20 Ιουλ 2012

Τα ξερά βύσσινα


Τα ξερά βύσσινα


Παπαγεωργίου Βασίλης





Ο άγριος χειμώνας του '41-'42. Κατοχή, τρόμος, πείνα, απλυσιά. Νεκρώσανε οι δρόμοι. Νέκρωσε η αγορά. Χάθηκε η επικοινωνία. Ο θάνατος σέρνεται σαν ένα εφιαλτικό ερπετό στις παγωμένες αυλές, στους άδειους δρόμους, στους έρημους σταθμούς. Τα σχολειά κλειδομαντάλωσαν. Τα βιβλία κλείσανε και γίνανε προσάναμμα σε φευγαλέα φωτιά. Το παιχνίδι χάθηκε κάτω από την ανημπόρια της παιδικής αδυναμίας.




Τώρα κυκλοφορούμε με το τενεκάκι στο χέρι και τ' άπλυτο κουτάλι στη συρμάτινη βρακοζώνη. Τώρα κυκλοφορούμε με την ξεχειλωμένη κάλτσα στο κουρεμένο μας κεφάλι και τη λινάτσα στα ποδάρια. Δεν τρέχουμε, δεν κυνηγάμε τα τραμ. Δεν καυγαδίζουμε. Περνάμε την ώρα μας στην ουρά περιμένοντας το συσσίτιο. Δε μιλάμε, δεν αντιδικούμε, δεν έχουμε κουράγιο. Μόνο περιμένουμε. Με μια ευχή να φτάσει λίγο ζουμί ως εμάς. Λίγος χυλός από μπομπότα. Πέντε φασόλια σε μια κουταλιά νερόβραστο ζουμί. Λίγο πλιγούρι.


Ενα πράγμα μόνο έχει σημασία για μας. Μήπως λίγο και καταφέρουμε να χορτάσουμε. Μήπως και λίγο γεμίσει τ' αντεράκι με φουσκωμένο αγέρα! Αρπαζόμαστε από τα ξεραμένα χορτάρια, την τσουκνίδα, τη μολόχα, τ' αγριόχορτο.


Ξεθάβουμε ρίζες με τα νύχια, με τα δόντια, μ' ό,τι βρούμε, για μια παραπούλα, για ένα κοτσάνι, για ένα φύλλο από ρεπάνι. Χωνόμαστε στα σκουπίδια και σκαλίζουμε για μια φλούδα από πατάτα ή πορτοκάλι.


Η πείνα όλο και αυγατίζει, η πείνα γεννοβολά την πείνα. Λιανίζει τα πόδια και πρήζει την κοιλιά. Βαθαίνει τη σάρκα στα εξογκωμένα κόκαλα. Βγάζει ένα παχύ χνούδι στο κιτρινισμένο δέρμα, γιομίζει με ρυτίδες και σχισίματα το πρόσωπο και κάνει γέρο εκατό χρονών ένα αγόρι στα επτά του.


***


Μέσα σ' αυτήν την κοσμοχαλασιά, της πείνας, της τρομοκρατίας και της ανημπόριας, η Μάνα μάς έπαιρνε από το χέρι, εμένα και τη μικρή μου αδελφή, την Αλεξάνδρα, και τραβούσαμε με τα πόδια από του Χαροκόπου στον Κοπανά (σημερινό Βύρωνα) να πάμε στην αδελφή της, τη θεία Σταυρούλα και τη μάνα της, τη γιαγιά Αλεξάνδρα. Πήγαινε κατά κει η Μάνα να πει τον πόνο και τον καημό της και μια μικρή μικρή ελπίδα μήπως μας τραπεζώσουνε ή εξοικονομήσουμε κάτι για φαγητό, κάτι να βάλουμε στο στόμα μας.


Εκείνοι τη βολεύανε καλύτερα. Ο θείος Χαράλαμπος - ο αδελφός της Μάνας - δούλευε στους Γερμανούς στο Χασάνι και πολλές φορές έφερνε από αποφάγια κομμάτια κουραμάνας κι άλλα μαγειρέματα. Ο θείος Κώστας (ο άντρας της θείας Σταυρούλας) ήτανε στην Τροχαία και όλο και κάτι κουβαλούσε. ΄Η του στέλνανε από το χωριό τραχανά και χυλοπίτες.


Βρήκε την ευκαιρία κάποιας γιορτής η Μάνα και μας κουβάλησε από το πρωί στη γιαγιά μήπως συμβεί το τυχερό.


Η γιαγιά μόλις μας είδε κατέβασε τα μούτρα. Μήτε να μας καλωσορίσει μήτε να μας χαϊδέψει. Σαν να 'χε μέσα της θυμό.


Πέρασε πολλή ώρα και δεν έλεγε να μας κεράσει, ούτε για να πει για τα μάτια τίποτα. Μας έκοβε μια πείνα που δε λεγότανε.


Σε λίγο η μάνα και η γιαγιά βγήκαν από την κάμαρα και πήγανε στο διπλανό που έμενε η θεία Σταυρούλα να τα πούνε.


Η Αλεξάνδρα κι εγώ μείναμε μόνοι μέσα στην κάμαρη, όταν άρχισε το έργο του ψαξίματος, μήπως και βρούμε τίποτα φαγώσιμο. Ψάχνουμε στα ράφια, στα ντουλάπια, στο φανάρι. Σκαλίζουμε τα μαχαιροπίρουνα και την πιατοθήκη. Τίποτα. Υστερα, επιστρατεύοντας το ένστικτό μας, ψάχνουμε κάτω από τα κρεβάτια και ω..! του μεγάλου θαύματος, ανακαλύπτουμε το «θησαυρό», ένα πανεράκι με ξερά βύσσινα. Βαθυκόκκινα και ζαρωμένα σαν ελιές θρούμπες, όπως κι έτσι τις νομίζαμε. Δεν πολυπανηγυρίσαμε. Είπαμε να πάρουμε από μια ελιά να γευτούμε στη μεγάλη μας πείνα την αλμυροπικράδα της. Μα αυτό που βάλαμε στο στόμα μας δεν είχε τη γεύση της ελιάς, αλλά μια θεία αρωματική γλυκόξινη γεύση που αναστάτωσε τις αισθήσεις και που μας άνοιγε την επιθυμία να τις καταβροχθίσουμε όλες. Τώρα πανηγυρίσαμε. Είπαμε να πάρουμε από ένα ακόμη κι ύστερα πάλι από ένα ακόμη, Τις κάναμε να... κι αδειάσαμε το πανεράκι.


Η γιαγιά όμως όταν ήρθε σαν κάτι να ψυλλιάστηκε, μια και μας είδε ζαρωμένα και φοβισμένα στη γωνιά κι αμέσως κοίταξε κάτω από το κρεβάτι..!


Ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε!


Τραβολογιότανε και σκουπιζότανε με τη μαύρη της μαντίλα.


«Α... γιου Μαυρομοίρικα πανάθεμά σας. Η ώρα και η στιγμή. Κακό χρόνο να μην έχετε... Πανάθεμά σας. Τα είχα για γλυκό και τίποτα δε μου αφήσατε».


Στρίγκλιζε και κοκκίνισε από το κακό της. Τα 'βαλε με τη μάνα πως μας έχει κακομαθημένα, με τον αχαΐρευτο τον πατέρα μας, τον ντεμπελχανά που δε δουλεύει και μας έχει ψόφια στην πείνα, φτωχά και ρημαδιασμένα..!


Η Μάνα πικράθηκε. Είδα ένα δάκρυ να κυλά στο χλωμό της πρόσωπο. Δεν είπε τίποτα απολύτως. Μήτε μια κουβέντα παράπονου, μήτε και μας μάλωσε για ό,τι κάναμε.


Μόνο μας πήρε και φύγαμε. Από το ένα χέρι εμένα, από το άλλο την Αλεξάνδρα κι ότι είχε αρχίσει να ψιλοχιονίζει.


Εκανε τρεις μήνες να ξαναπάει...


Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ

Η ανίατη ασθένεια του καπιταλισμού


Η ανίατη ασθένεια του καπιταλισμού 






Τ
α δραματικά, για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, γεγονότα της Αργεντινής, μπορεί να απεικονίζουν, από την άποψη των στοιχείων που έρχονται στην επικαιρότητα, τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο λαός αυτής της χώρας, αλλά με μια ματιά που αντανακλά το φαινόμενο αυτής της πραγματικότητας, χωρίς την πραγματική της ουσία. Γιατί, βεβαίως, ο προβληματισμός ο οποίος ως τώρα έχει κατά κόρον αναδειχτεί από τα αστικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, από αστούς οικονομολόγους πολιτικούς, κοινωνιολόγους δημοσιολόγους κλπ, δεν μπορεί και δε θέλει να μπει στην ουσία του προβλήματος, που είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός, οι αναπόφευκτες εσωτερικές αντιφάσεις του που θεμελιώνονται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τη δράση του νόμου του κέρδους. Ετσι όλες οι ερμηνείες για την κατάσταση της καπιταλιστικής οικονομίας στην Αργεντινή, αποδίδονται στη μορφή διαχείρισης, (άκρατος νεοφιλελευθερισμός), που ακόμη και οι πλέον άκρατοι θιασώτες της, όπως π.χ. ο Α.Ανδριανόπουλος, μπροστά στο φαινόμενο της εξέγερσης των λαϊκών μαζών, αναφωνεί σε άρθρο του σε απογευματινή εφημερίδα ότι η Αργεντινή απέδειξε την αναγκαιότητα καταδίκης αυτής της πολιτικής διαχείρισης, και της αποφυγής εφαρμογής της σε άλλες χώρες. Λιγότερο νεοφιλελευθερισμό, λοιπόν, αυτή είναι η συνταγή. Βεβαίως, και οι όψιμοι οπαδοί του Κέινς τα ίδια λένε με άλλη υπόδειξη. Οτι η πολιτική διαχείρισης για την ανάπτυξη της οικονομίας, πρέπει να παίρνει υπ' όψιν και τις λαϊκές ανάγκες, προκειμένου να μην φτάνουμε σε γεγονότα σαν αυτά της Αργεντινής. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, μιλούν για πολιτική, ως το μέσο αποφυγής μιας πραγματικότητας η οποία είναι αναπόφευκτη, ανεξάρτητα από τη μορφή της πολιτικής διαχείρισης, επειδή ακριβώς πρέπει να συγκαλύψουν την ουσία. Η οποία βεβαίως έχει σχέση με την πολιτική, αλλά αυτή θεμελιώνεται στον ταξικό χαρακτήρα της οικονομίας και στο γεγονός ότι οι οικονομικές κρίσεις, αυτή είναι η ουσία, ακόμη και όταν η οξύτητά τους δε φτάνει ως τα φαινόμενα της Αργεντινής, ακόμη και όταν οι συνέπειές τους, που έτσι ή αλλιώς μετακυλίονται στις λαϊκές μάζες, γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστούν στα πλαίσια του καπιταλισμού με κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις που απαιτούν την ανίχνευση της κατάλληλης γι' αυτό το σκοπό πολιτικής διαχείρισης, είναι αναπόφευκτες, επαναλαμβάνονται,




Τ
ι είναι, όμως, η οικονομική κρίση; Με συντομία μπορούμε να απαντήσουμε η δυσκολία, ή πιο σωστά, η αδυναμία συνέχισης της διευρυμένης αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου σε μια χώρα. Πού οφείλεται όμως η οικονομική κρίση; Στο γεγονός ότι η κοινωνική παραγωγή, τα εμπορεύματα δηλαδή δεν μπορούν, σ' ένα μέρος τους ή το μεγαλύτερο μέρος τους να πραγματοποιηθούν, να πουληθούν, δηλαδή για να μετατραπούν σε κεφάλαιο. Και αυτό οφείλεται στην αδυναμία των λαϊκών μαζών να απορροφήσουν την κοινωνική παραγωγή, να αγοράσουν εμπορεύματα. Αυτή η αδυναμία έχει σχέση με διάφορους παράγοντες που εκφράζονται, σε τελευταία ανάλυση, στο γεγονός ότι οι καπιταλιστές παράγουν με στόχο να αυξάνουν τη μάζα και το ποσοστό των κερδών τους, άρα αυξάνουν και τις διαστάσεις της παραγωγής, προκειμένου να αυξάνονται οι διαστάσεις του κεφαλαίου. Αυτή η διαδικασία εντείνεται με την όξυνση του ανταγωνισμού. Ταυτόχρονα, όμως, δρα και ο νόμος της τάσης να πέφτει το ποσοστό του κέρδους, γεγονός που απαιτεί αντιμετώπιση. Και δεν υπάρχει άλλο μέσο από τη σε τελευταία ανάλυση ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.




Αυτή μπορεί να επιτυγχάνεται με την αύξηση της παραγωγικότητας, που απαιτεί την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή λιγότερο μεταβλητό κεφάλαιο σε σχέση με το σταθερό, που σημαίνει λιγότερη εργατική δύναμη στην παραγωγή. Για παράδειγμα τα νέα μέσα εργασίας μπορούν να παράγουν μεγαλύτερη μάζα εμπορευμάτων με λιγότερα εργατικά χέρια. Αλλά, αυτό επίσης αυξάνει την ανεργία. Ενταση εκμετάλλευσης επιτυγχάνεται και με την εντατικοποίηση της εργασίας, με την πτώση της τιμής της εργατικής δύναμης, ή με την αύξηση της ημερήσιας διάρκειας του εργάσιμου χρόνου.


Τ
ο ότι οι καπιταλιστές επιδιώκουν να παράγουν περισσότερα εμπορεύματα απ' όσα μπορεί να απορροφήσει η κοινωνία στο σύνολό της οφείλεται στην τάση να αυξήσουν τα κέρδη τους. Δεν είναι, όμως, σε θέση να γνωρίζουν τη δυνατότητα πραγματοποίησής τους στην κοινωνία, δηλαδή στο αν μπορούν να πουληθούν, σε μια δοσμένη φάση. Η αδυναμία πραγματοποίησης των εμπορευμάτων, να αγοράζονται δηλαδή από την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αυξάνεται, λόγω έντασης της εκμετάλλευσης. Στην πράξη κυρίως υπάρχει συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων. Αυτή η διαδικασία, σύμφυτη με τον καπιταλισμό, οφείλεται στο γεγονός ότι η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά η ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της καπιταλιστική, η παραγωγή ανήκει στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, που πρέπει να πουλήσουν τα εμπορεύματα, για να ξαναγίνουν κεφάλαιο σε μεγαλύτερες διαστάσεις. Οταν δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, να πουληθούν δηλαδή τα εμπορεύματα, το κεφάλαιο δεν μπορεί να αναπαράγεται. Ετσι έχουμε εκδήλωση της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού.




Οι καπιταλιστές την ανάπτυξη τη μετρούν ακριβώς με την αύξηση των διαστάσεων του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Αλλά ακόμη και όταν εμφανίζεται τέτοια αύξηση, δε σημαίνει ότι υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης της ανάπτυξης, αφού μπορεί να παράγονται περισσότερα εμπορεύματα, να αυξάνεται η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών, αλλά να μην μπορούν να πραγματοποιηθούν. Ετσι όταν υπάρχει αύξηση των επενδύσεων, ή ακόμη και αύξηση του χρηματικού κεφαλαίου στην οποιαδήποτε μορφή του, (χρήμα, ή μετοχές), στο όνομα της μελλοντικής πραγματοποίησης κερδών από την πούληση εμπορευμάτων, δε σημαίνει ότι αυτή θα πραγματοποιείται συνεχώς, αφού προαπαιτεί τη δυνατότητα της κοινωνίας, να πραγματοποιεί τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες. Γι' αυτό και η ουσία του προβλήματος δεν είναι στη μορφή διαχείρισης, δηλαδή στην πολιτική και το πόσο νεοφιλελεύθερη, ή όχι είναι, αλλά στο γεγονός ότι το κυνήγι του κέρδους οδηγεί στην υπερπαραγωγή που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Γιατί ο καπιταλιστής δεν παράγει για να ικανοποιήσει ανάγκες της κοινωνίας, αλλά για να αποκομίσει κέρδη.


Π
ώς ξέσπασε λοιπόν η κρίση στη δεύτερη μεγαλύτερη καπιταλιστική οικονομία της Λατινικής Αμερικής, μια χώρα με φυσικούς πόρους ανυπολόγιστης αξίας, μεγάλη βιομηχανική ανάπτυξη και με ένα από τα πιο αξιόλογα εργατικά δυναμικά στον κόσμο; Η νομισματική πολιτική της κυβέρνησης Μένεμ με υπόδειξη του ΔΝΤ το 1991, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης που εμφανίστηκε το 1989, ήταν το «κλείδωμα» του εθνικού νομίσματος σε μια σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, ένα προς ένα, με το δολάριο. Τότε η πολιτική αυτή είχε στόχο τη μείωση του πληθωρισμού. Συνοδευόταν με δάνεια και μέτρα από το ΔΝΤ για την «τόνωση της ανάπτυξης». Μέτρα όπως ιδιωτικοποιήσεις, απελευθέρωση των χρηματιστηριακών αγορών, διευκόλυνση των ξένων επενδυτών να εισδύσουν. Η ανάπτυξη έφθανε από το 1991 ως το 1994 στο 7,7% και τότε έγινε λόγος για ένα «λατινοαμερικάνικο θαύμα».




Αλλά δεν κράτησε για πολύ, αφού αυτό συνοδευόταν από ένταση της εκμετάλλευσης και αυξανόμενη αδυναμία των λαϊκών μαζών να ικανοποιούν τις ανάγκες τους, λόγω έντασης της πολιτικής λιτότητας. Ο μακρόχρονος δανεισμός συσσώρευε τόκους, γεγονός που απαιτούσε μέτρα αντιμετώπισής του, δηλαδή περικοπή «κοινωνικών δαπανών». Οι εξαγωγές λιγόστευαν λόγω ακριβώς του «ισχυρού νομίσματος», (εδώ η δράση του ανταγωνισμού είναι καθοριστική), που η ισχυροποίησή του ήταν μέσο για την είσοδο κεφαλαίων. Οι «διεθνείς επενδυτές» τράβηξαν πίσω κεφάλαια, ακριβώς γιατί και η εσωτερική αγορά ήταν αδύνατη αλλά και οι εξαγωγές μειώνονταν. Ετσι εμφανίστηκε και αδυναμία ρευστότητας. Αυτή η πραγματικότητα σημαίνει και αδυναμία πραγματοποίησης κερδών, και αδυναμία αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή αδυναμία καπιταλιστικής ανάπτυξης, άρα οικονομική κρίση.


Η κρίση υπάρχει σχεδόν τέσσερα χρόνια. Οι συνέπειες της; Η πτώση της ανάπτυξης οδήγησε σε κύμα των απολύσεων που έφτασε την ανεργία σχεδόν στο 30% μαζί με τους υποαπασχολούμενους. Το ποσοστό της φτώχειας έφτασε στα επίπεδα της δεκαετίας του 1930, με το 30% του πληθυσμού να ζει με 4 δολάρια τη μέρα και άλλους 2.000 να προστίθενται στις μάζες των εξαθλιωμένων κάθε μέρα. Η απόφαση της κυβέρνησης το Σεπτέμβρη, να προχωρήσει σε μείωση 13% των μισθών και των συντάξεων και να χρησιμοποιήσει τα αποθεματικά των συνταξιοδοτικών ταμείων, για να αποπληρώσει δόσεις δανείων, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.


Το ερώτημα αν με άλλη πολιτική διαχείρισης δε θα εμφανίζονταν η κρίση είναι ουτοπικό, αφού θα σήμαινε μέρος της όποιας αύξησης των κερδών να μη μετατραπεί σε κεφάλαιο αλλά να δοθεί ως εισόδημα στις λαϊκές μάζες, αλλά αυτή η διαδικασία δημιουργεί αδυναμία της καπιταλιστικής οικονομίας να αντεπεξέλθει στο διεθνή ανταγωνισμό. Αυτός ο «φαύλος» κύκλος αναδεικνύει την αναγκαιότητα αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό.

Ενα όπλο κατά της σοσιαλιστικής προοπτικής


Ενα όπλο κατά της σοσιαλιστικής προοπτικής





Ε
ίναι γεγονός ότι ο όρος «διάλογος» έχει προσλάβει διαστάσεις πρωταρχικής σημασίας στο κοινωνικοπολιτικό λεξιλόγιο της κυβέρνησης, των αστικών κομμάτων, αλλά και των άλλων κομμάτων που η δράση τους δεν ξεπερνά τα πλαίσια του συστήματος. Δεν είναι βεβαίως μόνο προπαγανδιστικό τρικ, αν και υπάρχουν περιπτώσεις που η χρησιμοποίησή του αναλώνεται στα όρια της προπαγάνδας χωρίς πρακτική αξία. Το φαινόμενο όμως δεν έχει σχέση τόσο και μόνο με την προπαγάνδα, αν και η υποτίμηση της σημασίας της προπαγάνδας, γενικά, γεννά προβλήματα που σχετίζονται με τα πρακτικά αποτελέσματα των επιδιώξεων των δυνάμεων που αντιμετωπίζουν από τη μια ή την άλλη σκοπιά το «διάλογο». Και λέμε από τη μια ή την άλλη σκοπιά, γιατί είναι γνωστό πλέον και από την πρακτική πείρα πως ο «διάλογος» θεωρείται ως ένας από τους μοχλούς επιβολής της κυρίαρχης πολιτικής και πάντως ως τακτική που στην όποια μορφή του συγκαλύπτει την πραγματική ουσία τόσο αυτού του ίδιου του «διαλόγου», όσο και των πραγματικών ταξικών συμφερόντων των πλευρών που τον διεξάγουν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό ζήτημα. Επομένως υπάρχουν δυο ζητήματα θεμελιακά ως προς το «διάλογο». Το ένα έχει σχέση με την ύπαρξη αντίθετων ταξικά συμφερόντων, στην οποία ανάγεται και η ουσία της ταξικής πάλης και το δεύτερο είναι η ιδεολογικοπολιτική διάσταση που προσδίδει η κυρίαρχη τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι ως προς το σκοπό του «διαλόγου».




Σχετικά με το πρώτο, είναι γεγονός ότι οι αστοί θεωρητικοί, κοινωνιολόγοι, πολιτικοί κ.ά. υποστηρίζουν ότι η ταξική πάλη δεν είναι αποτέλεσμα των ολοκληρωτικά αντίθετων ταξικών συμφερόντων, αλλά αποτέλεσμα μη αμοιβαίας κατανόησης των τάξεων μεταξύ τους, είτε λόγω προσωρινής διαταραχής από τη μη κατανόηση των εξελίξεων και των αναγκών ολόκληρης της κοινωνίας, ή από την προσωρινή μη σωστή άσκηση πολιτικής, ή ακόμη και από τα κακώς εννοούμενα συμφέροντα ορισμένων κοινωνικών ομάδων, οι οποίες τα διεκδικούν σε βάρος της κοινωνίας. Αλλωστε, η αστική θεωρία, η αστική πολιτική και προπαγάνδα, δεν επιδιώκει απλά και μόνο να συσκοτίσει την ύπαρξη αντίθετων ταξικών συμφερόντων και την αντικειμενική τους βάση, τις αιτίες τους. Γι' αυτούς όλους τα ταξικά συμφέροντα της εκμεταλλεύτριας τάξης ανάγονται σε κοινωνικά συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας, δηλαδή και της εκμεταλλευόμενης τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Το παράδειγμα που επικεντρώνει την αιχμή της ιδεολογικοπολιτικής πάλης των αστικών κομμάτων, αλλά και των άλλων που αποδέχονται τα όρια του συστήματος, είναι ότι η ανάπτυξη της οικονομίας είναι υπόθεση όλων γιατί τους ωφελεί όλους. Δεν υπάρχουν αντίθετα ταξικά συμφέροντα; Οχι απαντούν όλοι αυτοί.


Π
οια είναι όμως η πραγματικότητα σε σχέση με τα ταξικά συμφέροντα; Ανακαλύπτοντας ο Μαρξ το «μυστικό» της καπιταλιστικής παραγωγής, το νόμο της υπεραξίας, κατέδειξε με επιστημονικό τρόπο την οικονομική βάση του ασυμβίβαστου ανταγωνισμού, ανάμεσα στην αστική και εργατική τάξη. 




Βεβαίως, ορισμένοι κοινωνιολόγοι, άλλοι θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι τα ταξικά συμφέροντα καθορίζονται από το επίπεδο της συνείδησης της δοσμένης τάξης. Αυτή η άποψη είναι πέρα για πέρα λαθεμένη. Αλλο ζήτημα είναι τα αντικειμενικά ταξικά συμφέροντα και διαφορετικό το επίπεδο συνειδητοποίησής τους. Για παράδειγμα, η εργατική τάξη μιας καπιταλιστικής χώρας μπορεί να μην έχει συνειδητοποιήσει τα γενικά, τα θεμελιακά της συμφέροντα, που συνίστανται, σε τελευταία ανάλυση, στην κατάργηση της αιτίας της εκμετάλλευσης, η οποία βρίσκεται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής από τους καπιταλιστές. Ετσι, για μια περίοδο η πάλη της μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένα άμεσα επιμέρους ζητήματα, όπως η βελτίωση των όρων πώλησης της εργατικής της δύναμης, η βελτίωση των όρων ζωής της, του βιοτικού επιπέδου. Αυτό δε σημαίνει ότι αυτά είναι τα ταξικά της συμφέροντα, τα οποία υπάρχουν αντικειμενικά και οφείλονται στη θέση της στο δοσμένο ιστορικά σύστημα παραγωγής, ως τάξη που την εκμεταλλεύονται, γιατί στερείται ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Αντικειμενικά, λοιπόν, τα ταξικά της συμφέροντα συνίστανται στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την εγκαθίδρυση κοινωνικής ιδιοκτησίας σ' αυτά, δηλαδή ιδιοκτησία ολόκληρης της κοινωνίας. Η εργατική τάξη ενδιαφέρεται αντικειμενικά για την κατάργηση του καπιταλισμού, σε αντίθεση με τους καπιταλιστές που ενδιαφέρονται για τη διαιώνισή του.


Ω
ς προς το δεύτερο ζήτημα, την ιδεολογικοπολιτική διάσταση και τους σκοπούς του «διαλόγου», επιδιώκεται τόσο η συγκάλυψη των αντίθετων ταξικών συμφερόντων, όσο και η συσκότιση των αντικειμενικών νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και μέσω αυτών των επιδιώξεων η παρεμπόδιση της ωρίμανσης της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων και της ανάπτυξης της ταξικής πάλης ως του κύριου που είναι η εξουσία. Ετσι, επιδιώκεται η προβολή και στήριξη της θεωρίας για τη συνεργασία των τάξεων και την ταξική ειρήνη, οι βασικές τάξεις αναγορεύονται κοινωνικοί εταίροι ή γενικά όλες οι τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα θεωρούνται ως κοινωνικοί εταίροι. Δηλαδή συνεταίροι που αντί να αντιπαρατίθενται ταξικά, πρέπει να συζητούν, «διάλογος» για τον κοινό σκοπό, μέσω του οποίου θα ικανοποιούνται τα συμφέροντα κάθε συνεταίρου! 




«Ο μαρξισμός, μας πρόσφερε το νήμα (μίτο), με τη βοήθεια του οποίου - μέσα απ' αυτόν το λαβύρινθο και το φαινομενικό χάος - θα ανακαλύψουμε και θα φέρουμε στο φως τους νόμους: Τη θεωρία της πάλης των τάξεων. Μόνο η μελέτη του συνόλου των βλέψεων, των επιδιώξεων όλων των μελών μιας κοινωνίας ή μιας ομάδας ατόμων μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε με επιστημονική ακρίβεια το αποτέλεσμα αυτών των βλέψεων. Συνεπώς, οι αντιφατικές βλέψεις γεννιούνται από τη διαφορά θέσης και τις συνθήκες ζωής των τάξεων, από τις οποίες απαρτίζεται κάθε κοινωνία».(«Λένιν: Μαρξ - Ενγκελς, Μαρξισμός»).


Η
 ιστορία όλων των κοινωνιών, αρχίζοντας από τη δουλοκτητική κοινωνία, είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Διάφορες αντιεπιστημονικές αστικές θεωρίες, αλλά και μικροαστικές οπορτουνιστικές προβάλλουν ότι η ταξική πάλη οδηγεί σε ανώφελες και επιζήμιες συγκρούσεις, ότι η επαναστατική πάλη του προλεταριάτου είναι αδιέξοδη, είναι ουτοπία. Μ' αυτές τις θεωρίες, η αστική τάξη επιδιώκει το σταμάτημα της ιστορικής εξέλιξης ως τον καπιταλισμό με τη διαιώνισή του. Αναπαλαιωμένες τέτοιες θεωρίες ενισχύθηκαν μετά την αντεπανάσταση στις χώρες που οικοδομούσαν το σοσιαλισμό, όπως το τέλος της ιστορίας, το τέλος των ιδεολογιών, αλλά και άλλες κοινωνικές θεωρίες, όπως της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, της κοινωνίας της γνώσης και της πληροφορίας κλπ., και επιδιώκουν να επιδράσουν στη συνείδηση της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, ότι μπορεί να υπάρξει άλλο κοινωνικό σύστημα, έξω από το σοσιαλισμό, που μπορεί να δημιουργεί συνθήκες ευημερίας για ολόκληρη την κοινωνία, ότι ο καπιταλισμός μετεξελίσσεται κιόλας σ' αυτό το σύστημα. Σ' αυτές τις θεωρίες, αφαιρούν το κύριο, που είναι οι σχέσεις παραγωγής, η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, προκειμένου να αποπροσανατολίσουν από το κύριο, την πάλη της εργατικής τάξης, δηλαδή την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας για να καταργηθεί η εκμετάλλευση.




Βεβαίως οι τάξεις, αλλά και η ταξική πάλη ως νομοτέλεια, δεν υπάρχουν, όπως και δεν εξαφανίζονται, γιατί αυτό υπάρχει ως ιδέα στα μυαλά ορισμένων απολογητών του καπιταλισμού. Οσο θα υπάρχει ο καπιταλισμός, οι αστοί και οι προλετάριοι, που διεξάγουν μια σκληρή ανειρήνευτη πάλη μεταξύ τους, θα εξακολουθούν να είναι ταυτόχρονα οικονομικά δεμένοι, σαν αναπόσπαστα μέρη της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και αυτή η πραγματικότητα θα υπάρχει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τη θέληση των αστών θεωρητικών. Και η ταξική πάλη, νομοτελειακά, θα οδηγήσει στη δικτατορία του προλεταριάτου, που είναι μόνο η αρχή για το πέρασμα στην αταξική κοινωνία, τον κομμουνισμό. Ετσι ο «διάλογος», μπορεί προσωρινά και λόγω συσχετισμού δυνάμεων να παρεμποδίζει τη συνειδητή ανάπτυξη της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης, αλλά δεν μπορεί να καταργήσει τη βάση της. Επομένως αργά ή γρήγορα με την πάλη της συνειδητής πολιτικά οργανωμένης πρωτοπορίας της, του Κόμματός της, η εργατική τάξη θα τον καταργήσει οριστικά.

Οι συνέπειες των «νέων τεχνολογιών» στην ταξική πάλη


Οι συνέπειες των «νέων τεχνολογιών» στην ταξική πάλη





Ο
ι «νέες τεχνολογίες» και τα συστήματα πληροφορικής, με δεδομένη τη χρήση τους από την αστική τάξη βρίσκουν εφαρμογές στους μοχλούς καταπίεσης της εργατικής τάξης. Επομένως επιδρούν και απ' αυτή τη σκοπιά στην κατάσταση της εργατικής τάξης. Ας δούμε με ποιο τρόπο.




Οι νέες τεχνολογίες συμβάλλουν αποφασιστικά στην ποιοτική και ποσοτική αναβάθμιση των μέσων της κατασταλτικής λειτουργίας του αστικού κράτους και της εργοδοσίας, έτσι που να ενισχύεται αποφασιστικά κάθε κατασταλτικός μηχανισμός. Από τις κάμερες παρακολούθησης και καταγραφής στους τόπους δουλιάς, έως το ηλεκτρονικό φακέλωμα και τη δυνατότητα συγκρότησης κεντρικών συστημάτων ηλεκτρονικής πληροφόρησης και παρακολούθησης. Η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες πρόσβασης σε ατομικά δεδομένα, ακόμα και στα πιο ευαίσθητα που αφορούν π.χ. την υγεία του εργαζομένου, ή τις πιο προσωπικές επιλογές στην ατομική ζωή. Ετσι μεγιστοποιείται η δυνατότητα γρήγορης αναγνώρισης των εργαζομένων μέσα από την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, επιδιώκοντας την ποικιλότροπη χειραγώγηση της κοινωνικοπολιτικής δράσης.


Ο
ρισμένα παραδείγματα είναι αποκαλυπτικά ως προς τη χρήση των συστημάτων πληροφορικής για τη γιγάντωση και την αποτελεσματική δράση της κρατικής καταστολής, ενάντια στην εργατική τάξη.




«Τα θέματα αυτά αποτέλεσαν πεδίο αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ και στην ΕΕ τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Χαρακτηριστική ήταν η στήριξη από τους Αμερικανούς Προέδρους Τζ. Μπους (πατέρας) και Μπ. Κλίντον της πρότασης της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας για τοποθέτηση σε κάθε προσωπικό υπολογιστή και τηλέφωνο του Κλίπερ Τσιπ, που θα έδινε τη δυνατότητα στο αμερικανικό κράτος να παρακολουθεί πιο εύκολα τις επικοινωνίες των πολιτών.Η πρόταση εγκαταλείφθηκε επίσημα στις 20/07/1994 με ανακοίνωση του αντιπροέδρου Α. Γκορ, λόγω της αντίδρασης του Ιδρύματος ΕΕF και ισχυρών αμερικανικών μονοπωλίων πληροφορικής. Τα μονοπώλια αυτά θεώρησαν ασύμφορη την προβλεπόμενη αύξηση της τιμής των προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών και φοβήθηκαν επίπτωση στις εξαγωγές τους, αφού τα κλειδιά της παρακολούθησης - αποκωδικοποίησης του Κλίπερ Τσιπ θα τα κρατούσε ουσιαστικά η αμερικανική κυβέρνηση.


Τον Οκτώβρη του '94 ψηφίστηκε νόμος στις ΗΠΑ που υποχρεώνει τις τηλεφωνικές εταιρίες, όταν εγκαθιστούν ψηφιακά τηλεφωνικά κέντρα, να τους προσθέτουν ειδικές «πόρτες» από τις οποίες μπορούν οι κυβερνητικοί πράκτορες να κάνουν τις παρακολουθήσεις τους...


Στη δεκαετία του '90, στην ΕΕ έγιναν σημαντικά βήματα για την πλήρη ενεργοποίηση ενός διακρατικού αρχείου παρακολούθησης των πολιτών. Στις 26/03/95 τέθηκε σε εφαρμογή η Συνθήκη του Σένγκεν, της οποίας διακηρυγμένος σκοπός είναι η ηλεκτρονική παρακολούθηση και πληροφόρηση των κρατικών υπηρεσιών για τις μετακινήσεις «υπόπτων» ατόμων και αντικειμένων, καθώς και η διασφάλιση διακρατικής αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας στον τομέα αυτό.


Η υλοποίηση της Συνθήκης έγινε με την αξιοποίηση από το αστικό κράτος των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων για δημιουργία Τραπεζών Δεδομένων και γρήγορη συγκεντρωτική αξιολόγηση και επεξεργασία των πληροφοριών. Σήμερα η ΕΕ διαθέτει ένα πανεποπτικό αυταρχικό σύστημα φακελώματος και παρέμβασης, το οποίο στηρίζεται στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και στα τμήματα ανταλλαγής πληροφοριών της ΕURΟΡΟL». (Μελέτη του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, (ΚΜΕ), «Προσεγγίσεις στην κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα», έκδοση «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 85-86).


Ε
να, επίσης, ζήτημα που αναδεικνύεται από τη χρήση των συστημάτων πληροφορικής είναι η δυνατότητα της πρόσβασης στο Δίκτυο και τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών. Μέσα από το δίκτυο μεταδίδονται και πνευματικά έργα (πρωτότυπες επιστημονικές εργασίες, κινηματογραφικά και μουσικά έργα, κλπ). Το μονοπωλιακό κεφάλαιο επιδιώκει, ώστε σταδιακά να αφαιρεθούν τα δικαιώματα αναπαραγωγής των δημιουργών αυτών των εργασιών ή των έργων και να τα οικειοποιηθεί το ίδιο.




Το πρόβλημα αυτό έχει σχέση με το ποιος πληροφορείται, τι πληροφορείται, ποιος ελέγχει τις πληροφορίες και πώς αξιοποιεί τα συστήματα πληροφόρησης. Πρόκειται για κρίσιμα ζητήματα που αφορούν το δικαίωμα πρόσβασης στο Δίκτυο, το δικαίωμα χρήσης πληροφοριών, το δικαίωμα αξιολόγησης και αποθήκευσης στις Τράπεζες Πληροφοριών του τμήματος της ανθρώπινης πνευματικής παραγωγής, που θα αποθηκευτεί και θα διασωθεί. Το γεγονός ότι η χρήση των συστημάτων πληροφορικής είναι καπιταλιστική, η τάξη στην ιδιοκτησία της οποίας βρίσκονται, έχει τη δυνατότητα να διοχετεύει τις πληροφορίες, που η ίδια θέλει και αυτό φυσικά εξαρτάται από τα δικά της συμφέροντα. Μπορεί δε να παρέχει μέσω αυτών των συστημάτων (Δίκτυο), αποσπασματική, χειραγωγημένη γνώση, γεγονός που επιδρά αρνητικά στις μορφωτικές ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού.


Ταυτόχρονα, μέσω της διαδικασίας της χρήσης των συστημάτων πληροφορικής αναδεικνύεται ο κίνδυνος μείωσης της κριτικής ικανότητας του εργαζομένου.


Αναφέρουμε στο ζήτημα αυτό ορισμένες παραμέτρους που αναδεικνύουν αυτό το μεγάλο πρόβλημα, από τη «Μελέτη του ΚΜΕ, (σελ.88-89) όπως:
 Τη σημερινή ταχύτητα και έκταση της «συζήτησης» του εργαζόμενου με το μέσο (Η/Υ) που μειώνει την ερευνητική συμπεριφορά του χειριστή απέναντι στην κατεύθυνση και στην οριοθέτηση της γνώσης που προσφέρεται.
 Το πλαίσιο εξατομίκευσης της εργασιακής διαδικασίας για δεκάδες τομείς στην παραγωγή που συμβάλλει στη μείωση της συλλογικότητας, της συζήτησης, της επικοινωνίας με τους άλλους εργαζόμενους.
 Την ευκολότερη επιβολή συγκεκριμένων πολιτιστικών στερεότυπων συμπεριφοράς με βάση τις επιλογές της άρχουσας τάξης μέσα από τη βιομηχανία του θεάματος και τα ΜΜΕ, τα οποία διαπλέκονται σταδιακά και με το ΙΝΤΕΡΝΕΤ.


«Αρκετές κριτικές εργασίες έχουν δημοσιευτεί τα τελευταία χρόνια για την επίδραση που έχει στη συνείδηση και στη γλώσσα του εργαζόμενου, ο σημερινός τρόπος αξιοποίησης του Η/Υ, στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος... Αναδεικνύεται ότι για τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων στις νέες τεχνολογίες το ζητούμενο στην παραγωγή είναι η συνεχής ανταπόκρισή τους σε ερωτήσεις τύπου "ναι ή όχι" (του δυαδικού Ο ή 1), η μετατροπή κάθε προβλήματος σε μια σειρά τέτοιων απλών ερωτημάτων και η σωστή ταξινόμησή τους για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Πρόκειται για έναν τρόπο εργασίας που δεν ενθαρρύνει τον ουσιαστικό προβληματισμό και την προσωπική σύνθεση του εργαζόμενου πάνω στα ζητήματα που εξετάζονται...


Ε
μφανίζεται, επίσης, μαζικά το λεγόμενο σύμπτωμα του «γλωσσικού περιορισμού» και της τυποποίησης των γλωσσικών μορφών άρθρωσης που παρατηρείται κυρίως στους νέους εργαζόμενους. Πρόκειται για κατηγορίες εργαζομένων που συνηθίζουν να αποδίδουν το σύνθετο και δυναμικό χαρακτήρα της πραγματικότητας, μέσα από την αναγωγή της σε απλές, στατικές απαντήσεις σε ερωτήσεις τύπου "ναι - όχι"». (στο ίδιο σελ. 89)




Ακόμη η εισαγωγή της πληροφορικής και η αυτοματοποίηση της παραγωγής συμβάλλουν αντικειμενικά στην άρση των όποιων υπολειμμάτων διαχωρισμού της εργασίας, με βάση τη μυϊκή δύναμη και τη βιολογική αναπαραγωγική λειτουργία. Το αποφασιστικό βήμα για την άρση αυτού του διαχωρισμού έγινε στις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης. Αυτό βεβαίως μπορεί να έχει συμβολή στην άρση του διαχωρισμού της εργασίας ανάλογα με το φύλο, άρα και στη φυλετική ανισοτιμία. Γεγονός το οποίο όμως δε συμβαίνει στον καπιταλισμό, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι τα αίτια της διπλής καταπίεσης της γυναίκας-εργαζόμενης είναι ταξικά.


Ορισμένες έρευνες στον τομέα αυτό είναι χαρακτηριστικές.


«α. Σε έρευνα για τους εργαζόμενους με Η/Υ στο δημόσιο τομέα βρέθηκε ότι το 90% των Αναλυτών - Προγραμματιστών είναι άνδρες, ενώ το 99% των Δακτυλογράφων - Καταχωρητών στοιχείων είναι γυναίκες.


β. Σε έρευνα του 1994 για τους μαθητές στην περιοχή της πρωτεύουσας που διαθέτουν προσωπικό Η/Υ τα αγόρια κατέλαβαν ποσοστό 72%.


γ. Σε έρευνα δεικτών ενδιαφέροντος και επίδοσης στην αξιοποίηση των Η/Υ τα κορίτσια υστερούν στην Ελλάδα κατά μέσο όρο 5,5%2». (στο ίδιο σελ.90)


Σ.Κ.

Μύθος, η κατάργηση του έθνους - κράτους λόγω «παγκοσμιοποίησης»


Μύθος, η κατάργηση του έθνους - κράτους λόγω «παγκοσμιοποίησης»






Κ
αταργείται το αστικό κράτος σε εθνικό επίπεδο, ή επιχειρείται να καταργηθεί. Είναι ένα από τα ζητήματα τα οποία προβάλλονται από αστούς οικονομολόγους, δημοσιολόγους, και πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν, ή αποδέχονται τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Και μάλιστα το αναδεικνύουν ως φαινόμενο το οποίο είναι και αυτό συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Ετσι καταλήγουν και στο ότι καταργείται η εθνική διάσταση της πολιτικής. Αυτό δεν επιχειρούν να το τεκμηριώσουν στην ολοένα και μεγαλύτερη αλληλοδιαπλοκή των οικονομιών των καπιταλιστικών κρατών, τάση η οποία βεβαίως είναι αντικειμενική, αλλά και στην αναγκαιότητα πολιτικής διαχείρισης αυτής της τάσης. Διαχείριση που συντελείται με τη χαλάρωση, ή την τάση κατάργησης μέσων προστατευτισμού των καπιταλιστικών οικονομιών, που μετουσιώνεται με τις διαβόητες ελευθερίες κίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και εργατικής δύναμης, ή προσώπων όπως λένε. Αυτές οι διαβόητες ελευθερίες είναι π.χ. το θεμέλιο δράσης του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου, όπως διατυπώνονται στη Συνθήκη Μάαστριχτ, που αποτελεί τη βάση της λειτουργίας της διακρατικής Ευρωπαϊκής Ενωσης.




Βεβαίως οι διακρατικές ρυθμίσεις δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Ούτε οι διακρατικοί ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, o ΟΟΣΑ. Το ίδιο και οι περιφερειακές Ενώσεις, όπως π.χ. η ΕΟΚ που εξελίχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ενωση, NAFTA, ASEAN κλπ. Επίσης δημιουργούνται στρατιωτικοπολιτικοί ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, π.χ. ΝΑΤΟ.


Το φαινόμενο αυτό έχει μπει στην πολιτική και στην οικονομική φιλολογία, αλλά και στην πολιτική γενικά, από τις αρχές του αιώνα, όταν ο καπιταλισμός πέρασε στο ανώτατο στάδιό του, στον ιμπεριαλισμό. Ως προοπτική, π.χ. το ζήτημα των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», είναι από τότε γνωστό. Επίσης, ο Λένιν δεν απάντησε μόνο σ' αυτό, αλλά και στη θεωρητική βάση για την κατάληξη της πορείας του καπιταλισμού σε ένα τραστ, ένα διεθνές υπερμονοπώλιο που ανέπτυσσε ο Κάουτσκι, προσπαθώντας να τεκμηριώσει τη θεωρία του για τον «υπεριμπεριαλισμό».


«Δε χωράει αμφιβολία ότι η εξέλιξη γίνεται με κατεύθυνση προς ένα ενιαίο παγκόσμιο τραστ, που καταβροχθίζει χωρίς εξαίρεση τις επιχειρήσεις και όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη. Η εξέλιξη όμως αυτή, προχωρεί προς αυτή την κατεύθυνση κάτω από τέτοιες συνθήκες, με τέτοιο ρυθμό, μέσα σε τέτοιες αντιθέσεις, συγκρούσεις και κλονισμούς - που δεν είναι καθόλου μόνο οικονομικοί, αλλά και πολιτικοί, εθνικοί κλπ. - έτσι που οπωσδήποτε πριν φτάσουν σ' ένα παγκόσμιο τραστ, πριν την "υπεριμπεριαλιστική" παγκόσμια ένωση των εθνικών χρηματιστικών κεφαλαίων, ο ιμπεριαλισμός θα πρέπει να χρεοκοπήσει αναπόφευκτα, ο καπιταλισμός θα μετατραπεί στο αντίθετό του».(Λένιν, Πρόλογος στην μπροσούρα του Μπουχάριν, «Η παγκόσμια οικονομία και ο ιμπεριαλισμός», Απαντα τ. 27, σελ. 99).


Η
 δημιουργία διεθνών ενώσεων και συνασπισμών, είναι χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού. Είχε επισημανθεί από τον Λένιν, από το 1916, στο έργο του «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Η επιτάχυνση της διεθνοποίησης της οικονομικής ζωής, η ένταση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, το αντικειμενικό γεγονός της εξαγωγής κεφαλαίων για την κατάκτηση νέων αγορών, εδαφών, είτε λόγω πρώτων υλών, είτε λόγω ενεργειακών πηγών, ή λόγω άλλων κερδοφόρων επενδύσεων, ωθούν στη δημιουργία διακρατικών ιμπεριαλιστικών συνασπισμών.




Επίσης η ένταση της ανισομετρίας στην οικονομική και πολιτική ανάπτυξη, η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και του ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού, σε συνδυασμό με την ένταση της διεθνοποίησης, βρίσκονται στη βάση της δημιουργίας ιμπεριαλιστικών οργανισμών και συμφωνιών.


Βεβαίως σήμερα σε σχέση με το παρελθόν έχουν ενταθεί οι διακρατικές ρυθμίσεις και αποκτούν μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με τις ρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο. Σ' αυτό «πατούν» οι θιασώτες της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης και προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα, προκειμένου να πείσουν για τις διαφορετικές ποιοτικά κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις τις οποίες επίσης αναδεικνύουν ως χαρακτηριστικά της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης.


Λένε χαρακτηριστικά ότι η δράση των πολυεθνικών εταιριών είναι κυρίαρχη. Τι εννοούν; Τη διεθνική σύνθεση του κεφαλαίου εταιριών, τη διαπλοκή στη λειτουργία και δράση διαφορετικών εταιριών εγκαταστημένων σε διαφορετικές εθνικές αγορές, είτε μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών, είτε μέσω άλλων συμφωνιών, (π.χ. συμφωνία Mobil και BP, για την ευρωπαϊκή αγορά). Επίσης προβάλλουν το επιχείρημα της απελευθέρωσης του εμπορίου, της πλήρους, (δεν είναι απόλυτο), ελευθερίας κίνησης κεφαλαίων και κυρίως χρηματικού κεφαλαίου, (π.χ. κινήσεις στα χρηματιστήρια).


Σε παρόμοια επιχειρήματα στηρίζονται τόσο οι πολιτικές προτάσεις ορισμένων «υπερμάχων της παγκοσμιοποίησης» όπως για παράδειγμα της γερμανικής κυβέρνησης για πολιτική ομοσπονδιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και κινημάτων κατά της παγκοσμιοποίησης, όπως π.χ. το φόρουμ της Γένοβα, με κατεύθυνση «ευρωπαϊκή συσπείρωση ενάντια στην παγκοσμιοποίηση». Το ίδιο προτείνει και ο Γάλλος δημοσιολόγος Πιερ Μπουρντιέ, ή το δίκτυο ΑΤΤΑC που ξεκίνησε από τη Γαλλία με κύριο εκφραστή την εφημερίδα «Μοντ Ντιπλοματίκ» και προωθεί την επιβολή του «φόρου Τόμπιν» (φόρος στο χρηματικό κεφάλαιο, μέσω χρηματιστηρίων). Τα κινήματα αυτά κατά της παγκοσμιοποίησης θεωρούν τις «πολυεθνικές», ως στρεβλή εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς, και προβάλλουν άλλη μορφή διαχείρισης.


Τ
ο κεφάλαιο στην εποχή του ιμπεριαλισμού, έχει διεθνική δράση η οποία εντείνεται, αυτό όμως καθόλου δεν καταργεί την εθνική του βάση. Αλλωστε γι' αυτό οι ενδομονοπωλιακοί ανταγωνισμοί εκφράζονται και στη βάση των ενδοκρατικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ανάμεσα στα τρία ισχυρά κέντρα, (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία), αλλά και σε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη εντός περιφερειακών ενώσεων, (π.χ. αντιθέσεις Γερμανίας -Γαλλίας πρόσφατα στη Νίκαια, για την προοπτική της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ, ή η μη συμμετοχή της Βρετανίας στο ευρώ κλπ.). Είναι το φαινόμενο συνύπαρξης συμβιβασμών και ανταγωνισμών, μεταξύ κρατών για την υπεράσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου, κάθε κράτους, ή οι σχέσεις ανισομετρίας, ανάμεσα σε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη και πιο αδύνατα, στα πλαίσια των διακρατικών διεθνών ή περιφερειακών ιμπεριαλιστικών οργανισμών ή ενώσεων.




Το γεγονός ότι οι διακρατικές καπιταλιστικές ρυθμίσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, καθόλου δεν καταργεί το ρόλο του αστικού κράτους σε εθνική βάση. Το αστικό κράτος σε εθνικό επίπεδο στηρίζει όσο πιο αποτελεσματικά μπορεί την καπιταλιστική διεθνοποίηση. Αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα των διακρατικών καπιταλιστικών ρυθμίσεων. Πρώτ' απ' όλα συμμετέχει, ανάλογα με την ισχύ του στη διαμόρφωση αυτών των ρυθμίσεων. Για παράδειγμα και οι ελληνικές κυβερνήσεις συναποφασίζουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση.


Το ότι αυτές οι ρυθμίσεις δε γίνονται σε ισότιμη βάση, αλλά ηγεμονεύουν τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, δε σημαίνει διάλυση του εθνικού κράτους. Η ανισοτιμία, η επιβολή των συμφερόντων, κατά κύριο λόγο του ισχυρότερου, οι σχέσεις εξάρτησης των πιο αδύνατων καπιταλιστικών κρατών στον ιμπεριαλισμό και στους οργανισμούς του, απορρέουν από την εσωτερική λειτουργία του αστικού κράτους, που επιδιώκει την επιβολή και προώθηση των συνολικών συμφερόντων της αστικής τάξης.


Τ
ο αστικό κράτος συμβάλλει στις διακρατικές ρυθμίσεις, ενώ τις επιβάλλει στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Ετσι και αλλιώς αυτές δεν μπορούν να προωθηθούν ούτε ομοιόμορφα, ούτε αυτόματα σε κάθε χώρα, λόγω των δικών της ιδιομορφιών. Εχει αποφασιστικό ρόλο στην καταστολή του εργατικού κινήματος, της ταξικής πάλης, ως μοχλός εξουσίας του κεφαλαίου στην κάθε χώρα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την πολύπλευρη χειραγώγηση των λαϊκών συνειδήσεων. Από μια άποψη, το αστικό κράτος αναβαθμίζεται γιατί έχει και την αμέριστη στήριξη του διεθνούς κεφαλαίου και των ενώσεών του, των στρατιωτικών μηχανισμών του.




Η προβολή της εκτίμησης για τάση κατάργησης του αστικού κράτους σε εθνικό επίπεδο, ή μείωση του ρόλου του, από όπου προέρχεται, είναι πολιτικά επιζήμια, από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων. Οι συνέπειες της αποδοχής αυτών των αντιλήψεων είναι το αδυνάτισμα της αντιιμπεριαλιστικής - αντιμονοπωλιακής πάλης στο εθνικό επίπεδο, ενάντια στην πολιτική και την εξουσία της άρχουσας τάξης και οδηγεί στην ενσωμάτωση στις επιδιώξεις του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η πάλη του εργατικού κινήματος σε εθνικό επίπεδο, δεν αντιπαρατίθεται στην πάλη σε διεθνικό επίπεδο. Ισα - ίσα η μια τροφοδοτεί και ενισχύει την άλλη και βρίσκονται σε διαλεχτική σχέση μεταξύ τους. Επιζήμια είναι η τάση εγκατάλειψης της πάλης σε εθνικό επίπεδο, που τελευταία αναπτύσσεται λόγω της έντασης των κινημάτων κατά της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης (βλέπε ΣΥΝ και άλλες παρόμοιες δυνάμεις).


Σ . Λ.

Η ενότητα δράσης δεν είναι αυτοσκοπός


Η ενότητα δράσης δεν είναι αυτοσκοπός






Κ
αι γιατί χρειάζεται πολιτική συμφωνία κορυφών, διαφόρων πολιτικών δυνάμεων προκειμένου να επιτυγχάνεται «ενότητα δράσης» αυτών των δυνάμεων και μάλιστα με κοινή πολιτική συνισταμένη, που σημαίνει συμβιβασμούς για προσέγγιση διαφορετικών πολιτικών των διαφορετικών δυνάμεων με διαφορετική ταχτική και στρατηγική, αν αυτή η πολιτική συνισταμένη δεν προωθεί την ταξική πάλη για τα άμεσα ζητήματα, σε συνδυασμό με τα γενικά συμφέροντα του λαού; Είναι αναγκαία και αποτελεσματική η «ενότητα δράσης της Αριστεράς» όταν προβάλλεται ως βάση συμφωνίας το πρόβλημα; Σε τι θα ωφελήσει μια πολιτική συμφωνία κοινής δράσης για προβλήματα της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων και όχι στην πολιτική που δίνει λύση στη βάση των πραγματικών τους συμφερόντων; 'Η να το τοποθετήσουμε και διαφορετικά. Γιατί χρειάζεται πολιτική συμφωνία κορυφών για την κοινή δράση στο συνδικαλιστικό κίνημα, στο μαζικό λαϊκό κίνημα γενικότερα;




Η ενότητα δράσης της Αριστεράς, που προβάλλει στο πολιτικό προσκήνιο από διάφορες δυνάμεις και μερίδα του κατεστημένου, που κάθε άλλο παρά διακρίνονται για το διακαή πόθο τους να ενισχυθεί το λαϊκό κίνημα έτσι που να διεκδικεί τα πραγματικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, προτείνεται ως ταχτική πολιτικών συμμαχιών. Αλλωστε η λογική που τεκμηριώνει την αναγκαιότητα αυτή προβάλλει την προοπτική δημιουργίας του λεγόμενου «τρίτου πόλου», εννοώντας ότι πολιτικά υπάρχουν οι δύο πόλοι, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, άρα χρειάζεται και ένας τρίτος που θα μπει «σφήνα» στους δύο, προκειμένου να προωθηθούν πολιτικές λύσεις για τα λαϊκά συμφέροντα. Εδώ όμως παρουσιάζεται το εξής παράδοξο. Ενώ στο κοινωνικό επίπεδο αντικειμενικά υπάρχουν από τη μια η αστική τάξη και τα συμφέροντά της και από την άλλη η εργατική τάξη με τους συμμάχους της που τους εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο, αυτές οι δυνάμεις (ΣΥΝ, ΑΚΟΑ, ΚΕΔΑ και λοιποί), στο πολιτικό επίπεδο προβάλλουν τρεις πόλους και όχι την αναγκαιότητα αντιστοιχίας των πραγματικών ταξικών συμφερόντων, άρα και της πραγματικής διαχωριστικής γραμμής και στο πολιτικό επίπεδο. Εκτός και αν θεωρούν τη σοσιαλδημοκρατία, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ που είναι αστικό κόμμα, εν δυνάμει πολιτικό τους σύμμαχο, οπότε τυπικά οι διαχωριστικές γραμμές στην κοινωνία εκφράζονται γι' αυτές τις δυνάμεις πολιτικά με την προοπτική διαμόρφωσης, μέσω του τρίτου πόλου, δύο πόλων, της Δεξιάς ή Κεντροδεξιάς και της Αριστεράς ή Κεντροαριστεράς. Αντικειμενικά πάντως είτε στη μια περίπτωση είτε στην άλλη, δεν προωθούν την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης, την κοινή δράση με τα μικροαστικά στρώματα, προς όφελος των πραγματικών τους συμφερόντων. Ας αφήσουμε όμως τις υποθέσεις.


Η
 ενότητα δράσης, είναι αναγκαία και σκόπιμη ταχτική, με στρατηγική σημασία. «Πατάει» στο έδαφος των πραγματικών ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Αντικειμενικά, σαν σκόπιμη δραστηριότητα πολιτικών δυνάμεων που ενδιαφέρονται πραγματικά να υπηρετήσουν τα λαϊκά στρώματα, σε κάθετη ρήξη με το μεγάλο κεφάλαιο, πρέπει να συμβάλλει στην ενότητα της εργατικής τάξης, στη συμμαχία της με τα μικροαστικά στρώματα για ένα σκοπό, αυτόν της απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση.




Αντικειμενικά υπάρχει έδαφος από την άποψη της επιδίωξης πρώτ' απ' όλα της ταξικής ενότητας της εργατικής τάξης, η οποία από την άποψη των ταξικών χαρακτηριστικών και των γενικών συμφερόντων και σκοπών πρέπει να είναι ενιαία, αλλά ταυτόχρονα στο εσωτερικό της υπάρχουν διαχωρισμοί που οφείλονται στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα, στον καπιταλισμό. Επιδρούν δε στη συνείδηση των διαφορετικών τμημάτων της, σε συνδυασμό με την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας, έτσι που να την κρατούν διασπασμένη.


Η εργατική τάξη αντικειμενικά δεν είναι ενιαία και ομοιόμορφη και αυτό οφείλεται στον καταμερισμό της εργασίας. Αυτή είναι η βάση και των συντεχνιακών αντιλήψεων και των παραγόντων που μπορούν να αξιοποιούνται από την αστική τάξη για τη διάσπασή της. Ετσι, όλα τα τμήματα της εργατικής τάξης δεν μπορούν να έχουν τις ίδιες εμπειρίες ούτε το ίδιο επίπεδο συνειδητοποίησης. Υπάρχουν αντικειμενικά προβλήματα αλληλοκατανόησης των διαφορετικών τμημάτων της εργατικής τάξης, των διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό της από τον καταμερισμό εργασίας. Διαφορετικό αντικείμενο απασχόλησης, εργασιακές σχέσεις, μορφωτικό επίπεδο, αλλά και προέλευση, κοινωνική καταγωγή.


Επίσης, ο σχετικός υπερπληθυσμός (άνεργοι), που δημιουργείται από τη συσσώρευση του κεφαλαίου προκαλεί ανταγωνισμό ανάμεσα στους εργάτες. Για παράδειγμα, ο φόβος της απόλυσης, ιδιαίτερα σε περιόδους μεγάλης ανεργίας, αποτελεί σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα στη συμμετοχή σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Είναι μια έκφραση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργάτες που εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο για να ασκεί πίεση πάνω τους.


Η
 ενότητα της εργατικής τάξης συμβάλλει και στην κοινή δράση με τ' άλλα λαϊκά στρώματα. Αλλά επιτυγχάνεται στο βαθμό που ωριμάζει η ταξική συνείδηση για τον κοινό αντίπαλο και την ανατροπή του στο επίπεδο της εξουσίας. Στον ίδιο βαθμό ωριμάζουν και οι κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες. Επίσης η πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης, επιτυγχάνεται στο βαθμό που στο έδαφος των ταξικών αγώνων επιτυγχάνεται η ενότητα δράσης της, η κοινή δράση με τους συμμάχους της, έτσι που να συνειδητοποιείται η πραγματική διαχωριστική γραμμή στο κοινωνικό επίπεδο και να προβάλλεται στο πολιτικό.




Απ' αυτή την άποψη και σε ό,τι έχει σχέση με την κοινή δράση πολιτικών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα, γενικότερα στο μαζικό λαϊκό κίνημα, δε χρειάζεται καμιά συμφωνία κορυφών, δηλαδή εκ των προτέρων πολιτική συμφωνία ηγεσιών κομμάτων. Αλλωστε όλες οι πολιτικές δυνάμεις δρουν στο κίνημα και στους κοινωνικούς αγώνες. Στο βαθμό που υπάρχει σ' ένα μέτωπο πάλης σύμπτωση στην πολιτική πρόταση που απαντά στη λύση του προβλήματος για το οποίο είναι ώριμες οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη αγώνων, η μη ύπαρξη εκ των προτέρων πολιτικής συμφωνίας για την ενότητα δράσης θα εμποδίσει αυτή την ενότητα δράσης; Σίγουρα όχι. Ισα - ίσα, αυτή θα στεριώνεται στο έδαφος των αγώνων, θα συμβάλλει στην άνοδο της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης, θα προωθεί την κοινή δράση με τους συμμάχους της, θα προβάλλει ολοένα και πιο ξεκάθαρα τη συνολική πολιτική λύση σε όφελος των λαϊκών στρωμάτων μέσα από την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του μεγάλου κεφαλαίου.


Επομένως, η πρόταση για την ενότητα δράσης της Αριστεράς, απ' αυτή την άποψη είναι στον αέρα. Δεν υπηρετεί αυτή την αναγκαιότητα, αυτή την προοπτική.


Τ
αυτόχρονα η ενότητα δράσης δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω σ' οποιαδήποτε προβλήματα και σ' οποιαδήποτε λύση τους. Τόσο τα προβλήματα, όσο και η λύση τους πρέπει να οδηγούν στην πραγματική αντίθεση του λαού με τα μονοπώλια, συνδέοντας την πάλη για τα άμεσα προβλήματα με την προοπτική που ο λαός θα επιβάλλει τη δική του πολιτική. Και αυτό καθορίζει κάθε φορά τους στόχους πάλης, την ίδια την ταξική πάλη. Αρα και οι διεργασίες στη βάση απαιτούν όχι διαπίστωση των κοινών προβλημάτων, αλλά της πολιτικής που μπορεί να τα λύνει προς όφελος των καταπιεσμένων και σε βάρος του κεφαλαίου. Αλλά ούτε αυτό αρκεί. Επιδίωξη είναι η ενότητα της εργατικής τάξης να επιτυγχάνεται στη λύση των προβλημάτων σε συνδυασμό με την προοπτική αυτή η λύση να ωριμάζει τη συνείδηση για τον τελικό σκοπό. Αυτό πρέπει να υπηρετεί και η ενότητα δράσης πολιτικών δυνάμεων. Δεν μπορεί για παράδειγμα να υπάρξει κοινή δράση με δυνάμεις που καταγγέλλουν τη ΝΑΤΟική δράση στα Βαλκάνια, αλλά δε συμφωνούν με την «επιστροφή του ελληνικού στρατού από τα ξένα εδάφη» ή στηρίζουν το ιμπεριαλιστικό «Σύμφωνο Σταθερότητας». Δεν μπορεί να υπάρξει κοινή δράση για διεκδίκηση του 35ωρου με δυνάμεις που συμφωνούν με τις ελαστικές μορφές εργασίας και τη μερική απασχόληση. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινή δράση με δυνάμεις που δεν αντιτίθενται στις ιδιωτικοποιήσεις τομέων του Δημοσίου που παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες στα λαϊκά στρώματα ή επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, όταν ακριβώς αυτή η πολιτική είναι σε βάρος του λαού. Αυτές οι δυνάμεις δεν προωθούν τα λαϊκά συμφέροντα. 




Αντικειμενικά λοιπόν αυτή η σύνθετη δουλιά πρέπει να εξετάζει την πολιτική και τους σκοπούς των πολιτικών δυνάμεων που προβάλλουν την υπόθεση ενότητας δράσης, προκειμένου αυτή να οικοδομείται όχι μόνο στα άμεσα ζητήματα, αλλά στη σχέση τους με την προοπτική της λαϊκής εξουσίας. Διαφορετικά η ενότητα δράσης δεν έχει αντίκρισμα στην υπόθεση της ταξικής πάλης. Αλλά γι' αυτό θα αναφερθούμε αναλυτικά στο επόμενο.


Σ. Λ.

Ο ιμπεριαλισμός, τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού


Ο ιμπεριαλισμός, τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού





«Ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο οδηγεί άμεσα στην πιο ολόπλευρη κοινωνικοποίηση της παραγωγής... Η παραγωγή γίνεται κοινωνική, η ιδιοποίηση όμως μένει ατομική...Οταν η μεγάλη επιχείρηση γίνεται γιγάντια και οργανώνει σχεδιασμένα, με βάση τον ακριβή υπολογισμό ενός πλούτου στοιχείων, την προμήθεια της αρχικής πρώτης ύλης σε διαστάσεις:2/3 ή 3/4 της συνολικής ποσότητας που είναι απαραίτητη για δεκάδες εκατομμύρια πληθυσμού. Οταν οργανώνεται συστηματικά η μεταφορά αυτής της πρώτης ύλης στα πιο κατάλληλα για την παραγωγή σημεία, που κάποτε απέχουν το ένα από το άλλο εκατοντάδες και χιλιάδες χιλιόμετρα. Οταν από ένα κέντρο διευθύνονται όλα τα στάδια της διαδοχικής κατεργασίας της πρώτης ύλης ως την παραγωγή μιας ολόκληρης σειράς ποικίλων έτοιμων προϊόντων. Οταν η διανομή αυτών των προϊόντων γίνεται με βάση ένα σχέδιο σε δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια καταναλωτές (πώληση του πετρελαίου και στην Αμερική και στη Γερμανία από το αμερικάνικο "Τραστ πετρελαίου"). Τότε γίνεται ολοφάνερο ότι έχουμε μπροστά μας μια κοινωνικοποίηση της παραγωγής... ότι οι σχέσεις της ατομικής οικονομίας και της ατομικής ιδιοκτησίας αποτελούν ένα περίβλημα, που δεν ανταποκρίνεται πια στο περιεχόμενο... που αναπόφευκτα όμως θα παραμεριστεί».(Λένιν, Απαντα, τ.27, σελ.327 και 432).


Σ'
 αυτό το απόσπασμα από το έργο «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», ο Λένιν αποκαλύπτει την ιστορική θέση του ιμπεριαλισμού, ως το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, ως το στάδιο αυτό που αναπόφευκτα καθορίζει την εποχή περάσματος στο σοσιαλισμό. Και το αιτιολογεί ταυτόχρονα αναφέροντας ότι η αυξανόμενη στο έπακρο κοινωνικοποίηση της παραγωγής δε χωρά στις σχέσεις της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.




Με την εδραίωση του μονοπωλιακού σταδίου του καπιταλισμού εμφανίζονται δίπλα στις σχέσεις της εμπορευματικής παραγωγής, και οι σχέσεις μονοπωλιακής ρύθμισης της παραγωγής για την εξασφάλιση κερδών και υπερκερδών από τα μονοπώλια. Ετσι το μονοπώλιο, από τη μια μεριά σχεδιάζει την παραγωγή του έτσι που να εξοικονομεί φτηνές πρώτες ύλες, φτηνή ενέργεια, φτηνό και ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, συγκεκριμένη εκ των προτέρων αγορά των παραγόμενων εμπορευμάτων. Ταυτόχρονα η πραγματοποίηση αυτών των εμπορευμάτων γίνεται στην αγορά. Αντικειμενικά η ύπαρξη των εμπορευματικών σχέσεων, ενέχει τον ανταγωνισμό. Ετσι το μονοπώλιο δεν μπορεί να εξαλείψει και δεν εξαλείφει ποτέ τον ανταγωνισμό. Γεννιέται δίπλα σ' αυτόν και υπάρχει πάνω σ' αυτόν. Με την εμφάνισή του όμως το μονοπώλιο, επιδιώκει το ξεπέρασμα εκείνων των ανταγωνισμών που δημιουργούνται προκειμένου να μπορεί να μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Ταυτόχρονα επιδρά το ίδιο στον ανταγωνισμό προσπαθώντας να προσαρμόζει τις διαστάσεις της παραγωγής και του επιπέδου των τιμών στις διαστάσεις της ζήτησης. Αλλά για την παραγωγή των εμπορευμάτων κίνητρο είναι η μεγιστοποίηση των κερδών των μονοπωλίων.


Η
 ανάπτυξη των στοιχείων σχεδιασμού της παραγωγής, η οποία γίνεται δυνατή από το μονοπώλιο είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο πιο υψηλό είναι το επίπεδο της μονοπώλησης στους διάφορους τομείς της κοινωνικής παραγωγής. Αλλά ταυτόχρονα με τα στοιχεία του σχεδιασμού της παραγωγής, και είναι σημαντική αυτή η πλευρά στη δράση τους για την απόκτηση του μέγιστου κέρδους, ο καπιταλισμός παραμένει μια εμπορευματική μορφή παραγωγής που είναι υποταγμένη στην αύξηση των εμπορευμάτων και στην πραγματοποίησή τους στην αγορά. Γιατί και μέσα από την αύξηση της παραγωγής εμπορευμάτων και την πραγματοποίησή τους στην αγορά μπορεί να αυξάνονται τα κέρδη.




Ετσι ο σχεδιασμός τον οποίο επιδιώκουν τα μονοπώλια, είναι συστατικό στοιχείο στη δράση τους, αλλά βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπορευματική βάση του καπιταλισμού. Δεν μπορεί λοιπόν να επιτευχθεί σχεδιασμός σ' όλη την κλίμακα όλης της κοινωνικής παραγωγής, είναι αδύνατο στις συνθήκες του καπιταλισμού. Αυτό προϋποθέτει ένα ενιαίο μονοπώλιο, πράγμα όμως που βρίσκεται σε αξεπέραστη αντίθεση με τη φύση του μονοπωλίου σαν καπιταλιστική οικονομική μορφή, σε αξεπέραστη αντίθεση με την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Αυτή την προοπτική πρόβαλε στις αρχές του αιώνα, για το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού ο Κάουτσκι, που ονειρευόταν την εξέλιξη της τάξης των μονοπωλίων σε ένα υπερμονοπώλιο και στο παγκόσμιο μονοπώλιο και τον ιμπεριαλισμό σε μια ειρηνική χωρίς ανταγωνισμούς εποχή του καπιταλισμού. Αλλά το καπιταλιστικό μονοπώλιο που έχει ως συστατικό στοιχείο της δράσης του το σχεδιασμό, δρα σε συνθήκες ανταγωνισμού και μάλιστα οξύτατου ανάμεσα στα μονοπώλια. Ετσι η σχεδιοποίηση έρχεται σε αντίθεση με τον ανταγωνισμό.


Ε
πομένως από την άποψη των υλικών προϋποθέσεων η τάση της ολοένα εντεινόμενης κοινωνικοποίησης εμποδίζεται από την ατομική ιδιοκτησία, η οποία αντικειμενικά πρέπει να αντικατασταθεί από την κοινωνική ιδιοκτησία. Γι' αυτό και κυριαρχία του μονοπωλιακού καπιταλισμού σημαίνει ότι τα θεμέλια του καπιταλισμού, δηλαδή της εμπορευματικής παραγωγής, υποσκάπτονται. Με την εδραίωση του μονοπωλιακού σταδίου του καπιταλισμού εμφανίζονται δίπλα στις σχέσεις της εμπορευματικής παραγωγής και οι σχέσεις μονοπωλιακής ρύθμισης της παραγωγής για την εξασφάλιση κερδών και υπερκερδών από τα μονοπώλια. Ετσι η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και στην ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της λόγω της ατομικής ιδιοκτησίας, οξύνεται στο έπακρο. Η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής είναι αυτή που εμποδίζει την κοινωνική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της παραγωγής. Αρα η όξυνση αυτής της αντίθεσης οξύνει την αντίθεση κεφαλαίου -εργασίας.




Ο σχεδιασμός, λοιπόν, ως συστατικό στοιχείο της δράσης των μονοπωλίων αντικειμενικά εμποδίζει και αποκλείει το σχεδιασμό της παραγωγής σ' ολόκληρη την κλίμακα όλης της κοινωνίας. Γιατί είναι σχεδιασμός σε μια αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής αλλά στη βάση της ατομικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της και δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη.


Ο συνδυασμός του σχεδιασμού από το μονοπώλιο με την καπιταλιστική βάση της παραγωγής, που συνδέεται άρρηκτα με την καπιταλιστική εκμετάλλευση και με την καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της κοινωνικής παραγωγής, είναι ένας συνδυασμός βαθιά αντιφατικός.


Α
ντικειμενικά λοιπόν η εμφάνιση των μονοπωλίων και η κυριαρχία του μονοπωλιακού καπιταλισμού φανερώνει την αναγκαιότητα της αντιστοιχίας της κοινωνικοποιημένης παραγωγής με την ιδιοκτησία, που σημαίνει κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής ώστε οι δυνατότητες του σχεδιασμού στο επίπεδο του ξεχωριστού μονοπωλίου να εφαρμοστούν σ' ολόκληρη την κλίμακα της κοινωνικής παραγωγής.




Γι' αυτό ακριβώς ο Λένιν διατύπωσε τη θέση ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το τελευταίο στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αλλο στάδιο του καπιταλισμού, που να ξεπερνάει τα πλαίσια του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν μπορεί να υπάρξει παγκόσμιο μονοπώλιο, υπεριμπεριαλισμός, παρά μόνο σοσιαλισμός. Επίσης ο μονοπωλιακός καπιταλισμός άρχισε να χρησιμοποιεί πάνω στη δική του βάση στοιχεία του μελλοντικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, του σοσιαλισμού, γι' αυτό ο Λένιν τόνιζε το μεταβατικό χαρακτήρα της οικονομίας του ιμπεριαλισμού και χαρακτήριζε τον ιμπεριαλισμό σαν καπιταλισμό που πεθαίνει.


Ο χαρακτηρισμός του ιμπεριαλισμού σαν καπιταλισμού που πεθαίνει, δε σημαίνει τη βαθμιαία μετατροπή του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό, ούτε την αυτόματη κατάρρευσή του. Αναδεικνύει απλά και συγκεκριμένα την αναγκαιότητα του περάσματος στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα, το σοσιαλισμό. Είναι έκφραση της ώριμης ανάγκης για την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αλλά ο θάνατος του καπιταλισμού που αρχίζει στον ιμπεριαλισμό, είναι δυνατός μόνο με την επαναστατική κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Και αυτό είναι έργο του «νεκροθάφτη» του, τον οποίο ο ίδιος ο καπιταλισμός γεννά και αναπαράγει, του προλεταριάτου και των συμμάχων του. Εργο που απαιτεί τη συνειδητοποίηση αυτής της αναγκαιότητας και γι' αυτό την οργανωμένη αποτελεσματική δράση της πρωτοπορίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος, και με δεδομένη την ύπαρξη των υλικών προϋποθέσεων, να εμφανιστούν και οι αντικειμενικές, που είναι η πανεθνική κρίση και η επαναστατική κατάσταση. Μόνο τότε μπορεί η επαναστατημένη εργατική τάξη με τους συμμάχους της να ανατρέψει τον καπιταλισμό, για ν' ανοίξει το δρόμο στο σοσιαλισμό.

Για τη σχέση αναγκαίου χρόνου εργασίας και υπερεργασίας


Για τη σχέση αναγκαίου χρόνου εργασίας και υπερεργασίας





Ο
ταν αναφερόμαστε στον εργάσιμο χρόνο αναφερόμαστε πάντα και υποχρεωτικά στην εργάσιμη μέρα και όχι στη βδομάδα, το μήνα, το έτος κλπ. Οπως ο φυσικός χρόνος της ζωής του ανθρώπου υπολογίζεται με βάση τη φυσική μέρα, δηλαδή το 24ωρο, έτσι υπολογίζεται και ο εργάσιμος χρόνος και ο μισθός της εργασίας. Ο Μαρξ στο δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου» αναφέρει: «Η εργάσιμη μέρα είναι η φυσική μονάδα μέτρησης για τη λειτουργία της εργατικής δύναμης...» (σελ. 153).




Αναγκαίος χρόνος εργασίας είναι αυτός που στη διάρκεια της διαδικασίας της παραγωγής ο εργάτης δουλεύει και παράγει νέα αξία ίση με την αξία της εργατικής του δύναμης. Ο χρόνος υπερεργασίας είναι ο αυτός που στη διάρκεια της παραγωγής ο εργάτης δουλεύει και παράγει νέα αξία πέρα από την αξία της εργατικής του δύναμης και την οποία καρπώνεται ο καπιταλιστής. Αυτή είναι η υπεραξία. Υπεραξία λοιπόν για τον καπιταλιστή σημαίνει απλήρωτος χρόνος δουλιάς για τον εργάτη.


Η διάρκεια της εργάσιμης μέρας είναι το άθροισμα του αναγκαίου χρόνου εργασίας και του χρόνου υπερεργασίας. Ο Μαρξ στον πρώτο τόμο «Κεφαλαίου» το δίνει ως εξής:


«Το άθροισμα της αναγκαίας εργασίας και της υπερεργασίας, των χρονικών διαστημάτων, στα οποία ο εργάτης παράγει την αξία που αναπληρώνει την εργατική του δύναμη και την υπεραξία, αποτελεί το απόλυτο μέγεθος του εργάσιμου χρόνου του - την εργάσιμη μέρα» (σελ. 241). Παραστατικά μπορούμε να το δούμε στο παρακάτω γράφημα:


Εργάσιμη μέρα: α ----- β ----- γ,


Στο γράφημα η γραμμή αγ παριστάνει την εργάσιμη μέρα, η γραμμή αβ το μέγεθος του αναγκαίου εργάσιμου χρόνου και η γραμμή βγ το μέγεθος του χρόνου της υπερεργασίας.


Η
τάση στον καπιταλισμό είναι να αυξάνει ο ημερήσιος απλήρωτος εργάσιμος χρόνος, η υπερεργασία. Αυτό μπορεί να γίνεται με δυο τρόπους. Με βάση τη γραφική παράσταση του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου (αγ), η τάση είναι είτε να αυξάνεται το μέρος βγ, που σημαίνει ότι αυξάνεται απόλυτα ο ημερήσιος εργάσιμος χρόνος, με απόλυτη αύξηση του χρόνου υπερεργασίας, του χρόνου παραγωγής της υπεραξίας, είτε να παραμένει σταθερός ο ημερήσιος εργάσιμος χρόνος αγ και να μειώνεται ο αναγκαίος χρόνος εργασίας (αβ), δηλαδή ο χρόνος που ο εργάτης δουλεύοντας στη διαδικασία της παραγωγής παράγει νέα αξία ίση με την αξία της εργατικής του δύναμης. Στην πρώτη περίπτωση παράγεται η απόλυτη υπεραξία, ενώ στη δεύτερη η σχετική υπεραξία. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση αυξάνεται η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης.




Η μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας, επιτυγχάνεται με τη μείωση της αξίας των εφοδίων που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» αναφέρει: «Γι' αυτό, εσωτερικό κίνητρο και μόνιμη τάση του κεφαλαίου είναι ν' ανεβάζει την παραγωγική δύναμη της εργασίας, για να φτηναίνει τα εμπορεύματα και με το φτήναιμα των εμπορευμάτων να φτηναίνει τον ίδιο τον εργάτη» (σελ. 334).


«Στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, λοιπόν, η εξοικονόμηση εργασίας με την ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας δεν αποβλέπει καθόλου στη συντόμευση της εργάσιμης μέρας. Αποβλέπει μόνο στην ελάττωση του χρόνου εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή μιας ορισμένης ποσότητας εμπορευμάτων. (...) Η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας μέσα στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή έχει σκοπό να συντομέψει το μέρος της εργάσιμης μέρας που ο εργάτης εργάζεται για τον ίδιο τον εαυτό του, για να παρατείνει ίσα ίσα έτσι το άλλο μέρος της εργάσιμης μέρας που εργάζεται δωρεάν για τον κεφαλαιοκράτη» (ο.π. σελ. 335 - 336).


Ετσι, στη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας ο απλήρωτος εργάσιμος χρόνος μπορεί να αυξάνεται είτε απόλυτα, είτε σχετικά, είτε ταυτόχρονα απόλυτα και σχετικά και αυτό ισχύει στην πράξη.


Βεβαίως πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η σχέση αναγκαίου χρόνου εργασίας και χρόνου υπερεργασίας δε διαχωρίζεται στη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Σε κάθε δευτερόλεπτό της συνυπάρχουν. Ο διαχωρισμός που γίνεται εδώ είναι αναγκαίος, για να κατανοηθεί η ουσία της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από τον καπιταλιστή, οι μορφές και οι τρόποι αύξησης της υπεραξίας.


Τ
αυτόχρονα, επειδή ο εργάσιμος χρόνος υπόκειται στους νόμους της ταξικής πάλης, και η εργατική τάξη διεκδικεί τη μείωσή του, ο καπιταλιστής στη διάρκεια μιας δοσμένης εργάσιμης μέρας, με καθορισμένες ή όχι τις εργάσιμες ώρες, εντατικοποιεί τη δουλιά, παράγει περισσότερα προϊόντα, άρα μπορεί ο αναγκαίος χρόνος να παραμένει σταθερός, αλλά ο καπιταλιστής καρπώνεται μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος. Αυτό ισοδυναμεί με παράταση του απλήρωτου εργάσιμου χρόνου. Αλλαγές μπορούν να συντελούνται ταυτόχρονα και στον εργάσιμο χρόνο και στην παραγωγικότητα της εργασίας και στην εντατικότητά της ή κάποιος απ' αυτούς τους παράγοντες να μένει σταθερός και να αλλάζουν οι υπόλοιποι, αλλά οι συνέπειες εστιάζονται στην αλλαγή της αναλογίας ανάμεσα στον αναγκαίο ημερήσιο εργάσιμο χρόνο και το χρόνο υπερεργασίας.




Ας δούμε πόσο παραστατικά δίνει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» τη σχέση ανάμεσα στον εργάτη και τον καπιταλιστή και τη σχέση και των δύο με τον ημερήσιο εργάσιμο χρόνο.


«Ο κεφαλαιοκράτης αγόρασε την εργατική δύναμη στην ημερήσια αξία της. Του ανήκει η αξία χρήσης της για το διάστημα μιας εργάσιμης μέρας. Απέκτησε έτσι το δικαίωμα να βάζει τον εργάτη να δουλεύει γι' αυτόν στο διάστημα μιας μέρας. Τι είναι όμως μια εργάσιμη μέρα; Πάντως λιγότερο από μια φυσική μέρα ζωής. Πόσο λιγότερο; Ο κεφαλαιοκράτης έχει τη δική του άποψη γι' αυτό το ultima thule (έσχατο όριο), για το αναγκαίο όριο εργάσιμης μέρας. Σαν κεφαλαιοκράτης είναι μονάχα προσωποποιημένο κεφάλαιο. Η ψυχή του είναι η ψυχή του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο όμως έχει ένα και μοναδικό κίνητρο ζωής, το κίνητρο να αξιοποιείται, να δημιουργεί υπεραξία, να απορροφά με το σταθερό του μέρος, με τα μέσα παραγωγής, όσο το δυνατό μεγαλύτερη μάζα υπερεργασίας. Το κεφάλαιο είναι πεθαμένη εργασία, που ζωντανεύει μονάχα σαν το βρικόλακα, ρουφώντας ζωντανή εργασία και ζει τόσο περισσότερο, όσο περισσότερη ζωντανή εργασία ρουφά. Ο χρόνος που εργάζεται ο εργάτης είναι χρόνος που στη διάρκειά του ο κεφαλαιοκράτης καταναλώνει την εργατική δύναμη που αγόρασε απ' αυτόν. Αν ο εργάτης καταναλώνει το διαθέσιμο χρόνο του για τον εαυτό του, κλέβει έτσι τον κεφαλαιοκράτη.


Βλέπουμε πως, αν παραβλέψουμε τα τελείως ελαστικά όρια της εργάσιμης μέρας, η ίδια η φύση της ανταλλαγής εμπορευμάτων δε βάζει καθόλου όρια στην εργάσιμη μέρα, επομένως και στην υπερεργασία. Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη μέρα και αν είναι δυνατό να κάνει μια εργάσιμη μέρα δύο. Από την άλλη μεριά, η ειδική φύση του εμπορεύματος που πουλήθηκε περικλείει ένα όριο στην κατανάλωσή του από τον αγοραστή και ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πουλητής, όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη μέρα σ' ένα καθορισμένο κανονικό μέγεθος. Επομένως, έχουμε εδώ μιαν αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο και τα δυο εξίσου κατοχυρωμένα από το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και ανάμεσα σε δυο δίκαια αποφασίζει η βία. Γι' αυτό, στην ιστορία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, η ρύθμιση της εργάσιμης μέρας παρουσιάζεται σαν πάλη για τα όρια της εργάσιμης μέρας - πάλη ανάμεσα στο συνολικό κεφαλαιοκράτη, δηλαδή την τάξη των κεφαλαιοκρατών και στο συνολικό εργάτη, δηλαδή την εργατική τάξη» (σελ. 242 - 246).


Σ. Κ.

Για την επέμβαση στη Συρία


Για την επέμβαση στη Συρία


Προχτές, στη Δαμασκό της Συρίας έγινε ένα εγκληματικό, τρομοκρατικό χτύπημα, που προκάλεσε το θάνατο του υπουργού Αμυνας, Νταούντ Ράτζιχα, και άλλων κυβερνητικών στελεχών της Συρίας. Την ευθύνη του εγκληματικού χτυπήματος διεκδίκησαν τόσο ο λεγόμενος «Ελεύθερος Συριακός Στρατός», στρατιωτικός βραχίωνας του «Εθνικού Συριακού Συμβουλίου», αλλά και μια ισλαμιστική οργάνωση με την επωνυμία «Ταξιαρχία του Ισλάμ». Ανεξάρτητα από το ποιος μηχανισμός από τους δύο το έκανε, η ουσία είναι ότι αυτό το τρομοκρατικό χτύπημα είναι αποτέλεσμα της απροκάλυπτης ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ, αλλά και της Τουρκίας, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας, του Ισραήλ, σε βάρος της Συρίας.
Πρόσφατα, με αφορμή την ενίσχυση του ρωσικού στόλου στην περιοχή (η Ρωσία έχει ναυτική βάση στη Συρία), διάφορα ρεπορτάζ του αστικού Τύπου έγραψαν ότι η Ρωσία φροντίζει για την προστασία των συμφερόντων της στη Συρία και για επιστροφή στην εποχή του ψυχρού πολέμου. Από ποιον αλήθεια φροντίζει να προστατέψει τα συμφέροντά της; Το γεγονός αυτό και μόνο, δηλαδή ότι κινδυνεύουν τα συμφέροντά της και ότι η κατάσταση παραπέμπει στην περίοδο του ψυχρού πολέμου - και αυτό με αφορμή την κατάσταση στη Συρία - δείχνει πως υπάρχει επέμβαση των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ. Η κρίση στη Συρία εμφανίστηκε ως εσωτερικό πρόβλημα «δημοκρατίας». Αλλά είναι κρίκος στην αλυσίδα ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, που ονομάστηκαν από τα αστικά επιτελεία και τους οπορτουνιστές «Αραβική Ανοιξη». Πρόσφατα επίσης στην περιοχή νότια της Κύπρου, μέσα στην ΑΟΖ της Κύπρου, έγιναν ταυτόχρονα στρατιωτικές ασκήσεις από την Τουρκία, το Ισραήλ και την Αγγλία. Δεν είναι άσχετες από τις εξελίξεις στην περιοχή με αφορμή την επέμβαση στη Συρία και τους οξύτατους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, που κλιμακώνονται επικίνδυνα, ανάμεσα σε ΕΕ - ΗΠΑ - ΝΑΤΟ από τη μια μεριά και τις Ρωσία και Κίνα από την άλλη.
***
Είναι επίσης γνωστό ότι η λεγόμενη Συριακή αντιπολίτευση που επιδιώκει την ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία είναι υποκινούμενη και χρηματοδοτούμενη από το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία, ενώ η Τουρκία είναι εκείνη που μέσω των εδαφών της τροφοδοτεί με όπλα τους Σύρους αντικαθεστωτικούς, αλλά δεν είναι μόνον απ' αυτά τα κράτη. Ας δούμε, για παράδειγμα, το «Εθνικό Συριακό Συμβούλιο» μέσα από την ιστοσελίδα του. Εμφανίζεται να έχει 140 μέλη, με σημαντική συμμετοχή «Αδελφών Μουσουλμάνων», τα περισσότερα εκ των οποίων είναι εκτός Συρίας, με τόπο διαμονής τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, την Τουρκία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, αραβικές χώρες και χώρες της Μέσης Ανατολής. Κάποιοι που εμφανίζονται και ως ηγέτες του Συμβουλίου δίνουν και τα βιογραφικά τους που είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά για το ρόλο που έχουν αναλάβει και τους δεσμούς τους με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ας δούμε τρία απ' αυτά, που αποκαλύπτουν σχέσεις με ΗΠΑ και κράτη της ΕΕ:
Bassma Kodmani: Καθηγήτρια στις Διεθνείς Σχέσεις στο πανεπιστήμιο του Παρισιού όπου εγκαινίασε το πρόγραμμα για τη Μέση Ανατολή και επίσης ήταν η υπεύθυνη στο ίδρυμα «Φορντ», για την «Κυβερνησιμότητα και τη Διεθνή Συνεργασία για τη Μέση Ανατολή». Σήμερα είναι διευθύντρια της λεγόμενης «Πρωτοβουλίας για την Αραβική Μεταρρύθμιση» και διευθύντρια στο ακαδημαϊκό πρόγραμμα στη Διεθνή Διπλωματική Ακαδημία.
Radwan Ziadeh: Επισκέπτης καθηγητής του Ινστιτούτου για τις Σπουδές για τη Μέση Ανατολή στο πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον στις ΗΠΑ. Ηταν συνεργάτης στο «Εθνικό Ιδρυμα για τη Δημοκρατία» (παραμάγαζο της CIA) και σε διάφορες ΜΚΟ για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ηταν από αυτούς που υπέγραψαν επιστολή και καλούσαν τον Ομπάμα να επέμβει στη Συρία.
Ausama Monajed: Διευθυντής του Κέντρου Στρατηγικών Ερευνών και Επικοινωνίας με έδρα το Λονδίνο. Είναι αυτός που συχνά βγαίνει σε διεθνή ΜΜΕ και κάνει αναλύσεις για τις εξελίξεις στη Συρία. Είναι ιδρυτής και διευθυντής του δορυφορικού τηλεοπτικού σταθμού «Μπαράντα», με έδρα το Βάουχαλ στα νότια του Λονδίνου. Το κανάλι ενισχύεται οικονομικά από τις ΗΠΑ, αλλά και αραβικές μοναρχίες - συμμάχους των ιμπεριαλιστών.
***
Ποιο είναι το πρόβλημα των οξύτατων ανταγωνισμών που εκδηλώνονται στο «ζήτημα Συρία»; Το πραγματικό πρόβλημα είναι το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, οι δρόμοι μεταφοράς τους, το ποια μονοπώλια θα πάρουν τη μερίδα του λέοντος και βεβαίως το γεωστρατηγικό σημείο στο οποίο έχει πρόσβαση μια ανερχόμενη ιμπεριαλιστική δύναμη, η Ρωσία, ενώ και η Κίνα έχει στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή, που συνδέονται άμεσα με το Ιράν και όχι μόνο. Το πρόβλημα «Συρία» διαπλέκεται και με όλη τη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα με Τουρκία, Ιράν, Ισραήλ, και τις μεταξύ τους αντιθέσεις, ενώ μπλεγμένη είναι και η Ελλάδα πρώτ' απ' όλα, λόγω της βάσης της Σούδας. Και οι κίνδυνοι νέας εστίας ιμπεριαλιστικής πολεμικής ανάφλεξης είναι εμφανείς. Είναι ανάγκη οι λαοί να αντισταθούν στις επεμβάσεις, να εναντιωθούν μαζικά στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στο καπιταλιστικό σύστημα που τον προκαλεί.

ΕΕ - ΕΥΡΩΖΩΝΗ Λιτότητα και μέτρα με ή χωρίς μνημόνια



ΕΕ - ΕΥΡΩΖΩΝΗ
Λιτότητα και μέτρα με ή χωρίς μνημόνια
Εγκρίθηκε χτες το νέο αντιλαϊκό πακέτο στην Ισπανία, παράταση του προγράμματος περικοπών ως το 2020 ανακοίνωσε η Μ. Βρετανία
Από τις διαδηλώσεις στην Ισπανία ενάντια στα νέα αντιλαϊκά μέτρα
Δυναμώνει η γενικευμένη επίθεση στους λαούς, σε συνθήκες παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, εντός και εκτός της Ευρωζώνης, με ή χωρίς μνημόνια και τρόικες. Στην Ισπανία, οι βουλευτές του κυβερνητικού Λαϊκού Κόμματος ενέκριναν χτες το πακέτο των νέων μέτρων λιτότητας, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τη σύναψη δανείου από το «μηχανισμό στήριξης» της ΕΕ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της.
Το συγκεκριμένο πακέτο μέτρων προβλέπει περικοπές ύψους 65 δισ. ευρώ και προωθείται στο όνομα του να μειωθεί για φέτος το έλλειμμα στο 6,3% και στο 2,8% το 2014, όπως έχει συμφωνηθεί με την ΕΕ. Μεταξύ άλλων, το αντιλαϊκό σχέδιο της κυβέρνησης περιλαμβάνει τη σταδιακή αύξηση του ΦΠΑ έως και 3 ποσοστιαίες μονάδες, από το 18 στο 21% για την πλειοψηφία των υπηρεσιών και των προϊόντων και στο 10% από 8% για τα είδη πρώτης ανάγκης.
Προβλέπεται ακόμα η κατάργηση του επιδόματος των Χριστουγέννων στους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ μειώθηκε και το επίδομα ανεργίας, που μετά τον έβδομο μήνα θα είναι το 50% του βασικού μισθού, από το 60% που ήταν μέχρι τώρα. «Δεν υπάρχουν χρήματα στα ταμεία του Δημοσίου, δεν υπάρχουν χρήματα για να πληρώσουμε τις δημόσιες υπηρεσίες»,είπε ο υπουργός Οικονομίας Κρ. Μοντόρο, θυμίζοντας ανάλογες ρήσεις ομολόγων του στην Ελλάδα.
Στο μεταξύ, όπως ανακοινώθηκε χτες από την Κομισιόν, η λεγόμενη ευρωπαϊκή στήριξη, που αποφασίστηκε να δοθεί στην Ισπανία, θα χρησιμοποιηθεί μόνο για την ανακεφαλαιοποίηση των ισπανικών τραπεζών και όχι για «άλλους σκοπούς».
Ο εκπρόσωπος της Κομισιόν διευκρίνισε ότι «δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ της βοήθειας για την τραπεζική ανακεφαλαιοποίηση και άλλου είδους οικονομικής στήριξης, η οποία ενδεχομένως να ζητηθεί αργότερα από την Ισπανία ή από οποιοδήποτε άλλο μέλος», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητήσει η Ισπανία και νέο δάνειο, το οποίο ασφαλώς θα συνοδευτεί με νέο μνημόνιο και μέτρα σε βάρος του λαού.
Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης θα συζητήσουν σήμερα σε τηλεδιάσκεψη τουΓιούρογκρουπ τους όρους και τα επιμέρους του πακέτου, συνολικού ύψους 100 δισ. ευρώ. Πάντως, όπως διευκρίνισε χτες ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε, την ευθύνη για την αποπληρωμή του δανείου την έχει η ισπανική κυβέρνηση, η οποία, παρά το γεγονός ότι δε φαίνεται τυπικά να μεσολαβεί στη σύναψη της συμφωνίας, είναι βέβαιο ότι θα φορτώσει στις πλάτες του λαού τα 100 δισ. για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Χτες πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο έκτακτη συνεδρίαση της Κάτω Βουλής με θέμα την έγκριση της ανακεφαλοποίησης των ισπανικών τραπεζών. Η Α. Μέρκελ, σε δηλώσεις της που είχαν προηγηθεί, αναφέρθηκε στα πλεονεκτήματα που έχει η Γερμανία από το ευρώ.«Το ευρώ ωφελεί την γερμανική οικονομία και την ευημερία» είπε χαρακτηριστικά.
Περικοπές δίχως τέλος
Στο μεταξύ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ενέκρινε προχτές Τετάρτη αλλαγές στον κανονισμό του αναφορικά με την παρακολούθηση των παγκόσμιων οικονομιών, κάνοντας υποχρεωτική την αξιολόγηση από το ΔΝΤ για το αν και πόσο η πολιτική γραμμή κάποιας χώρας επηρεάζει το διεθνές νομισματικό σύστημα. Μέχρι τώρα το ΔΝΤ έκανε τις αξιολογήσεις προαιρετικά και με δική του πρωτοβουλία, αλλά η οικονομική κρίση, όπως αναφέρεται, έδειξε ότι η πολιτική γραμμή μιας χώρας μπορεί εύκολα να επηρεάσει και άλλες.
«Ενώ η επιτήρηση της στρατηγικής που ακολουθεί κάθε μέλος για την τιμή συναλλάγματος παραμένει στο επίκεντρο του Ταμείου σύμφωνα με τα άρθρα, η νέα απόφαση θα παρέχει μια βάση για το ΔΝΤ ώστε να έχει μια πιο αποτελεσματική συνεργασία με τα μέλη όσον αφορά στην εγχώρια οικονομία και τις οικονομικές τακτικές», είπε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤΚρ. Λαγκάρντ.
Στο Λονδίνο, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντ. Κάμερον πρόβλεψε ότι η λιτότητα θα συνεχιστεί και την επόμενη δεκαετία. Μιλώντας στην «Daily Telegraph», είπε ότι το πρόγραμμα περικοπής δαπανών της Βρετανίας, το οποίο αρχικά είχε σχεδιαστεί να κρατήσει πέντε χρόνια, θα μπορούσε να διαρκέσει μέχρι το 2020. «Αυτή είναι μια περίοδος για όλες τις χώρες, όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά θα το δείτε και στην Αμερική, όπου πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα ελλείμματα και πρέπει να έχουμε βιώσιμα χρέη. Δεν μπορώ να προβλέψω πότε θα υποχωρήσει η πίεση» πρόσθεσε ο Βρετανός πρωθυπουργός, ρίχνοντας τροχιοδεικτικές για λιτότητα χωρίς τέλος σε βάρος των λαών.
«Δεν βλέπω μια στιγμή όπου οι δύσκολες επιλογές για τις δαπάνες δεν θα υπάρχουν. Είμαστε σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Υπάρχουν κάποια καλά νέα, μόλις είδαμε τον πληθωρισμό να πέφτει ξανά. Αλλά δεν αρνούμαι ούτε για ένα λεπτό ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα από ό,τι είχε προβλεφθεί», είπε ο ίδιος.
Υπενθυμίζεται πως η βρετανική κυβέρνηση παρουσίασε το 2010 ένα πρόγραμμα λιτότητας με αυξημένες περικοπές δαπανών και αυξήσεις στους φόρους, το οποίο επρόκειτο να λήξει το 2015. Το 2011 το πρόγραμμα επιμηκύνθηκε έως το 2017 και αναμένεται να εξοικονομήσει στην κυβέρνηση 110 δισ. βρετανικές λίρες. Στην ετήσια έκθεση της βρετανικής οικονομίας που έδωσε χτες στη δημοσιότητα, το ΔΝΤ προειδοποιεί εξάλλου ότι η κυβέρνηση δεν αναμένεται να πετύχει το στόχο της μείωσης του καθαρού χρέους ως προς το ΑΕΠ το 2015-16.
Σε Ελλάδα και Κύπρο
Από την πλευρά τους, οι σύμμαχοι της ελληνικής συγκυβέρνησης στην ΕΕ εναλλάσσουν το καρότο με το μαστίγιο στο λαό, προκειμένου να συνδράμουν το αντιδραστικό της έργο. Μετά τις προειδοποιήσεις Σόιμπλε τις προάλλες ότι τα δύσκολα είναι μπροστά για την Ελλάδα και ότι πρέπει να εφαρμοστούν στο ακέραιο όλες οι αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, χτες ανέλαβε ρόλο το μέλος του ΔΣ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πρώην υφυπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Γ. Ασμουσεν.
Σε συνέντευξή του στο «Stern» δήλωσε ότι οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να κρίνουν θετικά την Ελλάδα για τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που έλαβε τα τελευταία χρόνια, συμπληρώνοντας ωστόσο με νόημα ότι αυτά δεν αρκούν. «Θα πρέπει κανείς να σέβεται όσα κάνουν οι άλλοι. Από το 2009 έως το 2010 ελήφθησαν στην Ελλάδα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που αντιστοιχούν σχεδόν στο 5% του ΑΕΠ» είπε ο Ασμουσεν και πρόσθεσε ότι «αν αυτό το ποσοστό μεταφερθεί στα γερμανικά δεδομένα, θα σήμαινε περίπου 125 δισεκατομμύρια ευρώ μέσα σε ένα χρόνο».
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ΕΕ, ο Γερμανός τραπεζίτης εκτίμησε ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα συνοχής, μιλώντας μάλιστα για «έκδηλη διάσπαση Βορρά - Νότου, που δεν την είχα βιώσει τα προηγούμενα 10 με 15 χρόνια. Θα πρέπει να την ξεπεράσουμε γρήγορα». Ο ίδιος προέβλεψε ότι «ή τα κράτη θα προβούν σε ενοποίηση περαιτέρω πολιτικών πεδίων και θα εκχωρήσουν εθνική κυριαρχία ή η Ευρώπη θα διασπαστεί».
Τέλος, σε ό,τι αφορά την Κύπρο, προκλήθηκε σύγχυση μεταξύ Λευκωσίας και Βερολίνου σε ό,τι αφορά την προσφυγή της πρώτης στον «ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης». Ο Β. Σόιμπλε ανακοίνωσε το βράδυ της Τετάρτης στην Επιτροπή Προϋπολογισμού ότι η Λευκωσία απέσυρε το αίτημά της για ευρωπαϊκή βοήθεια, για να ακολουθήσει διάψευση από αξιωματούχους της κυπριακής κυβέρνησης. Τελικά ο Σόιμπλε ανασκεύασε τις δηλώσεις του, λέγοντας πως αυτή ήταν εντύπωσή του με βάση τις πληροφορίες που είχε.
Στο περιθώριο της ίδιας συνεδρίασης του γερμανικού κοινοβουλίου, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων, διατυπώθηκαν εικασίες ότι δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να γίνει σύσταση εξόδου στην Κύπρο, ή ακόμη και στην Ελλάδα, αν η κρίση χρέους τους κριθεί υπερβολικά επικίνδυνη για τα υπόλοιπα κράτη.

TOP READ