Η εργατική Πρωτομαγιά μετά την πρώτη, τη δεύτερη, και τώρα την
εκλογικής φοράς αριστερά, μοιάζει με φιέστα χρεοκοπημένου αριστερού
πρακτορείου δεξιών ταξιδιών….
Πρωτομαγιά στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ θέλει το άγαλμα του Τρούμαν πιο
τσιμεντωμένο κι απ’ το δόγμα του, καλά φυλαγμένο από αστυνομικούς, σε
σύμπραξη ανοχής με τη μαύρη κουκούλα του χρήσιμου ακροδεξιού
παρακράτους.
Η συριζανέλικη Πρωτομαγιά θέλει ν’ ανθίζουνε κι οι βάσεις του θανάτου
της ευρωαντλαντικής ολοκλήρωσης και της στρατηγικής συνεργασίας. Και να
γεμίζει ο ελληνικός μπαξές, και να ευωδιάζει πετρέλαιο, σάπιο χρήμα,
ιμπεριαλιστική ξετσιπωσιά απ’ τη Σούδα και τη Λάρισα ως τον Άραξο, την
Αλεξανδρούπολη και τη Σύρο. Θέλει ν’ αντιμετωπίζεται με ευγένεια
γαλατική η ναζιστική εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής, καθώς
επιδίδεται σε πατριδοκάπηλα οργώματα για μια σοδειά πενιχρής εξουσίας,
σαν κι αυτή που αποκτούν οι νοικάρηδες σε υποθηκευμένη για 100 χρόνια
γη.
Τα συριζανέλικα πρωτομαγιάτικα στεφάνια είναι πλεγμένα από τα
γαϊδουράγκαθα των αριστεροδέξιων μνημονίων, περασμένα με παραπλανητικό
σπρέι και χρώματα της εκμετάλλευσης και της επίθεσης στα δικαιώματα των
εργαζομένων.
Ειδικά η φετινή Πρωτομαγιά, που η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα τη θέλει
και πανηγυρική εξόδιο των μνημονίων ακολουθία, μοιάζει με αποξηραμένη
ανθοδέσμη σε σεντούκι φανταχτερό, στολισμένο με τα χιλιάδες στρας της
αυταπάτης, καλά φυλαγμένο απ’ τα μάτια της εργατικής τάξης που δεν
αγοράζει πια παραμύθια διαπραγματεύσεων με τη βαρβαρότητα, που γίνονται
για το καλό της.
Κι είναι πικρό για όσους έφαγαν το τυρί της αριστερής φάκας, αλλά και
δεν μπέρδεψαν την αργία με την απεργία, το Ρουβίκωνα με τον Αστερίξ και
τη Μυτιλήνη με τη Λέσβο, μήτε την εθνική συγκόλληση των καπιταλιστικών
κερδών με τις λαϊκές ανάγκες, να μένουν τώρα και νηστικοί και
αναγκαστικοί θεατές κατασχέσεων, πλειστηριασμών, εξοντωτικής
φορολόγησης, απειλής για εμπλοκή σε πόλεμο με λάφυρο ένα πλεόνασμα που
δεν τους αφορά.
Η εργατική Πρωτομαγιά μετά την πρώτη, τη δεύτερη, και τώρα την
εκλογικής φοράς αριστερά, μοιάζει με φιέστα χρεοκοπημένου αριστερού
πρακτορείου δεξιών ταξιδιών…. Σημείωση: Το κείμενο της Λιάνας Κανέλλη αναδημοσιεύεται από το ειδικό ένθετο “Ο Μάης στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ”, της έντυπης έκδοσης της εφημερίδας Τα Νέα (5-6 Μάη 2018)
Έχουν μεταξύ τους διαφορά δύο χρόνων και μιας μέρας, αλλά κατά μία
έννοια ορίζουν μια περίοδο, για αυτό μπορούν να ιδωθούν μαζί, και αυτό
είναι το σκεπτικό που μπαίνουν μαζί, σε μια ανάρτηση με δύο μέρη που
δημοσιεύτηκαν στην Κατιούσα.
Τυπικά, η αρχή ήταν στις 23 Απρίλη, με το ΓΑΠ να ανακοινώνει απο το
Καστελόριζο, με μια πένθιμη γραβάτα, για τη σημειολογία του πράγματος,
πως σκοπεύει να προσφύγει στο ΔΝΤ για οικονομική βοήθεια. Δεν ήταν αυτό
ακριβώς που θα περίμενε κανείς από μια… κυβέρνηση αντιεξουσιαστών, όπως
διαφημίστηκε αρχικά. Ελάχιστοι όμως είχαν πάρει στα σοβαρά αυτές τις
γραφικότητες, και οι πρώτες αντιδράσεις είχαν ξεκινήσει ήδη από το
Δεκέμβρη του 09′, δύο μήνες μετά από τις εκλογές, με την πρώτη απεργία
που προκηρύχθηκε από τις ταξικές δυνάμεις, παρακάμπτοντας το
γραφειοκρατικό μηχανισμό της ΓΣΕΕ, που δεν πήρε σχετική απόφαση, σε
τριτοβάθμιο επίπεδο.
Την άνοιξη του 10′ που ακολούθησε, είχαμε διψήφιο αριθμό απεργιακών
κινητοποιήσεων στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα -οι μισές σχεδόν εξ
αυτών χωρίς ανώτερη κάλυψη- οι οποίες έδειξαν τον κοινωνικό αναβρασμό
και τις αγωνιστικές διαθέσεις ενός κόσμου, που δε θα κατάπινε αμάσητα το
μνημόνιο, είχαν όμως ως συνέπεια πολλές απολύσεις πρωτοπόρων στελεχών
από το χώρο τους, που αποδεκάτισαν το ταξικό κίνημα σε νευραλγικές
θέσεις.
Στις 5 Μάρτη, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έφερε την πρώτη δέσμη μέτρων, που
θεωρητικά θα απέτρεπε τα χειρότερα, αλλά στην πράξη λειτούργησε ως
κομμάτι της σκηνοθεσίας και του εκβιαστικού κλίματος. Έκοτε, ο όγκος των
διαδηλωτών αυξανόταν σταθερά από κινητοποίηση σε κινητοποίηση,
παράλληλα με τον ενθουσιασμό και την αγωνιστική αισιοδοξία, η οποία
επέστρεψε μετά από πολλά χρόνια. Τα περισσότερα ρεπορτάζ έκαναν λόγο για
τις μεγαλύτερες πορείες των τελευταίων πολλών χρόνων και τις πιο
μαζικές απεργίες μετά τη δεκαετία του 90′.
Το αποκορύφωμα ήρθε στις 5 Μάη, την πρώτη μέρα συζήτησης και ψήφισης
του Μνημονίου στη Βουλή, με μια ογκώδη διαδήλωση, χωρίς πρόσφατο
προηγούμενο. Ουσιαστικά, οι τρεις απεργιακές συγκεντρώσεις εκείνη τη
μέρα ενώθηαν, σχηματίζοντας ένα μεγάλο ποτάμι (φουσκωμένο η οργή του
λαού) και μια σχετικά ενιαία και αρκετά πυκνή γραμμή που έφτανε από τις
Στήλες του Ολυμπίου Διός ως το Πεδίο του Άρεως, σύμφωνα με κάποιες
χαρτογραφήσεις -που δεν πρέπει να απείχαν πολύ από την πραγματικότητα.
Ακόμα κι αν κάποιες εκτιμήσεις είχαν το στοιχείο μιας αισιόδοξης
υπερβολής, δεν έπαυαν να είναι ενδεικτικές τόσο της μαζικότητας, όσο και
του μαζικού ενθουσιασμού και της αποφασιστικότητας που φαινόταν να
επικρατεί στους διαδηλωτές. Όχι μόνο στους ψημένους συνήθεις υπόπτους,
που είχαν σταθερή παρουσία στο κίνημα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και σε
πολλούς που ήταν σα να ξυπνάν ξαφνικά από ένα μακρύ λήθαργο και έκαναν
το βήμα να κατέβουν για πρώτη φορά σε μια διαδήλωση.
Αυτό το κλίμα, αυτή η αποφασιστικότητα ήταν που καλούνταν να σπάσει,
πάση θυσία, η κυβέρνηση και το σύστημα που υπηρετούσε. Μπορεί να μην
έτριζε η καρέκλα του ΓΑΠ, που είχε σχετικά νωπή λαϊκή εντολή, αλλά το
επόμενο χρονικό διάστημα, η φθορά του ΠΑΣΟΚ ήταν ραγδαία, οδηγώντας σε
μια απρόβλεπτη -για τους περισσότερους- εκλογική συρρίκνωση του
“Κινήματος” που συνέδεσε την πορεία του με τον κύκλο της Μεταπολίτευσης.
Αλλά το πιο βασικό ήταν να μην αμφισβητηθεί το Μνημόνιο ως στρατηγική
επιλογή, για τη σημαντική μείωση των μισθών, που θα έφερνε πολλά κέρδη
για την αστική τάξη.
Το κατάλληλο εργαλείο για όλα αυτά ήταν η δοκιμασμένη συνταγή ενός
δολοφονικού, προβοκατόρικου χτυπήματος στο κατάστημα της ΜΑΡΦΙΝ στη
Σταδίου, που προκάλεσε το θάνατο τριών υπαλλήλων -εκ των οποίων η μία
ήταν εγκυμονούσα γυναίκα- και η κατάλληλη αξιοποίησή του από τα -σαν
έτοιμα από καιρό- κυρίαρχα ΜΜΕ.
Μικρή σημασία έχει αν οι δράστες ήταν συνειδητοί προβοκάτορες ή
λειτούργησαν αντικειμενικά ως τέτοιοι, ανεξάρτητα από τις προθέσεις
τους. Την επόμενη μέρα, τα κανάλια αφιέρωσαν χρόνο, για να προβάλουν μια
σχεδόν κωμική -αν δεν ήταν τόσο τραγική η περίσταση- συγκέντρωση
πενθούντων φιλελέδων με κεράκια, μπροστά από το σημείο όπου βρισκόταν το
κατάστημα, που περίμεναν αμήχανοι να τους δείξουν οι κάμερες, για να
αποκτήσει νόημα η σύναξή τους. Αυτή η θλιβερή -κατά βάθος, παρά την
κωμικότητά της- άμαζη μάζωξη κέρδισε περισσότερο χρόνο δημοσιότητας από
τις εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που είχαν κατέβει μαζικά στο δρόμο, την
προηγούμενη ημέρα.
Παρά τη σχετική τους αποτυχία -ως προς την προβολή της συγκεκριμένης
πρωτοβουλίας- ο αντικειμενικός τους στόχος εν μέρει επιτεύχθηκε. Το
χτύπημα και τα τρία θύματα προκάλεσαν ένα μούδιασμα σε πολύ κόσμο, σε
συνδυασμό και με την ψήφιση τελικά του μνημονίου, χωρίς σημαντικές
απώλειες για την κυβέρνηση -πλην της Σακοράφα- χάρη και στο ακροδεξιό
δεκανίκι του ΛΑΟΣ, που προαλειφόταν για κυβερνητικός εταίρος, αλλά και
για το πολιτικό του τέλος. Οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν τους επόμενους
μήνες, χωρίς όμως τον αρχικό ενθουσιασμό και τη μαζικότητα του
προηγούμενου διαστήματος.
Παρεμπιπτόντως, ήταν αξιοσημείωτη η ταχύτητα με την οποία τα κανάλια
έσπευσαν να σπάσουν την απεργία εκείνης της ημέρας -που αφορούσε ασφαλώς
και τα ειδησεογραφικά δελτία- για να πουλήσουν αίμα και τρόμο, και να
σκεπάσουν τις μαζικότατες κινητοποιήσεις και τη λαϊκή οργή που
ξεχείλιζε. Από τότε, οι 24ωρες απεργίες της ΓΣΕΕ ορίζονται σε
διαφορετική μέρα για τα ΜΜΕ, υποτίθεται για να μπορούν να καλύπτουν
δημοσιογραφικά τις απεργιακές κινητοποιήσεις -κάτι που δε συμβαίνει
ποτέ.
Κάποιες αναλύσεις στέκονται στις εγκληματικές ευθύνες του Ανδρέα
Βγενόπουλου, που έδωσε εντολή να παραμείνουν οι υπάλληλοί του στο
κατάστημα και τους άφησε να πεθάνουν από ασφυξία, σαν τα ποντίκια, σε
ένα κτίριο με ελλιπή μέτρα ασφαλείας, για να μη χάσει και το παραμικρό
κέρδος. Στον αντίποδα, υπάρχει και η εκδοχή πως πίσω από το ύποπτο,
τυφλό χτύπημα βρισκόταν το μακρύ χέρι των ανταγωνιστών του Mr MARFIN,
που ήθελαν -και όντως κατάφεραν- να του κόψουν τη φόρα και τα φτερά,
καθώς προχωρούσε σε σειρά επιθετικών επιχειρηματικών κινήσεων, βάζοντας
στο μάτι και τον -υπό ιδιωτικοποίηση- ΟΤΕ.
Αυτά όμως είναι δύσκολο να αποδειχτούν, ακόμα και αν δεν πρόκειται
για τραβηγμένες θεωρίες συνωμοσίας. Δεν είναι τυχαίο πάντως πως η
επίθεση καταγγέλθηκε ακόμα και από οργανώσεις του αναρχικού,
αντιεξουσιαστικού χώρου, που σε άλλες περιπτώσεις επιδοκιμάζουν -και
βασικά συμμετέχουν σε- αντίστοιχα επεισόδια -τα λεγόμενα “μπάχαλα”, όπως
επικράτησε να λέγονται. Αυτό που είναι αντικειμενικό και πέραν κάθε
αμφισβήτησης, είναι πως κανένα κομμάτι του κινήματος και του αγώνα, δε
θα είχε τόσο ελεεινή συμπεριφορά, για να επιχαίρει με αυτούς που είχαν
εγκλωβιστεί στο κτίριο και κινδύνευε η ζωή τους, όπως έκαναν οι
προκλητικοί υπάνθρωποι που φώναζαν και αλάλαζαν κάτω από το φλεγόμενο
κτίριο εκείνη τη μέρα. Εξίσου αδιαμφισβήτητη είναι η αριστοτεχνική
αξιοποίηση του χτυπήματος από το σύστημα, που δε διστάζει να
χρησιμοποιεί κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, για να πετύχει τους στόχους του
και να στερεώσει την κυριαρχία του.
Οκτώ χρόνια μετά από εκείνα τα γεγονότα, φαίνεται να υπάρχει
επιστροφή στην αστική “κανονικότητα”, την πλήρη ακινησία και την αγκαλιά
του σύγχρονου ΠΑΣΟΚ -που αναδείχτηκε ως εναλλακτική εφεδρεία για το
σύστημα μέσα από τις κινητοποιήσεις εκείνου του διαστήματος. Αυτό που
άλλαξε όμως είναι πως υπάρχει ένα πιο υποψιασμένο και θωρακισμένο κίνημα
-μια μερίδα του τουλάχιστον, που δεν έτρεφε ποτέ αυταπάτες- για να
αξιοποιήσει το επόμενο αντίστοιχο ξεπέταγμα και την αφύπνιση των
-απογοητευμένων σήμερα- λαϊκών μαζών.
Οι εκλογές της 6ης Μάη του 12′ ήταν η κάλπη με το πιο ρευστό σκηνικό στα
μεταπολιτευτικά -και όχι μόνο- χρονικά, με τις περισσότερες ανατροπές
συγκριτικά με τις προηγούμενες εκλογές του 09′, καθώς και αυτή με τη
μεγαλύτερη διασπορά ψήφων και ποσοστών, θυμίζοντας έντονα τις εκλογές
του 1950, την πρώτη αναμέτρηση δηλαδή μετά από το τέλος του εμφυλίου.
Είναι χαρακτηριστικό πως κανένα κόμμα δεν υπερέβη το 20%, ενώ πρώτη
δύναμη -πάνω απ’ τη ΝΔ που είχε το μεγαλύτερο ποσοστό- ήταν αθροιστικά
τα κόμματα που έμεναν εκτός Βουλής, χωρίς να πιάσουν το όριο του 3%
-δείγμα κι αυτό του ρευστού κλίματος και της διασποράς που σημειώσαμε
παραπάνω.
Ενάμιση μήνα μετά, η βεντάλια θα έκλεινε ξανά και θα επιστρέφαμε σε
μια νέα μορφή δικομματισμού-διπολισμού κι “αστικής κανονικότητας”, με
αλλαγή φρουράς στο σοσιαλδημοκρατικό πόλο, και τον ΣΥΡΙΖΑ να παίρνει τη
θέση του καταρρέοντος ΠΑΣΟΚ. Παραλίγο να γίνει μάλιστα κάτι παρόμοιο και
στον άλλο πόλο, με τους ΑΝΕΛ στη θέση της ΝΔ, που επίσης συρρικνώθηκε
εκλογικά. Τελικά το κόμμα του Καμμένου περιορίστηκε στον πιο ταπεινό
ρόλο του μετέπειτα κυβερνητικού συν-εταίρου του ΣΥΡΙΖΑ.
Παράλληλα είχαμε την ανάδειξη μιας άλλης κυβερνητικής τσόντας, χωρίς
αντιμνημονιακά ταμπού, όπως η ΔΗΜΑΡ -στη θέση του ακροδεξιού ΛΑΟΣ που
έμεινε εκτός Βουλής- αλλά και την τρομακτική -όχι τόσο/μόνο ποσοτικά,
αλλά ως προς το ποιοτικό της μέγεθος- άνοδο του νεοναζιστικού μορφώματος
της χρυσής αυγής. Κάτι που επιβεβαίωνε πως ουσιαστικά βγήκαν ενισχυμένα
τα κόμματα που αξιοποίησαν το κίνημα των Αγανακτισμένων κι αναδείχτηκαν
στην πάνω και κάτω Πλατεία του Συντάγματος.
Πιο συγκεκριμένα, το ΠΑΣΟΚ υπέστη εκλογική συντριβή, χάνοντας σχεδόν
τα 3/4 της δύναμής του συγκριτικά με το 09′. Μια καθίζηση μάλλον
απρόβλεπτη ως προς τις διαστάσεις της, δεδομένου ότι ήταν συχνό κι
επαναλαμβανόμενο το φαινόμενο των πράσινων “κοψοχέρηδων” που μετανοούσαν
την τελευταία στιγμή, παρά τα όσα υπόσχονταν στον εαυτό τους, για να
κοροϊδέψουν τους γύρω τους.
Αυτή τη φορά, όμως, είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Όχι μόνο
εξαιτίας της συσσωρευμένης λαϊκής οργής κατά των κομμάτων του μνημονίου,
αλλά και λόγω των οργανωμένων μετακινήσεων μαζικών στελεχών που
διαμόρφωναν την κοινή γνώμη και -εν μέρει- το αποτέλεσμα.
Είναι ζήτημα αν τελικά η κακήν-κακώς απομάκρυνση του ΓΑΠ, μετά τους
χειρισμούς του τελευταίου και τις παλινωδίες στο ζήτημα του
δημοψηφίσματος για το ευρώ, έπαιξε κάποιο ρόλο στο ποσοστό του ΠΑΣΟΚ,
και αν ο αντικαταστάτης του Β. Βενιζέλος ήρθε πολύ αργά για να
αντιστρέψει το κλίμα ή το έκανε ακόμα χειρότερο, καθώς ενσάρκωνε
απολύτως την αλαζονεία της εξουσίας και το πλέον αντιπαθητικό της
πρόσωπο.
Η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά απείχε σοφά μεν, τακτικά μιλώντας, από
την υπερψήφιση του πρώτου μνημονίου, αναγκάστηκε όμως να δώσει χείρα
βοηθείας στο ΠΑΣΟΚ για το μακροπρόθεσμο και να μπει στο κυβερνητικό
σχήμα το 11′, σε ένα “Μεγάλο Συνασπισμό” από τα πάνω -που σύντομα θα
έπαυε να είναι “μεγάλος”. Εισέπραξε έτσι ένα μεγάλο μέρος της
γενικευμένης οργής -αντί για τα πολιτικά της οφέλη- και έπεσε κάτω από
το 20%, σε συνδυασμό με τις διαρροές από τις διασπάσεις της. Ανάμεσά
τους και η ΔΗΣΥ της Ντόρας Μπακογιάννη, που έμεινε οριακά εκτός βουλής,
την ίδια μέρα που απεβίωνε η Μαρίκα Μητσοτάκη.
Ο άλλος ένοικος της δεξιάς πολυκατοικίας, το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη,
έμεινε επίσης εκτός βουλής, και μπήκε στο περιθώριο της κεντρικής
πολιτικής σκηνής, έχοντας προλάβει στο ενδιάμεσο να αναδείξει πολλά
ακροδεξιά στελέχη που θα έβρισκαν στέγη στη ΝΔ (Άδωνις, Βορίδης,
Πλεύρης) και να παραδώσει την ακροδεξιά σκυτάλη στη χρυσή αυγή -που είχε
ρίξει την πρώτη προειδοποιητική βολή για την άνοδό της, με την έδρα που
έβγαλε ο Μιχαλολιάκος στο Δήμο Αθηναίων. Το ΛΑΟΣ εισέπραξε κι αυτό την
οργή για τη συμμετοχή του στο ενιαίο κυβερνητικό σχήμα και επιχείρησε
ανεπιτυχώς έναν ελιγμό με την καταψήφιση του μεσοπρόθεσμου, που έδωσε
απλώς το πάτημα στα -σαν έτοιμα από καιρό- στελέχη του, για να
μεταπηδήσουν στο μεγάλο μαγαζί της Νέας Δημοκρατίας.
Σε αυτές τις εκλογές, έκανε την εμφάνισή της και η “Δημιουργία Ξανά”
του Τζήμερου, χωρίς να μπορέσει ποτέ να περάσει το φράγμα που χωρίζει τα
social media από την πραγματική ζωή.
Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κόμμα-υποδοχέας για τους απογοητευμένους
ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, καταφέρνοντας να τετραπλασιάσει σχεδόν σε πρώτη
φάση τα ποσοστά του, και να γίνει μες σε ένα μήνα κόμμα εξουσίας, ενώ
μέχρι πρότινος πάλευε για την κοινοβολευτική του επιβίωση. Το φθινόπωρο
του 10′, μεσούσης της κρίσης και των μαζικών κινητοποιήσεων, είχε μέτρια
αποτελέσματα στις αυτοδιοικητικές εκλογές και τίποτα δεν προμήνυε πως
μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο. Αυτό που μεσολάβησε ήταν οι πλατείες των
αγανακτισμένων, ενώ πολλοί αστέρες τους βρέθηκαν αργότερα στα ψηφοδέλτια
του ΣΥΡΙΖΑ (Τσακαλώτος, Βαρουφάκης, Κατρούγκαλος, Λαπαβίτσας).
Μετά τη 12η Φλεβάρη, και για τρεις σχεδόν μήνες ως τις εκλογές,
κινηματικά δεν κουνήθηκε φύλλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ έριξε όλο το επικοινωνιακό του
βάρος στις εκλογές, προβάλλοντας ως σύνθημα την “κυβέρνηση της
Αριστεράς” -πιθανόν με την ιδεολογική σφραγίδα του Κοτζιά, που είχε
κάνει αντίστοιχες επεξεργασίες στη δεκαετία του 80′ και τα χρόνια του
ενιαίου Συνασπισμού. Σε μια συνέντευξη Τύπου με το Λαφαζάνη, δε δίστασαν
να χρησιμοποιήσουν ακόμα κι ένα απόσπασμα από το τότε ισχύον Πρόγραμμα
του ΚΚΕ -κόβοντας και ράβοντάς το στα μέτρα τους- για να αναδείξουν το
στόχο που σκέπαζε τα πάντα: την κυβέρνηση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να βγει δεύτερος, περίπου τρεις μονάδες μπροστά από
το ΠΑΣΟΚ. Η διαφορά δεν ήταν μεγάλη αλλά έκανε σαφές ότι υπήρχε διάδοχη
κατάσταση κι η εναλλαγή επισπεύσθηκε, με τη δεύτερη κάλπη του Ιουνίου.
Στο μεσοδιάστημα, η ενωτική πίεση” αυξήθηκε σε βαθμό ασφυξίας,
επιχειρώντας να αλώσει οτιδήποτε υπήρχε στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ -και δεν
είχε λιγοστά αποτελέσματα.
Το ΚΚΕ πέτυχε ένα αποτέλεσμα που ξεπερνούσε μεν κάθε άλλη πρόσφατη
επίδοσή του στις εθνικές εκλογές, αλλά ήταν σαφώς κατώτερο των
προσδοκιών που κυμαίνονταν συνήθως πάνω από το φράγμα του διψήφιου
ποσοστού. Ενώ στις περισσότερες εκλογικές περιφέρειες της επαρχίας
σημειώθηκε διακριτή άνοδος, καταγράφηκε η αντίθετη τάση στα μεγάλα
αστικά κέντρα, που έδιναν παραδοσιακά μεγάλη δύναμη στο κόμμα. Παρά το
ανοιχτό μέτωπο με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού, τα αντανακλαστικά
απέναντι στις διεργασίες και τις οργανωμένες μετακινήσεις που
παρατηρήθηκαν στην κάλπη, δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων.
Μετεκλογικά, η τότε ΓΓ κάλεσε τους ψηφοφόρους να διορθώσουν την ψήφο
τους, ιδίως ως προς την ενίσχυση των νεοναζί της χρυσής αυγής, αλλά τα
λόγια της ερμηνεύτηκαν σκοπίμως ως αφ υψηλού κήρυγμα στους ψηφοφόρους κι
είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό του εκρηκτικού κλίματος
και μιας καλλιεργούμενης κακοπιστίας ήταν και μια τηλεοπτική παρουσία
των πολιτικών αρχηγών της “Αριστεράς”, όπου το κοινό ξεσπούσε οργισμένο
με όσα έλεγε η Αλέκα, για να το καταπραΰνει αργότερα ο Α. Τσίπρας και να
το αποκοιμίσει ο μειλίχιος Κουβέλης στο τέλος.
Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, με το μετωπικό σχηματισμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ,
πέτυχε ένα ιστορικό υψηλό με το 1,2% το οποίο όμως κυμάνθηκε πολύ μακριά
από τις κοινοβουλευτικές προσδοκίες που καλλιεργούσαν κάποιοι -και τους
γύρισαν μπούμερανγκ στη συνέχεια. Η αποτυχία εισόδου στη Βουλή δεν
εμπόδισε ωστόσο τα στελέχη της να συναντηθούν στο πλαίσιο των
διερευνητικών εντολών (!) με τον Τσίπρα, σε μια ιστορική συνάντηση που
έμεινε να μαρτυρά το στίγμα των διαθέσεών της απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι
το καλοκαίρι του 15′.
Τα παραπάνω ήταν απλώς κάτι σαν το πρώτο ημίχρονο, που δεν μπορεί να
ιδωθεί αυτοτελώς, χωρίς τη συνέχεια των εκλογών του Ιουνίου του 12′.
Αλλά για το δεύτερο ημίχρονο, θα περιμένουμε λίγες μέρες την αντίστοιχη
επέτειο.
Για να κατανοηθεί καλύτερα η στάση των αναρχικών το 1917, απαιτείται
μια σύντομη ιστορική επισκόπηση της πορείας του πολιτικού ρεύματος του
αναρχισμού ως τα τέλη του 19ου αιώνα.
Οι απαρχές του αναρχισμού,
ως ρεύματος που γεννιέται κάτω από την επίδραση οικονομικών-κοινωνικών
όρων που διαμορφώνει ο καπιταλισμός, εμφανίζονται με την ανάπτυξη της
μεγάλης βιομηχανικής καπιταλιστικής παραγωγής στα τέλη του 18ου - αρχές
του 19ου αιώνα.
Η κοινωνική και οικονομική του βάση
είναι η καταστροφή των μικρών ιδιοκτητών από τη μεγάλη βιομηχανία και η
επιθυμία διατήρησης της μικρής ιδιοκτησίας και της κοινωνικής θέσης που
προκύπτει από αυτήν.
Αντανακλά
ουσιαστικά τη μικροαστική αντίδραση και διαμαρτυρία στη μεγάλη,
καπιταλιστικά οργανωμένη βιομηχανική παραγωγή, όπως βέβαια και στο
κράτος που αντιστοιχεί σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής.
Εκφράζει
την επιθυμία των μικρών παραγωγών να διατηρήσουν εκείνες τις κοινωνικές
συνθήκες που τους επέτρεπαν να δουλεύουν ανεξάρτητοι μέσα στην
παραγωγική διαδικασία και να διασφαλίζουν την αντίστοιχη κοινωνική
θέση.13
Αυτό
εξηγεί και το ότι στις περισσότερες εκδοχές, το οικονομικό-κοινωνικό
ιδανικό του αναρχικού ρεύματος είναι μια μικρή, αυτονομημένη ή χαλαρά
συνδεδεμένη παραγωγή, (ένα μίγμα ουτοπικών, μικροαστικών,
εξιδανικευμένων προκαπιταλιστικών στοιχείων).
Αυτή
είναι η αιτία που ο αναρχισμός αντικειμενικά δεν μπορεί να προβάλλει
ένα θετικό-προωθητικό πρόταγμα για τη νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης,
γιατί κοιτάζει προς το παρελθόν και όχι προς το μέλλον.
Ο αναρχισμός του 19ου αιώνα γεννιέται κι εκφράζεται μέσα από δύο βασικές γενικές τάσεις, οι οποίες αποτελούν και τα σημεία αναφοράς για όλα τα μετέπειτα και σύγχρονα ρεύματα.
Η πρώτη είναι
μια «κοινοτιστική», «κομμουνιστική», «κολεκτιβιστική» τάση, με αναφορά
κυρίως στο Ρώσο Μιχαήλ Μπακούνιν, που έχει ως πηγή έμπνευσης τη ρωσική
αγροτική κοινότητα.
Η δεύτερη είναι
μια «ατομικιστική», με αναφορά κυρίως στο Γερμανό νεαρό εγελιανό Μαξ
Στίρνερ, η οποία αναπτύσσεται με άξονα την αντίληψη για την ανεξαρτησία
του ατόμου από την κοινωνία και την ελεύθερη ανάπτυξή του
(«αναρχοατομισμός»).
Η «κοινοτιστική» εκδοχή
του αναρχισμού είναι και αυτή που είχε πραγματική επιρροή, και μάλιστα
την εποχή που συντελούνταν η μεταμόρφωση των παλιών εξαρτημένων αγροτών
σε ατομικούς εμπορευματοπαραγωγούς ή σε μισθωτούς εργάτες, ενώ δεν είναι
συμπτωματικό ότι απέκτησε μια σχετικά πιο ευρεία επιρροή σε χώρες που
το 19ο αιώνα ακόμη συντελούνταν αυτή η διαδικασία μετάβασης (βλ. Ρωσία,
Ιταλία, Ισπανία, σε μικρότερο βαθμό στην Ελλάδα, π.χ. στη Δυτική
Πελοπόννησο κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, χώρες Λ. Αμερικής).
Μετά
από την ολοκλήρωση αυτού του κοινωνικού μετασχηματισμού περιορίστηκε
και η επιρροή αυτής της τάσης του αναρχισμού σε μαζικό επίπεδο.
Η δεύτερη τάση,
η οποία γεννήθηκε στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, είχε από την αρχή ως
σημείο αναφοράς τους μικρούς εμπορευματοπαραγωγούς της πόλης, τους
μικροαστούς εκείνης της εποχής.
Από
την αρχή της χαρακτηρίζεται από έντονο ατομικισμό και ουσιαστικά ποτέ
δεν μπόρεσε να συγκροτήσει ένα πραγματικά μαζικό κίνημα ή να το
επηρεάσει σημαντικά, ενώ η όποια επίδρασή της αφορούσε κυρίως
μικροαστούς ή μεσοαστούς ριζοσπάστες διανοούμενους.
Στη Ρωσία ο αναρχισμός
γνώρισε μια ορισμένη διάδοση τις δεκαετίες 1870-1880, κυρίως μέσα από
τη διάδοση κι επιρροή των ιδεών του Μπακούνιν στο κίνημα του
ναροντνικισμού (από τη ρωσική λέξη ναρόντ=λαός).
Την
περίοδο 1861-1895 (μετά από την αγροτική μεταρρύθμιση του 1861 που
κατάργησε τη δουλοπαροικία), υπήρξε μια πλειάδα ομάδων και οργανώσεων
των ναρόντνικων. Σε γενικές γραμμές, οι ναρόντνικοι συνδύαζαν ένα
ριζοσπαστικό-αντιφεουδαρχικό πρόγραμμα ενάντια στην τσαρική απολυταρχία
με ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού. Πίστευαν ότι η αγροτιά ήταν η βασική
δύναμη της κοινωνικής αλλαγής και τάσσονταν υπέρ της μικρής αγροτικής
κοινότητας, εκφράζοντας ουσιαστικά αντίθεση στην αστική ανάπτυξη της
Ρωσίας. Οι οργανώσεις τους, με πιο γνωστές τη «Ζεμλιά ι Βόλια» («Γη κι
Ελευθερία»), τη «Ναρόντναγια Βόλια» («Λαϊκή Βούληση»), την «Τσιόρνι
Περεντέλ» («Μαύρος Αναδασμός») κ.ά.,
ανέπτυξαν
πληθώρα μορφών δράσης ενάντια στην καταπίεση της τσαρικής απολυταρχίας,
προέβησαν σε σειρά ηρωικών πράξεων ατομικής τρομοκρατίας (δολοφονίες
κλπ.) που τους καθιέρωσαν στη λαϊκή συνείδηση ως μάρτυρες της πάλης,
αποκτώντας πλατιά απήχηση στις λαϊκές μάζες.
Στα 1870-1880 οι ιδέες του Μπακούνιν βρήκαν μια ορισμένη απήχηση σε ομάδες ναρόντνικων επαναστατών, καθώς ο Μπακούνιν επίσης θεωρούσε τη ρωσική αγροτική κοινότητα ως βάση της μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Η
απόρριψη του κράτους από τον Μπακούνιν «φωτιζόταν» από την εχθρότητα
της παλιάς αγροτικής τοπικής αυτονομίας απέναντι στο συγκεντρωτικό
αστικό κράτος, όχι επομένως από τη σκοπιά του μέλλοντος.
Γι’
αυτό και έβλεπε το κράτος ως πηγή όλων των δεινών, ως αιτία της ταξικής
διαίρεσης της κοινωνίας και της εκμετάλλευσης, και όχι ως αποτέλεσμά
της. Δεν έβλεπε την οικονομική βάση της ταξικής εκμετάλλευσης.
Την περίοδο 1880-1890 αναπτύσσεται το εργατικό κίνημα, διαδίδεται πλατύτερα ο μαρξισμός.
Ο
επαναστατικός μαρξισμός από τα πρώτα του βήματα υποχρεώθηκε να κάνει
ριζοσπαστική κριτική στη θεωρία και δράση των ναρόντνικων.
Απέδειξε τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης και την ανάγκη συγκρότησης επαναστατικού κόμματος του ρωσικού προλεταριάτου.
Ο Λένιν, με τα έργα του «Ποιοι
είναι οι “φίλοι του λαού” και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες»
(1894), «Το οικονομικό περιεχόμενο του ναροντνικισμού» (1894-1895), «Η
ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» (1896-1899),
έκανε
βαθιά ανάλυση των οικονομικών και ταξικών σχέσεων στη Ρωσία κι
επισφράγισε την ιδεολογική-πολιτική επικράτηση του μαρξισμού ενάντια
στις θεωρίες των ναρόντνικων. Η αδιάλλακτη, σταθερή πάλη των μπολσεβίκων ενάντια σε κάθε μορφή μικροαστικής επαναστατικότητας –όπως εξηγεί ο Λένιν– ήταν ο βασικός παράγοντας που καθήλωσε το ρωσικό αναρχισμό σε μικρή επιρροή:
«Στο
εξωτερικό δεν ξέρουν ακόμη καλά ότι ο μπολσεβικισμός μεγάλωσε,
διαμορφώθηκε και ατσαλώθηκε μέσα σ’ ένα μακρόχρονο αγώνα ενάντια στη
μικροαστική επαναστατικότητα, που μοιάζει με τον αναρχισμό ή κάτι
δανείστηκε απ’ αυτόν […] .
Ο
“μανιασμένος’’ από τις φρικωδίες του καπιταλισμού μικροαστός είναι ένα
κοινωνικό φαινόμενο που, όπως και ο αναρχισμός, χαρακτηρίζει όλες τις
καπιταλιστικές χώρες. Η αστάθεια μιας τέτοιας επαναστατικότητας, η
στειρότητά της, η ιδιότητά της να μετατρέπεται γρήγορα σε υποταγή, σε
απάθεια, σε φαντασιοπληξία, ακόμη και σε “μανιασμένο’’ ενθουσιασμό για
το ένα ή το άλλο αστικό ρεύμα της “μόδας” –όλα αυτά είναι πασίγνωστα […]
Και αν στη Ρωσία, παρόλη την πιο μικροαστική σύνθεση του πληθυσμού της σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές χώρες, ο
αναρχισμός είχε σχετικά ασήμαντη επιρροή στην περίοδο των δύο
επαναστάσεων (1905 και 1917) και στον καιρό της προετοιμασίας τους, αυτό
πρέπει αναμφισβήτητα να το θεωρήσουμε εν μέρει σαν υπηρεσία του
μπολσεβικισμού, που διεξήγαγε πάντα τον πιο αμείλικτο και αδιάλλακτο
αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό. Λέω
“εν μέρει”, γιατί ακόμη πιο σπουδαίο ρόλο για το αδυνάτισμα του
αναρχισμού στη Ρωσία έπαιξε το γεγονός ότι στο παρελθόν (1870-1880) ο
αναρχισμός είχε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί εξαιρετικά πλούσια και να
φανερώσει οριστικά ότι είναι λαθεμένος και ακατάλληλος σαν καθοδηγητική
θεωρία για την επαναστατική τάξη»14.
Ο ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1905
Την περίοδο πριν την επανάσταση του 1905 υπήρχαν στη Ρωσία ορισμένες
σκόρπιες αναρχικές ομάδες στην Οδησσό, το Εκατερινοσλάβ, το Μπιαλιστόκ
(πόλη της Πολωνίας, τότε μέρος της Ρώσικης Αυτοκρατορίας). Το 1903 είχε
ιδρυθεί στην Ελβετία η ομάδα «Χλέμπ ι Βόλια» («Ψωμί κι Ελευθερία») με τη
συμμετοχή του Κροπότκιν και ακολούθων του, όπως η Μαρία Κορν, ο Β.
Τσερκέσοφ κ.ά.
Στα
επαναστατικά γεγονότα του 1905-1907 σχηματίστηκαν αναρχικές ομάδες και
σε άλλες μεγάλες πόλεις και βιομηχανικά κέντρα της Ρωσίας, η επίδραση
των οποίων ήταν ασήμαντη.
Ο Βολίν αφηγείται ότι την περίοδο του 1905 το αναρχικό κίνημα ήταν
«πολύ
αδύναμο, παντελώς άγνωστο στον πολύ κόσμο […] Υπήρχαν μία ή δύο
αναρχικές ομάδες στην Αγία Πετρούπολη, άλλες τόσες στη Μόσχα (αν και,
τούτες εδώ, ήταν πιο δυνατές και δραστήριες) κι ομάδες σκόρπιες στο Νότο
και σε δυτικές περιοχές. Η δραστηριότητά τους βασικά περιοριζόταν σε
μια αδύναμη προπαγάνδα, πράγμα εξάλλου δύσκολο, και σε δολοφονικές
απόπειρες ενάντια σε πολύ αφοσιωμένους υπηρέτες του καθεστώτος»15.
Ο Πιοτρ Αρσίνοφ16επίσης γράφει:
«Ο
αναρχισμός προωθούνταν από μερικές μικροομάδες, που δεν είχαν καταλάβει
αρκετά καθαρά τα καθήκοντά τους στην επανάσταση. […] Έχοντας μόνο ένα
μικρό αριθμό αγωνιστών και ταυτόχρονα στερούμενος ένα συγκεκριμένο
πρόγραμμα για το άμεσο μέλλον, ο αναρχισμός δεν μπορούσε να διαδοθεί
πλατιά και να ριζώσει μέσα στις μάζες»17.
Ο Π. Άβριτς, αποτιμώντας τη δράση των αναρχικών, συμπεραίνει:
«Αποτυγχάνοντας
να οικοδομήσουν μια συνεκτική οργάνωση ή να διεισδύσουν στο
αναπτυσσόμενο εργατικό κίνημα σε κάποιο σημαντικό βαθμό, παρέμειναν μια
χαλαρή συλλογή θορυβωδών μικρών ομάδων, που οι δραστηριότητές τους είχαν
σχετικά μικρό αντίκτυπο στην εξέλιξη της εξέγερσης»18.
Οι
αναρχικές ομάδες επιδόθηκαν κυρίως σε πράξεις τρομοκρατίας, εκτελέσεις
εκπροσώπων της τσαρικής απολυταρχίας, βομβιστικές ενέργειες.
Οι
δύο βασικές ομάδες αναρχικής τρομοκρατίας ήταν η «Τσέρνογιε Ζνάμια»
(«Μαύρη Σημαία») που είχε αναπτύξει δίκτυο «ομάδων μάχης» στην Οδησσό,
το Εκατερινοσλάβ, τη Σεβαστούπολη και άλλες πόλεις και η «Μπεζνατσάλιε»
(«Χωρίς Αρχή») που δρούσε κυρίως στην Πετρούπολη.
Η «Χλεμπ ι Βόλια»
όπως και ορισμένες μικρότερες αναρχοκομμουνιστικές ομάδες που δρούσαν
στο Κίεβο και τη Μόσχα απέρριπταν την τρομοκρατία κι επικέντρωναν τη
δραστηριότητά τους στη ζύμωση και την προπαγάνδα.
Την άσκοπη τρομοκρατική δράση απέρριπταν επίσης και οι ομάδες των αναρχοσυνδικαλιστών.
Την
περίοδο εκείνη εμφανίστηκαν επίσης ορισμένες αναρχοατομικιστικές ομάδες
στη Μόσχα, την Πετρούπολη και το Κίεβο. Κύριοι εκπρόσωποι του
αναρχοατομισμού ήταν ο Αλεξέι Μποροβόι και ο Λεβ Τσέρνι.19
Ο μπολσεβίκος Ε. Γιαροσλάβσκι,
στο βιβλίο του «Η ιστορία του αναρχισμού στη Ρωσία» που γράφτηκε το
1937, συνοψίζοντας τη δράση των αναρχικών στην επανάσταση του 1905 συμπεραίνει:
«Οι
αναρχικοί στη Ρωσία όχι μόνο δεν έκαναν καμία επαναστατική πράξη
μεγάλης σημασίας, αλλά αναμφισβήτητα προκάλεσαν στο επαναστατικό κίνημα
σημαντική ζημιά με τον αγώνα τους ενάντια στο μαρξισμό και κυρίως με την
υπεράσπιση της ατομικής τρομοκρατίας»20.
Το
ζήτημα της τρομοκρατίας δεν αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης μονάχα μέσα
στους κόλπους των αναρχικών κύκλων, αλλά απασχόλησε συνολικά το
επαναστατικό-δημοκρατικό κίνημα, τα κόμματα και τις ομάδες που πάλευαν
ενάντια στον τσαρισμό.
Εξάλλου,
η βίαιη λαϊκή αντίδραση ενάντια στον τσαρισμό και την κρατική
καταστολή, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων μορφών ατομικής τρομοκρατίας,
προϋπήρχε στην επαναστατική λαϊκή παράδοση του ναροντνικισμού.
Βασικός
κληρονόμος του ναροντνικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν το κόμμα
των «Σοσιαλιστών Επαναστατών», γνωστών ως «εσέρων» (από τα αρχικά των
λέξεων στα ρωσικά).
Οι
εσέροι «κληρονόμησαν» και τις μαχητικές μορφές δράσης των ναρόντνικων
και τον περιορισμένο μικροαστικό, αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα της πάλης
ενάντια στον τσαρισμό.
Από
το 1901 είχαν συγκροτήσει την επονομαζόμενη «Οργάνωση Μάχης» και
προχώρησαν σε πλήθος μαχητικών ενεργειών, όπως η ανατίναξη με βόμβα του
Μεγάλου Δούκα Σεργκέι το Φλεβάρη του 1905, η επίθεση με βόμβα στην
κατοικία του υπουργού Π. Στολίπιν τον Αύγουστο του 1906 κ.ά.
Ο Β. Σερζ21 κάνει
μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για τη σχέση της ατομικής τρομοκρατίας ως
μεθόδου πάλης με το μικροαστικό χαρακτήρα του κόμματος των εσέρων, που
προσφέρει και ορισμένα γενικότερα συμπεράσματα:
«Επαναφέροντας
τις θεωρίες των παλιών ναρόντνικων, οι εσέροι έβλεπαν τις αγροτικές
κοινότητες ως βάση του μελλοντικού ρωσικού σοσιαλισμού […]. Ένα κόμμα
διανοουμένων, που στρέφεται προς τους αγρότες για υποστήριξη, είναι
ανίκανο να χρησιμοποιήσει τη δράση των εργατικών μαζών όπου η απεργία
και η διαδήλωση είναι οι απλούστερες μορφές· δεν έχει εναλλακτική λύση
παρά να προσφύγει σε τρομοκρατικές δράσεις. Στην πραγματικότητα –όπως
έγραψε ο Λένιν πολύ αργότερα και όπως έδειξε η Ιστορία σε άφθονες
περιπτώσεις– οι εσέροι πολύ συχνά δεν ήταν παρά φιλελεύθεροι οπλισμένοι
με βόμβες και περίστροφα. Ακόμη κι έτσι, μέχρι το 1917 το
Σοσιαλεπαναστατικό Κόμμα έδειξε δείγματα εξαιρετικής επαναστατικής
ποιότητας. […] Η πτώση τους μετά από το Μάρτη και τον Οκτώβρη του 1917
είναι γι’ αυτόν το λόγο ακόμη περισσότερο απογοητευτική: Αποκαλύπτει την
ανικανότητα των μεσαίων τάξεων να καθοδηγήσουν οποιαδήποτε επανάσταση
στην εποχή μας»22.
Σε αντίθεση με τους ναρόντνικους και τους εσέρους, οι μπολσεβίκοι
αντιμετώπισαν την ένοπλη πάλη και όλες τις μαχητικές μεθόδους της όχι
με μονομέρεια, αλλά ως μορφή της ταξικής πάλης για το σοσιαλισμό, που
μπορεί και πρέπει να αξιοποιείται με υπολογισμό των συγκεκριμένων κάθε
φορά συνθηκών.
Στο 2ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ (1903), με σχετικό Σχέδιο Απόφασης, η τρομοκρατία απορρίπτεται ως μέθοδος πάλης την παρούσα στιγμή,
«γιατί
αποσπά τις καλύτερες δυνάμεις από την άμεσα κι επιτακτικά αναγκαία
δουλειά οργάνωσης και ζύμωσης» και «σπάει τη σύνδεση των επαναστατών με
τις μάζες των επαναστατικών τάξεων του πληθυσμού»23.
Οι μπολσεβίκοι όμως κάθε
άλλο παρά αρνήθηκαν τις οξυμένες μορφές του ένοπλου αγώνα σε συνθήκες
ανόδου της επαναστατικής δράσης των μαζών. Ο Λένιν γράφει το 1906:
«Όταν
βλέπω σοσιαλδημοκράτες να δηλώνουν με υπεροψία και αυτοϊκανοποίηση:
Εμείς δεν είμαστε αναρχικοί, δεν είμαστε κλέφτες, δεν είμαστε ληστές,
εμείς είμαστε ανώτεροι από αυτά, εμείς αποδοκιμάζουμε τον παρτιζάνικο
πόλεμο, τότε αναρωτιέμαι: Καταλαβαίνουν μήπως οι άνθρωποι αυτοί τι λένε;
Σ’ ολόκληρη τη χώρα γίνονται ένοπλες συγκρούσεις και συμπλοκές της
μαυροεκατονταρχίτικης κυβέρνησης με τον πληθυσμό. […] Καταλαβαίνω ότι,
επειδή η οργάνωσή μας είναι αδύνατη και απροετοίμαστη, εμείς μπορούμε να
αρνηθούμε σε μια ορισμένη περιφέρεια και σε μια ορισμένη στιγμή ν’
αναλάβουμε την κομματική καθοδήγηση της αυθόρμητης αυτής πάλης […] Όταν
όμως βλέπω ένα θεωρητικό ή ένα δημοσιολόγο της σοσιαλδημοκρατίας να μην
αισθάνεται λύπη γι’ αυτήν την έλλειψη προετοιμασίας, αλλά να
αυτοϊκανοποιείται υπεροπτικά και να επαναλαμβάνει με ναρκισσισμό και
θαυμασμό φράσεις για αναρχισμό, μπλανκισμό και τρομοκρατία, που τις έχει
αποστηθίσει από τα μικρά του χρόνια, τότε νιώθω τον εαυτό μου
προσβεβλημένο για τον εξευτελισμό που υφίσταται η πιο επαναστατική στον
κόσμο θεωρία»24.
Την
περίοδο της επανάστασης του 1905-1907 οι μπολσεβίκοι πρωτοστάτησαν σε
μαχητικές μορφές αγώνα του προλεταριάτου και σε μορφές ένοπλης
σύγκρουσης.
Δούλεψαν
επαναστατικά για τη διαμόρφωση υποδομών για τη συνωμοτική δουλειά του
Κόμματος, εξασφάλισαν οπλισμό, παράνομα τυπογραφεία, απαλλοτρίωσαν
χρηματικά ποσά από τράπεζες για την εξασφάλιση της επαναστατικής δράσης
τους.25
Χαρακτηριστικό του πνεύματος με το οποίο ο Λένιν αντιμετώπιζε την ένοπλη μορφή της σύγκρουσης
και της αποφασιστικότητας με την οποία ζητούσε να ξεπεραστούν οι όποιες
αναστολές στους κόλπους του ΣΔΕΚΡ είναι το γράμμα του προς τη Μαχητική
Επιτροπή της Επιτροπής Πετρούπολης των Μπολσεβίκων το 1905:
«Ιδρύστε
αμέσως μαχητικές ομάδες […] Ας εξοπλίζονται αμέσως μόνοι τους, ο
καθένας όπως μπορεί, άλλος με πιστόλι, άλλος με μαχαίρι, άλλος με μια
πατσαβούρα με πετρέλαιο για εμπρησμούς […] Ορισμένα τμήματα θα αναλάβουν
αμέσως τώρα να σκοτώσουν ένα χαφιέ, να ανατινάξουν ένα αστυνομικό
τμήμα, άλλα να επιτεθούν στην τράπεζα για να κατάσχουν χρήματα για την
εξέγερση […] . Όμως είναι υποχρεωτικό να αρχίσουν να μαθαίνουν στην
πράξη: Μη φοβάστε αυτές τις δοκιμαστικές επιθέσεις. Υπάρχει βέβαια ο
κίνδυνος να καταλήξουν στην άλλη άκρη, αυτό όμως είναι κακό της αυριανής
μέρας, ενώ σήμερα το κακό βρίσκεται στην αδράνειά μας, στο δογματισμό
μας, στην πολύσοφη ακινησία, στο γεροντικό φόβο για κάθε πρωτοβουλία»26.
Σημειώνουμε ως άξια αναφοράς την παρατήρηση του Π. Άβριτς, ο οποίος, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τους παράγοντες που εμπόδισαν τη διάδοση του αναρχισμού, αναφέρει
ότι
ένας εξ αυτών ήταν το γεγονός ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα στη Ρωσία
(εννοώντας το ΣΔΕΚΡ και τους εσέρους), σε αντίθεση με τα σοσιαλιστικά
κόμματα της Ευρώπης, ήταν κόμματα μαχητικής δράσης και όχι διαποτισμένα
με ρεφορμισμό και κοινοβουλευτισμό. Άλλωστε, όπως επίσης αναφέρει, η
επιρροή των εσέρων στην αγροτιά και των μπολσεβίκων στο προλεταριάτο
«κάλυπταν» αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις, χωρίς να μένει «χώρος» για τον
αναρχισμό.
Εξηγεί ότι ο αναρχισμός
δύσκολα θα μπορούσε να βρει απήχηση στους λίγους αγρότες που έδειχναν
ενδιαφέρον να ασχοληθούν με τα πολιτικά ζητήματα, καθώς στην αγροτιά
υπήρχε αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία των εσέρων των οποίων το πρόγραμμα
ήταν προσαρμοσμένο στους πόθους του αγροτικού πληθυσμού της υπαίθρου·
ενώ στο προλεταριάτο η δράση των μπολσεβίκων άφηνε ελάχιστα περιθώρια
για τον αναρχισμό, ο οποίος, κατά τον Άβριτς, μπορούσε τελικά να έχει
απήχηση μόνο σε ορισμένα τμήματα εκτοπισμένων τεχνιτών που επιθυμούσαν
την επιστροφή στο ιδεώδες του Κροπότκιν για μια προβιομηχανική παραγωγή ή
σε τμήματα ανειδίκευτων, άνεργων, περιθωριοποιημένων εργατών των
πόλεων.27
Σημειώσεις:
13.
Για τις αιτίες γέννησης του αναρχισμού δες περισσότερα στο Γ. Βάιχολντ:
«Ο αναρχισμός σήμερα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1982, σελ. 23-25.
16. Ο Πιοτρ Αρσίνοφ (1886-1937) ήταν Ρώσος αναρχικός. Αρχικά ήταν μέλος του
ΣΔΕΚΡ,
από το οποίο αποχώρησε το 1906. Το 1907 συνελήφθη για τη δολοφονία ενός
αστού. Απέδρασε, αλλά συνελήφθη εκ νέου το 1909. Στη φυλακή γνωρίστηκε
με τον Ν. Μαχνό. Αργότερα ήταν από εκείνους που συμμετείχαν στην
αναρχική οργάνωση «Ναμπάτ» και στήριξε το κίνημα του Μαχνό. Το 1921
έφυγε από τη χώρα. Επέστρεψε στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1930
και ο θάνατός του τοποθετείται στο 1937.
17. Π. Αρσίνοφ: «Η ιστορία του Μαχνοβίτικου κινήματος 1918-1921», εκδ. «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα, 1980, σελ. 28.
18. Paul Avrich: «The Russian Anarchists», Princeton University Press, 1967, σελ. 4.
19.
Για περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τη δράση των αναρχικών την
περίοδο του 1905 βλ. Paul Avrich: «The Russian Anarchists», Princeton
University Press, 1967, σελ. 42-90, E. Yaroslavsky: «History of
Anarchism in Russia», Lawrence and Wishart, London, 1940, σελ. 34-47 και
Φ. Γ. Πολιάνσκι: «Ο Σοσιαλισμός και ο σύγχρονος αναρχισμός», εκδ.
«Γνώσεις», Αθήνα, 1975, σελ. 20-22.
20. E. Yaroslavsky: «History of Anarchism in Russia», Lawrence and Wishart, London, 1940, σελ. 36.
21.
Βίκτορ Σερζ (πραγματικό όνομα Βίκτορ Λβόβιτς Κιμπάλτσιτς), 1890-1947.
Γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1890 από γονείς μετανάστες που είχαν φύγει
από τη Ρωσία λόγω διωγμών μετά από τη δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου Β΄
το 1881 (ο πατέρας του ήταν ξάδερφος του χημικού Ν. Κιμπάλτσιτς, ο
οποίος κατασκεύασε τις βόμβες που χρησιμοποιήθηκαν για τη δολοφονία). Σε
ηλικία 15 χρονών εντάχτηκε σε μια σοσιαλιστική οργάνωση, αλλά
απογοητευμένος από το ρεφορμισμό έγινε αναρχικός. Το 1908 πήγε στο
Παρίσι, όπου ανέπτυξε αναρχική δράση για την οποία συνελήφθη.
Αποφυλακίστηκε το 1917 κι έφυγε στην Ισπανία. Επέστρεψε για λίγο στη
Γαλλία και τελικά το Γενάρη του 1919 έφτασε στη Ρωσία. Την περίοδο αυτή
απομακρύνθηκε από τον αναρχισμό και αποφάσισε να υποστηρίξει τους
μπολσεβίκους, αναλαμβάνοντας καθήκοντα για τη σοβιετική εξουσία και την
Κομμουνιστική Διεθνή. Το 1923 συνδέθηκε με τη λεγόμενη «Αριστερή
Αντιπολίτευση» στο μπολσεβίκικο κόμμα. Το 1936 έφυγε από την ΕΣΣΔ για το
Βέλγιο και τη Γαλλία. Σε μια πορεία διαφώνησε με τον Τρότσκι και
διέκοψε τις σχέσεις μαζί του. Το 1940, μετά από την εισβολή της
ναζιστικής Γερμανίας στη Γαλλία, διέφυγε στο Μεξικό όπου έφτασε το 1941.
Πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1947.
22. Β. Σερζ: «Έτος Ένα της Ρώσικης Επανάστασης», εκδ. «Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο», Αθήνα, 2017, σελ. 51-53.
23. Β. Ι. Λένιν: «Σχέδιο Απόφασης για την τρομοκρατία», «Άπαντα», τ. 7, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 249.
24.
Β. Ι. Λένιν, «Παρτιζάνικος πόλεμος», στη συλλογή κειμένων «Από τη
μαχητική πείρα των μπολσεβίκων», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2017,
σελ. 164 (επίσης στο Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 14, εκδ. «Σύγχρονη
Εποχή», σελ. 9).
25.
Σχετικά με τέτοιες πλευρές της δράσης των μπολσεβίκων βλ. το ιδιαίτερα
ενδιαφέρον βιβλίο του Κοριούν Μκρτιτς: «Καμό», εκδ. «Σύγχρονη» Εποχή,
Αθήνα, 2016, που αναφέρεται στη ζωή και δράση του μπολσεβίκου επαναστάτη
Καμό, πεδίο δράσης του οποίου ήταν η παράνομη δουλειά, η συγκρότηση
μαχητικών ομάδων, η εύρεση όπλων κλπ.
26.
B.I. Λένιν: «Προς τη Μαχητική Επιτροπή της Επιτροπής Πετρούπολης»
(1905), στη συλλογή κειμένων «Από τη μαχητική πείρα των μπολσεβίκων»,
εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2017, σελ. 120 (επίσης στο Β. Ι. Λένιν:
«Άπαντα», τ. 11, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 338).
27. Paul Avrich: «The Russian Anarchists», Princeton University Press, 1967, σελ. 33-34.
Πριν από λίγες μέρες, η ΚΑΕ Πανιώνιος αναγκάστηκε να λύσει τη
συνεργασία της με το Στιβ Γιατζόγλου, πριν καν αυτή ξεκινήσει, μετά το
κύμα αντιδράσεων των οπαδών για τις χρυσαυγίτικες απόψεις του
τελευταίου. Έβγαλε και μια ανακοίνωση μάλιστα, για τα μάτια του κόσμου,
όπου μιλούσε για τις αρχές του συλλόγου που δε συμβαδίζουν με τέτοιες
απόψεις.
Μιλάμε για τις ίδιες αρχές που δεν πήρε υπόψη της η ίδια όταν έκλεινε
τη συνεργασία. Ή ακόμα χειρότερα, όταν όριζε ως αντικαταστάτη του
Γιατζόγλου το Βαγγέλη Αλεξανδρή, που είχε γράψει πριν δύο μόλις χρόνια
το εξής:
Ο Αλεξανδρής είναι της ίδια γενιάς πάνω-κάτω με το Γιατζόγλου και
έχει σχεδόν τις ίδιες σάπιες, μουχλιασμένες ιδέες. Δεν έχει εκφραστεί
ανοιχτά όμως υπέρ της χρυσής αυγής και γλιτώνει το κράξιμο ως “απλός,
λαϊκός δεξιός” -με το “ακρο” μπροστά από το “δεξιός”. Καλή ώρα σαν το
Βασίλη Τσιάρτα, που έγραψε χτες κάτι παρόμοιο.
Μετά την αλλοίωση του “πολιτισμού”, έχουμε τώρα την αλλοίωση της
χώρας. Δεν ξέρουμε αν ο Τσιάρτας θα προτιμούσε να έχει το αρχαιοελληνικό
“ι” αντί για το 10 στη φανέλα του, για να μην αλλοιωθεί ο πολιτισμός
μας με τα ψηφία της αράβικης αρίθμησης, που ήταν ένα πονηρό κόλπο των
προγόνων των σημερινών προσφύγων για να μας εξισλαμίσουν και να
καταστρέψουν τη χώρα -κι ας μην υπήρχε τότε.
Αν πάντως ο Τσιάρτας εννοεί το ιδεολόγημα του τρισχιλιετούς ελληνικού
πολιτισμού και τη χώρα-κουλτούρα του “πατρίς-θρησκεία-οικογένεια”,
ευχόμαστε ολόψυχα “καλή αλλοίωση”. Θα μείνουμε ωστόσο με την απορία για
τις επιλεκτικές του ευαισθησίες με τις ξένες επιγραφές, που τον ενοχλούν
μόνο στα αραβικά και όχι στα αγγλικά, όπως στην παραπάνω εικόνα. Όπως
λέει και ο δικός μας Γιάννης Α-Γιάννης:
Η
πραγματικότητα για την πλειοψηφία των ποδοσφαιριστών στην Ελλάδα και
για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αναδείχθηκε για πολλοστή φορά
πρόσφατα, μέσω ανακοίνωσης του Πανελληνίου Συλλόγου Αμειβομένων
Ποδοσφαιριστών.
Οπως αναφέρει η ανακοίνωση, για μια ακόμη
αγωνιστική περίοδο σημειώθηκε πλήθος κρουσμάτων καταπάτησης δικαιωμάτων
ποδοσφαιριστών, ιδίως μη καταβολής οφειλομένων, που σε αρκετές
περιπτώσεις έφεραν ακόμα και προβλήματα διαβίωσης για πολλούς
ποδοσφαιριστές και τις οικογένειές τους. Τα τελευταία χρόνια
παρατηρείται συνεχής αύξηση ανάλογων κρουσμάτων, πλέον δε όχι μόνο στις
μικρότερες κατηγορίες αλλά και στη Super League, με χαρακτηριστικά
φετινά παραδείγματα τον Παναθηναϊκό και τον Πλατανιά, οι παίκτες των
οποίων έμειναν απλήρωτοι για μεγάλα χρονικά διαστήματα και προχώρησαν σε
προσφυγές αλλά και σε αποχή από τις προπονήσεις.
Στις μικρότερες
κατηγορίες βέβαια τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Οι παίκτες συχνά
δεν καλύπτονται ασφαλιστικά ή σε περίπτωση αποχώρησης της ομάδας από το
πρωτάθλημα μεσούσης της σεζόν - φαινόμενο σύνηθες στις μικρές
κατηγορίες.
Πλευρά του σάπιου οικοδομήματος
Περιστατικά
όπως τα παραπάνω δεν είναι μεμονωμένα. Το ελληνικό ποδόσφαιρο αποτελεί
κομμάτι του συνολικότερου οικοδομήματος του εμπορευματοποιημένου
ποδοσφαίρου, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος. Οπως λοιπόν
αναδεικνύουν τα στοιχεία σε σχέση με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η
πλειοψηφία των ποδοσφαιριστών, πίσω από τη «λάμψη» της «βιτρίνας» η
κατάσταση κάθε άλλο παρά... λαμπερή είναι. Σε αντιδιαστολή με μια ελίτ
παικτών τους οποίους προβάλλει το σύστημα ως πρότυπα επιτυχίας μέσω της
οποίας έρχονται η δόξα, το χρήμα, η καταξίωση, η κοινωνική αποδοχή, η
πραγματικότητα για την πλειοψηφία των ποδοσφαιριστών είναι εντελώς
διαφορετική.
Σύγχρονα σκλαβοπάζαρα, σε βάρος κυρίως νεαρών παικτών
από φτωχές χώρες, π.χ. της Αφρικής, οι οποίοι όταν δεν πείθουν για την
αξία τους αφήνονται στη μοίρα τους και σε κάποιες περιπτώσεις χωρίς να
μπορούν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Απειλές ακόμα και για τη ζωή
τους όταν ζητούν τα οφειλόμενά τους. Εγκατάλειψη όταν τραυματίζονται και
δεν μπορούν να προσφέρουν αγωνιστικά. Εγκλωβισμός στους όρους ενός
συμβολαίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε περιπτώσεις διαφωνίας. Στην
πορεία ακόμα και ...κόψιμο της μπάλας. Αυτά είναι μερικά από τα κομμάτια
που συνθέτουν το «παζλ».
Ανάλογη κατάσταση και στον υπόλοιπο κόσμο
Το
πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα για τους περισσότερους ποδοσφαιριστές
αποδεικνύεται ξεκάθαρα και από τα αποτελέσματα έρευνας της Παγκόσμιας
Συνομοσπονδίας Ποδοσφαιριστών (FIFPro), που δημοσιοποιήθηκαν το 2016. Η
έρευνα της FIFPro πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο περίπου δύο χρόνων,
ανάμεσα σε ποδοσφαιριστές παγκοσμίως, για τις συνθήκες εργασίας και τις
καταστάσεις που έχουν αντιμετωπίσει ή συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν στην
καριέρα τους. Από την έρευνα προέκυψαν στοιχεία που προκαλούν αίσθηση.
Συγκεκριμένα:
Το 40% των ποδοσφαιριστών δεν πληρώνονται έγκαιρα. Πολλοί
αντιμετωπίζουν δυσμενείς πρακτικές, όπως η υποχρεωτική ατομική προπόνηση
ή σε άλλες ώρες εκτός του συνόλου της ομάδας όπου ανήκουν. Μεγάλο είναι
το ποσοστό των ποδοσφαιριστών που πιέζονται και εξωθούνται σε
ανανεώσεις ή λύσεις συμβολαίων, ή αντιμετωπίζονται βίαια και με
διακρίσεις. Αίσθηση προκαλεί και το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία
των ερωτηθέντων εκτιμά πως οι νεαροί ποδοσφαιριστές αποτελούν το πιο
ευαίσθητο μέρος της «κοινωνίας» του ποδοσφαίρου, καθώς δεν
προστατεύονται επαρκώς τα δικαιώματά τους.
Ενα ακόμη σημαντικό
στοιχείο της έρευνας είναι αυτό που αφορά την ανεξέλεγκτη δράση των
κυκλωμάτων μάνατζερς, υπό την ανοχή των μεγαλύτερων ποδοσφαιρικών
οργανισμών (FIFA, UEFA). Είναι ενδεικτικό ότι από τις απαντήσεις
προκύπτει πως ένα ποσοστό της τάξης του 29% των ποδοσφαιριστών
μεταγράφεται από τη μία ομάδα στην άλλη δίχως τη θέλησή του, κάτω από
πίεση και ψυχολογικό πόλεμο. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τα κυκλώματα
που δραστηριοποιούνται στο χώρο του στοιχήματος και ιδιαίτερα γι' αυτά
του παράνομου τζόγου. Το 7% των ερωτηθέντων απάντησε ότι έχει δεχτεί
κρούση για να συμμετάσχει σε προκαθορισμό αποτελέσματος σε αγώνα, ενώ το
9% απάντησε ότι στο πρωτάθλημα όπου αγωνίζεται έχουν χειραγωγηθεί
παιχνίδια.
Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος γεννήθηκε την ίδια μέρα με τον Κάρολο Μαρξ με
ακριβώς 101 χρόνια διαφορά, και κάπου εκεί οι ομοιότητες του παγκόσμιου
βεληνεκούς θεμελιωτή του επιστημονικού σοσιαλισμού με τον απελέκητο
καραβανά μπαρμπά-Γιώργο σταματούν. Μπορεί τα τελευταία χρόνια η πάντα
λανθάνουσα χουντίλα τμήματος της ελληνικής κοινωνίας να βγαίνει πιο
δυναμικά στην επιφάνεια, βοηθούσης και της πολλαπλασιαστικής ισχύος του
διαδικτύου, αυτό όμως καθόλου δεν εξιλεώνει την πορεία του δικτάτορα,
που πολύ πριν ακόμα σφετεριστεί βίαια την εξουσία, είχε ήδη γίνει σάρκα
από τη σάρκα της πιο μαύρης αντίδρασης που γνώρισε ο τόπος μας τον 20ό
αιώνα.
-Γεννημένος στο Ελαιοχώρι Αχαΐας, υπήρξε βαφτισιμιός του Γεωργίου
Παπανδρέου ή τουλάχιστον έτσι διατείνεται ο Στυλιανός Παττακός. Βέβαιο
είναι πως ο πατέρας του διατηρούσε φιλικές και πολιτικές σχέσεις με τον
Παπανδρέου, οι οποίες δεν εμπόδισαν βέβαια αργότερα το δικτάτορα να τον
θέσει υπό κατ’οίκον περιορισμό ως το θάνατο του τέως πρωθυπουργού, που
ως γνωστόν σηματοδότησε την πρώτη σημαντική αντιδικτατορική διαδήλωση
στη διάρκεια της κηδείας του.
-Αν και υπάρχουν ακόμα κενά για το σύνολο των δραστηριοτήτων του στη
διάρκεια της Κατοχής, φαίνεται πως έπαιζε διπλό παιχνίδι, εντασσόμενος
αφενός στην αστική φιλοβρετανική οργάνωση του Τσιγάντε “Μίδας 614”,
αφετέρου έχοντας στενό δεσμό με τον συνταγματάρχη Κουρκουλάκο, διοικητή
του Τάγματος Ασφαλείας στην Πάτρα, στα οποία ενδεχομένως και να
συμμετείχε άμεσα ο ίδιος ο Παπαδόπουλος, ενώ πιθανές, αλλά όχι
αποδεδειγμένες, είναι και οι σχέσεις του με τη διαβόητη
αντικομμουνιστική οργάνωση “Χ”. Με τη βοήθεια των Βρετανών κατέφυγε το
1944 στη Μέση Ανατολή, εντασσόμενος στον ΕΝΑ, έναν από τους προδρόμους
της μυστικής αντικομμουνιστικής οργάνωσης αξιωματικών ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός
Ελλήνων Αξιωματικών), επίσημα διαλυθέντα μετά από την απόπειρα
πραξικοπήματος το 1951 (την οποία ματαίωσε για δικούς του λόγους ο
Αλέξανδρος Παπάγος), που ωστόσο υπήρξε φυτώριο των πραξικοπηματιών του
’67, περιλαμβανομένου του Παπαδόπουλου.
-Είναι γνωστό ότι υπήρξε ένας από τους στρατοδίκες στην πρώτη δίκη
του Μπελογιάννη το 1951, η οποία έληξε με θανατική καταδίκη του ίδιου
και 11 συντρόφων του, που σε εκείνη τη φάση δεν εφαρμόστηκε, καθιστώντας
απαραίτητη μια δεύτερη δίκη επί κατασκοπεία για να ολοκληρωθεί η
σκευωρία. Το ενδιαφέρον είναι πάντως πως ο Παπαδόπουλος, που δε
συμμετείχε στη δεύτερη δίκη, φέρεται να υπήρξε ο μοναδικός που
μειοψήφησε ενάντια στην επιβολή της θανατικής καταδίκης.
-Μυστήριο καλύπτει την ακριβή φύση των σχέσεων του με τις
αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Λέγεται ότι μετά τη θητεία του στον
ελληνικό εμφύλιο πήγε στις ΗΠΑ για μετεκπαίδευση, και υποστηρίχθηκε από
το δημοσιογράφο David Binder ότι ο Παπαδόπουλος είχε στρατολογηθεί από
τη CIA από το 1952. Η δημοσίευση άρθρου από την εφημερίδα Observer το
1973 που διατύπωνε βάσει ανώνυμης πηγής τον ίδιο ισχυρισμό, προκάλεσε
ειδική ακρόαση στην Αμερικανική Γερουσία, κατά την οποία ο διευθυντής
της υπηρεσίας πληροφοριών των ΗΠΑ αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον
Παπαδόπουλο, πέραν όσων προέβλεπε η πάγια συνεργασία ΚΥΠ και CIA, για
όσο διάστημα εργαζόταν στην πρώτη ο τότε δικτάτορας. Θα ήταν βέβαια
άκρως αξιοπερίεργο η CIA να παραδεχόταν ποτέ για εν ενεργεία ηγέτη στενά
συμμαχικού κράτους πως ήταν πράκτοράς της, σε κάθε περίπτωση, και μόνο η
θητεία του στην ΚΥΠ, που ουσιαστικά είχε συσταθεί και λειτουργούσε υπό
αμερικανική αιγίδα, θα αρκούσε για να πει κανείς ότι μόνο άγνωστος δεν
ήταν στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Στενή φιλία τον συνέδεε με
τους πράκτορες Τζον Φατσέα και Τζωρτζ Στήβενς με τους οποίους το χειμώνα
το 1965 βρέθηκαν να κηνυγούν αγριογούρουνα στο Νευροκόπι της Δράμας, με
αποτέλεσμα μάλιστα να αποκλειστούν από το χιόνι.
Θηρευτές αγριογούρουνων
-Ο Παπαδόπουλος είχε διοριστεί στην ΚΥΠ από το 1959, επί “εθνάρχου”
Καραμανλή, για να αναδειχθεί σύντομα σε κλαδάρχη αντικατασκοπείας,
ιδιότητα με την οποία συμμετείχε ως γραμματέας της άτυπης επιτροπής που
εκπόνησε την τελική μορφή του “Σχεδίου Περικλής”, που στόχευε στον
περιορισμό της επιρροής της ΕΔΑ, που το 1958 είχε αναδειχθεί σε
αξιωματική αντιπολίτευση, για να καταλήξει τελικά στις διαβόητες εκλογές
βίας και νοθείας του 1961, που στοχοποίησαν όχι μόνο την αριστερά, αλλά
και το κέντρο.
-Στριμωγμένος από την επικείμενη δικαστική διερεύνηση της εμπλοκής
του στο σχέδιο Περικλής από την τότε κυβέρνηση της Ε.Κ, ο τότε
αντισυνταγματάρχης στην Ορεστιάδα Παπαδόπουλος διοργάνωσε το λεγόμενο
“σαμποτάζ του Έβρου”, μια αντικομμουνιστική προβοκάτσια ολκής. Η κακή
συντήρηση οχημάτων της μοίρας που διοικούσε και η συνεπακόλουθη
ακινητοποίησή τους αποδόθηκε από τον ίδιο σε κομμουνιστικό σαμποτάζ. Στη
συνέχεια, σε συμπαιγνία με άλλους αξιωματικούς, ώθησε φαντάρο από
αριστερή οικογένεια να βραχυκυκλώσει ένα από τα οχήματα (όχι με ζάχαρη
πάντως, όπως υποστηρίζει ένας ευρέως διαδεδομένος αστικός μύθος). Την
άλλη μέρα ο νέος και άλλοι φαντάροι συνελήφθησαν και μετά από χρήση
βασανιστηρίων “ομολόγησαν” την ύπαρξη κομμουνιστικής συνωμοσίας. Σύντομα
η προβοκάτσια αποκαλύφθηκε, κι ο Παπαδόπουλος κλήθηκε να απολογηθεί ως
κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στο βασανισμό στρατιωτών, απαλλάχθηκε
ωστόσο διότι η δίκη του έγινε στο αλλαγμένο πολιτικά κλίμα μετά τα
Ιουλιανά του ’65 και την εποχή που επικεφαλής του ΓΕΣ ήταν ο επίσης
μετέπειτα πραξικοπηματίας στρατηγός Γρηγόρης Σπαντιδάκης.
-Τα “κατορθώματα” του Παπαδόπουλου και της συμμορίας του είναι
λίγο-πολύ γνωστά, ακόμα και σε όσους τα δέχονται ή και τα επικροτούν, εν
ονόματι της “τιμιότητας” του δικτάτορα που “πέθανε άφραγκος”. Εκείνο
που ξεχνούν να πουν βέβαια οι απολογητές του, είναι πως πέραν από το ότι
γενικά η χούντα ήταν μια περίοδος συνεχών σκανδάλων και διαφθοράς, ο
ίδιος ο Παπαδόπουλος επιδόθηκε σε ένα όργιο νεποτισμού διορίζοντας και
τους δύο αδερφούς του σε νευραλγικές θέσεις υπουργείων, έναν εξ αυτών
μάλιστα έφθασε να τον τοποθετήσει στη θέση του υπουργού παρά τω
πρωθυπουργώ. Όσο για την εισοδηματική κατάσταση του ίδιου και της
δεύτερης συζύγου του Δέσποινας (την οποία παντρεύτηκε μετά από
διαζύγιο-εξπρές υπό συνθήκες που μέχρι σήμερα αποτελούν αντικείμενο
συζητήσεων), από έρευνες διαπιστώθηκε ότι ο Γ. Παπαδόπουλος είχε
αγοράσει τρία πολυτελή ακίνητα και η σύζυγος άλλο ένα έξι δωματίων επί
της οδού Σορβόλου. Δε στοιχειοθετήθηκε κάποιου είδους παράνομη
διαδικασία κατά την απόκτησή τους, οπότε δε μένει σε όλους τους
κακόπιστους παρά να αποδεχθούμε πως ό,τι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό.
Στα ιδιόκτητα ακίνητα όπως είναι λογικό δεν περιλαμβάνεται η βίλα στο
Λαγονήσι που είχε παραχωρήσει -από την καλή του την καρδιά προφανώς- ο
Ωνάσης για τον παραθερισμό του δικτάτορα.
Όπως όλοι ξέρουμε, μετά τη χούντα ο ίδιος και οι υπόλοιποι
αρχιπραξικοπηματίες γλίτωσαν τη θανατική ποινή με προσωπική επέμβαση του
Κωνσταντίνου Καραμανλή (“όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια”). Σε
αντίθεση με άλλους συγκρατούμενούς του δεν έκανε αίτηση χάριτος ή
επίκληση λόγων υγιείας για την αποφυλάκισή του, ένας ακόμα λόγος που
ηρωοποιήθηκε στα μάτια όσων ήθελαν τον ηρωοποιήσουν έτσι κι αλλιώς.
Έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από καρκίνο στις 27 Ιουνίου 1999, με την
κηδεία του να συγκεντρώνει ένα αρκετά ευμέγεθες πλήθος νοσταλγών των
ανοιχτών παραθύρων, ευτυχώς τότε ακόμα μακριά από πληκτρολόγια.
Μία
ακόμα καινοτομία που δυναμώνει την ανταγωνιστικότητα και προσελκύει
επενδύσεις, οι οποίες θα φέρουν δουλειές ώστε όλοι να κατουράνε σε χρυσά
μπουκάλια
Ο
συγγραφέας James Bloodworth, στα πλαίσια έρευνάς του για ένα βιβλίο που
αφορά τους χαμηλούς μισθούς, φέρνει στο φως το καθεστώς γαλέρας που
επικρατεί στην Amazon της Μεγάλης Βρετανίας.
Σύμφωνα με μαρτυρίες
εργαζομένων, οι τουαλέτες μπορεί να είναι μέχρι και τέσσερις ορόφους
μακριά από το σημείο όπου εργάζονται και έτσι οι υπάλληλοι αναγκάζονται
να κάνουν την ανάγκη τους σε μπουκάλια, ώστε να μην κατηγορηθούν για
χάσιμο χρόνο και χάσουν τη δουλειά τους.
Σύμφωνα με έρευνα, το 75%
των εργαζομένων της Amazon στη Μεγάλη Βρετανία, φοβάται να
χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, ανησυχώντας για το χρόνο που μπορεί να
ξοδέψουν, με την έρευνα να περιλαμβάνει 241 εργαζομένους, ενώ ένας από
αυτούς σημείωσε πως έχει σταματήσει να πίνει νερό κατά τη διάρκεια της
εργασίας του.
Η Amazon αρνήθηκε τις κατηγορίες, διαβεβαιώνοντας
πως προσφέρει ένα ασφαλές και θετικό εργασιακό περιβάλλον, ενώ
αμφισβήτησε πως όσοι έκαναν τις καταγγελίες είναι πράγματι εργαζόμενοί
της.
Η βρετανική Amazon, θυγατρική εταιρεία της γνωστής
αμερικανικής εταιρείας, βραβεύτηκε από μία άλλη εταιρεία, τη LinkedIn,
σαν την έβδομη καλύτερη στη Βρετανία, όσον αφορά το εργασιακό καθεστώς.
Η
εταιρεία Amazon ανήκει στον Jeff Bezos, στο πλουσιότερο άνθρωπο του
κόσμου με περιουσία που αγγίζει τα 120 δισεκατομμύρια δολάρια από την
οποία δώρισε το 0,03% σε φιλανθρωπικούς σκοπούς το 2017. Την ίδια στιγμή
είχε έρθει στο φως έρευνα,
σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον 700 από τους εργαζόμενους της Amazon
στις ΗΠΑ, βασίζονται σε συσσίτια και κουπόνια φαγητού για να επιβιώσουν.
Υπενθυμίζεται
πως τον περασμένο Ιανουάριο, η Amazon είχε ανακοινώσει πως ψάχνει για
τη νέα τοποθεσία των κεντρικών της γραφείων, με τις αμερικανικές
πολιτείες να επιδίδονται
σε έναν αγώνα δρόμου για το ποια θα προσφέρει τις περισσότερες
φοροαπαλλαγές, ώστε να κερδίσει το πολυπόθητο βραβείο των 50.000 νέων
θέσεων εργασίας.
Οι φιλόσοφοι έχουν με διάφορους τρόπους ερμηνεύσει τον κόσμο. Το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε
Αυτή η φράση του Μαρξ, η περίφημη 11η Θέση στον Φόυερμπαχ, έμελλε να είναι η μεγαλύτερη θεωρητική υπόσχεση που πραγματοποιήθηκε στην ιστορία των Ιδεών.
Κατά καιρούς πολλοί φιλόσοφοι, θεωρητικοί, στοχαστές και επιστήμονες
όλων των κλάδων θεώρησαν ότι μπορούν να βρουν το νόημα της ζωής, να
αποκωδικοποιήσουν τον μάταιο τούτο κόσμο. Κάποιοι μάλιστα πίστεψαν ότι
τα κατάφεραν.
Αυτά σε άλλες εποχές. Τότε που η θεωρία και η φιλοσοφία είχαν μια
άλλη σχέση με την πραγματικότητα. Την ερμήνευαν, την δικαιολογούσαν,
προσπαθούσαν να την κατανοήσουν ή να την προβλέψουν. Πολλά θεωρητικά
εγχειρήματα έμειναν απλές ιδέες. Άλλα απέτυχαν να συγκινήσουν τις μάζες.
Άλλα απλά επιβεβαίωσαν την αυταρέσκεια της διανόησης και εγκλωβίστηκαν
στην κατασκευή εννοιών που θα ήταν απρόσιτες για το κοινό και θα
ενδιέφεραν μια μικρή ελίτ.
Τι έκανε ο Μαρξ; Γύρισε όλο τον κόσμο ανάποδα. Η μεθοδολογία του, η
θεωρία του, η κριτική του αποδείκνυε σε όλες τις στιγμές της ένα πράγμα:
η ίδια η πραγματικότητα σου δίνει τα εργαλεία. Αρκεί να μπορείς να τα
αξιοποιήσεις σωστά και τότε θα διαπιστώσεις ότι η πολυπόθητη ερμηνεία
του κόσμου είναι ακριβώς η ίδια η δυνατότητα αλλαγής του.
Στην πραγματικότητα, αυτό που κατάφερε ο Μαρξ ήταν να δείξει πως ο
κόσμος αλλάζει. Η ιστορία προχωράει μέσα από τις αντιφάσεις της. Η ιδέα
αυτή δεν ήταν καινούρια, ωστόσο όταν γειώνεται με τα πραγματικά στοιχεία
της πραγματικής ζωής, δηλαδή τις παραγωγικές σχέσεις, τις συνθήκες
διαβίωσης των εργατών, την επιστημονική εξήγηση της κερδοφορίας των
καπιταλιστών, τις ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν σε εξεγέρσεις και
παλινορθώσεις, τότε καταλαβαίνει κανείς γιατί ο Μαρξ ήταν ο κορυφαίος
στοχαστής στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Τίποτα μετά από αυτόν δεν ήταν ίδιο. Καμία επιστήμη δεν μπορούσε να
θεμελιώσει την παραμικρή πρόταση χωρίς αναφορά στο έργο του. Κανενός
άλλου επιστήμονα η επιρροή δεν ήταν τόσο σημαντική. Σήμερα, 200 χρόνια από την γέννησή του,
μπορούμε με απόλυτη βεβαιότητα να τον θεωρήσουμε ως τον μοναδικό
στοχαστή ο οποίος, με τη θεωρία του αλλά και με την πολιτική του δράση,
κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Κι ας πνίγηκαν στο αίμα οι περισσότερες
επαναστάσεις. Κι ας χάσαμε αγώνες που δώσαμε και άλλους που δεν δώσαμε.
Το ζήτημα είναι ότι τον κόσμο τον αλλάξαμε. Και όσο υπάρχει ένας
κομμουνιστής, ένας άνθρωπος που θα εμπνέεται από τον Μαρξ και το έργο
του πάνω σε αυτή τη γη, θα γνωρίζουμε πως τον κόσμο θα τον αλλάξουμε και
πάλι.
Κακοστημένη
παράσταση θυμίζει η αντιπαράθεση ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ για το ποιος
έχει τάχα τη μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία, όπως τη μετράνε στα
επιδόματα πτωχοκομείου που σχεδιάζουν για τους εξαθλιωμένους που αφήνει
πίσω της η αντιλαϊκή πολιτική, την οποία από κοινού υπηρετούν. Το
«καβγαδάκι» μάλιστα έχει και άλλη χάρη, αν κανείς σκεφτεί ότι γίνεται
λίγες μέρες αφότου ο γγ του ΟΟΣΑ έδωσε στον πρωθυπουργό την έκθεση του
ιμπεριαλιστικού οργανισμού, μαζί με την παρότρυνση για «μεταρρυθμίσεις
και πάλι μεταρρυθμίσεις», δηλαδή μέτρα και πάλι μέτρα. Τι συστήνει εκεί ο
ΟΟΣΑ; Νέες «εξοικονομήσεις δαπανών» στα προγράμματα κοινωνικής
προστασίας με βάση τις συστάσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, «ενοποίηση των
κατακερματισμένων προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας», των
οικογενειακών παροχών και του επιδόματος θέρμανσης, όλα όσα σε
προηγούμενη φάση ρίχτηκαν σαν «τυράκι» για να κοπούν δικαιώματα
δεκαετιών. Και επιπλέον μάζεμα όλων αυτών προς τα κάτω, με «πλήρη
εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος». Ακριβώς από το ίδιο
σκονάκι λοιπόν διαβάζουν τόσο η κυβέρνηση, όσο και η ΝΔ. Αν
συνυπολογίσει κανείς και ότι η «πλειοδοσία» της τάχα «κοινωνικής
ευαισθησίας» γίνεται πάνω στην κοινή τους παραδοχή ότι τα ψίχουλα στους
εξαθλιωμένους θα είναι σε άμεση συνάρτηση με τις «επιδόσεις» της
καπιταλιστικής οικονομίας, ότι δηλαδή η αιτία του προβλήματος μπορεί να
γίνει «γιατρειά», τότε το «χάσμα» ανάμεσα στους δύο είναι ολοφάνερο...