18 Αυγ 2013

ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΕΣ Τα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα του φασόν

ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΕΣ
Τα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα του φασόν
Από τις απεργίες των εργατών στον ιματισμό
Μία ανθρώπινη ζωή για μία μπλούζα. Αυτός είναι ο φριχτός απολογισμός τoυ παράδεισου του φασόν του Μπαγκλαντές, όπου χιλιάδες άνθρωποι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους στο όνομα της μεγιστοποίησης του κέρδους των πολυεθνικών. Το θέμα της ασφάλειας των εργοστασίων φασόν του Μπαγκλαντές έρχεται στη δημοσιότητα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, με αφορμή πολύνεκρα «ατυχήματα», με δηλώσεις από πολυεθνικές, ή την κυβέρνηση της χώρας που πλημμυρίζουν μεγάλα λόγια, υποκρισία, χωρίς ωστόσο να αλλάζει τίποτα στην πραγματικότητα της βιομηχανίας, που συνεχίζει να θυσιάζει χωρίς τύψεις ανθρώπινες ζωές. Το Μάη του 2013, μόλις μερικούς μήνες πριν, η διεθνής κοινότητα έχυνε ποτάμια τα δάκρυα της υποκρισίας και η κυβέρνηση του Μπαγκλαντές υποσχόταν ριζικές αλλαγές, με αφορμή την τραγωδία του «Ράνα Πλάζα». Του οκταώροφου κτιρίου που έγινε παγίδα θανάτου για 1.121 ανθρώπους, ενώ περισσότεροι από 2.500 ήταν οι τραυματίες, σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά.
Εγκληματικές παραλείψεις
Το «Ράνα Πλάζα» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα κτιρίου, το οποίο χρησιμοποιούν οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων φασόν για να λειτουργούν τα κάτεργά τους, αδιαφορώντας για τις συνθήκες εργασίας και την ασφάλεια των εργαζομένων, που στην πλειοψηφία τους είναι γυναίκες και ανήλικα κορίτσια. Οταν οι ελπίδες για επιζώντες έσβησαν και οι μπουλντόζες μπήκαν στο «Ράνα Πλάζα», για να καθαρίσουν ό,τι είχε μείνει από το κτίριο που κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος, κανείς δεν ήταν σε θέση να πει πόσοι ακριβώς άνθρωποι βρίσκονταν μέσα την ώρα που διαλύθηκε, μετατρέποντας σε συντρίμμια τις ζωές εκατοντάδων ανθρώπων. Οπως έγινε γνωστό στη συνέχεια το συγκεκριμένο κτίριο, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των κτιρίων που στεγάζουν τα εργοστάσια υφαντουργίας, είχε κατασκευαστεί με σωρεία παραβιάσεων των κανόνων ασφαλείας, ενώ την κατάσταση του κτιρίου επιβάρυναν ιδιαίτερα τα εργοστάσια που λειτουργούσαν σε αυτό. Ιδιαίτερα οι τέσσερις μεγάλες γεννήτριες που βρίσκονταν στους πάνω ορόφους του κτιρίου, λόγω του βάρους και των κραδασμών, καταπόνησαν ακόμα περισσότερο την οικοδομή, η οποία είχε αρχίσει να παρουσιάζει ρωγμές και ραγίσματα στις κολόνες μέρες πριν συμβεί τελικά το μοιραίο, με τις προειδοποιήσεις να αγνοούνται από τον ιδιοκτήτη, αλλά και τους διευθυντές των εργοστασίων, οι οποίοι υποστήριζαν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και καλούσαν τους εργάτες να μπουν στον τάφο τους, διαβεβαιώνοντάς τους ότι είναι «ασφαλείς».
Η νομοθεσία στο πλευρό του κεφαλαίου

Το «Ράνα Πλάζα» πυροδότησε, για ακόμα μία φορά, μαζικές διαδηλώσεις εργαζομένων στη βιομηχανία του φασόν, που κατήγγειλαν για πολλοστή φορά την πολιτική της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης της Σεΐχ Χασίνα και τις σκανδαλώδεις παραχωρήσεις τόσο στους εργοστασιάρχες, όσο και στις πολυεθνικές που χρησιμοποιούν τη χώρα σαν σκλαβοπάζαρο για να πετύχουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μείωση του κόστους παραγωγής. Μια βιομηχανία, η οποία βασίζεται στα μεροκάματα πείνας και τη νομοθεσία που στηρίζει την κερδοσκοπία του κεφαλαίου, προκειμένου να παράγει για πολυεθνικούς κολοσσούς ενδύματα και άλλα είδη φασόν με ελάχιστο κόστος. Οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν με εξαιρετική βία από τις δυνάμεις καταστολής, κατά την πάγια πρακτική, που θέλει να μη διαταράσσεται σε καμία περίπτωση η ηρεμία των πολυεθνικών και να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια κινδύνου για τα συμφέροντά τους. Αντίστοιχες κινητοποιήσεις είχαν πραγματοποιηθεί το 2010, με τους εργαζόμενους του φασόν να απαιτούν αυξήσεις στις εξευτελιστικές αμοιβές τους, οι οποίες δεν καλύπτουν ούτε τα ελάχιστα για την επιβίωσή τους, με αποτέλεσμα να καταλήγουν να κοιμούνται στο δρόμο ή να νοικιάζουν χώρο για ύπνο σε σπίτια μαζί με δεκάδες άλλους.
Οι εργάτες στο βασίλειο του φασόν, όπως χαρακτηρίζεται το Μπαγκλαντές, δουλεύουν 10 - 16 ώρες τη μέρα, σε συνθήκες που θυμίζουν τους σκλάβους των αρχαίων χρόνων, δεμένοι ακόμα και με αλυσίδες και κλειδωμένοι, ώστε ο εργοδότης να είναι σίγουρος ότι δε θα εγκαταλείψουν τη θέση τους για κανένα λόγο και δε θα χαθεί λεπτό από το χρόνο παραγωγής.
Δεδομένου ότι το Μπαγκλαντές προφέρει από τα πλέον χαμηλά κόστη παραγωγής στη βιομηχανία του φασόν, τα συγκεκριμένα εργοστάσια ανοίγουν το ένα μετά το άλλο, αξιοποιώντας την παντελή έλλειψη νομοθεσίας, προϋποθέσεων και κανόνων ασφαλείας. Παράγκες, υπόγεια, πολυκατοικίες, χωρίς την κατάλληλη υποδομή να αντέξουν βαριά μηχανήματα, όπως το «Ράνα Πλάζα», όλα μπορούν να «φιλοξενήσουν» τα κάτεργα του φασόν και να γίνουν ο τάφος για δεκάδες ανθρώπους, που θα χαρακτηριστούν στη συνέχεια «τραγικά ατυχήματα».
Το φασόν αποφέρει το 80% των κερδών του Μπαγκλαντές από εξαγωγές και η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων είναι πρακτικά απαγορευμένη. Η νομοθεσία προστατεύει τους εργοδότες από ενδεχόμενες διεκδικήσεις και εξέγερση των εργαζομένων εναντίον τους, ενώ αφήνει ελεύθερο το πεδίο για εκβιασμούς κατά των εργαζομένων, όπως έγινε όταν 300 εργοστάσια ρούχων αντέδρασαν στις διαδηλώσεις των εργαζομένων, λέγοντας ότι θα σταματήσουν την παραγωγή, λόγω της παρατεταμένης «ανομίας και του καθεστώτος φόβου» στο οποίο δεν μπορούν να λειτουργήσουν, καταγγέλλοντας τις απεργιακές κινητοποιήσεις.
Σαν το Μπαγκλαντές λειτουργούν επίσης το Νεπάλ, η Καμπότζη και άλλες ασιατικές χώρες, που είναι πρόθυμες να προσφέρουν φτηνό εργατικό δυναμικό στις πολυεθνικές, χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες, αφού η ζωή ευτελίζεται και δεν έχει καμία αξία, μπροστά στην κερδοφορία του κεφαλαίου.
Καμία αλλαγή...
Το ΚΚ Μπαγκλαντές έχει επανειλημμένα καταγγείλει τις πρακτικές της κυβέρνησης, στηρίζοντας τους εργαζόμενους και απαιτώντας εφαρμογή των κανόνων ασφαλείας και τιμωρία των υπεύθυνων για τα «εργατικά ατυχήματα», όπως το «Ράνα Πλάζα». Στη βιομηχανία του φασόν δουλεύουν πάνω από 4 εκατομμύρια άνθρωποι στο Μπαγκλαντές, κυρίως γυναίκες, αποδίδοντας 19 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Οι συνθήκες ακόμα και μετά την τραγωδία του «Ράνα Πλάζα», ενός από τα μεγαλύτερα εργοδοτικά εγκλήματα από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι συνθήκες παραμένουν ίδιες και οι εργαζόμενοι απλά ελπίζουν ότι θα ζήσουν ακόμα μία μέρα. Παρά τις μεγαλόσχημες δηλώσεις των πολυεθνικών όπως η «Tesco», ηW«allmart», η «H&M» και δεκάδες άλλες που ισχυρίζονται ότι ζητούν βελτίωση των κανονισμών ασφαλείας, η χώρα παραμένει παράδεισος για το κεφάλαιο και κόλαση για τους εργαζόμενους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ