22 Οκτ 2012

Για τη δράση των κομμουνιστών στη Γερμανία την περίοδο 1918 - 1945


Για τη δράση των κομμουνιστών στη Γερμανία την περίοδο 1918 - 1945

Στο μνημείο του Ερνστ Τέλμαν
Οπως πέρυσι, έτσι και φέτος το διήμερο της ΚΝΕ είναι αφιερωμένο σε έναν κομμουνιστή ηγέτη, τον Ερνστ Τέλμαν. Στο πρόσωπο του Ερνστ Τέλμαν τιμούμε τους Γερμανούς κομμουνιστές, τα Συμβούλια εργατών και στρατιωτών της γερμανικής επανάστασης, τους μαχητές του Κόκκινου Μετώπου, τους μαχητές του «Τάγματος Τέλμαν» των «Διεθνών Ταξιαρχιών», που πολέμησαν στο πλευρό του ισπανικού λαού. Είναι απόδειξη μεγάλου διεθνιστικού μεγαλείου η πάλη των Γερμανών κομμουνιστών, μέσα από τις οργανώσεις της «Γερμανικής Δράσης» και της «Ελεύθερης Γερμανίας», οργανώσεων που φτιάχτηκαν στις κατεχόμενες χώρες και πολέμησαν στο πλευρό των παρτιζάνικων στρατών, ενάντια στο γερμανικό ναζιστικό στρατό. Τιμούμε τους κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές που έδωσαν τη μάχη σε συνθήκες μαύρης παρανομίας, ακόμη και μέσα από τα ναζιστικά κολαστήρια, ως πληροφοριοδότες, σαμποτέρ, σύνδεσμοι της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Κόκκινου Στρατού. Οσους μετά την Αντιφασιστική Νίκη συνέχισαν στη δύσκολη προσπάθεια της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία.
Αυτή η περίοδος, που ξεκινάει από το ξέσπασμα του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, τη γερμανική επανάσταση του 1918 και φτάνει μέχρι την επικράτηση των ναζί, το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι μια περίοδος πολύτιμη σε διαχρονικά διδάγματα.
Με το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού Α' Παγκόσμιου Πολέμου, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Β' Διεθνούς πρόδωσαν την εργατική τάξη, στηρίζοντας την αστική τάξη των χωρών τους και καλώντας την εργατική τάξη να ριχτεί στη σφαγή. Τα κόμματα αυτά μεταλλάχθηκαν σε οπορτουνιστικά και στη συνέχεια σε αστικά κυβερνητικά κόμματα. Η μετάλλαξή τους συνδέεται με την είσοδο του καπιταλισμού στο τελευταίο, ιμπεριαλιστικό του στάδιο και τις αλλαγές που έφερε στη σύνθεση της εργατικής τάξης. Η δημιουργία των μονοπωλίων έδωσε τη δυνατότητα στην αστική τάξη να εξαγοράζει ένα μέρος των εργατών. Ο Λένιν έγραφε ότι τα κόμματα αυτά «εκπροσωπούν εκείνα τα στρώματα, που έχουν εξαγοραστεί (καλύτερη αμοιβή, τιμητικές θέσεις κ.λπ.) και που βοηθούν τη δική τους αστική τάξη να ληστεύει αδύναμους λαούς»... «Είναι άνθρωποι της ρουτίνας, σκουριασμένοι από τη σάπια νομιμότητα, χαλασμένοι από τις συνθήκες του κοινοβουλευτισμού».
Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) στήριξε τη γερμανική κυβέρνηση στον πόλεμο. Αυτή η στάση παρέλυσε τους χιλιάδες εργάτες. Μια πρώτη ώθηση στην ανάταση του εργατικού κινήματος έδωσε, το 1914, το τολμηρό «όχι» του Καρλ Λίμπκνεχτ κατά τη διάρκεια της ψήφισης των πολεμικών πιστώσεων, στο Ράιχσταγκ. Στη συνέχεια, συγκροτήθηκε η ομάδα «Διεθνής», όπου συσπειρώθηκαν οι Καρλ Λίμπκνεχτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φραντς Μέρινγκ, Κλάρα Τσέτκιν, κ.ά., που πήρε το όνομα «Σπάρτακος».
Ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας
Η Γερμανία ήταν από τους ηττημένους του πολέμου. Η επιδείνωση των συνθηκών ζωής, μετά από τέσσερα χρόνια πολεμικών συγκρούσεων, σε συνδυασμό με την ακτινοβολία της Οχτωβριανής Επανάστασης, οδήγησε σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μαζών στη Γερμανία. Η εξέγερση των ναυτών του γερμανικού στόλου στο Κίελο, το Νοέμβρη του 1918, αποτέλεσε θρυαλλίδα για την έξοδο της Γερμανίας από τον πόλεμο.
Η γερμανική αστική τάξη ένιωθε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια της. Η εξέγερση μεταφέρθηκε σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Γερμανίας, όπου οι στρατιώτες συμφιλιώνονταν με το λαό, συγκροτούνταν Συμβούλια στρατιωτών και εργατών, ανέμιζε η κόκκινη σημαία. Ο φόβος για ένα «Γερμανικό Οκτώβρη» ανάγκασε το γερμανικό κεφάλαιο να πάρει δραστικά μέτρα. Είναι χαρακτηριστική η ομολογία του μεγαλοβιομήχανου Ρόμπερτ Μπος ότι «για να σβήσεις το σπίτι σου, που καίγεται, θα χρησιμοποιήσεις και βρωμόνερα».Τα «βρωμόνερα» στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η σοσιαλδημοκρατία, που είχε ήδη δώσει εξετάσεις.
Η αστική τάξη ανέθεσε τη διακυβέρνηση της χώρας στη σοσιαλδημοκρατία. Τα Συμβούλια των εργατών και στρατιωτών, αν και μιλούσαν για τη «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας», για «κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής» κ.ά., δεν έπαιρναν κανένα μέτρο σε αυτή την κατεύθυνση, στηρίζοντας την κυβέρνηση που δημιουργήθηκε από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Το Συνέδριο των Συμβουλίων, που έγινε το Δεκέμβρη 1918, έλυσε το ζήτημα της εξουσίας προς όφελος της αστικής τάξης. Η απάντηση στο ζήτημα «εργατική εξουσία στη βάση των συμβουλίων ή εθνοσυνέλευση, δηλαδή αστικό κοινοβούλιο», απαντήθηκε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο απ' ό,τι απάντησε η Οχτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Το Συνέδριο αποφάσισε το πέρασμα της εξουσίας στην Εθνοσυνέλευση.
Ιδιαίτερα ανασταλτικό για την εξέλιξη της επανάστασης αποδείχτηκε το ότι η πλειοψηφία των εργατών, που γύρισαν τις πλάτες στο SPD, προσχώρησαν στο κεντρίστικο ΑΣΚΓ, το οποίο δεν έριχνε το σύνθημα της πάλης για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Δεν έγινε κατορθωτός ο πλήρης διαχωρισμός των επαναστατικών δυνάμεων από τον οπορτουνισμό. Αυτή η αναγκαιότητα συνειδητοποιήθηκε δύο μήνες αργότερα, όταν και ιδρύθηκε το ΚΚ Γερμανίας. Δυστυχώς ήταν αργά. Τα επαναστατικά γεγονότα κράτησαν έως το Γενάρη του 1919 και κατέληξαν με ήττα της επανάστασης. Η καθοριστική έλλειψη ήταν πως δεν υπήρχε Κομμουνιστικό Κόμμα, που να οδηγούσε την εργατική τάξη στο τσάκισμα του αστικού κράτους και στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής κατά το νικηφόρο παράδειγμα της Ρωσίας.
Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας πρωτοστάτησε στη δολοφονία των ηγετών της επανάστασης Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ και στη σφαγή των εργατών. Αποκαλύφθηκε και έμπρακτα ο ρόλος του οπορτουνισμού, που είχε αναδειχτεί σε σανίδα σωτηρίας για το σαπισμένο καπιταλιστικό σύστημα. Οπως έλεγε ο Λένιν, «το επαναστατικό εργατικό κίνημα το χώριζε πλέον αίμα από τον οπορτουνισμό».
Η δημοκρατία της Βαϊμάρης
Με την επανάσταση του 1918 - 1919 διαμορφώθηκε τυπική κοινοβουλευτική δημοκρατία, που ονομάστηκε «δημοκρατία της Βαϊμάρης». Στην ουσία ήταν μια αστική εξουσία, η οποία διασφάλισε όλες τις λειτουργίες του αστικού κράτους ως μηχανισμού βίας ενάντια στην εργατική τάξη και στους άλλους καταπιεσμένους.
Η περίοδος της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», 1919 - 1933, χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στη Γερμανία, την αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος, την όξυνση των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων. Σε πεδίο αντιπαράθεσης εξελίχθηκε ο μελλοντικός ρόλος, που θα έπαιζε η Γερμανία στις διεθνείς εξελίξεις. Η γερμανική αστική τάξη ήθελε τη ρεβάνς από την ήττα της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ την ίδια στιγμή τμήματα του διεθνούς κεφαλαίου έβλεπαν μέσα από την ενδυνάμωση της Γερμανίας, αφενός την προώθηση των δικών τους οικονομικών συμφερόντων, αφετέρου μια δύναμη κρούσης ενάντια στη σοσιαλιστική Σοβιετική Ενωση.
Το SPD και τα άλλα κόμματα της Βαϊμάρης στήριξαν όλα τα αντιλαϊκά μέτρα και συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία ανοχών απέναντι στον ανερχόμενο φασισμό. Κατέστειλαν εργατικές εξεγέρσεις, απεργίες, ανασυγκρότησαν τους μηχανισμούς του γερμανικού αστικού κράτους, το στρατό της Ράιχσβερ και τα αντιδραστικά Freikorps, από τα οποία ξεπήδησαν στη συνέχεια οι ναζιστικές δυνάμεις των SS και SA. Εκαναν τα πάντα για την αναχαίτιση του εργατικού κινήματος, το οποίο χάρη στη συμβολή του ΚΚ Γερμανίας έθετε, έστω και με αντιφάσεις, το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, πάλευε με ανεβασμένες μορφές πάλης π.χ. οι ένοπλες εξεγέρσεις του Αμβούργου, του Ρουρ, συγκροτούσε τα δικά του μαχητικά τμήματα (Μαχητές Κόκκινου Μετώπου, προλεταριακές εκατονταρχίες).
Σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης
Η δημοκρατία της Βαϊμάρης και το γερμανικό κεφάλαιο εξέθρεψαν το ναζιστικό τέρας. Με το ξέσπασμα της κρίσης του 1929 - 1932, τα αστικά κόμματα πήραν πολύ σκληρά μέτρα, με στόχο το ξεπέρασμα της κρίσης σε βάρος της γερμανικής εργατικής τάξης και προς όφελος του γερμανικού κεφαλαίου. Η αντιλαϊκή πολιτική των «δημοκρατικών» δυνάμεων εκείνης της περιόδου αποτέλεσε βασικό παράγοντα ενίσχυσης της πολιτικής επιρροής του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Το SPD στήριξε την αντιλαϊκή πολιτική με βάση τη λογική του «μικρότερου κακού». Με την ίδια λογική στήριξε στις προεδρικές εκλογές τον φιλομοναρχικό Χίντενμπουργκ, ο οποίος στη συνέχεια, παρέδωσε την καγκελαρία στον Χίτλερ. Σε συνθήκες νέας οικονομικής κρίσης, όξυνσης της ταξικής πάλης και προετοιμασίας για ένα νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τα γερμανικά μονοπώλια επέλεξαν τη στήριξη του ναζισμού ως πιο αυθεντικού εκφραστή των συμφερόντων τους εκείνη την εποχή.
Η μετεξέλιξη του SPD από οπορτουνιστικό - εργατικό σε αστικό κόμμα ήταν ένα φαινόμενο, το οποίο επαναλήφθηκε πολλές φορές. Οπορτουνιστικά κόμματα κλήθηκαν να «βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά» για λογαριασμό της αστικής τάξης. Είναι γνωστά τα παραδείγματα μεταλλαγμένων ΚΚ και άλλων οπορτουνιστικών δυνάμεων (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία κ.λπ.), που πήραν μέρος στην καπιταλιστική διαχείριση, με το ίδιο επιχείρημα του «μικρότερου κακού» και έβαψαν τα χέρια τους με αντιλαϊκά μέτρα, ακόμη και με συμμετοχές σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Αυτό το φαινόμενο αποκτά μεγάλη σημασία σήμερα, όπου σε συνθήκες κρίσης, κυοφορούνται απότομες στροφές στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Ταυτόχρονα, όμως, ενισχύεται και η τάση μικροαστικών δυνάμεων, πιο καλοπληρωμένων εργατικών στρωμάτων για άμεσες λύσεις σωτηρίας των προνομίων τους. Ετσι, αντικειμενικά αυξάνει το έδαφος για την άνοδο της επιρροής του οπορτουνισμού, για ενσωμάτωση στις λύσεις σωτηρίας του καπιταλιστικού συστήματος.
Στην Ελλάδα του σήμερα
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ελλάδα προσφέρονται για την εξαγωγή αντίστοιχων συμπερασμάτων. Οι αγώνες που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα με την όξυνση της κρίσης, παρά τη μαζικότητα, το δυναμισμό, τους τριγμούς που προκάλεσαν στο αστικό πολιτικό σύστημα, δεν έχουν οδηγήσει ακόμη στην ανασύνταξη του εργατικού - λαϊκού κινήματος, στη συνειδητοποίηση του χαρακτήρα της κρίσης, στην αποδοχή της πολιτικής εξόδου από αυτήν με αποδέσμευση από την ΕΕ - μονομερή διαγραφή του χρέους - κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής.
Η καπιταλιστική κρίση και τα μνημόνια, που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα με την ΕΕ και το ΔΝΤ για λογαριασμό της αστικής τάξης, θεωρήθηκαν προβλήματα κακής ή υποτελούς διαχείρισης από τα κυβερνητικά κόμματα. Σε αυτές τις συνθήκες καλλιεργήθηκε από το βασικό φορέα του οπορτουνισμού στην Ελλάδα, τον ΣΥΡΙΖΑ, η αυταπάτη για άμεση λύση, χωρίς σύγκρουση με το κεφάλαιο, την ΕΕ, προωθήθηκε η αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού, με τη δημιουργία ενός δίπολου, όπου στον ένα πόλο βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ, ως νέος φορέας της σοσιαλδημοκρατίας, με στόχο την ανακοπή της ριζοσπαστικοποίησης.
Οι δυνάμεις αυτές προσπαθούν να «δέσουν» τους εργαζόμενους στο δικό τους «άρμα» χειραγώγησης, που προτείνει μια άλλου είδους διαχείριση της κρίσης. Επιδιώκουν τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού, πότε εκθειάζοντας τον Ολάντ και τις κυβερνήσεις Ιταλίας - Ισπανίας για τον τρόπο που διαπραγματεύονται στην ΕΕ και πότε τον Ομπάμα για το είδος της διαχείρισης της κρίσης που έχει επιλέξει. Κάποιοι μιλάνε ακόμη και για μια χρεοκοπία τύπου Αργεντινής, με επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, βεβαίως με τα μονοπώλια κυρίαρχα. Ομως και η μια και η άλλη διαχείριση οδηγούν στο ίδιο βάρβαρο αποτέλεσμα για τους λαούς, δεν αναιρούν τη γενική στρατηγική του κεφαλαίου για ισοπέδωση των λαϊκών δικαιωμάτων, της τιμής της εργατικής δύναμης.
Πολύτιμο συμπέρασμα για την πάλη των κομμουνιστών αποτελεί η στάση απέναντι στις κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης. Στη Γερμανία του 1918, η αστική κυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών χρησιμοποιούσε συνθήματα δημοφιλή στις εργατικές μάζες, όπως«Σοσιαλισμός, κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, εξουσία στα συμβούλια εργατών και στρατιωτών, εργατικός έλεγχος κ.λπ.». Την ίδια στιγμή, βέβαια, εκμεταλλευόμενη τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες των εργατών, ότι η αλλαγή στην κυβερνητική διαχείριση σημαίνει και αλλαγή τάξης στην εξουσία, προωθούσε την αντεπανάσταση.
Η αλλαγή τάξης στην εξουσία, όμως, δεν επιτυγχάνεται με την αντικατάσταση μιας κυβέρνησης από μια άλλη, ό,τι συνθήματα και αν χρησιμοποιεί αυτή. Καμία κυβέρνηση, όπως κι αν λέγεται, αριστερή, κομμουνιστική, ακόμα και επαναστατική, δε θα υλοποιήσει τις διακηρύξεις της, αν τα μέσα παραγωγής και ο πλούτος είναι στα χέρια των μονοπωλίων. Αυτό που κρίνει τις εξελίξεις και την έκβαση της πάλης είναι η συγκέντρωση δυνάμεων με στόχο την ανατροπή, η ανασύνταξη του εργατικού - λαϊκού κινήματος, έτσι ώστε να συνειδητοποιείται η ανάγκη σκληρής ταξικής πάλης, σύγκρουσης με όλους τους θεσμούς της αστικής εξουσίας, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις (ΕΕ - ΝΑΤΟ κ.λπ.), με στόχο την εργατική - λαϊκή εξουσία, την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, η ιδεολογική διαπάλη μέσα στο κίνημα με τις αστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις. Αυτό είναι το καθήκον κάθε ΚΚ.
Να γιατί το ΚΚΕ απέρριψε την απατηλή πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για μια «αριστερή κυβέρνηση» που ως διά μαγείας θα έλυνε τα λαϊκά προβλήματα, χωρίς σύγκρουση με την ΕΕ, τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης. Γιατί γνωρίζει πολύ καλά πως καμία κυβέρνηση που διαχειρίζεται τον καπιταλισμό, την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, την ανταγωνιστικότητα των μεγάλων οικονομικών ομίλων δεν μπορεί να ακολουθήσει πολιτική προς όφελος του λαού, δεν μπορεί να ελέγξει τους νόμους του συστήματος, να ματαιώσει την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης. Μια τέτοια κυβέρνηση όχι μόνο δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της ανεργίας, της Παιδείας, της Υγείας, αλλά στις σημερινές συνθήκες δεν μπορεί ούτε να ανακουφίσει το λαό. Μόνο η εργατική - λαϊκή εξουσία, όπου τα μέσα παραγωγής, ο παραγόμενος πλούτος θα είναι στα χέρια του λαού και η οικονομία κεντρικά σχεδιασμένη, μπορεί να αξιοποιήσει τις αναπτυξιακές δυνατότητες και το εργατικό δυναμικό κάθε χώρας για να ικανοποιήσει τις λαϊκές ανάγκες.
Βασικό δίδαγμα
Δεν υπάρχει κανένα ιστορικό προηγούμενο, όπου ένα αστικό κοινοβούλιο ή μία κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού να μετατράπηκαν σε όργανα πάλης ή λαϊκής εξουσίας ή έστω να έλυσαν τα λαϊκά προβλήματα, επειδή συμμετείχαν σε αυτά ή είχαν και την πλειοψηφία ακόμη, αριστερά ή και κομμουνιστικά κόμματα. Σε παρόμοιες καταστάσεις, η συμμετοχή κομμουνιστών στην αστική διαχείριση οδήγησε στην ενσωμάτωσή τους, στην αδρανοποίηση των εργατικών - λαϊκών μαζών, στην καλλιέργεια αυταπατών. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει σήμερα, όπου ο καπιταλισμός έχασε και τα όποια περιθώρια παραχωρήσεων είχε στο παρελθόν. Αυτή η αλήθεια επιβεβαιώθηκε πολλές φορές στην ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και με τραγικό τρόπο.
Η υπεράσπιση αυτής της αλήθειας μπορεί να μη γίνεται άμεσα κατανοητή από τις εργατικές - λαϊκές μάζες. Μπορεί να οδηγήσει ένα ΚΚ και σε προσωρινές απώλειες, όμως οι απώλειες για το λαό και το κίνημα θα είναι πολύ μεγαλύτερες και μη αναστρέψιμες αν ένα ΚΚ εγκατέλειπε, στο όνομα του «ρεαλισμού» αυτήν την αρχή και αποφάσιζε να στηρίξει κυβέρνηση αστικής διαχείρισης.
Χαρακτηριστική σε αυτό ήταν η στάση του επαναστάτη Κ. Λίμπκνεχτ, ο οποίος πήγε κόντρα στο ρεύμα των αυταπατών, που είχαν δημιουργηθεί από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, το 1918 στη Γερμανία. «Πρέπει να ρίξω νερό στο κρασί του ενθουσιασμού σας. Η αντεπανάσταση βρίσκεται ήδη εν εξελίξει. Βρίσκεται εδώ, ανάμεσά μας». Πήγε κόντρα στις πιέσεις των εργατών να συμμετάσχει στην κυβέρνηση γιατί τον θεωρούσαν ως το πιο συνεπές στοιχείο και εγγύηση ότι η κυβέρνηση θα τηρήσει τις δεσμεύσεις, πήγε κόντρα ακόμη και όταν οι εργάτες αποδοκίμασαν την άρνησή του, γιατί, όπως έλεγε: «Μπορεί να αρκεστεί το προλεταριάτο στην εξουδετέρωση των Χοεντσόλερν; Ποτέ πια! Η κατάργηση της κυριαρχίας των τάξεων, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού - αυτός είναι ο σκοπός μας».
Περί της θεωρίας των «άκρων»
Η ιστορία εκείνης της περιόδου ξεμπροστιάζει τη «θεωρία των άκρων», την άθλια και ανιστόρητη προπαγάνδα ότι το ΚΚ Γερμανίας ευθύνεται για την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, επειδή αρνιόταν τη σύμπραξη με τους σοσιαλδημοκράτες. Αυτή η θεωρία της εξίσωσης φασισμού - κομμουνισμού αναβιώνει σήμερα, γίνεται επίσημη ιδεολογία της ΕΕ. Αναβιώνει και στη χώρα μας, με αφορμή την εκλογική άνοδο της ναζιστικής «Χρυσής Αυγής».
Διάφοροι αστοί δημοσιολόγοι, πολιτικοί μέσω αυτής της θεωρίας ταυτίζουν τη δράση του ταξικού εργατικού κινήματος με τη δράση των ακροδεξιών στοιχείων, τραμπούκων, προβοκατόρων, μιλώντας για άκρα που οδηγούν στην καταστροφή. Κρύβουν ότι ο φασισμός είναι παιδί του εκμεταλλευτικού, καπιταλιστικού συστήματος, ότι το ναζισμό τον γέννησαν οι ανάγκες του κεφαλαίου. Η αντιμετώπιση τέτοιων οργανώσεων δεν μπορεί να γίνει στη βάση του αντιφασιστικού μετώπου ή του μετώπου των δημοκρατικών δυνάμεων για την προστασία της αστικής νομιμότητας, γιατί τελικά πίσω από αυτήν την έκφραση θα χτυπηθεί το κίνημα. Η αντιμετώπιση πρέπει να γίνει μέσα από το ίδιο το οργανωμένο κίνημα, στους τόπους δουλειάς, στις λαϊκές οργανώσεις, με ξεσκέπασμα του συστημικού τους ρόλου.
Τα πραγματικά «άκρα», που συγκρούστηκαν στη Γερμανία τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, που συγκρούονται σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία είναι από τη μια η εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα με μπροστάρη το ΚΚ και από την άλλη το κεφάλαιο, τα μονοπώλια με συμπαραταγμένα όλα τα αστικά κόμματα. Με τη μελέτη της Ιστορίας του διεθνούς εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος μπορούμε να γίνουμε πιο ικανοί, να βγούμε νικητές σε αυτήν τη σύγκρουση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ