7 Αυγ 2012

Συνάντηση με την αγάπη


Συνάντηση με την αγάπη
Β. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Η πλατεία του χωριού ήταν απέναντι από το σπίτι μας. Εκεί έπαιζα πάντα. Μόνος ή με τ' άλλα παιδιά της γειτονιάς. Ο,τι παιχνίδια. Τις πιότερες φορές παίζαμε πόλεμο: Εδώ οι αντάρτες, εκεί οι φασίστες. Τους λέγαμε και «Μπουραντάδες». Είχαμε φυσικά και ντουφέκια, ξύλινα, σταυρωτά φισεκλίκια και δίκοχα. Χαλούσε ο κόσμος από τα πολυβόλα και το ντουφεκίδι: μπαμπ, μπουμ, κα - κα - κα, τρρρ. Εγώ πάντα κατάφερνα να είμαι αντάρτης και μάλιστα καπετάνιος, γιατί είχα οικονομήσει καμιά εικοσαριά άδεια φυσίγγια από τους αντάρτες.
Κείνη τη μέρα που ήρθε η Μαρία ήταν η πλατεία ήσυχη και γω έπαιζα το αγαπημένο μου παιχνίδι σαν ήμουν μόνος: Εβαλα στη σειρά τα άδεια φυσίγγια, ξεμάκρυνα καμιά δεκαριά βήματα, τράβηξα από το λουρί μου τα λάστιχα, έβγαλα από τη βαθιά μου τσέπη ένα άσπρο γυαλιστερό βότσαλο, από κείνα που διάλεγα στο ποτάμι του χωριού, το έβαλα στη σκάλα, έκλεισα το αριστερό μάτι και τανύζοντας τα λάστιχα σημάδεψα τα φυσίγγια. Ενα απ' αυτά έκανε «κλιγκ» και πετάχτηκε από τη θέση του. Χαμογέλασα, ικανοποιημένος, γλείφοντας τα χείλη μου. Ομως δεν πετύχαινα και πάντα. Τότε φταίγανε τα φυσίγγια ή το βότσαλο ή και τα λάστιχα.
Εβαλα πάλι ένα βότσαλο και ξανασημάδεψα... Ημουν τόσο αφοσιωμένος στο παιχνίδι, που ούτε κατάλαβα ότι ήρθε η Μαρία.
Η Μαρία ήτανε δεκαοχτώ χρονώ, φίλη της αδερφής μου και γραμματέας της ΕΠΟΝ του χωριού μας. Οταν ερχότανε στο σπίτι μας αισθανόμουνα πως ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι μου, κοκκίνιζα, τραβιόμουνα σε μια γωνιά κι έκανα πως δεν την έβλεπα. Οταν όμως νόμιζα πως δε με πρόσεχε κανείς, κάρφωνα τα μάτια μου πάνω της και αποξεχνιόμουνα. Η Μαρία δεν άργησε να καταλάβει και συχνά έλεγε τραγουδιστά:
«Τι λες, Γιωργάκη, παντρευόμαστε; θα σε περιμένω να γίνεις είκοσι χρονώ. Δέκα χρόνια μόνο θα περιμένω, δεν είναι κι τόσα πολλά. Συμφωνάς;»
Συμφωνούσα λέει! Και μου το 'λεγε με μια φωνή που γέμιζε την ψυχή μου, έτσι που μου τη γέμιζαν κάτι αηδόνια τις χαραυγές. Εσκυβε πάνω μου και με τύλιγε μεμιάς η μοσκοβολιά του κορμιού της. Μια μοσκοβολιά όπως στ' αγριολούλουδα. Εκλεινα τα μάτια κι ανάσαινα βαθιά. Ενιωθα το στήθος της κάποτε να μου γαργαλάει τ' αυτί και μου 'ρχόταν ζάλη. θαρρούσα πως πετούσα, είχα φτερά. Ανοιγα τα ματιά μου κι έβλεπα τα δικά της. Καστανά μάτια κι όλο χάδια.
Ετσι έσκυψε πάνω μου και κει στην πλατεία και με ρώτησε πολύ πιο χαϊδευτικά από τις άλλες φορές, αφού μ' έπιασε από το πιγούνι:
«Γιωργάκη, μου κάνεις μια χάρη;»
«Κάνω», έκραξα και ντράπηκα για τη φωνή μου - πολύ ψιλή ήτανε και δεν έμοιαζε καθόλου αντρίκεια.
«Πήγες καμιά φορά στην Μπουρούνα;»
«Πήγα».
«Ξέρεις την καλύβα του μπάρμπα-Γιάννη;»
«Και βέβαια», κούνησα σοβαρά το κεφάλι.
Γιατί με πέρασε δηλαδή; Για βυζανιάρικο;
«Μπορείς να μου πας ένα γράμμα ως εκεί;»
«Μπορώ...»
«Λοιπόν, όταν φτάσεις εκεί θα σφυρίξεις τρεις φορές»
«Θα σφυρίξω όσο δυνατά μπορώ», τη βεβαίωσα.
«Θα περιμένεις ώσπου να 'ρθει ένας αντάρτης και θα του δώσεις το γράμμα».
«Κι αν είναι πολλοί αντάρτες; Πώς να τον γνωρίσω;» ρώτησα και χάρηκα που έκανα αυτή τη σκέψη. Ας έβλεπε η Μαρία τι έξυπνος ήμουνα. Η Μαρία όμως μόνο χαμογέλασε.
«Και ανάμεσα σε χίλιους θα τον γνωρίσεις. Εχει μαύρα σγουρά μαλλιά, μάτια γαλανά σαν τον ουρανό. Το μουστάκι του... τα δόντια του... τα...»
Οσο μιλούσε η Μαρία είχε ασφαλισμένα τα μάτια. Ισως, επειδή τη χτυπάει ο ήλιος στο πρόσωπο, σκέφτηκα. Τα μαλλιά της τα είχε ριγμένα στις πλάτες. Φορούσε ένα άσπρο φουστάνι, που γυάλιζε στον ήλιο. Πολύ μου άρεσε η Μαρία μ' αυτό το φουστάνι. Αλλες φορές το φορούσε τις Κυριακές. Σήμερα όμως δεν ήταν Κυριακή. Γιατί το φορούσε τότε;
Οταν τέλειωσε με την περιγραφή, άνοιξε πάλι τα μάτια. Με ρώτησε:
«Θα πας ε; Ή μήπως φοβάσαι;»
Με κοίταξε θαρρείς συλλογισμένα και δισταχτικά.
«Εγώ δε φοβάμαι ποτέ!» απάντησα και τεντώθηκα πειραγμένος.
Πώς μπορούσα να 'χω φόβο όταν με παρακαλούσε η Μαρία! Γι' αυτήν θα πάλευα και με λύκο. Και όχι μόνο μ' έναν μα με δέκα. Και με είκοσι. Ακόμα και με λιοντάρι! Και το λιοντάρι είναι το πιο δυνατό θεριό. Το είπε και ο παππούς: Το πιο δυνατό είναι το λιοντάρι!
«Εγώ το 'ξερα», είπε με πολύ τρυφερό τόνο.
«Πότε να πάω, τώρα;»
Η Μαρία άπλωσε το χέρι της και μου χάιδεψε το σαγόνι. Υστερα έβαλε το ίδιο χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε το γράμμα. Οταν έχωσε το χέρι της για να το βγάλει ξεκουμπώθηκαν δυο κουμπιά και είδα λίγο από το άσπρο στήθος της. Ταράχτηκα και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει ως το λαιμό. Γύρισα απότομα το κεφάλι αλλού, αλλά η εικόνα μ' ακολουθούσε ζωντανή. Μου έδωσε το γράμμα.
Αρχισα να τρέχω. Μια φορά γύρισα το κεφάλι στη στροφή του δρόμου. Η Μαρία στεκόταν ακόμη στη μέση της πλατείας. Ολο το φως του ήλιου έπεφτε πάνω της και μου φαινόταν σα να έλαμπε αυτή.
Αυτή την εικόνα πήρα μαζί μου, όταν έτρεχα για το βουνό.
Από το χωριό ως την Μπουρούνα, μια κορυφή του Αϊ - Λια, ήταν ίσως πέντε χιλιόμετρα. Πολύς δρόμος. Κοίταξα τον ήλιο. Σκέφτηκα πως δε θα προλάβαινα ως το μεσημέρι να φτάσω αν δεν έκοβα από το ποτάμι. Το ποτάμι όμως το φοβόμουνα. Ηταν και κρύο. Απρίλης μήνας ήταν ακόμη. Μα το γράμμα έπρεπε να φτάσει στην ώρα του στα χέρια που το περίμεναν.
Εδώ ήταν ένα γράμμα για το αντάρτικο. Πράγματα σοβαρά κι όχι παίξε γέλασε!
Ετσι, μια και δυο πήρα την απόφαση. Μπήκα στο ποτάμι. Το νερό ήταν κρύο. Ενα σύγκρυο άρχισε από τα πόδια ν' ανεβαίνει σιγά - σιγά στα ήπατα μου όταν το νερό έφτασε στο στήθος. Εκανα κουράγιο, έγειρα το σώμα μου πάνω στο ρέμα και προσπάθαγα να σέρνω τα πόδια μου πάνω στον πάτο για να μη με πάρει το ρέμα. Με το δεξί χέρι κρατούσα ψηλά το γράμμα για να μη βραχεί.
Βγήκα κάποτε. Το παντελόνι κολλούσε στο κορμί μου, τα τσαρούχια γλιστρούσαν στις πέτρες, όμως δε με πείραζε. Ηταν για την Μαρία! Και για τους αντάρτες, που τους αγαπούσα, θαύμαζα και ζήλευα.
Ελεγα... ίσως... Οχι, το γράμμα κρύβει οπωσδήποτε μια σοβαρή είδηση για τους αντάρτες, αφού το έγραψε η Μαρία! Αυτή είναι υπεύθυνη της ΕΠΟΝ και η ΕΠΟΝ μόνο σοβαρές ειδήσεις στέλνει στο αντάρτικο. Και γω τώρα δεν είμαι παρά αληθινός σύνδεσμος! Και βέβαια! Τι είχε ένας άλλος σύνδεσμος παραπάνω; Καμάρωνα στη σκέψη, μα ξαφνικά κάτι ήρθε και με δάγκωσε. Ο άλλος έχει όπλο! Και γω τίποτα! Αχ, να είχα ένα αυτόματο ή κανένα πιστόλι, σαν του Παναγιώτη του ξαδέρφου μου: γυαλιστερό με θήκη και με αληθινές σφαίρες...
Κι όλο έτρεχα, έτρεχα. Οσο γρήγορα μπορούσα. Σε λίγο το δάσος με τα κέδρα μ' έκρυψε. Πήρα το μονοπάτι που σκαρφάλωνε σ' ένα ανήφορο.
Οταν ο ήλιος ανέβηκε τόσο ψηλά, που χάθηκε ο ίσκιος μου, έφτασα λαχανιασμένος στην καλύβα του μπάρμπα-Γιάννη. Πήρα μερικές ανάσες, έβαλα έπειτα τα δυο μου δάχτυλα στο στόμα και σφύριξα μ' όλη μου τη δύναμη μακρόσυρτα, δυο - τρεις φορές. Υστερα έστησα τ' αυτί και περίμενα, ψάχνοντας με τα μάτια γύρω όλα τα πουρνάρια. Εφερα έπειτα ένα γύρο την καλύβα. Τίποτα, κανένας δε φαινότανε. Περίμενα κάμποση ώρα που μου φάνηκε χρόνος. Αρχισα ν' ανησυχώ: Κι αν δεν έρθει κανένας; Θα με πιστέψει η Μαρία; Μήπως νομίσει πως φοβήθηκα και δεν ήρθα; Το σκέφτηκα και μου φάνηκε σαν καταστροφή. Σφύριξα πάλι πιο δυνατά και πιο μακρόσυρτα, θυμωμένα, απελπισμένα θα 'λεγα. Παντού ησυχία... Τι γίνεται τώρα! Και αν έρθουν οι μάυδες και μου βρουν το γράμμα; Οχι, δε θα το βρουν, θα το φάω! To κοίταξα. Μεγαλούτσικο. Θα το τσαλάκωνα όμως και θα το μασούσα. Ετσι, άκουσα, το έκανε ένα παλικάρι. Και μπροστά στο εκτελεστικό φώναξε: Ζήτω το Αντάρτικο! Αυτό θα 'κανα και γω.
Κει που τα σκεφτόμουνα αυτά, άκουσα πολύ κοντά μου ξαφνικά πατήματα πίσω από κάτι πουρνάρια και να σπάζουν κλαδάκια. Αναγύρισα απότομα και είδα πίσω από την καλύβα έναν άντρα να προβάλλει με στολή φαντάρου. Τα 'χασα και ξέχασα μονομιάς όλα τα σχέδιά μου. Εσφιξα σπασμωδικά το γράμμα μέσα στη χούφτα μου κι έκανα μερικά βήματα τρομαγμένος προς τα πίσω. Σαν αστραπή όμως γυάλισε η εικόνα του δίκοχου με το σήμα το δικό μας και είπα: «Μη φοβάσαι Γιωργάκη!» Κι αμέσως όλος ο φόβος μου χάθηκε όπως ήρθε.
Ο αντάρτης είχε όλα τα σουσούμια που μου είχε πει η Μαρία: Και τα δόντια του ήταν σα ρύζι κι άστραψαν όταν μου χαμογέλασε. Φορούσε φισεκλίκια σταυρωτά, πιστόλι στη μέση και αγγλικό αυτόματο κρεμασμένο στο λαιμό.
«Εχεις γράμμα;» ρώτησε κι άπλωσε το χέρι του.
«Ναι», του είπα και του άπλωσα περήφανος το γράμμα, τσαλακωμένο όπως ήταν στη ζεστή φούχτα μου.
Μ' έκανε εντύπωση που μου το άρπαξε σχεδόν από το χέρι. «Πολύ σοβαρό θα 'ναι», είπα μέσα μου, όταν είδα πόσο ανυπόμονα άνοιγε το γράμμα, θαρρείς και τρέμανε τα μουστάκια του καθώς το διάβαζε με το νου του. Το πρόσωπό του έλαμπε όσο προχωρούσε. Φαίνεται είναι καλή η είδηση, σκέφτηκα και ήμουνα και γω ευχαριστημένος. Οταν το αποδιάβασε, με ρώτησε:
«Είσαι αδερφός της;»
«Οχι», του απάντησα μόνο. Πώς μπορούσα να του πω, πως η Μαρία δεν ήταν αδελφή μου, μα κάτι άλλο. Πολύ κάτι άλλο! Εκλεισα για λίγο τα μάτια και είδα την Μαρία να στέκεται με το άσπρο της φουστάνι στη μέση της πλατείας. Και να με περιμένει, θα πάω κοντά της, θα μου πει: «Μπράβο Γιωργάκη!» Θα με χαϊδέψει και γω θα στέκομαι μπροστά της και θα την κοιτώ στα μάτια.
Γρήγορα ήθελα να γυρίσω στο χωριό. Μα πριν φύγω, θα ήθελα να μάθω και κάτι άλλο.
«Είναι πολύ σοβαρή η είδηση;»
Γέλασε αυτός:
«Πολύ σοβαρή», είπε και τα μάτια του γυάλισαν. Υστερα πρόσθεσε: «Και γω θα είχα μιαν είδηση για τη Μαρία, μα δεν έχω χαρτί».
«Πες το σε μένα και γω δικός σας είμαι. Ο πατέρας μου αντάρτης είναι».
«Ομως αυτό δεν πρέπει να το ξέρει κανείς στο χωριό».
«Α, μπα! Εγώ δε μαρτυρώ! Ούτε και στη μάνα μου θα πω τίποτα!»
Ο αντάρτης έτριψε το μέτωπό του σα να σκεφτότανε.
«Οχι, μου λέει, αυτή την είδηση δεν μπορώ να σου την πω. Είναι πάρα πολύ σοβαρή. Κι αν την ξεχάσεις, τι θα γίνει τότε;»
Σούφρωσα τα χείλη μου. Εγώ και να ξεχάσω! Δεν ξεχνώ καμιά φορά κάτι. Οπως και τότε όταν με χτύπησε ο θανασάκος. Ακόμα το θυμάμαι. Κι άμα μεγαλώσω θα του τα γυρίσω όλα πίσω.
Ο αντάρτης όμως συνέχισε:
«Θα πάω μόνος μου στη Μαρία, όμως θα περιμένω να νυχτώσει. Κατάλαβες; Ε, μη θυμώνεις! Αλλη φορά όταν μεγαλώσεις θα το καταλάβεις. Ολα δε λέγονται. Ελα να γίνουμε φίλοι»...
Του έδωσα το χέρι και πάλι έπεσε, όπως όλον τον καιρό, η ματιά μου στο πιστόλι. Αχ, να ήταν δικό μου, σκέφτηκα, και λυπήθηκα τον εαυτό μου, που δεν είχα τέτοιο πιστόλι. Τι εντύπωση θα έκανα στη Μαρία, αν με έβλεπε με πιστόλι!
«Πες μόνο της Μαρίας», μου είπε ξεπροβοδώντας με «πως απόψε θα έρθω».
«Καλά», του είπα και σκέφτηκα πως ένας αντάρτης δεν κάνει μέρα μεσημέρι να μπαίνει στο χωριό τώρα που κάθε τόσο περνούν από κει αποσπάσματα. Και του είπα φωναχτά, «πως καλά το σκέφτηκε». Εκείνος χαμογέλασε.
«Πήγαινε τώρα... και σ' ευχαριστώ για τον κόπο...»
«Είμαι τώρα πραγματικός σύνδεσμος;»
«Φυσικά!»
Ευχαριστημένος απ' αυτή την απάντηση έκανα μερικά βήματα προς τα πίσω, σήκωσα το χέρι κι άρχισα να τρέχω κατά το χωριό. Να φτάσω γρήγορα, να δω τη Μαρία, τα μάτια της... Τώρα θα με περιμένει...
Δεν έκανα ούτε εκατό βήματα, όταν με ξάφνιασε μια ιδέα. Πώς θα βρει το σπίτι της Μαρίας. Επρεπε να του το εξηγήσω για να το βρει αμέσως. Γύρισα πάλι πίσω. Ομως τούτη τη φορά δεν έτρεχα. Προχωρούσα σιγά αποφεύγοντας τα ξερά κλαδιά, πατώντας ανάλαφρα σαν αερικό. Αφού είμαι σύνδεσμος έτσι πρέπει να βαδίζω, συλλογιζόμουνα. θα τον ξαφνιάσω και τον αντάρτη ακόμα, να δει με ποιον έχει να κάνει!
Και πραγματικά, δε με πήρε μυρουδιά. Τόνε βρήκα καθισμένο κι ακουμπισμένο με τη ράχη στον τοίχο της καλύβας να διαβάζει πάλι το γράμμα. Α, σκέφτηκα, θέλει να το μάθει απόξω για να μην το ξεχάσει, πριν το κάψει το γράμμα, γιατί στο αντάρτικο τα καίγανε τα σημειώματα που έπαιρναν.
Εκανα ακόμα μερικά προσεχτικά βήματα στ' ακροδάχτυλά μου και έφτασα τόσο κοντά του, που άμα άπλωνα το χέρι θα του έπαιρνα το χαρτί. Αυτός έμενε με τη μύτη κολλημένη σχεδόν στο χαρτί. Μου ήρθε να του κάνω «μπαμ!» να δω αν τρομάζει, μα πάλι μετάνιωσα. Δεν ήξερα πώς να κάνω για να πάρω τα συχαρίκια του, που τόσο καλά τα κατάφερα, όταν άρχισε να ψιθυρίζει αφηρημένα αυτά που διάβαζε:
«...και σ' αγαπώ. Σε περιμένω. Ελα απόψε... στο ίδιο...»
Στην αρχή δεν κατάλαβα. Τι είδηση... Υστερα σα να 'πεσε αστραπή μπροστά μου. Ενιωσα έναν πόνο που δεν τον γνώριζα. Ενα χτύπημα στο στήθος. Παραπάτησα. Σκόνταψα και άπλωσα τα χέρια... Αρχισα να τρέχω, χωρίς να βλέπω μπροστά μου. Ενιωσα κάτι αλμυρό στα χείλη μου. Ολα τα 'βλεπα θαμπά. Επεσα σε κάτι χαντάκια. Σηκώθηκα. Κλαδιά μαστίγωναν το πρόσωπό μου μέσα στα μονοπάτια, μα δεν ένιωθα πόνο. Ούτε το νερό του ποταμού που πέρασα ήταν πια κρύο...

Του
Χρήστου ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔ

ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ Επικίνδυνοι φίλοι



ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ
Επικίνδυνοι φίλοι
Μικρόβια που κάποτε αντιμετωπίζονταν εύκολα με ένα απλό αντιβιοτικό, τώρα απαιτούν συνδυασμό δύο ή και περισσότερων από τα ισχυρότερα αντιβιοτικά για να εξοντωθούν. Κάποια παραμένουν σε μια ιδιότυπη αδρανή κατάσταση, έτοιμα να ξαναεπιτεθούν στο φορέα τους, ή σε κάποιον που αυτός θα μολύνει εν αγνοία του. Σα να μην έφτανε αυτή η κατάσταση, που προκλήθηκε από την άσκοπη χρήση των αντιβιοτικών σε ανθρώπους, αλλά και σε εκτρεφόμενα ζώα, τα αντιβιοτικά αποδεικνύονται δίκοπο μαχαίρι, επειδή μαζί με τα «ξερά» (τους παθογόνους οργανισμούς) σκοτώνουν και τα «χλωρά» (την πληθώρα των μη παθογόνων, έως και απαραίτητων βακτηρίων που κατοικούν στο σώμα μας).
Η επιστημονική έρευνα οδηγεί στην ενοχοποίηση όλο και περισσότερων μικροβίων για διάφορες αρρώστιες, που θεωρείται ότι οφείλονται σε κρυφές μολύνσεις, ανάμεσά τους η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο λύκος, η ασθένεια Πάρκινσον και διάφοροι τύποι καρκίνου. Ετσι, εμφανίζονται μερικοί γιατροί να είναι υποστηρικτές της διά βίου λήψης μείγματος ισχυρών αντιβιοτικών με σκοπό να εξαλειφθούν από τους ασθενείς οι μικροβιακοί παράγοντες που σχετίζονται με τη νόσο τους. Τι επιπτώσεις θα έχει μια τέτοια «θεραπεία» στους ασθενείς είναι άγνωστο ακόμα, αλλά ίσως είναι καλύτερα να μην το μάθουμε ποτέ. Τουλάχιστον να μην το δοκιμάσουμε πριν καταλάβουμε τι ρόλο παίζουν οι τεράστιοι πληθυσμοί μη παθογόνων μικροβίων, που εδρεύουν σε πολλές περιοχές και όργανα του ανθρώπινου σώματος.
Τρισεκατομμύρια βακτήρια αποικίζουν όχι μόνο τα εντόσθιά μας, αλλά και το δέρμα και το αναπνευστικό και ουροποιητικό μας σύστημα. Η αναλογία τους είναι 10 προς ένα σε σχέση με τα κύτταρα του οργανισμού μας. Τα περισσότερα είναι αβλαβή, ενώ μερικά είναι και χρήσιμα, όπως τα βακτήρια του παχέος εντέρου που μας προσφέρουν το 15% των θερμίδων που αποκομίζουμε από το φαγητό και αλλιώς θα χάνονταν, αφού βρίσκονται σε τροφές που ο οργανισμός μας δεν μπορεί να διασπάσει. Η χρήση αντιβιοτικών για τη μόνιμη διασάλευση της βακτηριακής ισορροπίας, θα μπορούσε να μεταβάλει αμετάκλητα τη μικροβιακή οικολογία ενός ατόμου και να επιταχύνει τη διάδοση στο γενικό πληθυσμό των ανθεκτικών στα αντιβιοτικά γονιδίων.
Το 2002 εντοπίστηκαν στελέχη Σταφυλόκοκκου ανθεκτικά στη βανκομυκίνη, το ισχυρότερο αντιβιοτικό. «Τα έχω χάσει εντελώς από την έλλειψη δημόσιου ενδιαφέροντος γι' αυτό το πρόβλημα», δηλώνει η Αμπιγκέιλ Σάλιερς, του πανεπιστημίου του Ιλινόις. Μεγαλύτερη ακόμα εντύπωση της έκανε το γεγονός ότι οι εκκλήσεις της προς το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ, να περιοριστεί η χρήση αντιβιοτικών στα εκτρεφόμενα ζώα βρήκαν ελάχιστη ανταπόκριση. Προφανώς τα συμφέροντα του κεφαλαίου του αγροτικού τομέα είναι σε αυτή τη φάση σημαντικότερα από τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τη δημόσια υγεία. Το κεφάλαιο γίνεται ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο όταν μυρίζεται συγκριτικό πλεονέκτημα σε μια αγορά (στην ΕΕ υποτίθεται ότι απαγορεύεται η χρήση αντιβιοτικών στα εκτρεφόμενα ζώα). Η ασυδοσία του ναρκοθετεί το μέλλον της ανθρωπότητας, που έρχεται αντιμέτωπη με προβλήματα, που δεν αντιμετωπίζονται ριζικά με άλλο τρόπο, παρά με το σοσιαλιστικό κεντρικό σχεδιασμό και την εξάλειψη του κέρδους σαν παράγοντα κατεύθυνσης της παραγωγής.

Επιμέλεια:
Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗΣ
Πηγή: «Discover»

ΤΑ ΑΦΘΟΝΑ ΒΑΚΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Περισσότερα από 100 τρισεκατομμύρια βακτήρια κατοικούν στο σώμα κάθε ανθρώπου. Και δεν είναι απλώς σιωπηλοί συνεταίροι. Χωνεύουν το φαγητό μας, παρασκευάζουν βιταμίνες και μας προστατεύουν από παθογόνους μικροοργανισμούς. Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι ίσως παίζουν ρόλο και στη ρύθμιση της όρεξης και του βάρους.
1 ΜΑΤΙΑ. Τα φυσικά αντιβιοτικά που υπάρχουν στα δάκρυα σκοτώνουν τους περισσότερους μικροοργανισμούς, αλλά τα μάτια είναι χώρος στέγασης και πιο ανθεκτικών ειδών - τα περισσότερα αβλαβή στελέχη Σταφυλόκοκκου και Στρεπτόκοκκου - που εμποδίζουν την ανάπτυξη λοιμογόνων μικροβιακών ειδών, όπως τα Μοραξέλα ή τα Χλαμύδια.
2 ΑΥΤΙΑ. Αν και η κυψελίδα περιέχει αντιβακτηριακά συστατικά, περισσότερα από 200 είδη βακτηρίων κατοικούν στο εξωτερικό αυτί του ανθρώπου.
3 ΜΥΤΗ. Τουλάχιστον το 20% των ανθρώπων είναι φορείς μιας παθογόνας μορφής του Σταφυλόκοκκου. Συνήθως αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, εκτός κι αν κάποια λύση του δέρματος εισάγει το μικρόβιο στην κυκλοφορία του αίματος. Τότε μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα. Ολοι οι άνθρωποι φέρουν στη μύτη τους λιγότερο βλαβερές μορφές Σταφυλόκοκκου, Νεϊσέρια και Κορυνοβακτηρίων, που περιορίζουν τη δυνατότητα αποικισμού της μύτης από παθογόνα όπως ο Στρεπτόκοκκος της πνευμονίας.
4 ΣΤΟΜΑ. Από τα 500 μικροβιακά είδη του ανθρώπινου στόματος, μόνο 150 έχουν καλλιεργηθεί στο εργαστήριο. Στα δόντια Ακτινομύκητες εκκρίνουν πλάκα, που παγιδεύει άλλα μικρόβια που παράγουν θειούχα αέρια και ένα είδος Στρεπτόκοκκου που παράγει οξέα, με αποτέλεσμα την τερηδόνα και την κακοσμία.
5 ΔΕΡΜΑ. Η σχετικά χαμηλή υγρασία, το χαμηλό πε-χα (pH) και η υψηλή αλμυρότητα κάνουν τις περισσότερες περιοχές του εχθρικές στη μεγάλη πλειοψηφία των βακτηρίων.
6 ΜΑΣΧΑΛΕΣ. Τα περισσότερα από τα περίπου 12 τρισεκατομμύρια βακτήρια του δέρματος προτιμούν το υγρό κλίμα των μασχαλών και της βουβωνικής χώρας, όπου η ουρία, οι πρωτεΐνες, τα άλατα και το λακτικό οξύ ρέουν από τους ιδρωτοποιούς αδένες και μαζεύονται γύρω από τα θυλάκια των τριχών. Σε μερικούς ανθρώπους ευδοκιμεί ιδιαίτερα το Κορυνοβακτήριο, που τρέφεται απ' αυτές τις άοσμες ουσίες παράγοντας 3-μεθυλο-2-εξανοϊκό οξύ, την ουσία που κάνει τις μασχάλες να μυρίζουν.
7 ΣΤΟΜΑΧΙ. Κάποτε θεωρούνταν εξαιρετικά όξινο για να επιτρέπει τη μικροβιακή ζωή, αλλά τώρα γνωρίζουμε ότι αποικίζεται από το Ελικοβακτήριο του πυλωρού, που σε ορισμένους ανθρώπους προκαλεί έλκος.
8 ΛΕΠΤΟ ΕΝΤΕΡΟ. Η χολή και η αντιμικροβιακή βλέννη εμποδίζουν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη βακτηρίων, με εξαίρεση ορισμένα, όπως το Βακτηριοειδές, τα κλωστρίδια κ.ά. Ενα απ' αυτά, το Βακτηριοειδές θηταγιωταόμικρον, στέλνει σήματα στα αιμοφόρα αγγεία των εντέρων για να αναπτυχθούν κανονικά μετά τη γέννηση.
9 ΠΑΧΥ ΕΝΤΕΡΟ. Υπάρχει πάνω από ένα κιλό βακτηρίων στο παχύ έντερο κάθε ανθρώπου. Τα κόπρανα απαρτίζονται κατά το ένα τρίτο από βακτήρια (κατά βάρος). Αποτελούνται κυρίως από μέλη αναερόβιων βακτηριακών φύλων, που μεταβολίζουν τα οξέα της χολής, διασπούν τα μέρη της τροφής που ο ανθρώπινος οργανισμός δεν μπορεί από μόνος του να χωνέψει και παράγουν τις βιταμίνες K και B12. Μελέτη εντόπισε βακτήριο που μπορεί να συμβάλει στην παχυσαρκία εμποδίζοντας τη φυσιολογική λειτουργία της ορμόνης γκρελίνης.
10 ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ. Η ουρήθρα είναι συνήθως ελεύθερη μικροβίων, με εξαίρεση ενάμισι εκατοστό κοντά στην έξοδο. Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού εμφανίζονται όταν ορισμένα είδη του βακτηρίου Escherichia coli καταφέρουν να αποικίσουν το άνοιγμα και να μεταναστεύσουν προς τα πάνω.
11 ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ. Διάφορα είδη Λακτοβάκιλλου διατηρούν το αιδοίο ελαφρώς όξινο. Αν τα βακτήρια εξοντωθούν, τότε το πε-χα αυξάνεται (γίνεται λιγότερο όξινο ή ακόμα και αλκαλικό), διευκολύνοντας την ανάπτυξη του μύκητα Κάντιντα.
12 ΠΟΔΙΑ. Διάφορα είδη βακτηρίων που ευνοούνται από την υγρασία ευδοκιμούν ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών. Μερικά παράγουν οξέα, που προκαλούν τη χαρακτηριστική μυρωδιά των ιδρωμένων ποδιών.
ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΜΙΚΡΟΒΙΩΝ ΠΕΡΙΟΧΕΣ. Συκώτι, χοληδόχος κύστη, εγκέφαλος, θύμος αδένας, αίμα, κατώτερο τμήμα των πνευμόνων.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ Ο ζωγράφος της παιδικής ηλικίας



ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ
Ο ζωγράφος της παιδικής ηλικίας
«Τα πρώτα βήματα» (1892)
Στον ζωγράφο Γεώργιο Ιακωβίδη (1853-1932), πρώτο διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης και διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών, αφιερώνεται η έκθεση που φιλοξενείται στην Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου. Διακόσιοι περίπου πίνακες καλύπτουν όλο το φάσμα της δημιουργίας του, από τα πρώτα σπουδαστικά του έργα (γύρω στο 1875), έως το τέλος του (1932). Η έκθεση ξεκινά από τα έργα της μαθητείας στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας, συνεχίζει με τις μυθολογικές σκηνές των πρώτων χρόνων των σπουδών του στο Μόναχο και καταλήγει στη χαρακτηριστική ηθογραφική ζωγραφική του, με θέματα από την ειδυλλιακή ζωή της οικογένειας. Παράλληλα, εκτίθενται προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και τοπία, τα οποία δημιουργούσε στο περιθώριο της ηθογραφίας. Την παρουσίαση ολοκληρώνουν σχέδια, εικονογραφήσεις, γλυπτά, μετάλλια και νομίσματα.
Γεννημένος στη Λέσβο το 1853, ο Γ. Ιακωβίδης έδειξε από μικρός την κλίση του στη ζωγραφική. Το 1870 εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου για επτά χρόνια (1870-1877) φοιτά στο «Σχολείον των Τεχνών» με δασκάλους τον Βικέντιο Λάντσα και τον Νικηφόρο Λύτρα. Τελειώνοντας τις σπουδές του, φεύγει, με υποτροφία, για το Μόναχο. Εκεί, μαζί με τους Ν. Γύζη, Ν. Λύτρα, Κ. Βολανάκη και άλλους επιφανείς Ελληνες ζωγράφους, δημιουργούν τη «Σχολή του Μονάχου».
Οπως αναφέρει η επιμελήτρια της έκθεσης Ολγα Μεντζαφού, «στη δεκαετία 1891-1900 ο ρόλος του φωτός απέκτησε έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα στο έργο του, στο οποίο κυριάρχησε η έντονη αντίθεση σκιερών και φωτεινών με τονισμό των περιγραμμάτων στα σημεία που πέφτει το φως, στοιχεία που είχαν ήδη επισημανθεί στα έργα των Γερμανών Ιμπρεσιονιστών. Συγχρόνως τη δεκαετία αυτή, στην απεικόνιση προσώπων του οικείου περιβάλλοντός του, απομακρύνθηκε από τη συμβατή προσωπογραφία και ζωγράφισε τις μορφές "εν υπαίθρω" όπως σημειώνει ο ίδιος».
«Μητρική στοργή» (1889)
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, η ενασχόλησή του τόσο στην Εθνική Πινακοθήκη όσο και στη Σχολή Καλών Τεχνών απορρόφησε μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς του. Ετσι, η θεματογραφία του περιορίζεται κατά κύριο λόγο σε προσωπογραφίες και νεκρές φύσεις και πολύ λιγότερο στις συνθέσεις.
«Ο Ιακωβίδης για τριάντα περίπου χρόνια διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης ή καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών», σημειώνει η Ολγα Μεντζαφού, «έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του καλλιτεχνικού κλίματος της εποχής του. Εκφραστής του πνεύματος που κυριαρχούσε στην καλλιτεχνική ζωή του Μονάχου με τις διάφορες τάσεις που είχαν αναπτυχθεί εκεί και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, άριστος σχεδιαστής, ικανότατος χειριστής του χρώματος και εκ φύσεως προσηνής, μετέδωσε στους μαθητές του τις γνώσεις του, οι οποίες διαφαίνονται στο έργο του, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς ακολούθησαν εντελώς διαφορετικούς δρόμους από το δάσκαλό τους».
Ο Γ. Ιακωβίδης μας άφησε παρακαταθήκη περισσότερα από 200 έργα, τα περισσότερα ενυπόγραφα και χρονολογημένα. Ισως, το πιο διάσημο από αυτά είναι η «Παιδική συναυλία» (1900). Από τις παιδικές σκηνές, σημειώνουμε ακόμα τον «Κακό εγγονό» (1884), το «Κτένισμα» (1886), τα «Πρώτα βήματα» (1892), τον «Χαϊδεμένο» (1890). Στις μυθολογικές και ιστορικές σκηνές ανήκουν τα έργα: «Κρέουσα», «Νοσταλγούσα Ιφιγένεια», «Οχθη ποταμού» κ.ά. Από τις νεκρές φύσεις αναφέρουμε τα «Ρόδια», την «Πιατέλα με όστρακα», τα «Τριαντάφυλλα και κοσμήματα», ενώ στις ηθογραφικές σκηνές ανήκουν η «Κοιμισμένη ανθοπώλις» και ο «Μικρός βιοπαλεστής».
Οπως σημειώνει η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα, «ο Ιακωβίδης οδήγησε τη ζωγραφική της Σχολής του Μονάχου στα ακραία της όρια. Δεν ήταν επαναστάτης. Υπήρξε όμως σπουδαίος τεχνίτης, απαράμιλλος σχεδιαστής. Κυρίως, μας αποκάλυψε με την τέχνη του έναν κόσμο βαθιά ανθρώπινο, πλούσιο σε αισθήματα και συγκινήσεις». Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 30 του Γενάρη.

Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ

ΑΛΕΚΟΣ ΞΕΝΟΣ Ο συνθέτης της Εθνικής Αντίστασης


ΑΛΕΚΟΣ ΞΕΝΟΣ
Ο συνθέτης της Εθνικής Αντίστασης

Ο Αλέκος Ξένος, 18χρονος, μέλος της μπάντας της ΙΙ Μεραρχίας
Αξιο κάθε επαίνου και για την πρωτοβουλία του και για την ποιότητα και το μέγεθος του αφιερώματος στον αξέχαστο αγωνιστή και συνθέτη της Εθνικής Αντίστασης Αλέκο Ξένο, στο τελευταίο του τεύχος (τόμος ΚΕ', 3-4) είναι το περιοδικό της Ζακύνθου «Επτανησιακά Φύλλα». Αυτό, το πάντα εξαιρετικά σοβαρό και ποιοτικό - φιλολογικό, λογοτεχνικό, λαογραφικό και ιστορικό - περιοδικό, από τα πλέον υποδειγματικά πολιτιστικά περιοδικά της περιφέρειας, δεν έκανε ένα σύνηθες, διεκπεραιωτικό αφιέρωμα για τον Ζακύνθιο συνθέτη και αγωνιστή. Τον τίμησε, όπως του πρέπει, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 10 χρόνων από το θάνατό του (1/9/1995). Τον τίμησε με ένα αφιέρωμα 660 σελίδων μεγάλου μεγέθους, όπου περιλαμβάνονται: Αυτοβιογραφικές σελίδες του. Πλήθος μαρτυριών συμπατριωτών και συναγωνιστών του για τη ζωή, το ήθος και τους αγώνες του. Απόψεις ομοτέχνων του για τη μεγάλη αξία και πολυμορφία του συνθετικού έργου του καθώς και τη γενικότερη προσφορά του στη μουσική του τόπου μας. Ντοκουμέντα, επίσημα έγγραφα, αλληλογραφία του, φωτογραφίες από διάφορες περιόδους και δράσεις στη διάρκεια της ζωής του. Παρτιτούρες έργων του, σημειώσεις του, προγράμματα συναυλιών του, κλπ.
Το αφιέρωμα με τίτλο «Ο Ζακύνθιος συνθέτης της Εθνικής Αντίστασης Αλέκος Ξένος (1912-1995)» προτάσσει δύο αυτοβιογραφικές ρήσεις του Αλέκου Ξένου. Τις παραθέτουμε εις μνήμην του: «... έδινα τα πάντα για τους αδύνατους, για το ανθρώπινο δίκιο». «Σ' όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής μου ζωής δεν ένιωσα μεγαλύτερη και πληρέστερη συγκίνηση και ευτυχία από τούτες τις μέρες. (σ.σ. εννοεί τις μέρες των απελευθερωτικών αγώνων στο Βουνό, όπου και ο ίδιος βγήκε). Αυτό το ψυχικό και πνευματικό αγκάλιασμα μ' ένα λαό περήφανο, χαρούμενο, δυνατό, να πέφτει στη μάχη για να αναστήσει μια ευτυχισμένη, δημιουργική Ελλάδα».
«Ενσαρκωτής φωτεινών ιδανικών»
Αξιο αναφοράς είναι και το προλογικό σημείωμα, με τίτλο «Μικρή "Συμφωνία" για τον Αλέκο Ξένο», υπογραφόμενο από τον εκδότη και υπεύθυνο της ύλης του περιοδικού Διονύση Σέρρα, ο οποίος χαρακτηρίζει το αφιέρωμα, μεταξύ άλλων, ως εξής: «Σελίδες Μνήμης ζωτικής (προσωπικής ή συλλογικότερης υφής και σημασίας), σε μέρες περισσής λησμοσύνης ή άγνοιας και απάθειας, σύγχυσης και δυσηχίας, αλλά και εσωτερικής Ανάγκης, μ' επιμονή στο "θαύμα" ή στο Ονειρο. (...) Σελίδες κατατεθειμένες τιμητικά, από ντόπιους και μη, σ' αυτόν τον μ' έμφυτο ταλέντο καλλιτέχνη, τον συνεπή και δραστήριο αγωνιστή -δημιουργό στα σκληρά κι οδυνηρά μα και ηρωικά χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, αλλά και της ισόβιας συνειδητής πάλης για την ουσιαστική βελτίωση και την άνοδο της μουσικής παιδείας - και του πολιτιστικού επιπέδου γενικότερα - του "πάντ' ευκολοπίστευτου και πάντα προδομένου" λαού μας. Και αυτό, σε σταθερή και αξιοζήλευτη αντίθεση - χωρίς συμβιβασμούς - με τους κάθε λογής ιδιοτελείς παραγωγούς και προαγωγούς της μαζικής υποκουλτούρας, της άκρατης ευτέλειας ιδεών και αξιών, του δίχως αντίσταση εθισμού των πολλών σε προϊόντα (εγχώρια ή ξενόφερτα) παρακμής, ελαφρότητας, εκχυδαϊσμού, αποχαύνωσης, ακρισίας, αντιπνευματικού και αντιαισθητικού λαϊκισμού».
Ο Δ. Σέρρας, τονίζοντας ότι ο Αλέκος Ξένος υπήρξε «πιστός στις Ιδέες και την Τέχνη του, ενσαρκωτής κι ο ίδιος φωτεινών και παρήγορων ιδανικών και οραμάτων για μια άλλη πορεία πνοής στην ανθρώπινη - και νεοελληνική - πραγματικότητα», ξεκινά το αφιέρωμα με πολυσέλιδο βιοεργογραφικό χρονολόγιο, η σύνταξη του οποίου απαίτησε μόχθο και αναζήτηση των στοιχείων από εκδόσεις, εφημερίδες, περιοδικά, φυλλάδια, συνεντεύξεις του συνθέτη, προγράμματα συναυλιών, κλπ.
Ο συντάκτης του πρώτου πλήρους βιογραφικού χρονολογίου για τον Αλέκο Ξένο, αναζήτησε στα βάθη του χρόνου τις οικογενειακές πρωτόριζες και όλο το οικογενειακό «δέντρο» του. Το όνομα Ξένος, σύμφωνα με το Ιστορικόν και Λαογραφικόν Λεξικόν Ζακύνθου, του Λ Ζώη, πρωτοσυναντάται το 1545, στο ορεινό χωριό Λιούχα και αργότερα και σε άλλα χωριά. Το 1865 γεννιέται ο πατέρας του συνθέτη, Διονύσιος Ξένος, ή Γονέος, που υπήρξε στέλεχος των Ριζοσπαστών και της Λέσχης των Λομβαρδιανών. Μεταξύ των ετών 1882-18887 γεννιέται στο χωριό Μπανάτο, η Αγγελική Τσουκαλά, μητέρα του συνθέτη. Το 1909 γεννιέται ο αδελφός του συνθέτη, Ιωάννης, αργότερα αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική του Βασιλικού Ναυτικού.
Με την ευκαιρία των δέκα χρόνων από το θάνατο αυτού του ξεχωριστού, αταλάντευτου στα κομμουνιστικά ιδανικά του, αγωνιστή και συνθέτη, αξίζει να παραθέσουμε μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία του βίου του.
Ακλόνητος «μαχητής», από παιδί
Το 1912 γεννιέται ο Αλέκος Ξένος. Τεσσάρων χρόνων ορφανεύει από πατέρα. Το 1918 η βασανισμένη από τη φτώχεια και προβλήματα υγείας, μάνα του αυτοκτονεί, πέφτοντας στα αφρισμένα κύματα. Συγγενείς βάζουν το μεγαλύτερο παιδί στο ορφανοτροφείο, αλλά εγκαταλείπουν στην τύχη του το μικρότερο. Τον Αλέκο Ξένο περιμαζεύουν συντοπίτες. Ο μικρός κάνει δουλιές του ποδαριού σε τσαγκαράδικο, καμίνι και για τον καλλίφωνο ταβερνιάρη Σπύρο Μπάστα. Δεκατεσσάρων χρόνων γράφεται στη Φιλαρμονική του Δήμου Ζακύνθου. Μαθαίνει τρομπέτα, παίζει με τη Φιλαρμονική και συνοδεύει μελοδραματικούς θιάσους. Γνωρίζεται με τον σοσιαλιστή συγγραφέα Κ. Πορφύρη και επηρεάζεται ιδεολογικά και πνευματικά από αυτόν. Το 1930 εντάσσεται στην μπάντα της Φρουράς Αθηνών και το 1932 αρχίζει ανώτερες σπουδές στο Ωδείο Αθηνών, με καθηγητές τους Δημήτρη Μητρόπουλο και Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Παράλληλα δουλεύει σε μουσικά κέντρα, μουσικούς θιάσους, κλπ.
Το 1934 μυείται στο μαρξισμό από τον Κ. Καναρίδη (εκτελέστηκε από τους ναζί στην Κατοχή). Το 1936 προσλαμβάνεται στη Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, δουλεύοντας και αλλού. Συμμετέχει στους αγώνες του μουσικού κλάδου, εντάσσεται στην ΚΟ Μουσικών του παράνομου ΚΚΕ και πρωτοστατεί για τη δημιουργία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, της Ορχήστρας Σοβαρής Μουσικής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, της Ορχήστρας της Λυρικής Σκηνής και για την κρατικοποίηση της σχολής του, του Ωδείου Αθηνών.
Το 1941 εντάσσεται στο ΕΑΜ και ορίζεται γραμματέας - εκπρόσωπος της ΚΟ Μουσικών στην Αχτίδα Διανοουμένων -Καλλιτεχνών του ΚΚΕ. Συμβάλλει στη δημιουργία ΕΑΜίτικων μουσικών ομάδων και στην έκδοση της παράνομης εφημερίδας του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου «Ο Μουσικός». Συλλαμβάνεται δυο φορές αλλά ξεφεύγει. Μελοποιεί το πρώτο του αντιστασιακό τραγούδι, το ποίημα του Παλαμά «Εμπρος». Προτείνει στο ΚΚΕ -και εκείνο το αποδέχεται- την οργάνωση ενός μεγάλου πολιτιστικού προγράμματος στο Βουνό. Ο Α. Ξένος οργανώνει φιλαρμονικές και χορωδίες στα Βουνά της μαχόμενης ελεύθερης Ελλάδας. To 1942 συνθέτει το τραγούδι «Ο πρώτος αντάρτης» σε στίχους Στάθη Πρωταίου. Το 1943 οι κατακτητές σχεδιάζουν συναυλία στη Λυρική Σκηνή, με συμμετοχή της Ορχήστρας της. Οι μουσικοί του ΕΑΜ, με επικεφαλής τον Α. Ξένο ματαιώνουν τη συναυλία παριστάνοντας τους «άρρωστους». Ο συνθέτης καταζητείται. Βγαίνει στην παρανομία και στο Βουνό, όπου γράφει αντιστασιακά τραγούδια, μουσική για παράσταση κουκλοθεάτρου, συνεργάζεται με άλλους ΕΑΜίτες καλλιτέχνες.
Συνθέτης του «Υμνου της ΠΕΕΑ»
Το 1944 συμμετέχει στο Α' Πανελλαδικό Συνέδριο Ανταρτών ΕΠΟΝιτών στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, παροτρύνοντας τους ΕΠΟΝίτες να αναπτύξουν μουσική και γενικότερη πολιτιστική δραστηριότητα. Συμμετέχει στο περίφημο Θεσσαλικό Ομιλο -«Θέατρο του Βουνού» που δημιούργησε ο Βασίλης Ρώτας. Το Μάη του 1944, κατά την ορκωμοσία της Κυβέρνησης του Βουνού, στις Κορυσχάδες, με φιλαρμονικές και χορωδίες του Βουνού παρουσίασε το μελοποιημένο από τον ίδιο «Υμνο της ΠΕΕΑ».
Στο αιματοβαμμένο συλλαλητήριο στις 4 του Δεκέμβρη 1944 σώζεται από ιππείς ανταρτοεπονίτες και καταφεύγει στη Χαλκίδα. Το 1946 ολοκληρώνει τη «Συμφωνία της Αντίστασης» και το Μάρτη η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρουσιάζει το έργο «Εισαγωγή Λευτεριάς». Το 1947, λόγω των ιδεών και της δράσης του απολύεται από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και το 1950 από την Ορχήστρα του ΕΙΡ. Το 1952 βραβεύεται στο Φεστιβάλ της Παγκόσμιας Δημοκρατικής Νεολαίας, στο Βουκουρέστι, για τη «Συμφωνία της Αντίστασης». Παρά τις αντιξοότητες και τους παραγκωνισμούς που υπέστη λόγω των ιδεών του, συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του να είναι «μαχητής» των ιδανικών και οραμάτων του, για μια κοινωνία και μια Τέχνη που να υπηρετεί το λαό.
Θα κλείσουμε την αναφορά μας γι' αυτό το αξιέπαινο αφιέρωμα τιμής και μνήμης του Αλέκου Ξένου, με ένα μικρό χαρακτηριστικό απόσπασμα αυτοβιογραφικής αφήγησής του: «Μετά τον Δεκέμβρη του 1944, τα τραγούδια του αγώνα είχαν την ίδια τύχη με τους αγωνιστές: σκότωμα, φυλακή, εξορία... Ολα ενάντια στην ιδέα της Αντίστασης, στην ιδέα της Ελευθερίας για την ειρήνη, για την προκοπή, για την ανεξαρτησία. Ολ' αυτά έπρεπε να χτυπηθούν. Δεν μπορούσε να τραγουδηθεί τίποτα, επί ποινή θανάτου...».

Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ

Ολυμπιακά παραμύθια - 8. Η ολυμπιακή ειρήνη


Ολυμπιακά παραμύθια - 8. Η ολυμπιακή ειρήνη 
 Κοντά σε όλα τα ολυμπιακά παραμύθια, στα οποία αναφερθήκαμε στα προηγούμενα σημειώματα, δεν μπορούμε να μη προσθέσουμε και το παραμύθι τής "ολυμπιακής ειρήνης". Πρόκειται για ένα καραμπινάτο ιστορικό ψεύδος, πάνω στο οποίο τόση και τόση σπέκουλα γίνεται ίσαμε τις μέρες μας. Προφανώς, πρόκειται για εσκεμμένη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας περί της "ολυμπιακής εκεχειρίας", που κι αυτή παραβιάστηκε πάμπολλες φορές.

 Κατ' αρχάς και ο πλέον ηλίθιος καταλαβαίνει ότι άλλο πράγμα η ειρήνη και άλλο η εκεχειρία. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ οι ολυμπιακοί αγώνες δεν έγιναν αφορμή να υπογραφεί ειρήνη σε οποιονδήποτε πόλεμο. Απλώς, επί κάποιες ολυμπιάδες (*), οι διοργανωτές έστελναν "κήρυκες" σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, οι οποίοι προανάγγελαν τους αγώνες και καλούσαν τους πάντες σε τρίμηνη εκεχειρία πριν και κατά την διάρκειά τους. Η εν λόγω εκεχειρία αποτελεί προϊόν τής συμφωνίας των βασιλέων τής Ήλιδας (Ίφιτος) και της Πίσας (Κλεοσθένης), την οποία συνυπέγραψαν ωε εγγυητές και οι Σπαρτιάτες (Λυκούργος).

 Ο λόγος αυτής της εκεχειρίας ήταν προφανής και, βεβαίως, δεν έχει καμμία σχέση με τα "υψηλά ιδεώδη" και το "αθάνατο πνεύμα" των αγώνων. Όπως είναι γνωστό, ο ελλαδικός χώρος σπαρασσόταν κατά την αρχαιότητα από πολυαίμακτες συγκρούσεις μετααξύ διαφόρων πόλεων. Ως εκ τούτου, το να φτάσει κάποιος αθλητής ή -πολύ περισσότερο- θεατής στον χώρο των αγώνων, διασχίζοντας περιοχές όπου γίνονταν πόλεμοι, συνιστούσε μεγάλη περιπέτεια και λειτουργούσε αποτρεπτικά. Οι διοργανωτές, λοιπόν, χρειάζονταν μια τέτοια εκεχειρία για την επιτυχία των αγώνων.

 Από την άλλη, οι ηλείοι είχαν καταφέρει (με σχετικές "θεϊκές" εντολές των διαφόρων μαντείων) να αναδείξουν την περιοχή τους ως "ουδέτερη" (κάτι σαν την σημερινή Ελβετία, ας πούμε) και τον χώρο τής Ολυμπίας ως "ιερά ζώνη τού Διός". Μιλάμε, δηλαδή, για μια αποστρατοποιημένη περιοχή. Επειδή, όμως, προκειμένου να γλιτώσεις από τα ποντίκια, "καλό 'ναι το ευχέλαιο, μα πάρε και μια γάτα", οι διοργανωτές ανέθεσαν ρόλο προστάτη τής εκεχειρίας στους σπαρτιάτες. Παρά ταύτα:

 - Το 668 π.Χ., ο βασιλιάς της Πίσας Πανταλέων κάλεσε τον τύραννο του Άργους Φείδωνα να χτυπήσει τους ηλείους, ώστε να αναλάβει η Πίσα την διεξαγωγή των αγώνων. Έτσι, οι 34οι ολυμπιακοί αγώνες διοργανώθηκαν από τους πισαίους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, λίγο πριν τους 35ους αγώνες τού 664 π.Χ., οι ηλείοι ανέτρεψαν την κατοχή των πισαίων και ανέλαβαν πάλι την διεξαγωγή των αγώνων.

 - Το 420 π.Χ. κι ενώ μαινόταν ο πελοποννησιακός πόλεμος, οι σπαρτιάτες (προστάτες τής εκεχειρίας, μη το ξεχνάμε!) έστειλαν χίλιους άνδρες στην Ήλιδα για να καταλάβουν το Λέπραιο, το οποίο είχε πάει με την πλευρά των αθηναίων. Οι ηλείοι φοβήθηκαν για την ομαλή διεξαγωγή των επικείμενων αγώνων και ζήτησαν από το μαντείο την βοήθεια των θεών. Πράγματι, ο θεός Απόλλωνας αποφάσισε να καταβάλουν οι σπαρτιάτες 200 μνες πρόστιμο για κάθε στρατιώτη που συμμετείχε στην εκστρατεία κατά του Λέπραιου, αλλιώς η Σπάρτη δεν θα έπαιρνε μέρος στους αγώνες. Το ποσό των 200.000 μνων ήταν αστρονομικό κι έτσι οι σπαρτιάτες αθλητές αποκλείστηκαν για χρόνια από τους αγώνες.

 - Το 404 π.Χ. ο πελοποννησιακός πόλεμος τελείωσε και ο βασιλιάς τής Σπάρτης Άγις χύμηξε κατά των ηλείων για να ξεπλύνει την ντροπή τού 420 π.Χ. Αφού μπήκε, λοιπόν, στην Ολυμπία και πρόσφερε επιδεικτικά θυσία μέσα στον ιερό χώρο, όρμησε σ' ολόκληρη την περιοχή κατακαίοντας τα δάση και συλλαμβάνοντας χιλιάδες αιχμαλώτων ("επορεύετο κόπτων και καίων την χώραν και υπέρπολλα μεν κτήνη, υπέρπολλα δε ανδράποδα ηλίσκετο εκ της χώρας" - Ξενοφών, "Ελληνικά", Γ', 2, 26). Τότε, οι άρχοντες της Ήλιδας έβγαλαν απόφαση σύμφωνα με την οποία ο αποκλεισμός των σπαρτιατών από τους αγώνες και το πρόστιμο που είχε επιβληθεί λόγω της εισβολής στο Λέπραιο ήσαν...παράνομα (παράνομη η απόφαση τού θεού!). Έτσι, οι σπαρτιάτες ξαναγύρισαν στους αγώνες. Σε αντάλλαγμα, ο κατακτητής Άγις παρεχώρησε την διοργάνωση των αγώνων στους ηλείους.

 - Το 365 π.Χ. οι πισαίοι επανέρχονται. Συμμαχούν με τους αρκάδες, νικούν τους ηλείους και αναλαμβάνουν την διοργάνωση της επόμενης χρονιάς κατά τα γνωστά: διακήρυξη εκεχειρίας κλπ. Όμως, κατά την διάρκεια των αγώνων, οι ηλείοι μπήκαν αιφνιδιαστικά στο στάδιο και η "ιερά Άλτις" έγινε πεδίο σύγκρουσης. Τελικά, οι ηλείοι ηττήθηκαν, οι αρκάδες λεηλάτησαν τους θησαυρούς της Ολυμπίας και οι αγώνες διακόπηκαν οριστικά.

 Αυτά είναι μερικά μόνο χαρακτηριστικά ιστορικά περιστατικά ολυμπιακής..."ειρήνης". Οι ολυμπιακοί αγώνες διεξάγονταν κανονικώτατα κατά την διάρκεια του πολυαίμακτου πελοποννησιακού πολέμου (431-404), του ολυνθιακού πολέμου (382-379), των δυο μεσσηνιακών πολέμων (743-724 και 685-668), του Ληλάντιου πολέμου (710-650), των τριών πρώτων ιερών πολέμων (595-585, 449-448 και 356-346), του σαμιακού πολέμου (440-439), του κορινθιακού πολέμου (395-386), των θηβαϊκών πολέμων (371-362), του συμμαχικού πολέμου (357-355), του Χρεμωνίδειου πολέμου (267-261), του Κλεομενικού πολέμου (229-222) κλπ κλπ., για να μην αναφερθούμε στις αμέτρητες "ξεκάρφωτες" συγκρούσεις από τις οποίες ποτέ δεν είχε έλλειψη τούτος ο τόπος.

 Αν μετά από όλα αυτά υπάρχουν ακόμη κάποιοι ανιστόρητοι, οι οποίοι αρέσκονται να "ζουν τον μύθο τους στην Ελλάδα" και να βαυκαλίζονται με ανύπαρκτα ιδεώδη, πρόβλημά τους και...καλά ξυπνητούρια!

Καθ' οδόν: Στην μπάλα


Καθ' οδόν: Στην μπάλα
Ντιέγκο Μαραντόνα, ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών
Sportidea
Ενα διαφορετικό, ξεχωριστό, απολαυστικό, αποσπασματικό όμως, οδοιπορικό θα αποτολμήσουμε σήμερα. Ενα παράξενο, ευχάριστο, αλλά και πολύ ενδιαφέρον, ταξίδι θα κάνουμε στην ιστορία της μπάλας. Στο παρελθόν του «βασιλιά των σπορ» θα βρεθούμε. Του ποδοσφαίρου, που, απ' ό,τι μας βεβαιώνουν οι καλοί και άξιοι συνάδελφοι Νίκος Μπογιόπουλος και Δημήτρης Μηλάκας, στο βιβλίο τους:«Ποδόσφαιρο: Μια θρησκεία χωρίς απίστους»(Εκδόσεις «Λιβάνης»), είχε πολλά προβλήματα με τους εκάστοτε βασιλιάδες. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που διαβάζεται απνευστί, ακόμη και για τους αιρετικούς του ποδοσφαίρου, όπως είναι η γράφουσα, αφού μονάχα τους αγώνες των εθνικών ομάδων παρακολουθεί, μετά μανίας όμως. Και ας έχει αδίκως κατηγορηθεί από τους συγγραφείς του βιβλίου για αντιποδοσφαιρίτιδα. Αιρετική ναι, άπιστη όμως ποτέ!
Πάμε, λοιπόν, με βοηθό την όραση, να «διασχίσουμε» την πορεία του αθλήματος, που καταγράφεται μέσα σε τούτες τις σελίδες.
Μια φορά κι έναν καιρό...
Ο Εδουάρδος Β', ο βασιλιάς της Αγγλίας από το 1307 μέχρι το 1327, ήταν, γενικά, καλό ανθρωπάκι. Αλλά είχε κάτι περίεργες εμμονές. Νόμιζε ότι θα καταστείλει τις τοπικές εξεγέρσεις της εποχής του βγάζοντας διατάγματα, μοιράζοντας απαγορεύσεις και δίνοντας διαταγές σε στιλ «όποιον πάρει η μπάλα». Ο πρώτος νόμος κατά του ποδοσφαίρου, με τον οποίο οδηγούνταν στη φυλακή όποιοι συλλαμβάνονταν να παίζουν μπάλα, ήταν δικός του. Η ποινικοποίηση του ποδοσφαίρου, όμως, δε φαίνεται να βοήθησε και πολύ τον άνακτα. Στο τέλος, μάλιστα, τον «καθάρισε» ο ίδιος του ο γιος, και έγινε εκείνος βασιλιάς. Εντέλει, δηλαδή, ο καλός μας ο Εδουάρδος την έφαγε την μπάλα κατακούτελα...

Η διακήρυξη του Εδουάρδου εναντίον του ποδοσφαίρου, που εκδόθηκε περίπου εφτακόσια χρόνια πριν από τις αντίστοιχες που εξέδωσαν ο Χομεϊνί και οι Ταλιμπάν, έλεγε ρητά:
«Καθώς παρατηρείται μεγάλη φασαρία στην πόλη, εξαιτίας άγριων διαγκωνισμών πίσω από μεγάλες μπάλες, από τους οποίους πολλά κακά μπορούν να προέλθουν - τα οποία ο θεός απαγορεύει -, διατάζουμε και απαγορεύουμε στο όνομα του βασιλιά με ποινή φυλάκισης να γίνονται στο μέλλον τέτοια παιχνίδια στην πόλη».
Αχρηστη δραστηριότητα
Το στίγμα του ποδοσφαίρου ως «βρώμικου» και «ανήθικου» παιχνιδιού είχε πλέον γίνει νόμος. Το ποδόσφαιρο καταδιώχτηκε από τους Αγγλους αστυνόμους, που είχαν σαφείς διαταγές να τσακίζουν όσους εντόπιζαν να ασχολούνται με αυτή την «άχρηστη δραστηριότητα».
Η καταδίωξη συνεχίστηκε για αιώνες. Επί της βασιλείας του Ερρίκου Δ' και του Ερρίκου Η' ψηφίστηκαν νέοι νόμοι, ακόμα σκληρότεροι, κατά του ποδοσφαίρου. Μέχρι και η βασίλισσα Ελισάβετ Α' συνέδεσε την «ελισαβετιανή περίοδο» της σχεδόν πεντηκονταετούς βασιλείας της (1558 - 1603) με διατάγματα που όριζαν ότι: «Οι ποδοσφαιριστές έπρεπε να φυλακίζονται για μια βδομάδα και στη συνέχεια να τους επιβάλλεται και μια ποινή από την Εκκλησία».
Εκτός όμως από τους πραγματικούς βασιλιάδες, το ποδόσφαιρο είχε να αντιμετωπίσει και τους ...θεατρικούς άνακτες.
Οταν ο Σαίξπηρ έβαλε τον Λιρ και τον δούκα του Κεντ να ξυλοκοπούν τον Οσβάλδο, δεν του φάνηκε αρκετό που προηγουμένως ο Λιρ είχε ήδη λούσει το δαρμένο Οσβάλδο με ένα κάρο βρισιές: «Μουλόσπορε», «σκύλε», «κάθαρμα», «κοπρίτη», «σκυλοτόμαρο». Ετσι, μόλις ο δούκας του Κεντ τον παραλαμβάνει στα χέρια του, αφού σωριάζει κατάχαμα τον Οσβάλδο, εκεί που τον ποδοπατάει, του ρίχνει και την τελική βρισιά:
Ο Εδουάρδος Β', βασιλιάς της Αγγλίας από το 1307 μέχρι το 1327
«...you base football player» («Εσύ, ποταπέ ποδοσφαιριστή»!)».
Η εξουσία της Εξουσίας
«Η ανοχή που κατέκτησε το ποδόσφαιρο από την εξουσία, αλλά και η τακτική της εξουσίας να χρησιμοποιεί πια το ποδόσφαιρο ως εργαλείο προώθησης των επιδιώξεών της, επισημοποιούνται το 1863 με την ίδρυση στην Αγγλία του πρώτου Συνδέσμου Ποδοσφαίρου. Ηταν η φυσική κατάληξη της πλήρους αποτυχίας όλων των νόμων που εφευρέθηκαν και όλων των απειλών που εκτοξεύτηκαν για να σταματήσουν την ανάπτυξη του παιχνιδιού.
Το ποδόσφαιρο, παρά τις πολλαπλές διώξεις, ήταν πια τόσο δημοφιλές, που ήδη στα 1800 στην Κεντρική και Βόρεια Αγγλία είχαν θεσπιστεί ετήσιες διοργανώσεις παιχνιδιών, όπου λάμβαναν μέρος πολλές ομάδες, οι οποίες γυρνούσαν σε χωριά και πόλεις. Ετσι, παρότι αυτή η «άχρηστη δραστηριότητα» εξελισσόταν με την ίδια έξαψη που την είχε θέσει παλιότερα εκτός νόμου (το 1829 ένας απολογισμός για έναν αγώνα της εποχής στο Ντερμπισάιρ έκανε λόγο για «γδαρσίματα, σπασμένα κεφάλια, σκισμένα πανωφόρια και χαμένα καπέλα»...), ο «βασιλιάς των σπορ» είχε ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα κατατροπώσει τους βασιλιάδες του Μπάκιγχαμ και είχε αχρηστεύσει τις απαγορεύσεις των ανακτόρων.
Στις μέρες μας, εφτά αιώνες αργότερα από το διάταγμα του Εδουάρδου Β', στο ερώτημα «ποιος κέρδισε;» το ποδόσφαιρο ή οι πολιτσμάνοι των βασιλιάδων, το ποδόσφαιρο ή οι διανοούμενοι με την ανίατη «αντιποδοσφαιρίτιδα», η απάντηση είναι αυταπόδεικτη: στην Αγγλία του 21ου αιώνα το δικαίωμα να κάνεις πλάκα με τα καμώματα του Κάρολου ή με τα γεροντάματα της Ελισάβετ είναι κατοχυρωμένο, όποιος όμως μπει στον πειρασμό να κάνει πλάκα με την εθνική ομάδα της Αγγλίας θέτει τον εαυτό του στη δοκιμασία ενός μάλλον επικίνδυνου... σπορ. Στον πλανήτη του 21ου αιώνα ένα είναι βέβαιο: Οι φιλόσοφοι, αν θέλουν να είναι συνεπείς με την αρχή του Περικλή («φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας»), πρέπει, όταν μιλούν για το ποδόσφαιρο, να έχουν στοιχειώδη επίγνωση της σοβαρότητας του θέματος.
Στρογγυλή θεά και εκμεταλλευτές της
Πελέ ο θρύλος...
Η Αυτής Εξοχότητα η «μπάλα» νίκησε! Το μέγεθος της αυτοκρατορίας που έχει κατακτήσει η «στρογγυλή θεά», μια αυτοκρατορία που οι υπήκοοί της ξεπερνούν το άθροισμα των υπηκόων του Μεγαλέξανδρου, του Τζένγκινς Χαν και του Ταμερλάνου, το δίνουν μερικοί πρόχειροι αριθμοί:
Στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο που πραγματοποιήθηκε στην Κορέα και στην Ιαπωνία, επί είκοσι εφτά ημέρες, η συνολική τηλεθέαση σε κάθε γωνιά του πλανήτη έφτασε τα τριάντα δισεκατομμύρια θεατές! Αυτός ο αριθμός ανακηρύσσει το ποδόσφαιρο ως το πιο δημοφιλές άθλημα.
Το ερώτημα είναι: Γιατί νίκησε το ποδόσφαιρο; Πώς τους τότε «Ζιντάν», που τους έστελναν στα κάτεργα και που ο Σαίξπηρ διακωμωδούσε, φτάσαμε σήμερα να τους ντύνουν με χρυσάφι και η φανέλα του Πελέ στο Μουντιάλ του '58 να πωλείται τέσσερις δεκαετίες αργότερα στη δημοπρασία του Σάο Πάολο 90.000 ευρώ;
Και το αμέσως επόμενο ερώτημα: Το ποδόσφαιρο νίκησε, αλλά ποιος κερδίζει από αυτή τη νίκη; Τα δισεκατομμύρια που σπαρταρούν στο θέαμα της μπάλας όταν μπαίνει στα δίχτυα είναι μια αγέλη έτοιμη να την τυλίξουν στα δίχτυα τους οι «αφεντάδες» του ποδοσφαίρου ή η εξέδρα έχει ακόμα τη δύναμη να φωνάξει: «Οξω απ' την παράγκα!»;
Πριν αποτολμήσει κανείς οποιαδήποτε απάντηση, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Το ποδόσφαιρο έχει μια ιδιοτυπία: Επιτρέπει στους πάντες να μιλούν για λογαριασμό του, και συνήθως να έχουν δίκιο ...όλοι.
Τις δικές μας απόψεις για το ποδόσφαιρο, τις δικές μας «απαντήσεις», τις κάναμε «δύο σε μία». Κι όσο κι αν θέλουμε να λέμε ότι αφετηρία μας είναι η αγάπη μας για την μπάλα και η ελπίδα μας ότι η εξέδρα θα βγάλει, τελικά, τους ποδοσφαιροκάπηλους στη σέντρα, στην πραγματικότητα, οι σελίδες που ακολουθούν είναι το μόνο που απόμεινε από τον ασίγαστο πόθο δυο τύπων που έφτασαν τα σαράντα, αλλά αρνούνται να συμφιλιωθούν με το απραγματοποίητο πια του ονείρου τους, ότι «όταν θα μεγάλωναν, θα γίνονταν ποδοσφαιριστές»...

Ο «μάγος» της μπάλας Ροναλντίνιο

Η ποδοσφαιρική ομάδα του «Ριζοσπάστη» που πήρε το Κύπελλο στους φετινούς αγώνες Τύπου

Και μετά ήρθε το... «τιμημένο»

ΟΠΑΠ - «ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ» ΓΙΑ ΟΛΑ Μόνοι κερδισμένοι οι επιχειρηματίες που θα έχουν την «μπάνκα »



ΟΠΑΠ - «ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ» ΓΙΑ ΟΛΑ
Μόνοι κερδισμένοι οι επιχειρηματίες που θα έχουν την «μπάνκα »
Sportidea
Εγινε κι αυτό... Αντί να πάμε σε μέτρα κοινωνικά για σταθερή δουλιά, μόρφωση, υγεία, πολιτισμό, λαϊκό αθλητισμό, με τον περιορισμό ως και την εξάλειψη του τζόγου γενικά από τη ζωή του λαού μας (Χρηματιστήριο, καζίνα, Ιντερνετ, ΚΙΝΟ, «Φρουτάκια», «Πάμε Στοίχημα»), στα πλαίσια της λεγόμενης και νεοφερμένης «παγκοσμιοποίησης» και της «ελεύθερης οικονομίας της αγοράς» του «ανταγωνισμού» των πολυεθνικών και των μεγάλων επιχειρηματιών, παραδίδεται από την κυβέρνηση «άνευ όρων» ο πιο κερδοφόρος κρατικός τζόγος του ΟΠΑΠ στους γνωστούς - άγνωστους μεγάλους ιδιώτες του εμπορευματοποιημένου πλέον «επαγγελματικού αθλητισμού». Και μάλιστα με συνοδευτικό φιλέτο το «Πάμε Στοίχημα», που βλάπτει σοβαρά την υγεία και την τσέπη των ανθρώπων των λαϊκών στρωμάτων. Το μαγείρεψε σιγά - σιγά η προηγούμενη «σοσιαλιστική» κυβέρνηση και μας το σερβίρισε με ταχύτητα η σημερινή, στην προσπάθειά της να αφανίσει του «νταβατζήδες» και να επανιδρύσει ένα πιο διεφθαρμένο κράτος.
Αλλη μια σκανδαλώδης πολιτική επιλογή υπέρ μιας ολιγαρχίας παλιών και νέων νταβατζήδων του πλούτου, που θα τους δώσει κι άλλα αμύθητα κέρδη και δύναμη εξουσίας στα κέντρα αποφάσεων από έναν τζόγο χωρίς περιορισμούς και έλεγχο. Και η αγάπη προς τα παιδιά και τους νέους της πατρίδας μας, που τόσο υποκριτικά δηλώνουν οι αρχηγοί των δύο κομμάτων της εξουσίας με τους παρατρεχάμενους ειδικούς, μετατρέπεται με τον πιο κυνικό τρόπο σε απαξίωση και εγκατάλειψη της νεολαίας μας. Και στο συνταγματικό δικαίωμα για άθληση της νεολαίας με τη μέριμνα του κράτους (που κατακτήθηκε με αγώνες και θυσίες του λαού μας), και που καταπατείται, πώς απαντάνε οι «συνταγματολόγοι φωστήρες» της «παγκοσμιοποίησης» και της «καπιταλιστικής ενοποίησης»;
Μας έλεγαν με την καθημερινή προπαγάνδα τους, παίξτε ΠΡΟ-ΠΟ και τα άλλα παιχνίδια του ΟΠΑΠ, για τον αθλητισμό και τα νιάτα, για να έχουμε γήπεδα, προπονητήρια, επιστημονική υποστήριξη και όλες τις παροχές για να αθλούνται όλα τα παιδιά και οι νέοι της πατρίδας μας...
Η ζωή όμως έδειξε ότι όλα αυτά τα χρόνια της κερδοφορίας του ΟΠΑΠ ήταν άνθρακες ο θησαυρός για τον ελληνικό λαϊκό αθλητισμό και τους εθελοντές εργάτες των ερασιτεχνικών σωματείων, που προσπαθούν να διαδώσουν, να καλλιεργήσουν και να αναπτύξουν τον αθλητισμό. Απ' αυτά τα τεράστια κέρδη ένα μέρος δινόταν στον αθλητισμό, αφού το μεγάλο κομμάτι της πίτας το διέθεταν οι μέχρι τώρα αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες για άλλους σκοπούς. Δηλαδή, από την πίσω πόρτα στους μεγάλους επιχειρηματίες που έχουν διεισδύσει από το 1979 στον εμπορευματοποιημένο «επαγγελματικό αθλητισμό». Καταστρατηγώντας ακόμα κι αυτούς τους νόμους, με διάφορες υπουργικές αποφάσεις, χαρισματικές ρυθμίσεις, «άρθρο 44» κλπ.
Το αποτέλεσμα αυτής της σκανδαλώδους αντιλαϊκής πολιτικής θα είναι:
1. Η ακόμα πιο βαθιά και ασφυκτική εξάρτηση όλων όσοι θα συμμετέχουν σαν δορυφόροι στο «Πάμε Στοίχημα» (ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλεϊ, εθνικές εκλογές για ανάδειξη κυβερνήσεων κλπ.) στα αφεντικά του «τζόγου», μετά την ιδιωτικοποίηση του ΟΠΑΠ.
2. Το κυνήγι του κέρδους για τα αφεντικά του τζόγου θα βαθαίνει ακόμα την καχυποψία και την αναξιοπιστία των πρωταθλημάτων στους φιλάθλους και το λαό μας, φαινόμενο που το συναντάμε συχνά - πυκνά στα ελληνικά, αλλά και στα ευρωπαϊκά και παγκόσμια πρωταθλήματα.
3. Το πιο ανησυχητικό, ότι διαβρώνεται η συνείδηση των παιδιών και νέων ανθρώπων όλο και περισσότερο μέσα από τον άγριο τζόγο και με τη βοήθεια της προπαγάνδας των ΜΜΕ που ανήκουν κι αυτά στα αφεντικά του τζόγου, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση στον νέο άνθρωπο ότι μπορεί να αρπάξει την ευκαιρία για εύκολο πλουτισμό, ακόμα με τις πιο βρώμικες συναλλαγές.
4. Ο ελληνικός λαϊκός αθλητισμός θα συρρικνωθεί και θα φτάσει στο πιο κατώτατο όριο της φτώχειας.
Ποιος ωφελήθηκε μέχρι τώρα και ποιος θα ωφεληθεί από εδώ και πέρα με την ιδιωτικοποίηση του τζόγου;
Αφού το ίδιο το κράτος με τις μέχρι τώρα κυβερνήσεις έχει οδηγήσει τον ερασιτεχνικό λαϊκό αθλητισμό στη φτώχεια και το μαρασμό και το λαό σε ηθική και οικονομική εξαθλίωση με αποτέλεσμα να γίνεται πιο ευάλωτος στο «θαύμα» του εύκολου πλουτισμού μέσα από τον τζόγο (άλλωστε τα στοιχεία που δόθηκαν τελευταία μάς κατατάσσουν πρώτους στην Ευρώπη στον τζόγο), ο μόνος που ωφελείται από τον τζόγο είναι αυτός που τον διοργανώνει, δηλαδή αυτός που έχει την «μπάνκα». Είτε είναι διαχειριστές της αστικής κρατικής εξουσίας, είτε είναι τα ίδια τα αφεντικά τους, οι ιδιώτες μεγαλοεπιχειρηματίες «σωτήρες».
Γι' αυτό ο μόνος δρόμος που μας απομένει, είναι να απαλλαγούμε απ' αυτή τη χρόνια «ομηρία» και να κάνουμε την έξοδο των «ελεύθερων πολιορκημένων», δημιουργώντας ένα παλλαϊκό αθλητικό μέτωπο που θα αντιστέκεται και θα αγωνίζεται για μόνιμη και σταθερή εργασία στους νέους, για μόρφωση, για υγεία και λαϊκό πολιτισμό και αθλητισμό.

Κώστας ΛΕΒΕΝΤΗΣ
ΓΓ Ενωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Μακεδονίας, μέλος Αθλητικής Επιτροπής 

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και η Ελλάδα


Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και η Ελλάδα
Ρώσοι στρατιώτες στα χαρακώματα
Ηταν 10 το πρωί της 29ης Μαΐου/11 Ιουνίου του 1917. Ολόκληρος ο κόσμος βρισκόταν παρασυρμένος στη δίνη ενός μεγάλου πολέμου που έμεινε στην ιστορία ως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και μέσα σ' αυτή τη δίνη η μικρή Ελλάδα βίωνε το δικό της δράμα. Εκείνη ακριβώς τη μέρα και ώρα ο Ελληνας πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης ανέβαινε στο γαλλικό θωρηκτό «Μπρουίζ», που ήταν ελλιμενισμένο στον Πειραιά, για να συναντήσει τον Σαρλ Σελεσίν Ζονάρ, ύπατο αρμοστή των αυτοανακηρυσσόμενων «Προστάτιδων Δυνάμεων» της Ελλάδας (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), ύστερα από πρόσκληση του τελευταίου. Η συνάντηση των δύο ανδρών υπήρξε σύντομη και ο εκπρόσωπος των τριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της εποχής, που τύγχανε να είναι και οι κύριες δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ, του ενός εκ των δύο αντιμαχόμενων στρατοπέδων, δεν έδειχνε να έχει καιρό για χάσιμο. Χωρίς καθυστέρηση, επέδωσε στον Ελληνα πρωθυπουργό μια άκρως προκλητική τελεσιγραφική διακοίνωση, η οποία έλεγε:
«Κύριε πρόεδρε, αι προστάτιδες της Ελλάδος Δυνάμεις, απεφάσισαν ν' αποκαταστήσουν την ενότητα του Βασιλείου, χωρίς να θίξουν τας μοναρχικάς συνταγματικάς διατάξεις, ας έχουσιν εγγυηθή εις την Ελλάδα. Επειδή η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος παρεβίασε, προφανώς εξ ιδίας πρωτοβουλίας το Σύνταγμα, του οποίου εγγυήτριαι τυγχάνουν η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία, έχω την τιμή να δηλώσω εις την Υμετέραν Εξοχότητα, ότι ο Βασιλεύς απώλεσε την εμπιστοσύνην των Προστατίδων Δυνάμεων και ότι αύται, θεωρούσιν ότι απηλλάγησαν των έναντι αυτού υποχρεώσεων, αίτινες απορρέουσιν εκ των δικαιωμάτων της προστασίας αυτών. Εχω επομένως ως αποστολήν, επί τω σκοπώ αποκαταστάσεως της συνταγματικής νομιμότητος, να αξιώσω την παραίτησιν της Α.Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου, όστις θέλει υποδείξει μεταξύ των κληρονόμων του, εν συμφωνία με τας Προστάτιδας Δυνάμεις, τον Διάδοχον Αυτού. Είμαι υποχρεωμένος να ζητήσω απάντησιν εντός προθεσμίας είκοσι τεσσάρων ωρών. Δεχθήτε παρακαλώ Κύριε τη διαβεβαίωσιν της εξόχου προς Υμάς εκτιμήσεως
Ενα από τα όπλα που πρωτοδοκιμάστηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο: τα αεροπλάνα!
ΖΟΝΝΑΡ».
Μετά την επίδοση της τελεσιγραφικής διακοίνωσης ο Ζονάρ ξεκαθάρισε προφορικώς στο Ζαΐμη ότι οι Προστάτιδες Δυνάμεις δε θα δέχονταν ως αντικαταστάτη του Κωνσταντίνου το διάδοχο Γεώργιο κι ότι αν η ελληνική κυβέρνηση προέβαλε αντίσταση αρνούμενη να συμμορφωθεί με τις ανωτέρω απαιτήσεις τους, δε θα δίσταζαν να μεταβάλουν την Αθήνα σε σωρό ερειπίων1.
Χωρίς αμφιβολία η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολη για το μονάρχη της Ελλάδας, πολύ περισσότερο που η χώρα εδώ και πολύ καιρό ήταν χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα. Ετσι το απόγευμα της ίδιας ημέρας συνήλθε το Συμβούλιο του Στέμματος με τη συμμετοχή πρώην πρωθυπουργών και των αρχηγών των κομμάτων της Βουλής και μετά από δίωρη συνεδρίαση αποφάσισε την αποδοχή των όρων της τελεσιγραφικής διακοίνωσης του Ζοννάρ, την αποχώρηση δηλαδή από την Ελλάδα, χωρίς να παραιτηθεί, του Βασιλέως Κωνσταντίνου και την τοποθέτηση στη θέση του στο θρόνο του γιου του Αλέξανδρου. Τις αποφάσεις αυτές μετέφερε προς τον Ζονάρ με επιστολή του, το ίδιο βράδυ, ο πρωθυπουργός Αλ. Ζαΐμης2. Η αναχώρηση επομένως του Κωνσταντίνου ήταν πλέον ζήτημα ωρών ενώ ταυτόχρονα η χώρα έμπαινε στη δίνη καινούριων εξελίξεων, χωρίς φυσικά να βγαίνει από την κοινωνικοπολιτική κρίση στην οποία την είχε βάλει ο πόλεμος. Ας δούμε πώς φτάσαμε ως αυτό το σημείο.
Ο πόλεμος
Οβίδα των 400 χιλιοστών του γαλλικού πυροβολικού, φορτώνεται με ειδικό γερανό σε φορτηγό για να μεταφερθεί στο μέτωπο
Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα στις αρχές του καλοκαιριού του 1917, αλλά και όσες προηγήθηκαν αυτών ήταν απόρροια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου που είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα από μια τουλάχιστον μη σοβαρή, για έναν τέτοιο πόλεμο, αφορμή. Μια αφορμή που - όπως συνήθως λέγεται σε παρόμοιες περιπτώσεις - αν δεν είχε υπάρξει σίγουρα θα έπρεπε να εφευρεθεί. Ηταν 28 Ιούνη του 1914 όταν ο διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος και η σύζυγος του Σοφία Χότεκ, πριγκίπισσα του Χόενμπεργκ, δολοφονήθηκαν στο Σαράγιεβο από Σέρβους εθνικιστές. Το Σαράγιεβο για το διάδοχο και τη σύζυγο του ήταν το τέρμα μιας περιοδείας κατά την οποία επιθεώρησαν μεγάλα θερινά γυμνάσια του Αυστροουγγρικού στρατού στη Βοσνία. Εμελλε όμως να αποδειχτεί και το τέρμα του ταξιδιού της ζωής τους. Τη δολοφονία τους κατάφερε να πραγματοποιήσει ο Γαβρίλο Πρίντσιπ, μαθητής του Γυμνασίου, αν και για την πραγματοποίησή της είχαν χρησιμοποιηθεί άλλοι δύο: ο Νέντελκο Γκαμπρίνοβιτς, αποτυχών μαθητής της εμπορικής σχολής που είχε εργαστεί ως μαθητευόμενος ξυλουργός, κλειδαράς και τυπογράφος και ο Τρίφκο Γκρούμπιτς, επίσης μαθητής Γυμνασίου. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι λίγη ώρα πριν ο Γ. Πρίντσιπ πετύχει να εκτελέσει τον Φραγκίσκο - Φερδινάνδο και τη σύζυγό του, ο Ν. Γκαμπρίνοβιτς επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να πράξει το ίδιο εκτοξεύοντας αυτοσχέδια χειροβομβίδα εναντίον των υποψηφίων θυμάτων3.
Οι εκτελεστές ασφαλώς δεν είχαν δράσει ιδία πρωτοβουλία. Το νεαρό και μόνο της ηλικίας τους, αλλά και το ριψοκίνδυνο της πράξης που καλούνταν να φέρουν σε πέρας απαιτούσε οργάνωση και σχέδιο που δεν ήταν ανύπαρκτα. Πίσω από το σχεδιασμό και την πραγματοποίηση της δολοφονίας βρισκόταν η σερβική μυστική εθνικιστική οργάνωση «Ελευθερία ή Θάνατος», γνωστότερη με το όνομα «Μαύρη Χειρ» λόγω της μυστικότητας και της σατανικότητας με την οποία ενεργούσε. Αρχηγός της ήταν ο διευθυντής του 2ου Επιτελικού Γραφείου του σερβικού στρατού, συνταγματάρχης Ντράγκουτιν Ντιμιτρίεβιτς - Αππις που συγχρόνως συμμετείχε και σε μια δεύτερη μυστική οργάνωση η οποία έφερε τον τίτλο «Εθνική Αμυνα»4.
Εργοστάσιο κοπής και ραφής στρατιωτικών στολών. Από την εποχή ακόμη της ειρήνης τα πολεμικά εργοστάσια της Γερμανίας εργάζονταν για την κατασκευή, σε μεγάλες ποσότητες, των νέων στολών του γερμανικού στρατού
Χωρίς αμφιβολία η δολοφονία του διαδόχου το αυστροουγγρικού θρόνου ήταν μια πράξη που έμοιαζε περισσότερο με προβοκάτσια δεδομένου ότι δεν υπήρχε σοβαρή δικαιολογία για την τέλεσή της και φυσικά τίποτα το θετικό δεν είχε να προσφέρει στη Σερβία και στους ομοεθνείς της στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη που βρισκόταν κάτω από αυστροουγγρική κατοχή. Μπορούσε όμως να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο ενός ακραίου εθνικισμού τον οποίο καλλιεργούσαν χωρίς όρια την περίοδο εκείνη οι αστικές τάξεις ολόκληρης της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Οπως και να 'χει οι ιθύνοντες της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας αξιοποίησαν το γεγονός ως αφορμή για μια πολεμική εξόρμηση εναντίον της εξαντλημένης από τους Βαλκανικούς Πολέμους Σερβίας, ούτως ώστε να ισχυροποιήσουν τη θέση της χώρας τους στη Βαλκανική Χερσόνησο. Για την ακρίβεια ό,τι έκαναν ήταν αποτέλεσμα κοινής συνεννόησης με τη Γερμανία. Ετσι η αυστροουγγρική διπλωματία συνέταξε ένα τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση της Σερβίας που περιλάμβανε τέτοιους όρους οι οποίοι δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί, τουλάχιστον στο σύνολό τους. «Τόσο στο Βερολίνο όσο και στη Βιέννη - γράφει ο Marc Ferro- η σύγκρουση με τη Σερβία ήταν γεγονός. Παρ' όλα αυτά υπήρχε ένας αστάθμητος παράγοντας: οι πιθανές αντιδράσεις των Μεγάλων Δυνάμεων». Τις αντιδράσεις αυτές ανέλαβε να διερευνήσει η Γερμανία, η διπλωματία της οποίας άρχισε να βολιδοσκοπεί την αγγλική πλευρά με σκοπό να διαπιστώσει τις πιθανές αντιδράσεις της τελευταίας στο ενδεχόμενο αυστροουγγρικής πολεμικής δράσης κατά της Σερβίας. Και αγγλική κυβέρνηση επιδόθηκε στο συνήθη ρόλο της του «διαίρει και βασίλευε». Από τη μία ενθάρρυνε τη Γερμανία ώστε να προωθηθούν τα αυστρογερμανικά σχέδια στα Βαλκάνια κι από την άλλη σε συζητήσεις με τη ρωσική διπλωματία άφηνε να εννοηθεί πως η Γερμανία θεωρεί κυριότερο αντίπαλό της τη Ρωσία αλλά σε περίπτωση πολέμου η τελευταία μπορούσε να ελπίζει στην αγγλική υποστήριξη6. Ηταν ηλίου φαεινότερον πως η Βρετανική Αυτοκρατορία επιδίωκε έναν ευρωπαϊκό πόλεμο που δε θα την άγγιζε αλλά θα της εξασφάλιζε την παγκόσμια κυριαρχία μέσα από τον εκμηδενισμό ή την εξασθένιση όλων των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της. Η τραγική δε, ειρωνεία είχε να κάνει με το γεγονός πως αυτός ο πόλεμος, που κάθε άλλο παρά άφησε ανέπαφη την Αγγλία, ήταν πολύ κοντά. Περισσότερο κοντά απ' όσο αυτή τον υπολόγιζε.
Γάλλοι στρατιώτες νεκροί από τα χημικά αέρια των Γερμανών. Ο θάνατος ήταν φρικτός. Οι στρατιώτες στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τα συμπτώματα της ασφυξίας ανέπνεαν ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση και ολοένα και περισσότερη ποσότητα αερίων εισέρχεταν στα πνευμόνια τους ως ότου πέθαιναν από ασφυξία
Στις 23 Ιούλη η κυβέρνηση της Αυστροουγγαρίας επέδωσε στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου ένα τελεσίγραφο με δέκα όρους που αν το σερβικό κράτος τους αποδεχόταν στο σύνολό τους θα έπρεπε να παραιτηθεί από τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Ετσι, το τελεσίγραφο απορρίφθηκε από το Βελιγράδι, με αποτέλεσμα στις 28 Ιούλη στα σερβοαυστριακά σύνορα να αρχίσουν πολεμικές επιχειρήσεις που σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αγκάλιασαν ολόκληρη την Ευρώπη.
Στις 31 Ιούλη δημοσιεύτηκε διάταγμα του τσάρου Νικολάου Β' που καλούσε τους Ρώσους σε γενική επιστράτευση ενώ τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας η γερμανική κυβέρνηση με τελεσίγραφό της ζητούσε από την τσαρική κυβέρνηση να πάρει πίσω την εν λόγω απόφασή της. Η άρνηση της ρωσικής πλευράς είχε ως αποτέλεσμα, το βράδυ της 1ης Αυγούστου του 1914, η Γερμανία να κηρύξει τον πόλεμο στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Στις 3 Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε, επίσης, τον πόλεμο στη Γαλλία και την επομένη η Αγγλία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία7.
Ο πρώτος ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε ήδη ξεκινήσει και τίποτα δεν ήταν σε θέση να τον σταματήσει εκείνη τη στιγμή. Η δολοφονία του Φραγκίσκου Φερδινάνδου ήταν μόνο η σπίθα που άναψε τη φωτιά και σε καμία περίπτωση το εύφλεκτο υλικό που σκόρπισε τον όλεθρο στον πλανήτη για 4 ολόκληρα χρόνια. Πώς, επομένως, συγκεντρώθηκε τόσο εύφλεκτο υλικό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί αν δεν εξετάσουμε τα γεγονότα στο κοινωνικοπολιτικό τους πλαίσιο το οποίο προσδιορίζεται με το πέρασμα του καπιταλιστικού συστήματος εκείνης της εποχής στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, το περιεχόμενο του οποίου προσδιόρισε με μεγαλοφυή επιστημονικό τρόπο ο Β.Ι. Λένιν, στο περίφημο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού».8
Οι οικονομικοί όροι του πολέμου
Ο θάνατος ενός στρατιώτη στο πεδίο της μάχης του Υπρ
Το προτσές μετασχηματισμού του παλιού καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού σε μονοπωλιακό καπιταλισμό - ιμπεριαλισμό ολοκληρώθηκε προς τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Ασφαλώς εδώ δεν είναι δυνατό να περιγράψουμε ολόκληρη αυτή την πορεία. Θα δώσουμε μόνο ορισμένα στοιχεία ενδεικτικά για κάθε μία από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής.
Στη Γερμανία, π.χ., το 1905 υπήρχαν το λιγότερο 285 καρτέλ που συνενώνανε στους κόλπους τους 12 χιλιάδες επιχειρήσεις, παρήγαγαν τα 3/5 σχεδόν από το συνολικό όγκο των προϊόντων και κυριαρχούσαν στους σπουδαιότερους κλάδους της βιομηχανίας. Το 1911 τα καρτέλ έφτασαν τα 550 με 600. Γιγάντια μονοπωλιακά συγκροτήματα συνδεδεμένα στενά με τις μεγαλύτερες τράπεζες συγκέντρωναν στα χέρια τους ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας και η οικονομική δύναμη είχε συγκεντρωθεί στα χέρια μιας μικρής ομάδας μονοπωλητών.
Στις ΗΠΑ το 1901 είχαν ιδρυθεί 75 τραστ που συνενώνανε περισσότερες από 1.600 επιχειρήσεις με συνολικό μετοχικό κεφάλαιο περίπου 3 δισ. δολάρια. Οι μονοπωλιακές αυτές επιχειρήσεις στο διάστημα 1903 - 1905 έδιναν το 75% της παραγωγής γαιάνθρακα, το 84% της παραγωγής πετρελαίου κ.ο.κ.
Από κοντά, αλλά με διαφορετικούς ρυθμούς και ιδιαιτερότητες, αναπτύχθηκαν τα μονοπώλια και στις υπόλοιπες ισχυρές χώρες εκείνης της εποχής, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ιαπωνία, στη Ρωσία, στην Αυστροουγγαρία κλπ. Τα αγγλικά, για παράδειγμα, μονοπώλια οργανώνονταν προπαντός στους βιομηχανικούς κλάδους που συνδέονταν άμεσα με την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου στις αποικίες και στις εξαρτημένες χώρες.
Εντυπωσιακή ήταν επίσης και η ανάπτυξη του τραπεζιτικού κεφαλαίου, το οποίο ραγδαία συμφύονταν με το βιομηχανικό, δημιουργώντας έτσι το χρηματιστικό κεφάλαιο. Στις αρχές του 20ού αιώνα στη Γερμανία κυριαρχούσαν εννέα μεγάλες τράπεζες του Βερολίνου (με πιο ισχυρές τη «Γερμανική Τράπεζα» και την «Εταιρία Προεξοφλήσεων» ). Στη Γαλλία κυριαρχούσαν τρεις τράπεζες και στις ΗΠΑ δύο που συνδέονταν άμεσα με τα χρηματιστικά συγκροτήματα Ροκφέλερ και Μόργκαν. Στην Αγγλία οι τράπεζες στην ανάπτυξή τους ακολουθούν τον αποικιακό χαρακτήρα του βρετανικού κεφαλαίου γενικότερα. Στα 1904 υπήρχαν 50 αποικιακές τράπεζες με 2.279 αποικιακά παραρτήματα, όταν οι γαλλικές τράπεζες, για την ίδια χρονική περίοδο είχαν 136 αποικιακά παραρτήματα και οι γερμανικές 70. Στα 1910 τα αποικιακά παραρτήματα των αγγλικών τραπεζών έφτασαν τα 5.4499.
Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι τα όρια των εθνικών αγορών δεν ήταν ικανά να συγκρατήσουν τη δράση των μονοπωλίων. Ετσι με το ξημέρωμα του 20ού αιώνα εμφανίζεται σε γιγαντιαίες διαστάσεις η εξαγωγή κεφαλαίου και ο ανταγωνισμός των μονοπωλίων για το μοίρασμα των αγορών και σφαιρών επιρροής ανάμεσά τους. Ενας ανταγωνισμός που προκαλούσε συνεχείς τριβές ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη, μεγάλες κρίσεις όπως η μαροκινή κρίση στα 1905-1906 και 1911 και η βοσνιακή στα 1908-1909 αλλά και περιφερειακούς πολέμους όπως ο ισπανοαμερικανικός στα 1898, ο πόλεμος των Αγγλων εναντίον των Μπόερς στα 1899-1902, ο Ρώσο-ιαπωνικός πόλεμος στα 1903- 1904, ο Ιταλοτουρκικός στα 1911-1912) και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913.
Συνεπώς ο πρώτος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος δε μοιάζει καθόλου με κεραυνό εν αιθρία αλλά με τη φυσική συνέπεια όσων προηγήθηκαν της έκρηξής του. Ξεκίνησε επίσημα στις 2 Αυγούστου 1914 και κράτησε ως τις 11 Νοέμβρη 1918. Οι δύο αντιμαχόμενοι στρατιωτικοπολιτικοί συνασπισμοί που συγκρούστηκαν ήταν η «Τριπλή Συνεννόηση» (Τριπλή Αντάντ) και η «Τριπλή Συμμαχία» (Κεντρικές Δυνάμεις). Στην «Τριπλή Συνεννόηση» - που συγκροτήθηκε στα 1907 όταν η Ρωσία και η Αγγλία ήρθαν σε συμφωνία που συμπλήρωνε την αγγλογαλλική συμφωνία του 1904 - κυριαρχούσαν η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία. Στην «Τριπλή Συμμαχία» δέσποζαν η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία. Η συγκρότησή της ξεκίνησε με τη γερμανοαυστριακή στρατιωτική συμμαχία του 1878 που ολοκληρώθηκε με την προσχώρηση σ' αυτήν της Ιταλίας το 1883.
Οι συνασπισμοί αυτοί στην πορεία του πολέμου άλλαξαν αισθητά. Η Ιταλία, για παράδειγμα, στην αρχή της αναμέτρησης δήλωσε ουδετερότητα και στη συνέχεια επιχείρησε να συμπαραταχτεί με κάποιον από τους δύο συνασπισμούς που θα της έδινε τα ανταλλάγματα που ζητούσε. Τελικά το Μάη του 1915 πέρασε με το μέρος της Αντάντ αλλά το κενό της στην Τριπλή Συμμαχία κάλυψε η Βουλγαρία, που επίσης στην αρχή του πολέμου δήλωσε αυστηρή ουδετερότητα, αλλά το φθινόπωρο του 1915 πέρασε στο πλευρό των κεντρικών δυνάμεων. Το ίδιο έκανε και η Τουρκία, με αποτέλεσμα η Τριπλή Συμμαχία να γίνει τετραπλή (Γερμανο-αυστρο-βουλγαρο-τουρκική). Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το παζλ των εμπολέμων συμπληρώνουν και μια σειρά μικρότερες χώρες που πήραν τα όπλα τασσόμενες στο πλευρό του ενός ή του άλλου στρατιωτικοπολιτικού συνασπισμού, αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες που από σκοπιμότητα ενεπλάκησαν καθυστερημένα, στις 6/4/1917 για να πάρουν μέρος στη μοιρασιά της λείας των νικητών.
Στα όσα έχουμε ήδη αναφέρει αξίζει να προσθέσουμε μια τοποθέτηση του Λένιν που μέσα σε λίγες λέξεις συμπυκνώνει όλο το περιεχόμενο του Α' Παγκόσμιου Πολέμου. Εγραφε χαρακτηριστικά ο ηγέτης των Μπολσεβίκων10: «Η αρπαγή των εδαφών και η υποδούλωση ξένων εθνών, η καταστροφή του ανταγωνιζόμενου έθνους, η καταλήστευση του πλούτου του, η απόσπαση της προσοχής των εργαζόμενων μαζών από τις εσωτερικές πολιτικές κρίσεις της Ρωσίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας και των άλλων χωρών, η διαίρεση και η εθνικιστική εξαπάτηση των εργατών και η εξόντωση της πρωτοπορίας τους με σκοπό την εξασθένιση του επαναστατικού προλεταριάτου - αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό περιεχόμενο, το νόημα και η σημασία του σημερινού πολέμου».
Ας επιστρέψουμε όμως στα καθ' ημάς για αν εξετάσουμε τη θέση της Ελλάδας μέσα σ' εκείνη τη ζοφερή πραγματικότητα.
Η Ελλάδα κατά την έναρξη του πολέμου
Την εποχή που ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος η Ελλάδα είχε βγει μέσα από δύο Βαλκανικούς Πολέμους που την είχαν ενισχύσει εδαφικά. Η εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους από τα 63.211 τετραγωνικά χιλιόμετρα έφτασε στα 120.308 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Ο πληθυσμός από τα 2.631.912 κατοίκους έφτασε στα 4.718.221 κατοίκους. Η επέκταση του κράτους προς την κατεύθυνση της Ηπείρου, των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης, ιδιαίτερα δε προς τη Μακεδονία, άλλαζαν εντελώς την εικόνα του11. Νέες δυνατότητες ανοίγονταν για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού και νέα προβλήματα αναφύονταν. Σε γενικές γραμμές η βάση πάνω στην οποία κινούνταν ο ελληνικός καπιταλισμός ήταν εξαιρετικά ασταθής κι αυτό δεν οφειλόταν μόνο στην καθυστέρηση ανάπτυξης που παρουσίαζε συγκρινόμενος με τον καπιταλισμό της Δυτικής Ευρώπης. Εκείνη την περίοδο, λόγω της κρίσης του, σε αστάθεια βρισκόταν ολόκληρο το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα ενώ η ελληνική αστική τάξη είχε επιπροσθέτως να αντιμετωπίσει και το μεγάλο πρόβλημα της αφομοίωσης των νέων εδαφών και πληθυσμών που είχαν περιέλθει στην κατοχή της μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Επίσης εδώ πρέπει να συνυπολογίσουμε και τη σύμφυση του ελληνικού με το ξένο κεφαλαίο διαφορετικών ισχυρών καπιταλιστικών κρατών που προκαλούσε διαιρέσεις και τριγμούς στο εσωτερικό της ελληνικής μπουρζουαζίας. Βεβαίως αρχικά η ελληνική μπουρζουαζία φαινόταν να κρατά ουδετερότητα στον πόλεμο. Η ουδετερότητα απέναντι στον πόλεμο, στο ξεκίνημά του ήταν μια αναγκαιότητα για την κυρίαρχη τάξη, την οποία δεν μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς. Επιπλέον, ήταν και μια λαϊκή απαίτηση. «Η χώρα μας - γράφει ο Σεραφείμ Μάξιμος12 - δεν μπορή να καταταχθή μήτε στη μία μήτε στην άλλη κατηγορία. Η σύγκρουση των ιμπεριαλιστών μεταξύ τους δημιούργησε, κατά την πορεία της, ισχυρό ουδετερόφιλο ρεύμα μέσα στις λαϊκές μάζες, στα μικροαστικά της στρώματα. Το αβέβαιο για την έκβαση του πολέμου, το "ποιος από τους δυο θα νικήση;" Σε συνδυασμό με τη βελγική και σερβική τραγωδία παγιώσανε στις μάζες αυτή την αντίληψι ότι μια χώρα μικρή σαν την Ελλάδα δε θα έπρεπε να πάρη μέρος σε μια τέτοια γιγαντομαχία».
Με την πολιτική της ουδετερότητας συμφωνούσαν αρχικά όλες οι πολιτικές παρατάξεις της άρχουσας τάξης αν και, όπως ορθώς έχει αναφερθεί13 «ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα εκδηλώσει από τις πρώτες μέρες της ευρωπαϊκής κρίσης την απόφασή του να συμπορευτεί με τις Δυνάμεις της Συνεννοήσεως», δηλαδή με τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ. Αλλά τότε, πού κυρίως οφείλεται η αρχικώς ουδετερόφιλη στάση του Βενιζέλου; Πέραν των όσων έχουμε αναφέρει, οφείλουμε να προσθέσουμε πως υπέρ της ουδετερότητας της Ελλάδας εκείνο το διάστημα ήταν και η Μ. Βρετανία, επειδή τούτο υπαγόρευαν τα συμφέροντά της στην Εγγύς και στην Απω Ανατολή. «Οι ιμπεριαλιστές - έγραφε, ορθώς, ο Στάλιν σε ένα άρθρο του το 1918 - θεωρούσαν πάντα την ανατολή σαν βάση της ευημερίας τους. Μήπως τα αμέτρητα φυσικά πλούτη των χωρών της Ανατολής (βαμβάκι, πετρέλαιο, χρυσάφι, κάρβουνο και μεταλλεύματα) δεν ήταν το "μήλον της Εριδος" για τους ιμπεριαλιστές όλων των χωρών; Ετσι εξηγείται ουσιαστικά το γεγονός, ότι πολεμώντας για την Ευρώπη και φλυαρώντας για τη Δύση, οι ιμπεριαλιστές ποτέ δεν έπαψαν να σκέφτονται την Κίνα, τις Ινδίες, την Περσία, την Αίγυπτο, το Μαρόκο, γιατί στην πραγματικότητα επρόκειτο πάντα για την ανατολή. Ετσι εξηγείται κυρίως ο ζήλος που δείχνουν για την τήρηση της "τάξης" και του "νόμου" στις χώρες της Ανατολής. Αλλιώς δε θα ήταν εξασφαλισμένα τα βαθιά μετόπισθεν του ιμπεριαλισμού»14. Σε σχέση με την Ελλάδα, τα αγγλικά συμφέροντα στην Ανατολή υπαγόρευαν την ελληνική ουδετερότητα στο βαθμό που ουδέτερη παρέμενε και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο βαθμό δηλαδή που η σταθερότητα παρέμενε ακλόνητη στην Εγγύς Ανατολή. Τη θέση αυτή η βρετανική πολιτική ηγεσία την εξέφρασε απερίφραστα στον Ελ. Βενιζέλο τον Αύγουστο του 1914, όταν εκείνος έθεσε το ερώτημα στις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ αν θα θεωρούσαν σύμμαχό τους την Ελλάδα στην περίπτωση που η τελευταία αναγκαζόταν να υπερασπίσει στρατιωτικώς τη Σερβία από επίθεση της Τουρκίας ή της Βουλγαρίας. «Εφ' όσον η Τουρκία παρέμεινεν ουδετέρα, η Ελλάς έδει να παραμείνη ουδετέρα. Εν εναντία όμως περιπτώσει η Μεγάλη Βρετανία ήτο πρόθυμος να δεχτεί την Ελλάδα ως Σύμμαχον», έλεγε η αγγλική απάντηση15 που όμως δεν έκανε την παραμικρή νύξη για τη Βουλγαρία, γεγονός που υποδήλωνε ότι γι' αυτή τα αγγλικά σχέδια δε συναρτόνταν από τη στάση του τουρκικού παράγοντα. Πολύ σύντομα το παζλ της αγγλικής πολιτικής θα αποκάλυπτε και άλλα κομμάτια του.
Ο διχασμός της ελληνικής αστικής τάξης
Η Τουρκία τάχθηκε στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων από τον Αύγουστο του 1914 όταν υπέγραψε μυστική συνθήκη αμυντικής και επιθετικής συμμαχίας με τη Γερμανία. Το Σεπτέμβρη του ιδίου έτους προχώρησε σε επιστράτευση και τον Οκτώβρη ανέλαβε πολεμική δράση ερχόμενη σε στρατιωτική σύγκρουση με τη Ρωσία στο αρμενικό μέτωπο16. Ο πόλεμος πλέον είχε φτάσει στην πόρτα της Ελλάδας που τώρα πια δεχόταν τις πιέσεις των Αγγλογάλλων να εγκαταλείψει την ουδετερότητα και να ταχθεί στο πλευρό τους. Πιέσεις βεβαίως ασκούνταν και από τις Κεντρικές Δυνάμεις ενώ το άθλιο παζάρι για τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο έναντι εδαφικών ανταλλαγμάτων έδινε κι έπαιρνε. Οι δύο ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί δεν τσιγκουνεύονταν καθόλου στις υποσχέσεις που έδιναν κι ούτε βεβαίως είχαν τον παραμικρό ηθικό ενδοιασμό όταν έβγαζαν στον πλειστηριασμό ολόκληρα κομμάτια της Βαλκανικής. Νυν υπέρ πάντων τα συμφέροντά τους.
Στο εσωτερικό πάντως της Ελλάδας η κυρίαρχη τάξη που είχε οργανικούς δεσμούς με το ξένο κεφάλαιο άρχισε να διχάζεται κι διχασμός αυτός έβρισκε την πλήρη έκφρασή του στους πολιτικούς της εκπροσώπους. Η μία πτέρυγα της, με ηγέτη τον βασιλιά Κωνσταντίνο έκλινε προς το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων. Η άλλη, με ηγέτη τον Ελευθέριο Βενιζέλο τασσόταν ανεπιφύλακτα με το μέρος της ΑΝΤΑΝΤ. Η γερμανόφιλη πτέρυγα εμφανιζόταν με το σύνθημα της ουδετερότητας, όχι όμως από αντιπολεμική διάθεση αλλά από ψυχρό υπολογισμό. «Στο βάθος της καιροσκοπικής πολιτικής του αντιβενιζελισμού - γράφει ο Σεραφείμ Μάξιμος17 - υπήρχε πάντοτε το αντιπολεμικό αίσθημα. Ο εργατικός κόσμος και γενικά οι μικροαστικές μάζες δε θέλανε τον πόλεμο, γιατί δεν είχαν κανένα συμφέρον. Αυτό το κατάλαβε καλύτερα απ' όλους η δυναστεία. Γι' αυτό και όταν είδε πως ήταν αδύνατο να ωθήση τη χώρα σε πόλεμο υπέρ της Γερμανίας, έντυσε στάσπρα το γερμανικό της αετό, άλλαξε τη στραταρχική ράβδο του Κάιζερ με "κλάδο ελαίας" και παρουσιάστηκε ουδετερόφιλη και ειρηνόφιλη, ευχαριστημένη, γιατί με τα αντιπολεμικά της συνθήματα αντιδρούσε και στην Αντάντ και στη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, ενώ σφυρηλατούσε δεσμούς αίματος με τη μεγάλη λαϊκή μάζα». Η στάση της Αντατόφιλης πλευράς, υπαγορευόταν από την ταύτιση συμφερόντων του ισχυρού τμήματος του ελληνικού κεφαλαίου με το δυτικοευρωπαϊκό και ιδιαίτερα με το αγγλικό κεφάλαιο, που είχε σφυρηλατηθεί από την εποχή της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους.
Στις 21 Σεπτέμβρη του 1915 η Βουλγαρία κήρυξε γενική επιστράτευση και στις 4 Οκτώβρη μπήκε επισήμως στον πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 30 Σεπτέμβρη πολεμικός στόλος της ΑΝΤΑΝΤ κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και την επομένη τα «συμμαχικά» στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται και να λαμβάνουν πολεμική διάταξη. Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ επεκτάθηκαν όλο το 1916. Η Μακεδονία και η Θεσσαλονίκη τελούσαν υπό γαλλικό στρατιωτικό νόμο, τα ελληνικά παράλια ελέγχονταν πλήρως από το στόλο της, στον Πειραιά αποβιβάστηκαν «συμμαχικά» στρατεύματα και προς τα τέλη Νοέμβρη του ιδίου έτους επιχειρήθηκε η κατάληψη της Αθήνας με αιματηρά αποτελέσματα αφού ελληνικά τμήματα ατάκτων αντιστάθηκαν ενώ οβίδες από τα «συμμαχικά» πλοία έπλητταν το Ζάππειο και τα ανάκτορα18.
Στα τέλη του 1916 η χώρα χωρίστηκε ουσιαστικά στα δύο. Το ζήτημα της συμμετοχής ή όχι στον πόλεμο ταλάνισε την πολιτική ζωή της χώρας όλο το 1915 και το 1916. Οι κυβερνήσεις ανεβοκατέβαιναν αλλά στο επίκεντρο πάντοτε βρίσκονταν οι δύο βασικές παρατάξεις στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πριν. Ετσι στις 16/29 Αυγούστου του 1916 ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη βενιζελικό κίνημα το οποίο βεβαίως κατάφερε να επικρατήσει με τις γαλλικές λόγχες. Λίγο αργότερα στη συμπρωτεύουσα έφτασε ο ίδιος ο Βενιζέλος και το Οκτώβρη του ιδίου έτους σχημάτισε κυβέρνηση. Η κυβέρνηση του Βενιζέλου δεν άργησε να δώσει πλήρη διαπιστευτήρια στις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ αφού στις 24 Νοέμβρη 1916 κήρυξε τον πόλεμο κατά τη Γερμανίας. Κι αυτές φυσικά της το ανταπέδωσαν όταν προκάλεσαν την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και τη βοήθησαν να θέσει υπό τον έλεγχό της όλη τη χώρα.
Αντί επιλόγου
Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος εγκατέλειψε την Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του στις 2/15 Ιούνη του 1917 από τη Σκάλα Ωρωπού και μέσω Ιταλίας εγκαταστάθηκε στην Ελβετία19. Την επομένη της αναχώρησής του ο Λένιν σε άρθρο του στην «ΠΡΑΒΝΤΑ» έγραφε20: «"Κάτω από την πίεση της συμμαχικής διπλωματίας ο βασιλιάς Κωνσταντίνος (της Ελλάδας) υπόγραψε την παραίτησή του από το θρόνο" - αυτά γράφει απ' αφορμή την παραίτηση η εφημερίδα του κυρίου Μιλιουκόφ, πρώην υπουργού Εξωτερικών στην Προσωρινή "επαναστατική" κυβέρνηση. Την Ελλάδα τη στραγγάλισαν οι κύριοι σύμμαχοι διπλωμάτες προκαλώντας στην αρχή το βενιζελικό κίνημα (Ο Βενιζέλος είναι πρώην υπουργός του Κωνσταντίνου που πέρασε στην υπηρεσία του αγγλικού κεφαλαίου), αποσπώντας ένα μέρος του στρατού, αρπάζοντας με τη βία ένα μέρος του ελληνικού εδάφους, και τέλος, εξαναγκάζοντας με την "πίεση¨" το "νόμιμο" μονάρχη να παραιτηθεί, δηλαδή επιβάλλοντας μια επανάσταση από τα άνω. Τι είδους ήταν και είναι αυτή η "πίεση" το ξέρει ο καθένας: ασκήθηκε πίεση με την πείνα, την Ελλάδα την απόκλεισαν τα πολεμικά καράβια των Αγγλογάλλων και των Ρώσων ιμπεριαλιστών, την Ελλάδα την άφησαν χωρίς ψωμί... Αυτή είναι η πραγματικότητα του ιμπεριαλιστικού πολέμου».
Τα σχόλια περιττεύουν. Τα πράγματα είχαν ακριβώς όπως τα περιγράφει ο Λένιν και τα όσα επακολούθησαν τον δικαιώνουν πλήρως. Ο Βενιζέλος ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη στις 12/25 Ιούνη του 1917 και την επομένη το βράδυ ήταν στον Πειραιά. Στην Αθήνα οδηγήθηκε με την προστασία των γαλλικών λογχών αφού η πρωτεύουσα είχε καταληφθεί από τα γαλλικά στρατεύματα21. Η κυβέρνησή του ορκίστηκε στις 14/27 Ιούνη και μία μέρα μετά έμπασε τη χώρα και επισήμως στον πόλεμο διακόπτοντας τις διπλωματικές σχέσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Σε λίγο στο εσωτερικό της χώρας επιβλήθηκε μια «κεκαλυμμένη δικτατορία», σύμφωνα με τον ορισμό του Κ. Ζαβιτζιάνου22, μπροστά στην οποία μάλλον ωχριούν οι απροσχημάτιστες δικτατορίες. Εν πάση περιπτώσει, έστω κι έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα δεν ήταν καθόλου εύκολα για το Βενιζέλο και την ΑΝΤΑΝΤ. Οπως σημειώνει ο καθηγητής Γ.Β. Λεονταρίτης «οι Σύμμαχοι και ο Βενιζέλος δε συνέλαβαν παρά σταδιακά και αργοπορημένα τις πραγματικές διαστάσεις των προβλημάτων που θα αντιμετώπιζαν στην προσπάθειά τους να επιστρατεύσουν ένα διχασμένος έθνος για τους σκοπούς ενός πολέμου τον οποίο είχε μάθει να φοβάται και να αποστρέφεται η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών»23.
1 Σπ.Α. Σκόντρα: «Ιστορία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου 1914- 1918», εκδόσεις «ΚΕΚΡΟΨ», Αθήναι 1969, τόμος Γ', σελ. 221.
2 Σπ. Β. Μαρκεζίνη:«Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», τόμος 4ος, σελ. 210-211.
3 Σπ.Α. Σκόντρα: «Ιστορία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου 1914-1918», εκδόσεις «ΚΕΚΡΟΨ», Αθήναι 1969, τόμος Α', σελ. 22-32.
4 «Η ιστορία του πρώτου παγκόσμιου πολέμου», εκδόσεις «Φιλολογική», Γενάρης 1962, σελ. 30-31.
5 Marc Ferro: «Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918», εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», σελ. 91.
6 Ακαδημία επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Ζ2, σελ. 728.
7 Ν. Ψυρούκη: «Ιστορία της Αποικιοκρατίας», εκδόσεις «Επικαιρότητα», τόμος Ε', σελ. 113.
8 Β.Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 27, σελ. 305-433.
9 Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Ζ2, σελ. 563-624.
10 Β.Ι. Λένιν: «Ο πόλεμος και η σοσιαλδημοκρατία της Ρωσίας», Απαντα, εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 26, σελ. 15.
11 Κωνσταντίνου Σβολόπουλου: «Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945», εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ», σελ. 97-98.
12 Σεραφείμ Μάξιμου: «Κοινοβούλιο ή δικτατορία;», εκδόσεις «Στοχαστής», σελ. 10-11.
13 Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, στο ίδιο, σελ. 109.
14 Ι. Στάλιν: Απαντα, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1952, τόμος 4ος, σελ. 193
15 Σπ.Α. Σκόντρα: «Ιστορία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου 1914- 1918», εκδόσεις «ΚΕΚΡΟΨ», Αθήναι 1969, τόμος Β', σελ. 351. Σπ. Β. Μαρκεζίνη: «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», τόμος 3ος, σελ. 281.
16 «Η ιστορία του πρώτου παγκόσμιου πολέμου», εκδόσεις «Φιλολογική», Γενάρης 1962, σελ. 202.
17 Σεραφείμ Μάξιμου, στο ίδιο, σελ. 10.
18 Τάσος Βουρνάς: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας - 1909-1940», εκδόσεις «ΤΟΛΙΔΗ», σελ. 176-190.
19 Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις «20ός Αιώνας», τόμος XIII, σελ. 483.
20 Λένιν: Απαντα, εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 32, σελ. 258.
21 Σπ.Β. Μαρκεζίνη: «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», τόμος 4ος, σελ. 220-221.
22 Κωνσταντίνου Ζαβιτζιάνου: «Αι Αναμνήσεις του εκ της Ιστορικής Διαφωνίας Βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε (1914-1922)», Αθήναι 1946-47, τόμος Β', σελ. 22-25.
23 Γεώργιος Β. Λεονταρίτης: "« Ελλάδα στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918», εκδόσεις Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σελ. 69.

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

TOP READ