14 Αυγ 2013

Αδελφέ μου Ισραηλίτη

Αδελφέ μου Ισραηλίτη
Κ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ
Αδελφέ μου Γιαγκόπ. Τούτες τις μέρες σε ξαναθυμήθηκα πάλι, αν κι από τότε έχουν περάσει 44 ολάκερα χρόνια. Ξαναθυμήθηκα πάλι τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς, της πείνας και της κατοχής. Εσύ έμενες στα έξω σπίτια του συνοικισμού, αλλά πού σ' έχανε πού σ' έβρισκε η μάνα σου, κοντά μας, στη μικρή μας πλατεΐτσα ή κάτω απ' την ακακία της Νενές να παίζεις και να χαίρεσαι μαζί μας. Εμάς την αλαναφία, τα φτωχά και ξυπόλυτα προσφυγόπουλα.
Θυμάμαι που 'τρεχες με τη σάκα στην πλάτη και σκούρο μπερεδάκι με την κόκκινη φουντίτσα να προλάβεις το σχολείο.
Καθόσουν πάντα τελευταίος στη σειρά, δυο μέτρα πιο μακριά απ' τους άλλους να γίνει η προσευχή κι ύστερα να ορμήσεις πρώτος και καλύτερος να στρογγυλοκάτσεις στο θρανίο. Οταν στο σχόλασμα ξανακάναμε προσευχή και λέγαμε το «πάτερ ημών» έβρισκες την ευκαιρία να λακίσεις σαν τον κλέφτη. Δε σου μίλησε ποτέ κανείς μας στο σχολείο γι' αυτό, αν και βρίσκαμε παράξενο το φέρσιμό σου. Και δε σου μιλήσαμε γιατί για μας ήσουν ο φίλος μας, ο αδελφός μας. Για μένα ακόμα πιο πολύ. Θυμάμαι που κλέβαμε τα τζάναρα απ' την καρότσα του Ρηρού και καθόμασταν να τα μοιράσουμε στο παλιό πλυσταριό στην άκρη του συνοικισμού, ήσουνα και πονηρός, διάλεγες πάντα για τον εαυτό σου τα πιο κόκκινα και τα πιο μεγάλα κι εγώ έκανα πως δεν καταλάβαινα γιατί στο σχολείο διάβαζα απ' τα βιβλία σου και δε με συνέφερε να τα χαλάσω μαζί σου. Υστερα η μάνα σου μου έφερνε τα παλιά σου παπούτσια και τα παλιά πουκάμισά σου που μου ερχόντουσαν γάντι γιατί ήμουν πιο μικροκαμωμένος από σένα.
Μαθαίναμε να καβαλάμε στο τραμ από Χαροκόπου - Καλλιθέα για να μην πηγαίνουμε στο σχολειό με τα πόδια, κάτω στο 9ο στην Αγια-Λεούσα που μας μεταφέρανε (γιατί το δικό μας το 2ο το επιτάξανε οι Γερμανοί). Μια μέρα δεν τα κατάφερες και καθώς προσπάθησες να πηδήσεις έπεσες φαρδύς-πλατύς, καταματώνοντας τα γόνατά σου.
Δε σ' ένοιαξε ο πόνος, το ξύλο σκεφτόσουνα που θα 'τρωγες απ' τη μάνα σου, αν μάθαινε πως τόλμησες τέτοιο πράμα. Γιατί νομίζω πως δε θα επέτρεπε ποτέ στο γιο της να καβαλάει στο τραμ σαν τ' άλλα αλάνια του συνοικισμού.
Σε πήρα τότε σπίτι κι η μάνα μου σου 'δεσε τις πληγές, σε καθησύχασε και σε φίλησε στο μέτωπο. Υστερα μας έκανε σερμπέτι με μαύρες σταφίδες και το φχαριστηθήκαμε πολύ. Αγκαλιαστήκαμε και βάλαμε τα γέλια.
Μου υποσχέθηκες πως θα μάθεις να πηδάς καλύτερα απ' το τραμ, γέρνοντας το σώμα σου προς τα πίσω. Πραγματικά σε λίγο καιρό είχες γίνει ξεφτέρι. Σ' όλες τις σκανταλιές ήσουν πρώτος και καλύτερος. Οταν μαθαίναμε ποδήλατο, ήσουν ο πρώτος που κατάφερες να ισορροπήσεις στο πετάλι και να στερεωθείς. Βέβαια, εσύ είχες χαρτζιλίκι και μπορούσες να νοικιάζεις κάθε μέρα ένα τέταρτο το μικρό ποδηλατάκι που είχε ο ποδηλατάς στη γωνία Χαροκόπου και Σαπφούς πλάι απ' την ταβέρνα του Βεληχέρπ.
Εμείς όμως οι άλλοι το νοικιάζαμε μια φορά τη βδομάδα ή και καθόλου, γι' αυτό σε παρακαλούσαμε να μας δώσεις να κάνουμε μια μικρή βόλτα γύρω απ' τη Βαγγελίστρα.
Μου 'πες μια μέρα - και το 'κανες - πως θα νοίκιαζες για μένα ένα ολάκερο τέταρτο, γιατί ήμουν ο μόνος που δεν είχα ακόμα μάθει πώς να στεριώνω το κορμί μου πάνω στο ποδήλατο και μου φώναζες να κοιτάζω μακριά κι όχι στη ρόδα. Εγώ από μεριά μου σου 'λυσα όλα τα προβλήματα και σου 'γραψα την έκθεση για τα Χριστούγεννα. Είχες λόγους που δεν ήθελες να το κάνεις. Δε σε ρώτησα ποτέ γιατί. Για μας όμως ήταν τα Χριστούγεννά μας.
Βγήκες και τη διάβασες στην τάξη και ο κύριός μας, ο κύριος Καφετζής είπε «πως σου αξίζουνε θερμά συγχαρητήρια. Μπορεί οι δικοί σου να είναι ό,τι είναι, αλλά εσύ μέσα σου μπορεί να 'χεις άλλη πίστη».
Αργότερα ήρθε η μάνα μου στο σπίτι σας να κάνει δουλιές και με κουβάλησε και μένα (άλλο πως δεν ήθελα) για να παίξουμε.
Η μάνα σου είχε μαγειρέψει μπιζέλια με λάδι και κόκκινη σάλτσα και μας έβαλε από ένα βαθύ πιάτο, ψιθυρίζοντας στη μάνα μου «πως κοντά σε μένα μπορεί να φάει κι ο Γιαγκόπ που είναι μίζερος και ζητάει άλλα φαγητά, τώρα που οι καιροί είναι δύσκολοι και δεν ξέρει κανείς τι να μαγειρέψει».
Εφαγες ολάκερο το πιάτο, αλλά δε με παραβγήκες. Σ' αυτό σ' είχα περάσει. Είχα τελειώσει πιο μπροστά από σένα και πολύ θα ευχόμουν να μου ξαναγέμιζε η μάνα σου το πιάτο για δεύτερη φορά.
Υστερα κουτουρντίσαμε πάνω στο κρεβάτι με μαξιλαριές και παλιά βιβλία. Οπου πίσω από ένα λαβομάνο ανακάλυψες ένα μπουκάλι ούζο του πατέρα σου. Τράβηξες μια γερή γουλιά κι έπρεπε κι εγώ ν' ακολουθήσω. Τράβηξα δυο γουλιές κι έπρεπε και συ ν' ακολουθήσεις και δεν καταλάβαμε πώς άδειασε το μπουκάλι και γίναμε στουπί στο μεθύσι. Θυμάμαι που σ' έπιασε κλάμα και σφίχτηκες στην αγκαλιά μου να μου πεις με παράπονο τάχατες το μεγάλο σου μυστικό.
«Ξέρεις - μου είπες - εμείς δεν έχουμε πατρίδα σαν όλους τους άλλους λαούς. Πρέπει να φτιάξουμε πατρίδα, λέει ο πατέρας, να μπορούμε να κάνουμε κουμάντο σε δικό μας τόπο».
«Πώς δεν έχετε πατρίδα;», απόρησα εγώ!
«Ετούτη δεν είναι πατρίδα σου; Δεν είναι το σπίτι σου εδώ; Εμείς δεν είμαστε φίλοι, δεν είμαστε δικοί σου άνθρωποι; Η αλάνα που κλοτσάμε το τόπι; Ο Ιλισός, το ποτάμι μας, που τσαλαβουτάμε στα βρώμικα νερά του, που σκάβουμε λαγούμια και φωλιές και κάνουμε κάθε λογής τρέλες και παιχνίδια; Ολα αυτά, όλοι εμείς δεν είμαστε πατρίδα σου;». Συνέχισες να κλαις Γιαγκόπ και δεν μπόρεσα να σε μεταπείσω.
Μου ξεφούρνισες και το άλλο!
«Πως σας κυνηγάνε οι Γερμανοί και δε σας αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Κι είπε ο πατέρας σου ότι κρυβόσαστε να μη σας πιάσουν κι αλίμονο σας».
Και ξαφνικά μου 'βαλες περίσσιο φόβο!
«Να 'ρθεις Γιαγκόπ... Να 'ρθεις στο σπίτι μου να σε κρύψω...!»
Δεν πρόλαβες!
Την άλλη μέρα ένα γερμανικό καμιόνι σταμάτησε στην πόρτα του σπιτιού σου και μπλοκάρισε το στενό. Εβρεχε θυμάμαι. Εκείνο το ψιλό, ατέλειωτο ψιλοβρόχι. Σταμάτησα κάτω απ' το κιόσκι της εκκλησίας να θωρώ το σπίτι σας. Πρώτος κατέβηκε ο πατέρας σου κρατώντας μια βαλίτσα, ύστερα εσύ κι η μάνα σου κι η αδελφή σου. Φορούσες τα καλά σου ρούχα και το σκούρο μπερεδάκι με την κόκκινη φουντίτσα να μη βρέχεσαι. Σας φορτώσανε γρήγορα στ' αμάξι και χάθηκαν.
Δεν πρόλαβες να μ' αποχαιρετήσεις. Πρόλαβα όμως εγώ να ξεκρίνω το βλέμμα σου. Είχε τρόμο μαζί και θλίψη. Είχε απορία κι απόγνωση.
Κι αν εσένα μπορεί από τότε να μη σε καλοθυμάμαι, θυμάμαι όμως το βλέμμα σου, όπως το αποτύπωσα μες στην ψυχή μου την τελευταία φορά που σε είδα.
Κανείς μας πια Γιαγκόπ τις δύσκολες εκείνες ώρες δεν έμαθε τίποτα για σένα.
Πέρασαν χρόνια. Μεγάλωσα Γιαγκόπ και διάβασα κι έμαθα πολλά. Είπα να σ' αναζητήσω. Ν' αναζητήσω τη θύμησή σου σαν ένα προσκύνημα στην παιδική μας φιλία.
Εφτασα στο Αουσβιτς.
Περιδιάβηκα όλους τους θαλάμους. Πήρα καταλόγους μ' ονόματα και φωτογραφίες. Πήγα και στο θάλαμο Ζ. Το θάλαμο των παιδιών!
Είδα τη φωτογραφία σου στον τοίχο. Ησουν κουρασμένος και φορούσες μια ριγέ γκρίζα πουκαμίσα.
Δεν είχε τ' όνομά σου από κάτω. Είχε μόνο έναν αριθμό. Σ' αναγνώρισα απ' το βλέμμα. Το ίδιο εκείνο βλέμμα της απόγνωσης και του τρόμου, που 'χα φυλακίσει στην ψυχή μου.
Ομως είδα και τη διπλανή, και την παραδιπλανή, κι όλες τις άλλες φωτογραφίες στη σειρά.
Τι σύμπτωση!
Ησουν εσύ - με διαφορετικά όμως πρόσωπα. Σ' αναγνώρισα αμέσως και πάλι απ' το βλέμμα. Το ίδιο εκείνο βλέμμα της απόγνωσης και του τρόμου. Προχώρησα μ' ένα αίσθημα θλίψης στο θάλαμο που φυλάγονταν τα μικροαντικείμενα. Στάθηκα ακίνητος. Ψαχούλευα με το βλέμμα τ' άψυχα μικροπράγματα. Κτενάκια, και σκουφιά, και οδοντόβουρτσες σωρό, κουκλιά κι αυτοκινητάκια και ω... τι έκπληξη, τι φρικτή έκπληξη... πάνω πάνω σε μια άκρη - πήρε καλά το μάτι μου - βρώμικο και ξεθωριασμένο το σκούρο μπερεδάκι σου με την κόκκινη φουντίτσα.
Επιασα τα κάγκελα και δάγκασα το χοντροδάχτυλό μου να μην κλάψω.
Ομως Γιαγκόπ δεν πρόλαβες, δεν έζησες να δεις που οι δικοί σου φτιάξανε πατρίδα. Αρπάξανε πατρίδα αλλωνών και την έκαναν δική τους.
Ποιοι από σας ξαναγεννήθηκαν μέσα απ' τις στάχτες κι έγιναν ίδιοι - κατ' εικόνα κι ομοίωση - με κείνα τα τέρατα που σας ξεκλήρισαν, που σας θέρισαν και σας φούρνισαν;
Είδα χτες βράδυ στην τηλεόραση τον Χαλίλ - μπορεί κι έτσι να τον λένε - ένα μικρό Παλαιστίνιο. Δεν είναι φίλος μου και δεν τον ξέρω. Ομως τον ένιωσα δικό μου άνθρωπο και τον πόνεσα πολύ και ξέρεις γιατί Γιαγκόπ; Γιατί είχε, όπως κι εσύ, το ίδιο βλέμμα, το βλέμμα της απόγνωσης και του τρόμου.
Ποιοι από σας Γιαγκόπ τσακίζουν χέρια και παΐδια μικρών παιδιών; Παιδιά αθώα Γιαγκόπ, που δεν κρατάνε όπλα. Τη διχάλα μονάχα της ελπίδας κρατάνε.
Παιδιά που δε φταίξανε σε τίποτα. Μόνο, Γιαγκόπ, που έχουν το ίδιο παράπονο με σένα. Τίποτα πιο απλό, τίποτα πιο ανθρώπινο. Να 'χουνε πατρίδα.
Γιατί φαίνεται, αδελφέ μου Γιαγκόπ, δεν έπιασε τόπο ο χαμός σου. Από το σπόρο που φύτεψες δε βλάστησε ομόνοια κι αγάπη. Εκδίκηση βλάστησε, εκδίκηση και μίσος.
Αμποτες, αδελφέ μου Γιαγκόπ, να μη χρειαστεί να σε ξαναθυμηθώ ποτέ μου πια.
(Από το βιβλίο «Ιστορίες στοχασμού κι αναψυχής», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ