26 Μαρ 2016

Δυο κομμουνίστριες δημιουργοί

Δυο κομμουνίστριες δημιουργοί
Αποσπάσματα από την ομιλία της Ελένης Μηλιαρονικολάκη, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ, στην εκδήλωση της ΚΕ με θέμα «Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μέλπω Αξιώτη: Για τη γυναίκα»
Η Ελ. Μηλιαρονικολάκη
Η Ελ. Μηλιαρονικολάκη
Την περασμένη Κυριακή πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η εκδήλωση που διοργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ για τη Μέρα της Γυναίκας, με θέμα «Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μέλπω Αξιώτη: Για τη γυναίκα».
Ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία της Ελένης Μηλιαρονικολάκη, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνης του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ.
***
«Οι δύο αυτές λογοτέχνιδες παρουσιάζουν ορισμένες ενδιαφέρουσες βιογραφικές ομοιότητες:
Γεννιούνται στην ιστορική εποχή που ο καπιταλισμός χάνει την προοδευτική του ορμή και περνάει στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, παρότι τις χωρίζει μια διαφορά 25 περίπου χρόνων - η Γαλάτεια γεννιέται στα τέλη του 19ου αιώνα και η Μέλπω στις αρχές του 20ού.
Προέρχονται από μορφωμένες οικογένειες των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων.
Μεγαλώνουν με τον προοδευτικών αντιλήψεων πατέρα τους.
Εγκαταλείπουν την οικογενειακή άνεση για να ενταχθούν στις γραμμές του ΚΚΕ, η Γαλάτεια τη δεκαετία του 1920 εμπνευσμένη από την Οκτωβριανή Επανάσταση και η Μέλπω το 1936, επηρεασμένη από τη ραγδαία ανάπτυξη του επαναστατικού εργατικού κινήματος και στην Ελλάδα.
Κερδίζουν τη δημόσια αναγνώριση με την πρώτη αξιοσημείωτη λογοτεχνική εμφάνισή τους, η Γαλάτεια το 1909, πριν την ένταξή της στο ΚΚΕ, με το "Γέλα Παλιάτσο", και η Μέλπω το 1938, αφού δηλαδή έγινε μέλος του Κόμματος, με το "Δύσκολες Νύχτες", που της χάρισε και το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών (...).

Στην Κατοχή παίρνουν ενεργό μέρος στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Μετά την Απελευθέρωση διώκονται για τη δράση τους: Η Καζαντζάκη απολύεται από τη βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηνών, ενώ η Αξιώτη υποχρεώνεται να αυτοεξοριστεί για 18 χρόνια αρχικά στη Γαλλία κι έπειτα σε διάφορες σοσιαλιστικές χώρες.
Και οι δύο αυτές συγγραφείς, αν και σημάδεψαν όχι μόνο με το ριζοσπαστικό περιεχόμενο της δημιουργίας τους, αλλά και με την πρωτοποριακή μορφή της, την εξέλιξη της λογοτεχνίας μας, είναι ανύπαρκτες στις ιστορίες της Λογοτεχνίας ή κατέχουν περιθωριακή θέση. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη απουσιάζει ολοσχερώς από τις πιο διαδεδομένες ιστορίες Λογοτεχνίας των Δημαρά, Πολίτη και Βίτι, αναφέρεται μόνο από τον Κορδάτο.
Δυο εντελώς ξεχωριστές μορφές της λογοτεχνίας μας
Ωστόσο, παρά τις συγκλίσεις αυτές και προπαντός την κομμουνιστική στράτευσή τους την ίδια περίπου ιστορική περίοδο, αποτελούν δύο εντελώς ξεχωριστές μορφές της λογοτεχνίας μας (...). Θα μπορούσε κανείς να πει συνοπτικά ότι το έργο της Καζαντζάκη διαπερνά διεισδυτικά και εξαντλητικά το βάθος των απάνθρωπων ανθρώπινων σχέσεων και συμπεριφορών στην καθημερινή ζωή, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ανατροπής του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος που τις γεννά. Από την άλλη πλευρά, η Αξιώτη, πιο αφαιρετική, παρουσιάζει τάσεις γενίκευσης και αναγωγής του καθημερινού στο διαχρονικό και υπαρξιακό (φθορά, μοναξιά, θάνατος), αποφεύγοντας ή σκιαγραφώντας εξαιρετικά αχνά τη σοσιαλιστική - κομμουνιστική κοινωνική διέξοδο.
Η διαπίστωση αυτή προκαλεί έκπληξη, καθώς η Αξιώτη στο έργο της "Μία καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας" (1955) υπερασπίζεται το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, την τέχνη δηλαδή που εκφράζει την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, με αυτοκριτική διάθεση για τη μη εφαρμογή του σε παλιότερα έργα της. Το θέμα έχει βέβαια την εξήγησή του, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας της γράφηκε είτε την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας - όπου έπρεπε να εφευρίσκει τεχνάσματα για να περάσει τα μηνύματά της - είτε μετά τις αρχές της δεκαετίας του '60, όταν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, έχοντας υιοθετήσει τη στρατηγική του ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό, άρχισε να αναθεωρεί και την έννοια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Η σοβαρότερη πλευρά αυτής της αναθεώρησης ήταν ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός έχει νόημα και εφαρμογή μόνο στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ως έκφραση των διεργασιών στη νέα κοινωνία, ενώ στις καπιταλιστικές χώρες προσιδιάζει περισσότερο ο κριτικός, ο αστικός δηλαδή ρεαλισμός, που καταγγέλλει τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, αδιαφορώντας για τις νέες που θα πρέπει να τις αντικαταστήσουν. (...)
Η γυναίκα στο έργο της Γ. Καζαντζάκη...
(...) Με τη νουβέλα της "Γέλα Παλιάτσο" (1909), ανατάραξε τα νερά της ελληνικής λογοτεχνίας, για την τόλμη της να παραμερίσει τις ρομαντικές συναισθηματολογίες του καιρού και τις λουλουδένιες αυταπάτες της ηλικίας της - ήταν 27 χρονών - προβάλλοντας τη σκλαβιά της γυναίκας στον έρωτα (...).
Η Γαλάτεια Καζαντζάκη δε δέχεται, όμως, τον άνθρωπο σκλάβο, ούτε στον έρωτα. Και προπαντός, δεν ανέχεται να τον βλέπει να ξεγελιέται. Αν δεν μπορεί κανείς να απαλλαγεί από τη σκλαβιά του, θεωρεί πως τουλάχιστον θα πρέπει να έχει επίγνωση της κατάντιας του και να αντιδρά. (...)
Η διαπαιδαγώγηση ενός νέου τύπου εργαζόμενης γυναίκας, που θα αντιμετωπίζει ενιαία κι αγωνιστικά τα συλλογικά και προσωπικά προβλήματα, γίνεται ο σκοπός της συγγραφικής δημιουργίας της μετά τη στράτευσή της στο ΚΚΕ, έχοντας στο μεταξύ εντρυφήσει, όπως φαίνεται στο έργο της, στα σχετικά με το γυναικείο ζήτημα κείμενα του Λένιν (...). Η εργαζόμενη γυναίκα απασχολεί περισσότερο από κάθε άλλο συγγραφέα της περιόδου το έργο της (...).
Το θέμα που περισσότερο όμως την προβληματίζει, όπως δείχνουν και τα θεωρητικά άρθρα της ή η ομιλία της στον Εκπαιδευτικό Ομιλο το 1928, είναι ότι η γυναίκα, μπροστά στην καθοριστική αυτή αλλαγή της ζωής της - την ένταξη στην κοινωνική παραγωγή, το δημόσιο βίο και την απόκτηση της οικονομικής ανεξαρτησίας - αντί να βγει από τον μικρόκοσμό της για να μπει ορμητικά στον αγώνα για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της, παραμένει ίδια, έχοντας φορτωθεί νέο ζυγό, ή αποκτά μια παρεξηγημένη χειραφέτηση, αποκλειστικά στον τομέα των σχέσεων με το άλλο φύλλο (...). Με λίγα λόγια, η εργαζόμενη γυναίκα, παραμένοντας παγιδευμένη στη μικροαστική νοοτροπία, στην προσπάθεια να μιμηθεί τις κυρίες της αστικής τάξης, αναπαράγει τον προκαθορισμένο στην αστική κοινωνία ρόλο της, του διπλού υποζυγίου.
Η απάντηση της Καζαντζάκη στο πρόβλημα αυτό είναι η προσπάθεια συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζόμενων γυναικών στα εργατικά σωματεία, για τη διεκδίκηση και των δικών τους εργασιακών δικαιωμάτων, μα πάνω απ' όλα η σύνδεση της τύχης τους με το σύνολο της εργατικής τάξης στον αγώνα για την κοινωνική επανάσταση, που θα καταλύσει όλους τους καταναγκασμούς. Μέσα απ' αυτόν τον αγώνα, οι γυναίκες θα ανακαλύψουν "πως μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος και μόνο όταν δημιουργεί την ευτυχία των άλλων" (...).
Μια σχέση με το άλλο φύλο που εμποδίζει την κοινωνική δραστηριοποίηση θα πρέπει να διακόπτεται, υποστηρίζει η Καζαντζάκη. Η Κλειώ, εκπρόσωπος του νέου υποσχετικού κόσμου στο διήγημα "Ο κόσμος που πεθαίνει κι ο κόσμος που έρχεται", μετά από σκληρή εσωτερική πάλη και πισωγυρίσματα, χωρίζει τον αγαπημένο της, γιατί με τις σκουριασμένες αντιλήψεις του για τη θέση της γυναίκας δεν επέτρεπε την κομμουνιστική δράση της (...). Μεγάλο, ωστόσο, ρόλο στις ταλαντεύσεις της Κλειώς έπαιξε η υποτιμητική συμπεριφορά των συντρόφων της λόγω του φύλου της. Με περιφρόνηση την αντιμετώπισαν και οι περιστοιχισμένοι από πλήθος συγγενών φυλακισμένοι σύντροφοί της, όταν με προσωπική θυσία πήγε να τους επισκεφτεί, σε αντίθεση με τις διαχυτικές εκδηλώσεις αγάπης και χαράς των φυλακισμένων γυναικών, στο επισκεπτήριο των οποίων ούτε οι μανάδες τους δεν έκαναν τον κόπο να παν, αφού δεν ήταν αρσενικά. Παρά τις όποιες διαφορές με τη σημερινή πραγματικότητα, αξίζει εδώ να προσεχθεί η εύστοχη κριτική της Καζαντζάκη προς τους άνδρες κομμουνιστές, που όταν πρόκειται για τη στάση τους απέναντι στη γυναίκα, ξεχνούν την πρωτοπόρα ιδεολογία και πολιτική δράση τους και υιοθετούν την παλιά κυριαρχική αντίληψη του αντρός, βλάπτοντας τελικά την υπόθεση για την οποία παλεύουν.
(...) Τελικά στο έργο της, όπως και μια ηρωίδα της, πίνει "στην υγειά κάθε αντρός που στις προσπάθειες της γυναίκας ν' αποχτήσει την ανεξαρτησία της, βλέπει ένα βήμα προς τον πολιτισμό". Σ' αυτό συγκεντρώνει, άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς της: Να διδάξει στη γυναίκα και τον άντρα τα στοιχεία ενός ανώτερου πολιτισμού, που θα εξανθρωπίσουν την κοινωνική αλλά και την ερωτική ζωή τους. Η αποδοκιμασία που εκφράζει συχνά το έργο της στις εκφυλισμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές ανδρών και γυναικών της αστικής τάξης, χαράζει στη συνείδηση του αναγνώστη αδιαπέραστα όρια ανάμεσα στις σάπιες αξίες του παρηκμασμένου καπιταλιστικού κόσμου και του νέου που πρέπει να τον αντικαταστήσει. (...)
...και στο έργο της Μ. Αξιώτη
Το πρώτο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη "Δύσκολες Νύχτες" - αυτολογοκριμένο και λογοκριμένο απ' τη μεταξική δικτατορία - από τον τίτλο του κιόλας προϊδεάζει για το περιεχόμενό του. Είναι οι δύσκολες νύχτες, κάτι χειρότερο δηλαδή από δύσκολες μέρες, δεκάδων βασανισμένων ανθρώπων - που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δραματικές φιγούρες λαϊκών γυναικών - τα σκληρά χρόνια του Μεσοπολέμου στην Αθήνα, τη Μύκονο, τόπο καταγωγής της συγγραφέα, και αλλού.
Από το ξεκίνημα διαγράφεται ο μοναδικός τρόπος της Αξιώτη να κατευθύνει τον αναγνώστη. Δεν επιβάλλει τα συμπεράσματά της, ούτε χρησιμοποιεί τεχνικές για να υποβάλλει αυτά που θέλει να καταλάβουμε. Οπως πολύ εύστοχα παρατηρεί η Ελλη Αλεξίου, μοιάζει σαν ένας πονεμένος συνάνθρωπός μας, που εξιστορεί αυτά τα φοβερά πράγματα σε δικό του άνθρωπο, για να του ανοίξει τα μάτια (...).
Η περιγραφή της τραγικής μοίρας των αμόρφωτων και εξαρτημένων οικονομικά γυναικών συμβαδίζει στο "Δύσκολες Νύχτες" με τη λεπτή ειρωνεία για τη γυναικεία υποταγή ή τη θρησκοληψία, που όχι μόνο ξεκουτιαίνει, αλλά και σαλεύει το νου. Από την άλλη μεριά, δεν λείπει ο σαρκασμός των αστικών συνηθειών, όπως η φιλανθρωπία των κυριών, ή των μικροαστικών πόθων για μεγάλη ζωή, που αφήνει κάποιες γυναίκες "στο ράφι". Μα, όλα αυτά είναι πλευρές στο κύριο θέμα του βιβλίου, μια ανατρεπτική κριτική στη σήψη του καπιταλιστικού κόσμου.
Οι ικανότητες και η δύναμη της καθημερινής γυναίκας, που με τη συχνή απουσία του άντρα στους πολέμους, τη θάλασσα, την ξενιτειά, τα βγάζει ταυτόχρονα πέρα με τις ανδρικές και τις γυναικείες οικογενειακές υποχρεώσεις - χωράφι, μαγαζί, σπίτι, παιδιά - δυναμώνουν το θαυμασμό και την επιθυμία της Αξιώτη να τη δει να ανασταίνεται, να βγαίνει από το περιθώριο της κοινωνικής δράσης.
Διαπιστώνει με πίκρα την ευκολότερη συγκριτικά με τους άνδρες συντηρητική αναδίπλωση της γυναίκας μπροστά στα βιοποριστικά προβλήματα όταν το κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση ή στασιμότητα, καθώς αισθάνεται πρώτη την πίεση απ' τις ζωτικές ανάγκες των παιδιών. (...)
Αντίθετα, με ενθουσιασμό αντικρίζει τη μαχητικότητα, την αποφασιστικότητα και τη σταθερότητα των γυναικών στην ΕΑΜική Αντίσταση, τότε που η επαναστατική λαϊκή ορμή, οργανωμένη και καθοδηγημένη από το ΚΚΕ, έβαλε στην άκρη τις προαιώνιες σκουριές, κάτι που πολύ πιο μαζικά και συστηματικά γίνεται βέβαια αργότερα, στον αγώνα του ΔΣΕ: τις αγωνίστριες που σκίζανε τον καταχτητή με τα δόντια τους, την υπάλληλο που σηκωνόταν από τη γραφομηχανή για να σταθεί καθοδηγήτρια στην ΕΑΜική συνεδρίαση, τη νοικοκυρά που κατέβαζε την κατσαρόλα για να καθίσει στο τραπέζι της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, την αγρότισσα που βγαίνοντας από το στάβλο εκλεγόταν προεδρίνα του Λαϊκού Δικαστηρίου. "Μ' αυτούς τους τιμητικούς τίτλους, μ' αυτήν την καταπληχτική δράση της κέρδισε η γυναίκα ισοτιμία με τον άντρα - συμπεραίνει - δε θα της τη χαρίσουνε!". Είναι απάντηση τούτη η φράση στην αποδοχή από την πλευρά της γυναίκας μιας φυσικής αδυναμίας, που βαφτίζεται θηλυκότητα και που κάθε άλλο παρά είναι εγγενής, σύμφυτη δηλαδή με το φύλο της: "εμείς, τι άλλο θέλετε από μας, εμείς είμαστε γυναίκες". Και ούτε βέβαια με τα κλαψουρίσματα "πολύ μας πικράνατε" θα φιλοτιμηθεί κανείς να της χαρίσει την ευτυχία. Η ίδια πρέπει να παλέψει για να κατακτήσει τα δίκια της, ν' αποδείξει την αξία της (...).
Πώς όμως, τελικά, μετριέται η αξία του ανθρώπου;
Ας δούμε τι είχε πει γι' αυτό ο πατέρας της Πολυξένης, της κομμουνίστριας ηρωίδας της Αξιώτη στο μυθιστόρημά "20ός αιώνας", που αναπολεί τη ζωή της την παραμονή της εκτέλεσής της: "Μη βάλεις ποτέ κανέναν στη δυσκολία να μην ξέρει τι έκανες κάποτε. Στο παρελθόν. Να μην έρθει στιγμή ποτέ, που να ρωτιέται κανείς αν ήταν καλό ή κακό ό,τι έκανες. Να διαβάζουνται οι πράξεις μας κι όταν περάσουν χρόνια, απ' όλους. Σα βιβλία. Προπάντων τότε περισσότερο. Να μην τις αλλάζει ο καιρός". "Να διαβάζουνται οι πράξεις μας κι όταν περάσουν χρόνια. Να μην τις αλλάζει ο καιρός", μονολογεί η Πολυξένη. "Γι' αυτό βρίσκεται τώρα εδώ. Στη φυλακή. Καρτερώντας το δήμιο να την πάρει για εκτέλεση".
Με άλλα λόγια, η Αξιώτη απαντά πως η αξία της ζωής του ανθρώπου μετριέται με τα έργα διαρκείας, αυτά που γράφονται στο στίβο της ταξικής πάλης στην κάθε της μορφή, τα μόνα που σέβεται ο χρόνος και περνούν στο βιβλίο της Ιστορίας. Της Ιστορίας που δεν ξεχωρίζει φύλα, όπως λέει πιο κάτω η Πολυξένη, αναφερόμενη στην Ιστορία ως διαδικασία κοινωνικής εξέλιξης και όχι στις γραπτές πηγές της, οι οποίες ασφαλώς και κάνουν φυλετικές διακρίσεις.
Η κοινωνική δράση για να προχωρήσει μπροστά η ζωή, είναι δηλαδή ο τρόπος για να πάψει να είναι αδιάφορο κι ανώφελο το πέρασμα της γυναίκας, όπως και κάθε άντρα, απ' αυτή. Οι γυναίκες, όμως, έχουν διπλό λόγο κι αφορμή για να γράφουν τέτοια έργα. Εργα καθημερινά - για να ταΐσεις το παιδί πρέπει να κάνεις απεργία - αλλά διαρκείας, γιατί θα είναι χρήσιμα σε όσους θα συνεχίσουν ό,τι εμείς αφήσαμε μισοτελειωμένο, αφού η ζωή δεν είναι ατομική μας υπόθεση, όπως υπογραμμίζει η Καζαντζάκη και η Αξιώτη συμπληρώνει: "Είναι μικρός ο άνθρωπος. Μεγάλα είναι τα έργα του".
Να λοιπόν γιατί τις κομμουνίστριες Γαλάτεια Καζαντζάκη και Μέλπω Αξιώτη δεν τις άλλαξε ο καιρός. Τα έργα τους διαβάζονται και τώρα. Και ίσως τώρα χρειάζεται να διαβαστούν περισσότερο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ