9 Ιαν 2018

Η Κυριακή 9 Γενάρη του 1905 έχει καταγραφεί στην Ιστορία σαν «Ματωμένη Κυριακή», και ο τσάρος σαν «Νικόλαος ο ματοβαμμένος».

 

 
 Η Ρώσικη Επανάσταση του 1905
 
 
 

 
Η Κυριακή 9 Γενάρη του 1905 με το παλιό ημερολόγιο (22 Γενάρη με το νέο) έχει καταγραφεί στην Ιστορία σαν «Ματωμένη Κυριακή», και ο τσάρος σαν «Νικόλαος ο ματοβαμμένος». Πάνω από 140.000 εργάτες της Πετρούπολης πορεύονταν με ειρηνική διαδήλωση προς τα Χειμερινά Ανάκτορα.

Αφορμή στάθηκε η απεργία στις 3 Γενάρη στο εργοστάσιο Πουτίλοφ. Το απεργιακό κίνημα είχε ξεσπάσει από το 1904 με οικονομικά κατά κύριο λόγο αιτήματα. Η απεργία απλώθηκε γρήγορα και σε άλλες επιχειρήσεις και στις 8 Γενάρη γενικεύτηκε. Με την επίδραση των μπολσεβίκων, οι εργάτες πρόβαλαν όχι μόνο οικονομικές, αλλά και πολιτικές διεκδικήσεις. Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο παπά Γκαπόν, που με τη βοήθεια των αρχών είχε ιδρύσει την «Οργάνωση των Ρώσων εργοστασιακών εργατών της Πετρούπολης». Σκοπός της οργάνωσης ήταν να παρεμβαίνει για να αντιμετωπίζει τις αντιθέσεις των εργατών με τους επιχειρηματίες, εκτονώνοντας τις κινητοποιήσεις, να ματαιώνει τις επαναστατικές εξεγέρσεις και να στερεώσει στο προλεταριάτο, που μόλις τελευταία είχε φύγει από τα χωριά και ήταν λιγότερο συνειδητό, την απλοϊκή πίστη στον «πατερούλη τσάρο» που προστατεύει το λαό από τους «αφέντες». Δηλαδή να υπονομεύει το νεαρό τότε εργατικό κίνημα. Αυτό που δεν είχαν πετύχει με τους χωροφύλακες ελπίζανε να το πετύχουν με τον παπά. Οι μπολσεβίκοι προσπαθούσαν να αντιπαρατεθούν έντονα ενάντια στη διαλυτική δράση των οργανώσεων του Γκαπόν, αλλά οι δυνάμεις τους στην Πετρούπολη ήταν λίγες, ενώ παράλληλα η δράση των μενσεβίκων στο εσωτερικό των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων ήταν διασπαστική. (Οι παραπάνω αναφορές, από την «Παγκόσμια Ιστορία» της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Ζ1, σελ. 449).
 
Στο μεταξύ, οι εξελίξεις οδηγούσαν σε σύγκρουση. Ετσι, όταν ο Γκαπόν είδε πως δεν μπορούσε να σταματήσει το κίνημα οργάνωσε, σε συνεργασία με την αστυνομία, μια πορεία των εργατών προς τα Χειμερινά Ανάκτορα, για να υποβάλουν ένα υπόμνημα στον τσάρο. Στο υπόμνημα αναφέρονταν: «Μεγαλειότατε, εμείς οι εργάτες και κάτοικοι της Πετρούπολης, ήρθαμε με τις γυναίκες μας, τα παιδιά μας και τους γέροντες γονείς μας, σε σένα, για να βρούμε δικαιοσύνη και προστασία (...) Είσαι η τελευταία ελπίδα της σωτηρίας μας. Μην αρνιέσαι τη βοήθεια στο λαό σου. Βγάλτον απ' την αθλιότητα και την αμάθεια, βοήθησέ τον να καλυτερέψει την τύχη του. Απάλλαξέ τον απ' την καταπίεση των κρατικών οργάνων. Γκρέμισε τον τοίχο που υψώνεται ανάμεσα σε σένα και το λαό σου. Σκοπός σου είναι η ευτυχία του λαού, αλλά την ευτυχία αυτή του την αφαίρεσαν».

Οι μπολσεβίκοι άνοιξαν μέτωπο μέσα στα εργοστάσια και εξηγούσαν πως η πορεία που ετοίμαζε ο Γκαπόν θα ήταν άκαρπη και επικίνδυνη. Οταν οι διαδηλωτές ξεκίνησαν από τις εργατικές συνοικίες για τα χειμερινά ανάκτορα πολλοί κρατούσαν στα χέρια τους εικόνες, σταυρούς και φωτογραφίες του τσάρου και οι περισσότεροι ήλπιζαν ότι ο Ρώσος τσάρος θα τους καταλάβαινε. Οι μπολσεβίκοι πήραν ενεργό μέρος στη διαδήλωση, αντιτάχθηκαν στον τρόπο που την είχε οργανώσει ο παπά Γκαπόν και στους σκοπούς που αυτός είχε, προειδοποιώντας τους εργάτες της ρωσικής πρωτεύουσας με προκήρυξη ότι: «Δεν πρέπει να παρακαλούμε τον τσάρο, δεν πρέπει να ταπεινωνόμαστε μπροστά στον άσπονδο εχθρό μας, αλλά να τον γκρεμίσουμε από το θρόνο. Η απελευθέρωση των εργατών μπορεί να είναι έργο μόνο των ίδιων των εργατών. Μην περιμένετε την ελευθερία ούτε από τους παπάδες, ούτε από τους τσάρους»(«Ιστορία του ΚΚΣΕ», Εκδόσεις ΣΕ σελ. 87).

Οι εξελίξεις δικαίωσαν το κόμμα του Λένιν. Η διαδήλωση βάφτηκε στο αίμα από το στρατό και την αστυνομία. Περισσότεροι από χίλιοι διαδηλωτές έπεσαν νεκροί, ενώ χιλιάδες άλλοι τραυματίστηκαν. Η μέρα εκείνη έμεινε στην Ιστορία ως «η ματωμένη Κυριακή» της ρωσικής εργατικής τάξης, αλλά και ως η αρχή της ρωσικής επανάστασης.

Ηγέτης η εργατική τάξη
 
Το χτύπημα του στρατού, με εντολή του τσάρου, στους άοπλους εργάτες, στις γυναίκες και τα παιδιά τους με τα όπλα, οι χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, έγινε αφορμή να μπουν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες στον αγώνα και να αρχίσει η πρώτη επανάσταση στην τσαρική Ρωσία, στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι εργάτες άρχισαν να εξοπλίζονται. Στις 10 Γενάρη, στην Πετρούπολη, συνεχίζονται οι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στους εργάτες και το στρατό. Σε όλη τη Ρωσία, ξεσπούν απεργίες διαμαρτυρίας και πολιτικές διαδηλώσεις. Στη Μόσχα, άρχισε γενική απεργία στις 10 Γενάρη, ενώ στη Ρίγα, στις 13 του ίδιου μήνα, στην απεργία και τη διαδήλωση γίνονται συγκρούσεις με την αστυνομία. Στις 14 Γενάρη, ξέσπασε γενική απεργία στη Βαρσοβία και στις 18 Γενάρη γενική απεργία στην Τιφλίδα, που παίρνει χαρακτήρα πολιτικής απεργίας. Τα επαναστατικά γεγονότα εξελίσσονται ραγδαία, εξαπλώνονται σε ολόκληρη την τσαρική Ρωσία και καθ' όλη τη διάρκεια του 1905 και έτσι εξελίσσεται η πρώτη στην ιστορία της Ρωσίας επανάσταση, που ηγήθηκε η εργατική τάξη, επικεφαλής όλων των καταπιεσμένων μαζών, που αγωνίζονταν για την πολιτική τους απελευθέρωση. Το βασικό σύνθημα ήταν «κάτω ο τσάρος». Το επαναστατικό κίνημα καθοδηγούσε το ΣΔΕΚΡ, οι μπολσεβίκοι, με επικεφαλής τον Λένιν.
Ο Λένιν στο έργο του «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία», στον πρόλογο στη δεύτερη έκδοση, αναφέρει χαρακτηριστικά σχετικά με τις τάξεις, την ταξική πάλη και τον καθοδηγητικό ρόλο της εργατικής τάξης: «Η ανάλυση του κοινωνικο-οικονομικού καθεστώτος, συνεπώς και της ταξικής διάρθρωσης της Ρωσίας, που έγινε σ' αυτό το έργο με βάση την οικονομική έρευνα και την κριτική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων, επιβεβαιώνεται τώρα με την ανοιχτή πολιτική εμφάνιση όλων των τάξεων, στην πορεία της επανάστασης. Αποκαλύφθηκε πέρα για πέρα, ο καθοδηγητικός ρόλος του προλεταριάτου. Αποκαλύφθηκε επίσης ότι η δύναμή του στο ιστορικό ξεκίνημα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από το ποσοστό του στο γενικό σύνολο του πληθυσμού». («Απαντα» τ. 3ος, σελ. 13).

Η Ρωσία μετά την κατάργηση της δουλείας (1863) πέρασε μια βιομηχανική άνοδο που, από το 1887 έως το 1908, οδήγησε σε διπλασιασμό των βιομηχανικών της εργατών (από 1.300.000 έφτασαν τα 2.700.00). Η εργατική τάξη, που ήταν συγκεντρωμένη στα τότε μεγάλα αστικά κέντρα, στις βιομηχανικές πόλεις, ζούσε κάτω από εξαιρετικά άθλιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Παρόλο που με νόμο του 1897 η εργάσιμη μέρα είχε περιοριστεί στις 11,5 ώρες, στις περισσότερες επιχειρήσεις διαρκούσε 13 - 14 ώρες. Οι μισθοί ήταν εξευτελιστικοί και η διατροφή των εργατών αχαρακτήριστη. Οι περισσότεροι εργάτες εξακολουθούσαν να μένουν σε υπόγεια, σε παράγκες και θαλάμους εργοστασίων, ενώ ακόμη και τα όργανα του καθεστωτικού Τύπου ομολογούσαν πως η ζωή τους ελάχιστα διέφερε από τη ζωή των ανθρώπων που ζούσαν σε κάτεργα (Στοιχεία από την Ιστορία του ΚΚΣΕ, Εκδόσεις ΣΕ σελ. 81).

Ετσι στη Ρωσία αναπτύσσονταν ραγδαία οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. «Αν συγκρίνουμε την προκεφαλαιοκρατική εποχή στη Ρωσία με την κεφαλαιοκρατική... τότε θα αναγκαστούμε να παραδεχτούμε ότι η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στον καπιταλισμό είναι εξαιρετικά γοργή».(Λενιν, «Απαντα» τ. 3ος, σελ. 630).

Αλλά και οι αγρότες στέναζαν το ίδιο κάτω από την εξουσία των τσιφλικάδων. «Τον αγρότη τον έριξαν σε ένα άθλιο βιοτικό επίπεδο: Στεγαζόταν μαζί με τα ζώα, ντυνόταν με κουρέλια, τρεφόταν με λαχανίδες... Οι αγρότες υπόφεραν από χρόνια πείνα και πέθαιναν κατά δεκάδες χιλιάδες από την πείνα και τις επιδημίες στα χρόνια της σιτοδείας που επαναλαμβάνονταν ακόμη όλο και συχνότερα». (Β. Ι. Λένιν: «Το εργατικό κόμμα και η αγροτιά», «Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τ. 4, σελ. 438).

Η επαναστατική πάλη των εργατών επέδρασε στις μεγάλες μάζες της φτωχής αγροτιάς, που μπήκαν στο κίνημα, καταλαμβάνοντας και οργώνοντας τα χωράφια των τσιφλικάδων. Στα χωριά οργάνωναν συγκεντρώσεις και σε πολλά μέρη έγιναν απεργίες εργατών γης. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, άρχισε να διαμορφώνεται η συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, χωρίς μάλιστα την ύπαρξη κόμματος της αγροτιάς. Δυνάμωσε το επαναστατικό κίνημα στο στρατό και το στόλο, με κορυφαία γεγονότα την εξέγερση στο θωρηκτό «Ποτέμκιν», καθώς επίσης και στη Σεβαστούπολη και ανταρσίες στρατιωτών και ναυτών στην Κροστάνδη. Σε αυτήν την πρώτη επανάσταση, δημιουργήθηκαν τα σοβιέτ, λαογέννητα όργανα, στα οποία ο Λένιν διείδε τα φύτρα της νέας εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου. Για τα γεγονότα στις 9 Γενάρη, ο Λένιν έγραφε:«Η εργατική τάξη πήρε ένα μεγάλο μάθημα εμφυλίου πολέμου. Η επαναστατική διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου προχώρησε μέσα σε μια μέρα τόσο, όσο δε θα μπορούσε να προχωρήσει μέσα σε μήνες και χρόνια μιας άχαρης, συνηθισμένης, κακομοίρικης ζωής. Το σύνθημα του ηρωικού προλεταριάτου της Πετρούπολης "ελευθερία ή θάνατος" αντιλαλεί τώρα σε όλη τη Ρωσία»(Β. Ι. Λένιν: «Η έναρξη της επανάστασης στη Ρωσία», «Απαντα», έκδοση ΣΕ, τ. 9, σελ. 202 - 203).

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία
 
Τι προηγήθηκε των επαναστατικών γεγονότων; Ο πόλεμος του τσάρου της Ρωσίας ενάντια στην Ιαπωνία, που ξέσπασε το Γενάρη του 1904, όξυνε όλες τις αντιθέσεις της κοινωνικής ζωής και επιτάχυνε τα επαναστατικά γεγονότα. Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος τα προηγούμενα χρόνια ανάγκασε τον τσαρισμό, προκειμένου να τραβήξει με το μέρος του την αστική τάξη, να παραχωρήσει ορισμένες ελευθερίες. Η κυβέρνηση επέτρεπε στην αστική τάξη να οργανώνει συνέδρια και συμπόσια, να μιλάει για φιλελευθεροποίηση και να συμβιβάζεται με αυτήν την κατάσταση, αφού ήταν κοντά στα όργανα της εξουσίας.

Οι μπολσεβίκοι αξιοποιούσαν τη λεγόμενη «φιλελεύθερη άνοιξη» για να οργανώνουν και να πλαταίνουν το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος ήταν ένας από τους πρώτους πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι μπολσεβίκοι εξηγούσαν τον άδικο χαρακτήρα του πολέμου για τους λαούς και της Ρωσίας και της Ιαπωνίας. Η δράση του κόμματος, που καθοδηγούσε ο Λένιν, στην εργατική τάξη, στην αγροτιά και τις άλλες καταπιεζόμενες μάζες, το έφεραν επικεφαλής των επαναστατικών γεγονότων. Η ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο επιτάχυνε τα γεγονότα. Στη Ρωσία, ωρίμαζε επαναστατική κρίση. Ηδη, ο πόλεμος είχε οδηγήσει τις μάζες σε εξαθλίωση. Ετσι, άνοιξε ο δρόμος για τις διαδηλώσεις στις 9 Γενάρη, που με το χτύπημα του στρατού έγινε η αφορμή για το επαναστατικό ξέσπασμα του ρώσικου προλεταριάτου και των άλλων καταπιεζόμενων μαζών.

Την ίδια περίοδο, το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα περνάει στο μονοπωλιακό του στάδιο. Και η Ρωσία επίσης, παρά το καθεστώς του τσαρισμού περνά στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.

Ο Λένιν, από τη συγκεκριμένη περίοδο ακόμη διέγραφε την τάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, αλλά και το πέρασμα της Ρωσίας στο μονοπωλιακό στάδιο, όταν ακόμη την πολιτική εξουσία ασκούσε ο τσαρισμός. «Η πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης στην Κίνα είναι εγκληματική πολιτική... όχι μόνο κρατάει το λαό μας στη σκλαβιά, αλλά και τον στέλνει να υποτάσσει άλλους λαούς... Η κυβέρνηση όχι μόνο βοηθάει τους Ρώσους κεφαλαιοκράτες να εκμεταλλεύονται τους δικούς τους εργάτες... αλλά και στέλνει στρατιώτες να ληστεύουν άλλους λαούς...».(«Απαντα» τ. 4, σελ. 388).

Την περίοδο πριν από τα επαναστατικά γεγονότα στη Ρωσία ξέσπασε παγκόσμια οικονομική κρίση (1900 - 1903), που αφενός επιτάχυνε τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ενίσχυσε το ρόλο των μονοπωλίων, επιδείνωνε όμως τη θέση και τη ζωή της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Ο Λένιν γράφει ότι από το ένα μέρος υπήρχε «η πιο καθυστερημένη γαιοκτησία, το πιο πρωτόγονο χωριό, και από το άλλο μέρος ο πιο προοδευμένος βιομηχανικός και χρηματιστικός καπιταλισμός» (Β. Ι. Λένιν: «Πολιτικές σημειώσεις», «Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τ. 16, σελ. 439).

Η οικονομική κρίση στα 1900 - 1903 χτύπησε την ελαφριά βιομηχανία, αλλά με μεγαλύτερη δύναμη χτύπησε τους καινούριους κλάδους της βαριάς βιομηχανίας. Οι μισές περίπου υψικάμινοι και το 45% περίπου από όλα τα φρέατα πετρελαίου σταμάτησαν να λειτουργούν. Εκεί όπου η παραγωγή έπεσε πιο πολύ, ήταν οι κλάδοι της βαριάς βιομηχανίας που κατασκεύαζαν σιδηροδρομικές γραμμές, ατμάμαξες και βαγόνια. Με την κρίση, η ανεργία εξαπλώθηκε, οι συνθήκες εργασίας των εργατών χειροτέρευσαν και πολλοί μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες καταστράφηκαν. Ταυτόχρονα, αυξήθηκε η συγκέντρωση της παραγωγής και δυνάμωσαν οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες πλέον αποκτούσαν μονοπωλιακό χαρακτήρα.

«Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ίδρυση μονοπωλιακών συγκροτημάτων, προπάντων με τη μορφή των συνδικάτων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα μονοπώλια ήταν λίγα (τριάντα περίπου). Ωστόσο, αν και όχι αμέσως, τα μονοπώλια αυτά στερεώθηκαν στους κυριότερους κλάδους της βαριάς βιομηχανίας κι έπαιρναν σιγά σιγά στα χέρια τους τις σπουδαιότερες πηγές πρώτων υλών και καυσίμων» (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Ζ1, σελ. 440 - 441).
Ολες οι παραπάνω συνθήκες, όπως ωρίμανση του καπιταλισμού και πέρασμά του στο μονοπωλιακό του στάδιο, τον ιμπεριαλισμό, οξύτατη οικονομική κρίση που οδήγησε σε επαναστατική κρίση, επαναστατική κατάσταση, εργατική τάξη που αν και μειοψηφία στο σύνολο των λαϊκών στρωμάτων, από τη θέση της στην κοινωνία και την κοινωνική παραγωγή ξεπρόβαλε ως ηγέτης και καθοδηγητής των εξελίξεων, σε συνδυασμό με την ύπαρξη επαναστατικού κόμματος, αν και νεαρού, συνέβαλαν στο ξέσπασμα της επανάστασης.

Το επαναστατικό κόμμα
 
Είναι θεμελιακό το ότι η εργατική τάξη ωρίμασε για να διεξάγει πολιτική επαναστατική πάλη για την απελευθέρωση της κοινωνίας από την εκμετάλλευση που εκφράστηκε με την ίδρυση του δικού της επαναστατικού κόμματος.
Η ίδρυση μαρξιστικού κόμματος στη Ρωσία είχε προετοιμαστεί απ' όλη την προηγούμενη περίοδο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, από την ανάπτυξη του μαρξισμού στη χώρα. Αποφασιστική συμβολή στην ίδρυση και οργάνωση επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης στη Ρωσία είχε ο Λένιν.
Ο Λένιν, από τα φοιτητικά του χρόνια ακόμη, έταξε σκοπό της ζωής του την ανάπτυξη της δράσης για την κοινωνική απελευθέρωση των καταπιεσμένων λαών της τσαρικής Ρωσίας. Καταπιάνεται με τη μελέτη του μαρξισμού, αλλά και τη διάδοσή του στους εργάτες της Πετρούπολης. Στράφηκε στο μαρξισμό και την οργάνωση της πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης, παρά και ενάντια στο ρεύμα της εποχής, το ναροντνικισμό, που δρούσε με μορφές πολιτικής πάλης, όπως η ατομική τρομοκρατία ενάντια στον τσάρο, ως το μέσο για την κοινωνική απελευθέρωση της αγροτιάς. Είναι χαρακτηριστικό ότι με την εκτέλεση του μεγαλύτερου αδελφού του Αλέξανδρου, μετά τη σύλληψη και καταδίκη του σε θάνατο για απόπειρα δολοφονίας του τσάρου Αλέξανδρου ΙΙΙ, ο ίδιος λέει ότι «εμείς θα ακολουθήσουμε άλλο δρόμο».

Επιμένει στην προπαγάνδα και τη ζύμωση, εκλαϊκεύοντας το μαρξισμό στους εργάτες, αλλά, ταυτόχρονα, ο ίδιος δουλεύει για την ανάπτυξη του επιστημονικού σοσιαλισμού στη Ρωσία, με πρώτο στόχο την αντιμετώπιση του ναροντνικισμού. Οι ναρόντνικοι πίστευαν και προπαγάνδιζαν ότι η Ρωσία θα φτάσει στο σοσιαλισμό μέσα από την αγροτική κοινότητα και ότι ο καπιταλισμός είναι τυχαίο φαινόμενο στη Ρωσία. Ταυτόχρονα, στρέφονταν ενάντια στους μαρξιστές και τις θέσεις τους, γεγονός που εμπόδιζε τη διάδοση του μαρξισμού. Το έργο του «Ποιοι είναι οι φίλοι του λαού και πώς καταπολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες» είναι σταθμός για τη διάδοση του μαρξισμού στη Ρωσία και την ανάπτυξη της επαναστατικής πάλης της εργατικής τάξης της Ρωσίας και, ταυτόχρονα, ένα αποτελεσματικό θεωρητικό όπλο ενάντια στο ναροντνικισμό.
Επίσης, το έργο του «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία», που θεμελιώνει το ρόλο και τις σχέσεις των τάξεων στη Ρωσία και αναδεικνύει τη δυνατότητα της μικρής, αλλά συγκεντρωμένης εργατικής τάξης, να ηγηθεί της επανάστασης, ανοίγει το δρόμο για τη συνένωση της επαναστατικής θεωρίας με το επαναστατικό κίνημα στη Ρωσία. Μα, ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της θεωρίας, κατανοεί ότι χωρίς κόμμα επαναστατικό δεν μπορεί να συνενωθεί η επαναστατική κοσμοθεωρία με το εργατικό κίνημα, έτσι που να αφυπνίζει συνειδήσεις, να συνενώνει την καθημερινή ταξική πάλη στην ανώτερη μορφή της, την πολιτική πάλη για την εξουσία.

Καταπιάνεται με την ίδρυση επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης σε πανεθνική κλίμακα και σαν πρώτο βήμα συνενώνει τους μαρξιστικούς πυρήνες στην Πετρούπολη σε επαναστατική πολιτική οργάνωση, την «Ενωση πάλης για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης», το 1895. Η ανάπτυξη των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων σ' όλη τη χώρα απαιτούσε την επεξεργασία κοινού προγράμματος και ενιαίας τακτικής και επαναστατικής πάλης των Ρώσων μαρξιστών. Πρόβαλλε το πρόβλημα της συνένωσης των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων σε κόμμα, εμφανίστηκε η ανάγκη της σύγκλησης συνεδρίου. Ο Λένιν έλεγε δε χαρακτηριστικά: «...δώστε μας μια οργάνωση επαναστατών - και θα αναποδογυρίσουμε τη Ρωσία!». Τρία χρόνια αργότερα, το Μάρτη του 1898, συνήλθε στο Μινσκ το πρώτο, ιδρυτικό Συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΣΔΕΚΡ). Ο Λένιν βρίσκεται αρχικά στη φυλακή και μετά στην εξορία, αλλά συμμετέχει ακόμη και απ' αυτές τις τρομερά δύσκολες συνθήκες στην οργάνωση πανεθνικού επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Στη φυλακή, ο Λένιν έγραψε το «Σχέδιο προγράμματος» του μελλοντικού κόμματος, την «Ερμηνεία του προγράμματος». Αργότερα, στην εξορία της Σιβηρίας, στην εργασία του «Τα καθήκοντα των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών», ο Λένιν γενίκευσε την πείρα της «Ενωσης πάλης» της Πετρούπολης, σαν εμβρύου του μαρξιστικού κόμματος, και θεμελίωσε το πολιτικό πρόγραμμα και την τακτική των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών.

Αμέσως μετά το συνέδριο, πιάστηκε όλη η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και έτσι, ουσιαστικά, δεν προχώρησε η ενιαία οργάνωση του κόμματος. Αυτό έγινε κατορθωτό στα 1903, με το δεύτερο συνέδριο του ΣΔΕΚΡ, και υπό την καθοδήγηση του Λένιν ιδρύεται ουσιαστικά το μπολσεβίκικο κόμμα.
Το 1ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ δεν κατάφερε στην πράξη να συνενώσει τις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις, ούτε οργανωτικά, ούτε ιδεολογικά. Στις δυσκολίες που προκλήθηκαν από τη σύλληψη των επαναστατών σοσιαλδημοκρατών, προστέθηκαν η ιδεολογική διασπορά και οι διαφωνίες, που αμέσως επιχείρησαν να τις εκμεταλλευτούν τα αστικά και οπορτουνιστικά στοιχεία. Αγωνιζόμενος αποφασιστικά κατά του οπορτουνισμού, ο Β. Ι. Λένιν εργαζόταν εντατικά πάνω στο σχέδιο οικοδόμησης του κόμματος. Οταν ήταν εξορία στη Σιβηρία, είχε κιόλας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι για τη δημιουργία μαρξιστικού κόμματος στη Ρωσία έπρεπε να γίνει η αρχή από την οργάνωση ενός «οργάνου του κόμματος, που να βγαίνει τακτικά και να βρίσκεται σε στενή σύνδεση με όλες τις τοπικές ομάδες». Ενα τέτοιο όργανο έγινε η εφημερίδα «Ισκρα», άμεσος οργανωτής και καθοδηγητής της οποίας ήταν ο Β. Ι. Λένιν, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην επεξεργασία των βάσεων του κόμματος.

Η «Ισκρα» προετοίμασε τη δημιουργία του κόμματος από ιδεολογική και οργανωτική άποψη. Συνδύαζε επιδέξια την προπαγάνδα και την επεξεργασία της θεωρίας. Ενώ στα δυτικοευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είχε αρχίσει να απομακρύνεται η πρακτική δράση από τις επαναστατικές αρχές του μαρξισμού, η εφημερίδα «Ισκρα» ενσάρκωνε την ενότητα της επαναστατικής σκέψης και της επαναστατικής πράξης.

Στα τέλη του 1902, σχηματίστηκε οργανωτική επιτροπή για τη σύγκληση του 2ου Συνεδρίου του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας. Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε τον Ιούλη - Αύγουστο του 1903, στην αρχή στις Βρυξέλλες και μετά στο Λονδίνο. Κύριο καθήκον του ήταν να δημιουργήσει ένα πραγματικό κόμμα, στηριγμένο στις προγραμματικές και οργανωτικές αρχές που είχε προβάλει και επεξεργαστεί η «Ισκρα».

Η λενινιστική θεωρία για το κόμμα
 
Αναπτύσσοντας και πλουτίζοντας τις θεμελιακές ιδέες του Κ. Μαρξ και του Φρ. Ενγκελς για το προλεταριακό κόμμα, ο Β. Ι. Λένιν, για πρώτη φορά στην ιστορία του μαρξισμού, δημιούργησε μια αρμονική και ολοκληρωμένη διδασκαλία για το Κομμουνιστικό Κόμμα - το κόμμα νέου τύπου, το οποίο χαρακτηρίζεται σαν κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δημιουργώντας τη διδασκαλία για το προλεταριακό κόμμα, ο Β. Ι. Λένιν έπαιρνε υπόψη του τη μεγάλη πείρα του επαναστατικού κινήματος στη Ρωσία και τις άλλες χώρες του κόσμου.
Η λενινιστική θεωρία για το κόμμα αποτελεί μια ενότητα θεωρητικών, πολιτικών και οργανωτικών αρχών, που είναι νομοτέλειες της ανάπτυξής του σαν κόμματος της επαναστατικής δράσης, σαν καθοδηγητικής δύναμης της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης. Μια από τις κύριες νομοτέλειες της δράσης του λενινιστικού κόμματος είναι να υιοθετεί ως θεωρητική βάση του την επαναστατική θεωρία του μαρξισμού - λενινισμού. Ο Β. Ι. Λένιν έγραψε: «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα - το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία». Η μαρξιστική - λενινιστική θεωρία, σαν επαναστατική ιδεολογία της εργατικής τάξης, εμφανίστηκε και αναπτύσσεται σε σκληρή ανειρήνευτη πάλη ενάντια στην αστική ιδεολογία. Χαρακτηρίζοντας τις τρεις βασικές μορφές της πάλης του προλεταριάτου για την απελευθέρωσή του - την οικονομική, την πολιτική και την ιδεολογική - ο Β. Ι. Λένιν υπογράμμιζε ότι ο ιδεολογικός αγώνας κατά της αστικής τάξης είναι ο πιο μακρόχρονος και πολύπλοκος. Τη νίκη σ' αυτήν την πάλη το προλεταριάτο μπορεί να την κερδίσει μόνο με τον όρο ότι θα παραμείνει πάντα συνεπές στη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία και θα ξεσκεπάζει αδιάκοπα ακόμα και τις πιο μικρές εκδηλώσεις της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα. Στο βιβλίο του «Τι να κάνουμε;» (1902), ο Β. Ι. Λένιν έγραφε κιόλας ότι: «...το ζήτημα μπαίνει μόνο έτσι: Είτε αστική είτε σοσιαλιστική ιδεολογία. Μέσος όρος δεν υπάρχει... Για το λόγο αυτό, κάθε μείωση του ρόλου της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, κάθε απομάκρυνση απ' αυτή σημαίνει ταυτόχρονα και δυνάμωμα της αστικής ιδεολογίας». Από τότε η ζωή επανειλημμένα επιβεβαίωσε αυτήν την αλήθεια και απέδειξε τη μεγάλη σημασία της αποφασιστικής πάλης όλων των κομμουνιστών για την καθαρότητα της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας, για το ξεσκέπασμα κάθε λογής προσπαθειών διαστρέβλωσης και αναθεώρησής της.

Αλλά μόνη της η ιδεολογική ενότητα δεν είναι αρκετή για το κόμμα. Ο Β. Ι. Λένιν επεξεργάστηκε τις οργανωτικές αρχές του κόμματος, τους κανόνες της κομματικής ζωής και τις αρχές της κομματικής καθοδήγησης, που εκφράζονται στην αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και συμπληρώνονται με την αρχή της συλλογικότητας, που προϋποθέτει την προσωπική, ατομική ευθύνη του καθένα για την εκπλήρωση των συλλογικά παρμένων αποφάσεων, την κριτική και αυτοκριτική. Ο Β. Ι. Λένιν έδειξε ότι για το κόμμα νέου τύπου, η κριτική και η αυτοκριτική είναι ένα όπλο σε διαρκή δράση στο οπλοστάσιο των νόμων της κομματικής ζωής, βοηθώντας στη διαπαιδαγώγηση των κομμουνιστών, στο ξεπέρασμα των δυσκολιών και των αδυναμιών.

Επεξεργαζόμενος τις οργανωτικές αρχές του κόμματος, ο Λένιν έγραψε ότι: «Το κόμμα ...πρέπει να είναι ικανό να δημιουργήσει οργανωτικές σχέσεις τέτοιες που να εξασφαλίζουν ένα ορισμένο επίπεδο συνειδητότητας και να ανεβάζουν συστηματικά αυτό το επίπεδο». Η δύναμη του μαρξιστικού κόμματος δε βρίσκεται μόνο στην ιδεολογική ενότητα, αλλά και στην ενότητα της πρακτικής δράσης όλων του των μελών, που επιτυγχάνεται με το υψηλό επίπεδο οργάνωσης.
Ο Λένιν αγωνιζόταν για ένα μονολιθικό, συσπειρωμένο, οργανωμένο και πειθαρχημένο κόμμα. «Το κάθε μέλος του κόμματος - τόνιζε ο Λένιν - είναι υπεύθυνο για το κόμμα, και το κόμμα είναι υπεύθυνο για το κάθε μέλος του».
Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι το πρωτοπόρο και συνειδητό απόσπασμα της εργατικής τάξης. Το προλεταριάτο δεν είναι ομοιογενές στη σύνθεσή του. Υπάρχουν σ' αυτό περισσότερο συνειδητά και λιγότερο συνειδητά στρώματα. Το κόμμα, σαν πρωτοπόρο απόσπασμα της εργατικής τάξης, μπορεί να περιλάβει στις γραμμές του μόνο τα πιο συνειδητά στοιχεία αυτής της τάξης. «Είμαστε το κόμμα μιας τάξης - έλεγε ο Λένιν - και γι' αυτό σχεδόν όλη η τάξη (και σε καιρό πολέμου, σε καιρό εμφυλίου πολέμου, απόλυτα όλη η τάξη) πρέπει να δρα κάτω από την καθοδήγηση του κόμματός μας, πρέπει να σμίγει όσο μπορεί πιο σφιχτά με το κόμμα μας: Θα ήταν όμως μανιλοφισμός και "χβοστισμός" (πολιτική ουράς στην αστική τάξη) αν νομίζαμε ότι μέσα στον καπιταλισμό σχεδόν όλη η τάξη ή όλη η τάξη είναι ποτέ σε θέση ν' ανυψωθεί ως τη συνειδητότητα και τη δραστηριότητα του πρωτοπόρου της τμήματος, του κομμουνιστικού κόμματός της».

Το κόμμα είναι το οργανωμένο απόσπασμα της εργατικής τάξης. Μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο της προλεταριακής πρωτοπορίας, μόνο με τον όρο ότι θα είναι εξοπλισμένο με ενότητα θέλησης, ενότητα δράσης, ενότητα αυστηρότατης πειθαρχίας. Το κόμμα, τόνιζε ο Λένιν, είναι σύνολο οργανώσεων και γι' αυτό πρέπει να δέχεται «στις γραμμές του μόνο στοιχεία που παραδέχονται έστω κι ένα ελάχιστο όριο οργάνωσης»...

Στο λενινιστικό σχέδιο της πρώτης παραγράφου του Καταστατικού αναφέρει: «Μέλος του κόμματος θεωρείται ο καθένας που παραδέχεται το Πρόγραμμά του και υποστηρίζει το κόμμα τόσο με υλικά μέσα, όσο και με την προσωπική του συμμετοχή σε μια από τις κομματικές οργανώσεις». Η λενινιστική διατύπωση της πρώτης παραγράφου του Καταστατικού απαιτούσε ιδιαίτερα την προσωπική συμμετοχή του μέλους του κόμματος σε μια από τις κομματικές οργανώσεις, καθώς και την αυστηρή πειθαρχία, πράγμα που αποτελεί απαράβατο όρο της οργανωτικής συσπείρωσης και της δύναμης του κόμματος.
Με βάση τα παραπάνω, το Κόμμα Νέου Τύπου διακρίνεται από το ότι διαθέτει:
  • Επαναστατικό Πρόγραμμα, που βασίζεται στη Μαρξιστική Λενινιστική κοσμοθεωρία και τη δημιουργική της εφαρμογή στις συγκεκριμένες συνθήκες.
  • Ενότητα θέλησης και δράσης, που εδράζεται στο Πρόγραμμά του και εξασφαλίζεται από τις οργανωτικές του αρχές (δημοκρατικός συγκεντρωτισμός).
  • Κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση, που διαθέτει υποχρεωτικά ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο (Κεντρική Επιτροπή) και Κομματικές Οργανώσεις Βάσης ως κρίκους σύνδεσης του Κόμματος με ολόκληρη την τάξη και τους συμμάχους της. Τα ενδιάμεσα καθοδηγητικά όργανα, τα επίπεδα των οποίων μπορούν να αλλάζουν προσαρμοζόμενα στις συγκεκριμένες κάθε φορά ανάγκες της πιο αποτελεσματικής κομματικής δράσης (αχτιδικά όργανα, νομαρχιακά, επιτροπές περιοχών), αποτελούν τους καθοδηγητικούς ενδιάμεσους κρίκους από την ΚΕ προς στις ΚΟΒ.
Χωρίς ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η ενιαία καθοδήγηση της κομματικής δουλειάς σε όλη την κλίμακα του Κόμματος με βάση το Πρόγραμμά του. Αρα, δεν μπορεί να εκπληρώνει το ρόλο του και την αποστολή του ως επαναστατικού υποκειμένου ταξικής συνειδητοποίησης και καθοδήγησης της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης για την εκπλήρωση της ιστορικής της αποστολής.

Χωρίς ΚΟΒ, το Κόμμα δεν μπορεί να συνδέεται με την εργατική τάξη, τις άλλες λαϊκές δυνάμεις και δεν μπορεί να έχει συμβολή στην προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα για την επανάσταση, που αποτελεί θεμελιακό καθήκον του Κόμματος Νέου Τύπου, που το εκπληρώνει δρώντας καθημερινά με βάση την πολιτική του γραμμή, την επαναστατική στρατηγική του, θέτοντας στο επίκεντρο της πάλης το ζήτημα της εξουσίας.

Τέτοιο κόμμα καθοδήγησε την πάλη της εργατικής τάξης της Ρωσίας στη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση.

Η επανάσταση εξαπλώνεται
 
Η επανάσταση που ξέσπασε με αφορμή τη «ματωμένη Κυριακή» της ρωσικής εργατικής τάξης, στις 9 Γενάρη 1905 απλώθηκε σ' ολόκληρη τη Ρωσία. Τον Οκτώβρη του 1905 τα Σοβιέτ εξαπλώθηκαν σε όλα τα βιομηχανικά κέντρα. Αποκορύφωμα της επαναστατικής δράσης ήταν η ένοπλη εξέγερση των εργατών της Μόσχας. Στις 5 (18) Δεκέμβρη το Σοβιέτ της Μόσχας, ύστερα από πρόταση των μπολσεβίκων, πήρε απόφαση να κηρύξει γενική πολιτική απεργία, με σκοπό να τη μετατρέψει στη συνέχεια σε εξέγερση.

Στις 7 (20) Δεκέμβρη άρχισε η γενική πολιτική απεργία, ενώ στις 9 (22) του Δεκέμβρη στήθηκαν στη Μόσχα τα πρώτα οδοφράγματα που σε λίγο γέμισαν την πόλη απ' άκρη σ' άκρη. Αλλά η εξέγερση δεν μπόρεσε να εξαπλωθεί σε όλη τη Ρωσία. Αν και κράτησε εννέα ολόκληρες μέρες και οι χιλιάδες εξεγερμένοι Μοσχοβίτες εργάτες μάχονταν ηρωικά, η τσαρική κυβέρνηση χρησιμοποίησε ενάντιά τους στρατό που ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνάμεις των εξεγερμένων εργατών. Ετσι η επανάσταση ηττήθηκε. Αλλά και αν ηττήθηκε η ιστορική σημασία της επανάστασης υπήρξε τεράστια. Ο Λένιν τη συμπυκνώνει ως εξής:
«Χρόνια της επανάστασης 1905-1907. Ολες οι τάξεις εμφανίζονται ανοιχτά. Ολες οι απόψεις σχετικά με το πρόγραμμα και την τακτική ελέγχονται με τη δράση των μαζών. Ο απεργιακός αγώνας παίρνει πρωτοφανέρωτο στον κόσμο πλάτος και οξύτητα. Η οικονομική απεργία μετεξελίσσεται σε πολιτική και η πολιτική σε εξέγερση. Δοκιμάζονται στην πράξη οι σχέσεις ανάμεσα στο προλεταριάτο που καθοδηγεί και στην καθοδηγούμενη, ταλαντευόμενη ασταθή αγροτιά. Μέσα στην αυθόρμητη ανάπτυξη του αγώνα γεννιέται η σοβιετική μορφή οργάνωσης... Η εναλλαγή των κοινοβουλευτικών μορφών πάλης με τις μη κοινοβουλευτικές, της τακτικής της αποχής από το Κοινοβούλιο με την τακτική της συμμετοχής στο Κοινοβούλιο, των νόμιμων μορφών πάλης με τις παράνομες, καθώς και η αλληλεξάρτηση και η σύνδεσή τους - όλα αυτά τα χαρακτηρίζει ένας καταπληκτικός πλούτος περιεχομένου. Κάθε μήνας αυτής της περιόδου ισοδυναμούσε, από την άποψη της εκμάθησης των βάσεων της πολιτικής επιστήμης - και από τις μάζες, και από τους αρχηγούς, και από τις τάξεις, και από τα κόμματα - με ένα χρόνο "ειρηνικής" "συνταγματικής" ανάπτυξης. Χωρίς τη "γενική δοκιμή" του 1905, θα ήταν αδύνατη η νίκη της Οχτωβριανής Επανάστασης του 1917». (Β. Ι. Λένιν: «Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», εκδόσεις ΣΕ, «Απαντα», τ. 41, σελ. 9).

Ο Λένιν από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η επανάσταση καταπιάστηκε άμεσα με την καθοδήγησή της. Ετσι, από την πρώτη στιγμή έγραψε καθοδηγητικά άρθρα για τα επαναστατικά γεγονότα, το χαρακτήρα τους και την εξέλιξή τους. Παρουσιάζουμε, λοιπόν, ορισμένα άρθρα του που γράφτηκαν τις μέρες τις έναρξης της επανάστασης με το γενικό τίτλο «Επαναστατικές μέρες». Τα συγκεκριμένα άρθρα παρουσιάζουν ενδιαφέρον από την άποψη του συνδυασμού της εκτίμησης της στιγμής, των καθηκόντων για το κόμμα και το εργατικό κίνημα αλλά και το περιεχόμενο της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης που «άναψε» με τα επαναστατικά γεγονότα. Αναδημοσιεύονται από τον 9ο τόμο των Απάντων του Λένιν, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». Σε ό,τι έχει σχέση με την κριτική του Λένιν στην «Ισκρα», η εφημερίδα είχε ήδη περάσει στον έλεγχο των οπορτουνιστών, επομένως δεν εξέφραζε επαναστατικές θέσεις και πολιτική.Τα άρθρα είναι τα εξής! «Τί γινεται στη Ρωσία»,Ο «πατερούλης τσάρος» και τα οδοφράγματα», «Τα πρώτα βήματα" και τα οδοφράγματα» και «Τα πρώτα διδάγματα».

Τι γίνεται στη Ρωσία;
 
Στάση ή επανάσταση; Αυτό το ερώτημα βάζουν στον εαυτό τους οι δημοσιογράφοι και οι ανταποκριτές της Ευρώπης, όταν αγγέλλουν σε όλο τον κόσμο τα γεγονότα της Πετρούπολης και προσπαθούν να τα εκτιμήσουν. Αυτές οι δεκάδες χιλιάδες προλετάριοι, που ενάντιά τους επιτέθηκε νικηφόρα ο στρατός του τσάρου, είναι στασιαστές ή επαναστάτες; Και οι εφημερίδες του εξωτερικού που έχουν περισσότερο από τον καθένα τη δυνατότητα να εξετάζουν τα γεγονότα «σαν θεατές», με αμεροληψία χρονικογράφου, δυσκολεύονται ν' απαντήσουν σ' αυτό το ερώτημα, πέφτουν συνεχώς από τη μια ορολογία στην άλλη. Και δεν είναι εκπληχτικό. Δε λένε του κάκου πως η επανάσταση είναι στάση που πέτυχε, ενώ η στάση είναι επανάσταση που απέτυχε. Οποιος είναι παρών στην αρχή μόνο των μεγάλων και επιβλητικών γεγονότων, όποιος δεν έχει τη δυνατότητα παρά μόνο πολύ λειψά, χωρίς ακρίβεια, από τρίτο χέρι να μαθαίνει κάτι από τα διαδραματιζόμενα, - αυτός εννοείται δεν αποφασίζει για ένα διάστημα να εκφράσει κατηγορηματικά τη γνώμη του. Οι αστικές εφημερίδες που όπως και παλιά μιλάνε για στάση, για ανταρσία, για ταραχές, δεν μπορούν ωστόσο να μη βλέπουν την πανεθνική, ακόμα και διεθνή σημασία τους. Ομως, αυτό ίσα ίσα είναι εκείνο που δίνει στα γεγονότα το χαρακτήρα επανάστασης. Και όσοι γράφουν για τις τελευταίες μέρες της στάσης, αρχίζουν άθελά τους να μιλάνε για πρώτες μέρες της επανάστασης. Η ιστορία της Ρωσίας έφτασε σε σημείο στροφής. Αυτό δεν το αρνιέται και ο πιο φανατικός Ευρωπαίος συντηρητικός, ο καταγοητευμένος και κατασυγκινημένος από την ισχυρή, ανεξέλεγκτη εξουσία της απολυταρχίας πασών των Ρωσιών. Για ειρήνη ανάμεσα στην απολυταρχία και στο λαό ούτε λόγος μπορεί να γίνει. Για επανάσταση μιλάνε όχι μόνο μερικοί παράτολμοι, όχι μόνο οι «μηδενιστές», όπως εξακολουθεί ακόμα να θεωρεί τους Ρώσους επαναστάτες η Ευρώπη, αλλά όλοι όσοι είναι λίγο-πολύ σε θέση να ενδιαφέρονται για την παγκόσμια πολιτική.

Το ρωσικό εργατικό κίνημα μέσα σε λίγες μέρες ανέβηκε σε ανώτερη βαθμίδα. Μπροστά στα μάτια μας αναπτύσσεται σε παλλαϊκή εξέγερση. Καταλαβαίνει κανείς ότι από δω, από τη Γενεύη, από την καταραμένη μας ξενιτειά, μας είναι αφάνταστα πιο δύσκολο να παρακολουθούμε χωρίς καθυστέρηση τα γεγονότα. Ομως, όσο ακόμα είμαστε καταδικασμένοι να ρέβουμε στην καταραμένη αυτή μακρινή ξενιτειά, οφείλουμε να προσπαθούμε να τα παρακολουθούμε, να τα ανακεφαλαιώνουμε, να βγάζουμε συμπεράσματα, να αντλούμε από την πείρα της σημερινής ιστορίας τα διδάγματα που θα μας χρειαστούν αύριο, σ' έναν άλλο τόπο, όπου σήμερα ακόμα «ο λαός σωπαίνει» και όπου πολύ σύντομα, με τη μια ή την άλλη μορφή, θ' ανάψει η επαναστατική πυρκαγιά. Οφείλουμε να κάνουμε τη μόνιμη δουλειά των δημοσιολόγων - να γράφουμε τη σύγχρονη ιστορία και να προσπαθούμε να τη γράφουμε έτσι ώστε το χρονικό μας να βοηθάει στο μέτρο του δυνατού αυτούς που παίρνουν άμεσα μέρος στο κίνημα και τους ήρωες προλετάριους εκεί, στον τόπο της δράσης, - να γράφουμε έτσι, ώστε να συντελούμε στην επέκταση του κινήματος, στη συνειδητή εκλογή μέσων, τρόπων και μεθόδων πάλης, ικανών να δώσουν με την ελάχιστη δαπάνη δυνάμεων τα μεγαλύτερα και τα σταθερότερα αποτελέσματα.

Στην ιστορία των επαναστάσεων βγαίνουν στην επιφάνεια αντιθέσεις που ωριμάζουν επί δεκαετίες και εκατονταετίες. Η ζωή γίνεται εξαιρετικά πλούσια. Στην πολιτική σκηνή προβαίνει δραστήριος αγωνιστής η μάζα που έστεκε πάντα στη σκιά και που γι' αυτό το λόγο συχνά την αγνοούν ή ακόμα και την περιφρονούν οι παρατηρητές που κοιτάζουν μόνο την επιφάνεια. Η μάζα αυτή διδάσκεται στην πράξη, κάνοντας μπροστά στα μάτια όλων δοκιμαστικά βήματα, ψηλαφώντας το δρόμο, χαράζοντας καθήκοντα, ελέγχοντας τον εαυτό της και τις θεωρίες όλων των ιδεολογικών εκπροσώπων της. Η μάζα αυτή καταβάλλει ηρωικές προσπάθειες για ν' ανέβει στο ύψος των γιγάντιων παγκόσμιων καθηκόντων που της ανέθεσε η Ιστορία, και όσο μεγάλες κι αν είναι ορισμένες ήττες, όσο κι αν μας ζαλίζουν τα ποτάμια αίμα και οι χιλιάδες τα θύματα, - τίποτε δεν μπορεί και δε θα μπορέσει ποτέ να συγκριθεί σε σημασία μ' αυτή την άμεση διαπαιδαγώγηση των μαζών και των τάξεων στην πορεία της ίδιας της επαναστατικής πάλης. Την ιστορία αυτής της πάλης υποχρεώνεται κανείς να τη μετράει με τις μέρες. Και δεν έχουν άδικο ορισμένες εφημερίδες του εξωτερικού που άρχισαν κιόλας να κρατούν «ημερολόγιο της ρωσικής επανάστασης».
Ας κρατήσουμε κι εμείς ένα τέτοιο ημερολόγιο.

Ο «πατερούλης τσάρος» και τα οδοφράγματα
 
Οταν ρίχνεις μια γενική ματιά στα γεγονότα της ματωμένης Κυριακής, σε καταπλήσσει προπαντός ο συνδυασμός της απλοϊκής πατριαρχικής πίστης στον τσάρο με το σκληρό αγώνα στους δρόμους με το όπλο στο χέρι, ενάντια στην τσαρική εξουσία. Η πρώτη μέρα της ρωσικής επανάστασης έφερε αντιμέτωπες, με καταπληχτική δύναμη, την παλιά και τη νέα Ρωσία, έδειξε το ψυχορράγημα της πατροπαράδοτης πίστης του αγρότη στον «πατερούλη τον τσάρο» και τη γέννηση ενός επαναστατικού λαού στο πρόσωπο του προλεταριάτου της πόλης. Δεν έχουν άδικο οι ευρωπαϊκές αστικές εφημερίδες που λένε ότι η Ρωσία της 10 του Γενάρη δεν είναι πια η Ρωσία της 8 του Γενάρη. Δεν έχει άδικο η προαναφερόμενη γερμανική σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα1 που ξαναθυμάται πως είχε αρχίσει πριν από 70 χρόνια το εργατικό κίνημα στην Αγγλία, πως το 1834 οι Αγγλοι εργάτες διαμαρτύρονταν με διαδηλώσεις στους δρόμους ενάντια στην απαγόρευση των εργατικών σωματείων, πως το 1838 διατύπωναν σε τεράστιες συγκεντρώσεις κοντά στο Μάντσεστερ, το «λαϊκό χάρτη» και ο πάστορας Στίβενς διακήρυχνε ότι «κάθε ελεύθερος άνθρωπος που αναπνέει τον ελεύθερο αέρα του θεού και βαδίζει πάνω στην ελεύθερη γη του θεού, δικαιούται να 'χει τη δικιά του ιδιόχτητη εστία». Ο ίδιος αυτός πάστορας καλούσε τους συγκεντρωμένους εργάτες να πάρουν τα όπλα.

Και σ' εμάς, στη Ρωσία, βρέθηκε επίσης επικεφαλής του κινήματος ένας ιερέας που μέσα σε μια μέρα πέρασε από το σύνθημα: πάμε για να επιδώσουμε στον ίδιο τον τσάρο ένα ειρηνικό υπόμνημα - στο σύνθημα: ν' αρχίσουμε την επανάσταση. «Σύντροφοι, Ρώσοι εργάτες!» - έγραφε ο ιερέας Γκεόργκι Γκαπόν ύστερα από τη ματωμένη μέρα, σε γράμμα του που διαβάστηκε σε συγκέντρωση των φιλελευθέρων. - «Δεν έχουμε πια τσάρο. Ποτάμι έτρεξε σήμερα το αίμα ανάμεσα σ' αυτόν και στο ρωσικό λαό. Είναι καιρός οι Ρώσοι εργάτες ν' αποδυθούν χωρίς τον τσάρο σε αγώνα για τη λαϊκή ελευθερία. Σας δίνω την ευλογία μου για σήμερα. Αύριο θα 'μαι ανάμεσά σας. Σήμερα είμαι πολύ απασχολημένος με δουλειές που αφορούν την υπόθεσή μας».

Αυτά δεν τα λέει ο ιερέας Γκεόργκι Γκαπόν. Τα λένε χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες, εκατομμύρια και δεκάδες εκατομμύρια Ρώσοι εργάτες και αγρότες που ως τώρα μπορούσαν να πιστεύουν απλοϊκά και τυφλά στον «πατερούλη τον τσάρο», να αναζητούν ανακούφιση από τη δύσκολη κι αφόρητη κατάστασή τους στον «ίδιο» τον «πατερούλη τον τσάρο» και να κατηγορούν για όλες τις ασχημίες, τις πράξεις βίας, αυθαιρεσίας και ληστείας μόνο τους υπαλλήλους που εξαπατούν τον τσάρο. Η κακομοιριασμένη, η αποχτηνωτική, η απόκοσμη ζωή που έκανε στις αρκουδοφωλιές ο μουζίκος γενεές επί γενεών στέριωνε αυτήν την πίστη. Κάθε μήνας ζωής της νέας, βιομηχανικής, γραμματισμένης Ρωσίας των πόλεων υπέσκαπτε και γκρέμιζε αυτήν την πίστη. Η τελευταία δεκαετία του εργατικού κινήματος ανέδειξε χιλιάδες πρωτοπόρους προλετάριους - σοσιαλδημοκράτες που ξέκοψαν εντελώς συνειδητά απ' αυτήν την πίστη. Η δεκαετία αυτή διαπαιδαγώγησε δεκάδες χιλιάδες εργάτες που το ταξικό τους ένστιχτο, δυναμωμένο από τον απεργιακό αγώνα και την πολιτική ζύμωση, υπέσκαψε όλα τα βάθρα της πίστης αυτής. Πίσω όμως από αυτές τις χιλιάδες και τις δεκάδες χιλιάδες υπήρχαν εκατοντάδες χιλιάδες κι εκατομμύρια εργαζόμενοι και υφιστάμενοι την εκμετάλλευση, ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι, προλετάριοι και μισοπρολετάριοι, που μπορούσαν ακόμα να διατηρούν μια τέτοια πίστη. Αυτοί δεν μπορούσαν να τραβήξουν για εξέγερση, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να παρακαλούν και να ικετεύουν. Τα αισθήματα και τις διαθέσεις τους, το επίπεδο των γνώσεων και της πολιτικής τους πείρας εξέφρασε ο ιερέας Γκεόργκι Γκαπόν, και σ' αυτό συνίσταται η ιστορική σημασία του ρόλου που έπαιξε στην αρχή της ρωσικής επανάστασης ένας άνθρωπος, χθες ακόμα άγνωστος σε όλους και σήμερα ήρωας της ημέρας για την Πετρούπολη και πέρα από την Πετρούπολη για όλο τον ευρωπαϊκό Τύπο.

Τώρα γίνεται κατανοητό γιατί οι σοσιαλδημοκράτες της Πετρούπολης, που τα γράμματά τους τα παραθέσαμε πιο πάνω, έδειξαν στην αρχή, και δεν μπορούσαν παρά να δείξουν, δυσπιστία απέναντι στον Γκαπόν. Ανθρωπος που φορούσε ράσο, που πίστευε στο θεό και δρούσε κάτω από την υψηλή προστασία του Ζουμπάτοφ και της οχράνας δεν μπορούσε να μην προκαλεί υποψίες. Αν ήταν ειλικρινής ή όχι όταν έσκιζε τα ράσα του και καταριόταν την ώρα που μπήκε στην άτιμη κάστα, στην κάστα των παπάδων που καταληστεύουν και διαφθείρουν το λαό, αυτό δεν μπορούσε να το πει κανείς με βεβαιότητα, εκτός ίσως από μερικούς ανθρώπους που τον γνώριζαν από κοντά, προσωπικά, δηλαδή εκτός από μια μηδαμινή χούφτα ανθρώπους. Αυτό μπορούσαν να το κρίνουν μόνο τα ιστορικά συμβάντα που διαδραματίζονταν, μόνο τα γεγονότα, τα γεγονότα και πάλι τα γεγονότα. Και τα γεγονότα έκριναν το ζήτημα αυτό υπέρ του Γκαπόν.
Θα μπορέσει άραγε η σοσιαλδημοκρατία να κυριαρχήσει πάνω σ' αυτό το αυθόρμητο κίνημα; - διερωτιόνταν ανήσυχα οι σύντροφοι μας της Πετρούπολης, βλέποντας την ακατάσχετα γοργή ανάπτυξη της γενικής απεργίας που είχε αγκαλιάσει εξαιρετικά πλατιά στρώματα του προλεταριάτου, βλέποντας την ακαταγώνιστη επιρροή του Γκαπόν πάνω σε τόσο «καθυστερημένες» μάζες που θα μπορούσαν να παρασυρθούν και από έναν προβοκάτορα. Και οι σοσιαλδημοκράτες όχι μόνο δεν υποστήριξαν τις αφελείς αυταπάτες σχετικά με τη δυνατότητα ενός ειρηνικού διαβήματος, αλλά και αντιτάχθηκαν στον Γκαπόν, υπεράσπισαν ανοιχτά και αποφασιστικά όλες τις απόψεις τους και όλη την ταχτική τους. Και η ιστορία που οι εργατικές μάζες δημιουργούσαν χωρίς τη σοσιαλδημοκρατία, επιβεβαίωσε την ορθότητα αυτών των απόψεων και αυτής της ταχτικής. Η λογική της ταξικής θέσης του προλεταριάτου αποδείχτηκε πιο ισχυρή από τα λάθη, τις αφέλειες και τις αυταπάτες του Γκαπόν. Ο μεγάλος δούκας Βλαδίμηρος, που ενεργούσε εξ ονόματος του τσάρου και μ' όλη την εξουσία του τσάρου, ανέλαβε να δείξει με τον άθλο του, άθλο δημίου, στις εργατικές μάζες εκείνο, ακριβώς εκείνο που οι σοσιαλδημοκράτες τους έδειχναν και θα τους δείχνουν πάντα με το γραφτό και τον προφορικό λόγο.

Είπαμε πως οι μάζες των εργατών και των αγροτών που διατηρούσαν ακόμα υπολείμματα πίστης στον τσάρο, δεν μπορούσαν να τραβήξουν για εξέγερση. Μετά τις εννιά του Γενάρη έχουμε το δικαίωμα να πούμε: τώρα οι μάζες αυτές μπορούν να τραβήξουν και θα τραβήξουν για εξέγερση. Ο «πατερούλης ο τσάρος», ματοκυλώντας τους άοπλους εργάτες, τους έσπρωξε ο ίδιος στα οδοφράγματα και τους έδωσε τα πρώτα μαθήματα του αγώνα οδοφραγμάτων. Τα μαθήματα του «πατερούλη του τσάρου» δε θα πάνε χαμένα.

Στη σοσιαλδημοκρατία απομένει να φροντίσει για την όσο το δυνατόν πιο πλατιά διάδοση των ειδήσεων σχετικά με τις ματωμένες μέρες της Πετρούπολης, για μεγαλύτερη συσπείρωση και οργάνωση των δυνάμεών της, για μια πιο δραστήρια προπαγάνδα του συνθήματος που από καιρό έχει ρίξει: παλλαϊκή ένοπλη εξέγερση*.

*Είναι αλήθεια πως οι βαθυστόχαστοι (βαθυστόχαστοι αλά Μαρτίνοφ) νεοϊσκριστές μας φρόντισαν να μπερδέψουν, να εξασθενίσουν και ν' αποτραβήξουν το σύνθημα αυτό (βλ. «Ισκρα» φύλλο 62, κύριο άρθρο: «Ετσι λοιπόν προετοιμαζόμαστε;»). Αλλά η νεοϊσκρική παρέα του Μαρτίνοφ συναντά αποφασιστική αντίσταση μέσα στο κόμμα μας, ιδιαίτερα από τον καιρό του περιβόητου σχεδίου «συμφωνίας» με τους ζέμτσι, σχετικά με τη μη δημιουργία πανικού.Στο χειρόγραφο αυτή η σημείωση ήταν σβησμένη και δεν μπήκε στην εφημερίδα «Βπεριόντ».
1. Πρόκειται για το κεντρικό όργανο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας - την εφημερίδα «Vorwarts» («Εμπρός»), που αναφέρθηκε στο φύλλο 4 της εφημερίδας «Βπεριόντ» της 31 (18) του Γενάρη 1905 στο άρθρο «Στην πλατεία των ανακτόρων. Γράμμα αυτόπτη μάρτυρα».

Τα πρώτα βήματα
 
Η σπίθα που άναψε την πυρκαγιά, ήταν μια από τις πιο συνηθισμένες συγκρούσεις της εργασίας με το κεφάλαιο - μια απεργία σε εργοστάσιο. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον ότι η απεργία αυτή των 12.000 εργατών του Πουτίλοφ, που ξέσπασε τη Δευτέρα, στις 3 του Γενάρη, ήταν προπαντός απεργία προλεταριακής αλληλεγγύης. Αφορμή στάθηκε η απόλυση τεσσάρων εργατών. «Οταν το αίτημα για επαναπρόσληψή τους δεν ικανοποιήθηκε, - μας γράφει στις 7 του Γενάρη ένας σύντροφος από την Πετρούπολη, - το εργοστάσιο σταμάτησε μονομιάς, με πολλή σύμπνοια. Η απεργία έχει απόλυτα πειθαρχημένο χαρακτήρα. Οι εργάτες έβαλαν μερικούς ανθρώπους να φρουρούν τις μηχανές και την υπόλοιπη περιουσία από οποιαδήποτε ενδεχόμενη βλάβη από μέρους των λιγότερο συνειδητών. Επειτα έστειλαν αντιπροσωπεία σε άλλα εργοστάσια για να κάνει γνωστά τα αιτήματά τους και να προτείνει να προσχωρήσουν και εκείνα στην απεργία». Χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες εργάτες άρχισαν να προσχωρούν στο κίνημα. Ο νόμιμος, ο ζουμπατοφικός εργατικός σύνδεσμος που ιδρύθηκε με τη συνδρομή της κυβέρνησης και με σκοπό να διαφθείρει το προλεταριάτο, χρησιμοποιώντας συστηματική μοναρχική προπαγάνδα, πρόσφερε όχι μικρές υπηρεσίες στην οργάνωση του κινήματος, στα κατώτερα στάδιά του και στην ανάπτυξή του σε πλάτος. Εγινε εκείνο που οι σοσιαλδημοκράτες τόνιζαν ήδη από καιρό, όταν έλεγαν στους ζουμπατοφικούς πως το επαναστατικό ένστιχτο της εργατικής τάξης και το πνεύμα της αλληλεγγύης της θα υπερισχύσει από όλα τα φτηνά αστυνομικά τεχνάσματα. Οι πιο καθυστερημένοι εργάτες θα τραβηχτούν στο κίνημα από τους ζουμπατοφικούς κι ύστερα πια η ίδια η τσαρική κυβέρνηση θα φροντίσει να σπρώξει τους εργάτες παραπέρα, η ίδια η κεφαλαιοκρατική εκμετάλλευση θα τους φέρει από τον ειρηνικό και πέρα για πέρα υποκριτικό ζουμπατοφισμό στην επαναστατική σοσιαλδημοκρατία. Η πράξη της προλεταριακής ζωής και της προλεταριακής πάλης θα υπερισχύσει απ' όλες τις «θεωρίες» και απ' όλες τις προσπάθειες των κυρίων ζουμπατοφικών*.
Ετσι κι έγινε. Eνας σύντροφος, εργάτης, μέλος της Επιτροπής Πετρούπολης του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας, εκθέτει ως εξής τις εντυπώσεις του σε γράμμα που μας έστειλε στις 5 του Γενάρη:
«Σας γράφω κάτω από την πρόσφατη εντύπωση της συγκέντρωσης των εργατών του εργοστασίου Σεμιάνικοφ, που τώρα δα έγινε κοντά στη Νέβσκαγια Ζαστάβα. Πριν απ' όλα όμως θα πω δυο λόγια για τις διαθέσεις που επικρατούν στους εργάτες της Πετρούπολης. Οπως είναι γνωστό, τον τελευταίο καιρό άρχισαν εδώ να γεννιούνται ή, πιο σωστά, να αναγεννιούνται οι "ζουμπατοφικές" οργανώσεις κάτω από την καθοδήγηση του παπα - Γκαπόν. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι οργανώσεις πλήθυναν και δυνάμωσαν πολύ. Τώρα υπάρχουν κιόλας 11 παραρτήματα της λεγόμενης "Συνέλευσης των Ρώσων εργοστασιακών εργατών". Οπως έπρεπε να το περιμένει κανείς, οι συνελεύσεις αυτές δεν μπορούσε παρά να 'χουν τα ίδια αποτελέσματα που είχαν και στο Νότο.
Τώρα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως στην Πετρούπολη αρχίζει ένα πλατύ απεργιακό κίνημα. Σχεδόν κάθε μέρα ακούει κανείς για νέες απεργίες πότε στο ένα και πότε στο άλλο εργοστάσιο. Πάνε κιόλας δυο μέρες που απεργεί το εργοστάσιο Πουτίλοφ. Πριν από δυο περίπου βδομάδες είχε απεργήσει το βαμβακοκλωστήριο Σάου στη συνοικία Βίμποργκ. Η απεργία κράτησε τέσσερις μέρες. Οι εργάτες δεν πέτυχαν τίποτε. Σήμερα - αύριο η απεργία αυτή θα ξαναρχίσει. Παντού το ηθικό είναι ανεβασμένο, δεν μπορούμε όμως να πούμε πως είναι υπέρ της σοσιαλδημοκρατίας. Ενα μεγάλο μέρος των εργατών είναι υπέρ της καθαρά οικονομικής πάλης κι ενάντια στην πολιτική πάλη. Πρέπει ωστόσο να περιμένουμε και να ελπίζουμε πως οι διαθέσεις αυτές θ' αλλάξουν και οι εργάτες θα καταλάβουν ότι χωρίς πολιτική πάλη δε θα πετύχουν καμιά οικονομική βελτίωση. Σήμερα απήργησε το εργοστάσιο της ναυπηγικής εταιρείας Νέβσκι (Σεμιάνικοφ). Το τοπικό παράρτημα της "Συνέλευσης των Ρώσων εργοστασιακών εργατών" προσπαθεί να παρουσιαστεί σαν καθοδηγητής της απεργίας που αρχίζει, μα φυσικά δε θα το κατορθώσει. Καθοδηγητής θα 'ναι η σοσιαλδημοκρατία, παρόλο που αυτή είναι εδώ τρομερά αδύνατη.
Κυκλοφόρησαν προκηρύξεις από μέρους της Επιτροπής Πετρούπολης: Δυο προς το κλωστήριο του Σάου και μια προς τους εργάτες του Πουτίλοφ. Σήμερα έγινε συγκέντρωση των εργατών του ναυπηγείου Νέβσκι. Συγκεντρώθηκαν περίπου 500 εργάτες. Για πρώτη φορά πήραν το λόγο τα μέλη του τοπικού παραρτήματος της "Συνέλευσης". Αυτοί απέφυγαν τις πολιτικές διεκδικήσεις και πρόβαλαν κυρίως οικονομικές διεκδικήσεις. Από το πλήθος ακούγονταν φωνές αποδοκιμασίας. Τότε όμως εμφανίστηκε ο συνεργάτης της "Ρούσκαγια Γκαζέτα"1 Στρόγεφ που τον εκτιμούν πολύ οι εργάτες της Πετρούπολης. Ο Στρόγεφ πρότεινε σχέδιο ψηφίσματος που, όπως δήλωσε, το είχε επεξεργαστεί ο ίδιος μαζί με εκπροσώπους της σοσιαλδημοκρατίας. Το σχέδιο αυτό ψηφίσματος υπογραμμίζει βέβαια την αντίθεση των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου και της αστικής τάξης, όχι όμως όσο χρειάζεται. Υστερα από τον Στρόγεφ μίλησαν σύντροφοι εργάτες σοσιαλδημοκράτες που υποστήριξαν αυτό το σχέδιο ψηφίσματος καταρχήν, υπογραμμίζοντας ωστόσο το περιορισμένο πνεύμα του και την ανεπάρκειά του. Τότε άρχισε φασαρία, μερικοί δυσαρεστήθηκαν από τους λόγους των σοσιαλδημοκρατών και βάλθηκαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση. Η πλειοψηφία της συγκέντρωσης τάχθηκε ενάντια στον προϊστάμενο που ήταν απ' αυτούς που προσπαθούσαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση κι έβγαλε άλλον προϊστάμενο, σοσιαλιστή. Τα μέλη όμως του "συνδέσμου" (του ζουμπατοφικού) δε σώπασαν κι εξακολουθούσαν να σαμποτάρουν τη συγκέντρωση. Αν και η τεράστια πλειοψηφία της συγκέντρωσης (90%) ήταν με το μέρος των σοσιαλιστών, ωστόσο η συγκέντρωση τελικά διαλύθηκε άπραχτη κι ανέβαλε τη λήψη απόφασης για την επομένη. Πάντως, μπορούμε να πούμε πως οι σοσιαλδημοκράτες κατόρθωσαν να στρέψουν τις διαθέσεις των εργατών προς όφελός τους. Αύριο πρόκειται να γίνει μεγάλη συγκέντρωση - ενδέχεται να μαζευτούν δυο-τρεις χιλιάδες άτομα. Αυτές τις μέρες θα πρέπει να περιμένουμε μια μεγαλειώδη διαδήλωση, κάτι παρόμοιο με τη διαδήλωση του Ιούλη του 1903 στο Νότο. Απεργεί το εργοστάσιο της Γαλλορωσικής εταιρείας - κάπου τέσσερις-πέντε χιλιάδες άνθρωποι. Υπάρχουν πληροφορίες πως άρχισε απεργία στο βαμβακοκλωστήριο του Στίγκλιτς - κάπου πέντε χιλιάδες. Αναμένεται απεργία στο εργοστάσιο Ομπούχοφ - πέντε-έξι χιλιάδες».

Συγκρίνοντας αυτές τις πληροφορίες που μας δίνει ένας σοσιαλδημοκράτης, μέλος της τοπικής επιτροπής (που εννοείται δεν μπορούσε να ξέρει με ακρίβεια παρά μόνο τα γεγονότα ενός μικρού τμήματος της Πετρούπολης), με τις πληροφορίες των εφημερίδων του εξωτερικού, κυρίως των αγγλικών, πρέπει να βγάλουμε το συμπέρασμα πως τις τελευταίες αυτές τις διακρίνει πολύ μεγάλη ακρίβεια.

Η απεργία αναπτυσσόταν από μέρα σε μέρα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Οι εργάτες οργάνωναν πολλές συγκεντρώσεις κι επεξεργάζονταν το «χάρτη» τους, τις οικονομικές και τις πολιτικές διεκδικήσεις τους. Και οι πρώτες και οι δεύτερες, παρά την ηγεσία των ζουμπατοφικών, ανάγονταν γενικά στις διεκδικήσεις του προγράμματος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, φτάνοντας ως το σύνθημα: Σύγκληση Συνταχτικής Συνέλευσης με βάση το καθολικό, άμεσο, ίσο και μυστικό εκλογικό δικαίωμα. Η αυθόρμητη ανάπτυξη της πρωτοφάνερης σε διαστάσεις απεργίας ξεπερνούσε κατά πολύ τη συστηματική συμμετοχή στο κίνημα των οργανωμένων σοσιαλδημοκρατών. Μα ας δώσουμε το λόγο στους ίδιους.

* Παράβαλε το «Τι να κάνουμε;» του Λένιν, σελ. 86 - 88. (Απαντα, 5η εκδ., τόμ. 6ος, σελ. 116-117. Η Σύντ.)

1. «Ρούσκαγια Γαζέτα» («Ρώσικη Εφημερίδα») - εκδιδόταν στην Πετρούπολη στα 1904-1906.

Τα πρώτα διδάγματα
 
Το πρώτο κύμα της επαναστατικής θύελλας υποχωρεί. Βρισκόμαστε στις παραμονές ενός αναπόφευκτου και αναπότρεπτου δεύτερου κύματος. Το προλεταριακό κίνημα όλο και πλαταίνει και έχει τώρα απλωθεί στις πιο απόμακρες περιοχές. Ο αναβρασμός και η δυσαρέσκεια αγκαλιάζουν τα πιο διαφορετικά και τα πιο καθυστερημένα στρώματα της κοινωνίας. Η εμποροβιομηχανική ζωή έχει παραλύσει, έκλεισαν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, απεργούν, ακολουθώντας το παράδειγμα των εργατών, οι ζέμτσι. Στα διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσα στα μαζικά κινήματα, γίνονται, όπως συμβαίνει πάντα, πιο συχνές οι μεμονωμένες τρομοκρατικές πράξεις: Απόπειρα κατά της ζωής του αστυνομικού διευθυντή της Οδησσού, δολοφονία στον Καύκασο, δολοφονία του εισαγγελέα της συγκλήτου στο Ελσιγκφορς. Η κυβέρνηση ρίχνεται από την πολιτική του αιματηρού κνούτου στην πολιτική των υποσχέσεων. Προσπαθεί να ξεγελάσει έστω και μερικούς από τους εργάτες με την κωμωδία της αντιπροσωπείας που έγινε δεχτή από τον τσάρο. Προσπαθεί να περισπάσει την προσοχή της κοινωνίας με πολεμικές ειδήσεις και διατάζει τον Κουροπάτκιν να αρχίσει επίθεση στο Χουνχό. Στις 9 του Γενάρη έγινε η σφαγή στην Πετρούπολη, στις 12 άρχισε αυτή η επίθεση που δεν είχε κανένα απολύτως νόημα από στρατιωτική άποψη και που κατέληξε σε νέα σοβαρή ήττα των στρατηγών του τσάρου. Οι Ρώσοι αποκρούστηκαν, αφού έχασαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες ακόμα και του ανταποκριτή της «Νόβογε Βρέμια», ίσαμε 13 χιλιάδες άνδρες, δηλαδή δυο φορές περισσότερους από τους Γιαπωνέζους. Στον τομέα της στρατιωτικής διοίκησης της Μαντζουρίας επικρατεί η ίδια αποσύνθεση και αποθάρρυνση, όπως και στην Πετρούπολη. Στον Τύπο του εξωτερικού τα τηλεγραφήματα που επιβεβαιώνουν και διαψεύδουν τον καυγά του Κουροπάτκιν με τον Γκρίπενμπεργκ, τα διαδέχονται τηλεγραφήματα που επιβεβαιώνουν και διαψεύδουν την είδηση ότι το κόμμα των μεγάλων δουκών κατάλαβε τον κίνδυνο που αποτελεί ο πόλεμος για την απολυταρχία και θέλει να πετύχει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ειρήνη.
Δεν είναι εκπληκτικό πως κάτω από τέτοιες συνθήκες ακόμα και τα πιο νηφάλια αστικά όργανα της Ευρώπης δεν παύουν να μιλάνε για επανάσταση στη Ρωσία. Η επανάσταση αναπτύσσεται και ωριμάζει με ταχύτητα άγνωστη πριν από τις 9 του Γενάρη. Το αν θα ξεσπάσει το δεύτερο κύμα αύριο, μεθαύριο ή ύστερα από μήνες, αυτό εξαρτάται από ένα σωρό περιστατικά που δεν μπορεί κανείς να τα υπολογίσει. Κι ακριβώς γι' αυτό είναι πιο επιτακτικό το καθήκον να κάνουμε κάποια ανακεφαλαίωση των επαναστατικών ημερών και να προσπαθήσουμε να βγάλουμε διδάγματα που μπορούν να μας χρειαστούν πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι μερικοί θέλουν να πιστεύουν.

Για να εκτιμήσουμε σωστά τις επαναστατικές μέρες, πρέπει να ρίξουμε ένα γενικό βλέμμα στη νεότερη ιστορία του εργατικού μας κινήματος. Πριν από 20 σχεδόν χρόνια, το 1885, έγιναν οι πρώτες μεγάλες εργατικές απεργίες στην κεντρική βιομηχανική περιοχή, στο εργοστάσιο Μορόζοφ και σε άλλα. Τότε ο Κατκόφ έγραψε για το εργατικό ζήτημα που εμφανίστηκε στη Ρωσία. Και με τι καταπληχτική ταχύτητα αναπτύχθηκε το προλεταριάτο, περνώντας από την οικονομική πάλη στις πολιτικές διαδηλώσεις κι από τις διαδηλώσεις στην επαναστατική έφοδο! Ας θυμηθούμε τα κυριότερα ορόσημα του δρόμου που έχει διανυθεί. 1885 - Μαζικές απεργίες με μηδαμινή συμμετοχή εντελώς μεμονωμένων σοσιαλιστών που δεν τους συνένωνε καμιά οργάνωση. Ο κοινωνικός αναβρασμός που προκάλεσαν οι απεργίες αναγκάζει τον Κατκόφ, πιστό μαντρόσκυλο της απολυταρχίας, να μιλάει απ' αφορμή τη δίκη για «εκατόν ένα χαιρετιστήριους κανονιοβολισμούς προς τιμήν του εργατικού ζητήματος που εμφανίστηκε στη Ρωσία». Η κυβέρνηση προβαίνει σε οικονομικές παραχωρήσεις. 1891 - Συμμετοχή των εργατών της Πετρούπολης στη διαδήλωση κατά την κηδεία του Σελγκουνόφ, πολιτικοί λόγοι στην πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση της Πετρούπολης. Μπροστά μας έχουμε μια σοσιαλδημοκρατική εκδήλωση των πρωτοπόρων εργατών, χωρίς να υπάρχει μαζικό κίνημα. 1896 - Απεργία μερικών δεκάδων χιλιάδων εργατών στην Πετρούπολη. Μαζικό κίνημα και έναρξη ζύμωσης στους δρόμους, με τη συμμετοχή ολόκληρης πια σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης. Οσο μικρή κι αν είναι ακόμα, σε σύγκριση με το τωρινό μας κόμμα, αυτή η σχεδόν αποκλειστικά φοιτητική οργάνωση, ωστόσο η συνειδητή και συστηματική σοσιαλδημοκρατική της ανάμειξη και καθοδήγηση κάνουν να αποχτήσει το κίνημα γιγάντια έκταση και σημασία, σε σύγκριση με την απεργία στου Μορόζοφ. Η κυβέρνηση προβαίνει ξανά σε οικονομικές παραχωρήσεις. Το απεργιακό κίνημα έχει γερές βάσεις σε όλη τη Ρωσία. Σύσσωμη η επαναστατική διανόηση γίνεται σοσιαλδημοκρατική. Ιδρύεται το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. 1901 - Ο εργάτης έρχεται σε βοήθεια του φοιτητή. Αρχίζει ένα κίνημα διαδηλώσεων. Το προλεταριάτο κατεβαίνει στους δρόμους με το σύνθημα: Κάτω η απολυταρχία! Η ριζοσπαστική διανόηση χωρίζεται οριστικά σε φιλελεύθερη, επαναστατική - αστική και σοσιαλδημοκρατική. Η συμμετοχή των οργανώσεων της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στις διαδηλώσεις γίνεται όλο και πιο πλατιά, δραστήρια και άμεση. 1902 - Η τεράστια απεργία του Ροστόβ μετατρέπεται σε επιβλητική διαδήλωση. Το πολιτικό κίνημα του προλεταριάτου δεν είναι πια προσκολλημένο στο κίνημα των διανοουμένων, των φοιτητών, αλλά ξεπετιέται μόνο του άμεσα από την απεργία. Η συμμετοχή της οργανωμένης επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας είναι ακόμα πιο δραστήρια. Το προλεταριάτο καταχτά για τον εαυτό του και για τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες της δικής του επιτροπής την ελευθερία των μαζικών συγκεντρώσεων στους δρόμους. Για πρώτη φορά το προλεταριάτο αντιπαραθέτει τον εαυτό του σαν τάξη σε όλες τις άλλες τάξεις και στην τσαρική κυβέρνηση. 1903 - Οι απεργίες συγχωνεύονται ξανά με την πολιτική διαδήλωση, αλλά σε ακόμα πλατύτερη βάση. Οι απεργίες αγκαλιάζουν ολόκληρη περιοχή, παίρνουν μέρος σ' αυτές πάνω από εκατό χιλιάδες εργάτες, οι μαζικές πολιτικές συγκεντρώσεις επαναλαβαίνονται στη διάρκεια των απεργιών σε πολλές πόλεις. Νιώθει κανείς πως βρισκόμαστε σε παραμονές οδοφραγμάτων (γνώμη των ντόπιων σοσιαλδημοκρατών για το κίνημα του 1903 στο Κίεβο). Οι παραμονές όμως αποδείχνονται σχετικά μακρόχρονες, λες και για να μας μάθουν ότι οι ισχυρές τάξεις συγκεντρώνουν κάποτε τις δυνάμεις τους επί μήνες και χρόνια, λες και για να δοκιμάσουν τους λιγόπιστους διανοουμένους που πρόσκεινται στη σοσιαλδημοκρατία. Και πραγματικά, η διανοουμενίστικη πτέρυγα του κόμματός μας, οι νεοϊσκριστές ή (πράγμα που είναι το ίδιο) οι νεοραμποτσεντέλτσι άρχισαν κιόλας να αναζητούν «ανώτερους τύπους» εκδηλώσεων με τη μορφή συμφωνίας ανάμεσα στους εργάτες και στους ζέμτσι για μη πρόκληση πανικού. Με την έλλειψη αρχών που χαρακτηρίζει όλους τους οπορτουνιστές, οι νεοϊσκριστές έφτασαν κιόλας στο σημείο να διατυπώσουν την απίστευτη, την απιστευτότατη θέση ότι στον πολιτικό στίβο υπάρχουν δύο (!!) δυνάμεις: Η γραφειοκρατία και η αστική τάξη (βλέπε το δεύτερο γράμμα της σύνταξης της «Ισκρα», σχετικά με την καμπάνια των ζέμστβο). Οι οπορτουνιστές της νέας «Ισκρα» βρήκαν την ευκαιρία για να ξεχάσουν την αυτοτελή δύναμη του προλεταριάτου! Ηρθε το 1905, και η εννιά του Γενάρη ξεσκέπασε ακόμα μια φορά όλους τους διανοουμενίσκους που ξέχασαν ποιοι είναι. Tο προλεταριακό κίνημα ανέβηκε μονομιάς σε ανώτερο σκαλοπάτι. Η γενική απεργία κινητοποίησε αναμφίβολα σ' όλη τη Ρωσία τουλάχιστον ένα εκατομμύριο εργάτες. Οι πολιτικές διεκδικήσεις της σοσιαλδημοκρατίας έφτασαν και σε στρώματα της εργατικής τάξης που πίστευαν ακόμα στον τσάρο. Το προλεταριάτο έσπασε τα πλαίσια του αστυνομικού ζουμπατοφισμού και όλη η μάζα των μελών του νόμιμου εργατικού συνδέσμου που είχε ιδρυθεί για την καταπολέμηση της επανάστασης, τράβηξε μαζί με τον Γκαπόν τον επαναστατικό δρόμο. Η απεργία και η διαδήλωση άρχισαν μπροστά στα μάτια μας να μετατρέπονται σε εξέγερση. Η συμμετοχή της οργανωμένης επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας ήταν ασύγκριτα πιο σημαντική απ' ό,τι στα προηγούμενα στάδια του κινήματος, ωστόσο εξακολουθούσε ακόμα να 'ναι πολύ πολύ αδύνατη σε σύγκριση με την τεράστια ζήτηση σοσιαλδημοκρατικής καθοδήγησης από μέρους της δραστήριας προλεταριακής μάζας.

Γενικά, το κίνημα των απεργιών και των διαδηλώσεων, σμίγοντας το ένα με το άλλο με διάφορες μορφές κι από διάφορες αιτίες, αναπτυσσόταν σε πλάτος και βάθος, γινόταν όλο και πιο επαναστατικό, πλησιάζοντας στην πράξη όλο και περισσότερο στην παλλαϊκή ένοπλη εξέγερση, για την οποία από καιρό μιλούσε η επαναστατική σοσιαλδημοκρατία. Το συμπέρασμα αυτό από τα γεγονότα της 9 του Γενάρη το έχουμε κιόλας βγάλει στα φύλλα 4 και 5 της «Βπεριόντ». Το συμπέρασμα αυτό το έβγαλαν αμέσως και απευθείας και οι ίδιοι οι εργάτες της Πετρούπολης. Στις 10 του Γενάρη εισόρμησαν σ' ένα νόμιμο τυπογραφείο, στοιχειοθέτησαν την παρακάτω προκήρυξη που μας την έστειλαν οι σύντροφοι της Πετρούπολης, την τύπωσαν σε πάνω από δέκα χιλιάδες αντίτυπα και τη μοίρασαν σ' όλη την Πετρούπολη.

Η έκκληση αυτή δεν έχει ανάγκη από επεξηγήσεις. Η πρωτοβουλία του επαναστατικού προλεταριάτου εκφράστηκε εδώ απόλυτα. Το κάλεσμα των εργατών της Πετρούπολης δεν πραγματοποιήθηκε τόσο γρήγορα όσο το ήθελαν οι ίδιοι, θα επαναληφθεί ακόμα πολλές φορές και οι προσπάθειες για την πραγματοποίησή του θα οδηγήσουν πολλές ακόμα φορές σε αποτυχίες. Είναι όμως αναμφισβήτητο πως έχει τεράστια σημασία το γεγονός ότι οι ίδιοι οι εργάτες θέτουν αυτό το καθήκον. Η κατάχτηση του επαναστατικού κινήματος που οδήγησε στην επίγνωση της πραχτικής, της ζωτικής σημασίας του καθήκοντος αυτού και έφερε κοντά τη στιγμή που το καθήκον αυτό θα πάρει την πρώτη σειρά σ' οποιοδήποτε λαϊκό κίνημα, η κατάχτηση αυτή δεν μπορεί πια με κανέναν τρόπο να αφαιρεθεί από το προλεταριάτο.

Αξίζει τον κόπο να σταθούμε στο ιστορικό της ιδέας της εξέγερσης. Η νέα «Ισκρα» αράδιασε σχετικά μ' αυτό το ζήτημα, αρχίζοντας από το αξέχαστο κύριο άρθρο του φύλλου 62 τόσες νεφελώδικες κοινοτυπίες, τόσες οπορτουνιστικές ασυναρτησίες, εντελώς άξιες του παλιού μας γνώριμου του Μαρτίνοφ, ώστε η ακριβής αποκατάσταση του παλιού τρόπου τοποθέτησης του ζητήματος έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Οπως και να 'ναι είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς όλες τις κοινοτυπίες και όλες τις ασυναρτησίες της νέας «Ισκρα». Θα κάναμε πολύ καλύτερα αν θυμόμασταν συχνότερα την παλιά «Ισκρα» και αναπτύσσαμε πιο συγκεκριμένα τα παλιά θετικά συνθήματά της.

Στο τέλος της μπροσούρας του Λένιν «Τι να κάνουμε;» στη σελ. 136 ρίχτηκε το σύνθημα της παλλαϊκής ένοπλης εξέγερσης. Να τι ειπώθηκε γι' αυτό στην αρχή ακόμα του 1902, δηλαδή εδώ και τρία χρόνια: «Φανταστείτε μια λαϊκή εξέγερση». Ισως ο καθένας θα συμφωνήσει τώρα ότι πρέπει να σκεφτόμαστε και να ετοιμαζόμαστε γι' αυτή...

Ριζοσπάστης Σάββατο 7 Γενάρη 2012

Οι Μαρξιστές ξεπουλάνε την Μακεδονία…

        


Αυτό είπε πριν από λίγο από το πιο επίσημο βήμα αυτού του τόπου ένας αλητάμπουρας ονόματι Κούνελος, ο οποίος κατηγορείται για προστασία σε νυχτερινά κέντρα, για εκβιασμούς, για διακίνηση γυναικών με σκοπό την πορνεία, για σύσταση συμμορίας και άλλα τέτοια ωραία! Οι Μαρξιστές ξεπουλάνε την Μακεδονία, είπε ο απόγονος των συνεργατών των Ναζί, ο νεοναζιστής Κούνελος! Ο Κούνελος με τον όρο «μαρξιστές» αναφέρθηκε στους Συριζαίους, τους πιο χυδαίους και ακραίους εκφραστές του καπιταλισμού, του ίδιου συστήματος που υπηρετεί δηλαδή και ο Κούνελος! Μαρξιστικά χαρακτηριστικά προσέδωσε ο απόγονος των Γερμανοτσολιάδων στους απατεώνες τους Συριζαίους που κορόιδεψαν τον κόσμο και τον μακελεύουν! Μάλιστα ο Κούνελος προσέθεσε ότι οι πολιτικοί πρόγονοι των Συριζαίων προσπάθησαν με τα όπλα να δώσουν την Μακεδονία στη Βουλγαρία, εννοώντας τους ηρωικούς μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας με τους οποίους οι απατεώνες οι Συριζαίοι δεν θα μπορούσαν να έχουν καμία σχέση!
Για να μην ξεχνιόμαστε λοιπόν, γιατί ο μαστροπός Κούνελος γύρισε την αλήθεια με το κεφάλι προς τα κάτω, την Μακεδονία στους Βούλγαρους φασίστες προσπάθησαν να την δώσουν οι ταγματασφαλίτες, οι δικοί του δηλαδή πολιτικοί πρόγονοι, και η Μακεδονία παρέμεινε Ελληνική χάρη στις ηρωικές μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ. Κατόπιν, κατά τον συμμοριτοπόλεμο όπως χαρακτήρισε ο μαστροπός την Αγγλοαμερικανική ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Ελλάδα, την Μακεδονία στους Γιουγκοσλάβους την χάρισαν οι φασίστες, οι δεξιοί και οι κεντρώοι για την εκδούλευση που τους έκανε ο Τίτο να κλείσει τα σύνορα στους ηρωικούς μαχητές του ΔΣΕ! Αμέσως μετά το τέλος της αγγλοαμερικανικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης στην Ελλάδα, που έληξε με την ήττα του ΔΣΕ, οι ντόπιοι φασίστες γέμισαν τα Ελληνικά σχολικά βιβλία με χάρτες που ανέφεραν τα Σκόπια ως Μακεδονία! Αυτούς τους χάρτες τους γνώρισαν ακόμα και όσοι πήγαν στο σχολείο τη δεκαετία του 1980!
Αυτοί λοιπόν που χάρισαν την ονομασία της «Μακεδονίας» στον Τίτο ως αντάλλαγμα για την προδοσία του Τίτο σε βάρος των Ελλήνων κομμουνιστών, αυτοί κατηγορούν τους κομμουνιστές ότι ήθελαν να παραδώσουν την Μακεδονία! Φασίστες, μαστροποί, εκβιαστές, συμμορίτες και προδότες που ψάχνουν, εκεί που δεν μπορούν να τους βρουν, ανθρώπους με τα δικά τους χαρακτηριστικά! Κότες κανονικές που ντρέπονται να δηλώσουν νεοναζί και δηλώνουν εθνικιστές! Τι να περιμένεις από αυτούς;!

Ραφαήλ Βασιλειάδης

Οι «εθνικές γραμμές»





Στο γνωστό θέατρο που ξετυλίγεται ανάμεσα στα αστικά κόμματα - αυτές τις μέρες γύρω από το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ - έρχεται ξανά στη «φιλολογία» ο προσφιλής στους αστούς πολιτικούς όρος της «εθνικής γραμμής», γύρω από την οποία οφείλουν - όπως λένε - να στοιχηθούν όλοι. Εκείνο που βαφτίζουν «εθνικό» δεν είναι τίποτα παραπάνω από την εξωτερική πολιτική που υπαγορεύουν τα συμφέροντα των καπιταλιστών, που αντιμετωπίζουν ως «ευκαιρία» τη βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, προκειμένου να αναβαθμίσουν το ρόλο τους στην περιοχή και να πάρουν κομματάκι από τη «λεία» των ενεργειακών και άλλων σχεδίων. Αυτό είναι άλλωστε το έδαφος πάνω στο οποίο διαμορφώνονται οι κατά καιρούς «εθνικές γραμμές» των καπιταλιστών και των κομμάτων τους, ανεξάρτητα αν σε κάποια φάση ο εθνικισμός υπερισχύει του κοσμοπολιτισμού και το αντίστροφο, μιλώντας για το ζήτημα της ονοματολογίας γύρω από την ΠΓΔΜ. Θυμίζουμε ότι όταν οι «εθνικές γραμμές» επέβαλαν εθνικιστικό παροξυσμό, το ΚΚΕ καταγγελλόταν σαν «προδοτικό». Σήμερα κάνουν γαργάρα ότι ουσιαστικά οι θέσεις του τότε επιβεβαιώθηκαν. Σήμερα οι «εθνικές γραμμές» επιβάλλουν η Ελλάδα να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη λεγόμενη «ευρωατλαντική ολοκλήρωση των Βαλκανίων» και σε αυτό το πλαίσιο εντάσσουν και τη μετατόπισή τους από τις παλιές θέσεις τους όλα τα άλλα αστικά κόμματα στο ζήτημα της ονομασίας. Η εργατική τάξη και ο λαός πρέπει να δουν πίσω από τις «εθνικές γραμμές» τους πραγματικούς κινδύνους που πηγάζουν από τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και τους ανταγωνισμούς στην περιοχή, τους οποίους καμία συμφωνία για το όνομα δεν πρόκειται να κάμψει.

Οι συνέπειες μιας «διαβολικά θεόσταλτης» λύσης




Το ΚΚΕ παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις, που διεξάγονται γύρω από το ζήτημα της ονοματοδοσίας της ΠΓΔΜ. Είναι πασίγνωστο πως απ' τις αρχές της δεκαετίας του '90 το ΚΚΕ τοποθετήθηκε στο ζήτημα αυτό από θέσεις αρχών και η νηφάλια τοποθέτησή του ερχόταν κόντρα στο κυρίαρχο εθνικιστικό ρεύμα, που καλλιέργησαν όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα από την «άκρα δεξιά» έως την «ανανεωτική αριστερά», τον τότε ΣΥΝ, μετέπειτα ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα, ο «πατριάρχης» της τελευταίας, Λ. Κύρκος, συμμετέχοντας καιροσκοπικά στα πατριδοκάπηλα συλλαλητήρια, είχε εκστομίσει το γνωστό «πλην Λακεδαιμόνιων», για την απουσία των κομμουνιστών από τις γνωστές «φιέστες».
Το ΚΚΕ και τότε και σήμερα πατά σταθερά στην πραγματικότητα, η οποία διδάσκει πως για να εξασφαλιστεί η ειρήνη, η ασφάλεια και η ευημερία των λαών, δεν είναι αρκετό το όνομα. Μάλιστα, η ονοματολογία μπορεί να δράσει αποπροσανατολιστικά, να κρύψει τους πραγματικούς κινδύνους για τους λαούς, που βρίσκονται στη σύγκρουση των συμφερόντων μεγάλων μονοπωλίων και στην επέμβαση των ιμπεριαλιστών στην περιοχή. Αλλωστε, ας μην λησμονούμε, με δική τους απροκάλυπτη παρέμβαση φτάσαμε στη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και στη δημιουργία του προβλήματος.
***
Οι ιμπεριαλιστές και οι αστικές τάξεις επιδιώκουν την αξιοποίηση μειονοτικών και αλυτρωτικών ζητημάτων, για την εξυπηρέτηση των δικών τους οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων. Αυτά τα συμφέροντα, που είναι ξένα προς τα συμφέροντα των εργαζομένων, μπορεί να προκαλέσουν πραγματικό μακελειό. Δεν τελειώνουμε, όπως μας καθησυχάζουν οι κυβερνητικοί παράγοντες, με το όνομα, ακόμα κι αν εισακουστεί μετά από 25 χρόνια το ΚΚΕ και επιλεγεί ένα όνομα για όλες τις χρήσεις, που στην περίπτωση που έχει το όνομα «Μακεδονία» ή «Μακεδονικό», αυτό να έχει αποκλειστικά και μόνο γεωγραφικό προσδιορισμό. Απομένουν ακόμα πολλά να γίνουν ώστε να αποτραπεί η αλυτρωτική προπαγάνδα από κυρίαρχους κύκλους της ΠΓΔΜ, αλλά και από εθνικιστικές δυνάμεις στη χώρα μας. Εκείνο, μάλιστα, που είναι το κρίσιμο ζήτημα, είναι αυτό της διεύρυνσης και ενίσχυσης στην περιοχή μας τέτοιων ιμπεριαλιστικών ενώσεων, όπως είναι το ΝΑΤΟ και η ΕΕ.
Βεβαίως φανταζόμαστε τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει ο κύριος Τσίπρας απέναντι στον «διαβολικά καλό», όπως τον χαρακτήρισε, Αμερικανό Πρόεδρο, Τραμπ. Λέμε φανταζόμαστε, γιατί επίσημα, παρά το ότι το ΚΚΕ τον έχει προκαλέσει να μιλήσει γι' αυτές από το βήμα της Βουλής, κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει. Γνωρίζουμε, ωστόσο, πως ό,τι «μαγειρεύεται» αυτήν την εποχή γύρω από το όνομα της ΠΓΔΜ, έχει ορίζοντα τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ και αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ένταξης αυτής της χώρας στο ΝΑΤΟ.
***
Κάποιος, βλέποντας τις εξελίξεις κοντόφθαλμα, θα έλεγε «δεν βαριέσαι», αν είναι να λυθεί ένα ζήτημα που ταλανίζει τις σχέσεις δύο χωρών εδώ και 25 χρόνια, ...«ας ποτιστεί κι η γλάστρα», δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση το ΝΑΤΟ. Μονάχα που τα πράγματα δεν είναι έτσι, γιατί το ΝΑΤΟ δεν είναι ...«γλάστρα», αλλά ο πολιτικο-στρατιωτικός «βραχίονας» του αμερικανο-ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Και αυτός ο «βραχίονας», με την κίνηση αυτή, όπως λίγο νωρίτερα με την ενσωμάτωση του Μαυροβουνίου στους «κόλπους» του (χωρίς καν δημοψήφισμα, όπως είχαν υποσχεθεί οι αρχές της χώρας), αποσκοπεί στο να βάλει φραγμό στα ανταγωνιστικά μονοπωλιακά συμφέροντα της Ρωσίας στην περιοχή των Βαλκανίων, να «σφραγίσει» την περικύκλωση της Ρωσίας από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη, λαμβάνοντας υπόψη πως η διαπάλη δημιουργεί πλέον ανοικτές πολεμικές πληγές που αιμορραγούν, στη Συρία, στη Βόρεια Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στην Ουκρανία κ.α.
Επιπλέον, αν νομίζει κανείς πως η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ αυτόματα θα αποσοβήσει τυχόν κινδύνους παραπέρα εμπλοκής των διμερών σχέσεων, ας ρίξει μια ματιά στην πολύχρονη πείρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που αποδεικνύει πως η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ειρήνη, την εδαφική ακεραιότητα και ασφάλεια των λαών, αλλά, αντίθετα, αποτελεί παράγοντα όξυνσης των προβλημάτων και ενδυνάμωσης αμφισβητήσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων.
***
Να γιατί το ΚΚΕ αγωνίζεται για να αναπτυχθεί ισχυρή αντίσταση στα ιμπεριαλιστικά σχέδια του «διαίρει και βασίλευε» στα Βαλκάνια και ευρύτερα, ενάντια στη χρησιμοποίηση από τους ιμπεριαλιστές υπαρκτών ή και ανύπαρκτων μειονοτικών ζητημάτων, ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, στους διαμελισμούς κρατών, στη δημιουργία προτεκτοράτων, στις στρατιωτικές αποστολές εκτός συνόρων. Η πείρα του λαού μας επιβεβαιώνει πως η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ εμπλέκει τη χώρα και το λαό μας σε επικίνδυνους σχεδιασμούς και επιπλέον κάθε άλλο παρά διασφαλίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Η θέση μας είναι πως οι ανάγκες των λαών της περιοχής, η αμοιβαία επωφελής συνεργασία των χωρών, μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με την αποδέσμευση από αυτές και κάθε άλλες ιμπεριαλιστικές ενώσεις, με τους λαούς νοικοκύρηδες στον τόπο τους.
(Το άρθρο αναδημοσιεύεται από την «Εφημερίδα των Συντακτών», του Σαββατοκύριακου 5-7/1/2018)

Ελισαίος ΒΑΓΕΝΑΣ
Μέλος της ΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ

Ωρα οργάνωσης και πάλης!




Από σήμερα Τρίτη, η απάντηση των εργαζομένων και του λαού στο νέο γύρο της αντιλαϊκής επίθεσης δίνεται στο δρόμο! Με τις σημερινές συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα, με την απεργία Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων την Παρασκευή, με όλο το αγωνιστικό πρόγραμμα που ξεδιπλώνουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, δίνεται μαχητική απάντηση στο νέο αντιλαϊκό πολυνομοσχέδιο της κυβέρνησης, στα δεκάδες αντιλαϊκά προαπαιτούμενα της τρίτης «αξιολόγησης» που νομοθετούνται κατά παραγγελία του κεφαλαίου, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν το χτύπημα στο απεργιακό δικαίωμα, η επέκταση των πλειστηριασμών, η παραπέρα προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων κ.ά.
Κόντρα στην προσπάθεια της κυβέρνησης, με τη στήριξη όλων των αστικών επιτελείων, να περάσει τα μέτρα «νύχτα», μέσα σε κλίμα «μουγκαμάρας», οι κινητοποιήσεις αυτής της βδομάδας αποτελούν συνέχεια και κλιμάκωση της δραστηριότητας που ανέπτυξαν οι ταξικές συνδικαλιστικές οργανώσεις όλο το προηγούμενο διάστημα, αποτελούν μια μάχη που θα δοθεί αποφασιστικά, μέρα με τη μέρα: Για τη μαζική συμμετοχή των εργαζομένων στις κινητοποιήσεις, για να γονιμοποιηθεί ακόμα περισσότερο η συζήτηση που ανοίγει μέσα στους χώρους δουλειάς και τις λαϊκές συνοικίες, για την ανάγκη απέναντι στα παραμύθια της «δίκαιης ανάπτυξης» να συνειδητοποιείται όλο και πιο πλατιά ότι μόνο η μαζική και οργανωμένη πάλη των εργαζομένων και του λαού μπορεί να βάλει εμπόδια σ' αυτήν την επίθεση, να δημιουργήσει προϋποθέσεις αντεπίθεσης απέναντι σε παλιά και νέα μέτρα, να βγάλει στο προσκήνιο τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες!
Την ίδια ώρα που ο πρωθυπουργός και τα κυβερνητικά στελέχη επαναλαμβάνουν, όπως έκαναν και στο χτεσινό Υπουργικό Συμβούλιο, τα παραμύθια περί «τέλους των μνημονίων» και περί «ταξικού προσήμου» της κυβερνητικής πολιτικής, η ίδια η επίθεση που εξαπολύουν απέναντι στη μεγαλύτερη κατάκτηση της εργατικής τάξης, το χτύπημα στο απεργιακό δικαίωμα, που φέρνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ για να το ψηφίσει παρέα με τη ΝΔ, έρχεται να επιβεβαιώσει εμφατικά το πραγματικό περιεχόμενο αυτού του «ταξικού προσήμου»: Ο «μεταμνημονιακός παράδεισος» για τα κέρδη και την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου απαιτεί όχι μόνο τη μονιμοποίηση όλων των αντεργατικών μέτρων του προηγούμενου διαστήματος, αλλά και την παραπέρα κλιμάκωση της αντεργατικής επίθεσης, το παραπέρα χτύπημα των εργατικών - λαϊκών δικαιωμάτων.
Το «καρότο» της «δίκαιης ανάπτυξης», με το οποίο επιχειρείται να «χρυσωθεί το χάπι» της έντασης της εκμετάλλευσης και της εφιαλτικής πραγματικότητας που βιώνει ο λαός, πάει «πακέτο» με το «μαστίγιο», με την απογείωση της εργοδοτικής ασυδοσίας και την ένταση της κρατικής καταστολής, με το χτύπημα απεργιακών κινητοποιήσεων, με αγροτοδικεία, με τη νομοθέτηση αυτεπάγγελτης δίωξης ενάντια σε όσους αντιστέκονται στους πλειστηριασμούς λαϊκών κατοικιών...
Οι κινητοποιήσεις που ξεδιπλώνονται από σήμερα μέχρι και την ερχόμενη Δευτέρα αποτελούν μια σημαντική ευκαιρία για να δοθεί μαζική εργατική - λαϊκή απάντηση απέναντι σε όλη αυτήν την επίθεση του κεφαλαίου και των επιτελείων του, στα «καρότα» και τα «μαστίγιά» της, στα κάλπικα «αφηγήματά» της και στην επιχείρηση τρομοκράτησης του λαού.
Αποτελούν οι κινητοποιήσεις αυτές σημαντική ευκαιρία για να ξεσκεπαστεί ακόμα πιο αποφασιστικά ο ρόλος του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, των δυνάμεων εκείνων που από την υπονόμευση των εργατικών - λαϊκών κινητοποιήσεων, ακολουθώντας τις επιταγές των μονοπωλίων, πέρασαν πια στην ανοιχτή απεργοσπασία. Των δυνάμεων που αφού απέρριψαν την πρόταση του ΠΑΜΕ για κήρυξη απεργίας απέναντι στην ψήφιση των νέων αντεργατικών μέτρων, καλούν προκλητικά σε... «αγωνιστική ετοιμότητα» για «κινητοποιήσεις» που δεν έχουν καν εξαγγείλει!
Με τις σημερινές συγκεντρώσεις, με την απεργία της Παρασκευής, με όλο το αγωνιστικό πρόγραμμα των ταξικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο στόχος της κυβέρνησης και του κεφαλαίου να περάσουν τα νέα αντιλαϊκά μέτρα «χωρίς να κουνηθεί φύλλο» έχει ήδη πέσει στο κενό. Με όλες τις δυνάμεις μας δίνουμε πλέον τη μάχη, ώστε με τη μαζική συμμετοχή των εργαζομένων και του λαού σε αυτές να μετρηθούν συνολικότερα θετικά βήματα για το εργατικό - λαϊκό κίνημα, στην προσπάθεια να μπουν νέες δυνάμεις στη μάχη, να σημειωθούν νέα βήματα στην αλλαγή των συσχετισμών, στην ανασύνταξη του εργατικού κινήματος.

8 Ιαν 2018

Αναστέλλεται από το Διοικητικό Εφετείο η χορήγηση ασύλου στον Τούρκο στρατιωτικό

        


Δεκτό έκανε το Διοικητικό Εφετείο της Αθήνας το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης να ανασταλεί η χορήγηση ασύλου στον Τούρκο στρατιωτικό.
Η απόφαση είναι προσωρινή, καθώς στις 15 Φλεβάρη θα εξεταστεί η κύρια προσφυγή του Ελληνικού Δημοσίου κατά της χορήγησης ασύλου.

Η πρόεδρος του Θ΄ Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών Ευγ. Μυλωνοπούλου επικαλέστηκε λόγους «δημοσίου συμφέροντος» αποδεχόμενη το αίτημα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Όλοι μαζί υποφέρουμε – Η Έλλη Στάη έκοψε το σοφέρ της


Μετά από το παγκαλικό “όλοι μαζί τα φάγαμε”, υπάρχουν και αυτοί που λανσάρουν ως σύνθημα και λογική το “όλοι μαζί υποφέρουμε στην κρίση”. Με άλλα λόγια, αφεντικά και δούλοι, φτωχοί γινήκαμε ούλοι.
Σε αυτό το μήκος κύματος, η Έλλη Στάη μας ενημερώνει πως είναι κοινωνικό ον, συμπάσχει με τους συμπολίτες της και αναγκάστηκε να σταματήσει να χρησιμοποιεί το σοφέρ του άνδρα της, κατεβαίνοντας έτσι σκαλοπάτι, όπως όλοι μας. Παρόλα αυτά, άρχισε ξανά να οδηγεί και το απολαμβάνει πολύ. Το παν είναι να διατηρείς θετικό πνεύμα και το χιούμορ σου. Σαν αυτό που “διαθέτει” η Έλλη Στάη, όταν κάνει τέτοιες συγκρίσεις.
Άλλοι έκοψαν τις βενζίνες και τις μετακινήσεις, άλλοι πούλησαν τα αυτοκίνητα που είχαν, άλλοι τα έχουν ακίνητα, για να μην πληρώνουν τα τέλη κυκλοφορίας, άλλοι αγοράζουν μεταχειρισμένα, γιατί δεν τους φτάνουν τα χρήματα για κάτι άλλο. Κι άλλοι σταμάτησαν να χρησιμοποιούν σοφέρ, όχι γιατί αναγκάστηκαν -όσο κι αν η κρίση έπληξε την ευπαθή ομάδα των εφοπλιστών, δε χρειάστηκε κάτι τέτοιο- αλλά σε ένδειξη συμπαράστασης στο κοινωνικό σύνολο.
Εδώ θα κολλούσε κι ένα “άτιμη κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους τους κατεβάζεις και τους οδηγείς στο να οδηγούν μόνοι τους, χωρίς σοφέρ”.
Βασικά η Έλλη μας λέει ότι άρχισε να οδηγεί μόνη της για να μην προκαλεί -και καταφέρνει με τον τρόπο της να μας προκαλέσει περισσότερο.
Αλλά δε φταίει η Στάη, ούτε η άτιμη η κοινωνία. Φταίμε κυρίως εμείς, που δεν κάνουμε κάτι για να την αλλάξουμε.

27 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Τεμπονέρα



Φθινόπωρο 1990. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξαγγέλλει την απόφασή της να μεταρρυθμίσει την παιδεία και ο αρμόδιος υπουργός Βασίλης Κοντογιαννόπουλος ανακοινώνει ότι θα φέρει στην βουλή προς ψήφιση πολυνομοσχέδιο που θα περιλαμβάνει σωρεία μέτρων, άλλων πρωτοφανών (λειτουργία ιδιωτικών ΑΕΙ, κατάργηση της δωρεάν παροχής συγγραμμάτων, επιβολή χρονικού ορίου στις σπουδές, περιορισμός του πανεπιστημιακού ασύλου κλπ) αλλά και άλλων προ πολλού πεθαμένων και αναχρονιστικών (πειθαρχικός έλεγχος της εξωσχολικής ζωής, επιβολή ομοιόμορφης ενδυμασίας, υποχρεωτική έπαρση σημαίας, υποχρεωτική προσευχή, υποχρεωτικός εβδομαδιαίος εκκλησιασμός κλπ)

Εννοείται ότι σύμπασα η εκπαιδευτική κοινότητα ξεσηκώνεται. Οι πρώτες καταλήψεις ξεκινούν στα τέλη Οκτωβρίου του 1990 ενώ, μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, τα υπό κατάληψη γυμνάσια και λύκεια φτάνουν το 70% του συνόλου. Ταυτόχρονα γίνονται πολλές πορείες διαμαρτυρίας με συμμετοχή μεταξύ 10.000 και 30.000 ατόμων, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής. Η κυβέρνηση ελπίζει ότι το κλίμα θα εκτονωθεί με τις διακοπές των Χριστουγέννων, ενώ ο υπουργός παιδείας δηλώνει ότι τα προεδρικά διατάγματα δεν θα εφαρμοστούν για ένα τρίμηνο, έως ότου "γίνουν πλήρως κατανοητά από μαθητές και καθηγητές". Μάταιη προσπάθεια. Το τρίμηνο δεν αρκεί για να εκτονωθεί η κατάσταση. Με τον νέο χρόνο, οι καταλήψεις συνεχίζονται σε περισσότερα από 1.800 γυμνάσια και λύκεια (από τα 3.000 της χώρας).

Οι εφημερίδες της 9ης Ιανουαρίου 1991 αναγγέλλουν τον θάνατο του Νίκου Τεμπονέρα

Ο Κοντογιαννόπουλος αγριεύει και δηλώνει ότι όσοι συμπληρώσουν 50 αδικαιολόγητες απουσίες λόγω των καταλήψεων θα χάσουν τη χρονιά. Παράλληλα, όμως, επεκτείνει το τρίμηνο σε δωδεκάμηνο και δέχεται να επιφέρει ορισμένες αλλαγές στο νομοσχέδιο, πλην όμως αυτές οι αλλαγές είναι τελείως επουσιώδεις. Ο χώρος της παιδείας παραμένει καζάνι που βράζει εκτός ελέγχου ενώ η κυβέρνηση δέχεται πυρά όχι μόνο από σύσσωμη την αντιπολίτευση αλλά και από δικά της στελέχη. Οι διαδηλώσεις κατά του νομοσχεδίου γίνονται όλο και πιο μαχητικές ενώ, από την πλευρά της, η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να κινητοποιήσει τόσο τις οργανώσεις της όσο και αντιδιαδηλώσεις "αγαναχτισμένων γονέων", οι οποίοι ζητούν τον τερματισμό των καταλήψεων.

Στις 7 Ιανουαρίου 1991, ημέρα επανέναρξης των μαθημάτων μετά τις γιορτές, οι καταλήψεις συνεχίζονται ενώ η Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ) κηρύσσει στάση εργασίας και καλεί τους καθηγητές να βρίσκονται έξω από τα σχολεία "για να συμβάλουν στην αποτροπή προκλήσεων που ίσως επιχειρηθεί να δημιουργηθούν", καθώς έχει γίνει αντιληπτή η κυβερνητική μεθόδευση των "αγαναχτισμένων γονέων". Από νωρίς το πρωί σημειώνονται μικροεπεισόδια μεταξύ γονέων και καταληψιών, καθηγητών και δημοτικών συμβούλων. Οι καθηγητές αρνούνται να βάλουν απουσίες στους μαθητές και ο υπουργός αποφασίζει την πειθαρχική δίωξή τους ενώ ομάδες ροπαλοφόρων εισβάλλουν για πρώτη φορά σε σχολεία και τραυματίζουν μαθητές, υπό τα απαθή βλέμματα των αστυνομικών οργάνων.

Στην Πάτρα, το απόγευμα της επόμενης μέρας και ενώ έχει πέσει ήδη το σκοτάδι, καμμιά τριανταριά στελέχη τής τοπικής ΟΝΝεΔ, με μπροστάρη τον πρόεδρό τους και δημοτικό σύμβουλο Γιάννη Καλαμπόκα και με ρόπαλα και λοστάρια στα χέρια, προσπαθούν να σπάσουν την κατάληψη στο Πολυκλαδικό Λύκειο αλλά συναντούν σθεναρή αντίσταση και αναγκάζονται να φύγουν. Κατευθύνονται προς το σχολικό συγκρότημα μεταξύ των πλατειών Υψηλών Αλωνίων και Βουδ, όπου στεγάζονται το Γ' και το Δ' Γυμνάσιο και Λύκειο. Εδώ τα καταφέρνουν καλύτερα. Η ομάδα περιφρούρησης των μαθητών είναι ολιγάριθμη και οι οννεδίτες την διαλύουν σχετικά εύκολα και καταλαμβάνουν οι ίδιοι τον χώρο.

Μνημείο στον χώρο του φονικού, δίπλα στην είσοδο του σχολικού συγκροτήματος

Το νέο διαδίδεται γρήγορα και σε μικρό χρονικό διάστημα συρρέει πλήθος κόσμου έξω από την είσοδο του σχολικού συγκροτήματος. Εκτός από δεκάδες μαθητές και πολλούς καθηγητές, ανάμεσα στους συγκεντρωμένους βρίσκονται δημοτικοί σύμβουλοι της πλειοψηφίας με πρώτο τον δήμαρχο Ανδρέα Καράβολα (ΠαΣοΚ) και ο βουλευτής Αχαΐας του ΠαΣοΚ (και κατοπινός δήμαρχος) Ανδρέας Φούρας. Οι συγκεντρωμένοι ζητούν από τους καταληψίες οννεδίτες να αποχωρήσουν αλλά εκείνοι απαντούν ότι θα παρατείνουν την "αντικατάληψη" του χώρου μέχρι να ξαναλειτουργήσουν κανονικά τα σχολεία.

Σύντομα, τα πνεύματα οξύνονται και αρχίζουν οι εκσφενδονίσεις αντικειμένων μεταξύ των δυο πλευρών ενώ σημειώνονται οι πρώτοι τραυματισμοί. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, μια ομάδα γονέων και καθηγητών παραβιάζει την καγκελόπορτα του συγκροτήματος και επιχειρεί να μπει στο προαύλιο. Οι ταμπουρωμένοι οννεδίτες τούς υποδέχονται με πέτρες και κομμάτια τσιμεντόπλινθων και μαρμάρων, ενώ κάποιοι απ' αυτούς δημιουργούν γραμμή ανάσχεσης, κραδαίνοντας ρόπαλα και σιδερολοστούς. Ο σιδερολοστός που κρατάει ο Γιάννης Καλαμπόκας πετυχαίνει (τυχαία ή όχι;) στο κεφάλι τον καθηγητή μαθηματικών και μέλος του Εργατικού Αντι-ιμπεριαλιστικού Μετώπου (ΕΑΜ) Νίκο Τεμπονέρα και του το ανοίγει. Ουσιαστικά, ο Τεμπονέρας πέφτει νεκρός εκείνη την στιγμή. Τυπικά, αφήνει την τελευταία του πνοή λίγες ώρες αργότερα, στο νοσοκομείο όπου μεταφέρεται αμέσως. Μαζί του μεταφέρονται άλλοι τέσσερις σοβαρά τραυματισμένοι και δεκάδες με ελαφρύτερα τραύματα.

Μέχρι να φτάσει η αστυνομία στον χώρο του φονικού, οι οννεδίτες εξαφανίζονται. Όμως οι αυτόπτες μάρτυρες έχουν αναγνωρίσει ως φυσικό αυτουργό του φονικού χτυπήματος τον Γιάννη Καλαμπόκα και ως φυσικούς αυτουργούς άλλων τραυματισμών τούς γνωστούς στην πατραϊκή κοινωνία τραμπούκους οννεδίτες Αλέκο Μαραγκό και Σωκράτη Σπίνο. Στην δίκη που ακολουθεί, γελάει το πανελλήνιο με τα καμώματα των οννεδιτών. Ο Πριονάς ισχυρίζεται ότι ο Καλαμπόκας ήταν μακρυά από την όλη φάση ενώ είδε τον Μαραγκό να χτυπάει κάποιον στο κεφάλι με ένα σίδερο... ο Καλαμπόκας επιβεβαιώνει τον Πριονά... ο Μαραγκός κάνει μήνυση και στους δυο για ψευδομαρτυρία... οι Κωνσταντινίδης και Μπούτος κατονομάζουν τον Πριονά ως αυτουργό... Κι όλα αυτά, με τον Βασίλη Μιχαλολιάκο να εξυμνεί τον Καλαμπόκα ως "υποδειγματικό χαρακτήρα"(!).

Τελικά, ο Καλαμπόκας καταδικάζεται σε 16,5 χρόνια για ανθρωποκτονία και 3 μήνες για οπλοχρησία και σωματικές βλάβες. Έχοντας εκτίσει τα 3/5 της ποινής του, αποφυλακίζεται στις 2 Φεβρουαρίου 1998 και λίγο αργότερα διορίζεται στην Εθνική Τράπεζα, φτάνοντας να γίνει διευθυντής σε υποκατάστημα του Βόλου. Ο Αλέκος Μαραγκός απαλλάσσεται με βούλευμα, αν και ο Καλαμπόκας εξακολουθεί να υποδεικνύει αυτόν ως φυσικό αυτουργό του εγκλήματος.

Τέσσερα χρόνια μετά το φινικό. Οι αμετανόητοι ΟΝΝεΔίτες μιλούν για τον "αγωνιστή" Καλαμπόκα.

Οι πολιτικές εξελίξεις μετά την δολοφονία τού καθηγητή Τεμπονέρα είναι καταιγιστικές. Πρωί-πρωί της 9ης Ιανουαρίου παραιτείται ο Κοντογιαννόπουλος και πέφτει σε κομματική δυσμένεια, βρίσκοντας αργότερα πολιτική στέγη στο ΠαΣοΚ. Τον διαδέχεται στο υπουργείο ο δημοφιλέστερος Γιώργος Σουφλιάς, όμως, η εξέγερση της εκπαιδευτικής κοινότητας και της ευρύτερης νεολαίας συνεχώς κλιμακώνεται. Σε Πάτρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη χιλιάδες διαδηλωτών συγκρούονται με τα ΜΑΤ. Στο κέντρο τής Αθήνας, τα ΜΑΤ δεν διστάζουν να επιτεθούν σε διαδήλωση 30.000 ατόμων, προσπαθώντας να τα απωθήσουν προς την περιοχή του Πολυτεχνείου, πλην όμως ο όγκος των διαδηλωτών είναι τόσο συμπαγής ώστε η επιχείρηση αποτυγχάνει.

Εκνευρισμένοι οι αστυνομικοί δεν αποφεύγουν μια από τις ηλιθιωδέστερες και εγκληματικώτερες ενέργειές τους. Στην γωνία Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους ρίχνουν ασφυξιογόνες οβίδες μέσα στο γνωστό κατάστημα ρούχων "Κάπα Μαρούσης", το οποίο παίρνει φωτιά. Κι όταν καταφθάνουν οι πυροσβέστες, δέχονται βροχή χημικών από τους μπάτσους, με αποτέλεσμα να σωριαστούν και να μη μπορούν να βοηθήσουν στην κατάσβεση. Τελικά, η φωτιά θα σβήσει μετά τα μεσάνυχτα, αφήνοντας πίσω της τα καρβουνιασμένα πτώματα τεσσάρων πολιτών. Η λαϊκή κατακραυγή της κυβέρνησης γίνεται πλέον ουρανομήκης και ο Σουφλιάς αναγκάζεται να αποσύρει συνολικά το νομοσχέδιο, εξαγγέλοντας την έναρξη διαλόγου για την παιδεία από μηδενική βάση.

Υπάρχουν Δούλοι Σήμερα ? Δείτε:

 

Σύμ­φω­να με έκ­θε­ση της ορ­γά­νω­σης Walk Free, που δη­μο­σιεύ­θη­κε στο Λον­δί­νο: 

Σε σχε­δόν 30 εκα­τομ­μύ­ρια υπο­λο­γί­ζει αυ­στρα­λια­νή ορ­γά­νω­ση όσους ζουν υπό συν­θή­κες δου­λεί­ας ανά την υφή­λιο, είτε αυτό ση­μαί­νει ανα­γκα­στι­κή ερ­γα­σία ή σε­ξουα­λι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση είτε ακόμη και «κα­νο­νι­κή» κλη­ρο­νο­μι­κή δου­λεία. 
Στην κο­ρυ­φή της λί­στας βρί­σκο­νται χώρες της Νό­τιας Ασίας και της Δυ­τι­κής Αφρι­κής.
Αλιεύτηκε απ' το Ατέχνως 
Σύμ­φω­να με έκ­θε­ση της ορ­γά­νω­σης Walk Free, που δη­μο­σιεύ­θη­κε στο Λον­δί­νο, στην Ινδία ζουν 14 εκα­τομ­μύ­ρια άν­θρω­ποι υπό κα­θε­στώς σκλά­βου, στην Κίνα 2,9 εκα­τομ­μύ­ρια και στο Πα­κι­στάν πάνω από 2 εκα­τομ­μύ­ρια.

Ακο­λου­θούν η Νι­γη­ρία, η Αι­θιο­πία, η Ρωσία, η Ταϊ­λάν­δη, η Λαϊκή Δη­μο­κρα­τία του Κον­γκό, η Βιρ­μα­νία και το Μπα­γκλα­ντές. Οι δέκα αυτές χώρες αντι­προ­σω­πεύ­ουν τα 22 από τα 29,8 εκα­τομ­μύ­ρια που ζουν σαν σκλά­βοι.

Εξη­γώ­ντας το αντι­κεί­με­νο που εξέ­τα­σε η ορ­γά­νω­ση, η έκ­θε­ση ανα­φέ­ρει, ση­μειώ­νο­ντας ότι ακόμη και σή­με­ρα άν­θρω­ποι γεν­νιού­νται σε κα­θε­στώς κλη­ρο­νο­μι­κής σκλα­βιάς, ότι υπάρ­χουν «θύ­μα­τα που έχουν απα­χθεί ή κρα­τού­νται πριν πω­λη­θούν ή πα­ρα­μέ­νουν κρα­τού­με­νοι για εκ­με­τάλ­λευ­ση, είτε δήθεν μέσω “γάμου”, απλή­ρω­της και ανα­γκα­στι­κής ερ­γα­σί­ας, ή ακόμη και παι­διών που εξα­να­γκά­ζο­νται να πο­λε­μή­σουν».

Στην Ινδία «ολό­κλη­ρες κοι­νό­τη­τες στα βό­ρεια χωριά υπο­δου­λώ­θη­καν και ανα­γκά­ζο­νται να δου­λεύ­ουν για την κα­τα­σκευή τού­βλων ή να ερ­γά­ζο­νται στα λα­το­μεία.
 Τα παι­διά ανα­γκά­ζο­νται να δου­λεύ­ουν σε αρ­γα­λειούς για να φτιά­χνουν τις κου­βέρ­τες που πω­λού­νται στα κα­τα­στή­μα­τά μας», δή­λω­σε στο Γαλ­λι­κό Πρα­κτο­ρείο ο Νικ Γκρό­νο, επι­κε­φα­λής της WalkFree.
 Ωστό­σο, αν λάβει κα­νείς υπό­ψιν το πο­σο­στό του πλη­θυ­σμού μιας χώρας που είναι υπό κα­θε­στώς σκλα­βιάς τότε την πρώτη θέση έχει η Μαυ­ρι­τα­νία, καθώς το 4% των αν­θρώ­πων σε αυτή τη χώρα είναι υπό­δου­λοι.
 «Εξα­κο­λου­θούν να υπάρ­χουν κλη­ρο­νο­μι­κοί σκλά­βοι στη Μαυ­ρι­τα­νία, τα παι­διά γεν­νιού­νται σκλά­βοι και ανα­γκά­ζο­νται να εκτε­λούν οι­κια­κές ερ­γα­σί­ες ή να ερ­γά­ζο­νται στα χω­ρά­φια», λέει ο Νικ Γκρό­νο.
Ο ορι­σμός της σύγ­χρο­νης δου­λεί­ας είναι κάπως δια­φο­ρε­τι­κός από εκεί­νον που επι­κρα­τού­σε στον δέ­κα­το όγδοο αιώνα, την εποχή του δου­λε­μπο­ρί­ου.
 «Η σύγ­χρο­νη δου­λεία είναι μια κα­τά­στα­ση όπου οι άν­θρω­ποι είναι στο έλεος της βίας. Ανα­γκά­ζο­νται να δε­χτούν ερ­γα­σί­ες ή κα­τα­στά­σεις όπου γί­νο­νται αντι­κεί­με­να οι­κο­νο­μι­κής εκ­με­τάλ­λευ­σης. Δεν αμεί­βο­νται, αλλά απλώς λαμ­βά­νουν το ελά­χι­στο για να επι­βιώ­σουν και δεν είναι ελεύ­θε­ροι να φύ­γουν», σύμ­φω­να με τον Γκρό­νο.

Δε­κα­τέσ­σε­ρις χώρες της Αφρι­κής (όπως Μαυ­ρι­τα­νία, Μπε­νίν, Ακτή Ελε­φα­ντο­στού, Γκά­μπια, Γκα­μπόν και Σε­νε­γά­λη) είναι με­τα­ξύ των 20 χωρών που κα­τα­τάσ­σο­νται σε υψηλό ση­μείο αν λά­βου­με υπό­ψιν το πο­σο­στό του πλη­θυ­σμού υπό κα­θε­στώς σκλα­βιάς.
 Στο κάτω μέρος της κα­τά­τα­ξης, οι πιο «ενά­ρε­τες» χώρες όπως η Ισλαν­δία, η Ιρ­λαν­δία και το Ηνω­μέ­νο Βα­σί­λειο, όπου ο αριθ­μός των δού­λων είναι γύρω στους 4.400.

TOP READ