24 Μαΐ 2020

Ο ευρωκομμουνισμός και η ελληνική του έκφραση


Ο «ευρωκομμουνισμός» είναι η οπορτουνιστική πολιτική που ακολούθησαν μια σειρά από κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης από τη δεκαετία του 1960
Την ονομασία του την πήρε από έναν Ιταλό δημοσιογράφο το 1975 και υιοθετήθηκε στη συνέχεια και από τους ίδιους τους «ευρωκομμουνιστές» [1]. Το ζήτημα της διαφορετικής στάσης των κομμουνιστικών κομμάτων πάνω στο δίλημμα επανάσταση ή μεταρρύθμιση, δηλαδή ανατροπή ή διαχείριση του συστήματος, κάνει και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη την αποτίμηση του «ευρωκομμουνισμού». Επιδιωκόμενος στόχος αυτού του άρθρου είναι μια κριτική του «ευρωκομμουνισμού» υπό το πρίσμα του μαρξισμού – λενινισμού. Η ανάλυση εστιάζει στη δραστηριότητα των τριών κύριων κομμουνιστικών κομμάτων που θεωρούνται βασικοί εκφραστές του «ευρωκομμουνιστικού» ρεύματος (Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα). Επιχειρείται η κωδικοποίηση της επιχειρηματολογίας των «ευρωκομμουνιστών» και η ανάλυση της κοινωνικής τους βάσης. Σε ένα δεύτερο μέρος δίνεται η σύνδεση με την ελληνική εκδοχή του «ευρωκομμουνισμού» («ΚΚΕ Εσωτερικού»), στη γέννηση και την ιστορική διαδρομή της.


1. ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ “ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ”

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως τα καινούρια ρούχα του «ευρωκομμουνισμού» δεν είναι τόσο καινούρια, όσο παρουσιάστηκαν. Η υπερτίμηση των μεταρρυθμίσεων και των οικονομικών αγώνων, η αμφισβήτηση της πρωτοπορίας του προλεταριάτου, η αποκήρυξη της δικτατορίας του, η αποδοχή της δυνατότητας ειρηνικής μετεξέλιξης του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό κλπ., αποτελούν στην ουσία τον πυρήνα των αναθεωρητικών θεωριών, που εμφανίστηκαν αρχικά στα τέλη του 19ου αιώνα, μέσα από την αντιπαράθεση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας με τον Μπερνστάιν [2]. Η θεωρητική απόρριψη της οπορτουνιστικής παρέκκλισης του Μπερνστάιν από τη Β΄ Διεθνή δε συνδυάστηκε με μια ιδεολογική και οργανωτική θωράκιση των κομμάτων απέναντι στον οικονομισμό και στον οπορτουνισμό (με εξαίρεση το κόμμα των μπολσεβίκων στη Ρωσία), ενώ υποτιμήθηκε η κοινωνική βάση της διαμόρφωσης του οπορτουνισμού στα πλαίσια της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. 
Έτσι, ο «εφιάλτης» για την εργατική τάξη έγινε πραγματικότητα στα χρόνια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών ηγετών συνέδραμε στους ιμπεριαλιστικούς σκοπούς των αστικών τάξεων των χωρών τους, κραδαίνοντας τα θεωρητικά όπλα του οπορτουνισμού [3]. Η Κομμουνιστική Διεθνής, που ιδρύθηκε το 1919, εξέφραζε την ανάγκη κάθαρσης του εργατικού κινήματος από τον οπορτουνισμό και προσανατολισμού του στην επαναστατική πάλη για την κατάκτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, στην εποχή του ιμπεριαλισμού, εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων [4]. Ωστόσο, η περίπτωση του «ευρωκομμουνισμού» έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον μελέτης σε σχέση με τον οπορτουνισμό της Β΄ Διεθνούς και την κλασική σοσιαλδημοκρατία, επειδή εμφανίζεται στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων, δηλαδή των επαναστατικών κομμάτων «νέου τύπου», που προήλθαν ως αποτέλεσμα της ρήξης με την παλιά σοσιαλδημοκρατία. 

Μια προσπάθεια ανεύρεσης των «πηγών» του «ευρωκομμουνισμού» στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα απαιτεί μια βαθύτερη και εκτενέστερη μελέτη. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να μας προβληματίσει η επίδραση που είχε στην εμφάνισή του η αδυναμία πολλών κομμουνιστικών κομμάτων την περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου να συνδέσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό και αντιφασιστικό αγώνα με την πάλη για την εργατική εξουσία και μάλιστα σε καιρό επαναστατικής κατάστασης σε μια σειρά από χώρες [5]. Ιδιαίτερα η συμμετοχή των κομμουνιστικών κομμάτων της Ιταλίας και της Γαλλίας στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις (1945-1948) [6] είναι έκφραση αυτής της αδυναμίας. Τα συγκεκριμένα κομμουνιστικά κόμματα, μάλιστα, δέχτηκαν κριτική από την Κομινφόρμ (Γραφείο Πληροφοριών). Μια πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια μετάλλαξης της κομμουνιστικής στρατηγικής με το πρόσχημα των «εθνικών ιδιομορφιών» έγινε από το ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας, το οποίο το 1951 υιοθέτησε τη θέση για ένα «βρετανικό δρόμο προς το σοσιαλισμό». 

Παρά τη μικρή επιρροή του κόμματος και τη ρεφορμιστική παράδοση του εργατικού κινήματος στη χώρα (από τον καιρό της Α΄ Διεθνούς), η θέση αυτή έχει ξεχωριστή σημασία για την κατανόηση της κοινωνικοταξικής υφής του «ευρωκομμουνισμού». Η αλληλεπίδραση των οπορτουνιστικών αντιλήψεων στο πλαίσιο των κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης και των κομμουνιστικών κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών θα αποτυπωθεί στην πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» με τον καπιταλισμό, που υιοθετήθηκε στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (και σε ένα βαθμό είχε διατυπωθεί και στο 19ο Συνέδριο) και στην αντίληψη για μια ειρηνική και κοινοβουλευτική μετάβαση στο σοσιαλισμό στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης [7]. Η παγκόσμια συνδιάσκεψη των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων [8] (Νοέμβρης 1957) υιοθέτησε τη λογική του ειρηνικού περάσματος, ενώ το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ προχώρησε στην αποδοχή της θεωρίας του «παλλαϊκού κράτους», η οποία δηλώνει εμμέσως την παύση της ταξικής πάλης στα πλαίσια της Σοβιετικής Ένωσης και των υπόλοιπων σοσιαλιστικών κρατών [9]. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει με μια διαφορετική επιτάχυνση η πορεία των κομμουνιστικών κομμάτων των χωρών της Δυτικής Ευρώπης προς τον «ευρωκομμουνισμό». Σημαντικές στιγμές, οι οποίες αξιοποιήθηκαν από τους «ευρωκομμουνιστές» αντιπαραθετικά προς τη Σοβιετική Ένωση, είναι τόσο η διαμάχη των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Κίνας και της ΛΔ της Κορέας και του Εργατικού Κόμματος Αλβανίας με το ΚΚΣΕ (1961), όσο και η διεθνιστική βοήθεια των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία (1968).

2. Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

Οι «ευρωκομμουνιστές», όπως και γενικά οι οπορτουνιστές, δεν παρουσίασαν ποτέ μια ολοκληρωμένη συνεκτική αντίληψη για τη στρατηγική, γεγονός που εξηγείται από τους ίδιους στο όνομα της εθνικής ιδιομορφίας. Ακόμα και κριτικοί του «ευρωκομμουνιστικού» ρεύματος επισημαίνουν την αοριστία των θέσεών του, μη αντιλαμβανόμενοι ότι ο υποκειμενισμός και ο εκλεκτικισμός είναι στοιχεία της ιδεολογίας και πολιτικής του οπορτουνισμού που «παντρεύει» το μαρξισμό με αστικές θεωρήσεις. Αν δούμε όμως τα πράγματα με λίγη περισσότερη προσοχή και αν διακρίνουμε κάτω από τις υπαρκτές διαφορές κουλτούρας, ιστορίας, συμφερόντων, πολιτικής συγκυρίας [10] κλπ. τον πολιτικό λόγο των «ευρωκομμουνιστών», μπορούμε να εντοπίσουμε τους βασικούς πυλώνες μιας πολιτικής αντίληψης, η οποία – αντίθετα με ό,τι διατείνεται – έρχεται σε σύγκρουση με τον πυρήνα της ταυτότητας του κομμουνιστικού κινήματος και των στόχων του.

Συγκεκριμένα, ενώ η εργατική τάξη αυξάνεται, ως συνέπεια της ένταξης στις γραμμές της μικροαστικών στρωμάτων που καταστρέφονται, αλλά κι εξαιτίας επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων σε νέους κλάδους της βιομηχανίας, οι «ευρωκομμουνιστές» θεωρούσαν ότι η εργατική τάξη μειωνόταν, επειδή μειωνόταν ο αριθμός των χειρώνακτων εργατών. Και ταυτόχρονα, ότι ο μειωμένος – όπως εκτιμούσαν – ρόλος της στην παραγωγική διαδικασία έφερνε στην πρωτοπορία τους διανοούμενους. Με άλλα λόγια, η νόθευση του εργατικού χαρακτήρα του κομμουνιστικού κόμματος εκφράζεται στην αναθεώρηση της μαρξιστικής θέσης για την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη. Η απώλεια της ταξικής ουσίας και αποστολής του κομμουνιστικού κόμματος έχει ως συνέπεια ο ρόλος των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων να αναλώνεται σε κενές φράσεις και να οδηγείται σε μια συνύπαρξη της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στοιχεία στην κοινωνική του σύνθεση και της μαρξιστικής παράδοσης με τη ρεφορμιστική ταυτότητα στην ιδεολογική του αναφορά. 

Ως αποτέλεσμα, η οποιαδήποτε κομμουνιστική φρασεολογία αποσκοπούσε απλά και μόνο στην κάλυψη της ανάγκης για διαφοροποίηση από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Οι «ευρωκομμουνιστές» παρουσιάζουν την τεχνολογική πρόοδο και την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη ως στοιχεία μεταρρύθμισης του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό, δίχως τη σοσιαλιστική επανάσταση και την αντίστοιχη κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη (προλεταριακή εξουσία) [11], η οποία θα λύσει την αντίφαση ανάμεσα στις «γέρικες» σχέσεις παραγωγής και τις διαρκώς αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις που ασφυκτιούν μέσα σε αυτές, αντιστοιχίζοντας την κοινωνικοποίηση της εργασίας με την κοινωνική ιδιοκτησία. Πρόκειται για μια γνωστή από την εποχή του Μπερνστάιν μεταρρυθμιστική αντίληψη που αντιστρατεύεται την επαναστατική πάλη και το διαλεκτικό υλισμό γενικότερα. 
Κάτω από το φως της «ευρωκομμουνιστικής» ανάλυσης, ο σοσιαλισμός παρουσιάζεται ως απότοκος μιας μακρόχρονης πορείας μεταρρυθμίσεων στο οικονομικό και το πολιτικό πεδίο [12].Ο Λένιν επισήμαινε για τις μεταρρυθμίσεις: «Οι οπαδοί των μεταρρυθμίσεων θα εξαπατούνται από τους υπερασπιστές του παλιού, εφόσον δε θα καταλάβουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο παράλογος και σάπιος και αν φαίνεται, κρατιέται από τις δυνάμεις τούτων ή εκείνων των κυρίαρχων τάξεων. Και για να σπάσουμε την αντίσταση αυτών των τάξεων υπάρχει μόνο ένα μέσο: να βρούμε μέσα στην ίδια την κοινωνία που μας περιβάλλει, να διαφωτίσουμε και να οργανώσουμε για την πάλη τις δυνάμεις εκείνες, που μπορούν – και λόγω της κοινωνικής τους θέσης οφείλουν – να αποτελέσουν τη δύναμη την ικανή να σαρώσει το παλιό και να δημιουργήσει το νέο» [13]. 

Οι «ευρωκομμουνιστές», προσπαθώντας να διαχωριστούν από τον κλασικό ρεφορμισμό, μιλούσαν για «βαθιές μεταρρυθμίσεις», για «μετασχηματισμούς» στην οικονομία. Όμως στην πράξη αναγόρευαν – με μια φωνή μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες – τις «εθνικοποιήσεις» (κρατικοποιήσεις κάποιων μονοπωλίων) ως πορεία προς το σοσιαλισμό, αποκρύπτοντας ότι οι εθνικοποιήσεις δεν είναι έξω από την αστική διαχείριση, στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού μπορούν να γίνονται, υπηρετώντας τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Τα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα δεν πρότειναν την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, πάνω στην οποία θα στηριχτεί ο κεντρικός σχεδιασμός και ο εργατικός έλεγχος, αλλά μια «πιο δίκαιη συναινετική ανακατανομή ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία». 
Κατ’ αυτό τον τρόπο, το αστικό κρατικό εποικοδόμημα εμφανίζεται ως ρυθμιστής της ταξικής πάλης, αφού αρκούν κάποιες πολιτικές επιλογές για την οικονομία για να καθορίσουν την έκβασή της. Έτσι ανατρέπεται η διαλεκτική σχέση βάσης και εποικοδομήματος και το κράτος προβάλλεται ως όργανο που μπορεί να κατακτηθεί από «τις ζημιούμενες τάξεις».[14]Αυτή η προσέγγιση αντιστρατεύεται την πεμπτουσία της μαρξιστικής διδασκαλίας για την πάλη των τάξεων που στον καπιταλισμό κορυφώνεται με το τσάκισμα του αστικού κράτους. Επακόλουθο αυτής της προσέγγισης είναι μια αταξική προβολή της δημοκρατίας, η οποία βρίσκεται υπεράνω των σχέσεων παραγωγής και του «γενετικού υλικού» του κράτους. Η δημοκρατία παρουσιάζεται ως εγγυητής της κοινωνικής προόδου και της δυνατότητας του προλεταριάτου να κατακτήσει την εξουσία, αποκαθαρμένη από τις ταξικές της δεσμεύσεις. [15] Στο όνομα μιας πραγματικής δημοκρατίας, μιας «καθαρής» δημοκρατίας που θα είναι η έκφραση της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού, εσκεμμένα λησμονείται ότι η αστική δημοκρατία ήταν και παραμένει μορφή της ταξικής κυριαρχίας (δικτατορίας) και πως όταν τα οικονομικά βάθρα της κυριαρχίας του κεφαλαίου αμφισβητούνται, η αστική δημοκρατία γρήγορα αποκαλύπτει ανοιχτά τον πραγματικό χαρακτήρα της, διεξάγοντας έναν ταξικό αγώνα ζωής ή θανάτου για την επιβίωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου.[16] Ως απόρροια αυτής της λογικής, αντί ο σοσιαλισμός να συνιστά δημοκρατία για τους εργάτες και τους εκμεταλλευόμενους, της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, καταπιέζοντας τους καταπιεστές, ταυτίζεται με τη διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας.[17]

Τα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα, μπολιασμένα με τα αστικά ιδεολογήματα για τη δημοκρατία, δε βλέπουν τις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις ως καταλύτη για τη διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης που θα φέρει τη σοσιαλιστική επανάσταση στην ημερήσια διάταξη, αλλά καλούν την εργατική τάξη να συμμορφωθεί στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, μπροστά στο φόβο της βίαιης αντίδρασης της αστικής τάξης.[18] Ως άμεση συνέπεια, οι «ευρωκομμουνιστές» μιλούν για την ανάγκη η εργατική τάξη να φορτωθεί από κοινού με τους αστούς το βάρος των αδιεξόδων του καπιταλισμού.[19] Αποτέλεσμα είναι η επανάσταση να λοιδορείται ως «ξεπερασμένο» μέσο, το οποίο δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνο μέσα στο πλαίσιο προγενέστερων οικονομικοκοινωνικών συστημάτων, ενώ η πάλη μέσα από τα αστικά κοινοβούλια να υπερτιμάται και να απολυτοποιείται και η αστική νομιμότητα να εξυμνείται.[20] Η δε πάλη των κομμουνιστικών κομμάτων για την προλεταριακή εξουσία αντικαθίσταται – από τους «ευρωκομμουνιστές» – με την από τα μέσα κατάκτηση των θεσμών του καπιταλιστικού συστήματος, όπως προαναφέρθηκε.

Στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, οι «ευρωκομμουνιστές», αξιοποιώντας την οπορτουνιστική αντίληψη για «ειρηνική συνύπαρξη» του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού που είχε επικρατήσει εκείνη την περίοδο στο κομμουνιστικό κίνημα, οδηγήθηκαν στο μικροαστικό πασιφισμό, «ξεχνώντας» πως ο Λένιν υποστήριζε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνέχεια της ιμπεριαλιστικής ειρήνης και κατά συνέπεια, μόνο η μετατροπή του σε σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να χτυπήσει τη ρίζα του «κακού».[21]

Πώς όμως οι «ευρωκομμουνιστές» θα υπερασπιστούν τη διαφορετική τους υπόσταση μέσα σε μια Ευρώπη χωρισμένη σε «δύο αντίπαλους στρατιωτικοπολιτικούς σχηματισμούς», όπως οι ίδιοι επανειλημμένα καταγγέλλουν, αναπαράγοντας τις αντιλήψεις περί δύο υπερδυνάμεων, που σήμαινε ότι στην πράξη εξομοίωναν τα σοσιαλιστικά κράτη με τα ιμπεριαλιστικά; Σε πολιτικό επίπεδο επιχειρηματολογούσαν με εκλεκτικισμό υπέρ ενός εναλλακτικού σχεδίου για μια ανεξάρτητη «Ευρώπη των λαών», η οποία θα μπορούσε να επιβιώσει ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (τις δύο αντίπαλες συμμαχίες). Διακήρυσσαν μια συμμαχία των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης, παρακάμπτοντας το πραγματικό ερώτημα του Λένιν για το αν θα πρόκειται για μια καπιταλιστική – επομένως αντιδραστική – ή σοσιαλιστική ένωση της Ευρώπης.[22]
Στην πραγματικότητα και πέρα από το επίπεδο των διακηρύξεων, οι «ευρωκομμουνιστές» ξεπέρασαν και την προβεβλημένη θέση της ουδετερότητας. Στήριξαν την είσοδο των χωρών τους στο ΝΑΤΟ, προς χάριν της «ισορροπίας», ενώ η φιλειρηνική και ανεξάρτητη Ευρώπη ταυτίστηκε με την ΕΟΚ. Σε όχι λίγες περιπτώσεις τα λευκά περιστέρια της ειρήνης γίνονταν γεράκια του πολέμου για να υπερασπιστούν τις χώρες τους, «παραλείποντας» το ιμπεριαλιστικό παρελθόν και παρόν τους [23], προτάσσοντας την υπεράσπιση της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων και εγκαταλείποντας το δίκαιο πόλεμο της εργατικής τάξης.

Σαφώς οι παραπάνω στρεβλώσεις των «ευρωκομμουνιστών» δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά ήταν αποτέλεσμα σταδιακών παρεκκλίσεων και διολισθήσεων προς τη γραμμή ενός διαφορετικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, ο οποίος ευνοούνταν, δήθεν, από τη μεταπολεμική αποδυνάμωση του καπιταλισμού. Ας δούμε όμως και τα αποτελέσματα από την εφαρμογή της στρατηγικής τους.

3. Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΗΣ «ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ» ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Φυσικά, μέσα στο πλαίσιο αυτού του άρθρου δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε ολοκληρωμένα την ιστορία των τριών κομμάτων (Ιταλικό ΚΚ, Γαλλικό ΚΚ και Ισπανικό ΚΚ) και κατ’ επέκταση την πολιτική ιστορία τριών χωρών. Στην παρούσα φάση παρουσιάζονται άξονες με τους σταθμούς της πορείας των τριών κομμάτων με σκοπό να βοηθήσουν στην περαιτέρω κατανόηση του ζητήματος.

TO ΙΤΑΛΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Μετά την εκδίωξή του από την κυβέρνηση (1948) και αργότερα, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ακολούθησε μια εξαιρετικά νομιμόφρονη στάση (το διάστημα 1948 – 1968 ψήφισε τα νομοσχέδια που κατατέθηκαν στην ιταλική Βουλή [24]), προωθώντας διαρκώς την εικόνα του παράγοντα σταθερότητας.
Αρχικά, το κόμμα διατήρησε σχέσεις φιλίας με τη Σοβιετική Ένωση. Το 1964 πεθαίνει ο ιστορικός Γραμματέας Παλμίρο Τολιάτι και λίγο μετά το θάνατό του δημοσιεύεται το γράμμα του προς τον Χρουστσόφ, όπου τάσσεται υπέρ του «πολυκεντρισμού», βασικό σημείο αναφοράς στην πολιτική των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων.[25] Την ίδια στιγμή, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι το μόνο αντιπολιτευόμενο κόμμα, μετά το σχηματισμό κυβέρνησης από τους χριστιανοδημοκράτες σε συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες, τους «σοσιαλιστές» και τους ρεπουμπλικάνους. Το κρίσιμο δίλημμα που τέθηκε ήταν: μια πολιτική ρήξης με το αστικό πολιτικό σύστημα, με σκοπό την ανατροπή του καπιταλισμού ή μια προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του κομμουνιστικού κόμματος στο πλαίσιό του; Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα επέλεξε ξεκάθαρα το δεύτερο δρόμο.
Το φθινόπωρο του 1969 σημειώνονται διευρυμένες κινητοποιήσεις στα εργοστάσια της Ιταλίας, οι οποίες αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη κοινωνική κρίση που γνώρισε η Ιταλία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο [26]. Οι καταληψίες ξεπέρασαν τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι οποίες στο σύνολό τους υιοθετούσαν τη λογική της διαχείρισης, και συσπείρωσαν το 80% των εργατών. Παρ’ όλα αυτά, κάτω από την έλλειψη οποιουδήποτε πολιτικού στόχου και την απουσία κομμουνιστικού πολιτικού φορέα, οι εργατικές κινητοποιήσεις έληξαν με την ικανοποίηση κάποιων οικονομικών αιτημάτων.

Στο 13ο Συνέδριο (1972) το κόμμα για πρώτη φορά διακηρύσσει ότι δεν είναι αρκετή μια πολιτική συνεργασιών με την αριστερά για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Τα γεγονότα της Χιλής (1973) [27] αποτέλεσαν το πρόσχημα για την εμφάνιση του «ιστορικού συμβιβασμού». Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, με ηγέτη τον Ενρίκο Μπερλίνγκουερ, μετά την ανατροπή της κυβέρνησης της «Λαϊκής Ενότητας» από τη δικτατορία του Πινοσέτ, δεν οδηγείται στο συμπέρασμα για ανάγκη προετοιμασίας του κινήματος για την αξιοποίηση όλων των μορφών πάλης και της ένοπλης ενάντια στην άσκηση βίας από την αστική τάξη και το διεθνή ιμπεριαλισμό, αλλά, αντίθετα, καταλήγει στο συμπέρασμα για την ανάγκη μιας ευρύτερης συμμαχίας κομμουνιστών – σοσιαλδημοκρατών – χριστιανοδημοκρατών (ιδεολόγημα του «ιστορικού συμβιβασμού»), η οποία δε θα φοβίζει την αστική τάξη [28]. Είναι φανερό από την πολιτική αυτή τοποθέτηση ότι το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αποσκοπούσε να αξιοποιήσει την οικονομική κρίση για να φανερώσει τα αδιέξοδα του καπιταλισμού, αλλά για να αναβαθμίσει το ρόλο του στο πλαίσιο της αστικής διαχείρισης και γι’ αυτό το λόγο ο Μπερλίνγκουερ κάλεσε τους εργάτες να επωμιστούν από κοινού την κρίση. Στις εκλογές του 1976 το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε το 34,4% των ψήφων, γεγονός που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εκλογική του επιτυχία. Το αποτέλεσμα αυτής της επιτυχίας ήταν η στήριξη της κυβέρνησης το 1977, με αντάλλαγμα την προεδρία στο Κοινοβούλιο και σε κάποιες από τις σημαντικότερες επιτροπές του.
Μέσα σε αυτό το κλίμα το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα προσπάθησε να διαμορφώσει μια κοινή στρατηγική με τα υπόλοιπα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα στις συναντήσεις του 1975 και στη συνδιάσκεψη των κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης στο Βερολίνο το 1976 [29]. Αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας ήταν η κοινή συνάντηση των τριών βασικών «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων στη Μαδρίτη το 1977.

Η συμμετοχή στην κυβέρνηση όμως δεν αποτέλεσε τη δικαίωση, αλλά τη χρεοκοπία των «ευρωκομμουνιστικών» θεωριών, τουλάχιστον με αυτή τη μορφή. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αντί να διαβρώσει την αστική εξουσία, διαβρώθηκε το ίδιο. Το περιβόητο σύνθημα του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ότι αποτελεί ταυτόχρονα κόμμα διαμαρτυρίας και κόμμα εξουσίας, έγινε σμπαράλια στη μέγγενη του κυβερνητισμού, μέλη και ψηφοφόροι του άρχισαν να απογοητεύονται, γεγονός με άμεσο αντίκρισμα στα εκλογικά του ποσοστά. Οι προσπάθειες «διάσωσης» του κύρους του κόμματος στηρίζονταν στην όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση από το μαρξισμό – λενινισμό, αναπαράγοντας τα πολιτικά του αδιέξοδα [30]. Ως νέα πρόταση εξουσίας σερβιρίστηκε ξαναζεσταμένη η πολιτική συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες. Η πορεία ταχύτατης σοσιαλδημοκρατικοποίησης ολοκληρώθηκε με τη διάλυση του κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990, υπό το φως των αντεπαναστατικών εξελίξεων στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη και το βάρος των οικονομικών σκανδάλων που συντάραξαν και τα τρία κόμματα (που θα ενσάρκωναν, κατά τον Μπερλίνγκουερ, τον ιστορικό συμβιβασμό) [31].

ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Η πορεία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος προς τον «ευρωκομμουνισμό» αρχίζει το 1964, όταν κατά τη διάρκεια του 17ου Συνεδρίου του αποκηρύσσονται η δικτατορία του προλεταριάτου και η βίαιη κατάληψη της εξουσίας [32]. Το 1965 κοινός υποψήφιος κομμουνιστών και σοσιαλδημοκρατών ορίζεται ο Φρανσουά Μιτεράν. Για τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα άσκησε ήπια κριτική στην ΕΣΣΔ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, γεγονός που δεν εμπόδισε την αποχώρηση του ηγέτη των «ανανεωτικών» Γκαροντί, αλλά που οδήγησε σε παραίτηση από την άλλη πλευρά τη χήρα του Μορίς Τορέζ.

Τα γεγονότα του Μάη του 1968, τα οποία διογκώθηκαν με τη συμμετοχή της εργατικής τάξης και τις καταλήψεις εργοστασίων, βρήκαν το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα – παρά τη συμμετοχή του στις κινητοποιήσεις – να μην μπορεί να αποδείξει την ιδεολογικοπολιτική του πρωτοπορία. Υιοθέτησε την πρόταση των σοσιαλδημοκρατών για μεταβατική κυβέρνηση και όταν ο Ντε Γκολ αποφάσισε την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, έχοντας ως εχέγγυο τα προηγούμενα εκλογικά του αποτελέσματα, ρίχτηκε στην εκλογική μάχη, συμβάλλοντας στο σταμάτημα των κινητοποιήσεων. Δεν προσπάθησε να θέσει αιτήματα πέραν του οικονομισμού και της διαχείρισης. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη σαφούς επαναστατικής στρατηγικής ήταν η τροφή της υπερεπαναστατικής φρασεολογίας και ταυτόχρονα αντικομμουνιστικής δράσης των ηγετών των αριστεριστών φοιτητών. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες το πολιτικό καθεστώς κατόρθωσε εύκολα να διαχειριστεί την κρίση μέσω των εκλογών και να οδηγήσει σε απογοήτευση τους αγωνιζόμενους φοιτητές και εργάτες. Η αντιπαράθεση του Γαλλικού ΚΚ με τις αριστερίστικες ομάδες (οι οποίες ανέπτυξαν θεωρίες περί κατάργησης της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης και προωθούσαν τον αντισοβιετισμό) δεν αφορούσε την πάλη για το σωστό πολιτικό προσανατολισμό και την αντιμετώπιση των στρεβλώσεών τους, αλλά γινόταν στο όνομα της υπεράσπισης της «κοινωνικής ειρήνης». Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τη διακήρυξη του Σαμπινί (1969), αλλά και από το κοινό εκλογικό πρόγραμμα κομμουνιστών – σοσιαλδημοκρατών στις εκλογές του 1972, όπου, ανάμεσα στα άλλα, αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα συμμετοχής της χώρας στην ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ [33].

Στις προεδρικές εκλογές του 1974 η συνεργασία κομμουνιστών – σοσιαλδημοκρατών πέτυχε ένα καλό αποτέλεσμα. Το 1976 το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, κατά τη διάρκεια του 22ου Συνεδρίου, εναρμονίζει τις θέσεις του με τον «ευρωκομμουνισμό» και αποδέχεται τον πολυκομματισμό μέσα στο πλαίσιο του σοσιαλισμού, ενώ δεν παρίσταται στο 25ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ αντιπρόσωπος του κόμματος [34]. Το 1977 συμμετέχει στην κοινή διακήρυξη των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων στη Μαδρίτη.
Την επόμενη όμως χρονιά, στις εκλογές και τις ευρωεκλογές, καταγράφεται εξασθένιση των κομμουνιστών σε σχέση με τους σοσιαλδημοκράτες. Από την άλλη, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα προσπάθησε να επαναπροσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση, δραστηριότητα που θα κορυφωθεί μέσω της διακοπής της συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες και της υποστήριξης της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο του Αφγανιστάν (1979). Η νέα στάση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση επιβεβαιώνεται και στο 23ο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (1979), οι αποφάσεις του οποίου συνεχίζουν να κλείνουν το μάτι και στους «ευρωκομμουνιστές». Το πρόγραμμα του 23ου Συνεδρίου προσεγγίζει κατά πολύ αυτό των σοσιαλδημοκρατών και ταυτόχρονα αποκηρύσσει το «σταλινισμό» [35].

Η παλινωδία του κόμματος θα συνεχιστεί, όταν το 1981 οδηγείται μετά από ένα κακό εκλογικό ποσοστό – και αφού το ίδιο όλα τα προηγούμενα χρόνια έχει καλλιεργήσει τις αυταπάτες περί κυβέρνησης της αριστεράς – σε κυβερνητική συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες συμμετέχοντας με τέσσερις υπουργούς [36]. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθέτησε τα βασικά σημεία του κυβερνητικού προγράμματος των σοσιαλδημοκρατών και τα τρία επόμενα χρόνια παραπαίει ανάμεσα στην «προοδευτική διακυβέρνηση» και την αντιπολίτευση, για να αποχωρήσει από την κυβέρνηση το 1984. Έχει όμως χάσει το κύρος του αγωνιζόμενου κόμματος και παράλληλα τα ποσοστά του δεν μπορούν πια να εγγυηθούν ούτε καν τη διαχειριστική του χρησιμότητα. Ο διμέτωπος αγώνας (έναντι των σοσιαλδημοκρατών και των γκολικών) που θα κηρυχτεί στα πλαίσια του 25ου Συνεδρίου συνιστά περισσότερο μια νέα καιροσκοπική αλλαγή [37], η οποία όμως δε θα συγκινήσει ακόμα και τους πιο πιστούς οπαδούς του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που κουράστηκαν από τις συνεχείς του ταλαντεύσεις.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κινήθηκε πια οριστικά στην κατεύθυνση της συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες και της αναθεώρησης των αρχών του, ενώ λίγο αργότερα αφαίρεσε από το σήμα του και το σφυροδρέπανο, το οποίο έτσι και αλλιώς για πολλά χρόνια βρισκόταν μακριά από την πολιτική του πρακτική.

ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Στο 5ο Συνέδριο του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (1954) εκφράστηκε η διαμάχη ανάμεσα στην «παραδοσιακή» του ηγεσία και τον μετέπειτα Γενικό Γραμματέα του κόμματος, Σαντιάγκο Καρίγιο, η οποία ολοκληρώθηκε στο 6ο Συνέδριο (1959) με την υιοθέτηση από την πλευρά του κόμματος της πολιτικής της «εθνικής συμφιλίωσης» για την ανατροπή της φρανκικής δικτατορίας με ειρηνικά μέσα [38]. Η αποδοχή της πολιτικής του 20ού Συνεδρίου αποτελεί ουσιαστικά την αφετηρία για την προσπάθεια διαχωρισμού του κόμματος από την ως τότε πολιτική του πρακτική. Το γεγονός αυτό πιστοποιείται από τη δραστηριότητα του κόμματος την επόμενη δεκαετία, οπότε και κατευθύνθηκε στην προσπάθεια οικοδόμησης ευρέων συμμαχιών στη βάση της κατοχύρωσης της αστικής δημοκρατίας και στην καταδίκη της πολιτικής του ΚΚΣΕ, με αποκορύφωμα τη στάση του απέναντι στα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας. 

Παρά τις όποιες εκτιμήσεις, ωστόσο, σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, το φρανκικό καθεστώς παραμένει ακμαίο. Την ίδια στιγμή όμως, οι δυνάμεις του κόμματος πολλαπλασιάζονται, όπως και η δράση του στους διάφορους εργατικούς χώρους [39]. Η αυγή της δεκαετίας του 1970 θα βρει το κόμμα με ανεβασμένη επιρροή σε μια σειρά χώρους, αλλά και με μια προσπάθεια συνεργασιών, η οποία εκτεινόταν από το μικρό Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα ως και τους οπαδούς του πρίγκιπα Κάρλος, στη βάση της οποίας ιδρύθηκε η Junta Democratica. Το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα δηλώνει ότι οι επιλογές αφορούν και τη μετά Φράνκο εποχή και δέχεται την προοπτική μιας μελλοντικής εισόδου της χώρας σε ΝΑΤΟ και ΕΟΚ [40]. Έτσι και αλλιώς, το 8ο Συνέδριο του κόμματος (1972) και το Προγραμματικό του Κείμενο (1973) είχαν στηριχτεί στο βασικό ιδεολογικό πυρήνα του «ευρωκομμουνισμού» [41].

Η ασθένεια και ο θάνατος του Φράνκο πυροδοτεί μια έντονη κινητικότητα από την πλευρά της αστικής τάξης και των κομμάτων της, φανερώνοντας πως οι ημέρες του δικτατορικού καθεστώτος ήταν μετρημένες. Απόρροια αυτής της νέας συνθήκης είναι και η ένωση της Junta Democratica με τη Platforma de Convergencia (αντιδικτατορική οργάνωση συνεργασίας σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοδημοκρατών), που δήλωνε όχι μόνο τη θέληση του λαού για την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος, αλλά και την επιθυμία της εγχώριας αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών για μετάβαση σε μια αστική δημοκρατία, αφού και το παλιό καθεστώς δεν μπορούσε πια να ανταποκριθεί στα συμφέροντά τους [42]. Η κατάσταση αυτή πολιτικά αποκρυσταλλώνεται με το διορισμό στη θέση του δοτού (από το βασιλιά) πρωθυπουργού του μετριοπαθούς Αδόλφο Σουάρεθ (Ιούνιος 1976), ο οποίος υπόσχεται εκδημοκρατισμό και εκλογές για την επόμενη χρονιά. 
Μέσα σε ένα κλίμα αισιοδοξίας για τον αστικό εκδημοκρατισμό και τη νομιμοποίηση του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το Μάρτιο του 1977, το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα θα συνυπογράψει τη διακήρυξη της Μαδρίτης. Η αλλαγή της μορφής της αστικής εξουσίας δε συνοδεύεται από αλλαγές στην πολιτική του κόμματος. Η ηγεσία του κόμματος υπό τον Καρίγιο προσπαθεί να κατοχυρώσει και ιδεολογικοπολιτικά τον «ευρωκομμουνισμό», μιλώντας για την ανάγκη μιας κοινής πολιτικής κομμουνιστών – σοσιαλδημοκρατών και φιλελεύθερων δημοκρατών για την εδραίωση της δημοκρατίας. Το αποτέλεσμα είναι το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα να λάβει χαμηλό ποσοστό σε σχέση με τις προσδοκίες του στις πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1977 [43] και να μην μπορέσει να καρπωθεί (εκλογικά) την τεράστια συμβολή του σε όλες τις φάσεις του αντιδικτατορικού αγώνα. 

Ακολουθώντας την ίδια πολιτική, το κόμμα συνυπόγραψε μαζί με το κυβερνών Λαϊκό Κόμμα και τους σοσιαλδημοκράτες μια κοινή διακήρυξη, η οποία προέβλεπε τη συμφωνία των κομμάτων για μια συναινετική αντιμετώπιση της κρίσης και για μια κατασταλτική πολιτική έναντι της βασκικής οργάνωσης ΕΤΑ, με αντάλλαγμα την κάλυψη περιορισμένων οικονομικών αιτημάτων των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Ενώ οι «ευρωκομμουνιστές» προσπάθησαν να περιορίσουν τις εργατικές κινητοποιήσεις για να αποδείξουν ότι αποτελούν παράγοντα σταθερότητας, οι σοσιαλδημοκράτες αξιοποίησαν την πολιτική του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος για την αναρρίχησή τους στην εξουσία.

Έτσι οι σοσιαλδημοκράτες εμφανίστηκαν μαχητικά αντιπολιτευόμενοι της φιλελεύθερης κυβέρνησης και κατάφεραν να αποκτήσουν κύρος και στον προνομιακό χώρο του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, δηλαδή στα συνδικάτα. Το 1978, το 9ο Συνέδριο του κόμματος απορρίπτει το λενινισμό, συνεχίζοντας την πορεία μετάλλαξής του [44]. Πρόσκαιρα στις εκλογές του 1979 βελτιώνει το ποσοστό του, λόγω της έντασης και της βίας από παραστρατιωτικούς και την ΕΤΑ που κάνουν να φαίνεται θελκτική η πρόταση ευρείας συνεργασίας για αποφυγή ενός νέου πραξικοπήματος. Το 10ο Συνέδριο (1981) θα είναι μια διαμάχη ανάμεσα στους οπαδούς της συνολικής αναθεώρησης και τους «ευρωκομμουνιστές», η οποία δε θα μπορέσει να σώσει το κόμμα από την εκλογική κατρακύλα στις εκλογές του 1982. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το κόμμα, όλα αυτά τα χρόνια, απομακρύνθηκε από τις αρχές του και έχασε την παραδοσιακή του εργατική βάση, με αποτέλεσμα η πολιτική του πρόταση σταδιακά να εκπέσει σε καιροσκοπικές συμμαχίες, οι οποίες γίνονταν στο όνομα κάποιου αόρατου εχθρού της αστικής δημοκρατίας και άφηναν άθικτη την αστικοδημοκρατική διαχείριση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Ο επόμενος Γενικός Γραμματέας προσανατόλισε το κόμμα σε μια πολιτική διάχυσης στο ευρύτερο σχήμα της «Ενωμένης Αριστεράς» και συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες. Αυτή η πολιτική συνεχίζεται ως τις ημέρες μας.

4. ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

Οι «ευρωκομμουνιστές» εμφάνιζαν τη στρατηγική τους ως αποτέλεσμα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που παρουσιάστηκαν στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες μετά το τέλος του Β` Παγκοσμίου Πολέμου. Οι δεδομένες συνθήκες της καπιταλιστικής Δυτικής Ευρώπης δε σηματοδότησαν αλλαγή εποχής στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά, αντίθετα, επιβεβαίωσαν το χαρακτήρα της εποχής, ως εποχή του ιμπεριαλισμού και της αναγκαιότητας των σοσιαλιστικών επαναστάσεων και κατά συνέπεια δε δικαιολογούν την αλλαγή της στρατηγικής των κομμουνιστικών κομμάτων. Μήπως όμως οι συνθήκες αυτές ευνόησαν παράλληλα την ανάπτυξη του «ευρωκομμουνισμού»; Ο προσδιορισμός της κοινωνικοταξικής αναφοράς του «ευρωκομμουνισμού» είναι απαραίτητος, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το επίπεδο του ιδεολογικού υποκειμενισμού.

Πρέπει να δούμε την «ευρωκομμουνιστική» στροφή στα κομμουνιστικά κόμματα ως αποτέλεσμα δεδομένων συνθηκών, δίχως αυτό να σημαίνει ότι δε θα μπορούσε να ακολουθηθεί ένας διαφορετικός επαναστατικός δρόμος. Βεβαίως αυτός ο προβληματισμός δεν μπορεί να εξαντληθεί στο παρόν άρθρο. Το ακόλουθο σκεπτικό έχει αποκλειστικό σκοπό να συμβάλει στον προβληματισμό, στην κατεύθυνση της μαρξιστικής – λενινιστικής ανάλυσης, για τη ρίζα του «ευρωκομμουνισμού» και του σύγχρονου δεξιού οπορτουνισμού γενικότερα.
Ξεκινώντας από τη μεταπολεμική κατάσταση της Ευρώπης, παρατηρούμε ότι μετατρέπεται ακόμα περισσότερο σε επίκεντρο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο οικονομικοκοινωνικά συστήματα (σοσιαλιστικό και καπιταλιστικό). Για πρώτη φορά, οι πόθοι των εκμεταλλευόμενων έχουν ενσαρκωθεί στη σοσιαλιστική εξουσία. Η σύγκριση με την ΕΣΣΔ και τις κατακτήσεις της εγείρει αυξημένες αξιώσεις και από το εργατικό κίνημα των δυτικών χωρών. Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που αρκετά κομμουνιστικά κόμματα, πρωτοστατώντας στον αντιφασιστικό αγώνα των λαών της Ευρώπης, απολαμβάνουν διευρυμένο κύρος σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, γεγονός που εκφράζεται και με την άνοδο των εκλογικών ποσοστών τους και την κυριαρχία τους στα συνδικάτα [45]. Η νίκη της ΕΣΣΔ στον αντιφασιστικό αγώνα αυξάνει την επιρροή του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στους λαούς.

Παράλληλα, στη μεταπολεμική εποχή η Ευρώπη αποτελεί ένα κρίσιμο κέντρο από οικονομική και γεωστρατηγική άποψη για τον ιμπεριαλισμό και ταυτόχρονα στις χώρες της βρίσκεται συγκεντρωμένη μια πολυπληθής εργατική τάξη, έντονα συνδικαλισμένη και πολιτικά οργανωμένη. Το σχέδιο Μάρσαλ δηλώνει σαφώς την προσπάθεια θωράκισης της κυριαρχίας των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, ενώ τα κεφάλαια που χρησιμοποιούνται δίνουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης νέων συμμαχιών της αστικής τάξης με τα μεσαία στρώματα και εξαγοράς ευρύτερων τμημάτων της εργατικής τάξης. Επιπρόσθετα, οι ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Ευρώπης, αν και δέχονται πλήγμα από τους αντιαποικιακούς αγώνες και τη συντριβή της αποικιοκρατίας στις περισσότερες χώρες, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, διατηρούν την οικονομική «επιρροή» τους στη βάση της εντεινόμενης εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και των προνομιακών συμφωνιών με τις αναδυόμενες αστικές τάξεις των πρώην αποικιών.

Από τα παραπάνω χαρακτηριστικά γίνεται αντιληπτό πως το εργατικό κίνημα της δυτικής Ευρώπης είχε αρκετά καλές προϋποθέσεις για να αποσπάσει κατακτήσεις και από την άλλη πλευρά μεγάλους κινδύνους να συμπαρασυρθεί στο ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό, λόγω των ιμπεριαλιστικών υπερκερδών [46].
Οι οικονομικοί κυρίως αγώνες που ξέσπασαν την επόμενη του πολέμου οδήγησαν στην κατοχύρωση πολλών δικαιωμάτων για την εργατική τάξη, κάτω από το φόβο μιας νέας επαναστατικής κρίσης, αλλά και την οικονομική δυνατότητα παραχωρήσεων που προσέφερε η (δεδομένης της καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων από τον πόλεμο) μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη. Οι αστικές τάξεις, πιο έμπειρες από παλιότερα στην αντιπαράθεση με το κομμουνιστικό κίνημα, διαμόρφωσαν μια νέα τακτική υπεράσπισης της κυριαρχίας τους, η οποία ήταν σε θέση να εναλλάσσει την καταστολή με την πολιτική παραχωρήσεων, ενσωμάτωσης και τον αντικομμουνισμό με την προσπάθεια χειραγώγησης των κομμουνιστικών κομμάτων.

Η ευρεία κατοχύρωση πολιτικών δικαιωμάτων και η βελτίωση του οικονομικού επιπέδου της εργατικής τάξης οδήγησε σε δύο αποτελέσματα. Κατ’ αρχήν αναπτύχθηκαν ευρέως μέσα στο εργατικό και στο κομμουνιστικό κίνημα αντιλήψεις περί αταξικότητας του κράτους [47]. Επιπλέον, στο πλαίσιο μιας σχετικής πολιτικής σταθεροποίησης, οι αστικές τάξεις χρησιμοποίησαν την τεράστια εμπειρία τους από τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού (σειρά πολιτικών δικαιωμάτων, νόμιμη δραστηριότητα συνδικάτων, λειτουργία εκλεγμένης τοπικής αυτοδιοίκησης, εκπροσώπηση των κομμουνιστών στο κοινοβούλιο) για τη δημιουργία μιας πληθώρας μηχανισμών ενσωμάτωσης, στους κόλπους των οποίων άνθησε μια πολυπληθής εργατική αριστοκρατία [48]. Αυτή συνέδραμε σε πολύ μεγάλο βαθμό στον αποπροσανατολισμό του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, αφού είχε πολύ περισσότερα να χάσει από τις αλυσίδες της [49]. Οι δύο συνέπειες λειτούργησαν συμπληρωτικά στην όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση των κομμουνιστικών κομμάτων από μια επαναστατική γραμμή πλεύσης.

Η επικράτηση μιας οπορτουνιστικής στρατηγικής στο πλαίσιο των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων βοήθησε στην κυριαρχία και την αναπαραγωγή των αντιλήψεων της εργατικής αριστοκρατίας, αφού θεώρησε την πάλη για την κατάληψη αστικών θεσμών μέσα στο αστικό κράτος πρωταρχικό της μέλημα και συνέβαλε στην ισχυροποίηση μικροαστικών στοιχείων στην οργανωτική τους βάση [50]. Τα μικροαστικά στοιχεία με τη σειρά τους βοήθησαν στην παραπέρα μετάλλαξή τους. Με αυτό τον τρόπο σχηματίστηκε στην ουσία ένας φαύλος κύκλος, όπου κάθε βήμα οδηγούσε στην όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση από το μαρξισμό – λενινισμό. 
Μελετώντας την πολιτική ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης, θα διαπιστώσουμε ότι τα πρώτα χρόνια την πολιτική διαχείριση ανέλαβαν τα αστικά κόμματα, τα οποία, βασιζόμενα στην οικονομική ανάπτυξη, θεμελίωσαν μια εικόνα συμμαχίας των τάξεων για την κοινωνική προκοπή και την ανοικοδόμηση, που συμπληρωνόταν από τη ρεφορμιστική γραμμή πάλης των συνδικάτων. Τα συνδικάτα, μην τολμώντας να αμφισβητήσουν ποτέ το ίδιο το καθεστώς της μισθωτής εργασίας σε κοινωνικό επίπεδο [51] και του ιμπεριαλισμού σε διεθνές, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εξιδανίκευση της αστικής δημοκρατίας (γεγονός ακόμα πιο έντονο σε χώρες όπως η Ισπανία, όπου το δίλημμα, αντί να είναι καπιταλισμός ή σοσιαλισμός, μεταφέρθηκε από το χαρακτήρα στη μορφή της πολιτικής εξουσίας, με το δίλημμα ανοιχτή στρατιωτική δικτατορία ή δημοκρατική μορφή δικτατορίας της αστικής τάξης). Η κρίση που ξέσπασε όμως απαιτούσε τη συναίνεση και των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων, προκειμένου να είναι «αναίμακτη» για τον ιμπεριαλισμό.

Η πολιτική μετάλλαξη των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων, σε αντιστοιχία και με την απώλεια της εργατικής ταυτότητάς τους, τα οδήγησε στην αδυναμία να ακολουθήσουν μια πολιτική ρήξης σε κρίσιμες περιόδους της ταξικής πάλης. Η συνεχή τους μετατόπιση προς τη σοσιαλδημοκρατία αποτέλεσε παράγοντα σταθερότητας του αστικού πολιτικού συστήματος βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Η οικονομική κρίση που άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, μέσα στην οποία τα κομμουνιστικά κόμματα μπορούσαν και όφειλαν να προβάλλουν την επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, μετατράπηκε σε ταφόπλακα της «ευρωκομμουνιστικής» στρατηγικής, προσφέροντας – σε συνδυασμό και με τις εξελίξεις στα σοσιαλιστικά κράτη – παράταση ζωής στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία.

Οι «ζημιές» που προκάλεσαν στο κομμουνιστικό κίνημα τα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα δεν ήταν προσωρινές. Συνέβαλαν στη διαστρέβλωση της κομμουνιστικής στρατηγικής, στην απομαζικοποίηση των συνδικάτων και στην πολιτική ενσωμάτωση. Επιπρόσθετα, τα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα αποτέλεσαν έναν από τους παράγοντες οπορτουνιστικής πίεσης προς τα κομμουνιστικά κόμματα των σοσιαλιστικών κρατών, συμβάλλοντας στη νίκη της αντεπανάστασης. Η συγκεκριμένη δραστηριότητά τους, σε συνδυασμό με την υποχώρηση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, εξακολουθεί να επιδρά αρνητικά στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και τη διαπάλη για τον επαναστατικό προσανατολισμό του αγώνα της εργατικής τάξης.

5. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟΥ “ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ”

Η διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας στα 1968 και η δημιουργία μετά από λίγο του «ΚΚΕ Εσωτερικού» θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η ελληνική έκφραση του «ευρωκομμουνισμού». Ωστόσο, η διάσπαση αυτή είναι απότοκος μιας σειράς εξελίξεων στο πλαίσιο του ελληνικού και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Οφείλουμε να προχωρήσουμε σε μια ενδεικτική καταγραφή των γεγονότων που αποτέλεσαν (πέρα από τα γενικότερα που επηρέασαν το σύνολο των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων) την κοιτίδα της έκφρασης του «ευρωκομμουνισμού» στην Ελλάδα.

Πριν από την 6η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1956), στο πλαίσιο της συζήτησης της ήττας του 1949, μια σειρά κομματικών στελεχών εξέφρασαν τη διαφωνία τους με τις αποφάσεις της τότε ηγεσίας του Κόμματος με επικεφαλής τον Γενικό Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη, για τη στροφή στην ένοπλη πάλη και τη μη συμμετοχή στις εκλογές του Μάρτη του 1946 [52]. Η κριτική αυτή εξέφραζε αυταπάτες περί της δυνατότητας ειρηνικής επίλυσης της διαμάχης με τον αγγλικό και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, προς όφελος της εργατικής τάξης και της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Την ίδια στιγμή αποσιωπούσε ότι η συστηματική και συνειδητή προσπάθεια να μην εκφραστεί η θέληση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού ξεκινούσε από τους ιμπεριαλιστές σε συνεργασία με την ντόπια αστική τάξη.

Η 6η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ αποτέλεσε τον ελληνικό αντίκτυπο του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Η Ολομέλεια (στην οποία αντικαταστατικά συμμετείχαν και καθαιρεμένα ή διαγραμμένα μέλη) δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι έγινε σημείο αναφοράς. Η πλειοψηφία των ηγετών του λεγόμενου ΚΚΕ Εσωτερικού ανέτρεχε πάντα στην 6η πλατιά Ολομέλεια, χαρακτηρίζοντάς την ως ένα θετικό αλλά ημιτελές βήμα στην προοπτική «ανανέωσης» της πολιτικής του Κόμματος [53].
Το 1958 η 8η Ολομέλεια του ΚΚΕ αποφάσισε τη διάλυση των Κομματικών Οργανώσεων, τη συμμετοχή των κομμουνιστών στην ΕΔΑ και τη μετατροπή της τελευταίας σε ένα ενιαίο κόμμα. Η απόφαση αυτή μοιραία οδήγησε στην παραπέρα μη αυτοτελή ύπαρξη και δράση του Κόμματος, άφησε απροετοίμαστο το κομματικό δυναμικό για μια νέα περίοδο παρανομίας, αλλά και μαχητικής διεκδίκησης της νόμιμης δράσης του, καλλιέργησε λικβινταριστικές τάσεις. Στη 12η Ολομέλεια του 1968 υπήρξε ρήξη με τη συγκροτημένη οπορτουνιστική φραξιονιστική ομάδα μελών της ηγεσίας του ΚΚΕ [54].

Η επιβολή του στρατιωτικού πραξικοπήματος τον Απρίλη του 1967 λειτούργησε ως μεγεθυντικός φακός για τα προβλήματα του Κόμματος. Η ανάγκη επίλυσης του οργανωτικού προβλήματος και η συγκεκριμενοποίηση της πολιτικής του Κόμματος έγινε απαραίτητη, ειδικότερα στις νέες πολιτικές συνθήκες. Η διάσπαση στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ δεν αποτέλεσε την έκφραση μιας διαμάχης ανάμεσα σε ομάδες στελεχών ούτε, πολύ περισσότερο, την αντίθεση ανάμεσα στα μέλη του Κόμματος που βρίσκονταν στην Ελλάδα και τα υπόλοιπα του εξωτερικού (όπως χυδαία υποστήριξε η ηγεσία του «ΚΚΕ Εσωτερικού», ανατροφοδοτώντας την αστική προπαγάνδα για κόμμα – εξάρτημα της Σοβιετικής Ένωσης), αλλά ήταν η ανοιχτή εκδήλωση της ύπαρξης μιας συγκροτημένης φραξιονιστικής ομάδας σε επίπεδο κορυφής, η οποία προσπαθούσε να αναθεωρήσει τις αρχές λειτουργίας του Κόμματος. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τη διαμάχη σε όλες τις Κομματικές Οργανώσεις (εσωτερικού και εξωτερικού) και την υπερψήφιση της απόφασης της 12ης Ολομέλειας με συντριπτική πλειοψηφία στις περισσότερες Οργανώσεις. Το ίδιο αυθαίρετος θα πρέπει να χαρακτηριστεί και ο ισχυρισμός για υπερίσχυση λόγω της στάσης του ΚΚΣΕ, μιας και τα στελέχη που αποχώρησαν πρώτα απ’ όλους απευθύνθηκαν στο ΚΚΣΕ, προσπαθώντας να το εμπλέξουν, αποσκοπώντας στην υποστήριξη της ηγεσίας του, πράγμα που όμως δεν κατόρθωσαν [55].

Η ύπαρξη δύο αντιλήψεων μέσα στην ΚΕ καταγράφεται στην απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του Αυγούστου του 1968. Το γεγονός αυτό επισήμαναν ακόμα και οι ειλικρινείς εκφραστές της πολιτικής της ομάδας στελεχών που αποσπάστηκε από το ΚΚΕ. Χαρακτηριστικά, ο Μανώλης Γλέζος από την πρώτη στιγμή μίλησε για τη μη δυνατότητα επανένωσης και κάλεσε τους κομμουνιστές και τους άλλους αριστερούς να ενταχθούν στην ΕΔΑ [56], αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο τον απώτερο στόχο για τη διάλυση του ΚΚΕ.

Η ΕΔΑ, από την ίδια της τη φύση, ως συμμαχία κομμουνιστών με σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, στην οποία κυριαρχούσαν σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις, είχε πολιτική πρόταση στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος. Οι οξυμένες πολιτικές και οικονομικές αντιφάσεις εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα δεν μπόρεσαν να αξιοποιηθούν για τη διαμόρφωση ενός ριζοσπαστικού ρεύματος που θα αμφισβητούσε συνολικά την αστική εξουσία. Αντίθετα, οι δυνάμεις της ΕΔΑ με τη συμμετοχή των κομμουνιστών στήριξαν μια πολιτική συνεργασίας με την Ένωση Κέντρου, στο όνομα της εργατικής σύνθεσης μεγάλου μέρους της εκλογικής της βάσης, καλλιεργώντας την ψευδή αντίθεση «Δεξιάς – δημοκρατικών δυνάμεων», καταγράφοντας την ΕΡΕ ως εκφραστή των συμφερόντων της ξενόδουλης αστικής τάξης, σε διάκριση από την «εθνική» πατριωτική, που εξέφραζε η Ένωση Κέντρου, όπως υποστήριξε το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1961). Το ίδιο έκανε λόγο για την εθνική δημοκρατική αλλαγή, που τη θεωρούσε ως το πρώτο επαναστατικό στάδιο πριν το σοσιαλισμό.
Την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο του ΚΚΕ κάποια από τα στελέχη του (και κυρίως αυτά που στη συνέχεια αποτέλεσαν τον ηγετικό πυρήνα του «ΚΚΕ Εσωτερικού») εξέφρασαν την άποψη ότι το ΚΚΕ δεν πάλευε αρκετά για τις μεταρρυθμίσεις και μάλιστα σε μια εποχή που οι κομμουνιστές και άλλοι ριζοσπάστες αγωνιστές πρωτοστάτησαν στην αναζωογόνηση του συνδικαλιστικού κινήματος και πέτυχαν την κατάκτηση δικαιωμάτων υπέρ της εργατικής τάξης. Σκοπός αυτής της κριτικής ήταν η προβολή της μεταρρυθμιστικής αντίληψης, δηλαδή η προβολή του σοσιαλισμού ως ενός αθροίσματος μεταρρυθμίσεων του καπιταλισμού, κατά τα πρότυπα του «ευρωκομμουνισμού». Η έλλειψη μιας στρατηγικής «μετωπικής σύγκρουσης» με τα συμφέροντα του κεφαλαίου και σε αυτή την περίπτωση λειτούργησε ως λίπασμα για την καλλιέργεια τέτοιων στρεβλώσεων.

Τέλος, κάποια κομματικά στελέχη μίλησαν ακόμα και για την ανάγκη ύπαρξης πολυκομματικού συστήματος στο πλαίσιο του σοσιαλισμού, με την «ευρωκομμουνιστική» αστική έννοια βέβαια, η οποία δεν υποστηρίζει το δικαίωμα της αυτοτελούς έκφρασης των σύμμαχων δυνάμεων, αλλά ταυτίζει την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα με τη διατήρηση του δικαιώματος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας [57].

6. Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥ «ΚΚΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ» ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΚΕ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΑΔΕ ΚΑΙ Η ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΣΕ «ΕΑΡ»

Την επομένη της διάσπασης και για μεγάλο χρονικό διάστημα το «ΚΚΕ Εσωτερικού» προσπαθεί να εμφανιστεί ως η νόμιμη ηγεσία του Κόμματος, αλλά στην «Έκτακτη Ολομέλεια» που συγκαλεί φανερώνονται σε όλο τους το μεγαλείο οι αντιφάσεις και η υποκρισία του.[58] Το ΚΚΕ κατηγορήθηκε για την αδυναμία επίλυσης του οργανωτικού ζητήματος, τη στιγμή που η προσπάθεια ανασύστασης των κομματικών οργανώσεων παρακωλυόταν από τα ίδια τα στελέχη που ίδρυσαν αργότερα το «ΚΚΕ Εσωτερικού». Μάλιστα, το «ΚΚΕ Εσωτερικού» έφτασε να μιλά για λεγκαλιστική νοοτροπία, αναφορικά με την επιδίωξη του Κόμματος να νομιμοποιηθεί de facto, έπειτα από το θετικό κλίμα που επικρατούσε μετά τις εκλογές του 1964. Οι ηγέτες του «ΚΚΕ Εσωτερικού» αποσιωπούσαν ότι οι αντιρρήσεις για την πραγματοποίηση αυτής της κίνησης δικαιολογούνταν με το ότι θα φόβιζε τους συμμάχους στην ΕΔΑ και θα εμπόδιζε τη συνεργασία με την «Ένωση Κέντρου».

Τα «λάθη» αυτά του ΚΚΕ αποδόθηκαν – σύμφωνα με τους ηγέτες του «ΚΚΕ Εσωτερικού» – στην αδυναμία κατανόησης της ελληνικής πραγματικότητας. Τη στιγμή που οι ίδιοι, σαμποτάροντας τη δημιουργία παράνομων κομματικών οργανώσεων, δεν έδιναν τη δυνατότητα σε ένα ευρύτερο κομματικό δυναμικό να προσφέρει συνθετικά την εμπειρία του και τασσόμενοι ενάντια στη νομιμοποίηση του Κόμματος δεν έκαναν εφικτή τη μεταφορά του κομματικού κέντρου στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά από τα στελέχη τους, όπως ο Λεωνίδας Κύρκος, [59] μέμφονταν το ΚΚΕ για την αδυναμία γνώσης της ελληνικής πραγματικότητας και της πρόβλεψης της χούντας, όταν είναι γνωστό ότι το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου, τυπωνόταν η «Αυγή» με άρθρο σχετικά με το γιατί δε θα υπάρξει στρατιωτικό πραξικόπημα.
Επίσης, κατηγόρησαν το ΚΚΕ ότι δεν εκμεταλλεύτηκε την αντίφαση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση της εκλογικής βάσης της Ένωσης Κέντρου και την αστική πολιτική της ηγεσίας της. Δεν αποζητούσαν βέβαια μια πολεμική που θα αναδείκνυε την αντίφαση και θα προσπαθούσε να απεγκλωβίσει κομμάτια της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων στρωμάτων από την επιρροή της αστικής πολιτικής. Επέμεναν ότι θα ήταν σωστή μια συνεργασία της ΕΔΑ με την Ένωση Κέντρου, παρόλο που η τελευταία, ακόμα και μπροστά στον κίνδυνο της δικτατορίας, προτίμησε να συνεχίσει το διμέτωπο αγώνα της (από τη μια ενάντια στην ΕΡΕ και από την άλλη ενάντια στην ΕΔΑ), από το να προστατέψει την αστική δημοκρατία.

Τέλος, το «ΚΚΕ Εσωτερικού» κατηγόρησε το ΚΚΕ για τη μη χρησιμοποίηση όλων των μεθόδων πάλης (ακόμα και της ένοπλης) για την ανατροπή της δικτατορίας. Οι υπερασπιστές της ομαλής μετεξέλιξης, του ειρηνικού περάσματος και των στημένων εκλογών του 1946 βρέθηκαν να θυμούνται την ένοπλη πάλη με τρόπο τόσο υποκριτικό, ώστε ακόμα και στελέχη τους να επισημάνουν πως δεν επρόκειτο για τίποτα άλλο από μια κίνηση εντυπωσιασμού.[60]
Ταυτόχρονα, το «ΚΚΕ Εσωτερικού» έπρεπε να προβάλλει και τη δική του σύγχρονη πολιτική πρόταση. Η στρατηγική του έθετε ως το κεντρικό, μέγιστο και μοναδικό ζήτημα την ανατροπή της δικτατορίας και στιγμάτιζε την πρόταση του ΚΚΕ [61], η οποία – δίχως να αποτραβιέται από το στόχο της ανατροπής της δικτατορίας – υπενθύμιζε ότι η δικτατορία είναι μία μόνο από τις εκφράσεις της αστικής κυριαρχίας και προχωρούσε στη χάραξη μιας πολιτικής πρότασης, η οποία θα εκτεινόταν και πέρα από την ανατροπή της χούντας.

Η εμμονή στην προάσπιση της αστικής δημοκρατίας συνεχίστηκε από το «ΚΚΕ Εσωτερικού» και μετά την πτώση της χούντας. Το 1ο Συνέδριό του υιοθέτησε την πολιτική της Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας (ΕΑΔΕ), η οποία αποτελούσε την ελληνική εκδοχή του «ιστορικού συμβιβασμού» και έθετε το δίλημμα φασισμός ή δημοκρατία, σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία δεν υπήρχε στρατιωτική δικτατορία. Σε αυτή τη βάση, το «ΚΚΕ Εσωτερικού» μιλούσε για την ανάγκη μιας συμμαχίας που θα απλώνεται μέχρι την αντιχουντική πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας, προκειμένου η χώρα να μην εκτραπεί προς μια νέα φασιστική λύση.[62] Με αυτόν τον τρόπο, η αστική δημοκρατία μετατρεπόταν σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την πολιτική του κεφαλαίου, η οποία εξαγνιζόταν μέσω του κοινοβουλίου. Η δε γενικότερη πολιτική αλλαγή δεν μπορούσε παρά να γίνει στο πλαίσιο μιας συναινετικής πολιτικής πειθούς και σταδιακών μεταρρυθμίσεων, την οποία δεν ευνοούσε η πολιτική των σκληρών διεκδικήσεων που πρόβαλλε το ΚΚΕ, μιας και όξυνε τα πάθη και μαζί με τη λογική της επαναστατικής ανατροπής ευνοούσε την προετοιμασία ενός νέου φασιστικού σεναρίου.[63] Έκφραση αυτής της πολιτικής του υποτακτικού ρεαλισμού ήταν η στήριξη που προσέφερε το «ΚΚΕ Εσωτερικού» στην είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ.[64]

Λίγο πριν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και μετά από αυτήν, η αντιδικτατορική ενότητα μετατράπηκε σε γραμμή ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων (βλ. ΠΑΣΟΚ – ΚΚΕ- «ΚΚΕ Εσωτερικού») [65] που συνεχίστηκε έως το 1986, οπότε και στο 4ο Συνέδριό του το «ΚΚΕ Εσωτερικού» με οριακή πλειοψηφία (54%) αποφάσισε τη μετεξέλιξή του σε ένα καινούριο κόμμα, την «Ελληνική Αριστερά» (ΕΑΡ). Το ιδρυτικό συνέδριο της ΕΑΡ πραγματοποιήθηκε το 1987 [66], ενώ το 1988 συντάχθηκε το κοινό πόρισμα ΚΚΕ – ΕΑΡ, βάσει του οποίου συγκροτήθηκε ο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου». Στα πλαίσια του Συνασπισμού, κάτω και από την αρνητική επίδραση της νίκης της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες και σε συνεργασία με τη νέα οπορτουνιστική ομάδα στελεχών του Κόμματος [67], ο πολιτικός απόγονος του «ΚΚΕ Εσωτερικού» πρωτοστάτησε στη νέα προσπάθεια διάλυσης του ΚΚΕ.

ΕΝΑΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΓΡΑΦΤΕΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Φημολογείται ότι ο στρατηγός Ντε Γκωλ υποστήριζε πως σημασία δεν έχει η επιλογή της κυβέρνησης, αλλά της αντιπολίτευσης. Υπό αυτήν την έννοια, οι «ευρωκομμουνιστές» προσέφεραν και προσφέρουν υψηλές υπηρεσίες στο κεφάλαιο, διαδραματίζοντας το ρόλο πέμπτης φάλαγγας στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα και προσφέροντας στην κυριαρχία του κεφαλαίου ένα θεσμοποιημένο και ανώδυνο αριστερό αντίλογο. Και λέμε «προσφέρουν», τόσο επειδή μπροστά στις νέες κρίσεις του ιμπεριαλισμού τα βασικά ιδεολογήματα παρουσιάζονται ξανά ως καινοτόμα, όσο και επειδή οι εκφραστές τους αναπαράγονται κοινωνικά και είναι έτοιμοι (ανεξάρτητα από την κοινωνική και εκλογική τους δύναμη), ανά πάσα στιγμή, να προσφέρουν χείρα βοηθείας στον ιμπεριαλισμό, για να ξεπεράσει τις συνεχώς διογκούμενες εγγενείς του αντιφάσεις και ταξικές του αντιθέσεις.

Το ανοικτό σταθερό μέτωπο στον οπορτουνισμό είναι βασική προϋπόθεση για να αποτραπεί η επανάληψη της Ιστορίας ως φάρσα ή ως τραγωδία για το κομμουνιστικό κίνημα, για να μη μείνουν αναξιοποίητες οι μελλοντικές δυνατότητες για την εργατική τάξη να κατακτήσει την επαναστατική εξουσία και να οικοδομήσει την κομμουνιστική κοινωνία.

Σημειώσεις:
1.David Bell: «Eurocommunism and the Spanish Communist Party», European Papers No 4, (p.1).
2.Έντουαρντ Μπερνστάιν: «Οι προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1996.
3.Βλ. Β. Ι. Λένιν: «Η χρεοκοπία της δεύτερης Διεθνούς», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1994, σελ. 59-60.
4.Β. Ι. Λένιν, «Άπαντα» τ. 37, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1982, σελ. 491-509.
5.ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τα 60 χρόνια από την αντιφασιστική νίκη των λαών», εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2005, σελ. 7.
6.Τα κομμουνιστικά κόμματα συμμετέχουν στις κυβερνήσεις εθνικής ενότητας και σε μια άλλη σειρά χώρες, όπως Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Δανία κλπ., έχοντας σαφώς μικρότερη επιρροή.
7.Ντοκουμέντα της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (15-16 Ιούλη 1995): «Προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και η επικαιρότητα του σοσιαλισμού», εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 1996, σελ. 49.
8.«Ντοκουμέντα των συσκέψεων των αντιπροσώπων των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στη Μόσχα το Νοέμβρη του 1957 και το Νοέμβρη του 1960», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, Αθήνα 1961, σελ. 34-35.
9.ΚΕ του ΚΚΣΕ: «22ο Συνέδριο (Ντοκουμέντα)», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, Αθήνα 1962.
10.Frank Andre Gunder: «Eurocommunism: Left and Right Variants», New Left Review I/108, 1978, σελ. 88-92, όπου υπάρχει μια καταγραφή των τάσεων μέσα στο ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού».
11.Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα» τ. 29, Περίληψη στο βιβλίο του Χέγκελ «Η λογική»», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1987. Σε όλες τις σημειώσεις του Λένιν (οι οποίες πραγματοποιούνται αμέσως μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου) ο Λένιν επισημαίνει διαρκώς την ανάγκη λύσης της αντίθεσης του όλου μέσα από τη σύγκρουση και την εξέλιξη της διαλεκτικής με βάση τα επαναστατικά άλματα.
12Βλ. Κοινή δήλωση του Ιταλικού ΚΚ και του Γαλλικού ΚΚ στο «Ο Ευρωκομμουνισμός», εκδόσεις «Πλανήτης», σελ. 24 – 25.
13.Β. Ι. Λένιν: «Απαντα» τ. 23, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1981, σελ. 48.
14.Σαντιάγκο Καρίγιο: ««Ευρωκομμουνισμός και κράτος», εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1978, σελ. 34 – 35.
15.Κ. Μαρξ: «Το εβραϊκό ζήτημα», εκδόσεις «Οδυσσέας», Αθήνα 1999, σελ. 73 – 74, όπου ο Μαρξ ειρωνεύεται την πολιτική ισότητα του εργάτη μέσα στα πλαίσια της οικονομικής του υποδούλωσης.
16.Κ. Μαρξ: «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία (1848 – 1850)», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2000, σελ. 63.
17.Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1975, σελ. 81 – 82.
18.Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα» τ. 14, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1987, σελ.388, όπου επισημαίνεται: «Σε μας στη Ρωσία έχει διαδοθεί καταπληκτικά μέσα στους σοσιαλδημοκράτες ένα είδος μικροαστικής αντίληψης για το μαρξισμό, ότι δήθεν η επαναστατική περίοδος με τις ειδικές μορφές πάλης της και με τα ειδικά καθήκοντα του προλεταριάτου αποτελεί σχεδόν μια ανωμαλία, ενώ το “σύνταγμα” και η “άκρα αντιπολίτευση” είναι ο κανόνας».
19.Ερνεστ Μαντέλ: «Κριτική του ευρωκομμουνισμού», εκδόσεις «Νέα Σύνορα», Αθήνα 1978, σελ. 228 – 230, όπου παρατίθενται αποσπάσματα από ομιλία του Μπερλινγκουέρ για την ανάγκη να συμβάλει η εργατική τάξη στο ξεπέρασμα της κρίσης.
20.Fernando Claudin: «Ευρωκομμουνισμός και σοσιαλισμός», εκδόσεις «Μπουκουμάνης», Αθήνα 1978, σελ. 157.
21.Β. Ι. Λένιν: «Απαντα» τ. 30, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1981, σελ. 218.
22.Β. Ι. Λένιν: «Απαντα» τ. 26, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1980, σελ. 359 – 363.
23.Βλ. «22ο Συνέδριο Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1976, σελ. 30, όπου μιλά για μια ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση των πατροπαράδοτων δεσμών της Γαλλίας με τις αραβικές και τις αμερικάνικες χώρες (πραγματικά πολύ sic έκφραση για την αποικιοκρατία) από τους Αμερικάνους. Ακόμα στο Ζορζ Μαρσέ: «Η πολιτική του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1975, σελ.70, όπου ο Γενικός Γραμματέας καλεί τους εθνικά υπερήφανους οπαδούς του Ντε Γκωλ να ενωθούν με το κομμουνιστικό κόμμα, αποσιωπώντας ότι η μη συμμετοχή της Γαλλίας στο ΝΑΤΟ είναι απότοκος ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων και ότι η γαλλική κυβέρνηση συνέχισε παρ’ όλα αυτά τη ληστρική πολιτική της ενάντια στις χώρες της Αφρικής και της Ασίας.
24.Ντόναλντ Σασούν: «Εκατό χρόνια σοσιαλισμού», Α΄ τόμος, εκδόσεις «Καστανιώτης», Αθήνα 2001, σελ. 441.
25.Ο «πολυκεντρισμός» υποστήριζε την ύπαρξη πέραν του ενός επαναστατικού κέντρου. Πέρα, όμως, από την αμφισβήτηση της Σοβιετικής Ένωσης ο «πολυκεντρισμός» παραπέμπει και στον υποκειμενισμό, δηλαδή στην ύπαρξη πέραν της μιας ορθής πολιτικής.
26.Paul Ginsborg: «A History of Contemporary Italy», Penguin Books Editions, London 1990, σελ. 309-323.
27.Sidney Tarrow: «Historic compromise or bourgeois majority?» στο Howard Machin: «National Communism in Western Europe», Methueun Editions, London and New York 1983, σελ. 125-126.
28.Βλ. για πιο αναλυτικά Ενρίκο Μπερλίνγκουερ: «Ο ιστορικός συμβιβασμός», εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1977.
29.Βλ. Διάσκεψη των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ευρώπης, «Ντοκουμέντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1976 30. Βλ. ενδεικτικά Πιέτρο Ινγκράο: «Η κρίση και ο τρίτος δρόμος», εκδόσεις «Πολύτυπο», Αθήνα 1983 και Ουμπέρτο Τσερόνι: «Κρίση του μαρξισμού;», εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1979.
30.Akile Ochetto: «Ο νέος δρόμος: από το αξέχαστο 1989 στο Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς», εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1991.
31.Vincent Wright: «The French Communist Party during the Fifth Republic: The double Path», σελ. 97-100, στο Howard Machin: «National Communism in Western Europe», Methueun Editions, London and New York 1983.
32.Vincent Wright: «The French Communist Party during the Fifth Republic: The double Path», σελ. 100-103, στο Howard Machin: «National Communism in Western Europe», Methueun Editions, London and New York 1983.
33.Ζαν Ελενστάιν: «Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα», εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα.
34.Jean Lantier: «Η μεγάλη παρακμή του Γαλλικού ΚΚ», περ. Μαρξιστικό Δελτίο, τ. 25 1-3/1985.
35.Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 25 Ιούνη 1981.
36.«Ρήξη με τους σοσιαλιστές», περιοδικό «Ταχυδρόμος», 2/85.
37.David Bell: «Eurocommunism and the Spanish Communist Party» (p.1), European Papers No 4, σελ. 12-14.
38.Για την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ισπανία βλ. Marselino Camacho: «Κείμενα της φυλακής: Οι εργατικές επιτροπές και το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ισπανία», εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1977.
39.Αναφορικά με το χαρακτήρα της αντίστασης στον Φράνκο και το Πρόγραμμα του κόμματος για την επόμενη μέρα βλ. ενδεικτικά Σαντιάγκο Καρίγιο: «Η πολιτική της Ισπανίας αύριο» στο «Σοσιαλισμός και Δημοκρατία», εκδόσεις «Οδυσσέας», Αθήνα 1976, σελ. 75-78.
40.David Bell: «Eurocommunism and the Spanish Communist Party» (p.1), European Papers No 4, σελ. 37-39.
41.Αξίζει να σημειωθεί ότι τραπεζίτες και επιχειρηματίες συμμετείχαν στο αντιδικτατορικό Κοινοβούλιο της Καταλωνίας και σε άλλες πρωτοβουλίες συνεργασίας του κομμουνιστικού κόμματος.
42.Για τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ισπανία βλ. Luis Ramiro Fernandez: «Electoral Incentives and Organisational Limits of the Communist Party of Spain and the United Left (IU)», ICPS Editions, Barcelona 2002.
43.Γιάννης Σαμοθράκης: «Η ισπανική πρόκληση», περιοδικό «ΑΝΤΙ», τ. 101, 17 Ιουνίου 1978. 45. Βλ. ενδεικτικά τα εκλογικά αποτελέσματα των Κομμουνιστικών Κομμάτων μετά το Β` Παγκόσμιο Πόλεμο στο Ντόναλντ Σασούν: «Εκατό χρόνια σοσιαλισμού», εκδόσεις «Καστανιώτης», Αθήνα 2001 και στην ιστοσελίδα www.parties-and-elections.eu.
44.Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός. Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005, σελ. 120. Το ζήτημα της εξαγοράς κομματιού της εργατικής τάξης από την αστική είχε τοποθετηθεί αχνά στην ιδρυτική διακήρυξη της Α` Διεθνούς και από τους Μαρξ – Ενγκελς. Βλ. Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς: «Διαλεχτά Έργα», τ. Α`, εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ, Μόσχα 1951, σελ. 447.
45.Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα» τ. 20, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1986, σελ. 70-71. Εδώ ο Λένιν επισημαίνει ότι για τον οπορτουνισμό ευθύνονται και οι «στροφές» της ταξικής πάλης. Τον καιρό των παραχωρήσεων το εργατικό κίνημα ρέπει στο ρεφορμισμό, ενώ τον καιρό της καταστολής στον αναρχοσυνδικαλισμό.
46.Πιο αναλυτικά βλ. Μάκης Παπαδόπουλος: «Η κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού: “Εργατική αριστοκρατία”, διάσπαση της εργατικής ενότητας», ΚΟΜΕΠ τ. 1/2008.
47.Paul Gottfried: «The Strange Death of Marxism», σελ. 41-42, όπου δείχνει από αστική σκοπιά τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών στη Δυτική Ευρώπη.
48.Φώντας Λάδης: «Τι είναι και πού πηγαίνει ο ευρωκομμουνισμός», εκδόσεις «Πύλη», Αθήνα 1980, σελ. 70-71.
49.Υπενθυμίζουμε ότι ο Καρλ Μαρξ από τον καιρό της Α΄ Διεθνούς προσανατόλιζε την πάλη των συνδικάτων στη συνολική αμφισβήτηση των θεμελίων του καπιταλισμού. Βλ. χαρακτηριστικά Κ. Μαρξ: «Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο», εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1966, σελ. 153-154, όπου αναφέρεται: «Αντί για το συντηρητικό ρητό: “Ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα” θα πρέπει να γράψει στη σημαία της (η εργατική τάξη) το επαναστατικό σύνθημα: “Κατάργηση της μισθωτής εργασίας”».
50.Για πρώτη φορά αυτή η άποψη εκφράστηκε από τον Μάρκο Βαφειάδη. Βλ. ενδεικτικά Πάνος Δημητρίου (επ.): «Η διάσπαση του ΚΚΕ – Μέσα από τα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ», τ. Α΄, εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1978, σελ.19-20. Όμως, αυτή η άποψη και ειδικότερα στη μεταπολίτευση αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο της κριτικής του «ΚΚΕ Εσωτερικού» απέναντι στην πολιτική του ΚΚΕ για το ΔΣΕ.
51.Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα τα ηγετικά στελέχη του λεγόμενου ΚΚΕ Εσωτερικού αναφέρονται στην 6η πλατιά Ολομέλεια ως ένα πρώτο θετικό βήμα, το οποίο και δεν ολοκληρώθηκε. Βλ. Πάνος Δημητρίου (επ.): «Η διάσπαση του ΚΚΕ – Μέσα από τα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ», τ. Α΄, εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1978, σελ.48-66 και Σταύρος Καράς: «Σχετικά με το πρόβλημα της ηγεσίας» στο «Αποφάσεις και προβληματισμοί του ΚΚΕ Εσωτερικού», τ. Β΄, εκδόσεις της ΚΕ του «ΚΚΕ Εσωτερικού», Αθήνα 1976, σελ. 173-184. 54. ΚΕ του ΚΚΕ: «Διακήρυξη για τα 90χρονα του ΚΚΕ», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2007, σελ. 11. Υπενθυμίζουμε ότι οι αποφάσεις της 8ης Ολομέλειας του 1965 για δημιουργία μικρών κομματικών ομάδων δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στη ζωή.
52.Μάκης Μαΐλης, «Η 12η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1968)», ΚΟΜΕΠ τ. 2/2008.
53.Πάνος Δημητρίου (επ.): «Η διάσπαση του ΚΚΕ – Μέσα από τα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ», τ. Β΄, εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1978, σελ. 258-260.
54.Βλ. ενδεικτικά για τα δύο τελευταία σημεία την τοποθέτηση του Παρτσαλίδη στο πλαίσιο της 10ηςΟλομέλειας στο Πάνος Δημητρίου (επ.): «Η διάσπαση του ΚΚΕ – Μέσα από τα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ», τ. Α΄, εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1978, σελ. 453-491.
55.Πάνος Δημητρίου (επ.): «Η διάσπαση του ΚΚΕ – Μέσα από τα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ», τ. Β΄, εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1978, σελ. 463 – 467.
56.Σταύρος Καράς: «Αποφάσεις και προβληματισμοί του ΚΚΕ Εσωτερικού», τ. Β΄, εκδόσεις της ΚΕ του «ΚΚΕ Εσωτερικού», Αθήνα 1976, σελ. 44 – 45.
57.Πάνος Δημητρίου (επ.): «Η διάσπαση του ΚΚΕ – Μέσα από τα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ», τ. Β΄, εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1978, σελ. 455 – 456.
58.Βλ. ενδεικτικά Μπάμπης Δρακόπουλος: «Η ταχτική μας» στο Σταύρος Καράς: «Αποφάσεις και προβληματισμοί του ΚΚΕ Εσωτερικού», τ. Β΄, εκδόσεις της ΚΕ του «ΚΚΕ Εσωτερικού», Αθήνα 1976, σελ. 114 – 138.
59.Σταύρος Καράς: «Η ιδεολογία και πολιτική στο ΚΚΕ (εσωτερικού)», εκδόσεις «Οδυσσέας», Αθήνα 1978, σελ. 72 – 75.
60.Σταύρος Καράς: «Η ιδεολογία και πολιτική στο ΚΚΕ (εσωτερικού)», εκδόσεις «Οδυσσέας», Αθήνα 1978, σελ. 174 – 177).
61.Stathis Kalyvas – Nikos Marantzidis: «The Two Paths of the Greek Communist Movement», στο «The crisis of communism and party change» ICPS Editions, Barcelona 2003, σελ. 15 – 16.
62.Αντώνης Μπριλλάκης: «Το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα», εκδόσεις «Εξάντας», Αθήνα 1980, σελ. 261.
63.Stathis Kalyvas – Nikos Marantzidis: «The Two Paths of the Greek Communist Movement», στο «The crisis of communism and party change» ICPS Editions, Barcelona 2003, σελ. 18.
64.Βλ. ΚΕ του ΚΚΕ: «14ο Συνέδριο (Ντοκουμέντα)», εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 1994 και Τάσος Παππάς: «Η χίμαιρα της μεγάλης Αριστεράς», εκδόσεις «Δελφίνι», Αθήνα 1993, σελ. 34, όπου αναφέρεται η δήλωση του Μίμη Ανδρουλάκη περί από τα πριν σχεδιασμού για αλλαγή πορείας και όχι συνασπισμό κομμάτων.

Κώστας Σκολαρίκος* 

*Ο Κώστας Σκολαρίκος είναι κοινωνιολόγος, συνεργάτης του ΚΜΕ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στον Ριζοσπάστη. 

Με αφορμή τις κινητοποιήσεις ενάντια στην «Πράσινη Ανάπτυξη» στο Πέραμα





Ο χώρος που προορίζεται να γίνει σκουπιδότοπος στο Πέραμα
Ο χώρος που προορίζεται να γίνει σκουπιδότοπος στο Πέραμα
Η επίθεση της αστικής τάξης απέναντι στα εργατικά - λαϊκά συμφέροντα εντείνεται, ώστε το κεφαλαιοκρατικό σύστημα να θωρακιστεί εν μέσω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, η οποία επιταχύνθηκε με την πανδημία. Η «Πράσινη Ανάπτυξη» μαζί με τη νέα «Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» αποτελεί στρατηγική κατεύθυνση τόσο για την ΕΕ, όσο και για την Ελλάδα. Η κατεύθυνση αυτή εκφράστηκε μέσα από τον αντι-περιβαλλοντικό νόμο της κυβέρνησης της ΝΔ.
Η κάθε εξέλιξη της επίθεσης της αστικής τάξης πρέπει να αξιοποιείται, ώστε να βρίσκει νέες μάζες οργανωμένες στα σωματεία, στο ταξικό εργατικό κίνημα και ταυτόχρονα να διευρύνεται η συμπόρευση του εργατικού - λαϊκού κόσμου και της νεολαίας με το ΚΚΕ και την ΚΝΕ, με βαθύτερους ιδεολογικούς και πολιτικούς δεσμούς στη βάση της προγραμματικής αντίληψής μας.
Σκουπιδότοποι, καζάνια και μπόχα η άλλη όψη της «πράσινης ανάπτυξης»
Με τον νόμο για το Περιβάλλον, δίπλα στα μεγάλα προβλήματα του Περάματος, προστέθηκε η δημιουργία ενός Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (ΣΜΑ), μιας τοπικής χωματερής, μέσα σε κατοικημένη περιοχή και δίπλα σε σχολεία. Με τέτοιον ωμό τρόπο μεταφράζονται τα εύηχα συνθήματα της «Πράσινης Ανάπτυξης» σε τοπικό επίπεδο. Αυτή η εξέλιξη προστίθεται δίπλα στη λειτουργία των «καζανιών του θανάτου», στη δράση της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά κ.ά.
Την εξέλιξη αυτή αποκάλυψε το ΚΚΕ μέσω των εκλεγμένων του στο Δημοτικό Συμβούλιο. Στο άκουσμα για τη χωροθέτηση του ΣΜΑ στο Παλαιό Νεκροταφείο του Περάματος, ο εργατόκοσμος αγανάκτησε. Ακολούθησαν έξι κινητοποιήσεις από σωματεία και φορείς της περιοχής, με κόσμο που για πρώτη φορά συμμετέχει.
Η δημοτική αρχή Περάματος (ΣΥΡΙΖΑ) ήταν αυτή που υπέδειξε στην κυβέρνηση ΝΔ το χώρο για τον ΣΜΑ. Η αντίδραση της δημοτικής αρχής στην αποκάλυψη ήταν να ομολογήσει ότι «νομιμοποιεί» τον χώρο, ώστε να μεταφορτώνει όλα τα απορρίμματα (ογκώδη, μπάζα, πράσινο, ελαστικά κ.ά.) εκτός από τα οικιακά. Επίσης, η δημοτική αρχή σημειώνει ότι σκοπεύει μετά από 5 χρόνια να μετατρέψει τον χώρο του ΣΜΑ σε χώρο πρασίνου. Βέβαια οι ΣΜΑ αφορούν πρώτα απ' όλα τα οικιακά απορρίμματα. Η πείρα του Περάματος από τις επί δεκαετίες ανανεώσεις των αδειών των εταιρειών πετρελαιοειδών είναι αποστομωτική. Ετσι το σύνθημα των σωματείων προχώρησε παραπέρα από το «Εξω η χωματερή από το Πέραμα» σε «Ανάπλαση του Παλαιού Νεκροταφείου σε χώρο πρασίνου εδώ και τώρα»!
Η δημοτική αρχή έσπευσε να νομιμοποιήσει τον σχεδιασμό της με ένα Δημοτικό Συμβούλιο «fast-track», με τη διαδικασία τού «διά περιφοράς μέσω τηλεφώνου». Οι ψήφοι όμως της δημοτικής αρχής (ΣΥΡΙΖΑ) μαζί και των συμμάχων της από «ανεξάρτητα» ψηφοδέλτια της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ δεν έφτασαν. Ετσι από τη «δυσκολία» τούς έβγαλε η ψήφος της Χρυσής Αυγής. Πρόκειται για τον «πρόεδρο» του χρυσαυγίτικου δουλεμπορικού «σωματείου» στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος.
Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι η Τοπική Διοίκηση είναι όργανο εξειδίκευσης των αντιλαϊκών κατευθύνσεων σε τοπικό επίπεδο και ότι σε περίπτωση «ανάγκης» βρίσκονται οι συμμαχίες και η «συναίνεση» για την προώθηση αντιλαϊκών σχεδιασμών. Ταυτόχρονα, τεκμηριώνεται ποια πραγματικά είναι η «προοδευτική συμμαχία» του ΣΥΡΙΖΑ στο Πέραμα, δηλαδή με τη ΝΔ, το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ και τη Χρυσή Αυγή! Υποκριτικά αποδεικνύονται τα «κλαψουρίσματα» από την παράταξη ΣΥΡΙΖΑ (Δούρου) στην Περιφέρεια ότι δεν πήρε απόφαση το Περιφερειακό Συμβούλιο ενάντια στον «αντι-περιβαλλοντικό» νόμο, τον οποίο στήριξε η περιφερειακή αρχή της ΝΔ μαζί με τη Χρυσή Αυγή.
Χαρακτηριστικό της υποκρισίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι μια μέρα πριν την αποκάλυψη του σχεδίου για το ΣΜΑ στο Πέραμα, δηλαδή την Πρωτομαγιά, στο χώρο που προορίζεται για «χωματερή», ο δήμαρχος Περάματος είχε υποδεχτεί τον πρώην πρωθυπουργό Τσίπρα για να κάνει δηλώσεις για τους εργαζόμενους της καθαριότητας, που η δημοτική αρχή τούς έχει χωρίς μέσα ατομικής προστασίας (γάντια, μπότες κ.λπ.) σχεδόν δύο χρόνια.
Η υπόθεση δεν τελειώνει στο Πέραμα. Ακριβώς δίπλα από το Πέραμα, ξέσπασε μεγάλος «τσακωμός» μεταξύ των δημάρχων Κερατσινίου - Δραπετσώνας και Πειραιά με αφορμή τη χωροθέτηση επίσης ενός ΣΜΑ στην περιοχή της Λ. Σχιστού, ιδιοκτησίας του δήμου Πειραιά, το οποίο τελικά δεν πέρασε στον αντι-περιβαλλοντικό νόμο. Ο δήμαρχος Κερατσινίου - Δραπετσώνας (ΣΥΡΙΖΑ) μαζί με τους βουλευτές ΣΥΡΙΖΑ της Α' και Β' Πειραιά «βγήκαν στα κάγκελα» αρνούμενοι τον ΣΜΑ για τον δήμο Πειραιά, με αιτιολογία ότι είναι στην «είσοδο» του Κερατσινίου. Οι ίδιοι άνθρωποι δεν είπαν κουβέντα για τη χωροθέτηση του ΣΜΑ στο Πέραμα.
Η νομιμοποίηση των επί δεκαετίες υφιστάμενων και επικίνδυνων περιβαλλοντικά τοπικών χωματερών συντηρούν μια κατάσταση, ώστε το κεφάλαιο αγοράζοντας χρόνο να βρει παρθένο επενδυτικό χώρο στο αμέσως προσεχές μέλλον.
Η πρόταση του ΚΚΕ δεν απορρίπτει την ανάγκη ύπαρξης ΣΜΑ στη διαχείριση των απορριμμάτων. Αποκαλύπτεται όμως ότι ο σχεδιασμός του αστικού κράτους είναι επικίνδυνος με βασικό κριτήριο την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων και όχι την υγεία του λαού και το περιβάλλον.
Με «χωροταξική δημοκρατία» θωρακίζονται τα κέρδη των επενδυτών υποβαθμίζοντας τη ζωή του λαού
Η αντιπαράθεση των δημοτικών αρχών Κερατσινίου - Δραπετσώνας και Πειραιά αφορά ποιο μοντέλο διαχείρισης απορριμμάτων θα ακολουθηθεί, ποιος θα προπορευτεί στις «μπίζνες» διαχείριση. Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ με την προηγούμενη περιφερειακή αρχή Δούρου, όσο και οι δημοτικές αρχές Κερατσινίου - Δραπετσώνας και Περάματος, επίσης ΣΥΡΙΖΑ, με παραπλανητικά συνθήματα δηλώνουν υποκριτικά ότι «εμείς δεν θέλουμε τα σκουπίδια μας να τα στέλνουμε στη Φυλή, δεν θέλουμε να τα στέλνουμε στην αυλή του άλλου», αλλά «να τα διαχειριστούμε μόνοι μας», δηλαδή να εφαρμοστεί η λεγόμενη «χωροταξική δημοκρατία». Παραδέχονται ότι διεκδικούν μια Μονάδα Επεξεργασίας Απορριμμάτων (ΜΕΑ) που να απορροφά τα απορρίμματα μόνο της περιφερειακής ενότητας Πειραιά (5 δήμων) με την «προϋπόθεση ότι η ΜΕΑ δεν θα δέχεται πάνω από 120.000 τόνους απορριμμάτων, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να φέρνουν απορρίμματα άλλων περιοχών». Το σημερινό σχέδιο της ΝΔ (Πατούλη) άλλαξε τον προηγούμενο σχεδιασμό, προτείνοντας τρεις μόνο χώρους για ΜΕΑ στην Αττική, στέλνοντας τη μεγαλύτερη (του κεντρικού τομέα) στη Φυλή. Ανάλογα με το πόσες ΜΕΑ και τι δυναμικότητας η καθεμία θα δημιουργηθούν, συνδέεται και το πόσοι κεντρικοί ΣΜΑ και πού θα χωροθετηθούν. Αυτός είναι ο τσακωμός!
Κανένα από τα παραπάνω σχέδια δεν αμφισβητεί τον ΧΥΤΑ Φυλής. Αντίθετα, με τις ψήφους της ΝΔ και την ανοχή και στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ προχωράει νέο «πανωσήκωμα» στη Φυλή, ενώ αδειοδοτήθηκε περιβαλλοντικά και «έκτακτος» ΧΥΤΑ εκτός ΟΕΔΑ Φυλής στην παλαιά ΟΕΔΑ Ανω Λιοσίων, που πριν από 15 χρόνια υποτίθεται ότι είχε κλείσει οριστικά. Την ίδια ώρα, ετοιμάζεται τρίτος ΧΥΤΑ στη Δυτική Αττική. Είτε με περισσότερη, είτε με λιγότερη «χωροταξική δημοκρατία» η χωματερή και το θάψιμο των απορριμμάτων δεν αμφισβητείται! Το καινούργιο στοιχείο είναι ότι στις ΜΕΑ προβλέπεται και καύση διότι αυτό προστάζουν οι ανάγκες του κεφαλαίου. Στόχος τους είναι το 2030 να υπόκειται σε ανακύκλωση το 50% των απορριμμάτων, το οποίο σημαίνει ότι το άλλο 50% κατά ένα μέρος θα καίγεται και το υπόλοιπο θα θάβεται.
Η αντιπαράθεση για τα απορρίμματα και την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων χωροθέτησης της κάθε υποδομής είναι πανομοιότυπη με την αντιπαράθεση που είχε ανοίξει στον Πειραιά για τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) του Masterplan της COSCO. Το κινεζικό μονοπώλιο εμφάνισε μια κατά παραγγελία ΜΠΕ για σειρά έργων στο λιμάνι του Πειραιά όπως η φαραωνικού μεγέθους επέκταση της προβλήτας κρουαζιέρας στην Πειραϊκή. Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασαν, σημειώνοντας «ότι η μελέτη έχει μονομέρειες» και «ότι χρειάζεται μια στρατηγική ΜΠΕ», με δεδομένο βέβαια ότι δεν θα ακυρώνονται οι κατευθύνσεις του κεφαλαίου στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αττικής.
Η αντιπαράθεση μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ για μεγάλα ζητήματα όπως οι επενδύσεις στο λιμάνι του Πειραιά και η διαχείριση των απορριμμάτων, φαινομενικά αφορούν το πόσο ολοκληρωμένος είναι ο σχεδιασμός για την κάθε επένδυση. Τα επενδυτικά σχέδια όπως και αν «ντύνονται», άλλοτε με περισσότερο ή λιγότερο «Πράσινη Ανάπτυξη», άλλοτε με περισσότερη ή λιγότερη «δημοκρατία» για τον λαό, ένα στόχο έχουν, τη θωράκιση των κερδών του επενδυτή. Η αντιπαράθεση ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ αφορά ποιο τμήμα του κεφαλαίου θα βγει κερδισμένο. Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η ίδια η επένδυση και η κερδοφορία της.
Βάζουμε στο στόχαστρο τον πραγματικό αντίπαλο
Τα δίκαια αιτήματα όπως το «Εξω η χωματερή από το Πέραμα», «Ανάπλαση του Παλαιού Νεκροταφείου Περάματος σε χώρο πρασίνου εδώ και τώρα» ή το «Εξω τα Καζάνια του Θανάτου», όπως επίσης τα συνθήματα «Οχι προβλήτα στην Πειραϊκή» και «Ανάπλαση των Λιπασμάτων» στη Δραπετσώνα, αφορούν μεγάλα λαϊκά προβλήματα στις γειτονιές του Πειραιά που γεννιούνται από τη δραστηριότητα μονοπωλίων. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ μπαίνουν μπροστά σε κάθε χώρο δουλειάς, κάθε περιοχή, για κάθε εργατικό - λαϊκό αίτημα, οργανώνουν την αντεπίθεση. Για να έχει όμως συνέχεια και προοπτική ο αγώνας πρέπει με τη δική μας επίμονη παρέμβαση να πολιτικοποιείται, ώστε να σημαδεύει τον πραγματικό αντίπαλο, την άρχουσα τάξη. Γι' αυτό πρέπει να βάλει στο στόχαστρο την κερδοφορία, τον συνολικό σχεδιασμό του κεφαλαίου και των πολιτικών εκπροσώπων του, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο.
Η αντιπαράθεση στο κίνημα πολιτικοποιείται αντικειμενικά. Θα αντιμετωπίσουμε, από τη μια, τη γραμμή της αστικής τάξης για στήριξη της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Από την άλλη, τη γραμμή υπέρ ενός «δημόσιου λιμανιού με εργατικό έλεγχο» στο έδαφος του καπιταλισμού και τα αντίστοιχα αιτήματα περί «κρατικοποιήσεων στρατηγικών τομέων» που δεν αμφισβητούν την εξουσία του κεφαλαίου και θα ενισχυθούν λόγω της καπιταλιστικής κρίσης, από δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και του οπορτουνιστικού χώρου. Η ιεράρχηση και η συζήτηση των αιτημάτων στο κίνημα πρέπει να αποκαλύπτουν ότι το αστικό κράτος δεν είναι πεδίο συσχετισμού που μπορεί να αλλάζει ανάλογα με τον συσχετισμό που θα έχουν κάποιες «φιλολαϊκές» ή «αριστερές» δυνάμεις. Η πρόσφατη εμπειρία της «πρώτης φοράς αριστερά» είναι αποστομωτική! Η γραμμή πάλης στο κίνημα δεν μπορεί να «μαντρώνει» το εργατικό - λαϊκό κίνημα πίσω από συνθήματα υπέρ μιας άλλης μορφής καπιταλιστικής αξιοποίησης των μέσων παραγωγής όπως η αστική κρατική ιδιοκτησία.
Η προγραμματική πρόταση του ΚΚΕ για κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, απαλλαγμένη από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, είναι η μόνη απάντηση για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό, απαλλαγμένο από την αναρχία των συγκρουόμενων ανταγωνιστικών επιχειρηματικών συμφερόντων. Είναι η μόνη απάντηση και για τη διαχείριση των απορριμμάτων διότι θα σχεδιάζεται με βασικό κριτήριο την υγεία του λαού, το περιβάλλον και όχι τις κερδοφόρες επενδύσεις των επιχειρηματικών ομίλων της «Πράσινης Ανάπτυξης». Είναι η μόνη απάντηση για ένα λιμάνι που ως κοινωνική ιδιοκτησία θα εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες με προσανατολισμό την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας και όχι την εξάρτησή του από τις διεθνείς οικονομικές τάσεις, που με τη λεγόμενη «εξωστρέφεια» σήμερα βρίσκεται μπροστά σε πιθανό κλυδωνισμό. Η ισόρροπη ανάπτυξη βιομηχανίας και οικιστικού περιβάλλοντος δεν θα εμποδίζεται από το κεφαλαιοκρατικό κέρδος. Η μαχητική προβολή της προγραμματικής πρότασης του ΚΚΕ από τους κομμουνιστές είναι η αναγκαία συνέχεια της συζήτησης και της διαπάλης που ανοίγεται στο κίνημα.

Ιωνας ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ
Μέλος της ΤΕ Πειραιά του ΚΚΕ και της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΟ Αττικής

23 Μαΐ 2020

Σουηδοί λιμενεργάτες μπλοκάρουν Κυπριακό πλοίο που φορτώθηκε από απεργοσπάστες στην Πορτογαλία

Γράφει ο Πάνος Αλεπλιώτης //
Το φορτηγό πλοίο Wes Gesa με Κυπριακή σημαία έφτασε στο Γκέτεμποργκ, στο μεγαλύτερο λιμάνι της Σουηδίας στις 20/5. 
Οι Πορτογάλοι λιμενεργάτες ζήτησαν την συμπαράσταση των Σουηδών για τον απεργιακό τους αγώνα. 
Οι Σουηδοί λιμενεργάτες της προβλήτας 4 γνωστοί για την αγωνιστικότητα τους και τον απεργιακό τους αγώνα που κράτησε πάνω από δύο χρόνια (έχουμε αναφερθεί για τον αγώνα τους στο ΑΤΈΧΝΩΣ) μπλοκάρουν το πλοίο. 
Δεν επιτρέπουν ούτε φόρτωμα ούτε ξεφόρτωμα φορτίου. 
-Είναι θέμα συμπαράστασης μεταξύ εργατών. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για εθνικό ή διεθνή θέμα δηλώνει το μέλος του σωματείου Erik Helgeson.
Τα άλλο σωματείο στο λιμάνι που ακολουθεί την εργοδοτική Ομοσπονδία Μεταφορών, που ρωτήθηκε και αυτό από τους Πορτογάλους,  δεν έχει ακόμη απαντήσει αν θα πάρει μέρος στην συμπαράσταση..
Η εταιρεία που διαχειρίζεται το λιμάνι απειλεί πως το ξεφόρτωμα του πλοίου θα το αναλάβουν οι πιστοί στην Ομοσπονδία και οι ανοργάνωτοι στα σωματεία. 
-Δεν είναι δικό μας θέμα η αντίθεση που υπάρχει στην Πορτογαλία. Το σωματείο δεν πρέπει να αναμιχθεί, δηλώνει. 
Είναι το δεύτερο πλοίο που μπλοκάρεται στο λιμάνι. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και την προηγούμενη εβδομάδα πάλι με πλοίο από την Λισαβόνα. 
Εκπρόσωπος του Εμπορικού Επιμελητήριου του Γκέτεμποργκ κατηγορεί το αγωνιστικό σωματείο πως παραβιάζει την εργασιακή ειρήνη. 
Η απάντηση των λιμενεργατών δια στόματος του Erik Holgersson είναι πως: οι εργοδότες πάντα θέλουν να απαγορεύσουν τις ενέργειες συμπαράστασης. Δεν θέλουν να υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών. Διαφωνούμε μαζί τους. Οι λιμενεργάτες δουλεύουν και συνεργάζονται πάνω από τα εθνικά σύνορα και έτσι θα συνεχίσουμε.  

Κρίση: Η γιορτή των τραπεζών!


Έλλειμμα, λέει η ΤτΕ, 6 δισ. ο προϋπολογισμός την περίοδο Ιανουαρίου - Απριλίου 2020. Θα το πληρώσουμε μαζί με όλη την επερχόμενη ζημία και των δανείων της πανδημίας!

Οι τράπεζες όμως αυτόν τον καιρό έχουν 5απλή γιορτή με:

-την αύξηση των καταθέσεων (12 δισ. από Απρίλιο 2019),
-τα ανύπαρκτα επιτόκια καταθέσεων,
-τα αρνητικά επιτόκια δανεισμού τους από την ΕΚΤ, 
-τα χρυσοφόρα επιτόκια χορηγήσεων και
-τις ατελείωτες και απίστευτες μονοπωλιακές προμήθειες που εξασφάλισαν με τον πειθαναγκασμό του κόσμου στην ηλεκτρονικοποίηση όλων των συναλλαγών.

Γιορτή μέσα στην φτώχεια και την ανασφάλεια εκατομμυρίων εργαζομένων και λαού!
 
Το κεφάλαιο ανοίγει νέα σελίδα κερδών με την κρίση του κορονοϊού! Το λένε κιόλας: «Κάθε κρίση είναι και μια ευκαιρία για το κεφάλαιο»!




Μ’ αυτά και μ’ αυτά, οι τράπεζες δανείστηκαν τον Απρίλιο 9,2 δισεκ. από την ΕΚΤ και θα της επιστρέψουν με αρνητικό επιτόκιο ως 1%, μέχρι και 92 εκ. λιγότερα!!! Με το καλημέρα δλδ, 92 εκ. κέρδος τον Απρίλη από τον δανεισμό μέσω ελεγχόμενης, από την ΕΕ, ΕΚΤ!

Τα δε επιτόκια καταθέσεων που δίνουν εδώ, είναι 0,04 -0,12%. Τα επιτόκια χορηγήσεων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά  που εισπράττουν είναι από 4,06% μέχρι 14,67%! Έτσι από κάθε 100 εκατομμύρια της ΕΚΤ που δανείζουν κερδίζουν από 4,06+1% εκ. μέχρι και 14,67+1% εκ. Συνολικά, από τα 9,2 δισ. που δανείστηκαν από την ΕΚΤ θα κερδίσουν από 465,5 εκ. μέχρι 1,2 δισεκ.!!!  

Από τα ποσά καταθέσεων που δανείζουν, για κάθε 100 εκ. κερδίζουν από 4,06 εκ. μέχρι και 14,67 εκ. μείον από 0,04 ως 0,12%! Από τα 12 δισ. καταθέσεων, δηλαδή, θα κερδίσουν μετά την αφαίρεση των επιτοκίων καταθέσεων (χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη άλλους παράγοντες) από 487,2 εκ. μείον από 0,06% μέχρι 0,12%  ως 1,76 δισεκ. μείον από 0,06% μέχρι 0,12%. Συνολικά, από τα 12 δισ. καταθέσεων θα κερδίσουν σε ένα έτος κατά μ.ο από 482,8 εκ. μέχρι 1,68 δισεκ.!!! 

Από δε τις προμήθειες των (εξαναγκαστικών πλέον) ηλεκτρονικών συναλλαγών, τα κέρδη των συστημικών τραπεζών ανέρχονταν, το 2019, σε 1,5 δισεκ. και φυσικά τώρα εκτινάσσονται!

Και να μη ξεχνάμε ποτέ ότι με βάση Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, η «σωτηρία των τραπεζών» κόστισε μέχρι το 2016, 45,4 δισεκατομμύρια εκ των οποίων τα 36,5 είναι ήδη χαμένα και έχουν μετατραπεί σε χρέος του λαού! Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτά.


Τραπεζικά Επιτόκια Καταθέσεων και Δανείων: Μάρτιος 2020
06/05/2020 - Δελτία Τύπου


Φθηνό χρήμα αντλούν οι τράπεζες από την ΕΚΤ

Εκτιμήσεις για πάνω από 1,5 δισ. κέρδη των τραπεζών το 2019 από τις προμήθειες στις συναλλαγές


Η "Οδύσσεια" των ελληνικών τραπεζών στα χρόνια των μνημονίων

«Πετάει την μπάλα στην εξέδρα» για τα προβλήματα συλλόγων και αθλητών


Αυτό προκύπτει από την απάντησή του στην επιστολή του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δ. Κουτσούμπα



Στην επιστολή του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, όπου έθετε ζητήματα σχετικά με την εκκίνηση του αθλητισμού, με εφαρμογή μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, απάντησε ο υφυπουργός Αθλητισμού, Λευτέρης Αυγενάκης. Ο υφυπουργός αποφεύγει να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις σε σημαντικές πλευρές που τέθηκαν στην επιστολή.

Συγκεκριμένα:
Για το σχέδιο επανεκκίνησης και τα μέτρα ασφάλειας
Αναφέρει η επιστολή του υφυπουργού:

- «(...) Η επανεκκίνηση του αθλητισμού σχεδιάστηκε σταδιακά, προσεκτικά και ανάλογα με τα επιδημιολογικά δεδομένα. Συστήσαμε Υγειονομική Επιστημονική Επιτροπή Αθλητισμού σε συνεργασία με τον ΕΟΔΥ, με εξέχοντες επιστήμονες, η οποία εκπονεί δυναμικά Υγειονομικά Πρωτόκολλα, τα οποία επικαιροποιούνται ανάλογα με τις εξελίξεις, τη διεθνή εμπειρία και τα επιστημονικά δεδομένα, για την ασφαλή λειτουργία και την τήρηση των κανόνων υγιεινής. Εχουμε αναρτήσει στα αθλητικά κέντρα της χώρας μας (Δημοτικά, είτε των Περιφερειών, είτε της ΓΓΑ), από την πρώτη ημέρα της επανεκκίνησης, αφίσες με τον Υγειονομικό Δεκάλογο. Πρόκειται για 3 διαφορετικές αφίσες: - Για αθλητές - Για προπονητές και λοιπό προσωπικό - Για τις Διοικήσεις και το προσωπικό των εγκαταστάσεων. Εχουμε αποστείλει από την πρώτη ημέρα της επανεκκίνησης σε όλα τα Εθνικά Αθλητικά Κέντρα το απαραίτητο υγειονομικό υλικό: Γάντια, μάσκες, αντισηπτικά και θερμόμετρα. Εχουμε ζητήσει να πράξουν το ίδιο και οι δήμοι για τα δικά τους αθλητικά κέντρα, αλλά και οι ιδιώτες για τα ιδιωτικά αθλητικά κέντρα. Εχουμε ήδη ετοιμάσει και αποστείλει στις διοικήσεις των αθλητικών κέντρων που άνοιξαν για να υποδεχτούν τους αθλητές: Με τη μεγάλη συμβολή της Υγειονομικής Επιτροπής, την οποία και ευχαριστούμε, η επανεκκίνηση της αθλητικής δραστηριότητας γίνεται σταδιακά, ανά εβδομάδα, με συνεχή αξιολόγηση των υγειονομικών συνθηκών. Είναι ευνόητο ότι η επανεκκίνηση των αθλητικών δραστηριοτήτων θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών και πάντα κατόπιν εισηγήσεως των ειδικών».

- Παρά τις αναφορές του υφυπουργού στις κυβερνητικές ενέργειες για την εφαρμογή των ιατρικών πρωτοκόλλων με την παροχή υγειονομικού υλικού στα Αθλητική Κέντρα, η γενικότερη κατάσταση δείχνει να είναι αρκετά διαφορετική. Σε συνομιλία του «Ριζοσπάστη» με εργαζόμενους και ανθρώπους του αθλητισμού υπήρξαν αναφορές πως Ομοσπονδίες και σωματεία υποχρεώνονται να επιβαρυνθούν εξολοκλήρου το κόστος για μέτρα υγιεινής και ασφάλειας, ακόμα και για την απολύμανση εγκαταστάσεων. Από την άλλη, καμία ουσιαστική εξασφάλιση από πλευράς κυβέρνησης δεν υπάρχει για τη δωρεάν διενέργεια των τεστ ανίχνευσης για κορονοϊό σε αθλούμενους, μέλη και προσωπικό σωματείων και Ομοσπονδιών.
Την ίδια στιγμή, με το «καλημέρα» της εφαρμογής του σχεδίου επανεκκίνησης του αθλητισμού, φανερώθηκε έλλειψη ενός οργανωμένου κυβερνητικού σχεδίου και σε πρακτικά ζητήματα, με αποτέλεσμα να προκύψουν αρκετά προβλήματα και χάος. Οπως αναφέρουν εργαζόμενοι, κάποια στάδια δεν έχουν ανοίξει ακόμη, ενώ σε κάποια άλλα προκαλούνται αρκετά προβλήματα, που έχουν να κάνουν με την προπόνηση αθλητών, σωματείων, ελεύθερων αθλούμενων και υποψηφίων για τις σχολές. Επίσης, οι ίδιοι αναφέρθηκαν σε αρκετά προβλήματα που υπάρχουν σε επιμέρους πρακτικά ζητήματα για την άθληση.
Για τη στήριξη του ερασιτεχνικού αθλητισμού
Λέει ο υφυπουργός:
- «(...) Γνωρίζουμε καλά ότι ο ερασιτεχνικός αθλητισμός αποτελεί βασικό πυλώνα κοινωνικής δραστηριότητας. Είναι απαραίτητο να στηριχθεί για να συνεχίσει να επιτελεί το σπουδαίο ρόλο του. Η οικονομική ενίσχυση των ερασιτεχνικών αθλητικών σωματείων αποτελεί ζήτημα κομβικής σημασίας για όλη την κυβέρνηση. Για το λόγο αυτό άλλωστε, απαντώντας και στα ερωτήματά σας: Μεριμνήσαμε αστραπιαία για την ένταξη των αθλητικών σωματείων στους επιπλέον ΚΑΔ για τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης. Σε συνεργασία με το υπουργείο Εργασίας, υλοποιήσαμε πρόγραμμα με τον ΟΑΕΔ, με το οποίο άμεσα το προσωπικό των εγκαταστάσεών μας ενισχύεται με 249 άτομα που θα συμβάλουν στην κάλυψη των εκτάκτων αναγκών και, επιπλέον, άλλοι 350 γυμναστές διατίθενται σε 147 δήμους της χώρας. Εχουμε προετοιμάσει πλαίσιο με άμεσα και έμμεσα μέτρα για την ενίσχυση των αθλητικών ερασιτεχνικών σωματείων».
- Είναι εμφανές ότι οι γενικολογίες και η αναφορά στις προθέσεις της κυβέρνησης για στήριξη του ερασιτεχνικού αθλητισμού κάθε άλλο παρά συνιστούν ένα οργανωμένο πλαίσιο στήριξης των σωματείων και των αθλουμένων. Από την άλλη, γνωρίζοντας κάποιος τις σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό που υπάρχουν χρόνια τώρα στον αθλητισμό (όπως και σε υλικοτεχνική υποδομή), ο αριθμός των προσλήψεων που αναφέρει ο υφυπουργός μοιάζει με σταγόνα στον ωκεανό. Επιπλέον, για μια ακόμη φορά τα προγράμματα του ΟΑΕΔ και οι συμβάσεις συγκεκριμένου χρόνου αποτελούν λύση για την κυβέρνηση, η οποία αρνείται την απαιτούμενη μόνιμη πρόσληψη ειδικευμένου προσωπικού στον αθλητικό τομέα.
Για το Μητρώο Αθλητικών Φορέων
Αναφέρει στην επιστολή ο υφυπουργός:
- «Για την εξασφάλιση της απαραίτητης διαφάνειας, από την Τρίτη 19 Μαΐου τέθηκε σε λειτουργία η πλατφόρμα προεγγραφής των ερασιτεχνικών αθλητικών σωματείων όλης της χώρας, που διαθέτουν την Ειδική Αθλητική Αναγνώριση, για τη δημιουργία του "Μητρώου Αθλητικών Σωματείων" στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Η δημιουργία του "Μητρώου Αθλητικών Σωματείων", ως προπαρασκευαστικό στάδιο του καινοτόμου εγχειρήματος της δημιουργίας "Μητρώου Αθλητικών Φορέων", απόρροια της συνεργασίας του υφυπουργείου Αθλητισμού με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, θα καταγράψει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το ακριβές σύνολο των νομίμως λειτουργούντων αθλητικών ερασιτεχνικών σωματείων. Δεν πρόκειται για μία κίνηση συμβολισμού, αλλά για μια αναγκαία ενέργεια, καθώς επιτυγχάνεται η πρώτη επίσημη καταγραφή του συνόλου των αθλητικών ερασιτεχνικών σωματείων στην Ελλάδα. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα έχουμε σαφή γνώση των αθλητικών σωματείων που έχουν λάβει την ειδική από εμάς αθλητική αναγνώριση, ενώ θα μπορούμε αποτελεσματικά να ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες τους. Το Μητρώο αυτό θα αποτελεί μια ασφαλή πηγή πληροφόρησης για δεκάδες χιλιάδες γονείς και αθλητές. Πρόσβαση θα έχει κάθε ενδιαφερόμενος, καθώς αυτό επιτάσσει η διαφάνεια. Την ίδια στιγμή, οι διοικήσεις των Αθλητικών Κέντρων, που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, είναι έτοιμες να προχωρήσουν σε γενναίες οικονομικές διευκολύνσεις, για τη στήριξη των αθλητικών σωματείων και δεκάδων χιλιάδων αθλητών».
- Εξαρχής η κυβέρνηση διαφήμισε αρκετά τη δημιουργία του Μητρώου Αθλητικών Φορέων ως ένα σημαντικό εργαλείο για να γνωρίσει τα προβλήματα του αθλητισμού και να παράσχει την κατάλληλη χρηματοδότηση για τη λύση τους. Προβλήματα που φυσικά εδώ και χρόνια τα γνωρίζουν οι Ομοσπονδίες και οι δήμοι που έχουν τις εγκαταστάσεις, όπως και την αθλητική δραστηριότητα και το μέγεθός της καθημερινά. Αρα, οι όποιες λύσεις από πλευράς πολιτείας θα μπορούσαν να δοθούν πιο άμεσα. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό πως η προϋπόθεση που θέτει η κυβέρνηση για τη χρηματοδότηση της εγγραφής στο Αθλητικό Μητρώο των σωματείων προκαλεί σημαντική καθυστέρηση επιδεινώνοντας την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση των σωματείων.
Για την κρατική χρηματοδότηση του αθλητισμού
Λέει ο υφυπουργός:
- «Σχετικά με το ερώτημά σας για την κρατική χρηματοδότηση, οφείλω να σας ενημερώσω ότι έχει ήδη καταβληθεί η πρώτη δόση προς τις αθλητικές Ομοσπονδίες, ύψους 8,7 εκατομμυρίων ευρώ. Οι πληρωμές ξεκίνησαν στα τέλη Φεβρουαρίου και έχουν ολοκληρωθεί. Για την οικονομική ενίσχυση των αθλητικών Ομοσπονδιών, αξιοποιούμε το πρόγραμμα "ΧΙΛΩΝ", βάσει του οποίου έχουμε ήδη προβεί στην αξιολόγησή τους, με απολύτως μετρήσιμα και αντικειμενικά στοιχεία και στο οποίο έχουν συμφωνήσει όλες οι αθλητικές ομοσπονδίες. Αναγνωρίζουμε τη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι αθλητικές ομοσπονδίες λόγω της πανδημίας. Γι' αυτόν το λόγο και προγραμματίζουμε στα μέσα του καλοκαιριού την καταβολή και της δεύτερης δόσης με την οποία θα έχει αποδοθεί το 90% της συνολικής προβλεπόμενης επιχορήγησης για τις αθλητικές ομοσπονδίες, η οποία ανέρχεται στα 18 εκατ. περίπου».
- Είναι γνωστό πως τις αθλητικές επιχορηγήσεις όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ) τις έχουν μετατρέψει σε ψίχουλα που δεν φθάνουν να καλυφθούν ούτε τα πάγια έξοδα Ομοσπονδιών και σωματείων. Και φυσικά τα σημαντικά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν ούτε από τα λίγο ...περισσότερα ψίχουλα που είναι η προσφορά και της σημερινής κυβέρνησης η οποία κινείται στη λογική του ...λιγότερου κράτους και στον αθλητισμό. Αντίθετα, η ίδια η κυβέρνηση της ΝΔ φροντίζει να ενισχύει λογικές και προγράμματα παράδοσης του αθλητισμού στα ιδιωτικά συμφέροντα και στις χορηγίες. Στην απάντησή του ο υφυπουργός αναγνωρίζει τη δυσχερή κατάσταση των αθλητικών Ομοσπονδιών λόγω και της επιβάρυνσης από την πανδημία. Παρ' όλα αυτά δεν κάνει λόγο για άμεση καταβολή της δεύτερης δόσης της χρηματοδότησης την οποία παραπέμπει για τα μέσα καλοκαιριού. Κάτι που και σε αυτήν την περίπτωση είναι σίγουρο πως θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση Ομοσπονδιών και σωματείων και τις συνέπειες σε αθλούμενους και εργαζόμενους.

22 Μαΐ 2020

Πώς ο «μικρούλης και πεισματάρης» Κωνσταντίνος έγινε Μέγας και άγιος

Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //
Ο Κωνσταντίνος (< λατ. Constantinus < επίθ. constans) είναι ο σταθερός, επίμονος, πεισματάρης, ταυτόχρονα δε και διαρκής – όχι εφήμερος. Το χαρακτηρισμό «Κονστάνς» τον έδιναν στους αυτοκράτορες, κατά τους χρόνους που ο αυτοκρατορικός θρόνος της Ρώμης ήταν εξαιρετικά ασταθής, αφού οι πραιτοριανοί έφταναν μέχρι του σημείου να πουλούν το θρόνο σε δημοπρασία, όπως ακριβώς συνέβη με τον Δίδιο Ιουλιανό.
Πρώτος ο Ευτρόπιος έδωσε στο παιδί του, μελλοντικό αυτοκράτορα, το όνομα Κωνστάντιους (επίρρημα ανάλογο με το «διαρκώς – συνεχώς»). Εμεινε γνωστός ως Κωνστάντιος Χλωρός χάρη στους βυζαντινούς ιστορικούς που εξελλήνισαν το όνομα και έδωσαν και το προσωνύμιο «Χλωρός», δηλαδή «Ο Χλωμός», λόγω του χλομού του προσώπου. Ο Κωνστάντιος Χλωρός, το παιδί του (από την παλλακίδα Ελένη) το ονόμασε Κωνσταντίνον (δηλαδή μικρούλη, πεισματάρη). Αργότερα, ο «μικρούλης» Κωνσταντίνος αναδείχθηκε Μέγας και συνέχισε την πατρική παράδοση, δίνοντας στα παιδιά του τα ονόματα: «Κωνσταντίνος – Κωνστάντιος και Κώνστανς, που εκφράζουν όλα μαζί τη διάρκεια, τη σταθερότητα και την πίστη. Εκτοτε αυτό το όνομα έφεραν 13 αυτοκράτορες του Βυζαντίου.
Στο ενεργητικό των στρατιωτικών του ανδραγαθιών ο Κωνσταντίνος έχει νικηφόρους πολέμους και λεηλασίες. Για την κατάκτηση της μονοκρατορίας προκαλεί πολύνεκρους εμφύλιους πολέμους και εξοντώνει τους νόμιμους κληρονόμους του στέμματος. Ο φόβος της κοινωνικής αναταραχής εξαιτίας της παιδοκτονίας και της συζυγοκτονίας τον ανάγκασε να καταφύγει στα θρησκευτικά ιερατεία για άφεση αμαρτιών. Ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Σώπατρος, στον οποίο ο Κωνσταντίνος κατέφυγε ζητώντας συμβουλές, του απάντησε: κανένας καθαρμός δεν είναι αρκετός για τέτοια ανομήματα. Το ίδιο του απάντησαν και οι ειδωλολάτρες ιερείς: Δεν υπάρχει τρόπος καθαρμού για τέτοια δυσσεβήματα. Εξοργισμένος ο Κωνσταντίνος διέταξε την εκτέλεση του Σώπατρου με την κατηγορία ότι με τις μαγικές του παρεμβάσεις σταμάτησε τους νοτιάδες και εμπόδισε τα αιγυπτιακά σιτοκάραβα να φτάσουν στην πρωτεύουσα. Οι χριστιανοί ιερείς προθυμοποιήθηκαν να δώσουν άφεση αμαρτιών αν βαπτιστεί: «… και βαπτίσματι υπέσχοντο πάσης αυτόν αμαρτίας καθαίρειν».
Τμήματα ενός γιγαντιαίου αγάλματος του Μεγάλου Κωνσταντίνου στον λόφο Καπιτωλίου στη Ρώμη
Τμήματα ενός γιγαντιαίου αγάλματος του Μεγάλου Κωνσταντίνου στον λόφο Καπιτωλίου στη Ρώμη

Η μεταστροφή του…

Η χριστιανική παράδοση παρουσιάζει τον Κωνσταντίνο ως κρυπτοχριστιανό και λέει ότι παραμονή της μάχης έξω από τη Ρώμη έγινε η μεταστροφή του, με αφορμή ένα (υποτιθέμενο) θεόπεμπτο όραμα (διαδεδομένο τέχνασμα για τη διάδοση των θρησκειών): Παραμονή μάχης είδε ένα σταυρό σχηματιζόμενο από τα γράμματα Χ και Ρ που πλαισιωνόταν από την επιγραφή «(Εν) τούτω νίκα». Η απάντηση των ιστορικών είναι ότι η μεταστροφή του είναι ψέμα. Για πολιτικούς λόγους έδειχνε συμπάθεια στους χριστιανούς.
Οι χριστιανοί είναι μειοψηφία μέσα στην αυτοκρατορία. Ειδικά στην ύπαιθρο ήταν πάρα πολύ λίγοι και μόνο στις πόλεις η νέα θρησκεία είχε οπαδούς. Είχαν όμως γερή οργάνωση και πίστευαν στην ιδεολογία τους με φανατισμό που τους έκανε να μη λογαριάζουν τα βασανιστήρια, τα άγρια θηρία, τη φωτιά, την κρεμάλα και τον αποκεφαλισμό. Το θάρρος, ο φανατισμός και η πίστη τους προκάλεσαν το θαυμασμό ακόμα και των αντιπάλων τους. Οσοι ήταν δειλοί και λιποψύχησαν βγήκαν από την οργάνωση. Είναι λίγοι, οργανωμένοι, ξέρουν τι θέλουν και πιστεύουν στις ιδέες τους. Ο ένας από αυτούς άξιζε για εκατό άλλους ανοργάνωτους. Ο Κωνσταντίνος κατάλαβε ότι είχαν δυνατότητα που δεν μπορούσε να μη τη λογαριάσει.
Οσα σχετικά αναφέρονται από την Εκκλησία για το όραμα του Κωνσταντίνου και τη διαταγή στους στρατιώτες του να χαράξουν στις ασπίδες τους το Χ(χριστό) Ι(ησούς) δεν στέκουν. Ο Κωνσταντίνος μέχρι το τέλος της ζωής του λάτρευε τον Ηλιο. Ούτε ήταν δυνατό να χαράξει στις ασπίδες των λεγεώνων του το μονόγραμμα του Χριστού, γιατί δεν ήταν όλοι οι στρατιώτες του χριστιανοί. Αν έδινε τέτοια εντολή οι μη χριστιανοί θα στασίαζαν. Επειτα, θα έπρεπε πρώτα ο ίδιος να δώσει το παράδειγμα και να δηλώσει πως είναι χριστιανός και πως ο Ηλιος και οι άλλοι θεοί δεν είναι αληθινοί.
Δεν είδε κανένα όραμα ούτε ήταν ανόητος ώστε την παραμονή της μάχης που κρινόταν η τύχη του να διακινδύνευε τη διάλυση του στρατού του (το μονόγραμμα αυτό ήταν αρχικά διαδεδομένο και στους χριστιανούς και στους παγανιστές). Μιλώντας γενικά και αόριστα για το θεό αντλούσε πολιτικά οφέλη από τους οπαδούς και των δύο θρησκειών. Είναι ο πρώτος αυτοκράτορας που εκμεταλλεύεται το χριστιανισμό και τη διάδοσή του προκειμένου να κερδίσει τις κατώτερες τάξεις που του πρόσφεραν και τους στρατιώτες.
Τους πρώτους αιώνες οι χριστιανοί είχαν ταχτεί κατά των πολέμων και της στράτευσης και απέκρουαν τις αυτοκρατορικές αξιώσεις για στράτευση. Ο ρωμαϊκός στρατός ήταν μισθοφορικός και απαρτιζόταν από φτωχούς και τους κοινωνικά απόκληρους. Κατατάσσονταν στις λεγεώνες για να εξασφαλίσουν πόρους ζωής και όχι γιατί ήθελαν να γίνουν στρατιώτες. Μετά το 235 (περίοδος εμφυλίων, στρατιωτικής αναρχίας και σιτοδείας) οι φτωχοί χριστιανοί κατατάσσονται μαζικά στο στρατό. Οι αρχιερείς των χριστιανών που πριν απαγόρευαν την κατάταξη, τώρα προπαγανδίζουν την ιδέα οι χριστιανοί να γίνουν στρατιώτες. Ηθελαν να πάρουν τα κλειδιά της αυτοκρατορίας και για να το πετύχουν αυτό έπρεπε να καταταγούν στο στρατό.
Οταν ο Κωνσταντίνος έγινε κυρίαρχος της Δύσης έβαλε στόχο την επικράτηση στην Ανατολή όπου οι χριστιανοί ήταν και πολλοί και μαχητικοί. Επρεπε να τους πάρει μαζί του. Δε βγήκε ποτέ να διακηρύξει ότι είναι χριστιανός. Πρώτον, γιατί δεν ήταν και, δεύτερον, θα προκαλούσε στάσεις και επαναστάσεις, γιατί και πολλοί από τις λεγεώνες του ήταν Εθνικοί και η πλειοψηφία της αριστοκρατίας και της πλουτοκρατίας λάτρευαν άλλους θεούς.
Το βάπτισμα του Κωνσταντίνου, του Ραφαήλ
Το βάπτισμα του Κωνσταντίνου, του Ραφαήλ

Ο μονοκράτορας

Επί μονοκρατορίας του το εκκλησιαστικό ιερατείο, εξαγορασμένο από τη γενναιοδωρία του, νομιμοποιεί τη βία και γίνεται σύμμαχος και εταίρος στη νομή της εξουσίας. Εκμεταλλεύεται την επιρροή των χριστιανών στις μάζες. Με τη βοήθεια και τη φιλανθρωπία, που ασκούσαν οι χριστιανοί, μπορούσαν να επηρεάσουν το λαό. Η διδασκαλία για τη μεταθανάτια ζωή, την ανάσταση και την εγκαθίδρυση της βασιλείας των χριστιανών ήταν ελκυστική και τραβούσε μάζες στην Εκκλησία. Επιπλέον, ζητούσε από τους πιστούς πλήρη υποταγή και αναγνώριση του δόγματος. Στους «αντιπροσώπους» του θεού πλέον κυριαρχεί ο χρυσός και το ιερατείο συναγωνίζεται σε μεγαλοπρέπεια και χλιδή το παλάτι. Ο Κωνσταντίνος είναι αυτός που αποφασίζει πλέον για κάθε δραστηριότητα των χριστιανών, ενώ ταυτόχρονα καταφεύγει στα μαντεία, μεταφέρει και οικοδομεί στη νέα πρωτεύουσα ναούς και μνημεία της αρχαίας λατρείας και παραμένει αρχιερέας της. Ετσι και οι δύο θρησκείες γίνονται τα στηρίγματα της απολυταρχικής εξουσίας του. Οταν πέθανε ο Κωνσταντίνος , οι Εθνικοί του έστησαν ανδριάντα με τη μορφή του Απόλλωνα – Ηλιου, η ρωμαϊκή Σύγκλητος τον θεοποίησε και η χριστιανική Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο γιατί σταμάτησε τους διωγμούς και προστάτευσε το χριστιανισμό.

Το χτίσιμο της Πόλης

Το 324 ήταν μονοκράτορας. Το 326 είδε ένα όνειρο και κάποια φωνή του έλεγε να χτίσει μια πόλη και να την αφιερώσει στη Θεοτόκο. Μη γνωρίζοντας πού να χτίσει αυτή την πόλη κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Ομως τα υλικά που είχε συγκεντρώσει για να χτίσει εκεί την πόλη του …ονείρου του, τα άρπαξαν αετοί και τα πήγαν στο Βυζάντιο. Κατάλαβε τότε ότι επρόκειτο για θαύμα και μήνυμα και άρχισε να χτίζει τη νέα πόλη στο Βυζάντιο. Η πόλη αυτή ονομάστηκε Νέα Ρώμη ή Κωνσταντινούπολη (εγκαινιάστηκε ως νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στις 11 Μάη του 330). Η πόλη και τα κτίρια μιμούνται σε μεγάλο βαθμό την παλιά πρωτεύουσα Ρώμη. Για να χτιστεί χρειάστηκαν είκοσι χρόνια. Από τότε οι δύο αετοί έγιναν το λάβαρο όσων ονειρεύονταν την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Οι μεγάλες δαπάνες εξαγοράς και επίδειξης μεγαλείου και οικοδόμησης της νέας πρωτεύουσας καλύπτονται με τη φορολόγηση του λαού. Ο «Χρυσάργυρος», ο εξοντωτικός φόρος σε χρυσό και ασήμι, φέρνει σε απόγνωση τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Η αδυναμία καταβολής αντιμετωπιζόταν με βασανιστήρια και φυσική εξόντωση. Οι γονείς αναγκάζονται να πωλούν τα παιδιά τους και να εκπορνεύουν τις κόρες τους. Οι αγρότες πλήρωναν φόρο για τα βόδια τους, τα μουλάρια, τους σκύλους… επιβλήθηκε φόρος οικοδομής, ο αερικός και ο καπνικός, κεφαλικός φόρος. Ακόμη και τα αφοδεύματα και τα ούρα φορολογήθηκαν.

Ευαισθησίες... αλά καρτ


Η επιστολή του μόνιμου αντιπροσώπου της Συρίας στον ΟΗΕ, που καταδικάζει το αυθαίρετο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και την κατάφωρη παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, «έπαιξε», όπως αναμενόταν, από ΜΜΕ και κυβερνητικούς κύκλους. Μόνο που και σ' αυτήν την περίπτωση η κυβέρνηση της ΝΔ και τα αστικά επιτελεία επιλέγουν «τα καλά και συμφέροντα», για να συγκαλυφθεί η επικίνδυνη πολιτική εμπλοκής στα σχέδια ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ. Για παράδειγμα, η επιστολή του Σύρου αξιωματούχου επισημαίνει σωστά πως «η τουρκική πλευρά επιδιώκει να νομιμοποιήσει και να εδραιώσει το status quo της παράνομης κατοχής στα εδάφη άλλων χωρών, εκτός από την προσπάθεια κατάσχεσης των δικαιωμάτων άλλων στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη».
Αλήθεια, όμως, είναι ή δεν είναι η κυβέρνηση της ΝΔ που συνυπογράφει αποφάσεις του ΝΑΤΟ για τη στήριξη της τουρκικής εισβολής και κατοχής στη Συρία, με μόνη «προϋπόθεση» να τηρεί η Τουρκία τις άθλιες συμφωνίες για τον εγκλωβισμό των προσφύγων στο έδαφός της;

Αλλο παράδειγμα είναι όσα γράφει ο Σύρος αξιωματούχος σχετικά με το πώς το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο συνολικά για την περιοχή, σημειώνοντας πως «ένα τέτοιο μνημόνιο σίγουρα θα προκαλέσει νομικά, πολιτικά και πρακτικά προβλήματα στο μέλλον σε περίπτωση συμφωνίας για τον καθορισμό των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Συρίας και Τουρκίας». Αλήθεια, όμως, είναι ή δεν είναι η κυβέρνηση της ΝΔ, με τη «βροντερή» στήριξη ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ, Ελληνικής Λύσης, που όταν πρόκειται για σχεδιασμούς της αστικής τάξης, όπως ο αγωγός «East Med», κωφεύει στις καταγγελίες Λιβάνου και Παλαιστινιακής Αρχής ότι με τη συμφωνία αυτή το Ισραήλ καταπατά τα δικά τους δικαιώματα στην ΑΟΖ; Δέχονται δηλαδή την καταπάτηση δικαιωμάτων σε μια άλλη γωνιά της ίδιας περιοχής, δίνοντας επί της ουσίας «αέρα στα πανιά» της Τουρκίας που κάνει το ίδιο σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Επίσης, είναι ή δεν είναι οι ελληνικές κυβερνήσεις που έχουν διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τη Συρία από το 2012 μέχρι σήμερα; Οι «αλά καρτ» ευαισθησίες βέβαια εξηγούνται, αφού δείχνουν «κατά πού φυσάνε» κάθε φορά τα συμφέροντα της αστικής τάξης και των συμμαχιών της. Ο λαός πάλι χρειάζεται να βγάλει συμπεράσματα χρήσιμα για την πάλη του: Ειρήνη, εξασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με όλους τους γείτονες λαούς μπορεί να εξασφαλίσουν μόνο η πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, η απαλλαγή του από την καπιταλιστική εξουσία και οικονομία.

Στον τόπο του εγκλήματος...


Ο λαός της Δυτικής Αθήνας και της Δυτικής Αττικής βρίσκεται για μια ακόμη φορά στο δρόμο, διεκδικώντας εδώ και τώρα να κλείσει η χωματερή στη Φυλή, καμιά νέα χωματερή, ζητώντας διαχείριση των απορριμμάτων προς όφελος του λαού και όχι για τα συμφέροντα αυτών που κερδοσκοπούν με τη βρώμα και τον καρκίνο στις αυλές των λαϊκών οικογενειών. Η κυβέρνηση της ΝΔ και η Περιφερειακή Διοίκηση Αττικής είναι υπόλογες και εκτεθειμένες για την άθλια πολιτική τους στη διαχείριση των απορριμμάτων, που κλιμακώνεται με το τελευταίο περιβαλλοντικό νομοσχέδιο. Μέσα από εκεί ανοίγει ο δρόμος να ολοκληρωθούν μια σειρά από περιβαλλοντοκτόνα έργα, που ξεκίνησαν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά για διάφορους λόγους δεν ολοκληρώθηκαν. Ειδικά για τη Φυλή, ο νόμος δίνει το δικαίωμα στην κυβέρνηση, όταν το κρίνει απαραίτητο, να εγκρίνει, επομένως και να διαμορφώνει κατά το δοκούν με Κοινή Υπουργική Απόφαση, το ΠΕΣΔΑ (Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων) Αττικής, που θα εκπονείται με ευθύνη του ΕΔΣΝΑ. Επίσης, το υπουργείο Περιβάλλοντος θα μπορεί στο εξής να «αποφασίζει και διατάζει» τη λήψη «του οποιουδήποτε πρόσφορου μέτρου» λόγω «απρόβλεπτων καταστάσεων» και «δημοσίου συμφέροντος», ανάμεσα σε αυτά και η περίπτωση που ένας ΧΥΤΑ έχει κορεστεί. «Φωτογραφία» για Φυλή και Γραμματικό δηλαδή...
* * *
Η επικίνδυνη αυτή πολιτική έχει προκαλέσει αντιδράσεις και διαμαρτυρίες από σωματεία και φορείς, που προσπαθεί να καπηλευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ, για να βγάλει τον εαυτό του από το κάδρο των υπευθύνων για τη σημερινή κατάσταση στη Δυτική Αττική. Εφτασε μάλιστα στο σημείο να καταθέσει Ερώτηση στη Βουλή, ζητώντας εξηγήσεις από την κυβέρνηση για τη διατήρηση και επέκταση της χωματερής στη Φυλή! Η Ερώτηση αυτή είναι μνημείο πρόκλησης και υποκρισίας. Συναγωνίζεται επάξια τις δηλώσεις της περιφερειάρχη του ΣΥΡΙΖΑ στο δημαρχείο Φυλής το 2014, όταν ορκιζόταν πως η χωματερή στη Φυλή θα κλείσει άμεσα... Τώρα, ο ένας από τους δύο συνεταίρους στην απόφαση να συνεχίσει η λειτουργία της χωματερής για τουλάχιστον 3,5 χρόνια ακόμα, ρωτά τον άλλο γιατί θα συνεχίσει να λειτουργεί! Ο ένας (ΣΥΡΙΖΑ) που συμμετείχε στις άθλιες μεθοδεύσεις για να συνεχίσει η χωματερή να σπέρνει τον καρκίνο, ρωτά τον άλλο (ΝΔ) γιατί δεν παίρνει μέτρα! Και μάλιστα, λίγες μέρες μετά την αποχώρησή του με ελαφρά πηδηματάκια από την ψηφοφορία του περιβαλλοντικού νομοσχεδίου στη Βουλή, που απλά έβαζε σφραγίδα στο έγκλημα της Φυλής...
* * *
Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά πώς «ο δολοφόνος που επέστρεψε στον τόπο του εγκλήματος» πιάστηκε στα πράσα.
  • Η απόφαση για τη νέα χωματερή - βόμβα στη θέση Σκαλιστήρι στη Φυλή, που θα δεχτεί 4 εκατομμύρια κυβικά μέτρα σκουπιδιών, με αποτέλεσμα να παρατείνεται η λειτουργία της χωματερής για τα επόμενα τουλάχιστον 3,5 χρόνια, πάρθηκε «νύχτα» της 1ης Αυγούστου 2019 στα γραφεία του ΕΔΣΝΑ, πρόεδρος του οποίου ήταν η περιφερειάρχης του ΣΥΡΙΖΑ! Η απόφαση αυτή, λίγες μέρες πριν λήξει η θητεία Δούρου, παραπέμπει σε παρασκηνιακή συμφωνία με τον διάδοχό της, Γιώργο Πατούλη. Συμφώνησαν δηλαδή παρασκηνιακά όχι μόνο στη διατήρηση της χωματερής στη Φυλή, αλλά στη δημιουργία και νέας που βαφτίζουν «επέκταση» της σημερινής.
  • Την Τρίτη 27 Αυγούστου 2019, τέσσερις μέρες πριν τη λήξη της θητείας του ΣΥΡΙΖΑ στην Περιφέρεια, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης η προκήρυξη της σύμβασης για έργο συνολικού ύψους 48 εκατομμυρίων ευρώ, με τον παραπλανητικό τίτλο: «Μελέτη - κατασκευή έργων, για την Α' φάση αποκατάστασης της ΟΕΔΑ (Οργανωμένη Εγκατάσταση Διαχείρισης Απορριμμάτων) Δυτικής Αττικής και μεταβατικής διαχείρισης αποβλήτων». Ο χώρος στον οποίο θα γίνει αυτό, όπως ακριβώς προσδιορίζεται, είναι: «ΟΕΔΑ που βρίσκεται στη θέση Σκαλιστήρι του Δήμου Φυλής».
  • ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και Τζήμερος ψήφισαν στις 16 Οκτώβρη του 2019 από κοινού να μην ανακληθεί η απόφαση της 1ης Αυγούστου του Ενιαίου Διαβαθμιδικού Συνδέσμου Νομού Αττικής (ΕΔΣΝΑ), η οποία προβλέπει τη δημιουργία νέας χωματερής στη Φυλή. Αυτή δηλαδή που αναφέρουμε παραπάνω.
* * *
Ολα αυτά αποκαλύπτουν ότι στον πυρήνα της πολιτικής ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ για τη διαχείριση των απορριμμάτων, όπως και των εκλεγμένων τους στην Περιφέρεια Αττικής και τους δήμους, παραμένει η διαιώνιση του ΧΥΤΑ Φυλής, της ΟΕΔΑ Φυλής (Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση Διαχείρισης Αποβλήτων) στο σύνολό της, καταστροφική για την υγεία των λαϊκών στρωμάτων του Θριάσιου και της Δυτικής Αθήνας και για το περιβάλλον. Τα «παραμυθάκια» με την Ερώτηση και το όψιμο ενδιαφέρον του ΣΥΡΙΖΑ για το τι συμβαίνει στη Φυλή, δεν πείθουν κανέναν και θα πάρουν την απάντηση που τους πρέπει από το λαό της Δυτικής Αττικής και Δυτικής Αθήνας.

Να μη χαθεί χρόνος!


«Οπως κερδίσαμε τη μάχη της υγείας, θα νικήσουμε και στον πόλεμο της οικονομίας. Θα πρέπει, όμως, να επιδείξουμε την ίδια πειθαρχία, την ίδια προσαρμοστικότητα και την ίδια αλληλεγγύη», είπε προχτές ο πρωθυπουργός στο διάγγελμά του, καλώντας το λαό να «βάλει πλάτη» για να ξεπεράσει το κεφάλαιο με τις μικρότερες δυνατές απώλειες την οικονομική κρίση.
Ούτε λίγο ούτε πολύ, η κυβέρνηση ζητάει ξανά από το λαό «να βγάλει το φίδι από την τρύπα» για τη νέα κρίση και να το κάνει μάλιστα «πειθαρχημένα» και αδιαμαρτύρητα. Να μην πει δηλαδή κουβέντα όταν θα χάνει τη δουλειά του, όταν θα δει το μισθό του να μειώνεται και τη σύμβασή του να διαλύεται, όταν θα αναγκαστεί να κλείσει το μαγαζί του επειδή κατέρρευσε από τα χρέη.
Και βεβαίως, όταν η κυβέρνηση και η ΕΕ θα του στείλουν τη «λυπητερή» για τα μέτρα που τώρα αποφασίζουν, όπου κεντρικό ρόλο παίζουν οι επιδοτήσεις και τα δάνεια στους επιχειρηματικούς ομίλους με εγγύηση του Δημοσίου, δηλαδή με τα λεφτά των λαών.
«Με την ίδια ωριμότητα και πειθαρχία καλούμαστε να μετατρέψουμε τους μήνες που έρχονται σε μία γέφυρα, η οποία από την άμυνα για την υγεία θα μας περάσει στην επίθεση προς την πρόοδο», είπε ο πρωθυπουργός και ξεχώρισε ως «όπλα» την «εμπιστοσύνη που οικοδομήθηκε ανάμεσα σε πολίτες και πολιτεία» και τον «βηματισμό της κοινωνίας, με οδηγό ένα οργανωμένο κυβερνητικό σχέδιο».
Μόνο που στην πανδημία, το «οργανωμένο κυβερνητικό σχέδιο» δεν είχε για προτεραιότητα τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες. Γι' αυτό άλλωστε η «άμυνα για την υγεία» από την πλευρά του κράτους περιορίστηκε σε περιορισμούς και απαγορεύσεις, σε υποδείξεις για την «ατομική ευθύνη».
Αντίθετα, κανένα ουσιαστικό μέτρο δεν πάρθηκε για την υγεία και την ασφάλεια στους χώρους δουλειάς, για τη θωράκιση του δημόσιου συστήματος Υγείας, για προσλήψεις μόνιμων στα νοσοκομεία, για επίταξη του ιδιωτικού τομέα μπροστά σε ένα νέο κύμα της πανδημίας.
Τη συνειδητή ανευθυνότητα του κράτους, που αντιμετωπίζει την Υγεία σαν «κόστος» και σαν «βαρίδι» για το κεφάλαιο, τη ζούσε ο λαός πριν από την πανδημία, τη «λούστηκε» κανονικά την περίοδο έξαρσης του κορονοϊού, οπότε τα νοσοκομεία λειτουργούσαν για μια και μόνο ασθένεια και βεβαίως τη ζει και σήμερα, όπου η «επιστροφή στην κανονικότητα» γίνεται με χειρότερους όρους.
Κι όχι μόνο αυτό, αλλά στο όνομα της γρήγορης επανεκκίνησης του Τουρισμού, προκειμένου «ό,τι πετύχουμε φέτος να είναι κέρδος», όπως είπε ο πρωθυπουργός, η κυβέρνηση «εξαφανίζει» κυριολεκτικά την πανδημία στις τουριστικές περιοχές, καταργεί ακόμα και τα στοιχειώδη προληπτικά μέτρα πριν από την άφιξη των τουριστών, εκθέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο τους ίδιους και τον ντόπιο πληθυσμό.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε «γέφυρα» το σχέδιο που ανακοίνωσε προχτές, προαναγγέλλοντας νέες εξαγγελίες το φθινόπωρο «για το πώς θα επανέλθουμε στο δρόμο της ισχυρής ανάπτυξης».
Οι διαπιστώσεις όμως για το βάθος της κρίσης, που ο ίδιος έκανε στο διάγγελμά του, σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο ενός νέου κύκλου της πανδημίας, δεν επιτρέπουν κανέναν εφησυχασμό ότι τα μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων έχουν έκτακτο - προσωρινό χαρακτήρα, ούτε ότι κάποιος άλλος θα πληρώσει τελικά τον λογαριασμό.
Αλλωστε, η εμπειρία και από το προηγούμενο διάστημα αυτό ακριβώς λέει: Τα αντεργατικά μέτρα των ΠΝΠ ήρθαν για να μείνουν. Παίρνουν τη μια παράταση μετά την άλλη και τελικά δημιουργούν προηγούμενο στην αγορά εργασίας, που οι επιχειρηματικοί όμιλοι θεωρούν ήδη κεκτημένο και καμιά διάθεση δεν έχουν να το απεμπολήσουν. Πόσο μάλλον τώρα, που γενικεύεται το «ελεύθερο» να απολύουν όπως τους βολεύει, να προσαρμόζουν μισθούς και ωράρια εργασίας με βάση τον τζίρο και τα κέρδη τους.
Απ' αυτήν τη σκοπιά, μόνο σαν αστείο ακούγεται η φράση του πρωθυπουργού ότι «η δέσμη μέτρων έχει κοινωνική σφραγίδα και αναπτυξιακή υπογραφή», καλώντας μάλιστα σε σύμπραξη «όλες τις δυνάμεις της παραγωγής», εργοδότες και εργαζόμενους, μπροστά στη «δύσκολη συγκυρία». Σε ανάπτυξη και κρίση τον λογαριασμό τον πληρώνει ο λαός. Τα πραγματικά του συμφέροντά, τα δικαιώματα και οι ανάγκες του δεν συναντιούνται πουθενά με το κυνήγι του κέρδους από τα μονοπώλια και την πολιτική που το υπηρετεί.
Μόνη διέξοδος για να μη μετρήσει ξανά απώλειες ο λαός από τη νέα κρίση είναι να δώσει οργανωμένα την πάλη για να μην πληρώσει αυτός τα σπασμένα του κεφαλαίου. Αξιοποιώντας την πείρα από την προηγούμενη κρίση, να μη χάσει άλλο χρόνο στην ανασύνταξη του κινήματος, στην οργάνωση της αντεπίθεσης για σύγχρονα δικαιώματα στη δουλειά και τη ζωή.

TOP READ