14 Ιουλ 2013

ΡΩΣΙΑ Τα όπλα ως πηγή και μέσο εξασφάλισης της κερδοφορίας του κεφαλαίου

ΡΩΣΙΑ
Τα όπλα ως πηγή και μέσο εξασφάλισης της κερδοφορίας του κεφαλαίου
Χαρακτηριστικό δείγμα των νέων όπλων είναι η εκδοχή του καταδιωκτικού MiG-31, που χαρακτηρίζεται ο ρωσικός «εξολοθρευτής των δορυφόρων»
Τι σημαίνει στις μέρες μας το «να είσαι ισχυρός, για να εγγυηθείς την εθνική ασφάλεια»; Αυτό ήταν το θέμα της επιστημονικής συνδιάσκεψης, που διοργάνωσε πρόσφατα η εφημερίδα «Ροσίσκαγια Γκαζέτα», υπό την προεδρία του αντιπροέδρου της ρωσικής κυβέρνησης,Ντμίτρι Ρογκόζιν, ο οποίος έχει στη ρωσική κυβέρνηση την ευθύνη του τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος της Ρωσίας. Μιας τεράστιας, προηγμένης κατασκευαστικής «μηχανής», εκατοντάδων επιχειρήσεων, που «κληρονόμησε» η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία από τη Σοβιετική Ενωση και η οποία της δίνει τη δυνατότητα παραγωγής των πιο διαφορετικών όπλων και οπλικών συστημάτων, εξασφαλίζοντάς της μια από τις ηγετικές θέσεις στις εξαγωγές όπλων, αλλά και τη θωράκιση των Ενόπλων Δυνάμεών της.
Διαπάλη με κάθε μέσο
Στην ομιλία του ο Ντ. Ρογκόζιν, που είναι πρώην εκπρόσωπος της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ, περιέγραψε τις δυνατότητες, αλλά και δυσκολίες που αντιμετωπίζει η σημερινή Ρωσία, μέσα σε συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού με τις άλλες ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, για τον έλεγχο των πρώτων υλών του πλανήτη, αλλά και τους δρόμους μεταφοράς τους. Ο ίδιος, όπως συνηθίζει, δεν δίστασε για άλλη μια φορά να κατονομάσει ευθέως τη Δύση ως βασική πηγή της παγκόσμιας αστάθειας και των πολεμικών συγκρούσεων, μιας και, όπως ισχυρίστηκε, «χρησιμοποιεί προωθημένες τεχνολογίες για να αποσπάσει όσο γίνεται περισσότερους πόρους για τις ανάγκες της από τους άλλους εταίρους της διεθνούς κοινότητας».
Η ερμηνεία αυτή, που, βεβαίως, επιδιώκει να κρύψει τον ταξικό χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών πολέμων, τη σκληρή διαπάλη των μονοπωλίων για τα μερίδια των αγορών, κάτω από το θολό «πέπλο» της διαίρεσης «Δύση - Ανατολή» (κατά το «Βορράς - Νότος»), την ίδια ώρα αποκαλύπτει μια σημαντική αλήθεια. Ποια είναι αυτή; Οτι η διαπάλη ανάμεσα στις αστικές τάξεις των ισχυρών και λιγότερο ισχυρών καπιταλιστικών χωρών διεξάγεται με υπερσύγχρονα μέσα, με υπερσύγχρονες τεχνολογίες, με όπλα κάθε είδους και βεληνεκούς.
Οι πέντε απειλές για τη Ρωσία
Στην ομιλία του ο Ντ. Ρογκόζιν έδωσε τη δική του ταξινόμηση για τους πιθανούς πολεμικούς κινδύνους, που μπορεί να αντιμετωπίσει η Ρωσία τα επόμενα χρόνια. Ο ίδιος διαχώρισε τις προκλήσεις σε 5 είδη απειλών και σημείωσε πως η 1η απειλή είναι η σύγκρουση με μια χώρα που θα ξεπερνά τη Ρωσία σε επίπεδο τεχνολογίας, κάτι που σήμερα δεν είναι απίθανο αφού, όπως είπε, η ρωσική οικονομία είναι σήμερα κατά 10 φορές πιο αδύνατη από την αμερικανική. Ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης υποστήριξε πως ένας τέτοιος πόλεμος θα διεξαχθεί με «ανέπαφο τρόπο», με την έννοια πως θα χρησιμοποιηθούν τέτοιου είδους όπλα που δεν θα έχουμε τη σύγκρουση στρατευμάτων σε πεδία μαχών. Ως επιβεβαίωση ανέφερε τις πληροφορίες δυτικών αναλυτών οι οποίοι, με βάση διάφορες «επιτελικές ασκήσεις» που κάνει το αμερικανικό Πεντάγωνο, στηριγμένο στη χρήση υπολογιστών, υπολογίζουν ότι σε περίπτωση πολέμου οι ΗΠΑ μπορούν τις πρώτες ώρες μιας πολεμικής αντιπαράθεσης να καταστρέψουν το 80-90% του στρατηγικού πυρηνικού δυναμικού της Ρωσίας. Κι αυτό χρησιμοποιώντας μόνο συμβατικά όπλα μεγάλης ακρίβειας, κι όχι πυρηνικά όπλα. Σύμφωνα με αυτά τα σχέδια, η Ρωσία, μετά από ένα τέτοιο συντριπτικό πρώτο χτύπημα, δεν θα τολμούσε να εμπλακεί σε πολεμική αντιπαράθεση με τον επιτιθέμενο, ακόμη κι αν της είχαν απομείνει κάποια πυρηνικά όπλα.
Σύμφωνα με τον Ρογκόζιν, η Ρωσία μπορεί να αντισταθεί «ασύμμετρα» σε μια τέτοια απειλή, μόνο αν δημιουργήσει νέα «αυτόνομα οπλικά συστήματα», τα οποία δεν θα εξαρτώνται από τις σύγχρονες τηλεπικοινωνιακές τεχνολογίες, που μπορούν να καταστραφούν μέσα σε λίγα λεπτά. Οπως τόνισε, η Ρωσία χρειάζεται να κάνει εδώ ένα τεχνολογικό άλμα στο πυραυλικό και πυρηνικό οπλοστάσιό της, χωρίς το οποίο δεν θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις.
Η 2η απειλή είναι η σύγκρουση με μια χώρα που θα έχει το ίδιο δυναμικό με τη Ρωσία και η οποία θα γίνει επίσης «ανέπαφα», ενώ η 3η απειλή σχετίζεται με «τοπικούς πολέμους», όπως στο Αφγανιστάν και στην Τσετσενία, και η 4η απειλή με τον λεγόμενο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Ο ίδιος υποστήριξε πως είναι σημαντικό να δημιουργηθούν τέτοια όπλα που θα είναι ικανά να καταστρέφουν τους «τρομοκράτες», αποφεύγοντας τις απώλειες άμαχου πληθυσμού. Τέλος, η 5η απειλή, σύμφωνα με τον Ρογκόζιν, σχετίζεται με μια πιθανή κλιμάκωση των ανταγωνισμών για τη διεκδίκηση των φυσικών πόρων της Αρκτικής, την ενεργοποίηση του ΝΑΤΟ στην ίδια περιοχή, τη δολιοφθορά, που μπορεί να επιχειρήσουν «ξένες ανταγωνιστικές δυνάμεις» στις ρωσικές εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Στις τελευταίες 3 περιπτώσεις, σύμφωνα με τον επικεφαλής της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας, απαιτείται η εκπόνηση νέων οπλικών συστημάτων, όπως και η ανασυγκρότηση των Ενόπλων Δυνάμεων, που θα πρέπει να είναι σε θέση να πολεμούν «ευέλικτα», με τη χρήση μικρότερων, αλλά καλύτερα εξοπλισμένων στρατιωτικών μονάδων, συχνά πολύ μακρύτερα από τα σύνορα της χώρας.
Γίνεται φανερό, από τα παραπάνω, πως εδώ έχουμε από τη ρωσική ηγεσία μια σχετική «αντιγραφή» των προτεραιοτήτων και των σχεδιασμών του ΝΑΤΟ, που άλλωστε ταιριάζει με την ταξική καπιταλιστική φύση της σημερινής Ρωσίας και την υπεράσπιση των ρωσικών καπιταλιστικών συμφερόντων ανά τη Γη.
Οι δηλώσεις Ρογκόζιν για τον κίνδυνο καταστροφής του μεγαλύτερου μέρους πυρηνικού οπλοστασίου της Ρωσίας από μια ξαφνική επίθεση των ΗΠΑ, στις οποίες εστίασαν αρκετά τα ΜΜΕ, προκάλεσαν και «διορθωτικές» δηλώσεις. Ετσι, από τη μεριά του ο υφυπουργός Αμυνας της Ρωσίας, Ανατόλι Αντόνοφ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφων, δήλωσε πως οι πυρηνικές δυνάμεις της Ρωσίας ήταν και παραμένουν ένας αξιόπιστος εγγυητής της ασφάλειας της χώρας και πως «κανένα κράτος δεν μπορεί σήμερα ατιμώρητο να προκαλέσει ζημιά στην άμυνα της Ρωσίας. Ειδικά να καταστρέψει με τη μία έως και το 90% των στρατηγικών πυρηνικών δυνάμεών μας».
Φάση αναδιάρθρωσης και σχεδιασμού
Σύμφωνα, πάντως, με την εφημερίδα «Νεζαβίσιμαγια Γκαζέτα» οι δηλώσεις Ρογκόζιν και η απάντηση του υφυπουργού Αμυνας έχουν να κάνουν με τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ρωσικής κυβέρνησης, γύρω από το θέμα της επιλογής των μελλοντικών οπλικών συστημάτων, για το οποίο έχουν κατατεθεί διαφορετικές προτάσεις.
Ο ίδιος ο Ρογκόζιν, στην τοποθέτησή του, εκθείασε τις επιδόσεις του αμυντικού βιομηχανικού τομέα, σημειώνοντας πως το 2020 η Ρωσία θα έχει πετύχει τον επανεξοπλισμό του 70% των Ενόπλων Δυνάμεών της, αφού, ενδεικτικά, αγοράζει ετησίως 200 «ιπτάμενες μηχανές» (αεροπλάνα, ελικόπτερα κ.λπ.) και 600 τεθωρακισμένα. Την ίδια ώρα, σημείωσε πως η αμυντική βιομηχανία έχει τομείς που υστερούν έναντι ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών. Τώρα προχωρά ο εκσυγχρονισμός 500 επιχειρήσεων, με την προσέλκυση και ιδιωτικών κεφαλαίων, που συγκροτούν νέα κονσόρτσιουμ στη ρωσική πολεμική βιομηχανία.
Στόχος της ρωσικής αστικής τάξης είναι η αξιοποίηση αυτού του δυναμικού όχι μόνο για την αύξηση της κερδοφορίας της, μέσω των εξαγωγών όπλων και της κατάκτησης νέων μεριδίων στη διεθνή αγορά όπλων, αλλά και μέσω της άμεσης χρήσης των ρωσικών όπλων (και στρατευμάτων) στη διεκδίκηση μιας υψηλότερης θέσης στην ιμπεριαλιστική «πυραμίδα».

«Ατίθασα» υπερβαρέα χημικά στοιχεία

«Ατίθασα» υπερβαρέα χημικά στοιχεία
Πλήρης για πρώτη φορά στην ιστορία ο περιοδικός πίνακας
Το 2010 Ρώσοι ερευνητές ανακοίνωσαν τη σύνθεση ενός νέου χημικού στοιχείου, με ατομικό αριθμό 117 (αριθμός πρωτονίων στον πυρήνα). Ολα τα στοιχεία μέχρι το 116, αλλά και το 118 είχαν ανακαλυφθεί νωρίτερα και έτσι το στοιχείο 117 γέμισε το εναπομένον κενό στην κάτω σειρά του περιοδικού πίνακα των στοιχείων (μέχρι να γίνει νέα επέκτασή του όταν συντεθεί ένα ακόμα βαρύτερο στοιχείο, σε κάποιο εργαστήριο φυσικής). Τότε θα χρειαστεί να προστεθεί νέα σειρά και θα δημιουργηθούν νέα κενά. Ο περιοδικός πίνακας, που συντάχθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1860 από τον Ρώσο χημικό Ντμίτρι Μεντελέγιεφ, ήταν η πρώτη επιτυχής κατάταξη των χημικών στοιχείων που ήταν γνωστά εκείνη την εποχή. Γι' αυτό ο πίνακας είχε αρκετά κενά, που ο Μεντελέγιεφ θαρραλέα πρόβλεψε ότι θα γεμίσουν με τα νέα στοιχεία που θα ανακαλυφθούν κάποια μέρα. Αμέτρητες αναθεωρήσεις του πίνακα έγιναν από τότε, αλλά όλες είχαν κενά, μέχρι τώρα. Με το στοιχείο 117 ο περιοδικός πίνακας των στοιχείων είναι πλήρης για πρώτη φορά.
Προβλέψεις που δικαιώθηκαν
Ο Μεντελέγιεφ δεν επιβεβαιώθηκε μόνο ως προς την πρόβλεψη της συμπλήρωσης του πίνακα στο μέλλον. Επιβεβαιώθηκε και ως προς την ακόμα πιο θαρραλέα και επιστημονικά σωστή πρόβλεψη ότι και τα νέα στοιχεία που θα ανακαλυφθούν θα έχουν χημικές ιδιότητες ανάλογες με εκείνα που βρίσκονται ψηλότερα απ' αυτά στην ίδια στήλη. Αυτό είναι οριστικά αποδεδειγμένο και ισχύει για τα στοιχεία ως το ουράνιο, εκείνα δηλαδή που υπάρχουν στη φύση (με ελάχιστες εξαιρέσεις), εκείνα με τα οποία έρχεται σε επαφή η συντριπτική πλειοψηφία των χημικών, αλλά και των ανθρώπων γενικότερα.
Επιβεβαιώνοντας μια από τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού, την αρχή που αφορά το πέρασμα της ποσότητας σε νέα ποιότητα, τα υπερβαρέα στοιχεία, όπως το στοιχείο 117, επιδεικνύουν χημικά χαρακτηριστικά ποιοτικά διαφορετικά από τα ελαφρύτερα στοιχεία, θέτοντας σε αμφισβήτηση τον κανόνα της περιοδικότητας που ανακάλυψε ο Μεντελέγιεφ. Οι χημικές αλληλεπιδράσεις τους, οι τύποι δεσμών που σχηματίζουν με άλλα είδη ατόμων, δε μοιάζουν με εκείνους άλλων στοιχείων της ίδιας στήλης (ομάδας) του περιοδικού πίνακα. Ο λόγος είναι ότι μερικά από τα ηλεκτρόνια που περιφέρονται γύρω από τους βαρύτερους πυρήνες κινούνται με σχετικιστικές ταχύτητες (ταχύτητες που είναι σημαντικό κλάσμα της ταχύτητας του φωτός). Ετσι τα άτομα συμπεριφέρονται διαφορετικά απ' ό,τι προβλέπει η θέση τους στον πίνακα. Επιπλέον, γίνεται πολύ δύσκολη η πρόβλεψη της χημικής συμπεριφοράς τους.
Χορός τροχιακών
Οπως κατάλαβαν οι επιστήμονες στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η περιοδικότητα των στοιχείων οφείλεται στην κβαντομηχανική συμπεριφορά των ηλεκτρονίων τους και ιδιαίτερα στον αριθμό των ηλεκτρονίων της εξωτερικής στοιβάδας και τη μορφή των τροχιακών τους. Τα τροχιακά (κατανομές πιθανοτήτων για το πού βρίσκεται κάθε στιγμή το ηλεκτρόνιο) έχουν διάφορα σχήματα και μεγέθη. Ατομα με μεγαλύτερο ατομικό αριθμό έχουν τα ίδια τροχιακά, όπως εκείνα με χαμηλότερο, συν κάποιους επιπλέον τύπους τροχιακών. Ετσι, τα στοιχεία της πρώτης περιόδου (σειράς) του περιοδικού πίνακα έχουν μόνο ένα είδος τροχιακού, τύπου s, που μπορεί να περιέχει μέχρι δύο ηλεκτρόνια. Τα στοιχεία της δεύτερης και τρίτης περιόδου έχουν ένα επιπλέον τροχιακό s, συν τρία τροχιακά τύπου p. Τα 4 επιπλέον τροχιακά δέχονται από δύο ηλεκτρόνια το καθένα, άρα συνολικά 8 ηλεκτρόνια μέχρι να συμπληρωθούν πλήρως, απ' όπου προκύπτει και η περιοδικότητα κατά οκτάδες στοιχείων. Η τέταρτη και η πέμπτη περίοδος προσθέτουν και ένα τρίτο είδος τροχιακού, το d, με 10 θέσεις για ηλεκτρόνια, απ' όπου προέρχεται η περιοδικότητα κατά δεκαοκτάδες (8+10). Οι τελευταίες δύο περίοδοι έχουν και τροχιακά τύπου f, που επιδέχονται 14 ηλεκτρόνια και γι' αυτό παρουσιάζουν περιοδικότητα ανά 32 στοιχεία (18+14).
Αν συντεθούν στο εργαστήριο νέα στοιχεία (με σύγκρουση πυρήνων ελαφρύτερων στοιχείων), τότε αυτά θα καταλάβουν τις θέσεις 119 και 120, αλλά από το 121 και πάνω θα χρειαστεί νέα σειρά στον πίνακα και τα στοιχεία που θα τοποθετηθούν σε αυτή θα έχουν ένα νέο τροχιακό, το g. Τα νέα τροχιακά προσθέτουν νέες δυνατότητες για τα ηλεκτρόνια και διευρύνουν την περιοδικότητα, αυξάνοντας τον αριθμό των στηλών. Η νέα περίοδος προβλέπεται ότι θα έχει 50 στοιχεία.
«Δάκτυλος» του Αϊνστάιν
Οταν ανεβαίνει ο ατομικός αριθμός, το φορτίο του πυρήνα αυξάνεται, λόγω των παραπάνω πρωτονίων. Οσο αυξάνεται το φορτίο αυξάνεται και η ταχύτητα των ηλεκτρονίων στα εσωτερικά τροχιακά, μέχρι του σημείου που η ειδική σχετικότητα να αρχίζει να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στην ερμηνεία της χημικής συμπεριφοράς των ατόμων. Η μεγαλύτερη έλξη του πυρήνα συρρικνώνει και κάνει πιο σταθερά τα εσωτερικά τροχιακά s και p, με αντανάκλαση και στα πιο μακρινά, που επίσης συρρικνώνονται, επίδραση που φτάνει ως τα εξωτερικά τροχιακά, τα τροχιακά σθένους, εκείνα που καθορίζουν τις χημικές ιδιότητες. Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα από το γεγονός ότι ένα έμμεσο σχετικιστικό φαινόμενο αποσταθεροποιεί τα τροχιακά d και f, καθώς το αρνητικό φορτίο των τροχιακών s και p αντισταθμίζει το θετικό του πυρήνα και έτσι για τα ηλεκτρόνια που κινούνται μακριά από τον πυρήνα αυτός φαίνεται να έχει λιγότερα αντί περισσότερα πρωτόνια.
Σχετικιστικό φαινόμενο που είναι ορατό στην καθημερινή ζωή είναι το χρώμα του χρυσού, που στον περιοδικό πίνακα βρίσκεται κάτω από τον άργυρο, άρα θα έπρεπε να είχε το ίδιο χρώμα μ' αυτόν. Οταν από ένα άτομο του d-block (βλ. εικόνα) απορροφηθεί ένα φωτόνιο, ένα ηλεκτρόνιο του τροχιακού d ανεβαίνει στο τροχιακό s, που βρίσκεται ακριβώς από πάνω του. Στον άργυρο το ενεργειακό άλμα είναι μεγάλο, γι' αυτό χρειάζεται το φωτόνιο να είναι υψηλής ενέργειας (υπεριώδες) για να γίνει η μετάβαση. Ετσι τα φωτόνια του ορατού φάσματος ανακλώνται κάνοντας τον άργυρο να συμπεριφέρεται σαν καθρέφτης. Στον χρυσό, όμως, η σχετικιστική συρρίκνωση μειώνει την ενέργεια του εξωτερικού τροχιακού s, έτσι που να αρκεί ένα φωτόνιο που αντιστοιχεί στο μπλε χρώμα για να μεταπηδήσει το ηλεκτρόνιο. Λευκό φως μείον μπλε χρώμα (που απορροφά ο χρυσός) δίνει τη χαρακτηριστική κίτρινη απόχρωση. Τα σχετικιστικά φαινόμενα εξηγούν και πολλές άλλες παράξενες χημικές ιδιότητες του κατά βάση αδρανούς χρυσού, που ωστόσο δίνει ενώσεις με το ευγενές αέριο ξένο (!), τριπλούς δεσμούς με τον άνθρακα και σχηματισμούς με μορφή φουλερένιων με το βολφράμιο!
Η μελέτη των χημικών ιδιοτήτων των υπερβαρέων στοιχείων είναι πολύ δύσκολη, καθώς συντίθενται μέσα σε επιταχυντές λίγα άτομα κάθε φορά και ο χρόνος μέχρι να διασπαστούν αυθόρμητα σε άτομα άλλων ελαφρύτερων στοιχείων είναι συνήθως πολύ μικρός. Ωστόσο, οι επιστήμονες έχουν βρει κάποιες μεθόδους για διερεύνηση των χημικών ιδιοτήτων άτομο το άτομο. Παρότι δεν υπάρχει γενική συμφωνία στην ερμηνεία των πειραμάτων, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα στοιχεία 106 (σιιμπόργκιο) και 107 (μπόριο) συμπεριφέρονται όπως πρόβλεψε ο Μεντελέγιεφ, αλλά δε φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο για τα στοιχεία 112 (κοπερνίκιο) και 114 (φλερόβιο), λόγω ακριβώς των σχετικιστικών φαινομένων.

Επιμέλεια:
Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗΣ
Πηγή: «Scientific American»


Ο περιοδικός πίνακας οργανώνει τα στοιχεία με βάση επαναλαμβανόμενα μοτίβα στις χημικές τους ιδιότητες. Αυτές οι ιδιότητες καθορίζονται από τις τροχιές των ηλεκτρονίων των ατόμων γύρω από τον πυρήνα, τα «τροχιακά» και ιδιαίτερα τα εξωτερικά. Ανεβαίνοντας από τους μικρούς ατομικούς αριθμούς προς τους μεγαλύτερους, οι δομές των εξωτερικών τροχιακών αλλάζουν με έναν επαναλαμβανόμενο, περιοδικό τρόπο. Ετσι, τα στοιχεία 5 ως 10 έχουν εξωτερικά τροχιακά τύπου p και αυτά επαναλαμβάνονται πάλι για τα στοιχεία 13 ως 18, γι' αυτό όλα ανήκουν στο ίδιο p-block.

Το μεγάλο κεφάλαιο θέλει κρατική ραδιοτηλεόραση «απ' ευθείας» φωνή του

Το μεγάλο κεφάλαιο θέλει κρατική ραδιοτηλεόραση «απ' ευθείας» φωνή του
Eurokinissi
Τελικά, τι επιδιώκει η κυβέρνηση με τον «ξαφνικό» θάνατο της ΕΡΤ και την αντικατάστασή της από τη ΝΕΡΙΤ; Γιατί επιμένει; Στη δημόσια αντιπαράθεση που γίνεται μέσω των αστικών ΜΜΕ επικρατούν αυτά τα επιχειρήματα που λένε από τη μια ότι η κυβέρνηση, παραβιάζοντας το Σύνταγμα, τη νομιμότητα και τη... δημοκρατία και, έτσι χωρίς κανένα πρόγραμμα και σχέδιο, βιαστικά και πραξικοπηματικά έριξε μαύρο στην ΕΡΤ, αλλά τώρα δεν έχει τη γενναιότητα να αναγνωρίσει το λάθος της και να διορθώσει τα πράγματα και από την άλλη αυτά που λέει η κυβέρνηση και τα κόμματα που τη στηρίζουν, ότι επιδιώκει να φτιάξει μια πραγματική δημόσια ραδιοτηλεόραση, «ανεξάρτητη», «αντικειμενική», χωρίς ομφάλιους λώρους με την εκάστοτε κυβέρνηση κ.λπ. κ.λπ. Ποιος είναι όμως ο κύριος λόγος που επιτάσσει στην κυβέρνηση να επιμένει στο εγχείρημά της, πληρώνοντας και πολιτικό κόστος;
Είναι γεγονός ότι στην επιχείρηση αντικατάστασης της ΕΡΤ από τη ΝΕΡΙΤ συνυπάρχουν και εξυπηρετούνται ταυτόχρονα πολλοί στόχοι. Οπως η παράδοση του ελέγχου και της εκμετάλλευσης των ψηφιακών συχνοτήτων στην DIGEA των μεγαλοκαναλαρχών (ή και σε ένα σχήμα συνεργασίας DIGEA - OTE TV και NOVA), ο στόχος της επιτάχυνσης του συνολικού swits Off της αναλογικής εκπομπής που θα ανοίξει το δρόμο για την εκμετάλλευση του λεγόμενου ψηφιακού μερίσματος με το πάρτι δισεκατομμυρίων ευρώ. Οπως επίσης και η επιδίωξη από τη συρρίκνωση της ΕΡΤ που είχε πέντε κανάλια, πέντε ραδιοφωνικά προγράμματα και 19 περιφερειακούς σταθμούς, να δοθεί «χώρος» στα καταχρεωμένα ιδιωτικά ΜΜΕ, για να «ανασάνουν», μαζί με την πλούσια υποδομή της και την περιουσία της. Αλλά και ο στόχος για το λιγότερο κράτος, αφού στην ΕΡΤ εργάζονταν 2.650, με σύμβαση αορίστου χρόνου και περίπου 300 συμβασιούχοι, αλλά στη ΝΕΡΙΤ δε θα ξεπερνούν τους 1.000 και μάλιστα με ατομικές συμβάσεις. Ολα αυτά συνυπάρχουν και εξυπηρετούνται ταυτόχρονα. Ομως, ο κύριος στόχος είναι η δημιουργία της νέας κρατικής ραδιοτηλεόρασης, τέτοιας που να ανταποκρίνεται στις σημερινές αυξημένες ποιοτικά και ποσοτικά ανάγκες προπαγάνδας συνολικά της άρχουσας τάξης, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και απέναντι στα ζόρια που αντιμετωπίζει το σύστημα για να δώσει διέξοδο και να ελέγξει τη διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια από την υλοποίηση των προαποφασισμένων μέτρων και των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων της ΕΕ, που υπηρετούν τις ανάγκες της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων.
Αλλωστε, τα σχέδια για νέα κρατική ραδιοτηλεόραση υπάρχουν πριν από την εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης. Θυμίζουμε: Τα όσα είχε πει η Λούκα Κατσέλη το 2008, («Εάν μια επιχείρηση δε χρειάζεται πλέον, θα μπορούσε να κλείσει και να κοιτάξει κανένας τι πρέπει να γίνει... δεν είναι το θέμα ιδεολογικό». Το σχέδιο Μόσιαλου που έγινε και νόμος τον Αύγουστο του 2011 (ν. 4002), που προέβλεπε τη σταδιακή συρρίκνωση της ΕΡΤ και μαζικές απολύσεις υπαλλήλων, με στόχο τη μείωση του προσωπικού της κρατικής ραδιοτηλεόρασης κατά 45%! Το νομοσχέδιο που είχε παρουσιάσει ο Παντελής Καψής, ως υφυπουργός Τύπου της κυβέρνησης Παπαδήμου, το Μάρτη 2012.
***
Επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να φτιάξει μια κρατική ραδιοτηλεόραση πιο αντιδραστική και περισσότερο ταξικά θωρακισμένη, ώστε να υπηρετεί καλύτερα την άρχουσα τάξη και την πολιτική της. Μια κρατική ραδιοτηλεόραση εκφραστή απευθείας των συλλογικών συμφερόντων των βιομηχάνων, των εφοπλιστών, γενικά του κεφαλαίου.
Το μεγάλο κεφάλαιο, που έχει στον έλεγχό του το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ, δε χρειάζεται πια την ΕΡΤ, όπως την είχαν καταντήσει για λογαριασμό του. Θέλει έναν πλήρως ελεγχόμενο μηχανισμό προπαγάνδας. Κύριος στόχος, να απαγορεύσουν και να σβήσουν από τα ΜΜΕ εντελώς τη φωνή του ΚΚΕ και του οργανωμένου εργατικού - λαϊκού κινήματος, όλους τους αγώνες που αμφισβητούν τις βασικές επιλογές τους και την εξουσία τους.
Η ουσία της αντιδραστικής μεταρρύθμισης στην κρατική ραδιοτηλεόραση είναι ο τρόπος ανάδειξης της διοίκησής της.
Εως τώρα, αυτό ήταν θέμα της εκάστοτε κυβέρνησης. Διόριζε το ΔΣ της εταιρείας και ήταν υπεύθυνη συνολικά για την ΕΡΤ και - θεωρητικά τουλάχιστον - υπήρχε ο κοινοβουλευτικός έλεγχος. Η κυβέρνηση, αλλά και η διοίκηση της ΕΡΤ είχαν υποχρέωση να δίνουν λόγο και εξηγήσεις στο κοινοβουλιο, άσχετα αν στην πράξη αυτό ήταν στην ουσία γράμμα κενό περιεχομένου.
Η ΝΕΡΙΤ ΑΕ θα υπάγεται σε μια τάχα ανεξάρτητη αρχή, το Εποπτικό Συμβούλιο, στο οποίο θα συμμετέχουν επιλεγμένα στελέχη του συστήματος - άμεσοι εκπρόσωποι του κεφαλαίου, της εξουσίας των μονοπωλίων. Αυτό αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η επιλογή των μελών αυτού του υπερ - οργάνου, που θα έχει επτά μέλη και μάλιστα με πολύχρονη θητεία (9 χρόνια) και το οποίο θα έχει την απόλυτη εξουσία και θα αποφασίζει για τα πάντα.
Τα μέλη αυτού του υπερ-οργάνου θα επιλέγονται από έναν «εξειδικευμένο φορέα του ιδιωτικού ή του δημοσίου τομέα, με διεθνή εμπειρία σε θέματα επιλογής στελεχιακού δυναμικού». Δηλαδή, στην ουσία από μια ιδιωτική εταιρεία, η οποία μαζί με ένα φορέα - επιστημονικό σύμβουλο που θα επιλέγει η ίδια «με αποδεδειγμένη διεθνή ερευνητική, καθώς επίσης και συμβουλευτική, εμπειρία σε θέματα διοικητικής επιστήμης», θα κρίνει όσους υποβάλουν υποψηφιότητα. Από τους 10 «καλύτερους», η κυβέρνηση θα διορίζει τους επτά ως τακτικά μέλη και τους υπόλοιπους τρεις ως αναπληρωματικά. Είναι προφανές, δηλαδή ότι το πανίσχυρο Εποπτικό Συμβούλιο θα απαρτίζεται από επιλεγμένα στελέχη του συστήματος (το ίδιο βέβαια γινόταν μέχρι σήμερα με τους διορισμένους διευθύνοντες την ΕΡΤ), αλλά με τη διαφορά ότι αυτό το όργανο δεν θα υπόκειται σε κανέναν απολύτως κοινοβουλευτικό έλεγχο και διαδικασία.
Αυτό το υπερ-όργανο θα διορίζει και θα ελέγχει τη διοίκηση της ΝΕΡΙΤ και θα έχει τον τελικό λόγο για τα πάντα (από τον προϋπολογισμό και την ίδρυση νέων ή την κατάργηση υφιστάμενων τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, διαδικτυακών ιστοτόπων, μέχρι το οργανόγραμμα της εταιρείας, τους εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας και τις εργασιακές σχέσεις και βέβαια για το πρόγραμμα και το περιεχόμενό του).
***
Γιατί όμως το κεφάλαιο δε θέλει πλέον την ΕΡΤ όπως ήταν;
Βεβαίως, τα κρατικά μέσα προβάλλουν κατά κύριο λόγο και στηρίζουν την κυβερνητική πολιτική και εκφράζουν το συσχετισμό δύναμης στη Βουλή και στο κράτος. Πολιτική και οικονομία είναι διαλεκτικά συνδεδεμένα. Ομως, σε συνθήκες κρίσης, δημιουργούνται αντικειμενικά προϋποθέσεις μιας σχετικής αντίθεσης μεταξύ τους. Τα κόμματα έρχονται σε μια σχετική μικρή αντίθεση με τους επιχειρηματικούς ομίλους, γιατί ο κάθε επιχειρηματίας επιδιώκει να εφαρμοστούν πιο γρήγορα τα μέτρα εκείνα που θα εξασφαλίσουν την ανάκαμψη, την κερδοφορία, πέρα από κάθε πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά κόμματα, ενάντια σε κάθε δυσκολία και αντίσταση που υπάρχει στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής. Αυτή ακριβώς η μικρή αντίθεση ήταν ορατή, σε ένα βαθμό, στην ενημέρωση που παρείχε η ΕΡΤ, σε σύγκριση με αυτήν των ιδιωτικών καναλιών.
Τα ΜΜΕ δεν είναι επιχειρήσεις που έχουν στόχο το κέρδος, αλλά πρωτίστως και κυρίως έχουν σκοπό τη χειραγώγηση του λαού στην αστική πολιτική, τη στήριξη του αστικού πολιτικού συστήματος. Είναι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί του καπιταλιστικού συστήματος, για την αναπαραγωγή της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Χρηματοδοτούνται από τους ομίλους ιδιοκτησίας, προκειμένου να υπηρετούνται τα γενικά συμφέροντα των αστών. Επομένως, αναπαράγουν την αστική ιδεολογία και προπαγάνδα, στόχο έχουν την παρεμπόδιση αφύπνισης των λαϊκών δυνάμεων, είναι στην πρώτη γραμμή της πάλης των αστών ενάντια στο εργατικό κίνημα. Ομως, ταυτόχρονα, τα αστικά ΜΜΕ είναι ιδιοκτησία μεγάλων ομίλων που δραστηριοποιούνται και σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Ετσι, υπηρετούν και τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ιδιοκτητών τους.
Η κρατική ραδιοτηλεόραση πρέπει να είναι ο συλλογικός εκφραστής και προπαγανδιστής των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και της πολιτικής του, να εξυπηρετεί τα γενικά και ειδικά συμφέροντά του. Να μιλούν μέσα από αυτήν απ' ευθείας τα οικονομικά επιτελεία, να περνάει άμεσα και χωρίς καμιά διαμεσολάβηση η φωνή των επιχειρηματιών. Η ΝΕΡΙΤ, που θα υπάγεται στο δήθεν «ανεξάρτητο» Εποπτικό Συμβούλιο, αυτόν ακριβώς το ρόλο καλείται να παίξει.
Γι' αυτό, τα σχέδια για την ουσία της αντιδραστικής αναδιάρθρωσης στην κρατική ραδιοτηλεόραση έχουν τη στήριξη του συνόλου των κομμάτων της αστικής διαχείρισης. Τα κόμματα της συγκυβέρνησης μπαίνουν μπροστά, ενώ εκείνα της αντιπολίτευσης δεν απαντούν επί της ουσίας και περιορίζουν την κριτική και πολεμική τους στα ζητήματα της «νομιμότητας» (παραβίαση του Συντάγματος, της απόφασης του ΣτΕ κ.ά.) και της δημοκρατίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχει κάνει σημαία του τον «αγώνα για την ΕΡΤ», αλλά προβάλλει την αντίληψη ότι η ενημέρωση είναι υπερ-αταξικό ζήτημα και γι' αυτό μπορεί να υπάρχουν ΜΜΕ στα χέρια των καπιταλιστών, αρκεί αυτά να λειτουργούν με κανόνες για να είναι... «αντικειμενικά», αποφεύγει να τοποθετηθεί στην ουσία. Ενώ, μάτι βγάζει η «δημοσιογραφική» και χωρίς κανένα σχόλιο αντιμετώπιση που είχε επιφυλάξει η «ΑΥΓΗ» στο νομοσχέδιο Καψή του 2012, αντιγραφή του οποίου σε ό,τι αφορά το Εποπτικό Συμβούλιο είναι αυτό για τη ΝΕΡΙΤ.
***
Τα αστικά ΜΜΕ προσπαθούν να δημιουργήσουν ψυχολογία και συνείδηση χειραγώγησης των εργαζομένων, της νεολαίας, των λαϊκών στρωμάτων στην αστική πολιτική. Ο ταξικός Τύπος επιδιώκει να δημιουργεί ρήγματα στη συνείδηση, απεγκλωβισμό από την αστική πολιτική, συσπείρωση στην ταξική πάλη, συσπείρωση δυνάμεων στην πολιτική πάλη με γραμμή ανατροπής του καπιταλισμού για τη σοσιαλιστική, την εργατική εξουσία.
Ομως, πέρα από την ενημέρωση από τον κομματικό ταξικό Τύπο, ο ρόλος του οποίου είναι αναντικατάστατος, πραγματική ενημέρωση και γνώση μπορεί να έχει κανείς και με τη συμετοχή του στο σωματείο του, στους καθημερινούς αγώνες, στους μαζικούς φορείς, μέσα από τη συμμετοχή του δηλαδή στην ταξική πάλη.

Η πολλαπλή παρέμβαση του συστήματος στον Αθλητισμό

Η πολλαπλή παρέμβαση του συστήματος στον Αθλητισμό
Στις σοσιαλιστικές χώρες η πλειοψηφία του πληθυσμού συμμετείχε συστηματικά σε δωρεάν οργανωμένες σωματικές δραστηριότητες
Το παρόν κείμενο ασχολείται με την αλληλοσύνδεση της Φυσικής Αγωγής (Φ.Α.) με την πολιτική και την ιδεολογία στη σύγχρονη κοινωνία. Σίγουρα η συνθετότητα του θέματος δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα μόνο άρθρο. Ωστόσο η προσπάθεια στηρίζεται στην αντιπαράθεση που υπάρχει ως πλευρά της ταξικής πάλης, για το ρόλο και το χαρακτήρα της Φ.Α. και του αθλητισμού.
Τα περί «ελεγχόμενου» αθλητισμού
Oι κριτικοί του συστήματος Φυσικής Αγωγής στο σοσιαλισμό, συχνά ισχυρίζονταν ότι ήταν αντίθετο με την ελεύθερη ανάπτυξη του ατόμου, είχε ωφελιμιστικό χαρακτήρα και ότι το σύστημα προοριζόταν να προετοιμάσει τους νέους ανθρώπους για εργάτες, υποδουλωμένους, χωρίς προσωπικούς στόχους («ελεγχόμενος» αθλητισμός). Συχνά αξιοποιούσαν αυτή την επιχειρηματολογία για να δικαιολογήσουν την «ελεύθερη» επιλογή των αθλητικών ταλέντων να γίνουν επαγγελματίες αθλητές. Οι ισχυρισμοί αυτοί, κατά τους υπερασπιστές του σοσιαλισμού, βασίζονταν σε προφανείς διαστρεβλώσεις της αλήθειας. Σε σχετικό άρθρο ο Sergei Pavlov (πρόεδρος της επιτροπής Φ.Α. της ΕΣΣΔ το 1975) έλεγε: Η εργασία πάντα ήτανε και παραμένει μια βασική συνθήκη της ανάπτυξης του ατόμου. Στο συγκεκριμένο στάδιο κοινωνικής προόδου, όπου ο στενός διαχωρισμός της εργασίας, που γεννήθηκε από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, εξαφανίζεται, η αντικειμενική ανάγκη για τη σφαιρική ανάπτυξη των εργαζομένων δημιουργείται. Η σοσιαλιστική παραγωγή δραστικά αλλάζει τη θέση και τις λειτουργίες του ανθρώπου, στο προτσές εργασίας και μας βάζει το στόχο, όπως λέει κι ο Λένιν, "να μορφώσουμε τους ανθρώπους, να τους δώσουμε σφαιρική ανάπτυξη και σφαιρική εξάσκηση, ώστε να είναι σε θέση να κάνουν τα πάντα". Δεν υπάρχουν αντιθέσεις ανάμεσα στην προσπάθεια να προετοιμάσεις κάποιον για εργασία και στο ενδιαφέρον για μια σφαιρική ανάπτυξη του ατόμου, πράγμα που περιλαμβάνει και τη σφαίρα της φυσικής μόρφωσης».
Σε σχέση μ' αυτό θα πρέπει να τονίσουμε την επίθεση που δεχόταν το σοσιαλιστικό σύστημα από την αποκαλούμενη θεωρία της αποζημίωσης ή θεωρία της επαναφοράς. Η θεωρία αυτή ήταν εξαπλωμένη στην αστική εκδοχή της φυσικής κουλτούρας και των σπορ. Σύμφωνα μ' αυτή τη θεωρία, η κύρια και μόνη λειτουργία της Φυσικής Αγωγής σε μια σύγχρονη κοινωνία (καπιταλιστική) βρίσκεται στο ότι αποζημιώνει από την εργασία και ως εκ τούτου ελαττώνει τη ζημιά που γίνεται στον άνθρωπο από τη μηχανοποίηση της ζωής σε αστικά κέντρα και τον σύγχρονο πολιτισμό σαν σύνολο.
Οι οπαδοί αυτής της θεωρίας αγνοούσαν το γεγονός ότι η φθορά για τον εργαζόμενο κατά κύριο λόγο εξαρτάται απ' τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ως αποτέλεσμα της εκμεταλλευτικής σχέσης που υπάρχει στον καπιταλισμό. Προσπαθώντας να διαχειριστούν αυτή τη φθορά, απ' τη μια την αποσπούσαν απ' την αιτία που τη δημιουργούσε, απ' την άλλη αξιοποιούσαν την Φ.Α. ως φάρμακο. Ταυτόχρονα, η επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση στη σοσιαλιστική κοινωνία έφερε μια αύξηση στο χρόνο ανάπαυσης, ο οποίος αξιοποιήθηκε τόσο για μια σφαιρική πρόοδο των ανθρώπινων αξιών και ικανοτήτων όσο και για την κατάχτηση των αξιών της φυσικής και πνευματικής κουλτούρας, αυξάνοντας τη δημιουργική και ζωτική δύναμη του ανθρώπου. Πολύ απλά, σε όλες τις σοσιαλιστικές χώρες η πλειοψηφία του πληθυσμού συμμετείχε συστηματικά σε δωρεάν οργανωμένες σωματικές δραστηριότητες με δωρεάν χρήση μέσων και υποδομών καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Σε αντίθεση με τον «ελεγχόμενο» αθλητισμό προβάλλεται ο επαγγελματικός ή αλλιώς «ελεύθερος» αθλητισμός, συνδέοντας την καλλιέργεια του ταλέντου με την προσωπική επιτυχία, τον ακραίο ατομικισμό ως ανώτατη αξία ζωής. Η ανάδειξη αυτοδημιούργητων «αστεριών», η δημοσιότητα της ιδιωτικής ζωής τους, οι αυταπάτες για ίσες δυνατότητες ευκαιριών για όλους, αποτελούσαν το μείγμα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Τη σύνδεση αυτή την αποδέχονταν ως μοναδική και διάφοροι αυτοχαρακτηριζόμενοι «μαρξιστές» αναλυτές όταν, σχολιάζοντας τις επιτυχίες των αθλητών, τους χαρακτήριζαν βιομηχανικά παράγωγα ταυτίζοντας την άμιλλα με τον σκληρό ανταγωνισμό (ο νόμος της ζούγκλας) που υπάρχει στον καπιταλισμό. Σήμερα έχουμε μεγάλη εμπειρία για το τι σημαίνει επαγγελματίας αθλητής. Χωρίς να λέμε ότι δεν υπάρχει και ατομική ευθύνη είναι πολλά τα παραδείγματα αθλητών που αξιοποιήθηκαν από τις εταιρείες σαν καλοδουλεμένα εργαλεία προκειμένου να αποφέρουν τεράστια κέρδη και μετά πετάχτηκαν σαν στυμμένες λεμονόκουπες. Βέβαια, η χρησιμοποίηση του ταλέντου απέφερε σε ορισμένους χρήμα και δόξα αλλά δεν ήταν και λίγοι αυτοί που πλήρωσαν είτε με βαριά ψυχοσωματικά προβλήματα (καταπόνηση του οργανισμού λόγω της υπερπροσπάθειας) μετά την απόσυρσή τους από την ενεργό δράση είτε και με την ίδια τους τη ζωή (ντόπινγκ) λόγω των απαιτήσεων των εταιρειών.
Ενδεικτική επίσης είναι η έρευνα που παρουσιάστηκε πρόσφατα σε ημερίδα που διοργάνωσε ο ΠΣΑΚ (Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αμειβομένων Καλαθοσφαιριστών) στη χώρα μας με θέμα: «Εργασιακές συνθήκες των καλαθοσφαιριστών στην Ευρωπαϊκή Ενωση». Συγκεκριμένα, το 65% των αθλητών και το 50% των αθλητριών αμείβονται με ετήσιες απολαβές μέχρι 30.000 ευρώ. Το 12% των ανδρών και το 18% των γυναικών αντίστοιχα έχουν και δεύτερη εργασία ενώ σε ορισμένες χώρες, π.χ. Γαλλία, το ποσοστό ξεπερνά το 20%. Με φυσικό όριο της κορύφωσης της «καριέρας» τα 26 - 30 χρόνια για τους άνδρες και τα 22-26 χρόνια για τις γυναίκες τα άτομα αυτά αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα αφού χωρίς κανένα προσόν βγαίνουν στην αγορά εργασίας στα τριάντα τους. Το πρόβλημα αυτό δεν υπήρχε ποτέ ως τέτοιο στις σοσιαλιστικές χώρες. Και αυτό γιατί δεν υπήρχε επαγγελματίας αθλητής. Ολοι οι αθλητές υψηλών επιδόσεων μετά την ενεργό δράση επέστρεφαν στην παραγωγή ή αξιοποιούνταν στη Φ.Α. Η μελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σ' αυτό το ζήτημα έδειξε ότι ο αθλητής υψηλών επιδόσεων μπορεί να διευκολύνεται τόσο κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης όσο και αργότερα στην παραγωγή προκειμένου να ανταποκριθεί σε αγωνιστικές δραστηριότητες. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει να απολαμβάνει προνόμια σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Η διάκριση αυτή, όπου υπήρξε, οδήγησε σε αρνητικά παραδείγματα, που είχαν να κάνουν και με την παγίδα που είχε στήσει και ο αντίπαλος με δόλωμα το κυνήγι της επίδοσης. Υπήρχαν παραδείγματα αθλητών που κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού για το ρεκόρ και την πρωτιά οδηγήθηκαν σε στρεβλώσεις (ντόπινγκ).
Ο αθλητισμός ως μέσο ανώδυνης εκτόνωσης της οργής των εργαζομένων και της νεολαίας
Η αστική τάξη γνωρίζει πολύ καλά ότι το γήπεδο αποτελεί ένα χώρο που μπορούν να υπάρξουν εξάρσεις αυθορμητισμού αλλά και οργανωμένες ενέργειες που ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και τη μορφή μπορεί να έχουν το στοιχείο της συλλογικότητας, της δημιουργικότητας, της αυτενέργειας. Η βία στα γήπεδα αποτελεί αντανάκλαση της βίας της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης που δέχεται καθημερινά ο εργαζόμενος, ο νέος της λαϊκής οικογένειας στους χώρους δουλειάς, στην εκπαίδευση κ.α. Την αγανάκτηση και την οργή για την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια που ζει την εκφράζει στο γήπεδο χωρίς το μάτι της εργοδοσίας να τον ελέγχει. Το αστικό κράτος στη χώρα μας μέσα από τους μηχανισμούς του προσπαθεί να ελέγξει και να εκτονώσει το φαινόμενο ανώδυνα για το σύστημα, μακριά από την ταξική του βάση. Χωρίς να μπορεί να το λύσει προτιμά να το περιορίζει στο γήπεδο με κατασταλτικούς μηχανισμούς παρά να το αντιμετωπίζει στους τόπους δουλειάς, στην παραγωγή. Ιδιαίτερα σήμερα, σε περίοδο κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, προκρίνονται διάφορες αναλύσεις, ότι «η βία και τα επεισόδια της Κυριακής είναι αποτέλεσμα της φτώχειας και της εξαθλίωσης που υπάρχει στην κοινωνία», «αυτά που γίνονται στα ντέρμπι των "αιωνίων" είναι τα ίδια με αυτά που γίνονται στις διαδηλώσεις». Με αυτόν τον τρόπο αντικειμενικά σπρώχνουν τη νεολαία να εκτονώνει τη δικαιολογημένη οργή και αγανάκτησή της μέσα από τέτοιες ενέργειες, την εκμεταλλεύονται και ταυτίζουν τους εργατικούς - λαϊκούς αγώνες με τη δράση προβοκατόρικων μηχανισμών. Ετσι, την απομακρύνουν από το εργατικό - λαϊκό κίνημα και τις αξίες του αγώνα.
Οι ίδιοι οι επιχειρηματίες - ιδιοκτήτες ομάδων προσπαθούν να καθοδηγήσουν και να ελέγξουν τη βία στα γήπεδα, προκειμένου να πιέσουν την κυβέρνηση για πολιτικά οφέλη αλλά και να προστατεύσουν το «αθλητικό» προϊόν (π.χ. προσπάθεια για μεταφορά των επεισοδίων εκτός γηπέδου ώστε να έχουν αύξηση εισιτηρίων, αύξηση τζίρου στα εμπορικά καταστήματα που βρίσκονται μέσα και γύρω απ' τα γήπεδα. κ.τ.λ.). Οι οργανωμένοι στρατοί οπαδών, που λειτουργούν ως συμμορίες, υπερασπίζονται τους μεγαλοεπιχειρηματίες, που λυμαίνονται το ποδόσφαιρο και υπηρετούν τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς. Είναι αλήθεια ότι δεν το καταφέρνουν πάντα και γι' αυτό ενισχύουν σχέδια καταστολής όταν το φαινόμενο έχει έξαρση. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα επεισόδια στα ελληνικά γήπεδα είτε προκαλούνται είτε αξιοποιούνται για την εφαρμογή ή τη δοκιμή κατασταλτικών σεναρίων και σχεδιασμών που αργά ή γρήγορα γενικεύονται ενάντια στο λαϊκό κίνημα.
Η διαστρέβλωση του χαρακτήρα της Φυσικής Αγωγής και του Αθλητισμού
Δεν είναι λίγες οι φορές που υποστηρικτές της αστικής ιδεολογίας διαστρεβλώνουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της Φ.Α. εκτρέποντάς την από την ουσία του ρόλου της. Η διαστρέβλωση αυτή απορρίπτει την ένταξη της Φ.Α. και του Αθλητισμού στην ταξική κοινωνία, μακριά και έξω από την ταξική πάλη. Η υποτίμηση ή η υπερτίμηση του κοινωνικού ρόλου είναι χαρακτηριστικές πλευρές αυτής της προσπάθειας.
Με την υποτίμηση επιχειρείται η αποσύνδεση της Φ.Α. από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, τις σχέσεις παραγωγής, το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και τις ταξικές αντιθέσεις που διαμορφώνονται. Ετσι προβάλλονται ορισμένες λειτουργίες, π.χ. η θεαματική, η υγειονομική εκτονωτική, έξω από το ταξικό ανταγωνιστικό πεδίο που αντικειμενικά υπάρχουν. Ο επαγγελματικός αθλητισμός και η βιομηχανία θεάματος αυτό ακριβώς υπηρετούν. Ο αθλητισμός προσφέρεται για διασκέδαση στον ελεύθερο χρόνο και τίποτα παραπάνω σαν μορφή έκφρασης των ενστίκτων (εκτόνωση στην κερκίδα) και της βιολογικής (αυθόρμητης) τάσης του ανθρώπου για κίνηση. Η αστική τάξη έχει συμφέρον από τέτοιου είδους ανάλυση αφού την αξιοποιεί για να κρύψει τον ταξικό χαρακτήρα του αθλητισμού. Κρύβει κάτω απ' το χαλί την πραγματικότητα που αποκλείει τα παιδιά της λαϊκής οικογένειας από τη συμμετοχή σε οργανωμένες δομές σωματικής άσκησης στο σχολείο και στη γειτονιά.
Η πιο χαρακτηριστική όμως μορφή διαστρέβλωσης της κοινωνικής βάσης του αθλητισμού είναι η υπερτίμησή του. Ο αταξικός χαρακτήρας που δίνεται, αγνοεί παντελώς την εργασία και το αποτέλεσμά της, την υλική παραγωγή, τον πλούτο, δηλαδή, μιας χώρας, ως θεμελιακό λίθο που καθορίζει την κοινωνική ζωή και τους τομείς της. Μάλιστα, θεωρείται ότι η Φ.Α. και ο Αθλητισμός ως σωματική δραστηριότητα προϋπήρχε από την εργασία και αυτό είναι που καθορίζει την ανωτερότητά του. Η υπερτίμηση οδήγησε στην αντίληψη ότι ο αθλητισμός είναι το «φάρμακο» που μπορεί να γιατρέψει όλες τις «παρενέργειες» στον καπιταλισμό, την εκμετάλλευση, τις ανισότητες κ.τ.λ. Αυτός ήταν και ένας λίγος που το λεγόμενο αθλητικό ή Ολυμπιακό κίνημα δεν συμπορεύονταν εύκολα με το ταξικό εργατικό κίνημα. Στη χώρα μας αξιοποιήθηκαν συνθήματα, όπως, «ο αθλητισμός πάνω απ' την πολιτική» προσδίδοντας στον αθλητισμό την ικανότητα να υπερνικά τις ταξικές διαφορές, να απαλείφει τις αντιθέσεις και να εξαφανίζει τα όρια ανάμεσα στις τάξεις και τους φραγμούς. Η υπερτίμηση του ρόλου του αθλητισμού επέδρασε και στην πρώτη προσπάθεια για την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Εδώ έπαιξαν ρόλο και ορισμένα γεγονότα τα οποία αξιοποιήθηκαν ως νίκη του αθλητισμού στην πολιτική ή ως παραδείγματα που ενίσχυσαν τις θεωρίες περί ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό. Για παράδειγμα, το ότι οι διεθνείς αθλητικές οργανώσεις είχαν αναγνωρίσει τις αντίστοιχες οργανώσεις σοσιαλιστικών χωρών νωρίτερα από τις πολιτικές οργανώσεις ή ότι γίνονταν διεθνείς αθλητικές συναντήσεις και διοργανώσεις όπου συμμετείχαν αθλητές που οι χώρες τους δεν είχαν ή είχαν διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις αποτελούσε εφαλτήριο για την επικράτηση τέτοιων απόψεων. Επίσης, αξιοποιούνταν και το γεγονός ότι απ' τη φύση του ο αθλητισμός δημιουργεί ευνοϊκό κλίμα ανάμεσα σε αθλητές διαφορετικών εθνοτήτων, πράγμα που έχει αντανάκλαση και στους λαούς.
Μια από τις συχνές εκδοχές υπερτίμησης της Φ.Α. και του Αθλητισμού είναι αυτή του «καθαρού αθλητισμού» και αυτό γιατί αξιοποιήθηκε στην καπιταλιστική οικοδόμηση κυρίως απέναντι στους νέους ανθρώπους ώστε να αποσπαστούν από την ταξική ουσία της Φ.Α. και να απομακρυνθούν από την ταξική πάλη. Η επίδρασή της στη νεολαία εστίασε κυρίως στις σωματικές ικανότητες των νέων και στο ότι η κλίση, το ταλέντο ή και η προτίμηση σε ένα άθλημα αποτελεί καθαρά ατομικό ζήτημα μακριά και έξω από τα μέσα και τις συνθήκες που υπάρχουν. Πιο απλά, οδηγούσε στην παθητική αποδοχή της πολιτικής της αστικής τάξης στον τομέα της Φ.Α. και στην έλλειψη διεκδίκησης. Η εκδοχή αυτή συνδυάστηκε αλληλένδετα με τη βιολογικοποίηση της Φ.Α., δηλαδή με την προσπάθεια να εξηγηθεί η σωματική δραστηριότητα ως αποτέλεσμα αποκλειστικά έμφυτων ενστίκτων, αυθορμητισμού και γονιδίων. Αξιοποιήθηκε διαχρονικά από την αστική τάξη με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίοδο της ανόδου του Χίτλερ τη δεκαετία του '30 στη Γερμανία (άρια φυλή). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίοδος από το 2004 και μετά, όπου κάθε επιτυχία της Εθνικής μας ομάδας στο ποδόσφαιρο παρουσιάζεται σαν θρίαμβος της φυλής, που συνοδεύεται με χαριτωμένα συνθηματάκια του τύπου: «Οι Ελληνες προχωράμε, οι άλλοι ταπεινώνονται», «Δε θα γίνεις Ελληνας ποτέ...».
Στη χώρα μας τα παραπάνω εκφράστηκαν μέσα από τα συνθήματα «Ο αθλητισμός ενώνει», «Εξω η πολιτική από τον αθλητισμό», «Ο αθλητισμός πάνω από την πολιτική». Με αυτά τα συνθήματα ο αθλητισμός αξιοποιήθηκε προκειμένου να κρυφτεί ο ταξικός του χαρακτήρας. Ιδιαίτερα μετά το 1980 χρησιμοποιήθηκαν για να αφομοιωθεί χωρίς αντιδράσεις η συνύπαρξη του επαγγελματικού με τον ερασιτεχνικό αθλητισμό και η υποτιθέμενη παράλληλη ανάπτυξη που θα είχαν μέσα από την κρατική στήριξη, πράγμα που ποτέ δεν έγινε. Αυτό που τελικά έγινε και επικρατεί μέχρι σήμερα είναι η πλήρης ανάπτυξη του εμπορευματοποιημένου αθλητισμού και των αξιών του, που οδήγησε στο να επικρατήσουν πλήρως τα επιχειρηματικά κριτήρια στην ανάπτυξη του αθλητισμού στα σωματεία. Ετσι είχαμε προοδευτική μείωση της κρατικής στήριξης σε υποδομές, προγράμματα και χρηματοδότηση τόσο στα σχολεία όσο και στους δήμους και τη σταδιακή υποβάθμιση της Φ.Α. στην Εκπαίδευση. Τα σωματεία στράφηκαν στην αναζήτηση χορηγού και οργάνωσαν «Ακαδημίες» που λειτουργούσαν και ως εισπρακτικός μηχανισμός για τις ανάγκες τους. Επικράτησε η λογική του άκρατου πρωταθλητισμού, της γρήγορης ανάδειξης, που έγινε φορέας μετάδοσης του «ντόπινγκ» σε πολλούς νεαρούς μαθητές / αθλητές και παραμερίστηκε η κατεύθυνση της μαζικής υποδομής.
Σήμερα, η ανταποδοτικότητα και η λειτουργία όλων των δομών με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια συνθέτουν την εικόνα και διαμορφώνουν τη συνείδηση στη λογική ότι ο αθλητισμός, η άσκηση γενικότερα είναι πολυτέλεια που αφορά τους λίγους και όχι ανάγκη και δικαίωμα όλων. Σημαντική είναι επίσης η αξιοποίηση των μαχητικών αθλημάτων και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους για να εκκολάπτονται εθνικιστικές και φασιστικές ιδέες, τραμπούκικες λογικές, δηλητηριάζοντας τη νεολαία με στόχο να απομακρυνθεί από τον βασικό υπαίτιο της ζοφερής καθημερινότητας και της ανασφάλειας που βιώνει, την αστική τάξη και τα κόμματά της. Να εκτονώσει την οργή της ανώδυνα για το εκμεταλλευτικό σύστημα που υπηρετούν και τους ταξικούς φραγμούς που βάζει στα δικαιώματά της, όπως αυτό της άσκησης και του αθλητισμού.

Του
Θοδωρή ΛΙΑΠΗ*
*Ο Θ. Λιάπης είναι υπεύθυνος του Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού της ΚΕ του ΚΚΕ


Πτωχεία, παρθενία, υπακοή
1. Ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί σωτήρες με θορυβώδεις χειραψίες και άφθονα σάλια δεν με κύκλωσαν για το καλό μου.
2. Η απρέπεια, η ωμότητα και η βλακεία που εκπορεύονται από τον μεταμφιεσμένο νομοθέτη Κυριάκο Μητσοτάκη μου προξενούν αηδία που πολλαπλασιάζεται στο διηνεκές. Αποφασίζει και παίρνει μέτρα για μια σκληρή ζωή που δεν γνώρισε ποτέ στο πετσί του.
3. Η σοβαρότερη δοκιμασία για τη σαμαρική αυθεντία είναι η λογική, η οποία δεν του δίνει ούτε μία φορά την ευκαιρία να τη χρησιμοποιήσει.
4. Εξαθλιωμένη, η ελληνική κοινωνία το μόνο που παράγει είναι φθόνο. Ο ένας πολίτης δείχνει τη δυστυχία του άλλου, κυρίως όταν εκείνη είναι μεγαλύτερη από τη δική του. Τυφλωμένοι πολίτες, αντί να ψηλαφίσουν την κουρελιασμένη αλήθεια τους, βρίσκουν καταφύγιο στο «ελληνικό μεγαλείο» που εκπροσωπείται από το χοιροστάσιο της Χρυσής Αυγής.
5. Η τοκογλυφία είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα των Ευρωπαίων. Επενδύοντας στην υποταγή και τη χαμέρπεια που διαδίδονται αστραπιαία ανάμεσα στους πολίτες, οι τοκογλύφοι καταφέρνουν να επιτελέσουν το έργο τους. Παρ' όλα αυτά μας μεταχειρίζονται με ευσπλαχνία, αφού μας αφήνουν πάντα «κάτι» που μας συντηρεί κοντά στον κύκλο της εξαθλίωσης.
6. Η φοβερή ένταση των ημερών είναι με το μέρος μας. Παρά το χτύπημα εκ μέρους της «θεόσταλτης» τάξης, είναι παρήγορο το γεγονός ότι οι πνευματικές δυνάμεις μέσα στο κίνημα είναι ακμαίες.
7. Στην κορυφή του αντεστραμμένου κόσμου, σαν κερασάκι στην τούρτα λάμπει ο Ελληνας Δημοσιογράφος του Καθεστώτος. Φρόνιμος «προτοσάλτε», παιδί έξω από την περιπέτεια της ζωής, ασκεί παραμυθιασμένος όσα του επιτάσσει η φύση: να είναι ταυτόχρονα μπάτσος, δικαστής και λίγο διανοούμενος, του οποίου τα λόγια γίνονται πάραυτα κτήμα του λαού. Αρκεί μια ματιά στο θερμοκήπιο του Σκάι για να δεις, σε μια έξαρση συμβιβασμού, των φρονίμων τα παιδιά να μας κατηγορούν για όλα, κυρίως όταν αμφισβητούμε την εξουσία τους ή όταν γελάμε με το σύνθημά τους, που δεν θ' αργήσει να κυκλοφορήσει παντού: «πτωχεία, παρθενία, υπακοή».
8. Τρία χρόνια τιμωρίας και ακόμα να μας εξαγνίσει η τρόικα. Σε κάθε συνάντηση προκύπτουν άγνωστες αμαρτίες που επιβάλλουν τον καυτηριασμό μας. Κι όμως σε πείσμα των ιεροεξεταστών, μετά από κάθε «επέμβαση», ξεπετιούνται νέα ανυπότακτα πνεύματα. Ο Θεός χλευάζει την Τρόικα τη στιγμή που εκείνη ψάχνει για τυχόν σφάλματα στη διδασκαλία της. Την υπόθεσή μας αναλαμβάνει ο κύριος Μεσλιέρ: «Επιθυμούν να πιστεύουμε απόλυτα τα όσα μας λένε, όχι απλώς χωρίς καμία αμφιβολία αλλά επίσης χωρίς διερεύνηση, και μάλιστα χωρίς καμία επιθυμία να γνωρίσουμε τις αιτίες, γιατί κατά την άποψή τους η φιλοπερίεργη αναζήτηση των αιτίων είναι αναίσχυντη θρασύτητα και έγκλημα καθοσιώσεως».
9. Είμαστε ένα απαγορευμένο είδος για τους Ευρωπαίους. Δεν μας καίνε γιατί είναι «δημοκράτες». Σίγουρα όμως ελπίζουν κάποτε να μας αποσύρουν. Δεν αντέχουν οι Ευρωπαίοι πλατωνικά ερωτήματα, εκτός κι αν τα θέτουν εκείνοι. Δεν είναι τυχαίο πως στους δρόμους της Δύσης ο Ελληνας κυκλοφορεί στολισμένος με κάθε επίθετο της αργκό του υπόκοσμου. Οι Ευρωπαίοι έχουν ξεπέσει σε δικαστικούς κλητήρες μέσα σ' ένα θλιβερό σύστημα που καθημερινά μας ευτελίζει. Ολα αυτά δεν θα έχουν καλό τέλος.

Του
Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Μέρος 2ο
Στο ένθετο του «Ριζοσπάστη» της περασμένης Κυριακής 7/7/2013, δημοσιεύσαμε το πρώτο μέρος από την ιστορία του Κυπριακού ζητήματος, όπως εξελίχθηκε μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τη δικτατορία στην Ελλάδα. Στο πρώτο μέρος δημοσιεύσαμε τις εξελίξεις μέχρι και το 1957. Η δημοσίευση γίνεται από το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμος Β' 1949-1968». Το ιστορικό αφιέρωμα στο Κυπριακό, όπως γράφαμε και στον πρόλογο του πρώτου μέρους, γίνεται με αφορμή το γεγονός οτι τον Ιούλη του 1974 έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα ανατροπής της κυβέρνησης Μακαρίου στην Κύπρο με την αμέριστη συμβολή της στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας της Ελλάδας. Το πραξικόπημα ανατροπής της κυβέρνησης Μακαρίου στην Κύπρο εκδηλώθηκε στις 15 Ιούλη 1974. Στις 20 Ιούλη 1974, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις εισβάλλουν στο νησί, (Αττίλας Α') και με τον Αττίλα Β', που εκδηλώθηκε λίγες μέρες αργότερα, στο διάστημα 14-16 Αυγούστου, έθεσαν υπό την κατοχή τους και διατηρούν ως σήμερα το 36,3% του κυπριακού εδάφους.
Από τότε μέχρι σήμερα, παρά τα ψηφίσματα του ΟΗΕ του 1977 και 1979, για δίκαιη βιώσιμη λύση, για Κύπρο ενιαία ανεξάρτητη, αδέσμευτη, αποστρατιωτικοποιημένη, που αναγνώριζαν το πρόβλημα ως διεθνές λόγω στρατιωτικής εισβολής και κατοχής μέρους των εδαφών της από την Τουρκία, το Κυπριακό πρόβλημα παραμένει άλυτο.
Ολόκληρη η ιστορία του «Κυπριακού ζητήματος» δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τις επιδιώξεις των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών να εντάξουν το νησί στα γενικότερα γεωστρατηγικά τους σχέδια στη Μεσόγειο, στη Μέση και στην Εγγύς Ανατολή. Ετσι η επιδίωξη διχοτόμησης του νησιού, με την αναγνώριση στην ουσία των αποτελεσμάτων που δημιούργησε η εισβολή του «Αττίλα» το 1974, είναι απόρροια μιας μακρόχρονης προσπάθειας ένταξης της Κύπρου σ' αυτά τα σχέδια. Η επιδίωξη των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών και οργανισμών, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, γι' αυτή τη διχοτομική λύση, διαπλέκεται οργανικά με αυτές της γεωστρατηγικής σημασίας περιοχές και τα πετρέλαια. Σ' αυτό στόχευε και το διχοτομικό «Σχέδιο Ανάν» που το 2004 απέρριψε ο κυπριακός λαός με δημοψήφισμα. Ιστορικά, τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, ενέτασαν τη λύση του Κυπριακού, από την εποχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του κυπριακού λαού ενάντια στους Βρετανούς αποικιοκράτες, σ' αυτούς τους σχεδιασμούς και τη δράση της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων. Και σ' αυτή την υπόθεση ενεργητικό ρόλο διαδραματίζουν και οι αστικές κυβερνήσεις, οι κυρίαρχες τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας.
Πρόσφατα, με αφορμή την εκδήλωση βαθιάς οικονομικής κρίσης στην Κύπρο και την ένταξή της σε καθεστώς μνημονίου που τσακίζει τους εργαζόμενους σε όλους τους τομείς της ζωής τους όπως και στην Ελλάδα, ξαναήλθε στην επιφάνεια, τόσο από την Τουρκία, όσο και από τις ΗΠΑ και άλλες ισχυρές καπιταλιστικές χώρες η προτροπή για γοργή λύση του Κυπριακού ζητήματος. Είχε προηγηθεί βεβαίως η συμφωνία με το Ισραήλ για την Κυπριακή ΑΟΖ και το ξεκίνημα για άντληση υδρογονανθράκων. Το ΚΚΕ αμέσως μετά τη συμφωνία της Κυπριακής κυβέρνησης με την ΕΕ για ένταξη της Κύπρου σε καθεστώς μνημονίου είχε εκτιμήσει ότι αυτή η κατάσταση θα αξιοποιηθεί για την προώθηση λύσης στο Κυπριακό στην κατεύθυνση ενός νέου «Σχεδίου Ανάν», που ουσιαστικά επικύρωνε τη διχοτόμηση της Κύπρου. Στην ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ, («Ριζοσπάστης», 27/3/2013), αναφέρονται τα εξής:
«Η κρίση στην Κύπρο είναι ενδογενής, προϊόν του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης της Κύπρου και της ενσωμάτωσής της στην ΕΕ σε συνθήκες γενικότερης εκδήλωσης της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων(...)
Βεβαίως η διαχείριση και εξέλιξη της κρίσης επηρεάζεται και από τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για το πώς θα μοιραστούν οι ζημιές από αυτή, καθώς και για το ποιοι θα ωφεληθούν από τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στην περιοχή. Η προσφυγή για βοήθεια πότε στο ένα και πότε στο άλλο ιμπεριαλιστικό κέντρο, όχι μόνο δε λύνει το πρόβλημα, αλλά το περιπλέκει περισσότερο, όπως αποδείχτηκε με τις αυταπάτες για την αξιοποίηση της καπιταλιστικής Ρωσίας, από την αστική κυβέρνηση της Κύπρου.
Το εντάσσει βαθιά στη δίνη των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών. Μόνο σε συνθήκες εργατικής εξουσίας υπάρχουν δυνατότητες αξιοποίησης των αντιθέσεων και είναι ρεαλιστική η επιδίωξη ανάπτυξης αμοιβαία επωφελών οικονομικών σχέσεων με άλλες περιφερειακές χώρες. Αυτή η εξουσία θα επιδιώξει συνεργασία με κράτη και λαούς που αντικειμενικά έχουν άμεσο συμφέρον να αντισταθούν σε οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά κέντρα του ιμπεριαλισμού. Θα επιδιώξει να αξιοποιήσει κάθε πρόσφορο ρήγμα που θα υπάρξει στο ιμπεριαλιστικό «μέτωπο» εξαιτίας των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του λαού (...)
Επιβεβαιώνεται, επίσης, ότι το Κυπριακό ζήτημα, ως ζήτημα εισβολής και κατοχής, δεν ήταν δυνατό να επιλυθεί δίκαια μέσα στην ΕΕ. Τα περί διεθνούς δικαίου, καθώς και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι ιμπεριαλιστές έχουν πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων. Το Κυπριακό ζήτημα σήμερα οδηγείται σε ένα νέο «σχέδιο Ανάν», ίσως και σε ακόμα χειρότερη εκδοχή του. Συνολικά η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο γίνεται πιο σύνθετη, ιδιαίτερα μετά από την προσέγγιση Τουρκίας - Ισραήλ και τις επιδιώξεις που εκδηλώθηκαν στην Αίγυπτο για την αναθεώρηση της ΑΟΖ με την Κύπρο, στο φόντο των τουρκικών διεκδικήσεων (...)
Ο μόνος δρόμος και για τον κυπριακό λαό είναι η πάλη του για την αποδέσμευση από την ΕΕ και την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, με τη δική του εξουσία. Αυτός είναι και ο δρόμος για τη διεκδίκηση ουσιαστικής και δίκαιης λύσης του Κυπριακού. Σ' αυτό το δρόμο πρέπει να συσπειρωθούν οι λαοί και των 27 κρατών - μελών της ΕΕ, για να περάσει ο πλούτος που παράγεται στα χέρια των λαών».
Πράγματι, όλα τα δημοσιεύματα ως τώρα που κάνουν λόγο για γοργή λύση του Κυπριακού, μιλούν για μια λύση τύπου «Ανάν».
Στο σημερινό ένθετο του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» Ιστορία, δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος από την ιστορία του Κυπριακού ζητήματος, όπως εξελίχθηκε μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τη δικτατορία στην Ελλάδα. Από το 1958 μέχρι και τη ρήξη στις σχέσεις της κυβέρνησης Μακαρίου με τη χούντα στην Ελλάδα.
***
ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΤΥΠΙΚΗ, ΜΕ ΦΥΤΡΑ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗΣ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ
Το Σχέδιο Μακμίλαν
Την περίοδο αυτή και ιδιαίτερα μετά από τη σύνοδο των κρατών-μελών του Συμφώνου της Βαγδάτης (27 - 30.1.1958 στην Αγκυρα), όπου συζητήθηκε και το Κυπριακό, εντάθηκαν οι αμερικανικές και βρετανικές ενέργειες για την εξεύρεση λύσης συμβατής με τα συμφέροντά τους. Ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Σέλγουιν Λόιντ πρότεινε στην Τουρκία να δοθεί στην Κύπρο «αυτοκυβέρνηση» για μια μεταβατική περίοδο. Μετά από αυτήν, τόσο η ελληνική όσο και η τουρκική κοινότητα θα είχαν το «δικαίωμα αυτοδιάθεσης». Η Τουρκία αντιπρότεινε την άμεση διχοτόμηση της Κύπρου ως τη μόνη αποδεκτή λύση.
Η βρετανική κυβέρνηση διατύπωσε νέο σχέδιο, που προέβλεπε τριμερείς μυστικές συνομιλίες μεταξύ Μ. Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας, με τη συμμετοχή και Αμερικανών παρατηρητών (19.6.1958).
To NATO συνέστησε στην ελληνική κυβέρνηση να αποδεχτεί το βρετανικό Σχέδιο Μακμίλαν (από το όνομα του Βρετανού πρωθυπουργού Χάρολντ Μακμίλαν), το οποίο ουσιαστικά προωθούσε τη διχοτόμηση της Κύπρου, αναγνωρίζοντας την Τουρκία ως «ενδιαφερόμενο» κράτος.
Η ελληνική κυβέρνηση δε δέχτηκε το Σχέδιο Μακμίλαν, αλλά εκδήλωσε την προτίμησή της σε μια προσωρινή αυτοκυβέρνηση της Κύπρου κάτω από βρετανική κυριαρχία1, εγκαταλείποντας το αίτημα της αυτοδιάθεσης.
Η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την απόφασή της να προχωρήσει στην εφαρμογή του Σχεδίου Μακμίλαν, έστω και μονομερώς. Το σχέδιο προέβλεπε: Τη θεσμοθέτηση αντιπροσώπων των κυβερνήσεων Ελλάδας και Τουρκίας δίπλα στο Βρετανό κυβερνήτη της Κύπρου. Να συγκροτηθούν δύο αντιπροσωπευτικές Βουλές. Να υπάρχουν χωριστά ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά δημοτικά συμβούλια. Ακόμα, την επιστροφή του Αρχιεπισκόπου Μακάριου μετά από διάστημα 2-3 μηνών, την κατάπαυση της βίας κ.ά.
Ο Μακάριος απέρριψε το βρετανικό σχέδιο, τονίζοντας ότι ο κυπριακός λαός δε θα δεχόταν καμία αυθαίρετη και μονόπλευρη απόφαση και ότι ήταν αποφασισμένος να διεκδικήσει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση.
Σε συνομιλία του με την πρόεδρο της Εθνικής Εκτελεστικής Επιτροπής του βρετανικού Εργατικού Κόμματος Μπάρμπαρα Κασλ, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πρότεινε στις 22.9.1958 την ανεξαρτησία της Κύπρου μέσα στο πλαίσιο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και κάτω από την εγγύηση των Ηνωμένων Εθνών.
Την 1.10.1958 η βρετανική κυβέρνηση προχώρησε στην εφαρμογή του Σχεδίου Μακμίλαν, δεχόμενη το διορισμό Τούρκου αντιπροσώπου στην Κύπρο. Το γεγονός προκάλεσε νέες αντιδράσεις, στις οποίες η βρετανική αποικιακή διοίκηση απάντησε με ωμή βία. Στις αρχές Οκτώβρη, μόνο στην Αμμόχωστο δολοφονήθηκαν 10 άτομα και τραυματίστηκαν 300.
Στις 3 Οκτώβρη, παρά την κυβερνητική απαγόρευση, πραγματοποιήθηκε έξω από το Πανεπιστήμιο φοιτητικό συλλαλητήριο με κεντρικά συνθήματα «Εξω από το NATO», «Δεν θα την πουλήσετε», «Κάτω οι κυβερνώντες», «Θάνατος στους Ντάλλες», «Αυτοδιάθεση», «Ενωση».
Στο μεταξύ, η βρετανική διοίκηση συνέχιζε την πολιτική της άγριας καταστολής. Ενα από τα μέτρα του Βρετανού κυβερνήτη ήταν η παράταση για έναν ακόμα χρόνο (μέχρι τις 14.12.1959) της εκτός νόμου θέσης του ΑΚΕΛ.
Στις 24 Νοέμβρη κηρύχτηκε νέα γενική απεργία και οργανώθηκαν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για το συνεχιζόμενο αποικιακό καθεστώς.
Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Η «ανεξαρτησία» της Κύπρου
Οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις στο πλαίσιο του NATO συνεχίζονταν. Στις 5.2.1959 άρχισαν στη Ζυρίχη συνομιλίες ανάμεσα στους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Τουρκίας Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, με τη συμμετοχή των αντίστοιχων υπουργών Εξωτερικών, Ευάγγελου Αβέρωφ - Τοσίτσα και Φατίν Ρουστού Ζορλού.
Πριν την έναρξη των συνομιλιών πραγματοποιήθηκαν μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Αβέρωφ και τον Ζορλού, το Δεκέμβρη του 1958 και το Γενάρη του 1959 στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι, που είχαν καταλήξει σε συμφωνία στα βασικά ζητήματα. Ακόμα, στις 29 Γενάρη, σε σύσκεψη που έγινε στο σπίτι του Ελληνα πρωθυπουργού, ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της Συμφωνίας ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος.
Οι συνομιλίες στη Ζυρίχη διήρκεσαν 6 μέρες και στις 11.2.1959 ανακοινώθηκε η υπογραφή της Συμφωνίας.
Απέμενε πια το τελικό στάδιο, δηλαδή η υπογραφή όσων συμφωνήθηκαν. Μετά από πρόσκληση του Βρετανού πρωθυπουργού Μακμίλαν, από τις 17 έως 19 Φλεβάρη πραγματοποιήθηκε η διάσκεψη και ακολούθησε η Συμφωνία του Λονδίνου ανάμεσα στη Μ. Βρετανία, την Ελλάδα, την Τουρκία και εκπροσώπους της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Με τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου:
  • Η Κύπρος υπαγόταν ουσιαστικά υπό τριμερή βρετανική - ελληνική - τουρκική συγκυριαρχία. Οι τρεις δυνάμεις εγγυούνταν το καθεστώς της με ειδική συνθήκη.
  • Δημιουργούνταν τυπικά ανεξάρτητη Δημοκρατία της Κύπρου. Χρόνος για τη μεταβίβαση της κυριαρχίας δεν καθορίστηκε, αλλά αυτή η διαδικασία θα τελείωνε μέσα στο 1959, σύμφωνα με δήλωση του Κ. Καραμανλή.
  • Παραχωρούνταν δύο περιοχές της Κύπρου στη Μ. Βρετανία για τη μόνιμη εγκατάσταση βρετανικών βάσεων.
  • Προβλεπόταν μόνιμη στάθμευση ελληνικών και τουρκικών στρατευμάτων στο νησί.
  • Προβλεπόταν η δημιουργία χωριστών συνελεύσεων και δημοτικών συμβουλίων για τις δύο κοινότητες και ενιαίο κοινοβούλιο, στο οποίο οι Ελληνοκύπριοι θα αντιπροσωπεύονταν κατά 70% και οι Τουρκοκύπριοι κατά 30%.
  • Ο Πρόεδρος της ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Κύπρου θα ήταν Ελληνοκύπριος και ο αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος, που θα είχε το δικαίωμα άσκησης βέτο σε όλες τις υποθέσεις.
  • Δινόταν υπόσχεση για αμνηστία και άρση όλων των έκτακτων μέτρων.
Το ΚΚΕ με ανακοίνωση της ΚΕ (27.2.1959) κατάγγειλε τις Συμφωνίες. Επίσης η ΕΔΑ και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης κατάγγειλαν τις Συμφωνίες κατά τη συζήτηση στη Βουλή, που ξεκίνησε στις 25 Φλεβάρη.
Μετά από την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας υπέγραψαν μυστικό πρωτόκολλο, με το οποίο συμφωνούσαν να υποστηρίξουν την είσοδο της Κύπρου στο NATO και την εγκατάσταση σε αυτή ΝΑΤΟικών βάσεων.
Συμφωνία υπήρξε στο ότι και οι δύο πλευρές θα πίεζαν τον Πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της Κύπρου να συνεχιστεί η εκτός νόμου θέση του ΑΚΕΛ. Η ύπαρξη του Πρωτοκόλλου αποκαλύφθηκε μόλις το 1979 - 1980.
Επίσης, μετά από την υπογραφή των Συμφωνιών, συγκροτήθηκε στην Κύπρο προσωρινή μεταβατική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και αντιπρόεδρο τον Τουρκοκύπριο Φαζίλ Κιουτσούκ. Την κυβέρνηση αποτελούσαν 14 μέλη, 8 Ελληνοκύπριοι και 6 Τουρκοκύπριοι.
Αλλά και μετά από το σχηματισμό της προσωρινής κυβέρνησης η εφαρμογή των Συμφωνιών προσέκρουσε στην αντίθεση του λαού, στις νέες αξιώσεις που διατύπωναν η Βρετανία και η Τουρκία και στις αντιθέσεις που προέκυψαν ανάμεσα στον Μακάριο και τον Γρίβα.
Το ΑΚΕΛ δρούσε ακόμα σε συνθήκες παρανομίας. Παράνομα πραγματοποιήθηκε και το 9ο Συνέδριό του, που είχε αναγγελθεί για τον Αύγουστο και έγινε στο Βαρώσι στις 9.9.1959, με συμμετοχή 200 αντιπροσώπων από όλη την Κύπρο. Το Συνέδριο ψήφισε το νέο πρόγραμμα του ΑΚΕΛ και εξέλεξε νέα Κεντρική Επιτροπή. Γενικός Γραμματέας εκλέχτηκε ομόφωνα ο Εζεκίας Παπαϊωάννου.
Στις 13.12.1959 έγιναν στην Κύπρο προεδρικές εκλογές. Πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εκλέχτηκε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος που συγκέντρωσε 144.507 ψήφους. Ο αντίπαλός του Κληρίδης, υποψήφιος της Δημοκρατικής Ενωσης που υποστηρίχτηκε και από το ΑΚΕΛ, συγκέντρωσε 71.753 ψήφους.
Μετά από την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Μακάριου άρχισαν στο Λονδίνο (16.1.1 960) οι εργασίες της πενταμερούς Διάσκεψης για την Κύπρο, στην οποία συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Μ. Βρετανίας, ο Μακάριος, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Φ. Κιουτσούκ και ο Βρετανός διοικητής της Κύπρου Σερ Χιου Φουτ.
Η Διάσκεψη έληξε στις 18 Γενάρη. Συμφωνήθηκε η μετάθεση της ημερομηνίας ανακήρυξης της ανεξαρτησίας της Κύπρου από τις 19 Φλεβάρη στις 19 Μάρτη 1960.
Το Μάρτη συνεχίστηκαν οι πενταμερείς συζητήσεις για το ζήτημα των βάσεων, αλλά κατέληξαν και πάλι σε αδιέξοδο, γιατί η Βρετανία παρέμενε αδιάλλακτη. Οπως αποκάλυψε με δηλώσεις του στο Λονδίνο ο Ραούφ Ντενκτάς, οι κυβερνήσεις της Αθήνας και της Αγκυρας θεωρούσαν λογική την αξίωση των Βρετανών να καταλάβουν οι βάσεις τους έκταση 120 τετραγωνικών μιλίων.
Τελικά την 1.7.1960 οι βρετανοκυπριακές διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε συμφωνία. Με αυτήν παραχωρήθηκε στη Βρετανία έκταση 99 τετραγωνικών μιλίων κυπριακού εδάφους για τη διατήρηση και αναβάθμιση των βρετανικών βάσεων.
Επίσης, κατοχυρώθηκε στη Βρετανία το απεριόριστο δικαίωμα να διατηρεί πολεμικά αεροπλάνα που θα μπορούσαν να πετούν στον εναέριο χώρο της Κύπρου, καθώς και το δικαίωμα να θέτει τις βάσεις της στη διάθεση του NATO. Το οικονομικό αντάλλαγμα της Μ. Βρετανίας προς την Κύπρο ήταν οικονομική βοήθεια που έφτανε τα 12 εκατομμύρια λίρες στερλίνες σε διάστημα 5 χρόνων.
Το ΑΚΕΛ με ανακοίνωσή του αντιτάχτηκε στην παραμονή των βάσεων και των βρετανικών στρατευμάτων στην Κύπρο, αλλά και στην ελληνική και τουρκική στρατιωτική παρουσία, και κάλεσε τον κυπριακό λαό να συσπειρωθεί στην πάλη για την πλήρη απελευθέρωσή του από τους ξένους.
Στις 16.8.1960 υπογράφηκαν στο Λονδίνο οι Συμφωνίες με τις οποίες η Κύπρος ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος.
Η ίδρυση του κυπριακού κράτους, ως προϊόν ενδοκαπιταλιστικών συμβιβασμών, με την παρουσία των βρετανικών βάσεων, στρατευμάτων τριών κρατών και το διαχωρισμό στα τοπικά όργανα των Ελληνοκυπρίων από τους Τουρκοκυπρίους, ουσιαστικά υπονόμευε από την αρχή την ενότητα της Κύπρου, δημιουργούσε δηλαδή προϋποθέσεις διχοτόμησης, ακόμα και διπλής ένωσης. Το περιεχόμενο των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, με τις οποίες τρία κράτη γίνονταν «εγγυητές» της ανεξαρτησίας μιας άλλης χώρας, δεν μπορούσε να αποτελέσει ένα μόνιμο συμβιβασμό. Ετσι, μετά από μια ολιγόχρονη ανάπαυλα, ακολούθησε νέα φάση όξυνσης των εσωτερικών και εξωτερικών αντιθέσεων στην Κύπρο.
ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΠΛΗ ΕΝΩΣΗ
Ο Μακάριος υπέρ της ανεξαρτησίας
Με τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου και την τυπική αναγνώριση της κυπριακής κρατικής οντότητας, το Κυπριακό πέρασε σε νέα φάση. Η στρατιωτική παρουσία τριών άλλων κρατών και ο διαχωρισμός των Ελληνοκυπρίων από τους Τουρκοκυπρίους στα τοπικά όργανα ουσιαστικά υπονόμευσαν την ανεξαρτησία και το ενιαίο του νέου κράτους. Μετά από τη Ζυρίχη και το Λονδίνο το δίλημμα ήταν: Ανεξαρτησία ή διχοτόμηση. Ο Μακάριος επιχείρησε να αξιοποιήσει τις δύο συνθήκες ως βάση για την πλήρη ανεξαρτησία και η Τουρκία από την πλευρά της ως βάση για τη διχοτόμηση.
Αν και ο Μακάριος είχε συμμετάσχει και υπογράψει τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, ουσιαστικά δεν είχε συμβιβαστεί με αυτές. Τις υπέγραψε για να αποφευχθεί η διχοτόμηση της Κύπρου και στη συνέχεια κινήθηκε στη γραμμή της ανεξαρτησίας. Αυτήν προωθούσε στην πραγματικότητα και μόνο φραστικά έκανε λόγο για ένωση με την Ελλάδα, επιλέγοντας αναγκαστικά να διατηρεί με αυτή στενούς δεσμούς.
Σε αυτήν τη βάση ο Μακάριος επιδίωξε να έχει τη στήριξη της Σοβιετικής Ενωσης, καθώς και των λεγόμενων Αδέσμευτων Χωρών, στο κίνημα των οποίων η Κύπρος ήταν από τα ιδρυτικά μέλη. Σε αυτά τα κράτη στηριζόταν, κατά κύριο λόγο, στην προσπάθεια να προωθήσει την πολιτική διεθνοποίησης του Κυπριακού, γεγονός που τον έφερνε σε σύγκρουση ακόμα και με τις ελληνικές κυβερνήσεις. Στη γραμμή της ανεξαρτησίας της Κύπρου ο Μακάριος κινήθηκε τουλάχιστον από τότε που υπογράφηκαν οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου.
Ηταν χαρακτηριστική η αντίθεση του Μακάριου στο Συμβούλιο του Στέμματος2, που συνήλθε στις 6.2.1967. Σε αυτό υποστηρίχτηκε από τους περισσότερους η συνέχιση του διαλόγου ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, με στόχο να παραχωρηθεί στην Τουρκία μια κυρίαρχη βάση στην Κύπρο ως αντάλλαγμα της ένωσής της με την Ελλάδα. Ο Μακάριος αντέτεινε:
«...Φρονώ ότι ουδέν θετικόν θα προκύψη εκ του διαλόγου (...) Ο διάλογος πρέπει να τερματισθή (...) Η περαιτέρω συνέχισίς του φρονώ ότι αποτελεί ζημίαν και ότι θα φέρη την Ελλάδα και την Κύπρον εις δύσκολον θέσιν εις το προσεχές μέλλον (...) Εις τα Ηνωμένα Εθνη πρέπει να χρησιμοποιήσωμεν το λεξιλόγιον των Ηνωμένων Εθνών (...) Δι' αυτό και το ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών δεν ομιλεί περί ενώσεως. Ομιλεί περί ανεξαρτησίας»3.
Την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας με ολοκλήρωση της κυπριακής κρατικής οντότητας υπηρετούσε και η πρόταση και το υπόμνημα με τα «13 σημεία» αναθεώρησης του Συντάγματος του 1960 που υπέβαλε ο Μακάριος στον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο Φαζίλ Κιουτσούκ, στις 30.11.1963. Η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος αποσκοπούσε στην εξάλειψη του διοικητικού διαχωρισμού ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, με την ταυτόχρονη αναγνώριση τουρκοκυπριακής μειονότητας4. Επί της ουσίας, τα «13 σημεία» αποδυνάμωναν το ρόλο της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης με βάση τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Εξάλλου, η κυπριακή αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Γλαύκο Κληρίδη, που πήρε μέρος στη Διάσκεψη του Λονδίνου (15 Γενάρη έως 10 Φλεβάρη), υπέβαλε τις προτάσεις της, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν:
«1. Η Κύπρος να αποτελέσει ανεξάρτητη και ενιαία Δημοκρατία (...) 9. Να ακυρωθούν οι συνθήκες Εγγύησης και Συμμαχίας»5.
Στις 6 Δεκέμβρη ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών απέρριψε τις προτάσεις Μακάριου, ενώ στη συνέχεια έδωσε ρηματική διακοίνωση για αντίδραση, ακόμα και με στρατιωτική επέμβαση σε περίπτωση μεταβολής του Συντάγματος.
Οι απαντητικές θέσεις της Τουρκίας συνοψίζονταν στη 12η θέση:
«12. Το κυπριακόν κράτος δεν είναι ελληνικόν κράτος, αλλά κοινοτικόν κράτος, το οποίον ιδρύθη με συμφωνίαν των δύο κοινοτήτων. Τούτο ήτο βασικόν στοιχείον των Συμφωνιών και του Συντάγματος και διά τούτο ουδεμία τροποποίησις είναι δεκτή»6.
Αυτή η κίνηση του Μακάριου προκάλεσε την όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή κοινότητα, με την ενθάρρυνση της δεύτερης από την Τουρκία. Στις συγκρούσεις που έγιναν στις 21-23.12.1963 συμμετείχε και απόσπασμα της Τουρκικής Δύναμης Κύπρου (ΤΟΥΡΔΥΚ). Αλλά και στην Ελλάδα η κίνηση του Μακάριου δεν έγινε ανεπιφύλακτα αποδεκτή. Ερχόταν σε σύγκρουση με την κοινή γραμμή Αθήνας - Λευκωσίας, όπως είχε εκφραστεί στις Συμφωνίες του Λονδίνου.
Από την πλευρά της η Τουρκία αρνούνταν κάθε σκέψη που θα οδηγούσε σε οποιαδήποτε άλλη λύση πέρα από τη διχοτόμηση με κάποια μορφή.
Τα αμερικανικά Σχέδια Ατσεσον. Η πολιτική της ΕΣΣΔ
Το πρώτο Σχέδιο Ατσεσον (14.7.1964) προέβλεπε στα βασικά σημεία του:
«1. Η Ελλάδα παραχωρούσε για πάντα στην Τουρκία ένα μέρος του νησιού κατά κυριαρχία.
α) Την περιοχή αυτή θα χρησιμοποιούσε η Τουρκία σαν στρατιωτική βάση με πλήρη δικαιώματα ανάπτυξης στρατιωτικών δυνάμεων και των τριών όπλων (...)
β) Η περιοχή αυτή θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη (...)
γ) Η χερσόνησος της Καρπασίας θεωρείται σαν κατάλληλη περιοχή γι' αυτή τη βάση (...)
2. Να γίνουν ειδικές διευθετήσεις για την προστασία του αριθμού εκείνου των Τουρκοκυπρίων που δεν θα συμπεριληφθούν στο χώρο της κυρίαρχης τουρκικής βάσης»7.
Στις 20.8.1964 ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντιν Ατσεσον έφερε δεύτερο σχέδιο που περιείχε:
«1. Η βάση να εκμισθωθεί απλώς στην Τουρκία για μια χρονική περίοδο (50 χρόνια κρίθηκαν λογική περίοδος), αντί να παραχωρηθεί κατά κυριαρχία.
(...) 3. (...) Να τεθούν δύο επαρχίες υπό τη διοίκηση Τουρκοκυπρίων επάρχων (...)
4. Αντί της κεντρικής τουρκοκυπριακής διοίκησης της Λευκωσίας (...) να υπάρχει ένας ανώτερος αξιωματούχος στην κεντρική κυβέρνηση της Κύπρου. (...)
(...) 6. Η πρόταση για το διορισμό διεθνούς αρμοστή από τον ΟΗΕ θα διατηρηθεί και στο δεύτερο σχέδιο»8.
Αυτό το σχέδιο έγινε αποδεκτό από την κυβέρνηση Παπανδρέου, που αρχικά το είχε απορρίψει, επειδή «είχεν ως τίτλον την Ενωσιν και ως περιεχόμενον την διχοτόμησιν»9.
Η πολιτική της Ενωσης Κέντρου διαφοροποιήθηκε από την προηγούμενη της ΕΡΕ. Ο Γ. Παπανδρέου ονόμασε το Κυπριακό «εθνικό θέμα» και επέλεξε την πολιτική της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση έθετε ως αρχή των σχέσεων με την κυπριακή να έχει το προβάδισμα στο χειρισμό του θέματος. Ταυτόχρονα ο Γ. Παπανδρέου υποστήριζε ότι ο ελληνικός στρατός μόνο για την ένωση ήταν δυνατό να χύσει το αίμα του και όχι για την ανεξαρτησία της Κύπρου. Θεωρούσε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο αναπόφευκτο σε περίπτωση τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Μετά την αποδοχή του δεύτερου Σχεδίου Ατσεσον από την κυβέρνηση του «Κέντρου», οι σχέσεις των δύο κυβερνήσεων ψυχράνθηκαν. Λίγο αργότερα, η κυβέρνηση Παπανδρέου το απέρριψε, υποχωρώντας στην έντονη αντίδραση του Μακάριου.
Στις συναντήσεις του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον (24 και 25.6.1964), ο Γ. Παπανδρέου αρνήθηκε συνομιλίες με τον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, όπως ζητούσε ο Τζόνσον. Ο Τζόνσον απειλούσε ότι η Τουρκία θα επιτεθεί στην Κύπρο και στην Ελλάδα, δίχως να μπορούν οι ΗΠΑ να την αποτρέψουν...
Οι θέσεις του Γ. Παπανδρέου στη σύσκεψη με τον Τζόνσον ήταν:
«...Η ΝΑΤΟποίησις της Κύπρου αποτελεί την καλυτέραν διά την Τουρκίαν λύσιν. Διότι προσφέρει εις την Τουρκίαν εκείνο το οποίον δικαιούται, δηλαδή την ασφάλειαν (...) Ζητούμεν αδέσμευτον ανεξαρτησία ...και αυτοδιάθεσιν (...) Ταύτα συμφέρουν εις τον Ελεύθερον Κόσμον»10.
Με τις θέσεις του Παπανδρέου συμφώνησε λίγες μέρες αργότερα ο Πρόεδρος της Γαλλίας Ντε Γκολ.
Με ανακοίνωσή της στις 22.6.1964 η ΚΕ του ΚΚΕ προέβλεπε και κατάγγελλε ότι αυτή η συνάντηση θα επέφερε ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις από την πλευρά των ιμπεριαλιστών για την αποδοχή ως λύσης της ΝΑΤΟποίησης αντί της διεθνοποίησης του Κυπριακού11.
Εξάλλου, σε συνέντευξή του στο ραδιοφωνικό σταθμό «Φωνή της Αλήθειας» για το Κυπριακό (20.8.1964), ο Κ. Κολιγιάννης επισήμανε μεταξύ άλλων και τα εξής για την κυβέρνηση Παπανδρέου:
«Αντί ν' απορρίψει το ιμπεριαλιστικό σχέδιο Ατσεσον, όπως έκανε ο Πρόεδρος Μακάριος, μπλέχτηκε σε διαβούλια και συζητήσεις με τους ιμπεριαλιστές, ερήμην και κρυφά από τον ελληνικό λαό, τον οποίο τελικά δεν ενημέρωσε ούτε για το ακριβές περιεχόμενο του σχεδίου Ατσεσον, ούτε για την απάντησή της σ' αυτό»12.
Στο μεταξύ, με ομιλία του Ν. Χρουστσόφ η ΕΣΣΔ προειδοποίησε την Τουρκία ότι ενδεχόμενη τουρκική εισβολή στην Κύπρο μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις. Και ζήτησε να φύγουν από την Κύπρο όλα τα ξένα στρατεύματα, ανάμεσά τους και τα ελληνικά, τόσο τα νόμιμα κατά τη συνθήκη όσο και η μεραρχία που η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε στείλει κρυφά στην Κύπρο σε συνεννόηση με τον Μακάριο.
Στις 15.8.1964 η σοβιετική κυβέρνηση απάντησε στην έκκληση του Μακάριου ότι σε περίπτωση επίθεσης κατά της Κύπρου η Σοβιετική Ενωση δε θα έμενε αδιάφορη.
Στις 30.9.1964 υπογράφηκε στη Μόσχα συμφωνία για προμήθεια της Κύπρου με όπλα που πήγαιναν στην Κύπρο μέσω Αιγύπτου, καθώς και με πυραύλους. Ωστόσο η αποστολή των πυραύλων στην Κύπρο ματαιώθηκε, μετά από πιέσεις που άσκησε στον Μακάριο η ελληνική κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα ήταν να επιδεινωθούν οι σχέσεις Ελλάδας - Κύπρου13.
Στις 21.1.1965, ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Αντρέι Γκρομίκο έκανε την εξής δήλωση:
«Η Σοβιετική Ενωσις υποστηρίζει με σταθερότητα και επιμονήν την ανεξαρτησίαν, την κυριαρχίαν και την εδαφικήν ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι μέλος του ΟΗΕ και αντιτάσσεται εντόνως εις πάσαν ανάμειξιν εις τας υποθέσεις της χώρας αυτής. Τα σχέδια που προσπαθούν μερικοί κύκλοι του NATO να επιβάλουν εις τους Κυπρίους διά την μετατροπήν της μεγαλονήσου εις στρατιωτικήν βάσιν πρέπει να καταδικασθούν και να απορριφθούν κατηγορηματικώς. Η στάσις αυτή της Σοβιετικής Ενώσεως καθορίζει την άποψίν μας επί του απαράγραπτου δικαιώματος του Κυπριακού λαού να αποφασίση μόνος διά την τύχην του εις το ανεξάρτητον κράτος του. Η σοβιετική κυβέρνησις φρονεί ότι η ρύθμισις του Κυπριακού θέματος πρέπει να στηριχθή εις τον σεβασμόν της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητος της Κυπριακής Δημοκρατίας, εις τον σεβασμόν των νομίμων δικαιωμάτων των Κυπρίων, των δύο εθνοτήτων, Ελλήνων και Τούρκων, διά να εξασφαλίσουν την ειρηνικήν των ζωήν. Πλήρης και πραγματική ανεξαρτησία και ασφάλεια πρέπει να εξασφαλισθούν εις την Κυπριακήν Δημοκρατίαν. Επιβάλλεται προς τούτο να αποχωρήσουν όλα τα ξένα στρατεύματα (...) και να καταργηθούν αι ευρισκόμεναι εις αυτήν ξέναι βάσεις (...) Η εσωτερική διάρθρωσις του κράτους αποτελεί υπόθεσιν μόνον των Κυπρίων, υπόθεσιν του κυρίαρχου κυπριακού λαού, ο οποίος μπορεί να εκλέξη με κάθε ανεξαρτησίαν διάρθρωσιν που του αρμόζει καλύτερον, που θα λάβη υπόψιν τα ιδιαίτερα συμφέροντα της ελληνικής και τουρκικής κοινότητος εις τα πλαίσια ενιαίου και κυρίαρχου κράτους. Η ομοσπονδιακή μορφή θα ηδύνατο να επιλεγή»14.
Η πρόταση Γκρομίκο επικρίθηκε ως «στροφή της ΕΣΣΔ» στο Κυπριακό. Από μια άποψη αποτελούσε στροφή, όχι όμως για το λόγο που επικρίθηκε, ότι δηλαδή η δήλωση δεν υποστήριζε την ένωση, αφού η σοβιετική κυβέρνηση δεν είχε τέτοια θέση. Εξάλλου, ήταν λογικό να επιθυμεί μια Κύπρο που δε θα ήταν ενωμένη με την Ελλάδα, ούτε και μέλος του NATO.
Η στροφή βρισκόταν στο ότι η σοβιετική κυβέρνηση, αν και απέρριπτε κατηγορηματικά κάθε σχέδιο διχοτόμησης, έκανε πρώτη φορά λόγο για ομοσπονδία, γεγονός που μπορεί να ερμηνευτεί ως ρεαλιστική προσαρμογή της πολιτικής της στα νέα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί το 1965. Βεβαίως, επιδίωκε να έχει καλές σχέσεις και με την Τουρκία, που βρισκόταν σε ένα πολύ ευαίσθητο σημείο για το NATO και σε εξαιρετικά επικίνδυνο για τη Σοβιετική Ενωση. Ηταν την ίδια περίοδο που ο Γ. Παπανδρέου είχε απορρίψει την πρόσκληση της σοβιετικής κυβέρνησης να επισκεφτεί τη Μόσχα, ενώ ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού δήλωνε ότι η Τουρκία δε θα συνέπραττε στην πολυμερή πυρηνική δύναμη του NATO.
Δεν είναι βεβαίως περίεργο γιατί Ελληνες πολιτικοί παράγοντες, που θεωρούσαν τα Σχέδια Ατσεσον ως ευκαιρία που χάθηκε15 δε θεωρούσαν ως τέτοια ευκαιρία τη σοβιετική πρόταση.
Η έκθεση Πλάζα
Στις 26.3.1965 ο νέος μεσολαβητής του ΟΗΕ Γκάλο Πλάζα υπέβαλε έκθεση στο ΓΓ του ΟΗΕ και αργότερα σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η έκθεση αποτελούνταν από τρία κεφάλαια:
1. Ανεξαρτησία, αυτοδιάθεση και διεθνής ειρήνη. 2. Η δομή της πολιτείας. 3. Η προστασία των ατομικών και μειονοτικών δικαιωμάτων.
Η πρόταση απέκλειε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, που την προσδιόριζε ως «ένα θέμα ελεύθερης επιλογής, σε ένα μεταγενέστερο ίσως στάδιο, αν αυτή ήταν η κοινή επιθυμία όλων των κατοίκων του νησιού».16
Η έκθεση Πλάζα δεν αποδεχόταν την άποψη ότι ήταν αδύνατη η συμβίωση των δύο κοινοτήτων της Κύπρου, γι' αυτό και θεωρούσε αβάσιμο και απαράδεκτο το διαχωρισμό του κυπριακού πληθυσμού. Εκτιμούσε ότι αυτός μπορούσε να γίνει μόνο με βία.
Αναγνώριζε το δικαίωμα της πλειοψηφίας να κυβερνάει, με ταυτόχρονη εξασφάλιση των δικαιωμάτων της μειονότητας. Ως ένα τέτοιο μέσο-εγγύηση θεωρούσε το διορισμό αξιωματούχου του ΟΗΕ με ένα επιτελείο παρατηρητών και συμβούλων, που θα έμεναν στην Κύπρο για όσο καιρό χρειαζόταν, προκειμένου να εποπτεύουν τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες.
Η έκθεση Πλάζα έγινε δεκτή από την κυπριακή και την ελληνική κυβέρνηση, αλλά απορρίφθηκε από την Τουρκία και από την τουρκοκυπριακή ηγεσία. Στις 18.12.1965 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ χαρακτήρισε την έκθεση εποικοδομητική και συνέστησε στο Συμβούλιο Ασφαλείας να συνεχίσει τις προσπάθειες μεσολάβησης.
Τελικά το σχέδιο Πλάζα δεν είχε αίσιο τέλος και ο ίδιος παραιτήθηκε εξαιτίας πρωτοβουλιών σειράς δυνάμεων που ήθελαν το Κυπριακό έξω από τον ΟΗΕ και επιδίωκαν τη διχοτόμηση της Κύπρου.
Ετσι το Κυπριακό συνέχισε να εξελίσσεται ως ελληνοτουρκική διαφορά. Ολόκληρο το 1966 κύλησε με τις αποφάσεις του ΟΗΕ να παραμερίζονται και την κυβέρνηση της Κύπρου να δέχεται τις πιέσεις της ελληνικής, τις επικρίσεις μεγάλου μέρους του ελληνικού αστικού Τύπου και τις πολιτικές επιθέσεις της τουρκικής κυβέρνησης που υποστήριζε αμετακίνητα το πρώτο Σχέδιο Ατσεσον.
Η ρήξη Χούντας - Μακάριου
Από την επικράτηση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα μέχρι το Δεκέμβρη του 1967 υπήρξε έντονη δραστηριοποίηση για το Κυπριακό. Μετά από διαβουλεύσεις, έγινε η ελληνοτουρκική συνάντηση στον Εβρο (Κεσάν-Αλεξανδρούπολη, 9 και 10 Σεπτέμβρη), ανάμεσα στους πρωθυπουργούς Κωνσταντίνο Κόλλια και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, όπου οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν. Σύμφωνα με το σχέδιο που πρότεινε η ελληνική κυβέρνηση, η Κύπρος θα γινόταν ελληνική και θα δίνονταν εγγυήσεις για την τουρκοκυπριακή μειονότητα, αλλά και θα εκχωρούνταν στην Τουρκία μια σημαντική στρατιωτική περιοχή στη Δυτική Θράκη. Η πρόταση απορρίφτηκε και ο Γ. Παπαδόπουλος θεώρησε τον πρωθυπουργό Κ. Κάλλια υπεύθυνο για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων.
Δύο μήνες αργότερα (Νοέμβρης 1967) δημιουργήθηκαν σοβαρά επεισόδια στην Κοφίνου και στον Αγιο Θεόδωρο, με αποκορύφωμα την εξόντωση Τουρκοκυπρίων στην Κοφίνου από μονάδες του ελληνικού στρατού, με επικεφαλής τον Γρίβα (διοικητή των Ελληνικών Δυνάμεων στην Κύπρο από τον Ιούνη του 1964).
Στην άμεση αντίδραση της Αγκυρας που απείλησε με κήρυξη πολέμου, η Χούντα απέσυρε τον Γρίβα και την ελληνική μεραρχία. Ο Μακάριος δήλωσε ότι η ένωση, αν και επιθυμητή, δεν αποτελούσε πλέον εφικτό στόχο.
Η αποκήρυξη της ένωσης φαίνεται ότι είχε πλατιά απήχηση στην Κύπρο, καθώς λίγο αργότερα (25.2.1968) ο Μακάριος επανεκλέχτηκε πρόεδρος με 95,45%. Το υπόλοιπο ποσοστό συγκέντρωσε ο Τ. Ευδόκας, εκπρόσωπος της Ενωτικής Παράταξης.
Η πολιτική της Χούντας, που βρισκόταν σε φανερή διάσταση με την πολιτική της κυπριακής κυβέρνησης, είχε δύο όψεις: Από τη μία, τασσόταν υπέρ των ενδοκυπριακών διαπραγματεύσεων και από την άλλη υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Ταυτόχρονα απέφευγε τη διεθνοποίηση του Κυπριακού.
Η κυπριακή κυβέρνηση αντέκρουσε την πολιτική της Χούντας. Παρέμεινε στη θέση της διεθνοποίησης του Κυπριακού, όπως και η Σοβιετική Ενωση.
Σταδιακά οι ενδοκοινοτικές συνομιλίες παραμερίστηκαν και το Κυπριακό έγινε αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κυβέρνησης.
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία εκφράζονταν και στην ιδιότητά τους ως μελών του NATO, στον ανταγωνισμό τους για τον έλεγχο της περιοχής. Από τα πράγματα, η Τουρκία ήταν σημαντικότερος σύμμαχος για τις ΗΠΑ. Κατείχε στρατηγική θέση στα σύνορα της ΕΣΣΔ και της Μέσης Ανατολής, ενώ αποτελούσε ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν η πολιτική της κυπριακής κυβέρνησης να στραφεί άμεσα σε κατεύθυνση συμμαχίας μαζί τους, βγαίνοντας από την πορεία των καλών σχέσεων με την ΕΣΣΔ.
Η ελληνική Χούντα, που θεωρούσε ότι ήταν σε θέση να πετύχει την ένωση, ήρθε στην κυβερνητική εξουσία σε μια περίοδο που η ελληνοκυπριακή αστική τάξη είχε ήδη κάνει την επιλογή της, εγκαταλείποντας οριστικά τη θέση της ένωσης. Αυτό ακριβώς εξέφρασε η πολιτική του Μακάριου και γι' αυτό η Χούντα τον αποκαλούσε ανθενωτικό και φιλοανεξαρτησιακό. Η στρατιωτική δικτατορία πίστευε ότι η απομάκρυνση του Μακάριου θα βελτίωνε το συσχετισμό υπέρ της ένωσης με τον προσεταιρισμό των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ.
Οι ΗΠΑ στήριξαν τις ενέργειες της Τουρκίας. Η Βρετανία ενθάρρυνε τις αξιώσεις της και την ισχυροποίηση της τουρκοκυπριακής μειονότητας ως παράγοντα εναντίωσης στην ένωση, γιατί έτσι εδραιωνόταν περισσότερο η παρουσία της στην Κύπρο. Μετά από την εξασφάλιση των βρετανικών βάσεων σε συνθήκες αποαποικιοποίησης της Κύπρου, η δυναμική των αυτοτελών συμφερόντων της Τουρκίας είχε διαμορφώσει συσχετισμό που εμπόδιζε σε μεγάλο βαθμό το ενιαίο του κυπριακού κράτους. Ετσι έχοντας η κατάσταση, η Κύπρος είχε τεθεί πια στην τροχιά της διχοτόμησης.
Σημειώσεις:
1. «Νέος Κόσμος», τεύχ. 7, σελ. 115, Ιούλης 1958.
2. Στο Συμβούλιο του Στέμματος συμμετείχαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Παρασκευόπουλος και οι Γεώργιος Παπανδρέου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Στέφανος Στεφανόπουλος, Σπύρος Μαρκεζίνης, Ηλίας Τσιριμώκος, όλοι αρχηγοί κομμάτων και πρώην πρωθυπουργοί. Ακόμα, οι Παύλος Οικονόμου-Γκούρας και Ιωάννης Τούμπας, νυν και πρώην υπουργοί Εξωτερικών αντίστοιχα. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Σπύρος Κυπριανού, υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, προσήλθαν στο Συμβούλιο πολλή ώρα μετά από την έναρξή του. Από το Συμβούλιο αποκλείστηκε η ΕΔΑ. Ο πρωθυπουργός δικαιολόγησε τον αποκλεισμό ως εξής: «Το Κυπριακόν άπτεται των συμμαχικών σχέσεων προς τας οποίας η ΕΔΑ έχει εκδηλώσει επισήμως την αντίθεσιν της» («Απογευματινή», 4.2.1967).
3. Γιάννος Ν. Κρανιδιώτης, «Το Κυπριακό Πρόβλημα 1960-1974», σελ. 159-163, εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα, 1984.
4. Τα «13 σημεία» της προτεινόμενης αναθεώρησης του Συντάγματος:
«1. Να καταργηθεί το δικαίωμα αρνησικυρίας του αντιπροέδρου.
2. Ο αντιπρόεδρος να καταστεί πραγματικός αντιπρόεδρος, με τη διεθνή σημασία της λέξης. Σύμφωνα με την τροποποίηση αυτή να αναθεωρηθούν όλες οι σχετικές με τα καθήκοντα του αντιπροέδρου και την αναπλήρωση του προέδρου πρόνοιες του Συντάγματος.
3. Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων να εκλέγονται από ολόκληρο το σώμα και όχι χωριστά από τα ελληνικά και τουρκικά μέλη της Βουλής.
4. Ο αντιπρόεδρος της Βουλής να εκτελεί καθήκοντα αντιπροέδρου του σώματος, κατά τα διεθνώς καθιερωμένα.
5. Να καταργηθούν οι πρόνοιες του Συντάγματος για χωριστές πλειοψηφίες, αναφορικά με την ψήφιση φορολογικών νόμων ή νόμων που αφορούν στους δήμους και το εκλογικό σύστημα.
6. Οι δήμοι να είναι ενιαίοι.
7. Να καθιερωθεί ενιαία Δικαιοσύνη και να καταργηθούν οι υφιστάμενες για τα δικαστήρια χωριστικές πρόνοιες του Συντάγματος.
8. Να ενοποιηθούν η χωροφυλακή και η αστυνομία, και να καταργηθούν όλες οι υφιστάμενες χωριστικές διατάξεις για τα σώματα ασφαλείας.
9. Η δύναμη και η σύνθεση της αστυνομίας και του στρατού να καθοριστούν με νόμο που να ψηφίσει η Βουλή των Αντιπροσώπων.
10. Να αντικατασταθεί η διάταξη περί ποσοστιαίας αναλογίας στη Δημόσια Υπηρεσία με ρήτρα που να διασφαλίζει εύλογη εκπροσώπηση των Τούρκων, στη βάση της πληθυσμιακής τους αναλογίας.
11. Να γίνει αναδιάρθρωση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας.
12. Οι αποφάσεις της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας να λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία και όχι με χωριστή των ελληνικών και των τουρκικών μελών.
13. Να καταργηθεί η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση και να διατηρηθεί μόνο η Τουρκική, αφού τροποποιηθεί το καθεστώς της, ώστε να διασφαλίζει τα βασικά δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων σαν μειονότητας» (Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο. «Γεγονότα και Κείμενα», τόμ. 6, σελ. 105-107, έκδ. «Η Καθημερινή»).
5. Γιάννος Ν. Κρανιδιώτης, «Το Κυπριακό Πρόβλημα 1960-1974», σελ. 62,63, εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα, 1984.
6. Τα 12 σημεία των θέσεων της Τουρκίας ήταν:
«1. Το δικαίωμα παρέχεται εν όψει του παρελθόντος των δύο κοινοτήτων, ως μέσον προστασίας των Τουρκοκυπρίων, διά να παρεμποδίζωνται προσπάθειαι των Ελλήνων να προβούν εις κατάχρησιν της ισχυρός θέσεώς των.
2. Η προσφορά είναι γενναιόδωρος, αλλ' αι εκλογαί διεξάγονται εις κοινοτικήν βάσιν. Αν μεταβληθή η διευθέτησις αύτη, θα καταργηθούν άλλαι πρόνοιαι των Συμφωνιών και του Συντάγματος, αι οποίαι κατοχυρώνουν την αρχή της υπάρξεως των δύο κοινοτήτων.
3. Οπως και ανωτέρω (σημείον 2), αν υιοθετηθή η τροποποίησις, θα μεταβληθή το καθεστώς που εδημιούργησαν αι Συμφωνίαι και θα μεταβληθή η τουρκοκυπριακή κοινότης εις μειονότητα.
4. Το δικαίωμα εδόθη διά προστασίαν των Τουρκοκυπρίων εναντίον δυσμενούς διακρίσεως.
5. Ο καθορισμός χωριστών δήμων δεν είναι αδύνατος. Αι τουρκικοί περιοχαί θα παραμεληθούν.
6. Εξαιτίας της υπάρξεως τρομοκρατικών οργανώσεων και των προσπαθειών δι' επηρεασμόν της Δικαιοσύνης, ο διαχωρισμός εις την απόδοσιν της Δικαιοσύνης διασφαλίζει τους δικαστάς από πιέσεις.
7. Αν υπάρχουν δυσκολίαι, δύνανται να αρθούν με αναδιοργάνωσιν των δύο σωμάτων και όχι με συνταγματικός τροποποιήσεις.
8. Αι διευθετήσεις αυταί είναι αναγκαίοι διά να μην τεθή εις κίνδυνον η ασφάλεια των Τούρκων.
9. Αι πρόνοιαι αυταί είναι αναπόσπαστον τμήμα του Συντάγματος και έχουν σκοπόν να προστατεύσουν τους Τουρκοκυπρίους και να τους εμπνεύσουν αίσθημα ασφαλείας.
10. Δεν δύναται να γίνη δεκτή η τροποποίησις διότι η επιτροπή έλαβεν ήδη αποφάσεις εις βάρος των Τούρκων.
11. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη ότι τα δικαστικά όργανα θα εξησφάλιζον αμεροληψίαν εις την πλήρωσιν θέσεων και εις τας προαγωγάς.
12. Το Κυπριακόν κράτος δεν είναι ελληνικόν κράτος, αλλά κοινοτικόν κράτος, το οποίον ιδρύθη με συμφωνίαν των δύο κοινοτήτων. Τούτο ήτο βασικόν στοιχείον των Συμφωνιών και του Συντάγματος και διά τούτο ουδεμία τροποποίησις είναι δεκτή» (Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο. «Γεγονότα και Κείμενα», τόμ. 6, σελ. 107, έκδ. «Η Καθημερινή»).
7. Γιάννος Ν. Κρανιδιώτης, «Το Κυπριακό Πρόβλημα 1960-1974», σελ. 134-136, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1984.
8. Ο.π., σελ. 136-137.
9. Σπύρος Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τόμ. Ε' 1964-1967, σελ. 53, εκδ. «Παπαζήση», Αθήνα.
10. Σπύρος Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τόμ. Ε' 1964-1967, σελ. 14, εκδ. «Παπαζήση», Αθήνα.
11. Το ΚΚΕ. «Επίσημα Κείμενα», τόμ. 9, σελ. 426, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2002.
12. «Νέος Κόσμος», τεύχ. 9, σελ. 4, Σεπτέμβρης 1964.
13. Νέα «εξοπλιστική» κρίση εκδηλώθηκε στις σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας στα τέλη Δεκέμβρη του 1966. Η κυπριακή κυβέρνηση αποφάσισε να αγοράσει όπλα από την Τσεχοσλοβακία, για να εξοπλίσει την κυπριακή αστυνομία. Στην Αθήνα ξέσπασε πραγματική θύελλα με τη συνδρομή του Γρίβα από την Κύπρο. Ο κυβερνητικός Τύπος επιτέθηκε με υβριστικές εκφράσεις ενάντια στον Μακάριο. Υστερα από ανοιχτή και παράλληλη επέμβαση Αθήνας και Αγκυρας, τα όπλα δόθηκαν στις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ που ήδη είχαν φτάσει στην Κύπρο.
14. «Το Βήμα», 22.1.1965, όπως δημοσιεύεται στο Σπύρος Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη Χούντα», τόμ. Ε' 1964-1967, σελ. 123-124, εκδ. «Παπαζήση», Αθήνα.
15. Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, «Η ταραγμένη εξαετία (1961-1967)», τόμ. Α', σελ. 210, εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα, 1997.
16. Γιάννος Ν. Κρανιδιώτης, «Το Κυπριακό Πρόβλημα 1960-1974», σελ. 119, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1984.

TOP READ