28 Σεπ 2013

Θεωρητικά ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ

Θεωρητικά ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ

Η κε του μπλοκ καταπιάνεται σήμερα με την παρουσίαση μιας καινούριας έκδοσης της σύγχρονης εποχής: της μπροσούρας της ιδεολογικής επιτροπής της κετουκε «θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του κκε». Στην έκδοση αυτή αξιοποιούνται άρθρα και κείμενα διαλέξεων της ιε για θεωρητικά θέματα στρατηγικής του κομμουνιστικού κόμματος που δημοσιεύτηκαν στην κομεπ και υλικό που αξιοποιείται στα πλαίσια της εσωκομματικής επιμόρφωσης, όπως διαβάζουμε στο προλογικό σημείωμα. Στο σύνολό της όμως αποτελεί πρωτότυπη εργασία και όχι απλή αντιγραφή προγενέστερων κειμένων.

Η μπροσούρα αυτή (ή μάλλον κάποια άλλη με αντίστοιχη περιεχόμενο) θα μπορούσε κατά τη γνώμη μου να έχει κυκλοφορήσει και προσυνεδριακά, ως προπαρασκευαστικό υλικό για τη βαθύτερη κατανόηση και επεξεργασία των θέσεων και του σχεδίου προγράμματος. Σε κάθε περίπτωση θίγει πολύ ενδιαφέροντα ζητήματα, που δίνουν τροφή για σκέψη και περαιτέρω προβληματισμό, ανεξάρτητα από το βαθμό συμφωνίας ή τις επιμέρους ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς.

Στη συνέχεια της ανάρτησης μπορείτε να διαβάσετε την εισαγωγή της μπροσούρας, καθώς και τους τίτλους των πέντε κεφαλαίων που την απαρτίζουν.

Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην τάξη των καπιταλιστών για να είναι ολοκληρωμένη, δηλ πάλη τάξης ενάντια σε τάξη, πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι πάλη αντεπαναστατική. Δηλ να στρέφεται όχι μόνο ενάντια στους χωριστούς κεφαλαιοκράτες, αλλά ενάντια στο σύνολο της τάξης των κεφαλαιοκρατών και της εξουσίας τους. Το κκ με τη δράση του οργανώνει τους εργάτες και μετατρέπει την πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές τους σε «πάλη ολόκληρης της τάξης, σε πάλη ενός καθορισμένου κόμματος για καθορισμένα πολιτικά και σοσιαλιστικά ιδανικά». (Λένιν άπαντα, τ. 4 σ. 192)

Ο λένιν υποστήριζε: «…μόνο το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, δηλ το κομμουνιστικό κόμμα είναι σε θέση να συνενώσει, να διαπαιδαγωγήσει και να οργανώσει την πρωτοπορία του προλεταριάτου και όλης της εργαζόμενης μάζας, πρωτοπορία που είναι η μόνη ικανή να αντιταχθεί στις αναπόφευκτες μικροαστικές ταλαντεύσεις αυτής της μάζας, στις αναπόφευκτες παραδόσεις και υποτροπές της επαγγελματικής στενότητας ή των επαγγελματικών προλήψεων μέσα στο προλεταριάτο και να καθοδηγήσει τη δράση όλου του προλεταριάτου στο σύνολό της, δηλ να το καθοδηγεί πολιτικά και μέσω του προλεταριάτου να καθοδηγεί όλες τις εργαζόμενες μάζες». (λένιν, άπαντα, τ. 43, σ. 94)

Στην ιστορία του επαναστατικού εργατικού κινήματος η κομμουνιστική ταυτότητα–χαρακτηρισμός και ένταξη στην κομμουνιστική διεθνή προέκυψε σε σύγκρουση με την οπορτουνιστική σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα, η οποία έδρασε προδοτικά προς τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στις συνθήκες του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού πολέμου (α’ παγκόσμιος πόλεμος) 1914-18, στις επαναστατικές συνθήκες που ακολούθησαν σε χώρες όπως η γερμανία, η ουγγαρία, η σλοβακία, η ιταλία, κ.ά. Ήταν προϊόν της νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης στη ρωσία (1917) και της γενικότερης επίδρασης που άσκησε στο επαναστατικό εργατικό κίνημα. Ο χαρακτηρισμός των εργατικών κομμάτων ως κομμουνιστικά έχει τις ρίζες του στην «ένωση των κομμουνιστών» και το μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος των μαρξ-ένγκελς. Αργότερα στις τελευταίες δεκατίες του 19ου αιώνα και αρχές του 20ού  είχε επικρατήσει για τα εργατικά κόμματα σοσιαλδημοκρατικά ή σοσιαλιστικά, χαρακτηρισμός που σε μεγάλο βαθμό εξέφραζε και την κατάσταση που επικρατούσε σε αυτά τα κόμματα. Τον απρίλη του 1917 ο λένιν εισηγείται την ανάγκη αλλαγής των ονομάτων των εργατικών κομμάτων και την υιοθέτηση του όρου κομμουνιστικά καθώς και την ίδρυση νέας διεθνούς. Σε αυτή την κατεύθυνση το 1919 ιδρύεται η τρίτη κομμουνιστική διεθνής (γ’ διεθνής).

Με την πάροδο των χρόνων, υπό την επίδραση νέων αλλαγών στο συσχετισμό της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο (υποχώρηση της επαναστατικής ανόδου στο β’ μισό της δεκαετίας του 1920, β’ παγκόσμιος πόλεμος και ναζιστική επίθεση στην εσσδ το 1941, «ψυχρός πόλεμος» και πυρηνική απειλή, αλλά και λόγω της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης) διαμορφώθηκαν νέα οπορτουνιστικά ρεύματα, όπως του ευρωκομμουνισμού. Οπορτουνιστικά ρεύματα αναπτύχθηκαν και μέσα στα κκ των σοσιαλιστικών κρατών με ορόσημο το εικοστό συνέδριο του κκσε (1956). Η μετεξέλιξη των κκ εξουσίας σε προδοτικά κόμματα της αντεπανάστασης οδήγησε σε καταλυτική, βαθιά ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Σήμερα στο κομμουνιστικό κόμμα, για να είναι η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, δεν αρκεί μόνο η κατοχύρωση της κομμουνιστικής του ταυτότητας (τίτλος), η γενική αποδοχή της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού, η αναγνώριση του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης. Όλα αυτά είναι προϋποθέσεις. Για να είναι πρωτοπορία πρέπει να διαθέτει ένα επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα, να αποκτά την ικανότητα δράσης με βάση αυτό σε όλες τις συνθήκες, σε συνθήκες υποχώρησης και σε συνθήκες ανόδου του κινήματος. Να αναπτύσσει και να ανανεώνει την ικανότητά του για να αντιμετωπίζει τις αντικειμενικές πιέσεις που διαμορφώνονται μέσα σε συνθήκες αρνητικού συσχετισμού της ταξικής πάλης.

Κριτήριο λοιπόν για τον χαρακτήρα ενός κομμουνιστικού κόμματος είναι το πρόγραμμά του και η πολιτική του πρακτική: «Για να μπούμε στο νόημα της πάλης των κομμάτων δεν πρέπει να πιστεύουμε τα λόγια, μα να μελετούμε την πραγματική ιστορία των κομμάτων, να εξετάζουμε όχι τόσο εκείνο που τα κόμματα λένε για τον εαυτό τους αλλά εκείνο που κάνουν, να εξετάζουμε κατά πόσο ενεργούν κατά τη λύση των διαφόρων πολιτικών ζητημάτων, ποια στάση κρατούν απέναντι στα ζητήματα που θίγουν τα ζωτικά συμφέροντα των διάφορων τάξεων της κοινωνίας…» (λένιν, άπαντα, τ. 21, σ. 287)

Ποιο είναι το βασικό ζήτημα που κρίνει τον χαρακτήρα του προγράμματος ενός κόμματος, που είναι προϋπόθεση για το επαναστατικό περιεχόμενό του;
Το σπουδαιότερο ζήτημα που καθορίζει το επαναστατικό περιεχόμενο του προγράμματος του κομμουνιστικού κόμματος είναι ο προσδιορισμός του χαρακτήρα της επανάστασης, δηλ η απάντηση στο ερώτημα: «ποια αντίθεση θα λύσει η επερχόμενη κοινωνική επανάσταση, ποια τάξη θα πάρει την εξουσία;»
Με βάση αυτή τη θέση διαμορφώνεται η γραμμή για τη συγκέντρωση των κοινωνικών δυνάμεων (κινητήριες δυνάμεις) που έχουν αντικειμενικό συμφέρον από την επανάσταση.

Βεβαίως το πρόγραμμα δεν αρχίζει και τελειώνει με το ποια τάξη πρέπει να κατακτήσει την εξουσία. Ένα επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να τεκμηριώνει την τοποθέτησή του σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα με βάση το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης κάθε χώρας στο πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων στο καπιταλιστικό σύστημα. Να απαντά συγκεκριμένα στη βάση της κοινωνικής-οικονομικής πραγματικότητας σε σχέση με την εργατική τάξη της χώρας σε ποιους κλάδους συγκεντρώνεται, τι χαρακτηριστικά έχει, ποια η εσωτερική διαστρωμάτωση-διαφοροποίηση, ποια είναι τα πιο δυναμικά τμήματά της, ποια είναι η κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων (αυτών των κοινωνικών δυνάμεων που βρίσκονται ανάμεσα στην εργατική τάξη και την τάξη των καπιταλιστών), με ποια κριτήρια διαφοροποιούνται στο εσωτερικό τους τα μεσαία στρώματα και επομένως ποια τμήματά τους μπορούν να αποτελέσουν συμμάχους της εργατικής τάξης.

Ένα επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να διαβλέπει και να εξηγεί τις τάσεις στη συγκεκριμένη καπιταλιστική οικονομία, τη σχέση τους με τις εξελίξεις στο πολιτικό εποικοδόμημα, τη σχέση του συγκεκριμένου αστικού κράτους με τα υπόλοιπα στο πλαίσιο του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Να διακρίνει τις αντιθέσεις που μπορούν στο μέλλον να αποτελέσουν παράγοντες αποσταθεροποίησης του καπιταλισμού.

Επίσης το επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να δίνει το βασικό περιεχόμενο, τις νομοτέλειες και τις κατευθύνσεις οικοδόμησης της κοινωνίας στην οποία στοχεύει, δηλ του κομμουνισμού, τα καθήκοντα που πρέπει να λύσει η πρώτη ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού, ο σοσιαλισμός.

Η ικανότητα του κκ να διαμορφώνει επαναστατικό πρόγραμμα καθορίζεται από τη σωστά διαμορφωμένη διαλεκτική σχέση ταξικότητας και επιστημονικότητας στη λειτουργία του. Καθορίζεται δηλ από την εξασφάλιση του ταξικού χαρακτήρα του κόμματος ως κόμματος της εργατικής τάξης, από την υπεροχή της εργατικής τάξης στη σύνθεση των οργανώσεων του κόμματος, τη συγκρότησή τους με προτεραιότητα στις μεγάλες παραγωγικές μονάδες, τους χώρους συγκέντρωσης της εργατικής τάξης, ειδικότερα την ανάδειξη και ολόπλευρη ανάπτυξη εργατικών στελεχών.

Ανεξάρτητα από την αριθμητική δύναμη των κομματικών του δυνάμεων, το κκ οφείλει να έχει επίσης σταθερό κι ανυποχώρητο προσανατολισμό στις γραμμές του εργατικού κινήματος, της συνδικαλιστικής οργάνωσης, να έχει δεσμούς και επικοινωνία με την εργατική τάξη. Η ανάπτυξη των κομματικών δυνάμεων, η ύπαρξη κοβ στους τόπους δουλειάς καθορίζεται και από την εμμονή στον προσανατολισμό για την ανάπτυξη των αγώνων, της ταξικής πάλης που βέβαια επηρεάζεται και από αντικειμενικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα μέσα στις γραμμές και τη δράση του να αναδεικνύεται και να υλοποιείται η γραμμή συμμαχίας της εργατικής τάξης, ο ηγετικός ρόλος της στη συμμαχία.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις να συνδυάζονται με την ικανότητα του κόμματος να διαμορφώνει επιστημονικά θεμελιωμένη αντίληψη για την πολιτική, να αναλύει και να κατανοεί με επιστημονικότητα τις εξελίξεις, να επεξεργάζεται τα ζητήματα της ταξικής πάλης, που σημαίνει αφομοίωση και ανάπτυξη της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας. Το γεγονός αυτό προϋποθέτει το κόμμα να λειτουργεί ως «συλλογικός διανοούμενος», να αίρει –όσο αυτό είναι δυνατόν στο εσωτερικό του τις δυσκολίες που προκύπτουν αντικειμενικά εξαιτίας του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Δηλ με απλά λόγια ο εργάτης μέλος του κόμματος, το εργατικής καταγωγής στέλεχος να μπορεί να κατακτά τα χαρακτηριστικά του κομμουνιστή διανοητή ανεξάρτητα από το τυπικό μορφωτικό του επίπεδο ή την επαγγελματική ειδίκευση. Κι αντίστροφα ο κομμουνιστής επιστήμονας-διανοούμενος να υιοθετεί τον τρόπο ζωής του κομμουνιστή εργάτη και να αφιερώνει τη διανοητική του ικανότητα και εργασία προς όφελος της επαναστατικής εργατικής κομμουνιστικής πάλης.

Χωρίς την επιστημονική, με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, τοποθέτηση των ζητημάτων της ταξικής πάλης δεν μπορεί το κομμουνιστικό κόμμα να έχει επαναστατική πολιτική.

Η πολιτική των κκ πρέπει να βασίζεται στους αντικειμενικούς νόμους που καθορίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις στη δεδομένη βαθμίδα ανάπτυξης της κοινωνίας, νόμους που ανακάλυψε ο μαρξισμός. Ο λένιν υπογράμμιζε τον επιστημονικό χαρακτήρα της πολιτικής και τις προϋποθέσεις του: «η επιστήμη απαιτεί, πρώτο, να παίρνεις υπόψη σου την πείρα των άλλων χωρών, ιδιαίτερα αν οι άλλες χώρες που είναι επίσης καπιταλιστικές δοκιμάζουν ή δοκίμασαν τελευταία μια παρόμοια πείρα. Δεύτερο να παίρνεις υπόψη όλες τις δυνάμεις, τις ομάδες, τα κόμματα, τις τάξεις, τις μάζες, που δρουν μέσα σε μια δοσμένη χώρα και όχι να καθορίζεις την πολιτική με βάση μονάχα τις επιθυμίες και τις αντιλήψεις, το βαθμό της συνειδητότητας και της διάθεσης για αγώνα μιας μόνο ομάδας ή ενός μόνο κόμματος». (λένιν, άπαντα, τ. 41. Σ. 65)

Η θεωρία για τη στρατηγική, την επαναστατική πολιτική του κομμουνιστικού κινήματος βασίζεται στην υλιστική αντίληψη για την ιστορία, στη μαρξιστική πολιτική οικονομία, στον επιστημονικό κομμουνισμό.

Ο ένγκελς καθόρισε την ιστορική αποστολή του επιστημονικού κομμουνισμού ως εξής: «καθήκον της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος, του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι να εξερευνήσει τους ιστορικούς όρους και επομένως την ίδια τη φύση αυτής της κοσμοαπελευθερωτικής πράξης και έτσι να κάνει συνείδηση στην προορισμένη για δράση και σήμερα καταπιεζόμενη τάξη τους όρους και τη φύση της δράσης της (ένγκελς, η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, σ. 109)

Η ιστορική πείρα –αλλά και η σημερινή πραγματικότητα- δείχνουν ότι η πραγματοποίηση του καθήκοντος διαμόρφωσης ενός επαναστατικού προγράμματος δεν είναι μια απλή υπόθεση.

Παράγοντες πολλών και διαφορετικών ειδών συντελούσαν και συντελούν ώστε σε μεγάλες περιόδους του κομμουνιστικού κινήματος μεγάλο μέρος των κκ να μην έχει ένα πρόγραμμα που να απαντά σωστά στο βασικό ζήτημα, αυτό της εξουσίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί αιτία και ταυτόχρονα έκφραση της βαθιάς μακροχρόνιας κρίσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα που στην ουσία της είναι κρίση στρατηγική, δηλ έλλειψης επαναστατικής στρατηγικής ενότητας.

Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι η στρατηγική ενότητα στα κκ δεν εξασφαλίζεται με την από κοινού διακήρυξη του σκοπού του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το πώς τοποθετούνται στο ζήτημα της εξουσίας, στην πολιτική συμμαχιών, στην εξασφάλιση της οργανωτικής ιδεολογικής και πολιτικής αυτοτέλειάς τους, σε τελευταία ανάλυση πώς τοποθετούνται στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», συμμετοχή-στήριξη ενός τμήματος του αστικού κράτους (κυβέρνηση) ή πάλη για την ανατροπή του; Πώς παλεύει ενάντια στην αστική τάξη της χώρας του; Πώς εξασφαλίζει την αυτοτέλεια της εργατικής πολιτικής απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ιμπεριαλιστική ειρήνη. Μετά την αντεπανάσταση κριτήριο για όλα τα κκ είναι η στάση τους απέναντι στην προσφορά της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στις βασικές αιτίες ανατροπής της στον 20ό αιώνα.

Σε αυτά τα ζητήματα οι διαφορές ανάμεσα στα κκ είναι μεγάλες.
Το κκε με αφετηρία τα ερωτήματα που προέκυψαν εξαιτίας των αντεπαναστατικών γεγονότων του 198-91, της βαθιάς κρίσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα επιχείρησε μια προσπάθεια κριτικής εξέτασης ζητημάτων που αφορούν την πορεία του σοσιαλισμού στην εσσδ και σε άλλα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, της πορείας της στρατηγικής του κκε στην ελλάδα.

Στη βάση αυτών των προσπαθειών ξεκίνησε τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου επαναστατικού προγράμματος. Πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση αποτέλεσε το πρόγραμμα που επεξεργάστηκε το 15ο συνέδριο του κκε, όπου με σαφήνεια προσδιορίστηκε ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επανάστασης στην ελλάδα, χωρίς να προηγείται κάποια άλλου τύπου επανάσταση, κυβέρνηση ή εξουσία, όπως συνέβαινε σε παλιότερα προγράμματα του κκε. Οι επεξεργασίες που ακολούθησαν στα επόμενα συνέδρια και ιδιαίτερα η επεξεργασία του 18ου συνεδρίου για το σοσιαλισμό, καθώς και η συγγραφή από την κε και η έγκριση σε πανελλαδική κομματική συνδιάσκεψη των συμπερασμάτων του δοκιμίου ιστορίας του κκε, τόμ. Β’, 1949-68, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του νέου προγράμματος του κκε, όπως αυτό εγκρίθηκε στο 19ο συνέδριο του κόμματος.

Τα πέντε κεφάλαια που περιέχει η μπροσούρα

Η ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό
Η σοσιαλιστική επανάσταση
Σοσιαλισμός-κομμουνισμός. Η κοινωνία για την οποία παλεύει το κκε
Η πάλη με τον οπορτουνισμό
Τα καθήκοντα του κκε σε μη επαναστατικές συνθήκες

Υστερόγραφο:
Μπορείτε να δείτε σε αυτό τον σύνδεσμο ένα παλιότερο κείμενο της ιε, στο οποίο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η έκδοση αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ