19 Μαΐ 2013

ΝΑΖΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ



ΝΑΖΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ
«... μη ορρωδούντες και προ αυτού έτι του Παρθενώνος ... » (*)
Το κατοχικό πλιάτσικο των Γερμανών στις αρχαιότητες της Ελλάδας
Από την προσπάθεια του προσωπικού του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου να κρύψει αρχαιότητες σε λάκκους για να γλιτώσουν από τους φασίστες (Από το βιβλίο του Β. Πετράκου «Τα αρχαία της Ελλάδος στον πόλεμο 1940 -1944»)
Το πλιάτσικο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς από τους ναζί κατά την περίοδο της κατοχής μετριέται ήδη σε πολλές χιλιάδες αρχαιότητες. Ακόμα όμως δεν ξέρουμε τον ακριβή αριθμό... και αυτό δεν είναι το χειρότερο νέο. Ανεκτίμητη βέβαια είναι η μη αναστρέψιμη απώλεια από την καταστροφή αρχαίων μνημείων την ίδια περίοδο. Το ζήτημα αυτό, λοιπόν, παραμένει ανοιχτό, όπως ακριβώς και οι γερμανικές αποζημιώσεις. Το θέμα είναι ότι το ελληνικό αστικό κράτος εξακολουθεί να μην κάνει τίποτα και στις δύο περιπτώσεις.
Παρά τη σοβαρότητα του θέματος, έπρεπε να γίνει μια καταγγελία σε μια διαδικτυακή εκπομπή για να φιλοτιμηθεί το υπουργείο Πολιτισμού να πάρει θέση. Προκαλώντας όμως περισσότερα ερωτήματα από αυτά που υποτίθεται ότι απάντησε. Σε σχετικά πρόσφατη εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου (σ.σ. «στον ενικό») ο συγγραφέας του βιβλίου «Αρχαιοκαπηλίες των Γερμανών στην Ελλάδα επί κατοχής» Γιώργος Λεκάκης ανέφερε ότι σήμερα πωλούνται ελληνικές αρχαιότητες στη Γερμανία μέσω διαδικτύου. Το υπουργείο απάντησε ως εξής:
«α) Από την έρευνα στο αρχείο κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών, το οποίο τηρείται στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού, δεν προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα αρχαία έχουν κλαπεί από ελληνικά μουσεία ή αρχαιολογικές αποθήκες.
Από το βιβλίο του Β. Πετράκου «Τα αρχαία της Ελλάδος στον πόλεμο 1940-1944»
β) Για τον ισχυρισμό ότι τα συγκεκριμένα αρχαία εξήχθησαν από την Ελλάδα στη διάρκεια της Κατοχής 1940 - 1945, σημειώνεται ότι οι παράνομες ανασκαφές και οι κάθε είδους καταστροφές πολιτιστικών αγαθών, κατά την περίοδο 1941 - 1945, έχουν καταγραφεί σε ειδικό τόμο, με τον τίτλο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών κατοχής» (Αθήνα 1946). Για την επιστροφή τους μετέβησαν στην αλλοδαπή (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ιταλία, Αυστρία), μεταπολεμικώς, πολλοί Ελληνες αρχαιολόγοι.
Η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών ολοκληρώνει τις διαδικασίες επαναπατρισμού αρχαιολογικού υλικού (δεκάδων χιλιάδων οστράκων νεολιθικής περιόδου), τα οποία εξήχθησαν παρανόμως από την Ελλάδα στην διάρκεια της Κατοχής.
Επιπροσθέτως με εγκύκλιο, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2013, ζητήθηκε από όλες τις Υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων, να καταγράψουν ποιες αρχαιότητες εξήχθησαν από την Ελλάδα στη διάρκεια της Κατοχής και ποιες εξ αυτών έχουν επαναπατρισθεί.
Προκειμένου να τεκμηριωθεί το αίτημα επιστροφής τους ζητήθηκε να υπάρξει εξονυχιστική έρευνα του αρχείου των Υπηρεσιών και να αποσταλούν οι περιγραφές, οι φωτογραφίες ή και σχέδιά τους. Μάλιστα, για πρώτη φορά καταγράφηκαν οι καταστροφές και αρπαγές βυζαντινών και μεταβυζαντινών αντικειμένων. Τέλος, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνημείων ερευνάται το σύνολο του αρχειακού υλικού του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και εντός των επομένων μηνών θα εξαχθούν οριστικά και επιστημονικώς τεκμηριωμένα συμπεράσματα για το θέμα των αρπαγέντων ελληνικών πολιτιστικών θησαυρών, στη διάρκεια της Κατοχής.
Σημειώνεται για μία ακόμη φορά ότι η διαδικασία διεκδίκησης αρχαιοτήτων περιγράφεται και βασίζεται σε συγκεκριμένους κανόνες, που διέπουν το διεθνές δίκαιο και απαιτείται επαρκής τεκμηρίωση, προσοχή και περίσκεψη, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί επαναπατρισμοί πολιτιστικών αγαθών από πολλά και σημαντικά μουσεία της αλλοδαπής».
Ακόμη καταγράφουμε...
Από το βιβλίο του Β. Πετράκου «Τα αρχαία της Ελλάδος στον πόλεμο 1940-1944»
Ξεκινώντας από την τελευταία παράγραφο και με δεδομένο ότι ο πόλεμος τελείωσε το 1945 (ένα χρόνο πριν απελευθερώθηκε η Αθήνα), αναρωτιέται κανείς πόσο καιρό χρειάζεται το ελληνικό κράτος να μάθει πόσες (άρα και ποιες) αρχαιότητες αρπάχτηκαν από τους κατακτητές. Αυτό πια δεν το λες «προσοχή και περίσκεψη»...
Από την απάντηση, λοιπόν, του υπουργείου προκύπτει ότι ακόμη δεν ξέρουμε τι χάσαμε. Αλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά. Αν και πολύ μικρότερης κλίμακας ζήτημα, ακόμη δεν ξέρουμε και τι έβγαλε από στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς μας η πρώην βασιλική οικογένεια φεύγοντας από το Τατόι.
Το γεγονός ότι δεν ξέρουμε τι χάσαμε αποτελεί ντροπή για όλες τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τη ΓΓ Πολιτισμού να δηλώνει αρχικά ότι «δεν προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα αρχαία (σσ. που πωλούνται στο διαδίκτυο) έχουν κλαπεί από ελληνικά μουσεία ή αρχαιολογικές αποθήκες». Αμέσως μετά όμως προσθέτει ότι μόλις τον περασμένο Φεβρουάριο δόθηκε εντολή καταγραφής των αρχαιοτήτων που «εξήχθησαν» (sic) κατά τη διάρκεια της κατοχής. Από πού προκύπτει λοιπόν η βεβαιότητα ότι τα αρχαία που πωλούνται σήμερα δεν ανήκουν σε αυτά που αρπάχτηκαν στην κατοχή. Ακόμη όμως κι αν δεν ανήκουν σε αυτά, δε θα 'πρεπε κάποιος να πει στον ελληνικό λαό πώς βρέθηκαν να πωλούνται στο διαδίκτυο;
Το υπουργείο επικαλείται τον πρώτο κατάλογο που επιχειρήθηκε να συνταχθεί μέσα στην κατοχή από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ο οποίος εκδόθηκε το 1946 με τίτλο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών κατοχής». Οπως διαβάζουμε στον πρόλογο του τόμου, αυτή η πρώτη απόπειρα καταγραφής της λεηλασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς ξεκίνησε το 1943. Το κύριο βάρος έπεσε στους αρχαιολόγους Χρήστο Καρούζο και Μαρίνο Καλλιγά οι οποίοι, όπως μας πληροφορεί ο Κωνσταντίνος Τουμασάτος (Ριζοσπάστης «7 Μέρες», σελ.4, 29/1/2006), ανήκαν σε επιτροπή τουΕΑΜ Αρχαιολόγων. Ο ίδιος σημειώνει ότι ο Χ. Καρούζος ήταν ακαδημαϊκός και διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, ενώ ο Μ. Καλλιγάς ήταν έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, κατόπιν διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης.

Στον πρόλογο σημειώνεται ότι «το έργον τούτο δεν είναι πλήρες, διότι καθ' εκάστην σχεδόν φθάνουν εις το Υπουργείον (σσ. Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας στο οποίο τότε υπαγόταν η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων) ειδήσεις περί ζημιών, ών δεν είχομεν γνώσιν, πλείσται δε επαρχίαι ακόμη δεν εξητάσθησαν υπό ουδενός αρχαιολογικού υπαλλήλου, επειδή το αρχαιολογικόν προσωπικόν είναι ελλιπέστατον (εξ 20 εφόρων, εις όσους περιωρίσθησαν διά του τελευταίου Νόμου, υπάρχουν μόνον 16, εκ δε 31 επιμελητών υπάρχουν μόνον 11) και δεν κατορθώθη ακόμη να συμπληρωθή».
Εξαρχής, λοιπόν, ήταν σαφές ότι η καταγραφή κάθε άλλο παρά είχε ολοκληρωθεί οπότε, μάλλον πάει πολύ η ΓΓ Πολιτισμού σήμερα - και ενώ δεν έχει γίνει σχεδόν το παραμικρό από τότε - να επικαλείται αυτόν τον πρώτο και μοναδικό, με αυταπάρνηση συνταγμένο, αλλά αντικειμενικά ελλειπή κατάλογο. Βέβαια, τηρουμένων των αναλογιών, η Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι και σήμερα υποστελεχωμένη όπως και τότε - και εξίσου ηρωική - αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία...
Πάντα από τον πρόλογο μαθαίνουμε τι σήμαινε φασισμός για τον πολιτισμό: «Αι γερμανικαί αρχαί διά του αρχαιολόγου Dr von Schonebeck, πρώτον, είτα δε διά του καθ. Kraiker επίεζον και συνέθλιβον την αρχαιολογικήν υπηρεσίαν του ελληνικού κράτους, άλλοτε μεν ίνα προστατεύωσιν αρχαιοκαπήλους, άλλοτε δε ίνα συγκαλύψωσι καταστροφάς υπό στρατιωτικών ομάδων προξενηθείσας, άλλοτε ίνα μη δυνηθή το κράτος να παρακολουθήση τυχαίαν ανεύρεσιν αρχαίων και την ενέργειαν στρατιωτικών έργων και άλλοτε ίνα αρνηθώσιν εις το κράτος το δικαίωμα της ασκήσεως κυριότητος επί των ανεσκαμμένων αρχαιοτήτων».
«Ενα ενθύμιο ήθελαν... οι μορφωμένοι»

Μπορεί εκείνος ο τόμος να μην είναι πλήρης, αλλά αρκεί για ανατριχιάσει ο αναγνώστης μπροστά στον κυνισμό των ναζί έναντι της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η απαρίθμηση και μόνο των εγκλημάτων τους δεν χρειάζεται κανέναν άλλο σχολιασμό. Ο χώρος επιτρέπει την αναφορά μόνο μερικών από αυτά:
Κεραμεικός, 1941: Ο Γερμανός αρχαιολόγος Getauer κλέβει μαλανόμορφο γραπτό πίνακα «εξαιρετικής τέχνης μετά παραστάσεως προθέσεως νεκρού».
Βούλα: Κατά την εκτέλεση στρατιωτικών έργων οι Γερμανοί βρίσκουν αρχαιότητες που δεν παραδίδουν στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Το ίδιο γίνεται και στη Βάρη με την αναφορά ότι οι αρχαιότητες «μετεφέρθησαν εις το γερμανικόν αρχαιολογικόν Ινστιτούτον».
Ελευσίνα: Γερμανοί στρατιώτες σπάνε ένα παράθυρο της αποθήκης του μουσείου και αρπάζουν αγγεία και ειδώλια. Μόλις γίνονται αντιληπτοί το σκάνε με μοτοσικλέτα. «Αναιδής και αχαρακτήριστος» γράφουν οι συγγραφείς του τόμου «είναι επίσης η δικαιολογία, την οποίαν έδωσεν η γερμανική υπηρεσία προστασίας καλλιτεχνημάτων (...) όπερ έχει επί λέξει ως εξής: "Η προκειμένη περίπτωσις δέον να μη θεωρηθή ως κλοπή, δι ής θα επλούτιζον οι δράσται. Τούτο συνάγεται εκ του γεγονότος ότι πρόκειται περί μορφωμένων ανθρώπων οίτινες έχουν ενδιαφέρον διά την ελληνικήν αρχαιότητα, όπερ συνάγεται εκ του ότι εγνώριζον την Αγγλικήν και έκανον χρήσιν του αγγλιστί γεγραμμένου οδηγού. Οι αποκομίσαντες θα είχον προφανώς την πρόθεσιν ν' αποκτήσουν ενδεχομένως διά του τρόπου τούτου εν ενθύμιον"»!!!
Προκύπτει επίσης ότι οι Γερμανοί βρήκαν την ευκαιρία στην κατοχή να συνεχίσουν με άλλο τρόπο τις προπολεμικές ανασκαφές τους. Ετσι, ο Γερμανός αρχαιολόγος G. Welter καταγγέλλεται ότι το Σεπτέμβρη ή τον Αύγουστο του 1941 «εξήγαγε τέσσαρα ή πέντε πλήρη κιβώτια αρχαιοτήτων» από την Αίγινα. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία φυσικά δεν ήξερε τι περιείχαν τα κιβώτια, «επειδή ο ως άνω αρχαιολόγος διεξήγεν ενταύθα από πολλών ετών ανασκαφάς».
Ευρείας κλίμακας πλιάτσικο αλλά και καταστροφές έγιναν τον Απρίλιο του 1941 στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θήβας. Ο τόμος περιγράφει αναλυτικά κλεμμένες αρχαιότητες από τις ανασκαφές της Ανω Αγόριανης, της Λιβαδειάς, του Ευπάλιου, της Θήβας και του Γαλαξειδιού.
Ανάλογο πλιάτσικο έγινε και στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Χαιρώνειας, με τους ναζί να σπάνε το λουκέτο της εισόδου, να σπάνε τις γυάλινες προθήκες και να αρπάζουν ό,τι βρουν. Μάλιστα προχώρησαν και σε «τρομοκρατικές ανακρίσεις» (όπως αναφέρεται στον τόμο) μαρτύρων... ώστε να τους αναγκάσουν να «βεβαιώσουν την αθωότητα των Γερμανών».
Οι ναζί αξιωματικοί χρησιμοποιούσαν τις αρχαιότητες και ως δώρα μεταξύ τους! Αυτό έγινε για παράδειγμα στηΜήλο, όπου κατά την εκτέλεση οχυρωματικών έργων στην Φυλακωπή (σσ. από τις σημαντικότερες πόλεις του προϊστορικού Αιγαίου) βρέθηκαν 20 άθικτοι τάφοι, «πλούσιοι εις λίθινα και πήλινα κτερίσματα ποικίλως διακοσμημένα». Ο λοχαγός Βόλνχαλς Ρούντολφ «εχάρισεν εις τον επισκεφθέντα την Μήλον στρατηγόν Speidel τινά των ευρημάτων, κατά σύστασιν του συνοδεύοντος τον στρατηγόν αρχαιολόγου Kraiker Wilhelm». Και οι συγγραφείς του τόμου συμπληρώνουν: «Συμπληρωματικώς προς τα κλοπάς του Γερμανού αξιωματικού Vollnhals σημειούται ότι ούτος ανεύρε και απεκόμισε "λίθινον αγαλμάτιον καθημένου παιδός, αρίστης διατηρήσεως"». Στην Αθήνα,«Γερμανοί αξιωματικοί επρομήθευσαν αρίστην αρχαίαν κεφαλήν γυναικός (του 4ου π.Χ. αιώνος) ην εχάρισαν εις τον Στρατάρχην List, όστις την έλαβε μεθ' εαυτού (...)».
Γερό πλιάτσικο έγινε και στην αρχαιολογική συλλογή στο Καστέλλι Κισσάμου στην Κρήτη ενώ στην Κνωσσό, ο στρατηγός Ringel βούτηξε τρία κιβώτια γεμάτα αρχαιότητες από το στρωματογραφικό μουσείο. Ανάμεσά τους υπήρχαν αγάλματα, αγγεία, ειδώλια, ξίφη κ.ά.
Η Ολυμπία ως γκαράζ στρατιωτικών οχημάτων
Το φασιστικό μένος δεν «χόρταινε» με το πλιάτσικο. Ηθελε και να καταστρέψει. Ο κατάλογος των καταστροφών που περιέχει ο τόμος πονάει ακόμη περισσότερο τον αναγνώστη. Τι άλλο εκτός από πόνο και οργή μπορούν να προκαλέσουν οι αναφορές, ότι Γερμανοί στρατιώτες, είτε μεμονωμένα είτε σε ομάδες με αξιωματικούς, αποκολλούσαν μαρμάρινα τμήματα από την Ακρόπολη, χρησιμοποιώντας ακόμη και τις ξιφολόγχες τους;«Κατέστρεφον ούτω τα εν τη Ακροπόλει κατακείμενα μάρμαρα ενίοτε φθάνοντες μέχρι πλήρους καταστροφής αρχιτεκτονικών μελών ως κιονοκράνων κ.λπ. Αλλά και επί των ορθίων μνημείων έθετον χείρα μη ορρωδούντες και προ αυτού έτι του Παρθενώνος».
Την τελευταία μέρα της αποχώρησής τους από την Ελλάδα, οι ναζί πυροβολούν το ανάγλυφο του Χάρωνα στονΚεραμεικό, ενώ προκάλεσαν ανατινάξεις(!) γύρω από τον αρχαίο ναό στο Σούνιο, καταστρέφοντας ένα επιστύλιο της ανατολικής πλευράς του μνημείου. Στην Ελευσίνα έριξαν κίονες που στέκονταν επί χιλιετίες όρθιοι και προκάλεσαν διάφορες καταστροφές μέσα στον αρχαιολογικό χώρο. Εισέβαλαν και στις αποθήκες του μουσείου σπάζοντας αγάλματα.
Βανδαλισμούς υπέστησαν οι αρχαιότητες στην Κόρινθο, στις Μυκήνες (όπου, εκτός των άλλων, οι Γερμανοί στρατιώτες είχαν μετατρέψει σε στόχο τους λέοντες της Πύλης των Λεόντων πυροβολώντας τους), την Τίρυνθα(όπου το καλοκαίρι του 1944 «οι Γερμανοί επροκάλεσαν μεγάλας και ουσιώδεις καταστροφάς εις την Ακρόπολιν της Τίρυνθος»), την Νικόπολη και σε πολλές ακόμη αρχαιολογικές περιοχές της χώρας.
Ο αρχαιολογικός χώρος της Ολυμπίας είχε μετατραπεί σε χώρο στάθμευσης «μηχανοκινήτων φαλαγγών». Η καταγραφή των καταστροφών είναι λεπτομερής. Γι' αυτό και θα άξιζε έστω μιας μικρής αναφοράς από τον υπουργό Πολιτισμού, Κ. Τζαβάρα, τον Αύγουστο του 2012 όταν εγκαινιάστηκε «με μεγάλη λαμπρότητα και με την παρουσία πλήθους κόσμου» η μεγάλη έκθεση «Ολυμπία: Λατρεία, Μύθος, Αγώνες» στο Μουσείο Martin Gropius Bau, στο Βερολίνο, πολύ περισσότερο που το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο ανασκάπτει στην Αρχαία Ολυμπία. Οχι για να ταυτίσει τη μεταπολεμική γερμανική αρχαιολογία με την κατοχική, αλλά για να υπενθυμίσει και το πολιτιστικό χρέος της Γερμανίας προς τον ελληνικό λαό για τις καταστροφές των αρχαιοτήτων στην κατοχή. Ούτε λέξη όμως δεν ειπώθηκε...
*Χωρίς να διστάσουν ακόμη και μπροστά στον Παρθενώνα.

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ