1 Ιουλ 2012

Στιγμές από την άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ


ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ Στιγμές από την άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ
Το σημερινό ένθετο «Ιστορία» του «Ριζοσπάστη» αναφέρεται στη δράση του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού 1929 - 1933. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται στην ανάπτυξη της πάλης στα 1932 και μετά, στην περίοδο που Πρόεδρος των ΗΠΑ εκλέγεται ο Φρ. Ρούσβελτ και εφαρμόζει την πολιτική διαχείρισης που έμεινε στην ιστορία ως «Νιου Ντιλ», πολιτική κεϋνσιανής, σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης εξόδου από την κρίση σε όφελος του κεφαλαίου. Το κείμενο «Τα σταφύλια της οργής» (τίτλος κεφαλαίου των συγγραφέων) αναδημοσιεύεται από την έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής», «Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ» των ΡΙΤΣΑΡΝΤ Ο. ΜΠΟΓΙΕΡ - ΧΕΡΜΠΕΡΤ Μ. ΜΟΡΕ. Οι ίδιοι οι συγγραφείς του βιβλίου αναφέρουν ότι η πολιτική του «Νιου Ντιλ» ήταν πολιτική διάσωσης του καπιταλισμού. Ηταν επίσης η περίοδος που για πρώτη φορά γίνεται νόμος για τις Συλλογικές Συμβάσεις. Από το κείμενο και τα γεγονότα που αναφέρει, ο αναγνώστης θα διαπιστώσει τη δύναμη της ταξικής αλληλεγγύης στους αγώνες ενάντια στους καπιταλιστές, αφού ο αγώνας ενός κλάδου γίνεται ταυτόχρονα αγώνας πολλών άλλων κλάδων και μάλιστα με ανεβασμένες μορφές πάλης, αφού κράτος και καπιταλιστές παρά το νόμο για τις συμβάσεις χτυπούν ενιαία τους απεργούς εργάτες ακόμη και με τα όπλα. Ετσι, το «όλοι για έναν και ένας για όλους» γίνεται πράξη στην κλιμάκωση της ταξικής πάλης που φέρνει και νικηφόρα αποτελέσματα. Δείχνει επίσης ότι η εφαρμογή των νόμων του αστικού κράτους και των αστικών κυβερνήσεων είναι κενό γράμμα για τους καπιταλιστές, όπως, π.χ., ο νόμος για τις συμβάσεις, και μπορεί να επιβληθεί για να βελτιώσει τη ζωή της εργατικής τάξης μόνο με την ταξική πάλη όταν διαμορφώνει ανάλογο συσχετισμό. Εχει τη σημασία του σήμερα που επίσης υπάρχουν συνθήκες βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και κάποιες δυνάμεις σαν τον ΣΥΡΙΖΑ προβάλλουν την πολιτική λύσης εργατικών, λαϊκών προβλημάτων από τα πάνω, από μια τάχα προοδευτική ή αριστερή κυβέρνηση με μια άλλη διαχείριση, που θα αναγκάσει τάχα τους καπιταλιστές να ανακουφίσουν τους εργάτες! Τέλος, δείχνει τον αντικομμουνισμό ως πρόσχημα για το χτύπημα του κινήματος αλλά και την πρωτοπόρα δράση των κομμουνιστών στην οργάνωση της πάλης.

ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ
Ο Μακ Αρθουρ κερδίζει μια μάχη
Οι βετεράνοι του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου θα έδειχναν πόσο αργά ήταν. Με νόμο του Κογκρέσου του 1923 πολλές χιλιάδες απ' αυτούς επρόκειτο να εισπράξουν 50 ή 100 δολάρια σαν προσαρμοσμένη πληρωμή υπηρεσιών. Τα χρήματα, όμως, δεν θα πληρώνονταν παρά το 1945. Αλλά το 1932, 50 ή 100 δολάρια φάνταζαν ολόκληρη περιουσία, ήταν η γέφυρα ανάμεσα στον πεινασμένο και το χορτάτο, έστω και για μερικές βδομάδες μόνο. Παρακινημένο από την ανέχεια, έκανε την εμφάνισή του ένα παράξενο και αυθόρμητο κίνημα στα πλαίσια του οποίου ομάδες βετεράνων, χωρίς καμία σχεδόν οργάνωση, πολλοί μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, κατευθύνθηκαν προς την Ουάσιγκτον με κάθε μέσο για να απαιτήσουν από το Κογκρέσο να τους δοθεί τώρα η πληρωμή τους.
Ολα άρχισαν τον Απρίλη του 1932, όταν κομμουνιστές ηγέτες της Ενωσης Εργατών Παλαιών Πολεμιστών, ο Πίτερ Κατσιόνε, ο Τζέιμς Ου. Φορντ και ο Εμάνιουελ Λέβιν κατέθεσαν στην Επιτροπή Μέσων και Πόρων της Βουλής, απαιτώντας την άμεση παροχή του αποκαλούμενου «δώρου», δηλαδή, της προσαρμοσμένης πληρωμής υπηρεσιών που πρόβλεπε την επιπρόσθετη παροχή 1 δολαρίου την ημέρα για υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις μέσα στη χώρα στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και 1,25 δολάρια για υπηρεσία στο εξωτερικό. Η πληρωμή του ποσού όμως θα γινόταν μετά από δεκατρία χρόνια. Οταν η Επιτροπή του Κογκρέσου απέρριψε το αίτημα, οι κομμουνιστές κάλεσαν τους βετεράνους να πάρουν μέρος σε πορεία προς την Ουάσιγκτον.
Λίγοι, όμως, πίστευαν ότι μια πορεία που είχε ξεκινήσει από κομμουνιστές θα σημείωνε επιτυχία.
Γιατί, οι περισσότεροι ισχυροί δεν είχαν συνειδητοποιήσει το επακόλουθο της κρίσης, την ταπείνωση, η οποία γινόταν ιδιαίτερα αισθητή σε όσους είχαν επαινεθεί κάποτε ως ήρωες, σε όσους είχαν επαινεθεί επειδή έκαναν τον κόσμο ασφαλές μέρος για τη δημοκρατία. Είχαν σώσει τη χώρα τους, έλεγαν οι βετεράνοι, και τι κέρδισαν; Εξώσεις, ανεργία, πείνα, αρρώστια, πολλές φορές και έλλειψη στέγης, αν εξαιρέσουμε τις Χούβερβιλ1. Δεν είχε καλά - καλά ανακοινωθεί το κάλεσμα για την πορεία, όταν βετεράνοι που δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν έναν κομμουνιστή από ένα μωαμεθανό, ξεκίνησαν το ανεπανάληπτο ταξίδι τους προς την Ουάσιγκτον.
Μέσα σε παλιά αυτοκίνητα ή με τα πόδια, μέσα σε σαραβαλιασμένα φορτηγά ή σε φορτηγά τρένα, πολλές φορές σταματώντας τα επιβατικά τρένα και ζητώντας να ταξιδέψουν δωρεάν, οι βετεράνοι άρχισαν την Πορεία για το Δώρο. Ηρθαν από την Αλάσκα, από 4.000 μίλια απόσταση. Τρεις μπήκαν λαθρεπιβάτες σε πλοίο από τη Χονολουλού στο Σαν Φραντσίσκο και μετά συνέχισαν με οτοστόπ ή με φορτηγά τρένα. Συνέκλιναν προς την Ουάσιγκτον σε ομάδες, καμιά φορά μέχρι και χιλίων ατόμων. Ερχονταν οικογένειες από το Νότο παίρνοντας τους δρόμους της Αλαμπάμα. Ο πατέρας κρατούσε το μικρό στην αγκαλιά του και η μητέρα είχε μπροστά της το μεγαλύτερο παιδί. Αλλες ομάδες έμπαιναν με θόρυβο στις πόλεις μέσα σε ασθμαίνοντα φορτηγά, πεινασμένοι και παγωμένοι από την ανοιξιάτικη βροχή φώναζαν και τραγουδούσαν, ζητούσαν τρόφιμα και βενζίνη. Οι τρόποι τους είχαν έναν αέρα αγένειας και περίεργης απερισκεψίας.
Το πρώτο τμήμα ξεκίνησε στις αρχές του Μάη από το Πόρτλαντ του Ορεγκον. Το αποτελούσαν διακόσιοι βετεράνοι μαζί με τις οικογένειές τους. Οι επιφανείς πολίτες προσπάθησαν να τους αποτρέψουν, τονίζοντας ότι η πορεία είχε διοργανωθεί από τους κομμουνιστές. Αναφέρθηκε ότι οι βετεράνοι απάντησαν: «Δεν μας ενδιαφέρει ποιος την οργάνωσε. Εμείς θέλουμε τα λεφτά μας. Τα λεφτά δεν είναι κομμουνιστικά».
Ξεκίνησαν από όλη τη χώρα, από το Λιτλ Ροκ του Αρκάνσας, το Νάιλς Σέντερ του Ιλινόις, το Περού της Ιντιάνα, το Νταμπάκ της Αϊόβα και το Γκρέις Χάρμπορ της Ουάσιγκτον. Πλησίαζαν προς την Ουάσιγκτον από κάθε κατεύθυνση, από το Βορρά, το Νότο, την Ανατολή και τη Δύση. Φαίνονταν τόσο παράξενοι, τόσο παράτολμοι και αποφασιστικοί, ώστε προκάλεσαν υστερία στις τάξεις των ισχυρών και ευυπόληπτων. Πρέπει να τους εμποδίσουμε, έγραφαν οι εφημερίδες, πρέπει να διαλυθούν, να γυρίσουν με τη βία στα σπίτια τους.(...)
Πρέπει να εμποδιστούν, απαιτούσε ο στρατηγός Πέλαμ Γκλάσφορντ, αρχηγός της αστυνομίας της πόλης της Ουάσιγκτον. Εστειλε προς κάθε κατεύθυνση τηλεγραφήματα με το αίτημά του: σε κυβερνήτες και αστυνόμους, σε δημάρχους και σερίφηδες. Είναι δύσκολο όμως να συγκρατήσεις την παλίρροια. (...)
Στις 15 του Ιούνη περίπου 25.000 άτομα είχαν δημιουργήσει την πιο παράξενη κοινότητα που παρουσιάστηκε ποτέ στη Βόρεια Αμερική. Ζούσαν μέσα σε σπηλιές και τρύπες του εδάφους, μέσα σε καλύβες φτιαγμένες από χαρτοκιβώτια, μέσα σε σκηνές και κάτω από υπόστεγα ή στο ύπαιθρο με μόνο τους κάλυμμα τις κουβέρτες. Ολα αυτά συνέβαιναν στην καρδιά της χώρας, σε μικρή απόσταση από το Καπιτώλιο και τον Λευκό Οίκο, τα σύμβολα της δημοκρατίας και της εξουσίας του λαού.
Στις 15 του Ιούνη, σύμφωνα με μεταγενέστερη δήλωση του διευθυντή της αστυνομίας στρατηγού Γκλάσφορντ, πάρθηκε η απόφαση να διαλυθούν ... Αυτό ήταν απαίτηση, είπε ο στρατηγός Γκλάσφορντ, πολλών αξιοσέβαστων πολιτών από όλη τη χώρα. «Μερικοί εκπρόσωποι των εύπορων τάξεων», συνέχισε, «θεωρούσαν την κατάληψη της πρωτεύουσας της χώρας σαν επαναστατική ενέργεια». Συνέπεια αυτού του ενδιαφέροντος, είπε ο Γκλάσφορντ, ήταν να σταλούν ειδικές οδηγίες προς το στρατό και τους πεζοναύτες της Ουάσιγκτον και των γύρω περιοχών για τη χρήση δακρυγόνων και άλλων «μέσων κατάλληλων για τη διάλυση πλήθους».
«Μερικοί εκπρόσωποι των εύπορων τάξεων» είχαν επίσης αποφασίσει ότι οι βετεράνοι δεν έπρεπε να λάβουν την προσαρμοσμένη πληρωμή τους και ενημέρωσαν σχετικά το Κογκρέσο, διαμέσου του Εθνικού Οικονομικού Συνδέσμου. Αυτή η οργάνωση, δημιουργήθηκε την εποχή που άρχισε να μαζεύεται η «στρατιά του δώρου», την άνοιξη του 1932. Ολο το βάρος της έπεσε στην παρεμπόδιση της πληρωμής προς τους βετεράνους, βάρος καθόλου αμελητέο μια και τη χρηματοδοτούσαν προσωπικότητες σαν τον Τζον Ντ. Ροκφέλερ το νεότερο, το στρατάρχη Φιλντ, την Κα Χ. Π. Ντέιβισον, χήρα ενός συνεταίρου του Μόργκαν, τον Εντουαρντ Σ. Χάρκνες της Στάνταρντ Οϊλ και άλλα πρόσωπα ανάλογης βαρύτητας2.
Το Κογκρέσο διέκοψε τις εργασίες του στις 17 του Ιούλη χωρίς να πάρει αποφάσεις σχετικά με τις αιτήσεις των βετεράνων. Τα μέλη του το έσκασαν βιαστικά από την πόλη. Στις 28 του Ιούλη η αστυνομία της Ουάσιγκτον υπό το στρατηγό Γκλάσφορντ διέταξε μερικές εκατοντάδες βετεράνους να εκκενώσουν το κτίριο στη γωνία της Τρίτης οδού με τη λεωφόρο Πενσιλβάνια. Οταν εκείνοι αρνήθηκαν, οι αστυνομικοί τράβηξαν τα όπλα τους και εξαπέλυσαν επίθεση. Δόθηκε μάχη, στην οποία σκοτώθηκαν δύο βετεράνοι. Τα νέα έφτασαν στο Λευκό Οίκο την ώρα που οι βετεράνοι αντιστέκονταν μπροστά στις καλύβες τους κοντά στη λεωφόρο Πενσιλβάνια.
Ο Πρόεδρος Χούβερ, αν και επί τρία συνεχή χρόνια δεν έπαιρνε μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης, τώρα ενέργησε αστραπιαία. Κάλεσε το στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών να κινηθεί ενάντια σε πρώην στρατιώτες του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών, στις γυναίκες και τα παιδιά τους. Εγινε μια μικρή καθυστέρηση, όταν οι επικεφαλής αυτής της, ενάντια σε Αμερικανούς, επίθεσης, ο αρχηγός του επιτελείου στρατηγός Ντάγκλας Μακ Αρθουρ έστειλε να του φέρουν τη στολή του από ένα γειτονικό οχυρό. Μαζί του βρίσκονταν ο συνταγματάρχης Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ και ο ταγματάρχης Τζορτζ Ο' Πάτον. Ο στρατηγός Γκλάσφορντ επισκέφθηκε το στρατηγό Μακ Αρθουρ και, όπως ανέφερε αργότερα, του είπε πως ανάμεσα στους διαδηλωτές για το δώρο βρίσκονταν γυναίκες και παιδιά. «Το ξέρω», ήταν η απάντηση του Μακ Αρθουρ, σύμφωνα πάντα με τον αρχηγό της αστυνομίας.
Ο στρατός ήταν παραταγμένος στη λεωφόρο Πενσιλβάνια όταν έφτασαν, περίπου στις 4 μ.μ., ο στρατηγός Μακ Αρθουρ και ο συνταγματάρχης Αϊζενχάουερ. Μερικοί διαδηλωτές βρίσκονταν πίσω από οδοφράγματα στην Τρίτη οδό, όπου ήταν στημένος ένας καταυλισμός βετεράνων, και αποφασίστηκε να εκδιώξουν πρώτα αυτούς και μετά να προχωρήσουν στη μάχη του Ανακόστια Φλατς. Η «Νιου Γιορκ Τάιμς» έγραφε:
«Κατέβαιναν τη λεωφόρο Πενσιλβάνια... οι στρατιώτες, το ιππικό προπορευόταν, μετά τα τανκς, πίσω τα πολυβόλα και τελευταίο το πεζικό... Μεσολάβησε μισής ώρας αναμονή, καθώς οι αξιωματικοί συνεννοούνταν με τους αστυνομικούς και οι διαδηλωτές καλούσαν σε αντίσταση...
»Μπήκαν μπροστά είκοσι κρανοφόροι στρατιώτες με ρεβόλβερ στα χέρια. Διακόσιοι συνολικά στρατιώτες τοποθετήθηκαν μπροστά από το "οχυρό του δώρου". Τότε άρχισε η επίθεση. Το ιππικό άνοιγε πέρασμα, χτυπούσε με την επίπεδη πλευρά των σπαθιών όσους βρίσκονταν μέσα στην ακτίνα του.
»Η επιχείρηση εκτελέστηκε με ακρίβεια από στρατιωτική άποψη, μα δεν επιδοκιμάστηκε από το πλήθος. Πολλοί αντιστάθηκαν, ανταπέδωσαν τα χτυπήματα, έβρισαν, κλότσησαν τα άλογα...
»Οι σκηνές θύμιζαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε ξένες πόλεις στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Τα ομοσπονδιακά στρατεύματα... έδιωξαν από τον καταυλισμό με τις παράγκες κοντά στη λεωφόρο Πενσιλβάνια τη στρατιά των βετεράνων που απαιτούσαν την πληρωμή του δώρου».
Ενώ οι άντρες του ιππικού καθάριζαν τα οδοφράγματα με τα ξίφη τους, οι πεζικάριοι, φορώντας αντιασφυξιογόνες μάσκες, εξαπολύθηκαν στην περιοχή με τις αξιοθρήνητες πρόχειρες καλύβες από χαρτοκιβώτια. Οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεχαν να ξεφύγουν από τους στρατιώτες της χώρας τους και εκείνοι έριχναν δακρυγόνα προς την κατεύθυνσή τους. (...)
Η Κα Τζον Μέγιερς, με ένα μωρό ηλικίας έντεκα βδομάδων στην αγκαλιά, βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος που τράπηκε σε φυγή. «Δεν ήξερα πού να πάω», είπε αργότερα. «Ανεβήκαμε σε μια βεράντα και μας ακολουθούσαν τα δακρυγόνα. Μια οικογένεια στην απέναντι πλευρά του δρόμου μάς φώναξε να μπούμε στο σπίτι της. Ο στρατός ανέβαινε το λόφο και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να φύγουν μακριά του. Καθώς περνούσαν μπροστά από το σπίτι, ένας έριξε δακρυγόνο μέσα στην αυλή λίγα μέτρα από την πόρτα. Το σπίτι γέμισε καπνούς και όλοι αρχίσαμε να κλαίμε. Βάλαμε βρεγμένες πετσέτες στα πρόσωπα των παιδιών. Μια ώρα αργότερα το μωρό μου έκανε εμετό... Την επόμενη μέρα μελάνιασε και το μεταφέραμε στο νοσοκομείο». Εκεί, το μωρό των έντεκα βδομάδων πέθανε, θύμα του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οσο προχωρούσε το καλοκαιρινό βράδυ, τόσο μεγάλωνε και η πίεση του νικηφόρου στρατού, του ιππικού και των τανκς, του πεζικού και των πολυβόλων, στο Ανακόστια Φλατς. Στην είσοδο του καταυλισμού τους, οι βετεράνοι ήταν οχυρωμένοι πίσω από ξύλα, κουτιά, καρέκλες και τραπέζια. Ακόμα πιο πίσω, μέσα στις σπηλιές και τις καλύβες όπου είχαν καταλύσει όλον αυτό τον καιρό, στέκονταν οι γυναίκες και τα παιδιά και παρακολουθούσαν με αγωνία.
Στο ένα άκρο της πρόχειρης οχύρωσης ένας ψηλός μαύρος βετεράνος κρατούσε την αμερικάνικη σημαία συντροφευμένος από πλήθος άλλων βετεράνων. Ανάμεσά τους βρισκόταν ένας συγγενής του Αβραάμ Λίνκολν, έκτος ξάδερφός του, που τώρα αντιμετώπιζε το στρατό της χώρας του. Λεγόταν Τσαρλς Φρέντερικ Λίνκολν, ήταν «ένας λεπτοκαμωμένος άντρας, μαυρισμένος από την έκθεση στον ήλιο κατά τη διάρκεια της πορείας». Είχε έρθει από το Λος Αντζελες μαζί με άλλους βετεράνους των ακτών του Ειρηνικού. Πιο κει στεκόταν ο Τζον Πέις, «ένας χοντροκόκαλος Αμερικανός βετεράνος του πολέμου... του οποίου οι πρόγονοι είχαν πολεμήσει στην Επανάσταση, στον πόλεμο του 1812 και τον εμφύλιο και που ο πατέρας του, αγρότης σαν και τον δικό του πατέρα, είχε υπηρετήσει στον Ισπανο-αμερικάνικο πόλεμο».
Η μάχη ήταν σύντομη αλλά άγρια. Για άλλη μια φορά, το ιππικό έκανε επίθεση κραδαίνοντας τα ξίφη και το πεζικό ακολούθησε με τις αντιασφυξιογόνες μάσκες και τα δακρυγόνα. Σύντομα το μικρό χωριό των βετεράνων έγινε στάχτη. Οι καλύβες και τα υπάρχοντά τους παραδόθηκαν στη φωτιά. Τα παλιά αυτοκίνητά τους καταστράφηκαν. Οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά τράπηκαν σε φυγή κυνηγημένοι από το στρατό της πατρίδας τους, τυφλωμένοι από τα δακρυγόνα κατέφυγαν παραπατώντας στις γύρω συνοικίες.
Ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών αποδείχτηκε πάλι νικηφόρος. Ο επικεφαλής της επιχείρησης στρατηγός Μακ Αρθουρ έδωσε συνέντευξη στους δημοσιογράφους. Κάποιος του ανέφερε ότι είχε δει έναν άντρα του ιππικού να κόβει με το ξίφος του το αυτί ενός βετεράνου. Μα αυτό είναι αδύνατο, είπε με εύθυμο ύφος ο στρατηγός. «Με το ξίφος δεν κόβεις. Τρυπάς». Πήρε πόζα και με μεγαλοπρέπεια έδειξε τη σωστή κίνηση.
«Ο όχλος ήταν απαίσιος», συνέχισε ο στρατηγός Μακ Αρθουρ.
«Πάνω του έβλεπες τα σημάδια της επανάστασης. Την καλοσύνη και τη λεπτότητα με την οποία τους μεταχειριστήκαμε, την παρεξήγησαν και τη θεώρησαν αδυναμία».
Συνεπαρμένος από τη νίκη, ο Πρόεδρος Χούβερ εξέδωσε την ακόλουθη περήφανη και ηχηρή ανακοίνωση: «Η πρόκληση προς τις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών αντιμετωπίστηκε άμεσα και σθεναρά. Μετά από μηνών υπομονετική συγκατάβαση, η κυβέρνηση αντιμετώπισε την ανοιχτή παρανομία με τον τρόπο που της αρμόζει... Πρωταρχική υποχρέωση της κυβέρνησής μου είναι να διαφυλάσσει και να υπερασπίζει το Σύνταγμα και την έννομη τάξη. Αυτό προτίθεμαι πάντοτε να πράττω».
Ολόκληρη τη νύχτα και την επόμενη μέρα οι πρώην οπλίτες του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών έφευγαν από την πρωτεύουσα σε άτακτη υποχώρηση. Αλλοι κρατούσαν στα χέρια τους παιδιά, άλλοι κούτσαιναν, άλλοι ξερνούσαν στην άκρη του δρόμου από τα δακρυγόνα. Η σύγχυση ήταν μεγάλη. Παιδιά που είχαν χάσει τους δικούς τους έκλαιγαν. Γυναίκες έψαχναν μέσα στο πλήθος για τους άντρες τους που τους είχαν χάσει μέσα στη σύγκρουση.
Είκοσι πέντε χιλιάδες άτομα έφευγαν μακριά από την κυβέρνηση και τo στρατό της και κατευθύνονταν δυτικά στο Μέριλαντ, νότια στη Βιρτζίνια και βόρεια στην Πενσιλβάνια. Μερικοί περπατούσαν με δεκανίκια, άλλοι έβριζαν και άλλοι έκλαιγαν από το θυμό και την ντροπή. Είχαν ασκήσει το συνταγματικό τους δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση προς το Κογκρέσο και ο στρατός, στον οποίο είχαν υπηρετήσει με τόση υπερηφάνεια, είχε στραφεί ενάντιά τους - ο δικός τους ο στρατός, με στολή εκστρατείας, είχε επιτεθεί στις γυναίκες και τα παιδιά τους.
Είχαν κάθε λόγο να κλαίνε.
Μα δεν έκλαψαν πολύν καιρό. Μεγάλος θυμός κατέλαβε το λαό, τους κοινούς ανθρώπους, τους εργαζομένους και κρατήθηκε άσβεστος στις πολλές απεργιακές γραμμές που δημιούργησαν τη CIO. Και στη διάρκεια της διαδικασίας αυτής κατακτήθηκε και το δώρο.
Δακρυγόνα και αλληλεγγύη
Εκείνο το καλοκαίρι του 1932, ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ, κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, απόφοιτος του Γκρότον και του Χάρβαρντ και προερχόμενος από πλούσιο και αριστοκρατικό περιβάλλον, ήταν ο υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος για την προεδρία, με αντίπαλο τον ρεπουμπλικάνο Χέρμπερτ Χούβερ. Αν και ήταν μάλλον συντηρητικών πεποιθήσεων, όταν αναδείχτηκε υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος στο συνέδριο του Σικάγου, η πίεση των καιρών και της βάσης του αμερικάνικου λαού τον έσπρωχναν ήδη προς μία προσωπική εξέλιξη. Θα ερχόταν ο καιρός που τα μέλη του Συνδέσμου της Ελευθερίας, του Χριστιανικού Μετώπου και της οργάνωσης «Η Αμερική Πρώτη» θα τον κατηγορούσαν ότι αυτός, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν κομμουνιστής ή τουλάχιστον συνοδοιπόρος. Τώρα, όμως, οι επικρίσεις της αντίδρασης γίνονταν σε χαμηλούς τόνους, αν γίνονταν.
Η ολοκληρωτική καταστροφή και κατάρρευση έμοιαζε αναπόφευκτη. Ο Δημοκρατικός υποψήφιος έπαιρνε αναφορές από όλη τη χώρα και διαισθανόταν την πιθανότητα της ένοπλης επανάστασης του αμερικανικού λαού, εκτός αν παίρνονταν άμεσα μέτρα για την ανακούφιση από τα τρία σκληρά χρόνια της οικονομικής κρίσης.
Σε συνέντευξη προς τον Εμίλ Γκοβρό, εκδότη και συντάκτη του «Νιου Γιορκ Γκράφικ», ο κυβερνήτης Ρούζβελτ είπε ότι πρότεινε την αναγνώριση της Σοβιετικής Ενωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ηταν αντίθετος στην πολιτική εχθρότητας προς τη Ρωσία που εφάρμοζαν όλες οι κυβερνήσεις από το 1917 και μετά. Ωστόσο, πέρασε γρήγορα στα καυτά θέματα της πατρίδας του.
«Ο λαός μας πρέπει να σταθεί ξανά στα πόδια του», είπε. «Αυτό πρέπει να γίνει σύντομα. Γίνονται όλο και πιο ανήσυχοι. Ερχόμενος από τη Δύση την προηγούμενη εβδομάδα, συζήτησα με έναν παλιό μου φίλο που είναι ιδιοκτήτης ενός μεγάλου δυτικού σιδηροδρόμου. "Φρεντ", τον ρώτησα, "τι λένε οι άνθρωποι εδωπέρα;" Η απάντησή του έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου. "Φρανκ", απάντησε, "λυπάμαι που το λέω, αλλά εδώ μιλάνε συνέχεια για επανάσταση"».
Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είχαν κινητοποιηθεί και τα μονοπώλια είχαν πανικοβληθεί. Πέντε βδομάδες πριν ορκιστεί ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, αφού συγκέντρωσε 7.000.000 ψήφους και πλειοψήφησε σε 42 από τις 48 πολιτείες, στη Γερμανία ανέβηκε στην εξουσία ως εκπρόσωπος των γερμανικών μονοπωλίων ο Αντολφ Χίτλερ. Αμέσως διάλυσε τα συνδικάτα, σχημάτισε μια κυβέρνηση που ελεγχόταν από τα μονοπώλια και είχε ψευτο-φιλεργατική μορφή, κινήθηκε ενάντια σε κάθε οργάνωση του λαού με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστική συνωμοσία. Μέσα σε λίγους μήνες, χιλιάδες συνδικαλιστές, κομμουνιστές, Εβραίοι, σοσιαλιστές, κληρικοί και προοδευτικοί είτε εκτελέστηκαν είτε κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου θρηνούσαν για την έλλειψη ενότητας που είχε φέρει τον Χίτλερ στην εξουσία. Τριάντα χιλιάδες Γερμανοί κομμουνιστές είχαν χάσει τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στον Χίτλερ και την αντίδραση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920.
Οσο κρατούσε ο μακρόχρονος προκαταρκτικός αγώνας ενάντια στην άνοδο του Χίτλερ, πολλοί πίστεψαν ότι η επίθεση των γερμανικών μονοπωλίων θα περιοριζόταν στους κομμουνιστές. Δεν έβλεπαν ότι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Οπως έδειξαν τα γεγονότα, θα ακολουθούσε η δική τους καταστροφή, ο αφανισμός της ελευθερίας όλων των Γερμανών, της κερδισμένης με σκληρούς, μακροχρόνιους αγώνες των συνδικάτων και των εργατών. Η εκστρατεία κοκκινοφοβίας του Χίτλερ που διεξαγόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο και γέμιζε όλες σχεδόν τις γερμανικές εφημερίδες με κατασκοπευτικές ιστορίες και ισχυρισμούς για κομμουνιστικές συνωμοσίες ενάντια στο κράτος, είχε καταστήσει ανίσχυρο τον γερμανικό λαό και του είχε στερήσει την προοπτική της ενότητας. Οι ναζιστικές - μονοπωλιακές δυνάμεις, οι οποίες δήλωναν ότι οι κομμουνιστές ήταν έτοιμοι να καταλάβουν τη χώρα, κράτησαν αυτό το έργο για τον εαυτό τους.
Με ανάλογα μέσα, καθώς και με την ανάλογη υποστήριξη της εργοδοσίας, ο Μουσολίνι είχε καταλάβει την εξουσία στην Ιταλία το 1922. Και οι δύο, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, ο τελευταίος έτοιμος να επιτεθεί στην Αιθιοπία, εποφθαλμιούσαν τη δημοκρατική Ισπανία. Θα ήταν το πρώτο θύμα της συνδυασμένης επιχείρησης «διάσωσης του κόσμου από τον κομμουνισμό» με την ένοπλη κατάκτηση. Οι μισθοί στην Ιταλία και στη Γερμανία έπεσαν σε πρωτόγνωρα χαμηλά επίπεδα, ενώ η εντατικοποίηση και οι ώρες εργασίας ανέβηκαν σε νέα ύψη. Οι πολεμικές βιομηχανίες και των δύο χωρών συσσώρευαν τα υπέρογκα κέρδη τους. Ηταν απαραίτητα τα όπλα και τα πυρομαχικά, έλεγαν οι δύο δικτάτορες, για την αυτοάμυνα απέναντι στη Σοβιετική Ενωση.
Ομως, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο αγωνιζόμενος λαός, αγνοώντας τις όλο και δυνατότερες κραυγές για «κόκκινους», ατσάλωνε την ενότητά του, είχε εκλεγεί ένας δημοκρατικός υποψήφιος. Υπήρχε αισιοδοξία, παρά το γεγονός ότι ο νέος Πρόεδρος, που ορκίστηκε στις 4 του Μάρτη 1933, ανέλαβε τα καθήκοντά του σε μια μέρα που φαινόταν να είναι το ορόσημο της πλήρους οικονομικής κατάρρευσης των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στη διάρκεια του Φλεβάρη του 1933, όταν είχε εκλεγεί ο Ρούζβελτ, αλλά ο Χούβερ βρισκόταν ακόμα στο Λευκό Οίκο, παρατηρήθηκε συρροή αναλήψεων από τις τράπεζες και πολλές απ' αυτές χρεοκόπησαν ή έκλεισαν. Αυτό συνέβη σε όλες τις πολιτείες και ακινητοποίησε το οικονομικό σύστημα της χώρας. Τα χρήματα εξαφανίζονταν. Οι μισθοί δεν μπορούσαν να πληρωθούν. Αγορές δεν μπορούσαν να γίνουν. Τρόφιμα δεν μπορούσαν να αγοραστούν. Επιταγές δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν. Τα τεράστια πλήθη των κατεστραμμένων ανθρώπων φώναζαν, έκλαιγαν και διαδήλωναν μπροστά από σιωπηλές άδειες τράπεζες σε κάθε μεγάλη πόλη. Οι οικονομίες μιας ζωής είχαν χαθεί και δεν ήξεραν πού είχαν πάει. Οι τραπεζίτες, οι στυλοβάτες της κοινωνίας, ομολογούσαν, ή αναγκάζονταν να ομολογήσουν από τα γεγονότα, ότι είχαν χάσει τα χρήματα των καταθετών γιατί είχαν αγοράσει μετοχές της Ουόλ Στριτ και ξένα χρεόγραφα που δεν είχαν καμιά αξία.
Σταδιακά η μία πολιτεία μετά την άλλη, με αρχή από το Μίτσιγκαν και ύστερα το Οχάιο, την Ιντιάνα, το Ιλινόις, τη Νέα Υόρκη, τη Μασαχουσέτη, την Καλιφόρνια, το Τέξας, ανακοίνωσαν το κλείσιμο όλων των τραπεζών, πάγωσαν τα κεφάλαιά τους και απαγόρεψαν τις αναλήψεις. Στις 4 του Μάρτη, όταν ορκίστηκε ο Ρούζβελτ, περίπου τα τρία τέταρτα των πολιτειών είχαν κλείσει όλες τις τράπεζες, είχαν αναστείλει τις αναλήψεις και εφάρμοσαν αυτό που ονομάστηκε «αργία των τραπεζών».
Τα δημοτικά κεφάλαια είχαν παγώσει. Οι δημοτικές υπηρεσίες σταμάτησαν. Τα σχολεία έκλειναν. Σε πολλές περιοχές έμειναν κλειστά για πολλές βδομάδες, εξαιτίας της έλλειψης δημοτικών πόρων. Τα πολυκαταστήματα και τα εργοστάσια, τα μπακάλικα και τα χασάπικα, τα ορυχεία και τα χαλυβουργεία δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους μισθούς, ούτε και να πληρωθούν από τους πελάτες τους. Τα δημοτικά συμβούλια των πόλεων έβγαλαν νέα δικά τους χαρτονομίσματα, μα κανένας δεν ήθελε χαρτιά χωρίς αντίκρισμα.
Οι μεγάλοι της χώρας είχαν ξεσκεπαστεί. Οι υπέρμαχοι των ανοιχτών προσλήψεων είχαν απογυμνωθεί και ο «κόκκινος κίνδυνος» δεν φαινόταν καθόλου επικίνδυνος. Ο πραγματικός κίνδυνος προερχόταν από την Ουόλ Στριτ. Ο παντογνώστης βιομήχανος, ο σπουδαίος χρηματιστής, ο σοφός επιχειρηματίας αποδεικνύονταν ανέντιμοι και ανίκανοι. Δεν ήταν ούτε τίμιοι ούτε σοφοί. Η χώρα είχε πέσει σε τέλμα εξαιτίας της πολιτικής τους.
«Τι χάος βρίσκει μπροστά του ο νέος Πρόεδρος», έλεγαν όλοι εκείνο το μεσημέρι του Μάρτη καθώς πλησίαζαν στα ραδιόφωνα για να ακούσουν την ορκωμοσία του Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ.
Με την πρώτη σχεδόν συλλαβή ήρθε η ανακούφιση. Λίγα λεπτά άρκεσαν να ξαναφέρουν το χαμένο θάρρος. Η σταθερή φωνή παραδεχόταν την πραγματικότητα, έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους, έριχνε τις ευθύνες στους πλούσιους, οι οποίοι είχαν προδώσει το λαό για την αγάπη του κέρδους. «Πρέπει να διώξουμε τους αργυραμοιβούς από το ναό», έλεγε η παράξενα ζωντανή και γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή και οι άνθρωποι πλησίαζαν ακόμα περισσότερο στα ραδιόφωνα για να μη χάσουν καμιά λέξη.
»Πρέπει να μπει τέλος στην κερδοσκοπία με τα χρήματα των άλλων...
»Οι αξίες έπεσαν σε απίθανα χαμηλά επίπεδα, τα μαραμένα φύλλα του δέντρου της βιομηχανικής επιχείρησης κείτονται παντού, οι αγρότες δεν βρίσκουν αγορές για τα προϊόντα τους, οι πολύχρονες αποταμιεύσεις χιλιάδων οικογενειών έχουν χαθεί. Και το σπουδαιότερο, τα πλήθη των άνεργων πολιτών αντιμετωπίζουν οξύτατο το πρόβλημα της ύπαρξης, ενώ άλλοι τόσοι εργάζονται σκληρά και αμείβονται ελάχιστα. Ο πρωταρχικός μεγάλος στόχος μας είναι να δοθεί εργασία στο λαό. Είμαι έτοιμος, στα πλαίσια του συνταγματικού μου δικαιώματος, να προτείνω τα μέτρα που απαιτούνται για ένα πάσχον έθνος μέσα σε έναν πάσχοντα κόσμο».
Ενθουσιασμός κυρίεψε τη χώρα, πλησίαζε το συναίσθημα της ευτυχίας, τις πρώτες μέρες του Νιου Ντιλ (Νέα Πολιτική) καθώς τα νομοσχέδια και οι νόμοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλο, μετά από χρόνια κυβερνητικής απραξίας ως προς το λαϊκό συμφέρον. Σκοπός τους ήταν η αντιμετώπιση του κινδύνου. Ανακούφιση, ανάρρωση, μεταρρύθμιση ήταν οι λέξεις κλειδιά του Νιου Ντιλ. Ξεκίνησαν τεράστια δημόσια έργα στα οποία βρήκαν δουλειά χιλιάδες άτομα. Πρώτα ψηφίστηκε ο νόμος για την έκτακτη ανάγκη στις τράπεζες, ο οποίος ανέστειλε τη λειτουργία κάθε τράπεζας μέχρι να δοθεί άδεια από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή μέχρι να αναδιοργανωθούν υπό ομοσπονδιακή επίβλεψη. Ψηφίστηκαν επειγόντως νόμοι οι οποίοι εμπόδιζαν τις παρερμηνείες και τις απάτες στην πώληση των μετοχών καθώς και τη χρησιμοποίηση χρημάτων τρίτων για κερδοσκοπία από την Ουόλ Στριτ.
Συστάθηκε το Σώμα Προστασίας Πολιτών (CCC), το οποίο παρείχε εργασία στους φτωχούς νέους της χώρας. Ψηφίστηκε ο AAA, ο νόμος για την αγροτική αναπροσαρμογή με σκοπό να βοηθήσει τους δοκιμαζόμενους αγρότες. Ο νόμος για την εθνική βιομηχανική ανάκαμψη, ο NIRA, με την παράγραφο 7(Α) άνοιγε το δρόμο για την ελεύθερη οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα της αρεσκείας τους. Ο νόμος Γουόγκνερ για τις εθνικές εργασιακές σχέσεις εξασφάλιζε για πρώτη φορά το δικαίωμα των μισθωτών για συλλογικές διαπραγματεύσεις καθώς και το δικαίωμα της απεργίας, απαγορεύοντας στους εργοδότες τις εξαναγκαστικές αντισυνδικαλιστικές δραστηριότητες. Ο νόμος, τέλος, για τις δίκαιες εργασιακές αρχές καθόριζε το ανώτατο όριο των ωρών εργασίας και τους κατώτατους μισθούς και ρύθμιζε την παιδική εργασία σε διαπολιτειακό επίπεδο.
Σκοπός του Ρούζβελτ και του Νιου Ντιλ ήταν η διάσωση του απειλούμενου καπιταλιστικού συστήματος. (...)
Από τις πρώτες ενέργειες του Νιου Ντιλ, όπως είπαμε, ήταν η ψήφιση του νόμου για την εθνική βιομηχανική ανάκαμψη, (NIRA), το 1933. Προηγήθηκε η εκστρατεία για την κατάρτιση του νομοσχεδίου, κατά την οποία η χώρα τέθηκε πάλι σε κίνηση μέσα σε ένα γενικό πανδαιμόνιο. Ηταν όμορφη η επιστροφή στη ζωή, η δράση τής έδινε νέο νόημα. Παντού γίνονταν συνεδριάσεις στις οποίες εξαγνισμένοι επιχειρηματίες και ανυπόμονοι εργάτες κατάρτιζαν σχέδια για τα άρθρα του NIRA, ο οποίος θα αποκαθιστούσε και θα ξαναζωντάνευε την αμερικάνικη ζωή.
Η ανάκαμψη της βιομηχανίας επρόκειτο να συντελεστεί μέσα από την αυτοτελή οργάνωση κάθε κλάδου υπό την κρατική επίβλεψη. Προβλεπόταν να εξαλειφθεί ο καταστροφικός ανταγωνισμός, να υιοθετηθούν δίκαιες αρχές και μέθοδοι, να αυξηθεί η αγοραστική δύναμη με την αύξηση των μισθών, να συμφωνηθούν κατώτατα επίπεδα μισθών και ωρών εργασίας. Ομως η καρδιά του νόμου, από την πλευρά της εργατικής τάξης, ήταν η παράγραφος 7(A) η οποία όριζε ρητά ότι επιτρεπόταν στους εργάτες να διεξάγουν συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσω αντιπροσώπων της αρεσκείας τους.
Ο μέσος εργάτης αρχικά είδε τον NIRA σαν μια ευκαιρία να αυξήσει το μισθό του, να βελτιώσει το ωράριο εργασίας και να δημιουργήσει συνδικάτο που θα προστάτευε τα δύο προηγούμενα. Ολοι οι άλλοι κέρδιζαν κάτι από τον NIRA, έλεγε, και αυτός θα ήταν άξιος της τύχης του αν στεκόταν παράμερα και δεν προσπαθούσε να αποκομίσει κάποιο προσωπικό όφελος. Οι εργαζόμενοι στις εφημερίδες και γενικά οι υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι με τους άσπρους γιακάδες που ποτέ πριν δεν είχαν σκεφτεί για συνδικάτα, άρχισαν να αναρωτιούνται αν τα καθαρά τους χέρια και οι άσπροι τους γιακάδες ήταν αρκετή αποζημίωση για την υποχρέωση να λένε πάντα «Μάλιστα, κύριε» σε ό,τι αφορούσε τις ώρες, το μισθό και τις συνθήκες εργασίας.
Οι εργάτες στο αυτοκίνητο, στις βιομηχανίες ηλεκτρικών ειδών, στο λάστιχο, στο γυαλί, στο ναυτικό, στη Γουέστινγκχάους, την RCA και τη Στάνταρντ Οϊλ, στην Τζένεραλ Ελέκτρικ και τη Γιου Ες Στιλ, άρχισαν να αναρωτιούνται αν το «αμερικάνικο σχέδιο», το σύστημα ανοιχτών προσλήψεων που μετέτρεψε τους εργάτες σε άβουλα πλάσματα, ανίσχυρα να διαμορφώσουν μόνα τους τις συνθήκες της ζωής τους, ήταν πραγματικά η μοντέρνα έκδοση του πατριωτισμού.
Ο νόμος τώρα έλεγε ότι ο εργοδότης ήταν υποχρεωμένος να κάνει συλλογικές διαπραγματεύσεις με τα συνδικάτα. Εκατομμύρια εργάτες ξαφνικά αποφάσισαν να φροντίσουν ώστε να γίνει αυτό πραγματικότητα. Η δράση τους έγινε επιτακτική ανάγκη όταν αποδείχτηκε, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ότι οι κατακτήσεις από τον NIRA σχετικά με τους μισθούς και το ωράριο δεν ήταν ικανοποιητικές. Οταν σχηματίστηκαν τα συνδικάτα των εταιριών, τα μέλη τους έμοιαζαν αποφασισμένα να αποκτήσουν τον έλεγχο και να τα μετατρέψουν σε αληθινά συνδικάτα.
Στις απεργιακές γραμμές διεξαγόταν ο πραγματικός αγώνας των εργατών με τους εργοδότες για να αποκτήσει περιεχόμενο η παράγραφος 7(A) του NIRA. Το 1933 κατέβηκαν σε απεργία περισσότεροι από 900.000 εργάτες, τριπλάσιοι από τον προηγούμενο χρόνο, για την αναγνώριση των συνδικάτων και αυξήσεις στους μισθούς. Τα μέλη των συνδικάτων αυξήθηκαν θεαματικά καθώς 775.000 εργάτες προσχώρησαν στις εργατικές οργανώσεις, απ' τους οποίους 500.000 στην AFL, 150.000 σε ανεξάρτητα συνδικάτα και 125.000 στον Συνδικαλιστικό Ενωτικό Συνασπισμό (TUUL). Η τελευταία οργάνωση καθοδήγησε απεργίες στο χάλυβα, το αυτοκίνητο, το κάρβουνο, τη συσκευασία κρέατος και τα ζαχαρότευτλα. Μόνο το 1933 η TUUL οργάνωσε απεργίες 16.000 εργατών στις αυτοκινητοβιομηχανίες του Ντιτρόιτ, 5-6.000 χαλυβουργών στο Αμπριτζ της Πενσιλβάνια και 2.700 συσκευαστών κρέατος στο Πίτσμπουργκ3.
Το κύμα των απεργιών συνεχίστηκε και το 1934, οπότε οι απεργοί έφτασαν τους 1.500.000. Περισσότεροι από 450.000 υφαντουργοί κήρυξαν απεργία όταν δεκαέξι από αυτούς σκοτώθηκαν κατά την περιφρούρηση μιας απεργίας. Το 1935 απέργησαν 1.150.000 για αναγνώριση των συνδικάτων και βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Περίπου 18.000 εργάτες συνολικά σύρθηκαν έξω από τις απεργιακές γραμμές, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Στο διάστημα 1934-1936 ογδόντα οκτώ εργάτες έχασαν τη ζωή τους στη διάρκεια απεργιών.
Ενώ οι εργάτες δολοφονούνταν και συλλαμβάνονταν σε απεργιακές γραμμές, μεγάλα τοπικά συνδικάτα ιδρύονταν στο χάλυβα, την υφαντουργία, το αυτοκίνητο, το γυαλί, το λάστιχο και την ηλεκτρική βιομηχανία. Οι εργάτες δημιούργησαν βιομηχανικά συνδικάτα γιατί ήξεραν ότι ήταν κουτό να διασπούν και να αποδυναμώνουν ένα εργοστασιακό συγκρότημα κατακερματίζοντάς το σε πολλές αντιμαχόμενες συντεχνίες.
Απρόθυμα, η AFL έκανε μέλη της, το 1934 και το 1935, τα μαζικά βιομηχανικά συνδικάτα που δημιουργήθηκαν σχεδόν αυθόρμητα ανταποκρινόμενα στο κάλεσμα της παραγράφου 7(A) του NIRA. Ανήσυχη η παλιά φρουρά της AFL εξέδωσε τους «ομοσπονδιακούς καταστατικούς χάρτες», δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι, μόλις έβρισκαν τον καιρό, τα βιομηχανικά συνδικάτα θα έπρεπε να διαιρεθούν σε συνδικάτα κατά επάγγελμα.
Αυτή δεν ήταν η μόνη τους ανησυχία. Τα νέα τους μέλη, αμέσως μόλις φτιάχτηκαν, σχεδόν πριν καλά-καλά φτιαχτούν, ζήτησαν δράση, απεργίες, αποτελέσματα. Οργανωτές της AFL στάλθηκαν σε όλη τη χώρα στο Εϊκρον, το Τολέντο, το Γκάρι, το Σικάγο, το Πίτσμπουργκ, το Ντιτρόιτ, το Σαν Φραντσίσκο. Αποστολή τους δεν ήταν η οργάνωση, αλλά η παρεμπόδιση των απεργιών και η αναχαίτιση του χειμάρρου της μαχητικότητας, οπουδήποτε εκδηλωνόταν.
Αυτό ήταν δύσκολη δουλειά, γιατί η επιθετικότητα των εργατών είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Χρειάστηκαν δύο χρόνια σκληρών προσπαθειών για να το πετύχουν, και ακόμα κι όταν η χωρίς προηγούμενο πορεία του κινήματος αναχαιτίστηκε από την παλιά φρουρά της AFL, μέσα στις γραμμές της οργάνωσης ήταν όλο και πιο έντονη η διχογνωμία και οι φωνές υπέρ του βιομηχανικού συνδικαλισμού από εκείνους που έμεναν κατάπληκτοι από την ανικανότητα της AFL να επωφεληθεί της χρυσής ευκαιρίας και να οργανώσει τις μαζικές βιομηχανίες.
Οι εργάτες προσχώρησαν στα ομοσπονδιακά τοπικά συνδικάτα της AFL, τα οποία αυξήθηκαν από 307 το 1932 σε 1.788 το 1934. Τα περισσότερα όμως παραβίαζαν κάθε αρχή και κανόνα της πρακτικής της AFL.
Τα νέα συνδικάτα υιοθέτησαν τις αγωνιστικές μεθόδους της IWW και του Συνδικαλιστικού Ενωτικού Συνασπισμού. Διοργάνωναν μαζικές απεργίες, δημόσιες συγκεντρώσεις και συζητήσεις. Οργάνωναν τις γυναίκες σε βοηθητικά ή ενεργά μέλη για κάθε απεργία. Εκαναν λευκές απεργίες και τεχνητές επιβραδύνσεις της παραγωγής. Διαδήλωναν, τραγουδούσαν, οργάνωναν ομάδες άμεσης επέμβασης που έτρεχαν με γρήγορα αυτοκίνητα οπουδήποτε παρουσιαζόταν ανάγκη.
Εισήγαγαν τη χρήση αυτοκινήτων με μεγάφωνα. Οι οδηγίες μέσα από τους ενισχυτές ακούγονταν σε ολόκληρα τετραγωνικά μίλια και κατεύθυναν τις απεργιακές γραμμές, αλλά και τους ελιγμούς όταν ο στρατός ή η αστυνομία έκανε επίθεση στους διαδηλωτές.
Οι αγωνιστές των νέων συνδικάτων ήταν αμείλικτοι κατήγοροι των αφεντικών. Αγόραζαν χρόνο στο ραδιόφωνο, έβαζαν ολοσέλιδες πληρωμένες καταχωρήσεις στις εφημερίδες, οργάνωναν επιτροπές πολιτών για την υποστήριξη απεργιών, έφεραν στο κοινό και έκαναν κατανοητά τα ζητήματα της κάθε απεργίας. Και πάντοτε συγκαλούσαν μαζικές συνελεύσεις, όπου η ψήφος της πλειοψηφίας ήταν απαραίτητη πριν εφαρμοστεί οποιαδήποτε πολιτική του συνδικάτου, μαζί και οι συμβάσεις.
Σε όλη τη Δ. Βιρτζίνια, την Πενσιλβάνια, το Ιλινόις και το Κεντάκι, ο τώρα αγωνιστής Τζον Λ. Λιούις, πρόεδρος των Ενωμένων Εργατών Ορυχείων, είχε κρεμάσει πανό που έγραφαν: «Ο πρόεδρος Ρούζβελτ θέλει να γραφτείς στο συνδικάτο!». Σε κάθε μεσοδυτική περιοχή προκηρύξεις με το ίδιο μήνυμα εμφανίζονταν στα λουτρά και τα εστιατόρια των εργοστασίων, μεταφέρονταν πάνω στον ιμάντα της παραγωγής, χωμένες στις ρόδες ή σε οποιοδήποτε άλλο εξάρτημα περνούσε από τα χέρια των εργατών.
Στο μεταξύ η μεγάλη επιχείρηση πυροδότησε μια αντισυνδικαλιστική εκστρατεία πρωτοφανών διαστάσεων, καλυμμένη πίσω από το πρόσχημα του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Η έκτασή της φαίνεται από μία αναφορά του Εθνικού Συνδέσμου Βιομηχάνων. Συντάχθηκε από τον Χάρι Α. Μπάλις το 1936 και περιγράφει τους τομείς της προπαγάνδας του Συνδέσμου:
Τύπος - Βιομηχανικό Δελτίο τύπου - φτάνει σε 5.300 εβδομαδιαίες εφημερίδες κάθε εβδομάδα. Υπηρεσία εβδομαδιαίων σκίτσων - στέλνει σκίτσα σε 2.000 εβδομαδιαίες εφημερίδες.
«Ο θείος Αμπνερ λέει» - κόμικ που δημοσιεύεται σε 309 ημερήσιες εφημερίδες με συνολική κυκλοφορία 2.000.000 φύλλα.
«Εσύ και οι υποθέσεις της χώρας σου» - καθημερινά άρθρα διάσημων οικονομολόγων, δημοσιεύονται σε 260 εφημερίδες με συνολική κυκλοφορία πάνω από 4.500.000 φύλλα.
Εμπεριστατωμένο ανακοινωθέν - μηνιαία ανάλυση της βιομηχανικής άποψης, στέλνεται σε όλους τους εκδότες εφημερίδων της χώρας.
Για τους αλλοδαπούς πολίτες - εβδομαδιαία άρθρα μεταφρασμένα στα γερμανικά, ουγγρικά, πολωνικά και ιταλικά. Δημοσιεύονται σε εφημερίδες με συνολική κυκλοφορία περίπου 2.500.000 φύλλα. Πανεθνική διαφήμιση - εξασέλιδες καταχωρήσεις για το «αμερικάνικο σύστημα», 500 εφημερίδες δημοσιεύουν μία ή περισσότερες.
Ραδιόφωνο - «Η αμερικάνικη οικογένεια Ρόμπινσον» - πρόγραμμα που μεταδίδεται σε όλη τη χώρα από 222 σταθμούς μία φορά την εβδομάδα και 176 σταθμούς δύο φορές την εβδομάδα. Ξένη γλώσσα - 1.188 προγράμματα σε έξι γλώσσες από 79 ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Κινηματογράφος - Δύο δεκάλεπτα φιλμ για γενική διανομή. Τα παρακολούθησαν περισσότεροι από 2.000.000 άνθρωποι.
Δημόσιες συγκεντρώσεις - 70 συγκεντρώσεις με 8 επαγγελματίες ομιλητές.
Πληροφοριακή υπηρεσία για τους εργαζόμενους - Φυλλάδια - μια σειρά 25 φυλλαδίων μοιράστηκε σε 11.000.000 εργάτες.
Αφίσες - πάνω από 300.000 σε σειρές των 24 για πινακίδες ανακοινώσεων στα εργοστασιακά συγκροτήματα όλης της χώρας.
Φιλμ - 10 σειρές από διαφάνειες με ήχο για προβολή στα εργοστάσια.
Υπαίθρια διαφήμιση - 60.000 διαφημίσεις στις πινακίδες των δρόμων προγραμματίζονται για το 1937.
Μπροσούρες - «Εσύ και η βιβλιοθήκη της βιομηχανίας» - πάνω από 1.000.000 αντίτυπα σε σειρές από 7 μπροσούρες μοιράστηκαν σε βιβλιοθήκες, κολέγια, επιχειρηματίες, δικηγόρους και εκπαιδευτικούς.
Επιπλέον ο Εθνικός Σύνδεσμος Βιομηχάνων (NAM) μοίρασε χιλιάδες αντίτυπα ενός φυλλαδίου που επαινούσε την απεργοσπαστική μέθοδο που εφαρμόστηκε στη Μόχοκ Βάλεϊ, ενώ αργότερα διένειμε 10.000 αντίτυπα ενός φυλλαδίου με τίτλο: Γίνε μέλος στη CIO και βοήθησε στη δημιουργία μιας Σοβιετικής Αμερικής. Το Εμπορικό Επιμελητήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, με 700.000 μέλη, καταπιάστηκε με προπαγανδιστικές δραστηριότητες ανάλογες σε αριθμό και ποιότητα με εκείνες του NAM.
Το 1934, σε μια άκαρπη προσπάθεια να αποτρέψει τη συνδικαλιστική οργάνωση, η αμερικάνικη βιομηχανία άρχισε να ξοδεύει κάθε χρόνο γύρω στα 80.000.000 δολάρια για τη μίσθωση κατασκόπων. Τα καθήκοντά τους ήταν να δίνουν αναφορές σχετικά με τις δραστηριότητες των εργατών και των συνδικάτων, να συντάσσουν μαύρες λίστες, να στήνουν προβοκάτσιες σε βάρος συνδικαλιστικών στελεχών και να διαλύουν συνδικάτα. Σύμφωνα με τις κατοπινές έρευνες της Επιτροπής Λα Φολέτ της Γερουσίας, οι οποίες άρχισαν το 1936 και είχαν σαν θέμα τους τη μίσθωση της βίας και της κατασκοπείας από τους βιομηχάνους, διακόσια τριάντα γραφεία ντετέκτιβ προμήθευσαν στις μεγαλύτερες κοινοπραξίες της χώρας εκατό χιλιάδες χαφιέδες, οι οποίοι διείσδυσαν και στα 48.000 συνδικάτα της χώρας. Πολλοί από αυτούς έγιναν στελέχη των συνδικάτων, οπότε μετά από υποδείξεις τους η εργοδοσία απέλυσε ένα μεγάλο αριθμό δραστήριων συνδικαλιστών.
Στελέχη της Τζένεραλ Μότορς στις καταθέσεις τους προς την Επιτροπή παραδέχτηκαν ότι είχαν ξοδέψει εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια για χαφιέδες σε μια προσπάθεια να παραβιάσουν, ή να καταστρατηγήσουν, το νόμο για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Για τη μίσθωση χαφιέδων η Τζένεραλ Μότορς είχε πληρώσει 419.850,10 δολάρια μόνο στους Πίνκερτον4 στο διάστημα μεταξύ Γενάρη 1934 και Ιούλη 1936, ενώ συνολικά στα γραφεία πρακτόρων που μίσθωσε το ίδιο διάστημα πλήρωσε 994.855,68 δολάρια. Ανάλογα ποσά για τον ίδιο σκοπό ξοδεύτηκαν από τις Ρέιντιο Κορπορέισον οφ Αμέρικα (RCA), Γουέστινγκχάους Ελέκτρικ, Αλουμίνουμ Κόμπανι οφ Αμέρικα, Κράισλερ, Φάιρστοουν, Στάνταρντ Οϊλ, Νιου Γιορκ Εντισον, Μπέθλεεμ Στιλ, Λίμπι-Οουενς-Φορντ Γκλας Κόμπανι, Γιουνάιτεντ Σου Μασίνερι, Κάρνεγκι-Ιλινόις Στιλ, Γουέστερν Γιούνιον, Κοντινένταλ Καν και άλλες πενήντα από τις σπουδαιότερες αμερικάνικες κοινοπραξίες.
Το 1934 επίσης, σύμφωνα με κατάθεση προς την Επιτροπή Λα Φολέτ, η αμερικάνικη βιομηχανία άρχισε να ξοδεύει εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια για δακρυγόνα, κυνηγετικά όπλα, αυτόματα πιστόλια, τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, βόμβες θρυμματισμού και πολυβόλα με τα οποία αντιμετώπιζε τους εργάτες στη διάρκεια του ογκούμενου κύματος των απεργιών. Ενώ η αμερικάνικη μεγάλη επιχείρηση μιλούσε για την τάξη και το νόμο, για κομμουνιστικές συνωμοσίες, για βία και τρομοκρατία, από την άλλη μεριά πλήρωσε συνολικά 1.040.621,14 δολάρια, στο διάστημα 1933-1936 και σε τρεις μόνο απ' τις πολλές βιομηχανίες κατασκευής οπλισμού, οι οποίες έδιναν τον εξοπλισμό για τους ιδιωτικούς πολέμους των κοινοπραξιών ενάντια στους ίδιους τους εργάτες τους.
Η εταιρία Φέντεραλ Λαμπράτορις άρχισε να εξελίσσεται σε εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση. Ο πρόεδρός της Τζον Ου. Γιανγκ, στην κατάθεσή του προς την Επιτροπή της Γερουσίας είπε ότι ήταν ανθρωπιστής κατά βάθος γιατί πούλησε περισσότερα δακρυγόνα παρά σφαίρες στις κοινοπραξίες, και ήταν «καλύτερο να ρίχνεις δακρυγόνα στον απεργό, παρά να τον σκοτώνεις». Ενθουσιασμένος από την πληθώρα των «ωραίων, ζουμερών απεργιών» ο Γιανγκ έστελνε πωλητές όπου γινόταν απεργία και πάντα έπαιρνε μεγάλες παραγγελίες. Συχνά οι πωλητές έκαναν επιτόπου επίδειξη του προϊόντος, έριχναν δακρυγόνα προς την απεργιακή γραμμή για να φανούν τα αποτελέσματα.
Ο Γιανγκ λάτρευε τις απεργίες. Τις ονόμαζε κομμουνιστικές εξεγέρσεις. Το καλοκαίρι του 1934, ο πετυχημένος πωλητής της εταιρίας Τζόζεφ Μ. Ρους, ξεκίνησε από το Πίτσμπουργκ με μία συλλογή ασφυξιογόνων αερίων και κατάλληλων όπλων. Οι εφημερίδες είχαν αναγγείλει επικείμενη απεργία των ναυτεργατών στο Σαν Φραντσίσκο. Εκτός από τα όπλα, μετέφερε, όπως και όλοι οι πωλητές της Φέντεραλ, αντίτυπα του έργου: Το κόκκινο δίκτυο της Ελίζαμπεθ Ντίλινγκ και φυλλάδια με τίτλο: Η κόκκινη γραμμή του εγκλήματος και των πολιτικών ταραχών. Ισχυριζόταν, όπως και πολλοί άλλοι, πως όλες οι απεργίες οφείλονταν στους κομμουνιστές.
Ο Ρους έφτασε έγκαιρα στο Σαν Φραντσίσκο όπου απεργούσαν οι ναυτικοί. Εκεί έκανε επίδειξη της αξίας του προϊόντος του. Εγραψε στα γραφεία της εταιρίας:
«Το βράδυ της 2ας Ιουλίου ο αρχιφύλακας Μακ Ινέρνι και ο αστυφύλακας Μάιρον Γκέρνι... με ρώτησαν αν θα μπορούσα να τους ακολουθήσω το επόμενο πρωί μαζί με τον εξοπλισμό μου. Είπαν ότι περίμεναν σοβαρές ταραχές και θα το εκτιμούσαν αν συνεισέφερα με την πείρα μου στη χρήση αερίων... θα μπαίναμε στη μάχη με τον εξοπλισμό [των αερίων] και δύο κυνηγετικά όπλα. Δεν περιμέναμε για πολύ. Ταραχές ξέσπασαν νωρίς το πρωί. Τις αντιμετωπίσαμε με βλήματα μικρού βεληνεκούς και χειροβομβίδες...
»Θα ήθελα να προσθέσω ότι στη διάρκεια των ταραχών έριξα ένα βλήμα μεγάλου βεληνεκούς προς την κατεύθυνση μιας ομάδας, το οποίο πέτυχε έναν άντρα και του συνέτριψε το κρανίο, με αποτέλεσμα αργότερα να πεθάνει. Μια και ο νεκρός ήταν κομμουνιστής, δεν αισθάνομαι άσχημα για την πράξη μου, αλλά λυπάμαι που δεν πέτυχα περισσότερους».
Μετά από αυτή την επίδειξη ο Ρους έγραψε: «Ηταν μια επικερδής επιχείρηση για μας. Αμέσως μετά... έφτασαν παραγγελίες για αέρια και πολυβόλα από τη γύρω περιοχή». Και συνέχισε:
«Παρακαλώ να μεταβιβάσετε τις ευχαριστίες μου προς όλα τα μέλη της εταιρίας που έκαναν δυνατή για μας αυτή την επιχείρηση. Τίποτα δεν εμψυχώνει περισσότερο κατά τις εξορμήσεις και το κλείσιμο παραγγελιών από τη σκέψη ότι πίσω μου βρίσκεται σταθερά η εταιρία με το προσωπικό της...
»Θα κάνω το Σαν Φραντσίσκο μόνιμο αρχηγείο μου... Είναι ευχάριστο και πρακτικό να ζεις εδώ...».
Οι βιομήχανοι πέρασαν στην αντεπίθεση, εφαρμόζοντας μια περίτεχνη απεργοσπαστική φόρμουλα γνωστή σαν «φόρμουλα της Μόχοκ Βάλεϊ». Ηταν δημιούργημα του Τζέιμς Ραντ του νεότερου, της εταιρείας Ρέμινγκτον Ραντ. Η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε πλατιά από τον Εθνικό Σύνδεσμο Βιομηχάνων και κύριο στοιχείο της, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις της Επιτροπής Λα Φολέτ, ήταν η απόδοση όλων των απεργιών σε κομμουνιστική συνωμοσία. Αλλα σημεία της ήταν ο πλήρης έλεγχος της τοπικής αστυνομίας, οι ολοσέλιδες δημοσιεύσεις στις εφημερίδες, η γενίκευση της χρήσης ένοπλων πολιτοφυλάκων και επιτροπών πολιτών, η σύσταση «ομάδων νομιμοφρόνων εργαζομένων» και ο εξαναγκασμός των εργατών να επιστρέψουν στις εργασίες τους με τη βοήθεια δακρυγόνων, γκλομπ και πολυβόλων. Η Επιτροπή ανακάλυψε ότι σε όλες τις περιπτώσεις η βία αποδιδόταν σε ταραχοποιούς φερμένους από άλλες πόλεις και σε κόκκινους.
Ταυτόχρονα η Αμερικάνικη Λεγεώνα άρχισε μεγάλη εκστρατεία κατά «της απειλής του κομμουνισμού» κάτω από τις διαταγές του εθνικού διοικητή της, του Φρανκ Ν. Μπελγκράνο του νεότερου, προέδρου των ασφαλιστικών εταιρειών Πασίφικ Νάσιοναλ Φάιερ Ινσούρανς Κόμπανι και Αμέρικαν Σεκιούριτι Ινσούρανς Κορπορέισον και αντιπροέδρου της Μπανκ οφ Αμέρικα Νάσιοναλ Τραστ αντ Σέιβινγκς Ασοσιέισον και της Οκσιντένταλ Λάιφ Ινσούρανς Κόμπανι. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της εκστρατείας ενάντια στον κομμουνισμό, ορισμένα πλούσια μέλη της λεγεώνας επισκέφθηκαν το στρατηγό Σμέντλεϊ Μπάτλερ, σύμφωνα με κατάθεση του ίδιου προς την επιτροπή του Κογκρέσου, και του πρότειναν να τον εκλέξουν εθνικό διοικητή της λεγεώνας αν δεχόταν να ηγηθεί φασιστικής πορείας προς την Ουάσιγκτον με σκοπό την εκδίωξη του Ρούζβελτ από την εξουσία και την κατάληψή της από τους φασίστες.
Το 1934 αναβίωσε η Κου Κλουξ Κλαν με αρχηγό τον δρ. Χάιραμ Ου. Εβανς από το Ντάλας. Στόχος της ήταν οι οργανωτές των συνδικάτων, πρόσχημά της η διάσωση του έθνους από τον κομμουνισμό. Τον ίδιο χρόνο οι Φρουροί της Δημοκρατίας, που είχαν από πίσω τους τα εκατομμύρια των εταιρειών πετρελαίου Ατγουότερ Κεντ και Πιου, ξεκίνησαν εκστρατεία κατά των συνδικάτων, του Ρούζβελτ και του κομμουνισμού. Ο Αμερικανικός Σύνδεσμος Ελευθερίας ιδρύθηκε το 1934. Τα μέλη του έλεγχαν επενδύσεις συνολικού ύψους τριάντα εφτά δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σκοπός του ήταν η εδραίωση του συστήματος ανοιχτών προσλήψεων και η καταστροφή του Νιου Ντιλ. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε ήταν η εκστρατεία κατά του κομμουνισμού.
Μία μυστική οργάνωση γνωστή σαν Ειδική Επιτροπή Διασκέψεων, αποτελούμενη από τις δώδεκα μεγαλύτερες κοινοπραξίες της χώρας - τις Τζένεραλ Μότορς, Στάνταρντ Οϊλ οφ Νιου Τζέρσεϊ, Τζένεραλ Ελέκτρικ, Γκουντγίαρ, Γουέστινγκχάουζ, Αμέρικαν Τέλεφον αντ Τέλεγκραφ, Ντιπόν, Γιου Ες Ράμπερ, Μπέθλεεμ, Ιντερνάσιοναλ Χάρβεστερ, Γιου Ες Στιλ και Ιρβινγκ Τραστ - αυτοαναγορεύτηκε στο μυστηριώδες και ανώνυμο γενικό επιτελείο της αντεπίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη και το Νιου Ντιλ. Σε μια προσπάθεια πίεσης προς την κυβέρνηση, ο Ε. Σ. Κάουντρικ, γραμματέας της επιτροπής, έγραψε στον υφυπουργό Εμπορίου, στις 20 του Δεκέμβρη 1935, ότι η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων προς την κυβέρνηση μπορούσε να αποκατασταθεί μόνο αν εκδηλωνόταν «σαφής αντίθεση απέναντι σε μέτρα όπως το νομοσχέδιο των τριάντα ωρών ή το νομοσχέδιο Γουόλς για τις συμβάσεις». Λίγο αργότερα ο ίδιος αξιωματούχος έλαβε άλλη επιστολή του Κάουντρικ με την υπόδειξη ότι «καλό θα ήταν να ανακληθούν και οι έρευνες Λα Φολέτ (για την εργασιακή κατασκοπία)».
Ο Χ. Ου. Αντερσον, αντιπρόεδρος της Τζένεραλ Μότορς και υπεύθυνος προσωπικού, σε γράμμα του προς κάποιο συνάδελφό του της Ειδικής Επιτροπής Διασκέψεων, ο οποίος ανησυχούσε για τη συνδικαλιστική οργάνωση, πρότεινε, σύμφωνα με την Επιτροπή Λα Φολέτ: «Ισως θα μπορούσες να κάνεις χρήση της Μαύρης Λεγεώνας στην περιοχή σου. Μπορεί να σε βοηθήσει».
Η Μαύρη Λεγεώνα, στην οποία αναφερόταν ο Αντερσον της Τζένεραλ Μότορς, ήταν η βόρεια έκδοση της Κου Κλουξ Κλαν. Στη διάρκεια της κρίσης εξαπλώθηκε στις περιοχές του Ντιτρόιτ και του Φλιντ. Τα χίλια και παραπάνω μέλη της ντύνονταν με μαύρες κουκούλες και οπλίζονταν με μαστίγια και ρεβόλβερ. Απήγαγαν δεκάδες εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι οποίοι είχαν διεξαγάγει προσπάθειες για την ίδρυση συνδικάτου στο διάστημα 1934-35, τους μαστίγωσαν, τους βασάνισαν και σκότωσαν τουλάχιστον δέκα, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ήταν κομμουνιστές. Ο κυβερνήτης της Πενσυλβάνια, Τζορτζ Ιρλ, έκανε δημόσια την καταγγελία ότι η Μαύρη Λεγεώνα είχε τη χρηματοδότηση της Ντιπόν του Ντέλαγουερ, της Τζένεραλ Μότορς και των μεγιστάνων του Συνδέσμου της Ελευθερίας.
Σε όλη τη μακρόχρονη ιστορία της «εκστρατείας για κόκκινους», από το 1877 που άρχισε και παρά τις κορυφώσεις της Χέι-μάρκετ, της απεργίας στην Πούλμαν το 1894 και των επιδρομών του Πάλμερ το 1919-20, ποτέ πριν δεν είχαν εμφανιστεί τόσες πολλές οργανώσεις και ποτέ δεν είχαν αφιερωθεί τόσα εκατομμύρια δολάρια όσα τώρα για τη διάλυση του εργατικού κινήματος και τη ματαίωση των μεταρρυθμίσεων με τη δικαιολογία της κομμουνιστικής απειλής. Παρ' όλα αυτά, οι προσπάθειες δεν απέφεραν τους αναμενόμενους καρπούς. Η πλουτοκρατία ενέργησε παρακινδυνευμένα. Από τη μια πλευρά υπήρχε η κυβέρνηση Ρούζβελτ με το Νιου Ντιλ, που αντιτάχτηκε στην κοκκινοφοβία, μια και το ίδιο το Νιου Ντιλ έπεσε πολλές φορές θύμα της. Από την άλλη πλευρά οι μεγιστάνες του πλούτου διέδιδαν φήμες ότι ο Ρούζβελτ ήταν πράκτορας του Κρεμλίνου, πράγμα που στους περισσότερους φαινόταν τελείως γελοίο. Βασικός παράγοντας επιτυχίας της κομμουνιστοφοβίας είναι πάντα η αμέριστη υποστήριξη και η χρησιμοποίηση όλων των μέσων που διαθέτει η κρατική μηχανή. Ομως τα στελέχη του Νιου Ντιλ γνώριζαν ότι ήταν απλά ένα τέχνασμα για να φέρει τη διάσπαση και τη σύγχυση στο λαό.
To 1934 η εργατική αλληλεγγύη, η πολιτική του «ζημία προς έναν είναι υπόθεση όλων», έγινε πρακτική των συνδικάτων όλης της χώρας. Οταν οι απεργοί ενός συνδικάτου δέχονταν την επίθεση της αστυνομίας, όλα τα συνδικάτα εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους και απειλούσαν με γενική απεργία. Αυτό συνέβη πολλές φορές τα χρόνια 1934 και 1935. Συνέβη στο Μιλγουόκι το Φλεβάρη του 1934. Συνέβη στη Μινεάπολη το Μάη του ίδιου χρόνου. Συνέβη στο Πικίν του Ιλινόις. Παντού οι εργάτες έλεγαν στους αστυνομικούς και τους χαφιέδες: «Αν διαλύσετε αυτή την απεργιακή γραμμή, όλα τα συνδικάτα της πόλης Θα κηρύξουν απεργία».
Στο Τολέντο ογδόντα τρία από τα ενενήντα ένα τοπικά συνδικάτα ψήφισαν γενική απεργία όταν χρησιμοποιήθηκε βία ενάντια σε 3.000 απεργούς εργάτες στο μέταλλο. Στην Τερ-Οτ 26.000 εργάτες κήρυξαν σαρανταοχτάωρη γενική απεργία συμπαράστασης στους 600 εργάτες μετάλλου που δέχτηκαν την επίθεση της αστυνομίας. Ομως η μεγαλύτερη εκδήλωση της αλληλεγγύης, και μια από τις μεγαλύτερες απεργίες στην αμερικανική ιστορία, ήταν η γενική απεργία το καλοκαίρι του 1934 που παρέλυσε το Σαν Φραντσίσκο, όταν όλα τα συνδικάτα της πόλης έσπευσαν σε βοήθεια των δοκιμαζόμενων ναυτεργατών.
Αλληλεγγύη στο Εμπαρκαντέρο
Το Σαν Φραντσίσκο ήταν μια πόλη με 600.000 κατοίκους γεμάτη κίνηση. Κέντρο της και πηγή ζωής ήταν το λιμάνι. Ομως εκείνοι που έδιναν ζωή στην πόλη, εκείνοι που έκαναν τη σπουδαιότερη δουλειά, οι λιμενεργάτες, που φόρτωναν και ξεφόρτωναν τα πλοία και έκαναν την πόλη πλούσια με το εμπόριο, καθώς και οι ναυτικοί, που επάνδρωναν τα καράβια, κέρδιζαν το 1933 κάτι περισσότερο από 10 δολάρια την εβδομάδα. Για την ακρίβεια, ο μέσος εβδομαδιαίος μισθός των λιμενεργατών ήταν 10,45 δολάρια, ενώ οι ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι ναυτικοί έπαιρναν 53 και 36 δολάρια το μήνα αντίστοιχα.
Σπουδαιότερο ήταν το γεγονός ότι οι εργάτες στη ναυτιλία είχαν τη θέση δουλοπάροικων, χωρίς δικαιώματα μέσα σε μία βιομηχανική απολυταρχία, στη ναυτιλιακή βιομηχανία, που εισέπραττε εκατομμύρια επί εκατομμυρίων με τη μορφή κρατικών επιχορηγήσεων, σύμφωνα με την έρευνα της γερουσιαστικής επιτροπής Μπλακ. Μερικοί ναυτεργάτες ανήκαν σε μία διαβρωμένη, πουλημένη οργάνωση, το Διεθνές Συνδικάτο Ναυτικών, ακόμη λιγότεροι ανήκαν στο μαχητικό Βιομηχανικό Συνδικάτο Ναυτεργατών (της TUUL). Στην ουσία όμως ο κλάδος παρέμενε ανοργάνωτος. Οι λιμενεργάτες από το 1919 είχαν εξαναγκαστεί να γραφτούν μέλη σε ένα κατασκεύασμα της ναυτιλιακής βιομηχανίας με το όνομα Συνδικάτο της Γαλάζιας Βίβλου, μια οργάνωση της εργοδοσίας ελεγχόμενη από γκάνγκστερ, οι οποίοι ανάγκαζαν τους κακοπληρωμένους εργάτες να τους δωροδοκούν για να βρουν δουλειά.
Συνηθισμένος τρόπος πρόσληψης ήταν ο σχηματισμός ενός μεγάλου πλήθους λιμενεργατών γύρω από τον αρχιεργάτη μέσα στη μέση του δρόμου. Ο κάθε εργάτης ζούσε με την ελπίδα ότι θα τον διάλεγαν για τη δουλειά. Ο άνεργος έψαχνε ή περίμενε να πιάσει δουλειά τρεις με τέσσερις μέρες. Οταν προσλαμβανόταν μπορούσε να εργαστεί μέχρι και είκοσι τέσσερις ή τριάντα έξι συνεχόμενες ώρες σε μια μόνο βάρδια. Οι ναυτικοί, επίσης, οι οποίοι όταν ξεμπάρκαραν έμεναν άνεργοι για μακρό χρονικό διάστημα, δούλευαν δεκατέσσερις με δεκαέξι ώρες την ημέρα.
Το 1933, κάτω από την επίδραση του NIRA και της παραγράφου 7(A) και από την πίεση των αφόρητων συνθηκών εργασίας, οι λιμενεργάτες του Σαν Φραντσίσκο και όλων των ακτών του Ειρηνικού άρχισαν να συρρέουν στη Διεθνή Ενωση Λιμενεργατών της AFL. Γνωρίζοντας το ποιόν του προέδρου της, του Τζόζεφ Π. Ράιαν5, ήταν αποφασισμένοι να επιβάλουν στο συνδικάτο τον έλεγχο της βάσης. Ανάμεσα στα ηγετικά στελέχη τους ήταν ένας έξυπνος λιμενεργάτης με τραχύ πρόσωπο, ο Χάρι Μπρίτζες. Ο χαρακτήρας του ήταν σκληρός και απότομος, μα είχε σαν αρετές του μία ακλόνητη εντιμότητα και πίστη στην ικανότητα και το δικαίωμα των απλών εργατών να διαχειρίζονται μόνοι τους τις υποθέσεις τους.
Αν και ο ομοσπονδιακός νόμος υποχρέωνε τους εφοπλιστές να διεξάγουν συλλογικές διαπραγματεύσεις με συνδικάτο της αρεσκείας των εργαζομένων, εκείνοι αρνούνταν να συμμορφωθούν και παρέβαιναν το νόμο χωρίς ενδοιασμούς. Επιπλέον το Σεπτέμβρη του 1933 απέλυσαν τέσσερις ηγέτες του συνδικάτου. Οταν το τοπικό εργατικό συμβούλιο απαίτησε να επαναπροσληφθούν, οι λιμενεργάτες συσπειρώθηκαν γύρω από τη Διεθνή Ενωση Λιμενεργατών (ILA) με τόση ομοθυμία που το Συνδικάτο της Γαλάζιας Βίβλου «λίγο έφτασε να διαφέρει από ένα γραφείο με αριθμό τηλεφώνου».
Μετά την άρνηση της εργοδοσίας να διαπραγματευτεί και να αναγνωρίσει το συνδικάτο για μια περίοδο πολλών μηνών, δώδεκα χιλιάδες λιμενεργάτες από το Σαν Φραντσίσκο, το Σιάτλ, την Τακόμα, το Πόρτλαντ, το Σαν Πέντρο, το Σαν Ντιέγκο, το Στόκτον, το Μπέλινγκαμ, το Αμπερντίν, το Γκρέις Χάρμπορ, την Αστόρια και άλλα λιμάνια του Ειρηνικού κατέβηκαν σε απεργία στις 9 του Μάη 1934 και ώρα 8 μ.μ. Ακολούθησε το Βιομηχανικό Συνδικάτο Ναυτεργατών και στις 23 του Μάη απεργούσαν οκτώ συνδικάτα ναυτιλιακών επαγγελμάτων, 35.000 εργάτες πηγαινοέρχονταν στα λιμάνια και δεν έπιαναν δουλειά.
Η πρωτοφανής αστυνομική αγριότητα μετέτρεψε την απεργία των ναυτικών σε γενική απεργία 127.000 εργατών του Σαν Φραντσίσκο. Αυτόματα κάθε κίνηση σταμάτησε μετατρέποντας το Σαν Φραντσίσκο σε πόλη-φάντασμα. Οι αστυνομικοί καθοδηγούνταν από τη Βιομηχανική Ενωση, τη σύμπραξη των ισχυρότερων πλουτοκρατών της πόλης, η οποία είχε σχηματιστεί το 1919 με τη μορφή Επιτροπής για το Νόμο και την Τάξη και στόχο τη διάλυση μιας παρόμοιας απεργίας στο λιμάνι, και που από τότε είχε εξελιχθεί έτσι ώστε να γίνει ο πραγματικός κυβερνήτης του Σαν Φραντσίσκο. Η παραμικρή δήλωση των στελεχών της οργάνωσης γινόταν πρώτη είδηση στις εφημερίδες. Επαιζε καθοριστικό ρόλο στις εκλογές δημάρχων, κυβερνητών και μελών του Κογκρέσου. Διατηρούσε ένα ισχυρό λόμπι στην Ουάσιγκτον. Ηταν η πιο ισχυρή ομάδα στα παράλια του Ειρηνικού: Τα μέλη της ήταν ιδιοκτήτες ναυτιλιακών εταιρειών, αποβαθρών, αποθηκών, σιδηροδρόμων, τραπεζών, εταιρειών κοινής ωφελείας και πίστης, κοινοπραξιών ακινήτων, ασφαλιστικών εταιρειών και αξιωματούχων της πολιτείας.
Στις 9 του Μάη και ώρα 8 μ.μ. τα στελέχη της Βιομηχανικής Ενωσης και του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Σαν Φραντσίσκο ανακοίνωσαν πως δεν υπήρχε θέμα προς διαπραγμάτευση. Το μόνο που υπήρχε ήταν μια κομμουνιστική εξέγερση, η οποία έπρεπε να κατασταλεί. Αντιπροσωπευτική των δηλώσεων που γέμιζαν τις εφημερίδες ήταν του Τζ. Μ. Μέιλαρντ του νεότερου, προέδρου του Εμπορικού Επιμελητηρίου:
«Η απεργία στο λιμάνι του Σαν Φραντσίσκο έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια σύγκρουση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο - ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία - αλλά με μια ταχέως εξαπλωνόμενη σύγκρουση ανάμεσα στις αμερικάνικες αρχές και τον αντιαμερικάνικο ριζοσπαστισμό... η ευημερία της επιχείρησης και της βιομηχανίας, ολόκληρο το έθνος αντιμετωπίζει κίνδυνο από αυτή την κρίση».
Το λιμάνι πρέπει να ανοίξει, δήλωναν στελέχη οργανώσεων της εργοδοσίας. Η αστυνομία πρέπει να διαλύσει τις απεργιακές γραμμές μπροστά από τις αποβάθρες.
Τα αιτήματα των λιμενεργατών ήταν ένα δολάριο αμοιβή την ώρα, έξι ώρες εργασίας την ημέρα, τριάντα ώρες τη βδομάδα και προσλήψεις μέσα από το συνδικάτο, όμως τα στελέχη της Βιομηχανικής Ενωσης μιλούσαν για «κόκκινη επανάσταση» και ζητούσαν την άμεση καταστολή της. Ο Τύπος, ο άμβωνας και το ραδιόφωνο καλλιεργούσαν συντονισμένα την υστερία ενάντια στους εργάτες που πάλευαν για να βελτιώσουν τη ζωή τους. Διάφορες ιστορίες δημοσιεύονταν στις εφημερίδες, όπως η πρωτοσέλιδη ιστορία της Κρονίκλ με τίτλο: «Κόκκινος στρατός βαδίζει εναντίον της πόλης». Σε ένα σημείο διαβάζουμε:
«Ανταποκρίσεις αναφέρουν ότι ο κομμουνιστικός στρατός σχεδίαζε την καταστροφή σιδηροδρομικών και οδικών αρτηριών για να διακοπούν οι μεταφορές και κατόπιν οι επικοινωνίες. Το Σαν Φραντσίσκο και η περιοχή του κόλπου έγιναν το επίκεντρο του κόκκινου αγώνα με σκοπό την κατάκτηση της εξουσίας.
»Η πρώτη προειδοποίηση ότι οι κομμουνιστικές δυνάμεις πλησίαζαν στα σύνορα της Βόρειας Καλιφόρνιας ήρθε από τον Τζ. Ρ. Γκίβεν, αρχιεπιστάτη της Σάουθερν Πασίφικ στο Ντάνσμπουιρ, προς το μηχανικό του περιφερειακού οδικού δικτύου της πολιτείας, Φρεντ Ου. Χέιζελγουντ, ο οποίος έστειλε αμέσως αναφορά στο διευθυντή δημόσιων έργων της πολιτείας Ερλ Λι Κέλι».
Ο Τζόζεφ Π. Ράιαν, πρόεδρος του Διεθνούς Συνδικάτου Λιμενεργατών, αλλά και συνεργάτης των γκάνγκστερ της Νέας Υόρκης, ήρθε βιαστικά απ' τη Νέα Υόρκη για να κατευνάσει τους απεργούς. Οταν δεν κατάφερε να ξεπουλήσει τους εργάτες, έπαιξε το γνωστό ρόλο του, σαν φλογερός μαχητής ενάντια στον κομμουνισμό. Δήλωσε ότι η απεργία ήταν κομμουνιστική συνωμοσία και τροφοδότησε ξανά τις εφημερίδες με πρωτοσέλιδα άρθρα. Εσπευσε από την Ουάσιγκτον και ο υφυπουργός Εργασίας Εντουαρντ Μακ Γκρέιντι, ο οποίος είχε στο ενεργητικό του τη διάλυση της απεργίας των γουνεργατών στη Νέα Υόρκη. Οταν απέτυχε να πείσει τους απεργούς να εγκαταλείψουν το αίτημα για το συνδικάτο, δήλωσε με τη σειρά του πως η απεργία ήταν «κόκκινη επανάσταση».
Το σκηνικό είχε στηθεί και η αστυνομία ανυπομονούσε. Οι εργοδότες ανακοίνωσαν ότι θα διέλυαν τις απεργιακές γραμμές στις αποβάθρες του Εμπαρκαντέρο στις 3 του Ιούλη 1934. Στις 1.27 μ.μ., ενώ οι διαδηλωτές είχαν κατακλύσει το χώρο μπροστά από τις αποβάθρες, οι ατσάλινες πύλες της αποβάθρας 38 σηκώθηκαν, μπροστά πήγαιναν οκτώ περιπολικά και ακολουθούσαν πέντε φορτηγά φορτωμένα εμπορεύματα. Ο Μάικ Κουίν, που έγραψε την ιστορία της απεργίας, περιγράφει το γεγονός:
«Ενας εκκωφαντικός βόμβος ήρθε από την πλευρά των απεργών. Στο μπροστινό μέρος της πομπής των αυτοκινήτων στεκόταν πάνω στο μαρσπιέ ενός περιπολικού ο αρχηγός της αστυνομίας Τόμας Μ. Χέρτκορν, βγήκε από το περιπολικό κραδαίνοντας το ρεβόλβερ του και φώναξε: "Το λιμάνι άνοιξε!"
»Με απόλυτη σύμπνοια οι διαδηλωτές προχώρησαν μπροστά. Το Εμπαρκαντέρο έγινε ένα τεράστιο κουβάρι μαχόμενων αντρών. Τούβλα πετούσαν στον αέρα και γκλομπ έπεφταν στα κεφάλια. Οι αστυνομικοί άνοιξαν πυρ με τα όπλα τους. Τα δακρυγόνα έσκαγαν μέσα στις γραμμές των απεργών και τους έπνιγαν μέσα στα σύννεφα της ήττας. Οι απεργοί έριχναν έφιππους αστυνομικούς από τις σέλες και τους χτυπούσαν στο πεζοδρόμιο.
»Το λιθόστρωτο του Εμπαρκαντέρο γέμισε πεσμένους άντρες και το γκρίζο του χρώμα βάφτηκε κόκκινο από το αίμα.
»Δυνάμεις αστυνομικών, που έμοιαζαν με τέρατα από τον Αρη μέσα στα ειδικά κράνη τους και τις αντιασφυξιογόνες μάσκες, άνοιγαν δρόμο πετώντας δακρυγόνα...».
Οι μάχες συνεχίστηκαν για τέσσερις ώρες μπροστά σε ένα τεράστιο πλήθος κατοίκων του Σαν Φραντσίσκο. Περίπου η μισή πόλη είχε μαζευτεί στους λόφους που υψώνονταν πάνω από το λιμάνι και παρακολουθούσε. Δύο αεροπλάνα γεμάτα περίεργους έκαναν κύκλους χαμηλά πάνω από το αιματηρό πεδίο της μάχης. Η αγριότητα εκείνης της μέρας δεν ήταν παρά ο πρόλογος της «ματωμένης Πέμπτης». Η επόμενη μέρα, μετά την πρώτη επίθεση της αστυνομίας, ήταν η 4η του Ιούλη6. Με κοινή συναίνεση έγινε ανακωχή μίας μέρας πριν συνεχιστεί η μάχη στις 5 του Ιούλη, μέρα Πέμπτη. Ο Κουίν γράφει:
«Δεν υπήρξαν προκαταρκτικά αυτή τη φορά. Η μάχη συνεχίστηκε από το σημείο που είχε σταματήσει... Χιλιάδες κατέκλυσαν τους γύρω λόφους. Χωρίς να το ξέρουν οι γονείς τους, πολλά αγόρια του γυμνασίου και των κολεγίων φόρεσαν παλιά ρούχα και κατέβηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό των συνδικαλιστών. Εκατοντάδες εργάτες ξεκίνησαν για τη δουλειά, μα άλλαξαν γνώμη και έτρεξαν να ενωθούν με τους διαδηλωτές».
Στις 8 π.μ. ανέλαβε δράση η αστυνομία. Μια εφημερίδα έγραψε:
«Σε πολλές περιπτώσεις έγινε χρήση εμετογόνων αερίων αντί για τα σχετικά αβλαβή δακρυγόνα. Δεκάδες απεργοί και άσχετοι πολίτες αχρηστεύτηκαν από τη φοβερή ναυτία που προκαλούσαν τα αέρια. Επεσαν όλα τα προσχήματα κατά τις χθεσινές μάχες. Οι αστυνομικοί αναλάμβαναν δράση με τα περίστροφα στα χέρια. Χρησιμοποιήθηκαν πολλές δεσμίδες από σφαίρες και τα πολυβόλα ηχούσαν όλη τη μέρα».
Ομως, οι απεργοί και οι χιλιάδες που τους συμπαραστέκονταν συνέχισαν να πολεμούν με τα χέρια τους ενάντια στις σφαίρες και τις βόμβες. Τα μόνα τους όπλα ήταν τούβλα και πέτρες. Εκατοντάδες τραυματίστηκαν σοβαρά. Δύο σκοτώθηκαν: Οι Νικ Μπορντουάζ και Χάουαρντ Σπίρι. Ο Σπίρι ήταν λιμενεργάτης, ο Μπορντουάζ ήταν μάγειρας, μέλος του Συνδικάτου Μαγείρων και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Κάποιος δημοσιογράφος της «Κρόνικλ» περιέγραψε την αιματοχυσία και παρατήρησε:
«Μην τη θεωρήσετε μία οχλοκρατική εκδήλωση. Ηταν εκατό εκδηλώσεις μαζί, μικρές και μεγάλες. Μην τη θεωρήσετε μία μάχη. Ηταν δεκάδες μάχες μαζί».
Οι μάχες μαίνονταν όλη μέρα. Εφτασαν ενισχύσεις από άλλα συνδικάτα και πλαισίωσαν τις σκληρά δοκιμαζόμενες γραμμές των απεργών. Οι εργάτες τόνιζαν πως «αν χάσουμε τώρα, δεν θα υπάρξει ξανά συνδικάτο στο Φρίσκο!»7.Οι αστυνομικοί χτυπώντας με τα κλομπ και τραυματίζοντας εκατοντάδες περαστικούς και περίεργους εισέβαλαν στα γραφεία του Συνδικάτου Λιμενεργατών και τα κατάστρεψαν. Προς το τέλος της μέρας ο κυβερνήτης Μέριαμ κάλεσε την εθνοφρουρά. Κατέφτασε δύναμη δύο χιλιάδων αντρών με πλήρη οπλισμό. Ο Χάρι Μπρίτζες είπε: «Δεν μπορούμε να αντέξουμε στην επίθεση αστυνομικών, πολυβόλων και εθνοφρουρών».
Η εργοδοσία νόμισε ότι είχε κερδίσει, αλλά είχε κάνει λάθος. Η απεργία βρισκόταν ακόμα στην αρχή. «Εκείνη τη νύχτα», γράφει ο Κουίν, «το Σαν Φραντσίσκο δονήθηκε από τις έντονες συζητήσεις. Κάθε σπίτι ή τόπος συγκέντρωσης βούιζε από τις κουβέντες. Κουδούνια και τηλέφωνα χτυπούσαν. Οι γείτονες έκαναν επισκέψεις... Δύο άνθρωποι είχαν σκοτωθεί εν ψυχρώ. Η εξουσία αποκάλυψε το βίαιο και αυταρχικό πρόσωπό της. Το πρωί βρήκε την πόλη στο πόδι. Κανένας δεν είχε κοιμηθεί... Η γενική απεργία σφυρηλατήθηκε μέσα στα σπίτια των απλών ανθρώπων του Σαν Φραντσίσκο».
Το Συνδικάτο Ελαιοχρωματιστών, τοπική οργάνωση 1.158, κάλεσε σε γενική απεργία. Σχεδόν αμέσως ανταποκρίθηκε το Συνδικάτο Μηχανουργών, τοπική 68. Αλλά οι εργάτες έπρεπε πρώτα να θάψουν τους νεκρούς τους. Περισσότεροι από 35.000 συνόδεψαν τα φέρετρα. Η αστυνομία είχε εξαφανιστεί καθώς η πορεία των αγέλαστων εργατών περνούσε μέσα από το κέντρο της πόλης. Ενας δημοσιογράφος έγραψε για τους σκοτωμένους:
«Οταν ζούσαν δεν γύριζε κανείς να τους κοιτάξει σαν περνούσαν απ' τους δρόμους του Σαν Φραντσίσκο. Οταν όμως πέθαναν, σχηματίστηκε κατά μήκος της οδού Μάρκετ μια εντυπωσιακή και ευλαβική πομπή που συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη».
Ο Κουίν γράφει για την κηδεία:
«Η μπάντα ενός συνδικάτου έπαψε το πένθιμο εμβατήριο του Μπετόβεν. Ποτέ προηγούμενα η μουσική του μεγάλου μουσουργού δεν ταίριαξε τόσο πολύ με τον ανθρώπινο θρήνο όσο τώρα. Αργά - μόλις που προχωρούσαν - οι νεκροφόρες μπήκαν στην οδό Μάρκετ. Ακολούθησε η τεράστια πομπή με αργά, ρυθμικά βήματα. Τα πρόσωπα ήταν συσπασμένα και σοβαρά. Οι άνθρωποι κρατούσαν με επισημότητα τα καπέλα στο στήθος τους. Σιγά σιγά, σαν ένα παχύρρευστο υγρό, η ογκώδης πομπή ξεχύθηκε στην οδό Μάρκετ.
Οι οδηγοί των τραμ ακινητοποίησαν τα οχήματα. Οσο περνούσε η πορεία, εκείνοι στέκονταν σιωπηλοί με τα πηλήκιά τους στο στήθος και τα κεφάλια τους ψηλά.
Κανένας δε χαμογελούσε από το ατέλειωτο πλήθος. Οι άνθρωποι στα πεζοδρόμια παρακολουθούσαν ξέσκεποι και με χαμηλωμένα κεφάλια. Κάποιοι άλλοι κοιτούσαν την πομπή με τον πανικό ζωγραφισμένο στα μάτια. Εδώ κι εκεί καλοντυμένοι επιχειρηματίες... είχαν μείνει έκπληκτοι από το θέαμα, μα εξακολουθούσαν να φορούν τα καπέλα τους. Απότομες φωνές ακούστηκαν μέσα από την πομπή: "Βγάλτε τα καπέλα σας!"
Ο τόνος της φωνής ήταν επιτακτικός και η αντίδραση άμεση. Με γρήγορες και νευρικές κινήσεις οι επιχειρηματίες έβγαλαν τα καπέλα τους. Οι ώρες περνούσαν, μα το πλήθος κατέκλυζε ακατάπαυστα και με πρωτοφανή μαζικότητα την οδό Μάρκετ».
Τα τοπικά συνδικάτα όλης της πόλης συνέρχονταν και αποφάσιζαν την κήρυξη γενικής απεργίας. Στις συζητήσεις που έγιναν, τονίστηκε η συμβολή των κομμουνιστών στον αγώνα των λιμενεργατών και ναυτικών. Οι κομμουνιστές και άλλοι μαρξιστές έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο σε κάθε μεγάλη απεργία από την εποχή της απεργίας των σιδηροδρομικών (το 1877) και μετά. Οι συνδικαλιστές δήλωναν πως αν το εργατικό κίνημα του Σαν Φραντσίσκο δεχόταν την κοκκινοφοβία της εργοδοσίας, αυτό θα σήμαινε και ταυτόχρονη παραδοχή της διάσπασης, των χαμηλών μισθών και των πολλών ωρών εργασίας. Στις 10 του Ιούλη το Εργατικό Συμβούλιο της Αλαμέντα υποστήριξε επίσημα τη γενική απεργία. Στις 12 του Ιούλη οι ισχυρές τοπικές οργανώσεις του Συνδικάτου Φορτηγατζήδων στο Σαν Φραντσίσκο και το Οκλαντ εξέδωσαν έκκληση για ενότητα και αλληλεγγύη και τάχθηκαν υπέρ της γενικής απεργίας.
Ο Ουίλιαμ Γκριν έστειλε τηλεγραφήματα που απαγόρευαν την απεργία. Ομως, στις 15 του Ιούλη περίπου 160 τοπικά συνδικάτα της AFL, δηλαδή 127.000 εργάτες, κήρυξαν απεργία για την επόμενη μέρα.
Οι εργάτες των τυπογραφείων και των εργοστασίων ηλεκτρικής ενέργειας δεν απέργησαν, αποτέλεσαν όμως εξαίρεση, καθώς τα μέλη όλων των άλλων συνδικάτων δεν έπιασαν δουλειά το πρωί της 16ης του Ιούλη. Ο Κουίν γράφει:
«Η απεργία σημείωσε επιτυχία πέρα από κάθε πρόβλεψη. Ουσιαστικά, παρέλυσε εντελώς η βιομηχανία. Τα μεγάλα εργοστάσια άδειασαν και ερήμωσαν. Τα τραμ εξαφανίστηκαν από τους δρόμους. Τα καταστήματα έκλεισαν. Ο γιγαντιαίος μηχανισμός του εμπορίου μετατράπηκε σε άψυχο και ανίσχυρο ερείπιο.
Η εργατική τάξη είχε αποσυρθεί. Η ζωή, το αίμα των καταστημάτων και των βιομηχανιών, οι εργάτες, εξαφανίστηκαν και άφησαν πίσω τους σιωπηλά κτίρια που περιείχαν επενδεδυμένα κεφάλαια πολλών εκατομμυρίων. Τα τεράστια μηχανήματα φάνταζαν τώρα σαν άχρηστα παλιοσίδερα...
Ολα έμεναν όπως τα είχαν αφήσει οι εργάτες - τα εργαλεία, ο εξοπλισμός, οι μηχανές, οι πρώτες ύλες και τα κτίρια. Οταν οι άνθρωποι απέργησαν, πήραν μόνο ό,τι τους ανήκε - την εργασία τους. Ηταν όμως σαν να έπαιρναν τα πάντα, γιατί ο πολύπλοκος μηχανισμός που άφησαν πίσω τους δεν είχε καμιά αξία και κανένα νόημα χωρίς τους εργάτες. Τα μηχανήματα ήταν η προέκταση της εργασίας, δημιουργήθηκαν και εξαρτώνται από αυτήν.
Οι εργάτες αποτελούσαν τη ζωή και την ενέργεια. Οι ιδιοκτήτες απέμειναν με το πτώμα στα χέρια.
Οι δρόμοι που οδηγούσαν στην πόλη γέμισαν από τις πικετοφορίες. Τίποτα δεν κουνιόταν αν δεν έδινε άδεια η επιτροπή των απεργών. Οι εργάτες κανόνιζαν τα πάντα. Παρ' όλα αυτά, οι εργοδότες έλεγχαν ένα σημαντικό παράγοντα. Μέσα από τη "συντηρητική πτέρυγα" είχαν την πλειοψηφία στη Γενική Απεργιακή Επιτροπή. Αυτή η "συντηρητική πτέρυγα", όμως, είχε να αντιμετωπίσει μια ισχυρή προοδευτική μειοψηφία και δεν τολμούσε να εναντιωθεί ανοιχτά στη θέληση της μάζας των εργαζομένων».
Στρατεύματα με δύναμη τρεις χιλιάδες άντρες στάλθηκαν στην πόλη, αλλά δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Πλήθη πολιτοφυλάκων ορκίστηκαν έκτακτοι αστυνομικοί και οπλίστηκαν με κλομπ και όπλα, αλλά οι εργάτες παρέμεναν στα σπίτια τους έχοντας πλήρη επίγνωση της δύναμής τους. Οταν σταμάτησαν τη δουλειά σταμάτησε να κινείται και ο κόσμος. Ολα τα μεταξωτά καπέλα, τα δολάρια και τα όπλα δεν μπορούσαν να τον ξαναθέσουν σε κίνηση χωρίς εκείνους.
Οι πολιτοφύλακες αποδύθηκαν σε ένα όργιο παρανομίας. Κατάστρεψαν γραφεία συνδικάτων, έκαναν επιδρομές σε λέσχες αλλοδαπών και χτύπησαν τους θαμώνες τους, λεηλάτησαν προοδευτικά βιβλιοπωλεία και σκόρπισαν στο δρόμο τα βιβλία και τα φυλλάδια. Οι αστυνομικοί παρατηρούσαν απαθείς τους πολιτοφύλακες να καταστρέφουν τα γραφεία της «Ουέστερν Ονόρκερ», κομμουνιστικής εφημερίδας που υποστήριζε την απεργία. Παρακολουθούσαν αμέτοχοι καθώς λεηλατούνταν τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος, του Βιομηχανικού Συνδικάτου Ναυτεργατών, τα συσσίτια του ILA, ο Σύνδεσμος Εργατών Παλαιών Πολεμιστών, ο Οίκος Εργατών της περιοχής Μίσιον.
Και οι αστυνομικοί παρανόμησαν όταν συνέλαβαν πεντακόσιους ηλικιωμένους ανέργους, πεντακόσια ανήμπορα ναυάγια της ζωής, με την κατηγορία της κομμουνιστικής συνωμοσίας. «Το Κομμουνιστικό Κόμμα εξουδετερώθηκε στο Σαν Φραντσίσκο», ανακοίνωσε ο αστυνόμος Τζ. Τζ. Ο'Μίρα, επικεφαλής της αντιεξτρεμιστικής αστυνομικής δύναμης, πριν γίνει γνωστό ότι κανένας από τους ηλικιωμένους άντρες δεν ήταν κομμουνιστής. Τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι.
Η βία των αστυνομικών και των πολιτοφυλάκων δεν εμπόδισε την επιτυχία της απεργίας. Η πόλη έμοιαζε με τάφο στις 16 του Ιούλη. Τίποτα δεν κινήθηκε στις 17. Το Σαν Φραντσίσκο ήταν πόλη - φάντασμα στις 18. Ομως, καθεμιά από αυτές τις μέρες, η «συντηρητική πτέρυγα» πετύχαινε τη σταδιακή χαλάρωση της απεργίας. Την πρώτη μέρα επιτράπηκε να ανοίξουν τα εστιατόρια. Την επομένη το μέτρο επεκτάθηκε σε ορισμένα φορτηγά. Την επομένη εξαιρέθηκαν και άλλοι κλάδοι. Διαδίδονταν φήμες ότι η απεργία είχε λήξει. Μία από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις στην ιστορία της αμερικάνικης εργατικής τάξης τερματίστηκε στις 19 του Ιούλη, όταν οι Ντιλ, Βαντελέρ και Κίντγουελ, συντηρητικά στελέχη της AFL, αφού αρνήθηκαν τη διεξαγωγή ονομαστικής ψηφοφορίας, ανακοίνωσαν ότι το κεντρικό εργατικό σώμα ψήφισε τη λήξη της γενικής απεργίας με ψήφους 191 έναντι 174.
Αλλά οι εργάτες επέστρεψαν στις εργασίες τους σαν να πανηγύριζαν για κάποια νίκη. Ακούμπησαν τα χέρια τους στους διακόπτες, τις βαλβίδες, τα τιμόνια και τα μηχανήματα και τους έδωσαν ζωή. Οι ναυτικοί και οι λιμενεργάτες, αφού ματαίωσαν όλες τις προσπάθειες να διασπαστούν τα οκτώ συνδικάτα που απεργούσαν, έμειναν σταθεροί στις απεργιακές γραμμές τους αλλά με ενισχυμένη δύναμη. Η αστυνομία σταμάτησε τις επιθέσεις της. Οι εθνοφρουροί κρατήθηκαν μακριά από τους απεργούς. Οι εργάτες είχαν κάνει επίδειξη της δύναμής τους και οι μεγιστάνες της Βιομηχανικής Ενωσης, οι οποίοι τώρα πολεμούσαν μεταξύ τους, δεν επιθυμούσαν να γευτούν ξανά την ενότητα της εργατικής τάξης.
Στις 30 του Ιούλη οι 35.000 εργάτες στη ναυτιλία ξανάπιασαν δουλειά. Μέσα στις λίγες βδομάδες της απεργίας οι λιμενεργάτες είχαν κατακτήσει το εξάωρο, τις τριάντα ώρες τη βδομάδα και να πληρώνονται συν 50% στις υπερωρίες. Οι μισθοί ανέβηκαν ενενήντα πέντε σεντς την ώρα και 1,40 δολάρια για υπερωρίες. Μα πάνω από όλα είχαν κερδίσει τις προσλήψεις μέσα από το συνδικάτο, μια μέθοδο για δημοκρατικές προσλήψεις χωρίς την οποία το συνδικάτο θα αδυνατούσε να προστατέψει τις κατακτήσεις του.
Οι ναυτικοί επέστρεψαν στις εργασίες τους υπό τον όρο να εξασφαλιστεί η αναγνώριση του Διεθνούς Συνδικάτου Ναυτικών. Επειδή όμως το συνδικάτο βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο μιας αντιδραστικής κλίκας υποταγμένης στα συμφέροντα των εφοπλιστών, οι κατακτήσεις των ναυτικών ήταν ελάχιστες. Αντίθετα, επειδή το τοπικό συνδικάτο των λιμενεργατών ήταν στα χέρια των εργατών της βάσης, οι κατακτήσεις των μελών του ήταν πολύ περισσότερες.
Ο ηγέτης της βάσης Χάρι Μπρίτζες εξελέγη πρόεδρος του παραρτήματος Σαν Φραντσίσκο της Διεθνούς Ενωσης Λιμενεργατών και αργότερα ανέλαβε την προεδρία ολόκληρης της περιφερειακής οργάνωσης της δυτικής ακτής. Από εκείνη τη στιγμή μπήκε στο στόχαστρο της αντίδρασης. Είχε διαπράξει το ασυγχώρητο αμάρτημα: Είχε πετύχει να γίνει αύξηση στους μισθούς. Είχε μειώσει τις ώρες εργασίας. Είχε βάλει περισσότερα χρήματα στους φακέλους της μισθοδοσίας των εργατών. Είχε μεταμορφώσει τους εργαζομένους σε ανθρώπους με δικαίωμα λόγου στις αποφάσεις σχετικά με την πρόσληψή τους. Αν και δεν τα έκανε όλα αυτά μόνος του, τουλάχιστον είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην επίτευξη των στόχων των εργαζομένων.
Από την ώρα που ο Μπρίτζες έπαιξε σπουδαίο ρόλο στις αυξήσεις των μισθών, για την ισχυρή Βιομηχανική Ενωση του Σαν Φραντσίσκο ήταν κομμουνιστής. Δεν ήταν δυνατό να εξαγοραστεί ή να τρομοκρατηθεί, να δωροδοκηθεί ή να απειληθεί. Γι' αυτό έπρεπε να εξουδετερωθεί. Δεν είχε καμιά σημασία αν ήταν κομμουνιστής ή όχι. Είχε συνεργαστεί με τους κομμουνιστές και ήταν αδιάφθορος.
Σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις επιστράτευσαν επίλεκτους χαφιέδες, επίορκους και εγκληματίες και τους απείλησαν πως αν δεν κατέθεταν ό,τι τους έλεγαν, θα έμπαιναν στη φυλακή. Σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις οι ομοσπονδιακές αρχές ή οι ένορκοι στα δικαστήρια κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Μπρίτζες δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά ήταν στόχος μιας καλά σχεδιασμένης σκευωρίας και αντικείμενο πρωτοφανούς διωγμού. Ακόμα και το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών έβγαλε την ίδια απόφαση. Παρ' όλα αυτά, τα μεγάλα συμφέροντα των ακτών του Ειρηνικού διενεργούν τώρα (1955 - σ.τ.μ.) την πέμπτη προσπάθεια να στήσουν σκευωρία ενάντια στον Χάρι Μπρίτζες8.
Ομως, οι εργάτες γνωρίζουν ότι όλες αυτές οι προσπάθειες γίνονται γιατί ο Μπρίτζες ήταν ηγετικό στέλεχος στη γενική απεργία του Σαν Φραντσίσκο το 1934, η οποία αποτέλεσε εκδήλωση της αδιάσπαστης ενότητας και πηγή έμπνευσης για την αμερικάνικη εργατική τάξη. Επαιξε αποφασιστικό ρόλο στην αύξηση των μισθών και έξω από το Σαν Φραντσίσκο. Εδωσε το σύνθημα για ακόμα μεγαλύτερες μάχες και μεγαλύτερες νίκες.
Σημειώσεις:
1. Αυτές οι Χούβερβιλ, οι οποίες ονομάστηκαν έτσι από τους ανέργους «προς τιμήν» του Προέδρου Χούβερ, παρουσιάστηκαν σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της χώρας. Σ' αυτές ζούσαν μέσα σε απερίγραπτες συνθήκες οι άποροι και οι άστεγοι, δεκάδες χιλιάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά. Μια ιδέα για τη φτώχεια και την αθλιότητα αυτών των περιοχών μπορούμε να πάρουμε από τα παρακάτω: «Μια έγκυος γυναίκα ζει στη Χούβερταουν, στην άκρη της βιομηχανικής περιοχής του Λος Αντζελες. Για στέγη έχει ένα κομμάτι καραβόπανο απλωμένο πάνω από το κρεβάτι. Εκείνη και ο άντρας της είναι άνεργοι εδώ και μήνες. Τρέφονται με σάπια λαχανικά, αυτά που πετιούνται από τις λαϊκές αγορές σαν ακατάλληλα για πούλημα» (Γράμμα από έναν εργάτη του Λος Αντζελες που παρατίθεται στο: G. Hutchins, Women who work, σελ. 3).
2. Σχετικά με τον Αρτσιμπαλντ Μπ. Ρούζβελτ, γραμματέα του Εθνικού Οικονομικού Συνδέσμου, και με μερικά άλλα μέλη του, το μέλος του Κογκρέσου Πάτμαν είπε στη Βουλή στις 3 του Γενάρη 1933: «Ο Αρτσιμπαλντ Ρούζβελτ επιδιώκει να πάρει επιχορήγηση, ούτε λίγο ούτε πολύ, ενός εκατομμυρίου δολαρίων το χρόνο από την κυβέρνηση για μια από τις ναυτιλιακές και ατμοπλοϊκές εταιρείες που έχει, όταν κι ένα καναρίνι ακόμα αρκεί για να μεταφέρει στις πλάτες του ολόκληρο τον... όγκο του ταχυδρομείου του οποίου τη μεταφορά έχουν αναλάβει αυτές οι εταιρείες. Ο ναύαρχος Μπερντ, άλλο ένα δραστήριο μέλος της παράνομης αυτής οργάνωσης, αποσπά 4.600 δολάρια το χρόνο από το κράτος, χωρίς να έχει μείνει ανάπηρος όταν υπηρετούσε στη διάρκεια του πολέμου. Ακόμη ο φίλος μας στρατηγός Πέρσινγκ, που αποσπά 21.000 δολάρια το χρόνο από το κράτος, είναι επίσης μέλος αυτής της παράνομης οργάνωσης. Είναι πικραμένος και ενοχλημένος από το γεγονός ότι μερικοί από τους πρώην φαντάρους του παίρνουν τώρα 12 δολάρια το μήνα για 49% αναπηρία». (Congressional Record, 72:2, σελ. 1.232).
3. Το 1933 πρόεδρος του Συνδικαλιστικού Ενωτικού Συνασπισμού ήταν ο Τζακ Στέιτσελ, ο οποίος αργότερα καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε χρόνων για παράβαση του ανελεύθερου νόμου Σμιθ.
4. Τα τελευταία χρόνια γνώρισε κάμψη η βιομηχανική κατασκοπεία των Πίνκερτον, εφόσον την παρακολούθηση και κατάδοση των εργατών ανέλαβε το FBI. Οι απολύσεις των μαχητικών συνδικαλιστών τώρα (1955 - σ.τ.μ.) γίνονται με τη διαδικασία ακροάσεων στο Κογκρέσο και συχνά διεξάγονται λίγο πριν τις εκλογές στα εργατικά συμβούλια.
5. Το 1953 ο Τζόζεφ Π. Ράιαν διώχτηκε από τη θέση του προέδρου της Διεθνούς Ενωσης Λιμενεργατών και παραπέμφθηκε σε δίκη για κλοπή χρημάτων του συνδικάτου τα οποία προόριζε για την καταπολέμηση του κομμουνισμού.
6. Η εθνική γιορτή των ΗΠΑ (σ.τ.μ.).
7. Λαϊκή ονομασία του Σαν Φραντσίσκο (σ.τ.μ.).
8. «Μνημείο ανθρώπινης μισαλλοδοξίας» χαρακτήρισε τη δίωξη του Μπρίτζες το μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου Φρανκ Μέρφι. Ο συνάδελφος του Ντάγκλας διαπίστωσε το 1945 ότι ο Μπρίτζες ήταν υπεύθυνος μόνο «για τη μαχητική υπεράσπιση του συνδικαλισμού» και ποτέ δεν ήταν ένοχος για «ανατρεπτική δραστηριότητα που απαγορεύει ο νόμος».Ο κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του Χάρβαρντ, Τζέιμς Λάντις, μετά από σειρά ακροάσεων το 1939, συμπέρανε ότι ο Μπρίτζες «δεν είναι μέλος ούτε σχετίζεται κατά κάποιον τρόπο με το Κομμουνιστικό Κόμμα». Περιέγραψε ένα μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση Μπρίτζες σαν «ψεύτη κατά την ιδία του ομολογία», «παθολογικό» και «διεφθαρμένο» και άλλους σαν «προκατειλημμένους, αμετροεπείς και αυταρχικούς».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ