Γράφει ο Αλέκος Χατζηκώστας //
Μπορεί η χώρα και ο πλανήτης να βιώνουν την πανδημία του κορονοϊου, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η ιδεολογική πάλη σταματά (όπως γενικότερα η ταξική πάλη σε όλες τις εκφάνσεις της) . Αντίθετα η περίοδος αυτή «αξιοποιείται» για την εμπέδωση σε πλατειές λαϊκές μάζες ιδεολογημάτων όπως «εθνική ομοψυχία» «ατομική ευθύνη» κλπ. Φυσικά από το ιδεολογικό αυτό μέτωπο δεν θα μπορούσε να ξεφύγει και η Επανάσταση του ’21 και τα σύγχρονά μηνύματα της όχι μόνο από την Επιτροπή που έχει στηθεί για τον εορτασμό των 200 χρόνων της, αλλά και από εφημερίδες που διαχρονικά στηρίζουν το σύστημα.
Έτσι σε ολοσέλιδο άρθρο στην Κυριακάτικη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29/3) με τίτλο «Ήταν ληστρικά τα δάνεια που λάβαμε από την Αγγλία; 1824-1825: Μύθοι και αλήθειες» επιχειρεί να ανατρέψει παγιωμένες και ιστορικά αποδεδειγμένες αλήθειες γύρω από το ζήτημα αυτό. Βασικό συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι «τα περίφημα δάνεια της Αγγλίας δεν ήταν καθόλου ληστρικά και αυτοί που τα διαπραγματεύθηκαν δεν ήταν ούτε προδότες ούτε ανόητοι». Μάλιστα ενώ παραδέχεται ότι έγιναν «διάφορα παρατράγουδα» στη διαχείριση τους επιμένει ότι  τα δάνεια «είχαν συναφθεί με πολύ λογικού όρους». Επίσης εκτιμά ότι τα δάνεια «αποτελούσαν τις ισχυρότερες πολιτικές πράξεις επίσημης αναγνώρισης των Ελλήνων και της προοπτικής να συστήσουν στο μέλλον ανεξάρτητο κράτος (σ.σ προφανώς υπό το άρμα των δανειστών..)
Γίνεται σαφέστατη προσπάθεια να δικαιολογηθεί (μέσω της αντιστροφής της πραγματικότητας) η υπόθεση των περίφημων «δανείων της ανεξαρτησίας» και μάλιστα ανιστόρητα κάνοντας π.χ συγκρίσεις με τον δανεισμό της χώρας μας τότε και σήμερα, αλλά και με τον δανεισμό άλλων χωρών τότε, ενώ εμφανής είναι η προσπάθεια να μην δοθούν χρήσιμες λεπτομέρειες. Στηριγμένοι σε πλήθος μελετών, βιβλίων και άρθρων που έχουν γραφτεί όλα αυτά τα χρόνια και που φυσικά δεν υπήρχε ουσιαστικός αντίλογος παρουσιάζουμε ορισμένες πλευρές του ζητήματος.
Α).Η επαναστατική κυβέρνηση εξουσιοδότησε, με διάταγμα της 2ας Ιουνίου 1823, τους Ι. Ορλάνδο, Ιωάννη Ζαΐμη και Αν. Λουριώτη να κάνουν τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη δανείου. Στο μεταξύ, όμως, τα ελληνικά οικονομικά είχαν εξαθλιωθεί και είχε ξεσπάσει ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, με αποτέλεσμα να καθυστερήσουν 8 μήνες να φτάσουν στο Λονδίνο οι Ελληνες διαπραγματευτές .Η καθυστέρηση αυτή είχε θετικά αποτελέσματα διότι στην Αγγλία είχε αρχίσει ένας κερδοσκοπικός πυρετός που ευνοούσε τις επενδύσεις σε επισφαλείς επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τον δανεισμό σε μη επισήμως αναγνωρισμένα κράτη, όπως ήταν τότε η Βραζιλία, η Χιλή, η Κολομβία κ.ά.
Ετσι, μόλις 25 ημέρες μετά την άφιξη των Ελλήνων πληρεξουσίων στην αγγλική πρωτεύουσα, στις 21 Φεβρουαρίου 1824, το πρώτο δάνειο του ελληνικού κράτους ήταν γεγονός, μέσα σε κλίμα κερδοσκοπικού ενθουσιασμού υπέρ της ελληνικής υπόθεσης.
Οι όροι του δανείου ήταν σύμφωνοι με τις οδηγίες που είχε δώσει ο Μαυροκορδάτος. Και συγκεκριμένα:
1) Το κεφάλαιο ορίστηκε σε 800.000 λίρες «ήτοι το αρχικώς ορισθέν κεφάλαιον».
2) Η αποπληρωμή ορίστηκε σε περίοδο 36 ετών, με χρεολυτική απόσβεση 1% (ζητούνταν 10 – 20 χρόνια).
3) Ο τόκος ορίστηκε στο 5% (υπολογιζόταν στο 6-8%).
4) Το δάνειο εκδόθηκε στο 59% της ονομαστικής αξίας, όπως περίπου προέβλεπε η κυβέρνηση.

Ωστόσο, υποθηκεύονταν όλα τα δημόσια έσοδα και τα εθνικά κτήματα.
Σε απόλυτους αριθμούς, ενώ το δάνειο ήταν ύψους 800.000 λιρών, το πραγματικά δανεισθέν ποσόν ανήλθε σε 472.000 λίρες. Απ’ αυτό το ποσόν αφαιρέθηκαν τόκοι δύο ετών και άλλα έξοδα και το πραγματικό κεφάλαιο που εκταμιεύτηκε ήταν 348.800 λίρες.
Τελικά, στην κυβέρνηση έφτασαν, μέσω των τραπεζών Λογοθέτη και Βαρφ της Ζακύνθου, 308.000 λίρες σε μετρητά. Επίσης, έφτασαν πολεμοφόδια αξίας 11.900 λιρών, ενώ στο Λονδίνο απέμεινε ένα ποσόν 28.100 λιρών.
Η πραγματική τιμή του δανείου ήταν 454.700 λίρες αφού εκδόθηκε στο 59% της οικονομικής τιμής του. Έτσι όποιος επενδυτής αγόραζε μια μετοχή 100 λιρών έδινε γι’ αυτή μόνο 59. Ο ετήσιος όμως τόκος (5%) ορίστηκε πάνω στην ονομαστική του αξία. Με απλά λόγια σχεδόν ο τόκος διπλασιάστηκε. Για την απόσβεσή του δόθηκε διορία 36 ετών. Εγγύηση ήταν «τα εθνικά κτήματα». Ίσχυε αναδρομικά από τον Ιανουάριο του 1824, και ήταν πληρωτέος στο Λονδίνο κατά εξάμηνο. Οι τόκοι ορίστηκαν σε 8000 λίρες το χρόνο, δηλαδή το 1% και ως εγγύηση για την καταβολή τους έμπαιναν όλα τα δημόσια έσοδα. Το δάνειο θα δινόταν σε αγγλικές λίρες και ισπανικά δίστηλα σε καταθέσεις σε αγγλική τράπεζα της Ζακύνθου. Ως επίτροποι του δανείου ορίστηκαν ο Λ. Κουντουριώτης, ο Λόρδος Βύρων και ο συνταγματάρχης Λ. Στάνχοπ8. Και η αποστολή του θα γινόταν σε περιοδικές δόσεις και με αγγλικά πλοία.
Θα μεσολαβήσουν άπειρες όσες ίντριγκες οικονομικές και πολιτικές μέχρι να φτάσουν στην προσωρινή διοίκηση μόνο 298.700 λίρες. Κι αυτό γιατί παρακρατήθηκαν οι τόκοι και τα χρεολύσια δυο χρόνων. Κάπου 3% παρακρατήθηκε από τους τοκογλύφους υπό μορφή μεσιτείας, 1,5% για ασφάλιστρα, διάφορα άλλα ποσά για έξοδα και άλλες απίθανες δαπάνες. Όπως ας πούμε για προμήθεια πληρωμής των τόκων 3.200 λίρες!! Μια σπουδαία λεπτομέρεια: η ελληνική αντιπροσωπία πήρε για προσωπικά της έξοδα το μυθώδες ποσό των 5.046 λιρών. Τόσο μεγάλοι πατριώτες αποδείχτηκαν!!
Δυστυχώς, όμως, και αυτό το μεγάλο ποσόν (308.000 λίρες) αλλά και σχεδόν όλα τα χρήματα του δεύτερου δανείου που έφτασαν στην Ελλάδα, «αφιερώθησαν όχι εις τον υπέρ ελευθερίας, αλλ’ εις τον υπέρ ηγεμονίας και πρωτείων αγώνα, εχρησίμευσαν δε μόνον όπως περατωθώσιν οι εμφύλιοι πόλεμοι, ους αυτά ταύτα τα δάνεια κατά μέγα μέρος προεκάλεσαν».

Πριν καλά καλά φτάσουν τα (όποια) χρήματα του πρώτου δανείου στην ελληνική κυβέρνηση, με τον φόβο της επίθεσης του αιγυπτιακού στόλου, αποφασίστηκε, στις 27 Μαρτίου 1824, η λήψη ενός δεύτερου, μεγαλύτερου δανείου.
Για τις νέες διαπραγματεύσεις εξουσιοδοτήθηκαν, ξανά, οι Ορλάνδος, Λουριώτης και Ζαΐμης, αλλά ο τελευταίος γρήγορα ανακλήθηκε, επειδή οι συγγενείς του ανήκαν στην αντίθετη πλευρά από την κυβερνητική. Ετσι, οι δυο πρώτοι ανέλαβαν τον χειρισμό της υπόθεσης και κατέληξαν σε συμφωνία με τον τραπεζικό οίκο των αδελφών Ρικάρντο στο Λονδίνο για την έκδοση ενός ομολογιακού δανείου ονομαστικού κεφαλαίου δυο εκατομμυρίων λιρών, διαιρεμένο σε 200.000 ομολογίες, αξίας 100 λιρών η κάθε μία.
Τα ομόλογα αυτά εκδίδονταν στο 55,5% της ονομαστικής αξίας τους, δηλαδή απέφεραν καθαρά 1.100.000 λίρες. Από αυτά τα χρήματα η τράπεζα παρακράτησε τους τόκους δυο ετών, χρεολύσια και άλλα έξοδα, συνολικού ύψους 284.000 λιρών.
Ετσι, το καθαρό εκταμιευόμενο ποσόν ήταν μόνο 816.000 λίρες.
Η «έξοδος στις αγορές», όπως θα λέγαμε με σημερινούς όρους, στέφθηκε με επιτυχία καθώς α) εξασφαλίζονταν οι τόκοι δύο ετών, β) παρέμενε σταθερή η αξία των ομολόγων του πρώτου δανείου και γ) συνεχιζόταν η κερδοσκοπική έξαψη στο Λονδίνο.
«Δυστυχώς η λαμπρά αύτη επιτυχία έμελλε να καταλήξη εις αθλίαν καταστροφήν», σημειώνει ο Ανδρεάδης και φαίνεται ότι σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν ο Σπετσιώτης καραβοκύρης Ορλάνδος και ο Γιαννιώτης πολιτικός Λουριώτης, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για υπέρμετρες σπατάλες κατά την παραμονή τους στο Λονδίνο και επί Οθωνα έγινε προσημείωση της περιουσίας τους.
Ειδικότερα, η Γ’ Εθνοσυνέλευση στη συνεδρίασή της, στις 3 Μαΐου 1827, αξίωνε να ζητηθεί λόγος από τον Ορλάνδο για 16.050 λίρες και από τον Λουριώτη για 4.552 λίρες.
Οι κινήσεις των δυο εκπροσώπων στο Λονδίνο είναι αμφιλεγόμενες. Κάποιοι ιστορικοί τούς μέμφονται ότι είχαν αποκλείσει από τη διαδικασία το «φιλελληνικό κομιτάτο», ενώ από άλλες πηγές προκύπτει ότι βρίσκονταν σε συνεργασία με ορισμένους «φιλέλληνες» κερδοσκόπους.
Το βέβαιο είναι ότι συνεργάστηκαν με μια τετραμελή ομάδα, που αργότερα η εφημερίδα Times του Λονδίνου, γράφοντας αλλεπάλληλα δημοσιεύματα για το «σκάνδαλο των ελληνικών δανείων», χαρακτήρισε ως «τετραρχία».
Η «τετραρχία» αποτελούνταν από την τράπεζα Ρικάρντο και τους Ελις (Ellice), Χομπχάους (Hobhouse) και Μπαρντέτ (Burdett), οι οποίοι διαχειρίστηκαν κατά βούληση τα χρήματα, χωρίς να δίνουν λόγο στους Ελληνες αντιπροσώπους, οι οποίοι προφανώς είχαν πλήρη άγνοια των συνθηκών των αγορών και δεν μπορούσαν να αντισταθούν στα τεχνάσματα των δαιμόνιων τραπεζιτών.
Οπως και να έχει, οι Λουριώτης και Ορλάνδος είχαν να διαχειριστούν ένα πολύ μεγάλο ποσόν, περίπου 1.150.800 λίρες, ιδιαίτερα σημαντικό για ένα κράτος μη αναγνωρισμένο, που καθημερινά κινδύνευε να εξαφανιστεί…
Β) Το δεύτερο δάνειο έγινε με όρους πολύ χειρότερους από το πρώτο, αφού όλη σχεδόν η τότε Ελλάδα ήταν υποθηκευμένη. Το ονομαστικό κεφάλαιο ήταν 2 εκ. λίρες και διαιρέθηκε σε 2000.000 ομολογίες που η καθεμία ισοδυναμούσε με 100 λίρες. Η πραγματική αξία ορίστηκε στο 55,5%. Αφού τραπεζίτες, τοκογλύφοι και όλοι οι υπόλοιποι εξαντλήσανε τις απαιτήσεις ( έφτασαν στο ποσό των 284400!) απέμεινε για την Ελλάδα το ποσό των 826.000 λιρών.Το δάνειο αναλάβανε οι ίδιοι οι δανειστές να το διαχειριστούν! Να ξαναβάλουν δηλαδή το κεφάλαιο με ληστρικές αξιώσεις στην τσέπη τους. Δανειστές αυτή τη φορά ήταν οι εβραίοι τραπεζίτες αδελφοί Ρικάρντο. Και εδώ αρχίζουν τα κωμικοτραγικά. Ένα κονδύλι 496.000 θα κατευθυνθεί με διάφορες προφάσεις στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, ενώ κάπου 392.000 για στρατιωτικές δαπάνες εκτός Ελλάδος! Για τις πρώτες «επενδύσεις» ένα μόνο παράδειγμα. Έριξαν τις ομολογίες του πρώτου δανείου στο 15-22%. Ύστερα …για να μην κλονιστεί η πίστη της Ελλάδος τις αγόρασαν με λεφτά του δεύτερου δανείου σε τριπλάσια τιμή από την τρέχουσα αξία τους. Όσο και αν οι τόκοι, οι προμήθειες ήταν μια καθαρή αισχροκέρδεια και οι όροι του δανείου αβάσταχτοι, αυτό ξεπερνούσε τα όρια της καταλήστευσης της εθνικής περιουσίας. «Η ελληνική υπόθεση προδόθηκε στην Αγγλία», θα γράψουν, τότε, οι ΤΑΙΜΣ του Λονδίνου.
Το ποσόν προερχόταν από τα χρήματα του δεύτερου δανείου (1.100.000 λίρες), το υπόλοιπο του πρώτου δανείου (18.100 λίρες), τα χρήματα εράνου στην Καλκούτα των Ινδιών (2.200 λίρες) και τόκους εξαγορασθεισών ομολογιών του α’ και του β’ δανείου (10.500 λίρες).
Τα χρήματα συνοπτικά κατανεμήθηκαν ως εξής:
1) Σχεδόν το μισό του διαθέσιμου ποσού, δηλαδή 496.220 λίρες, διατέθηκε στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου για διάφορα έξοδα αλλά και κερδοσκοπικά παιχνίδια της «τετραρχίας».
2) Σε αυτά που έφτασαν στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης ή χρησίμευσαν για την πληρωμή συναλλαγών της και ανήλθαν σε 232.888 λίρες.
3) Για στρατιωτικές και ναυτικές προπαρασκευές στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες 392.600 λίρες. Ομως, «εκ των χρημάτων τούτων ουδεμίαν σχεδόν ωφέλειαν ηρύσθη η Ελλάς».

Σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής άκρως αποκαλυπτικά στοιχεία:
α) Ενα κονδύλι 57.000 λιρών διατέθηκε για την προμήθεια όπλων και πολεμοφοδίων. Ενα άλλο κονδύλι 20.000 διατέθηκε για κανόνια τόσο για τα φρούρια όσο και για πλοία, τα οποία, όμως, δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα!
β) Κονδύλι 113.000 λιρών διατέθηκε για τη ναυπήγηση έξι ατμοκίνητων πολεμικών πλοίων. Οι ιστορικοί σημειώνουν ότι εάν αγοράζονταν έτοιμα πλοία θα ήταν πολύ φθηνότερα και θα διατίθεντο άμεσα στην ενίσχυση του στόλου.Η παραγγελία έγινε στον Αγγλο ναυπηγό Γκαλογουέι (Galloway), του οποίου ο γιος εργαζόταν κοντά στον Τούρκο σουλτάνο και με διάφορες προφάσεις καθυστερούσε την κατασκευή, η οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί σε 4 ή 5 μήνες. Ωστόσο, ο… φιλέλληνας Ελις, μέλος της «τετραρχίας», δεν είχε προβλέψει καμία ρήτρα σε βάρος του ναυπηγού. Ετσι, έπειτα από πολλές αναβολές παραδόθηκε, με καθυστέρηση ενός χρόνου, τον Σεπτέμβριο του 1926, ένα πλοίο, το «Καρτερία», που έφτασε στην Ελλάδα σε πολύ κακή κατάσταση και πρόσφερε ελάχιστα.

Τον Απρίλιο του 1826, αναλαµβάνοντας η κυβέρνηση του Α. Ζαΐµη, στο ταµείο υπήρχαν µόνο 16 γρόσια, ούτε µία λίρα (Τάσος Μ. Ηλιαδάκης, εφηµερίδα Πατρίς, 3.11.2009). Αυτή ήταν και η πρώτη στην ουσία πτώχευση στην Ιστορία του ελληνικού κράτους, πριν καν αυτό συγκροτηθεί. Εντούτοις, την ίδια περίοδο, πολλές οικογένειες γαιοκτηµόνων και εµπόρων διέθεταν τεράστιες περιουσίες για τα δεδοµένα της εποχής, µε τις οποίες θα µπορούσε να χρηµατοδοτηθεί ο εθνικο-απελευθερωτικός αγώνας χωρίς να υποθηκευτεί στις επιδιώξεις των ξένων. Αντ’ αυτού, µέσω των δανείων οι «ευεργέτες» πολλαπλασίασαν τις πε-ριουσίες τους, ενώ πολλά εκατοµµύρια από αυτά πήγαν στις οχτώ µεγαλύτερες οικογένειες πλοιοκτητών ως «αποζηµίωση» για τη συµµετοχή των πλοίων τους στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα.
Γ), Ενδιαφέρον παρουσιάζουν το τι γράφτηκε για το όλο ζήτημα από διάφορους μελετητές:
– Ο Μ. Οικονόμου στα «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» περιγράφει ως εξής την κατάσταση καθώς έφταναν οι δόσεις των δανείων: «Κατά την παροιμίαν εν ταύτη τη εποχή και το σκυλί δεν εγνώριζε τον αφέντη του, συγγενείς τους συγγενείς τους συγγενείς, φίλοι τους φίλους, αδελφοί τους αδελφούς, γονείς τα τέκνα και ταύτα τους γονείς παρήτουν επί μόνη τη προσδοκία του χρυσού. Εκοιμάτο τις εν μέσω πολλών φίλων και εξυπνών ευρισκόμενος εν μέσω εχθρών ή έρημος. Τόσο μεγάλη η του χρυσού προσδοκώμενη δύναμις».
– Ο Αδαμάντιος Κοραής με γράμμα του από το Παρίσι προς τον Γ. Κουντουριώτη σχολιάζει την πρώτη δανειακή συνομολόγηση με τούτα τα λόγια: «Το δάνειον το γενόμενον από το Αγγλικόν Έθνος, δεν πρέπει να στοχάζεσθε πολλά μεγάλην ευεργεσίαν. Και εις αυτόν τον διάβολον ήθελαν μετά χαράς δανείσουν αργύρια, αν ο διάβολος είχε να τους ασφαλίσει με ενέχυρα»
– Ο ιστορικός Δ. Φωτιάδης κρίνοντας τα δυο πρώτα δάνεια σημειώνει: «Οι οικονομικές αλυσίδες, όπου από αυτές ποτέ δεν γλιτώσαμε, είχαμε δέσει τον τόπο μας πριν ακόμη αποκτήσει τη λευτεριά του. Και όμως η Βουλή της κυβέρνησης Κουντουριώτη δέχτηκε με μεγάλες εκδηλώσεις χαράς την είδηση της συνομολόγησης του δανείου, όπως της χάριζε τη βεβαιότητα ότι θα κέρδιζε τον εμφύλιο σπαραγμό. Σωστά ειπώθηκε πως με την προοπτική της διανομής του πρώτου δανείου τερματίστηκε ο πρώτος εμφύλιος και με την προοπτική του δευτέρου αρχίζει ο δεύτερος. Όταν πήρε τέλος και ο δεύτερος εμφύλιος κι έπεσε το Μεσολόγγι και παραιτήθηκε ο Κουντουριώτης και σχηματίστηκε η κυβέρνηση Ζαΐμη βρέθηκαν στο ταμείο του κράτους όλα και όλα 60 γρόσια!»
– Ο ακαδημαϊκός Αγγ. Αγγελόπουλος που έχει ασχοληθεί με το θέμα των δύο πρώτων δανείων εκτιμώντας συνολικά την κατάσταση γράφει: «Η Ελλάς εισέπραξε τελικώς μόνον 540.000 λίρες, ήτοι μόνον το 20% του αρχικού κεφαλαίου. Το υπόλοιπον εσπαταλήθη υπό του εν Αγγλία ομίλου του αναλαβόντος την χρησιμοποίησιν του δανείου, δια την καταβολήν των προμηθειών, δια την παρακράτησιν τόκων, δια την εξαγοράν ομολογιών προς δήθεν συγκράτησιν της χρηματιστηριακής αξίας και δια την παραγγελίαν έξι ατμοπλοίων, τα οποία πάντα πλην ενός κατεποντίσθησαν ή εξόκειλαν καθ’ οδόν και δυο φρεγατών εξ ων παρελήφθη μόνο η μία και αυτή εις αθλίαν κατάστασιν».
– Ο Νίκος Μπελογιάννης στη μελέτη του «Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα» διαπιστώνει: « Ο επίλογος αυτής της θλιβερής ιστορίας είναι ότι τις 2.800.000 λίρες στην ουσία τις χρωστάμε ως σήμερα (το βιβλίο γράφτηκε λίγο μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς), παρόλο που πληρώνουμε για δαύτες αμέτρητα ποσά… Να προσθέσουμε μόνο ότι από το 1827 και ύστερα οι ξένοι δανειστές δεν είσπραξαν τόκους και χρεολύσια και η Ελλάδα κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Από τότε αρχίζει – μαζί με άλλες αιτίες η επέμβαση των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας μας και έτσι τα δάνεια αυτά που ονομάστηκαν – για ειρωνεία – δάνεια της ανεξαρτησίας αποτελέσανε τον πρόλογο της οικονομικής υποδούλωσης της Ελλάδας στο ξένο κεφάλαιο…»