9 Νοε 2013

Ο ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ «ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ»

Ο ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ «ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ»






ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΤΩΝ «ΑΚΡΩΝ»
ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ιστορική πείρα έχει αποδείξει ότι σε περιόδους καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης πολλαπλασιάζονται τα ιδεολογήματα και οι αντίστοιχες πολιτικές προτάσεις που επιχειρούν να συσκοτίσουν τις αιτίες της κρίσης και τους τρόπους διεξόδου από αυτή, να αποπροσανατολίσουν συνειδήσεις που αντικειμενικά βρίσκονται σε αναβρασμό λόγω της όξυνσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Στόχος τους να εμποδίσουν τη ριζοσπαστικοποίηση των εργατικών - λαϊκών μαζών, να αποτρέψουν τη συνάντησή τους με την πρόταση του ΚΚΕ.

Ενα τέτοιο ιδεολόγημα που αναπαράγεται με ιδιαίτερη επιμονή το τελευταίο διάστημα από αστούς πολιτικούς και δημοσιολόγους είναι αυτό που επιχειρεί να τρομοκρατήσει, προβάλλοντας τον κίνδυνο που δήθεν συνιστά για την αστική δημοκρατία στην Ελλάδα η ενίσχυση των πολιτικών «άκρων» (της «άκρας αριστεράς» και της «άκρας δεξιάς»). Παραπέμπει στην κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, της Γερμανικής αστικής δημοκρατίας του Μεσοπολέμου, εξαιτίας (υποτίθεται) της «ανεξέλεγκτης» και «εγκληματικής» σύγκρουσης των τότε «ακραίων» πολιτικών δυνάμεων: του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας και του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (Ναζιστικού).

Ποιος ήταν όμως ο χαρακτήρας του Ναζιστικού Κόμματος και η πραγματική σχέση του με την αστική εξουσία στη Γερμανία; Ποια πολιτική γραμμή ακολούθησε το ΚΚ Γερμανίας, προκειμένου να υπερασπίσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων; Ποιος ήταν ο πραγματικός ρόλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος πριν την οριστική επικράτηση του Ναζισμού το 1933;

Πρόκειται για ερωτήματα που πρέπει να τεθούν και να απαντηθούν με ξεκάθαρο τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι προπαγανδιστικοί αφορισμοί των αστικών ιδεολογημάτων και να βγουν χρήσιμα διδάγματα για τις σημερινές στοχεύσεις της αστικής τάξης στη χώρα μας. Το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, η Κομμουνιστική Διεθνής, ανέλυσαν επισταμένα το χαρακτήρα και τις μεθόδους του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930. Στα πλαίσια του παρόντος άρθρου δεν μπορούμε να δώσουμε παρά μερικές χαρακτηριστικές πινελιές αυτής της ανάλυσης.

Ενα πρώτο και βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο φασισμός - εθνικοσοσιαλισμός δεν είναι μια μορφή κρατικής εξουσίας που στέκεται δήθεν πάνω και από την αστική τάξη και από το προλεταριάτο. Δεν αποτελεί μια εξουσία των μικροαστικών στρωμάτων πάνω στο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Πρόκειται για την ίδια την εξουσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Το 1934, λίγο μετά την οριστική επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία, ο Ι. Β. Στάλιν τόνιζε:

«Αποτέλεσμα της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ήταν η πρωτοφανέρωτη ως τώρα όξυνση της πολιτικής κατάστασης στις καπιταλιστικές χώρες, τόσο στο εσωτερικό αυτών των χωρών, όσο και ανάμεσά τους […] Τα πράγματα τραβούν ολοφάνερα για νέο πόλεμο […] Οι λαϊκές μάζες δεν έφθασαν ακόμα στο σημείο να περάσουν στην έφοδο ενάντια στον καπιταλισμό, δεν μπορεί όμως να αμφιβάλλει κανείς ότι η ιδέα της εφόδου ωριμάζει στη συνείδηση των μαζών […] Δεν είναι λοιπόν εκπληκτικό ότι ο φασισμός έγινε τώρα το πιο μοντέρνο εμπόρευμα ανάμεσα στους πολεμοχαρείς αστούς πολιτικούς. Μιλώ όχι μονάχα για το φασισμό γενικά, μα πριν απ’ όλα για το φασισμό γερμανικού τύπου, που λαθεμένα λέγεται εθνικοσοσιαλισμός, γιατί και με την πιο προσεχτική ανάλυση είναι αδύνατο να ανακαλύψει κανείς σ’ αυτόν έστω και ένα άτομο σοσιαλισμού» 1.

Η στροφή λοιπόν του γερμανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου προς ένα αντιδραστικότερο εσωτερικό καθεστώς και οι σχεδιασμοί του για μια σαφώς επιθετικότερη εξωτερική πολιτική, που θα διεκδικούσε ένα μεγαλύτερο μερίδιο της πίτας με βάση τον αλλαγμένο συσχετισμό δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο, ήταν οι παράγοντες που οδήγησαν τις κυρίαρχες μερίδες της αστικής τάξης να στηρίξουν με θέρμη το Ναζιστικό Κόμμα. Φυσικά, δεν πρέπει να υποτιμηθεί και η ανοιχτή ή συγκαλυμμένη στήριξη τμημάτων του κεφαλαίου άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (πρώτα και κύρια των ΗΠΑ) που επιζητούσαν τη συνέχιση των κερδοφόρων δραστηριοτήτων τους στη Γερμανία, αλλά και προσέβλεπαν σε μια μελλοντική πολεμική επιχείρηση της ναζιστικής Γερμανίας ενάντια στη Σοβιετική Ενωση. Στο ζήτημα αυτό είναι αποκαλυπτική η απολογία του Χιάλμαρ Σαχτ, προέδρου της Κεντρικής Γερμανικής Τράπεζας (1923-1930 και 1933-1934) και υπουργού Οικονομικών (1933-1937), στη δίκη της Νυρεμβέργης:

«Στους κύκλους των σοβαρών τραπεζιτών και των μεγάλων οικονομικών οργανισμών, που έδειχναν προτίμηση σε ένα συνεχιζόμενο και τακτικό εμπόριο με τη Γερμανία, μου φαίνεται ότι δεν έκανα εχθρούς, καθώς σε όλα τα μέτρα που χρειάστηκε να πάρω για να προστατέψω την αγορά και για να συνεισφέρω στην επιβίωση του εμπορίου της Γερμανίας με το εξωτερικό, έδρασα πάντα σε συμφωνία με τους αντιπροσώπους των διεθνών αυτών πιστωτών».

Σημειώνουμε παρενθετικά ότι οι φιλικές του σχέσεις με το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο, για τις οποίες επαίρεται ο Σαχτ, οδήγησαν στη αθώωσή του στη δίκη της Νυρεμβέργης (με την πίεση των Αγγλων) και στη συνέχιση της δράσης του ως τραπεζίτη μετά τον πόλεμο!

Η αλλαγή της μορφής του αστικού καθεστώτος στη Γερμανία (από κοινοβουλευτική δημοκρατία σε φασιστική δικτατορία) δεν προκύπτει επομένως από κάποια ενίσχυση και σύγκρουση των πολιτικών «άκρων», αλλά από έναν αναπροσανατολισμό των προτεραιοτήτων και των επιλογών του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Η Γερμανική αστική τάξη βρίσκει στο Ναζιστικό Κόμμα τον πιο αποτελεσματικό υπερασπιστή των συμφερόντων της. Ο αναπροσανατολισμός αυτός δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο και τον άλλο βασικό πυλώνα του αστικού πολιτικού συστήματος της εποχής: το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Η στάση και η δράση του κόμματος αυτού κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930 αποκαλύπτουν ότι όχι μόνο δεν αποτελούσε μια «νηφάλια, μετριοπαθή» δύναμη υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων και της «δημοκρατίας» (όπως υπονοούν τα σύγχρονα αστικά ιδεολογήματα), αλλά προλείανε το έδαφος για την επικράτηση του φασισμού.

Δεν πρόκειται μόνο για την πολιτική της ταξικής συνεργασίας με την αστική τάξη που ακολούθησαν με συνέπεια οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας και που αφόπλισε πολιτικά και οργανωτικά την εργατική τάξη μπροστά στην επίθεση του φασισμού. Η νομιμοφροσύνη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος απέναντι στους αστικούς θεσμούς και η υποταγή του στα συμφέροντα της αστικής τάξης το οδηγούσε σε κυνηγητό των κομμουνιστών και όχι των ναζί.

Είναι χαρακτηριστικά τα ακόλουθα περιστατικά, από τα τελευταία χρόνια πριν την επικράτηση του ναζισμού, που αναφέρει η μελέτη «Η κομμουνιστική αντίσταση στη Γερμανία»:

«Ηταν ο διευθυντής της αστυνομίας, ο Τσοργκιεβέλ (σημ. σοσιαλδημοκράτης), ο οποίος διέταξε να πυροβοληθεί η διαδήλωση των κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1929 στο Βερολίνο, σκοτώνοντας 33 διαδηλωτές. Στη συνέχεια ο Πρώσος σοσιαλιστής υπουργός εξωτερικών, ο Σέβερινγκ, ο οποίος απαγόρευσε τη Λίγκα των Μαχητών του Κόκκινου Μετώπου. Τον επόμενο χρόνο οι σοσιαλιστές επέτρεψαν την υιοθέτηση του πολύ καταπιεστικού “Νόμου για την προστασία της δημοκρατίας”. Οι κομμουνιστές δήμαρχοι δε νομιμοποιούνταν πλέον στα καθήκοντά τους και η αστυνομία έκλεισε τα γραφεία του ΚΚ Γερμανίας. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ψήφισε το Αρθρο 48, το οποίο θα έδινε απόλυτες εξουσίες στο Χίτλερ και ήταν ο πρώτος δημιουργός της επανεκλογής, το 1932, του στρατάρχη Χίντεμπουργκ, ο οποίος διόρισε το Χίτλερ καγκελάριο λίγους μήνες αργότερα. […]

Στις 17 Ιούλη 1932, στην Αλτόνα, εργατική συνοικία του Αμβούργου, τα πολυβόλα της αστυνομίας που διοικούσε ο σοσιαλδημοκράτης Εγγερσταντ προσέτρεξαν σε βοήθεια μιας ναζιστικής διαδήλωσης που απειλούνταν από μια κομμουνιστική διαδήλωση. Αποτέλεσμα: 17 κομμουνιστές διαδηλωτές σκοτώθηκαν» 2.

Αναρίθμητα τέτοια περιστατικά καταδεικνύουν τη βασική ευθύνη που έχει η γερμανική σοσιαλδημοκρατία για την άνοδο του ναζισμού στην κυβερνητική εξουσία. Δεν πρόκειται απλά για μια λαθεμένη πολιτική που υποτιμούσε τον κίνδυνο του φασισμού, αλλά για μια «ψυχή τε και σώματι» πρόσδεση της σοσιαλδημοκρατίας στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Η πρόσδεση αυτή είχε αποκαλυφθεί στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρη στη διάρκεια του Μεσοπολέμου (στάση της σοσιαλδημοκρατίας στην επανάσταση του 1918, στα γεγονότα του 1923, στην άνοδο του φασισμού).

Από την αντίθετη μεριά της ταξικής διαχωριστικής γραμμής, το ΚΚ Γερμανίας έδωσε έναν ηρωικό αγώνα πριν και μετά την επικράτηση του ναζισμού. Εκατοντάδες μέλη και στελέχη του δολοφονήθηκαν στους δρόμους από τους φασίστες και τις αστικές δυνάμεις καταστολής, δεκάδες χιλιάδες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και βασανίστηκαν. «Μόνο τη νύχτα της 27 προς 28 Φεβρουαρίου 1933, μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγ, 10.000 κομμουνιστές πιάστηκαν, ανάμεσα τους τα κυριότερα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής και τα δύο τρίτα των μεσαίων στελεχών. Λίγες εβδομάδες αργότερα θα φθάσουν τις 20.000. Εξήντα στρατόπεδα, τριάντα ειδικά τμήματα στις φυλακές του κράτους, εξήντα κέντρα κράτησης άνοιξαν για να υποδεχτούν όλους αυτούς» 3.

Οι κομμουνιστές ήταν οι μόνοι που αντιστάθηκαν πραγματικά, ως συγκροτημένη πολιτική δύναμη, στην άνοδο του ναζισμού. Συγκρούστηκαν και ένοπλα μαζί του πριν κυριαρχήσει, συνέχισαν την αντίσταση μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου με κάθε μορφή, ακόμα και με τη συμμετοχή τους στα αντιστασιακά κινήματα των κατεχόμενων από τους ναζί χωρών.

Οι σοσιαλδημοκράτες, με πρόσχημα τη λογική του μικρότερου κακού, στις εκλογές του 1932 υποστήριξαν για την προεδρία της δημοκρατίας το στρατάρχη Χίντεμπουργκ, ο οποίος στις 30 Γενάρη 1933 διόρισε καγκελάριο τον Αδόλφο Χίτλερ.

Στις 23 Μάρτη 1933, στην εναρκτήρια συνεδρίαση του νέου Ράιχσταγκ, ο πρόεδρος του SPD Οτο Βελς (ήταν από τους ηγέτες της σφαγής των εργατών στα 1918-19) δήλωσε πως το κόμμα του αποχωρεί από τη Σοσιαλδημοκρατική Διεθνή, συμμορφούμενος με τις επιδιώξεις των Ναζί και προσφέρθηκε να συνεργαστεί με το Χίτλερ. Στις 17 Μάη 1933 το SPD υπό την ηγεσία του Βελς επιδοκίμασε την πρόθεση του Χίτλερ να «ακολουθήσει πολιτική ειρήνης».

Αυτά γίνονταν όταν το χιτλερικό κόμμα ως κυβέρνηση ήδη:

• Είχε στις 27 Φλεβάρη διαπράξει την προβοκάτσια εμπρησμού του Ράιχσταγκ και είχε φυλακίσει τους Τέλμαν, Ντιμιτρόφ κ.ά.

• Είχε συλλάβει και βασάνιζε μέχρι θανάτου χιλιάδες κομμουνιστές ακόμα και απλούς σοσιαλδημοκράτες.

• Είχε ακυρώσει τις 81 έδρες του ΚΚ Γερμανίας, που είχε πάρει στις εκλογές της 5ης Μάρτη 1933.

• Είχε απαγορεύσει τη δράση των συνδικάτων και κατασχέσει την περιουσία τους στις 2 Μάη. 4

Οι προσπάθειες του Κομμουνιστικού Κόμματος, με την καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, να πετύχει την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης σε επαναστατική κατεύθυνση, να ακυρώσει τις αυταπάτες που καλλιεργούσε μέσα σε εργατικές μάζες η σοσιαλδημοκρατία, αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για το κομμουνιστικό κίνημα, ανεξάρτητα από τις αδυναμίες ή τα λάθη που τις συνόδεψαν. Η κριτική και η αυτοκριτική, αναντικατάστατο εργαλείο στα χέρια των κομμουνιστικών κομμάτων, στόχο έχουν να βγάλουν διδάγματα για τη συνέχεια της πάλης, να ατσαλώσουν το Κόμμα στην αναμέτρησή του με τον ταξικό αντίπαλο. Δεν έχουν καμία σχέση με τη λαθολογία και το μηδενισμό που σκόπιμα διαχέουν η αστική προπαγάνδα και οι οπορτουνιστικές παραφυάδες της.


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Ο ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ «ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ»

Η ευέλικτη τακτική της αστικής τάξης στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, η ικανότητά της να αναθέτει καθήκοντα, κάθε φορά ανάλογα με τις ανάγκες της, σε διαφορετικούς πολιτικούς εκπροσώπους, να «φουσκώνει» και να φέρνει στο κέντρο του πολιτικού σκηνικού μέχρι πρότινος περιθωριακές πολιτικές δυνάμεις (όπως το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα), προσφέρουν διδάγματα και για την ταξική πάλη σήμερα στη χώρα μας. Η ανάγκη ιδεολογικοπολιτικής επαγρύπνησης απέναντι σε τέτοιους σχεδιασμούς ενισχύεται από δύο επιπλέον παράγοντες. Από τη μια μεριά η καπιταλιστική οικονομική κρίση, η αύξηση της ανεργίας και η ραγδαία επέλαση της αντεργατικής πολιτικής κλονίζουν τα παραδοσιακά κόμματα-στηρίγματα του αστικού πολιτικού συστήματος (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) και θέτουν επί τάπητος το ζήτημα δημιουργίας και ανάπτυξης νέων μαζικών πολιτικών κομμάτων-αναχωμάτων απέναντι στο ΚΚΕ. Από την άλλη μεριά η ύπαρξη στην Ελλάδα σχετικά πολυάριθμων ακόμα μικροαστικών στρωμάτων (μικρομαγαζάτορες, βιοτέχνες, μικροαγρότες, ανώτερα στρώματα δημοσίων υπαλλήλων κλπ.), που η συνείδησή τους επιχειρεί να ακροβατήσει ανάμεσα στα συμφέροντα της ατομικής ιδιοκτησίας και στη συμπίεση που δέχονται από τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις, μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για τη μαζικοποίηση τέτοιων πολιτικών δυνάμεων και το τράβηγμα αυτών των μικροαστικών στρωμάτων στην αστική πολιτική, με δεδομένο ότι αδυνατίζουν οι υλικοί όροι που πρόσδεναν τέτοια στρώματα στην αστική τάξη.

Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο της συνολικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού συστήματος, ενισχύονται και πολιτικές δυνάμεις που έχουν ως κύρια αποστολή το χτύπημα του εργατικού κινήματος σε συνθήκες ανόδου της ταξικής πάλης. Αυτές οι δυνάμεις έχουν τη στήριξη του αστικού κράτους (κρυφών και φανερών μηχανισμών του), αλλά και αστικών κομμάτων. Σύγχρονο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στήριξη του κόμματος του Ζ. Μ. Λεπέν στη Γαλλία από το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Μια πολιτική δύναμη που εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα να βγαίνει από το περιθώριο του αστικού πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα είναι η «Χρυσή Αυγή» (ΧΑ). Από τη σκοπιά της αναγκαίας μαρξιστικο-λενινιστικής αντιπαράθεσης, θα αποτελούσε σχηματικότητα να προσεγγίζουμε την κάθε πολιτική δύναμη αποκλειστικά με βάση το πώς η ίδια αυτοπροσδιορίζεται. Ετσι και στην περίπτωση της ΧΑ δεν μπορούμε να περιοριστούμε στο χαρακτηρισμό «λαϊκή-εθνικιστική» που δίνει η ίδια για τον εαυτό της. Αντίθετα, στη βάση των πολιτικο-ιδεολογικών αντιλήψεων της ΧΑ και αντλώντας στοιχεία από την ιστορία του διεθνούς κινήματος, χρειάζεται να δώσουμε μια ουσιαστική απάντηση στο ερώτημα: είναι η ΧΑ μια εθνικοσοσιαλιστική - φασιστική οργάνωση;

Η επιλογή της να μην αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοια μπορεί κάλλιστα να αποτελεί μια κίνηση τακτικής, προκειμένου να μη στιγματιστεί από την αρνητική εικόνα για την ιδεολογία και την πρακτική του εθνικοσοσιαλισμού που υπάρχει σε πλατιά λαϊκά στρώματα, εξαιτίας και των ιστορικών εμπειριών στη χώρα μας. Πιστεύουμε ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία που πρέπει να μας κάνουν να απαντήσουμε καταφατικά στο παραπάνω ερώτημα:

• Η ακραία εθνικιστική ιδεολογία της ΧΑ με την πρόταξη του έθνους ως «ανώτερης πνευματικής εκδήλωσης» της φυλής και του κράτους ως στοιχείου που σταθεροποιεί και αναπτύσσει το έθνος. Η προβολή του Ελληνικού έθνους ως υπεράνω όλων - χαρακτηριστικό το: «Πάνω απ’ όλα για μας είναι το Ελληνικό Αίμα» 5.

• Τα ιδεολογήματα για την πραγμάτωση μιας «Μεγάλης Ελλάδας», σε συνδυασμό με τις επιθετικές, τυχοδιωκτικές θέσεις σε μια σειρά μέτωπα της εξωτερικής πολιτικής (Βόρεια Ηπειρος, Μακεδονία, Θράκη κλπ.).

• Η αντίληψη για το κράτος που εξασφαλίζει ότι η ταξική διαίρεση δεν οδηγεί στην ταξική πάλη, αλλά στην αρμονική συμβίωση των τάξεων «όπως σ’ έναν ζωντανό οργανισμό».

• Η αντι-πλουτοκρατική συνθηματολογία με αιχμή τόσο προς το εσωτερικό της χώρας, όσο και προς το διεθνές τραπεζικό σύστημα, χωρίς όμως να θίγεται η καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

• Η μη αναγνώριση της εργατικής τάξης ως αυτοτελούς κοινωνικού υποκείμενου και ο συνεπαγόμενος αντικομμουνισμός (ενάντια στον «αντεθνικό μπολσεβικισμό») ως συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας.

• Η προσπάθεια διαμόρφωσης μαζικής βάσης και επίδρασης, πρώτα και κύρια στα μικροαστικά στρώματα που συμπιέζονται από τα μονοπώλια, με ερεθισμό των πιο ταπεινών ιδιοκτησιακών κινήτρων.

• Η ταυτόχρονη προσπάθεια διείσδυσης σε στρώματα της εργατικής τάξης με χαμηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης, με την προβολή μέτρων που δήθεν θα δώσουν κάποια άμεση ανακούφιση (προστασία κατοικίας, ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης κλπ.).

• Η αναζήτηση ενός φυλετικού εχθρού, καταρχάς στο εσωτερικό της χώρας, που ευθύνεται για μια σειρά άμεσα προβλήματα των λαϊκών στρωμάτων (Εβραίοι στη ναζιστική Γερμανία, σκουρόχρωμοι και μαύροι λαθρομετανάστες στη σημερινή Ελλάδα).

• Οι προσπάθειες δημιουργίας δυναμικών, εκπαιδευμένων, ημι-στρατιωτικών ομάδων κρούσης, που ακόμα εμφανίζονται περιστασιακά, αλλά όλο και συχνότερα. (Χαρακτηριστικές είναι οι βδομαδιάτικες ημι-στρατιωτικές παρελάσεις δυνάμεων της ΧΑ στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και η «εκπαίδευση» τμημάτων της σε ορεινές περιοχές).

Ο εθνικοσοσιαλισμός, στο επίπεδο της ιδεολογίας, αποτελεί συγχώνευση του εθνικισμού με μικροαστικές «σοσιαλιστικές» αντιλήψεις. Οχι μόνο δεν αμφισβητεί την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αλλά καλεί προπαγανδιστικά σε προστασία της μικρής ιδιοκτησίας απέναντι στη μεγάλη μονοπωλιακή καπιταλιστική ιδιοκτησία. Η διασύνδεση και στήριξη της ΧΑ από συγκεκριμένους κεφαλαιοκράτες ή ακόμα και δυνάμεις (πολιτικές ή/και οικονομικές) από το εξωτερικό (βλ. τις προτάσεις της για αναπροσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής προς τη Ρωσία) όχι μόνο δεν αντιβαίνουν στην κατάταξη αυτής της οργάνωσης στο χώρο του εθνικοσοσιαλισμού, αλλά συνάδουν με τα ιστορικά προηγούμενα.

Εχει σημασία να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι η ΧΑ δεν αντιπαρατίθεται με άλλες πολιτικές δυνάμεις στο έδαφος του πατριωτισμού, μιας και γι’ αυτήν ο πατριωτισμός ως έννοια έχει εγγενείς αδυναμίες, αποτελεί μια έμφυτη διάθεση που μπορεί να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους. Π.χ. ότι το ΚΚΕ θεωρεί πατρίδα τη «σοβιετία», ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Κουβέλης μια «πολυφυλετική κοινωνία» κλπ.

Διαχωρίζεται με επιθετικό τρόπο από εκείνες τις δυνάμεις που -σύμφωνα με την ΧΑ- έχουν διαστρεβλώσει στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων το πραγματικό νόημα του εθνικισμού: τον εθνικο-φιλελευθερισμό του ΛΑ.Ο.Σ. και τους εθνικόφρονες που στηρίζουν τις «υπάρχουσες κοινωνικο-πολιτικές δομές». Θέτει το ακόλουθο τρίπτυχο συνθημάτων στην κορυφή της πολιτικής της πρότασης: «Για το έθνος, τη φυλή και το λαό μας», «Για μια Ελλάδα κυρίαρχη και ανεξάρτητη», «Για μια Ελλάδα που θα ανήκει στους Ελληνες». 6

Αυτοπροσδιορίζεται ως ένα «γνήσιο λαϊκό εθνικιστικό κίνημα» που απορρίπτει «τις ξεπερασμένες ιδεολογίες και τα κατασκευασμένα ιδεολογήματα που τεχνητά χωρίζουν το λαό μας». Με έναν άκρατο φιλοσοφικό ιδεαλισμό συμπυκνώνει το πώς αντιλαμβάνεται την έννοια του εθνικισμού στις ακόλουθες φράσεις: «Ο Εθνικισμός δεν αποτελεί τον τρίτο δρόμο όπως πιστεύουν οι περισσότεροι. Διότι, οι υποτιθέμενοι δύο άλλοι δρόμοι, του διεθνιστικού σοσιαλισμού/κομμουνισμού και του κοσμοπολίτικου φιλελευθερισμού/καπιταλισμού, είναι ο ένας και αυτός δρόμος. Ο δρόμος του υλισμού. Αντίθετα, ο Εθνικισμός είναι ένα ολοκληρωμένο αξιακό, φιλοσοφικό, κοινωνικοπολιτικό βίωμα. Είναι το πέρασμα από τον έμφυτο εθνισμό και την ροπή προς την πατρίδα, προς τον αληθινό αγώνα πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, για το Εθνος. Είναι ο αγώνας για να τιμηθούν οι ένδοξοι νεκροί και οι αγέννητοι. Ο Εθνικισμός δεν είναι μόνο μια ιδεολογία του έθνους, αλλά και μια συνολική κοινωνική ιδεολογία» 7.

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ «ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ»

Χρειάζεται να σταθούμε αναλυτικά στη συνολική πολιτική πρόταση της ΧΑ («Νέα εθνική πολιτική» 8), προκειμένου να δούμε πιο ανάγλυφα τον αστικό χαρακτήρα αυτής της πολιτικής δύναμης και να αντιληφθούμε τις μεθόδους με τις οποίες επιχειρεί να διεισδύσει και να αποκτήσει μαζική επιρροή σε εργατικά-λαϊκά στρώματα. Η διεξοδική μελέτη της πολιτικής της πρότασης καταδεικνύει ότι η υποτιθέμενη μονομέρεια αυτής της οργάνωσης (μεταναστευτικό) αποτελεί μια απλουστευτική ερμηνεία των θέσεών της. Φυσικά το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί κεντρικό μοτίβο της προπαγάνδας της, τη βιτρίνα της πολιτικής αυτής δύναμης, αλλά προκύπτει και εντάσσεται στη συνολικότερη στρατηγική της πρόταση, ενώ η υπερπροβολή του στην τρέχουσα δράση της οργάνωσης μπορεί να αποτελεί κίνηση τακτικής που στοχεύει στην εύκολη στρατολόγηση ενός δυναμικού από τις πιο υποβαθμισμένες αθηναϊκές (και όχι μόνο) συνοικίες.

Θα εξετάσουμε την πολιτική πρόταση της ΧΑ, ακολουθώντας ένα σχηματικό χωρισμό σε βασικές ενότητες.
Α. ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Το ζήτημα αυτό, σήμα κατατεθέν της ΧΑ, συνδέεται προπαγανδιστικά στις θέσεις της με τα ζητήματα της απώλειας εθνικής κυριαρχίας και της ξενικής κατοχής. Επισείεται με έντονο τρόπο ο κίνδυνος «αλλοίωσης της πληθυσμιακής σύνθεσης» και μετατροπής του «εθνικού κράτους σε πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό» κατ’ επιταγή της «παγκοσμιοποίησης». Το μεταναστευτικό ζήτημα παρουσιάζεται αναπόσπαστα δεμένο με τα ζητήματα της αυξημένης εγκληματικότητας και της λεγόμενης επανεμφάνισης λοιμωδών νοσημάτων. Με τον ίδιο τρόπο που η αντι-μεταναστευτική προπαγάνδα συνδέεται με την καλλιέργεια της εθνικής φοβίας και η βίαιη δράση συμμοριών ενάντια στους μετανάστες επιχειρείται να δεθεί με τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα (χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η πρόσφατη διαδήλωση στην επέτειο των Ιμίων συνοδεύθηκε από «καταδρομικές» επιχειρήσεις ενάντια σε μετανάστες σε διάφορα σημεία της Αθήνας). Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι ανάλογες συνδέσεις δεν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο της ΧΑ, καθώς επαναλαμβάνονται κατά κόρον από τους βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ. στις παρεμβάσεις τους στο κοινοβούλιο.

Οι αντιλήψεις αυτές αποτελούν το υπόβαθρο για τη διαμόρφωση μιας επικίνδυνα αντιδραστικής πολιτικής πρότασης. Εκτός από τις προτάσεις εκείνες που φυσιολογικά θα ανέμενε κανείς με δεδομένη την πιο ευρέως γνωστή ρητορική της ΧΑ (π.χ. απέλαση όλων των λαθρομεταναστών), υπάρχουν και άλλες που φαίνεται να εκτείνονται και πέρα από το χώρο των παράνομων μεταναστών ή/και να αφορούν τις κοινωνικές συμμαχίες που προσπαθεί να οικοδομήσει η ΧΑ (και τμήματα της αστικής τάξης). Θα αναφερθούμε παρακάτω αναλυτικότερα στην πρόταση για καταδίκη της παράνομης εισόδου των μεταναστών ως κακουργήματος με ποινή την υποχρεωτική κοινωνική εργασία. Πολύ πιο σοβαρή και επικίνδυνη είναι η πρόταση να αποδίδονται πλήρη πολιτικά δικαιώματα και το δικαίωμα ιδιοκτησίας γης και ακινήτων μόνο στους Ελληνες στο γένος και στη συνείδηση. Η τελευταία αναφορά σκόπιμα αφήνει το έδαφος ανοιχτό για εξαιρέσεις (από τον «εθνικό κορμό») όχι μόνο στη βάση του γένους, αλλά και στη βάση ιδεολογικών, πολιτικών και λοιπών αντιλήψεων.
Β. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι βασικές εκτιμήσεις της ΧΑ στο πεδίο της οικονομίας είναι οι παρακάτω:

• Απαξίωση της εθνικής παραγωγής με καταστροφή του παραγωγικού ιστού. Το 80% του παραγωγικού ιστού έχει μετατραπεί σε μεταπρατικό, εισαγωγικό, εξυπηρετητή ξένων συμφερόντων.

Πρόκειται για επικίνδυνη παραλλαγή του αστικού ιδεολογήματος ότι η Ελλάδα «δεν παράγει τίποτα». Πατάει σε μια διαστρεβλωμένη, αστική ερμηνεία των εννοιών της (καπιταλιστικής) παραγωγής και του βιομηχανικού κεφαλαίου που τείνουν να τις περιορίζουν στην εμπράγματη παραγωγή της μεταποίησης. Εμφανίζει τον ελληνικό μονοπωλιακό καπιταλισμό του 21ου αιώνα ως κολοβό και υπανάπτυκτο, συσκοτίζοντας την πραγματικότητα και ανοίγοντας το δρόμο σε αυταπάτες περί δυνατοτήτων ενός διαφορετικού, υγιούς δρόμου καπιταλιστικής ανάπτυξης. Φλερτάρει έτσι με διαχρονικά ιδεολογήματα περί «μεταπρατικής» αστικής τάξης, «αποβιομηχάνισης» κλπ., που γνώρισαν ιδιαίτερη διάδοση μέσω των ποικιλώνυμων θεωριών περί εξάρτησης και επέδρασαν ακόμα και στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος.

• Ερήμωση της υπαίθρου, μεθοδευμένη καταστροφή της γεωργίας, κλείσιμο των εργοστασίων παραγωγής ζάχαρης, της κλωστοϋφαντουργίας και δεκάδων άλλων παραγωγικών τομέων συνδεδεμένων με τη γεωργική καλλιέργεια. Αποτέλεσμα, από την εσωτερική επάρκεια και τις εξαγωγές να εισάγουμε πλέον άνω του 80% των προϊόντων για τη διατροφή μας.

Είναι μια εκτίμηση που πατάει φυσικά σε αντικειμενικά γεγονότα - προβλήματα και αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης εκτίμησης για τον παραγωγικό ιστό της χώρας. Παρασιωπά ότι η άλλη όψη της δραστικής συρρίκνωσης της μικρής αγροτιάς τα τελευταία 30 χρόνια («καταστροφή της γεωργίας») είναι η καπιταλιστική ανάπτυξη κλάδων της αγροτικής παραγωγής (ιδιαίτερα της κτηνοτροφίας) και η αύξηση της μισθωτής εργασίας στον «πρωτογενή» τομέα, κύρια μεταναστών εργατών γης. Πιθανά με τον τρόπο αυτό αναζητεί συμμάχους ανάμεσα σε μεσαία στρώματα αγροτών που χτυπιούνται σήμερα από τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και την πίεση των μονοπωλίων, καλλιεργώντας αυταπάτες ότι μια άλλη πολιτική στο έδαφος του καπιταλισμού μπορεί να τους διατηρήσει μακροπρόθεσμα στην αγροτική παραγωγή. Είναι χαρακτηριστική η προβολή ειδήσεων στην ιστοσελίδα της ΧΑ για την «αύξηση» της επιρροής εθνικιστικών συνθημάτων στην Κρήτη, με δεδομένη την ταξική διαστρωμάτωση της αγροτιάς στην περιοχή αυτή.

Σε στενή συσχέτιση με τα παραπάνω, ιδιαίτερη προσοχή και αντιμετώπιση χρειάζεται η θέση της ΧΑ (δες και ανάλογη πρόταση του ΛΑ.Ο.Σ.) για υποχρεωτική εργασία (στην ουσία καταναγκαστικά έργα) παράνομων λαθρομεταναστών που συλλαμβάνονται. Πρόκειται για πρόταση που μπορεί να κεντρίσει τα πιο ταπεινά ιδιοκτησιακά ελατήρια του μεσαίου αγρότη στο να αναζητά πάμφθηνη, μισο-δουλική εργασία. Μπορούμε να βρούμε ιστορικές αναλογίες στον τρόπο που το ναζιστικό καθεστώς χρησιμοποίησε εκατομμύρια Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου, όχι μόνο σε βιομηχανικές δραστηριότητες, αλλά και ως εργάτες γης στα κτήματα των Γερμανών αγροτών. Σε περίοδο καπιταλιστικής κρίσης, τη δεκαετία του 1930, στρατόπεδα εργασίας, όπου καταναγκαστικά οδηγούσαν και ημεδαπούς ανέργους, υπήρξαν στις ΗΠΑ κ.α.

• Η ναυτιλία μας, μια παγκόσμια δύναμη, ενώ θα μπορούσε να μετατρέψει τον Πειραιά σε διεθνές ναυτιλιακό κέντρο, να συμβάλει στην ανάπτυξη της ναυπηγικής βιομηχανίας καθώς και σε άλλους τομείς της οικονομίας, μεθοδευμένα απαξιώθηκε. Οι ναυτικοί μας που συνέβαλαν τα μέγιστα στην καθιέρωσή της, με την εμπειρία, την εργατικότητα και το φιλότιμό τους, αντί να είναι περιζήτητοι, αντικαταστάθηκαν από τριτοκοσμικούς.

Για μια ακόμα φορά η υποτιθέμενη «απαξίωση» μιας καπιταλιστικής βιομηχανικής δραστηριότητας παραμένει χωρίς έναν ορατό ένοχο, ξεπλένοντας έτσι το εφοπλιστικό κεφάλαιο και τις αναγκαιότητες αναπαραγωγής του. Ο ίδιος βέβαια ο προβαλλόμενος στόχος για Πειραιά - διεθνές ναυτιλιακό κέντρο αποτελεί πάγια στρατηγική επιδίωξη των εφοπλιστών. Το πραγματικό φαινόμενο της δραστικής συρρίκνωσης του αριθμού των Ελλήνων ναυτεργατών και της αντικατάστασής τους από κακοπληρωμένους ναυτεργάτες, κύρια από ασιατικές χώρες, παρουσιάζεται ωσάν να αποτελεί ευθύνη των τελευταίων, κάποια διεθνή κοσμοπολίτικη συνωμοσία.

• Οι πολυεθνικές δρουν ανεξέλεγκτα, δημιουργούν καταναλωτικά πρότυπα και ψεύτικες πλασματικές ανάγκες. Κατακλύζουν με τα προϊόντα τους τη χώρα και επιβάλλουν την αγορά τους. Ενώ, ταυτόχρονα μπαίνουν ανυπέρβλητα εμπόδια σε όποια μη ελεγχόμενη, από το σύστημα, ελληνική αναπτυξιακή προσπάθεια.

Σε συνέχεια της συνολικότερης λογικής των εκτιμήσεων της ΧΑ, το πρόβλημα φαίνεται να εντοπίζεται στην ανεξέλεγκτη δράση των διεθνικών μονοπωλιακών συγκροτημάτων, που ως εκπρόσωποι ενός διεθνούς κοσμοπολίτικου «συστήματος» (η λέξη «σύστημα» χρησιμοποιείται κατά κόρον από τη ΧΑ και αναφέρεται στο ρόλο διεθνών οργανώσεων όπως η Μπίλντεμπεργκ, τα λεγόμενα εβραϊκά λόμπυ, η Τριμερής κλπ.) και με τη βοήθεια του ντόπιου πολιτικού προσωπικού, δρουν ασύδοτα στην ελληνική οικονομία. Καλλιεργούνται αυταπάτες (παρόμοιες με τις αυταπάτες που καλλιεργούν άλλοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί ιδεολογικά χώροι) ότι μια διαφορετική πολιτική μπορεί να δώσει λύση, ελέγχοντας τη δράση των πολυεθνικών και στηρίζοντας ντόπιες (καπιταλιστικές) «αναπτυξιακές προσπάθειες». Η ΧΑ διαπιστώνει πλασματικές καταναλωτικές ανάγκες και δεδομένου ότι δεν αμφισβητεί ως κριτήριο για την παραγωγή το καπιταλιστικό κέρδος, η θέση αυτή εντάσσεται πλήρως στην κυρίαρχη αστική λογική του «καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε».

Εχει σημασία εδώ να αναφέρουμε ότι η ΧΑ είναι δραστήρια, μαζί και με άλλες τέτοιου τύπου οργανώσεις, σε πρωτοβουλίες στήριξης «πατριωτών» επιχειρηματιών και προβολής ελληνικών προϊόντων, σε αντιπαράθεση με αυτά πολυεθνικών εταιριών.

• Η Πατρίδα μας υπό κατοχή. Το ντόπιο διεφθαρμένο πολιτικό κατεστημένο, γαντζωμένο στην εξουσία, εκτελεί όλες τις εντολές εξάρτησης και υποταγής, ξεπουλώντας την πατρίδα. Με μοχλό επιβολής το διεθνές τραπεζικό σύστημα παραχωρήθηκε η εθνική μας κυριαρχία. Η εδαφική μας ακεραιότητα αμφισβητείται. Η δημόσια περιουσία εκποιείται.

Είναι εντυπωσιακή στο παραπάνω απόσπασμα η ταύτιση των εκτιμήσεων - προπαγανδιστικών θέσεων της ΧΑ στη σημερινή συγκυρία της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης με τις «εθνικο-ανεξαρτησιακές» θέσεις διάφορων πολιτικών δυνάμεων που αυτό-τοποθετούνται στον αριστερό-προοδευτικό χώρο: κεντρική ευθύνη του διεθνούς τραπεζικού συστήματος (βλ. εισαγόμενη χρηματοπιστωτική κρίση), η Ελλάδα υπό κατοχή με απώλεια εθνικής κυριαρχίας, οι πολιτικές ηγεσίες εξαρτημένες και σε θέση εκτελεστή-μαριονέτας των ξένων. Χαρακτηριστικό της όσμωσης τέτοιων φαινομενικά αντιδιαμετρικών ιδεολογικών χώρων είναι τα μικτά ακροατήρια στις ομιλίες του Καζάκη, του Θεοδωράκη ή στις συγκεντρώσεις των πλατειών.

Τα συγκεκριμένα ζητήματα αναδεικνύονται σήμερα σε κορυφαία θέματα της ιδεολογικής ταξικής πάλης. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η δυνατότητα τέτοιων ιδεολογημάτων να εισχωρήσουν και να επηρεάσουν καθοριστικά την αυθόρμητη συνείδηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων που τείνει να αντιλαμβάνεται το φαινόμενο και όχι την ουσία. Να στοχοποιεί την τράπεζα (που τον συμπιέζει και τον ίδιο προσωπικά με τις δόσεις του δανείου), αλλά όχι την καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή (που μπορεί να έχει και μια θετική αντήχηση στο μυαλό, στα πλαίσια του ιδεολογήματος ότι «η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα»). Να καταδικάζει το ρόλο των ξένων (στη βάση και της συλλογικής συνείδησης που συντηρεί τις μνήμες της δράσης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στη χώρα), αλλά όχι την ντόπια αστική τάξη (που «δίνει δουλειά» και που εντάσσεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο «είμαστε όλοι Ελληνες»). Να βλέπει το αστικό πολιτικό προσωπικό ως καρπαζοεισπράκτορες που αξίζουν τουλάχιστον τη χλεύη, αλλά να αφήνει ταυτόχρονα ανοιχτό ένα παραθυράκι συγχώρεσης, αν αυτό «ορθώσει ανάστημα και διαπραγματευθεί».

Πρόκειται για σύνθετα ζητήματα, γιατί αγγίζουν τον πυρήνα της καπιταλιστικής οικονομίας και της αστικής εξουσίας: το μηχανισμό της εκμετάλλευσης και της παραγωγής υπεραξίας, το ρόλο του αστικού κράτους και των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών, την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία και τους θεσμούς της. Απαιτούν οξυμένη ιδεολογική αντιπαράθεση με τους πολιτικούς φορείς τέτοιων απόψεων, αλλά ταυτόχρονα υπομονετική, εξαντλητική συζήτηση με τον εργατόκοσμο που τις ενστερνίζεται. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η επίδραση κάποιων τέτοιων αντιλήψεων και σε κομμάτι του δυναμικού μας ή του κομματικού περίγυρου, όχι μόνο ως αποτέλεσμα της πίεσης του ταξικού αντίπαλου, αλλά και ως υπολείμματα παλιότερων κομματικών επεξεργασιών των δεκαετιών του 1970 και του 1980 (που περιείχαν εκτιμήσεις περί υποτέλειας, εξάρτησης ως πολιτική επιλογή της άρχουσας τάξης, ξενοκρατίας).

Η κεντρική ιδεολογική θέση της πολιτικής πρότασης της ΧΑ στα ζητήματα της οικονομίας μοιάζει να συμπυκνώνεται στη φράση: «Οπως δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή οικονομία χωρίς την ιδιωτική πρωτοβουλία, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει και χωρίς Δημόσιο τομέα» 9. Στο βασικό της λοιπόν αυτό προγραμματικό ντοκουμέντο αναγνωρίζεται η κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία πίσω από τον όρο «ιδιωτική πρωτοβουλία» και προβάλλεται η αναγκαιότητα αρμονικής συνύπαρξης ατομικής καπιταλιστικής και κρατικο-καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας ως μια γενική θέση αρχών. Υποκρύπτεται επομένως το γεγονός ότι κάθε φορά, σε κάθε συγκυρία, οι αναγκαιότητες αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου είναι εκείνες που επιτάσσουν το εύρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας του αστικού κράτους και όχι κάποιες γενικές αρχές κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι προτείνεται οι «στρατηγικοί τομείς» της οικονομίας να «ελέγχονται» από το κράτος, με απροσδιόριστο το τι αποτελεί στρατηγικό τομέα και σε τι συνίσταται ο έλεγχος, πέρα από την αναφορά σε μια διατήρηση της πλειοψηφίας των μετοχών στον έλεγχο του κράτους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Εχει ενδιαφέρον ότι σε άλλο (πιο ιδεολογικό) ντοκουμέντο η οργάνωση τοποθετείται ως «εχθρός της μεγάλης και εκμεταλλευτικής ιδιοκτησίας, είτε ντόπιας είτε διεθνιστικής, όσο και υπέρμαχος της οικογενειακής μικροϊδιοκτησίας του κλήρου ή τεμένους των προγόνων μας» 10. Παρά τη φραστική διαφοροποίηση, και σε αυτό το κείμενο δε γίνεται λόγος για κατάργηση της καπιταλιστικής επιχειρηματικής δράσης, αλλά μόνο για έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας γενικά, ώστε αυτή να μην μπορεί να «χειραγωγήσει» το λαό. Οι προπαγανδιστικές αυτές κορώνες ενάντια στη μεγάλη ιδιοκτησία («πλουτοκρατική ολιγαρχία») και υπέρ της μικροϊδιοκτησίας παραπέμπουν ευθέως στα προ του 1933 κηρύγματα του εθνικοσοσιαλισμού με στόχο τη διείσδυσή του στα μικροαστικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου και τη στήριξή του από αυτά. Η ιστορική πείρα αποδεικνύει το πώς έντεχνα χρησιμοποιήθηκαν για να προωθηθούν οι αντιδραστικοί σχεδιασμοί του κεφαλαίου μέσα από μια συγκεκριμένη μορφή κρατικομονοπωλιακής διαχείρισης. Η ιστορική εμπειρία στο ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη αξία στην ιδεολογική μας αντιπαράθεση, γιατί η ΧΑ θα τείνει συχνά να εμφανίζεται στο πεδίο της προπαγάνδας ως αντιπλουτοκρατική δύναμη. Π.χ. οργάνωσαν προβοκατόρικη παρέμβαση δήθεν στήριξης των απεργών χαλυβουργών, ενώ είχε προηγηθεί η ανακοίνωση του πυρήνα της ΧΑ στο Βόλο, που καλούσε τους εργάτες της εκεί Χαλυβουργίας να μην απεργήσουν και να δεχτούν τις μειώσεις μισθών.

Επιμέρους πλευρές της πρότασης της «Χρυσής Αυγής» στο πεδίο της οικονομίας 11

• «Καταγγελία του Μνημονίου και όλων των δανειακών συμβάσεων».

Ο γενικόλογος αυτός καταγγελτικός λόγος για το Μνημόνιο και τα δάνεια αποφεύγει την οποιαδήποτε αναφορά στους στόχους που εξυπηρετούν οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις που προωθούνται (μέσα και από το μνημόνιο). Η ΧΑ προτείνει την άρνηση πληρωμής του μέρους του κρατικού χρέους που κρίνεται «παράνομο» και «επαχθές». Σε συσχέτιση με τις προτάσεις για αναπροσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών (δες παρακάτω) γίνεται καθαρό ότι η αντίθεση της ΧΑ δεν αφορά ούτε την ουσία των συγκεκριμένων πολιτικών ούτε το δανειακό δέσιμο της χώρας από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα γενικά.

• «Αποδέσμευση από διεθνείς οργανισμούς που δεν εξυπηρετούν τα εθνικά μας συμφέροντα».

Σε μια τέτοια φαινομενικά σοβαρή πρόταση θα περίμενε κανένας να αναφέρονται οι διεθνείς εκείνοι οργανισμοί που η ΧΑ θεωρεί επιζήμιους για τα εθνικά συμφέροντα. Η σκόπιμη ασάφεια στο παραπάνω σημείο, η έλλειψη ρητής αναφοράς σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, καταδεικνύει από μια ακόμα πλευρά ότι η ΧΑ ψαρεύει σε θολά νερά και επιχειρεί μέσα από έναν κάλπικο αντιιμπεριαλισμό (ή καλύτερα αντι-δυτική ρητορεία) να αποκρύψει τη στήριξή της στην αναγκαιότητα διεθνών συμμαχιών της μιας ή της άλλης μορφής του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Εξάλλου, η υπεράσπιση της εθνικής (καπιταλιστικής) αγοράς δεν αντιβαίνει στην οικοδόμηση διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης, ο προσανατολισμός και το βάθος των οποίων καθορίζεται από τις κάθε φορά αναγκαιότητες αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου και από τη θέση της εγχώριας αστικής τάξης στη διεθνή πυραμίδα.

• «Ναι στην Ευρώπη των Εθνών, όχι στην Ευρώπη του κεφαλαίου και των τοκογλύφων».

Εχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι τόσο οι οπορτουνιστές, όσο και οι εθνικιστές, αποφεύγουν να ονοματίζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση όταν εμφανίζονται να της ασκούν κριτική. Αρκεί κανείς να αντικαταστήσει το «Ευρώπη των εθνών» στο παραπάνω σύνθημα με το «Ευρώπη των λαών», προκειμένου να βρεθεί στα ντοκουμέντα του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΚΕΑ, με αποδοχή και στις δύο περιπτώσεις του νομοτελειακού χαρακτήρα της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστική η θέση που διατύπωσε ο ΓΓ της ΧΑ σε συνέντευξή του στην ΕΤ1, στις 29 Απρίλη 2012, ότι είναι αντίθετος με την έξοδο από το ευρώ γιατί το έχουμε χιλιοπληρώσει.

• «Νέες στρατηγικές συμμαχίες, γεωπολιτικά και ιστορικά αποδεκτές».

Πρόκειται για κεντρικό στοιχείο της πολιτικής πρότασης της ΧΑ, στοιχείο που όλο και περισσότερο τονίζεται και εκλαϊκεύεται στα κείμενά της και στην αρθρογραφία της ηγεσίας της. Είναι ενδεικτικά παλιότερο άρθρο του Μιχαλολιάκου με τον τίτλο «Ελλάς, Ρωσία και εθνική ανεξαρτησία» και το πρόσφατο άρθρο του Κασιδιάρη «Ανάλυση: στροφή προς τη Ρωσία». Η συλλογιστική αυτής της πρότασης βλέπει τον Πούτιν ως πιθανό εκφραστή των «εθνικών δυνάμεων» της Ρωσίας, ενάντια στους Εβραίους ολιγάρχες της Ρωσίας και το διεθνές σύστημα της παγκοσμιοποίησης. Για την Ελλάδα, που είναι (ήδη από το 2007 κατά το Μιχαλολιάκο) «προτεκτοράτο» των ΗΠΑ και στην οποία «ο από Βορρά κίνδυνος είναι πολύ αμφίβολος, σε σχέση με τον από Ανατολάς», η στροφή προς τη Ρωσία αποτελεί μια ευκαιρία.

Στις σημερινές συνθήκες η πολιτική αυτή πρόταση της ΧΑ μοιάζει να διευρύνεται παραπέρα και να περιλαμβάνει: α) σύναψη δανειακής σύμβασης με τη Ρωσία, β) κοινή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ελλάδας, πρώτα και κύρια των ενεργειακών, γ) συμβολή της Ρωσίας στην προάσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και δ) άνοιγμα των ελληνικών εξαγωγών στη Ρωσική αγορά.

Σημειώνουμε ότι η ρητορική αυτή για την ανάγκη διευρυμένων σχέσεων με τη Ρωσία αποτελεί κοινό τόπο και με ορισμένα τμήματα από το ευρύτερο «αντι-μνημονιακό» στρατόπεδο: από πολιτικές δυνάμεις και σχήματα (ΣΥΡΙΖΑ, «Σπίθα» - Θεοδωράκης κλπ.) έως δημοσιολόγους (Τράγκας κλπ.), αλλά και γραφικούς, με μαζική όμως αντήχηση σε λαϊκά στρώματα, τηλεσχολιαστές (Λιακόπουλος). Αντίθετες με τις συγκεκριμένες προτάσεις για στενότερη προσέγγιση με τη Ρωσία είναι κάποιες άλλες δυνάμεις του εθνικιστικού χώρου, π.χ. η εφημερίδα «Στόχος».

• «Ανάπτυξη με ανάταση της εθνικής παραγωγής για αυτάρκεια και ισχυρή Ελλάδα».

Για μια ακόμα φορά οι γενικόλογες αναφορές της ΧΑ σε «εθνική παραγωγή» και «ισχυρή Ελλάδα» αποδεικνύουν ότι επιχειρεί να αντλήσει υποστήριξη ανθρώπων με διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές ή κομματικές καταβολές, από ανεξαρτησιακούς, εκσυγχρονιστές έως λαϊκούς δεξιούς. Παρά τους φραστικούς βερμπαλισμούς, παραμένει μία η σταθερά: η υπεράσπιση, αλλά και η παραπέρα στήριξη της καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, που καλλωπίζεται πίσω από φράσεις για «απελευθέρωση όλων των δημιουργικών δυνάμεων του τόπου» και για ειδικά προγράμματα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

• «Το τραπεζικό σύστημα επαναπροσδιορίζεται, σε αναπτυξιακό και κοινωνικό […] Αμεση εθνικοποίηση των τραπεζικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου και συγχώνευση των φαλιρισμένων ιδιωτικών τραπεζών σε μια ισχυρή εθνική τράπεζα. Η αγροτική τράπεζα αποσύρεται από το χρηματιστήριο, γίνεται 100% κρατική και μετατρέπεται σε ουσιαστικό μοχλό ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής».

Πρόκειται για άλλο ένα σημείο εντυπωσιακής συνταύτισης της πρότασης της ΧΑ με την κυρίαρχη αντι-μνημονιακή ρητορική. Συγκαλύπτει βέβαια, όπως και η τελευταία, τον κεντρικό ρόλο των τραπεζών στο σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής και της ανάπτυξής της, το αξεχώριστο της ύπαρξης του πλασματικού κεφαλαίου και του χρηματιστηριακού παρασιτισμού από τη λειτουργία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αποκρύπτει ότι η λειτουργία κρατικών τραπεζών στις συνθήκες του καπιταλισμού εξυπηρετεί τις γενικότερες αναγκαιότητες αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου και όχι φυσικά τα συμφέροντα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Εχει ενδιαφέρον η ειδική αναφορά σε μια πλήρως κρατική αγροτική τράπεζα - δένει με τις διαπιστώσεις της ΧΑ για την αγροτική παραγωγή που σημειώθηκαν παραπάνω και εκφράζει το ειδικό βάρος που επιζητεί να αποκτήσει στα μικροαστικά στρώματα της υπαίθρου.

• «Eλάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης και εξασφάλιση της κύριας κατοικίας. Διαγραφή χρεών προς ανακούφιση χαμηλών στρωμάτων και αναγκαστική για τις τράπεζες επαναδιαπραγμάτευση όλων των δανείων».

Σημειώνουμε τα παραπάνω από μια σειρά προτάσεων που αφορούν το βιοτικό επίπεδο, γιατί αποκαλύπτουν την εξαιρετικά στοχευμένη προσπάθεια της ΧΑ να αποκτήσει ένα μαζικό ακροατήριο σε εργατικά και μικροαστικά στρώματα, προσφέροντας βερμπαλιστικές υποσχέσεις με αόριστο περιεχόμενο. Είναι ενδεικτική η χρήση των εννοιών «εξασφάλιση», «ελάχιστο όριο» και «επαναδιαπραγμάτευση».
Γ. ΚΡΑΤΟΣ - ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Στα ζητήματα αυτά βασική ιδεολογική σταθερά της ΧΑ αποτελεί η αντίληψή της για το «λαϊκό κοινωνικό» κράτος, πολιτική οργάνωση του έθνους. Το κράτος αποτελεί αναγκαιότητα, προκειμένου να μη φθίνει, αλλά να αναπτύσσεται το έθνος. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, την πολιτική εξουσία διαθέτει ο λαός «χωρίς κομματικούς προαγωγούς». Το κράτος, διαμέσου της ισονομίας και της «πολιτικά ιεραρχημένης κοινωνικής ισότητας», εξασφαλίζει ότι «δεν υπάρχει κοινωνική διαστρωμάτωση με βάση τις εισοδηματικές - οικονομικές τάξεις. Οι λαϊκές τάξεις είναι συνεργαζόμενες οργανικά, ομάδες ανθρώπων με άλλες παραγωγικές ειδικές ικανότητες και δεξιότητες η κάθε μια» 12.

Πέρα και πάνω από τις βερμπαλιστικές αοριστίες και τις προπαγανδιστικές κορώνες ενάντια στις «ολιγαρχίες του χρήματος» που δήθεν βρίσκονται εκτός του εθνικού κορμού, γίνεται φανερό ότι η πολιτική αυτή πρόταση δε θέτει υπό αμφισβήτηση την ταξική διαίρεση της κοινωνίας, άρα την ίδια την ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Επιχειρεί να στομώσει και να καθυποτάξει την ταξική πάλη της εργατικής τάξης (την οποία βέβαια δεν αναγνωρίζει ως αυτοτελές κοινωνικό υποκείμενο με ιδιαίτερη ιστορική αποστολή) στο όνομα του κοινού εθνικού συμφέροντος, καλλιεργώντας την αυταπάτη ότι είναι δυνατό η ταξική διαίρεση να μην οδηγήσει σε «κοινωνική διαστρωμάτωση». Η ισότητα των ευκαιριών και η ισονομία αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του αστικού κράτους από τις απαρχές του, δίχως βέβαια να αποτρέπουν στο ελάχιστο την εμφάνιση των «ολιγαρχιών του χρήματος». Σε τελική ανάλυση, και η πολιτική πρόταση της ΧΑ δεν επιζητεί φυσικά την κατάργηση (απαλλοτρίωση) αυτών των ολιγαρχιών, αλλά την αξιοκρατική δήθεν ανάδειξή τους μέσα από τη διαμεσολάβηση του «λαϊκού κράτους» και του εθνικισμού.

Στα ντοκουμέντα της η ΧΑ είναι εξαιρετικά προσεχτική στο να μη θίξει τον πυρήνα της αστικής κρατικής εξουσίας, αλλά να στιγματίσει τη μορφή διαχείρισης του κρατικού μηχανισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στην κατάσταση των Ενόπλων Δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστική η συνθηματολογική κριτική της για «διαφθορά, αδιαφάνεια, αναξιοκρατία, κομματικά ρουσφέτια, ποσά σε ημέτερους» που οδηγούν στο να «χάνονται οι δημιουργικές και άξιες δυνάμεις του τόπου».13 Οι αναφορές των κειμένων της στην «αποδυνάμωση» των Ενόπλων Δυνάμεων και η κριτική για εξοπλισμούς «χώρο σκανδάλων και εξάρτησης» συνδέονται αδιάρρηκτα με αυτό που η ίδια φαίνεται να θεωρεί ως προνομιακό πεδίο των θέσεών της, τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα (δεν είναι τυχαίο ότι επιλέγεται η ημερομηνία των γεγονότων στα Ιμια -ως αφορμή και ως όχι ως αιτία, όπως τονίζεται- για τη διοργάνωση των κεντρικών ετήσιων μαζικών κινητοποιήσεων της ΧΑ). Σε συνέχεια των ανάλογων θέσεων στο πεδίο της οικονομίας, και εδώ τα βέλη της στρέφονται ενάντια σε ένα νεφελώδες «διεθνές ανθελληνικό σύστημα» που«μεθοδεύει το διαμελισμό και τη συρρίκνωση της Ελλάδας».

Στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής πρότασης για τα ζητήματα των θεσμικών οργάνων και λειτουργιών του αστικού κράτους, η ΧΑ εμφανίζεται να περιορίζεται σε διαχειριστικές προτάσεις που αποτελούν κοινό τόπο και με άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις: κατάργηση του νόμου «περί ευθύνης υπουργών» και της βουλευτικής ασυλίας, έλεγχος του «πόθεν έσχες» από το 1974 και δήμευση της περιουσίας για όσους πλούτισαν σε βάρος του ελληνικού λαού, ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, μείωση αποδοχών βουλευτών και χρηματοδότησης κομμάτων κλπ.

Οι μόνες πλευρές της κρατικής δραστηριότητας στις οποίες δίνει ιδιαίτερη έμφαση η ΧΑ είναι η εξωτερική πολιτική και τα ζητήματα των ενόπλων δυνάμεων. Αξίζει να σταθούμε και εμείς αναλυτικότερα στις συγκεκριμένες προτάσεις, γιατί εκφράζουν έναν ανοιχτά αντιδραστικό και αντεπαναστατικό προσανατολισμό. Ανεξάρτητα από το μέγεθος της συγκεκριμένης οργάνωσης, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τη ζύμωση τέτοιων αντιλήψεων (ή υποσυνόλων τους για το ένα ή το άλλο ζήτημα) μέσα σε εργατικά-λαϊκά στρώματα, ιδιαίτερα στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και αναζήτησης εξωτερικών εχθρών.

Επιγραμματικά σημειώνουμε για τα επιμέρους θέματα της εξωτερικής πολιτικής:

• Μακεδονία. Ολόκληρη η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας θεωρείται ελληνική από τους αρχαίους χρόνους, με τμήματά της να παραμένουν εκτός της χώρας. Κατά τη ΧΑ πρέπει να θεωρείται «αδίκημα εσχάτης προδοσίας» η αναγνώριση της ΠΓΔΜ με όνομα που θα περιέχει τη λέξη Μακεδονία.

• Βόρεια Ηπειρος. Προτείνεται η απόδοση της υπηκοότητας στους Βορειοηπειρώτες και η εφαρμογή των συμφωνηθέντων στο πρωτόκολλο της Κέρκυρας για την αυτονομία της περιοχής. Ως τελικός στόχος παραμένει η «απελευθέρωση» και ενσωμάτωση στην Ελλάδα.

• Κύπρος. Στη βάση της θέσης ότι «η Κύπρος είναι Ελλάδα», προβάλλεται η ανάγκη συνδρομής στον αγώνα για την απελευθέρωση των Κατεχόμενων και προτείνεται η απόδοση και ελληνικής υπηκοότητας στους Ελληνοκύπριους.

• Αιγαίο. Πέρα από τα λεγόμενα για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια και για άμεση χάραξη υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η πρόταση για δημιουργία και εξοπλισμό νησιωτικής εθνοφρουράς. Εξετάζοντας τις προτάσεις της ΧΑ για τα ζητήματα του Αιγαίου, θυμίζουμε όσα ειπώθηκαν παραπάνω για τον αναπροσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών της Ελλάδας, με τα περί στροφής προς τη Ρωσία και ενισχυμένου ρόλου της τελευταίας στην εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων και όχι μόνο.

• Θράκη. Αποτελεί κατεξοχήν προνομιακό χώρο για την καλλιέργεια εθνικιστικών προτάσεων, όπως αυτές για κλείσιμο του τουρκικού προξενείου και για πρόγραμμα «συνειδησιακής επανελληνοποίησης» των Πομάκων.

Στα ζητήματα των Ενόπλων Δυνάμεων περιλαμβάνονται επίσης μια σειρά προτάσεις με αντιδραστικό προσανατολισμό, όπως η υποχρεωτική στράτευση στα 18, η αφαίρεση της ιθαγένειας σε όσους αρνούνται να υπηρετήσουν και η «αποβολή από την κοινωνία» και κυρίως η δημιουργία λυκείων στρατιωτικής και αστυνομικής κατεύθυνσης, φυτώρια αντιδραστικοποίησης της νεολαίας των λαϊκών στρωμάτων από μικρή ηλικία και πιθανής προετοιμασίας ημιστρατιωτικών σχηματισμών.

Οι θέσεις του Κόμματός μας για τους στρατηγικούς προσανατολισμούς του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου στην ευρύτερη περιοχή, τη σύμπλεξη αυτών των σχεδιασμών με τα σχέδια άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αλλά και τις αντιθέσεις μεταξύ τους, τα ιστορικά διδάγματα που έχουμε βγάλει από την εξωτερική πολιτική του αστικού κράτους στις διάφορες εποχές και από τη στάση του κομμουνιστικού κινήματος απέναντί της, αποτελούν ισχυρά εργαλεία αντιπαράθεσης με τα ιδεολογήματα του εθνικιστικού χώρου. Το σταθερό αμφίπλευρο μέτωπο των κομμουνιστών, τόσο απέναντι στον εθνικισμό των πατριδοκάπηλων όσο και απέναντι στον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου (αλλά και τον ψευτο-διεθνισμό - κοσμοπολιτισμό των οπορτουνιστών), διατηρεί πλέρια την ισχύ του.


ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Κεντρικό βάθρο, πάνω στο οποίο χτίζεται η πολιτική πρόταση της ΧΑ, αποτελεί η εκτίμηση ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντική γεωστρατηγική θέση και πλουτοπαραγωγικές πηγές (προβάλλονται τα ανεξερεύνητα κοιτάσματα νότια της Κρήτης και στο θαλάσσιο χώρο μέχρι την Κύπρο) που δεν αξιοποιούνται λόγω του ότι η κρατική πολιτική ηγεσία είναι «υπηρέτες ξένων συμφερόντων». Η εκτίμηση αυτή της ΧΑ πατάει φυσικά σε μια αντικειμενική πραγματικότητα, την ύπαρξη τέτοιων αναξιοποίητων πλουτοπαραγωγικών πηγών, ανεξάρτητα από το αν δίνεται απλουστευτικά με τον περιορισμό των αναφορών στα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Είναι πιθανό αυτή η «απλουστευτική» και αυστηρά εντοπισμένη αναφορά να αντανακλά και συγκεκριμένα μονοπωλιακά συμφέροντα (ντόπια και ξένα, π.χ. Ρωσικά) που στηρίζουν την πολιτική πρόταση της ΧΑ.

Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμηθεί η διεισδυτικότητα μιας τέτοιας εκτίμησης σε λαϊκά στρώματα που, είτε λόγω ιστορικών αναφορών (ενάντια στην Ελλάδα της υποτέλειας, την «ψωροκώσταινα» κλπ.) είτε λόγω αναζήτησης εύκολων λύσεων που θα αντιμετωπίσουν τη σημερινή ραγδαία συμπίεση του λαϊκού εισοδήματος (και θα μετατρέψουν δήθεν την Ελλάδα σε Σαουδική Αραβία), μπορούν να τραβηχτούν από το ψευτο-όραμα μιας νέας «αργοναυτικής εκστρατείας». (Ακόμα και αν δεν συνταχθεί ένας λαϊκός άνθρωπος με τις προτάσεις της ΧΑ, και η απλή ανοχή απέναντί της στο όνομα μιας νεφελώδους εθνικο-ανεξαρτησιακής ρητορείας αποτελεί σοβαρό κίνδυνο). Το ξεκαθάρισμα του «ποιος και για ποιον» αποτελεί και εδώ (στο ζήτημα της εκμετάλλευσης των ενεργειακών πηγών και των πλουτοπαραγωγικών πόρων γενικότερα) τη «λυδία λίθο» που ξεχωρίζει τη δική μας πρόταση.

Από την παραπάνω σύντομη έκθεση των πολιτικών εκτιμήσεων, αντιλήψεων και προτάσεων της ΧΑ γίνεται φανερό ότι αυτές δεν επικεντρώνονται αποκλειστικά στα ζητήματα των μεταναστών, όπως λαθεμένα εκτιμάται κάποιες φορές, παρόλο που το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί συχνά την «αιχμή του δόρατος» αυτού του πολιτικού χώρου. Συμπερασματικά, κάνοντας εκτίμηση στη βάση της συνολικής της πολιτικής πρότασης, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ΧΑ αποτελεί κομμάτι του αστικού πολιτικού συστήματος, όχημα για να διεισδύσουν σε εργατικά και λαϊκά στρώματα τα αστικά ιδεολογήματα και επιχειρήματα, προσαρμοσμένα και πασπαλισμένα με την «αντιπλουτοκρατική» χρυσόσκονη που απαιτούν οι συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της οξυμένης αντιλαϊκής επίθεσης.

Οι συνολικότερες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων καταδεικνύουν ότι η ολομέτωπη επίθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα συνοδεύεται από μια παράλληλη αντιδραστικοποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος. Η ιστορική πείρα (μαζί και αυτή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης) φανερώνει ότι η αστική τάξη διαθέτει την ευλυγισία και την πονηριά, προκειμένου να επιλέγει κάθε φορά την αναγκαία εκείνη μορφή κρατικής εξουσίας (κοινοβουλευτική δημοκρατία, φασισμό κλπ.) και τις αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις που θα είναι πιο αποτελεσματικές στην υπεράσπιση των συμφερόντων της και της δικτατορίας του κεφαλαίου. Εναπόκειται στην εργατική τάξη και την πρωτοπορία της, το Κομμουνιστικό Κόμμα, να χαλάσουν τους παραπέρα σχεδιασμούς του κεφαλαίου. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτό αποτελεί το να μην παρασυρθούν από τις αντιθέσεις μεταξύ μερίδων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, να μην καταντήσουν ουρά της μιας ή της άλλης μερίδας, να μην αντικρίζουν ως ιερούς και απαραβίαστους τους αστικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Χρειάζεται να αποκαλύπτουν ότι η αντίδραση «σε όλη τη γραμμή» αποτελεί νομοτελειακό συνοδοιπόρο του καπιταλισμού στο μονοπωλιακό του στάδιο, ότι μοναδικός σίγουρος τρόπος για τη συντριβή της δεν αποτελεί η υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας, αλλά το επαναστατικό τσάκισμα του αστικού κράτους συνολικά και το στέριωμα της προλεταριακής δικτατορίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Βασίλης Οψιμος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Ι. Β. Στάλιν: «Λογοδοσία στο 17ο Συνέδριο του Κόμματος», «Απαντα», τ. 13, σελ. 321-323.

2. T. Derbent: «La resistance communiste Allemande, 1933-1945», «Les Edition Aden», Belgique.

3. T. Derbent: «La resistance communiste Allemande, 1933-1945», «Les Edition Aden», Belgique.

4. Ουίλιαμ Φόστερ: «Ιστορία του Παγκόσμιου Συνδικαλιστικού Κινήματος», εκδ. «Εταιρεία Ελληνικού Βιβλίου», σελ. 100.

5. «Είμαι χρυσαυγίτης σημαίνει:», http://xryshaygh.wordpress.com/about/.

6. «Οι θέσεις μας», http://xryshaygh.wordpress.com/theseis.

7. «Γιατί εθνικισμός», http://xryshaygh.wordpress.com/2012/02/07.

8. «Οι θέσεις μας. Προτάσεις για μια νέα εθνική πολιτική», http://xryshaygh.wordpress. com/theseis/.

9. «Οι θέσεις μας. Προτάσεις για μια νέα εθνική πολιτική», http://xryshaygh.wordpress. com/theseis/.

10. «Είμαι χρυσαυγίτης σημαίνει:», http://xryshaygh.wordpress.com/about/.

11. «Οι θέσεις μας. Προτάσεις για μια νέα εθνική πολιτική», http://xryshaygh.wordpress. com/theseis/.

12. «Είμαι χρυσαυγίτης σημαίνει:», http://xryshaygh.wordpress.com/about/.

13. «Οι θέσεις μας. Προτάσεις για μια νέα εθνική πολιτική», http://xryshaygh.wordpress. com/theseis/.


Η ... αριστεροδεξιά κοροϊδία πάει σύννεφο !

Η ... αριστεροδεξιά κοροϊδία πάει σύννεφο !



Τα περί «εθνικής διαπραγμάτευσης» που με «εθνική ευθύνη» διεξάγει η συγκυβέρνηση για τον «εθνικό στόχο» της εξόδου από την κρίση παπαγαλίζουν βουλευτές ΝΔ - ΠΑΣΟΚ στη συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ.

Άρα τα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα που «τρέχουν» κι εκείνα που καταφθάνουν είναι για το καλό του λαού, άσχετα αν τα λαϊκά νοικοκυριά χάνουν σε εισοδήματα και δικαιώματα για να επιτευχθεί η «σιγουριά που ζητούν οι νέοι επενδυτές», όπως υποστήριξε ο υπουργός Εσωτερικών στη βουλή κάνοντας σαφές πως η διαπραγμάτευση γίνεται για τα συμφέροντα εγχώριων και ξένων κεφαλαιοκρατών.

Βέβαια πάντα μια κυβέρνηση το «αντιλαϊκό» το βαφτίζει «εθνικό» για να αναχαιτίσει τη λαϊκή οργή, ενώ η εμπειρία απέδειξε πως όταν η αξιωματική αντιπολίτευση δεν έχει κάτι διαφορετικό να πει το ρίχνει στην «προάσπιση της δημοκρατίας και των θεσμών».

Ακριβώς αυτό κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ !
Το έχει ρίξει στα περί «δημοκρατικής ευθύνης» για να προστατευθούν οι θεσμοί από τις «διαρκείς παραβιάσεις της δημοκρατικής νομιμότητας» της κυβέρνησης, η οποία μάλιστα «με τη στάση της δημιουργεί κινδύνους για τη δημοκρατία και για τη λειτουργία των θεσμών» είπε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Γ. Δραγασάκης, στη βουλή.

Και επειδή αυτή η ευθύνη είναι βαριά κάλεσε και άλλες «δημοκρατικές, προοδευτικές, πατριωτικές δυνάμεις» να βοηθήσουν με την ψήφο τους για να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνηση! ΚΙ έτσι να μπορέσει να δώσει σάρκα και οστά στα διαπιστευτήρια Τρίπρα από το Τέξας των ΗΠΑ προς τους επενδυτές και το κεφάλαιο.

Ωμή κοροϊδία με «εθνικό» και «δημοκρατικό» αποπροσανατολισμό από παλιούς και νέους τεχνίτες με πτυχίο Κομισιόν και μεταπτυχιακό ΔΝΤ.

(καθώς και ... διδακτορικό Τέξας, θα λέγαμε εμείς)

Πηγή: 902.gr

 . Αναρτήθηκε από faros

Είσαι ο κλασσικός Ελληνάρας εφόσον:

Είσαι ο κλασσικός Ελληνάρας εφόσον:



Είσαι ο κλασικος Ελληναρας εφοσον:
Αγαπημένη σου ασχολία όταν ταξιδεύεις στο εξωτερικό για να ξεφύγεις λίγο από την Ελλάδα, είναι να ψάχνεις για άλλους Έλληνες.
Καταλαβαίνεις τους Αλβανούς "από τη φάτσα".
Δεν σου κάνει εντύπωση γομάρι 30 χρονών να ζει με τους γονείς του.
Ποτέ δεν σου φτάνουν τα χρήματα για τα βασικά είδη ανάγκης, αλλά πάντα σου περισσεύουν για τα είδη πολυτελείας.
Μισείς τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά όνειρο ζωής είναι να γίνεις ένας από αυτούς.
Κυριακή πρωί κοινωνάς στην εκκλησία και το απόγευμα ρίχνεις
Χριστοπαναγίες στο γήπεδο.
Διπλοπαρκάρεις για τσιγάρα κλείνοντας το δρόμο και απολογείσαι σ’ αυτούς που κορνάρουν, αλλά στο παρακάτω στενό πλακώνεις τον οδηγό που έκανε ακριβώς το ίδιο.
Καυχιέσαι που ο γιος σου είναι μαμιάς και η κόρη σου παρθένα.
Προειδοποιείς με τα φώτα για μπλόκο αλλά παραπονιέσαι στον αστυνομικό ότι δεν δίνει κλήση και στους άλλους οδηγούς.
Και τελος, εδώ και πεντε χρονια βριζεις την κυβερνηση και λες πως θά 'κανες τα πάντα για να φυγει, την ημερα των εκλογων πας για μπανιο!
Πηγή: roadhouse
Αναρτήθηκε από TRASH

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΗΣ Ε.Τ.

Η ομιλία του Γ. Μαρίνου στην 15η Διεθνή Συνάντηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων




Βαρυσήμαντη παρέμβαση εκ μέρους του ΚΚΕ, έκανε ο Γιώργος Μαρίνος, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του Κόμματος, στην 15η Διεθνή Συνάντηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στη Λισαβόνα. Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας.

«Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες,

Ευχαριστούμε το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα για τη φιλοξενία και χαιρετίζουμε τις αντιπροσωπείες των ΚΚ που συμμετέχουν στην 15η Διεθνή Συνάντηση των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων.

Το ΚΚΕ τιμάει τον κομμουνιστή Αλβάρο Κουνιάλ, ΓΓ του Πορτογαλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, επιφανή παράγοντα του κομμουνιστικού κινήματος, που συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννησή του.

Ο Αλβάρο Κουνιάλ διέθεσε τη ζωή του στον αγώνα για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, για την υπόθεση του σοσιαλισμού, ήταν θερμός υπερασπιστής της αρχής του προλεταριακού διεθνισμού.

Οι αγώνες αυτής της γενιάς των κομμουνιστών μας εμπνέουν να συνεχίσουμε πιο αποφασιστικά τον αγώνα μας για την υλοποίηση των καθηκόντων που έχουμε μπροστά μας, για την ανατροπή του ξεπερασμένου καπιταλιστικού συστήματος.

Αγαπητοί σύντροφοι,

Οι εξελίξεις που ζούμε επιβεβαιώνουν την εκτίμηση ότι ο καπιταλισμός γίνεται συνεχώς πιο αντιδραστικός και επικίνδυνος, γεννάει κρίσεις και πολέμους. Καταδικάζει εκατομμύρια εργαζομένων στην ανεργία, στην φτώχεια, αδυνατεί να ικανοποιήσει τις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες.

Η κατάσταση αυτή εκδηλώνεται σε όλη την υδρόγειο και το Κομμουνιστικό Κίνημα έχει υποχρέωση να καταβάλλει τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια για τη δική του αυτοτελή ιδεολογική, πολιτική και μαζική πάλη, να κατακτήσει ενιαία επαναστατική στρατηγική.

Εκτιμούμε πως αυτό ακριβώς το ζήτημα επιβάλλεται να πάρει τη θέση που του ανήκει σε όλες τις συζητήσεις των ΚΚ σε συνδυασμό με τη συντονισμένη δράση για τα λαϊκά προβλήματα σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του κεφαλαίου.

Το Κομμουνιστικό Κίνημα είναι ανάγκη να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα, με ποια στρατηγική θα πατήσει γερά στα πόδια του και θα μπορέσει να εκφράσει κατά το δυνατόν αποτελεσματικά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων σε γραμμή σύγκρουσης με την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Αντιμετωπίζοντας το σοσιαλισμό όχι ως στόχο του απώτερου μέλλοντος αλλά ως ζήτημα της καθημερινής δράσης αφού η επικαιρότητά του προβάλλει μέσα από τα βάσανα των λαών.

Από αυτή τη σκοπιά θέλουμε να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σε ζητήματα που εκδηλώνονται διαφορετικές απόψεις, διαφωνίες στο κομμουνιστικό κίνημα παίρνοντας υπόψη ότι η θέση που υποστηρίζει ότι μπορούμε να προχωρήσουμε "στη βάση αυτών που συμφωνούμε" οδηγεί σε εφησυχασμό, δεν επιτρέπει την βαθύτερη εξέταση των αδυναμιών και τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση θεμάτων στρατηγικής σημασίας που είναι απαραίτητα για την ανασύνταξη των κομμουνιστικών κομμάτων, για να εκπληρώσουν το ρόλο τους ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

Πρώτο, το πρόβλημα της κρίσης, μας απασχόλησε και σε προηγούμενες διεθνείς συναντήσεις αλλά δυστυχώς παρατηρούμε ότι παραμένουν προσεγγίσεις που μιλούν για "κρίση του νεοφιλελευθερισμού", για "χρηματοπιστωτική κρίση". Οι προσεγγίσεις αυτές περιορίζονται στην ενοχοποίηση μιας μορφής διαχείρισης του καπιταλισμού, αθωώνοντας τη σοσιαλδημοκρατική, τη νεοκεϋνσιανή διαχείριση, το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Οι θέσεις αυτές απολυτοποιούν το ρόλο του τραπεζικού κεφαλαίου, υποτιμώντας το ρόλο των άλλων τμημάτων του κεφαλαίου, υπερβαίνοντας την πραγματικότητα της συνύφανσης του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο, το ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού στο ανώτατο, το σημερινό ιμπεριαλιστικό στάδιο.

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά τους νόμους λειτουργίας του συστήματος. Η κρίση εκδηλώνεται περιοδικά στα καπιταλιστικά κράτη ανεξάρτητα από τη μορφή της αστικής διαχείρισης.

Οι λαοί είναι απέναντι σε καπιταλιστική κρίση υπερπαραγωγής, υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που οι προϋποθέσεις της δημιουργήθηκαν στις συνθήκες ανόδου της καπιταλιστικής οικονομίας.

Η καπιταλιστική κρίση που σταματάει τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου έχει τη βάση της στη βασική αντίθεση του συστήματος, στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της γιατί τα μέσα παραγωγής είναι καπιταλιστική ιδιοκτησία. Αυτή ακριβώς είναι η πηγή της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης, η πηγή της άναρχης και ανισόμετρης ανάπτυξης που χαρακτηρίζουν το σύστημα.

Η ισχυροποίηση των μονοπωλίων, η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας οξύνουν την άναρχη ανάπτυξη, οξύνουν τις αντιθέσεις με μεγαλύτερη ένταση και οδηγούν σε βαθύτερες κρίσεις, σε πιο σκληρό ανταγωνισμό ανάμεσα στους μεγάλους οικονομικούς ομίλους και τα καπιταλιστικά κράτη, φέρνουν πιο κοντά τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Στη διάρκεια της κρίσης βγήκαν προβλήματα τα οποία αφορούν την πάλη των ΚΚ και του Εργατικού, λαϊκού κινήματος και επιτρέψτε μας να παραθέσουμε ορισμένα παραδείγματα.

Στην Ελλάδα οι αστικές κυβερνήσεις, φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές, με τη συμμετοχή της κυβερνώσας αριστεράς, επέβαλλαν σκληρά, αντιλαϊκά μέτρα. Υπογράφηκαν μνημόνια και δανειακές συμβάσεις με την ΕΕ, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αλλά η επίθεση στα εργατικά, λαϊκά δικαιώματα δεν αφορά αποκλειστικά τα μνημόνια, όπως ισχυρίζεται το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και άλλες δυνάμεις του οπορτουνισμού, για να στηρίξουν την "αντιμνημονιακή γραμμή" και να απαλλάξουν τη γενικότερη στρατηγική του κεφαλαίου.

Η αλήθεια είναι ότι τα μέτρα που επιβλήθηκαν συμπεριλαμβάνονται στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη στρατηγική των μονοπωλίων, χρησιμοποιώντας τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Στόχος αυτής της στρατηγικής είναι η μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων έναντι των ανταγωνιστών τους, ιδιαίτερα έναντι των μεγάλων οικονομικών ομίλων των ανερχόμενων καπιταλιστικών δυνάμεων της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας που η εργατική δύναμη είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Στα πλαίσια αυτά τα αντιλαϊκά μέτρα δεν εφαρμόζονται μόνο σε κράτη που έχει υπογραφεί μνημόνιο αλλά και σε άλλα πολλά καπιταλιστικά κράτη, στην Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο.

Στη διάρκεια της κρίσης εντείνεται η αντιπαράθεση για τις μορφές διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας.

Στην Ελλάδα έχουν διαμορφωθεί δύο μπλοκ οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων. Το ένα με πυρήνα την κυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ από κοινού με την ΕΕ που είναι υπέρ της σκληρής δημοσιονομικής πολιτικής και το άλλο με το ΣΥΡΙΖΑ, το διεθνές Νομισματικό ταμείο και τις ΗΠΑ, που υποστηρίζουν χαλαρότερη δημοσιονομική πολιτική με στόχο την ενίσχυση της κρατικής χρηματοδότησης των μονοπωλίων. Οι διαχειριστικές αυτές προτάσεις ανταποκρίνονται στις ανάγκες συγκεκριμένων τμημάτων του κεφαλαίου και είναι μέρος του γενικότερου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι κάθε μορφή αστικής διαχείρισης υπηρετεί την κερδοφορία των μονοπωλίων μέσα από την επιβολή αντιλαϊκών μέτρων, την ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, τη χειροτέρευση της κατάστασης των λαϊκών στρωμάτων.

Στη βάση των διαφορετικών μορφών αστικής διαχείρισης του συστήματος, (φιλελεύθερης ή κεϋνσιανής), προωθείται στην Ελλάδα η αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού με σκοπό η αστική τάξη να ελέγξει τις εξελίξεις, να εμποδίσει την ταξική πάλη, να παρεμβάλλει κάθε λογής αναχώματα στην πάλη του ΚΚΕ και του ταξικού κινήματος. Η αναμόρφωση εκφράζεται με τη δημιουργία του κεντροδεξιού πόλου με άξονα το φιλελεύθερο κόμμα της ΝΔ και του κεντροαριστερού με άξονα τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το κόμμα μας θέλει να ενημερώσει τα ΚΚ ότι σχεδιασμένα το ΚΕΑ και άλλες δυνάμεις του οπορτουνισμού επιχειρούν να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα και να παρουσιάσουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως φιλολαϊκή δύναμη που μάχεται για τα συμφέροντα των εργαζομένων ενάντια στο κεφάλαιο. Η αλήθεια είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως οπορτουνιστικός σχηματισμός που εξελίχθηκε σε πυλώνα της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης στηρίζεται από τμήματα της αστικής τάξης, είναι υπερασπιστής του καπιταλισμού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι το κόμμα που εκθείασε την πολιτική Ομπάμα ως προοδευτική και καλλιέργησε το μύθο ότι με την εκλογή Ολάντ στη Γαλλία θα φυσήξει νέος άνεμος για τους εργαζόμενους στην Ευρώπη.

Στοιχείο της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα αποτελεί και η εγκληματική, φασιστική οργάνωση της "Χρυσής Αυγής".

Η "Χρυσή Αυγή" είναι γέννημα – θρέμμα του καπιταλισμού, στηρίζεται από το αστικό κράτος και τους μηχανισμούς τους, αναπτύχθηκε με την ανοχή των αστικών κομμάτων για να λειτουργήσει ως δύναμη καταστολής του κεφαλαίου για το χτύπημα του εργατικού, λαϊκού κινήματος, ενάντια στους κομμουνιστές.

Το κόμμα μας υποστηρίζει ότι η απομόνωση, η συντριβή της "Χρυσής Αυγής" είναι υπόθεση της οργανωμένης πάλης της εργατικής τάξης, της λαϊκής συμμαχίας. Ο αγώνας αυτός δεν περνάει μέσα από τα λεγόμενα αντιφασιστικά μέτωπα που προτείνουν αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις αλλά μέσα από τον αγώνα που έχει ως στόχο την κατάργηση των αιτιών που γεννάνε το φασισμό, την ανατροπή της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, τη σύγκρουση με την ΕΕ που έχει επίσημη ιδεολογία τον αντικομμουνισμό και προβάλλει την ανιστόρητη ταύτιση φασισμού – κομμουνισμού.

Δεύτερο, η πράξη δείχνει ότι σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, οι ανταγωνισμοί για την κατάκτηση νέων χώρων επένδυσης συσσωρευμένων κεφαλαίων, τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Στο έδαφος αυτό διαμορφώνονται οι αιτίες πολεμικών αναμετρήσεων, πολύμορφων επεμβάσεων, πράγμα που ζούμε στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, του Περσικού κόλπου, της Κασπίας θάλασσας, σε πολλές περιοχές της υδρογείου.

Το ΚΚΕ αντιτάσσεται στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, μάχεται ενάντια στην εμπλοκή της Ελλάδας και έχει ξεκαθαρίσει ότι σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει η συμμετοχή της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το ΚΚΕ πρέπει να είναι έτοιμο να ηγηθεί στην αυτοτελή οργάνωση της εργατικής - λαϊκής αντίστασης, ώστε αυτή να συνδεθεί με την πάλη για την ήττα της αστικής τάξης, τόσο της εγχώριας όσο και της ξένης ως εισβολέα.

Το ΚΚΕ οφείλει να πάρει την πρωτοβουλία, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, για τη συγκρότηση του εργατικού - λαϊκού μετώπου με το σύνθημα: "Ο λαός θα δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα που, όσο κυριαρχεί, φέρνει τον πόλεμο και την "ειρήνη" με το πιστόλι στον κρόταφο".

Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και προφυλάσσει από τον εγκλωβισμό των λαών στο ένα ή το άλλο τμήμα της αστικής τάξης, στην μια ή την άλλη ιμπεριαλιστική συμμαχία. Πολύ περισσότερο που τα τελευταία χρόνια επιχειρείται να περάσει η αντίληψη του λεγόμενου "πολυπολικού κόσμου" και να τεθούν ψεύτικα διλήμματα που στοχεύουν στην χειραγώγηση των λαών και στην εμπλοκή τους στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

Τρίτο, η στάση των κομμουνιστών και των λαών απέναντι στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις έχει μεγάλη σημασία.

Μιλώντας για τον ιμπεριαλισμό ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, ο Λένιν μιλούσε, πρώτα απ' όλα για την οικονομική βάση του συστήματος, την κυριαρχία των μονοπωλίων. Στο έργο του "Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού", αναφέρει ότι:

"Αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες αυτού του φαινομένου, αν δεν εκτιμηθεί η πολιτική και κοινωνική του σημασία, δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων του κομμουνιστικού κινήματος".

Η θέση αυτή έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη δική μας ανάλυση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι επικίνδυνη μόνο για την πορεία της "ενοποίησης" (ολοκλήρωσης) αλλά από το γεγονός ότι είναι διακρατική, ιμπεριαλιστική ένωση των μονοπωλίων. Τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και οι άλλες ενώσεις που εμφανίστηκαν στην Ασία ή στη λατινική Αμερική αλλά και οι BRICS έχουν συγκεκριμένη οικονομική βάση, στηρίζονται στη συνεργασία, στη συνένωση της δύναμης μεγάλων οικονομικών μονοπωλιακών ομίλων και παρά τις αντιθέσεις που εκδηλώνονται στις γραμμές τους, το βασικό κριτήριο είναι τα δικά τους συμφέροντα, ο έλεγχος των αγορών και συνεπώς είναι κατά των λαών και των δικαιωμάτων τους.

Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι μόνο μια επιθετική εξωτερική πολιτική, είναι ο καπιταλισμός στο τελευταίο, στο ανώτατο στάδιο, είναι σύστημα στο οποίο εντάσσονται τα καπιταλιστικά κράτη και καταλαμβάνουν τη θέση τους ανάλογα με την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική τους δύναμη.

Στις συνθήκες αυτές έχει μεγάλη σημασία η ταξική αντιμετώπιση των ζητημάτων της "εξάρτησης" και της "κυριαρχίας". Το θέμα πρέπει να ανοίξει, να μας απασχολήσει γιατί έχει πολύ σοβαρές πολιτικές προεκτάσεις, η λαθεμένη αντιμετώπιση οδηγεί στη στήριξη διαχειριστικών λύσεων και σε πολιτική συμμαχιών με τμήματα της αστικής τάξης, με πολιτικές δυνάμεις υπερασπιστές του εκμεταλλευτικού συστήματος.

Το 19ο συνέδριο του ΚΚΕ εκτίμησε ότι στο πλαίσιο της ανισόμετρης ανάπτυξης "ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξης του, σε ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ".

Το βασικό δηλαδή ζήτημα είναι η ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού που διαμορφώνει σχέσεις ανισότιμης εξάρτησης και αλληλεξάρτησης και για το λόγο αυτό δεν έχουν καμία υπόσταση θέσεις που παρουσιάζουν την Ελλάδα αλλά και άλλα κράτη με υποδεέστερη θέση στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα ως κατεχόμενες, ως αποικίες.

Βεβαίως, όσο υπάρχει η αστική τάξη στο τιμόνι της εξουσίας, οικοδομεί διεθνείς σχέσεις με γνώμονα το δικό της συμφέρον και στη βάση αυτή εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα. Οι έννοιες της "ανεξαρτησίας", της "κυριαρχίας" είναι έννοιες με ταξικό περιεχόμενο και επιβάλλεται να αντιμετωπιστούν σε κατεύθυνση που τονίζει ότι η εργατική τάξη με τη δική της εξουσία μπορεί να γίνει νοικοκύρης στον τόπο της, να επιλέξει το δρόμο ανάπτυξης που αντιστοιχεί στα δικά της συμφέροντα και να οικοδομήσει αντίστοιχες διεθνείς σχέσεις με αποδέσμευση από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις άλλες ιμπεριαλιστικές ενώσεις.

Επί πλέον θέλουμε να σημειώσουμε πως οι αποικίες ως στοιχείο της ιστορικής πορείας του καπιταλισμού, έχουν εκλείψει. Αυτός είναι κοινός τόπος. Η αποικιοκρατία ανατράπηκε με την πάλη των λαών και τη μεγάλη συμβολή του σοσιαλισμού. Η σελίδα αυτή έχει κλείσει αλλά δυστυχώς σήμερα αναβιώνουν θέσεις που παρουσιάζουν τις ανισότιμες σχέσεις καπιταλιστικών κρατών μέσα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα ως φαινόμενο νέο - αποικιοκρατίας. Χώρες με ανεπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό, με ισχυρή αστική τάξη και αστικό κράτος χαρακτηρίζονται ως νέο - αποικίες, υιοθετείται ενδιάμεσο στάδιο ως μορφή αστικής διαχείρισης για την επίλυση αυτών των προβλημάτων.

Τέταρτο, ο χαρακτήρας της εποχής μας είναι θεμελιακό ζήτημα για την επεξεργασία της επαναστατικής στρατηγικής. Τα αντικειμενικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι ανεξάρτητα από την αντεπαναστατική ανατροπή του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, η εποχή μας παραμένει εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Γιατί; Διότι ο καπιταλισμός έχει σαπίσει, μαστίζεται από αξεπέραστες αντιθέσεις, έχει εξαντλήσει τα ιστορικά του όρια. Η εμφάνιση και η ανάπτυξη των μονοπωλίων, των μεγάλων μετοχικών επιχειρήσεων, η γέννηση και ανάπτυξη της εργατικής τάξης, η είσοδος του καπιταλισμού στο ανώτερο, στο ιμπεριαλιστικό στάδιο τονίζουν ότι έχουν ωριμάσει οι υλικές προϋποθέσεις που επιτρέπουν την οικοδόμηση της νέας, της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτό είναι καθοριστικό στοιχείο της Μαρξιστικής – Λενινιστικής ανάλυσης των εξελίξεων γιατί δείχνει την κατεύθυνση της πάλης των Κομμουνιστικών Κομμάτων που έχουν την υποχρέωση να προετοιμαστούν ολόπλευρα για να ανταποκριθούν στην πάλη για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

Να συμβάλλουν στην ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα, στην προετοιμασία της εργατικής τάξης ως πρωτοπόρας τάξης της καπιταλιστικής κοινωνίας, για να πρωτοστατήσει στη συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα και να διεκδικήσει την εξουσία της.

Η διαμόρφωση πολιτικής, ταξικής συνείδησης δεν μπορεί να γίνει με παλιά, διαχειριστικά υλικά. Την εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό δεν χωράνε πολιτικές θέσεις που εγκλωβίζουν την εργατική τάξη στην αστική διαχείριση με τη μορφή ενδιάμεσων σταδίων ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό, δεν χωράνε πολιτικές θέσεις στήριξης η συμμετοχής στη μια η την άλλη κυβέρνηση αστικής διαχείρισης που παρουσιάζεται με "αριστερή" ή "προοδευτική" ταμπέλα.

Η εξουσία θα είναι αστική, καπιταλιστική ή εργατική. Τα μέσα παραγωγής θα είναι καπιταλιστική ή κοινωνική ιδιοκτησία. Λύσεις που κινούνται "εντός των τειχών" του συστήματος ανεξάρτητα από τις προθέσεις όχι μόνο δεν αποτελούν μορφές προσέγγισης της σοσιαλιστικής λύσης αλλά ευνοούν τη διαιώνιση του καπιταλισμού, του δίνουν χρόνο, καλλιεργούν αυταπάτες στους εργαζόμενους.

Το κόμμα μας δεν μειώνει στο ελάχιστο την ιστορική πείρα, εκτιμά σοβαρά την πολυπλοκότητα των πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών.

Μελετάει τις εξελίξεις στη Χιλή αλλά και στην Πορτογαλία τη δεκαετία του ΄70, μελετάει την πρόσφατη πείρα στην Κύπρο και τις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική.

Στη βάση αυτής της μελέτης μπορούμε τεκμηριωμένα και εκ του αποτελέσματος να πούμε πως καμιά διαχειριστική λύση δεν έχει επιβεβαιωθεί ως δρόμος περάσματος στο σοσιαλισμό και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Διότι αυτός ο δρόμος διαιωνίζει την αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας, δεν μπορεί να αποτρέψει τις καπιταλιστικές κρίσεις, την ανεργία, την εκμετάλλευση γιατί διατηρεί τις αιτίες που τα γεννάνε, γιατί κριτήριο της ανάπτυξης είναι το καπιταλιστικό κέρδος.

Η επιλογή των ενδιάμεσων σταδίων παραβιάζει μια κοινά αποδεκτή θέση, τη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό δεν υπάρχει ενδιάμεσο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, ενδιάμεση πολιτική εξουσία.

Βεβαίως, οι κομμουνιστές παλεύουν μέσα στα αστικά κοινοβούλια για την προβολή και την υπεράσπιση των λαϊκών δικαιωμάτων σε συνδυασμό και με προτεραιότητα στην εξωκοινοβουλευτική δράση αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την υιοθέτηση της κοινοβουλευτικής αντίληψης που καλλιεργεί συγχύσεις ότι μπορεί να προκύψει φιλολαϊκή λύση μέσα από τους αστικούς θεσμούς.

Ο κοινοβουλευτικός δρόμος που αποθεώνεται διαχρονικά από τις δυνάμεις του οπορτουνισμού είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες ενσωμάτωσης ισχυρών ΚΚ, μείωσης της απαιτητικότητας των εργαζομένων.

Η ιστορία διδάσκει.

Η λογική των μεταρρυθμίσεων και η απόρριψη του επαναστατικού δρόμου, η απόρριψη της σοσιαλιστικής επανάστασης αποτελεί οδυνηρή υποχώρηση και άρνηση του βασικότερου στοιχείου που χαρακτηρίζει ένα Κομμουνιστικό Κόμμα.

Η ταξική πάλη έχει τους δικούς της νόμους που εδράζονται στην αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας η οποία έχει καθολικό χαρακτήρα και αφορά το σύνολο των καπιταλιστικών κρατών. Η ταξική πάλη δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη των αγώνων για τον καθορισμό των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης αλλά καθορίζεται από το ζήτημα της κατάργησης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, της πάλης για την κατάκτηση της εξουσίας.

Το ΚΚ σε κάθε χώρα έχει υποχρέωση να μελετά τη συγκεκριμένη κατάσταση, την ανάπτυξη του καπιταλισμού, την πορεία των κλάδων και τομέων της οικονομίας, τις αλλαγές στο εποικοδόμημα, την ταξική, κοινωνική διάρθρωση για να χαράξει επαναστατική στρατηγική. Όμως, είναι άλλο αυτό και άλλο οι θέσεις οι οποίες στο όνομα των εθνικών ιδιαιτεροτήτων ακυρώνουν την επαναστατική στρατηγική και υποκαθιστούν την πάλη για το σοσιαλισμό με κυβερνητικές λύσεις και πολιτική συμμαχιών που αντιστοιχούν στην αστική διαχείριση.

Η αντιμετώπιση του σοσιαλισμού απλά ως μια διακηρυκτική θέση προκαλεί μεγάλη ζημιά. Υποβαθμίζει τον ίδιο το στρατηγικό στόχο, το στόχο που καθορίζει την τακτική, τη συνολική στάση των ΚΚ, τη δουλειά τους στο εργατικό, λαϊκό κίνημα, την πολιτική των συμμαχιών.

Ο ευρωκομμουνισμός και άλλα οπορτουνιστικά ρεύματα στις προγραμματικές τους διακηρύξεις έκαναν αναφορές στο σοσιαλισμό αλλά η πολιτική τους ακύρωνε τον επαναστατικό δρόμο. Στο όνομα των εθνικών ιδιαιτεροτήτων πολεμούσαν τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης. Στα έργα του Καρίγιο και του Μπερλίνγκουερ εμφανίζεται ο όρος σοσιαλισμός αποστεωμένος από την ουσία του. Χωρίς την εργατική εξουσία, τη δικτατορία του προλεταριάτου, χωρίς την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού. Μιλούσαν για τον ανασχηματισμό, εκδημοκρατισμό του αστικού κράτους, της δικτατορίας των μονοπωλίων, καλλιεργούσαν αυταπάτες για φιλολαϊκές λύσεις μέσα από τον κοινοβουλευτικό δρόμο, την αστική διακυβέρνηση, τη συμμαχία με τη σοσιαλδημοκρατία.

Σήμερα, έχουν εμφανιστεί οπορτουνιστικές πλατφόρμες, εξίσου επικίνδυνες με τον "Ευρωκομμουνισμό" που εναντιώνονται στον επιστημονικό σοσιαλισμό, όπως ο "σοσιαλισμός της αγοράς", "ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα", γίνεται λόγος περί "κοινωνικής οικονομίας", αναζητείται η ουτοπία ενός εξανθρωπισμένου καπιταλισμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις στο όνομα της "παγκοσμιοποίησης" επιχειρείται η μείωση η ακύρωση της καθοριστικής σημασίας της ταξικής πάλης σε εθνικό επίπεδο.

Σε κάθε περίπτωση το μέτωπο στον οπορτουνισμό είναι στοιχείο της αναμέτρησης με το καπιταλιστικό σύστημα, με τον ιμπεριαλισμό, και κάθε ανοχή η υποχώρηση λειτουργεί διαβρωτικά σε βάρος του κομμουνιστικού κινήματος και της προοπτικής του.

Το λεγόμενο Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς που δικτυώνεται με τη χρηματοδότηση της ΕΕ σε όλο τον κόσμο, κάνει μεγάλη ζημιά στο κομμουνιστικό κίνημα, είναι φορέας προώθησης της στρατηγικής της ΕΕ μέσα στο εργατικό κίνημα, "νύχι κρέας" με τη σοσιαλδημοκρατία και απαιτείται αυστηρή ιδεολογικοπολιτική αντιμετώπιση.

Ο κορμός του αποτελείται από δυνάμεις που πανηγύριζαν για την ανατροπή του σοσιαλισμού και ταυτίζονται στον αντικομμουνισμό με αστικές και κάθε λογής αντιδραστικές δυνάμεις στο όνομα του "αντισταλινισμού".

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως το ταξικό και συνεπώς το σύγχρονο περιεχόμενο της ιδεολογικοπολιτικής και μαζικής πάλης στις μέρες μας καθορίζεται από τη ρήξη, τη σύγκρουση με τα μονοπώλια και το καπιταλιστικό σύστημα, με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Καθορίζεται από την οργάνωση της εργατικής τάξης στους χώρους δουλειάς, τη συγκρότηση της συμμαχίας της με τα λαϊκά στρώματα, την ολόπλευρη προετοιμασία για την ανατροπή του καπιταλισμού, για τη σοσιαλιστική – κομμουνιστική κοινωνία, την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Έχουμε καθήκον να σκεφτούμε ότι οι Μαρξ και Ένγκελς στην εποχή τους, σε εποχή των αστικών επαναστάσεων μιλούσαν για την αυτοτελή ιδεολογικοπολιτική πάλη της εργατικής τάξης. Έχουμε καθήκον να σκεφτούμε πόσο βαθειά μελέτησαν την πείρα της κομμούνας του Παρισιού το 1871 και μίλησαν για την αναγκαιότητα της εργατικής εξουσίας, τη συντριβή του αστικού κράτους.

Έχουμε καθήκον να σκεφτούμε την πείρα της μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής επανάστασης το 1917 και να συμβάλλουμε να προσαρμοστούν οι προγραμματικές κατευθύνσεις των ΚΚ, η στρατηγική τους σ' αυτό που επιβάλλει η εποχή μας.

"Ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου", τόνιζε ο Λένιν.

Επαναστατική κατάσταση διαμορφώθηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στη Γερμανία, στην Ουγγαρία, στην Σλοβακία, στην Ιταλία. Επαναστατική κατάσταση διαμορφώθηκε το 1944 στην Ελλάδα αλλά η δυνατότητα δεν έγινε πραγματικότητα.

Κι αυτό που κρίνει για να δοθεί η μάχη αποφασιστικά είναι η έγκαιρη προετοιμασία των ΚΚ και της εργατικής τάξης για σκληρές ταξικές αναμετρήσεις, ανάλογες με τις απαιτήσεις της εποχής μας.

Ο αστικοδημοκρατικός χαρακτήρας της επανάστασης αντιστοιχούσε την περίοδο ανατροπής της φεουδαρχίας όταν η αστική τάξη ήταν τάξη επαναστατική. Τώρα ο καπιταλισμός έχει έρθει στη θέση της φεουδαρχίας, η βασική αντίθεση κεφάλαιο - εργασία οξύνεται.

Στο πρόγραμμα του ΚΚΕ που αποφάσισε ομόφωνα το πρόσφατο 19ο Συνέδριο αναφέρεται: "Ο ελληνικός λαός θα απαλλαγεί από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση και προχωρήσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού. Ο στρατηγικός στόχος του ΚΚΕ είναι η κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ως ανώριμη βαθμίδα της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική".

Κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης θα είναι η Εργατική τάξη ως ηγετική δύναμη, οι μισοπρολετάριοι, τα καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα των αυτοαπασχολούμενων στην πόλη, η φτωχή αγροτιά που πλήττονται από τα μονοπώλια.

Στο πρόγραμμα του ΚΚΕ αναλύεται το ζήτημα των αντικειμενικών παραγόντων που μπορεί να οδηγήσουν σε επαναστατική κατάσταση (οι κάτω να μην θέλουν, οι πάνω να μην μπορούν να κυβερνήσουν όπως παλιά), δίνεται ιδιαίτερη σημασία στο βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης και την εμπλοκή της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, χαράζεται ο δρόμος για την προετοιμασία του κόμματος και του εργατικού, λαϊκού κινήματος.

Το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ πρωταγωνιστούν στην ταξική πάλη και έχουν σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη δεκάδων απεργιακών κινητοποιήσεων και άλλων πολύμορφων αγώνων. Παρ’ όλα αυτά σημειώνουμε ότι το εργατικό, λαϊκό κίνημα δεν ήταν καλά προετοιμασμένο και οργανωμένο να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα του κεφαλαίου στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης. Καθοριστικός παράγοντας ήταν ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης, η επίδραση του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού, ο ρόλος του οπορτουνισμού, της σοσιαλδημοκρατίας, της εργατικής αριστοκρατίας που είναι υποστηριχτές της στρατηγικής του κεφαλαίου.

Σήμερα σε συνθήκες μη επαναστατικής κατάστασης το κόμμα μας δίνει προτεραιότητα :

Στην ανασύνταξη του εργατικού κινήματος ώστε να γίνει ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες της ταξικής πάλης, να εκπληρώσει η εργατική τάξη το ρόλο της ως πρωτοπόρα τάξη στην κοινωνία, φορέας της επαναστατικής αλλαγής.

Ανασύνταξη του εργατικού κινήματος σημαίνει ισχυρά, μαζικά συνδικάτα που θα παλεύουν σε ταξική κατεύθυνση, στηριγμένα στους εργάτες και τις εργάτριες, στους νέους εργαζόμενους, τις γυναίκες, τους μετανάστες με συλλογικές διαδικασίες που θα εξασφαλίζουν τη συμμετοχή στη λήψη και την υλοποίηση των αποφάσεων. Ισχυροποίηση του ΠΑΜΕ της ταξικής συσπείρωσης στο εργατικό κίνημα, αλλαγή του συσχετισμού δύναμης σε βάρος των δυνάμεων του ρεφορμισμού, του οπορτουνισμού, του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού, φορείς του κοινωνικού εταιρισμού.

Ισχυρές Κομματικές οργανώσεις στα εργοστάσια, σε επιχειρήσεις στρατηγικής συμμαχίας.

Το εργατικό κίνημα μαχητικά, οργανωμένα να παλεύει για κάθε πρόβλημα της εργατικής τάξης με κριτήριο τις σύγχρονες ανάγκες κατακτώντας προσανατολισμό σύγκρουσης με τις δυνάμεις του κεφαλαίου για την ανατροπή την καπιταλιστική εκμετάλλευση, κατακτώντας ένα υψηλό επίπεδο ταξικής ενότητας.

Η εργατική τάξη με την πρωτοπόρα στάση της να γίνει πρωταγωνιστής στην υπόθεση οικοδόμησης της λαϊκής συμμαχίας που δίνει απάντηση στο ερώτημα πώς θα οργανωθεί ο αγώνας απόκρουσης των βάρβαρων αντεργατικών - αντιλαϊκών μέτρων, να οργανωθεί η λαϊκή αντεπίθεση.

Η Λαϊκή Συμμαχία εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των μισοπρολετάριων, των αυτοαπασχολούμενων και φτωχών αγροτών, των νέων και των γυναικών από τα εργατικά λαϊκά στρώματα στον αγώνα κατά των μονοπωλίων και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, κατά της ενσωμάτωσης της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Η Λαϊκή Συμμαχία είναι κοινωνική και έχει κινηματικά χαρακτηριστικά με γραμμή ρήξης και ανατροπής.

Σήμερα, συγκροτείται στη βάση της κοινής πάλης του ΠΑΜΕ, της ταξικής συσπείρωσης στο εργατικό κίνημα, της ΠΑΣΥ στην αγροτιά, της ΠΑΣΕΒΕ στους αυτοαπασχολούμενους, του ΜΑΣ στους φοιτητές – σπουδαστές, της ΟΓΕ στις γυναίκες.

Παλεύει για τους μισθούς, τις συντάξεις, για αποκλειστικά δημόσιο - δωρεάν σύστημα Υγείας, Πρόνοιας Παιδείας, για κάθε εργατικό – λαϊκό πρόβλημα.

Υπερασπίζεται την αντίληψη ότι ο αγώνας για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση είναι αναπόσπαστα δεμένος με την αποδέσμευση από την ΕΕ, τη μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους.

Η πάλη για την αποδέσμευση από την ΕΕ είναι δεμένη με την πάλη ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων και τον αγώνα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για την εργατική - λαϊκή εξουσία.

Η Λαϊκή Συμμαχία υιοθετεί την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό, τον εργατικό - κοινωνικό έλεγχο.

Η συσπείρωση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης με το ΚΚΕ και η προσέλκυση πρωτοπόρων τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων θα περάσει από διάφορες φάσεις. Το εργατικό κίνημα, τα κινήματα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και των αγροτών και η μορφή έκφρασης της συμμαχίας τους, της λαϊκής συμμαχίας, με αντιμονοπωλιακούς – αντικαπιταλιστικούς στόχους, με την πρωτοπόρα δράση των δυνάμεων του ΚΚΕ σε μη επαναστατικές συνθήκες, αποτελούν το πρόπλασμα για την διαμόρφωση του επαναστατικού εργατικού – λαϊκού μετώπου σε επαναστατικές συνθήκες.

Σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, το επαναστατικό εργατικό – λαϊκό μέτωπο με όλες τις μορφές δράσης του μπορεί να γίνει το κέντρο της λαϊκής εξέγερσης για την ανατροπή της δικτατορίας της αστικής τάξης, να επικρατήσουν οι επαναστατικοί θεσμοί που παίρνουν στα χέρια τους τη νέα οργάνωση της κοινωνίας, την εγκαθίδρυση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας που έχει θεμέλιο την παραγωγική μονάδα, την κοινωνική υπηρεσία, τη διοικητική μονάδα, τον παραγωγικό συνεταιρισμό.

Με ευθύνη της εργατικής εξουσίας :

Κοινωνικοποιούνται τα μέσα παραγωγής στη βιομηχανία, στην ενέργεια – ύδρευση, στις τηλεπικοινωνίες, στις κατασκευές, επισκευές στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στο χονδρικό – λιανικό και εισαγωγικό – εξαγωγικό εμπόριο, στις συγκεντρωμένες τουριστικές – επισιτιστικές υποδομές.

Κοινωνικοποιείται η γη, οι καπιταλιστικές αγροτικές εκμεταλλεύσεις.

Καταργείται η ατομική ιδιοκτησία και η οικονομική δραστηριότητα στην εκπαίδευση, στην Υγεία – Πρόνοια, στον Πολιτισμό και τον Αθλητισμό, στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Οργανώνονται αποκλειστικά ως κοινωνικές υπηρεσίες.

Διαμορφώνονται κρατικές παραγωγικές μονάδες για την παραγωγή και επεξεργασία αγροτικών προϊόντων.

Προωθείται ο αγροτικός παραγωγικός συνεταιρισμός.

Ο κεντρικός σχεδιασμός εντάσσει την εργατική δύναμη, τα μέσα παραγωγής, τις πρώτες και άλλες βιομηχανικές ύλες και πόρους, στην οργάνωση της παραγωγής, των κοινωνικών και διοικητικών υπηρεσιών. Είναι κομμουνιστική σχέση παραγωγής και κατανομής που συνδέει τους εργαζόμενους με τα μέσα παραγωγής, τους σοσιαλιστικούς οργανισμούς.

Η ανατροπή του σοσιαλισμού είναι βαρύ πλήγμα για το κομμουνιστικό κίνημα και οι αιτίες της ανατροπής διδάσκουν την ουσιαστική τήρηση των νομοτελειών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, την τήρηση των επαναστατικών αρχών συγκρότησης και λειτουργίας των ΚΚ, την ιδεολογικοπολιτική επαγρύπνηση για την αποφυγή οπορτουνιστικών λαθών και παρεκκλίσεων. Αυτό είναι υψηλής σημασίας καθήκον. Αλλά η αντεπανάσταση δεν μπορεί να επισκιάσει την αναντικατάστατη ιστορική προσφορά του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε τον 20ό αιώνα, στην κοινωνική πρόοδο. Στο ζήτημα αυτό, στην υπεράσπιση του σοσιαλισμού ενάντια στις συκοφαντικές επιθέσεις αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων κρίνεται η στάση κάθε ΚΚ.

Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες,

Το ΚΚΕ που ανέλαβε την ευθύνη της οργάνωσης των διεθνών συναντήσεων μετά την αντεπανάσταση θα συνεχίσει την προσπάθεια για την κοινή δράση και τη διαμόρφωση ενιαίας επαναστατικής στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, παρά τις δυσκολίες.

Θα συνεχίσει να συμβάλλει στις διεθνείς συναντήσεις των ΚΚ με επιμονή στη διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα τους και σε αντιπαράθεση με απόψεις ή σχεδιασμούς που υποστηρίζουν τη μετατροπή των συναντήσεων σε χώρο της "αριστεράς".

Το κόμμα μας αντιτάσσεται αποφασιστικά στη μετατροπή της ομάδας εργασίας σε "καθοδηγητικό κέντρο" άμεσα ή έμμεσα και απορρίπτει την υιοθέτηση θέσεων που παραβιάζουν δοκιμασμένες κομμουνιστικές αρχές, εισάγοντας θέσεις που οδηγούν στην υποστήριξη της αστικής διαχείρισης.

Το ΚΚΕ, όπως έκανε πάντα, διαθέτει τις δυνάμεις του για το συντονισμό της πάλης των ΚΚ στην Ευρώπη και θεωρεί κατάκτηση την ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ Κομμουνιστικών κι Εργατικών Κομμάτων για την έρευνα και την μελέτη ευρωπαϊκών θεμάτων, για την ενίσχυση της πάλης κατά της ιμπεριαλιστικής ΕΕ.

Στις συνθήκες της κρίσης του Κομμουνιστικού κινήματος, το Κόμμα μας στηρίζει την ιδέα της δημιουργίας διακριτού Μαρξιστικού – Λενινιστικού πόλου και στηρίζει την προσπάθεια της "Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης" στην οποία συμμετέχουν τα θεωρητικά περιοδικά 11 Κομμουνιστικών Κομμάτων».

VIVA CAPITALISM-VIVA EE

«Μεροκάματο» θανάτου για 4χρονο παιδί



Την ώρα που ο υπουργός Εσωτερικών, Γ. Μιχελάκης, δήλωνε χτες στη Βουλή ότι η κυβέρνηση κατόρθωσε να μη μείνει κανένα παιδί εκτός παιδικού σταθμού, ένα 4χρονο κοριτσάκι έκανε «βουτιά» από το δεύτερο όροφο πολυκατοικίας. Η μητέρα του, που εργάζεται ως καθαρίστρια, είχε αναγκαστεί να το πάρει μαζί της στη δουλειά. Τη στιγμή που καθάριζε το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου στην οδό Υμηττού, η μικρή βγήκε στη βεράντα, σκαρφάλωσε στα κάγκελα και βρέθηκε στο κενό. Η τέντα διαμερίσματος του πρώτου ορόφου αναχαίτισε για λίγο την πορεία που έκανε το κορμάκι της προς το έδαφος, όμως δεν ήταν δυνατόν να τη γλιτώσει από τα αποτελέσματα της πτώσης, αλλά και τις συνέπειες μιας πολιτικής που διώχνει τα νήπια από τους παιδικούς σταθμούς. Το κοριτσάκι νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση στο «Παίδων».

Είναι χαρακτηριστικό πως από τις 98.253 αιτήσεις που υποβλήθηκαν φέτος για τους βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς που χρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ «ικανοποιήθηκαν» οι 56.977. Δηλαδή, 41.276 παιδιά έμειναν «στο δρόμο» (τα στοιχεία προέρχονται από την Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης). Ανυπολόγιστος είναι, φυσικά, ο αριθμός των οικογενειών που «κόπηκαν» από το πρόγραμμα λόγω των προϋποθέσεών του και δεν κατέθεσαν καν την αίτησή τους.

Ανάμεσα στις αιτήσεις που δεν εντάσσονται στο πρόγραμμα, εκτός από αυτές που έχουν απορριφθεί, υπάρχουν πάνω από 14.000 που συγκεντρώνουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, συμπεριλαμβάνονται στον πίνακα των επιλαχόντων, αλλά δεν πρόκειται να ικανοποιηθούν επειδή δεν επαρκούν οι πόροι. Την ίδια στιγμή, στον κατάλογο των παιδιών που μένουν έξω από τους παιδικούς σταθμούς προστίθενται χιλιάδες βρέφη και νήπια που απορρίπτονται από τους δήμους.

Μία η ταξική διαφορά, μία η αντιπαράθεση

Μία η ταξική διαφορά, μία η αντιπαράθεση



«Οι σκεπτόμενοι πολίτες αναζητούν Τρίτο Δρόμο», ισχυρίστηκε χτες αρθρογράφος σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. Θα μπορούσε ο ισχυρισμός να αντανακλά μόνο μια ανάγκη της αστικής τάξης να καλύψει ένα κατά την άποψή της διαπιστωμένο κενό κάπου στο «κέντρο» της πολιτικής αντιπαράθεσης. Κι αυτό ακριβώς ισχυρίζεται ο αρθρογράφος: Οτι η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούν τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος και ως εκ τούτου προκύπτει ανάγκη κάλυψης του κέντρου. «Ιδού τα "δύο άκρα"» αναφέρει χαρακτηριστικά και καταγράφει μερικά παραδείγματα πολιτικής συμπεριφοράς από την πρόσφατη επικαιρότητα για να στηρίξει τον ισχυρισμό. Υποβάλλει, δηλαδή, τη θέση ότι αυτό είναι το εύρος του πολιτικού συστήματος εντός του οποίου αναζητούνται οι λύσεις.

Τέτοιο θέμα, όμως, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Συγκυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση εκφράζουν με την πολιτική τους, αν και με διαφοροποιήσεις, το ένα άκρο της υπαρκτής κοινωνικής διαφοράς. Εκφράζουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, την ίδια ώρα που επιχειρούν να αυτοπροσδιοριστούν ως λαϊκές εκπροσωπήσεις - επιλογές.
***

Η εργατική τάξη, τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα -ενάντια στα οποία στρέφεται τόσο η εφαρμοζόμενη πολιτική από τη συγκυβέρνηση, όσο και η πολιτική που όχι μόνο επαγγέλλεται αλλά και εφαρμόζει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (η δράση των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στα συνδικάτα για να μη χάσουν οι καπιταλιστές βγάζει μάτι)- έχουν πράγματι ανάγκη εφαρμογής μιας πολιτικής που να αντιστοιχεί στα ταξικά τους συμφέροντα, αλλά αυτή η ανάγκη βεβαιωμένα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από μια πολιτική που έχει κορόνα στο κεφάλι της την Ευρωπαϊκή Ενωση, μια πολιτική που θεωρεί ένα το κρατούμενο τη διαρκή ενίσχυση των καπιταλιστών και υπόσχεται στη «φιλολαϊκή» εκδοχή της να μοιράσει δίκαια τη φτώχεια. Γεγονός, όμως, είναι, ότι μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης - των λαϊκών στρωμάτων, καταθέτουν την πολιτική τους στήριξη στο στρατόπεδο του αντίπαλου.

Το γιατί και το διότι αυτής της κατάθεσης είναι θέμα μιας άλλης ανάλυσης. Αυτό που εξετάζουμε σήμερα είναι η διαπίστωση στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα του εργαζόμενου πληθυσμού εμπιστεύονται την ψήφο τους στα κόμματα της συγκυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν αρκεί στην αστική τάξη. Η ίδια γνωρίζει καλά πως η κυβερνητική πολιτική για να εφαρμοστεί έχει ανάγκη να απορροφά και τη λαϊκή δυσαρέσκεια έτσι που να υπάρχει λαϊκή συναίνεση. Δυσαρέσκεια υπάρχει έντονη απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά φαίνεται ότι δεν την απορροφά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Κι επειδή ακριβώς υπάρχει αυτή η πραγματικότητα, στο αστικό πολιτικό σύστημα αναζητείται "Κέντρο" ως "τρίτος δρόμος" για να εκφράσει -εγκλωβίζοντας- από τη μια, ένα τμήμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας, που δεν καλύπτεται από τη διπολική αντιπαράθεση και, από την άλλη, να παίζει βασικό ρόλο στη συγκρότηση σταθερών αστικών κυβερνήσεων. Ενα «Κέντρο» που σύμφωνα με την αυτοπεριγραφή του δε θα καταφεύγει σε πολιτικές ακρότητες αλλά θα εκφράζει τον μέσο Ελληνα, παρότι, επίσης, αυτός ο μέσος Ελληνας δεν υπάρχει.

Στη γειτονιά και στο χωριό είναι συνηθισμένο και αναγκαίο με όρους κοινωνικής συνοχής κάθε αντιπαράθεση να συνοδεύεται από εκκλήσεις «βρείτε τα», «να μονιάσουμε». Οταν αυτό μεταφέρεται στην κεντρική πολιτική σκηνή με προβολή της ανάγκης να υπάρχει «Κέντρο» προκύπτει αυτόματα η ερώτηση: Τι είναι αυτό το «Κέντρο» πολιτικά και κοινωνικά; Είναι η ανάγκη να εκφραστούν πολιτικά νέες συμμαχίες της αστικής τάξης με τμήματα των μεσαίων στρωμάτων.
***





Η επιδίωξη έχει ήδη εμφανιστεί και σαν οργανωτική πρωτοβουλία, όπως αυτή των «58» της νέας κεντροαριστεράς, ή, των «πέντε δημάρχων» του ίδιου χώρου. Παράλληλα, όμως, η επιμονή -μέσα από τη σχετική αρθρογραφία- στην προβολή της ανάγκης ότι πράγματι υπάρχει λόγος για τη συγκρότηση ενός τέτοιου «μεσαίου» πολιτικού χώρου, λειτουργεί και σαν παρότρυνση στον ΣΥΡΙΖΑ με το σοσιαλδημοκρατικό βηματισμό του να συντονιστεί - συγχρονιστεί ακόμα καλύτερα με την κυρίαρχη ανάγκη: όλες οι πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται ότι χωρίς καπιταλιστές δεν υπάρχει ζωή, όχι μόνο να το διακηρύσσουν αλλά και να πράττουν ανάλογα.

Δε βρισκόμαστε, δηλαδή, μόνο, μπροστά σε μια ακόμα επιχείρηση εγκλωβισμού λαϊκών μαζών, αλλά και σε μια παρότρυνση οι πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν την αστική εξουσία να γίνουν αποτελεσματικότερες στη διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας: Οι «δεξιοί» να πιέζουν για να μην υπάρχει παρέκκλιση από τον κεντρικό στόχο (τα καπιταλιστικά κέρδη είναι ιερά και απαραβίαστα), οι «αριστεροί» να εμφανίζουν τον κεντρικό στόχο ως κάτι που μπορεί να επιτευχθεί με δίκαιη λειτουργία του συστήματος και οι "κεντρώοι" ως η δύναμη που θα μαζεύει τα απόνερα και γιατί όχι θα κυβερνούν όταν «τα άκρα» δεν πείθουν.

Για την εργατική τάξη το κρίσιμο παραμένει ένα: Η υπεράσπιση - προβολή της πραγματικής ταξικής θέσης της, απέναντι στους καπιταλιστές και ενάντια στα συμφέροντά τους, κατ' επέκταση η υπεράσπιση και ενδυνάμωση του Κόμματός της, του ΚΚΕ, γιατί στην ταξική αντιπαράθεση δεν υπάρχει κέντρο, γιατί νίκη για τους εργάτες κάτω από τη σημαία των καπιταλιστών, όποιο χρώμα κι αν έχει αυτή, δεν μπορεί να υπάρξει.

Θ.

Να ξεμπερδεύει ο λαός με κυβερνητικές αυταπάτες

Να ξεμπερδεύει ο λαός με κυβερνητικές αυταπάτες









«Ως ΚΚΕ καταγγέλλουμε την κυβερνητική πολιτική γιατί αποτελεί παράγοντα βασικό που οδηγεί στη φτώχεια και στην εξαθλίωση πλατιά λαϊκά στρώματα (...) την αντιπαλεύουμε και με την ψήφο μας την Κυριακή το βράδυ», τόνισε κατά την ομιλία του χτες στη συζήτηση στη Βουλή ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ Ν. Καραθανασόπουλος, προσθέτοντας: «Γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να ξεμπερδεύει ο λαός με τις κυβερνητικές αυταπάτες, ότι μπορεί δηλαδή με μια απλή εναλλαγή στην εξουσία, τη διαχείριση, να υπάρξουν κυβερνήσεις που να του λύσουν τα προβλήματα, να δώσουν διέξοδο στα αδιέξοδά του. Εμείς θεωρούμε ότι οι κυβερνήσεις ανεξάρτητα του επιθετικού προσδιορισμού, κεντροδεξιές, κεντροαριστερές, συντηρητικές, προοδευτικές ή αριστερές, απ' τη στιγμή που βρίσκονται εντός των τειχών, απ' τη στιγμή που η πολιτική τους εξυπηρετεί αυτά τα συμφέροντα, τα συμφέροντα δηλαδή των επιχειρηματικών ομίλων, της συμμετοχής της Ελλάδας στον ευρωμονόδρομο, βρίσκονται στην απέναντι όχθη απ' τις ανάγκες και τα λαϊκά συμφέροντα. Η στάση μας αυτή δε σημαίνει, όμως, ότι ταυτόχρονα δε θα αποκαλύψουμε την υποκριτική, αποπροσανατολιστική στάση του ΣΥΡΙΖΑ που δίνει καθημερινά εξετάσεις στην άρχουσα τάξη και στον ξένο παράγοντα ότι είναι ο ικανότερος διαχειριστής, ότι είναι ο ικανότερος για να μπορέσει να εγκλωβίσει και να χειραγωγήσει το λαϊκό παράγοντα».


Σε άλλο σημείο της ομιλίας του υπογράμμισε πως για το ΚΚΕ «η κυβέρνηση είναι στοχοπροσηλωμένη, με ευλάβεια υλοποιεί την πολιτική που ικανοποιεί τα συνολικά συμφέροντα, τις συνολικές ανάγκες της αστικής τάξης και του κεφαλαίου, σε συνθήκες βεβαίως βαθιάς και παρατεταμένης καπιταλιστικής κρίσης (...) Ετσι λοιπόν τα μέτρα αυτά είναι χωρίς ημερομηνία λήξης. Δεν είναι προσωρινά, απλά και μόνο να διαχειριστείτε την καπιταλιστική κρίση. Γιατί ακριβώς στοχεύουν πάνω απ' όλα στην επόμενη μέρα, στη μέρα της καπιταλιστικής ανάκαμψης που είναι μια ανάκαμψη σε ερημοποιημένο τοπίο».

Ο βουλευτής του ΚΚΕ αναφέρθηκε και στην ένταση της καταστολής, τονίζοντας: «...έτσι λοιπόν αυτή η επίθεση ενάντια στα πλατιά λαϊκά στρώματα διαμορφώνει τις προϋποθέσεις να ξεδιπλωθεί το λαϊκό κίνημα, να αναπτυχθεί η αντίσταση. Πώς απαντάτε λοιπόν απέναντι στη λαϊκή αντίσταση; Με τη λογική του νόμου και της τάξης. Με την καταστολή. Την τρομοκρατία, το φόβο, τη βία και τα ΜΑΤ (...) ο βασικός σας στόχος είναι να υποτάξετε το λαϊκό κίνημα στις ανάγκες των επιχειρηματικών ομίλων για να διαμορφώσετε ένα αποστειρωμένο από συνδικαλιστικά δικαιώματα, επιχειρηματικό περιβάλλον και στον ιδιωτικό αλλά και στο δημόσιο τομέα».
Ασφαιρη αντιπαράθεση «καθρέφτης» ενδοαστικής διαπάλης

Αναφερόμενος σε απόψεις που διακινεί η αντιπολίτευση, επεσήμανε: «Θεωρούμε ότι είναι άσφαιρη η αντιπολίτευση που επικεντρώνεται στα ζητήματα περί κλεπτοκρατίας, περί αποικίας χρέους και κατοχής, περί ανθύπατων και υποτακτικών. Αυτή η κριτική είναι άσφαιρη και αποπροσανατολιστική, όσο κι αν οξύνεται σε λεκτικό επίπεδο, γιατί επιδιώκει να κρυφτεί η συμφωνία επί της ουσίας στις στρατηγικές επιλογές. Επιδιώκει να κρύψει τους πραγματικούς υπεύθυνους για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός που δεν είναι άλλο απ' το καπιταλιστικό σύστημα, την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, το καπιταλιστικό κέρδος.

(...) Βεβαίως, αυτή η αντιπαράθεση η άσφαιρη αναζωπυρώνεται ακόμα περισσότερο επειδή το τελευταίο διάστημα αναζωπυρώνεται η αντιπαράθεση ανάμεσα στο ΔΝΤ και την ΕΕ (...) Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα είναι έκφραση του αδιέξοδου της αστικής διαχείρισης για την καπιταλιστική κρίση, αποτελεί έκφραση των αντιθέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και αποτελούν εκδήλωση της ανισόμετρης έκφρασης της καπιταλιστικής κρίσης και της αλλαγής στο συσχετισμό δύναμης (...). Ετσι λοιπόν είναι μια αντιπαράθεση, μια διαπάλη που γίνεται στο εσωτερικό της αστικής τάξης και το θέμα για τους εργαζόμενους και το λαϊκό κίνημα δεν είναι να επιλέξουν ανάμεσα στη Μέρκελ και στον Ομπάμα, ανάμεσα στην επιμήκυνση του δημόσιου χρέους και στο κούρεμά του. Δεν πρέπει, λοιπόν, το λαϊκό κίνημα να μπει κάτω από ξένη σημαία.

Βεβαίως, παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες και μια αναζωπύρωση του φλερτ του ΣΥΡΙΖΑ με την πολιτική Ομπάμα (...) Μάλιστα, ακούσαμε και τον εισηγητή, τον κ. Δραγασάκη αν δεν κάνω λάθος, ότι είναι διαφορετική, λέει, η πολιτική του Μπους, απ' την πολιτική Ομπάμα. Δηλαδή, με συγχωρείτε πάρα πολύ, άλλαξε ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας των ΗΠΑ; Και με τον Ομπάμα δε γίνονται ιμπεριαλιστικές επιθέσεις; Τι είπε ο Τσίπρας στο Τέξας; Είπε ότι θαυμάζει την Αμερική γιατί έχει ομοσπονδιακούς θεσμούς που προστατεύουν την κοινωνική ασφάλιση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, το επίδομα ανεργίας, τα συστήματα ασφαλείας, όταν η Αμερική και με την πολιτική Ομπάμα είναι η χώρα, το κράτος με τις πιο οξυμένες κοινωνικές αντιθέσεις.

(...) Αυτή η γραμμή αντιπαράθεσης, εντός των τειχών της διαχείρισης σπέρνει αυταπάτες στο λαό. Καλλιεργεί την παθητικότητα, το κλίμα αναμονής στον κόσμο. Γι' αυτό ακριβώς και δεν τοκίστηκε σε ενίσχυση του λαϊκού κινήματος το 27% της αξιωματικής αντιπολίτευσης (...) αυτή η γραμμή έρχεται και δένει με τη λογική του καρότου (...) Οποτε δεν πιάνει το μαστίγιο ή το καρότο, έχουμε τη Χρυσή Αυγή...».
Αναντικατάστατος ο ρόλος του ΚΚΕ

Κλείνοντας την ομιλία του ο Ν. Καραθανασόπουλος σημείωσε: «Ετσι λοιπόν, στις σημερινές συνθήκες αν κάτι αναδεικνύεται αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο αναντικατάστατος ρόλος του ΚΚΕ. Και γι' αυτό αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση η ολόπλευρη στήριξη και ενίσχυση του ΚΚΕ.

Γιατί αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που συνέβαλε αποφασιστικά στο να αποκαλυφθεί πολύ έγκαιρα, όχι τώρα, πολύ έγκαιρα, η πορεία των πραγμάτων. Προειδοποίησε το εργατικό λαϊκό κίνημα και προσπάθησε να το προετοιμάσει για να είναι ικανό να αντισταθεί. Αποτελεί το βασικό παράγοντα για την οργάνωση της πάλης του λαού, για την ενίσχυση του ταξικού μετώπου όπως εκφράζεται απ' το ΠΑΜΕ και τις υπόλοιπες συσπειρώσεις στους αυτοαπασχολούμενους και σε άλλους χώρους.

Γιατί θέλει να ανασυνταχθεί το εργατικό λαϊκό κίνημα και ταυτόχρονα αποτελεί το βασικό παράγοντα, τον καθοριστικό, για τη συγκέντρωση δυνάμεων, των εργατών, των αυτοαπασχολούμενων, της φτωχής αγροτιάς και της νεολαίας των λαϊκών στρωμάτων για τη Λαϊκή Συμμαχία. Για να μπορέσει να υπερασπίσει τους μισθούς, τις Συλλογικές Συμβάσεις, να προστατεύσει συλλογικά και ατομικά δικαιώματα, να αντιμετωπίσει τη φοροεπιδρομή, να διεκδικήσει το δικαίωμα πρόσβασης στην Παιδεία και την Υγεία.

Για να δημιουργηθεί μια ισχυρή αντιπολίτευση για τη ρήξη και την ανατροπή όχι για να δώσουμε "φιλί ζωής" στο σάπιο καπιταλιστικό σύστημα. Γιατί εντός των τειχών δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος, η διέξοδος βρίσκεται σε σύγκρουση με τους μονοπωλιακούς ομίλους, την ΕΕ και την αστική τάξη, βρίσκεται στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, στην αποδέσμευση απ' την ΕΕ και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, στη μονομερή διαγραφή του χρέους. Μόνο έτσι μπορεί να αξιοποιηθεί ο τεράστιος πλούτος προς όφελος του λαού και όχι του καπιταλιστικού κέρδους».


Σαουδική Αραβία: Δουλεμπόριο με τους ξένους εργάτες

Σαουδική Αραβία: Δουλεμπόριο με τους ξένους εργάτες



Ο
ι μαζικές συλλήψεις και απελάσεις μεταναστών εργατών που δεν προμηθεύτηκαν νέες άδειες παραμονής και εργασίας, στις αρχές της βδομάδας, από τις σαουδαραβικές αρχές (περίπου 4.500 συλλήψεις αναφέρονταν επίσημα), οδήγησαν σε άδειες αγορές και καταστήματα αλλά και σε γκρίνια, καθώς δύο μόλις μέρες μετά μία χειρωνακτική εργασία κόστιζε διπλά ή τριπλά. Το μέτρο πρωτοπαρουσιάστηκε πέρυσι τον Απρίλη και έλαβε αρχικά τρίμηνο περιθώριο εφαρμογής και στη συνέχεια άλλο ένα τετράμηνο. Στόχος, θεωρητικά, η αντιμετώπιση της ανεργίας μεταξύ των Σαουδαράβων που φθάνει το 12% (σε αυτήν δεν συγκαταλέγονται οι χιλιάδες Σαουδάραβες που δεν αναζητούν εργασία) των 27 εκατομμυρίων κατοίκων. Η πλειοψηφία των ντόπιων εργάζεται στον κρατικό μηχανισμό.


Ενα εκατομμύριο ξένοι εργάτες έφυγαν και άλλα τέσσερα εκατομμύρια κατάφεραν να προμηθευτούν τις πολύτιμες άδειες. Στo βασίλειο εκτιμάται ότι εργάζονται περίπου εννιά εκατομμύρια ξένοι εργάτες, κυρίως από Ινδία, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Σρι Λάνκα, Νεπάλ, Ινδονησία, Φιλιππίνες, Υεμένη, Αίγυπτο, Λίβανο, Αιθιοπία. Απασχολούνται σε οικιακές και χειρωνακτικές εργασίες, τις οποίες οι ντόπιοι αποφεύγουν λόγω των άθλιων συνθηκών (τουλάχιστον 15ωρο χωρίς κανένα δικαίωμα) και του πενιχρού μισθού (200 - 400 δολάρια).

Τ
ο νέο μέτρο, όμως, επανέφερε στο φως και το απεχθές καθεστώς ημι-δουλείας που ισχύει στο βασίλειο, αλλά και σε άλλες πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου, για τους ξένους εργάτες (δεν καλύπτονται από το εργατικό δίκαιο της χώρας). Οι ξένοι εργάτες για να εισέλθουν στη χώρα πρέπει να λάβουν άδεια διαμονής που τη διασφαλίζουν εφόσον κάποιος μόνιμος κάτοικος «εγγυηθεί» ως σπόνσορας γι' αυτούς (σύστημα «καφάλα»). Ετσι, εξαρτώνται από τον «σπόνσορα», που συχνά τους κατάσχει το διαβατήριο, τους κακοποιεί και τους χρησιμοποιεί για άλλες εργασίες από αυτές που έχουν δηλωθεί, εννοείται συνήθως χωρίς μισθό. Οι ξένοι εργάτες δεν μπορούν να τον καταγγείλουν μην έχοντας καν το διαβατήριό τους. Αλλωστε, με βάση το σύστημα «καφάλα», οι ίδιοι αποτελούν «επένδυση» και ο «επενδυτής» έχει δικαίωμα να τους κάνει ό,τι θέλει!


Επίσης, πραγματοποιούνται «αγοραπωλησίες εγγυήσεων», δηλαδή πωλούνται οι ξένοι εργάτες μεταξύ των αφεντικών, στην κυριολεξία, ως αντικείμενα χωρίς κανένα δικαίωμα. Από τις αγοραπωλησίες αυτές εξασφαλίζουν εισόδημα αρκετοί Σαουδάραβες. Για να αλλάξει δουλειά, αφεντικό ακόμη και για να φύγει από τη χώρα, ο ξένος εργάτης χρειάζεται τη γραπτή συγκατάθεση του, νομικά κατοχυρωμένου, «εγγυητή» του. Αν προσπαθήσει να φύγει χωρίς αυτήν (άρα και χωρίς το διαβατήριό του που παρακρατείται) και συλληφθεί, του επιβάλλεται πρόστιμο 3.000 δολαρίων!

Α
υτή η αδιανόητη κατάσταση δεν αποτελεί είδηση. Είναι γνωστό ότι στις χώρες του Κόλπου και ιδιαίτερα στη Σ. Αραβία, οι ξένοι εργάτες απασχολούνται σε καθεστώς, ουσιαστικά, ημι-δουλείας και αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τη λεγόμενη «διεθνή κοινότητα» να προσφέρει στη Σ. Αραβία θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και αυτή να την αρνείται επικαλούμενη τις «ευαισθησίες» της απέναντι στην «καταστολή του συριακού καθεστώτος». Ούτε εμποδίζει τις πετρελαιομοναρχίες να διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο στα ιμπεριαλιστικά σχέδια στην περιοχή με διάφορα λογύδρια περί «δικαιωμάτων», π.χ., των Σύρων αντικαθεστωτικών, ούτε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να τις κανακεύουν, κυρίως τη Σ. Αραβία, λόγω του ενεργειακού της πλούτου, χαρακτηρίζοντάς τες «στρατηγικό και σημαντικό εταίρο». Αλλωστε, οι «ευαισθησίες» περί σεβασμού των ανθρωπίνων και άλλων δικαιωμάτων είναι εξαιρετικά επιλεκτικές, όπως έχει αποδειχθεί, ανάλογα με τα συμφέροντα.





TOP READ