με το Σύνταγμα θεωρούνταν δικαιοδοσία της διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων. Το σημείο αυτό είναι μια από τις εκφράσεις των πολιτικών αδυναμιών του. Οι αδυναμίες αυτές είχαν την αιτία τους ακριβώς στην ιδεολογική και πολιτική φυσιογνωμία του Σοσιαλιστικού Κόμματος το οποίο, αν και κατά την ιστορική αυτή συγκυρία λάμβανε θέσεις αντιιμπεριαλιστικές, δεν ήταν επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, δε βασιζόταν στη μαρξιστική-λενινιστική κοσμοθεωρία. Το κόμμα αυτό δεν είχε σαν στόχο του το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό αλλά -σύμφωνα με τη διατύπωση του προγράμματός του- μια «αντιιμπεριαλιστικής κατεύθυνσης μικτή οικονομία».


ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Η Λαϊκή Ενότητα ήταν, σύμφωνα με το πρόγραμμά της, η συμμαχία των «λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων» που σκοπός τους δεν ήταν μόνο η νίκη στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, αλλά η πραγματοποίηση «θεμελιακών μεταβολών», «επαναστατικών μετασχηματισμών» και η μετάθεση της εξουσίας «από τις παλιές κυρίαρχες ομάδες στους εργάτες, τους αγρότες και τα προοδευτικά στρώματα της μεσαίας τάξης των πόλεων και της υπαίθρου».

Η Λαϊκή Ενότητα έθετε ως προς το πολιτικό ζήτημα δύο στόχους: α) να διαφυλάξει και να επεκτείνει τις δημοκρατικές κατακτήσεις των εργαζομένων, β) «να μεταβάλλει τους ισχύοντες θεσμούς, εγκαθιδρύοντας ένα νέο κράτος όπου η εργατική τάξη και γενικά ο λαός θα ασκεί την πραγματική εξουσία».

Ο άμεσος στόχος, που συνδεόταν άλλωστε με τις προεδρικές εκλογές, ήταν η ανάδειξη μιας «λαϊκής κυβέρνησης» η οποία θα στήριζε «την ισχύ και την εξουσία της κατά κύριο λόγο στην υποστήριξη που της παρέχει ο οργανωμένος λαός». Στην κυβέρνηση αυτή θα συμμετείχαν, όπως και έγινε, «όλα τα επαναστατικά κόμματα, κινήματα και τάσεις».

Ποια ήταν, όμως, τα μέτρα που προέβλεπε το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας σχετικά με τη μεταβολή των υπαρχόντων κρατικών θεσμών; Η Λαϊκή Ενότητα διακήρυσσε τη δημιουργία μιας νέας δομής εξουσίας, ενός «λαϊκού κράτους» το οποίο θα έπρεπε «να οικοδομηθεί από τη βάση προς τα πάνω, μέσα από μια διαδικασία εκδημοκρατισμού σε όλα τα επίπεδα και με την οργανωμένη κινητοποίηση των μαζών».*

Αναφορικά με το σκληρό πυρήνα κάθε κρατικής εξουσίας, τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, το πρόγραμμα αναφερόταν ειδικά στο στρατό και στην αστυνομία. Για τις ένοπλες δυνάμεις (που ήταν κατά βάση επαγγελματικές και εξαρτημένες από τις ΗΠΑ) έθετε το στόχο «της διασφάλισης» του εθνικού χαρακτήρα τους και της άρνησης να χρησιμοποιηθούν ενάντια στο λαό ή για τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων.

Σαν γραμμή της αμυντικής πολιτικής του «λαϊκού κράτους» επιβεβαιωνόταν η διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της χώρας απέναντι στις επιβουλές του ιμπεριαλισμού και των ολιγαρχιών των γειτονικών κρατών.

Το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας αναφερόταν και στην αστυνομία: «Η αστυνομία θα πρέπει να αναδιοργανωθεί ώστε να μη χρησιμοποιηθεί ποτέ πια σαν καταπιεστική δύναμη ενάντια στο λαό, αλλά αντίθετα να εκπληρώνει τον προορισμό της, που είναι να υπερασπίζει το λαό από αντικοινωνικές ενέργειες».

Σε ό,τι αφορά τους κρατικούς θεσμούς και τα κέντρα των αποφάσεων, το πρόγραμμα της Λαϊκή Ενότητας αναφερόταν στην ανάγκη δημιουργίας ενός μόνου κεντρικού αντιπροσωπευτικού θεσμού, της Λαϊκής Συνέλευσης, που θα αντικαθιστούσε τον αντιδημοκρατικό διαχωρισμό ανάμεσα στη Βουλή και στη Γερουσία.

Σημαντικότερη καινοτομία, που άνοιγε ριζοσπαστικές προοπτικές, ήταν η εξαγγελία του θεσμοθετημένου ελέγχου του λαού στους εκπροσώπους του καθώς και η δυνατότητα των εκλογέων να ανακαλούν τους αντιπροσώπους κάθε στιγμή που θεωρούν ότι έπαψαν να εκφράζουν τα λαϊκά συμφέροντα. «Τα μέλη της Λαϊκής Συνέλευσης και όλων των οργάνων λαϊκής εκπροσώπησης θα ελέγχονται από τους εκλογείς τους, μέσα από ορισμένες μορφές συμβουλίων που θα έχουν την εξουσία να ανακαλούν την εντολή». Επιπλέον, η Λαϊκή Ενότητα διακήρυσσε ότι θα καθιερώσει ένα σύστημα ασυμβίβαστων, έτσι ώστε «αν ένας βουλευτής ή δημόσιος υπάλληλος ενεργεί σαν αντιπρόσωπος ιδιωτικών συμφερόντων θα αποστερείται από το αξίωμά του».

Η Λαϊκή Συνέλευση θα ήταν, κατά το πρόγραμμα, το όργανο που θα ενέκρινε το σχέδιο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Η εξουσία αυτή, μέσα στη λογική του προγράμματος για τη οικονομική πολιτική, ξεπερνούσε κατά πολύ, τυπικά και ουσιαστικά την αρμοδιότητα ψήφισης του κρατικού προϋπολογισμού. Στο θέμα αυτό το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας έθετε τον πυρήνα της λογικής του κεντρικού σχεδιασμού, αποφασιστικό όργανο του οποίου θα ήταν ο κεντρικός αντιπροσωπευτικός θεσμός.

Η Λαϊκή Συνέλευση θα ήταν, κατά το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας, επικεφαλής ενός ιεραρχημένου πλέγματος συμβουλίων της τοπικής αυτοδιοίκησης, δημοκρατικά εκλεγμένων και ελεγχόμενων από το λαό.

Επιπλέον, το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας προέβλεπε τη συμμετοχή των εργατικών και άλλων κοινωνικών οργανώσεων στο σχεδιασμό της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, στη λήψη αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα των κάθε είδους κρατικών θεσμών καθώς, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο, στην «εποπτεία των διοικητικών λειτουργιών», στην παρακολούθηση του κρατικού μηχανισμού στην καθημερινή, πρακτική υλοποίηση των νόμων και της πολιτικής γραμμής.


ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Η οικονομική πολιτική της Λαϊκής Ενότητας είχε ως στόχο «την αντικατάσταση της σημερινής δομής της οικονομίας με την αφαίρεση της δύναμης του ντόπιου και ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου και των μεγαλοτσιφλικάδων για ν’ αρχίσει το χτίσιμο του σοσιαλισμού». Η πολιτική αυτή θα έπρεπε να υλοποιηθεί μέσα από το δημοκρατικό σχεδιασμό και με κύριο μοχλό τον κρατικό τομέα της οικονομίας.

«Η διαδικασία του μετασχηματισμού της οικονομίας μας», έγραφε το πρόγραμμα, «αρχίζει με τη δημιουργία ενός ισχυρού κρατικού τομέα που θα αποτελείται από τις επιχειρήσεις που τώρα ανήκουν στο κράτος, μαζί με κείνες που θα απαλλοτριωθούν». Προβλεπόταν η εθνικοποίηση των ξένων εταιρειών που εκμεταλλεύονταν τον ορυκτό πλούτο καθώς και της αντίστοιχης μεταλλευτικής βιομηχανίας. Στον κρατικό τομέα θα έπρεπε να περάσουν επίσης οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες, το εξωτερικό εμπόριο, οι μεγάλες επιχειρήσεις στον τομέα της διανομής, η ενέργεια, οι συγκοινωνίες, το κύκλωμα του πετρελαίου και των υποπροϊόντων του, το τσιμέντο, τα πετροχημικά, τα βαρέα χημικά, το χαρτί και γενικά τα «βιομηχανικά μονοπώλια στρατηγικής σημασίας».

Στο πρόγραμμα υπήρχε η διευκρίνιση ότι «οι απαλλοτριώσεις θα πραγματοποιηθούν με πλήρη προστασία των συμφερόντων του μικρού μετόχου». Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, «στις οποίες η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής υπάρχει ακόμα», η Λαϊκή Ενότητα υποστήριζε ότι «θα ωφεληθούν από τη γενική σχεδιοποίηση της εθνικής οικονομίας». Υπογραμμιζόταν επίσης ότι «τα δικαιώματα των εργατών και υπαλλήλων αυτών των επιχειρήσεων, για ικανοποιητικές αποδοχές και συνθήκες δουλειάς, θα διασφαλιστούν και θα είναι σεβαστά».

Το πρόγραμμα δεν αναφερόταν, ωστόσο, στα μεσαία στρώματα αν και θα περίμενε κανείς να υπάρχει ιδιαίτερη αναφορά σε μέτρα στήριξης των μικροαστικών στρωμάτων απέναντι στην πίεση του μεγάλου κεφαλαίου (κυρίως των αυτοαπασχολούμενων επαγγελματιών) καθώς και σε μέτρα ενθάρρυνσης της ένταξής τους σε συνεταιρισμούς και στο εθνικό σχέδιο ανάπτυξης.

Για την αγροτική οικονομία το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας υποστήριζε ότι έπρεπε να επιταχυνθούν οι απαλλοτριώσεις τσιφλικιών που είχαν πολύ δειλά αρχίσει επί προεδρίας Φρέι. Παράλληλα, θεωρούσε απαραίτητο να ευνοηθεί η συνεταιριστική οργάνωση των κτημάτων που απαλλοτριώνονται. Κάποια από αυτά τα κτήματα θα έπρεπε να οργανωθούν σε κρατικά αγροκτήματα με σύγχρονες τεχνολογικές μεθόδους. Γενικότερα, προβλεπόταν η διευκόλυνση και ενθάρρυνση των μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών να ενταχθούν στους συνεταιρισμούς ή να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα και τις υπηρεσίες τους.


Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η εξωτερική πολιτική που επαγγελόταν η Λαϊκή Ενότητα στηριζόταν στην αρχή της καλλιέργειας ισότιμων σχέσεων με όλα τα κράτη ανεξάρτητα από τον προσανατολισμό τους και στην αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη με τους λαούς αλλά και τις κυβερνήσεις.

Η Λαϊκή Ενότητα θεωρούσε «ουσιώδες να καταγγελθούν και να καταργηθούν συνθήκες και συμβάσεις που περιορίζουν την κυριαρχία μας και ιδιαίτερα τα διάφορα σύμφωνα αμοιβαίας βοήθειας και άλλα που η Χιλή έχει υπογράψει με τις ΗΠΑ».

H λαϊκή κυβέρνηση δεσμευόταν να στηρίξει τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους, ενάντια στην νεοαποικιοκρατία και στον ιμπεριαλισμό, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ξεχωριστή αναφορά γινόταν στην αλληλεγγύη προς το λαό του Βιετνάμ και προς την κουβανέζικη επανάσταση η οποία χαρακτηριζόταν ως «εμπροσθοφυλακή της Λατινοαμερικάνικης επανάστασης και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Νοτιοαμερικάνικη ήπειρο».

Το πρόγραμμα ανέφερε, επίσης, ότι «η φιλία και συνεργασία με τις σοσιαλιστικές χώρες θα ενισχυθούν».

Στον τομέα της λατινοαμερικάνικης πολιτικής δινόταν βάρος στην πολιτική της αμοιβαίας συνεννόησης και σεβασμού με τα κράτη της περιοχής. Η λαϊκή κυβέρνηση δεσμευόταν να υποστηρίξει την ολοκλήρωση των λατινοαμερικάνικων χωρών με την προϋπόθεση ότι αυτή «θα πρέπει να θεμελιωθεί πάνω σε οικονομίες απελευθερωμένες από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και εκμετάλλευση».


Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οπως είναι ευνόητο, τα μέτρα που αφορούσαν την κοινωνική πολιτική περιελάμβαναν ένα ξεχωριστό μέρος στο πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας. Καταρχήν εξαγγέλλονταν μια σειρά ρυθμίσεις για την άμεση ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων όπως: αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών κάθε 6 μήνες ή όποτε η αύξηση του κόστους ζωής ξεπερνά το 5%, βελτίωση και επέκταση του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος, χρηματοδότηση πλατιού προγράμματος κατασκευής κατοικιών για το λαό. Ειδική μέριμνα δινόταν στο πρόγραμμα για τα μέτρα ενίσχυσης της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία.

Αυτά συμπληρώνονταν με ριζοσπαστικές προτάσεις για βαθείς μετασχηματισμούς σε όφελος των εργαζομένων στους τομείς της παιδείας και της υγείας, στον αθλητισμό.


EΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Στις 4 Σεπτέμβρη 1970 ο Αλιέντε έλαβε 36,3% των ψήφων έναντι 35% που πήρε ο δεξιός υποψήφιος του Εθνικού Κόμματος, Χόρχε Αλεσσάντρι, και 27,8% που έλαβε ο υποψήφιος των Χριστιανοδημοκρατών, Ραδομίρο Τόμιτς.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Χιλής πρόεδρος θα έπρεπε να αναδειχτεί εκείνος από τους δύο πρώτους υποψηφίους που θα λάμβανε την πλειοψηφία από το Κογκρέσσο (Βουλή και Γερουσία από κοινού). Για να γίνει αυτό η Λαϊκή Ενότητα έπρεπε να πετύχει κάποια συμφωνία με τους Χριστιανοδημοκράτες.

Στις επαφές που έγιναν, οι Χριστιανοδημοκράτες ζήτησαν εγγυήσεις που αφορούσαν κυρίως την τήρηση του ισχύοντος Συντάγματος. Η τελευταία τις αποδέχτηκε γιατί έκρινε ότι η κατάκτηση της προεδρίας θα έδινε ώθηση στο λαϊκό κίνημα. Ετσι, 24 Οκτώβρη 1970 το Κογκρέσσο με 153 σε σύνολο 200 επικυρώνει τη εκλογή του Αλιέντε.

Τα αποτελέσματα των εκλογών της 4ης Σεπτέμβρη δημιούργησαν μεγάλη ανησυχία στην Ουάσιγκτον για προφανείς λόγους. Στις εκθέσεις Αμερικανών παραγόντων της εποχής φαίνεται καθαρά ο φόβος για την επίδραση της εκλογικής νίκης του Αλιέντε ιδιαίτερα στην Αργεντινή και στη Βραζιλία.

Εκείνο που προξενεί εντύπωση με πρώτη ματιά είναι πώς και γιατί οι αντιδραστικές δυνάμεις επέτρεψαν την εκλογή του Αλιέντε, πώς δεν κατάφεραν να την παρεμποδίσουν με τον ένα ή άλλο τρόπο. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η εκλογή Αλιέντε αποτέλεσε το επιστέγασμα μακρόχρονων λαϊκών αγώνων. Η αντίδραση και ιδιαίτερα οι ΗΠΑ ξόδεψαν τεράστια ποσά για προπαγάνδα και εξαγορά ψήφων αλλά δεν τα κατάφεραν. Σε ένα βαθμό ίσως οι κύκλοι της ολιγαρχίας αλλά και των ΗΠΑ να μην πίστευαν ότι θα μπορούσε ο Αλιέντε να αποσπάσει την πλειοψηφία. Αλλωστε και το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν πράγματι οριακό.

Mετά τις εκλογές και μέχρι την επικύρωση της ανάδειξης του Αλιέντε από το Κογκρέσσο (ένας μήνας και δέκα μέρες), το χαρακτηριστικό της πολιτικής της ντόπιας άρχουσας τάξης και των ΗΠΑ ήταν η ταλάντευση για το ποιο δρόμο θα πρέπει να ακολουθήσουν.

Υπήρχαν παράγοντες της οικονομικής ολιγαρχίας της Χιλής, του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου, καθώς και παράγοντες των πολυεθνικών και του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ που υποστήριζαν ένθερμα την άμεση λύση του στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Οι ηγετικοί κύκλοι της Χριστιανοδημοκρατίας ταλαντεύονταν και αυτοί. Ετσι, ο απερχόμενος Χριστιανοδημοκράτης πρόεδρος, Εδουάρδο Φρέι, ενώ αρχικά είχε εγκρίνει σε μυστικές επαφές τη λύση του στρατιωτικού πραξικοπήματος πριν την κρίσιμη ψηφοφορία στο Κογκρέσσο, στη συνέχεια μετέβαλε τη στάση του και δήλωνε στους στρατιωτικούς και τους παράγοντες της πρεσβείας των ΗΠΑ ότι είναι αντίθετος στο πραξικόπημα.

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο το πραξικόπημα φαινομενικά θα στρεφόταν ενάντια στον Φρέι, αφού αυτός ήταν ακόμη πρόεδρος, έτσι ώστε να μη χρεωθεί το κόμμα του την ανατροπή του Αλιέντε και τη συνεργασία με τους πραξικοπηματίες. Ωστόσο, η κοινωνική βάση της Χριστιανοδημοκρατίας που την αποτελούσαν κυρίως σχετικά ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων πίεσε αντικειμενικά στη στήριξη του Αλιέντε.

Hταν τόση η πίεση του λαϊκού κινήματος ώστε η αντανάκλασή του βρήκε έδαφος ακόμη και στο δεξιό Εθνικό Κόμμα του οποίου ο υποψήφιος πρόεδρος, Χόρχε Αλεσσάντρι παραιτήθηκε από τη υποψηφιότητα κατά την επικείμενη ψηφοφορία στο Κογκρέσσο με μια -φαινομενικά- χειρονομία καλής θέλησης που, ωστόσο, γινόταν κατά κάποιο τρόπο εκ του ασφαλούς αφού ο Αλεσσάντρι θα ήταν ο χαμένος της ψηφοφορίας όπως είχαν εξελιχτεί τα πράγματα.

Από την άλλη πλευρά, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έκρινε, και μάλλον ορθά, ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Χιλής στην παρούσα φάση δεν είχαν «τη θέληση ή την ικανότητα ν’ αναλάβουν τον έλεγχο της χώρας». Στο μεταξύ, παράγοντες των αμερικανικών εταιρειών και της CIA οργάνωναν επαφές με στρατιωτικούς και πολιτικούς ή επιχειρηματίες με σκοπό να βολιδοσκοπήσουν αρχικά το έδαφος και να δημιουργήσουν στη συνέχεια τις προϋποθέσεις μιας στρατιωτικής ανταρσίας. Τα αποτελέσματα αυτών των συναντήσεων και διαβουλεύσεων ήταν όμως πενιχρά.

O άνθρωπος-κλειδί για τις συναντήσεις αυτές ήταν ο πρώην στρατηγός της χωροφυλακής, Ροβέρτο Βιω. Ο Βιω είχε οργανώσει εξέγερση ένα χρόνο πριν με αίτημα την αύξηση των μισθών των στρατιωτικών. Η ανταρσία είχε καταπνιγεί ταχύτατα από τον Φρέι και ο Βιω είχε εκδιωχθεί. Κατάφερε όμως να συγκεντρώσει γύρω του πλήθος εν ενεργεία και απόστρατων αντιδραστικών αξιωματικών.

Ο Βιω ετοίμαζε πραξικόπημα για τις αρχές Οκτώβρη 1970. Η Ουάσιγκτον όμως τον «συμβούλευσε» να σταματήσει γιατί κατά τη γνώμη της δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένος, αλλά ούτε ο χρόνος ήταν κατάλληλος.

Αντίστοιχες επαφές, επίσημες και ανεπίσημες, έκανε και ο Αλιέντε με τους στρατιωτικούς. Η Λαϊκή Ενότητα είχε επιρροή στο στράτευμα, πιο πολύ βέβαια στους στρατιώτες και στα κατώτερα και μεσαία στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και πολύ λιγότερο στην ηγεσία. Είναι ενδεικτικό ότι κανένας διοικητής μονάδας δε βρέθηκε να υποστηρίξει το εγχείρημα του Βιω. Παράλληλα, η Λαϊκή Ενότητα φαινόταν να είναι σχετικά ενήμερη των κινήσεων του Βιω και του περιβάλλοντός του και ο Αλιέντε κατήγγειλε σε ομιλία του τις σκευωρίες.

Η αδυναμία της ολιγαρχίας και των ΗΠΑ να αντιταχθούν δυναμικά στη Λαϊκή Ενότητα δημιουργούσε κλίμα παθητικότητας και απογοήτευσης στους συντηρητικούς κύκλους ακόμη και σε επιχειρηματίες, ντόπιους και ξένους.

Αυτό δε σήμαινε ότι εγκατέλειπαν τα σχέδια ανατροπής της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας. Tα προωθούσαν απλά με διαφορετικούς ρυθμούς και τρόπους.

Υπήρχαν μάλιστα και εκείνοι που υποστήριζαν ότι η υπερβολική πίεση στον Αλιέντε τη δεδομένη στιγμή θα τον έσπρωχνε πιο αριστερά. Οι υποστηρικτές της άμεσης δράσης αντέτασσαν ότι ο Αλιέντε θα αναγκαστεί από τα πράγματα να βαδίσει αριστερότερα και ότι όσο περνά ο καιρός οι ένοπλες δυνάμεις θα γίνονται ολοένα και πιο ανίκανες να αντιμετωπίσουν τις λαϊκές αντιδράσεις που θα μπορούσαν να πάρουν τη μορφή απεργιών, διαδηλώσεων ακόμη και ανταρτοπολέμου.


Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΣΝΑΪΝΤΕΡ

O στρατηγός Ρενέ Σνάιντερ ήταν ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της Χιλής. Μετά τις εκλογές της 4ης Σεπτέμβρη προσεγγίστηκε με σκοπό να πειστεί να συμμετάσχει ή και να διευθύνει, το πραξικόπημα ενάντια στον απερχόμενο πρόεδρο Φρέι πριν το Κογκρέσσο αποφασίσει για τη διαδοχή. Ο Σνάιντερ αρνήθηκε. Ετσι, δυο μέρες πριν την κρίσιμη ψηφοφορία ο στρατηγός Σνάιντερ δολοφονήθηκε καθώς μετέβαινε από το σπίτι του προς το γραφείο. Τρία αυτοκίνητα έφραξαν το δρόμο στο δικό του και άνοιξαν πυρ.

Τις προηγούμενες βδομάδες είχαν σημειωθεί διάφορες τρομοκρατικές ενέργειες της ακροδεξιάς, κυρίως εκρήξεις βομβών.

Η δολοφονία του Σνάιντερ είχε βέβαια πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο από τις βομβιστικές επιθέσεις. Δεν επρόκειτο μόνο για εκδίκηση επειδή είχε αρνηθεί να συμπράξει σε πραξικόπημα. Αποτελούσε επίδειξη πυγμής και κίνηση εκφοβισμού.

Στο μεταξύ η αστυνομία συνέλαβε δύο απόστρατους ταγματάρχες. Ο ένας είχε στο σπίτι του ολόκληρο οπλοστάσιο ενώ ο άλλος ηγούνταν παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης της ακροδεξιάς. Η εφημερίδα του ΚΚ Χιλής αποκάλυπτε τις ίδιες μέρες τις ύποπτες διασυνδέσεις τους και ένα σχέδιο δολοφονίας του Αλιέντε που καθοδηγούνταν από τη CIA και τον στρατηγό Πανούσε της Αργεντινής.

Ομως, η αναταραχή που προκάλεσαν αυτά τα γεγονότα δεν απέτρεψαν την εκλογή του Αλιέντε από το Κογκρέσσο. Στις 24 Οκτώβρη 1970 ήταν οριστικά ο πρόεδρος της Χιλής.

Η αντίδραση μελετούσε με προσοχή τα επόμενα βήματά της που θα ήταν: οικονομικός πόλεμος, παραπληροφόρηση, εξαγορά, σαμποτάζ, αποσταθεροποίηση και τέλος πραξικόπημα.


ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ

Λίγες μέρες μετά την ψηφοφορία στο Κογκρέσσο σχηματίστηκε και ανέλαβε τα καθήκοντά της η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας. Σε αυτήν συμμετείχαν τρεις κομμουνιστές, τρεις σοσιαλιστές, τρεις του Ριζοσπαστικού Κόμματος, δύο του Σοσιαλδημοκρατικού, ένας της Κίνησης Ενωμένης Λαϊκής Δράσης, ένας από την Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση και ένας εξωκομματικός. Στις ηγετικές θέσεις των βασικών ιδρυμάτων του κεντρικού κρατικού μηχανισμού, των οργάνων τοπικής εξουσίας, των πρεσβειών και άλλων σημαντικών κρατικών υπηρεσιών τοποθετήθηκαν άνθρωποι της εμπιστοσύνης του προέδρου Αλιέντε που εκπροσωπούσαν τα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας.

Το συνταγματικό καθεστώς της Χιλής έδινε στον πρόεδρο και στην κυβέρνηση αρκετά μεγάλες εξουσίες. Ωστόσο, μια σειρά αλλαγές έπρεπε, με βάση το Σύνταγμα, να γίνουν με νομοθετικές αλλαγές που θα έπρεπε γι’ αυτό να ψηφιστούν από το Κογκρέσσο. Εκεί όμως τα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας είχαν τη σχετική και όχι την απόλυτη πλειοψηφία. Αυτό σήμαινε ότι για να υπερψηφιστούν κρίσιμοι νόμοι, όπως για παράδειγμα εκείνος των εθνικοποιήσεων, χρειαζόταν η άσκηση πίεσης από τα κάτω ώστε να αναγκαστούν οι Χριστιανοδημοκράτες να υπερψηφίσουν ή, πάντως, να μην εμποδίσουν την ψήφιση των σχεδίων νόμων της κυβέρνησης.

Bέβαια, το ίδιο το Σύνταγμα έδινε τη δυνατότητα στον πρόεδρο, σε περίπτωση σύγκρουσης ανάμεσα στην εκτελεστική και στη νομοθετική εξουσία, να διαλύσει τη Βουλή μετά από δημοψήφισμα. Αυτό όμως μπορούσε να το κάνει μόνο μια φορά σε όλη τη διάρκεια της προεδρικής θητείας.

Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας είχε δεσμευτεί, βέβαια, να μην παραβιάσει το Σύνταγμα. Αυτός ήταν ο βασικός όρος που ζήτησαν οι Χριστιανοδημοκράτες για να ψηφίσουν τον Αλιέντε.

Σε αυτές τις συνθήκες η κυβέρνηση προχώρησε σε σειρά σημαντικών αλλαγών. Εθνικοποιήθηκε καταρχήν ο χαλκός, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν ως τότε οι αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δύο χρόνια διακυβέρνησης οι εθνικοποιήσεις περιέλαβαν και πολλούς άλλους καίριους κλάδους της οικονομίας όπως τα μεταλλουργεία, τα ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος και νίτρου, τα εργοστάσια τσιμέντου, την κλωστοϋφαντουργία, την παραγωγή και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και τις τράπεζες. Οι εργάτες συμμετείχαν ενεργά στη διοίκηση των εργοστασίων, κυρίως των εθνικοποιημένων. Ο δημόσιος τομέας της οικονομίας παρήγαγε στα τέλη του 1972 περισσότερο από το 50% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος. Συνολικά η βιομηχανική παραγωγή, επίσης, αυξήθηκε με γρηγορότερους ρυθμούς.

Επιπλέον, το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων αυξήθηκε σημαντικά, η ανεργία έπεσε από το 8,8% στο 3%. Η παιδική θνησιμότητα μειώθηκε κατά 20,1%. Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας δημιουργήθηκε καθολικό υγειονομικό σύστημα. Θεαματικές πρόοδοι σημειώνονται στον τομέα του αναλφαβητισμού και της δημόσιας εκπαίδευσης.

Η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών προχώρησε. Αναδασώθηκαν 600 χιλιάδες στρέμματα. Χιλιάδες αγρότες πήραν γη. Αρχισαν να συγκροτούνται συνεταιρισμοί και η ζωή στο χωριό άρχισε να αλλάζει. Η κατάσταση των ιθαγενών ινδιάνων βελτιώθηκε αισθητά.


ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι αξιόλογες αυτές αλλαγές έγιναν παρά την επίμονη, πεισματική άρνηση του Κογκρέσσου να εγκρίνει τα σχετικά νομοσχέδια, τις συνεχείς διαβουλεύσεις και κάτω από τη διαρκή κωλυσιεργία του κρατικού μηχανισμού που καλούνταν να υλοποιήσει τους νόμους.

Eίναι χαρακτηριστικό ότι οι εθνικοποιήσεις ξεκίνησαν λίγες μέρες αφού η κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της με βάση κάποιο νόμο της «σοσιαλιστικής δημοκρατίας» του 1932, ο οποίος τυπικά εξακολουθούσε να μην έχει καταργηθεί, αν και βέβαια παρέμενε ανενεργός και άγνωστος ακόμη και στους νομικούς.

Η αστική αντιπολίτευση εμφανίζεται ακόμη αποδυναμωμένη και διασπασμένη. Η πολιτική της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας αυξάνει την επιρροή της στο λαό. Ετσι, στις δημοτικές εκλογές του Απρίλη του 1971 η Λαϊκή Ενότητα έλαβε το 50,8%.

Eιδικότερα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα συγκέντρωσε το 22,89%, το ΚΚ πήρε το 17,36%, το Ριζοσπαστικό Κόμμα το 8,18% ενώ τα άλλα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας πήραν το καθένα γύρω στο 1%.

Ωστόσο, η κυβέρνηση, παρότι διέθετε και την τυπική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, δεν αποφάσισε να αξιοποιήσει τη συνταγματική δυνατότητα για διάλυση της Βουλής μέσω δημοψηφίσματος και την προκήρυξη νέων εκλογών για τροποποίηση του Συντάγματος. Μια τέτοια λύση θα παρείχε τη δυνατότητα ενός, σύμφωνου με το Σύνταγμα, χτυπήματος της αντιδραστικής αντιπολίτευσης και μάλιστα σε συνθήκες και σε χρονική στιγμή από τις πλέον κατάλληλες για τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, μια και η δημοτικότητα της κυβέρνησης βρισκόταν στο απόγειό της. Τα οικονομικά και άλλα μέτρα που είχε λάβει, είχαν βελτιώσει αισθητά τη ζωή των λαϊκών στρωμάτων σε όλους τους τομείς σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Επειδή όμως είναι φανερό ότι αυτή η επιλογή θα όξυνε την ταξική πάλη, φόβισε τις μικροαστικές δυνάμεις που συμμετείχαν στο συνασπισμό και που δεν ήταν αποφασισμένες να οδηγηθούν ως την τελική σύγκρουση με την εξουσία της ολιγαρχίας. Να υπογραμμίσουμε ότι ένα μήνα πριν τις δημοτικές εκλογές είχε σημειωθεί αποτυχημένη δολοφονική απόπειρα ενάντια στον Αλιέντε, γεγονός που θα έπρεπε να προβληματίσει αφού έδειχνε για μια ακόμη φορά ότι ο αντίπαλος θα χρησιμοποιούσε κάθε μέσο. Αντί για την αντεπίθεση του λαϊκού κινήματος σε μια συγκυρία ευνοϊκή για την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας επιλέχτηκε η «λύση» του κατευνασμού των αντιδραστικών δυνάμεων.

Από την άλλη, το ΚΚ δεν είχε ίσως την απαιτούμενη αποφασιστική επιρροή στο συνασπισμό, αλλά ούτε και την ξεκάθαρη θέληση να πείσει το λαϊκό κίνημα και να οδηγήσει στην αποφασιστική σύγκρουση με την άρχουσα τάξη.

Δυο μήνες μετά τις δημοτικές εκλογές δολοφονήθηκε από αναρχικούς ο πρώην υπουργός εσωτερικών επί προεδρίας του Χριστιανοδημοκράτη Φρέι. Οι Χριστιανοδημοκράτες κατηγόρησαν ανοιχτά την κυβέρνηση Αλιέντε ως υπεύθυνη για τη δολοφονία, οξύνοντας επικίνδυνα το πολιτικό κλίμα και αξιοποιώντας τις τυχοδιωκτικές ενέργειες στοιχείων που καμιά σχέση με την κυβέρνηση δεν είχαν.


OΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ

Τους τελευταίους μήνες του 1971, ένα περίπου χρόνο από την εκλογή του Αλιέντε, άρχισαν να διαφαίνονται οι πρώτες οικονομικές δυσκολίες στις οποίες συνέβαλαν αποφασιστικά οι ΗΠΑ με την εφαρμογή του «αόρατου οικονομικού αποκλεισμού» της Χιλής. Σταδιακά άρχισε να ανεβαίνει ο πληθωρισμός και μαζί το κόστος ζωής. Ο ανεφοδιασμός σε προϊόντα, μαζί και σε προϊόντα πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, άρχισε επίσης να παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες. Η παραγωγική δραστηριότητα στη χώρα εμφάνισε σημάδια κάμψης καθώς οι ανεπάρκειες του ανεφοδιασμού έπληξαν την παραγωγική διαδικασία. Αυτά όλα είχαν σαν συνέπεια να δημιουργηθούν συνθήκες αύξησης της λαϊκής δυσαρέσκειας, γεγονός που έσπευσε να το επωφεληθεί η αντίδραση επιχειρώντας να μειώσει την επιρροή της Λαϊκής Ενότητας στο λαό.

Οι ΗΠΑ αξιοποιούσαν ακριβώς την εξαρτημένη και συμπληρωματική θέση της χιλιάνικης οικονομίας σε σχέση με εκείνη των ΗΠΑ κυρίως, αλλά και γενικότερα τη θέση της αστικής τάξης της Χιλής στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Βαρίδι ήταν το μεγάλο εξωτερικό χρέος της Χιλής όπου ήταν υποχρεωμένη να πληρώνει κάθε χρόνο, το καθόλου αξιοκαταφρόνητο ποσό των 200 εκ. δολαρίων, αν και είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση την επαναδιαπραγμάτευσή του.

Πολύ μεγάλο πρόβλημα απετέλεσε πτώση της τιμής του χαλκού στην παγκόσμια αγορά. Αυτό είχε σαν συνέπεια τη μείωση των εσόδων της Χιλής κατά 240 εκ. δολάρια το χρόνο από το παραδοσιακά κύριο εξαγωγικό προϊόν της. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι η πτώση της τιμής του χαλκού δεν οφειλόταν στις πιέσεις των «θεσμικών επενδυτών» και των ιμπεριαλιστικών κρατών με στόχο τη Χιλή και ότι ήταν καθαρά «συγκυριακή», η ουσία δεν αλλάζει. Αλλα προβλήματα ήταν η άνοδος της τιμής των εισαγομένων προϊόντων, κυρίως τροφίμων και πετρελαίου. Η φυγή ειδικευμένων επιστημόνων στο εξωτερικό, η κωλυσιεργία της διοίκησης, το σαμποτάρισμα της παραγωγής, οι βομβιστικές ενέργειες κατά εργοστασίων, γεφυριών κλπ. Η απόκρυψη εμπορευμάτων και η παρεμπόδιση μεταφοράς τους.

Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας προσπάθησε να αντιμετωπίσει τη δύσκολη κατάσταση αυξάνοντας τη φορολογία των εύπορων στρωμάτων για να αυξήσει τα έσοδα. Κάλεσε επίσης τους εργαζόμενους να αυξήσουν την παραγωγή και την παραγωγικότητα της εργασίας, ενώ προσπάθησε να αναπτύξει παραπέρα το σχεδιασμό. Για το πρόβλημα των εισαγωγών και εξαγωγών η Χιλή προσανατολίστηκε περισσότερο στις σχέσεις συνεργασίας με τη Σοβιετική Ενωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Η ΕΣΣΔ χορήγησε δάνειο με ευνοϊκούς όρους για την αγορά τροφίμων. Ομως, δεν υπήρξε μια ποιοτική μεταβολή στον τομέα αυτόν που θα οδηγούσε στη σταδιακή μείωση των δυνατοτήτων του ιμπεριαλισμού για άσκηση οικονομικής πίεσης.

Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των εσόδων από την αύξηση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρηματιών ήταν βέβαια σωστό μέτρο, δεν ήταν όμως επαρκές. Χρειαζόταν να προχωρήσουν παραπέρα οι εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων του μεγάλου κεφαλαίου. Ετσι θα μπορούσε να αφαιρεθεί οικονομική ισχύς από την αστική τάξη, να περιοριστούν οι δυνατότητές της για άσκηση πιέσεων, εξαγορά προσώπων κλπ. Ακόμη με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε η κυβέρνηση να διαθέσει περισσότερα οικονομικά μέσα για την επίλυση των προβλημάτων. Θα γινόταν επίσης πιο αποτελεσματικός και περισσότερο ουσιαστικός ο σχεδιασμός και η αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων.

Τέλος, στον τομέα της αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας τα αποτελέσματα των εκκλήσεων της κυβέρνησης ήταν βέβαια αξιόλογα, αλλά όχι καθοριστικά. Σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομίας και κυρίως αστικής εξουσίας, οι στόχοι αυτοί δεν μπορούν να εκπληρωθούν με τον τρόπο και στο βαθμό που γνώρισε η ανθρωπότητα, μετά τις μεγάλες σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα.

Ακόμη, η φυγή ειδικών στο εξωτερικό, το σαμποτάζ, η απόκρυψη εμπορευμάτων θα περιορίζονταν καλύτερα και θα ελαχιστοποιούνταν στο βαθμό που βάθαινε η συνεργασία με τις σοσιαλιστικές χώρες που μπορούσαν να παράσχουν ειδικούς και μέσα για την αντιμετώπιση του οικονομικού σαμποτάζ. Επίσης, μια πιο θαρραλέα πολιτική έναντι της άρχουσας τάξης θα ισχυροποιούσε το σχεδιασμό, τον έλεγχο, την καταγραφή και τη διακίνηση των εμπορευμάτων, θα αποθάρρυνε τη συμμαχία των μικροαστικών στρωμάτων με το μεγάλο κεφάλαιο και την αντίδραση και με ορισμένα μέτρα στήριξής τους απέναντι στην πίεση του μεγάλου κεφαλαίου, πιθανά θα έγερναν προς την κυβέρνηση.

Ομως, ο σχεδιασμός, ο έλεγχος και το σύνολο αυτών των μέτρων απαιτούσαν μια άλλη κρατική δομή που να μπορεί να υλοποιήσει αυτά τα καθήκοντα. Το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας ερχόταν με πιεστικό τρόπο στην επιφάνεια. Μονάχα έτσι ο σχεδιασμός θα αποκτούσε αποφασιστική οντότητα, ο έλεγχος το ίδιο, ο ανεφοδιασμός θα γινόταν με την αποτελεσματικότητα που μόνο η εργατική, λαϊκή ενεργητική συμμετοχή μπορούν να επιτύχουν, χωρίς την κωλυσιεργία του αστικού κρατικού μηχανισμού.

Οπωσδήποτε η κυβέρνηση, όπως προαναφέρθηκε, πήρε κάποιες πρωτοβουλίες. Αξιοποίησε ακόμη, σε ένα βαθμό, τη λαϊκή πρωτοβουλία και οργάνωση για να λύσει το πρόβλημα του ανεφοδιασμού. Ομως, συνολικά δεν ξεπέρασε το κρίσιμο όριο που θα έθετε το ερώτημα της κατάκτησης της εξουσίας από τις λαϊκές δυνάμεις και που θα προσέδιδε αποτελεσματικότητα ποιοτικά ανώτερη σε όλες τις ενέργειές της.

Είναι γεγονός ότι, μέσα στην οικονομική κρίση και την επίθεση των αντιδραστικών δυνάμεων, πολλά εργοστάσια, όχι μόνο μεγάλα αλλά και μεσαία ή μικρά καταλήφθηκαν από τους εργάτες οι οποίοι απαιτούσαν την εθνικοποίησή τους. Επρόκειτο για μια αυθόρμητη απάντηση στην οικονομική και πολιτική επιθετικότητα της ολιγαρχίας. Η αντίδραση αυτή στηρίχτηκε και από τους αριστεριστές του Κινήματος Επαναστατικής Αριστεράς (MIR), το οποίο δεν είχε όμως αξιόλογη επιρροή. Η εργατική τάξη μάλλον απαντούσε αυθόρμητα στη σχετική διστακτικότητα της κυβέρνησης, της ασκούσε με την πράξη της κριτική.

Στις δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας ή τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους, υπήρξαν αυταπάτες για τις δυνατότητες της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και την επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας και χωρίς να λυθεί το πρόβλημα της εξουσίας. Μαζί με τις αυταπάτες πρέπει να συνυπολογιστεί η μη διάθεση συνολικής σύγκρουσης με την ολιγαρχία που υπήρχε σε κάποιες από τις συνεργαζόμενες δυνάμεις ή για άλλες μη ξεκάθαρη αντίληψη των πραγματικών καθηκόντων της ταξικής πάλης που έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη και τέλος για άλλες όλοι αυτοί οι παράγοντες συνυπήρχαν.


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΙΕΣΗ

Παράλληλα με την οικονομική πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ και η ολιγαρχία της Χιλής αυξανόταν και η πολιτική δραστηριότητα της αντίδρασης εκμεταλλευόμενη ακριβώς τις οικονομικές δυσκολίες. Ο κύριος στόχος της άρχουσας τάξης ήταν να κερδίσει τα μεσαία στρώματα και να κλονίσει την επιρροή της Λαϊκής Ενότητας στην εργατική τάξη. Στην προσπάθεια αυτή η αντίδραση χρησιμοποιούσε συνδυασμένα τα νόμιμα και τα παράνομα μέσα, την προπαγάνδα και την εξαγορά, την κοινοβουλευτική πάλη και το πεζοδρόμιο. Επρόκειτο πραγματικά για «εμπνευσμένη» πολιτική προσπάθεια. Η άρχουσα τάξη της Χιλής με τη στενή καθοδήγηση της CIA εκμεταλλεύθηκε στο πεδίο αυτό την πλούσια πολιτική της πείρα. Φαίνεται επίσης πως διδάχθηκε πολλά από τη μελέτη του λαϊκού κινήματος.

Τον Οκτώβρη του 1971 εκτυλίχτηκε καμπάνια των συντηρητικών δυνάμεων ενάντια στην πρόθεση της κυβέρνησης να εθνικοποιήσει τη βιομηχανία χαρτιού. Βασικό επιχείρημα ήταν ότι η εθνικοποίηση αποτελεί πρόσχημα για την κατάργηση της ελευθερίας του Τύπου.

Το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου επισκέφθηκε τη Χιλή ο Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος περιόδευσε σε όλη τη χώρα, μίλησε σε συγκεντρώσεις τονίζοντας την ανάγκη ενότητας των αριστερών δυνάμεων και επικρίνοντας τη στάση του αριστερίστικου MIR που αυτοπαρουσιαζόταν ως καστρικής και γκεβαρικής κατεύθυνσης. Η αντιπολίτευση ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών για δήθεν παρέμβαση του Κάστρο στα εσωτερικά της χώρας.

Την 1 Δεκέμβρη 1971 γυναίκες, κυρίως των πιο εύπορων στρωμάτων του Σαντιάγο, οργάνωσαν διαμαρτυρία στους δρόμους της πόλης κρατώντας άδειες κατσαρόλες. Κατά τη διάρκεια της πορείας έγιναν βανδαλισμοί από ακροδεξιά στοιχεία. Παράλληλα, οργανώνεται η απόκρυψη εμπορευμάτων, η μαύρη αγορά και η κερδοσκοπία. Η κυβέρνηση απάντησε με τη δημιουργία σωματείων προστασίας των καταναλωτών και για τον έλεγχο των εμπόρων από τους καταναλωτές.

Το Μάρτη του 1972 αποκαλύφθηκε σχέδιο της νεοφασιστικής οργάνωσης «Πατρίδα και Ελευθερία» που προέβλεπε τη δημιουργία ταραχών και στρατιωτικής ανταρσίας για την κατάληψη του προεδρικού μεγάρου.

Τον επόμενο μήνα η αστική αντιπολίτευση οργάνωσε την «Πορεία για τη Δημοκρατία» στο Σαντιάγο που συγκέντρωσε 200 χιλιάδες άτομα. Η Λαϊκή Ενότητα απάντησε με την «Πορεία για την Πατρίδα» που συγκέντρωσε πάνω από 400 χιλιάδες.

Τέλη Αυγούστου του 1972 οργανώθηκε η απεργία της ομοσπονδίας εμπόρων λιανικής πώλησης. Λίγες μέρες μετά γίνεται διαδήλωση 700 χιλιάδων ατόμων υποστηρικτών της Λαϊκής Ενότητας για τη δεύτερη επέτειο από την εκλογή του Αλιέντε. Μια βδομάδα αργότερα, στις 11 Σεπτέμβρη, αποτυγχάνει η δεύτερη δολοφονική απόπειρα ενάντια στον Αλιέντε.

Στο μεταξύ οι οικονομικές δυσκολίες εντείνονται κάτω από το βάρος του οικονομικού σαμποτάζ και του «αόρατου αποκλεισμού». Τον Οκτώβρη, η ομοσπονδία ιδιοκτητών φορτηγών αυτοκινήτων ξεκινά απεργία αόριστης διάρκειας. Ακολουθούν οι έμποροι λιανικής πώλησης και μετά οι σύλλογοι των γιατρών, των δικηγόρων και άλλοι. Οι απεργίες οργανώθηκαν κάτω από τις εντυπώσεις δυσαρέσκειας που επηρέασαν κυρίως τα μεσαία στρώματα, αλλά και με τη χρησιμοποίηση των μεθόδων του εκβιασμού, της τρομοκρατίας, των απειλών (όχι μόνο συνδικαλιστών αλλά πολύ πλατύτερα) καθώς οι πράκτορες της CIA και οι φασιστικές οργανώσεις δρούσαν σχεδόν ανενόχλητοι. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η τιμή του δολαρίου στη μαύρη αγορά την περίοδο αυτή έπεσε, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι διακινήθηκε μεγάλη ποσότητα αμερικάνικου νομίσματος για εξαγορές σε μεγάλη κλίμακα. Οσοι συνδικαλιστές ή εργαζόμενοι δεν πείθονταν και δεν εξαγοράζονταν ή δίσταζαν να συμμετέχουν στην απεργία, εξαναγκάζονταν από τις ομάδες τραμπούκων.

Η κυβέρνηση απάντησε με συλλήψεις συνδικαλιστών ηγετών της αντιπολίτευσης, επίταξη φορτηγών και δημιουργία δικτύου διανομής βασισμένο στις λαϊκές οργανώσεις. Παράλληλα, διαπραγματευόταν με τους απεργούς υποσχόμενη λύσεις στα προβλήματά τους. Η απεργία τελικά έληξε στις αρχές Νοέμβρη. Δεν κράτησε ούτε ένα μήνα αν και ο συνέπειές της στην οικονομία ήταν ορατές, κυρίως, εξαιτίας της γεωγραφικής διάρθρωσης της Χιλής.

Στην εκτόνωση της κατάστασης βοήθησε ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης. Σε αυτήν πλέον συμμετείχαν ο πρόεδρος και ο γραμματέας των εργατικών συνδικάτων ενώ τη θέση του υπουργού εσωτερικών και αντιπροέδρου της κυβέρνησης κατέλαβε ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων στρατηγός Πράτς. Υπήρχαν ακόμη δύο στρατιωτικοί με υπουργικά χαρτοφυλάκια. Ο Πρατς μαζί με άλλους υπουργούς ήταν που ζήτησε τον τερματισμό της απεργίας υποσχόμενος ικανοποίηση αρκετών αιτημάτων και ομαλή διεξαγωγή των κοινοβουλευτικών εκλογών που πλησίαζαν.

Oι εκλογές έγιναν το Μάρτη του 1973. Παρά την έξαλλη προπαγανδιστική εκστρατεία της αντίδρασης, η Λαϊκή Ενότητα έλαβε το 44% των ψήφων, λίγο λιγότερο βέβαια από τις δημοτικές του 1971, αλλά κατά 8% περισσότερο από τις προεδρικές του 1970. Αύξησε μάλιστα και την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση καθώς οι προηγούμενες βουλευτικές εκλογές είχαν γίνει πριν το 1970 οπότε οι αριστερές δυνάμεις δεν είχαν ούτε καν τη σχετική πλειοψηφία. Από την άλλη, οι δυνάμεις της αντίδρασης δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν τα 2/3 των εδρών που χρειάζονταν, με βάση το Σύνταγμα, για να καθαιρέσουν τον πρόεδρο.

Ενα μήνα μετά τις εκλογές η αντιπολίτευση συνέρχεται από την ήττα της και καθοδηγεί την απεργία στα μεταλλεία χαλκού «Ελ Τενιέντε». Αν και συμμετέχει σε αυτήν μόνο το 35% του προσωπικού, η απεργία διαρκεί οκτώ εβδομάδες και η παραγωγή πέφτει κατά 70% περίπου.

Μετά από αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις στους δρόμους με οπαδούς της κυβέρνησης, τον Ιούλη του 1973 στασίασε ένα σύνταγμα τεθωρακισμένων στο Σαντιάγο. Η στάση καταστάλθηκε από στρατεύματα υπό τον στρατηγό Πρατς. Κομμουνιστές και σοσιαλιστές συμφώνησαν στο μεταξύ να προωθήσουν την οργάνωση της «Λαϊκής Δύναμης», εργατικής ουσιαστικά πολιτοφυλακής.

Στις ένοπλες δυνάμεις γίνονταν το διάστημα αυτό απομακρύνσεις προοδευτικών και δημοκρατικών αξιωματικών από κρίσιμα πόστα, ενώ στρατιώτες και ναύτες συλλαμβάνονται, βασανίζονται, τιμωρούνται γιατί έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους με τα πραξικοπηματικά σχέδια. Ο ίδιος ο Πρατς προπηλακίζεται στο δρόμο από ομάδες αντιδραστικών και παραιτείται αργότερα από αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τα σχέδια για πραξικόπημα. Δολοφονήθηκε μετά το πραξικόπημα στην Αργεντινή όπου είχε καταφύγει με την οικογένειά του. Διάδοχός του στην αρχηγία ήταν ο Αουγκούστο Πινοτσέτ.

Παράλληλα, με πρόσχημα την εφαρμογή του νόμου για τον έλεγχο των όπλων, ο στρατός τρομοκρατεί τα εργατικά συνδικάτα και άλλες λαϊκές οργανώσεις κάνοντας εφόδους και βιαιοπραγώντας. Ο νόμος είχε ψηφιστεί συναινετικά από κυβέρνηση και αντιπολίτευση με στόχο, υποτίθεται, την ειρήνευση και τον αφοπλισμό των ένοπλων οργανώσεων πολιτών από όποιο χώρο και αν προέρχονταν. Στην πραγματικότητα ο νόμος χρησιμοποιήθηκε για να τρομοκρατήσει τις προοδευτικές δυνάμεις, να κάνει ο στρατός μια «πρόβα τζενεράλε», ενώ οι δεξιές παραστρατιωτικές ομάδες έμειναν ανενόχλητες. Παράλληλα, νέα απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών ξέσπασε τον Ιούλη 1973 και συνοδεύτηκε από δολοφονίες (ανάμεσά τους ο υπασπιστής του Αλιέντε, πλωτάρχης Αράγια), ανατινάξεις και εμπρησμούς εργοστασίων.

Στις 4 Σεπτέμβρη, μια βδομάδα πριν το πραξικόπημα, 800.000 οπαδοί της Λαϊκής Ενότητας συγκεντρώθηκαν για να γιορτάσουν την τρίτη επέτειο από την εκλογή του Αλιέντε.


TΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Στις 11 Σεπτέμβρη 1973 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα του Πινοτσέτ. Καταλήφθηκε το βασικό λιμάνι της χώρας, βομβαρδίστηκαν ραδιοφωνικοί σταθμοί. Διεξήχθηκαν μάχες ενάντια σε λίγους οπλισμένους εργάτες της Λαϊκής Ενότητας στο προεδρικό μέγαρο, σε εργοστάσια, στο πανεπιστήμιο, σε γραφεία εφημερίδων. Γύρω στις δύο το μεσημέρι ο Αλιέντε ήταν νεκρός.

Αρχισαν μαζικές συλλήψεις στελεχών και μελών της Λαϊκής Ενότητας, εκτελέσεις επί τόπου άοπλων αγωνιστών, άγριοι ξυλοδαρμοί. Στρατόπεδα συγκέντρωσης, κολαστήρια βασανιστηρίων και εκτελέσεων δημιουργήθηκαν απ’ άκρη σε άκρη σε όλη τη χώρα. Οι φρικαλεότητες της πρώτης κιόλας ημέρας του πραξικοπήματος καταγράφτηκαν χαρακτηριστικά στην ανταπόκριση των δύο Γερμανών πολιτών που ήταν ανταποκριτές της γερμανικής ραδιοφωνίας: «Μπροστά μας εκτέλεσαν 400 με 500. Ηταν η μεγαλύτερη ομάδα που εκτελέστηκε μέσα στο γήπεδο. Το άλλο που μπορούμε να πούμε είναι ότι ακούσαμε και είδαμε να σκοτώνουν τους ανθρώπους με το ξύλο. Δεν τους βασάνιζαν, τους χτυπούσαν μέχρι να πεθάνουν».

Η παγκόσμια δημοκρατική κοινή γνώμη έκανε λόγο για «νέα Τζακάρτα», αφού η αγριότητα και οι σφαγές στη Χιλή πήραν τέτοια έκταση που θύμισαν σε όλους τις σφαγές στην Ινδονησία το 1965. Πολλοί παρομοίασαν τότε, και όχι μόνο αριστερές πολιτικές δυνάμεις, τις μεθόδους του καθεστώτος Πινοτσέτ με εκείνες του ναζισμού: πνιγμοί κρατουμένων που τους είχαν δέσει τα χέρια στο νερό, ξερίζωμα των μελών με τανάλιες, επί τόπου τουφεκισμοί εργατών προς παραδειγματισμό όταν σε κάποιο ορυχείο κατέβηκαν σε απεργία λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα. Ακόμη και σήμερα η εισαγγελία της Ισπανίας και όχι μόνο αυτή, κάνει λόγο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι νεκροί των πρώτων ημερών μετά το πραξικόπημα υπολογίστηκαν σε 30.000, ενώ οι κρατούμενοι σε φυλακές και στρατόπεδα στις 40.000.

Η Βουλή και τα κόμματα καταργήθηκαν στο όνομα της δημοκρατίας και του πατριωτισμού. Οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις αποδόθηκαν ξανά στις ξένες πολυεθνικές και στους ντόπιους επιχειρηματίες. Ο πληθωρισμός εξανέμισε το λαϊκό εισόδημα. Κάθε δημοκρατικό δικαίωμα καταργήθηκε. Οι εκτελέσεις γίνονταν είτε μετά από δίκη στο στρατοδικείο είτε χωρίς καμιά διαδικασία. Συλλήψεις στα σπίτια, έλεγχοι οπουδήποτε και οποτεδήποτε.

Η εγκύκλιος Νο 34/1973 της στρατιωτικής λογοκρισίας υπογράμμιζε ότι η λέξη εργάτης πρέπει να αντικατασταθεί σε όλες τις εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης από τις λέξεις «χειρώναξ υπάλληλος», ενώ η λέξη σύντροφος πρέπει να διαγραφεί από το λεξιλόγιο.

Δεν μπορεί βέβαια να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το πραξικόπημα και όσα ακολούθησαν ήταν ένα καλοστημένο και επεξεργασμένο σχέδιο της CIA. Ηταν για την ακρίβεια η τελική πράξη ενός σχεδίου που είχε κατά βάση αρχίσει να υλοποιείται πριν την εκλογή του Αλιέντε.

Οι υπηρεσίες των ΗΠΑ μελετούσαν επισταμένα τη χιλιάνικη κοινωνία. Mέχρι και κοινωνιολογικές έρευνες γίνονταν από ειδικευμένους επιστήμονες, Αμερικανούς και Χιλιανούς με υποτροφίες αμερικάνικων πολυεθνικών και κρατικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 είναι γνωστές τέτοιες έρευνες που μελετούσαν τις τάσεις στη χιλιανή κοινωνία, σε κάθε κοινωνική τάξη, αλλά και σε επιμέρους κοινωνικά στρώματα.

Επιπλέον, διευθυντικά στελέχη των αμερικάνικων πολυεθνικών που εκμεταλλεύονταν τη Χιλή και τους Χιλιανούς ήταν συνήθως και πράκτορες της CIA. Aυτοί ενορχήστρωσαν την κλιμάκωση της αντίδρασης ενάντια στη Λαϊκή Ενότητα μέχρι το πραξικόπημα. Τεράστια ποσά δαπανήθηκαν για την ενίσχυση των μέσων ενημέρωσης των αντιδραστικών δυνάμεων, για τη στρατολογία ανθρώπων, την εξαγορά άλλων, για τη συγκρότηση νόμιμων και παράνομων οργανώσεων, για τις πλουσιοπάροχες αμοιβές των στελεχών και μελών τους.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ στηρίχτηκαν στη συμφωνία αμοιβαίας στρατιωτικής βοήθειας που υπήρχε ανάμεσα στις δύο χώρες πριν την εκλογή του Αλιέντε και την οποία η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας δίστασε να καταγγείλει. Ετσι, γίνονταν κοινά γυμνάσια, στρατιωτικοί σύμβουλοι και πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών (CIA, κατασκοπεία του στρατού ξηράς, του ναυτικού κλπ.) των ΗΠΑ είχαν κάθε νόμιμη δυνατότητα να ασκήσουν κάθε μορφής επιρροή στο στράτευμα. Αξιωματικοί της Χιλής εκπαιδεύονταν από Αμερικανούς στις σχολές των ΗΠΑ και στις γνωστές σχολές δολοφόνων που είχαν οι ΗΠΑ στον Παναμά, στο Πουέρτο Ρίκο, στις ΗΠΑ και που ειδικεύονταν ακριβώς στα πραξικοπήματα, καθώς και στην αντιμετώπιση και καταστολή των λαϊκών κινημάτων. Οι ΗΠΑ είχαν κάθε δυνατότητα να ασκήσουν νόμιμα υλική και ιδεολογική επίδραση.

Σήμερα πια είναι γνωστό ότι υπήρχε κέντρο που συντόνιζε το στρατό, τα κόμματα της συντηρητικής αντιπολίτευσης, τις παράνομες ή ημιπαράνομες ακροδεξιές οργανώσεις, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στη Χιλή δρούσαν φανερά, νόμιμα, εκτός από τη στρατιωτική αποστολή των ΗΠΑ, 89 υπάλληλοι του υπουργείου εξωτερικών των ΗΠΑ και σχεδόν 1.500 μυστικά εισαγμένοι πράκτορες.

Αυτό που, κυρίως, φοβούνταν ντόπια ολιγαρχία και ΗΠΑ ήταν ο κίνδυνος, να ξεφύγει η Λαϊκή Ενότητα από τις αυταπάτες για τα όρια της αστικής νομιμότητας και να θέσει πρωτοβουλιακά η ίδια ή, τουλάχιστον, το πιο πρωτοπόρο κομμάτι της το ζήτημα της εξουσίας. Ηδη, με κοινή απόφαση του ΚΚ και του ΣΚ καθώς και με απόφαση της Συνομοσπονδίας Εργατών προωθούνταν, αν και με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς, η οργάνωση της εργατικής πολιτοφυλακής. Ανάλογες ενέργειες είχε προωθήσει πρωτύτερα το MIR.

Εξάλλου, η αντίδραση δεν ήθελε απλά μια ήττα του Αλιέντε. Ηθελε να καταφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα στο λαϊκό κίνημα στη Χιλή, να κερδίσει μια στρατηγική νίκη έτσι ώστε να κάνει καιρό να σηκώσει το κεφάλι ο χιλιάνικος λαός και να κλείσει με ένα τρόπο και για κάποιο διάστημα το «μέτωπο» της Νότιας Αμερικής. Για το λόγο αυτό, έπρεπε να ακολουθήσει το ματοβαμένο μακελειό που γνωρίζουμε και το οποίο δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα των ενεργειών κάποιων φανατικών. Ηταν σχεδιασμένο να εξοντωθεί το πρωτοπόρο, το μαχητικό κομμάτι του χιλιάνικου λαού.

Εκτός των άλλων, το Σεπτέμβρη του 1973 είχαν ολοκληρωθεί οι προετοιμασίες του στρατού για το πραξικόπημα και είχε ολοκληρωθεί ο συντονισμός των διαφορετικών αποχρώσεων συντηρητικών δυνάμεων. Η απόπειρα πραξικοπήματος που έγινε δύο μήνες πριν βοήθησε σημαντικά στην εξάσκηση των πραξικοπηματιών του Σεπτέμβρη, γιατί δεν ήταν ένα «εύκολο» πραξικόπημα όπως το ελληνικό του 1967. Από την άλλη, η εμπειρία της απόπειρας του Ιούλη βοήθησε στο ξεκαθάρισμα (με συλλήψεις, μεταθέσεις κλπ.) και στον εντοπισμό των προοδευτικών αξιωματικών και στρατιωτών, έτσι ώστε λίγο πριν την εκκίνηση στις 11 Σεπτέμβρη να συλληφθούν και να εκτελεστούν πολλοί από αυτούς. Διαφορετικά δεν ήταν δεδομένη η αντίδραση του στρατού παρότι στη δομή και τη λογική και τη στελέχωσή του ήταν εκ των πραγμάτων αστικός και φιλο-ιμπεριαλιστικός. Υπήρχε κίνδυνος να αποτύχει το πραξικόπημα. Ακόμη παραπέρα υπήρχε για την άρχουσα τάξη ο κίνδυνος να διασπαστεί ο στρατός, έτσι ώστε ένα τμήμα του να αποτελούσε μαζί με την εργατική πολιτοφυλακή που ήταν στα σπάργανα, τη βάση ενός νέου, λαϊκού στρατού.


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ;

Το πραξικόπημα προκάλεσε, εκτός των άλλων, περισσότερες θεωρητικές συζητήσεις για την εμπειρία της περιόδου Αλιέντε από ό,τι αυτή η περίοδος της διαυβέρνησης. Το ίδιο το ΚΚ Χιλής εξέτασε επανειλημμένα τα δεδομένα της εποχής.

Στα άρθρα και στα βιβλία που γράφτηκαν την εποχή εκείνη ή λίγο μετά από αυτήν συνηθίζεται να γίνεται λόγος για επανάσταση στη Χιλή. To ΚΚ Χιλής υποστήριζε ότι είχε ξεκινήσει η επαναστατική διαδικασία της οποίας πρώτο στάδιο ήταν η αντιιμπεριαλιστική, αντιολιγαρχική, δημοκρατική επανάσταση και το δεύτερο θα ήταν η καθαυτό σοσιαλιστική επανάσταση. Υπήρξε όμως πραγματικά επανάσταση στη Χιλή ανάμεσα στο 1970 και 1973; Με την επιστημονική έννοια του όρου, και μόνο μια τέτοια αντιμετώπιση πρέπει να επιφυλάσσουμε σε αυτόν, επανάσταση στη Χιλή θα υπήρχε αν είχε υπάρξει ανατροπή της αστικής εξουσίας και αντικατάστασής της από μια νέα εξουσία, δια μέσου της κινητοποίησης των μαζών[1].

Η εκλογική νίκη του 1970, παρά το γεγονός ότι υπήρξε καρπός και επιστέγασμα της ανόδου των λαϊκών αγώνων, δεν έδωσε την εξουσία στους εργαζόμενους και ούτε θα μπορούσε να το κάνει άλλωστε από μόνη της. Εδωσε μόνο τη δυνατότητα σχηματισμού της κυβέρνησης της «Λαϊκής Ενότητας», ως έκφρασης αλλαγών στο συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος της ολιγαρχίας και αποδυνάμωσης της εξουσίας της. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η αστική τάξη έχασε την κρατική εξουσία που είναι μηχανισμός δομημένος και στελεχωμένος με τρόπο που να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Το κράτος διακρίνεται από την ενότητα του ταξικού του περιεχομένου, παρά την τυχόν σχετική αυτοτέλεια των επιμέρους μηχανισμών του. Κατά συνέπεια, με την αποδυνάμωση της αστικής τάξης στο κυβερνητικό επίπεδο, παρόλο που αυτό δεν είναι λίγο, δεν μπορεί να γίνει στα σοβαρά λόγος ούτε για κατάκτηση μέρους της κρατικής εξουσίας, όπως τότε θεωρήθηκε.

Σε άρθρο του το 1977, ο Βολόντια Τεϊτελμπόιμ, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Χιλής, σημείωνε ότι «διαμορφωνόταν στη Χιλή η προεπαναστατική κατάσταση» κατά την προεκλογική του 1970 περίοδο.

Με το σχηματισμό της κυβέρνησης Αλιέντε και τα πρώτα φιλολαϊκά μέτρα της όπως οι πρώτες εθνικοποιήσεις, η ένταση της αντίδρασης του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας άρχουσας τάξης και η αντίστοιχη κινητικότητα των μαζών ως απάντηση και απαίτηση για πορεία προς τα εμπρός, φαίνεται ότι άρχισαν να διαμορφώνουν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης το διάστημα 1970-1973[2].

Τελικά, η Λαϊκή Ενότητα δεν τόλμησε να επιλύσει το ζήτημα της εξουσίας που είχε τεθεί επί τάπητος. Δεν ήταν τόσο οικονομικά μέτρα πιο ριζοσπαστικά ό,τι χρειάζονταν, αλλά ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσει το θέμα της πολιτικής εξουσίας, του κράτους. Η Λαϊκή Ενότητα έπρεπε να διαλέξει με δική της πρωτοβουλία το χρόνο της σύγκρουσης κατά τον οποίο θα είχε πετύχει τη μέγιστη λαϊκή συσπείρωση και θα είχε οργανωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ομως, το ερώτημα που μπαίνει είναι: Ηταν δυνατόν με τις ιδεολογικοπολιτικές δεσμεύσεις και του ΚΚ στην πάση θυσία συμμόρφωση στην αστική συνταγματική νομιμότητα και με τις αυταπάτες της αφετηρίας του εγχειρήματος να κάνει τη μεγάλη στροφή και να επιχειρήσει το άλμα προς τα εμπρός;

Το πιο καίριο και ακανθώδες πρόβλημα ήταν αυτό του στρατού. Η πλειοψηφία των δυνάμεων της Λαϊκής Ενότητας είχε λεγκαλιστικές αυταπάτες για τον ταξικό χαρακτήρα και για τη στάση που θα τηρήσει τελικά ο στρατός ή δεν επιθυμούσε, δεν ήταν αποφασισμένη και δεν προετοιμαζόταν ουσιαστικά για τη ρήξη.

Η θέση του ΚΚ Χιλής για το στρατό ήταν λαθεμένη. Ο τότε Γενικός Γραμματέας της ΚΕ του κόμματος, Λουίς Κορβαλάν, υποστήριζε σε συνέντευξή του το 1972 ότι στη Χιλή «οι αλλαγές μπορούν να γίνουν μόνο στα πλαίσια του νόμου, παίρνοντας υπόψη την εξέλιξη της κατανόησης από τους στρατιωτικούς του ρόλου τους στην κοινωνία που θέλει να χτίσει ο λαός» και ότι «οι στρατιωτικοί δεν επιδιώκουν την πολιτική εξουσία». Υπήρχε μάλιστα η αντίληψη πως «είναι αλήθεια ότι και οι στρατιωτικοί θεσμοί χρειάζονται μετασχηματισμό. Ομως ο μετασχηματισμός αυτός δεν πρέπει να επιβληθεί, αλλά να γεννηθεί μέσα στους στρατιωτικούς, να έρθει σαν αποτέλεσμα της πεποίθησής τους για την αναγκαιότητά του»!

Επιπλέον, δεν οργανώθηκε έγκαιρα, αλλά και όταν ξεκίνησε έμεινε στα μισά του δρόμου, η εργατική πολιτοφυλακή. Υπήρχαν, ωστόσο, από την αρχή πολλές ευκαιρίες για να προχωρήσει αποφασιστικά η υπόθεση αυτή. Τις έδινε η ίδια η τρομοκρατική δράση της αντίδρασης, γεγονός που θα νομιμοποιούσε τη δημιουργία πολιτοφυλακής ακόμη και σε λαϊκές μάζες που δεν ακολουθούσαν τη Λαϊκή Ενότητα. Η δουλειά στο στρατό, σε συνδυασμό με την πολιτοφυλακή και τις λαϊκές οργανώσεις θα δημιουργούσαν μια παράλληλη εξουσία που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας τις επιβουλές της CIA.

Η Λαϊκή Ενότητα έδινε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να ξεφύγει από τη σύγκρουση και μάλιστα την ένοπλη σύγκρουση με την άρχουσα τάξη, αντί να προετοιμάζεται ποικιλότροπα γι΄ αυτήν. Δε συνειδητοποιούσε ότι αυτή ήταν αναπόφευκτη, ότι η ολιγαρχία και ο ιμπεριαλισμός δε θα παρέδιδαν με κανένα τρόπο την εξουσία τους αμαχητί.

Παρ’ όλα αυτά και το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας με ένα τρόπο, αλλά και το ΚΚ Χιλής, δια στόματος Λουίς Κορβαλάν, προειδοποιούσαν από το 1970 ότι «δεν αποκλείεται να αναγκαστεί στο μέλλον ο λαός να καταφύγει στη μια ή την άλλη μορφή ένοπλης πάλης». Υποστήριζαν επίσης ότι «σήμερα είναι καθήκον μας να στριμώξουμε στη γωνιά τους αντίπαλους των μετασχηματισμών, να τους δέσουμε τα χέρια, να τους φορέσουμε το ζουρλομανδύα, να απαλλάξουμε τη χώρα από τον εμφύλιο πόλεμο που αυτοί θα ήθελαν να την ρίξουν».

Σημαντικό ρόλο έπαιξε η πεποίθηση των μικροαστικών κομμάτων που συμμετείχαν στη Λαϊκή Ενότητα ότι στη Χιλή, λόγω ιστορικής συγκυρίας και παράδοσης αποχής του στρατού από πραξικοπήματα, θα εξασφαλιζόταν ο «συνταγματικός, νόμιμος δρόμος» για την επανάσταση χωρίς να χρειαστεί σύγκρουση με την άρχουσα τάξη και το κράτος της. Ετσι, απολυτοποιούσαν την αναγκαία και χρήσιμη στη φάση αυτή χρησιμοποίηση των κοινοβουλευτικών μεθόδων και θεωρούσαν απαράδεκτη οποιαδήποτε προετοιμασία για άλλα μέσα αγώνα. Σε μικρότερο βαθμό η απολυτοποίηση αυτή υπήρχε ακόμη και στο ΚΚ Χιλής. Αναπτύχθηκε κάποιου τύπου συνταγματισμός (κοινοβουλευτική αυταπάτη) που δεν επέτρεπε την παραβίαση του Συντάγματος από τις λαϊκές δυνάμεις ακόμη και εκεί που το Σύνταγμα έθετε σοβαρά εμπόδια για το φιλολαϊκό πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας και όπου υπήρχε ευνοϊκός συσχετισμός δυνάμεων για ένα τέτοιο εγχείρημα. Οπως προαναφέρθηκε ούτε η συνταγματική δυνατότητα διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών δε χρησιμοποιήθηκε το 1971, που η Λαϊκή Ενότητα είχε το 51% των ψήφων στις δημοτικές και που θα μπορούσε να κατακτήσει την πλειοψηφία στη Βουλή και να επιβάλει νέο Σύνταγμα.

Τα πρώτα σχετικά ολοκληρωμένα συμπεράσματα του ΚΚ Χιλής για την περίοδο Αλιέντε διατυπώθηκαν στην ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του τον Αύγουστο του 1974. Ο Λουίς Κορβαλάν συνοψίζοντας για το θέμα αυτό υποστήριζε ότι «πρώτο, το κόμμα επεξεργάστηκε σωστά την πολιτική γραμμή για όλη την περίοδο που το οδήγησε στη μερική κατάκτηση της εξουσίας, καθώς και στην πρώτη περίοδο δράσης της λαϊκής κυβέρνησης. Ωστόσο, τώρα έγινε σαφές ότι δεν είχαμε επεξεργαστεί αρκετά καθαρά τη γραμμή μας για την κατάκτηση όλης της εξουσίας και το πέρασμα από το ένα στάδιο της επανάστασης στο άλλο, που θα μας επέτρεπε πραγματικά να φτάσουμε στο σοσιαλισμό. Δεύτερο, δεν επεξεργαστήκαμε κατάλληλη στρατιωτική πολιτική».


EΠΙΛΟΓΟΣ

Το χτες και το σήμερα στη Χιλή, όπως και παντού αλλού, είναι αξεχώριστα. Η λαϊκή μνήμη πρέπει να μείνει ζωντανή για να θρέφει την αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς, για να μελετά επιστημονικά την ιστορική εμπειρία, τα διδάγματα της ταξικής πάλης.

Η περίοδος Αλιέντε είναι βαθιά διδακτική για το σήμερα και το αύριο. Οσο και αν οι διαφόρων αποχρώσεων σοσιαλδημοκράτες επιχείρησαν να παραπλανήσουν το λαϊκό κίνημα, το αιματηρό πραξικόπημα του Πινοτσέτ επιμένει να μας θυμίζει τους βασικούς νόμους κίνησης της ιστορίας που αποκάλυψαν οι κλασικοί του μαρξισμού. Oι όποιες ιδιομορφίες που προκύπτουν από την ιστορική παράδοση, το διεθνή και εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων ή από άλλους δευτερεύοντες παράγοντες, δεν μπορούν ποτέ να αναιρούν τις γενικές νομοτέλειες που διέπουν κάθε επαναστατική διαδικασία.

Η αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς, η αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη ανάμεσα στο χιλιάνικο και στον ελληνικό λαό είναι και σήμερα απαραίτητη όσο τότε, στις δύσκολες ώρες της εγκληματικής φασιστικής εκτροπής. Τα χρόνια πέρασαν, οι μορφές επίσης άλλαξαν. Οι πόθοι των λαών παραμένουν ωστόσο αδικαίωτοι. Είκοσι επτά (27) χρόνια μετά το πραξικόπημα Πινοτσέτ, ο ιμπεριαλισμός παραμένει ο βασικός εχθρός της ανθρωπότητας.



Ο Δημήτρης Καλτσώνης είναι νομικός, συνεργάτης της ΚΟΜΕΠ.

* Σύγκρινε τη μ-λ θέση για το τσάκισμα του αστικού κράτους με τη μετάλλαξη του κράτους μέσω της «διαδικασίας εκδημοκρατισμού».

[1] Β. Ι. Λένιν: «Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια της άλλης είναι το πρώτο, το κύριο, το βασικό γνώρισμα της επανάστασης, τόσο με την αυστηρή επιστημονική έννοια, όσο και με την πρακτική πολιτική σημασία».

[2] Β. Ι. Λένιν: «Η χρεοκοπία της ΙΙης Διεθνούς», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 16. «Για ένα μαρξιστή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι ανέφικτη χωρίς επαναστατική κατάσταση, αλλά η οποιαδήποτε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί σε επανάσταση. Ποια είναι μιλώντας γενικά, τα γνωρίσματα μιας επαναστατικής κατάστασης; Ασφαλώς δεν θα πέσουμε έξω, αν υποδείξουμε τρία βασικά γνωρίσματα, τα παρακάτω: 1) Η αδυναμία των αρχουσών τάξεων να διατηρήσουν σε αναλλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους, η μία είτε η άλλη κρίση στις «κορυφές», η κρίση στην πολιτική της άρχουσας τάξης που προκαλεί ρωγμή, απ’ όπου εισχωρεί η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός των καταπιεζομένων τάξεων. Συνήθως, για να ξεσπάσει η επανάσταση δεν είναι αρκετό «τα κάτω στρώματα να μη θέλουν» να ζήσουν όπως παλιά. 2) Επιδείνωση, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη, της ανέχειας και της εξαθλίωσης των καταπιεζόμενων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα, για τους παραπάνω λόγους, της δραστηριότητας των λαϊκών μαζών, που σε «ειρηνική» εποχή υπομένουν ήρεμα την καταλήστευσή τους, ενώ σε καιρούς θύελλας ωθούνται τόσο από την όλη κατάσταση της κρίσης, όσο και από τις ίδιες τις «κορυφές», σε αυτοτελή ιστορική δράση. Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές, που δεν εξαρτώνται όχι μόνο από τη θέληση των χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και χωριστών τάξεων, η επανάσταση, κατά γενικό κανόνα, είναι ανέφικτη. Το σύνολο αυτών των αντικειμενικών αλλαγών είναι αυτό που ονομάζεται επαναστατική κατάσταση...».



28 Οκτ 2013

ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΟ «ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ» ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΟ «ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ» ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

του Ελισαίου Βαγενά

Το φετινό Δεκέμβρη συμπληρώνονται 9 χρόνια από την υποστολή της Κόκκινης σημαίας από το Κρεμλίνο. Τα 9 αυτά χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, που έπρεπε να δράσει στις πρωτόγνωρες συνθήκες που δημιούργησε η ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη καθώς και η ολομέτωπη, πολύπλευρη επίθεση του ιμπεριαλισμού και των διεθνικών μονοπωλίων. Στο «μάτι του κυκλώνα» της αντεπανάστασης βρέθηκε -και τολμούμε να πούμε πως συνεχίζει να βρίσκεται- το κομμουνιστικό κίνημα στην πρώην ΕΣΣΔ και ιδιαίτερα στη Ρωσία. Η πορεία ανασυγκρότησης του Κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα αυτή χαρακτηρίζεται όχι μόνο από την πολυδιάσπαση των δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται κομμουνιστικές, αλλά και από την έντονη ιδεολογική και πολιτική διαπάλη σε αρκετά ιδιόμορφες συνθήκες.

Η διαπάλη αυτή επηρεάζεται όχι μόνο από την πολιτική ρευστότητα, αλλά και από τις προσπάθειες οργανωτικής ανασυγκρότησης του κινήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτά τα χρόνια τόσο το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας (ΚΕΚΡ), όσο και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) χρειάστηκε να προχωρήσουν και σε αρκετά έκτακτα συνέδρια, εξαιτίας της ταχύτητας των εξελίξεων στη Ρωσία, αλλά και της ανάγκης καθόδου στις εκλογές, αφού ο εκλογικός νόμος προβλέπει απόφαση κομματικού συνεδρίου για την κάθοδο στις εκλογές. Από εδώ και ο σχετικά υπερβολικός αριθμός συνεδρίων για τα ΚΚ της Ρωσίας.

Πριν 9 χρόνια και ενώ το ΚΚΣΕ είχε τεθεί υπό απαγόρευση, το Νοέμβρη του 1991 στο Σβερντλόφσκ πραγματοποιήθηκε το 1ο Συνέδριο του ΚΕΚΡ. Ηδη το ΚΕΚΡ πραγματοποίησε σ’ αυτό το διάστημα των 9 χρόνων 10 συνέδρια, με το τελευταίο να διεξάγεται στην πόλη Τσελιάμπινσκ στις 20-22 Οκτώβρη του 2000.

Από την άλλη και το ΚΚΡΟ, που επανιδρύθηκε αργότερα το Φλεβάρη του 1993 (κάνοντας το 2ο Συνέδριο, μετρώντας δηλαδή και το 1ο Συνέδριο που είχε κάνει το νεοσύστατο τότε ΚΚΡ στα τελευταία χρόνια ύπαρξης της ΕΣΣΔ), πραγματοποίησε το 7ο Συνέδριό του στις 2-3 Δεκέμβρη 2000.

Στη Ρωσία βέβαια υπάρχουν και άλλα κόμματα που φέρουν τον τίτλο κομμουνιστικό. Ετσι έχουμε το «Κόμμα των Κομμουνιστών της Ρωσίας» με επικεφαλής τον Α. Κριουτσκόφ, το «Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας -ΚΚΣΕ», μ’ επικεφαλής τον Πριγκάριν (τα δύο αυτά κόμματα είναι σε πορεία ενοποίησής τους και συνεργάζονται με το ΚΕΚΡ στα πλαίσια της «Ρωσικής Κομμουνιστικής Ενωσης», μιας οργάνωσης συντονισμού των δραστηριοτήτων των ΚΚ της Ρωσίας). Υπάρχει επίσης το «Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα των Μπολσεβίκων» (ΠΚΚΜΠ) (Αντρέεβα), ενώ ένα τμήμα του δημιούργησε το «Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (μπολσεβίκων)» [ΠΚΚ(μπ)] (Λάπιν), καθώς επίσης υπάρχει το «Κομμουνιστικό Κόμμα των Σοβιετικών Κομμουνιστών» (Ανπίλοφ). Πρόσφατα στον πειρασμό να δημιουργήσει το «δικό» του ΚΚ δεν αντιστάθηκε και ο Ολεγκ Σένιν, πρώην μέλος του ΠΓ του ΚΚΣΕ και σήμερα ακόμη Πρόεδρος της Ενωσης ΚΚ-ΚΚΣΕ, ο οποίος ίδρυσε το «Κομμουνιστικό Κόμμα της Ενωσης» (εννοώντας της Ενωση Ρωσίας - Λευκορωσίας).

Σίγουρα αν συνεχίσουμε την έρευνα και καταγραφή θα βρούμε κάμποσες ακόμη οργανώσεις στη Ρωσία που να τιτλοφορούνται «ΚΚ». Η πραγματικότητα όμως λέει ότι από όλες αυτές τις δυνάμεις μόνο δύο έχουν καταφέρει να ενώσουν κάτω από τις σημαίες τους εκατομμύρια ανθρώπους, που πιστεύουν στις ιδέες του κομμουνισμού. Αυτές οι δυνάμεις είναι το ΚΚΡΟ, που στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές πήρε 16.196.024 ψήφους ή το 24,29% και το ΚΕΚΡ που με το συνδυασμό του στις ίδιες εκλογές συγκέντρωσε 1.481.890 ψήφους ή το 2,22%. Να σημειώσουμε ότι στις ίδιες εκλογές του 1999 ένα ποσοστό περίπου 6% μοιράστηκαν μια σειρά ακόμα κόμματα και σχηματισμοί από «τ’ αριστερά», με μεγαλύτερο το ποσοστό 0,61% που συγκέντρωσε το «Σταλινικό Μπλοκ» στο οποίο ηγούνταν ο Ανπίλοφ και ο εγγονός του Στάλιν.

Δεν είναι όμως μόνο οι εκλογές που μαρτυρούν το παραπάνω, αλλά και η ανάπτυξη οργανώσεων στις περισσότερες περιοχές της χώρας, η έκδοση εφημερίδων, η επαφή με το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα. Αξίζει λοιπόν να δούμε σε τι κατάσταση βρίσκονται σήμερα τα δύο αυτά ΚΚ της Ρωσίας.


ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ (ΚΚΡΟ)

Παρά το γεγονός ότι το ΚΚΡΟ παραμένει και μετά τις εκλογές η σημαντικότερη οργανωμένη αντιπολιτευτική πολιτική δύναμη στη χώρα, έχει περιοριστεί ο ρόλος του στην πολιτική σκηνή. Αυτό συμβαίνει γιατί συρρικνώθηκε η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του, με αποτέλεσμα να μην έχει πλέον τη δυνατότητα να «μπλοκάρει» τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης και του Προέδρου, όπως μπορούσε να κάνει με την προηγούμενη σύνθεση του κοινοβουλίου. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια το ΚΚΡΟ, παρά τις μεγάλες δυνατότητες που του έδινε η μεγάλη του εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο, δεν μπόρεσε να αποκτήσει σοβαρές οργανωμένες δυνάμεις στο εξωκοινοβουλευτικό, συνδικαλιστικό, μαζικό επίπεδο.

Η κατάσταση για το ΚΚΡΟ χειροτέρεψε εξαιτίας και του γεγονότος της ουσιαστικής διάλυσης στην οποία έχει περιέλθει η «Λαϊκο-Πατριωτική Ενωση της Ρωσίας» (ΛΠΕΡ). Και αυτό γιατί οι γνωστότερες δυνάμεις [η πλειοψηφία του Προεδρείου της ΛΠΕΡ: Α. Ρουτσκόι (Κοινωνικό-Πολιτικό Κίνημα «ΝΤΕΡΖΑΒΑ»), Μ. Λαψίν (Αγροτικό Κόμμα Ρωσίας), Α. Ποντμπεριόζκιν («Πνευματική Κληρονομιά»)] αποχώρησαν είτε προς το κέντρο είτε ανοιχτά προς τις φιλο-κυβερνητικές δυνάμεις. Να σημειωθεί ότι έτσι για πολλοστή φορά η προσπάθεια που κάνει το ΚΚΡΟ για οργάνωση ευρύτερων δυνάμεων (αρχίζοντας από την επανίδρυση του κόμματος το 1993) αποτυγχάνει. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, σε αντίθεση με το παρελθόν, το ΚΚΡΟ αποφάσισε να μην παραιτηθεί από τη ΛΠΕΡ, αλλά να την ανασυγκροτήσει.

Στο φόντο αυτό, τμήμα ανώτατων και μεσαίων στελεχών του Κόμματος, με επικεφαλής τον Γκενάντι Σελεζνιόφ (Πρόεδρος της Κρατικής Δούμας και μέλος του Προεδρείου της ΚΕ του ΚΚΡΟ), ίδρυσαν την Πανρωσική κοινωνικό-πολιτική κεντροαριστερή οργάνωση «ΡΩΣΙΑ» με στόχο -όπως υποστηρίζουν- την ενοποίηση των λαϊκό-πατριωτικών, κεντροαριστερών δυνάμεων σε μια εποικοδομητική, «προγραμματική» και όχι «στείρα» αντιπολίτευση προς τον Πούτιν. Λόγος γίνεται για την ίδρυση μιας συμπολιτευόμενης προς τον Πρόεδρο Πούτιν οργάνωσης, που εντάχθηκε στη δύναμη της ΛΠΕΡ. Με δηλώσεις του ο Σελεζνιόφ τοποθετήθηκε υπέρ της συγκρότησης αυτού του «αριστερού, δημοκρατικού συνασπισμού», όπως αυτοαποκαλείται η νέα οργάνωση, που όμως δε θα αντιστρατεύεται το ΚΚΡΟ, αλλά θα το συμπεριλάβει στους κόλπους της.

Η ηγεσία του ΚΚΡΟ, αν και επίσημα τοποθετήθηκε ενάντια στην ίδρυση της «ΡΩΣΙΑΣ», δεν πήρε κάποια οργανωτικά μέτρα για να εμποδίσει την εμφάνισή της.

Ο αστικός τύπος της Ρωσίας κάνει λόγο καταρχήν για μια προσπάθεια να «μεταλλαχτεί» το ΚΚΡΟ από τα μέσα, από κείνα τα στελέχη που ανοιχτά πια δηλώνουν πως προσβλέπουν σε ένα μεγάλο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που θα αναλάβει την κυβερνητική εξουσία. Δεν αποκλείουν μάλιστα και την περίπτωση διάσπασης του ΚΚΡΟ. Ταυτόχρονα, προβάλλουν τη ίδρυση της νέας οργάνωσης, ως ένα «νέο» και «σύγχρονο» ΚΚ.

Τα παραπάνω γεγονότα, που είναι γνωστά στη ρωσική κοινωνία, προβληματίζουν και το ίδιο το ΚΚΡΟ. Να τι έγραφαν οι «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο»: «Οι αιτίες των αποτυχιών θα πρέπει να ψαχτούν από τη μια πλευρά στο ότι τα αποθέματα που το κόμμα συσσώρευσε τα τελευταία χρόνια δεν έγινε κατορθωτό να χρησιμοποιηθούν με την ανάλογη αποτελεσματικότητα. Κατακτώντας ισχυρές θέσεις στο κοινοβούλιο, στα όργανα της αντιπροσωπευτικής και εκτελεστικής εξουσίας των υποκειμένων της Ομοσπονδίας, το ΚΚΡΟ δεν μπόρεσε να τις μεταχειριστεί σ’ όλο τους το μέγεθος. Από την άλλη πλευρά το κόμμα δεν είχε στη διάθεσή του μια σειρά από σημαντικότατα μέσα για να επιδράσει στην εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης. Πρώτα απ’ όλα δεν έγινε κατορθωτό να οργανώσει μαζικές εξωκοινοβουλευτικές δραστηριότητες των εργαζομένων για την υποστήριξη των αιτημάτων της αντιπολίτευσης. Ούτε μπόρεσε να συγκροτήσει ένα ισχυρό δίκτυο δικών του ΜΜΕ. Δεν μπόρεσε να συντονίσει τη δουλιά των περιοχών της Πατριωτικής ζώνης (σημ. εννοεί τις περιοχές όπου είχαν εκλεγεί κυβερνήτες των πατριωτικών δυνάμεων), για την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής.

Η πείρα των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει ότι το ΚΚΡΟ δεν μπορεί να επιτύχει τους προγραμματικούς του στόχους μόνο με τις δυνάμεις των μελών και των οργανώσεών του. Το Κόμμα αναπόφευκτα πρέπει πιο ενεργητικά να δράσει μέσω των εκπροσώπων του που δρουν μέσα στα συνδικάτα, στις νεολαιίστικες, γυναικείες οργανώσεις, σ’ αυτές των βετεράνων του πολέμου, σ’ άλλες μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων, κινητοποιώντας τες στον αγώνα για τα ζωτικά δικαιώματα και συμφέροντα του εργαζόμενου λαού. Είναι απαραίτητο να υψωθεί σε νέο επίπεδο η δουλιά των κομμουνιστών στα όργανα της αντιπροσωπευτικής και εκτελεστικής εξουσίας, στην τοπική αυτοδιοίκηση»[1].

Στο ίδιο ντοκουμέντο σημειώνεται ότι: «...Πρέπει να αναγνωρίσουμε πως το ΚΚΡΟ μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να γίνει μια δύναμη «κλειδί» για το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Και ακριβώς εξαιτίας της αδύνατης επιρροής των κομμουνιστών το εργατικό κίνημα παραμένει ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση»[2].

Ταυτόχρονα, μετά από 7 χρόνια δράσης το ΚΚΡΟ μοιάζει να αναγνωρίζει επίσης ότι: «...η κατάκτηση επιρροής στο εργατικό κίνημα αποτελεί για το κόμμα στόχο όχι λιγότερο σημαντικό από την πάλη για ψήφους στις εκλογές για τα όργανα εξουσίας»[3].

Το ΚΚΡΟ, παρά την κρίση που πέρασε η ΛΠΕΡ, προσπαθεί να την ανασυγκροτήσει. Ετσι στο κείμενο των «Θέσεων» υπογραμμίζεται ότι: «...Το ΚΚΡΟ θα πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία της ανανέωσης της πλατιάς ένωσης των λαϊκο-πατριωτικών δυνάμεων. Αυτή η ένωση θα πρέπει πρώτα από όλα να γίνει ένωση υπαρκτών κοινωνικών δυνάμεων και όχι μεμονωμένων, περισσότερο ή λιγότερο γνωστών, προσωπικοτήτων. Ακριβώς σ’ αυτήν την κατεύθυνση αναπτύσσεται σήμερα η ΛΠΕΡ.

Από τη σύνθεσή της διαγράφτηκαν οι αποστάτες, ενώ οι γραμμές της ΛΠΕΡ συμπληρώθηκαν από ολόκληρα συνδικάτα, επιστημονικές σχολές, επιχειρηματικές δομές. Το ΚΚΡΟ θα πρέπει και στο μέλλον να προσπαθεί να ενώσει σε μια πλατιά ένωση την πολιτική εμπειρία των κομμάτων, τις οργανωτικές δυνατότητες των συνδικάτων, το διανοητικό δυναμικό της επιστημονικής κοινότητας και τα υλικά αποθέματα των επιχειρηματικών κύκλων»[4].

Η αναφορά στους «επιχειρηματικούς κύκλους» δεν είναι τυχαία, αφού το ΚΚΡΟ στο σοσιαλισμό που οραματίζεται προβλέπει ότι: «...η οικονομική πολυμορφία της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής τίθεται στην υπηρεσία της σοσιαλιστικής δημιουργίας, όπου το κάθε οικονομικό σύστημα διατηρείται εφόσον δεν έχει αυτοεξαντληθεί...»[5].

Σήμερα βέβαια το ΚΚΡΟ το απασχολεί η λεγόμενη «κόκκινη πατριωτική ζώνη», δηλαδή εκεί που έχουν εκλεγεί κυβερνήτες με την υποστήριξη της ΛΠΕΡ. Στις «Θέσεις» υπογραμμίζεται ότι: αυτή η ζώνη «θα πρέπει στην πράξη να μετατραπεί σε σχολείο εναλλακτικής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, σε σχολείο λαϊκής εξουσίας. Να επιτευχθεί τα νομοσχέδια και άλλες πρωτοβουλίες που δε γίνεται κατορθωτό να περάσουν σε ομοσπονδιακό επίπεδο, όπως π.χ. για το μίνιμουμ των αναγκών διαβίωσης, την αύξηση των μισθών, συντάξεων, υποτροφιών, την παροχή δωρεάν αναγνωστικών και ζεστών πρωινών στους μαθητές να εγκρίνονται και να υλοποιούνται σε τοπικό επίπεδο»[6].

Σ’ ό,τι αφορά την κομματική οικοδόμηση το ΚΚΡΟ θέτει ως στόχο του: «Στη διάρκεια ενάμιση έως δύο χρόνων να φτάσει το τιράζ των κεντρικών κομματικών εφημερίδων στο 1.000.000 αντίτυπα», όπως και την επαναδραστηριοποίηση των κομματικών δυνάμεων στους χώρους δουλιάς.

Τέλος, στις «Θέσεις» μπορεί κανείς να βρει και την παρακάτω διατύπωση: «Είναι απαράδεκτες οι δημόσιες τοποθετήσεις των κομμουνιστών, ιδιαίτερα των ηγετών, που έρχονται σε αντίθεση με το Πρόγραμμα του ΚΚΡΟ, τις αποφάσεις των συνεδρίων του, των συνδιασκέψεων και ολομελειών της ΚΕ. Το Κόμμα βλέπει τον κίνδυνο της αριστερίστικης και δεξιάς παρέκκλισης στις γραμμές του και συνεχίζει τη δουλιά για την εξάλειψή τους»[7].

Να σημειωθεί ότι οι «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ» εγκρίθηκαν από το πρόσφατο 7ο Συνέδριο του Κόμματος, το Νοέμβρη του 2000, που τις διαμόρφωσε σ’ ένα ντοκουμέντο «Αμεσων καθηκόντων του ΚΚΡΟ».


ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ (ΚΕΚΡ)

Το ΚΕΚΡ στο διάστημα που πέρασε, (αν και εκλογικά λόγω της μεγάλης πόλωσης συρρικνώθηκε σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές του 1995 σχεδόν κατά 50%), κατάφερε να διατηρηθεί ως υπολογίσιμη δύναμη. Καταρχήν είναι το 7ο κόμμα σε εκλογική δύναμη και το 1ο εξωκοινοβουλευτικό.

Εκείνο που όμως έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι στο διάστημα που πέρασε το ΚΕΚΡ βρέθηκε στην πρωτοπορία μεγάλου μέρους των εργατικών κινητοποιήσεων που έγιναν στη Ρωσία, είτε μέσω των νέων ταξικών συνδικάτων «Ζασίτα» είτε μέσω τμημάτων των «παλιών» συνδικάτων, της «Ομοσπονδίας των Ανεξάρτητων Συνδικάτων». Αυτό το γεγονός έχει οδηγήσει ορισμένες από τις οργανώσεις του ΚΕΚΡ να αποκτήσουν ρίζες στους εργαζομένους. Με βάση και τις αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ η δουλιά στα συνδικάτα χαρακτηρίζεται ως το σημαντικότερο καθήκον του Κόμματος. Το Κόμμα προσανατολίζεται να διοργανώσει μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2001 μια πλατιά, κοινή συνδιάσκεψη του ΚΕΚΡ, των «Σοβιέτ των Εργατών» και των συνδικάτων «Ζασίτα» με θέμα «Εργατικό κίνημα: κατάσταση και προοπτικές. Ο ρόλος των συνδικάτων»[8].

Ενα δεύτερο ζήτημα στο οποίο το 10ο Συνέδριο του ΚΕΚΡ έδοσε ιδιαίτερη προσοχή είναι η κατάσταση του νεολαιίστικου κινήματος. Πρέπει να σημειώσουμε ότι το κομμουνιστικό νεολαιίστικο κίνημα μετά τις ανατροπές περνά μια φάση αναδιοργάνωσης. Αρχικά οι νέες κομσομόλικες οργανώσεις που εμφανίστηκαν δήλωναν «αυτόνομες» από τα ΚΚ. Σιγά-σιγά αυτή η κατάσταση ξεπερνιέται. Ηδη το ΚΚΡΟ έχει τη δική του οργάνωση νεολαίας, την «Ενωση Κομμουνιστικής Νεολαίας Ρωσικής Ομοσπονδίας» (ΕΚΝΡΟ). Αριστερότερα αυτής της οργάνωσης βρίσκεται η «Επαναστατική Κομμουνιστική Ενωση Νεολαίας Μπολσεβίκων» (ΕΚΕΝμπ). Μεγάλο τμήμα αυτής της οργάνωσης προσανατολίζεται στο ΚΕΚΡ, όμως όπως σημειώνεται στις αποφάσεις του τελευταίου συνεδρίου του Κόμματος: «Σήμερα το Κόμμα δε διαθέτει μια βάση, μια πλατιά νεολαιίστικη οργάνωση, από την οποία θα μπορούσε να παίρνει νέα στελέχη, πιστά στην υπόθεση του σοσιαλισμού και της αναγέννησης της εξουσία των εργαζομένων.

Στην ΕΚΕΝμπ (στην ηγεσία και στην πλειοψηφία των οργανώσεων) είναι ισχυρές οι τάσεις παρέκκλισης από την πρακτική δουλιά, την προπαγάνδα, τη διαφώτιση της νέας γενιάς της εργατικής τάξης, παρατηρείται αύξηση των θνησιγενών μοδάτων τάσεων του αριστερισμού, αντιπαράθεσης ανάμεσα σε νεαρούς τεχνίτες της επαναστατικής φρασεολογίας με την παλιά γενιά»[9].

Το ΚΕΚΡ στην κατεύθυνση καλυτέρευσης της κατάστασης αποφάσισε να πάρει μια σειρά μέτρα, όπως η δημιουργία νεολαιίστικων τμημάτων στο Κόμμα, η προσπάθεια καθοδήγησης των οργανώσεων της ΕΚΕΝμπ από τις κομματικές δυνάμεις, ο προσανατολισμός των νεολαιίστικων τμημάτων και της ΕΚΕΝμπ στα προβλήματα, τις ανησυχίες και στην οργάνωση των αγώνων της νεολαίας. Επίσης ο Α΄ Γραμματέας της ΚΕ της ΕΚΕΝμπ Ο. Αλεξέεφ εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΕΚΡ. Ετσι το ΚΕΚΡ θεωρεί ότι μέσα από ένα σύνολο οργανωτικών και ιδεολογικοπολιτικών μέτρων θα καταφέρει να προσανατολίσει σωστά την οργάνωση της ΕΚΕΝμπ και να μαζικοποιήσει το νεολαιίστικο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας. Φαίνεται ότι το συνέδριο του ΚΕΚΡ δεν «έβαλε το μαχαίρι στο κόκαλο». Ισως άλλωστε γι’ αυτό η πρώτη τακτική συνεδρίαση της ΚΕ του Κόμματος μετά το συνέδριο, όπως είναι από τώρα γνωστό, θα ασχοληθεί με τα ζητήματα της νεολαίας.

Τέλος, ένα τρίτο ζήτημα, το οποίο απασχολεί ιδιαίτερα το ΚΕΚΡ, είναι αυτό της οργάνωσης και κυκλοφορίας της κεντρικής εφημερίδας του Κόμματος. Σήμερα, ούτε το ΚΕΚΡ ούτε το ΚΚΡΟ έχουν επιλύσει το πρόβλημα της καθημερινής έκδοσης και κυκλοφορίας εφημερίδας. Το ΚΚΡΟ απ’ αυτήν την άποψη είναι σε καλύτερη θέση, αφού η πανρωσικής κυκλοφορία εφημερίδα «Σοβιετική Ρωσία» κυκλοφορεί 3 φορές την εβδομάδα, ενώ η αντίστοιχη του ΚΕΚΡ «Εργαζόμενη Ρωσία» 2 φορές το μήνα. Και τα δύο κόμματα, εξαιτίας των μεγεθών της Ρωσίας και της πολυέξοδης κυκλοφορίας εφημερίδας σε όλη τη χώρα, λύνουν σήμερα το ζήτημα της πληροφόρησης μέσω ενός πλατιού δικτύου τοπικών κομματικών εφημερίδων. Το 10ο Συνέδριο του ΚΕΚΡ έβαλε στόχο την αύξηση της κυκλοφορίας της κεντρικής εφημερίδας του κόμματος στα 100.000 αντίτυπα, κάτι που σημαίνει τριπλασιασμό σε σχέση με τα 32.000 φύλλα που δίνει σήμερα[10]. Ανάγκη ιδιαίτερα σημαντική σήμερα για το ΚΕΚΡ, αφού σε πολλές περιοχές της Ρωσίας αγνοείται ακόμη κι η ύπαρξή του, εξαιτίας της έλλειψης κομματικών δυνάμεων ή της παρουσίας εφημερίδων του.

Τέλος, είναι αναγκαίο να αναφερθεί κανείς στην ίδρυση του «Ενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος» (εννοείται της Ενωσης Ρωσίας-Λευκορωσίας) και στη στάση που κράτησε απέναντι σ’ αυτό το ΚΕΚΡ. Το καλοκαίρι του 2000, ταυτόχρονα με την ίδρυση της «ΡΩΣΙΑΣ» από το Σελεζνιόφ, ένα άλλο μέλος της ΚΕ του ΚΚΡΟ και πρώην μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ, που σήμερα είναι Πρόεδρος του Συμβουλίου της Ενωσης ΚΚ-ΚΚΣΕ, ο Ολεγκ Σένιν ίδρυσε το Ενωσιακό ΚΚ.

Η κίνηση αυτή του Σένιν αν και τυπικά φαινόταν «ενωτική», αφού πρότεινε την ενοποίηση των ΚΚ της Ρωσίας και Λευκορωσίας σε ένα κόμμα, στην πραγματικότητα λειτουργούσε διασπαστικά. Οχι μόνο ως προς το ΚΚΡΟ, που ευθέως αρνήθηκε να συμμετάσχει σ’ ένα τέτιο εγχείρημα, αλλά και προς το ΚΕΚΡ και το ΚΚ Λευκορωσίας, την άποψη των οποίων δεν έλαβε καν υπόψη. Αρχικά το ΚΕΚΡ δεν είδε αρνητικά τη δημιουργία του «ΕΚΚ», εκτιμώντας την κριτική που ασκεί από τα αριστερά στο ΚΚΡΟ, αλλά ταυτόχρονα σημείωσε ότι αυτό το εγχείρημα δεν μπορεί να πάρει «σάρκα και οστά» χωρίς και σε αντίθεση με το ΚΕΚΡ και το ΚΚ Λευκορωσίας, διαλύοντας μάλιστα το κεντρικό καθοδηγητικό όργανο (ΚΕ) σε ρωσικό επίπεδο. Πάντως στις αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ σημειώνεται ότι η ΚΕ του ΚΕΚΡ: «θα συνεχίσει τις συνομιλίες για την ενοποίηση με το «Κόμμα των κομμουνιστών της Ρωσίας» (ΚΚΡ), τα Κόμματα της «Ρωσικής Κομμουνιστικής Ενωσης» (σημ. όπου συμμετέχουν εκτός του ΚΕΚΡ και του ΚΚΡ, το ΚΚΡ-ΚΚΣΕ και το ΠΚΚΜΠ), με το ΕΚΚ, με άλλα αριστερά κόμματα, με αφετηρία τη διατήρηση της πολιτικής γραμμής του ΚΕΚΡ, την αυτοτέλεια του ΚΕΚΡ ως πολιτικού υποκειμένου»[11].


ΚΚΡΟ ΚΑΙ ΚΕΚΡ. ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ...

Ενδιαφέρον όμως έχει να εστιάσουμε σ’ εκείνα τα σημεία, μέσα από τα οποία φαίνεται καλύτερα ο προσανατολισμός του κάθε κόμματος, αλλά και οι πιθανές μελλοντικές εξελίξεις στο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας.


ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ.
Η ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟ ΠΟΥΤΙΝ

Οπως και στη Δυτική Ευρώπη, έτσι και στη Ρωσία δε θα μπορούσε να μην απασχολεί το ζήτημα της συμμετοχής των κομμουνιστών στις αστικές κυβερνήσεις. Πολύ περισσότερο που μετά την εμφάνιση του Πούτιν η πολιτική κατάσταση στη Ρωσία έχει κι ορισμένα νέα χαρακτηριστικά.

Επί πρωθυπουργίας Πριμακόφ και προεδρίας Γιέλτσιν, ένα σημαίνον στέλεχος του ΚΚΡΟ, ο Γ. Μασλιουκόφ διατέλεσε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Για το ΚΚΡΟ αυτό το ζήτημα της συμμετοχής στην κυβέρνηση είναι ένα ζήτημα «πρώτης γραμμής». Να τι γράφουν σχετικά οι «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ»: «Τώρα πλέον το κυρίαρχο καθεστώς, αφού έχει πειστεί ότι δεν είναι αποδοτικές οι προσπάθειες εξοστράκισης του ΚΚΡΟ από την πολιτική, προσπαθεί να το «συμμορφώσει», του προτείνει το ρόλο ενός κόμματος «στα πλαίσια του συστήματος» και της συνέχισης της ίδιας καταστροφικής πολιτικής, οικονομικής και πολιτικής γραμμής.

Το ΚΚΡΟ δεν αποδέχεται για τον εαυτό του μια τέτια προοπτική. Η πραγματική λαϊκή εξουσία και ο σοσιαλισμός ήταν και παραμένουν ο στρατηγικός του στόχος...»[12].

Αυτά γράφονται στο ντοκουμέντο των «Θέσεων». Να όμως πως προσεγγίζει το θέμα ο Πρόεδρος του ΚΚΡΟ Γκ. Ζιουγκάνοφ σε προσυνεδριακή του συνέντευξη: «Θεωρώ ότι πρέπει αντικειμενικά να εξετάσουμε τα παρακάτω ζητήματα: Πρώτο: η εξουσία. Το ζήτημα «να μπούμε ή να μην μπούμε;» έχει λυθεί από καιρό. Δε γίνεται να μην μπούμε. Οποιος δε συμμετέχει στην επίλυση των σοβαρών προβλημάτων πάντα έχει άδικο. Εάν εμείς οι κομμουνιστές προσπαθούμε να τα επιλύσουμε, τότε θα πρέπει να έχουμε εξουσιαστικές αρμοδιότητες, μοχλούς εξουσίας...»[13].

Το ζήτημα, όπως είναι κατανοητό, δεν είναι «φιλολογικό» ούτε αφορά τη σοσιαλιστική προοπτική. Είναι φανερό ότι λόγος γίνεται για τη συμμετοχή στη σημερινή κυβέρνηση. Ηδη το τμήμα του ΚΚΡΟ το οποίο εκπροσωπεί ο Γκ. Σελεζνιόφ ανοιχτά τάσσεται υπέρ της υποστήριξης του Προέδρου Πούτιν. Το ίδιο το ΚΚΡΟ κρατά μια στάση «εποικοδομητικής κριτικής» προς την κυβέρνηση. Ετσι χαιρετίζει ορισμένα μέτρα, αλλά από την άλλη καταδικάζει και κριτικάρει άλλα, κυρίως αυτά που αφορούν την ασκούμενη οικονομική πολιτική.

Το ΚΕΚΡ με τις αποφάσεις και του τελευταίου συνεδρίου τάσσεται στην αντιπολίτευση της σημερινής κυβέρνησης και του Προέδρου, και χαρακτηρίζει «ανυπόστατες τις ελπίδες ότι ο διάδοχος του Γιέλτσιν ... θα επιλύσει τα ζωτικά προβλήματα της εργατικής τάξης, των εργαζομένων της Ρωσικής Ομοσπονδίας»[14].


Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

«Η σύγχρονη περίοδος της ρωσικής ιστορίας χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από την πολιτική του κυρίαρχου καθεστώτος για την παλινόρθωση του καπιταλισμού, για τη διαμόρφωση μιας εγκληματο-μαφιόζικης τάξης των «στρατηγικών ιδιοκτητών»»[15], υποστηρίζουν οι «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ». Από το παραπάνω απόσπασμα φαίνεται ότι το ΚΚΡΟ δεν έχει καταλήξει γύρω από τη διαμόρφωση του καπιταλισμού, την ολοκλήρωση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στη σημερινή Ρωσία 9 χρόνια μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ.

Αντίθετη εκτίμηση κάνει το ΚΕΚΡ. Ετσι στην εισήγηση της ΚΕ του ΚΕΚΡ στο 10ο Συνέδριο, που διάβασε ο Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του Κόμματος Βίκτωρ Τιούλκιν εκτιμάται «το πέρασμα της ανάπτυξης του καπιταλισμού σε μια νέα περίοδο. Σ’ αυτήν την περίοδο η κρατούσα την εξουσία νεοεμφανιζόμενη τάξη των εκμεταλλευτών πέτυχε την υλοποίηση του καθήκοντος της διαφύλαξης των αμυντικών της γραμμών, της σταθεροποίησης του πολιτικού και οικονομικού συστήματος»[16].

Οπως το ζήτημα της συμμετοχής στην κυβέρνηση έτσι και το ζήτημα της ολοκλήρωσης ή μη της καπιταλιστικής παλινόρθωσης είναι μια ιδιαίτερα σημαντική διαφορά ανάμεσα στο ΚΚΡΟ και το ΚΕΚΡ, που επηρεάζει άμεσα τη χάραξη της πολιτικής των δύο κομμάτων.

Μάλιστα το ΚΚΡΟ στις «Θέσεις» του δεν κάνει λόγο για καπιταλισμό, αλλά για «καταστροφική πολιτική» ή στην καλύτερη περίπτωση για «πολιτική του καπιταλισμού». Σημειώνει μάλιστα το εξής: «...πρόκειται για μια πολιτική με ασύμφορους στόχους και μέσα, που αντιτίθεται στην ιστορική εμπειρία της Ρωσίας και στις παραδόσεις των λαών της. Οδηγεί στην αποσύνθεση της κοινωνίας και στην καταστροφή του κράτους»[17].

Δεν πρόκειται για μια νέα αντίληψη στην πολιτική ζωή της Ρωσίας. Αφού είναι γνωστό ότι η «αταξική» προσέγγιση του κράτους και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της λεγόμενης «πατριωτικής αντιπολίτευσης», αλλά και σε έντυπες εργασίες του Γκ. Ζιουγκάνοφ. Οπωσδήποτε πρόκειται για μια αντιιστορική προσέγγιση των αντιθέσεων στη σημερινή Ρωσία. Οι αναφορές στην «ιδιόμορφη ψυχή του ρωσικού λαού» που είναι τάχα ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό δε λύνουν το πρόβλημα. Και αυτό γιατί στην ανάπτυξη κάθε εθνότητας, έθνους, λαού όπως και του ρωσικού υπάρχει η πολιτιστική ιστορική ιδιαιτερότητα (γλώσσα, παράδοση, πολιτισμός). Αυτή όμως η ιδιαιτερότητα, δεν είναι αμετάβλητη στους αιώνες. Ο ρωσικός λαός έχει τη δική του ιστορικο-πολιτιστική κληρονομιά, από την οποία δεν μπορεί να σβηστεί η σοβιετική, σοσιαλιστική πολιτιστική ανάπτυξη, δε σημαίνει όμως πως αυτή είναι σήμερα και στο μέλλον η κυρίαρχη. Εκτός αυτού, η αναφορά που γίνεται στην «ιστορική εμπειρία της Ρωσίας» αφορά συνολικά όλες τις εποχές ύπαρξης της Ρωσίας, «τσουβαλιάζοντας» έτσι το λαϊκό πολιτισμό, αλλά και τη σοβιετική περίοδο ανάπτυξης, με την άλλοτε κυρίαρχη τσαρική παράδοση. Οπως συνηθίζεται να λέγεται πλέον στη Ρωσία, εδώ «ανακατεύεται το «κόκκινο» με το «λευκό» ιδανικό». Εννοείται ότι από ένα τέτιο «ανακάτεμα», ο «κοινός παρανομαστής» που θα βγει κάθε άλλο παρά θα έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ετσι π.χ. άλλου είδους «ισχυρό κράτος» ήταν επί εποχής του Μ. Πέτρου και άλλου είδους «ισχυρό κράτος» ήταν εκείνο που σύντριψε το φασισμό. Οποιος λοιπόν μπερδεύει τα πράγματα καταλήγει στον εκλεκτικισμό, που με τη σειρά του οδηγεί στην αναίρεση της διαλεκτικής υλιστικής ανάλυσης της ιστορίας.

Στο ίδιο κείμενο των «Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΡΟ» υπάρχει και η εξής περιγραφή των αντιθέσεων στη σημερινή Ρωσία: «Σήμερα η Ρωσία είναι ένα κουβάρι αντιθέσεων, που είναι άλυτες με τη σημερινή πολιτική και υπό το σημερινό πολιτικό καθεστώς. Το κυριότερο από αυτά είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές, ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Ταυτόχρονα την κοινωνία πιέζει η αντίθεση μεταξύ των εθνικών συμφερόντων της χώρας και της δουλικής ετοιμότητας της εξουσίας να δράσει με βάση τις υπερατλαντικές υποδείξεις. Ανάμεσα στις προσπάθειες αναγέννησης της Ρωσίας και της προσπάθειας του πολυεθνικού κεφαλαίου να διαμελίσει την Πατρίδα μας. Ανάμεσα στην αιώνια φιλία των λαών και το άπληστο συμφέρον της μπουρζουαζίας για εμφύτευση του εθνικού εγωισμού και του διαχωρισμού. Ανάμεσα στο λαϊκό πατριωτισμό και τη θέληση του καθεστώτος να «ιδιοποιηθεί» την αγάπη προς την Πατρίδα, να τη θέσει στην υπηρεσία των αντιδραστικών δυνάμεων. Ανάμεσα στη φυσική τάση των πολιτών για μια ήρεμη και εξασφαλισμένη ζωή και την αυξανόμενη εχθρότητα και εγκληματικότητα. Ανάμεσα στη δίψα του λαού για τη διατήρηση της κουλτούρας του και την εμφύτευση της αντιπνευματικότητας...»[18].


ΤΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, Ο «ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ» ΚΑΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Τα τελευταία χρόνια από τις δυνάμεις της ΛΠΕΡ και του ΚΚΡΟ χρησιμοποιούνταν κατά κόρο η ιδιαίτερα ασαφής και επικίνδυνη έννοια «κρατικός πατριωτισμός». Μετά την εκλογή Πούτιν βλέπουμε να περνά αυτή η έννοια σε κάποια ...«διαθεσιμότητα». Στα «Αμεσα καθήκοντα του ΚΚΡΟ», που ενέκρινε το 7ο Συνέδριο σημειώνεται ότι: «Το κυρίαρχο καθεστώς όλο και συχνότερα και ευρύτερα προστρέχει στην πατριωτική φρασεολογία...

Εμείς ξεκινάμε από το ότι η ενίσχυση του κράτους δε σημαίνει ενίσχυση του γραφειοκρατικού και κατασταλτικού μηχανισμού. Η πραγματική ενίσχυση είναι η αποκατάσταση της λαϊκής εξουσίας, ο αυστηρός λαϊκός έλεγχος του κρατικού μηχανισμού, η αλλαγή της πολιτικής υπέρ των συμφερόντων της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Για την επίτευξη αυτού του υψηλού στόχου, για χάρη της υπεράσπισης των ζωτικών συμφερόντων των ανθρώπων της εργασίας οι κομμουνιστές συμμετέχουν στη Δούμα, στα νομοθετικά και εκτελεστικά όργανα των υποκειμένων της Ομοσπονδίας, στην τοπική αυτοδιοίκηση»[19].

Στο παραπάνω απόσπασμα γίνεται μια προσπάθεια να εξηγήσει το ΚΚΡΟ πώς εννοεί το σύνθημα της «ισχυροποίησης του κράτους». Σύνθημα το οποίο είχε από την ίδρυσή του και το οποίο έχει πλήρως προσεταιριστεί σήμερα ο Πρόεδρος Πούτιν.

Η διαφοροποίηση του ΚΚΡΟ στο συγκεκριμένο ζήτημα, με τις ερμηνείες που προστέθηκαν, δεν είναι άσχετη με το ότι αυτή έγινε αντικείμενο σφοδρής κριτικής από μεριάς του ΚΕΚΡ και άλλων μικρότερων κομμουνιστικών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές κατηγορούν το ΚΚΡΟ για στάση βαθιά αντιμαρξιστική, που δεν έχει καμία σχέση με τη μαρξιστικό-λενινιστική θεωρία για το κράτος, ως καθαρά ταξικού μηχανισμού και μέσου διατήρησης της πολιτικής εξουσίας της κυρίαρχης οικονομικά τάξης. Το κράτος για τους κομμουνιστές είναι όργανο καταπίεσης, καταστολής και εξάσκησης βίας της μιας τάξης πάνω στην άλλη.

Το ότι η ιδέα του «κρατικού πατριωτισμού» είναι επικίνδυνη προκύπτει κι από την παρακάτω εκτίμηση των «Θέσεων» του ΚΚΡΟ: «...στην πράξη οι ιδέες του ισχυρού κράτους ευνουχίζονται και μπαίνουν στην υπηρεσία των συμφερόντων της ολιγαρχίας. Το «ισχυρό κράτος» συνδυασμένο με τη φιλελεύθερη πολιτική αποτελεί τον ευθύ δρόμο προς ένα στρατιωτικό-αστυνομικό καθεστώς. Το ΚΚΡΟ θεωρεί απαράδεκτη την οποιαδήποτε υποστήριξη σε μια τέτια πολιτική»[20]. Μάλιστα την ίδια εκτίμηση κάνει το ΚΕΚΡ που, σε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του σχετικά με τις αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου, σημειώνει ότι: «Το καθεστώς Πούτιν αυθαίρετα ερμηνεύει το Σύνταγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, καταπατώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα, χτίζοντας τη δομή της απόλυτης προεδρικής εξουσίας... Το συνέδριο καθόρισε την αναγκαιότητα καταπολέμησης του απολυταρχισμού, που προσπα­θεί να περικόψει την αστική δημοκρατία και προσδιόρισε τα συγκεκριμένα μέτρα για την προετοιμασία του κόμματος στη δουλιά σε ιδιαίτερα σύνθετες και σκληρές συνθήκες, που εμφανίζονται εξαιτίας της φασιστικοποίησης του πολιτικού συστήματος του Πούτιν»[21].


ΤΟ «ΧΡΥΣΟ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ» ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑ

Σύμφωνα με τον Γκ. Ζιουγκάνοφ, στην προαναφερόμενη συνέντευξη, σήμερα εμφανίζεται «μια ποιοτικά νέα αντίθεση ανάμεσα στις χώρες του «χρυσού δισεκατομμυρίου» και την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Το «χρυσό δισεκατομμύριο» θέλει να ζήσει και να ανθίσει, ενώ οι υπόλοιποι θα πρέπει να το υπηρετούν»[22]. Ταυτόσημες αναφορές έγιναν και σε τρία σημεία της εισήγησης στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος.

Πρόκειται για άποψη εντελώς απλοϊκή, αντιεπιστημονική, που δεν έχει βέβαια σχέση με το μαρξισμό. Βεβαίως υπάρχουν οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες που ‘χουν φτάσει σ’ ένα υψηλό επίπεδο ζωής, κατανάλωσης για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού τους, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες, αλλά με τον τρόπο που χρησιμοποιείται αυτή η ιδέα δίνει την εντύπωση πως αυτές οι χώρες έχουν ανατρέψει την αντίθεση εργασίας - κεφαλαίου και αφεντικά και εργάτες ζουν σε πλήρη αρμονία εκμεταλλευόμενοι από κοινού τον υπόλοιπο κόσμο. Και σε παλαιότερες εποχές υπήρχαν τέτιες απόψεις. Οι κλασσικοί του μαρξισμού-λενινισμού αναγνώριζαν πως στις ιμπεριαλιστικές χώρες η αστική τάξη χρησιμοποιεί τμήμα των κερδών της από την εκμετάλλευση άλλων λαών και το διαθέτει για να εξαγοράζει τμήματα της εργατικής τάξης της χώρας της, όμως σημείωναν πως πρόκειται για τη μειοψηφία του προλεταριάτου[23]. Ιδιαίτερα σήμερα, με την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων τα τμήματα αυτά περιορίζονται και επεκτείνονται τα φαινόμενα ακραίας φτώχειας, ακόμα και στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι στρώμα «εργατικής αριστοκρατίας» υπάρχει και στις εξαρτημένες στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Επίσης με την ορολογία του «χρυσού δισεκατομμυρίου» αποσιωπάται η έννοια «ιμπεριαλισμός». Ισως άλλωστε δεν είναι άσχετο το ότι στο κείμενο των «Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΡΟ» ούτε μια φορά δεν υπάρχει η λέξη «ιμπεριαλισμός» ή παράγωγά της. Ενώ συνολικά σε όλα τα ντοκουμέντα και αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου ο όρος «ιμπεριαλιστική» αναφέρεται μόνο μια φορά, όπου γίνεται λόγος περί «ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης». Ο όρος συνοδεύεται από μια καταγραφή αύξησης των φαινομένων κρίσης σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας παγκόσμια, τις ρίζες της οποίας όμως δεν τις ερμηνεύει με την όξυνση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, κάτι που θα αναδείκνυε και την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.

Η αποδοχή της αντίληψης του «χρυσού δισεκατομμυρίου» εκτός των παραπάνω έχει άμεση σχέση και με το διεθνές εργατικό κίνημα. Γίνεται φανερό ότι όποιος υποστηρίζει μια τέτια αντίληψη δεν μπορεί να συμφωνήσει και με την ενότητα της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κινήματος. Ο ίδιος ο Γκ. Ζιουγκάνοφ γράφει, παρουσιάζοντας το ΚΚΡΟ πως «οι νέοι κομμουνιστές …παραιτήθηκαν από το σύνθημα του “προλεταριακού διεθνισμού” που έκρυβε από πίσω του την αδιαφορία για τις τύχες των λαών της Ρωσίας”»[24]. Το 3ο Συνέδριο του ΚΚΡΟ απέρριψε το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» (μειοψήφησαν 50 αντιπρόσωποι). Στις φετινές «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ» σημειώνεται απλώς ότι «το Κόμμα θα αναπτύξει τις επαφές του με τα κομμουνιστικά, σοσιαλιστικά και άλλα αριστερά κόμματα του εξωτερικού»[25].

Από τη μεριά του το ΚΕΚΡ τάσσεται υπέρ μιας διακριτής παγκόσμιας κομμουνιστικής συνιστώσας, δηλαδή υπέρ της ενότητας των κομμουνιστικών κομμάτων, μάλιστα, ως ένα βαθμό, υποτιμώντας τις δυσκολίες που υπάρχουν σήμερα για την προώθηση αυτού του στόχου[26].


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΄Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ;

Τα δύο σημαντικότερα ΚΚ της Ρωσίας έχουν μια διαφορετική αντίληψη για το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ετσι το ΚΚΡΟ δεν κάνει λόγο βέβαια για επανάσταση (αφού δε φαίνεται να αποδέχεται ότι έχει ολοκληρωθεί η καπιταλιστική παλινόρθωση). Θεωρεί ότι η επιστροφή στο σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης θα γίνει μέσα από τρία στάδια: Πρώτο στάδιο - οργάνωση της αντίστασης του λαού στην αντιλαϊκή πολιτική και εμφάνιση κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας, δεύτερο στάδιο (μεταβατικό) - εμφάνιση νέων λαϊκών οργάνων, άμεσης λαϊκής εξουσίας, τρίτο στάδιο - οριστική αποκατάσταση των σοσιαλιστικών σχέσεων. Σε αντίθεση με τα παραπάνω το ΚΕΚΡ κάνει λόγο για την προετοιμασία της 2ης στη Ρωσία Σοσιαλιστικής Επανάστασης, μέσω της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, της γενικής πολιτικής απεργίας και νέων λαϊκών οργάνων εξουσίας. Αυτά βέβαια αφορούν τις σοβαρές προγραμματικές διαφορές των δύο κομμάτων, εξίσου σημαντική όμως είναι πάντα και η κατεύθυνση, η δράση, οι προοπτικές που αυτή ανοίγει. Πιστεύουμε ότι εδώ, μπροστά στο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας και πάλι εμφανίζονται οι δυο δρόμοι: αυτός της προσαρμογής, της ενσωμάτωσης, του ρεφορμισμού από τη μια και της αντίστασης, της ανατροπής, της επανάστασης, από την άλλη. Από τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικό πως στις «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ», σε τοποθετήσεις στελεχών του μπορεί κανείς να βρει αποτυπωμένες και τις δυο κατευθύνσεις. Ποια τελικά θα κυριαρχήσει στο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας;

Πρόσφατα στη συνδιάσκεψη της ΚΟ Λένινγκραντ του ΚΚΡΟ ο Γκ. Ζιουγκάνοφ υπογράμμισε πως τρεις είναι οι δυνάμεις που θα σώσουν τη Ρωσία: «το ΚΚΡΟ, η ΛΠΕΡ και το πατριωτικά προσανατολιζόμενο κεφάλαιο»[27]. Η εκτίμηση αυτή υπάρχει και στα «Αμεσα καθήκοντα του ΚΚΡΟ»: «...το ΚΚΡΟ προωθεί την ενότητα με όλους εκείνους για τους οποίους είναι ακριβά τα εθνικά συμφέροντα της Ρωσίας, μεταξύ των άλλων και με τους πατριωτικά προσκείμενους επιχειρηματικούς κύκλους»[28].

Πού μπορεί όμως να οδηγήσει μια τέτοια θέση; Θα αναφέρουμε ένα παράδειγμα. Πρόσφατα στην περιοχή του Κουρσκ διεξήχθησαν νομαρχιακές εκλογές για την εκλογή του νομάρχη (κυβερνήτη). Στην περιοχή κυβερνήτης ήταν ο Α. Ρουτσκόι, που όμως του απαγορεύτηκε η κάθοδος στις εκλογές, με το πρόσχημα ότι απέκρυψε κάποια στοιχεία από τη δήλωση των περιουσιακών στοιχείων του. Πριν προλάβουν να αποφανθούν τα δικαστήρια, οι εκλογές διεξήχθησαν και σ’ αυτές νομάρχης εκλέχτηκε ο Α. Μιχαΐλοφ, μέλος της ΚΕ του ΚΚΡΟ και για τρεις θητείες συνεχώς βουλευτής του Κόμματος. Λίγες μέρες μετά την εκλογή του ο νέος κυβερνήτης προχώρησε στην παρακάτω δήλωση στη ρωσική εφημερίδα «Κομμερσάντ»: «Να έχετε υπόψη σας ότι στην περιοχή του Κούρσκ δεν επιλυόταν απλώς το πρόβλημα της περιοχής του Κουρσκ, για το ποιος θα είναι αυτός που θα κυβερνήσει εκεί. Ηταν η Λυδία λίθος για ένα ολόκληρο σύνολο πραγμάτων. Πιστέψτε με... Ξέρετε τι σημαίνει ΠΕΚ: Πανρωσικό Εβραίικο Κογκρέσο; Σήμερα είχαμε να κάνουμε όχι απλώς με μια προσωπικότητα, αλλά μ’ αυτήν την οργάνωση. Ξέρετε ποιος ήταν ο Ρουτσκόι και από πίσω του βρισκόταν ο Μπορίς Μπερεζόφσκι. Και εμείς εδώ τους νικήσαμε. Θεωρώ ότι αυτό δεν ήταν συμπτωματικό και μας υποδηλώνει ότι για τη Ρωσία αρχίζει η απελευθέρωση από αυτήν την ασχήμια, η οποία έχει συσσωρευτεί αυτά τα δέκα χρόνια. Και εδώ είμαστε με τον Πρόεδρο σύμμαχοι και όχι αντίπαλοι. Ο Βλαντιμήρ Βλαντιμήροβιτς (Πούτιν), όπως ξέρετε είναι Ρώσος. Και εγώ επίσης. Ενώ ο Ρουτσκόι, για όποιον δεν ξέρει, έχει μητέρα εβραία, την Ζιναΐντα Ιοσήφοβνα»[29]. Οπως είναι κατανοητό οι δηλώσεις αυτές οδήγησαν τον Γκ. Ζιουγκάνοφ να τις καταδικάσει και να ζητήσει από το νεοεκλεγμένο νομάρχη να ασχοληθεί με τα προβλήματα της περιοχής του.

Το παράδειγμα όμως παραμένει χαρακτηριστικό για το πού μπορεί να οδηγήσει η «αταξική» προσέγγιση της πραγματικότητας, αλλά και το πώς όλη η αντιπολιτευτική διάθεση μπορεί να εκφυλιστεί και να μπει σε ένα «κανάλι» που να βολεύει τους στόχους που κάθε φορά θέτει το κυρίαρχο καθεστώς.

Στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο για το διεθνές κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα σημειώνονται τα εξής: «H ιδεολογική διαπάλη στις γραμμές του είναι ιδιαίτερα έντονη ανάμεσα στις οπορτουνιστικές, ρεφορμιστικές και τις επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις. Επίκεντρο η επικαιρότητα του μαρξισμού - λενινισμού, η στρατηγική των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στην εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, σε συνθήκες προσωρινής νίκης της αντεπανάστασης και δυσμενούς αλλαγής του διεθνούς συσχετισμού. H διαπάλη διεξάγεται ανάμεσα στη γραμμή "αντίστασης - ρήξης" ή "προσαρμογής - ενσωμάτωσης" στο σύστημα του ιμπεριαλισμού. Σχετίζεται με τη στάση απέναντι στην καπιταλιστική κρίση, στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στις καπιταλιστικές περιφερειακές και διεθνείς διακρατικές ενώσεις, στον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, στις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, στην εκτίμηση για τις βαθύτερες αιτίες νίκης της αντεπανάστασης στο τέλος της 10ετίας του '80. Το πρόβλημα εμφανίζεται οξυμένο στο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών. Εξακολουθεί να βαραίνει η ήττα και υποχώρηση που σημειώθηκε στο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, που δέχτηκε το πιο ισχυρό πλήγμα λόγω της νίκης της αντεπανάστασης»[30].

Πιστεύουμε ότι είναι ένα πολύ επίκαιρο απόσπασμα και για τις εξελίξεις που εκτυλίσσονται στο κομμουνιστικό κίνημα και στο εσωτερικό των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ρωσίας. Και εδώ προβλέψεις δε χωρούν, αφού γνωρίζουμε ότι η ζωή είναι πολύ συχνά πιο τολμηρή κι από την πιο αχαλίνωτη ανθρώπινη φαντασία.



Ο Ελισαίος Βαγενάς είναι μέλος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[2] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[3] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[4] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[5] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[6] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[7] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[8] Απόφαση του 10ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ «Για τη δουλιά στα συνδικάτα».

[9] Απόφαση του 10ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ «Για τη δουλιά των μελών του κόμματος στη νεολαία».

[10] Απόφαση του 10ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ «Για τον κομματικό τύπο».

[11] Απόφαση του 10ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ «Για την πολιτική κατάσταση και τα καθήκοντα των επιτροπών, όλων των οργανώσεων και των μελών του ΚΕΚΡ».

[12] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[13] Εφημερίδα «ΠΡΑΒΝΤΑ», 21/11/2000.

[14] Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΕΚΡ για το 10ο Συνέδριο του Κόμματος.

[15] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[16] Ρεπορτάζ από το 10ο Συνέδριο του ΚΕΚΡ. Ρωσική αριστερή ενημερωτική σελίδα ειδήσεων (Left.ru).

[17] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[18] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[19] Τα άμεσα καθήκοντα του ΚΚΡΟ. (Απόφαση του 7ο Συνεδρίου).

[20] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[21] Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΕΚΡ για το 10ο Συνέδριο του Κόμματος.

[22] Εφημερίδα «ΠΡΑΒΝΤΑ», 21.11.2000.

[23] Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού». Απαντα τ. 30, σελ. 163-179.

[24] «ΝΤΕΡΖΑΒΑ», σελ.113.

[25] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΡΟ για το 7ο Συνέδριο.

[26] Ομιλία του Β. Τιούλκιν στη συνάντηση των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων. Ιούνης 2000.

[27] Εφημερίδα «Σοβιετική Ρωσία», 22.11.2000.

[28] Τα άμεσα καθήκοντα του ΚΚΡΟ. (Απόφαση του 7ο Συνεδρίου).

[29] Ενημερωτικό Δελτίο ΚΚΡΟ, 10/11/2000.

[30] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο.

TOP READ