23 Σεπ 2015

Έλαβαν: Χαμένη ψήφος 94,5%

 Έλαβαν: Χαμένη ψήφος 94,5%

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο λαός θα βρεθεί, από Δευτέρα, αντιμέτωπος με την ψήφο του της Κυριακής.

Είναι, όμως, η πρώτη φορά που η λαϊκή «εκλογική συμπεριφορά» έχει τέτοια χαρακτηριστικά υπεκφυγής από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής πραγματικότητας.

Η «υπεκφυγή», σαν λέξη, μπορεί ν’ ακούγεται λίγο καθαρεύουσα… Και ο συσχετισμός της με την ειδικά «εκλογική» συμπεριφορά μπορεί και να προκαλεί την παρεξήγηση ότι η σημασία της περιορίζεται σε αυτό και μόνο το «εκλογικό» πεδίο. Όμως στην πραγματικότητα η «υπεκφυγή» αφορά κάτι το πολύ πιο εκτεταμένο από τις εκλογές και κάτι το πολύ πιο βαθύ από την μια ψήφο της προχθεσινής Κυριακής.

Αφορά το φιλότιμο, για να το γυρίσουμε λοιπόν στη δημοτική: Γιατί, ψήφος αντί για φιλότιμο, αυτό είναι το νόημα της προχθεσινής ψήφου. Και το χειρότερο: δεν υπάρχει καμία αφηρημένη οντότητα που να λέγεται «λαός» και που στη βούλησή της υποτάσσεται ο καθένας ατομικά. Αυτό που ονομάζουν λαϊκή βούληση το συνθέτει η προσωπική θέση και στάση του καθενός, κι επομένως την «υπεκφυγή» μ’ όλη της τη σημασία δεν την χρεώνεται καμία αφηρημένη οντότητα, αλλά ο καθένας ατομικά.

Η επιβράβευση του αριβισμού, στην απόλυτη τιμή του, που εκπροσωπεί κομματικά ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Τσίπρας σαν «αρχηγός» του, είναι -στην καθαρεύουσα- μια από τις πλευρές, μια από τις σημασίες, της προχθεσινής λαϊκής «υπεκφυγής». Η μετάφραση αυτής της σημασίας στη δημοτική, δείχνει ένα λαό, μερικά εκατομμύρια άτομα, πρόθυμα θύματα της κατάμουτρης κοροϊδίας, να λένε κι «ευχαριστώ», που δήθεν δεν καταλαβαίνουν ότι τους φτύνουν κι ανοίγουν ομπρέλα γιατί τάχα ψιχαλίζει, που τους προσβάλλουν στα σοβαρά κι απαντούν «ευτυχώς, γιατί εγώ αστεία δεν σηκώνω», που τους ξεφτιλίζουν στ’ αστεία τάχα κι απαντάνε «ωρέ τι θα πάθαινες αν μιλούσες στα σοβαρά», που για να μην παραδεχτούν αυτό που ξέρουν, δηλαδή ότι τους εξαπατούν στεγνά, εξαπατούν (δήθεν) κι οι ίδιοι τον εαυτό τους, που τους κουρελιάζουν την απαίτησή τους (;) για σεβασμό και κουρελιάζουν γι’ αυτό κι οι ίδιοι τον αυτοσεβασμό τους, που λένε για τους άλλους ότι «είναι όλοι ίδιοι» μόνο και μόνο για να είναι τέτοιοι κι αυτοί.

Μη γελιέται κανείς ότι πρόκειται για συμπεριφορά, για υπεκφυγή, απλώς «εκλογική». Όχι. Πρόκειται για εκλογική συμπεριφορά που εν προκειμένω αποκαλύπτει τη συμπεριφορά γενικά. Συμπεριφορά που δείχνει ότι οι άνθρωποι χαλάνε, και τότε…

Δε χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις… Περάσαμε μια χρονική περίοδο που στη διάρκειά της ο τραχανάς απλώθηκε για τα καλά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε – δε γνώριζε. Κι ό,τι απομένει από τους τελευταίους επτά μήνες και τα τελευταία επτά χρόνια που πέρασαν, είναι το ντιβιντί της Αλεξανδράτου την ώρα που ο Ανίβας της καπιταλιστικής κρίσης είχε περάσει τις πύλες για μην τις ξαναδιαβεί ποτέ πίσω, -μιλώντας στην καθαρεύουσα, – είναι μια τσόντα (μιλώντας) στη δημοτική) που τη διαδέχτηκαν κάποια άθλια κλαψουρίσματα από όσους δήθεν «προδόθηκαν» από τους «πολιτευτές» – διαφθορείς τους των περασμένων δεκαετιών, κλαψουρίσματα για όσα τους πήρανε και που δίκαια τα είχαν μόνο που τ’ αποκτήσανε χωρίς ποτέ τους οι ίδιοι ν’ αγωνιστούνε γι’ αυτά, κλαψουρίσματα από όσους ζητάνε απ’ τους… προγόνους τους να (ξανα)αγωνιστούνε γι’ αυτούς, κλαψουρίσματα από εκείνους που γυρεύουν από άλλους να βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα και τα κάστανα απ’ τη φωτιά, κλαψουρίσματα άθλια όπως αποδείχτηκαν τώρα που το μόνο που τους μένει είναι όχι να μουτζώσουν αλλά να μουτζωθούνε. Και δεν «σώζονται» ούτε με την επικλήση των «εκβιασμών», ούτε με το γελοίο δίλημα ανάμεσα στην «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, την «αριστερά» αυτή που το τελευταίο οκτάμηνο ψόφησε και πρόλαβε κιόλας να βρωμίσει, και στην «δεξιά» του Μεϊμαράκη με το μπεγλέρι, ούτε με τις καραμελίτσες των προηγούμενων χρόνων για τις «χωριστές συγκεντρώσεις» και τις κυβερνητικές συνεργασίες της συνενοχής στο φόνο, ούτε με το κουστουμάκι της αντιπολίτευσης στη… Μέρκελ, ούτε σώζονται, τέλος, με την επίκληση του «αναπόφευκτου», ότι δηλαδή «δε γίνεται αλλιώς»: Η επίκληση ότι δε γίνεται «αλλιώς», είναι άκυρη από όσους συναινούνε να γίνει «έτσι», όπως άκυρη είναι κι η επίκληση ότι «με τις εκλογές έτσι κι αλλιώς δε γίνεται τίποτα» από όσους στις εκλογές ψηφίσανε αυτό το «κάτι» που έγινε και που θα γίνει δίνοντας στους εμπόρους των πλαστογραφημένων ελπίδων τη συγκατάθεσή τους να τους εμπορευτούν εν λευκώ.

Είναι φανερό ότι τα παραπάνω αποτελούν σχολιασμό για τη λαϊκή ψήφο που κατευθύνθηκε στο ΣΥΡΙΖΑ. Χαμένη ψήφος είναι αυτή, η λαϊκή ψήφος που πήγε στο ΣΥΡΙΖΑ, κι όχι οι ψήφοι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ από όσους έχουν συμφέρον στην αντιλαϊκή πολιτική, στην ευρωενωσιακή «εγγύηση» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στο μνημόνιο 1, στο μνημόνιο 2, στο μνημόνιο 3. Όμως κι η χαμένη λαϊκή ψήφος, κι η ψήφος αυτών των άλλων, η κερδισμένη γι’ αυτούς και μόνο γι’ αυτούς, είναι εξίσου αντιλαϊκή. Η μόνη διαφορά: άλλος ακονίζει το μαχαίρι του για τους άλλους, κι άλλος κάνει μόνος του χαρακίρι (κάθε άλλο, όμως, παρά ηρωικό).

Δεν είναι βέβαια, μόνο η ψήφος που πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ χαμένη για το λαό. Χαμένη είναι κάθε λαϊκή ψήφος που χαραμίστηκε στους κάθε είδους απολογητές της κυριαρχίας των μονοπωλίων, στους κάθε είδους απολογητές και εξωραϊστές του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης – είτε αυτοί το παίζουν ανοιχτοί οπαδοί του είτε το παίζουν απλώς «ικανοί διαχειριστές». Η μόνη τους ξεχωριστή διαχειριστική ικανότητα είναι να παγιδεύουν το λαό στον κάλπικο πραγματισμό της υποταγής του.

Χαμένη για το λαό είναι κι η ψήφος στη ΛΑΕ του Λαφαζάνη, όχι γιατί δε στάθηκε αρκετή να τον βάλει στη βουλή, αλλά γιατί εξαρχής αυτοπροτάθηκε σαν υποκατάστατο της «υπεκφυγής» που απαίτησε και κέρδισε από το λαό ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν λαθραία υπεκφυγή για όσους δεν ήταν έτοιμοι να υπεκφύγουν ανοιχτά μπροστά στους άλλους και μπροστά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Χαμένη είναι και η «ψήφος» της αποχής: Φαίνεται πως για πολλούς (και δε γίνεται λόγος για όσους δεν θέλησαν να ξοδευτούν για να πάνε στους τόπους της καταγωγής τους), η ακύρωση μιας «ελπίδας» που είχε όλες τις πολιτικές προδιαγραφές της ακύρωσής της και της ενσωμάτωσής της στο σύστημα της δυνάστευσης του λαού, πολιτικές προδιαγραφές τέτοιες που έχουν κατονομαστεί με σαφήνεια, δεν στάθηκε ικανή να τους φέρει αντιμέτωπους, και χωρίς προφάσεις, με αυτήν ακριβώς τη σαφήνεια και τις συνέπειές της. Τις πολιτικές τους αυταπάτες τις μεταφράσανε σε αυταπάτες «εκλογικές» για να διατηρήσουν τις πολιτικές τους αυταπάτες στο ακέραιο. Και αντί για τη σαφήνεια των προδιαγραφών της «ήττας» τους που είναι και προδιαγραφές της ανασύνταξής τους, προτιμήσανε την ασάφεια την δοκιμασμένη στο καλοκαιρινό τους «ΟΧΙ στην πρόταση των δανειστών», για να την ξαναδοκιμάσουν σαν ασάφεια της αποχής τώρα. Κι όπως μόλις χθες βρήκαν «ελπίδα» στο 62% αυτού του ακαθόριστου μεγάλου «ΟΧΙ» που είχε και απέδειξε τις προδιαγραφές του να μετατραπεί σ’ ένα αντίθετο, μεγαλύτερο «ΝΑΙ», έτσι και τώρα βρίσκουν -ή και δεν βρίσκουν- «ελπίδα» στο ακαθόριστο 43% της αποχής μαζί με ένα 20% ηλικιωμένων που δεν μπορούν να πάνε να ψηφίσουν, πεθαμένων που παραμένουν στους εκλογικούς καταλόγους, πολιτικά αδιάφορων που στηρίζουν τις ελπίδες τους στο θεό, και άλλων, που όλοι μαζί δεν είναι σε θέση να φέρουν στο προσκήνιο οποιοδήποτε συλλογικό πολιτικό λόγο μπορεί να δώσει μορφή άλλη από την ατομική επιλογή του καθενός τους στην αποχή. Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο οι αυταπάτες τούς κάνουν να νιώθουν εξοπλισμένοι πολιτικά…

Μόνη κερδισμένη ψήφος ήταν εκείνη που, και πάλι, έμεινε «στο 5%». Η ψήφος όσων αψηφήσανε και τους ψευτοπραγματισμούς και τα γελοία ψευτοδιλήματα, η ψήφος όσων χρόνια τώρα τους πρήζονταν τα συκώτια από όλους εκείνους που αποδείχτηκαν έτοιμοι από καιρό και «θαρραλέοι» να συνυπογράψουν την εξαπάτησή τους και να κατακυρώσουν την αυτοεξαπάτησή τους, η ψήφος όσων απέναντι στους «εκβιασμούς» αντιπαραθέτουνε τη δύναμη της οργάνωσης και της πάλης των εργαζομένων για την πατρίδα και τον κόσμο που αντικειμενικά τους αξίζει.

*

Άφησα για το τέλος την χαμένη ψήφο στη «ΧΑ»:
Το να προτιμά κανείς από τη σημερινή «λαμογιοδημοκρατία» μια λαμογιοδικτατορία σαν «του Παπαδόπουλου» μπορεί και να σημαίνει απλώς ότι είναι, άνθρωπος πολιτικά αμόρφωτος και ανιστόρητος.

Το να νομίζει ότι η «ΧΑ» δεν είναι φασιστική, γιατί κατά τη γνώμη του κι ο ίδιος δεν είναι φασίστας, είναι κι αυτό, ας πούμε, μια πιθανότητα: Και στη Γερμανία του 1930 οι «μάζες» που παρασυρμένες από τη ναζιστική δημαγωγία έφεραν το Χίτλερ στην εξουσία μπορεί να μην είχαν συνείδηση ούτε ότι οι ίδιοι είναι ναζί ούτε για την βαθιά εγκληματική και εχθρική απέναντι στον άνθρωπο φύση του ναζισμού.

Το να θέλουν όμως να απευθύνονται σε μαλάκες και να έχουν από τους άλλους την απαίτηση να παριστάνουν τους μαλάκες είναι εντελώς διαφορετικό.

Και το να υπερψηφίζουν την «πολιτική ευθύνη» της δολοφονίας του Φύσσα, και κατ’ επέκταση την «πολιτική» ευθύνη για τη συνολική δολοφονική, εγκληματική και φασιστική – τρομοκρατική δραστηριότητα της «ΧΑ», είναι ταυτόσημο με το ότι αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνουν οι ίδιοι. Ταυτόσημο με το ότι οι ίδιοι είναι χαλασμένοι και είναι δικό τους πρόβλημα το αν είναι χαλασμένοι απλώς αρκετά ή είναι χαλασμένοι εντελώς.
Πηγή: Διέξοδος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ