3 Σεπ 2012

Η αστική στρατηγική για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα

Η αστική στρατηγική για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότηταPDF
01/10/08
του Μάκη Παπαδόπουλου
Η πρόταξη των στόχων της αστικής τάξης για βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και του ρυθμού καπιταλιστικής ανάπτυξης, δεν είναι σίγουρα καινούργια υπόθεση. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου προβάλλουν την υλοποίηση αυτών των στόχων ως μια διαδικασία από την οποία εξίσου ωφελούνται μεγάλοι επιχειρηματίες και μισθωτοί εργαζόμενοι, αυτοαπασχολούμενοι. Επιχειρούν γενικά να μεταμφιέσουν σε κοινωνική αναγκαιότητα την ικανοποίηση των αναγκών του κεφαλαίου και να διασφαλίσουν τη συναίνεση της εργατικής τάξης στην επέκταση των σχέσεων ταξικής εκμετάλλευσης. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια αυτή έχει προσλάβει πιο επιθετική μορφή, με την προβολή της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας του εγχώριου μεγάλου κεφαλαίου, σαν μονόδρομου για την επίλυση των λαϊκών προβλημάτων. Ο πρωθυπουργός ανέδειξε αυτή την κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής στη φετινή ομιλία του στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης:
«Δώσαμε πρώτα απ' όλα έμφαση σε πολιτικές που βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας μας. Διότι η ανταγωνιστικότητα είναι σε τελική ανάλυση εισόδημα για τον εργαζόμενο, δουλειά για τον άνεργο, κέρδος για τον καταναλωτή. Κηρύξαμε το 2005 σαν έτος ανταγωνιστικότητας και συνεχίζουμε σταθερά τα επόμενα χρόνια στην ίδια κατεύθυνση».
Φυσικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης αντιμετωπίζουν ένα υπαρκτό πρόβλημα: την όξυνση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Στις διαδικασίες επιτάχυνσης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης πρώτ' απ' όλα χρειάζονται μεγαλύτερη «συναίνεση» από τους μισθωτούς εργαζόμενους.
Πρωταγωνιστής στη συγκεκριμένη επιχείρηση είναι φυσικά ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ), ο οποίος έθεσε στους εργαζόμενους το ακόλουθο δίλημμα, με τη ομιλία του Προέδρου του στην ετήσια Γενική συνέλευση του ΣΕΒ: «Θαυμάζουμε όλοι το κοινωνικό κράτος άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αλλά ξεχνούμε ότι το χρηματοδοτούν από την υψηλή τους παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα. Οχι το αντίθετο. Εμείς βέβαια έχουμε απαντήσει στο δίλημμα κοινωνικό κράτος ή ανταγωνιστικότητα, με το δικό μας τρόπο. Εχουμε πει όχι και στα δύο. Ως πότε θα υποκύπτουμε στην παθητικότητα και την αναχρονιστική νοοτροπία»;
Η συζήτηση λοιπόν για τους άξονες, τις προτεραιότητες και τα κατάλληλα μέτρα οικονομικής πολιτικής μεταξύ των αστικών κομμάτων και γενικότερα των επιτελείων της αστικής τάξης, διεξάγεται με δεδομένο το πλαίσιο αναζήτησης, το οποίο συνοψίζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της κυβέρνησης, καθηγητής Πλούταρχος Σακελλάρης:
«Διαφαίνεται ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα οφείλεται κυρίως στη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας που παρουσιάζει. Η χαμηλή παραγωγικότητα συνδέεται με τη χαμηλή εξωτερική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας» (1).
Για το ταξικό εργατικό κίνημα έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία να τοποθετηθεί αναλυτικά και συγκεκριμένα σχετικά με τις στρατηγικές στοχεύσεις της αστικής τάξης. Διαφορετικά, η παρέμβασή του θα περιορισθεί στην πράξη στο επίπεδο της αντιπαράθεσης με την εφαρμογή των μέτρων της κυβερνητικής πολιτικής. Ο απεγκλωβισμός του λαού από το όραμα της «ανταγωνιστικής Ελλάδας» αποτελεί προϋπόθεση για την αντεπίθεση του εργατικού και λαϊκού κινήματος με διάρκεια και προοπτική.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η αστική θέση φαίνεται λογικοφανής, είναι όμως απατηλή και επικίνδυνη για τους εργαζόμενους.
Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί μια αλλαγή στη διαδικασία της εργασίας, που συντομεύει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή ενός εμπορεύματος (2). Με την αύξηση της παραγωγικότητας μειώνεται ο χρόνος εργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί μια μονάδα εμπορεύματος. Λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας στο σύνολο των κλάδων της παραγωγής, μειώνεται η αξία του συνόλου των εμπορευμάτων που πρέπει να καταναλώνει καθημερινά για να καλύψει - αναπαραγάγει την εργατική του δύναμη, δηλαδή μειώνεται ο αναγκαίος χρόνος εργασίας.
Εφόσον, όμως, ο συνολικός ημερήσιος εργάσιμος χρόνος παραμένει σταθερός και ο αναγκαίος χρόνος εργασίας μειώνεται, αυτό ισοδυναμεί με αύξηση του πρόσθετου απλήρωτου χρόνου εργασίας, δηλαδή του χρόνου που ο εργάτης δουλεύει για να παράγει αξία για τον κεφαλαιοκράτη. Αυτή η αύξηση του πρόσθετου χρόνου εργασίας στο σύνολο του εργάσιμου χρόνου, αποτελεί την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης του εργάτη.
Η συγκεκριμένη αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης δεν προϋποθέτει την εντατικοποίηση της εργασίας του εργάτη. Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να επέλθει από τη βελτίωση των μέσων παραγωγής και του επιπέδου εφαρμογής της τεχνολογίας, την αναβάθμιση της οργάνωσης και του συντονισμού της διαδικασίας παραγωγής και άλλους παράγοντες. Ο Μαρξ επισημαίνει συγκεκριμένα:
«Η παραγωγική δύναμη της εργασίας καθορίζεται από ποικίλα περιστατικά, ανάμεσα στα άλλα απ' το μέσο βαθμό δεξιοτεχνίας των εργατών, απ' τη βαθμίδα ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογικής εφαρμογής της, απ' τον κοινωνικό συντονισμό του προτσές παραγωγής, απ' την ένταση και την αποτελεσματικότητα των μέσων παραγωγής και απ' τους φυσικούς όρους» (3).
Φυσικά, σε αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης οδηγεί και η αύξηση της έντασης της εργασίας, η εντατικοποίηση. Στην περίπτωση αυτή έχουμε αύξηση της ποσότητας εργασίας που ξοδεύει ο εργάτης μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα για την παραγωγή εμπορευμάτων. Δηλαδή εντονότερη κατανάλωση εργατικής δύναμης στη μονάδα του χρόνου. Ουσιαστικά, η εντατικοποίηση της εργασίας ισοδυναμεί με παράταση της εργάσιμης ημέρας, του πρόσθετου απλήρωτου χρόνου εργασίας.
Ο Μαρξ προσδιορίζει την ομοιόμορφη επίδραση της αύξησης της παραγωγικότητας και της εντατικοποίησης στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης: «Το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και η αύξηση της έντασης της εργασίας, επενεργούν από μια άποψη ομοιόμορφα. Και τα δυο αυξάνουν τη μάζα των προϊόντων που παράγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα. Και τα δυο συντομεύουν λοιπόν το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας που χρειάζεται ο εργάτης για την παραγωγή των μέσων συντήρησής του» (4).
Ακόμα και αν ο μισθός του εργάτη μπορούσε να αυξηθεί ανάλογα με την αύξηση της παραγωγικότητας, το μόνο όφελος γι' αυτόν θα είναι να μην αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσής του από το κεφάλαιο. Μπορεί όμως να συμβεί έστω και αυτό μακροπρόθεσμα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ιδιαίτερα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού; Μπορεί η αστική τάξη να αποδεχθεί στον ιστορικό χρόνο τη μείωση του συνολικού χρόνου εργασίας του εργαζόμενου, ανάλογα με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και την αντίστοιχη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας; Οχι, γιατί το συγκυριακό πρόσθετο κέρδος είναι στοιχείο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.
Αν η αστική τάξη δεχόταν σε σταθερή βάση τη συγκεκριμένη λύση, αυτό θα ισοδυναμούσε με παραίτηση από το μόνιμο στρατηγικό στόχο της να αυξάνει διαρκώς την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, να αυξάνει τον πρόσθετο απλήρωτο χρόνο εργασίας. Φυσικά, κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης, η αστική τάξη μπορεί να υποχρεωθεί σε προσωρινούς συμβιβασμούς και ελιγμούς. Ομως, όπως επιβεβαιώνει η ελληνική και η διεθνής πείρα σε μακροπρόθεσμη βάση, η βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας και κατά συνέπεια της ανταγωνιστικότητας του μεγάλου κεφαλαίου, όχι μόνο δεν καταλήγει αυτόματα σε παραχωρήσεις του κεφαλαίου και αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου προς τους εργαζόμενους, αλλά, αντίθετα, οδηγεί σε ένταση της κεφαλαιοκρατικής προσπάθειας να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Ακόμα και στο σκέλος της αύξησης της παραγωγικότητας μέσα από τον εκσυγχρονισμό των μέσων παραγωγής και της οργάνωσης της εργασίας, οι όποιες επενδυτικές προτάσεις συνοδεύονται από την κεφαλαιοκρατική απαίτηση αφαίρεσης εργατικών δικαιωμάτων και συμπίεσης της τιμής της εργατικής δύναμης, π.χ. επιβολή ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, κατάργηση της πλήρους και σταθερής απασχόλησης.
Το γεγονός αυτό δεν είναι βέβαια τυχαίο. Η άνοδος του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και η προσπάθεια συμπίεσης του μισθού της εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, αποτελούν βασικές αιτίες που συγκρατούν την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, που αποτελεί γενικό νόμο του καπιταλισμού (5). Αποτελούν επομένως αντικειμενικά στρατηγικούς στόχους της πολιτικής του κεφαλαίου, απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας.
Το κεφάλαιο δίνει τη μάχη του να συγκρατήσει την ιστορική τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, αξιοποιώντας τις λειτουργίες και την ισχύ του αστικού κράτους (π.χ. αναδιαρθρώσεις σε τομείς παραγωγής στρατηγικής σημασίας). Η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση επιχειρεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα της εργασίας στο εσωτερικό της για να αποκομίσει συγκυριακά μεγαλύτερο κέρδος από το μέσο που διαμορφώνεται σ' έναν κλάδο, για να υπερισχύσει στον ανταγωνισμό με τις υπόλοιπες.
Ομως αυτό οδηγεί στο εξής φαινόμενο, όπως το περιγράφει ο Μαρξ:
«Μια και η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης και η αντίστοιχη με αυτήν υψηλότερη σύνθεση του κεφαλαίου θέτει σε κίνηση μια διαρκώς αυξανόμενη ποσότητα μέσων παραγωγής από μια διαρκώς μικρότερη ποσότητα εργασίας, κάθε μονάδα εμπορεύματος απορροφά λιγότερη ζωντανή εργασία και περιέχει επίσης λιγότερη υλοποιημένη εργασία... Κάθε μονάδα εμπορεύματος περιέχει λοιπόν μια μικρότερη ποσότητα υλοποιημένης σε μέσα παραγωγής εργασίας και νέας εργασίας που έχει προστεθεί σε αυτό κατά τη διάρκεια της παραγωγής του... Παρόλα αυτά μπορεί να αυξάνει η μάζα του κέρδους που περιέχεται στην κάθε μονάδα εμπορεύματος, όταν αυξάνει το ποσοστό της ανάλυσης και της σχετικής υπεραξίας. Ωστόσο, αυτό γίνεται μέσα σε καθορισμένα όρια. Μαζί με την απόλυτη μείωση της ποσότητας της ζωντανής εργασίας που προστίθεται στην κάθε μονάδα του εμπορεύματος, μείωση που αυξάνει σε τεράστιο βαθμό στην πορεία της ανάπτυξης της παραγωγής, ΘΑ ΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΑΙ Η ΜΑΖΑ ΤΗΣ ΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟ, όσο και αν αυξηθεί σχετικά, δηλαδή σε σχέση με το πληρωμένο μέρος» (6).
Σε αυτή τη νομοτελειακή κίνηση της καπιταλιστικής παραγωγής κρύβεται η υστέρηση που θα έχει πάντοτε το επίπεδο ικανοποίησης των αναγκών των μισθωτών εργαζομένων με το επίπεδο της παραγωγικότητας μιας καπιταλιστικής οικονομίας.
Η μάχη του ανταγωνισμού των κεφαλαίων σε ένα κλάδο δίνεται κυρίως μέσω της μείωσης των τιμών των εμπορευμάτων. Η μείωση των τιμών εξαρτάται από την παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία εξαρτάται από την κλίμακα παραγωγής. Γι' αυτό τα μεγαλύτερα σε μέγεθος κεφάλαια μπορούν και εκτοπίζουν τα μικρότερα. Το μεγάλο κεφαλαίο έχει γενικά τη δυνατότητα να ενσωματώσει πιο γρήγορα και αποτελεσματικά απ' το μικρότερο, καινοτόμες μεθόδους παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας, σύγχρονο μηχανικό εξοπλισμό και να επιτύχει για ένα διάστημα μείωση της τιμής πώλησης του εμπορεύματος συγκριτικά με τις υπόλοιπες μικρότερες επιχειρήσεις. Προοδευτικά οι νέες μέθοδοι παραγωγής υιοθετούνται και από όσες από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, καταφέρνουν να επιζούν στον ανταγωνισμό.
Με το πέρασμα του χρόνου ο ανταγωνισμός εξαναγκάζει τους καπιταλιστές παραγωγούς να πωλούν το εμπόρευμα τους στην ίδια περίπου τιμή, δυναμώνει τη τάση εξίσωσης των τιμών στον κλάδο. Αυτό που πετυχαίνει ο ανταγωνισμός σε μια σφαίρα παραγωγής είναι η αποκατάσταση σε βάθος χρόνου μιας ίσης αγοραίας αξίας και αγοραίας τιμής, από τις διαφορετικές ατομικές αξίες των εμπορευμάτων.
Ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων δεν περιορίζεται βέβαια στην συγκριτικά μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας σε σχέση με τους ανταγωνιστές, σε ένα συγκεκριμένο κλάδο. Το κεφάλαιο αναζητά δυνατότητες μεγαλύτερης κερδοφορίας με τη μεταφορά του σε άλλους κλάδους της εγχώριας αλλά και διεθνούς αγοράς. Ομως και ο διακλαδικός ανταγωνισμός οδηγεί σε μια εξισωτική τάση των ποσοστών κέρδους των διαφόρων κλάδων σε ένα μέσο ποσοστό κέδρους, μέσω της συνεχούς μεταφοράς κεφαλαίου από τον ένα κλάδο παραγωγής στον άλλο.
Το ίδιο συμβαίνει και με το επίπεδο παραγωγικότητας και τον ανταγωνισμό σε επίπεδο μιας περιφερειακής (βλέπε ευρωενωσιακής) ή διεθνούς αγοράς.
Το κεφάλαιο κάθε χώρας που ανταγωνίζεται τα υπόλοιπα για την πώληση ομοειδών εμπορευμάτων στη διεθνή αγορά, προσπαθεί να παράγει τα συγκεκριμένα εμπορεύματα ξεπερνώντας το διεθνή μέσο όρο παραγωγικότητας. Οταν ένα κεφάλαιο δαπανά για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος λιγότερο χρόνο εργασίας από τους ανταγωνιστές του, τότε μπορεί τελικά να αποκομίσει πρόσθετο κέρδος στην παγκόσμια αγορά και να αναβαθμίσει το μερίδιο σε αυτήν, επομένως και τα συνολικά κέρδη του.
Η ανταγωνιστική υπεροχή ενός κεφαλαίου στη διεθνή αγορά καθορίζεται σε τελευταία ανάλυση από τη δράση του νόμου της αξίας, αφού η αξία ενός εμπορεύματος εξακολουθεί να εκφράζει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο για την παραγωγή του σε διεθνές πλέον επίπεδο.
Αυτό βέβαια συμβαίνει μόνο σε τελευταία ανάλυση, γιατί στην πράξη παρεμβάλλεται ο οικονομικός ρόλος του αστικού κράτους στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Η οικονομική λειτουργία του αστικού κράτους, οι διακυμάνσεις συναλλαγματικών ισοτιμιών του εθνικού νομίσματος, το θεσμικό πλαίσιο, μπορούν να δράσουν σε ένα βαθμό προστατευτικά για τα εμπορεύματα των εγχώριων καπιταλιστικών επιχειρήσεων στην εσωτερική αγορά κάθε κράτους, είτε και σε μια ευρύτερη αγορά (π.χ. πολιτική επιδότησης εξαγωγών). Επίσης, η δυνατότητα κάθε καπιταλιστικού κράτους και αντίστοιχα μιας διακρατικής ιμπεριαλιστικής ένωσης να προστατεύσει και να προωθήσει τα εμπορεύματα της στο διεθνή ανταγωνισμό, είναι διαφορετική και επιδρά στο τελικό αποτέλεσμα.
Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, όπου τον ελεύθερο ανταγωνισμό διαδέχεται ο ανταγωνισμός των μονοπωλίων. Ο Λένιν συνοψίζει τη μετάβαση αυτή: «Δεν έχουμε πια μπροστά μας την πάλη του ελευθέρου συναγωνισμού των μικρών και των μεγάλων, των τεχνικά καθυστερημένων και των τεχνικά προοδευμένων επιχειρήσεων. Εχουμε μπροστά μας το πνίξιμο από τους μονοπωλητές εκείνων που δεν υποτάσσονται στα μονοπώλια, στο ζυγό τους» (7).
Το πέρασμα του καπιταλισμού σε αυτό το νέο στάδιο ασύγκριτα υψηλότερης συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της παραγωγής σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, οδηγεί στην ένταση της διαπάλης για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα των αγορών και των εδαφών ανάμεσα στα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη, στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και τους μονοπωλιακούς ομίλους. Οπως είναι φυσικό, ο συσχετισμός δύναμης καθορίζει κάθε γύρο αυτού του μοιράσματος.
Στοιχείο του συσχετισμού είναι και η τάση ανατροπής του, καθοριστικό ρόλο δε σε αυτή αποτελεί η ταχύτητα στη συγκέντρωση και στη συγκεντροποίηση. Οι πολιτικές μπορούν να επιταχύνουν, γι' αυτό εμφανίστηκαν με διεθνή χαρακτηριστικά οι πολιτικές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, η επίθεσή της στα δικαιώματα και στις κατακτήσεις των εργαζομένων, η προσπάθεια αύξησης του απλήρωτου πρόσθετου χρόνου εργασίας, ως μονόδρομος για το κεφάλαιο και όχι ως προϊόν κάποιων αυθαίρετων, δογματικών, «νεοφιλελεύθερων» επιλογών ορισμένων κυβερνήσεων στην Ευρώπη και παγκόσμια.
Ο Μαρξ συνοψίζει το προαναφερόμενο ιστορικό πρόβλημα του κεφαλαίου, δηλαδή το νόμο της τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους να πέφτει, ως εξής:
«Με την πρόοδο του προτσές παραγωγής και συσσώρευσης πρέπει λοιπόν να αυξάνει η μάζα της ιδιοποιήσιμης και ιδιοποιημένης εργασίας, επομένως και η απόλυτη μάζα του κέρδους που το ιδιοποιείται το κοινωνικό κεφάλαιο. Οι ίδιοι όμως νόμοι της παραγωγής και της συσσώρευσης, μαζί με τη μάζα του σταθερού κεφαλαίου, μεγαλώνουν με αυξανόμενη πρόοδο και την αξία του, γρηγορότερα από την αύξηση της αξίας του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου που ανταλλάσσεται με ζωντανή εργασία. Επομένως, οι ίδιοι οι νόμοι δημιουργούν για το κοινωνικό κεφάλαιο μια μάζα κέρδους που αυξάνει απόλυτα και ένα ποσοστό κέρδους που πέφτει» (8).
Η πρόσφατη και παλιότερη πείρα των εργαζομένων στη χώρα μας επιβεβαιώνει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας που επέρχεται με κίνητρο την καπιταλιστική ανταγωνιστικότητα, επιφέρει τελικά σχετική επιδείνωση της κατάστασης της εργατικής τάξης και του λαού και απόλυτη εξαθλίωση για ορισμένα τμήματα.
Την περίοδο 1999-2004 η Ελλάδα παρουσίασε κατά μέσο όρο ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 3,9% έναντι 1,4% στην ΕΕ-15 και αύξηση της παραγωγικότητας επίσης 3,9% έναντι 0,7% στην ΕΕ-15 (9).
Τι συνέβη όμως με τους εργαζόμενους; Την περίοδο 2003-2004 δεν υπήρξε καμία άνοδος των πραγματικών αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα. Αν μάλιστα συγκρίνουμε την εξέλιξη της παραγωγικότητας και της μέσης πραγματικής αμοιβής τα τελευταία 25 χρόνια (διάγραμμα 1), βλέπουμε ότι μειώθηκε το μερίδιο της μισθωτής εργασίας στην πίτα της παραγόμενης αξίας υπέρ του κεφαλαίου (10).
Αυτή η σχετική επιδείνωση του μέσου πραγματικού μισθού σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, είναι στην πραγματικότητα ακόμα μεγαλύτερη αν υπολογίσουμε την εξέλιξη στο διαθέσιμο εισόδημα του μισθωτού (και όχι μόνο), όπως διαμορφώνεται μέσω της κρατικής παρέμβασης (π.χ. έμμεσης φορολογίας). Παράλληλα, το τμήμα του πληθυσμού που βρίσκεται υπό τον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα ξεπερνά, σύμφωνα με τις μετρήσεις της Eurostat, το 20% έναντι 15% στην ΕΕ-15.
Για να σχηματίσουμε μια ακριβέστερη εικόνα της πραγματικής κατάστασης των εργαζομένων, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και την τάση πιστωτικής επέκτασης των λαϊκών νοικοκυριών. Η συνολική δανειακή επιβάρυνσή τους αυξήθηκε από 26,1% του ΑΕΠ στα τέλη του 2003 σε 32,5% τον Αύγουστο του 2005 (11).
Και η εμπειρία των τελευταίων χρόνων, όπως και άλλων στο παρελθόν, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει «ισόβαθμο όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας για κεφάλαιο και μισθωτούς. Η τάση αυτή αντανακλάται και στους αυτοαπασχολούμενους.
Ας δούμε όμως συγκεκριμένα πως εκφράζεται η κεφαλαιοκρατική προσπάθεια να αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στην ΕΕ.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ
Το Μάρτη του 2000 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνεδρίασε στη Λισσαβόνα, δεσμεύτηκε για την προώθηση ενός στρατηγικού σχεδίου αναδιαρθρώσεων στα κράτη-μέλη της ΕΕ, δεκαετούς διάρκειας, με στόχο να μετατραπεί η ΕΕ στην πιο ανταγωνιστική, δυναμική οικονομία στον κόσμο, ως το 2010.
Σε επίπεδο διακηρύξεων προβλήθηκε το τρίπτυχο - σταθερή ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή, σεβασμός στο περιβάλλον - και δόθηκε έμφαση στη λεγόμενη «οικονομία της γνώσης» (αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, έρευνα, καινοτομία κλπ.). Οι συγκεκριμένοι στόχοι εμπλουτίστηκαν στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια που ακολούθησαν και περιελάμβαναν την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, τη δημιουργία «πρόσφορου επιχειρηματικού κλίματος», την αύξηση της απασχόλησης, την αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη στο 3% του ΑΕΠ, των επενδύσεων στις τηλεπικοινωνίες, πληροφορική κλπ.
Στην πραγματικότητα ο ευρωενωσιακός ιμπεριαλισμός με τη στρατηγική της Λισσαβόνας διαμόρφωσε ένα συνεκτικό πλαίσιο αντιλαϊκών μέτρων, με συνδυασμένες στοχεύσεις:
(α) Την αντιμετώπιση της ανταγωνιστικής πίεσης όχι μόνο από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, αλλά και την ανερχόμενη δύναμη, την Κίνα. Είναι ενδεικτικό ότι μετά τη δεκαετία του '70, η αναλογία του ευρωπαϊκού ΑΕΠ ως προς το αντίστοιχο των ΗΠΑ σταθεροποιήθηκε περίπου στο 70%.
(β) Την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, μέσα από την ανατροπή των κατακτήσεων μόνιμης-σταθερής απασχόλησης και την επιβολή της ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις, καθώς και με τη συρρίκνωση της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, την αύξηση της μισθωτής απασχόλησης κυρίως στο γυναικείο πληθυσμό, την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης κ.ά.
(γ) Την επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου μέσα από την άρση του κρατικού μονοπωλίου και της κρατικής προστασίας σε τομείς στρατηγικής σημασίας (ηλεκτρενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, κλπ.), με την πολιτική της «απελευθέρωσης» των αγορών και τις ιδιωτικοποιήσεις, τη μεγάλη επέκταση της σχέσης κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας σε τομείς που αφορούν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (παιδεία, υγεία, αθλητισμός, κλπ.) των κρατών-μελών, κλπ.
(δ) Τη νομιμοποίηση της ταξικής συνεργασίας στη συνείδηση των εργαζομένων μέσα από την προβολή της μυθοπλασίας ότι η βελτίωση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων οδηγεί τάχα μεσοπρόθεσμα στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών.
Η προώθηση της στρατηγικής της Λισσαβόνας προσκρούει στη βασική αντίθεση και στο σύνολο αντιθέσεων του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος και στις αντιφάσεις του ίδιου του ευρωενωσιακού ιμπεριαλιστικού οικοδομήματος.
Οι εσωτερικές αντιφάσεις στη κίνηση της ΕΕ έκαναν τα επιτελεία της να ανησυχήσουν περισσότερο σχετικά με τους στόχους της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητάς της στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Η ανησυχία καταγράφηκε στην Εκθεση Κοκ, ως απόκλιση από τους στόχους, το Νοέμβριο του 2004.
Η αναπροσαρμογή της στρατηγικής της Λισσαβόνας κωδικοποιήθηκε στο περιβόητο «Μανιφέστο Μπαρόζο», που υιοθετήθηκε στο Εαρινό Συμβούλιο, τον Μάρτη του 2005. Φιλοσοφία και κατευθυντήρια γραμμή του είναι η επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.
Τα Συμβούλιο δεν επιχείρησε την αλλαγή στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας, αλλά τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της προώθησής τους. Δεν επρόκειτο για «νεοφιλελεύθερη αναθεώρηση» μιας τάχα προοδευτικής στρατηγικής, αλλά για τον καθορισμό προτεραιοτήτων και την κινητοποίηση δυνάμεων σε επίπεδο κρατών-μελών και ευρωενωσιακό, ώστε να προχωρήσει πιο αποτελεσματικά μια συγκεκριμένη αντιλαϊκή στρατηγική. Η αναθεώρηση αντανακλούσε την αυξημένη ανησυχία των επιτελείων του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού.
Το Εαρινό Συμβούλιο καθόρισε τρεις βασικούς άξονες δράσης για τα Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων σε όλα τα κράτη-μέλη (12). Παράλληλα τον Ιούλη διαμόρφωσε και ένα πρόγραμμα, με τη μορφή ατζέντας δράσεων, σε κοινοτικό επίπεδο, το λεγόμενο «κοινοτικό πρόγραμμα της Λισσαβόνας», με στόχους:
α) Την οικονομική σταθερότητα και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα (την επίτευξή τους συνδέει με την περιοριστική μισθολογική πολιτική). β) Την κρατική στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου (εξαγορές, συγχωνεύσεις, επιδότηση στη χρήση της πληροφορικής και της καινοτομίας). γ) Τις μεταρρυθμίσεις των εργασιακών σχέσεων (ελαστικές μορφές μισθωτής απασχόλησης, την εναρμόνιση του χρόνου και του περιεχομένου εκπαίδευσης - κατάρτισης ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου, π.χ. η λεγόμενη «δια βίου κατάρτιση»).
Η προσέγγιση των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας ανακόπτεται από τις εσωτερικές και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.
Η επίθεση του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού απέναντι στα δικαιώματα των εργαζομένων δεν πρόκειται να ανακοπεί, αλλά αντίθετα θα ενταθεί ακόμα περισσότερο.
ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ
(2005-2008) ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Η εφαρμογή της κοινοτικής στρατηγικής της Λισσαβόνας στην Ελλάδα κινείται φυσικά μέσα στο πλαίσιο που προαναφέραμε.
Ωστόσο, η αστική τάξη της Ελλάδας διαμορφώνει τις δικές της προτεραιότητες με βάση τα ιδιαίτερα συμφέροντά της. Προσπαθεί να αντιμετωπίσει από τη σκοπιά της, ένα σύνολο προβλημάτων που επιδρούν στην ανταγωνιστική της θέση και δυσχεραίνουν τη διευρυνόμενη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα συγκριτικά με τον κοινοτικό μέσο όρο της ΕΕ-15, οι ελλείψεις υποδομών, το χαμηλό επίπεδο κρατικής χρηματοδότησης και οι χαμηλές επιδόσεις στην εφαρμοσμένη έρευνα, στην καινοτομία και στην εκπαίδευση, το μικρό μέγεθος και η καθυστέρηση στην οργάνωση, για σημαντικό τμήμα των ελληνικών επιχειρήσεων, η μεγάλη έκταση του κρατικού τομέα της οικονομίας και το υψηλό δημοσιονομικό χρέος, η χαμηλή εισροή ξένων άμεσων επενδύσεων κεφαλαίου.
Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της κυβέρνησης, καθηγητής Πλ. Σακελλάρης, συνοψίζει τον αστικό προβληματισμό: «Τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξη βασίστηκε, κατά κύριο λόγο, στην επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, στις εισροές από την Ευρωπαϊκή Ενωση, στην πτώση των επιτοκίων. Παρόλο που επιταχύνθηκαν οι ρυθμοί ανάπτυξης, το μοντέλο αυτό οδήγησε σε αυξημένο δημοσιονομικό χρέος και εξάντλησε τα όριά του» (13).
Η άρχουσα τάξη αισθάνεται επίσης να αυξάνει η ανταγωνιστική πίεση σε βάρος της, καθώς αναμένεται η ένταξη των γειτονικών χωρών, Βουλγαρίας και Ρουμανίας στην ΕΕ το 2007, με σημαντικά φτηνότερο το εργατικό δυναμικό π.χ. ο μέσος ακαθάριστος μισθός στη Βουλγαρία είναι 192 ευρώ έναντι 1.264 ευρώ στην Ελλάδα.
Φυσικά, το εγχώριο κεφάλαιο αξιοποίησε, ως ένα βαθμό, αυτή τη διαφορά με την εξαγωγή κεφαλαίων στις Βαλκανικές χώρες, που ξεπερνά σήμερα τα έξη δισ. ευρώ (14), σύμφωνα με το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Ομως, με την ανάπτυξη και σταθεροποίηση του καπιταλισμού σε αυτές τις χώρες, π.χ. στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, θα αλλάζουν και οι όροι του ανταγωνισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ανταλλαγές εμπορευμάτων με αυτές τις χώρες η Γερμανία και η Ιταλία έχουν ήδη εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία τους, σύμφωνα με το δημοσιευμένο Fact book της CIA, ενώ η αξία των ελληνικών εξαγωγών συνολικά προς τις βαλκανικές χώρες παρουσίασε μείωση κατά 15,9% το 2004, σε σχέση με το προηγούμενο έτος (15).
Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ) συμφωνεί με τις εκτιμήσεις διαφόρων διεθνών οργανισμών (WEF, IMD, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ κλπ.) που εντοπίζουν επιδείνωση ανταγωνιστικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια και αναδεικνύει σαν επείγοντα κεντρικά ζητήματα τον περιορισμό του όγκου των κρατικών δαπανών, την ευνοϊκότερη φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων. Αποδεικνύει μεταξύ άλλων σαν βασική αδυναμία για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας την τρέχουσα περίοδο (16), το γεγονός ότι «η πρόσληψη και η απόλυση των εργατών εμποδίζεται από κρατικές ρυθμίσεις και οι μισθοί διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από μια συγκεντρωτική διαπραγματευτική διαδικασία».
Η Νέα Δημοκρατία ανταποκρίθηκε άμεσα και αποφασιστικά στην ικανοποίηση των ιδιαίτερων αναγκών της αστικής τάξης. Εθεσε ως προτεραιότητες τη δημοσιονομική προσαρμογή και την αναμόρφωση πολιτικών (π.χ. αναπτυξιακός, φορολογικός νόμος), διευθέτηση χρόνου εργασίας, ρυθμίσεις ασφαλιστικού των Τραπεζών που συμβάλλουν στην επιτάχυνση της συσσώρευσης των μεγάλων επιχειρήσεων.
Η διευθύντρια του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού (17), καθηγήτρια Ελένη Λουρή, προσδιορίζει συγκεκριμένα τη βασική στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής:
«Πρωταρχικός στόχος για τη χώρα μας είναι να αποβάλει λογικές εξάρτησης από το δημόσιο τομέα και να δημιουργήσει τις συνθήκες μακροχρόνιας ανάπτυξης στηριζόμενη στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, τη δημιουργία ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, καθώς και την εξωστρέφεια της οικονομίας».
Με το Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων (2005-2008) η κυβέρνηση αναλαμβάνει να προωθήσει στη χώρα μας τις κατευθυντήριες γραμμές της Στρατηγικής της Λισσαβόνας, σύμφωνα με τις ιεραρχήσεις και τις προαναφερόμενες ανάγκες της πλουτοκρατίας, την επιτάχυνση του ρυθμού συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Κατά την παρουσίαση του Προγράμματος στη Βουλή, ο υπουργός Οικονομίας Γ. Αλογοσκούφης ανέδειξε σαν προτεραιότητες, την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας, τη βελτίωση του «επιχειρηματικού κλίματος», την αύξηση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Τέθηκαν μάλιστα και ποσοτικοί στόχοι, όπως της μείωσης των συνολικών κρατικών δαπανών στο 48,9% του ΑΕΠ το 2007, έναντι 50,4% του ΑΕΠ το 2004, καθώς και η μείωση κατά 6% του ρυθμού αύξησης των κρατικών επιχορηγήσεων διαφόρων δημόσιων φορέων (συγκοινωνιακών και άλλων).
Το σύνολο αυτών των αξόνων πολιτικής και των σχετικών μέτρων για την επίτευξή τους οδηγεί σε νέους περιορισμούς των εργατικών κατακτήσεων. Συνιστά συνολική, γενικευμένη επίθεση απέναντι στους εργαζόμενους χωρίς ημερομηνία λήξης.
Αποδείξαμε σε προηγούμενη ενότητα πως η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στο πλαίσιο του καπιταλισμού μεταφράζεται γενικά σε αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης για το σύνολο των εργαζομένων, αλλά και σε απόλυτη εξαθλίωση για ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης.
Ας δούμε τώρα συνοπτικά την επίδραση των συγκεκριμένων μέτρων της κυβερνητικής πολιτικής στη ζωή των λαϊκών στρωμάτων.
Η αύξηση της αντιλαϊκής έμμεσης φορολογίας και της άμεσης φορολογίας των μισθωτών που προτείνει το Πρόγραμμα, αποκαλύπτει τον αντιλαϊκό ταξικό χαρακτήρα της δημοσιονομικής διαχείρισης που προωθεί η ΝΔ. Ηδη, μέσα από το πρώτο πακέτο δημοσιονομικής προσαρμογής ο λαός δέχτηκε πρόσθετη επιβάρυνση 985 εκ. ευρώ το 2005 και 1.655 εκ. ευρώ το 2006, μέσα από την αύξηση του ΦΠΑ και την αναπροσαρμογή των ειδικών φόρων κατανάλωσης σε τσιγάρα και αλκοολούχα ποτά (18).
Στο προσχέδιο κρατικού προϋπολογισμού του 2006 προβλέπεται νέα ετήσια αύξηση του ΦΠΑ κατά 51%, ενώ τα έσοδα από άμεσους φόρους αναμένεται να αυξηθούν κατά 39,2% σε σχέση με το 2000.
Επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης εξαιτίας της επιτάχυνσης των ιδιωτικοποιήσεων και της «απελευθέρωσης» τομέων στρατηγικής σημασίας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες κλπ.). Περιορισμός του λαϊκού εισοδήματος από την περαιτέρω εμπορευματοποίηση των κοινωνικών τομέων. Ταυτόχρονα, στις ιδιωτικοποιημένες ΔΕΚΟ και γενικότερα στο δημόσιο τομέα ανατρέπονται οι σχέσεις σταθερής απασχόλησης για τους νέους εργαζόμενους και μειώνεται ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων.
Ενδεικτικό της κατεύθυνσης της κυβέρνησης είναι το γεγονός ότι τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις το 2005 έφτασαν το 1,3% του ΑΕΠ και ξεπερνούν τις προβλέψεις του περυσινού Προϋπολογισμού κατά 30% (π.χ. ΟΠΑΠ, ΟΤΕ, κλπ.). Προετοιμάζει την εισαγωγή του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι οι συγκεκριμένοι άξονες δημοσιονομικής διαχείρισης προωθούνται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές δημοσιονομικές τους επιδόσεις.
Ανεξάρτητα από το μέγεθος του ελλείμματος και του χρέους οι αστικές κυβερνήσεις μετακυλίουν σταθερά τα πρόσθετα βάρη στους εργαζόμενους και την ίδια στιγμή ενισχύουν πολύπλευρα το μονοπωλιακό κεφάλαιο στο όνομα της «βελτίωσης του επιχειρηματικού κλίματος».
Ετσι και η σημερινή κυβέρνηση δρομολογεί τη μείωση του συντελεστή επιχειρηματικών κερδών στο 25% το 2007 από 35% το 2004 και προωθεί ένα πλαίσιο κινήτρων και ενισχύσεων της δράσης του μεγάλου κεφαλαίου, με το νέο Επενδυτικό Νόμο. Ενδεικτικό του βαθμού της κρατικής ρύθμισης προς όφελος της κεφαλαιοκρατικής συγκεντροποίησης και κερδοφορίας είναι ότι μέσα στο πρώτο τετράμηνο από την εφαρμογή του νόμου, κατατέθηκαν επενδυτικά σχέδια ύψους 1,14 δισ. ευρώ.
Παράλληλα η κυβέρνηση δεσμεύει σημαντικό μέρος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, για να χρηματοδοτήσει τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Προσπαθεί να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια διασφαλίζοντας εκ των προτέρων την υψηλή κερδοφορία τους και επιβαρύνοντας διπλά το λαϊκό καταναλωτή σαν φορολογούμενο στη φάση κατασκευής του έργου και σαν χρήστη στη συνέχεια (π.χ. με την αναπροσαρμογή των διοδίων).
Η κρατική στήριξη επικεντρώνεται σε σημαντικό βαθμό στη στήριξη της δράσης του εγχώριου κεφαλαίου στη διεθνή αγορά και στη βελτίωση των εξαγωγών εμπορευμάτων, τη λεγόμενη «εξωστρέφεια».
Συγκροτείται και αναδιοργανώνεται ένα πλέγμα κρατικών οργάνων (π.χ. ΟΑΕΠ, Εθνικό Συμβούλιο Εξαγωγών, ΟΠΕ) με στόχο την πολύπλευρη ενίσχυση των εγχώριων μονοπωλιακών ομίλων με σχετικές μελέτες, διασφάλιση πιστώσεων, προγράμματα προβολής εγχώριων εμπορευμάτων κλπ.
Στο ίδιο αντιλαϊκό μήκος κύματος κινούνται τα μέτρα για την αύξηση της απασχόλησης και τη στήριξη της κοινωνικής συνοχής. Κεντρική κατεύθυνση του συγκεκριμένου άξονα είναι φυσικά η ενίσχυση της «προσαρμοστικότητας των επιχειρήσεων και του εργατικού δυναμικού στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού» με βασικό ζητούμενο την ενίσχυση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας. Ηδη, η ΝΔ προώθησε το Ν. 3385/2005 με τον οποίο «μειώνεται σημαντικά για τον εργοδότη το κόστος των πρώτων 8 ωρών εργασίας, πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου, καθώς και των κατ' εξαίρεση υπερωριών» (19). Ταυτόχρονα, θα λαμβάνονται ορισμένα μέτρα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας.
Ο κατάλογος των μέτρων της κυβερνητικής επίθεσης δε σταματά εδώ και θα εμπλουτίζεται συνέχεια. Αυτό που έχει όμως σημασία να κατανοηθεί από τους εργαζόμενους είναι ότι κάθε βήμα επίτευξης των στόχων της άρχουσας τάξης σχετικά με την ανταγωνιστικότητα, όχι μόνο δεν πρόκειται να μετριάσει, αλλά αντίθετα θα αυξήσει την ένταση αυτής της συνολικής επίθεσης.
ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έπαιξε ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας και υψώνει το λάβαρο της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ στην παγκόσμια αγορά.
Η ενεργή προώθηση της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων για την εξυπηρέτηση των αναγκών του κεφαλαίου, δεν αποτελεί συγκυριακό ελιγμό, αλλά σταθερή στρατηγική επιλογή της. Η επιλογή αυτή σφραγίσθηκε μάλιστα με την αυτοκριτική της προηγούμενης περιόδου από τους επιφανέστερους θεωρητικούς της. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Αντονυ Γκίντενς (20): «Η κλασσική σοσιαλδημοκρατία θεωρούσε ανέκαθεν την παραγωγή πλούτου ως κάτι το παρεμπίπτον σε σχέση με τις βασικές της μέριμνες: την οικονομική ασφάλεια και την αναδιανομή. Οι νεοφιλελεύθεροι έφερναν στο προσκήνιο κυρίως την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγή πλούτου. Η πολιτική του τρίτου δρόμου αποδίδει επίσης πολύ μεγάλη σημασία στα στοιχεία αυτά, καθώς με δεδομένη τη φύση της παγκόσμιας αγοράς, καθίστανται επειγόντως κρίσιμα...Η οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού ήταν ανέκαθεν ανεπαρκής και υποτιμούσε τη δυνατότητα του καπιταλισμού να καινοτομεί και να αυξάνει διαρκώς την παραγωγικότητα».
Η στρατηγική σύμπλευση φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με κορυφαίο παράδειγμα την κυβέρνηση του «μεγάλου συνασπισμού» στη Γερμανία, δεν αμφισβητείται. Δημιουργεί όμως προβλήματα στην ενσωμάτωση ορισμένων τμημάτων της εργατικής τάξης στις αξίες και στους στόχους του καπιταλιστικού συστήματος.
Γι' αυτό η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία επιχειρεί να διαφοροποιηθεί, με την αυτοπροβολή της στο ρόλο του εγγυητή του κοινωνικού κράτους στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Στο ίδιο μήκος κύματος το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα στο 7ο συνέδριό του, προβάλει ως προοδευτική λύση μια νέα σύνθεση κράτους - αγοράς, θεωρώντας βέβαια τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό σαν το θεμέλιο της ανάπτυξης. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Πανανδρέου, στη φετινή ομιλία του στη ΔΕΘ τόνισε: «Να φτιάξουμε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, συνθέτοντας τα καλύτερα στοιχεία και τις εμπειρίες των ευρωπαϊκών χωρών. Βασικός μας στόχος πρέπει να είναι να απελευθερώσουμε τις δημιουργικές μας δυνάμεις και να το συνδυάσουμε αυτό με την κοινωνική δικαιοσύνη. Ναι, μπορούμε να διασφαλίσουμε σε μια ανταγωνιστική οικονομία, ισχυρό κοινωνικό κράτος».
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι αξιολογώντας την ευρωπαϊκή εμπειρία, εστίασε στο σκανδιναβικό μοντέλο, το οποίο, όπως ανέφερε, είναι «βασισμένο στην κοινωνική συναίνεση, με μεγάλη ευελιξία στην αγορά εργασίας αλλά και ασφάλεια για τον εργαζόμενο».
Το ΠΑΣΟΚ με το πρόγραμμά του, αλλά και με την κυβερνητική πολιτική του, καθώς και ως αντιπολίτευση υιοθετεί τη στρατηγική της Λισσαβόνας, τις αντεργατικές αναδιαρθρώσεις κλπ. Επομένως, η αντίληψή του για τη σχέση κράτους-αγοράς δεν είναι έξω από τις σημερινές, σύγχρονες ανάγκες ρύθμισης για λογαριασμό του κεφαλαίου. Αλλωστε, και το «σκανδιναβικό μοντέλο» ήδη προσαρμόστηκε. Είναι μόνο λεκτική, προς παραπλάνηση των μαζών, η πολιτική του διαφοροποίηση στη σχέση αγοράς-κράτους.
Στην πράξη προωθεί τη συναίνεση στους βασικούς άξονες της κυρίαρχης πολιτικής (ανατροπή πλαισίου πλήρους - σταθερής απασχόλησης, «απελευθέρωση» τομέων στρατηγικής σημασίας, πλήρης εμπορευματοποίηση τομέων υγείας - παιδείας, φοροαπαλλαγές και κρατική ενίσχυση του μεγάλου κεφαλαίου κλπ.), περιορίζοντας την πολιτική διαπάλη στις ιεραρχήσεις, στους τρόπους, στην έκταση και στο ρυθμό εφαρμογής των κυβερνητικών μέτρων. Π.χ. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είχαν προβάλει στα προεκλογικά τους προγράμματα τη μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου, όμως το ΠΑΣΟΚ μετεκλογικά «διαφοροποιήθηκε» περιορίζοντας την πρόταση μείωσης της φορολογίας μόνο για το μέρος των κερδών που «αποθεματικοποιείται». Η προβολή από την πλευρά του, του σκανδιναβικού μοντέλου που συνδυάζει τάχα την ευελιξία της εργασίας με την ασφάλεια για τον εργαζόμενο, αφορά στην πραγματικότητα την υιοθέτηση ορισμένων μέτρων διαχείρισης της ακραίας φτώχειας και της λαϊκής δυσαρέσκειας, την οποία αυξάνει η προώθηση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, π.χ. η πλήρης απελευθέρωση των απολύσεων στη Δανία, με αποζημίωση μόνο ενός μηνός, συνοδεύεται από ένα επίδομα ανεργίας μεγαλύτερης διάρκειας από την αντίστοιχη διάρκεια της Ελλάδας.
Η σημερινή αντιπολιτευτική τακτική του ΠΑΣΟΚ αποτελεί επομένως πολιτική προϋπόθεση για την προώθηση των επιλογών της αστικής τάξης, με την εδραίωση κλίματος ταξικής συνεργασίας.
ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟ
Συμπερασματικά, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε δήθεν κοινούς στόχους με το κεφάλαιο. Εχει ανάγκη διεκδίκησης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου στόχων και διεκδικήσεων στον αντίποδα των συμφερόντων του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων του στην Ελλάδα και συνολικότερα της πολιτικής της ΕΕ. Ενα πλαίσιο που δε θα περιορίζεται μόνο στη διεκδίκηση της ουσιαστικής αύξησης του πραγματικού μισθού, αλλά θα αγκαλιάζει το σύνολο των βασικών προβλημάτων, την εμπορευματοποίηση της παιδείας και της υγείας, την έμμεση φορολογία στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, την ανατροπή των σχέσεων πλήρους - σταθερής απασχόλησης κλπ. Ενα πλαίσιο που θα αμφισβητεί στην πράξη τη θυσία των εργατικών δικαιωμάτων στο βωμό της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας.
Ενα τέτοιο πλαίσιο θα προωθείται πιο αποφασιστικά όσο θα αλλάζει ο συσχετισμός των δυνάμεων στο πολιτικό επίπεδο, αλλά και στο συνδικαλιστικό, σε βάρος της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, των διαφόρων οπορτουνιστικών αντιλήψεων. Οσο θα προωθείται η αντιιμπεριαλιστική συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη και στα μεσαία στρώματα, με στόχο τη λαϊκή εξουσία.
Μόνο μια τέτοια ανάπτυξη του εργατικού, λαϊκού κινήματος είναι σε θέση να επιφέρει και απόσπαση κάποιων κατακτήσεων. Η διεκδίκηση των πάντων οδηγεί και σε αποτροπή νέων αντιλαϊκών μέτρων.
Αντίθετα, η γραμμή της αναζήτησης δήθεν ρεαλιστικών «λύσεων» βελτίωσης της ζωής της λαϊκής οικογένειας, η γραμμή που καταγγέλλει ως μαξιμαλιστικά τα αιτήματα που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες των εργατικών λαϊκών στρωμάτων και προβάλλει «λύσεις» εμβαλλωματικές για τα πιο εξαθλιωμένα στρώματα, στρώνει το δρόμο για να υλοποιηθεί συναινετικά η πολιτική υπέρ του κεφαλαίου.
Η κοινωνικοποίηση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, που προϋποθέτει την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, είναι αντικειμενική ανάγκη και μονόδρομος για την κατάργηση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης του λαού.
Μπορεί να διασφαλίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις αφενός και την ταχύτερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας σε σχέση με τον καπιταλισμό και αφετέρου τη συνδυασμένη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών που να αντιστοιχεί στο εκάστοτε συγκεκριμένο επίπεδο παραγωγικότητας.
Η νέα οργάνωση της κοινωνικής εργασίας διαθέτει δυο πανίσχυρα όπλα: το κεντρικό σχεδιασμό της οικονομικής ζωής από το σοσιαλιστικό κράτος με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και τον εργατικό λαϊκό έλεγχο.
Η κεντρικά σχεδιασμένη ανάπτυξη μιας οικονομίας απαλλαγμένης από τις ανάγκες του καπιταλιστικού κέρδους, αφήνει πίσω της την αναρχία της κοινωνικής παραγωγής και τον καπιταλιστικό κύκλο της κρίσης. Αξιοποιεί τη συλλογική πείρα των εργαζομένων και τη συντεταγμένη συμμετοχή και συμβολή τους στη διεύθυνση των κρατικών υποθέσεων, με το θεσμοθετημένο λαϊκό έλεγχο. Πραγματοποιεί βήματα στο συνδυασμό της ικανοποίησης του ατομικού ενδιαφέροντος και συμφέροντος του εργαζόμενου, με τη συνολική αντιμετώπιση των κοινωνικών αναγκών. Αξιοποιεί την ορθολογική οργάνωση της ειδικευμένης εργασίας και την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνικής, για μια σχεδιασμένη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας προς όφελος του λαού.
Ο Λένιν αναδεικνύει ως βασικό καθήκον του προλεταριάτου κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση το να καθοδηγήσει όλη τη μάζα των εκμεταλλευόμενων στο δρόμο «της δημιουργίας μια νέας κοινωνικής σχέσης, μιας νέας πειθαρχίας στη δουλειά, μιας νέας οργάνωσης της δουλειάς που να συνενώνει την τελευταία λέξη της επιστήμης και της τεχνικής με τη μαζική συνένωση των συνειδητών δουλευτών που δημιουργούν τη μεγάλη σοσιαλιστική παραγωγή» (21).
Η προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού στον 20ό αιώνα δε συσσώρευσε μόνο θετική αλλά και αρνητική πείρα, σχετικά με το ζητούμενο αυτό. Η αξιολόγησή της ξεφεύγει βέβαια από τα όρια του συνοπτικού αυτού άρθρου. Ομως οι δυσκολίες δεν ήταν άγνωστες στους πρωταγωνιστές της πρώτης μεγαλειώδους ιστορικής προσπάθειας. Ο ίδιος ο Λένιν τόνιζε ότι το συγκεκριμένο καθήκον είναι πιο δύσκολο από την ανατροπή της αστικής τάξης, γιατί απαιτεί τον πιο επίμονο ηρωισμό της μαζικής καθημερινής δουλειάς.
Η μετατροπή επομένως της πλούσιας πείρας του προηγούμενου αιώνα σε θεωρητικό και πρακτικό όπλο για την εκπλήρωση της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης, αποτελεί το δικό μας καθήκον. Για να αφήσουμε οριστικά πίσω μας τη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
1. Πλ. Σακελλάρης: «Ανάπτυξη και επενδύσεις». Περιοδικό «Φιλελεύθερη Εμφαση», τ. 23
2. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. Ι, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 329.
3. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. Ι, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σε. 54.
4. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. Ι, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 545.
5. Βλ. αναλυτικά, Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. ΙΙΙ, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 293 και εξής.
6. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. ΙΙΙ, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 285.
7. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 328.
8. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τόμ. ΙΙΙ, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 276-277.
9. Υπουργείο Ανάπτυξης: «Ετήσια Εκθεση για την ανταγωνιστικότητα», 2004.
10. Αναλυτικότερα δες: ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ: «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση», 2005.
11. Τράπεζα της Ελλάδος: «Νομισματική Πολιτική. Ενδιάμεση Εκθεση 2005».
12. Υπουργείο Ανάπτυξης: «Στρατηγική της Λισσαβόνας». Ιανουάριος 2005.
13. Φιλελεύθερη Εμφαση: Φάκελος Ανταγωνιστικότητα και Ανάπτυξη, τ. 23, 2005.
14. Βλέπε: Ειδική έκδοση, Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» - Εκόνομιστ: «Οι ανατολικοί γείτονες της ΕΕ». Οκτώβριος 2005.
15. Ελένη Λουρή: «Η νέα στρατηγική της Λισσαβόνας και η εφαρμογή της στην Ελλάδα». Περιοδικό» Φιλελεύθερη Εμφαση»,τ. 23, 2005.
16. ΣΕΒ: «Η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας 2005-2006». Οκτώβριος 2005.
17. Ελένη Λουρή: «Η νέα στρατηγική της Λισσαβόνας και η εφαρμογή της στην Ελλάδα». Πριοδικό «Φιλελεύθερη Εμφαση», τ. 23, 2005.
18. Υπουργείο Οικονομίας: «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2005-2008».
19. Τράπεζα της Ελλάδος: «Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Εκθεση». Οκτώβριος 2005.
20. Αντονυ Γκίντενς: «Ο Τρίτος δρόμος», εκδ. «Πόλις
».
21. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 39, σελ. 17.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ