25 Ιουν 2012

Για την Επανάσταση του 1821


Για την Επανάσταση του 1821
Ο Θ. Κολοκοτρώνης με τα παλικάρια του σε μια ανάπαυλα μετά τη μάχη στα Δερβενάκια
Η 25η Μάρτη καταγράφηκε από την αστική ιστοριογραφία ως ημερομηνία έναρξης της ελληνικής εθνικοαπελευθερωτικήςΕπανάστασης των Ελλήνων στα 1821. Μέρα σαν τη σημερινή είναι χρήσιμη στην κυρίαρχη τάξη, στην εξουσία της, στους κάθε λογής θεσμούς του εποικοδομήματός της, από την «επίσημη εκπαίδευση», έως την εκκλησία, αλλά και τους φύλακες του κράτους, από το στρατό έως τους άλλους κατασταλτικούς μηχανισμούς, να παιανίζουν θριάμβους για μιαν επανάσταση με κυρίαρχη μορφή την ένοπλη πάλη, με την οποία πλέον καμιά σχέση δεν έχουν και ας την οικειοποιούνται. Πολλές θα είναι οι παράτες των «επισήμων», των μηχανισμών της εξουσίας του κεφαλαίου, αλλά και οι λόγοι που θα εκφωνηθούν για τους ένδοξους προγόνους. Ολοι αυτοί, που τους αγώνες και ιδιαίτερα την ένοπλη μαζική πάλη την αποκαλούν τρομοκρατία, αυτοί που στέλνουν στρατό, συμμετέχοντας σε ιμπεριαλιστικούς, άδικους, πολέμους σε ξένα εδάφη για την υποδούλωση άλλων λαών, προκειμένου να αυξάνεται το μέγεθος του κεφαλαίου, παίρνοντας κάτι ψίχουλα από το μοίρασμα του πλούτου άλλων λαών και κρατών, θα μιλήσουν για ελευθερία. Το ψέμα και η υποκρισία, σ' όλο τους το μεγαλείο, θα θριαμβεύσουν σήμερα, προκειμένου να προβάλουν το νόημα της Επανάστασηςκομμένο και ραμμένο στα μέτρα της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Για απελευθέρωση του έθνους θα μιλούν και ας συμμετέχουν στο μακελειό για την υποδούλωση λαών. Να διαφυλάξουμε τα «ιερά και τα όσια» θα πουν και ας κρύβουν τα «ιερά και τα όσια» των επαναστατημένων Ελλήνων για να διαφυλάξουν τη δική τους εξουσία. Γιατί η εξέγερση του 1821 είχε εχθρό την κυρίαρχη εξουσία, που εμπόδιζε το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, δηλαδή την κίνηση της ιστορίας, για τη συγκεκριμένη εποχή, προς τα μπρος. Οι Ελληνες με τα όπλα τέτοιον αγώνα έκαναν. Για να ανατρέψουν την εξουσία των Οθωμανών, που τη διαχειρίζονταν μαζί με τους Ελληνες κοτζαμπάσηδες και Φαναριώτες, μαζί και η Εκκλησία.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης
Η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας και στον ελλαδικό χώρο, όπως και το Φανάρι, ήταν εχθρός της Επανάστασης. Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», «Ανώνυμος Ελλην», «ξεσκεπάζει και μαστιγώνει αλύπητα τους εχθρούς της Επανάστασης, τους εκμεταλλευτές του λαού, τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους κοτζαμπάσηδες», (Νίκου Μπελογιάννη, «Κείμενα από την απομόνωση»). Είναι επίσης χαρακτηριστικοί οι διάλογοι του Παπαφλέσα με τους κοτζαμπάσηδες και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο Αίγιο (τότε Βοστίτσα), στις 26 Γενάρη 1821, όταν, ως πληρεξούσιος του Αλέξανδρου Υψηλάντη, τους συνάντησε στο σπίτι του Αντρέα Λόντου, προκειμένου να τους πείσει να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός αρνιόταν την επανάσταση, ρωτώντας: «Πού πολεμοφόδια; Πού όπλα; Πού χρήματα πολυάριθμα; Πού στρατός πεπαιδευμένος; Πού στόλος εφοδιασμένος;». Για να καταλήξει: «...Αλλ' εις την εποχήν ταύτην οποία δείγματα θετικότητας έχομεν, διά να πιστεύσωμεν όσα λέει ο Δικαίος και όσα γράφει ο Υψηλάντης;». Ενώ ο Σωτήρης Χαραλάμπης είπε: «...πιστεύω πως η Ρωσία, όπου έχει την ίδια θρησκεία μ' εμάς, θα συντροφέψει τον Υψηλάντη με στρατεύματα... Μα εμείς εδώ, αφού ξεκάνουμε τους Τούρκους, σε ποιον θα παραδοθούμε; Ποιον θα 'χουμε ανώτερο; Ο ραγιάς, αφού πάρει τα όπλα, δε θα μας ακούει πια και δε θα μας σέβεται και θα πέσουμε στα χέρια εκείνου, που δεν μπορεί να κρατήσει το πιρούνι να φάει! (σ.σ. αυτός ήταν ο Νικήτας Φλέσας, αδελφός του Παπαφλέσα). Κάλλιο οι Τούρκοι κι ο ραγιάς υπόδουλος, παρά λεύτερο έθνος με το λαό να 'χει δικαιώματα»! Αυτό ήταν το πραγματικό τους πρόβλημα. Ο επαναστατημένος λαός, με τα όπλα, θα αφαιρούσε τα προνόμια των κοτζαμπάσηδων, θα αποκτούσε ο ίδιος δικαιώματα.
Η Εξοδος του Μεσολογγίου
Αλλά ο Παπαφλέσας, τους δίνει την πρέπουσα απάντηση: «Η επανάστασηείτε θέτε, είτε όχι θα γίνει! Πάρτε το απόφαση. Αν εσείς γυρεύετε να την εμποδίσετε, εγώ πήρα προσταγή από την Αρχή να ξεσηκώσω το λαό και να την κάνω. Και τότες όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι, ας τον κόψουν...». Για να του ανταπαντήσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός: «Είσαι απατεώνας, άρπαγας, εξωλέστατος!» (Αμβρόσιος Φραντζής «Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδας, τ. α`, σελ. 98).
Ο χαρακτήρας της
Η αστική ιστοριογραφία χαρακτηρίζει την επανάστασηως εθνικοαπελευθερωτική. Ο χαρακτηρισμός τηςεπανάστασης μόνον ως εθνικοαπελευθερωτικής δεν είναι ολόκληρα σωστός. Αλλωστε, ο χαρακτήρας και οι σκοποί κάθε κοινωνικής επανάστασης καθορίζονται από την εποχή της, η οποία επίσης καθορίζεται από τον κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό στους κόλπους του οποίου ξεσπά, δηλαδή ποιες ήταν οι σχέσεις παραγωγής στην οθωμανική αυτοκρατορία, ποιες ήταν οι κινητήριες κοινωνικές δυνάμεις που παίρνουν μέρος στην επανάσταση, ποιες ηγούνται και την καθοδηγούν και ποιο το αποτέλεσμά της, ποιες σχέσεις παραγωγής εγκαθιδρύθηκαν με την επικράτησή της.

Ο ιστορικός υλισμός μας δίνει το «κλειδί» της μελέτης και ερμηνείας τέτοιων, τεράστιας σημασίας ιστορικών γεγονότων, που σε τελευταία ανάλυση αποτελούν μοχλούς της κοινωνικής εξέλιξης.«Σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής τους, γράφει ο Μαρξ, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή - πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι' αυτό έκφραση - με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικήςεπανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Οταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή, στους οικονομικούς όρους της παραγωγής, που μπορούμε να τους διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς τις ιδεολογικές μορφές μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή τη σύγκρουση και παλεύουν ως τη λύση της» (Καρλ Μαρξ, «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», πρόλογος).
Η Επανάσταση του 1821 εναντιώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εξουσία της, διεκδικώντας την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επικρατούσαν σχέσεις παραγωγής φεουδαρχικές και στη συγκεκριμένη εποχή ήταν ιστορικά ξεπερασμένες. Αλλωστε, αστικές επαναστάσεις και εγκαθίδρυση καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής είχαν ήδη επιβληθεί σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Υπήρχε επομένως ανάγκη αντικατάστασης της φεουδαρχίας από την ανώτερη κοινωνική βαθμίδα, τον καπιταλισμό. Στους κόλπους της αναπτύσσονταν νέες κοινωνικές δυνάμεις, που αντιμετώπιζαν το φρενάρισμα της ανάπτυξής τους τόσο από την εξουσία των Οθωμανών, όσο και των κοτζαμπάσηδων, αλλά και της επίσημης ηγεσίας της Εκκλησίας και του Φαναρίου, που τους βόλευε το παλιό καθεστώς, λόγω των προνομίων που τους παρείχε. Αυτοί αναγκάστηκαν να μπουν στην Επανάσταση, όταν συνειδητοποίησαν ότι, παρά τα δικά τους εμπόδια, είναι αναπόφευκτη και δεν ήθελαν να μείνουν εκτός των τειχών της νέας εξουσίας.
Αλλωστε, ο εθνικοαπελευθερωτικός και ο ταξικός χαρακτήρας της επανάστασης του '21 όχι μόνο δεν αντιπαρατίθενται και δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά προϋποθέτουν και συνεπάγονται ο ένας τον άλλο.
Το έθνος είναι προϊόν της διαμόρφωσης του καπιταλισμού. Η διαμορφούμενη μέσα στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ελληνική αστική τάξη, για να επιβάλει τις δικές της σχέσεις παραγωγής, χρειαζόταν ως προϋπόθεση τη δημιουργία δικού της εθνικού αστικού κράτους.
Οι κινητήριες δυνάμεις
Ποιες είναι, όμως, οι κινητήριες δυνάμεις της ελληνικής επανάστασης; Ποιες είναι οι οικονομικές τους δραστηριότητες μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ποια τα ταξικά τους χαρακτηριστικά;
Ο πρώτος βιομηχανικός κλάδος που αναπτύσσεται στον ελλαδικό χώρο είναι η ναυτιλία και, σε άμεση συνάρτηση με αυτήν, η ναυπηγική. Ηταν το αποτέλεσμα της ανάπτυξης του εμπορίου στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο οποίο οι Ελληνες διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Εμπόριο που για να πραγματοποιείται απαιτεί ανάπτυξη της ναυτιλίας. Αλλωστε, στο 18ο αιώνα, οι Ελληνες έμποροι συναγωνίζονται τους Γάλλους, που ήταν έως τότε οι κυρίαρχοι των εμπορικών δρόμων της ανατολικής Μεσογείου.
Μεγάλη ναυτιλιακή ανάπτυξη υπήρχε στη Δυτική Ελλάδα, στα παράλια της Αιτωλοακαρνανίας και της Ηπείρου. Το Μεσολόγγι ήταν πρωτοπόρο στη ναυπήγηση πλοίων και στα θαλασσινά ταξίδια, όπως και το Γαλαξίδι και το Αιτωλικό. Αντίστοιχα, αναπτύσσεται ναυτιλιακή δραστηριότητα και στα νησιά του Αιγαίου και του Σαρωνικού. Οι Ελληνες καραβοκυραίοι ασχολούνται ταυτόχρονα και με το εμπόριο. Εμπορεύονται τόσο ξένα προϊόντα, όσο και δικά τους. Πρέπει, επίσης, να αναφέρουμε ότι στα τότε αστικά κέντρα που σχεδόν ταυτίζονταν με τα λιμάνια επενδύουν μεγάλοι εμπορικοί οίκοι της Ελλάδας.
Εκτός από τη ναυτιλία, φαίνεται ότι, κατά το 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα, υπάρχει και μια σημαντική ανάπτυξη στη βιοτεχνία. Περιπτώσεις όπως ο συνεταιρισμός στα Αμπελάκια, καθώς και η αστική ανάπτυξη των Ιωαννίνων, επί Αλί Πασά, είναι αρκετά γνωστές. Η βιοτεχνική - βιομηχανική παραγωγή στον ελλαδικό χώρο εκείνης της εποχής καλύπτει το 30% της συνολικής παραγωγής με κύριες βιοτεχνικές - βιομηχανικές δραστηριότητες τη ναυτιλία, την υφαντουργία - νηματουργία και τη σαπωνοποιία.
Βεβαίως η Οθωμανική Αυτοκρατορία, από τη μια συνέβαλε αντικειμενικά στη διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης γιατί την είχε ανάγκη για τη διεξαγωγή του εμπορίου και της ναυτιλίας, από την άλλη, όμως, οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής φρενάριζαν την ανάπτυξή της. Οι Ελληνες, για να μπορέσουν να αναπτύξουν την επιχειρηματική τους δράση στις συγκεκριμένες συνθήκες, ιδρύουν παροικίες σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Στο βαλκανικό και κεντροευρωπαϊκό χώρο, οι Ελληνες ελέγχουν τις χερσαίες μεταφορές, όπως ελέγχουν και ένα μεγάλο μέρος των θαλάσσιων μεταφορών στην ανατολική Μεσόγειο. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις Ελλήνων επιχειρηματιών, των οποίων η έδρα των επιχειρήσεων βρίσκεται μέσα στον οθωμανικό χώρο, αλλά οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες εκτείνονται και στο εξωτερικό.
Οι Ελληνες των παροικιών, ζώντας σε κέντρα του εξωτερικού, έρχονται περισσότερο σε επαφή με το Διαφωτισμό και τα «γαλλικά γράμματα» και συντελούν πολύ ουσιαστικά στη διαμόρφωση ιδεολογίας και πολιτικών στόχων για ολόκληρη την τάξη.
Οι ιδεολογικές επιδράσεις
Η ιδεολογία αυτή είναι εθνική ιδεολογία: Η ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίας εσωτερικής αγοράς οδηγεί στη διατύπωση του αιτήματος για συγκρότηση εθνικού κράτους. Είναι γνωστό ότι το συνειδησιακό υπόβαθρο που διαμορφώθηκε και ώθησε στην Επανάσταση του 1821 ήταν η Γαλλική αστική Επανάσταση του 1789 και το μεταλαμπάδιασμα των ιδεών της (ελευθερία - ισότητα - αδελφότητα), κυρίως από τον Κοραή, τον «Ανώνυμο Ελληνα» με την «Ελληνική Νομαρχία» και τον Ρήγα. Ο Ρήγας, μάλιστα, είχε συλλάβει την ιδέα της επανάστασης σ' όλα τα Βαλκάνια, γιατί θεωρούσε ότι η απελευθερωτική δύναμη όλων των Βαλκάνιων μαζί ήταν πολλαπλάσια μεγαλύτερη, ενάντια στη φεουδαρχία των Οθωμανών, από τον ξεσηκωμό ενός ενός έθνους ξεχωριστά. Αλλά φαίνεται ότι δεν ήταν σ' όλα τα Βαλκάνια ώριμες οι υποκειμενικές προϋποθέσεις για τον κοινό επαναστατικό ξεσηκωμό, σε συνδυασμό με τα εμπόδια από τα αστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης, που δεν καλόβλεπαν την επανάστασηενάντια στους Οθωμανούς, με τους οποίους είχαν αναπτύξει οικονομικές σχέσεις με μεγάλα οφέλη και τα οποία σε μιαν ενδεχόμενη επανάσταση δε θεωρούνταν διασφαλισμένα.
Βέβαια, δεν είναι μόνον η αστική τάξη που πήρε μέρος στην επανάσταση του '21, αλλά και η αγροτιά. Στις περιοχές όπου επικράτησε η επανάσταση, κυρίαρχη παραγωγική μονάδα ήταν ο μικρός ελεύθερος κλήρος. Υπήρχαν, ωστόσο, και όχι λίγοι ακτήμονες αγρότες. Απ' αυτούς κυρίως προέρχονταν τα ένοπλα τμήματα της επανάστασης. Ακριβώς επειδή πλήρωνε βαρείς φόρους στους Οθωμανούς, είδε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ένα βασικό όρο για την επιβίωσή της. Υπερασπίστηκε τον κλήρο της με τα όπλα και διεκδίκησε έντονα τη διανομή των κτημάτων που άφησαν πίσω τους οι Οθωμανοί.
Το σύγχρονο νόημα
Το κύριο, που σαν αποτέλεσμα του ένοπλου ξεσηκωμού κατακτήθηκε στην Ελλάδα με τηνΕπανάσταση, είναι η δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους. Ηταν ένα άλμα μπροστά στην ιστορική εξέλιξη, που συνέβαλε επίσης στην αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αυτό το συμπέρασμα έχει διπλή σημασία για τις σύγχρονες συνθήκες: Η μία είναι η ίδια ηΕπανάσταση σαν πράξη, το αναπόφευκτό της, όταν οι παλιές σχέσεις φρενάρουν τις νέες δυνάμεις. Η δράση των καταπιεσμένων λαϊκών μαζών ενάντια στην παλιά εξουσία και την ξεπερασμένη ιστορικά κοινωνία, για την ανατροπή της και την εγκαθίδρυση της νέας εξουσίας και την οργάνωση της νέας ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας. Οταν οι λαοί συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα της δικής τους απελευθέρωσης, τότε η δύναμη της δράσης τους γίνεται ακατανίκητη και καμιά εξουσία δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επαναστατική τους πάλη. Η Επανάσταση του 1821 ήταν επανάσταση που σαν αποτέλεσμα, μαζί με την απελευθέρωση του έθνους, άνοιξε την πρώτη σελίδα της νέας κοινωνίας, του καπιταλισμού. Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλη σημασία της, το γεγονός, δηλαδή, ότι ως αποτέλεσμα της νικηφόρας επανάστασης είναι το πέρασμα από μια κατώτερη κοινωνική βαθμίδα στην ανώτερη.
Στις σημερινές συνθήκες, το μήνυμα και το νόημά της έχουν επίσης το δικό τους περιεχόμενο. Μόνο που αυτό έχει σχέση με τη σκοπιά που κάθε κοινωνική δύναμη προσεγγίζει και τα τότε ιστορικά γεγονότα και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Σήμερα ο καπιταλισμός ιστορικά είναι ξεπερασμένος. Βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, το στάδιο της αντίδρασης και αυτό το αισθάνεται καθημερινά η εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα ως την πιο αβάσταχτη κοινωνική καταπίεση και εκμετάλλευση, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, την κρίση και την καταστολή. Είναι καπιταλισμός που σαπίζει και παρασάπισε και ως τέτοιος πρέπει να αντικατασταθεί από την επόμενη κοινωνική βαθμίδα.
Η πολιτική, των αντιδραστικών, σε βάρος της εργατικής τάξης, και του λαού, αναδιαρθρώσεων εντείνει την εκμετάλλευση, τη φτώχεια, την ανεργία, την εξαθλίωση, αυξάνει τις κοινωνικές ανισότητες, συγκεντρώνει ολοένα και μεγαλύτερο πλούτο στα χέρια των λίγων ισχυρών επιχειρηματιών, κλέβοντάς τον από τους άμεσους παραγωγούς του, τους ανθρώπους του μόχθου.
Επομένως σήμερα η ανάγκη της κατάργησης της εκμετάλλευσης συνδέεται με την αντικατάσταση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας με την κοινωνική, το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.
Η πολιτική του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου πάλης για τη λαϊκή εξουσία, που θα οργανώσει τη λαϊκή οικονομία, αποτελούν το σύγχρονο νόημα του 1821.
Αλλά χωρίς τον επαναστατικό ξεσηκωμό όλων των τότε καταπιεσμένων δε θα υπήρχε αυτό το ιστορικό γεγονός και το αποτέλεσμά του. Ετσι και τώρα η εργατική τάξη, τ' άλλα λαϊκά στρώματα της πόλης και του χωριού, η νεολαία, οι εργαζόμενες γυναίκες, συγκροτώντας το δικό τους αντίπαλο δέος, το αντιιμπεριαλιστικό, αντιπολεμικό δημοκρατικό μέτωπο πάλης, μπορούν να οργανώσουν τη δική τους αντεπίθεση για τη δική τους εξουσία. Και τότε οι λαϊκές δυνάμεις με επικεφαλής την εργατική τάξη θα 'ναι υπερήφανες, γιατί, ως συνεχιστές της ιστορίας, θα δημιουργούν το δικό τους μέλλον.


Σ. Κ.


Η ΟΥΓΓΑΡΕΖΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1919


Η ΟΥΓΓΑΡΕΖΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1919
Η λαϊκή εξουσία εμπνέει και προάγει την τέχνη

Ο Μπέλα Μπάρτοκ
Στις 21 Μάρτη του 1919 ανακηρύχθηκε η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία, σαν συνέπεια της έντονης πολιτικής και οικονομικής καταπίεσης στην Ουγγαρία κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και βεβαίως υπό την επίδραση της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Η αστική τάξη της Ουγγαρίας και η κυβέρνησή της των αστικών φιλελεύθερων - ριζοσπαστικών κομμάτων και των σοσιαλδημοκρατών, που ήρθαν στην εξουσία στις 31 Οκτώβρη του 1918, ύστερα από τη νίκη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, όχι μόνο δεν έλυσε, αλλά όξυνε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα.
Η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε στη βάση της αποδοχής της αρχής της δικτατορίας του προλεταριάτου, σαν της ουσίας του κράτους της, με τη συνένωση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουγγαρίας και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος σε Σοσιαλιστικό Κόμμα Ουγγαρίας. Ανατράπηκε μετά από 132 μέρες, την 1η Αυγούστου 1919, με τον οικονομικό αποκλεισμό και τη στρατιωτική επέμβαση της Αντάντ, ενώ η νεοσύστατη Σοβιετική Ρωσία αδυνατούσε να βοηθήσει, αλλά και εξαιτίας λαθών του ΚΚ Ουγγαρίας: Από τη μια η συνένωση με τους ρεφορμιστές... «Κανένας κομμουνιστής δεν πρέπει να ξεχνά τα διδάγματα της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Η συνένωση των Ούγγρων κομμουνιστών με τους ρεφορμιστές στοίχισε ακριβά στο ουγγρικό προλεταριάτο» («ΟΡΟΙ ΕΙΣΔΟΧΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ», Λένιν, «Απαντα», τόμ. 41, σελ. 205, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»). Και από την άλλη λάθη στην πολιτική συμμαχιών εργατικής τάξης - αγροτιάς πάνω στο αγροτικό ζήτημα... «Στην Ουγγαρία υπάρχουν μεγάλα λατιφούντια, σε μεγάλες εκτάσεις γης στην Ουγγαρία χρησιμοποιούνται μέθοδοι μισοφεουδαρχικής οικονομίας. Πάντοτε θα βρεθούν και πρέπει να βρεθούν τέτοια κομμάτια μεγάλων γαιοκτημάτων, από τα οποία κάτι μπορεί να δοθεί στους μικροαγρότες και ενδεχόμενα όχι για ιδιοκτησία, αλλά για νοίκιασμα, ώστε ο μικροϊδιοκτήτης αγρότης να πάρει κάτι από τα δημευμένα αγροκτήματα. Αλλιώς ο μικροαγρότης δεν θα δει τη διαφορά ανάμεσα σ' εκείνο που υπήρχε παλιότερα και στη σοβιετική δικτατορία. Αν η προλεταριακή κρατική εξουσία δεν ακολουθήσει μια τέτοια πολιτική, δεν θα μπορέσει να σταθεί». («ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΕΙΣΔΟΧΗΣ ΣΤΗΝ Κ.Δ.», ο.π., σελ. 252). Ομως η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία παραμένει στην ουγγαρέζικη και την παγκόσμια Ιστορία της εργατικής τάξης σαν φωτεινό ορόσημο.
Σκηνή από την όπερα του Μπέλα Μπάρτοκ «Ο πύργος του Κυανοπώγωνα»
Ακόμα, η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία απέδειξε στην εποχή της και στην πράξη ότι η δικτατορία του προλεταριάτου έχει γενική ισχύ για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό - κομμουνισμό και δεν αποτελούσε ειδικό ρωσικό φαινόμενο, όπως ισχυρίζονταν οι οπορτουνιστές.
Η καπιταλιστική κρίση και το «ντόμινο» των λαϊκών εξεγέρσεων
Ομως η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία αποκτά και μια άλλη σημασία στις μέρες μας: Πρώτα πρώτα απαντά στην ηττοπάθεια που καλλιεργείται από τα αστικά επιτελεία και τους οπορτουνιστές. Οτι, αν και ο καπιταλισμός είναι ισχυρός, δεν είναι ανίκητος, αυτό που δεν είναι άμεσα ορατό σήμερα, θα γίνει αργά ή γρήγορα. Τον αγωνιζόμενο λαό καμιά δύναμη δεν μπορεί να σταματήσει. Ο,τι φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος. Οτι τίποτα δεν παραμένει παγιωμένο και αναλλοίωτο. Και δεύτερο, η ανακήρυξη της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας απαντάει σε όλους αυτούς που σπέρνουν τη μοιρολατρία, ισχυριζόμενοι ότι δεν μπορεί να γίνει επανάσταση σε μια μόνο χώρα, γιατί θα είναι απομονωμένη. Καμιά χώρα δε βρίσκεται σε γυάλα. Η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία το 1917 άνοιξε τότε το δρόμο για την εγκαθίδρυση Σοβιετικών Δημοκρατιών σε μια σειρά γειτονικές χώρες, όπως σε Γερμανία, Φινλανδία, Λετονία, Σλοβακία, στην Ουγγαρία που αναφερόμαστε εδώ, και αλλού, όπου, άσχετα από το βραχύ τους βίο, μαζί με την εργατική αλληλεγγύη που αναπτύχθηκε στις καπιταλιστικές χώρες, δυσκόλευε τους επεμβασίες ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία. Και οι σημερινές εξελίξεις στο τόξο της Βόρειας Αφρικής και γενικότερα τον αραβικό κόσμο, και όχι μόνο, αυτό δείχνουν: Την αλληλεπίδραση των λαών και των κινημάτων, ιδιαίτερα των γειτονικών, παρ' όλο που εκεί ελλείψει ισχυρού ΚΚ και εργατικού - λαϊκού κινήματος τα πράγματα φαίνονται να οδεύουν, όχι βέβαια αυθόρμητα, όπως κάποιοι ισχυρίζονται, σε μια άλλη καπιταλιστική διαχείριση. Εξελίξεις που ταυτόχρονα αναδείχνουν την ανάγκη ύπαρξης του επαναστατικού υποκειμένου, του ΚΚ, της δύναμης αυτής που μπορεί να οδηγήσει τις λαϊκές εξεγέρσεις σε ευτυχή για τους λαούς κατάληξη.
Ο Μπέλα Μπάρτοκ με τον Ζόλταν Κοντάι
Υπάρχουν επίσης και άλλοι λόγοι που μας κάνουν να αναφερόμαστε στην Ουγγαρία, που παρεμπιπτόντως αυτό το εξάμηνο, το πρώτο του 2011, τυχαίνει να έχει αναλάβει την Προεδρία της ΕΕ. Είναι και η σημερινή βαθιά και παρατεταμένη, συγχρονισμένη κυκλική οικονομική κρίση του καπιταλισμού, λόγω υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, που χτύπησε και αυτή τη χώρα, κρίση που υπογραμμίζει ότι στην ημερήσια διάταξη της εποχής μας αντικειμενικά βρίσκεται το ζήτημα της ανατροπής της αστικής εξουσίας, το πέρασμα στο σοσιαλισμό.
Ετσι έχουμε παραστατικά μπροστά μας τις δυο Ουγγαρίες: Την καπιταλιστική και αντιδραστική, την Ουγγαρία της αντεπανάστασης, της πλουτοκρατίας, της κρίσης και της ανεργίας και την Ουγγαρία όπου η εργατική τάξη επικεφαλής του λαού πάλεψε και άλλοτε ηττήθηκε, άλλοτε νίκησε και οικοδομούσε το σοσιαλισμό, με όλες τις αδυναμίες και τις ελλείψεις, πάντως ένα σύστημα σαφώς ανώτερο από το σημερινό.
Μουσική και επανάσταση. Τρεις μεγάλοι συνθέτες
Στην ιδεολογική διαπάλη με την αστική τάξη και τους οπορτουνιστές, ο ρόλος της διανόησης μπορεί να είναι σημαντικός. Δεν έχουμε αυταπάτες. Ενα μεγάλο μέρος της ανήκει ταξικά, οργανικά στον καπιταλισμό, ζει και «αναπνέει» από αυτόν, δεν πρόκειται να του ζητήσει διαζύγιο ούτε στην επανάσταση. Ακόμα περισσότερο: Θα τη χτυπήσει λυσσαλέα, πολύ πιο πολύ από ό,τι τώρα (που και πάλι λυσσομανάει). Ενα άλλο μέρος θα μείνει απαθές και αδιάφορο, ένα άλλο θα τη βλέπει με συμπάθεια, αλλά από μακριά. Και τέλος, αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο, ένα άλλο μέρος της θα την υπερασπιστεί και με το έργο της, αλλά και με τη δράση της. Ο ρόλος αυτού του κομματιού ήταν, είναι και θα είναι σημαντικός. Η Ουγγαρία, αυτή η χώρα που έζησε δυνατές ταξικές συγκρούσεις, όσο λίγες, μας δίνει τη δική της εμπειρία.
Ο Ούγγρος συνθέτης Ζόλταν Κοντάι ενέπνευσε τους εκπαιδευτικούς να δημιουργήσουν και να αναπτύξουν παιδαγωγικές μεθόδους και τεχνικές για τη διδασκαλία της μουσικής στην τάξη. Με το όνομά του έχει συνδεθεί το περίφημο σύστημα μουσικής εκπαίδευσης που δημιούργησε και φέρει το όνομά του
Αν και χώρα μικρή, αποτελεί μια μεγάλη μουσική «δύναμη», με πλούσια λαϊκή μουσική παράδοση (τσιγγάνικες μελωδίες, τσάρντας κλπ.). Αυτό, εκτός από τα ταλέντα, τις κλίσεις και το πλούσιο και θερμό ταμπεραμέντο αυτού του «μικρού» λαού, οφείλεται και στην «τύχη» της να αποτελέσει το δεύτερο σκέλος του δίπολου που συγκροτούσε την Αυστροουγγαρία, μαζί με την άλλη μεγάλη μουσική «δύναμη», την Αυστρία. Ετυχε ακόμα να βρίσκεται στη γειτνίαση λαών με πλούσια και αυτοί μουσική παράδοση, των ανατολικοευρωπαϊκών και των βαλκανικών, κυρίως όμως λαϊκή και όχι τόσο λόγια, έντεχνη, ειδικά στα Βαλκάνια. Γεγονός που μπορούμε να αποδώσουμε και στην Τουρκοκρατία, αλλά και στην αποστροφή του Βυζαντίου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πολυφωνία στη μουσική - όπως και στο γλυπτό και στην αίσθηση του βάθους και της προοπτικής στη ζωγραφική, δηλ. στις πλαστικές τέχνες - έτσι δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί η λόγια μουσική, αντίστοιχη της δυτικής. Βέβαια υπήρξε λαϊκή -όχι λόγια- πολυφωνική μουσική (Ηπειρος, Βουλγαρία κλπ.). Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως η βυζαντινή τέχνη ή η λαϊκή νοτιοανατολικοευρωπαϊκή υστερεί της δυτικής από αισθητική άποψη.
Η Ουγγαρία λοιπόν ανέδειξε πολλούς μεγάλους μουσικούς γενικά, και ειδικότερα μεγάλους συνθέτες. Βέβαια, από το 19ο αιώνα είναι γνωστός ο κορυφαίος Φραντς Λιστ (1811-1886). (Αλλη μια επέτειος φέτος είναι τα 200 χρόνια από τη γέννησή του). Επίσης γνωστοί και άλλοι που ασχολήθηκαν με έντεχνη, αλλά κάπως ελαφρότερη μουσική (οπερέτα), όπως οι Φραντς Λέχαρ (1870-1948), Εμεριχ Κάλμαν (1882-1953) κ.ά. Ομως ο 20ός αιώνας ανέδειξε ακόμα μια πλειάδα μεγάλων Ούγγρων συνθετών, τέτοιων που δίκαια ανακηρύσσονται στους κορυφαίους συνθέτες του 20ού αιώνα παγκόσμια.
Τμήμα του Ουγγρικού Κόκκινου Στρατού
Ανάμεσα σε αυτούς ανήκει και η τριάδα των Μπέλα Μπάρτοκ (1881-1945),Ζόλταν Κοντάι (1882-1967) και Ερνε Ντόχνανι(1877-1960) που μαζί με τον σύγχρονο Γκιόργκι Λίγκετι (1923-2006), ειδικά οι δυο πρώτοι, είναι οι μεγαλύτεροι Ούγγροι συνθέτες του 20ού αιώνα. Οι δυο αυτοί ήταν ταυτόχρονα και μεγάλοι μουσικολόγοι, εθνομουσικολόγοι και παιδαγωγοί. Αυτό όμως που είναι αξιοσημείωτο και θέλουμε να τονίσουμε είναι η επίδραση των επαναστατικών ιδεών σε τέτοιους ταλαντούχους ανθρώπους, που προς τιμή τους επιλέγουν να μην κλείνονται σε τέσσερις τοίχους και κυρίως να μη μένουν προσκολλημένοι στην ταξική, ιδεολογική, πολιτική «κρυφή (καθόλου κρυφή, κατά βάση οικονομική, έχει τη μυρωδιά του χρήματος) γοητεία της μπουρζουαζίας», όπως δυστυχώς συμβαίνει σε κύκλους της διανόησης σε μεγάλο βαθμό στην καπιταλιστική κοινωνία και χτες και σήμερα, φυσικά και στη χώρα μας. Επιρροή από χρηματοδότες και χορηγούς, δηλ. το κεφάλαιο και τους διάφορους οργανισμούς του, ΕΕ κλπ.
Είναι δύσκολη, αλλά και μεγάλη υπόθεση να συγγράφεις, να ζωγραφίζεις, να κινηματογραφείς, να συνθέτεις με το μυαλό, το νου και την ψυχή σου στραμμένα και το ταλέντο και τις γνώσεις σου κατατεθειμένα στα πόδια του προλεταριάτου και του λαού, σαν το δικό μας, μεγάλο ποιητή, Γιάννη Ρίτσο.
Λαϊκοί επίτροποι της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας επιθεωρούν εργατικά τάγματα τον Απρίλη του 1919
Η εργατική τάξη, σε όλη τη διαδικασία διαμόρφωσής της σε «τάξη για τον εαυτό της», από την εποχή των θεμελιωτών της κοσμοθεωρίας της, Μαρξ και Ενγκελς, κερδίζει με το μέρος της διανοούμενους, καλλιτέχνες ή ακόμα και διαμορφώνει προλετάριους καλλιτέχνες που συμμετέχουν μέχρι και στην πρώτη γραμμή, όπως τον επαναστάτη συγγραφέα τουΒόιτσεκ Γκέοργκ Μπίχνερ, μέλος της Ενωσης των Δικαίων (μετέπειτα Ενωσης των Κομμουνιστών), τους δημιουργούς του «Υμνου της Διεθνούς» κομμουνάρους του Παρισιού, Ευγένιο Ποτιέ και Πιερ Ντεζενέ κ.ά Από διαπρύσιους κήρυκες της επανάστασης, μέχρι «συμπαθούντες»...
Στους τελευταίους ανήκουν και οι τρεις συνθέτες, Μπάρτοκ, Κοντάι και Ντόχνανι, οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στην ουγγαρέζικη επανάσταση και την Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία του 1919 (άσχετα από την τελική κατάληξη του Ντόχνανι) και μελέτησαν μια δημοκρατική μεταρρύθμιση της μουσικής ζωής της χώρας. (Ο Κοντάι από τη θέση του αντιπροέδρου της Ακαδημίας Μουσικής). Γι' αυτό το λόγο διώχτηκαν από το αντιδραστικό καθεστώς του Χόρτι.
Ο Μπάρτοκ και ο Κοντάι αποτελούν ένα παράδειγμα για την προοδευτική διανόηση και τέχνη. Στέκουν στον α ή β βαθμό, τηρουμένων των αναλογιών, δίπλα στους δικούς μας Δ. Γληνό και Πέτρο Κόκκαλη, Κ. Βάρναλη, Γ. Ρίτσο και Μ. Κατράκη, πλάι στον Γκόρκι, τον Λόρκα, τον Μπρεχτ, τον Χικμέτ, τον Σικέιρος, τον Νερούδα, τον Τζον Ριντ και τόσους άλλους που ήρθαν σε σύγκρουση και ρήξη με το αστικό, αντιδραστικό σύστημα, και με το μεγάλο έργο τους και με τη ζωή τους.
Σκηνή από το μπαλέτο «Ξύλινος πρίγκιπας» του Μπ. Μπάρτοκ (Ουγγρικό Θέατρο Οπερας)
Η αγάπη των Μπάρτοκ και Κοντάι για το λαό σφραγίζει και το έργο τους, εκφράζεται στην κοπιώδη προσπάθεια της συλλογής, μελέτης, επεξεργασίας και προσαρμογής της λαϊκής μουσικής. Πολλά από τα έργα τους τα συνθέσανε στη βάση της δημιουργικής επεξεργασίας των εθνικών μελωδιών που τα συνδύαζαν με τα σύγχρονα μέσα μουσικής έκφρασης, κάτι αντίστοιχο με τον δικό μας Νίκο Σκαλκώτα, τον Ρουμάνο Ζορζ Ενέσκου κ.ά.
Ο Μπάρτοκ συνέλεξε πάνω από 30.000 λαϊκά τραγούδια από Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία κλπ. Η γενική του τάση να βρίσκεται κοντά στο λαό εκφράζεται και με τη δημιουργία συνθέσεων για ερασιτεχνικές μουσικές παραστάσεις. Παρόλο που επηρεάστηκε από τους Στραβίνσκι και Σένμπεργκ, συνέχιζε να αναπτύσσει τα λαϊκά στοιχεία στη μουσική του. Τη δεκαετία όμως του 1920, η τάση του για ριζική ανανέωση των μέσων μουσικής έκφρασης, τον οδήγησε σε πολλά έργα σε εξαιρετικά περίπλοκη μουσική γλώσσα. Κατά τη δεκαετία του 1930 το έργο του υπέστη αλλαγές προς την κατεύθυνση περισσότερης απλότητας και κλασικισμού. Απέφυγε ορισμένες ακρότητες και στράφηκε σε μεγαλύτερη θεματική σαφήνεια. Εγραψε συνθέσεις που έδωσαν αυθεντική έκφραση στις ιδέες του ανθρωπισμού και της αδελφοσύνης των λαών. Ασκησε μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση των σχολών σύνθεσης των δεκαετιών 1930, 1940, 1950 στις χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σημαντικότερες συνθέσεις του η όπερα «Ο πύργος του Κυανοπώγωνα» (1911), το μπαλέτο «Ο θαυμαστός Μανδαρίνος» (1926), «Ο Μικρόκοσμος» (1937) κλπ. Την εποχή της φασιστικής δικτατορίας το 1940 μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου δεν αναγνωρίστηκε από τους μουσικούς κύκλους και πέθανε φτωχός το 1945. Του απονεμήθηκαν μετά θάνατο το ουγγρικό Βραβείο Κόσουτ (1948) και το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης (1955).
Σκηνή από την όπερα «Χάρι Γιάνος» του Ζ. Κοντάι (Ουγγρικό Θέατρο Οπερας)
Παρόλο που γύρισε πολλές και ειδικά βαλκανικές χώρες, συλλέγοντας λαϊκά τραγούδια, δυστυχώς δεν επισκέφτηκε την Ελλάδα, αλλά επηρέασε σίγουρα τον Σκαλκώτα. Ομως η χώρα μας από την άλλη ήταν τυχερή, γιατί υπήρξε δάσκαλος και μέντορας του Samuel Baud-Bovy, ο οποίος με τη σειρά του έγινε ερευνητής της ελληνικής δημοτικής μουσικής.
Ο Κοντάι κατέγραψε 3.500 περίπου ουγγρικά τραγούδια και χορούς. Εκανε μια σειρά σπουδαίες επιστημονικές δημοσιεύσεις εθνογραφικών και μουσικών λαογραφικών υλικών και εξέδωσε συλλογές επεξεργασίας λαϊκών μελωδιών. Ανάμεσα στις εργασίες του διακρίνονται οι «Ο πεντατονισμός στην ουγγρική λαϊκή μουσική» και «Το ουγγρικό λαϊκό τραγούδι». Από τα καλύτερα μουσικά του έργα είναι η όπερα «Χάρι Γιάνος» (1926) και «Ο Ουγγρικός ψαλμός» (1923). Ηταν τακτικό μέλος της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών (1945) και το 1946-1949 πρόεδρός της.
Υπήρξε πρόεδρος της Ενωσης Ούγγρων Μουσικών (από το 1947), πρόεδρος της Ουγγρικής Μουσικολογικής Εταιρείας, επίτιμος διδάκτορας των Πανεπιστημίων Κλούζακ, Βουδαπέστης και Οξφόρδης, πρόεδρος του Μουσικού Τμήματος του Συνδέσμου «Ουγγαρία - ΕΣΣΔ» (από το 1948). Πήρε το Βραβείο Κόσουτ (1948, 1952, 1957).
Με το όνομά του έχει συνδεθεί το περίφημο σύστημα μουσικής εκπαίδευσης που δημιούργησε και φέρει το όνομά του, το σύστημα Κοντάι, το οποίο είναι γνωστό και στην Ελλάδα, στα Μουσικά Σχολεία, ενώ υπάρχει και ωδείο ιδιωτικό (όπως είναι όλα τα ωδεία στην ελεύθερη, καπιταλιστική Ελλάδα, εκτός από ένα ημικρατικό!) που έχει το όνομά του, συνεργαζόμενο με το ινστιτούτο Κοντάι της Βουδαπέστης. Πίστευε πως η μουσική παιδεία πρέπει να μπαίνει στα σχολειά από τη μικρότερη δυνατή ηλικία.
Ο Ντόχνανι, όπως είπαμε, συμμετείχε και αυτός ενεργά στην Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία και διορίστηκε διευθυντής της Ακαδημίας της Βουδαπέστης, θέση από την οποία αποπέμφθηκε με την επικράτηση της αντεπανάστασης. Εγραψε πολλά κομμάτια για πιάνο (ο ίδιος ήταν εξαιρετικός πιανίστας, καθώς και διδάκτορας μουσικής), μουσική δωματίου, κοντσέρτα, συμφωνίες και όπερες. Παρότι αντέδρασε στον αντισημιτισμό του καθεστώτος Χόρτι, συμβιβάστηκε μαζί του. Δεν μπορούσε να ταυτιστεί με το λαϊκοδημοκρατικό σύστημα που επικράτησε μετά τον πόλεμο. Εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ μέχρι το θάνατό του.
Η ανάδειξη αυτών των τριών συνθετών από τη λαϊκή εξουσία δείχνει πως στο σοσιαλισμό οι ατομικές, σκόρπιες προσπάθειες πνευματικών ανθρώπων, όπως η μουσική σύνθεση και η συλλογή λαϊκών τραγουδιών, μετουσιώνονται σε ένα άλλο πια επίπεδο σε οργανωμένη, συλλογική, μαζική, κρατική δράση για τη διαπαιδαγώγηση του λαού. Και αν η διάρκεια της ουγγαρέζικης επανάστασης ήταν μικρή για να φανούν τα αποτελέσματα, η πείρα της ΛΔ Ουγγαρίας (1945-89) και των άλλων Λαϊκών Δημοκρατιών και ιδιαίτερα της ΕΣΣΔ, έδειξε την ανωτερότητα αυτού του συστήματος που εκτός από παραγωγή πολιτισμού ψηλής ποιότητας, κυρίως τον διέδωσε στους πιο απρόσιτους πληθυσμούς, στα πιο απόμακρα μέρη, στις πιο καθυστερημένες μάζες. Η εμπειρία δηλαδή της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας έδειξε πώς η προλεταριακή εξουσία εμπνέει και προάγει τον πολιτισμό.
Μορφή - περιεχόμενο. Ο ρόλος της προοδευτικής διανόησης
Ομως το έργο αυτών των τριών συνθετών, όπως και άλλων καλλιτεχνών που επηρεάστηκαν στον α ή β βαθμό από την προλεταριακή επανάσταση και το σοσιαλισμό, παρόλο που στις προθέσεις τους - τουλάχιστον μερικών εξ αυτών - ήταν το ανέβασμα του πολιτιστικού επιπέδου των μαζών, δεν πέτυχε την απαιτούμενη διεισδυτικότητα, εξαιτίας φυσικά και αυτού του χαμηλού επιπέδου. Ας αφήσουμε στην άκρη την τάση για ερμητισμό που διακρίνει κύρια κάποιους αστούς καλλιτέχνες και ποιητές, χαρακτηριστικό που δεν μπορεί να είναι ίδιον προοδευτικών, κοντά στο λαό, ανθρώπων. Από την άλλη όμως, η προσπάθεια για συνεχή ανανέωση των μορφών του καλλιτεχνικού έργου που πρέπει να διαπερνά το δημιουργό, ελλοχεύει κινδύνους το έργο αυτό να αποσπαστεί από τις μάζες, να γίνει δυσπρόσιτο και έτσι να μην μπορεί να παίξει και το διαπαιδαγωγικό του ρόλο. Να γίνει η τέχνη από μέσο εξύψωσης του λαού, σε τέχνη για τους λίγους, για μια μικρή «καλλιεργημένη» ελίτ. Να γίνει δηλαδή η προσπάθεια ανανέωσης της μορφής αυτοσκοπός, σε βάρος του περιεχομένου, που είναι ο κύριος κρίκος της διαλεκτικής σχέσης μορφή - περιεχόμενο, να κατρακυλήσει ο καλλιτέχνης στο λεγόμενο φορμαλισμό. Δεν κατάφεραν πάντα προοδευτικοί καλλιτέχνες να αποφύγουν αυτό τον «πειρασμό». Αυτή μας η κριτική στο φορμαλισμό δε σημαίνει και απαίτηση για υποβάθμιση της ποιότητας του καλλιτεχνικού έργου, δε σημαίνει λαϊκισμό, αλλά λαϊκότητα της τέχνης, λαϊκότητα που υπήρχε από τις αρχαίες τραγωδίες, τον Ομηρο, τον Σαίξπηρ, τις όπερες του Βέρντι και άλλων, μέχρι τον κριτικό ρεαλισμό και ακόμα περισσότερο το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, σε πολλούς σύγχρονους μεγάλους λογοτέχνες και καλλιτέχνες.
Με αφορμή τη στάση αυτών των διανοουμένων, από τη μια δηλαδή η ενθουσιώδης προσχώρηση με την πλευρά της επανάστασης, από την άλλη η όποια ταλάντευση μπροστά σε δυσκολίες, ακόμα και ο συμβιβασμός (όπως του Ντόχνανι) με ένα αντιδραστικό καθεστώς, εκφράζουμε και κάποιες σκέψεις για αυτό το μεγάλο ζήτημα: Τη σχέση επανάστασης - διανόησης, ιδιαίτερα της καλλιτεχνικής. Οπως είπαμε και παραπάνω, η στάση της διανόησης απέναντι στην επανάσταση δεν είναι ενιαία - και δε θα μπορούσε να είναι - γιατί αυτή δεν αποτελεί κοινωνική τάξη, αλλά οι διανοούμενοι εντάσσονται στις τάξεις και στρώματα της αστικής κοινωνίας. Ομως, επειδή ένα μέρος της διανόησης επιτελεί ένα περίπλοκο, βαθυστόχαστο και πρωτοποριακό έργο στον τομέα ειδίκευσής του - είτε αφορά στην επιστήμη είτε στην τέχνη - αυτό αποτελεί το έδαφος για να διαμορφωθεί η άποψη ότι η διανόηση στο σύνολό της ή έστω το ιδιαίτερό της αυτό κομμάτι, είναι και η πρωτοπορία στην κοινωνικοπολιτική εξέλιξη. Αυτό δεν είναι σωστό.
Η θεωρία και η Ιστορία αποδείχνουν ότι, όσο σπουδαίος και αν είναι ο ρόλος των επιφανών επιστημόνων, ανθρώπων των γραμμάτων, λογοτεχνών, καλλιτεχνών κλπ., δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το ρόλο της πολιτικοκοινωνικής πρωτοπορίας. Οι κλασικοί του μαρξισμού - λενινισμού πολλές φορές αναφέρονται στην ανικανότητα κορυφαίων επιστημόνων να συλλάβουν τη διαλεκτική υλιστική φιλοσοφία, τη σύνδεση του ειδικού με το γενικό, το πώς δηλαδή συνδέεται η διαλεκτική της ύλης π.χ., διαλεκτική που αποκαλύπτουν μέσα από το έργο τους, με τη διαλεκτική της φύσης -και της κοινωνίας- στο σύνολό της είτε λόγω της ταξικής τους τοποθέτησης είτε λόγω επίδρασης του κυρίαρχου εποικοδομήματος (θρησκεία λ.χ.) είτε εξαιτίας της μονοσήμαντης στοχοπροσήλωσής τους στην επιστήμη τους, είτε από άγνοια του διαλεκτικού υλισμού ή και λόγω συνδυασμών των παραπάνω παραγόντων. Σαν να λέμε ότι είναι υλιστές στην επιστήμη τους και ιδεαλιστές στη φιλοσοφία, «καλοί» επιστήμονες και «κακοί» φιλόσοφοι.
«...Πλήθος ονομαστών σύγχρονων φυσικών με την ευκαιρία των "θαυμάτων" του ραδίου, των ηλεκτρονίων κλπ. τα σμίγουν με τις επιχειρήσεις του θεού - και τις πιο ακατέργαστες και τις πιο δουλεμένες - στο πεδίο του φιλοσοφικού ιδεαλισμού» (Λένιν: «Για τη Λογοτεχνία και την Τέχνη», εκδ. «Αναγνωστίδη», σελ. 226).
Το ίδιο γίνεται και στην τέχνη, αλλά εδώ τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, πιο δυσδιάκριτα: «Ετσι εμφανίζεται η αντίφαση, το έργο μεγάλων δημιουργών, προικισμένων με την ικανότητα να συλλαμβάνουν σε βάθος τον εσωτερικό δυναμισμό της κοινωνίας, να μην αντιστοιχεί στις ιδεολογικές και πολιτικές πεποιθήσεις τους, φαινόμενο που παρατηρείται γα παράδειγμα σε έργα του Σεφέρη, του Ελύτη, του Χατζηδάκι κλπ.» (Ελ. Μηλιαρομανωλάκη, Γ. Σκαρπερού: «Για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό», ΚΟΜΕΠ 6/2010). Μπορεί με το ταλέντο τους οι καλλιτέχνες, οι λογοτέχνες να διεισδύουν βαθιά στη φύση, την κοινωνία, τους ανθρώπινους χαρακτήρες, αλλά να είναι «τυφλοί» στην κοινωνική εξέλιξη, να μην μπορούν -ή να μη θέλουν- λόγω ταξικών προκαταλήψεων να δουν προς τα πού πάει η κοινωνία και σε αυτή την κατεύθυνση να «ωθήσουν» τα πράγματα και με τη ζωή και τη στάση τους, εκτός από το έργο τους που έτσι και αλλιώς, λίγο ως πολύ, το συνειδητοποιούν ή όχι, παίζει αυτό το ρόλο, γιατί η μεγάλη τέχνη, όπως και η μεγάλη επιστήμη, είναι αληθινή. Και η αλήθεια είναι με το προλεταριάτο. Το κεφάλαιο είναι ταυτισμένο με το ψέμα. Δε χρειάζεται να αναφέρουμε πολλά. Ενα φτάνει: Κρύβει - και δεν μπορεί να κάνει και αλλιώς - πως η πηγή κάθε πλούτου είναι η υπεραξία, η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης.
Γι' αυτό πρέπει και οι προοδευτικοί διανοούμενοι να καταλαβαίνουν τις ευθύνες τους. Γράφει ο Λένιν σε σχέση με μια λαθεμένη υπογραφή του Γκόρκι σε κάποιο κείμενο (το οποίο συνυπέγραφε και ο αστός πολιτικός, ηγέτης των καντέτων, Στρούβε): «Ας πούμε πως ο Σαλιάπιν δεν πρέπει να κριθεί αυστηρά. Είναι ένας καλλιτέχνης, τίποτα περισσότερο. Είναι ξένος προς την προλεταριακή υπόθεση: Σήμερα είναι φίλος των εργατών, αύριο ένας αντιδραστικός που παρακινείται από τη συγκίνησή του (σ.σ.: Ο Λένιν επιβεβαιώθηκε. Ο βαθύφωνος λυρικός τραγουδιστής Φιοντόρ Σαλιάπιν πέρασε στην εμιγκράτσια)...
...Οι εργάτες όμως συνήθισαν να θεωρούν τον Γκόρκι σαν δικό τους... Το όνομα του Στρούβε δεν θα μπορούσε να μπερδέψει κανέναν εργάτη, μα το όνομα του Γκόρκι μπορεί να το κάνει» (Λένιν: «Για τη Λογοτεχνία και την Τέχνη», εκδ. «Αναγνωστίδη», σελ. 127-8).
Θα κλείσουμε με μια μικρή νύξη στο παρεμφερές, συγγενικό, με αυτό της διανόησης, σοβαρό ζήτημα - γιατί σηματοδοτεί σε μεγάλο βαθμό τον ιστορικό απελευθερωτικό ρόλο της εργατικής τάξης: Αυτό της στάσης του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά. Λέει ο Λένιν στο λόγο του στο 3ο Πανρωσικό Συνέδριο της Ρώσικης Κομμουνιστικής Ενωσης Νεολαίας: «...Αν ρωτήσετε γιατί η διδασκαλία του Μαρξ μπόρεσε να κατακτήσει τις καρδιές και το νου εκατομμυρίων και δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων της πιο επαναστατικής τάξης, δεν θα μπορούσατε να πάρετε παρά μονάχα μια απάντηση: Αυτό έγινε γιατί ο Μαρξ στηρίχτηκε στο σταθερό θεμέλιο των ανθρώπινων γνώσεων, που κατακτήθηκαν μέσα στον καπιταλισμό... Επεξεργάστηκε κριτικά ό,τι δημιούργησε η ανθρώπινη κοινωνία, χωρίς να παρακάμψει ούτε ένα σημείο... Αυτό πρέπει να το σκεφτόμαστε όταν, για παράδειγμα, συζητάμε για τον προλεταριακό πολιτισμό... Η προλεταριακή κουλτούρα πρέπει νάναι η νομοτελειακή ανάπτυξη του αποθέματος των ανθρώπινων γνώσεων που η ανθρωπότητα επεξεργάστηκε κάτω από το ζυγό της κεφαλαιοκρατικήςτσιφλικάδικης, γραφειοκρατικής κοινωνίας» (Λένιν: «Για τη Λογοτεχνία και την Τέχνη», εκδ. «Αναγνωστίδη», σελ. 170-1).
Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα και οι συμμαχίες του στο χώρο των μικροαστικών στρωμάτων πρέπει να δώσουν τη μάχη για την ανάπτυξη του κινήματος και σε αυτό το χώρο για το κέρδισμα και τη διαμόρφωση στο πλευρό τους της εργαζόμενης πρώτα πρώτα, αγωνιστικής, ριζοσπαστικής διανόησης. Για να αδυνατίσουν οι δυνάμεις της αστικής τάξης και του οπορτουνισμού και στο χώρο της διανόησης και να ενισχυθούν οι δυνάμεις του σοσιαλισμού και της επανάστασης. Τότε θα υπάρξουν και νέοι πολλοί καλλιτέχνες στο πλευρό του λαού που θα γράφουν: «Εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδερφέ μου απ' τον κόσμο./ Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο». Που θα το τραγουδάνε και θα το πιστεύουν. Σαν τον Γιάννη Ρίτσο.

Γιώργος ΦΙΛΙΠΠΟΥ


Ο προεπαναστατικός Τύπος και τα ελληνικά βιβλία


ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
Ο προεπαναστατικός Τύπος και τα ελληνικά βιβλία
Το εξώφυλλο του βιβλίου του Ρήγα «Φυσικής Απάνθισμα» (Βιέννη 1790)
Σκλαβιά σημαίνει «σκοτάδι». Επανάστασησημαίνει «φως». Και για να διώξει το «φως» το «σκοτάδι» θέλει δουλιά πολλή. Γιγάντια, αν πρόκειται για αιώνων σκλαβιά, όπως η οθωμανική. Η Επανάσταση των σκλαβωμένων Ρωμιών, ίσως, ν' αργούσε κι άλλο, αν δεν είχε υπάρξει μακρόχρονη διαφώτιση των Ρωμιών,με προεπαναστατικές εκδόσεις (βιβλία, εφημερίδες κ.ά.). Εκδόσεις, που κυκλοφορούσαν και στην Ευρώπη για την καλλιέργεια γνήσιων και έμπρακτων φιλελληνικών αισθημάτων σε διάφορους, αντιμοναρχικούς, φιλελεύθερους - πνευματικούς κυρίως - κύκλους και προοδευτικά κινήματα στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια.
Χάρη στη διαφώτιση που πρόσφερε ο ελληνικός (ελληνόφωνος και αλλόφωνος) προεπαναστατικός Τύπος, με πρωτεργάτη τονΡήγα Φεραίο, και τα ελληνικά βιβλία που εκδίδονταν - κυρίως σε τυπογραφεία της Βιέννης - την Επανάσταση του '21 προπαγάνδισαν και στήριξαν μεγάλοι φιλέλληνες πνευματικοί δημιουργοί. Μέγιστα παραδείγματα, ο Μπάυρον. Ο πνιγμένος στα 30 του χρόνια για χάρη της ελληνικήςεπανάστασης ποιητής και προδρομικός σοσιαλιστής Σέλλεϋ. Ο Μάγερ, ο Σανταρόζακαι ο Νόρμαν. Ο Πούσκιν και οι διανοούμενοιΡώσοι Δεκεμβριστές. Τη στήριξαν όμως και εθνικο-κοινωνικά κινήματα υπόδουλων - λ.χ. των γκαριμπαλντιστών Ιταλών, Ούγγρων, Πολωνών, Σέρβων, Μαυροβούνιων, κ.ά.
Ο απόηχος της εθνικοαπελευθερωτικής, αλλά και κοινωνικής επανάστασης, όπως τη χαρακτήρισε ο Κορδάτος, προς δυσφορία του μετεπαναστατικού πολιτικοκοινωνικού κατεστημένου και των ιστορικών του, που παρουσίαζαν το '21 απλώς και μόνον ως αντιοθωμανικό αγώνα για να κρύψουν την υπονόμευση και προδοσία τους ενάντια στα κοινωνικά οράματά του, συνεπήρε, απ' τα μικράτα τους, τους Μαρξ και Ενγκελς. Τα μαθητικά τετράδιά τους είναι γεμάτα από την Ελλάδα και την επανάσταση του λαού της. Δεκατριάχρονος ο Ενγκελς έγραφε ποιήματα για την Ελλάδα και δεκαεφτάχρονος (1837) το εμπνευσμένο από τους Ελληνες μπουρλοτιέρηδες διήγημα «Οι κουρσάροι». Ηρωάς του ένα 16χρονο Ελληνόπουλο, ο Αθηναίος Λέων Πάππος.
Πρωτοπόρο «φως» στα σκοτάδια
Το βιβλίο «Ιστορία της Αμερικής», σε μετάφραση του δημοτικιστή εκδότη Γεωργίου Βεντότη (Βιέννη 1793)
Ας επιστρέψουμε, όμως, στον προεπαναστατικό Τύπο και στα ελληνικά βιβλία που έριξαν «φως» στα «σκοτάδια». Υποδαύλισαν τον ξεσηκωμό του σκλαβωμένου λαού για την αποτίναξη του οθωμανικού και κάθε ξένου και ντόπιου ζυγού. Για την Ελλάδα της «Ελευθερίας, Ισοτιμίας, Αδελφότητας» μεταξύ των λαών, προπάντων των βαλκανικών, όπως οραματιζόταν ο Ρήγας Φεραίος, με την επαναστατική προκήρυξή του υπό τον τίτλο«Νέα Πολιτική Διοίκησις», απευθυνόμενος στους κατοίκους της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων, τηςΒλαχομπογδανίας και σε όλους τους βαλκάνιους λαούς που στέναζαν «υπό τη δυσφορωτάτη τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού, ή εβιάσθησαν να φύγουν εις τα ξένα βασίλεια διά να γλιτώσουν από τον δυσβάστακτον αυτού ζυγόν, όλοι λέγω Χριστιανοί και Τούρκοι, χωρίς κανέναν ξεχωρισμόν θρησκείας».
Χάρη στον προεπαναστατικό Τύπο, ήχησαν στα αυτιά των υπόδουλων Ελλήνων ο «Θούριος»του Ρήγα (εκδόθηκε στη Βιέννη), υποτιτλιζόμενος ως «ορμητικός Πατριωτικός Υμνος πρώτος, εις τον ήχον "Μια προσταγή μεγάλη"»:
«Ως πότε παλληκάρια, να ζούμεν στα στενά,/ μονάχοι, σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;/(...) Κάλλιό 'ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,/ παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!».
Χάρη στον προεπαναστατικό Τύπο, ήχησε και ο «Πατριωτικός Υμνος» του, με υπότιτλο «για την Ελλάδα και όλη τη Γραικία». Υμνος, που επίσης εκδόθηκε στη Βιέννη και που καθοδηγητικά πληροφορεί τους Ελληνες για τις άλλες επαναστάσεις: «Ολα τα έθνη πολεμούν/ και στους Τυράννους τους ορμούν,/ εκδίκησιν γυρεύουν/ και τους εξολοθρεύουν/(...) Κ' εκείνα που αποκοτούν,/ ό,τι κι αν θέλουν αποκτούν,/ διέτε την Ιταλίαν,/ πώς πήρ' ελευθερίαν/ (...) Ετζι κ' εμείς, ω αδελφοί,/ να σηκωθούμεν με ορμή,/ εκδίκησιν ζητούντες,/ Τυράννους απολούντες,/ για την Ελευθερίαν/ με χαρά, μπρε παιδιά!/ (...)Τα παλληκάρια τα καλά/ ποτέ δε στέκουν σφαλιστά./ Αλλά με την ανδρείαν/ τινάζουν Τυραννίαν/ και ζουν μ' Ελευθερίαν (...)».
Το πρώτο φύλλο της «Εφημερίδος» (Βιέννη 31/12/1790)
Κύρια «πηγή» της αναφοράς μας στον προεπαναστατικό Τύπο και στα βιβλία για τη μόρφωση και τη διαφώτιση του ελληνικού λαού, είναι η θαυμάσια - τετράτομη - επιστημονική, πλούσια εικονογραφημένη, δίγλωσση έκδοση (ελληνικά, γερμανικά) τουΙδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού, με γενικό τίτλο «Βιέννη: Το εργαστήριον της νέας των Γραικών φιλολογίας» (έτσι χαρακτήρισε το 1805 ο Κοραής τους Ελληνες του Διαφωτισμού στη Βιέννη), η οποία κυκλοφόρησε το 1995. Η τετράτομη έκδοση περιλαμβάνει τα βιβλία (για δύο κορυφαίους δημιουργούς μας, που έδρασαν στη Βιέννη) των Χρύσανθου Χρήστου «Κωνσταντίνος Παρθένης, Βιέννη - Παρίσι - Αθήνα» καιΑπόστολου Κώστιου «Η ζωή και το έργο του Δημήτρη Μητρόπουλου» και τους τόμους: Κωνσταντίνου Σπ. Στάικου «Τα τυπωμένα στη Βιέννη ελληνικά βιβλία (1749-1800)» και Αικατερίνης Κουμαριανού «Ο ελληνικός προεπαναστατικός Τύπος, Βιέννη - Παρίσι (1784-1821)». Δύο - πολύτιμες ιστορικά και φιλολογικά - μελέτες, «καρπός» μακρόχρονης και συστηματικής έρευνας των συγγραφέων τους.
310 χρόνια ελληνικού Τύπου
Πέντε αιώνες «ζωής» μετρά η Ελληνική Τυπογραφία. Η «γέννηση» και ανάπτυξή της ταυτίζεται με τη Βενετία. Η κορύφωσή της, όμως, ταυτίζεται με τη Βιέννη, όπου «γεννήθηκε» και ο ελληνικός Τύπος (και ο επαναστατικός), ο οποίος μετρά φέτος τα 310 χρόνια του.
Ο Γεώργιος Βεντότης, Ζακύνθιος λόγιος, εκδότης και τυπογράφος στη Βιέννη, στενός συνεργάτης του Ρήγα, το 1784, πήρε την έγκριση των αυστριακών αρχών να εκδώσει τηνπρώτη ελληνική εφημερίδα. Ενα μικρό, εβδομαδιαίο φύλλο, που κυκλοφόρησε δύο περίπου μήνες, «σε νεοελληνική γλώσσα», «επήγαινε σε τούρκικες επαρχίες» και απαγορεύθηκε από το Διβάνι ως «πολύ επικίνδυνη επιχείρηση». Γι' αυτό και δε διασώθηκε κανένα αντίτυπό του. Το 1788 ο έμπορος Δημήτριος Θεοχάρης ζητά άδεια για έκδοση εφημερίδας. Η αυστριακή διοίκηση αρνείται. Του τη δίνει τον επόμενο χρόνο, αλλά η εφημερίδα του μάλλον δεν κυκλοφόρησε. Το 1789 απορρίπτεται και το αίτημα των - καταγόμενων από τη Σιάτιστα - τυπογράφων, αδελφών Μαρκίδων Πούλιου. Εκείνοι επιμένουν και επιτυγχάνουν τον Οκτώβριο του 1790 το εγχείρημά τους.
Η «Εφημερίς» του Ρήγα
Το κόσμημα του τίτλου της «Χάρτας της Ελλάδος» του Ρήγα
Παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1791,από το τυπογραφείο των αδελφών Μαρκίδων Πούλιου, πρωτοκυκλοφορεί ένα δισέλιδο βδομαδιάτικο φυλλάδιο, με τίτλο«Εφημερίς». Πρόκειται για την πρώτη σωζόμενη ελληνική εφημερίδα, η οποία εκδιδόταν μέχρι τα τέλη του 1797, και λόγω της στενής συνεργασίας του Ρήγα με τους ομοϊδεάτες του αδελφούς Πούλιου, έμεινε γνωστή ως «"Εφημερίς" του Ρήγα». Η «Εφημερίς» έπαιξε πρωτοπόρο και μεγάλο μορφωτικό, ενημερωτικό γύρω από τις διεθνείς εξελίξεις και τα πολεμικά μέτωπα και βέβαια επαναστατικά καθοδηγητικό - προπαγανδιστικό ρόλο. Η «Εφημερίς», αμέσως μετά τη σύλληψη του Ρήγα και των συντρόφων του (19/12/1797), είχε την «τύχη» του πρωτομάρτυρα της επανάστασης. Εκλεισε, ενώ οι αδελφοί Πούλιου βγήκαν στην παρανομία. Να σημειωθεί ότι οι Μαρκίδες Πούλιου έβγαζαν και σερβόφωνη εφημερίδα, που, όπως και η «Εφημερίς», γνώρισε μεγάλη απήχηση στους άλλους υπόδουλους βαλκανικούς λαούς.
Μετά την επιτυχία της «Εφημερίδος» των αδελφών Πούλιου, δημιουργούνται και άλλα τυπογραφεία (αμιγώς ελληνικά ή αυστριακά και ελληνο-αυστριακά), τα οποία εκδίδουν ελληνικά βιβλία, ελληνικές εφημερίδες, ελληνικά περιοδικά και άλλα έντυπα, τα οποία μεταφέρουν Ελληνες έμποροι, διανοούμενοι και προπαγανδιστές της Επανάστασης σ' όλη την αυστροουγγρική αυτοκρατορία, στην οθωμανική επικράτεια, στη Γαλλία, στην Ιταλία, σε άλλα ευρωπαϊκά βασίλεια, στις Παραδουνάβιες Επαρχίες και στη Ρωσία.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε λαϊκή απελευθερωτική και κοινωνική επανάσταση σημαίνει πάλη των τάξεων, των ιδεών και συμφερόντων τους. Επομένως, όπως όλες οι επαναστάσεις, έτσι και η Επανάσταση του ελληνικού λαού δεν είχε μόνο φίλους, αλλά κι εχθρούς. Φανερούς και κρυφούς και στον εκδοτικό τομέα.
Αλλες εφημερίδες και περιοδικά
Εξώφυλλο του περιοδικού «Λόγιος Ερμής» (Βιέννη 1817)
Η Αικατερίνη Κουμαριανού, εκτός της «Εφημερίδος», παρουσιάζει και τα άλλα οκτώ γνωστά έντυπα (εφημερίδες και περιοδικά) της προεπαναστατικής περιόδου, τα οποία αξίζει να αναφέρουμε. Από τον Ιούλιο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1811, ο Αυστριακός παιδαγωγός, αλλά καιλογοκριτής ελληνικών βιβλίων Ιωσήφ Φραγκίσκος Χαλλ και ο συντηρητικός δάσκαλος της Ελληνικής Κοινότητας της ΒιέννηςΕυφρόνιος Ραφαήλ Πώποβιτς, εκδίδουν κάθε Τρίτη και Παρασκευή την ελληνική εφημερίδα«Ειδήσεις διά τα Ανατολικά Μέρη». Αυτή η εφημερίδα «δεν ανταποκρίθηκε στις ανάγκες και προσδοκίες των Ελλήνων» και φυσικά έκλεισε.
Ο Χαλλ σταματά τη συνεργασία με τον Πώποβιτς και συνεργάζεται με τον Δημήτριο Αλεξανδρίδη (παλιά αίτηση του οποίου για έκδοση εφημερίδας είχε απορριφθεί) για την έκδοση της νέας, καθημερινής εφημερίδας, της μακροβιότερης (1812-1836) ελληνικής, με τίτλο«Ελληνικός Τηλέγραφος», ή «Περιοδική Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική τε και Εμπορική». Και ο «Ελληνικός Τηλέγραφος», κρυφίως, το ρόλο της άρχουσας τάξης έπαιξε. Ηταν η μόνη ελληνική εφημερίδα, που προσεταιριζόμενη τις αυστριακές αρχές «δημοσίευσε αμέσως», χωρίς καταναγκασμό, όπως έγινε με τον «Λόγιο Ερμή» και την «Καλλιόπη», την ανθελληνική ενέργεια ενός άλλου «συνεταίρου» των τυράννων. Δημοσίευσε τον Αφορισμό του ορθόδοξου Πατριάρχη κατά των πρωτεργατών της ελληνικής εξέγερσης!
Η μελετήτρια παρουσιάζει και άλλα έντυπα, τα οποία αναφέρουμε εν συντομία: Το πρώτο φιλολογικό περιοδικό, το οποίο εξέδιδε στη Βιέννη (1811-1820) Θεόκλητος Φαρμακίδης, με τίτλο «Ερμής ο Λόγιος, ή Φιλολογικαί Αγγελίαι», με επικεφαλής τον «πατέρα» του Δημοτικισμού Κοραή και πρωτεργάτες τον Ανθιμο Γαζή, τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκηκαι άλλους φωτισμένους διανοητές, υπήρξε «κέντρο» προαγωγής και διάδοσης της ελληνικής παιδείας.
Η μαχητική εφημερίδα «Μέλισσα» (Παρίσι, 1819)
Ακολουθούν και δημοσιογραφικά φύλλα. Η«Καλλιόπη», που εκδίδει στη Βιέννη (1819-1821) ο συντηρητικός φιλάρχαιος καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στην Καισαροβασιλική Ακαδημία της Βιέννης, Αθ. Σταγειρίτης, που αντιπαλεύει τις νέες κοινωνικές ιδέες και τον δημοτικισμό του Κοραή και βέβαια τον «Λόγιο Ερμή», στηριζόμενος στη φαναριώτικη οικονομική αφρόκρεμα.
Την ελληνική εκδοτική προσπάθεια στη Βιέννη, επεκτείνει στο Παρίσι ο Κερκυραίος Σ. Κονδός, φανατικός οπαδός του Διαφωτισμού και του Κοραή, εκδίδοντας τη «Μέλισσα» (1819-1821). Ενα«γενναίο, μαχητικό φύλλο», που έβρισκε μεγάλη ανταπόκριση, αλλά πολεμήθηκε σκληρά από την ελληνική και ξένη αντίδραση. Ο λόγος; Δημοσίευε «άρθρα και κείμενα προωθημένης, προοδευτικής ιδεολογίας και εθνικών προβληματισμών».
Στο Παρίσι, ένα ακόμα αντίπαλος των ιδεών του Ελληνικού Διαφωτισμού και του Κοραή, ο καθαρευουσιάνος Παναγιώτης Ιωαννίδης, κυκλοφορεί δύο συντηρητικά έντυπα, που δικαιολογημένα δε βρήκαν ανταπόκριση. Στις28/2/1819 εκδίδει την «Αθηνά» ή «Εφημερίς περιοδική, φιλολογική, επιστημονική και εμπορική», παρακαλώντας τους «προσφιλείς ομογενείς να συνεργήσωσιν έργω και λόγω εις την εν Ελλάδι διαμονήν της "Αθηνάς"» και τους «πατριάρχας, γαληνοτάτους ηγεμόνας, τους αγαθοεργούς εμπόρους, να γενώσι προστάται και αντιλήπτορες του έργου» της «Αθηνάς». Τα φλογισμένα όνειρα των Ελλήνων του Παρισιού γύρισαν την πλάτη στην «Αθηνά», που έκλεισε στις 15 Μαΐου. Ο Ιωαννίδης τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου εκδίδει - σημειώνοντας πρωτοφανή αποτυχία - το πρώτο, και μοναδικό, φύλλο του επίσης συντηρητικού και καθαρευουσιάνικου περιοδικού«Μουσείου».
Να σημειώσουμε τέλος ότι στις 15/4/1819 στο «Λόγιο Ερμή» αναγγέλλεται η προσεχής έκδοση στο Λονδίνο, από τον Τζον Μάρεϋ, ενός ελληνικού φύλλου με τίτλο «Ιρις» ή «Τα Νυν Ελληνικά», το οποίο σχεδιάστηκε, αλλά τελικώς δεν κυκλοφόρησε.
Ελληνικά βιβλία στη Βιέννη
Οι γνώσεις μας για τη γέννηση, ανάπτυξη και τα επιτεύγματα της ελληνικής τυπογραφίας στη Βενετία, στη Βιέννη και σε άλλα πνευματικά κέντρα του ελληνισμού στην Ευρώπη χρωστούν πολλά στο μελετητικό και συλλεκτικό πάθος του Κ. Σπ. Στάικου. Η σπουδαία και εκτενέστατη εργασία του «Τα τυπωμένα στη Βιέννη ελληνικά βιβλία (1749-1800)»(427 σελ.), εμπλουτισμένη με εικονογράφηση, παράρτημα με πίνακες των ελληνικών βιβλίων που εκδόθηκαν στη Βιέννη και των συντελεστών τους (συγγραφέα, μεταφραστή, εκδότη, χρηματοδότη, κλπ.) και ευρετήριο ονομάτων, παρουσιάζει 151 ελληνικά βιβλία που εκδόθηκαν αυτό το διάστημα στη Βιέννη. Δεν περιορίζεται όμως σε μια απλή παρουσίαση των βιβλίων. Παρέχει πολύπλευρα, λεπτομερέστατα, πολυτιμότατα για τη διεξαγωγή επιμέρους μελετών, στοιχεία: Για το περιεχόμενο κάθε βιβλίου, τους συγγραφείς, τους εκδότες, τους συνεργάτες τους (βιογραφικά σημειώματα, έργα, βιβλιογραφία, επαγγελματικά -επιχειρηματικά στοιχεία) κλπ., για τα τυπογραφεία και τα τεχνικά τους μέσα, τη σχετική αυστριακή νομοθεσία και οικονομική πολιτική και τη δράση κάθε παρουσιαζόμενου προσώπου.
Ο Κ. Στάικος στην εισαγωγή του χωρίζει σε τρεις περιόδους την εξέλιξη της ελληνικής τυπογραφίας στη Βιέννη. Η πρώτη αρχίζει από τα μέσα του 18ου αιώνα και φθάνει ως το 1782. Η δεύτερη από το 1782 ως το 1798. Η τρίτη από το 1798 έως την έναρξη τηςΕπανάστασης. Με την πρώτη περίοδο συνδέονται τα ονόματα των πρώτων Βιεννέζων τυπουργών, Θωμά Τράτνερ, Ιωάννη Καλιβόδα, Αντωνίου Σουλτζ, Ιωσήφ Κουρτσβέκ, των Θωμά Δημητρίου, Μιχαήλ Παπαγεωργίου και άλλων ανωνύμων Ελλήνων λογίων, «που μοχθούσαν για την εδραίωση του ελληνικού βιβλίου» στη Βιέννη. Στη δεύτερη περίοδο πρωτοποριακό ρόλο, «ορόσημο στην ιστορία της ελληνικής τυπογραφίας της Βιέννης», παίζει ο λόγιος τυπογράφος και επιμελητής βιβλίων Γεώργιος Βεντότης (εκδότης και της «Εφημερίδος» και βιβλίων του Ρήγα). Αλλα μεγάλα ονόματα είναι ο Αυστριακός νομοδιδάσκαλος και τυπογράφος Ιωσήφ Βαουμάιστερ, οι αδελφοί Μαρκίδες Πούλιου, ο Πολυζώης Λαμπανιτζιώτης κ.ά.
«Η τρίτη περίοδος θα αρχίσει μέσα στο αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε με τον απαγχονισμό του Ρήγα και των συντρόφων του. Την περίοδο αυτή, καθώς έλειψε ο πρωτεργάτης της Επανάστασης και ο λογοκριτικός έλεγχος των αυστριακών αρχών, εκλείπει η δημιουργική και επαναστατική πνοή των δύο προηγούμενων δεκαετιών, ενώ τα πιεστήρια ελληνικών βιβλίων περιέρχονται στους κληρονόμους των Ελλήνων και Βιεννέζων πρωτεργατών.
Στα 151 βιβλία που παρουσιάζει η μελέτη περιλαμβάνονται, εκτός από τα εκδομένα στη Βιέννη έργα και μεταφράσεις του Ρήγα, έργα αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών, ιστορικά, περί Φιλοσοφίας, Ηθικής και Λογικής, φιλολογικά, μυθολογικά, γλωσσολογικά, αλφαβητάρια, βιβλία για τη Γραμματική, τα Μαθηματικά. Για τη Γεωγραφία, τη Φυσική, την Ιατρική, Διαιτητική, την Αρχαιολογία και άλλες επιστήμες. Λεξικά της ελληνικής και άλλων γλωσσών, αποφθέγματα φιλοσόφων, έργα ξένων διανοητών και ποιητών, πεζογραφίας και ποίησης. Εργα λυρικού θεάτρου και πρόζας. Εκκλησιαστικά, καλαντάρια, γεωγραφικοί χάρτες. Βιβλία για το εμπόριο και ποικίλα άλλα ενημερωτικά θέματα. Ο χώρος δεν επιτρέπει να παραθέσουμε όλα αυτά τα βιβλία - κειμήλια. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά τους τίτλους έργων και μεταφράσεων του πρωτομάρτυρα της Επανάστασης, Ρήγα Φεραίου, που φώτισαν το νου και φλόγισαν την καρδιά του σκλαβωμένου λαού: «Χάρτα της Ελλάδος» (έργο, έκδοση, χρηματοδότηση του Ρήγα), «Χάρτα της Βλαχίας» και «Χάρτα της Μολδαβίας»(εκδόσεις των Πούλιου), «Φυσικής Απάνθισμα», «Ο Ηθικούς Τρίπους», «Ο Στρατάρχης Κεβενχύλλερ» (και τα τρία εκδόσεις των Πούλιου), «Σχολείον των ντελικάτων εραστών» (μετάφραση, έκδοση του Ρήγα), καθώς και τα αποκαλούμενα «επαναστατικά» έργα του, που εκδόθηκαν το 1797: Η επαναστατική προκήρυξή του με τίτλο«Νέα Πολιτική Διοίκησις», «Τα Δίκαια του Ανθρώπου», «Το Σύνταγμα», «Ο Θούριος» και «Υμνος Πατριωτικός».
Επίκαιρα και οικουμενικά έργα
Εάν ο Ρήγας δεν προδιδόταν από ξεπουλημένο στο οθωμανικό καθεστώς Ελληνα μεγαλέμπορο, εάν κατόρθωνε να φθάσει, μαζί με το κιβώτιο με τα επαναστατικά έργα του, στην Ελλάδα για να αρχίσει τον ένοπλο αγώνα και να τον φλογίσει με τα κοινωνικά του οράματα, ίσως η «τύχη» της Επανάστασης, της Ελλάδας και γενικά των Βαλκανίων να ήταν άλλη. Τέτοια, που να αποτρέπει τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και τις τραγωδίες που ακολούθησαν στα τέλη του 19ου, στις αρχές του 20ού αιώνα και ξανασχεδιάστηκαν στα τέλη του από τη ΝΑΤΟική τάξη πραγμάτων για να κλιμακωθούν στον 21ο αιώνα.
Η νεοταξική τυραννία πάνω από τα Βαλκάνια και τον κόσμο όλο, καθιστά το - ούτως ή άλλως αθάνατο - επαναστατικό έργο του προσοσιαλιστή, του πρωτοκομμουνιστή, του πρωτοπόρου διεθνιστή Ρήγα, εξόχως επίκαιρο και οικουμενικό. Ιδού μερικά χαρακτηριστικά «σπαράγματά» του:
Από «Τα Δίκαια του Ανθρώπου»: «Τα Φυσικά Δίκαια είναι: Πρώτον, το να είμεθα όλοι ίσοι και όχι ο ένας ανώτερος από τον άλλον. Δεύτερον, να είμεθα ελεύθεροι και όχι ο ένας σκλάβος του αλλουνού. Τρίτον, να είμεθα σίγουροι εις τη ζωήν μας, και κανένας να μην ημπορεί να μας την πάρη αδίκως και κατά τη φαντασίαν (...). Ολοι οι άνθρωποι, Χριστιανοί και Τούρκοι, κατά φυσικόν λόγον είναι ίσοι. (...) Ολοι, χωρίς εξαίρεσιν, έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η Πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωρία διά τα αρσενικά και θηλυκά παιδία. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη. (...) Η Αυτοκρατορία (σ.σ. εννοεί η αυτεξουσιότητα, η κυριαρχία του λαού) είναι θεμελιωμένη εις τον λαόν. Αυτή είναι μία, αδιαίρετος, απροσδιόριστος και αναφαίρετος. Ηγουν ο λαός μόνον ημπορεί να προστάζη και όχι ένα μέρος ανθρώπων ή μία πόλις(...) Κάθε άνθρωπος, όπου ήθελεν αρπάσει την αυτοκρατορίαν και την εξουσίαν του έθνους, ευθύς να φυλακώνεται από τους ελεύθερους άνδρας, να κρίνεται, και κατά τον νόμον να παιδεύεται(...)».
Από «Το Σύνταγμα»: «Ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου, χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, άλλο είδος γενεάς. Αυτός ο λαός μόνος του ονοματίζει τους απεσταλμένους του προς το κοινόν συμβούλιον του έθνους. Αυτός δίδει την άδειαν της εκλογής εις τους αναμεταξύ του διαλεκτάς, να διαλέξουν τους δημοσίους νομοκράτορας, τους εγκληματικούς κριτάς και τους λοιπούς αξιωματικούς. Αυτός ο λαός βουλεύεται, αν είναι οι διωρισμένοι νόμοι καλοί διά την ευδαιμονίαν του. Και ει μεν είναι καλοί, τους φυλάττει, ει δε και έχει λόγον να αντειπή, προβάλλει εις τη Διοίκησιν το τι τον πειράζει (...) Ο Ελληνικός Λαός είναι φίλος και φυσικός σύμμαχος με τα ελεύθερα έθνη. Οι Ελληνες δεν ανακατώνονται εις τη διοίκησιν των άλλων εθνών, αλλ' ούτε είναι εις αυτούς δυνατόν να ανακατωθούν άλλα εις την εδικήν των(...)».


Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ


Συρτάρια γεμάτα νέες ανατροπές


ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ



Συρτάρια γεμάτα νέες ανατροπές
Το περιεχόμενο των νέων αντιασφαλιστικών μέτρων περιγράφει η «Λευκή Βίβλος» για τις συντάξεις που συνέταξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή της ΕΕ
Το εφιαλτικό μέλλον που εξασφαλίζει στους εργαζόμενους η παραμονή της χώρας στην ΕΕ σκιαγραφείται μέσα απ' τη «Λευκή Βίβλο» για τις συντάξεις που συνέταξε την περασμένη άνοιξη η Επιτροπή.
Καθόλου τυχαία, η «Λευκή Βίβλος» εκτιμά: «Περαιτέρω μεταρρυθμίσεις είναι σε πολλές περιπτώσεις απαραίτητες μιας και η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση δυσκολεύει την αντιμετώπιση των δημογραφικών αλλαγών καθώς επίσης προβάλλει περαιτέρω αδυναμίες σε ορισμένα συνταξιοδοτικά συστήματα. Ετσι, περαιτέρω προσαρμογές στο σκέλος των δαπανών θα είναι αναπόφευκτες σε πολλά κράτη - μέλη, παράλληλα με την ενίσχυση των προσπαθειών για την αύξηση των ποσοστών απασχόλησης και παραγωγικότητας».
Ας δούμε αναλυτικότερα τα μέτρα:
Αύξηση ορίων συνταξιοδότησης...
Mια απ' τις καθοριστικότερες μεταρρυθμίσεις είναι η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, μέσω της κατάργησης της σταθερής ηλικίας συνταξιοδότησης - θέση που συνδέεται με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Συγκεκριμένα, αναφέρει: «Μια σταθερή ηλικία συνταξιοδότησης σε συνδυασμό με την επιλογή μιας εύκολης πρόωρης εξόδου από την αγορά εργασίας, θα δημιουργήσει αυξανόμενες ανισορροπίες μεταξύ των ενεργών χρόνων και των χρόνων συνταξιοδότησης. Η μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων που θα αυξάνει το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας, θα είναι ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και θα θέτει ένα γερό θεμέλιο για βιώσιμες και επαρκείς συντάξεις».
Σε αυτό το πλαίσιο, εντοπίζει την ανάγκη περιορισμού της πρόσβασης στα συστήματα πρόωρης συνταξιοδότησης. Παίρνοντας πίσω κάθε εργατική κατάκτηση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει: «Οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στη διατήρηση εργαζομένων μεγαλύτερο διάστημα στην αγορά εργασίας πρέπει να επικεντρωθούν στην κατάργηση των αδικαιολόγητων επιλογών για πρόωρη συνταξιοδότηση που μπορεί να ισχύει για όλους τους εργαζόμενους ή σε συγκεκριμένα επαγγέλματα».
Ιδιαίτερα για τα βαρέα, ανθυγιεινά και επικίνδυνα επαγγέλματα, η «Λευκή Βίβλος» ξεκαθαρίζει ότι πρέπει αντί για πρόωρη συνταξιοδότηση να βρεθούν εναλλακτικές λύσεις - με κυριότερη την επαγγελματική κινητικότητα. Συγκεκριμένα: «Ιδιαίτερα, σε εργαζόμενους σε δύσκολες ή επικίνδυνες εργασίες μπορεί να προσφέρονται εναλλακτικές λύσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση, όπως η επαγγελματική κινητικότητα». Δηλαδή, ένας εργαζόμενος της ΛΑΡΚΟ ή της Χαλυβουργίας, αφού έχει περάσει μια ζωή μέσα στη φωτιά και το σίδερο, τα μονοπώλια θα του ζητάνε να συνεχίζει να δουλεύει ακόμη και μέχρι τα 70 σε άλλες εργασίες!
...για αιώνια ευέλικτη εργασία
Η εν λόγω παράταση του εργάσιμου βίου θα επιτευχθεί και με σειρά μέτρων όπως μερική σύνταξη, διά βίου μάθηση, «δεύτερη σταδιοδρομία» και ευέλικτη εργασία. «Περαιτέρω μέτρα - αναφέρει η έκθεση - περιλαμβάνουν την αναθεώρηση της αδικαιολόγητης υποχρεωτικής ηλικίας συνταξιοδότησης, την προώθηση της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία, την παροχή πρόσβασης στη διά βίου μάθηση, την προσαρμογή των θέσεων εργασίας στις ανάγκες των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων και την ανάπτυξη ευκαιριών για ευέλικτες μορφές εργασίας, π.χ. με το συνδυασμό της μερικής απασχόλησης και μερικής λήψης σύνταξης. Υπάρχει, επίσης, πεδίο για την ανάπτυξη της "δεύτερης σταδιοδρομίας" και για κατάλληλες "end-of-career" (σ.σ.: τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας) εργασίες».
Τι λένε δηλαδή στους εργαζόμενους; Οτι μέσα από τη διαρκή κατάρτιση και επανακατάρτιση θα πρέπει να δουλεύουν μέχρι τα γεράματα, προκειμένου να παραμένουν ενεργοί στην αγορά εργασίας, με δουλειές της λεγόμενης «δεύτερης σταδιοδρομίας». Χαρακτηριστικό παράδειγμα δουλειάς «δεύτερης σταδιοδρομίας» είναι οι νυχτοφύλακες κλπ.
Στην ίδια κατεύθυνση, προτείνει την εξίσωση της ηλικίας συνταξιοδότησης μεταξύ ανδρών και γυναικών, δηλαδή την αύξηση των ορίων ηλικίας στις γυναίκες. Μάλιστα, εντελώς προσχηματικά και, κοροϊδεύοντας κατάμουτρα τις σκληρά εργαζόμενες γυναίκες, λέει πως κάτι τέτοιο «θα ενισχύσει τα εισοδήματα των γυναικών».
Με όλες αυτές τις δράσεις έχουν έναν ξεκάθαρο στόχο: Να μειώσουν τις δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις, μετατρέποντας τη σύνταξη σε επίδομα και αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για να μπουν «με τα μπούνια» τα μονοπώλια στην υπόθεση των συντάξεων. «Οι συντάξεις αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μεγάλο και αυξανόμενο μερίδιο των δημοσίων δαπανών: περισσότερο από το 10% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο σήμερα, που πιθανώς να αυξηθεί σε 12,5% το 2060 στην ΕΕ ως σύνολο», διαπιστώνει η έκθεση και γι' αυτό το λόγο ζητά την ανάπτυξη συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεωνκαθώς και την ανάπτυξη ιδιωτικών συνταξιοδοτικών συστημάτων.

TOP READ