23 Αυγ 2019

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ



Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης  στην επικοινωνιακή του προσπάθεια να πείσει για τα νομοσχέδια  που η κυβέρνησή του  φέρνει για ψήφιση στη Βουλή, δεν δίστασε, για να δικαιολογήσει την σπουδή του για κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου,  να παρουσιάσει στη Βουλή  τους χώρους των ελληνικών πανεπιστημίων σαν εμπόλεμες ζώνες, όπου στα υπόγειά τους ««ανακαλύπτονται αποθήκες πυρομαχικών» με τις  σχολές να  «έχουν μετατραπεί σε γιάφκες βίας των κουκουλοφόρων». Από κοντά και  οι υπουργοί του, όπως ο Μ. Βορίδης ή ο Α. Γεωργιάδης  με τις δικές τους ανακοινώσεις και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποκαλύπτουν τον …καημό τους που ο χρόνια ολόκληρα μετά την μεταπολίτευση ο ακροδεξιός και φασιστικός λόγος τους δεν μπορούσε να βρει στέγη, τουλάχιστον απροκάλυπτα, στα πανεπιστήμια.
Στην πραγματικότητα όλη αυτή η παραφιλολογία με την κινδυνολογία για την εγκληματικότητα στο χώρο των πανεπιστημίων και την αδυναμία επέμβασης για πάταξή της δεν αποβλέπει παρά να δικαιολογήσει μεταρρυθμίσεις σ’ αυτό που θα ευνοούν την ικανοποίηση αναγκών επιχειρήσεων και εταιρειών, οι οποίες θα καταλήξουν να είναι βασικοί χρηματοδότες τους. Και ενώ θεωρητικά η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν αμφισβητείται, στην πραγματικότητα όμως το ερευνητικό έργο του Πανεπιστημίου προσδιορίζεται όλο και περισσότερο από τις ανάγκες των επιχειρήσεων που αποτελούν πλέον τους βασικούς χρηματοδότες του. Το Πανεπιστήμιο επιδιώκει πια τη μετατροπή του του σε όργανο τεχνολογικής καινοτομίας και επαγγελματικής κατάρτισης και μετασχηματίζεται σε έναν  οργανισμό με επιχειρηματικά χαρακτηριστικά και κανόνες λειτουργίας.
               Για την κοινή αντίληψη, τα πανεπιστήμια κατέχουν κεντρική θέση στην οικονομική και πολιτιστική ζωή και η έρευνα που παράγεται σ’ αυτά είναι εξίσου σημαντική  για το οικονομικό και πολιτικό  μέλλον των χωρών, ενώ η πιστοποίηση από αυτά είναι κρίσιμη για ελπίδες σταδιοδρομίας των περισσότερων ανθρώπων.
Ήταν βέβαια οι ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό κατά τη μεταπολεμική περίοδο και ο ανταγωνισμός με τις σοσιαλιστικές χώρες  που οδήγησαν τον καπιταλιστικό κόσμο σταδιακά στην εντυπωσιακή διεύρυνση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Στη δεκαετία του 1960 με τη μαζικοποίηση της εκπαίδευσης στον καπιταλιστικό κόσμο η αναζωπύρωση  του ριζοσπαστισμού στα πανεπιστήμια συνοδεύτηκε από αντιπολεμικούς, πολιτικούς, απελευθερωτικούς αγώνες. Κι ήταν  τότε που στα μάτια των φοιτητών, που πολλοί απ’ αυτούς δεν ήταν αστικής προέλευσης,   έπεφτε το προσωπείο του φιλελευθερισμού, το προσωπείο της αυτονομίας ενός πανεπιστημίου που με αφέλεια είχε γίνει πιστευτό πως δεν συνδέεται με την ηγεμονική ιδεολογία και τα οικονομικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης.  
Στα θεμελιώδη γνωρίσματα του πανεπιστημίου αναγνωρίζεται, χρονολογώντας ακόμα και από τους μεσαιωνικούς χρόνους,  και η ακαδημαϊκή ελευθερία, το δικαίωμα δηλαδή της ακαδημαϊκής κοινότητας να επιλέγει το αντικείμενο και τη μεθοδολογία   της έρευνας όπως και της διδασκαλίας, που είναι άλλωστε συνυφασμένη με αυτή, χωρίς παρεμβάσεις από το κράτος ή την εκκλησία. Μια  ελευθερία την οποία θωρακίζει η αυτοτέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων του Πανεπιστημίου και εξασφαλίζει ο  δημόσιος χαρακτήρας του Πανεπιστημίου, με την  έννοια της εκ μέρους του προσφοράς υπηρεσίας στην πολιτεία, το κοινωνικό σύνολο και την επιστήμη. Μόνο βέβαια που το ζήτημα της ελευθερίας της διδασκαλίας, της μάθησης και της έρευνας  ποτέ δεν ήταν ανεξάρτητο  από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες  και δεν μπορεί να περιορίζεται  για τους ακαδημαϊκούς και φοιτητές στην τάξη και το εργαστήριο.
Κι αν στα μεταπολεμικά χρόνια η ακαδημαϊκή ελευθερία μεταφραζόταν σε ανεξαρτησία από την κυβερνητική πολιτική με βασικό στόχο την  επιδίωξη της γνώσης ως  δημόσιου αγαθού, αυτό δεν σήμαινε πως τα πανεπιστήμια δεν παρείχαν στο κράτος τα πνευματικά, επιστημονικά και τεχνικά μέσα για να ενισχύσει σημαντικά την εξουσία του.
 Το πανεπιστήμιο έμελλε λοιπόν με το πέρασμα των δεκαετιών και την παγκόσμια κυριαρχία του καπιταλισμού να εμφανίζεται όλο και περισσότερο σαν ένα θεμελιακό  στοιχείο της αναπαραγωγής του συστήματος και των κατασταλτικών μορφών του και όσο οι ταξικές διαφορές διευρύνονται η ακαδημαϊκή γραφειοκρατία χάνοντας το φωτοστέφανο της ανεξαρτησίας και της ουδετερότητας εμφανίζεται όλο και πιο απροκάλυπτα  σαν ένα ακόμα από τα όργανά του.
Με  όλες αυτές λοιπόν τις νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας των πανεπιστημίων και γενικότερα την εκπαίδευση,  η άρχουσα τάξη, έχοντας τον έλεγχο των πολιτιστικών μέσων κυριαρχίας πέραν των νομοθετικών της οργάνων, αναδιαρθρώνει το εκπαιδευτικό σύστημα, ώστε αφομοιωμένο από αυτήν  και με αδύναμο ένα λαϊκό κίνημα να προωθεί μόνο τα  συμφέροντά της. Η αστική τάξη μέσα από επιλογές ταξικές και στην εκπαίδευση, με την ενίσχυση της μεγαλοαστικής τάξης στα ιδιωτικά σχολεία, την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης, την αύξηση του κόστους σπουδών με δίδακτρα, επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο σε κάθε πνευματική παραγωγή προς όφελός της. 
Και καταλήγουμε,  ενώ διαφημίζεται πως η ακαδημαϊκή ελευθερία αποτελεί βασική ευρωπαϊκή αξία, την ίδια στιγμή τείνει να θεωρείται αυτονόητη η έρευνα και η διδασκαλία στα πανεπιστήμια να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις εταιρειών που προσφέρονται να τα χρηματοδοτήσουν.  Θεωρείται λοιπόν το πανεπιστημιακό  άσυλο τροχοπέδη, αφού είχε κυρίως το ρόλο της θεσμικής προστασίας τόσο της ακαδημαϊκής δραστηριότητας όσο και των φορέων της, φοιτητών και καθηγητών από εξωτερικές παρεμβάσεις και ξένα προς την επιστημονική πρόοδο συμφέροντα και σκοπιμότητες.
Τα πανεπιστήμια σήμερα γίνεται προσπάθεια να μιμηθούν τον ιδιωτικό τομέα και η επίδραση των ιδιωτικών επιχειρήσεων σ’ αυτά είναι καταλυτική. Η επιρροή ιδιωτικών εταιρειών γίνεται καθοριστική  για τον έλεγχο του προγράμματος σπουδών, τους στόχους της έρευνας, τόσο στις θετικές όσο και στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Ακόμα και η ένταξη  των πανεπιστημίων σε συστήματα παγκόσμιας κατάταξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το είδος των κριτηρίων που προωθούνται, αλλά και  γιατί η θέση τους στην ιεραρχία είναι σημαντική για το κύρος τους  και κατά συνέπεια για τη χρηματοδότησή τους από ιδιωτικά κεφάλαια.
Κι αν στην περίφημη δεκαετία της πολλά υποσχόμενης  φοιτητικής εξέγερσης η  αμφισβήτηση της οργάνωσης της πανεπιστημιακής εξουσίας θεωρήθηκε σαν συνολική αμφισβήτηση  του συστήματος, τελικά αποδείχτηκε πως η αμφισβήτηση των υπερδομών που δεν καταλήγει στην αμφισβήτηση του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την άρχουσα τάξη για την  χειραγώγηση και αφομοίωση των εργαζομένων από το καπιταλιστικό σύστημα.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ