25 Δεκ 2011

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΜΦΥΛΙΟΣ (1941 - 1949)



Ο χαρακτήρας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου
Αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης
Οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις (Βρετανία κ.ά.) είδαν στο πρόσωπο του χιτλερικού φασισμού το πιο κατάλληλο και ισχυρό όπλο του καπιταλισμού για το κτύπημα της Σοβιετικής Ενωσης και την ανατροπή της εργατικής εξουσίας. Ομως, ήσαν τόσο οξυμένες οι αντιθέσεις ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, της Γερμανίας - Ιταλίας κ.ά. από τη μια, και της Βρετανίας - ΗΠΑ κ.ά. από την άλλη, που έστρεψαν τελικά τη μια πλευρά εναντίον της άλλης, παρά το γεγονός ότι ο στόχος όλωνήταν η Σοβιετική Ενωση.
Αν και η Σοβιετική Ενωση επέμενε στην πραγματοποίηση αντιχιτλερικής συμφωνίας χρόνια πριν, οι Αγγλοαμερικανοί συνήψαν με τη Σοβιετική Ενωση αντιχιτλερική συμμαχία μόνο όταν σημειώθηκε στροφή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ) και άρχισε η επέλαση του Κόκκινου Στρατού, που είχε πάρει στο κατόπι τις γερμανικές στρατιές. Ομως και πάλι δε σταμάτησαν οι μυστικές συζητήσεις ανάμεσα στη Γερμανία και στις μη φασιστικές καπιταλιστικές κυβερνήσεις, πάντα με στόχο τη Σοβιετική Ενωση.
Επιτεύχθηκε, λοιπόν, μια συμμαχία, που ήταν ηλίου φαεινότερο ότι είχε βραχύβιο χαρακτήρα. Την ημερομηνία λήξης της καθόριζε ο χρόνος της φασιστικής ήττας. Ωστόσο, η ταξική αντίθεση ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό δεν ήταν δυνατό να εξαφανισθεί. Συνέχιζε να υπάρχει και να λειτουργεί, που σήμαινε ότι το «αντιφασιστικό» περιεχόμενο που έδινε στην πάλη της η κάθε συμμαχική πλευρά, δεν ήταν το ίδιο.
Ο Κόκκινος Στρατός μοιράζει όπλα στους Σοβιετικούς πολίτες. για να χτυπήσουν τους ναζιστές εισβολείς
Η προσφορά της Σοβιετικής Ενωσης στη συντριβή του φασισμού υπήρξε καθοριστική. Μόνο οι νεκροί της φτάνουν στο ανατριχιαστικό ύψος των είκοσι δύο εκατομμυρίων! Υπολογίζεται ότι, μαζί με τους τραυματίες και τους αρρώστους, ο συνολικός αριθμός των θυμάτων αγγίζει τα τριάντα εκατομμύρια! Πέρα από τις τρομακτικές καταστροφές που υπέστησαν χιλιάδες πόλεις, χωριά και υποδομές.
Η στρατιωτική μηχανή της ΕΣΣΔ, που μπόρεσε να γίνει ισχυρότατη ως αποτέλεσμα της πολιτικής της εκβιομηχάνισης και της κολλεκτιβοποίησης, στηριζόταν πρωταρχικά στον πρωτοποριακό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος, στην οργάνωση του εργατικού κράτους, καθώς και σε ένα τεράστιο πολύμορφο δίκτυο οργάνωσης των λαϊκών μαζών. Οπως έγραψε ο καθηγητής ιστορίας Γιώργος Μαργαρίτης («ΤΑ ΝΕΑ» 21 - 22 Αυγούστου 2004), «οι οργανωτικές και μαχητικές επιδόσεις του σοβιετικού στρατού θα ήσαν ίσως ανεξήγητες, αν δε συνοδεύονταν από αντίστοιχες στην πολιτική και κοινωνική οργάνωση. Αν, επίσης, δε συνοδεύονταν από μια εκτεταμένη συναίνεση και υποστήριξη των μηχανισμών του καθεστώτος από τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού».
Κατοχικές κυβερνήσεις - Τάγματα Ασφαλείας
Οταν ο Ιωάννης Δ. Ράλλης, σε συνεργασία με τις Γερμανικές Αρχές, ανέλαβε την 7η Απριλίου 1943 να σχηματίσει κυβέρνηση (η τρίτη Κατοχική), είχε έναν ξεκάθαρο στόχο, τον οποίο ο ίδιος υπογράμμισε και αργότερα στην απολογία του στο δικαστήριο των δοσιλόγων: «...είχον επιτακτικόν καθήκον να αποτρέψω από την Ελλάδα τον παντελή όλεθρον εξ ου ηπειλείτο, τον εκ της ανατροπής του κοινωνικού της καθεστώτος...» («Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου», σελ. 28, ΑΘΗΝΑΙ 1947).
Η Ηλέκτρα Αποστόλου, ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης
Αυτή η έγνοια δε βάραινε στη σκέψη μόνο του Ράλλη και στο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου που στήριξε ανοιχτά την κυβέρνησή του. Είχε την άμεση ή έμμεση επιδοκιμασία και αστών πολιτικών που δεν πήραν μέρος στις κατοχικές κυβερνήσεις, ή κρατούσαν φαινομενικά αποστάσεις από αυτές. Ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (μετέπειτα αντιβασιλεύς) όρκισε την κυβέρνηση Ράλλη, ενώ στη δίκη των δοσιλόγων ο αρχηγός του κόμματος των «Φιλελευθέρων» Θεμ. Σοφούλης βεβαίωσε το δικαστήριο ότι ο Ράλλης «εθνικώς πολιτεύθη».
Πολιτική κάλυψη στην κυβέρνηση Ράλλη έδωσαν με τις καταθέσεις τους στη δίκη ο Γ. Καφαντάρης και άλλοι αστοί πολιτικοί, όπως οι Κ. Ρέντης, Δημ. Μάξιμος, Ιωάννης Θεοτόκης, Γεωργ. Στράτος, Δημ. Γιαννόπουλος, ενώ ο Θεόδωρος Πάγκαλος πιστοποίησε ότι «όλοι οι αρχηγοί κομμάτων συνεφώνουν επί της ανάγκης υπάρξεως κυβερνήσεως» (ό.π., σελ. 24). (Να σημειωθεί ότι ο Θ. Πάγκαλος και ο πρώην πρωθυπουργός Στυλ. Γονατάς ήσαν πρωτεργάτες της δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας).
Είναι δευτερεύουσας σημασίας, σε σχέση με τον κύριο, οι λόγοι που κατά μία άποψη οδήγησαν τους τρεις πρωθυπουργούς της Κατοχής και πολλούς άλλους να συνεργαστούν με τους Γερμανούς. «...συναίνεσαν στην κατοχή είτε για προσωπικό όφελος, είτε επειδή πίστευαν ότι οι Γερμανοί είχαν κερδίσει τον πόλεμο, είτε επειδή δεν έβλεπαν άλλη ελπίδα επιβιώσεως» (Κρις Γουντχάουζ, «Το μήλο της έριδος», σελ. 51, εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ).
Οι Γερμανοί κατακτητές είχαν ανάγκη κυβερνήσεων, που θα τις αποτελούσαν Ελληνες, οι οποίοι θα έβαζαν «πλάτη» στην καθυπόταξη του λαού, στην καταστολή του, αλλά είχαν ανάγκη και από κάποια διοίκηση που θα ασκούσε τις λειτουργίες του αστικού κράτους. Από την άλλη, η αστική τάξη της Ελλάδας, επίσης, είχε συμφέρον από τα παραπάνω, προσβλέποντας στη διατήρηση της κυριαρχίας της μετά τον πόλεμο. Βασική προϋπόθεση γι' αυτό ήταν η συνέχιση και ενίσχυση του κράτους κατά την περίοδο της Κατοχής.
Δεκέμβρης 1944: Η κηδεία των θυμάτων της ένοπλης επίθεσης (Δεκεμβριανά). Χαρακτικό του Τάσσου
Είναι αξιοθαύμαστη η ταξική συνέπεια της αστικής τάξης, όπως εκδηλώθηκε εκείνα τα χρόνια. Σε συνθήκες που ένα κομμάτι του κρατικού μηχανισμού μετακόμιζε στο εξωτερικό και αυτό που απέμεινε είχε κουτσουρευτεί εξαιτίας της Κατοχής, η αστική τάξη επέμενε στη διατήρηση και ενίσχυση του κράτους της μετερχόμενη όλων των μέσων.
Ελεγε ως προς αυτό ο Ι. Ράλλης: «Αλλά το κράτος, κύριοι δικασταί, δεν παύει υπάρχον και μετά την κατοχήν, αποτελούσαν άλλως τε, καθ' ομόφωνον διεθνή γνώμην, προσωρινήν όλως κατάστασιν» (ό.π., 14). «Εχον όθεν το κατά την κατοχήν υπάρχον κράτος το δικαίωμα και την υποχρέωσιν να ζη, έχει ανάγκην νόμων, διαταγμάτων, πιστώσεων, πράξεων. Λοιπόν, αυτά όλα ποιος θα τα έκαμνε;» (ό.π.). «Μάλιστα δε, όταν αι αρχαί της κατοχής λέγουν "ενεργήσατε όπως θέλετε ως προς τα κυριαρχικά σας δικαιώματα, τα οποία δε θέλω να θίξω, εφ' όσον οι πολεμικοί μου σκοποί δεν παρακωλύονται εκ των σχετικών ενεργειών σας", δεν βλέπω ότι έχει συμφέρον το υπό κατοχήν κράτος να είπη: "Οχι, δι' όνομα του Θεού"...» (ό.π., σελ. 30). Το μέλημα, λοιπόν, ήταν το κράτος. Το κράτος, ανεξάρτητα από την έκβαση του πολέμου.
Και πράγματι, το αστικό κράτος λειτούργησε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, ενισχύοντας πιο ωμά τον κατασταλτικό χαρακτήρα του εναντίον του λαού. Η Ειδική Ασφάλεια και όλοι οι ανάλογοι μηχανισμοί διέπρεψαν σε δολοφονικές επιδόσεις. Στην Ειδική Ασφάλεια δολοφονήθηκε μετά από φρικτά βασανιστήρια η Ηλέκτρα Αποστόλου, από Ελληνες (Λάμπου κ.ά.), καθώς και χιλιάδες που μαρτύρησαν στο κολαστήριο της οδού Μέρλιν.
«Τσολιάδες» του Ι. Ράλλη συνοδεύουν Ελληνες πατριώτες που έπιασαν σε μπλόκο της Αθήνας, για να τους παραδώσουν στα Ες Ες
Αλλά το κράτος ήταν κύριο μέλημα και των άλλων αστών πολιτικών, αυτών που είχαν συγκροτήσει την κυβέρνηση του Καΐρου. Ο Θεμ. Τσάτσος, υπουργός της Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενώσεως» έκανε τις ακόλουθες δηλώσεις την 9η Ιουνίου 1944: «...ούτω και εις την υπηρεσίαν του υπουργείου της Δικαιοσύνης πρέπει να επικρατήση το αίσθημα ότι απαρεγκλίτως άκαμπτος θα είναι η θέλησις προς εργασίαν και προς επιβολήν της τάξεως. Εκ της θελήσεως ταύτης θα προκύψη η έννοια του κράτους. Οσοι θέλουν να συμμορφωθούν προς την τοιαύτην έννοιαν του κράτους, θα έχουν στάδιον δράσεως. Οσοι θελήσουν να επιμείνουν εις τας κτηθείσας κακάς έξεις, θα παραμεριστούν και εάν επιμείνουν θα συντριβούν» (Θεμ. Δ. Τσάτσου: «Αι παραμοναί της απελευθερώσεως», σελ. 55, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ). Και όπως είναι επόμενο, συνέδεε αυτά τα λόγια με τα παρακάτω: «Ητο πνεύμα διαποτισμένον από την θέλησιν να φθάσωμεν εις την απελεύθερωσιν του ελληνικού λαού από τον εχθρόν, την εαμικήν τρομοκρατίαν και την συσσωρευθείσαν δυστυχίαν διά της εθνικής ενώσεως» (ό.π., σελ. 57), (υπογράμμιση Μ.Μ.).
Ομως, η ύπαρξη και ενίσχυση του κράτους απαιτούσε και τη δημιουργία του ενόπλου τμήματός του. Σε καμιά περίπτωση δεν επαρκούσε ο στρατός που βρισκόταν στη Μέση Ανατολή, που άλλωστε θα μπορούσε να παίξει τον κύριο ρόλο υπέρ της αστικής τάξης μετά την Κατοχή. Επρεπε να δημιουργηθεί στρατός εδώ, στο εσωτερικό. Γιατί εδώ βρισκόταν η απειλή. Ετσι, οι αστοί πολιτικοί με άκρα κυνικότητα ομολόγησαν τους σκοπούς τους, συκοφαντώντας ταυτόχρονα τους αντιπάλους τους, δηλαδή το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, κάνοντας λόγο για «ερυθρούς δολοφόνους»!
Για «ερυθρούς δολοφόνους» μιλούσε και ο Ι. Ράλλης, εξηγώντας γιατί επέμενε και τελικά δημιούργησε μαζί με τις γερμανικές αρχές τα περιβόητα Τάγματα Ασφαλείας. Είπε στην απολογία του: «...ο αρχικός μου σκοπός της συγκροτήσεως των ευζωνικών σχηματισμών υπήρξεν η ανάγκη σχηματισμού μικράς τινός στρατιωτικής δυνάμεως μελλούσης να χρησιμεύση ως πυρήν του κατά την ειρήνην μέλλοντος να σχηματισθή εθνικού μας στρατού, πυρήνος απολύτως αναγκαίου... κατ' Απρίλιον 1943 επέμενον έτι περισσότερον επί της ανάγκης σχηματισμού των μικρών αυτών Ελληνικών τμημάτων, διότι εμφανώς πλέον έβλεπαν τας προθέσεις του ΕΑΜ και εθεώρουν ότι ήτο απαραίτητος ανάγκη να υπάρχουν τμήματα απολύτως εθνικιστικά, δυνάμενα να αντιπαλαίσουν κατά των καταχθόνιων σκοπών του κομμουνισμού» (ό.π. σελ. 59). Και όπως παρατήρησε ο Κρις Γουντχάουζ, υπαρχηγός της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Κατοχής, «...τα Τάγματα Ασφαλείας με μεγάλη τους ευχαρίστηση θα έδειχναν την αφοσίωσή τους στις νέες ελληνικές αρχές, όπως την είχαν δείξει και στις παλιές» (Κρις Γουντχάουζ, ό.π., σελ. 321).
Οτι τα Τάγματα Ασφαλείας αποτέλεσαν ένα ακόμη οπλισμένο γερμανικό χέρι, είναι πέρα από κάθε αμφιβολία. Βρισκόντουσαν υπό γερμανική διοίκηση. Τα όπλα τους ήσαν γερμανικά. Με τον γερμανικό στρατό διενεργούσαν από κοινού επιθέσεις, εφόδους, συλλαμβάνανε αιχμαλώτους, έκαιγαν, βασάνιζαν, δολοφονούσαν. Ωστόσο, δε νομίζουμε ότι «ο δοσιλογισμός, δε συνειδητοποίησε ποτέ τον ρόλο των Ταγμάτων Ασφαλείας στη διχαστική στρατηγική των Γερμανών», όπως γράφτηκε από έγκριτο ιστορικό. Οχι απλώς τον συνειδητοποίησε, αλλά και την αξιοποίησε όσο μπορούσε, για λόγους ταξικούς, που τότε τους υπηρετούσε με την ένταξή του στη στρατηγική των Γερμανών.
Οπως είναι και πέρα από κάθε αμφιβολία ότι για τον ίδιο λόγο και οι Εγγλέζοι είχαν επαφές με τα Τάγματα Ασφαλείας, ενίσχυαν την ένταξη ατόμων σε αυτά, ενώ εφοδίαζαν τα Τάγματα Ασφαλείας και με όπλα που στέλνονταν από τη Μ. Ανατολή. Ο στρατηγός Τσακαλώτος είναι αποκαλυπτικός: «Τα όπλα παρελήφθησαν νύχτα κοντά στις ακτές της Μονής Κερατέας και μετεφέρθησαν εις Αθήνας, τα δε τμήματα της οργανώσεως Χ και αι δεκάδες των αξιωματικών, οι οποίοι διετέθησαν, εξετέλεσαν το καθήκον των μετά αυτοθυσίας και τόλμης παραδειγματικής» (Σπ. Γασπαρινάτου «Η κατοχή», τ. Α, σελ. 224, εκδόσεις Ι. Σιδέρης).
Το γεγονός ότι οι Βρετανοί αποδοκίμασαν στη Συμφωνία της Καζέρτας τα Τάγματα Ασφαλείας, αποτελούσε καθαρά έναν ελιγμό, προκειμένου να τσουβαλιάσουν το ΚΚΕ - ΕΑΜ, που έθεταν αυτόν τον όρο. Σε έκθεσή του στο Φόρεϊν Οφφις ο Κρις Γουντχάουζ υποστήριζε: «Η πόρτα θα πρέπει να αφεθεί ανοικτή στους αξιωματικούς και άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, που αντιπροσωπεύουν το αντίθετο άκρο από το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ και αποτελούνται από κακοποιά στοιχεία και πατριώτες στην ίδια περίπου αναλογία, όπως στο ΕΑΜ / ΕΛΑΣ. Πολλοί εμπνέονται από πατριωτικούς σκοπούς και πολλοί κατατάχτηκαν από πείνα, αλλά λίγοι θα δηλώνονταν φιλογερμανοί ή φιλοράλληδες» (Γασπαρινάτου, ό.π., σελ. 226).
Επίσης, ο αντισυνταγματάρχης Μπαρνς (Βρετανός σύνδεσμος στο αρχηγείο του Ζέρβα) σε έκθεσή του για την περίοδο Ιούλη 1943 - Απρίλη 1944 αναφέρει: «Γνωρίζω μερικούς αξιωματικούς πολύ καλής φήμης που έχουν ενωθεί με τον Ράλλη, λένε ότι ο λόγος που ενήργησαν έτσι, είναι ότι είδαν τον ΕΛΑΣ να κυριαρχεί στην Ελλάδα. Η αναμενόμενη απόβαση από τη Βρετανία, προς απογοήτευσή τους, δεν έγινε. Πιστεύουν ότι πρέπει να σώσουν την Ελλάδα από τον κομμουνισμό και έτσι ενώθηκαν με τον Ράλλη, σαν το μικρότερο κακό» (ό.π.)
Προς απογοήτευση, λοιπόν, των Ταγματασφαλιτών, η Βρετανική απόβαση δεν έγινε στην Ελλάδα, ώστε πολλοί από αυτούς να αλλάξουν αμέσως στρατόπεδο πηγαίνοντας με τους Βρετανούς. Μα αυτό ακριβώς φοβόντουσαν και οι Γερμανικές Αρχές Κατοχής, με αποτέλεσμα να μην εγκρίνουν αρχικά τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. Γιατί, είναι γνωστό, πως από τον Οκτώβριο του 1942 είχαν ζητήσει από τον Ι. Ράλλη να σχηματίσει κυβέρνηση αντικαθιστώντας την κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο Ράλλης είχε θέσει τότε ως έναν από τους όρους, για να δεχτεί, τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. Οι Γερμανοί δεν την αποδέχτηκαν, επειδή δεν ήσαν σίγουροι για το τι θα έκαναν τα Τάγματα Ασφαλείας (ή μεγάλο τμήμα τους προφανώς), αν οι Εγγλέζοι αποβιβάζονταν σε Ελλάδα - Βαλκάνια, οπότε και ο Ι. Ράλλης δε δέχτηκε τότε να σχηματίσει κυβέρνηση. Οι Γερμανοί συμφώνησαν αργότερα με τον όρο του Ράλλη και πέταξαν στην άκρη την κυβέρνηση Λογοθετόπουλου (αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση Τσολάκογλου) που είχε διαδεχτεί την κυβέρνηση Τσολάκογλου. Γιατί στο μεταξύ διαφαινόταν η κατάρρευση της Ιταλίας και οι δυνάμεις του ΕΑΜ είχαν αναπτυχθεί κατά πολύ, ενώ και στο Ρωσικό μέτωπο η κατάσταση είχε γίνει δραματική για τους Γερμανούς. Προτίμησαν, λοιπόν, να «μη χύνεται το πολύτιμο γερμανικό αίμα».
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, φυσικά, ότι το δικαστήριο των δοσιλόγων απάλλαξε από την κατηγορία της ίδρυσης των Ταγμάτων Ασφαλείας τους κατηγορούμενους γι' αυτήν. Επειδή επρόκειτο για δίκη παρωδία; Βεβαίως. Αλλά ήταν δίκη παρωδία ακριβώς επειδή πρυτάνευσαν τα κοινά ταξικά συμφέροντα των συνεργατών των Γερμανών και των άλλων αστών. Εχει θέση εδώ το σκωπτικό που παραθέτει ο Κρις Γουντχάουζ στο βιβλίο του: «Οταν ακούω να λένε ότι ο Ελληνας πολιτικός κ. Πόπουλος βρίσκεται λίγο προς τ' αριστερά του κ. Σκοπόπουλου, δεν καταλαβαίνω τι εννοούν. Δεν καταλαβαίνω τουλάχιστον περισσότερο απ' όσο θα καταλάβαινε κάποιος που ζει στο φεγγάρι» (ό.π., σελ. 21).
Τα Τάγματα Ασφαλείας, στα οποία εντάχθηκαν και βενιζελικοί αξιωματικοί, ορισμένοι από τους οποίους ήσαν απότακτοι του στρατιωτικού κινήματος (Βενιζέλος εναντίον Βασιλιά) της 1ης Μαρτίου 1935, χρησιμοποιήθηκαν και από τους Βρετανούς - Παπανδρέου κατά τη Δεκεμβριανή σύγκρουση του 1944, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται και παρά την κυβερνητική απόφαση παράδοσης του οπλισμού τους αμέσως μετά την απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου 1944). Στην πραγματικότητα ποτέ δεν αφοπλίστηκαν ουσιαστικά (Ο Γ. Ράλλης υποστηρίζει ότι η επαναφορά στην ενέργεια, διά των Ταγμάτων Ασφαλείας, των απότακτων του 1935 Βενιζελικών και Πλαστηρικών αξιωματικών έγινε μετά από αίτημα του Θ. Σοφούλη).
Αρχικά τα Τάγματα Ασφαλείας ιδρύθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη (3 τάγματα σε κάθε μία πόλη) και επεκτάθηκαν κυρίως στην Πελοπόννησο και στην Εύβοια, αλλά και σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας. Οντως, η πλειοψηφία τους προερχόταν από τα εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα, αφού οι εύποροι δεν έδειχναν διάθεση να καταταγούν σε αυτά, προς αποφυγή των κινδύνων. Και εννοείται ότι τα Τάγματα Ασφαλείας ουδέποτε στράφηκαν κατά των Εγγλέζων ή του ΕΔΕΣ. Στράφηκαν αποκλειστικά κατά του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και κατά των αμάχων. Ενώ ο Γεώργιος Ράλλης υποστηρίζει, ότι «...τα Τάγματα είχαν οπλιστεί με όπλα γερμανικά προς αντιμετώπισιν του εκ των αναρχικών κινδύνου και από απόψεως στρατιωτικής ηθικής θα ήτο άτιμον να χρησιμοποιηθούν τα όπλα ταύτα εναντίον των Γερμανών»!! (Ι. Ράλλη, ο.π., σελ. 122).
Χρησιμοποιήθηκαν, λοιπόν, εναντίον του ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ και κατά των αμάχων, στην προσπάθεια να τρομοκρατηθεί ο λαός, να πάψει να υποστηρίζει τον ΕΑΜικό αγώνα, και βεβαίως για να μείνουν στην άκρη ταλαντευόμενα μικρομεσαία στρώματα, που τότε αποτελούσαν και τη μεγάλη πληθυσμιακή πλειοψηφία, σε σχέση με το αριθμητικό ποσοστό της εργατικής τάξης.
Δεν έχουμε χρείαν άλλων μαρτύρων, προκειμένου να διαπιστώσουμε για ποιους λόγους δημιουργήθηκαν στην Κατοχή τα Τάγματα Ασφαλείας, η οργάνωση Χ, η ΠΑΟ και οι διάφορες άλλες. Ούτε για το ρόλο τους ως γερμανικής δύναμης.
Την επόμενη Κυριακή το Γ' μέρος

Του
Μάκη ΜΑΪΛΗ


Για την «ταξική πάλη» στην ΕΣΣΔ



Είναι γνωστή σε ορισμένους κύκλους διανοουμένων και φοιτητών η «άποψη» ότι οι διευθυντές και τα ανώτερα στελέχη της οικονομίας και του κράτους αποτελούσαν στη Σοβιετική Ενωση κοινωνικό στρώμα ή κοινωνική τάξη και ότι η Σοβιετική Ενωση ήταν ταξική κοινωνία, δηλαδή υπήρχαν ταξικές ανταγωνιστικές αντιθέσεις, όπως υπάρχουν στον καπιταλισμό και ότι στην ΕΣΣΔ δεν οικοδομήθηκε σοσιαλισμός.
Τελευταία μάλιστα γράφτηκε στο διάλογο κατηγορηματικά ότι «τη λεγόμενη περίοδο Στάλιν ...ανακόπτεται η όποια σοσιαλιστική οικοδόμηση είχε γίνει στη Σοβιετική Ενωση» και ότι υπήρχε «σοβιετική αστική τάξη» (οι διευθυντές και τα στελέχη). Ο δε Στάλιν θεωρείται έμμεσα πλην σαφώς «πολιτικός εκπρόσωπος αυτού του αστικού στρώματος»!
Για να διευκρινιστεί το ζήτημα, παραθέτουμε τον ορισμό του Λένιν για τις τάξεις, ο οποίος στηρίζεται στην ανάλυση του Μαρξ και του Ενγκελς, αλλά και σε δική του έρευνα: «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σ' ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης, χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ' ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας.
Είναι φανερό ότι για την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων, πρέπει όχι μόνο να ανατραπούν οι εκμεταλλευτές, οι τσιφλικάδες και οι καπιταλιστές, όχι μόνο να καταργηθεί η ιδιοκτησία τους, πρέπει ακόμη να καταργηθεί και κάθε ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, πρέπει να εξαλειφθεί τόσο η διαφορά ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, όσο και η διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους της σωματικής και της πνευματικής εργασίας» («Η μεγάλη πρωτοβουλία», «Απαντα», τομ. 39, σελ. 15).
Από τα τρία κριτήρια: α) Σχέση προς τα μέσα παραγωγής (κατοχή ή όχι μέσων παραγωγής) β) ρόλος στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας (διευθυντική, στελεχιακή ή όχι) γ) μέγεθος της μερίδας του κοινωνικού πλούτου (ύψος εισοδήματος), το καθοριστικό είναι το πρώτο (κατοχή ή όχι μέσων παραγωγής). Τα άλλα δυο είναι δευτερεύοντα «που προκύπτουν ως μετασχηματισμένη παράγωγη μορφή του βασικού κριτηρίου, έχουν όμως μια σχετική αυτονομία».
«Οι σχέσεις με τα μέσα παραγωγής παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ταξική διαστρωμάτωση μιας συγκεκριμένης κοινωνίας».
Ο ορισμός του Λένιν έχει καθολική ισχύ και αναφέρεται σε όλους τους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, τον ασιατικό, τον αρχαίο δουλοκτητικό, το φεουδαρχικό, στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.
Οι στρωματοποιήσεις της κοινωνίας με βάση το ύψος του εισοδήματος ή το ρόλο στην οργάνωση της εργασίας «δεν είναι ανεξάρτητες ταξικές στρωματοποιήσεις της κοινωνίας, αλλά μόνο μορφές έκφρασης των σχέσεων ως προς τα μέσα παραγωγής, παρόλο που έχουν μια σχετική αυτονομία».
Επίσης, όλα τα κριτήρια χρησιμοποιούνται από τον Μαρξ, τον Ενγκελς και τον Λένιν στο σύνολό τους και όχι μεμονωμένα.
(Ολα τα παραπάνω στοιχεία είναι παρμένα από το βιβλίο του Περικλή Παπαδόπουλου «Η ταξική διάρθρωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας», δεύτερη έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή», σελίδες 23 έως 44).
Πουθενά στα έργα των Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν δεν αναφέρονται ως ανεξάρτητο κοινωνικό στρώμα και ως ανεξάρτητη κοινωνική τάξη οι διευθυντές και τα ανώτερα στελέχη των επιχειρήσεων και του κράτους. Στον καπιταλισμό εντάσσονται στην αστική τάξη, η οποία κατέχει τα μέσα παραγωγής (ιδιοκτησία) και την υπηρετούν έναντι μεγάλου μισθού και απολαβών. Εντάσσονται στην αστική τάξη όχι «φύσει» αλλά «θέσει», «εκ της θέσεως», από το ρόλο τους και το εισόδημα.
Στο σοσιαλισμό, στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε αστική τάξη, αφού καταργήθηκε η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Γι' αυτό οι διευθυντές δεν ήταν και δεν μπορούσαν να γίνουν αστική τάξη - έγιναν με την ανατροπή του σοσιαλισμού αποκτώντας μέσα παραγωγής, τράπεζες και εμπορικές. Στο σοσιαλισμό οι διευθυντές και τα ανώτερα στελέχη ανήκουν στη διανόηση, δεν έχουν ξεχωριστή ταξική συνείδηση ούτε ξεχωριστή ταξική ιδεολογία και υπηρετούν την εργατική τάξη εφαρμόζοντας την πολιτική του κόμματος και του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Το ότι έχουν υψηλότερη αμοιβή είναι αναγκαίο και αναπόφευκτο στο σοσιαλισμό, σύμφωνα με την αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητες, στον καθένα ανάλογα με την εργασία». Είναι αντικείμενο συζήτησης βέβαια το «πόσο υψηλότερη».
Το ότι στο σοσιαλισμό υπάρχουν διευθυντές και στελέχη επίσης είναι αναγκαίο και αναπόφευκτο. Το ζητούμενο είναι οι αρμοδιότητές τους, η λειτουργία τους στο πλαίσιο συλλογικών οργάνων, η λογοδοσία και η δυνατότητα ανάκλησής τους, οι θεσμοί εργατικού ελέγχου και φυσικά η πολιτική του κομμουνιστικού κόμματος και του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Το ότι μετά το 20ό Συνέδριο ορισμένοι ή πολλοί διευθυντές και στελέχη εκμεταλλεύονταν τη θέση τους για να επωφελούνται ατομικά (παραοικονομία - μαύρη αγορά) οφείλεται στην πολιτική που εφαρμόζεται στην οικονομία και στο κράτος και στα προβλήματα που έχει το ίδιο το κόμμα. Ζητούμενο παραμένει αν είχαν και θεσμοθετημένα «προνόμια» - υπάρχουν στοιχεία;
Πάντως κοινωνική τάξη - αστική δεν ήταν. Οι τάξεις στη Σοβιετική Ενωση ήταν δυο: Η εργατική και οι συνεταιρισμένοι αγρότες, τάξεις σύμμαχες χωρίς ανταγωνιστικά συμφέροντα καπιταλιστικού τύπου. Οι τάξεις αυτές είχαν συμφέρον από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού με την προϋπόθεση ότι τον κυρίαρχο ρόλο τον έχει η εργατική τάξη και ότι βαθμιαία έπρεπε να προχωράει η κοινωνικοποίηση της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας, να ενισχύεται ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας και να βαθαίνει η συμμετοχή του λαού στις διαδικασίες και τις αποφάσεις της οικοδόμησης.
Στην πορεία βέβαια μετά το 20ό Συνέδριο και μπροστά στα προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί από το παρελθόν και κυρίως γιατί οι παραγωγικές σχέσεις στέκονταν εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ακολουθήθηκε από το ΚΚΣΕ η αντίστροφη πορεία, η οποία αναλύεται διεξοδικά στις Θέσεις της ΚΕ, με κατάληξη την αντεπανάσταση.
Σε αυτή την αντίστροφη πορεία προς την «αγορά» έπαιξε το γνωστό ρόλο φυσικά και ένα σημαντικό μέρος των διευθυντών και στελεχών, αφού το κόμμα και το κράτος βαθμιαία είχαν αποσπαστεί, είχαν αυτονομηθεί από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Το 1930 ο Στάλιν με εισήγησή του στο Συνέδριο έκανε την πρόβλεψη ότι θα ξεσπάσει Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ότι η ΕΣΣΔ θα δεχτεί επίθεση και γι' αυτό θα έπρεπε να προετοιμαστεί ανάλογα σε όλα τα επίπεδα.
Η αστική τάξη μετά την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και το τέλος της ΝΕΠ είχε γίνει επιθετική, προσδοκώντας με την υπονόμευση και τις δυσκολίες ότι δε θα οργανωθεί σοσιαλιστική οικονομία.
Η τάξη των κουλάκων - γαιοκτημόνων χρησιμοποιούσε τη μεγάλη γαιοκτησία που κατείχε για να υπονομεύσει την οικονομία προκαλώντας ακόμη και προβλήματα επισιτισμού. Οι εχθρικές προς το σοσιαλισμό δυνάμεις προσπαθούσαν να καλλιεργήσουν τον εθνικισμό σε ορισμένες εθνικές ομάδες ευνοώντας ακόμη και αποσχιστικές τάσεις. Κι όλα αυτά με την απειλή του πολέμου να έρχεται πιο κοντά, γεγονός που αναπτέρωνε τις ελπίδες των εχθρών του σοσιαλισμού μέσα στην ΕΣΣΔ, με τη φασιστική Γερμανία να υπερεξοπλίζεται και την ιμπεριαλιστική περικύκλωση παρούσα και με «τους πράκτορες, τους κατασκόπους και τους σαμποτέρ που έστελναν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ οι μυστικές υπηρεσίες του ιμπεριαλισμού».
Ολα τα παραπάνω φυσικά εξηγούν τη θέση της ηγεσίας του ΚΚΣΕ εκείνη την περίοδο ότι στο σοσιαλισμό οξύνεται η ταξική πάλη αλλά με άλλες μορφές.
Βέβαια, μετά την επιτυχία της κολεκτιβοποίησης και την οργάνωση της σοσιαλιστικής οικονομίας με την πλήρη εξουδετέρωση της αστικής τάξης και των κουλάκων, από καθαρά ταξική - πολιτική άποψη και από την άποψη της κύριας πολιτικής αντίθεσης το σοσιαλιστικό κράτος πραγματικά «δεν έχει ποιον να καταπιέσει ταξικά πολιτικά» στο εσωτερικό της χώρας. Το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου χρειάζεται όμως για τη συνέχιση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων και για να αντιμετωπίσει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που είναι στη βάση του ακραία εκδήλωση της πάλης των τάξεων σε διεθνές επίπεδο.

Αχιλλέας Θεοδωρακόπουλος
Φοιτητής Πολυτεχνείου,Αχτίδα ΑΕΙΚΟ Θεσσαλονίκης

Ο σοσιαλισμός πιο επίκαιρος



Ολος ο αστικός κόσμος διακατέχεται από την αγωνιώδη ερώτηση: Πού βαδίζει ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός στο όνομα της ΕΕ; Ο εθισμός που έμεινε μετά από σαράντα πέντε χρόνια μεταπολεμικής ιστορίας αποδεικνύεται δύσκολος να ξεπεραστεί. Πρόκειται για τα μεταπολεμικά χρόνια λυσσώδους ανταγωνισμού με τη Σοβιετική Ενωση και τις σοσιαλιστικές χώρες. Τεράστιες προσπάθειες έγιναν, πολύς χρόνος και χρήμα ξοδεύτηκε για να διαμορφωθεί ένα ολοκληρωτικό συμπαγές καθεστώς της καπιταλιστικής Ευρώπης που θα περιόριζε τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς σε οξείες αλλά τελικά ανώδυνες αγκωνιές. Αυτό απλωνόταν σε κάθε ευρωπαϊκή γωνιά και εξαργυρωνόταν αναλόγως των συγκυριών και γεγονότων των κρατών - μελών. Στο όνομα αυτής της καθεστωτικής ανάγκης λειτουργούσαν επιβολές και επικυριαρχίες τόσο π.χ. των ΗΠΑ όσο και στην καπιταλιστική Ευρωζώνη.
Ολο αυτό το οικοδόμημα του αντισοβιετικού - αντισοσιαλιστικού μετώπου βρέθηκε ξεκρέμαστο εδώ και μια εικοσαετία χωρίς ακόμη να μπορεί να βρει τον τελικό του δρόμο και μορφή. Είναι αλήθεια ότι πολλά λέγονται και γίνονται χωρίς όμως να φτάνουν σ' ένα οριστικό μορφοποιημένο αποτέλεσμα. Σημαντική απόδειξη γι' αυτό είναι η επανειλημμένα ομολογημένη απειλή της διάλυσης με αυτή ή εκείνη τη μορφή της υπαρκτής ζώνης του ευρώ με πιθανότητα καθολικής διάλυσης της ΕΕ. Η απουσία της Σοβιετικής Ενωσης όξυνε σε μεγάλο βαθμό τους ενδο-ευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς χωρίς μάλιστα να αφήνει εκτός και τις ΗΠΑ. Η επίκληση της οικονομικής κρίσης είναι αναμφίβολα βασικό αίτιο του αδιεξόδου. Ομως, η ιστορική εμπειρία του καπιταλισμού διδάσκει ότι και σε περίοδο οικονομικής ευδαιμονίας τέτοια φαινόμενα συμβαίνουν με διαφορετικές ίσως μορφές αλλά με τον ίδιο κοινό παρονομαστή, που είναι ο ανταγωνισμός της επιβίωσης και του μέγιστου κέρδους.
Στην Ελλάδα στο όνομα της κρίσης, για να βγει αλώβητο το κεφάλαιο, υλοποιείται μια άνευ όρων και φραγμών επίθεση της αστικής τάξης στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα με επίκεντρο την εργατική τάξη και το ύψος της τιμής της εργατικής δύναμης. Η πλειοψηφία του λαού και κυρίως του προλεταριάτου δείχνει να διακατέχεται από την εσφαλμένη προσμονή ότι αυτή η επίθεση κάπου τελειώνει. Ας κατανοήσει ιδιαίτερα το ελληνικό προλεταριάτο ότι η επίθεση του κεφαλαίου δεν έχει τέλος, όπως άλλωστε δεν είχε και αρχή. Φραγμό σε αυτή μπορεί να βάλει μόνο η οργανωμένη ταξική λαϊκή αντεπίθεση.
Στην παρούσα χρονική περίοδο ο καπιταλισμός προσπαθεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ανάκαμψης με διασφαλισμένο κατώτατο επίπεδο αξίας της εργατικής δύναμης. Είναι η προσπάθεια να δημιουργήσει ένα νέο κύκλο μακροβιότητας της εξουσίας του. Γνωρίζει ότι το έσχατο επίπεδο αξίας της εργατικής δύναμης του εξασφαλίζει δύο πράγματα: α) Τις μεγαλύτερες δυνατές επενδύσεις κεφαλαίων, β) Το μέγιστο περιθώριο ρεφορμιστικής συναλλαγής με τα αιτήματα των εργατών που θα προκύψουν στη γνωστή μέθοδο «τι ζητάς, τι σου δίνω». Για μια ακόμη φορά διαπιστώνεται ότι η πολλαπλών πλευρών απώλεια της Σοβιετικής Ενωσης και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου άλλαξε και θα συνεχίζει να επηρεάζει τόσο την πορεία του εργατικού κινήματος, όσο και τις επικίνδυνες αντιφάσεις του καπιταλισμού. Ωστόσο, ο «νεκρός» (όπως θέλουν να θεωρούν τη σοσιαλιστική προοπτική) «φωνάζει» ακόμη πιο δυνατά γιατί προβάλλει μέσα από τα αδιέξοδα του συστήματος ως η νέα κοινωνική οργάνωση που καταργώντας την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μπορεί να απογειώσει τις ανθρώπινες δυνατότητες.

Αντώνης ΔΑΜΙΓΟΣ


Οι ύαινες εποφθαλμιούν τον πλούτο της περιοχής


EE - KEΡΑΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

Από την Πρωτοχρονιά ειδικός απεσταλμένος της ΕΕ αναλαμβάνει ο ...πολύς Αλεξ Ρόντος
Εκατοντάδες χιλιάδες είναι οι άνθρωποι που λιμοκτονούν, στην πλούσια και γεωστρατηγικά σημαντική περιοχή της Σομαλίας
Καθήκοντα Ειδικού Εκπροσώπου της ΕΕ για τοΚέρας της Αφρικήςαναλαμβάνει σε μια βδομάδα και τουλάχιστον μέχρι το τέλος Ιούνη του 2012 (με βέβαιη την ανανέωση της θητείας) ο Αλεξ Ρόντος, γνωστός σαν άνθρωπος του παρασκηνίου και των διασυνδέσεων με διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα (και στις δύο όχθες του Ατλαντικού), ή σαν «δεξί χέρι» του Γ. Παπανδρέου από τα μέσα της δεκαετίας του '90, όταν ο τελευταίος διατελούσε αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών.
Με τη νέα του θέση ο Ρόντος, όπως φαίνεται, επιβραβεύεται από τα μεγάλα αφεντικά για τις πολύτιμες υπηρεσίες που πρόσφερε: α) Πριν δύο δεκαετίες σαν στέλεχος και ιδρυτής Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης από τον τότε αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική. β) Σε διάφορες οργανώσεις «αρωγής» στην ανατολική Αφρική (όπου και η γενέτειρά του Τανζανία) και στη Μέση Ανατολή. γ) Στα δυτικά Βαλκάνια, πριν μιάμιση δεκαετία, συμβάλλοντας μεταξύ άλλων στην ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στην πρώην ΟΔ Γιουγκοσλαβία. δ) Στην προώθηση «πολύχρωμων επαναστάσεων» σε χώρες όπως η Γεωργία και ε) τη συνεργασία του με θεσμικά όργανα του διεθνούς κεφαλαίου όπως η Παγκόσμια Τράπεζα.
Τι σημαίνει, όμως, πρακτικά η νεοπαγής θέση του Ειδικού Εκπροσώπου της ΕΕ για το Κέρας της Αφρικής που συγκροτείται με απόφαση του Συμβουλίου των υπουργών Εξωτερικών της 14ης Νοέμβρη και εντολή της επικεφαλής της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική, Κάθριν Αστον, στις 9 Δεκέμβρη;
Σύμφωνα με τους Στόχους του Στρατηγικού Πλαισίου της ΕΕ για το Κέρας της Αφρικής, όπως αυτοί αναφέρονται στην παραπάνω απόφαση του Συμβουλίου των υπουργών, το νέο πόστο σημαίνει πρώτα απ' όλα διαχείριση και πρόσβαση σε σημαντικά κονδύλια - ύψους περίπου 2,5 δισ. ευρώ - τα οποία θα διατεθούν φαινομενικά για την ανακούφιση εκατομμυρίων ανθρώπων στο Κέρας της Αφρικής που πλήττονται από λιμοκτονία, ξηρασία, συρράξεις και δράση ένοπλων ισλαμικών οργανώσεων (όπως η οργάνωση «Αλ Σαμπάμπ» στη Σομαλία) ή εγκληματικών οργανώσεων (όπως ο LRA σε Ουγκάντα, Νότιο Σουδάν, ΛΔ Κονγκό). Στην ουσία, τα κεφάλαια αυτά θα χρησιμοποιηθούν από την ΕΕ σαν μοχλός πίεσης (πότε με τη μορφή του «μαστίγιου», πότε με τη μορφή «καρότου») σε Τζιμπουτί, Κένυα, Σομαλία, Ουγκάντα, Νότιο Σουδάν, Αιθιοπία, Ερυθραία, ώστε με τα προσχήματα των ανθρωπιστικών κρίσεων, των συρράξεων, της πειρατείας ή της λιμοκτονίας να προωθηθούν τα συμφέροντα των Ευρωπαίων καπιταλιστών σε πέντε - έξι βασικούς τομείς:
α) Στον τομέα της αγροτικής και της κτηνοτροφικής παραγωγής, ώστε να ελεγχθούν οι εκεί αγορές τροφίμων τάχα για να μειωθούν οι λιμοί στην περιοχή και στην πραγματικότητα να διευρυνθεί το φαινόμενο της αρπαγής καλλιεργήσιμων εκτάσεων έναντι πινακίου φακής από πλούσιες χώρες της ΕΕ, όπως, π.χ., σε Αιθιοπία και Νότιο Σουδάν, που επιδιώκουν την παραγωγή τροφίμων όχι για τους φτωχούς λαούς της περιοχής αλλά για τους πλούσιους πολίτες ανεπτυγμένων χωρών.
β) Στη διαχείριση και εκμετάλλευση φυσικών πόρων (με ιδιαίτερη έμφαση στο «χρυσό» του μέλλοντος, δηλαδή τους υπόγειους και επίγειους υδροφόρους ορίζοντες...).
γ) Στην αντιμετώπιση παραγόντων αποσταθεροποίησης, όπως «η πειρατεία, η τρομοκρατία και η μαζική μετανάστευση» και «περιορισμό της ανασφάλειας εντός ορίων της περιοχής και όχι διάχυσής της σε χώρες της ΕΕ».
δ) Στην παροχή «βοήθειας» σε χώρες της περιοχής για την οικοδόμηση «σθεναρών πολιτικών δομών και διοίκησης» προσαρμοσμένων στα καπιταλιστικά συμφέροντα μέσω της δημιουργίας του Ευρωπαϊκού Αναπτυξιακού Ταμείου (EDF).
ε) «Καπέλωμα» του εμπορίου της όποιας παραγωγής των ανατολικοαφρικανικών χωρών μέσω της φαινομενικά ελκυστικής προώθησης εξαγωγών αδασμολόγητων προϊόντων σε χώρες της ΕΕ.
στ) Ελεγχο των νευραλγικών οδών διεθνούς ναυτιλίας ανοιχτά του Κόλπου Αντεν, όπου με πρόσχημα την πειρατεία δρα τα τελευταία χρόνια η «αντιπειρατική» ναυτική αποστολή της ΕΕ, γνωστή με την κωδική ονομασία «Αταλάντη» (EUNAVFOR), με τη συμμετοχή και ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων.
Ο Αλεξ Ρόντος, λοιπόν, θα προσπαθήσει να συντονίσει την ιμπεριαλιστική επέμβαση του ευρωενωσιακού κεφαλαίου στο Κέρας της Αφρικής, ως επικεφαλής των γραφείων της ΕΕ στο Ναϊρόμπι της Κένυας, στο Χαρτούμ του Σουδάν και στην Τζούμπα του Νοτίου Σουδάν, αλλά και να εναρμονίσει ή να προωθήσει αυτά τα σχέδια με τις επιδιώξεις και άλλων δυνάμεων όπως οι ΗΠΑ.
Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι οι ανισότητες, η φτώχεια και η βαρβαρότητα που δημιουργεί ο καπιταλισμός, και στην περίπτωση της ανατολικής Αφρικής, θα οξυνθούν περαιτέρω, καθώς οι «ύαινες» στοχεύουν στην εκμετάλλευση του πλούτου της περιοχής και τον έλεγχο των εκεί οδών και πηγών Ενέργειας, σε μία περίοδο έντασης της καπιταλιστικής κρίσης και κορύφωσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Δέσποινα ΟΡΦΑΝΑΚΗ

Αντιμέτωποι με σφαγή δικαιωμάτων τους οι εργαζόμενοι


ΒΕΛΓΙΟ

Συνέντευξη με τον Ερβινγκ Λερούζ, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του Κόμματος Εργασίας Βελγίου και εκδότη του θεωρητικού περιοδικού του Κόμματος, «Μαρξιστικές Μελέτες»
Από πρόσφατη διαδήλωση εργαζομένων στις Βρυξέλλες
Η νέα κυβέρνηση του «σοσιαλιστή» Βέλγου πρωθυπουργού, Ελιο Ντι Ρούπο, ανακοίνωσε πρόσφατα αυστηρά μέτρα λιτότητας με το πρόσχημα να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 3% του ΑΕΠ, θέλοντας να περιορίσει τις απώλειες που έχει το κεφάλαιο από τη βαθιά καπιταλιστική κρίση. Κάτω από την πίεση των εργαζομένων, οι συμβιβασμένες ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων αναγκάστηκαν ουσιαστικά να κηρύξουν απεργιακές κινητοποιήσεις. Ετσι, την περασμένη Τετάρτη οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι πραγματοποίησαν 24ωρη απεργία και την Πέμπτη γενική απεργία οι δημόσιοι υπάλληλοι. Για την αντίδραση των εργαζομένων, αλλά και τη δράση τουΚόμματος Εργασίας Βελγίου, ανάμεσα σε άλλα, μίλησε στον «Ριζοσπάστη» ο Ερβινγκ Λερούζ, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του κόμματος, που βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα για να λάβει μέρος στις εργασίες της 13ης Διεθνούς Συνάντησης Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων.
Μια νέα κυβέρνηση με στόχο την εφαρμογή μέτρων λιτότητας
-- Το Βέλγιο έχει νέα κυβέρνηση μετά από 17 μήνες, όπου γίνονταν διαβουλεύσεις για σχηματισμό πολυκομματικής κυβέρνησης. Παρά την τυπική απουσία κυβέρνησης τα αντιλαϊκά μέτρα δρομολογούνταν κανονικά.
-- Πράγματι, η νέα κυβέρνηση συγκροτήθηκε από έξι κόμματα που στην ουσία όμως εκφράζουν τρεις πολιτικές οικογένειες - τους Φιλελεύθερους, τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες, τόσο Βαλόνους όσο και Φλαμανδούς. Η κυβέρνηση αυτή σχηματίστηκε μετά από 535 μέρες και βασικό της πρόγραμμα αποτελεί η εφαρμογή των μέτρων που χρειάζεται το κεφάλαιο και απαιτεί η Ευρωπαϊκή Ενωση, εφαρμόζοντας μέτρα λιτότητας της τάξης των 11 δισεκατομμυρίων ευρώ για τα επόμενα δύο χρόνια.
Ο Ε. Λερούζ
Σύμφωνα με τα μέτρα αυτά, προωθούνται αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα και στις πρόωρες συντάξεις. Μέχρι σήμερα, στο Βέλγιο, η ηλικία συνταξιοδότησης ήταν στα 65 χρόνια με 45 χρόνια εργασία. Στην πραγματικότητα, όμως, μεγάλο μέρος των εργαζομένων δεν μπορεί να εργαστεί τόσα χρόνια και έτσι επιλέγει την πρόωρη συνταξιοδότηση, που σήμερα βρίσκεται στο στόχαστρο της κυβέρνησης, η οποία, στην προσπάθειά της να την αποτρέψει, προωθεί συγκεκριμένες κυρώσεις.
Δεύτερο μέτωπο που έχει ανοίξει η κυβέρνηση είναι ενάντια στους ανέργους. Στο Βέλγιο τα επιδόματα ανεργίας δίνονται χωρίς κάποια χρονική διάρκεια. Επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να διαρκεί το επίδομα ανεργίας μέχρι τα τρία χρόνια, ωστόσο, επειδή δεν μπορεί να το εφαρμόσει αυτό αμέσως, προχωρά στη σταδιακή του μείωση. Ετσι, ενώ το επίδομα ανεργίας προσδιορίζεται στο 65% του τελευταίου μισθού, μετά το πέρας 3 μηνών, το ποσό αυτό περικόπτεται στο μισό, σπρώχνοντας για μια ακόμα φορά τους ανέργους σε δυσχέρεια και δυσκολίες.
Τρίτο ζήτημα που προωθεί η κυβέρνηση αφορά τους ηλικιωμένους (προ σύνταξης) που δεν αντέχουν να εργάζονται όλες τις απαιτούμενες μέρες της βδομάδας και έτσι, μέχρι τώρα, είχαν τη δυνατότητα να λάβουν τη λεγόμενη «πίστωση χρόνου», δηλαδή τη δυνατότητα να εργάζονται μία μέρα λιγότερο, χωρίς περικοπή μισθού. Αυτό τώρα προσπαθούν να το καταργήσουν.
Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει επίσης να προστεθούν και οι σημαντικές περικοπές στο δημόσιο τομέα. Μείωση της χρηματοδότησης για τους σιδηροδρόμους, για πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Εκατοντάδες εκατομμύρια θα περικοπούν από τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, ενώ μόνο ένας στους τρεις δημόσιους υπαλλήλους που συνταξιοδοτούνται αναπληρώνεται.
Προσπάθειες διαχωρισμού της χώρας σε βορρά και νότο
Ιδιαίτερο βάρος δίνουν οι κυρίαρχες δυνάμεις στην προσπάθεια διαχωρισμού της χώρας σε βορρά και νότο. Υπάρχει ένα ισχυρό εθνικιστικό κίνημα στα βόρεια της χώρας που επιδιώκει ακριβώς αυτό. Τα προηγούμενα χρόνια έχουν υπάρξει σοβαρές παραχωρήσεις στους εθνικιστές. Ηδη προετοιμάζεται ο διαχωρισμός αυτός σε ό,τι αφορά στην ανεργία. Επιχειρούν, δηλαδή, να διαχωρίσουν τους εργαζόμενους εφαρμόζοντας άλλη πολιτική σε ό,τι αφορά στους μισθούς και στις άλλες κοινωνικές παροχές στο βορρά και στο νότο. Να φέρω ένα παράδειγμα: Γονείς που έχουν δύο παιδιά λαμβάνουν μεγαλύτερο επίδομα στο βορρά απ' ό,τι λαμβάνουν στο νότο. Οπότε, χρησιμοποιώντας τη λεγόμενη «ανάγκη της αύξησης του ανταγωνισμού» οι κυρίαρχες δυνάμεις στρέφονται στους εργαζόμενους του βορρά υποστηρίζοντας πως πρέπει να τους μειωθούν οι μισθοί, τα επιδόματα κ.ά. για να φτάσουν στο επίπεδο των εργαζομένων του νότου...
Στόχος η ισχυροποίηση του Εργατικού Κόμματος Βελγίου
-- Ποια η δράση που αναπτύσσει και ποια τα βασικά καθήκοντα που θέτει το Κόμμα Εργατών Βελγίου αυτό το διάστημα;
-- Το κόμμα μας επιχειρεί, μέσω των μελών του σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, να ασκήσει πίεση στις ηγεσίες τους ώστε να παρθούν άμεσα αποφάσεις για δράση ενάντια στα μέτρα λιτότητας, πριν αυτά ψηφιστούν από το Κοινοβούλιο. Μπορούμε να πούμε πως οι ενέργειές μας είχαν επιτυχία. Και αυτό πηγάζει από το γεγονός πως τα μέτρα λιτότητας ανακοινώθηκαν στις 26 Νοέμβρη και λίγες μέρες αργότερα, στις 2 Δεκέμβρη, πραγματοποιήθηκε μαζικότατη συγκέντρωση 80.000 ανθρώπων στις Βρυξέλλες. Τέσσερις μέρες αργότερα πραγματοποιήθηκε διαμαρτυρία στη Λιέγη με 40.000 διαδηλωτές, όπου διατρανώθηκε η αντίθεση στα μέτρα λιτότητας και απαιτήθηκε η διατήρηση θέσεων εργασίας στη χαλυβουργία. Στην ευρύτερη περιοχή της Λιέγης υπάρχουν εργοστάσια χαλυβουργίας και ήδη η ανεργία βρίσκεται στο 25%. Αυτό το διάστημα το βρετανο-ινδικό μονοπώλιο «Metal Steel» προχωρά στο κλείσιμο μέρους της βιομηχανίας της χαλυβουργίας εκεί, αφήνοντας στο δρόμο 700 εργαζόμενους, ενώ έμμεσα θα πληγούν 2.000 - 3.000 εργαζόμενοι. Η συγκεκριμένη διαδήλωση συμπεριέλαβε και τα δύο αυτά αιτήματα και ήταν και μαζική και μαχητική.
Γίνεται επίσης συγκεκριμένη δουλειά και μέσα στα εργοστάσια, αλλά και στους πυροσβέστες και τους αστυνομικούς, ώστε να ασκηθεί πίεση στις ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους για απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις, καθώς διεξάγεται πάλη μέσα σ' αυτές μιας και υπάρχουν εκεί δυνάμεις που προσπαθούν να «ηρεμήσουν τα πνεύματα».
Την ίδια στιγμή εργαζόμαστε σκληρά για να ενισχύσουμε το ίδιο το κόμμα. Πραγματοποιούμε νέες στρατολογίες και διοργανώνουμε συγκεντρώσεις, όπου ενημερώνουμε το λαό για τα νέα μέτρα, για την κρίση στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση. Μπορώ να πω ότι υπάρχει θετική ανταπόκριση, στρατολογούνται άνθρωποι που γυρίζουν την πλάτη τους στη σοσιαλδημοκρατία καθώς είναι πολύ θυμωμένοι. Είναι θυμωμένοι καθώς αισθάνονται εξαπατημένοι από τις προεκλογικές υποσχέσεις που έλαβαν από τον σημερινό πρωθυπουργό, ο οποίος ισχυριζόταν πως δε θα υπάρξουν μέτρα λιτότητας και μόλις έλαβε τα ηνία της εξουσίας τα ανακοίνωσε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Λιέγη όπου μένω. Μέσα σε δύο - τρεις μόλις βδομάδες είχαμε 60 νέα μέλη, κυρίως ανθρώπους από τα εργοστάσια και τις βιομηχανίες. Ενα αρκετά ενθαρρυντικό στοιχείο που βοηθάει την πάλη του λαού μας για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.

Κλωντίν ΧΕΣΠΕΡ


Πόλεμος κατά των λαϊκών κινημάτων με πρόσχημα τα ναρκωτικά


ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ

«Πρόκειται για εξέγερση τρομοκρατών», ανέκραξε ο πρόεδρος της υποεπιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων αρμόδιος για θέματα του Δυτικού Ημισφαιρίου, Ρεπουμπλικανός βουλευτής Κόνι Μακ, αναφερόμενος στην αιματηρή κατάσταση και τις εκρηκτικές διαστάσεις που έχει λάβει ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» στηνΚεντρική Αμερική και τοΜεξικό. Δήλωση που απηχεί απολύτως τη θέση περί «εξέγερσης», που εδώ και μήνες έχει εκφράσει η υπουργός ΕξωτερικώνΧίλαρι Κλίντον, και η οποία αποτελεί το «ιδεολογικό κέλυφος» της «νέας στρατηγικής» της κυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα «για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος».
Η υιοθέτηση της «νέας στρατηγικής» κρίθηκε ως άμεση, επείγουσα και επιτακτική ανάγκη και έχει τεθεί ήδη σε εφαρμογή. Καθώς πέντε χρόνια μετά την 1η Δεκέμβρη του 2006, και τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» που κήρυξε ο πρόεδρος του Μεξικού Φελίπε Καλδερόν, σχεδόν 50.000 άνθρωποι, στο Μεξικό μόνο, έχουν δολοφονηθεί. Στην πλειοψηφία τους δεν είναι «θύματα ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, αλλά απλοί πολίτες, μετανάστες από όλη την Κεντρική Αμερική, και αγωνιστές μέλη του λαϊκού κινήματος του Μεξικού.
Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι σημείο καμπής για την έκρηξη της «φονικής βίας» που προκάλεσε η διάχυση του βρώμικου πολέμου των δυνάμεων ασφαλείας του Μεξικού, των καρτέλ και των συμμοριών, ήταν το πραξικόπημα στην Ονδούρα.
Πεδίο βολής φτηνό
Στην Ονδούρα, μέσα σε δύο χρόνια έχει διπλασιαστεί ο αριθμός των δολοφονιών, καθώς έχει φτάσει πλέον σε 85 δολοφονίες ανά 100.000 κατοίκους, κατατάσσοντάς την πλέον στην πιο επικίνδυνη χώρα της Κεντρικής Αμερικής και μία από τις πιο επικίνδυνες του πλανήτη. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι δολοφονίες των μελών και στελεχών του Εθνικού Μετώπου Λαϊκής Αντίστασης, καταγράφονται ως «εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου», ενώ τον προηγούμενο μήνα ο πρόεδρος Πορφίριο Λόμπο, διέταξε την επιχείρηση «κεραυνό», δηλαδή την ανάπτυξη του στρατού για την αντιμετώπιση του εγκλήματος και της δράσης του οργανωμένου εγκλήματος.
Στη Γουατεμάλα, η μεξικανική συμμορία «Λος Σέτας», απείλησε άμεσα ακόμη και τον πρώην πρόεδρο Αλβαρο Κολόμ.
Οι «Λος Σέτας» αξίζουν ειδικής μνείας, όσον αφορά την ιστορία τους, ώστε κάποιος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραματίζουν. Πρόκειται για πρώην στελέχη του μεξικανικού στρατού προερχόμενα κατά βάση απ' τις «αερομεταφερόμενες ειδικές δυνάμεις» (gafe), αξιωματικοί που κατά τη δεκαετία του '90 εκπαιδεύτηκαν στο στρατόπεδο εκπαίδευσης της 7ης ομάδας ειδικών αποστολών του αμερικανικού στρατού, το σχολείο των περιβόητων «snake eaters», στο Φορτ Μπραγκς της βόρειας Kαρολίνας και ειδικεύτηκαν στην «αντιτρομοκρατική δράση», τον πόλεμο σε πόλεις, τη δράση κατά των ανταρτών κ.λπ.
Εξαιτίας αυτής της απειλής και της αδυναμίας των αρχών ασφαλείας της Γουατεμάλας να ανταποκριθούν στο πρόβλημα ασφαλείας, η κυβέρνηση Ομπάμα έσπευσε να «βοηθήσει», αποστέλλοντας στρατιωτικό υλικό, αλλά και ταχύπλοα του πολεμικού ναυτικού στο πλαίσιο της «περιφερειακής συνεργασίας για την ασφάλεια», που προβλέπεται και από τη «Συμφωνία της Μέριδα», ενώ ίσως το πιο ηχηρό αποτέλεσμα της δράσης του «οργανωμένου εγκλήματος» ήταν η εκλογή του στρατηγού ε.α Οττο Πέρες Μολίνα στην προεδρία της Γουατεμάλας, διαβόητου για τα εγκλήματά του κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου.
Δεν είναι ο μόνος στρατιωτικός που μέσα από «δημοκρατικές διαδικασίες» αποκτά θέση και διευρυμένη επιρροή στις κυβερνήσεις των χωρών της περιοχής καθώς η παρουσία του εγγυάται «σιδερένια πυγμή» για την καταπολέμηση της βίας και του εγκλήματος.
Τον προηγούμενο μήνα, ο Νταβίντ Μουνγκουία Παγιές, από το πόστο του υπουργείου Αμυνας που ορκίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Ασφάλειας από τον Πρόεδρο Ελ Σαλβαδόρ Μαουρίσιο Φούνες που επίσης έχει διατάξει την ανάπτυξη του στρατού ακόμη και στην πρωτεύουσα.
Ο Μουνγκουία Παγιές κάλυψε τη θέση που έμεινε κενή μετά την «αιφνίδια παραίτηση» του πρώην υπουργού, Μανουέλ Μελγκάρ. Η παραίτηση Μελγκάρ, πρώην ηγετικού στελέχους του αντάρτικου στρατού του Φαραμπούντο Μαρτί - FMLN, προκάλεσε σάλο καθώς σύμφωνα με την εφημερίδα El Faro, η τύχη του Μελγκάρ κρίθηκε από την επίσημη υπογραφή της «συνεργασίας για την ανάπτυξη» που υπογράφτηκε μεταξύ του Ελ Σαλβαδόρ και των ΗΠΑ στις 4 Νοεμβρίου. Παράλληλα, τηλεγράφημα από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ του 2009 που αποκάλυψε το Wikileaks, καταγράφει την έντονη δυσφορία της Ουάσιγκτον για την επιλογή Μελγκάρ, καθώς τονίζεται «ότι η χρηματοδότηση και η επιτυχία της πρωτοβουλίας της Μέριδα εξαρτάται από τη δυνατότητα της Ουάσινγκτον να επιλύσει το ζήτημα Μελγκάρ».
Η συμφωνία Ελ Σαλβαδόρ - ΗΠΑ εμπίπτει στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας USAID, και ανάλογες φέτος έχουν υπογραφτεί με την Τανζανία, την Γκάνα και τις Φιλιππίνες, συμφωνίες που στοχεύουν στη «δημιουργία της επόμενης γενιάς των αναδυόμενων οικονομιών», συνδέονται στην περίπτωση του Ελ Σαλβαδόρ με την καταπολέμηση της βίας και τη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών ασφάλειας...
Συμφωνία που επίσης εντάσσεται στο «σχέδιο Μεσοαμέρικα» (Mesoamerica) τη συνέχεια του «σχεδίου Πουέμπλα Παναμά», που εξαιτίας των αντιδράσεων του λαϊκού κινήματος είχε μείνει ανενεργό από το 2003. Σχέδιο που στοχεύει στο μετασχηματισμό όλη της περιοχής, από το νότιο Μεξικό έως τον Παναμά, σε μία ζώνη ασύδοτου και ελεύθερου εμπορίου, ενιαίες υποδομές (ενέργεια, ηλεκτρικό και οδικό δίκτυο, τηλεπικοινωνίες κ.λπ.) πλήρη πρόσβαση και έλεγχο των φυσικών πόρων της περιοχής, το νερό, τα ορυκτά άλλους φυσικούς πόρους, από το πολυεθνικό και εγχώριο κεφάλαιο. Σχέδιο που για να επιτευχθεί απαιτεί τη στρατιωτικοποίηση της περιοχής.
Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, λαμβάνουν τις σωστές τους διαστάσεις οι δηλώσεις του Κόνι Μακ ότι «από την τρομοκρατική εξέγερση κατά μήκος των νότιων συνόρων, που εκδηλώνεται παράλληλα σε όλο το Μεξικό και την Κεντρική Αμερική καθώς και σε πάνω από 1.000 πόλεις των ΗΠΑ»... συνιστά τη «μεγαλύτερη απειλή για την εθνική ασφάλεια ενώ και η οικονομία πλήττεται δριμύτατα».
Πληθαίνουν οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει προετοιμαστεί μεθοδικά και σε βάθος χρόνου γι' αυτήν την «εξέγερση». Αμέσως μετά το πραξικόπημα στην Ονδούρα - τυχαίο; - επέβαλαν μία σειρά συμφωνιών με τις χώρες της περιοχής.
Μετά το «Σχέδιο Μεξικό» και την «Πρωτοβουλία της Μέριδα» που κρίνεται πια... ανεπαρκής, η κυβέρνηση Ομπάμα προώθησε το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους την «Πρωτοβουλία Περιφερειακής Ασφάλειας για την Κεντρική Αμερική («Central America Regional Security Initiative» - CARSI) και τις χώρες Ονδούρα, Μπελίζ, Κόστα Ρίκα, Ελ Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα, Νικαράγουα και Παναμάς. Εν συντομία, το «Σχέδιο Κεντρική Αμερική».
Συνάμα, προχώρησε τάχιστα σε σειρά συμφωνιών για την εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων στην Κεντρική Αμερική με αποτέλεσμα να έχουν διπλασιαστεί από το 2009, από περίπου 11 σε 24. (βλέπε σχετικό χάρτη).
Το 2010 ανακοινώθηκε η συμφωνία με την Κόστα Ρίκα και το σχέδιο «Επιχείρηση Κοινή Περιπολία» με τις ΗΠΑ, που σημαίνει την εγκατάσταση χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών για τη στήριξη των προσπαθειών των ΗΠΑ και κυρίως του Νότιου Στρατηγείου και του 4ου αμερικανικού στόλου στην καταπολέμηση του λαθρεμπορίου των ναρκωτικών και των συμμοριών», αλλά και για την «αντιμετώπιση της τρομοκρατίας».
Ακολούθησε σειρά συμφωνιών με την κυβέρνηση Λόμπο για την οικοδόμηση και άλλων βάσεων στην Ονδούρα ακόμη και στην Καραϊβική στη νήσο Γκουανάχα και τα σχέδια για τη δημιουργία δύο επιπρόσθετων βάσεων στήριξης της τεράστιας βάσης των Αμερικανών στην αεροπορική βάση Σότο Κάνο, πάντα στο πλαίσιο του «πολέμου κατά των ναρκωτικών». Βάση την οποία ο ανατραπείς από το πραξικόπημα πρόεδρος Μανουέλ Σελάγια, είχε ανακοινώσει ότι θα την κλείσει και θα δημιουργήσει εκεί εμπορικό αεροδρόμιο! Φυσικά, δεν πρόλαβε.
Ανάλογες συμφωνίες και με την κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ όπου εκτός των βάσεων φιλοξενεί και μία σύγχρονη εκδοχή της Σχολής των δολοφόνων, της διαβόητης Σχολής της Αμερικής - (SOA), υπό την ονομασία «Διεθνής Ακαδημία για την Τήρηση του Νόμου» - (Institute for LawEnforcement Administation-ILEA) που παρέχει «δωρεάν» στις αρχές ασφαλείας της χώρας μαθήματα σύγχρονων μεθόδων ανάκρισης, δηλαδή βασανιστήρια και φυσικά «αντιμετώπισης των εσωτερικών κινδύνων», δηλαδή εγχειρίδια πραξικοπημάτων και κατάπνιξης του λαϊκού κινήματος.
Στον Παναμά, το παρελθόν επέστρεψε με δύναμη καθώς αν και η συμφωνία για τη Διώρυγα του Παναμά που επέβαλε, εκτός της παράδοση του ελέγχου της διώρυγας στην κυβέρνηση της χώρας το 1999, συνάμα και την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων.
Ουδεμία σημασία έχουν οι διεθνείς συμφωνίες, όπως αποδεικνύεται για άλλη μία φορά, όταν αυτές δεν εξυπηρετούν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Το αμερικανικό Πεντάγωνο συνεχώς ενισχύει την παρουσία του στον Παναμά και σύμφωνα με επίσημα έγγραφα, την τελευταία δεκαετία έχουν υπογραφεί περισσότερες από 700 συμβάσεις, ενώ η κυβέρνηση του Προέδρου Ρικάρντο Μαρτινέλι υπέγραψε συμφωνία για τη δημιουργία πέντε βάσεων.
Παρά την επίσημη διάψευση, εκ μέρους της κυβέρνησης του Παναμά, τα επίσημα έγγραφα του Πενταγώνου το αποδεικνύουν. Στον Παναμά δημιουργήθηκε και το Περιφερειακό Κέντρο Ασφάλειας Επιχειρήσεων, το οποίο θα φιλοξενήσει στρατεύματα από την υπόλοιπη Κεντρική Αμερική και τη Δομινικανή Δημοκρατία και θα συνδέεται άμεσα με την έδρα του Νότιου Στρατηγείου στη Φλόριντα.
Το κέντρο αυτό ουσιαστικά αποτελεί την επιτυχημένη έκβαση της πρότερης ανεπιτυχούς προσπάθειας των ΗΠΑ κατά τα τέλη της δεκαετίας του '90 να συστήσουν το «Πολυεθνικό Κέντρο για το Πόλεμο κατά των Ναρκωτικών» για τη διατήρηση του ασφυκτικού και απόλυτου ελέγχου της περιοχής και της Διώρυγας που τελικά μετατράπηκε σε Σχέδιο Κολομβία από την κυβέρνηση Κλίντον...

Χριστίνα ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΣΧΕΔΙΟ «ΕΥΡΕΙΑΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ»



Συρία και Ιράν στο επίκεντρο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών
Ο Γάλλος ΥΠΕΞ Αλέν Ζιπέ και ο εκπρόσωπος του λεγόμενου Εθνικού Συμβουλίου της Συρίας συναντήθηκαν πρόσφατα στο Παρίσι. Τα τσιράκια των ιμπεριαλιστών ετοιμάζονται...
Πληθαίνουν και εντείνονται οι απειλές κατά της ιρανικής και της συριακής ηγεσίας, διαμορφώνοντας συγκρουσιακή ατμόσφαιρα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το ανταγωνιστικό «ενδιαφέρον» των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τις δύο αυτές χώρες δεν είναι καινούριο και είναι πραγματικά απολύτως δικαιολογημένο, αν αναλογιστεί κανείς τη σημαντική γεωστρατηγική, ενεργειακή και πολιτική θέση που Δαμασκός και Τεχεράνη διατηρούν στην ευρύτερη περιοχή.
Στην περίπτωση του Ιράν, η αφορμή για τη διαμόρφωση κλίματος έντασης παραμένει η ίδια εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία. Πρόκειται για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο ΗΠΑ, Ισραήλ και, με χαμηλότερους τόνους αρχικώς, Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία, υποστηρίζουν ότι δεν έχει, σαφώς, μη στρατιωτικό χαρακτήρα. Η ιρανική ηγεσία έχει υπογράψει τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Οπλων και έχει αποδεχτεί επιθεωρήσεις στις εγκαταστάσεις της. Η Διεθνής Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, ιδιαίτερα υπό τη διεύθυνση του Αμάνο τον οποίο ανέδειξαν κυρίως οι ΗΠΑ, έχει, κατά καιρούς, διατυπώσει αμφιβολίες για το χαρακτήρα του ιρανικού προγράμματος, με αποκορύφωμα την τελευταία έκθεση της ΔΕΑΕ, επικαλούμενη συχνά στοιχεία που φαίνεται ότι της προμηθεύουν μυστικές υπηρεσίες.
Αν μη τι άλλο, έχει ενδιαφέρον ότι η ένταση μεταξύ δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και Ιράν αποκλιμακώνεται όταν υπάρχει κάποιου είδους σημαντική συνεργασία ανάμεσα στην Τεχεράνη και στους ιμπεριαλιστές, όπως έγινε, παραδείγματος χάριν, κατά την προετοιμασία και τους πρώτους μήνες της επέμβασης στο Αφγανιστάν, αλλά και στο Ιράκ στους τομείς της ανταλλαγής πληροφοριών, του ελέγχου των συνόρων κλπ.
Αντίθετα, υπάρχει κλιμάκωση των απειλών όταν οξύνονται οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί και περιφερειακοί ανταγωνισμοί, όπως, π.χ., γίνεται στην παρούσα χρονική περίοδο. Είναι ξεκάθαρο ότι οι αλλεπάλληλες «υπενθυμίσεις», με τελευταία αυτήν του Αμερικανού υπουργού Αμυνας Λίον Πανέτα μέσα στη βδομάδα ότι «όλες οι επιλογές, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής, παραμένουν ανοιχτές», στοχεύουν στην άσκηση ασφυκτικής πίεσης στην ιρανική ηγεσία.
Στο «χορό» των απειλών έχουν, για τα καλά, εισέλθει και οι μοναρχίες του Κόλπου, υπό τοΣυμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, σύμμαχοι των ιμπεριαλιστών.
Στη δίνη αιματοχυσίας
Στο στόχαστρο εξίσου ισχυρών πιέσεων βρίσκεται και η συριακή ηγεσία, παρά το γεγονός ότι και ο Ασαντ συνεργάστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την προετοιμασία των επιθέσεων σε Αφγανιστάν και Ιράκ, σε βαθμό μάλιστα τέτοιο που αναφέρθηκε επισήμως η «καλή του συνεργασία» από την Ουάσιγκτον. Επίσης, το καθεστώς Ασαντ ενίσχυσε τις εμπορικές και οικονομικές του σχέσεις με την ΕΕ, κυρίως, όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ολα αυτά, όμως, δεν κρίθηκαν επαρκή, προφανώς, στην παρούσα φάση που οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονται με επίκεντρο την απόκτηση του ελέγχου της πολύτιμης, γεωστρατηγικά και ενεργειακά, περιοχής της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.
Ετσι, η Συρία βρίσκεται σε δίνη ταραχών από τον περασμένο Μάρτη, οι οποίες, αν και «πάτησαν» σε υπαρκτά προβλήματα, στη συνέχεια αξιοποιήθηκαν, μέσα από τη συστηματική και κατευθυνόμενη εμπλοκή των ισλαμιστών «Αδελφών Μουσουλμάνων».
Ο ρόλος της τουρκικής ηγεσίας και η πολλαπλή στόχευσή του
Στο σημείο αυτό, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η στάση που επέλεξε να τηρήσει η τουρκική αστική τάξη, η οποία εγκατέλειψε τον «καλό σύμμαχο» Ασαντ (αφού πρώτα καλλιέργησε την εντύπωση ότι προσπάθησε να τον «πείσει» να αλλάξει στάση, προκειμένου να φανεί ότι η Αγκυρα είναι «δίκαιη»). Στη συνέχεια, επένδυσε χρόνο, χρήμα και πολιτική υποστήριξη, στη διαμόρφωση του λεγόμενου Εθνικού Συμβουλίου της αντιπολίτευσης, το οποίο, επί της ουσίας, εκφράζει κυρίως δυνάμεις φίλα προσκείμενες στους «Αδελφούς Μουσουλμάνους», αλλά και στην «εμφάνιση» του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, μιας ένοπλης ομάδας που διατείνεται ότι αποτελείται από Σύρους λιποτάκτες και έχει, ήδη, προχωρήσει σε επιχειρήσεις εντός συριακού εδάφους.
Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι η Τουρκία, προς το παρόν, δεν έχει υπαναχωρήσει από τη συμμαχία της με το Ιράν, και του δικαιώματός του για απόκτηση πυρηνικού προγράμματος. Η «διαφοροποίηση» αυτή στην τουρκική στάση οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι η Αγκυρα, στην προσπάθειά της να αναδειχθεί «χρήσιμος» σύμμαχος των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή, προωθώντας ταυτόχρονα τις βλέψεις της δικής της αστικής τάξης για ενίσχυση του περιφερειακού της ρόλου, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπη με το Ισραήλ, ως ο κύριος εκπρόσωπος των «μουσουλμάνων», ως κύριος «υπερασπιστής» του παλαιστινιακού λαού. Η τουρκική ηγεσία μοιάζει να στέκεται στο πλευρό του Ιράν, ως προς το πυρηνικό του πρόγραμμα, μόνο και μόνο για να «θυμίσει» ότι το Ισραήλ ουδέποτε υπέγραψε τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Οπλων και ουδέποτε δέχτηκε τον οποιοδήποτε έλεγχο ή την οποιαδήποτε πίεση από τους ιμπεριαλιστές, αν και, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, είναι η μοναδική χώρα στη Μέση Ανατολή που έχει ισχυρό πυρηνικό οπλοστάσιο. Και από αυτήν τη διπλωματική επιλογή απορρέει η εικόνα «δικαίου» που η Αγκυρα θέλει να καλλιεργήσει, προκειμένου, στη συνέχεια, να την αξιοποιήσει για να χειραγωγήσει τη μουσουλμανική κοινή γνώμη, να εδραιώσει την επιρροή της στις, απανταχού στον αραβικό κόσμο, δυνάμεις των «Αδελφών Μουσουλμάνων» και να διαπραγματευτεί με καλύτερους όρους για τα δικά της μονοπώλια στον ανταγωνισμό της με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Συρία - Ιράν: «Συγκοινωνούντα δοχεία»
Συρία και Ιράν, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά σε τελευταία έκθεσή του και το Ινστιτούτο Στρατηγικών Ερευνών του Stratfor - δεξαμενή σκέψης που χαράσσει, σε μεγάλο βαθμό, την εξωτερική πολιτική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού - αντιμετωπίζονται από όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ως ένα είδος «συγκοινωνούντων δοχείων». Με άλλα λόγια, θεωρείται δεδομένο ότι η απόκτηση του ελέγχου της Συρίας, που θεωρείται ο αδύναμος εκ των δύο εταίρων, θα προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στο Ιράν, που θα χάσει έναν ισχυρό σύμμαχο στις γεωστρατηγικές περιφερειακές του βλέψεις.
Εντούτοις, όπως υποστήριζε εκτενές ρεπορτάζ των «Asian Times» πριν από μερικές μέρες, επικαλούμενο πρώην και νυν αξιωματούχους αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, προς το παρόν, δεν είναι πιθανό το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής επίθεσης κατά της Συρίας που θα είχε μεγάλο κόστος. Προκρίνεται η έμμεση επέμβαση, δηλαδή της ενίσχυσης, διά της τουρκικής οδού, της δράσης ενόπλων ομάδων όπως ο «Ελεύθερος Συριακός Στρατός» (που προφανώς θα ενισχυθεί και από επαγγελματίες μισθοφόρους), για την πρόκληση εμφύλιας αιματοχυσίας, που θα σπεύσουν ως «σωτήρες» να σταματήσουν οι ιμπεριαλιστές. Σε ό,τι αφορά το Ιράν ως το πιθανότερο σενάριο θεωρείται η προσπάθεια ιμπεριαλιστικής «περικύκλωσής» του, μέσα και από την απόκτηση του ελέγχου της Συρίας και την ενίσχυση των παρεμβάσεων των μοναρχιών του Κόλπου.
Πρόκειται για σχέδια που και πάλι θα κληθούν να πληρώσουν με το αίμα τους οι λαοί. Στην έκβαση αυτών των σχεδίων επιδρά επίσης το γεγονός ότι στην περιοχή επιχειρούν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους και άλλες δυνάμεις. Ρωσία και Κίνα, και κατά δεύτερο λόγο Ινδία, μέχρι στιγμής, έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να επιτρέψουν κλιμάκωση των πιέσεων και το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης.
Το βέβαιο είναι ότι οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί για την πολύτιμη γεωστρατηγικά και ενεργειακά περιοχή της «Ευρείας Μέσης Ανατολής» κλιμακώνονται. Συνεργασίες χρόνων διαλύονται και νέες συμμαχίες αναδύονται που φέρνουν αρνητικές συνέπειες για τους λαούς της περιοχής.

Ελένη ΜΑΥΡΟΥΛΗ

TOP READ