19 Μαρ 2012

«Προλεταριάτο; Τι είν’ αυτό; Κι είναι καλό να είναι κανείς κομμουνιστής;»


«Προλεταριάτο; Τι είν’ αυτό; Κι είναι καλό να είναι κανείς κομμουνιστής;» 


Στον απόηχο του παγκόσμιου ΄68, φοιτητές και φοιτήτριες που ανήκαν σε οργανώσεις της αριστεράς εγκατέλειψαν τις σπουδές τους για να συνδεθούν με τους αγώνες της εργατικής τάξης μέσα στα εργοστάσια. Μία από αυτές ήταν και η Εμέλ Ασλάν, που στα μέσα του ΄70 άφησε το Πανεπιστήμιο και έπιασε δουλειά σε μια σαπωνοποιϊα στην Ισταμπούλ. Η ίδια αφηγείται, ως «αδαής» δασκάλα, την εμπειρία της ανάγνωσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου με τους εργάτες, και εξηγεί γιατί η ανάγνωση αυτή ήταν διαφορετική από τις τόσες που ακολούθησαν στο Πανεπιστήμιο. 


Είναι γνωστό ότι τα έργα των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς έχουν μια πολύ σημαντική θέση στους κύκλους των κοινωνικών επιστημόνων. Ανήκουν στη βασική βιβλιογραφία, αποτελούν αντικείμενο πανεπιστημιακών εργασιών, συζητήσεων και συνεδρίων. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη διατύπωση τους στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, οι θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς εξακολουθούν να εμπνέουν χιλιάδες βιβλία και άρθρα. Κάθε κοινωνικός επιστήμονας που προτείνει μια νέα θεωρία είναι σχεδόν υποχρεωμένος να βασιστεί στις θέσεις αυτές ή να αντιπαρατεθεί κριτικά μαζί τους.


Αναμφίβολο είναι ότι και τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης χρησιμοποίησαν αυτά τα θεωρητικά έργα στην επεξεργασία των προγραμμάτων και των στρατηγικών τους. Το ερώτημα είναι άλλο: πόσο άμεση ήταν η επαφή που είχαν με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο οι πραγματικοί αποδέκτες του, οι εργάτες; Διάβασαν άραγε το Μανιφέστο οι εργάτες που θεωρούνταν από τον Μαρξ και τον Ένγκελς ως ο κοινωνικός φορέας που Θα οικοδομούσε μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς κράτος και χωρίς εκμετάλλευση; θα αναφερθώ εδώ σε μια προσωπική εμπειρία που είχα το 1975 στην Istanbul διαβάζοντας το Μανιφέστο μαζί με εργάτες.


Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 υπήρχαν στην Τουρκία, όπως και στις περισσότερες χώρες του κόσμου, πολλές επαναστατικές πολιτικές ομάδες φοιτητών. Αυτές οι ομάδες ήταν αντίθετες στο σύστημα από αντιιμπεριαλιστικές και αντιφασιστικές θέσεις που κατά βάση εμπνέονταν από τις σοσιαλιστικές πρακτικές στη Λατινική Αμερική. Στη δεκαετία του ΄70 ορισμένες από αυτές τις ομάδες ανακηρύχθηκαν σε μαρξιστικές λενινιστικές και άρχισαν να χρησιμοποιούν μαρξιστικές έννοιες και κατηγορίες. Μετά τη συνάντηση τους με τον μαρξισμό λενινισμό, αυτές οι ολιγάριθμες επαναστατικές οργανώσεις που διευθύνονταν συνήθως από φοιτητές, επιδίωξαν να συνδεθούν με τους αγώνες της εργατικής τάξης. 


Η Ένωση Νέων Κοινωνικών Επαναστατών, στην οποία ανήκα στη δεκαετία του ΄70, ήταν μια από τις επαναστατικές οργανώσεις νεολαίας που έστειλε τα στελέχη και τα μελή της να συναντήσουν το προλεταριάτο. Πολλοί σύντροφοι φοιτητές, ανάμεσα στους οποίους και εγώ, εγκαταλείψαμε το πανεπιστήμιο. Σκοπός μας ήταν να δημιουργήσουμε στενές σχέσεις με τους εργάτες και να τους φέρουμε σε επαφή με την επαναστατική θεωρία. 


Τον Αύγουστο του 1975 εγκαταστάθηκα σε μια εργατική συνοικία της Istanbul και άρχισα να δουλεύω σε μια σαπωνοποιία. Στο εργοστάσιο δούλευαν εκατόν πενήντα άνδρες και εξήντα γυναίκες. Οι γυναίκες δεν ανήκαν σε συνδικάτα όπως οι άνδρες και έτσι οι μισθοί τους ήταν απίστευτα χαμηλότεροι. Σκοπός μου ήταν να πείσω τις γυναίκες να γραφτούν στο συνδικάτο και στη συνέχεια να πείσω όσο το δυνατόν περισσότερους εργάτες να ενταχθούν στην οργάνωση. Λίγους μήνες αργότερα είχα κερδίσει την εμπιστοσύνη των εργατών και άρχισα να τους επισκέπτομαι στα σπίτια τους. 


Στο τέλος της περιόδου γνωριμίας αποφασίσαμε μαζί με πέντε εργάτες, που ανήκαν στους πολιτικά περισσότερο δραστήριους, να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα εκπαίδευσης που είχε ετοιμάσει η οργάνωση. Το πρώτο κείμενο που θα μελετούσαμε ήταν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο… 


Το 1975 ήμουν 22 χρονών και είχα εγκαταλείψει τις σπουδές ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Istanbul στο τελευταίο έτος. Δύο χρόνια πριν είχα διαβάσει το Μανιφέστο και μου είχε φανεί ευκολονόητο σε σχέση με το - Αντί Αντιντίρινγκ του Ένγκελς ή το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Ωστόσο δεν το είχα συζητήσει με κανέναν πριν να το διαβάσω με τους εργάτες. Το διάβασα άλλη μια φορά και κράτησα σημειώσεις για μερικά βασικά σημεία. Υπολόγιζα να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση του Μανιφέστου σε μια ή δύο συναντήσεις και να περάσουμε σε κείμενα του Λένιν που τα θεωρούσα περισσότερο σημαντικά γιατί πίστευα ότι μέσα απ΄ αυτά οι εργάτες θα αποκτούσαν τη «συνείδηση να ενταχθούν σε μια πολιτική οργάνωση». 


Το μάθημα θα γινόταν σε μια άλλη προλεταριακή συνοικία, το Kartal Maltepe, στα γραφεία του Σωματείου Πολιτισμού και Αλληλεγγύης Maltepe που είχε ιδρύσει η οργάνωση μας. Αποφασίσαμε να συναντηθούμε νωρίς το πρωί όταν η αίθουσα θα ήταν άδεια. Έδωσα σε κάθε εργάτη ένα αντίτυπο του Μανιφέστου και συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επόμενη εβδομάδα. 


Τη μέρα που θα συναντιόμασταν πήγαμε πολύ νωρίς στην αίθουσα, πήραμε πρωινό, ανάψαμε τσιγάρο και πίνοντας τσάι αρχίσαμε τη συζήτηση. Ρώτησα αρχικά τι γνώμη είχαν για το βιβλιαράκι. Καμιά απάντηση. Όλοι κοίταζαν το ταβάνι με σκοτεινά πρόσωπα. Οι εργάτες αυτοί ήταν περίπου 25 ετών και είχαν έρθει από χωριά στην Istanbul για να δουλέψουν για πρώτη φορά στη ζωή τους σε εργοστάσιο. Η εκπαίδευση τους περιορίζονταν στα πέντε χρόνια του δημοτικού σχολείου. Επανέλαβα την ερώτηση. Τα πρόσωπα έγιναν πιο σκοτεινά. Ένας εργάτης, που ήταν ο εκπρόσωπος του συνδικάτου και ο μόνος από τους πέντε που θεωρούσε τον εαυτό του «σοσιαλιστή», με ρώτησε: 


- Τι σημαίνει «Μανιφέστο»; 


Έμεινα άφωνη. Τι ερώτηση ήταν αυτή; Ένας άλλος εργάτης, που είχε πάρει θάρρος από την ερώτηση του συνδικαλιστή, είπε ότι έκανε μερικές προσπάθειες να διαβάσει το βιβλίο, αλλά ήταν αδύνατο να το κατανοήσει. Οι υπόλοιποι κούνησαν το κεφάλι επιδοκιμαστικά. Ένας από αυτούς ρώτησε με παγωμένη φωνή: 


- Είναι καλό πράγμα να είσαι κομμουνιστής; 


Για όνομα του θεού! Τι να του απαντήσω; Πίστευα ότι όλα θα ήταν εύκολα, αλλά ήδη οι πρώτες λέξεις, οι λέξεις του τίτλου, ήταν γι΄ αυτούς ακατανόητες. Υπήρχε αρχικά ένα πρόβλημα γλώσσας. Οι τούρκοι μεταφραστές του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είχαν φυσικά αφήσει αμετάφραστο τον τίτλο. Μέχρι το 1960, τα έργα των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν κυκλοφορούσαν στην Τουρκία σε παράνομες εκδόσεις. Μόλις το 1961, μετά τη θέσπιση ενός σχετικά δημοκρατικού Συντάγματος, άρχισαν να κυκλοφορούν νόμιμα και να διαβάζονται με πάθος από τους διανοούμενους και τη νεολαία. 


Η μαρξιστική λενινιστική ορολογία δεν είχε εδραιωθεί στην τουρκική γλώσσα και για τους μεταφραστές δεν ήταν εύκολο να βρούνε τουρκικές λέξεις, αφού όροι όπως προλεταριάτο, μπουρζουαζία, καπιταλισμός, φεουδαρχία δεν έχουν ακριβή αντίστοιχα στα τουρκικά. Και ακόμη πιο δύσκολη είναι η μετάφραση όρων όπως οπορτουνισμός, ρεφορμισμός ή ρεβιζιονισμός. Προφανώς εργάτες με μόρφωση δημοτικού σχολείου δεν ήταν δυνατόν να κατανοήσουν ένα μαρξιστικό θεωρητικό κείμενο. 


Πριν από αυτή τη συνάντηση δεν είχα ποτέ σκεφτεί πώς μπορεί να είναι στα τουρκικά οι λέξεις που με ρώτησαν οι εργάτες. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήταν φυσικά... το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Ήξερα πολύ καλά ότι αν δεν κέρδιζα την εμπιστοσύνη των εργατών σ΄ αυτή την πρώτη συζήτηση θα ήταν αδύνατο να συνεχίσω το πρόγραμμα εκπαίδευσης. 


Άρχισα να εξηγώ ότι οι κυρίαρχες τάξεις λένε διάφορα ψέματα για να μας κερδίσουν στην ιδεολογία τους, ότι η λέξη κομμουνισμός προέρχεται από τη λέξη κομμούνα που αντιστοιχεί στην τουρκική παράδοση του «imece» (εργασία που προσφέρουν εθελοντικά όλοι οι κάτοικοι του χωριού για να βοηθήσουν ένα φτωχό αγρότη, για να φτιάξουν μια γέφυρα κ.λπ.). Έδωσα παραδείγματα από τις κοινοτιστικές πρακτικές των αγροτών της Ανατολίας και είδα ότι στα πρόσωπα των εργατών φάνηκε ένα χαμόγελο. Είχαν κατανοήσει την πρώτη λέξη. Τι είναι όμως το Μανιφέστο; 


Όταν άρχισαν να έρχονται στο κέντρο άλλα μέλη της οργάνωσης, μας βρήκαν μέσα σε σύννεφα καπνού. Μιλούσαμε ήδη τέσσερις πέντε ώρες, αλλά βρισκόμασταν ακόμη στην πρώτη παράγραφο. Οι εργάτες πρότειναν να συναντηθούμε την επόμενη μέρα για να συνεχίσουμε την ανάγνωση. Η πρώτη συνάντηση ήταν μια νίκη για μένα. 


Γύρισα στο δωμάτιο μου και άρχισα να διαβάζω το Μανιφέστο με τα μάτια ενός αγρότη που πρόσφατα μετανάστευσε σε μια μεγαλούπολη. Έτσι κατάλαβα τι έπρεπε να τους πω και ποιες λέξεις να χρησιμοποιήσω. Το επόμενο πρωί, πρότεινα να διαβάσουμε το βιβλίο μαζί, γραμμή προς γραμμή και να συζητήσουμε όλα τα σκοτεινά σημεία. Όπως το είχα υποψιαστεί, μετά βίας τελειώσαμε την πρώτη σελίδα εκείνη τη μέρα. Η πρώτη ερώτηση ήταν: 


- Τι σημαίνει μπουρζουαζία; 
Τώρα ήμουν όμως προετοιμασμένη. Μπουρζουάδες είναι τα αφεντικά, αυτοί που κατέχουν κεφάλαιο, οι πλούσιοι, οι κυρίαρχοι. Μετά με ρώτησαν: 
Τι σημαίνει προλεταριάτο;


Και άρχισα να εξηγώ. Προλετάριοι είναι οι εργάτες, όσοι δουλεύουν, παράγουν, είναι θύματα της εκμετάλλευσης, εξουσιάζονται. 


Είναι γνωστό ότι η δεύτερη παράγραφος του Μανιφέστου αρχίζει με τις λέξεις: «Ελεύθερος και σκλάβος, πατρίκιος και πληβείος, γαιοκτήμονας και δουλοπάροικος, μέλος της συντεχνίας και βοηθός...» και ο Μαρξ αναφέρεται στην πάλη που διεξάγεται ανάμεσα στις τάξεις σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Για να κατανοήσει ένας εργάτης τι είναι αυτές οι τάξεις που ακούει το όνομα τους για πρώτη φορά, απαιτούνται μαθήματα ιστορίας, γεωγραφίας, οικονομίας, πολιτικής και ιστορικού υλισμού. Έτσι την επόμενη μέρα έφερα μαζί μου υδρόγειο, χάρτη, εγκυκλοπαίδεια και λεξικό. Σταματήσαμε την ανάγνωση του Μανιφέστου και άρχισα να μιλάω για την ιστορία της ανθρωπότητας, τις τάξεις, τα κράτη, τις επαναστάσεις κ.λπ. Μιλήσαμε για τους εργάτες και τους αγρότες. Και εκείνοι άρχισαν να διηγούνται τις δικές τους ιστορίες. 


Μετά από πολλές συναντήσεις επιστρέψαμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Οι λέξεις μπουρζουαζία, προλεταριάτο, καπιταλισμός, σοσιαλισμός δεν τους ήταν πια άγνωστες. Το κράτος δεν ήταν πια στο μυαλό τους ένα ιερό ον. Ήταν ένας μηχανισμός που οι εργάτες πρέπει να κατακτήσουν με σκοπό να τον καταστρέψουν. Γνώριζαν πλέον γιατί σε μια κοινωνία η πλούσια μειοψηφία εξουσιάζει τη φτωχή πλειοψηφία. 


Μετά το Μανιφέστο διαβάσαμε εύκολα ορισμένα βασικά κείμενα του Λένιν που προκάλεσαν μεγάλο ενθουσιασμό, με αποτέλεσμα οι εργάτες να ενταχθούν στην οργάνωση μας. Όταν η οργάνωση αποφάσισε το 1976 να ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, οι εργάτες αυτοί μας ακολούθησαν. Και είμαι σίγουρη ότι η πολιτικοποίηση και η ταξική συνειδητοποίηση τους οφείλεται στη συνάντηση με το Μανιφέστο. 


Από αυτή τη διαδικασία διδάχθηκα πάρα πολλά, ίσως περισσότερα από αυτά που δίδαξα. Ήταν η πρώτη φορά που κατανόησα ότι η προσπάθεια να διδάξει κανείς όσα νομίζει ότι γνωρίζει απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες και ότι το να γνωρίζεις κάτι είναι τελείως διαφορετικό από το να νομίζεις ότι το γνωρίζεις. Στη συνέχεια διάβασα το Μανιφέστο με άλλους εργάτες και εργάτριες. Και πάντοτε ξεκινούσα μιλώντας αναλυτικά για την ιστορική ανάπτυξη των κοινωνιών. 


Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, όταν το Τείχος του Βερολίνου είχε ήδη πέσει, επέστρεψα στο Πανεπιστήμιο. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στο πλαίσιο πολλών μαθημάτων σε τρία διαφορετικά Πανεπιστήμια. Στο μεταξύ ήμουν σε θέση να απαγγείλω το Μανιφέστο από την αρχή ως το τέλος. Στο Πανεπιστήμιο, ωστόσο, κάθε όρος και κάθε φράση συζητιόταν από πολλές διαφορετικές πλευρές και σ΄ αυτή τη διαδικασία έβλεπα μπροστά μου νέους κόσμους να ανοίγονται. Υπήρχε ωστόσο μια μεγάλη διαφορά. Όταν διάβαζα το Μανιφέστο μαζί με τους εργάτες από πολιτική οπτική, το κείμενο αποτελούσε οδηγό δράσης, εργαλείο επαναστατικού μετασχηματισμού. Το Μανιφέστο άνοιγε νέες προοπτικές για τους εργάτες και για μένα. Ο ακαδημαϊκός κόσμος μου έδειχνε νέες διαστάσεις του Μανιφέστου, αλλά δεν είχε τη βούληση για επαναστατικό μετασχηματισμό, η οποία ωστόσο είναι ενσωματωμένη σ΄ αυτό το βιβλίο. 


Και όμως: σε πείσμα όλων των αντίθετων επιχειρημάτων, στις αρχές της τρίτης χιλιετίας, «η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων». Και η πάλη συνεχίζεται με όλη τη βία που περικλείει.






[Το άρθρο αποτελεί εισήγηση στο διεθνές Συνέδριο Social Emancipation 150 years after the «Communist Manifesto», που διοργάνωσαν στην Αβάνα, στο διάστημα 17-20 Φεβρουαρίου 1998, το Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Κούβας, σε συνεργασία με την Κουβανέζικη Εταιρία Φιλοσοφικής Έρευνας, το Πανεπιστήμιο Las Villas και τις επιθεωρήσεις Marx Ahorn και Ciencias Sociales. Δημοσιεύτηκε στις Θέσεις (τεύχος 64/1998), μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Δημούλη, και υπό τον τίτλο «Διαβάζοντας το Κομμουνιστικό Μανιφέστο με τους εργάτες». Το αναδημοσιεύουμε, αφιερώνοντάς το στους εργάτες της Χαλυβουργίας, που αυτό τον καιρό ξαναθύμισαν στην εργατική τάξη να υπάρχει για τον εαυτό της - και έτσι να (ξανα)υπάρχει για ολόκληρη την κοινωνία.]


Της Εμέλ Ακάν Ασλάν
http://wwwpraxisred.blogspot.com/ 
 Αναρτήθηκε από  oikodomo

ΣΥΝΕΛΗΦΘΗ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΕ ΜΙΚΡΟΠΟΣΟΤΗΤΑ... ΒΙΒΛΙΩΝ


ΣΥΝΕΛΗΦΘΗ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΕ ΜΙΚΡΟΠΟΣΟΤΗΤΑ... ΒΙΒΛΙΩΝ


  
Του Ρωμύλου Αυδή
   Εκδηλώσεις για τη βία στα σχολεία έγιναν σ’ ολόκληρη τη χώρα στις 6 Μάρτη του 2012. Πρόκειται για μια ακόμα αντιεπιστημονική και αντιπαιδαγωγική φιέστα αποπροσανατολισμού της μαθητικής κοινότητας-κι ευρύτερα της κοινωνίας μας - από τα πραγματικά αίτια της ταξικής πολιτικής στα σχολεία μας. Στις φιέστες αυτές μετέχει ένα ευρύ φάσμα αντιλαϊκών κι αντιδραστικών δυνάμεων που ξεκινά από ‘στελέχη’ της εκπαίδευσης, απεργοσπάστες καθηγητάδες- Ηλίας Παπασταύρου και ο Σύλλογος Διδασκόντων του 66ου Γυμνασίου Αθηνών, οι οποίοι στις 29 Φεβρουαρίου τιμώρησαν με μονοήμερη αποβολή μαθητή επειδή στις 10 Φεβρουαρίου-ημέρα απεργίας-ενημέρωνε τα τμήματα του σχολείου για την απεργιακή κινητοποίηση- συνδικαλιστάδες-Φάσσαρης Γιάννης, Πρόεδρος της Α’ΕΛΜΕ Αθήνας , ο οποίος όχι μόνο κάλυψε την αντιπαιδαγωγική-απεργοσπαστική απόφαση του εν λόγω Συλλόγου, αλλά απαίτησε από το ΠΑΜΕ να ζητήσει συγγνώμη από τους εκπαιδευτικούς για την αναστάτωση που προκάλεσε η καταγγελία του γεγονότος. Τι άλλο θ’ ακούσουμε άραγε από επαγγελματίες απεργοσπάστες το πρωί-αγανακτισμένους το βράδυ, μέχρι να πεθάνουμε;

     Στις εν λόγω φιέστες μετέχουν επίσης  γονείς, οι οποίοι  στηρίζουν την πολική του ‘ευρωμονόδρομου’, βοηθούμενοι από διάφορες Μη Κυβερνητικές-αλλά κρατικοδίαιτες- Οργανώσεις (ΜΚΟ), άλλες δήθεν επιστημονικές επιτροπές και τέλος, από διαφημιζόμενες στο διαδίκτυο ‘πατριωτικές περιπολίες ελληνόψυχων’. Κάθε καρυδιάς καρύδι.
     Σε κάθε περίπτωση η σφαλιάρα, το σύννεφο, το πάλεμα ανάμεσα σε γάβρους, βάζελους και αεκτζήδες έδιναν κι έπαιρναν στις μέρες μου-μέχρι πέτρες ριπτόμενες επί  μαθητικών κεφαλών   μπορούσες ν’ απολαύσεις.  Αυτό όμως δε μας εμποδίζει να βρισκόμαστε στις μέρες μας κατά καιρούς και να θυμόμαστε τα παλιά.( Μιλώ για την έκτη τάξη του 14ου Γυμνασίου Αθήνας στην οδό Χιλ, στην Πλάκα).
     Από το 1967 όταν κι αποφοίτησα, άλλα πράγματα έχουν αλλάξει κι άλλα παραμένουν τα ίδια. Η αστική τάξη εξακολουθεί να ασκεί την εξουσία, αλλάζοντας το πολιτικό της προσωπικό. Οι αμερικανοκίνητοι και ημιμαθείς συνταγματάρχες παρέδωσαν την εξουσία σ’ αυτούς από τους οποίους-υποτίθεται- ότι ήθελαν να μας απαλλάξουν. Τους πολιτικούς της ΕΡΕ και Ένωσης Κέντρου. Η Ελλάδα εντάχθηκε στη λυκοσυμμαχία της ΕΟΚ, από ανισότιμη θέση, όπως ακριβώς έγινε και με την είσοδο στη ζώνη του Ευρώ. Στη ζωή του νεοέλληνα μπήκαν τα μεγάλα ιδιωτικά τηλεοπτικά Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης (ΜΜΕ) , τα οποία δια της καθημερινής και πολυώρου πλύσεως του  εγκεφάλου του παθητικού θεατή τον έχουν πείσει ότι για την κατάντια του φταίνε οι οικονομικοί μετανάστες-θύματα  μιας άγριας, δουλεμπορικής  εκμετάλλευσης –ότι φταίνε οι μαϊμού συντάξεις, οι μίζες, οι διεφθαρμένοι 300-ναι καλά διαβάζετε, παρά το γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας ούτε το Μάαστριχτ ψήφισε, ούτε κανένα από τα αντεργατικά και άκρως αντιλαϊκά μέτρα, μιας και παλεύει για την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων και την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Εξουσίας. Οι νεοέλληνες αντικατέστησαν το ΕΜΕΙΣ με το ΕΓΩ, υιοθετώντας την πρακτική της ατομικής ρουσφετολογικής λύσης.
     Από κοινωνία αλληλεγγύης, φιλίας και αλληλοσεβασμού σταδιακά μεταβληθήκαμε-εξαιρουμένων των  κομμουνιστών που  αντιπαλεύουν  τις αστικές αξίες και την αστική εξουσία συνολικά-σε μια κοινωνία ρατσιστική, ξενοφοβική μια κοινωνία βίαιης αντισυνταγματικής-ακόμα και με τα κριτήρια της αστικής δημοκρατίας-ανατροπής εισοδημάτων, εργασιακών σχέσεων, περίθαλψης, κοινωνικής ασφάλισης. Πως λοιπόν η βία μιας τέτοιας κοινωνίας θέλαμε να μείνει έξω από τα σχολεία;
     Στατιστικά το φαινόμενο της σχολικής βίας δεν πρέπει να φοβίζει. Αυτό που πρέπει να προβληματίζει περισσότερο είναι η ολοένα και αυξανόμενη αβεβαιότητα που αισθάνονται οι μαθητές των Λυκείων στη χώρα μας, από τους οποίους το 30% δηλώνει απογοητευμένο από τη σχολική ζωή, με το ποσοστό να ανεβαίνει στο 40% για τους λυκειακούς μαθητές, οι οποίοι δηλώνουν αβέβαιοι για το μέλλον τους σε ποσοστό 83%-σύμφωνα με την κατά παραγγελία του Υπουργείου Παιδείας(;) έρευνα της VPRC. Η βίαιη ανατροπή των εργασιακών και μισθολογικών σχέσεων, η αυξανόμενη ανεργία, το αυξανόμενο κύμα μετανάστευσης  των νέων αποσιωπούνται από τους παχυλά αμειβόμενους παρουσιαστές  των απόψεων της εγχώριας και διεθνούς ολιγαρχίας. Κι όμως είναι τα πιο βασικά αίτια αυτής της δυσαρέσκειας.
     Πώς να μην μπει η βία στα σχολεία όταν οι νέοι μαθαίνουν ότι ο πατέρας τους απολύθηκε, ότι ο αδελφός τους έφυγε για να εργαστεί στο εξωτερικό, ότι δεν έχει θέρμανση το σχολείο, ότι δεν υπάρχει χαρτί για φωτοτυπίες, όταν τα παιδιά πάνε στο ταξικό σχολείο της ημιμάθειας υποσιτιζόμενα μέχρι λιποθυμίας; Στο ταξικό σχολείο της ημιμάθειας και της φανφάρας επιτρέπονται τα πάντα, εκτός από την αμφισβήτηση της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Επιτρέπεται ακόμα και η εγκατάλειψη του σχολείου, ώστε οι εργοδότες να βρουν φτηνό εργατικό δυναμικό με μισθούς κατά πολύ μειωμένους για νέους και νέες κάτω των 25 χρόνων. Όλα είναι μελετημένα. Αλλά κι αυτοί που συνεχίζουν το σχολείο με μύρια βάσανα καλούνται να μετατραπούν σε ‘ρουφιάνους’ καταδίδοντας στη διεύθυνση του σχολείου αυτούς οι οποίοι διασαλεύουν την ‘ομαλή’ λειτουργία του, την παραγωγή δηλαδή πειθήνιων οσφυοκαμπτών στο σύστημα. Απαγορεύεται η ‘αμφισβήτηση’. Εκατοντάδες είναι οι ‘αριστεροί’ προοδευτικοί  καθηγητές, οι οποίοι λοιδορούν το ΚΚΕ και την ΚΝΕ για τη θέση τους ενάντια ΣΥΝΟΛΙΚΑ στα ναρκωτικά και τον απατηλό διαχωρισμό τους σε ‘μαλακά’ και ‘σκληρά’, υποστηρίζοντας το ‘αναφαίρετο’ δικαίωμα στην αυτοκαταστροφή. Μέχρις εκεί έχουμε φτάσει, λες και το κάπνισμα δεν βλάπτει την υγεία είτε  καπνίζεις τσιγάρα με φίλτρο είτε χωρίς φίλτρο.

     Στρατιές ολάκερες από μαθητές αγνοούν ότι ζουν σε μια ταξική κοινωνία, η οποία ψευδεπίγραφα  ονομάζεται δημοκρατία, αντί του σωστού κι επιστημονικού όρου ‘αστική δημοκρατία’. Χιλιάδες μαθητές αγνοούν ότι η εποχή μας διακρίνεται από την αντίθεση ανάμεσα στη μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο, από τάξεις με διαμετρικά αντίθετα συμφέροντα;. Χιλιάδες μαθητές έχουν την εντύπωση ότι η Ελλάδα τελεί ‘υπό γερμανική κατοχή’, αυτό συμφέρει στους αόρατους μεν, γνωστούς δε εργοδότες των αστικών κομμάτων που χειρίζονται τις τύχες των εργαζομένων αυτής της χώρας, νομοθετώντας κατά τα συμφέροντα των εργοδοτών τους.  Μόνο οι μαθητές, οι οποίοι είναι μέλη της ΚΝΕ γνωρίζουν ότι η αντιλαϊκή πολιτική, μπροστά στην οποία ωχριά η κατάσταση των νέγρων στις βαμβακοφυτείες του αμερικάνικου Νότου την εποχή της δουλεμπορίας, δεν οφείλεται στις αξιώσεις της Τρόικα, αλλά είναι αποτέλεσμα ΣΥΝΕΙΔΗΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ των αστικών κομμάτων και των συμπληρωμάτων τους.
     Υπάρχει σήμερα Βία στα σχολεία, αλλά όχι από τους μαθητές. Η βία αυτή ανήκει στο καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο στο όνομα της κερδοφορίας του κεφαλαίου υποχρηματοδοτεί τη Δημόσια Εκπαίδευση. Δεν είναι μιας μορφής ταξικής βίας η αποστολή του σχολείου ως εργαλείου για την αναπαραγωγή των αστικών ιδεολογημάτων;
     Δεν είναι η αγωνία του συστήματος η υπεράσπιση ‘δήθεν’ αδύναμων μαθητών από πιο εύσωμους και πιο δυνατούς συμμαθητές τους-υπάρχουν σε περιορισμένη κλίμακα και τέτοια φαινόμενα. Η αγωνία του συστήματος είναι το πώς θα δημιουργήσει μαθητές που δεν θα αμφισβητούν την ταξική εκμετάλλευση, μαθητές χωρίς συνείδηση των δικαιωμάτων τους, μαθητές που δεν θα πρωτοστατούν στην οργάνωση μαθητικών κινητοποιήσεων, μαθητών που δεν θα συμπορεύονται με τις άλλες κοινωνικές ομάδες στο καμίνι της ταξικής πάλης.
 
   ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ στην Ελλάδα τέτοιο μαθητικό δυναμικό. Το ΣΧΟΛΕΙΟ δέχεται επίθεση από την Μαύρη αντίδραση. Ας το υπερασπίσουμε. Μην αφήσουμε τις ψυχές των παιδιών μας ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΕΣ. 
.

V.I. Lenin-Μάζες, πλειοψηφία, κόμμα, επανάσταση


V.I. Lenin-Μάζες, πλειοψηφία, κόμμα, επανάσταση

Από το Lenin Reloaded

V.I. Lenin
Ομιλία στο Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς
1 Ιουλίου, 1921
Μτφρ.: Lenin Reloaded

[...] Αν λέγεται ότι ήμασταν νικηφόροι στη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι δεν είχαμε μεγάλο κόμμα, αυτό απλώς αποδεικνύει ότι αυτοί που το λένε δεν έχουν καταλάβει τη Ρωσική επανάσταση και ότι δεν έχουν ιδέα του πώς να προετοιμαστούν για επανάσταση. 

Το πρώτο μας βήμα ήταν να δημιουργήσουμε ένα αληθινό Κομμουνιστικό Κόμμα, έτσι ώστε να ξέρουμε με ποιον μιλάμε και ποιον μπορούμε να εμπιστευτούμε πλήρως. Το σλόγκαν του Πρώτου και του Δεύτερου Συνεδρίου ήταν "Κάτω οι κεντρώοι!" Δεν μπορούμε να ελπίζουμε να μάθουμε ούτε την αλφαβήτα του κομμουνισμού εκτός και αν διαρκώς και σε όλο τον κόσμο ξεφορτωθούμε τους Κεντρώους και τους ημι-Κεντρώους, τους οποίους στην Ρωσία αποκαλούμε Μενσεβίκους. Το πρώτο μας καθήκον είναι να δημιουργήσουμε ένα γνήσια επαναστατικό κόμμα και να έρθουμε σε ρήξη με τους Μενσεβίκους. Αλλά αυτό είναι απλώς  προπαρασκευαστικό σχολείο. Συγκαλούμε ήδη το Τρίτο Συνέδριο, και ο σύντροφος Τερατσίνι συνεχίζει να λέει ότι ο στόχος του προπαρασκευαστικού σχολείου είναι να διώκουμε, να κυνηγάμε και να ξεσκεπάζουμε Κεντρώους και ημι-Κεντρώους. Όχι, ευχαριστώ!  Το κάναμε ήδη για αρκετό καιρό αυτό. Στο Δεύτερο Συνέδριο είπαμε ότι οι Κεντρώοι είναι εχθροί μας. Αλλά πρέπει να πάμε παρακάτω. Το δεύτερο στάδιο, μετά την οργάνωση σε κόμμα, συνίσταται στο να μάθεις να προετοιμάζεσαι για επανάσταση. Σε πολλές χώρες δεν έχουμε καν μάθει πώς να παίρνουμε την ηγεσία. Στη Ρωσία, ήμασταν νικηφόροι όχι απλώς επειδή η αναμφισβήτητη πλειοψηφία της εργατικής τάξης ήταν μαζί μας (κατά τις εκλογές του 1917 η τεράστια πλειοψηφία των εργατών ήταν μαζί μας και ενάντια στους Μενσεβίκους), αλλά επίσης επειδή ο μισός στρατός, αμέσος μετά την κατάληψη εκ μέρους μας της εξουσίας, και τα εννιά δέκατα των αγροτών, μέσα σε λίγες βδομάδες, ήρθαν μαζί μας. Νικήσαμε επειδή υιοθετήσαμε το αγροτικό πρόγραμμα των Σοσιαλεπαναστατών και όχι το δικό μας, και επειδή το εφαρμόσαμε. Η νίκη μας συνίστατο στο ότι εφαρμόσαμε το πρόγραμμα των Σοσιαλεπαναστατών. Για αυτό ήταν τόσο εύκολη. Είναι δυνατόν εσείς στη Δύση να έχετε τέτοιες ψευδαισθήσεις; Είναι γελοίο! Συγκρίνετε απλώς τις απτές οικονομικές συνθήκες, σύντροφε Τερατσίνι και όλοι εσείς που προσυπογράψετε τις προτεινόμενες διορθώσεις [στο κείμενο αποφάσεων του Συνεδρίου]! Παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία ήρθε με το μέρος μας ραγδαία, οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε μετά την νίκη ήταν πολύ μεγάλες. Παρ' όλα αυτά κερδίσαμε επειδή κρατήσαμε κατά νου όχι μόνο τους στόχους μας αλλά και τις αρχές, και δεν ανεχτήκαμε στο κόμμα μας αυτούς που έμεναν σιωπηλοί για τις αρχές αλλά μιλούσαν για στόχους, για "δυναμικές τάσεις" και για "μετάβαση απ' την παθητικότητα στην ενεργητικότητα." Ίσως μας κατηγορήσουν που προτιμούμε να κρατάμε τέτοιους κυρίους στη φυλακή. Αλλά η δικτατορία είναι αδύνατη με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Πρέπει να προετοιμαζόμαστε για δικτατορία, και αυτό συνίσταται στο να αντιπαλεύουμε τέτοιες φράσεις και προτεινόμενες αλλαγές. (Γέλιο.) Διαρκώς, οι θέσεις μας μιλάνε για τις μάζες. Αλλά σύντροφοι, πρέπει να καταλάβουμε τι σημαίνει "μάζες". Το Γερμανικό Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα, οι αριστεριστές σύντροφοι, δεν χρησιμοποιούν τη λέξη αυτή σωστά. Αλλά και ο σύντροφος Τερατσίνι, όλοι αυτοί που προσυπέγραψαν αυτές τις αλλαγές, δεν ξέρουν πώς πρέπει να διαβάζεται η λέξη "μάζες." 

Έχω ούτως ή άλλως μιλήσει υπερβολικά πολλή ώρα. Έτσι, θέλω να πω λίγες μόνο λέξεις για την έννοια των "μαζών." Είναι μια έννοια που αλλάζει σε σχέση με τις αλλαγές της φύσης της πάλης. Στην αρχή του αγώνα, χρειάστηκαν μόνο λίγες χιλιάδες αυθεντικά επαναστατικοί εργάτες για να δικαιολογείται η αναφορά σε "μάζες." Αν το κόμμα πετύχει να φέρει μέσα στον αγώνα όχι μόνο τα δικά του μέλη, αλλά και να ξεσηκώσει μη κομματικούς ανθρώπους, τότε βρίσκεται ήδη στο δρόμο για να κερδίσει τις μάζες. Κατά τη διάρκεια των επαναστάσεών μας υπήρχαν στιγμές όπου τις μάζες τις εκπροσωπούσαν πολλές χιλιάδες εργάτες.  Στην ιστορία του κινήματός μας και του αγώνα μας κόντρα στους Μενσεβίκους, θα βρείτε πολλά παραδείγματα όπου πολλές χιλιάδες εργατών σε μια πόλη ήταν αρκετοί για να δώσουν ξεκάθαρα μαζικό χαρακτήρα στο κίνημα. Έχεις "μάζα" όταν πολλές χιλιάδες εργάτες που δεν είναι μέλη του κόμματος, που συνήθως ζουν μια φιλισταίϊκη ζωή και σέρνονται σε μια μίζερη ύπαρξη, και που δεν ξανάκουσαν ποτέ τίποτα για πολιτική, αρχίζουν να δρουν με τρόπο επαναστατικό. Αν το κίνημα απλωθεί και οξυνθεί, σταδιακά αναπτύσσεται σε πραγματική επανάσταση. Το είδαμε το 1905 και το 1917 κατά τη διάρκεια τριών επαναστάσεων, και θα πρέπει κι εσείς να περάσετε από όλα αυτά. Όταν η επανάσταση έχει προετοιμαστεί αρκετά, η έννοια "μάζες" γίνεται διαφορετική. Οι πολλές χιλιάδες εργατών δεν συνιστούν πλέον τις μάζες. Η λέξη αρχίζει να σημαίνει κάτι άλλο. Η έννοια των "μαζών" υπόκειται σε μια αλλαγή έτσι ώστε να σημαίνει την πλειοψηφία, και όχι απλώς την πλειοψηφία των εργατών, αλλά την πλειοψηφία όλων των εκμεταλλευόμενων. Κάθε άλλη ερμηνεία είναι ανεπίτρεπτη για επαναστάτη, και κάθε άλλο νόημα της λέξης καθίσταται ακατανόητο. Είναι εφικτό ακόμα κι ένα μικρό κόμμα, το Βρετανικό ή Αμερικανικό Κόμμα για παράδειγμα, αφού μελετήσει ολοκληρωμένα την πορεία μιας πολιτικής εξέλιξης και αφού εξοικειωθεί με τη ζωή και τα έθιμα των μη κομματικών μαζών, να φέρει στο προσκήνιο, σε μια ευνοϊκή στιγμή, ένα επαναστατικό κίνημα (ο σύντροφος Ράντεκ ανέφερε την απεργία των ανθρακωρύχων ως καλό παράδειγμα). Θα έχεις μαζικό κίνημα αν ένα τέτοιο κόμμα βγει μπροστά με τα συνθήματά του μια τέτοια στιγμή και επιτύχει να κάνει εκατομμύρια εργατών να το ακολουθήσουν. Δεν θα αρνούμουν εντελώς πως μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει απο ένα πολύ μικρό κόμμα και να φτάσει σε νικηφόρο αποτέλεσμα. Αλλά θα πρέπει κάποιος να γνωρίζει τις μεθόδους με τις οποίες μπορείς να κερδίσεις τις μάζες. Γιατί είναι βασική αυτή η εξονυχιστική προπαρασκευή της επανάστασης. Εδώ όμως έχεις συντρόφους που βγαίνουν μπροστά με την βεβαίωση ότι πρέπει να παρατήσουμε άμεσα την απαίτηση για "μεγάλες" μάζες.  Πρέπει να τους φέρουμε αντίρρηση. Χωρίς ολοκληρωμένη προετοιμασία δεν θα πετύχετε νίκη σε καμία χώρα. Κι ένα αρκετά μικρό κόμμα είναι αρκετό για να οδηγήσει τις μάζες. Ορισμένες φορές δεν είναι απαραίτητες οι μεγάλες οργανώσεις. 

Αλλά για να κερδίσεις πρέπει να έχεις τη συμπάθεια των μαζών. Δεν είναι πάντα ουσιώδης η απόλυτη πλιοψηφία. Αλλά αυτό που είναι ουσιώδες για να νικήσεις και για να κρατήσεις την εξουσία δεν είναι απλά η πλειοψηφία της εργατικής τάξης --χρησιμοποιώ τον όρο "εργατική τάξη" με την δυτικοευρωπαϊκή του έννοια, δηλαδή με την έννοια του βιομηχανικού προλεταριάτου-- αλλά και την πλειοψηφία του εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου αγροτικού πληθυσμού.  Το σκεφτήκατε αυτό; Βρίσκουμε στην ομιλία του Τερατσίνι έστω και μια υπαινικτική αναφορά στη σκέψη αυτή; Αυτός μιλάει μόνο για "δυναμική τάση" και "μετάβαση από την παθητικότητα στην ενεργητικότητα." Αφιερώνει έστω μια λεξούλα για το ζήτημα της σίτισης; Κι όμως, οι εργάτες απαιτούν να φάνε, αν και μπορούν να ανεχτούν πολλά και να πεινάσουν, όπως είδαμε μέχρι ένα βαθμό στη Ρωσία. Πρέπει λοιπόν να φέρουμε με την δική μας πλευρά όχι απλά την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, αλλά και την πλειοψηφία του εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου αγροτικού πληθυσμού.Έχετε προετοιμαστεί για αυτό; Σχεδόν πουθενά.

ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Διαχείριση με αντιμνημονιακές φιοριτούρες


ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ
Διαχείριση με αντιμνημονιακές φιοριτούρες
Γρηγοριάδης Κώστας
Σαν «κομπογιανίτης» της πολιτικής, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν σταματά να διαβεβαιώνει τον λαό ότι με «ματζούνια» θα γιάνει το λαό από τις συνέπειες της αστικής διαχείρισης της κρίσης και ακόμα ότι θα μεταλλάξει την εκμεταλλευτική φύση του καπιταλισμού σε φιλολαϊκή. Οι προτάσεις του είναι ανίκανες να προσφέρουν και την παραμικρή ανακούφιση στον λαό, τον οποίο συνειδητά παραπλανά, όταν διαγιγνώσκει «κρίση χρέους» και καταγγέλλει τη διόγκωσή της λόγω της μη ενδεδειγμένης αντιμετώπισής της εξαρχής.
Ακόμα και τα αντιλαϊκά μέτρα που έχουν παρθεί, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ τα επικρίνει και απ' τη σκοπιά της επίδρασής τους στην απομείωση του χρέους - αντιπαραθέτοντας σ' αυτά μέτρα όπως τριετή αναστολή πληρωμών, ευρωομόλογα κ.ά. - και σαν «παρέκκλιση» απ' το ευρωενωσιακό κεκτημένο! Δηλαδή και νομιμοποιεί στις λαϊκές συνειδήσεις το χρέος που σώρευσε η πλουτοκρατία, αναγνωρίζοντας ότι ο λαός έχει ευθύνη στην αποπληρωμή του και καλλιεργεί φρούδες ελπίδες ότι τα μέτρα θα αναιρεθούν από μια «αριστερή κυβέρνηση» και ότι αποτελούν εξαίρεση στον ευρωενωσιακό κανόνα.
Δήλωσε μέσα στη βδομάδα ο Αλ. Τσίπρας:«Μας κατηγορούν εμάς ότι με την αντίθεσή μας με το μνημόνιο θέλουμε δήθεν την έξοδο της χώρας από το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Μα δεν μπορεί να είναι μια χώρα ευρωπαϊκή όταν δίνει κάτω από το 3% του ΑΕΠ σε νοσοκομεία. Δεν υπάρχει ευρωπαϊκή χώρα η οποία να έχει διαλύσει τις στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας και να έχει εφαρμόσει τέτοιες πολιτικές συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους. Απομακρύνουν με τις δικές τους επιλογές τη χώρα από την Ευρώπη. Η Ελλάδα σε λίγα χρόνια, αν εφαρμοστούν αυτές οι πολιτικές, θα μοιάζει με μια χώρα της Αφρικής και όχι με μια χώρα της Ευρώπης».
Την ώρα δηλαδή που η ΕΕ «ηγείται» για λογαριασμό των μονοπωλίων μιας πρωτόγνωρης μεταπολεμικά επίθεσης στους λαούς, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αγωνιά για την παραμονή της χώρας σ' αυτήν. Κι επιπλέον, την εξωραΐζει στα μάτια του λαού, κρύβοντας σκόπιμα ότι ένα προς ένα τα μέτρα των μνημονίων, υπήρξαν πολύ πριν την κρίση ως στρατηγικές επιδιώξεις της ευρωένωσης. Οτι πανομοιότυπα εφαρμόζονται σε όλες τις χώρες - μέλη της που άδραξαν την ευκαιρία της κρίσης για να τα προωθήσουν.
Είναι μέτρα που βοηθούν τα μονοπώλια να ξεπεράσουν την κρίση με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Να γιγαντωθεί στην φάση της αναιμικής ανάκαμψης η λεία απ' την κλεψιά του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου, αφού στο μεταξύ θα έχουν αφαιρεθεί απ' τους εργάτες και τα ψίχουλα που τους απέμεναν για να αναπαράγουν την εργατική τους δύναμη. Τρανή απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι στην Γερμανία, την ατμομηχανή της καπιταλιστικής ΕΕ, πάνω από 7 εκατ. εργαζόμενοι απασχολούνται με μισθούς πείνας των 400 ευρώ και η κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι με αυτά και με άλλα μέτρα πέτυχε υψηλή ανταγωνιστικότητα για τα γερμανικά μονοπώλια.
«Ενότητα» στη διαχείριση
Ψάχνοντας συνένοχους στο «έγκλημα» σε βάρος του λαού, αντικειμενική κατάληξη της όποιας διαχείρισης του καπιταλισμού, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ζητάει σύμπραξη για «κυβέρνηση της αριστεράς». Το δίλημμα, όπως το θέτει ο Αλ. Τσίπρας είναι: «'Η η κυβέρνηση του μνημονίου ή μια νέα κυβέρνηση η οποία θα οδηγήσει τη χώρα εκτός (του μνημονίου)».
Πάνω σ' αυτό, δήλωσε τις προάλλες ο Π. Σκουρλέτης: «Το άλλο το θέμα, της προοπτικής σε σχέση με την ΕΕ, βεβαίως υπάρχει μια διαφορά, αλλά νομίζω και το ίδιο το ΚΚΕ βλέπετε ότι την έξοδο από την ΕΕ και από την Ευρωζώνη δεν την ζητάει τώρα, την παραπέμπει σε ένα απροσδιόριστο μέλλον κάτω από συνθήκες λαϊκής εξουσίας. Ας κρατήσουν λοιπόν για τον εαυτό τους αυτή την άποψη και ας δούμε πώς τώρα, στη σημερινή Ευρώπη μπορούμε να αλλάξουμε τους συσχετισμούς, να θέσουμε το θέμα της επαναθεμελίωσής της».
Πρόκειται για αυταπάτες του χειρίστου είδους, που θέλουν να αγκιστρώσουν τις λαϊκές συνειδήσεις στην ουτοπία ότι αρκεί μια εκλογική αναμέτρηση και η ανάδειξη μιας τάχα «προοδευτικής» κυβέρνησης, για να αλλάξουν τα πράγματα προς όφελος του λαού. Κοροϊδεύουν τον λαό, αφού δεν του λένε ότι το μνημόνιο δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά αποτύπωση της διαχείρισης που σ' αυτή τη φάση έχουν ανάγκη τα μονοπώλια, διαμορφώνοντας και την επόμενη της αναιμικής ανάπτυξης υπέρ τους.
Μια τέτοια κυβέρνηση, ανεξάρτητα από τις προθέσεις της, τίποτα δεν πρόκειται να κάνει, όσο τα μονοπώλια κρατούν τα κλειδιά της παραγωγής και η χώρα παραμένει δεσμευμένη στην ΕΕ, άρα δίχως κανένα περιθώριο αθέτησης και της παραμικρής δέσμευσης που έχει αναληφθεί στο πλαίσιο των δανειακών συμβάσεων. Ακόμα και το παραμικρό περιθώριο ελιγμού να υπήρχε, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα το είχαν ήδη αξιοποιήσει τα αστικά κόμματα που τώρα κυβερνούν και τα οποία έχουν κάθε λόγο να εκτονώσουν και με τέτοιους τρόπους την πίεση στο αστικό πολιτικό σύστημα.
Ο Δ. Παπαδημούλης κάπως πιο καθαρά αποκαλύπτει τι θα κάνει αυτή η κυβέρνηση όταν λέει: «Για να διεκδικήσουμε ρεαλιστικούς στόχους (...) Διαπραγμάτευση δεν έγινε (...) Δεν είναι επιλογή μας η επιστροφή της Ελλάδας σε μια περίκλειστη αντίληψη, όπου μόνοι μας θα λύσουμε όλα τα προβλήματα (...) Δεν είναι επιλογή μας η επιστροφή στη δραχμή (...) Καθήκον της αριστεράς, κι εμείς θα το επιδιώξουμε, είναι η κατάθεση ρεαλιστικού, κοστολογημένου προγράμματος για τα επόμενα 5 χρόνια που θα απαιτεί θυσίες, θα έχει δυσκολίες για την ανασύνταξη αυτού του τόπου».
Τα ρεαλιστικά και κοστολογημένα προγράμματα είναι αυτά ακριβώς που συνομολογεί η ελληνική κυβέρνηση με την ΕΕ, με το ΔΝΤ και πάει λέγοντας, προγράμματα που περιέχουν μέτρα και απαιτούν θυσίες, όπως το θέτει ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ.
Οσες θυσίες όμως κι αν κάνει ο λαός ο καπιταλισμός δεν εξευμενίζεται, δεν «χορταίνει» την πείνα του για κέρδη. Αυτές οι θυσίες είναι δίχως αντίκρισμα για τον λαό. Στον αντίποδα οι θυσίες του αγώνα για ανατροπή της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των αστών θα αποδώσουν στον λαό και στα παιδιά του μια εργατική λαϊκή εξουσία, που στο κέντρο της θα έχει τις ανάγκες τους και την ικανοποίησή τους.

Βάσω ΝΙΕΡΡΗ



ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ
Μια ζωή αφιερωμένη στο παραδοσιακό τραγούδι
«Νιώθω ικανοποιημένη γιατί έδωσα όλον μου τον εαυτό και υπηρέτησα με ευσυνειδησία και χωρίς υποχωρήσεις ό,τι αγάπησα: Το παραδοσιακό τραγούδι», έλεγε η Δόμνα Σαμίου σε μια από τις συνεντεύξεις που μας είχε παραχωρήσει (25/12/1993), συμπυκνώνοντας σε μία φράση το νόημα μιας ολόκληρης ζωής, αφιερωμένης στην έρευνα, καταγραφή και διάδοση της μουσικής μας παράδοσης. Η Δόμνα Σαμίου έφυγε από τη ζωή (10/3), στα 84 χρόνια της, αφήνοντας πίσω της ένα σπουδαίο έργο. Η προσφορά της, φωτεινή και πολύτιμη, ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους και μάλιστα σε εποχές που καλλιεργούνται η λήθη και η φτήνια. Ακούραστη, επίμονη, απαιτητική η Δόμνα Σαμίου, με γνώση, αγάπη, μεράκι και αξιοζήλευτη δύναμη, αφιέρωσε τη ζωή της στο να διασώζει ακριβά ακούσματα του τόπου μας και να μας κάνει κοινωνούς της αλήθειας και της ομορφιάς τους. Οχι με όρους μουσειακής προσέγγισης αλλά αντιμετωπίζοντας αυτό το μουσικό θησαυρό ως σάρκα από τη σάρκα του λαού μας.
Ενα μαγνητόφωνο και πολύ μεράκι
Η Δόμνα Σαμίου ήταν βέρα Μικρασιάτισσα, προσφυγοπούλα. Είχε τραγουδήσει όμως τη χαρά σαν Στερεοελλαδίτισσα, τον καημό σαν Ηπειρώτισσα, τη λεβεντιά σαν Κρητικιά, τη θάλασσα σαν νησιώτισσα. Η φωνή της επί δεκαετίες ταξίδευε από τον Πόντο στην Κύπρο και από εκεί σε κάθε γωνιά της Ελλάδας για να συναντήσει μελωδίες και στίχους, για να προσφέρει αυθεντικά ακούσματα της μουσικής μας παράδοσης. Τραγούδια - καθρέφτες της ζωής και της ψυχής του λαού μας, δημιουργίες διαχρονικές που φέρουν τη σφραγίδα κάθε περιοχής, την ιδιομορφία της γλώσσας και των ρυθμών της, τα ιδιαίτερα ήθη και έθιμά της.
Από το «Μουσικό Οδοιπορικό» - Διδυμότειχο, Σουφλί
Με όπλα της ένα μαγνητόφωνο και πολύ μεράκι, από τη δεκαετία του '60 «όργωσε» την Ελλάδα για να συλλέξει πολύτιμο υλικό. Να συναντήσει και να διδαχτεί από ηλικιωμένους ανθρώπους, της γης και της θάλασσας, τραγούδια αυθεντικά, μαρτυρίες της κάθε περιοχής. Και όταν ερχόταν η σειρά της ίδιας πλέον να το παρουσιάσει σε πλατύτερο κοινό, εκείνο που την απασχολούσε ήταν «να προσπαθώ να το αποδώσω όσο πιο πιστά, από όποιο μέρος της Ελλάδας κι αν είναι».
Η πολύχρονη προσπάθεια, έρευνα και εμπειρία της της έδιναν τη δυνατότητα να μπαίνει στο πετσί τραγουδιών από διαφορετικές περιοχές, να μιμείται το ύφος τους. Εκατοντάδες τα τραγούδια που είχε ερμηνεύσει. Υπερπολλαπλάσιο, τεράστιο ήταν το υλικό που είχε συλλέξει η ίδια από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Τόσο που το πέρασμα του χρόνου την έκανε να τρομάζει και να εξομολογείται: «Και μια ζωή να είχα ακόμη και πάλι δεν θα μου έφτανε για να τραγουδήσω το υλικό που έχω συλλέξει. Εκείνο που θέλω είναι ν' αφήσω πίσω μου όσο το δυνατόν περισσότερο καταγραμμένο σε δίσκους».
Δημιουργική πορεία
Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτώβρη 1928 στην Καισαριανή. Οι γονείς της ήταν Μικρασιάτες πρόσφυγες από το Μπαϊντίρι, χωριό της περιοχής της Σμύρνης. H μητέρα της ήρθε στην Ελλάδα το 1922, ο πατέρας της, αιχμάλωτος στρατιώτης, λίγο αργότερα, με την Ανταλλαγή. Εζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στις απάνθρωπες αλλά παράλληλα πολύ ανθρώπινες και αλληλέγγυες συνθήκες της προσφυγιάς, κι εκεί απέκτησε τα λαϊκά ερείσματα της προσωπικότητάς της. Στο περιβάλλον αυτό είχε τα πρώτα μουσικά της ακούσματα, απ' τα οποία και πήγασε η αγάπη της για την παραδοσιακή μουσική. Οι μνήμες της από αυτά τα χρόνια, από το τοπίο της παράγκας και του πισσόχαρτου, της φτώχειας μα και της αλληλεγγύης έμειναν πάντα ζωντανές μέσα της. Μικρό παιδί βγήκε στη βιοπάλη. Σε ηλικία 13 χρόνων έχει την πρώτη διδακτική επαφή με τη βυζαντινή και τη δημοτική μουσική αλλά και με τη λογική της επιτόπιας έρευνας, μαθητεύοντας κοντά στον Σίμωνα Καρά, στο «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής», ενώ παράλληλα φοιτά στο νυχτερινό Γυμνάσιο. Ως μέλος της χορωδίας του Σίμωνα Καρά αρχίζει η σχέση της και με το Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), όπου αργότερα, το 1954, προσλαμβάνεται στο Τμήμα Εθνικής Μουσικής. Από τη θέση αυτή γνωρίζει τους σημαντικότερους λαϊκούς μουσικούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη της εσωτερικής μετανάστευσης συρρέουν στην Αθήνα απ' όλες τις περιοχές της Ελλάδας, και τους οποίους το συγκεκριμένο Τμήμα ηχογραφεί για τις εκπομπές του. Ετσι, η Δόμνα Σαμίου εξοικειώνεται με όλα τα τοπικά μουσικά ιδιώματα. Παράλληλα κάνει μουσική επιμέλεια σε εκδόσεις δίσκων, θεατρικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες. Το 1963 αρχίζει τα ταξίδια της στην επαρχία για επιτόπιες καταγραφές και συγκέντρωση μουσικού υλικού για το προσωπικό της αρχείο, με δικά της μηχανήματα.
Το 1971 παραιτείται από τη Ραδιοφωνία, λόγω παρεμβάσεων στη δουλειά της. Την ίδια χρονιά - σταθμό αποδέχεται την πρόσκληση του Διονύση Σαββόπουλου και πρωτοεμφανίζεται στο «Ροντέο», δίνοντας το στίγμα μιας αλλαγής στη σχέση των νέων με την παραδοσιακή μουσική. Τις σημαντικές αυτές εμφανίσεις ακολουθεί η συμμετοχή στο Φεστιβάλ Μπαχ στο Λονδίνο. Η λαμπρή καλλιτεχνική καριέρα της έχει ξεκινήσει. «Πέρασε η ντροπή που είχαν για το δημοτικό τραγούδι», δήλωνε η ίδια. Το 1974 αρχίζει η συνεργασία με την «Columbia» και οι αλλεπάλληλες εκδόσεις LP. Το 1976-77 με σκηνοθέτες τον Φώτο Λαμπρινό και τον Ανδρέα Θωμόπουλο γυρίζουν στην ελληνική επαρχία είκοσι επεισόδια για την εκπομπή της ΕΡΤ «Μουσικό οδοιπορικό».
Το 1981 ιδρύεται ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής «Δόμνα Σαμίου» με σκοπό τη διάσωση και προβολή της παραδοσιακής μουσικής και κυρίως την έκδοση δίσκων και τη διοργάνωση εκδηλώσεων με αυστηρές επιστημονικές και ποιοτικές προδιαγραφές, μακριά από τις απαιτήσεις των εμπορικών εταιρειών. Το έργο της ξεπερνά πια τα ελληνικά σύνορα. Εκδίδονται δίσκοι της στη Γαλλία και τη Σουηδία. Επί σαράντα περίπου χρόνια πραγματοποιεί σειρά συναυλιών από την Αυστραλία μέχρι τη Νότια Αμερική, ενώ αναρίθμητες είναι οι συναυλιακές εμφανίσεις της στο εσωτερικό. Για τις ποικίλες δραστηριότητές της συνεργάζεται με καταξιωμένους Ελληνες και ξένους μουσικούς, μουσικολόγους, λαογράφους, εθνομουσικολόγους αλλά και διδάσκει, μυεί και αναδεικνύει πρωτόβγαλτους νέους καλλιτέχνες. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε όλες τις δισκογραφικές δουλειές της, εκτός από εξαίρετους επαγγελματίες μουσικούς και ερμηνευτές - συνεργάτες της, τραγουδούσαν παιδιά, γυναίκες και άντρες, κάτοικοι των περιοχών όπου είχε καταγράψει τα συγκεκριμένα έθιμα και τα τραγούδια. Από το 1994 έδινε μαθήματα δημοτικού τραγουδιού για ενήλικες στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων της Αθήνας. Για την προσφορά της τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, με αποκορύφωμα την απονομή μεταλλίου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το 2005.
Θησαυρός «κλεισμένος σε ντουλάπια»
Πάμπολλες ήταν επίσης οι πρωτοβουλίες της και έμπρακτη και ανιδιοτελής η προσφορά της σχετικά με τη βελτίωση της μουσικής εκπαίδευσης των παιδιών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, αίτημα παιδαγωγικά πρωταρχικό και επιτακτικό κατά την ίδια.
«Το κράτος δεν φρόντισε να δημιουργήσει σχολές, ώστε τα παιδιά να μαθαίνουν παραδοσιακά όργανα και τραγούδι», μας έλεγε η Δ. Σαμίου. «Να βάλει την παραδοσιακή μουσική μέσα στα σχολεία, από το νηπιαγωγείο ακόμη, ώστε τα παιδιά να έχουν επαφή με αυτήν. Να δημιουργήσει αρχεία παραδοσιακών τραγουδιών για να τα διασώσει. Ψιχία διαθέτουν γι' αυτό το είδος της μουσικής. Εγώ επανειλημμένα έχω ζητήσει από το ΥΠΠΟ οικονομική βοήθεια για να βγάλω σε δίσκους το τεράστιο υλικό που έχω μαζέψει σ' όλη μου τη ζωή. Και το οποίο είναι κλεισμένο σε ντουλάπια»...
Μέχρι τέλους συνέχιζε να πασχίζει για να βγάλει στο φως πολύτιμα κομμάτια από το τεράστιο υλικό που είχε συλλέξει. «Θέλουμε να υπάρξει συνέχεια σε αυτή την προσπάθειά μας, γιατί και διάθεση υπάρχει μεγάλη και ιδέες πολλές και μουσικό υλικό πάρα πολύ», έλεγε στον «Ρ» (1998), με αφορμή την έκδοση των «Πασχαλιάτικων». «Αλλά για να πραγματοποιηθούν, θέλουν και οικονομική στήριξη. Στα 17 χρόνια του συλλόγου μου, έβγαλα μόνο 5 παραγωγές. Καταλαβαίνεις τι ζημιά είναι αυτή. Θα έπρεπε να είχα βγάλει 105 όλα αυτά τα χρόνια. Η σκέψη και ο στόχος μας είναι αυτά τα τραγούδια που υπάρχουν να μη χαθούν. Να καταγραφούν, γιατί είναι άγνωστα τραγούδια. Πρέπει να τα σώσουμε και να τα δώσουμε παρακαταθήκη στους νέους. Από εμάς περιμένουν να προμηθευτούν μουσικό υλικό για να πάνε παραπέρα. Αν φύγουν οι παλιότεροι, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα. Εμένα αυτός είναι πάντα ο στόχος μου. Να σώσω τα τραγούδια της λαϊκής μας παράδοσης και να τα διαδώσω. Οσο για το κράτος; Είδες ποτέ να κάνει κάτι γι' αυτό;».

ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΙΔΡΩΤΑ ΜΑΣ - Το νέο τραγούδι του συνθέτη ΣΠ. ΣΑΜΟΪΛΗ



wikileaks ΚΚΕ VIDEO


ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ιδια γευση VIDEO


Δες τι έλεγε και τι λέει το ΚΚΕ


Κριση 2009-2011 ΚΚΕ VIDEO


TOP READ