5 Δεκ 2011

Οι πολιτευτές



Γρηγοριάδης Κώστας
Ο Χρήστος πήγαινε στο γυμνάσιο της διπλανής πόλης. Κάθε μέρα γινόταν αυτό, με τα πόδια, μαζί με άλλους συμμαθητές του, χωριανούς, και το μεσημέρι γύριζαν στο χωριό. Πέντε χιλιόμετρα ήταν η απόσταση. Πολλές φορές ήταν τυχεροί. Ανέβαιναν σε κανένα κάρο, σε κανένα φορτηγό και αν κονομούσαν κανένα ποδήλατο ήταν της μόδας, αλλά λίγοι τα είχαν αυτοί που ήταν εύποροι και δεν σου τα δάνειζαν βεβαίως, εκτός κι αν ήταν συγγενείς που τα είχες καλά μαζί τους.
Στην πόλη είχε κι έναν θείο, αδερφό της μάνας του, που ήταν γιατρός και βουλευτής του Νομού, παρακαλώ.
Του έλεγε η μάνα του «τράβα ρε παιδάκι μου να τον δεις, μπορεί κάπου να σε βοηθήσει, να σε φιλοξενήσει ένα βράδυ, που έρεψες στον ποδαρόδρομο».
Ο Χρήστος δεν έδινε σημασία. Είχε μπάρμπα βουλευτή και κάτι τρέχει στα γύφτικα. Δεν ήθελε υποχρεώσεις, ντρεπόταν κιόλας που ήταν ένα μυξιάρικο με τριμμένα ντρίλινα ρούχα και ξεσολιασμένα παπούτσια.
Τέλος πάντων, από τα πολλά και για να γλιτώσει από την καθημερινή γκρίνια της μάνας του, που τον είχε πρήξει, αποφάσισε να πάει στο γραφείο του. Ηταν προεκλογική περίοδος και είχε αμφιβολίες ότι θα τον έβρισκε. Για ν' απαλλάξει την συνείδησή του από το βάρος και να ησυχάσει, πήγε ευχόμενος να έλειπε και να έδινε τέλος στην γκρίνια ότι δεν πήγε, να έχει και το επάνω χέρι ότι, εγώ έκανα το καθήκον μου, αλλά δεν τον βρήκα.
Οταν σχόλασε πήγε στο γραφείο και ο ιδιαίτερος του είπε ότι έλειπε, αλλά θα ερχόταν σε κανένα μισάωρο. Αυτό του το είπε εμπιστευτικά, να μην ακούσουν οι άλλοι και τον ζαλίζουν. Αναγκαστικά έπιασε μια καρέκλα και χάζευε τον κόσμο που μπαινόβγαινε στο γραφείο του ιδιαίτερου. Απέναντί του μια όμορφη κοπέλα που τη σαλιάριζαν όλοι οι άντρες έκανε τη γραμματέα. Θα πέρασαν μέσα στο γραφείο και πενήντα άτομα όσο περίμενε. Είχε περάσει πάνω από μιάμιση ώρα και ο θείος δεν είχε φανεί. Η γραμματέας έγραφε σ' ένα μεγάλο βιβλίο, τεράστιο ήταν, ό,τι της έλεγε ο ιδιαίτερος.
«Εσείς θέλετε να διορίσετε το κορίτσι σας στο Δημόσιο».
«Μάλιστα, κύριε Περικλή».
«Γράψε Βιβή τα στοιχεία του κυρίου και τι θέλει να του κάνουμε».
Εφευγε αυτός, περνούσε μέσα ο επόμενος.
«Καλώς τον κύριο Θανάση. Σας ακούω».
«Πολλούς χαιρετισμούς στον Βουλευτή μας, αφού λείπει να του το μεταβιβάσετε εσείς».
«Τι σας απασχολεί;».
«Για εκείνο το δάνειο να του πεις, γιατί το ξέχασε τόσο καιρό».
«Μάλιστα. Μην ανησυχείτε, θα επιμεληθώ προσωπικώς, κύριε Θανάση. Θα γίνει. Αλλωστε, εσείς είστε φίλος μας και μας φέρνετε και είκοσι τόσες ψήφους. Να φύγετε ήσυχος, το πρόβλημά σας από αυτή τη στιγμή είναι λυμένο. Να πάτε στο καλό. Θα σας ειδοποιήσω προσωπικώς».
Ο κυρ - Θανάσης τον αποχαιρέτησε ευχαριστημένος και ευχήθηκε με τη νίκη.
«Στη συγκέντρωση του Σαββάτου θα είμαι από τους πρώτους. Τα σέβη μου στο Βουλευτή μας. Με τη νίκη».
Αποχώρησε μ' ένα πλατύ χαμόγελο όσο μια απλάδα.
Ο επόμενος, φώναξε η Βιβή, που δεν προλάβαινε να τεντώσει τα δάχτυλά της, που είχαν πάθει αγκύλωση. Ο ένας πίσω από τον άλλο έμπαιναν, τα έλεγαν κι έφευγαν ευχαριστημένοι. Κανέναν δεν είδε ο Χρήστος να φεύγει λυπημένος. Η γραμματέας έγραφε κι έγραφε ό,τι ζητούσε ο καθένας. Κάποια φορά τέλειωσαν κι ο ιδιαίτερος ευχαριστημένος πλησίασε τον Χρήστο που είχε απελπιστεί και καθόταν σκεφτικός.
«Πάει και η σημερινή ημέρα», είπε ο έμπιστος του θείου του, που τον είχε χρόνια στο γραφείο, δεξί του χέρι. «Αύριο πάλι. Καλά πάμε, από πελατεία, δόξα τω Θεώ. Τον αγαπάει ο κόσμος τον θείο σου, τον έχει για σωτήρα του αλλά κι αυτός τους εξυπηρετεί. Γι' αυτό και τον βγάζει μόνιμα Βουλευτή».
«Πότε θα έρθει;» είπε ο Χρήστος.
«Βαρέθηκες, ε; Κάνε υπομονή, θα έρθει. Τιμή σου που έχεις θείο Βουλευτή. Το μέλλον σου το έχεις από τώρα εξασφαλισμένο».
Το τηλέφωνο χτύπησε δαιμονισμένα. Ο ιδιαίτερος έτρεξε και το σήκωσε. Ηταν ο θείος. Τού είπε ότι τον περίμενε ο ανιψιός του τόση ώρα κι απ' ό,τι κατάλαβε ο Χρήστος θα ερχόταν σε λίγα λεπτά.
Ηρθε επιτέλους ο θείος και τον αγκάλιασε πραγματικά με πολλή στοργή. Για να μην πολυλογούμε τον πήρε στο σπίτι να τού κάνει το τραπέζι. «Μην σε νοιάζει ανιψιέ. Το βραδάκι θα σε πάει ο σωφέρ μου στο χωριό. Πάμε να σε δει και η θειά σου, που έχει χρόνια να δει τι λεβέντη ανιψιό έχω».
Ο Χρήστος στρογγυλοκάθισε δίπλα στο θείο του, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου σαν πασάς στα Γιάννενα και πήγαν στο σπίτι. Ντρεπόταν κιόλας, καμάρωνε όμως, ένιωθε ότι ήταν κάτι, ότι είχε κι αυτός εξουσία. Ε! ρε τι σου είναι οι Ελληνες, σκέφτηκε.
Στο σπίτι, η υπηρέτρια έστρωσε το τραπέζι με όλα τα καλά. Του βάλανε και άσπρη πετσέτα στο λαιμό που του θύμιζε την σαλιάρα όταν ήταν μικρός για να μην λερωθεί, όπως του είπαν. Κύριος ο Χρήστος. Μόνο που δεν ήξερε με ποιο χέρι πιάνουν το πηρούνι και με ποιο το μαχαίρι. Πονηρός όμως τούς κρυφοκοίταζε και ό,τι έκαναν αυτοί το έκανε κι αυτός.
Επειτα από το φαγητό που ήταν κρέας με πατάτες στο φούρνο, έφεραν γλυκό και τι γλυκό, γαλακτομπούρεκο που τού άρεσε. Τρίτη φορά ήταν που έτρωγε στη ζωή του. Μάλιστα δεν θυμόταν και πώς το έλεγαν.
Ακολούθησε ο καφές, ήπιε μια - δυο γουλιές ο Χρήστος γιατί επέμενε ο θείος, ενώ η θεία έλεγε όταν ήταν μικρός και δεν έκανε να μάθει στους καφέδες. Ο θείος άναψε κι ένα πούρο μισό μέτρο, δεν μπορούσε ακόμη ο Χρήστος να υπολογίσει, ίσως σκεφτόταν υπερβολικά και βρώμισε η ατμόσφαιρα. Επιασαν έπειτα την κουβέντα και ο θείος τον ρώταγε για το σχολείο, τους καθηγητές, αν ήταν καλοί και αν τον πρόσεχαν, για τους γονείς του, τα χτήματα, τους χωριανούς.
«Θα έρθω την άλλη εβδομάδα στο χωριό για να εκφωνήσω και λόγο και θα δω τους γονείς σου. Ανιψιέ μην σε νοιάζει για τίποτα, εγώ είμαι εδώ! Το μόνο που έχεις εσύ να κάνεις είναι να διαβάζεις, τίποτε άλλο».
«Θείε», είπε ο Χρήστος, «όσο ήμουνα στο γραφείο και σε περίμενα δημιούργησα μέσα μου κάποιες απορίες. Ντρέπομαι να στο πω αλλά να, είμαι περίεργος να μάθω».
«Μίλα ελεύθερα, ανιψιέ, δεν υπάρχει ντροπή».
«Να! σε όλους αυτούς που ζητούσαν να τους κάνεις κάτι και το σημείωνε η Βιβή στο βιβλίο θα τους το κάνεις;».
Ο θείος έβαλε τα γέλια.
«Δεν είναι δυνατόν σε όλους, ρε κουτέ ανιψιέ».
«Μα τότε δεν θα ξαναβγείς Βουλευτής. Θα χάσεις ψήφους όταν τους δυσαρεστήσεις».
«Κοίταξε να δεις, ανιψιέ. Πρώτα θα φροντίσω αυτούς που δίνουν τις περισσότερες ψήφους. Στη συνέχεια, όσους μπορέσω θα βολέψω. Πρώτα φυσικά τους φίλους, τους συγγενείς, τους κολλητούς μου εν ολίγοις, τους πιο άγριους και κολιτσίδες. Τι να κάνουμε, όλους δεν γίνεται να τους εξυπηρετήσω».
«Μα έτσι θα κινδυνέψεις να μη βγεις βουλευτής».
«Θα βγω πάλι, μην ανησυχείς. Ανιψιέ δεν ξέρεις εσύ από αυτά. Αυτοί που θα φύγουνε δυσαρεστημένοι από εμένα θα πάνε στον άλλο συνάδελφο Βουλευτή και αυτουνού οι δυσαρεστημένοι θα έρθουν σε μένα. Ετσι θα υπάρχει πάντα μια ισορροπία. Στο τέλος και οι δύο πάντα θα βγαίνουμε Βουλευτές!».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ