21 Οκτ 2014

Η ανείπωτη τραγωδία των «ανταρτόπληκτων» του Εμφυλίου Πολέμου

Η ανείπωτη τραγωδία των «ανταρτόπληκτων» του Εμφυλίου Πολέμου

Ο ξεριζωμός 700.000 Ελλήνων για τη δημιουργία «ζωνών ασφαλείας» και την απομόνωση του Δημοκρατικού Στρατού

2neb6a
Μια από τις πιο τραγικές πλευρές του Εμφυλίου Πολέμου αποτελεί ο ξεριζωμός εκατοντάδων χιλιάδων ελλήνων χωρικών από τις εστίες τους. Περίπου 700.000 έλληνες ( το 10% του πληθυσμού τότε) ανεξαρτήτως ηλικίας εκτοπίσθηκαν για να φτιάξει Εθνικός Στρατός «νεκρές ζώνες» ώστε να απομονωθούν οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, να μην μπορούν να ανεφοδιάζονται , ούτε να κάνουν στρατολογίες. Πρόκειται για το δεύτερο μεγαλύτερο ξεκλήρισμα ελληνικών πληθυσμών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Η κυβερνητική προπαγάνδα τους χαρακτήριζε «συμμοριόπληκτους» παρουσιάζοντας τα θύματα της δικής της πολιτικής σαν θύματα των αντιπάλων της, Σε μια πιο «ήπια» μορφή της προπαγάνδας της κυβέρνησης των Αθηνών οι εκτοπισθέντες χαρακτηρίζονταν «ανταρτόπληκτοι». Όμως ο όρος που ανταποκρίνεται στην αλήθεια είναι  «Στρατόπληκτοι». Ο Στρατός τους εκτόπισε βίαια με τη δύναμη των όπλων  . Ο Στρατός τους μετέφερε στις πόλεις σε μακρυές σειρές καραβανιών τραγικών ανθρώπων. Και ο Στρατός τους μετέφερε πάλι στα χωριά τους μετά το τέλος των συγκρούσεων. Και το σχέδιο βασίστηκε σε βρετανική «πατέντα» με βάση ανάλογες μετακινήσεις ιθαγενών πληθυσμών στις βρετανικές αποικίες.
antartopliktoi kessel
Φωτογραφία του Dmitri Kessel (γνωστού Αμερικανού φωτογράφου που τράβηξε και τις συγκλονιστικές φωτογραφίες των γεγονότων του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα). Απεικονίζεται τμήμα του κάστρου των Ιωαννίνων (περιοχή Κουρμανιό),  όπου σε αυτοσχέδιες τρύπες εγκαταστάθηκαν «ανταρτόπληκτοι»…

Ένας συνδυασμός των στοιχείων  του υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, των αμερικανικών υπηρεσιών στην Ελλάδα και του ραδιοφωνικού σταθμού των ανταρτών δίνει του παρακάτω αριθμούς για τον αριθμό των προσφύγων στις διάφορες περιόδους του Εμφυλίου Πολέμου:

Ιανουάριος 1947   19.000
Μάιος 1947           65.000
Σεπτέμβριος 1947 238.000
Νοέμβριος 1947   500.000
Μάρτιος 1948      600.000
Μάιος 1949           684.000

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι , νέοι ηλικιωμένοι , παιδιά, άνδρες και γυναίκες υποχρεώθηκαν να ζήσουν επί χρόνια μέσα σε άθλιες συνθήκες σε τενεκεδομαχαλάδες ή και τσαντήρια σε άθλιους πρόχειρους οικισμούς στο περιθώριο των πόλεων.

Σύμφωνα με την κυβερνητική προπαγάνδα « 680.000 γυμνητεύοντες και πεινώντες ανταρτόπληκτοι εβεβαίωσαν δια της φυγής των ότι παρ’ όλας τας υποσχέσεις του συμμοριτισμού δια καλυτέραν αύριον και δημοκρατικήν ελευθερίαν , δεν δύνανται να ζήσουν υπό το κομμουνιστικόν καθεστώς…».

Αντίθετα το ΚΚΕ και η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση κατήγγειλαν ότι « οι μοναρχοφασίστες γνωρίζοντας πολύ καλά τη συμπάθεια και την υποστήριξη  του πληθυσμού στον αγώνα του ΔΣΕ, διέταξαν την εκκένωση των χωριών ώστε να δημιουργήσουν ένα κενό γύρω από τις μάχιμες μονάδες μας…».

Tα αρχεία του ΟΗΕ και των αμερικανικών και βρετανικών υπηρεσιών είναι    αποκαλυτπικά και τα λένε πιο ωμά γι΄αυτή την τραγωδία με θύματα χιλιάδες ελληνικές οικογένειες.

Σε ένα σημείωμα του «Τμήματος σχεδιάσεων και επιχειρήσεων» του Αμερικανικού Στρατού για το διάστημα 15 Νοεμβρίου έως 14 Δεκεμβρίου 1948 αναφέρονταν τα εξής για τον «κίνδυνο» που συνιστούσαν οι κάτοικοι των χωριών της ορεινής Ελλάδας: « 50.000 κομμουνιστές ενταγμένοι σ’ ένα καλά οργανωμένο σύστημα πληροφοριών (υπήρχαν) σε κάθε χωριό στην Ελλάδα. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι συμμορίτες της Αυτοάμυνας και συνιστούν τόσο μεγάλο κίνδυνο , όσο και οι ένοπλοι αντάρτες.. Είναι οι διοικητικές , πληροφοριοδοτικές και εφοδιαστικές υπηρεσίες των ανταρτικών δυνάμεων».

Λίγο αργότερα μια αναφορά του αμερικανού γεωργικού Jay G. Diamond λέει τα πράματα με τα’ όνομά τους: « Η πολιτική εκκένωσης που ακολουθεί ο ελληνικός στρατός έτσι όπως έχει συλληφθεί αρχικά , είχε στόχο να αποστερήσει τους αντάρτες από πηγές διατροφής και πληροφόρησης…».

Η εφαρμογή των μέτρων έγινε σταδιακά:

Πρώτο μέτρο ήταν  ο αποκλεισμός από κάθε βοήθεια των χωριών που δεν βρίσκονταν σε «ασφαλείς περιοχές» σε συνδυασμό με τις συλλήψεις , την τρομοκρατία , τους φόνους κ.λπ..

Στις 6 Νοεμβρίου 1946 ο αμερικανός υποπρόξενος στη Θεσσαλονίκη George M. Widney , μετά από περιοδεία  στην Έδεσσα , την Καστοριά , Το Άργος  Ορεστικό και τη Φλώρινα αναφέρει ότι : «Η ελληνική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει στη δυτική και κεντρική Μακεδονία μια σκληρή πολιτική , ισοδύναμη με καταδίωξη , απέναντι σε πρόσωπα και άτομα που εφοδιάζουν τις ένοπλες αριστερές συμμορίες ή που είναι επιδεκτικοί στην επιρροή τους». Προσθέτει ακόμη πως γίνονται διακρίσεις εις βάρος χωριών που συμπαθούν τους αριστερούς στο ζήτημα της διανομής τροφίμων και εφοδίων της UNRA( «Διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών για την Ανακούφιση και την Αποκατάσταση».

Ένας άλλος αξιωματούχος της UNRA  , βρετανός αυτή τη φορά, σε έκθεσή του σημειώνει ότι ολόκληρα χωριά στην Ευρυτανία αφήνονται χωρίς τρόφιμα,  για το φόβο εμφάνισης  των ανταρτών που (ενδεχομένως) θα τα έπαιρναν. Μάλιστα μιλάει και για θανάτους από ασιτία.

Δεύτερο μέτρο ήταν η απαγόρευση κυκλοφορίας από το ένα χωριό στο άλλο  (κυρίως στις ορεινές περιοχές) και η φρούρηση από μονάδες στρατού , της Εθνοφυλακής και τις Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (τους γνωστούς ΜΑΥδες).

Και αν τα παραπάνω μέτρα δεν απέδιδαν υπήρχαν και τα πιο δραστικά: η εκτόπιση από τα χωριά. Ορισμένες φορές ο στρατός «συμβουλεύει» τους χωρικούς να εγκαταλείψουν τα χωριά τους για λόγους «ασφαλείας».όπως βεβαιώνεται και από απόρρητα έγγραφα του Στείτ Ντιπάρτμεντ . Και όταν οι «συμβουλές» δεν  φτάνουν η εκκένωση γίνεται αναγκαστικά. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι συνήθως η εξής: Τμήματα του στρατού εισέρχονται στο χωρίο μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από πυροβολισμούς. Περίπολοι μαζί με τον παπά και τον πρόεδρο της κοινότητας περιέρχονται τα σπίτια και διατάσσουν όλους τους χωρικούς , άνδρες γυναίκες , παιδιά , ηλικιωμένους να συγκεντρωθούν στην πλατεία. Εκεί ένας αξιωματικός ανακοινώνει στους χωρικούς πω μέσα σε λίγες ώρες θα πρέπει να εγκαταλείψουν το χωριό. Όποιος δεν συμμορφωθεί θα συλλαμβάνεται. Οι χωρικοί αφού πάρουν μαζί τους ότι μπορούν (τρόφιμα, ρούχα, άλλα πολύτιμα πράγματα) θα μεταφερθούν σε πόλεις που κρατάει ο στρατός. Συνήθως οι αξιωματικοί διαβεβαίωναν ότι ο εκπατρισμός δεν θα κράταγε πολύ. Τελικά για τις περισσότερες περιπτώσεις  αυτό το διάστημα κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια. Για κάποιους και πολύ περισσότερο.
Ανταρτόπληκτοι_1948-1949
1948: Μια γνώριμη εικόνα από την ελληνική ύπαιθρο. Ενα καραβάνι «ανταρτόπληκτων» εγκαταλείπει το χωριό.

Χαρακτηριστικά στις 27 Οκτωβρίου 1947 το γραφείο του στρατιωτικού ακολούθου της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ελλάδα σε απόρρητο έγγραφο προς το γενικό διοικητή  της «Ομάδας Αμερικανικού Στρατού στην Ελλάδα» (USAGG) αναφέρει ότι το 35ο Σύνταγμα του Ελληνικού Στρατού που εδρεύει στις Σέρρες «έχει απομακρύνει 1500 άνδρες, ηλικίας 16 έως 40, από χωριά της περιοχής του σε τρία στρατόπεδα», και προσθέτει: « Οι οικογένειες θα ακολουθήσουν αργότερα». Σε άλλο έγγραφο που βρίσκεται στα αρχεία του Στέητ Ντηπάρτμεντ ο ταγματάρχης Βέρος της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Γ΄ Σώματος Στρατού σημειώνει ότι «ορισμένοι διοικητές του Γ΄Σώματος είχαν ζητήσει να εκκενωθούν κάπου 150 χωριά κοντά στην περιοχή που ελεγχόταν από τους αντάρτες , ώστε οι τελευταίοι να μην μπορούν  να εξασφαλίσουν εφόδια από αυτά».

Όσο περνάει ο καιρός ο αριθμός των εκτοπισμένων αυξάνει ανησυχητικά. Ο αρχηγός της «Αμερικανικής Αποστολής Βοήθειας στην Ελλάδα» ( η γνωστή ΑΜΑG) Dwight Griswold, στέλνει στις 27.10.1947 τηλεγράφημα στον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Κ. Τσαλδάρη , στο οποίο του εφιστά την προσοχή γιατί: « Ο ελληνικός στρατός έχει απομακρύνει 300.000 άτομα από σπίτια που βρίσκονται σε περιοχές που κρατούν οι αντάρτες ή στο θέατρο των επιχειρήσεων κυρίως στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα για να εμποδίσει εξαναγκαστική στρατολόγηση (σ.σ. από τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας). Οι πρόσφυγες συνιστούν κρίσιμο εθνικό πρόβλημα , για το οποίο καταστρώνουμε σχέδια , από κοινού με την ελληνική κυβέρνηση  και τον ελληνικό στρατό».

Λίγο αργότερα ο ίδιος αμερικανός αξιωματούχος επισημαίνει στην κυβέρνηση των Αθηνών πως ο στρατός, αφού μεταφέρει τους εκτοπισμένους σε «ασφαλείς περιοχές» , τους αφήνει στο έλεος του Θεού χωρίς καμία φροντίδα.

Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι μόνο προς το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου , στις 9 Μαίου 1949 , καταρτίστηκε ο Αναγκαστικός Νόμος 894 με τον οποίο προβλεπόταν η δημιουργία μηχανισμών για την ανακούφιση των χιλιάδων ξεριζωμένων. Όμως και σ΄αυτή την περίπτωση το επίσημο κράτος φέρθηκε μικρόψυχα. Έχοντα χωρίσει τους ξεριζωμένους σε κατηγορίες (στην Α΄ περιλαμβάνονταν όσοι είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους για ν΄ αποφύγουν το ΔΣΕ , ΕΝΏ στις Β΄και Γ΄΄ όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες εκτοπισμένων) η βοήθεια προβλεπόταν κυρίως για την πρώτη κατηγορία. Εκεί μάλιστα ενέταξαν και τις οικογένειες των επιστρατευμένων  και των ανδρών των ΜΑΥ.

Η ζωή των εκτοπισμένων στις πόλεις είναι δραματική:
img184
«Ανταρτόπληκτοι» από την περιοχή Δομοκού

-Αγρότες στη συντριπτική πλειοψηφία τους , υποχρεώνονται να ζουν κάτω από φοβερές συνθήκες σε παλιές φυλακές , στρατώνες ακόμη και σε σφαγεία.

-Οι περισσότεροι για να ζήσουν υποχρεώνονται να κάνουν τις πιο βαρειές δουλειές ή άλλα μη παραγωγικά επαγγέλματα , όπως αυτό του πλανόδιου πωλητή. Το Δεκέμβριο του 1949 σε έγγραφο του υπουργείου Σνυτονισμού αναφέρεται πως το Σουφλί είναι γεμάτο από άνεργους «συμμοριόπληκτους πρόσφυγες» που ζουν παρασιτικά.

Ακόμη και όταν διατάσσεται η επιστροφή στα χωριά τους , την οποία αναλαμβάνει συνήθως ο Στρατός, οι περισσότεροι προσπαθούν να την αποφύγουν  καθώς:

-Με τη ζωή στους άθλιους καταυλισμούς  των μεγάλων πόλεων έχουν χάσει την κοινωνική συνοχή τους.

-Τα χωράφια ( ο κλήρος τους ) που είχαν πριν από τον εμφύλιο ήταν πολύ μικρά και η παραγωγικότητα με τον πόλεμο έπεσε κατακόρυφα. Όσο για τα ζώα τους , ο αριθμός τους είχε μειωθεί δραματικά.

-Σπίτια, σχολεία, εκκλησίες στα χωριά είναι κατεστραμμένα από τις μάχες. Σε έγγραφο της Στρατιωτικής Διοίκησης  Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1949 αναφέρεται: « Δεν είναι νοητό ουδέ επιτετραμμένον επί εαμοκρατίας να υπήρχαν δημοδιδάσκαλοι εις όλα τας χωρία και ήδη ότε πλήρης ασφάλεια παρέχεται εις άπαντα τα επαναπατρισθέντα χωρία να μην υπάρχουν τοιούτοι».

Η επιχείρηση μεταφοράς των «συμμοριοπλήκτων» και η εγκατάστασή τους στις πόλεις χρηματοδοτήθηκε με λεφτά του σχεδίου Μάρσαλ που ανακοινώθηκε το καλοκαίρι του 1947. Με λεφτά του ιδίου σχεδίου χρηματοδοτήθηκαν και η πολιτική των εκτοπίσεων στα νησιά και των στρατοπέδων συγκέντρωσης όπως αυτό της Μακρονήσου. Το σχέδιο Μάρσαλ προέβλεπε την κατάρτιση ενός «Λογαριασμού Δραχμών Ανασυγκροτήσεως» για «έργα ανασυγκρότησης» (στρατιωτικά έργα, λιμάνια, αεροδρόμια κ.λπ.). Τα έργα αυτά μικρά ή μεγάλα τα αναλάμβαναν συνήθως αετονύχηδες επιχειρηματίες της εποχής, εργολάβοι , βιομήχανοι κ.λπ. Οι επιχειρηματίες αυτοί όχι μόνο έπαιρναν χρήματα από το λογαριασμό αλλά εξασφάλιζαν και ένα εργατικό δυναμικό από τους εκτοπισθέντες  με μηδενικό κόστος αφού έπαιρναν  λεφτά  για να πληρώνουν τα μεροκάματα πείνας (κάτι ανάλογο δεν γίνεται και σήμερα με τις επιδοτήσεις για την  ολιγόμηνη  και μη σταθερή απασχόληση των ανέργων;). Με αυτά  τα χρήματα πολλοί επιχειρηματίες της εποχής  θησαύρισαν και δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι από αυτούς είχαν βγάλει χρήμα με ουρά συνεργαζόμενοι με τους γερμανούς κατακτητές που τους εξασφάλιζαν κι αυτοί φτηνό εργατικό δυναμικό.

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου όλοι αυτοί οι ξεριζωμένοι θα αποτελέσουν τη μαγιά του μεγάλου κύματος της εξωτερικής μετανάστευσης, την οποία είχαν προαναγγείλει οι αμερικανοί εμπειρογνώμονες στην Ελλάδα από τον Ιούλιο του 1949. Σε αναφορά του «Γραφείου Αντικατασκοπευτικής Έρευνας» του Στέητ Ντηπάρτμεντ  (OIR: Office ofIntelligence Research) τονίζεται ότι το πρόβλημα του «υπερπληθυσμού στις αγροτικές περιοχές θα μπορούσε να λυθεί με την εξωτερική μετανάστευση 80.000 – 100.000 κάθε χρόνο, η οποία θα «εκμηδενίζει» την αναμενόμενη φυσική αύξηση του πληθυσμού» που υπολογιζόταν σε 80.000  με 100.000 άτομα.

* Αναλυτικά στοιχεία , πίνακες και εκθέσεις από τα απόρρητα αρχεία των αμερικανικών υπηρεσιών δημοσιεύθηκαν στη μελέτη της Αγγελικής Λαίου  «Μετακινήσεις πληθυσμού στην ελληνική ύπαιθρο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου» στο συλλογικό τόμο «Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο 1945-1949» (εκδόσεις «Ολκός», Αθήνα 1992).

Ουκρανία: Η «Διεθνής Αμνηστία» εξισώνει θύτες και θύματα..

Ουκρανία: Η «Διεθνής Αμνηστία» εξισώνει θύτες και θύματα...
Στρατιώτης του Κιέβου παρακολουθεί κατοίκους του Ντονέτσκ (φωτό αρχείου ΑΡ)

Στη λογική της εξίσωσης του θύτη με το θύμα, «ξεπλένοντας» έτσι την αντιδραστική κυβέρνηση των φασιστών και εθνικιστών του Κιέβου, κινήθηκε η Μη Κυβερνητική Οργάνωση «Διεθνής Αμνηστία» σε σημερινή της συνέντευξη στο Κίεβο για την κατάσταση στην Ουκρανία.
Η «Διεθνής Αμνηστία» είχε κληθεί να ερευνήσει πληροφορίες που έκαναν λόγο για τον εντοπισμό ομαδικών τάφων στα τέλη Σεπτέμβρη σε ένα ορυχείο κοντά στο χωριό Νίζνια Κρίνκα, στους οποίους βρέθηκαν, σύμφωνα με το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, 400 πτώματα.
Η ΜΚΟ επιβεβαίωσε την ύπαρξη του ομαδικού τάφου και την εμπλοκή των δυνάμεων του Κίεβου, ωστόσο έσπευσε να «κουκουλώσει» το έγκλημα, ισχυριζόμενη ότι τα θύματα δεν ήταν όσα «μεταδίδουν τα μέσα ενημέρωσης και οι ρωσικές αρχές».
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι συνοπτικές εκτελέσεις και ωμότητες διαπράττονται και από τις δύο πλευρές, τους φιλορώσους αυτονομιστές και τις δυνάμεις που είναι πιστές στο Κίεβο, όμως είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η κλίμακα των παραβιάσεων αυτών», υποστήριξε η εκπρόσωπος της οργάνωσης.
Μακρύ χέρι του ιμπεριαλισμού
Η Διεθνής Αμνηστία ιδρύθηκε το 1961 από το Βρετανό δικηγόρο Πίτερ Μπένενσον, με στόχο «να υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελεύθερη έκφραση». Ωστόσο, πολύ γρήγορα, η συγκεκριμένη ΜΚΟ φαίνεται πως «αλώθηκε» από τις μυστικές υπηρεσίες των ιμπεριαλιστών.
Μάλιστα, την καταγγελία αυτή έκανε ο ίδιος ο ιδρυτής της! Συγκεκριμένα το 1966 ο Μπένενσον κατήγγειλε ότι στην οργάνωση είχαν διεισδύσει Βρετανοί πράκτορες και ζήτησε τη μεταφορά της έδρας της από τη Βρετανία και το Λονδίνο σε άλλη χώρα. Οι καταγγελίες δεν επιβεβαιώθηκαν από την «ανεξάρτητη» έρευνα που διεξήχθη, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρησή του από την οργάνωση. Ωστόσο, ανάλογες καταγγελίες εκφράστηκαν στη συνέχεια και στις ΗΠΑ, κάνοντας λόγο για εμπλοκή της CIA στην εν λόγω οργάνωση...

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

   ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Η πολιτική της ΕΕ για τις γυναίκες καθορίζεται από τη συνολικότερη πολιτική της για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας με την προώθηση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων. Η κοινή στόχευση των μονοπωλίων των κρατών μελών της ΕΕ ενάντια στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα αποτελεί την ενιαία γραμμή που διαπερνά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τη στρατηγική της Λισαβόνας και στη συνέχεια τη στρατηγική «Ευρώπη 2020».

Η πολιτική της ΕΕ για τις γυναίκες εντασσόταν πάντα στη συνολικότερη στρατηγική και στις ανά περιόδους ιδιαίτερες στοχεύσεις των μονοπωλιακών ομίλων για την αύξηση της κερδοφορίας τους λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου της ταξικής πάλης, αλλά και της επίδρασης των κατακτήσεων των γυναικών στις σοσιαλιστικές χώρες.
Από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλιστικός οργανισμός προσέγγισε την έννοια της ισότητας των φύλων με αντίστοιχες μεθόδους πολιτικών παρεμβάσεων σύμφωνα πάντα με τη στρατηγική του. Κατά την εκτίμηση των ίδιων των στελεχών του η ιστορική διαδρομή ισότητας των φύλων στην ΕΕ χωρίζεται σχηματικά σε 4 χρονικές περιόδους1:
1. Νομική κατοχύρωση της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασία (1957-1982).
2. Θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών και προγράμματα δράσης για ίσες ευκαιρίες μεταξύ ανδρών και γυναικών (1982-1990).
3. Οι γυναίκες στα κέντρα αποφάσεων και η ένταξη της ισότητας σ’ όλες τις πολιτικές (gender mainstreaming) (1991-2000).
4. Η ισότητα των φύλων στον 21ο αιώνα: Ο στόχος της ισότητας των φύλων υποτάσσεται στο στόχο της ισότητας για όλους.
Στην πρώτη περίοδο προωθούνται νομοθετικές διατάξεις (Οδηγίες) κυρίως για την κατοχύρωση της ίσης αμοιβής ανδρών και γυναικών, η οποία αναφέρεται και στο άρθρο 119 της Συνθήκης της Ρώμης. Ήταν ένας αναγκαίος εκσυγχρονισμός που επιβάλλονταν από την πραγματικότητα των κρατών-μελών με μεγάλη ποσοστιαία συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική εργασία. Πάνω σε αυτό διαμορφώθηκε και η ανάγκη εναρμόνισης της νομοθεσίας των κρατών-μελών, που συνέστησαν την ΕΟΚ.
Στη δεύτερη περίοδο τα κράτη-μέλη και η ένωσή τους, όλο και περισσότερο επιδίωκαν την ένταξη του ικανού προς εργασία γυναικείου δυναμικού, αλλά όλο και περισσότερο βρισκόντουσαν αντιμέτωποι με τις κοινωνικές συνέπειες αυτής της ένταξης (μητρότητα, φροντίδα υπερηλίκων κλπ.), αλλά και με νέες εκσυγχρονιστικές ανάγκες (αλλαγή ειδίκευσης κλπ.). Ετσι, κοινοτικά κονδύλια έρρεαν άφθονα για την «ανάπτυξη θετικών δράσεων». Ποιες ήταν αυτές; Κατάρτιση των γυναικών στις νέες τεχνολογίες, γυναικεία επιχειρηματικότητα, αύξηση της γυναικείας απασχόλησης. Στη φάση που διαμορφώνονταν νέες συνθήκες στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό, νέες ανάγκες για διαμόρφωση της ΟΝΕ, όταν έμπαινε το ζήτημα αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων ο «συνδυασμός οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής» διατυπώθηκε για πρώτη φορά σαν βασική επιταγή της κοινοτικής πολιτικής για τις γυναίκες και από τότε, τριάντα χρόνια τώρα, αποτελεί όχημα για να προωθηθούν η μερική απασχόληση και οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις γενικότερα. Η αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης ανδρών και γυναικών ιδιαίτερα νέων στις συνθήκες νέες αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας εύρισκε διέξοδο μέσω των ελαστικών σχέσεων.
Στην τρίτη περίοδο άρχισε να προβάλλεται ως πανάκεια η γυναικεία συμμετοχή στα Κέντρα Λήψης Αποφάσεων (ΚΛΑ) που αποτελεί σημαία της ευρωενωσιακής πολιτικής μέχρι σήμερα. Επίσης η κατεύθυνση για «ενσωμάτωση της πολιτικής του φύλου σε κάθε πολιτική της ΕΕ» αποτελεί το άλλοθι για να υλοποιούνται οι βασικές πολιτικές επιλογές που καταστρατηγούν δικαιώματα και επιδεινώνουν τη ζωή των γυναικών στο όνομα πάντα της ισότητας
Στην περίοδο μετά το 2000 η πολιτική της ΕΕ για τις γυναίκες δέχεται κριτική από τη σοσιαλδημοκρατία γιατί «συρρικνώνονται οι διαθέσιμοι πόροι» και «το φύλο αντιμετωπίζεται έκτοτε όλο και περισσότερο ως βάση διάκρισης ίδιου τύπου με αυτές λόγω φυλετικής και εθνικής καταγωγής, σωματικής ακεραιότητας και σεξουαλικών προτιμήσεων, ο δε στόχος της ισότητας των φύλων υποτάσσεται σταδιακά στο στόχο της ισότητας για όλους».2
Η καπιταλιστική κρίση που εκδηλώθηκε στις χώρες της ΕΕ οξύνει τη διαπάλη διαφόρων τμημάτων του κεφαλαίου για τον επιμερισμό των ζημιών που προέρχονται από αυτήν, το ύψος και την κατανομή των κρατικών ενισχύσεων. Όμως σε πολιτικό επίπεδο όλες οι εκδοχές της αστικής διαχείρισης, νεοφιλελεύθερες ή σοσιαλδημοκρατικές, έχουν αντιλαϊκό χαρακτήρα και δεν μπορούν να εξαλείψουν τις νομοτέλειες και τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Η αστική τάξη της ΕΕ αναζητά το κατάλληλο μείγμα διαχείρισης που να μπορεί να ενσωματώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια από την έκρηξη της φτώχειας, της ανεργίας, της ανασφάλειας.
Στην πολιτική της ΕΕ για τις γυναίκες σήμερα κυριαρχεί η ρητορική των σοσιαλδημοκρατών και των οπορτουνιστών δεδομένης και της πλειοψηφίας τους στην αρμόδια Επιτροπή για την Ισότητα των Φύλων και τα Δικαιώματα της Γυναίκας του Ευρωκοινοβουλίου.
Οι αναλύσεις τους και οι προτάσεις τους δεν απέχουν από τις γενικότερες κατευθύνσεις της σοσιαλδημοκρατίας στην ΕΕ. Χαρακτηριστικό δε κείμενο που απηχεί τη ρητορική της σοσιαλδημοκρατίας είναι η Έκθεση3 της αρμόδιας Επιτροπής για τον αντίκτυπο της κρίσης στις γυναίκες. Η κρίση χαρακτηρίζεται ως «χρηματοπιστωτική και οικονομική, αλλά και κρίση της δημοκρατίας, της ισότητας, της κοινωνικής πρόνοιας και της ισότητας των δύο φύλων…».
Σαν πρώτη αιτία προβάλλεται η φεμινιστική άποψη ότι είναι «μια καταστροφή που προκλήθηκε από άνδρες», ενώ «οι γυναίκες, οι οποίες διαθέτουν γενικά ανώτερο επίπεδο προσόντων απ’ ό,τι οι άνδρες, πρέπει να συμμετέχουν πλήρως στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στις σφαίρες της πολιτικής, της οικονομίας και των χρηματοοικονομικών, καθώς και στις συμφωνίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων». Αποκρύπτοντας επιμελώς τις πραγματικές αιτίες για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες, δε φείδονται διαπιστώσεων για την «αυξανόμενη εκμετάλλευση των γυναικών», τη «χαμηλότερη συμμετοχή των μητέρων στην αγορά εργασίας», την «υπονόμευση του κράτους πρόνοιας», «τις μισθολογικές ανισότητες» που συνδέονται με την «ανάπτυξη άτυπων μορφών συμβάσεων».
Ως διέξοδο εκθειάζει τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων γυναικών, που όπως είναι γνωστό με τα προγράμματα κατάρτισης, μαθητείας και κοινωφελούς εργασίας τα ευρωπαϊκά μονοπώλια έχουν στα χέρια πιο πάμφθηνο εργατικό δυναμικό. Ταυτόχρονα ενσωματώνει και έναν αναγκαίο εκσυγχρονισμό, προβάλλοντας την ανάγκη για κατάρτιση και δια βίου μάθηση των γυναικών, για απόκτηση «νέων δεξιοτήτων στον τομέα των νέων τεχνολογιών». Προτείνει να γίνουν άμεσα επενδύσεις «σε οικονομικά προσιτές ποιοτικές υπηρεσίες - όπως στην ολοήμερη παιδική μέριμνα ή τη φροντίδα εξαρτώμενων προσώπων».
Επίσης, η προβολή της γυναικείας επιχειρηματικότητας είναι ένα σκαλοπάτι στην ένταξη των γυναικών στην εμπορευματική παραγωγή.
Θεωρεί «ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα προκύψουν από την αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης αποτελούν ευκαιρία». Η λύση που προτείνεται βρίσκεται στην ευελφάλεια (ευελιξία με ασφάλεια), καθώς οι γυναίκες «αποτελούν σημαντικό δυναμικό για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της απόδοσης των επιχειρήσεων».
Πέρα λοιπόν από τις όποιες διαπιστώσεις για το χτύπημα των δικαιωμάτων των γυναικών μέσα στην κρίση, στην πραγματικότητα συνολικά η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έχει υπογράψει και προωθεί τη στρατηγική «Ευρώπη 2020» και όλες τις κοινοτικές οδηγίες θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων μέσα απ’ τη διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης, ελαστικών εργασιακών σχέσεων προσωρινής απασχόλησης και νέων πεδίων ικανοποιητικής κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Και αυτό αποτελεί και το επιστέγασμα της εν λόγω Έκθεσης που τονίζει ότι για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» απαιτείται «η απασχόλησή τους σε στρατηγικούς τομείς της ανάπτυξης, θεσπίζοντας συγκεκριμένα μέτρα για ευέλικτα ωράρια εργασίας, ίση αμοιβή, και μεταρρύθμιση των καθεστώτων φορολογίας και συνταξιοδότησης, καθώς επίσης μέτρα για τη διά βίου μάθηση προκειμένου να εξασφαλίζονται οι δεξιότητες και τα προσόντα που χρειάζονται».

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ «ΕΥΡΩΠΗ 2020»

Η στρατηγική της ΕΕ, «Ευρώπη-2020», αξιοποιεί τις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης για την ένταση της αντεργατικής επίθεσης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στην εργατική τάξη και στα άλλα λαϊκά στρώματα σε όλα τα κράτη-μέλη της. Κυρίως επιδιώκει να καθορίσει τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, στη φάση της καπιταλιστικής αναζωογόνησης, στον ανελέητο πόλεμο μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων για το μοίρασμα των αγορών, τη βελτίωση της θέσης τους στο διεθνή μονοπωλιακό ανταγωνισμό.
Οι φόβοι του μονοπωλιακού κεφαλαίου για μείωση της κερδοφορίας του καθορίζουν και το μονόδρομο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», που δεν είναι άλλος από το τσάκισμα των εργατικών δικαιωμάτων σε ολόκληρη την ΕΕ.
Κεντρική θέση στην επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη αποκτά η διαβόητη «ευελφάλεια», σε συνδυασμό με τις διάφορες μορφές «διά βίου μάθησης», «κατάρτισης και επανακατάρτισης» και απόκτησης «δεξιοτήτων», αλλά και την κινητικότητα της εργατικής τάξης ανάμεσα στους διάφορους κλάδους και τομείς παραγωγής, καθώς και ανάμεσα στα διάφορα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Οι στόχοι της στρατηγικής αυτής είναι:
Το ποσοστό απασχόλησης του πληθυσμού ηλικίας 20-64 ετών να αυξηθεί από 69% σήμερα σε τουλάχιστον 75%, μεταξύ άλλων μέσω της μεγαλύτερης συμμετοχής των γυναικών, των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας και της καλύτερης ενσωμάτωσης των μεταναστών στο εργατικό δυναμικό.
Ουσιαστικά μιλάνε για ελαστική χωρίς εργασιακά/ασφαλιστικά δικαιώματα «περιπλάνηση» φτηνού εργατικού δυναμικού προορισμένου να συνταξιοδοτηθεί στα 70 έτη.
Τον 21ο αιώνα με τέτοια άνοδο της τεχνολογίας θεωρούν επιτυχία να έχει απασχόληση το 75% του πληθυσμού όταν τον προηγούμενο αιώνα το σοσιαλιστικό κράτος είχε εξασφαλισμένη σταθερή εργασία με πλήρη δικαιώματα για το 100% του ικανού προς εργασία πληθυσμού.
Ως προς το στόχο της ΕΕ, γίνεται η εξής εκτίμηση της πορείας του: «Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε, τα ποσοστά απασχόλησης στην Ευρώπη -κατά μέσο όρο 69% για άτομα ηλικίας 20-64 ετών- εξακολουθούν να είναι σημαντικά χαμηλότερα απ’ ό,τι σε άλλα μέρη του κόσμου. Το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται ανέρχεται μόνο σε 63% έναντι 76% για τους άντρες. Μόνο το 46% των εργαζόμενων μεγαλύτερης ηλικίας (55-64) απασχολούνται σε σύγκριση με ποσοστό άνω του 62% στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία. Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι κατά μέσο όρο εργάζονται 10% λιγότερες ώρες απ’ ό,τι οι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ ή στην Ιαπωνία»4.
Ταυτόχρονα τα επιτελεία της ΕΕ ανησυχούν για τη δημογραφική γήρανση, γιατί θεωρούν ότι η μείωση των εργαζόμενων οξύνει το πρόβλημα των ασφαλιστικών ταμείων, λόγω μείωσης του όγκου των εισφορών και αύξησης των δαπανών για συντάξεις, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και μακροχρόνια φροντίδα. Γι’ αυτό και προωθούν τη λεγόμενη «ενεργό γήρανση». Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η δημογραφική γήρανση επιταχύνεται. Καθώς συνταξιοδοτείται η γενιά της έκρηξης των γεννήσεων (baby-boom), ο ενεργός πληθυσμός της ΕΕ θα αρχίσει να μειώνεται από το 2013/2014. Σήμερα ο αριθμός των ατόμων ηλικίας άνω των 60 ετών αυξάνεται με ρυθμό δύο φορές ταχύτερο απ’ ό,τι πριν από το 2007 - κατά περίπου δύο εκατομμύρια κάθε χρόνο σε σύγκριση με ένα εκατομμύριο προγενέστερα. Ο μικρότερος ενεργός πληθυσμός σε συνδυασμό με υψηλότερο ποσοστό συνταξιούχων θα επιβαρύνει με πρόσθετους περιορισμούς τα συστήματά μας κοινωνικής πρόνοιας»5.
3% του ΑΕΠ της ΕΕ πρέπει να επενδύεται σε Ε&Α (ενέργεια και ανάπτυξη).
Αναφέρονται στην «πράσινη ανάπτυξη», την προώθηση των «ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», με γερή χρηματοδότηση των επιχειρηματιών προκειμένου να επενδύσουν στον κερδοφόρο γι’ αυτούς τομέα απασχολώντας ταυτόχρονα φτηνό, ανασφάλιστο εργατικό δυναμικό.
Ο αριθμός των ατόμων που κινδυνεύουν από φτώχεια πρέπει να μειωθεί κατά 20 εκατομμύρια.
Να σημειώσουμε πώς σήμερα πάνω από 85 εκατομμύρια Ευρωπαίοι βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας, τα περισσότερα είναι γυναίκες, ιδιαίτερα νέες γυναίκες ή ηλικιωμένες. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες της οικογενειακής συνοχής, έχει αυξηθεί η συγκέντρωση στα αστικά κέντρα, ιδιαίτερα νεότερων ηλικιών, ενώ παραμένουν οι υπερήλικες στα χωριά. Ταυτόχρονα η ανεργία, η ελαστική, επισφαλής εργασία, οι χαμηλοί μισθοί, οι πενιχρές συντάξεις, η επώδυνη φορολογία έχουν συντελέσει να αυξηθεί τα τελευταία 10 χρόνια δυσανάλογα ο αριθμός των γυναικών σε κατάσταση φτώχειας σε σύγκριση με τον αριθμό των ανδρών. Ο λόγος για τον οποίο έχουν στόχο τη μείωση της απόλυτης εξαθλίωσης των εργαζομένων είναι κυρίως η αναχαίτιση των λαϊκών αντιδράσεων.
Το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα τη σχολική εκπαίδευση να είναι μικρότερο από 10% και τουλάχιστον 40% των νέων πρέπει να έχουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Αυτό που ουσιαστικά ενδιαφέρει την ΕΕ είναι να «παράγεται» εργατικό δυναμικό που να υπηρετεί τους στόχους για άνοδο της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, με κατάρτιση από τις μικρές ηλικίες και «δια βίου μάθηση» για τους πολλούς και πτυχία τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πολλαπλής διαβάθμισης από τα ΑΕΙ - ΤΕΙ που λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Στους γενικότερους στόχους της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» είναι ενταγμένη και η νέα ΚΑΠ 2014-2020. Οι επιδοτήσεις μειώνονται τουλάχιστον κατά 35%. Προωθείται η στροφή της γεωργίας σε πιο κερδοφόρες για το κεφάλαιο δραστηριότητες και στην «πράσινη οικονομία». Μεταφέρονται κονδύλια από την πραγματική παραγωγή σε δήθεν «φιλοπεριβαλλοντικές» δράσεις. Οι προσαρμογές στη χρηματοδότηση στοχεύουν στη συγκέντρωση της παραγωγής σε καπιταλιστικές αγροτικές επιχειρήσεις. Έτσι ασφυκτικά περιορίζονται τα περιθώρια αναπαραγωγής από τους μικρούς ακόμα και μεσαίους αγρότες, η δυνατότητα εισοδήματος επιβίωσης του φτωχού αγρότη με την οικογενειακή εκμετάλλευση.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΔΡΩΝ 2010-2015

Η στρατηγική της ΕΕ για την ισότητα για την πενταετία 2010-2015 αποτυπώνεται στη σχετική ανακοίνωση6 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία συνοπτικά παρουσιάζει τις κύριες κατευθύνσεις της πολιτικής της που αναλύονται πιο διεξοδικά σε Εκθέσεις της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας.
Η στρατηγική για την ισότητα συνδέεται άμεσα με την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», όπως τονίζει το σχετικό κείμενο. Για να επιτευχθεί «η έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, η δεξαμενή δυναμικότητας και ταλέντου των γυναικών χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί σε μεγαλύτερη έκταση και πιο αποτελεσματικά».
Η εν λόγω στρατηγική προτάσσει πέντε περιοχές προτεραιότητας και μία που αφορά οριζόντια ζητήματα.

1. ΙΣΟΤΙΜΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

• Εδώ γίνεται ειδική αναφορά στο ζήτημα της απασχόλησης των γυναικών. Θεωρείται ότι υπήρξε πρόοδος στη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, με τη γυναικεία απασχόληση να φτάνει στο 62,5%. Οι γυναίκες κάλυψαν τις 9,8 εκατ. θέσεις από τις συνολικά 12,5 εκατ. πρόσθετες θέσεις απασχόλησης μεταξύ του 2000 και του 2009. Αποσιωπούν βέβαια το γεγονός ότι οι θέσεις αυτές κατά το μεγαλύτερο ποσοστό είναι θέσεις ελαστικής απασχόλησης. Στην Ελλάδα οι ευέλικτες μορφές εργασίας κατέχουν το 21% το 2009, ενώ φτάνουν στο 45% το 2012 και οι συμβάσεις πλήρους εργασίας από 79% επί του συνόλου που ήταν το 2009 μειώνονται σε 55% το 2012. Εκτιμάται ότι «αυτή η αυξημένη συμμετοχή συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη της ΕΕ».
Είναι αποκαλυπτική δε η αιτιολόγηση της ανάγκης απασχόλησης περισσότερων γυναικών:
- Μείωση της πίεσης στα δημόσια οικονομικά και στα συστήματα κοινωνικής προστασίας,
- διεύρυνση της βάσης του ανθρώπινου κεφαλαίου,
- αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
Επομένως η με τους νέους όρους αύξηση της απασχόλησης των γυναικών μειώνει τις δαπάνες κοινωνικής πολιτικής (επιδόματα ανεργίας κλπ.), οδηγεί συνολικά σε φθηνότερη εργατική δύναμη, αυξάνει συνολικά το ποσοστό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και τελικά καθιστά τα ευρωπαϊκά μονοπώλια πιο ανταγωνιστικά στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού.
Για να επιτευχθεί ο στόχος της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για ποσοστό απασχόλησης 75% για γυναίκες και άντρες πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην εργασία γυναικών «μεγαλύτερης ηλικίας, μονών γονέων, γυναικών με αναπηρία, διακινούμενων γυναικών και γυναικών από εθνοτικές μειονότητες». Οι γυναίκες λοιπόν πρέπει να εργάζονται ως τα βαθιά γεράματα. Να αποτελούν μηχανές παραγωγής υπεραξίας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους και όχι για ένα παραγωγικό διάστημα μόνο. Προωθείται σε όλα τα κράτη μέλη η πλήρης κατάργηση μειωμένων συνταξιοδοτικών ορίων για τις γυναίκες. Το ίδιο πρόκειται να συμβεί και με αυτές που λόγω αναπηρίας αδυνατούν να εργαστούν. Η ΕΕ επιτάσσει να μπουν στην παραγωγή με κάθε κόστος γι αυτές και την υγεία τους. Το κράτος των καπιταλιστών επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει τις δαπάνες πρόνοιας.
Ταυτόχρονα η ειδικευμένη γυναικεία εργασία, με όρους «ευελιξίας» αποτελεί πηγή πρόσθετης υπεραξίας για τους καπιταλιστές.
Το παραπάνω ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα, που τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις άλλες χώρες της ΕΕ οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος των αποφοίτων της ανώτατης εκπαίδευσης και επομένως σημαντικό μέρος του επιστημονικού εργατικού δυναμικού. Είναι, με άλλα λόγια, εύλογο το κεφάλαιο να επιδιώκει να μη μένει το εργατικό αυτό δυναμικό παροπλισμένο, αλλά να εντάσσεται στην παραγωγή ώστε να συμβάλει στην κερδοφορία του. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση της ΓΓΙΦ Βάσως Κόλλια στην Επιτροπή Γυναικών του Ευρωκοινοβουλίου ενόψει της Ελληνικής Προεδρίας: «εάν οι γυναίκες της Ευρώπης απασχολούνταν στο χώρο της ψηφιακής οικονομίας εξίσου με τους άνδρες, το Ευρωπαϊκό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν θα αυξανόταν ετησίως κατά 9 δις ευρώ».
Παράλληλα φροντίζουν να καλλιεργούν αυταπάτες στις γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων πως οι πολιτικές που «ενθαρρύνουν» την είσοδό τους στην αγορά εργασίας, μπορούν να συμβάλουν στην «ανάπτυξη», από την οποία θα ωφεληθούν υποτίθεται και οι ίδιες. Από τη μια, θέλουν να αξιοποιήσουν τις γυναίκες σαν μοχλό στην επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων και των οικογενειών τους και, από την άλλη, να τις χειραγωγήσουν να δέχονται με περηφάνια το ρόλο της «σωσίβιας λέμβου» για τα κέρδη των μονοπωλίων στις συνθήκες της κρίσης. Για την απασχόληση των ηλικιωμένων γυναικών που προωθούν, εξωραϊζουν την πολιτική τους χρησιμοποιώντας φράσεις όπως η «ενεργός γήρανση», για να πείσουν τις γυναίκες για τη χρησιμότητα αυτής της απασχόλησης και για τις ίδιες. Η δουλειά μέχρι τον τάφο πρέπει να παρουσιαστεί με θετικό πρόσημο για να γίνει και αποδεκτή.
Σύμφωνα με τη στρατηγική 2010-2015 «οι γυναίκες συνεχίζουν να φέρουν δυσανάλογο μέρος των ευθυνών που συνεπάγεται μια οικογένεια». Ισχυρίζεται ότι εκεί που τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει πολιτικές συμβιβασμού εργασίας και ιδιωτικής ζωής υπάρχει υψηλό ποσοστό γυναικών και ανδρών που εργάζονται και σχετικά βιώσιμοι ρυθμοί γεννήσεων. Θεωρεί ότι έχει επιτευχθεί πρόοδος σ’ αυτόν τον τομέα μέσω των Οδηγιών για τη γονική άδεια και για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα. Οι προσπάθειες που λέγεται ότι θα καταβληθούν σ’ αυτόν τον τομέα συνοψίζονται στο εξής: «ιδιαίτερη προσοχή στη διαθεσιμότητα προσιτής φροντίδας με υψηλή ποιότητα».
Αντί λοιπόν τα κράτη μέλη της ΕΕ να διαθέτουν δημόσιους και δωρεάν παιδικούς σταθμούς για όλα τα παιδιά και δωρεάν κοινωνικές υπηρεσίες για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, στην καλύτερη περίπτωση αυτές οι υπηρεσίες θα είναι «προσιτές» δηλαδή σχετικά πιο φθηνές, όμως δεν θα πάψουν ποτέ να είναι εμπόρευμα και πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Όλα λειτουργούν στην ΕΕ με αυτό το κριτήριο.
• Η προώθηση της γυναικείας επιχειρηματικότητας αποτελεί επίσης βασική κατευθυντήρια γραμμή, ενώ για τις νέες γυναίκες πρέπει να δοθεί «έμφαση στην επιχειρηματικότητα ως μιας από τις βασικές δεξιότητες που θα πρέπει να διδάσκονται στα σχολεία».
Η «γυναικεία επιχειρηματικότητα» χρησιμοποιείται από την ΕΕ αφενός ως προσωρινό εργαλείο σχετικής μείωσης της ανεργίας και αφετέρου για να προετοιμάζεται η συγκεντροποίηση. Ταυτόχρονα όλα αυτά επενδύονται ιδεολογικά με τους ισχυρισμούς ότι επιβραβεύεται η ατομική πρωτοβουλία, η εργατικότητα, η επιχειρηματικότητα, ότι είναι δυνατόν η καθεμιά να γίνει επιχειρηματίας, ιδιοκτήτρια, μέτοχος και ανώτερο στέλεχος καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Πίσω από τη «βιτρίνα» της «γυναικείας επιχειρηματικότητας» βρίσκεται η πραγματικότητα που βιώνουν οι αυτοαπασχολούμενες, που βρίσκεται πολύ μακριά από την εικόνα της «γυναίκας επιχειρηματία», που έχει «τη δική της επιχείρηση», εργάζεται «χωρίς αφεντικό πάνω από το κεφάλι της» και ασχολείται με ένα αντικείμενο που ανταποκρίνεται «στα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις» της. Οι αυτοαπασχολούμενες στην πραγματικότητα παλεύουν να επιβιώσουν σε συνθήκες φορολεηλασίας και ανταγωνισμού με τις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Το δικαίωμά τους στη μητρότητα δεν υποστηρίζεται ούτε από στοιχειώδεις παροχές, δεν έχουν δικαίωμα σε άδειες και επιδόματα. Αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να βάλουν λουκέτο και να βρεθούν άνεργες αλλά και πνιγμένες σε χρέη και οφειλές.
Η προώθηση της «κινητικότητας» των εργαζομένων, γεωγραφικής, επαγγελματικής και εκπαιδευτικής, αποτελεί στρατηγικό στόχο για την ΕΕ και τις κυβερνήσεις των χωρών - μελών της. Το πρότυπο του εργαζόμενου που μεταφέρεται από χώρα σε χώρα σε αναζήτηση μιας θέσης εργασίας ή πρακτικής άσκησης, που αλλάζει επάγγελμα και κλάδο ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των μονοπωλιακών ομίλων, αφορά εξίσου γυναίκες και άντρες. Στην περίπτωση όμως των γυναικών, η ΕΕ διαπιστώνει μεγαλύτερες καθυστερήσεις και πρόσθετες δυσκολίες που πρέπει να ξεπεραστούν. Επισημαίνει ότι «το ποσοστό απασχόλησης των διακινούμενων γυναικών είναι χαμηλό ειδικά κατά τα τρία πρώτα έτη στη χώρα υποδοχής» και απαιτείται η «διευκόλυνση της ένταξής τους, καθώς και η πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη». Αναφορά γίνεται και στη σχετική Έκθεση της Επιτροπής του Ευρωκοινοβουλίου για τα Δικαιώματα των Γυναικών και την Ισότητα των Φύλων.7
Ο στόχος για αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων δεν είναι καινούργια υπόθεση αλλά μπορεί κανείς να τον βρει στα ίδια τα θεμέλια πάνω στα οποία έχει χτιστεί η ΕΕ. Έτσι, η Συνθήκη του Μάαστριχτ, ήδη από το 1992, προέβλεπε την ελευθερία κίνησης προσώπων, με άλλα λόγια την ελεύθερη κίνηση εργατικού δυναμικού στην ενιαία ευρωενωσιακή αγορά. Η Έκθεση τονίζει ότι «η επαγγελματική κινητικότητα αποτελεί στρατηγικό στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τη στιγμή που αυξάνει την αποτελεσματικότητα της ενιαίας αγοράς». Η άρση των εμποδίων και η ενθάρρυνση της εργασιακής κινητικότητας απασχολεί σταθερά την ΕΕ, τα κράτη-μέλη της και φυσικά τους επιχειρηματικούς ομίλους, αφού διασφαλίζει την κίνηση της εργατικής δύναμης με βάση τις ανάγκες του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής και διαμονής των εργαζομένων.
Όπως επισημαίνει η Έκθεση, «υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων ως προς την κινητικότητα των εργαζομένων εντός της ΕΕ, με τους άνδρες να μετακομίζουν λόγω εργασίας ή επαγγελματικής μετάθεσης εκτός έδρας συχνότερα από τις γυναίκες», συγκεκριμένα σε ποσοστό 44% έναντι 27% αντίστοιχα, όπως εκτιμά. Ανάμεσα στα εμπόδια που δυσκολεύουν τη μετακίνηση των γυναικών ώστε να εργαστούν σε άλλες χώρες της ΕΕ από αυτή στην οποία διαμένουν, η Επιτροπή εντοπίζει παράγοντες που σχετίζονται με την οικογένεια, όπως τις σημαντικές αποκλίσεις από το ένα κράτος - μέλος στο άλλο όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα, τις παροχές παιδικής μέριμνας και τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη φροντίδα άλλων εξαρτωμένων ατόμων. Στο κείμενο της Έκθεσης δεν αποτυπώνεται κανένας προβληματισμός για τις επιπτώσεις της κινητικότητας στη ζωή της οικογένειας και στην ομαλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών της. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι αρνητικές επιπτώσεις για τα παιδιά υπάρχουν είτε αυτά αναγκάζονται να μείνουν στη χώρα καταγωγής, μακριά από τους γονείς τους, είτε τους ακολουθούν στην εργασιακή περιπλάνηση αλλάζοντας συχνά χώρα και περιβάλλον.
Το ενδιαφέρον της ΕΕ, για τους σχετικούς με την οικογένεια παράγοντες που εμποδίζουν την κινητικότητα, δηλώνει από τη μια την ανάγκη για ένα ελάχιστο επίπεδο υπηρεσιών, προκειμένου να είναι δυνατή η εργασιακή κινητικότητα των γυναικών. Οι όποιες υπηρεσίες δεν παρέχονται δωρεάν ούτε έχουν καθολικό χαρακτήρα για τις εργαζόμενες και τις οικογένειές τους, αλλά κριτήριο για την ύπαρξή τους είναι η διευκόλυνση της απασχόλησης των γυναικών σε όποιο κλάδο ή χώρα και για όσο χρονικό διάστημα τη χρειάζεται το κεφάλαιο. Από την άλλη, οδηγεί στο συμπέρασμα πως σε κάθε κράτος-μέλος οι παροχές δεν πρέπει να αποτελούν «αντικίνητρο», δεν πρέπει δηλαδή να εμποδίζουν την εργασιακή μετακίνηση των εργαζόμενων από χώρα σε χώρα. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η εκτίμηση έχει ήδη διατυπωθεί για το ζήτημα της ιδιόκτητης κατοικίας: Το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης που καταγράφεται στη χώρα μας σε σύγκριση με άλλα κράτη της ΕΕ, χαρακτηρίζεται ως εμπόδιο στην κινητικότητα των εργαζομένων. Με το ίδιο σκεπτικό, μπορεί να μπει στο στόχαστρο κάθε υπηρεσία ή παροχή, όπως για παράδειγμα το δημόσιο σύστημα Υγείας, οι παιδικοί σταθμοί, οι άδειες και τα επιδόματα για τις μητέρες και γενικότερα για τους γονείς, ως παράγοντας που λειτουργεί ανασταλτικά στην κινητικότητα.
• Στις Ενέργειες που προτάσσει η Επιτροπή γι’ αυτόν τον τομέα αξιοσημείωτη είναι η «υποστήριξη της στρατηγικής Ευρώπη 2020 μέσω κατάλληλων εθνικών μέτρων, μέσω των διαρθρωτικών ταμείων και χρηματοδοτικών προγραμμάτων όπως το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα». Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΕΕ δίνει 46 δις ευρώ σε μονοπωλιακούς ομίλους με τα διάφορα προγράμματα για την «απασχόληση, την κατάρτιση» των νέων ανέργων. Στην Ελλάδα έφτασαν τα 517εκατομμύρια ευρώ οι κοινοτικές επιδοτήσεις για την αντιμετώπιση δήθεν της ανεργίας των νέων. Ο ΟΑΕΔ εξελίσσεται σε επίσημο κρατικό δουλέμπορο. Δίπλα του μπλέκουν διάφορα αρπαχτικά όπως τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) και διάφορες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), πλήθος εταιρειών που παρέχουν προσωρινά απασχόληση, οι λεγόμενες εταιρίες επινοικίασης εργαζομένων, κάνουν χρυσές δουλειές.

2. ΙΣΗ ΑΜΟΙΒΗ ΓΙΑ ΙΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΑΞΙΑΣ

Εδώ εντοπίζεται το χάσμα της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών το οποίο παραμένει στο 17,8 %. Τα αίτια που προβάλλουν είναι τα εξής:
- Χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών στο μορφωτικό επίπεδο και την επαγγελματική εξέλιξη.
- Εργασία των γυναικών σε τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η δημόσια διοίκηση που χαρακτηρίζονται «χαμηλότερης αξίας».
- Οι γυναίκες εργάζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό σε καθεστώς μερικής απασχόλησης ή βάσει άτυπων συμβάσεων.
Η υποκρισία της ΕΕ σε όλο της το μεγαλείο, όταν προωθεί τις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις και τη μερική απασχόληση, όταν τα νέα κορίτσια, σύμφωνα με δικά της στοιχεία, εγκαταλείπουν ολοένα και περισσότερο το σχολείο, να κάνει λόγο για διαφορά μορφωτικού επιπέδου και διαφορά αμοιβής!
Επίσης πρέπει να σημειώσουμε ότι σε σχέση με παλιότερα η μερική απασχόληση αντιμετωπίζεται με έναν σκεπτικισμό. Ενδέχεται αυτό να σχετίζεται με την προσπάθεια των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων που προΐστανται στα ζητήματα της ισότητας, να συσκοτίσουν και να παραπλανήσουν αναφορικά με την πολιτική που στηρίζουν. Ενώ επί χρόνια εφάρμοσαν με την ίδια συνέπεια μαζί με τα φιλελεύθερα αστικά κόμματα τις ρυθμίσεις που ήταν αναγκαίες για το κεφάλαιο προκειμένου να μειώσει την τιμή της εργατικής δύναμης, σήμερα δήθεν τις καταγγέλλει.
Αυτός είναι ο εναλλακτικός ρόλος της στη διάσωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Βέβαια ο δήθεν προβληματισμός τους φτάνει μέχρι εκεί που δεν πλήττονται τα συμφέροντα «των κοινωνικών εταίρων», δηλαδή των επιχειρηματικών ομίλων που μέσω του «κοινωνικού διαλόγου» επιβάλλουν τις κάθε είδους κερδοφόρες γι’ αυτούς ευέλικτες εργασιακές σχέσεις.

3. ΙΣΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Επισημαίνεται ότι οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται στα Κέντρα Λήψης Αποφάσεων. Κατά μέσο όρο μόνο ένα στα τέσσερα μέλη των εθνικών κοινοβουλίων, των υπουργικών συμβουλίων είναι γυναίκα.
Η πολιτική της ΕΕ για αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στα ΚΛΑ είναι μια καθαρά αστική πολιτική, η οποία προβάλλεται ως δήθεν γενική πολιτική υπέρ των γυναικών, ανεξαρτήτως ταξικότητας. Η πραγματικότητα, όμως είναι διαφορετική. Η διεύρυνση της γυναικείας συμμετοχής στο ΚΛΑ αφορά τις γυναίκες της αστικής τάξης, που δεν μπορούν, ούτε και θέλουν να εκφράσουν τα προβλήματα των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων, παρά εκφράζουν τα συμφέροντα της τάξης τους, αφού πρόκειται για όργανα που σχεδιάζουν, υλοποιούν και προπαγανδίζουν την εξουσία της αστικής τάξης. Επομένως, όσο και να αυξάνεται το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών της αστικής τάξης στους θεσμούς της ΕΕ και των κρατών-μελών της, η ουσία της πολιτικής δεν αλλάζει. Άλλωστε τα πλέον αντιλαϊκά και αντιδραστικά μέτρα, όχι μόνο για τις γυναίκες αλλά για το σύνολο των εργαζομένων, έχουν προωθηθεί και προωθούνται και από γυναίκες που βρίσκονται στα ΚΛΑ. Για να μη μιλήσουμε για το ρόλο των γυναικών πολιτικών στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις του 21ου αιώνα.
Το νέο ζήτημα όμως με το οποίο καταπιάνεται ιδιαίτερα αυτή η ενότητα αφορά τη συμμετοχή των γυναικών στα όργανα διοίκησης των επιχειρήσεων. Εκφράζεται έντονη δυσαρέσκεια γιατί στις επιχειρήσεις η αναλογία των γυναικών είναι ακόμη μικρότερη. Μόλις το 1/10 των μελών των ΔΣ των μεγαλύτερων εταιρειών στην ΕΕ και μόλις το 3% των Προέδρων των ΔΣ είναι γυναίκες. Σε πρόσφατη δε Έκθεση της Επιτροπής έχει τεθεί στόχος από 16,6% που υπολογίζεται σήμερα να φτάσει στο 40% μέχρι το 2020.
Το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται γενικά στις επιχειρήσεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη κατηγορία τους: Στην κατηγορία των «μεγάλων εταιρειών», σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η ΕΕ, δηλαδή στις εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες με τουλάχιστον 250 εργαζόμενους και ετήσιο κύκλο εργασιών πάνω από 50 εκατομμύρια ευρώ. Η όλη συζήτηση λοιπόν αφορά τη συμμετοχή των αστών γυναικών στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Πρόκειται για μια προσαρμογή, έναν εκσυγχρονισμό μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης, για τον οποίον βέβαια πρωτοστατούν οι αστές γυναίκες.
Όπως φαίνεται η προώθηση γυναικών στις στελεχικές θέσεις των μεγάλων εταιρειών αποτελεί προτεραιότητα για το επόμενο χρονικό διάστημα γιατί όπως επισημαίνεται «υπάρχει θετικός συσχετισμός μεταξύ της ύπαρξης γυναικών σε ηγετικές θέσεις και των επιδόσεων της επιχείρησης». Επομένως οι μετρήσεις δείχνουν ότι οι γυναίκες στις ανώτερες στελεχικές θέσεις φέρνουν περισσότερα κέρδη γι αυτό και πρέπει να αξιοποιηθούν αναλόγως.
«Η διασφάλιση της επαγγελματικής εξέλιξης των γυναικών ως ανώτατων στελεχών δεν είναι απλώς δίκαιη, αλλά και ορθή για την οικονομική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Έχει αποδειχθεί βάσει μελετών ότι οι εταιρείες με περισσότερο ισόρροπη εκπροσώπηση των δύο φύλων έχουν καλύτερα αποτελέσματα από τους ανταγωνιστές τους»8, εξηγεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σχετικό κείμενό της, ενώ η ελληνίδα ΓΓΙΦ, Βάσω Κόλλια είπε χαρακτηριστικά σε ομιλία της ενόψει της Ελληνικής Προεδρίας «η συμμετοχή των γυναικών στην ηγεσία των επιχειρήσεων συνδέεται με αυξημένη κερδοφορία».
Από τη μια, το ενδιαφέρον αφορά τους μεμονωμένους επιχειρηματικούς ομίλους, που επιδιώκουν να βελτιώσουν τις οικονομικές επιδόσεις τους. Από την άλλη, αφορά συνολικά την ΕΕ, που αποσκοπεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Σε αυτό το φόντο, η υποαξιοποίηση των προσόντων των υψηλά ειδικευμένων και έμπειρων γυναικών αποτελεί «απώλεια δυνατότητας οικονομικής ανάπτυξης» και η απουσία γυναικών από τα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης των επιχειρήσεων θεωρείται σπατάλη «ανθρώπινου κεφαλαίου».
Οι επιχειρηματικοί όμιλοι υπολογίζουν στις οικονομικές δυνατότητες που ανοίγονται από τη χρησιμοποίηση του «αναξιοποίητου» γυναικείου δυναμικού. Έχουν κάθε λόγο να θέλουν να αξιοποιήσουν στη στελέχωσή τους το μέρος εκείνο των γυναικών που διαθέτουν το επίπεδο μόρφωσης και προσόντων που χρειάζονται. Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, αυτή η ανάγκη γίνεται εντονότερη, καθώς οι εργαζόμενες έχουν κατά μέσο όρο υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης από τους άντρες συναδέλφους τους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι εργαζόμενες είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ποσοστό 34% έναντι του 28% των αντρών. Μάλιστα, η υποεκπροσώπηση των γυναικών στα υψηλότερα επίπεδα των επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται ως μη επιστροφή της «επένδυσης» που έχει γίνει για την εκπαίδευσή τους σε βάρος των επιχειρήσεων.
Τέλος, στο ίδιο μοτίβο και για τους ίδιους λόγους επισημαίνεται ότι παρά το στόχο που έθεσε η ΕΕ το 2005 προκειμένου «το 25% των ηγετικών θέσεων στο δημόσιο τομέα έρευνας να κατέχεται από γυναίκες, μέχρι τώρα μόνο το 19% των τακτικών καθηγητών στα πανεπιστήμια είναι γυναίκες». Τονίζεται ότι η ανισότητα στον τομέα της επιστήμης και της έρευνας «συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τον ευρωπαϊκό στόχο ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας».
Αν και όλα αυτά δημιουργούν ένα κλίμα αναστροφής της γενικής συμπεριφοράς του παρελθόντος σε βάρος των γυναικών, δεν αλλάζει η ταξική ουσία της εκμετάλλευσης και κοινωνικής αδικίας.
Παράλληλα, η «καμπάνια» γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα αξιοποιείται σαν εργαλείο αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων. Η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης των επιχειρηματικών ομίλων αναγορεύεται σε βήμα προς την «ισότητα των φύλων» και την ίδια στιγμή οι διευθύντριες, τα μεγαλοστελέχη και οι μέτοχοι των επιχειρηματικών ομίλων, δηλαδή οι αστές που εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες, προβάλλονται σαν πρότυπα στις εργαζόμενες και τις άνεργες γυναίκες.

4. ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ, ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΦΥΛΟ

• Εδώ καταπιάνεται καταρχήν με το γνωστό θέμα της βίας αναφέροντας ότι τα είδη της βίας που αφορούν τις γυναίκες είναι τα εξής: ενδοοικογενειακή βία, σεξουαλική παρενόχληση, βιασμός, σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια συρράξεων, επιβλαβείς εθιμικές και παραδοσιακές πρακτικές όπως ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων, οι αναγκαστικοί γάμοι και τα εγκλήματα τιμής.
Πρόκειται για ακραίες μορφές βίας ενάντια στις γυναίκες, που βέβαια σε μεγαλύτερο βαθμό επιβιώνουν στις πιο φτωχές και εκμεταλλευόμενες κοινωνικές δυνάμεις, κυρίως στην εργατική τάξη, όπου η βία του ανδρικού φύλου συνδυάζεται με τη βία του καπιταλιστή προς την εργάτρια, μισθωτή κλπ.
• Δεύτερο σημείο αυτής της περιοχής της στρατηγικής είναι η υγεία. Επισημαίνεται ότι πρέπει να εξασφαλιστούν κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες που να καλύπτουν τις ιδιαίτερες ανάγκες γυναικών και ανδρών.
Πρόκειται για διακήρυξη η οποία βρίσκεται σε ολοφάνερη αντίθεση με την πραγματικότητα της ΕΕ. Εδώ εμφανίζεται με τον πιο κραυγαλέο τρόπο η αντίφαση ανάμεσα στις σύγχρονες ανάγκες της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης από την μια και της εμπορευματοποίησης των σύγχρονων υγειονομικών εργασιών από την άλλη. Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της νομοτελειακής κίνησης της ΕΕ και δεν αντιμετωπίζεται με τους σημερινούς ψιθύρους της σοσιαλδημοκρατίας μέσα στις αντίστοιχες επιτροπές του ευρωκοινοβουλίου.
Στην ΕΕ ο τομέας της αναπαραγωγικής υγείας, του προγεννητικού ελέγχου, της εγκυμοσύνης και του τοκετού έχει μετατραπεί σε «φιλέτο» για τις επιχειρήσεις στον κλάδο της Υγείας και αναγκάζουν τις γυναίκες και τα νέα ζευγάρια να ακριβοπληρώνουν ή να στερούνται τις υπηρεσίες αυτές.
Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται σε ένα βαθμό και στο κείμενο Έκθεσης «σχετικά με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα»9 της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων του Ευρωκοινοβουλίου, που τελικά καταψηφίστηκε από το Ευρωκοινοβούλιο. Ανάμεσα σε όσα διαπιστώνει, περιλαμβάνονται η μείωση από τα κράτη μέλη της ΕΕ των παροχών που σχετίζονται με την «πρόσβαση των γυναικών σε ετήσιο γυναικολογικό έλεγχο και εξετάσεις μαστογραφίας». Ακόμα, σημειώνει πως σχεδόν στο ένα τρίτο των κρατών-μελών, τα αντισυλληπτικά δεν καλύπτονται από τη δημόσια ασφάλιση Υγείας, πράγμα που εμποδίζει ιδιαίτερα στις γυναίκες με χαμηλό εισόδημα να κάνουν χρήση τους. Επιπλέον, σε τρία κράτη-μέλη, στην Πολωνία, στην Ιρλανδία και στη Μάλτα, δεν επιτρέπεται η έκτρωση, εκτός από πολύ περιορισμένες περιπτώσεις. Η απαγόρευση αυτή είναι βέβαια εύκολο να αρθεί για τις γυναίκες που διαθέτουν χρήματα. Η ίδια η Έκθεση υπογραμμίζει πως στις περιπτώσεις των χωρών αυτών «δημιουργούνται καταστάσεις ανισότητας και διακρίσεων, δεδομένου ότι, όταν πρόκειται για εθελούσια διακοπή της κύησης, υπάρχουν δύο κατηγορίες γυναικών: αφ’ ενός, οι γυναίκες που είναι σε θέση να καλύψουν τα έξοδα της έκτρωσης και του ταξιδιού προς οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης όπου η έκτρωση είναι προσιτή και νόμιμη, ώστε να μπορέσουν να υποβληθούν στην επέμβαση ελεύθερα και νόμιμα με όλες τις υγειονομικές εγγυήσεις και, αφ’ ετέρου, οι γυναίκες που δε διαθέτουν τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους και υποχρεούνται να καταφύγουν στην πρακτική της παράνομης έκτρωσης, σαν να ήταν εγκληματίες, θέτοντας την υγεία και τη ζωή τους σε σοβαρό κίνδυνο».
Δίπλα στις διαπιστώσεις η Επιτροπή, στην οποία πλειοψηφούν οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού, αξιοποιεί την ευκαιρία για να αντιπαρατεθεί με τις φιλελεύθερες και πλειοψηφούσες δυνάμεις στο Ευρωκοινοβούλιο. Έτσι, κάνει λόγο για τα «μέτρα λιτότητας τα οποία επιβάλλονται στα κράτη μέλη από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ» και για το «καταστροφικό αντίκτυπο» που έχουν για τις γυναίκες και τα αναπαραγωγικά τους δικαιώματα. Στην ουσία, όμως, και η δική της πρόταση κινείται στις ίδιες ράγες. Συμπεραίνει, για παράδειγμα, την «ανάγκη για παροχή οικονομικά προσιτών, ευπρόσιτων, αποδεκτών και ποιοτικών υπηρεσιών». Στο σύνολό τους οι δυνάμεις που αποδέχονται την ΕΕ και τη στρατηγική της, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές και τις αντιπαραθέσεις τους, έχουν εξοβελίσει από τα κείμενα και τις αποφάσεις τους -και πολύ περισσότερο από την πολιτική που αποφασίζουν και τα μέτρα που εφαρμόζουν- την έννοια της δωρεάν Υγείας. Στην καλύτερη περίπτωση, οι υπηρεσίες Υγείας μπορεί να είναι «προσιτές», δηλαδή φθηνές, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν παύουν να αποτελούν εμπόρευμα και πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Ακόμα, η Επιτροπή μέσα από την Έκθεσή της υπενθυμίζει στα κράτη - μέλη ότι «οι επενδύσεις στην αναπαραγωγική υγεία και τον οικογενειακό προγραμματισμό είναι ένας από τους πλέον αποδοτικούς από άποψη κόστους και ανάπτυξης και από τους πιο ουσιαστικούς τρόπους προώθησης της βιώσιμης ανάπτυξης μιας χώρας». Με άλλα λόγια, η αναπαραγωγική υγεία είναι ένα πεδίο επενδύσεων, το οποίο μάλιστα «συμφέρει» τα κράτη μέλη. Δεν είναι δικαίωμα που πρέπει να διασφαλίζεται για όλες τις γυναίκες χωρίς όρους και προϋποθέσεις, με δωρεάν υπηρεσίες στην αποκλειστική ευθύνη του κράτους αλλά παροχές και υπηρεσίες που υπολογίζονται και παζαρεύονται στη λογική κόστους - οφέλους, με κριτήριο την ανάπτυξη σε όφελος των μονοπωλίων και όχι του λαού.
• Τρίτο σημείο αφορά το άσυλο και την ανάγκη προσαρμογής της πολιτικής με βάση το φύλο.
Η ΕΕ που με τις ιμπεριαλιστικές της επεμβάσεις, την απάνθρωπη αντιμεταναστευτική τους πολιτική και την απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας ευθύνονται για την κόλαση που βιώνουν εκατομμύρια πρόσφυγες σε όλα τα κράτη-μέλη και στην Ελλάδα τολμά να ασχοληθεί με τα ιδιαίτερα φυλετικά ζητήματα που σχετίζονται του ασύλου. Στην Ελλάδα που αποτελεί βασική πύλη αλλά και «φυλακή» για χιλιάδες πρόσφυγες, λόγω του Δουβλίνου ΙΙ, οι πρόσφυγες είτε στοιβάζονται στα κρατητήρια σε συνθήκες που ξεπερνούν την ανθρώπινη φαντασία, είτε κοιμούνται σε δρόμους, πάρκα, σε συνθήκες εξαθλίωσης. Στις συνθήκες αυτές, οι γυναίκες αποτελούν έρμαιο κυκλωμάτων πορνείας, διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων που τις εκμεταλλεύονται.

5. Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ ΣΤΙΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

Στο πλαίσιο της εξωτερικής της δράσης, δηλαδή των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και κυριαρχίας των μονοπωλίων της σε τρίτες χώρες, επικαλείται την ενδυνάμωση της ισότητας των φύλων σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό αφορά καταρχήν τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες που πρέπει να προωθούν τις πολιτικές της ΕΕ για τις γυναίκες και στηρίζονται οικονομικά γι’ αυτό. Ενδιαφέρεται για την επίτευξη των «Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας» του ΟΗΕ, της Σύμβασης για την «Εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW)» και την Πλατφόρμα Δράσης του Πεκίνου. Διατείνεται μάλιστα ότι «η ΕΕ θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τις αναπτυξιακές της πολιτικές για την προαγωγή της ισότητας».
Όπως ήδη αναφέραμε, πρόκειται για την τάση άρσης των πιο ακραίων μορφών διακρίσεων και φυλετικής βίας σε βάρος των γυναικών, προσαρμογή απαραίτητη για τη λειτουργία της ενιαίας ευρωενωσιακής αγοράς -σε συνθήκες διεύρυνσής της- αλλά και για τη λειτουργία των καπιταλιστικών σχέσεων σε καθυστερημένες χώρες όπου η ΕΕ κάνει άμεσες επενδύσεις.
Ταυτόχρονα, σε περιπτώσεις συρράξεων, δηλαδή των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, η ΕΕ επιφυλάσσει έναν ιδιαίτερο ρόλο στο γυναίκες, όχι μόνο με τη συμμετοχή τους στο στρατό, αλλά και με το ειδικό καθήκον του ειρηνοποιού!
Δεν είναι τυχαίο ότι με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και την εκρηκτική κατάσταση που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, με τη διαμάχη των μονοπωλίων για τα κοιτάσματα του φυσικού αερίου, με τους αγωγούς ενέργειας, η ΕΕ επιχειρεί να αξιοποιήσει τον Ευρωστρατό, τις δυνάμεις ταχείας επέμβασης ώστε να επεμβαίνει με το πρόσχημα της «πρόληψης των συγκρούσεων και διατήρησης της ειρήνης» είτε μόνη της είτε σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ. Σε αυτή την κατεύθυνση ζητά να εντάξει τις γυναίκες στις επιθετικές της δυνάμεις αποπροσανατολίζοντάς τες στο όνομα της ισότητας και της ειρήνης, με πρόσχημα το ζήτημα της φυλετικής βίας και το δικό της ρόλο σαν προστάτη των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων.
Οι διαφημιστικές εκστρατείες της ΕΕ προβάλλουν το στρατό σαν επιλογή των γυναικών που καταρρίπτει στερεότυπα και προωθεί την ισότητα. Έτσι επιχειρούν να αλλοιώσουν το περιεχόμενο της ισότητας εξομοιώνοντάς το με τη στολή που θα φορέσει η γυναίκα ενώ ουσιαστικά την κρατάνε ταξικά υποδουλωμένη στο εκμεταλλευτικό σύστημα. Ταυτόχρονα η συμμετοχή γυναικών σε επιθετικές αποστολές δίνει ένα άλλο προσωπείο δεδομένου ότι η βία δεν ταυτίζεται στις λαϊκές συνειδήσεις με τη γυναίκα και οι συγκεκριμένες δράσεις γίνονται περισσότερο αποδεκτές όταν μάλιστα γίνονται με προκάλυμμα τη «δημοκρατία», την «ασφάλεια» και την «ειρήνη». Εργαλείο στα σχέδια τους θέλουν τις γυναίκες για να έχουν καλύτερη πρόσβαση στους τοπικούς πληθυσμούς και ιδιαίτερα στο μεγάλο ποσοστό που αποτελούν οι γυναίκες. Ταυτόχρονα γίνεται καλύτερη διασύνδεση με γυναικείες οργανώσεις και ΜΚΟ στις εμπόλεμες περιοχές τις οποίες και χρηματοδοτούν για την υλοποίηση των στόχων τους.

6. ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Αναφέρεται σε ζητήματα που άπτονται του συνόλου της πολιτικής της.
Στις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές με τη «Στρατηγική 2010-2015» κινείται και το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Ισότητα των Φύλων (2011-2020)10 που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της ΕΕ στις 7 Μάρτη 2011. Η εξύμνηση της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» συνοδεύεται με τη διακήρυξη της ανάγκης γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ των δύο φύλων στην απασχόληση, την εκπαίδευση και την κοινωνική συνοχή μέσω του περιορισμού της φτώχειας, την ανάγκη προώθησης της συμφιλίωσης οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής και την καταπολέμηση της βία κατά των γυναικών. Τους ίδιους σκοπούς εκφράζουν τα προτεινόμενα μέτρα για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των φύλων και την καταπολέμηση του διαχωρισμού στην αγορά εργασίας με βάση το φύλο, μέτρα για την προαγωγή της καλύτερης ισορροπίας μεταξύ του επαγγελματικού και του ιδιωτικού βίου των γυναικών και των ανδρών, στην ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου σε όλους του τομείς της πολιτικής της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών δράσεων (gender mainstreaming).

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΩΝ, ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Ενόψει της ελληνικής προεδρίας το πρώτο εξάμηνο του 2014 η Ελληνίδα ΓΓΙΦ, Βάσω Κόλλια, μιλώντας για τις προτεραιότητές της ενώπιον των μελών της κοινοβουλευτικής επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων τόνισε ότι «συγκαταλέγονται η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγή, γεγονός που συνεπάγεται ενίσχυση της παραγωγής, η αύξηση των γυναικών στον τομέα των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών, η συμφιλίωση του επαγγελματικού και του οικογενειακού βίου, η καταπολέμηση της βίας και η συμμετοχή των γυναικών στη διαδικασίες λήψης αποφάσεων». Φάρμακο δια πάσα νόσο είναι «η ισόρροπη εκπροσώπηση των γυναικών σε όλα τα υπουργικά συμβούλια».
Κινούμενη λοιπόν μέσα στις, όπως είδαμε παραπάνω, ευρωενωσιακές κατευθυντήριες γραμμές η ελληνική προεδρία δεσμεύεται ότι θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να υλοποιήσει κατά γράμμα τις πολιτικές που μπορούν να καταστήσουν την ΕΕ ανταγωνιστικότερη έναντι των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, χρησιμοποιώντας όσο γίνεται περισσότερα και φθηνότερα γυναικεία εργατικά χέρια, αλλά και εκμεταλλευόμενη πιο αποτελεσματικά το «αναξιοποίητο» γυναικείο επιστημονικό δυναμικό. Όλα αυτά πλασαρισμένα με το μανδύα του συνδυασμού οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής και της συμμετοχής στα ΚΛΑ.
Αυτήν την πολιτική στηρίζουν οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού στην ΕΕ, αλλά και στην Ελλάδα, ενώ και οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού κινούνται επί της ουσίας στην ίδια κατεύθυνση, αφού συμφωνούν και στηρίζουν τις στρατηγικές επιλογές της ΕΕ. Ειδικά δε οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας έχουν πρωτοστατήσει στην προώθηση και υπερψήφιση των πλέον αντιδραστικών μέτρων για τις γυναίκες, όπως είναι οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις. Βέβαια δεν λείπουν διαφοροποιήσεις σε επιμέρους ζητήματα, όπως τα αναπαραγωγικά δικαιώματα και το ζήτημα της απαγόρευσης των εκτρώσεων, που αξιοποιήθηκαν για την ενίσχυση του διπόλου ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία από τη μία και τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις από την άλλη. Αιχμή της αντιπαράθεσης αυτής αποτέλεσε η καταψήφιση από το Λαϊκό Κόμμα και άλλες ακροδεξιές δυνάμεις της σχετικής έκθεσης της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας από το Ευρωκοινοβούλιο το Δεκέμβρη του 2013.
Ο κύριος φορέας του οπορτουνισμού στην ΕΕ που είναι το γυναικείο δίκτυο του ΚΕΑ, το EL FEM, δηλώνει ως κύρια αιτία των προβλημάτων των γυναικών τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές11, αφήνοντας στο απυρόβλητο το χαρακτήρα και τη στρατηγική της ΕΕ. Αυτή η «σοσιαλδημοκρατική» προσέγγιση αποσιωπά ότι τα πιο σκληρά και αντιλαϊκά μέτρα σε βάρος των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων έχουν προωθηθεί και εφαρμοστεί και από σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Ομολογεί ότι δεν επιδιώκει σύγκρουση με το καπιταλιστικό σύστημα που είναι η μήτρα της ταξικής εκμετάλλευσης και της γυναικείας ανισοτιμίας, αλλά με μια μορφή διαχείρισής του, τη νεοφιλελεύθερη. Η καταδίκη εκ μέρους τους των μέτρων λιτότητας που επιβλήθηκαν από την Τρόικα και αποφασίστηκαν από την Επιτροπή και το Συμβούλιο ως κύρια αιτία των δεινών των λαών, μεταξύ αυτών και του ελληνικού, αποκρύπτει ότι τα μέτρα αυτά προωθούνται σ’ όλες τις χώρες και αποτελούν στρατηγική επιλογή της ΕΕ. Επίσης η διαπίστωση της «εγκατάλειψης των πολιτικών ισότητας» που καταγγέλλεται από το EL FEM υπονοεί ότι μέχρι πριν το ξέσπασμα της κρίσης οι πολιτικές της ΕΕ προωθούσαν την ισότητα των γυναικών. Προτάσσει, όπως και η ίδια η ΕΕ στα επίσημα κείμενά της την ανάγκη «αλλαγής στερεοτύπων για τους ρόλους των δύο φύλων» μέσω της εκπαίδευσης κι έτσι πλειοδοτεί στην επιχειρηματολογία για το πέρασμα αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Η ανάγκη αυτή έχει βέβαια τη δική της αξία για την υπόθεση της ισοτιμίας, αλλά δεν αποτελεί το πρωταρχικό αίτιο αλλά το παράγωγο της ανισότιμης θέσης της γυναίκας στον καπιταλισμό. Στο ίδιο μοτίβο των κυρίαρχων προταγμάτων της ΕΕ για τις γυναίκες βρίσκεται και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ ότι θα προωθήσει την ισότητα των φύλων με την ανάδειξη γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων.12

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Πίσω από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και τις φλύαρες αναλύσεις των κειμένων της ΕΕ για τις γυναίκες κρύβονται οι βασικοί στόχοι της που συνδέονται άρρηκτα με το σύνολο της πολιτικής και στρατηγικής της.
Για τη διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο απαιτείται η διεύρυνση της μισθωτής εργασίας που συνεπάγεται την απόσπαση υπεραξίας, το κέρδος που προκύπτει από την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Το γυναικείο εργατικό δυναμικό αποτελεί σημαντική εφεδρεία σ’ αυτήν την κατεύθυνση, όχι μόνο γιατί οι γυναίκες αμείβονται με χαμηλότερους μισθούς, δουλεύουν σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά με ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, με ελάχιστα ή καθόλου δικαιώματα εργασιακά ή ασφαλιστικά, αλλά γιατί ούτως ή άλλως είναι εργατικό δυναμικό προς εκμετάλλευση. Η θωράκιση λοιπόν της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ περνάει μέσα από τα αυξημένα ποσοστά της γυναικείας απασχόλησης γι’ αυτό και αποτελεί κόμβο της πολιτικής της για τις γυναίκες. Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ούτε πρόθεση ούτε δυνατότητα εξάλειψης της ανεργίας και δη της γυναικείας. Ούτε και συνεπάγεται βελτίωση της ζωής των λαϊκών οικογενειών. Γιατί όσο οι καπιταλιστές διευρύνουν τη σκλαβιά της μισθωτής εργασίας άλλο τόσο φροντίζουν να διατηρούν τον εφεδρικό στρατό των ανέργων, που τους είναι εξαιρετικά χρήσιμος για να συμπιέζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Το γυναικείο εργατικό δυναμικό αποτελεί επίσης εφεδρεία για να περιοριστούν οι επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης. Τη μείωση του πληθυσμού που βρίσκεται σε παραγωγική ηλικία επιδιώκουν να την αντιμετωπίσουν και με την επιμήκυνση του εργάσιμου βίου των γυναικών. Και αυτό δεν υλοποιείται μόνο με την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης των γυναικών αλλά και με την πολιτική τους της «ενεργούς γήρανσης». Κύριο μέλημα της ΕΕ είναι το πετσόκομμα όλων των επιδομάτων και των συντάξεων ώστε να μην αποτελούν «αντικίνητρο» για την ένταξη των γυναικών στην παραγωγή. Αλλά αυτό στην πράξη εξαναγκάζει τις γυναίκες να αποδεχτούν δουλειές με μισθούς πείνας χωρίς εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα.
Η αξιοποίηση του πιο εξειδικευμένου και μορφωμένου δυναμικού προς όφελος του κεφαλαίου αποτελεί πρωταρχικό στόχο για το επόμενο διάστημα. Και καθώς οι εργαζόμενες έχουν κατά μέσο όρο υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης από τους άντρες συναδέλφους τους, αυτές πρέπει να «αξιοποιηθούν» πρωτίστως.
Ταυτόχρονα, η αύξηση της συμμετοχής των αστών γυναικών στα όργανα διεύθυνσης/διοίκησης των επιχειρήσεων αποτελεί μια προσαρμογή στους κόλπους της αστικής τάξης, αναγκαία και αποδοτική για την οικονομική της κυριαρχία και την πολιτική της εξουσία.
Αιχμή της πολιτικής της ΕΕ που αφορά κατά πρώτο λόγο τα νέα ζευγάρια και τις γυναίκες της λαϊκής οικογένειας είναι η ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση της Υγείας, της Παιδείας, της Πρόνοιας. Αποτελούν τομείς που επιδιώκεται να αξιοποιηθούν για να επενδυθούν τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια που λιμνάζουν με στόχο την κερδοφορία. Ο δρόμος αυτός δεν οδηγεί παρά σε ακριβοπληρωμένες υπηρεσίες για την υγεία, την παιδεία, την πρόνοια για την λαϊκή οικογένεια.
Απέναντι στη στρατηγική της ΕΕ, οι γυναίκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων δεν έχουν άλλο δρόμο απ’ αυτόν της αντίστασης στην πολιτική που τις θέλει μισθωτές σκλάβες στον 21ο αιώνα. Δεν έχουν άλλο δρόμο από τον αγώνα ενάντια στην πολιτική που τις εκβιάζει να διαλέξουν ανάμεσα στον εφιάλτη της ανεργίας και στον εφιάλτη του εργασιακού μεσαίωνα. Δεν έχουν άλλο δρόμο από το να πρωτοστατήσουν στην πάλη για την κατάκτηση των σύγχρονων δικαιωμάτων τους. Γι’ αυτό η μόνη επιλογή γι αυτές είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ και η κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, όπου ο πλούτος που θα παράγεται θα υπηρετεί τις ανάγκες του λαού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Η Χριστίνα Σκαλούμπακα είναι μέλος του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ισοτιμία των Γυναικών και του Προεδρείου της ΟΓΕ.
1. Μαρίας Στρατηγάκη: «1957-2007: Πενήντα χρόνια πολιτικών ισότητας στην ΕΕ. Μια κριτική ανασκόπηση», εκδ. Παντείου Πανεπιστημίου και ΚΕΚΜΟΚΟΠ, 2008, σελ. 27 και επ.
2. Μαρίας Στρατηγάκη: «1957-2007: Πενήντα χρόνια πολιτικών ισότητας στην ΕΕ. Μια κριτική ανασκόπηση», εκδ. Παντείου Πανεπιστημίου και ΚΕΚΜΟΚΟΠ, 2008, σελ. 46.
3. 2012/2301(ΙΝΙ).
4. COM(2010) 2020.
5. Ό.π.
6. COM(2010)0491.
7. 2013/2009(ΙΝΙ).
8. COM(2012)0614-C7-0382/2012-2012/0299(COD).
9. 2013/2040(INI).
10. 2011/C 155/02.
11. Draft proposal for Resolution out of the meeting of EL-FEM, 16.5.2012.
12. Πολιτική απόφαση ιδρυτικού συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ.


Για το «νόμος και τάξη» στα ΑΕΙ

Για το «νόμος και τάξη» στα ΑΕΙ
Την ώρα που συζητιέται στη Βουλή το νομοσχέδιο για την Ερευνα, το οποίο ανοίγει δρόμους για τη μεγαλύτερη πρόσδεσή της στο κεφάλαιο, την ώρα που σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ υπάρχουν ένα σωρό ελλείψεις, με μαθήματα να μη διδάσκονται και με σπουδαστές να στοιβάζονται σε λίστες αναμονής για τα εργαστήρια, την ώρα που φοιτητές μένουν εκτός των ελάχιστων φοιτητικών εστιών και μοχθούν για να τα βγάλουν πέρα... έχει αναχθεί σε μείζον ζήτημα από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης το θέμα της φύλαξης των χώρων των ΑΕΙ. Με τη διαθεσιμότητα των διοικητικών υπαλλήλων πριν από ένα χρόνο, ολόκληρες υπηρεσίες των ιδρυμάτων, όπως και αυτή της φύλαξης, πρακτικά καταργήθηκαν. Κάποια ιδρύματα τότε προχώρησαν (και άλλα σχεδιάζουν) συμβάσεις με ιδιωτικές εταιρείες σεκιούριτι για τη φύλαξή τους, πράγμα που προκάλεσε αντιδράσεις σε φοιτητές και άλλα μέλη της κοινότητας των ιδρυμάτων.
***
Το θέμα όμως «φούντωσε» με αφορμή μια προγραμματισμένη κινητοποίηση φοιτητών, την περασμένη Δευτέρα, στα Προπύλαια. Λόγω της κινητοποίησης η Πρυτανεία επέλεξε να κλειδώσει το κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου και να ζητήσει «προληπτικά» τη συνδρομή της Αστυνομίας. Διατήρησε, δε, κλειδωμένο το κτίριο για όλη τη βδομάδα, προκαλώντας εύλογες αντιδράσεις των εργαζομένων στο χώρο, που διαμαρτύρονταν για τις συνθήκες εργασίας τους και την ασφάλειά τους. Ο πρύτανης δήλωσε ότι ο έλεγχος εισόδου στο κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου θα μονιμοποιηθεί, προσθέτοντας: «Δεν πρόκειται να εισέρχεται κανείς χωρίς να έχει δουλειά». Ο συγκεκριμένος πρύτανης, εξάλλου, ως πανεπιστημιακός την προηγούμενη δεκαετία, είχε πρωτομιλήσει για φοιτητικές ταυτότητες και έλεγχο εισόδου σε όλους τους χώρους του πανεπιστημίου.
***
Είναι παραπάνω από φανερό ότι όλη αυτή η συζήτηση περί «νόμου και τάξης» στα ΑΕΙ έχει στόχο τη νομιμοποίηση μέτρων που θα βάλουν στο στόχαστρό τους το κίνημα φοιτητών, εργαζομένων και διδασκόντων μέσα στα ιδρύματα. Το έδαφος προλειαίνεται εδώ και καιρό γι' αυτές τις αντιδραστικές εξελίξεις. Την τελευταία πενταετία έχουμε δει ορυμαγδό αναλύσεων, ρεπορτάζ και δηλώσεων περί δήθεν «ανομίας» που... «βασιλεύει» στα ΑΕΙ, αξιοποιώντας υπαρκτά ζητήματα που όμως σκόπιμα συνδέονται με κινητοποιήσεις μέσα στα ιδρύματα, όπως καταλήψεις ή παραστάσεις διαμαρτυρίας σε συνεδριάσεις οργάνων.
Βέβαια, «βούτυρο στο ψωμί» όσων θέλουν να παρουσιάσουν τις κινητοποιήσεις ως τμήμα της «ανομίας» έχουν «απλώσει» κατά καιρούς και διάφορες ομάδες που δρουν εκφυλιστικά για το φοιτητικό κίνημα, δίνοντας με τις ενέργειές τους το πάτημα για να συκοφαντηθεί και να απομαζικοποιηθεί. Αποτελούν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος στην επιχείρηση επιβολής του δόγματος «νόμος και τάξη» μέσα στις σχολές.
Ετσι, έχει φτιαχτεί ένα «κλίμα» (με ευθύνη συγκεκριμένων συγκροτημάτων του Τύπου και μερίδας πανεπιστημιακών, πολλοί από τους οποίους έχουν αναλάβει πλέον και διοικητικούς θώκους στα ιδρύματα) που εμφανίζει ότι τα ΑΕΙ κλείνουν με το παραμικρό, ότι τα όργανά τους τάχα δεν μπορούν να συνεδριάσουν, ακόμα και ότι απειλείται η σωματική ακεραιότητα στελεχών τους. Ομως, η πραγματικότητα που γνωρίζει και βιώνει η μεγάλη μάζα φοιτητών, πανεπιστημιακών και εργαζομένων στα ιδρύματα δεν είναι καθόλου έτσι.
***
Οι περισσότεροι φοιτητές αγωνιούν για τις σπουδές και το μέλλον τους, αγωνίζονται για να τα βγάλουν πέρα, αναγκαζόμενοι να βάζουν όλο και περισσότερο το χέρι στην τσέπη ή να δουλεύουν παράλληλα με τις σπουδές τους, έρχονται αντιμέτωποι με τις ελλείψεις και την υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων και έχουν κάθε λόγο να οργανώνονται και να διεκδικούν συλλογικά όλα όσα τους ανήκουν. Και πρώτ' απ' όλα συνθήκες να μπορούν να σπουδάσουν, όπως στέγαση, σίτιση, αποκλειστικά δωρεάν σπουδές σε όλα τα επίπεδα, επιστήμη και έρευνα σε όφελος των λαϊκών αναγκών και όχι του κεφαλαίου, κ.λπ. Αντίστοιχα οι εργαζόμενοι στα ιδρύματα βρίσκονται σε μια διαρκή ανασφάλεια, οι διδάσκοντες σπρώχνονται να λειτουργούν ως μάνατζερ, να φέρνουν χρηματοδότηση στο ίδρυμα και να κυνηγούν προγράμματα για να κάνουν τη δουλειά τους, οι οποίοι όμως έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να αντιδράσουν στην κατάσταση που επιχειρείται να επιβληθεί. Γιατί όσο δυναμώνουν τα μέτρα καταστολής στα ιδρύματα, στο στόχαστρό τους θα μπαίνει όποιος αντιστέκεται.

ΗΠΑ Η «Google» στο παιχνίδι της χρηματοδότησης - χειραγώγησης των αστικών κομμάτων

ΗΠΑ
Η «Google» στο παιχνίδι της χρηματοδότησης - χειραγώγησης των αστικών κομμάτων


Ενα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την πρακτική εφαρμογή της - «νομιμοποιημένης» στο όνομα της «διαφάνειας» - συναλλαγής μεταξύ κομμάτων και επιχειρηματικών ομίλων, η οποία θεσμοθετήθηκε πρόσφατα και στην Ελλάδα με τον περιβόητο νόμο για τα οικονομικά των κομμάτων, μας έρχεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Συγκεκριμένα, στο «παιχνίδι» της εμπορευματοποίησης και χειραγώγησης των προεκλογικών εκστρατειών Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ μπαίνουν με φόρα τεχνολογικοί κολοσσοί που επιδιώκουν την εξασφάλιση μονοπωλιακού ελέγχου σε ένα ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς. Για πρώτη φορά, η εταιρεία διαδικτυακών και ηλεκτρονικών υπηρεσιών «Google» ξεπέρασε σε χρηματοδότηση Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων τη χρηματοπιστωτική εταιρεία «Γκόλντμαν Σακς», ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 4ης Νοέμβρη...
Εκτενές δημοσίευμα των βρετανικών «Financial Times» σημειώνει πως η «Google» έχει χορηγήσει για τις φετινές ενδιάμεσες εκλογές 1.430.000 δολάρια ξεπερνώντας την «Goldman Sachs», που έχει δώσει 1.390.000 δολάρια, μπαίνοντας έτσι για τα καλά στην αρένα του ανταγωνισμού με μονοπωλιακούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στο χώρο της Ενέργειας, της πολεμικής βιομηχανίας κ.λπ.
Απώτερος στόχος της «Google» δεν είναι προφανώς η ενίσχυση των λαϊκών δικαιωμάτων, αλλά η διασφάλιση νομοθετημάτων που θα μειώνουν τη φορολογία των τεχνολογικών κολοσσών, θα ενθαρρύνουν τη μετανάστευση φθηνού επιστημονικού και τεχνολογικού προσωπικού από αναπτυσσόμενες χώρες και θα αφήνουν στο απυρόβλητο τη μαζική συλλογή, ανάλυση, εκμετάλλευση και «εκποίηση» των προσωπικών δεδομένων εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών...
Εκτός της «Google» στη χρηματοδότηση της εκστρατείας Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων συμμετέχουν φέτος η «Μicrosoft» με 1.780.000 δολάρια, το «Facebook» με 375.000 δολάρια και άλλες εταιρείες συναφών δραστηριοτήτων, χορηγώντας συνολικά περίπου 22.500.000 δολάρια. Μάλιστα, οι τεχνολογικοί κολοσσοί φαίνεται πως σε αυτές εκλογές (που είναι κρίσιμες για τον έλεγχο της νέας Βουλής των Αντιπροσώπων, ενδεχομένως και της Γερουσίας) «ψηφίζουν» Ρεπουμπλικάνους, αφού τα περισσότερα χρήματα, περίπου 52%, τα έδωσαν σε αυτούς, αφήνοντας «παραπονεμένους» τους Δημοκρατικούς με 48%. Για την Ιστορία, στις εκλογές του 2010, είχαν ευνοήσει οικονομικά περισσότερο τους Δημοκρατικούς με 55% και τους Ρεπουμπλικάνους με 45%...

ΣΕΡΒΙΑ Κλιμακώνεται ο ωμός αντικομμουνισμός

ΣΕΡΒΙΑ
Κλιμακώνεται ο ωμός αντικομμουνισμός
Προκλητικές επιθέσεις σε βάρος του Ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας. Καταδικάζουν ΚΚΕ και ΚΝΕ


ΒΕΛΙΓΡΑΔΙ.--
Κλιμακώνεται ο αντικομμουνισμός στη Σερβία, χέρι - χέρι με την αντιλαϊκή επίθεση για την οποία έστρωσαν το έδαφος οι αντεπαναστατικές ανατροπές. Το τελευταίο διάστημα έχουν πυκνώσει οι ανοιχτές επιθέσεις και απειλές σε βάρος του Νέου Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (New Communist Party of Yugoslavia - NKPJ) και της νεολαίας του, της SKOJ («The League of Communist Yugoslav Youth» - Ενωση Κομμουνιστικής Νεολαίας Γιουγκοσλαβίας) από νεοφασιστικές οργανώσεις, με την προκλητική, μάλιστα, ανοχή της αστυνομίας και των τοπικών αρχών.
Αποκορύφωμα των επιθέσεων στάθηκε εκείνη που εξαπέλυσαν συμμορίτες της νεοφασιστικής «Σερβικής Δράσης» στις 11 Οκτώβρη κατά του Πρώτου Γραμματέα της ΕΚΝΓ, Αλεξάνταρ Ντιένιτς, ο οποίος προσπαθώντας να αμυνθεί κατά των δραστών... συνελήφθη από την αστυνομία! Ο Ντιένιτς συνελήφθη, ανακρίθηκε και αφέθηκε ελεύθερος μέχρι τη δίκη που θα γίνει στις 29 Οκτώβρη, μέρα κατά την οποία η ΕΚΝΓ και το ΝΚΚΓ καλούν τα αδελφά κόμματα να σε συγκέντρωση αλληλεγγύης σε οργανώσεις συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας έξω από τις σερβικές πρεσβείες στις άλλες χώρες.
Οι επιθέσεις κατά στελεχών της Ενωσης Κομμουνιστικής Νεολαίας Γιουγκοσλαβίας γίνονται με αφορμή τις δυναμικές κινητοποιήσεις της οργάνωσης στους χώρους των πανεπιστημίων και των τεχνολογικών ιδρυμάτων κατά των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων «Μπολόνια».
Καταδικάζει το ΚΚΕ
Σε ανακοίνωσή του, το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ σημειώνει για τις νεοφασιστικές επιθέσεις εναντίον κομμουνιστών στη Σερβία και την προκλητική κρατική δίωξη του Γραμματέα της Κομμουνιστικής Νεολαίας:
«Το ΚΚΕ καταδικάζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις απειλές και τις επιθέσεις που εκδηλώνονται τις τελευταίες 10 μέρες ενάντια στο Νέο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας και τη νεολαία του από τη νεοφασιστική οργάνωση "Σερβική Δράση" και καταγγέλλει την στάση της κυβέρνησης και των αρχών της Σερβίας που επιδεικνύουν προκλητική ανοχή απέναντι στις νεοφασιστικές επιθέσεις στους κομμουνιστές, τις οποίες υποθάλπουν στην πράξη.
Συγκεκριμένα:
Στις 11 Οκτώβρη φασιστική συμμορία επιτέθηκε σε μέλος της Ενωσης Κομμουνιστικής Νεολαίας Γιουγκοσλαβίας (ΕΚΝΓ) στη Φιλοσοφική Σχολή του Βελιγραδίου. Την ίδια μέρα, παρόμοια επίθεση σημειώθηκε σε μέλος της ΕΚΝΓ στο Νόβι Σαντ.
Κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων αλληλεγγύης στις διαδηλώσεις εργαζομένων στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη επίσης σημειώθηκαν επιθέσεις κατά μελών της ΕΚΝ ενώ μέλη της "Σερβικής Δράσης" επιτέθηκαν και βανδάλισαν τα κεντρικά γραφεία του Νέου ΚΚ Γιουγκοσλαβίας στο Βελιγράδι.
Ομάδες της νεοφασιστικής "Σερβικής Δράσης" επιτέθηκαν σε κομμουνιστές κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας του Νέου Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας ενάντια σε αντικομμουνιστική έκθεση στο Βελιγράδι. Στην τελευταία επίθεση, στόχος ήταν ο Aleksandar Denic, πρώτος Γραμματέας της ΕΚΝΓ. Οι αστυνομικοί που αναμείχθηκαν, αντί να συλλάβουν τα μέλη της νεοφασιστικής "Σερβικής Δράσης", που του επιτέθηκαν, συνέλαβαν τον ίδιο, επειδή αντιστάθηκε και αμύνθηκε στην επίθεση. Και αντί να έρθουν κατηγορούμενοι οι φασίστες σέρνεται στα δικαστήρια ο νεολαίος κομμουνιστής γιατί αντιστάθηκε!
Το ΚΚΕ καταγγέλλει την κλιμάκωση της φασιστικής βίας ενάντια στους κομμουνιστές. Απαιτεί την άμεση παύση της δίωξης του Aleksandar Denic, τη λήψη άμεσων μέτρων ενάντια στην εγκληματική δράση των νεοφασιστικών ομάδων, τη διασφάλιση της ελεύθερης πολιτικής δράσης των κομμουνιστών στη Σερβία. Προειδοποιεί ότι ο αντικομμουνισμός και η άνοδος του φασισμού πάνε χέρι - χέρι και πάντα αποτελούν προάγγελους συνολικότερης επίθεσης στα εργασιακά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων και των λαών».
Αλληλεγγύη και από την ΚΝΕ
Ανακοίνωση εξέδωσε και η ΚΝΕ, όπου μεταξύ άλλων σημειώνει: «Απαιτούμε να σταματήσει αμέσως η δίωξη του Aleksandar Denic, να παρθούν μέτρα ενάντια στην εγκληματική δράση των νεοφασιστικών ομάδων και για τη διασφάλιση της ελεύθερης πολιτικής δράσης των κομμουνιστών.
Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στα μέλη του Νέου ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και της ΕΚΝΓ. Οι κομμουνιστές δεν τρομοκρατούνται. Η πάλη μας ενάντια στο φασισμό και το σύστημα που τον γεννά θα δυναμώσει, ώσπου να μη βρίσκουν τόπο να σταθούν οι φασίστες, όσοι σπέρνουν τον αντικομμουνισμό, το ρατσιστικό και εθνικιστικό δηλητήριο, για λογαριασμό των αφεντικών τους και για να επιτεθούν συνολικά στα δικαιώματα της νεολαίας και των εργαζομένων».

20 Οκτ 2014

Βρετανία: Μεγάλες διαδηλώσεις με αίτημα αυξήσεις στους μισθούς

Βρετανία: Μεγάλες διαδηλώσεις με αίτημα αυξήσεις στους μισθούς

Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν σήμερα στους δρόμους του Λονδίνου εναντίον της μείωσης των μισθών, οι οποίοι έχουν συρρικνωθεί κατά 50 λίρες (63 ευρώ) την εβδομάδα από το 2008, παρά το γεγονός ότι η βρετανική οικονομία δεν βρίσκεται σε ύφεση.
Η πορεία, στην οποία συμμετείχαν εργαζόμενοι στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, άρχισε μετά το μεσημέρι και έφθασε ως το Χάιντ Παρκ, στο κέντρο της βρετανικής πρωτεύουσας.
Η πορεία, που ονομάζεται «Η Βρετανία χρειάζεται μια αύξηση μισθού», οργανώνεται από τη συνομοσπονδία εργατικών συνδικάτων Trade Unions Congress (TUG).
Η πορεία αυτή ολοκληρώνει μια εβδομάδα που σημαδεύτηκε από διαδηλώσεις διαφόρων κινημάτων με κοινωνικά αιτήματα στη Βρετανία. Τη Δευτέρα, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στο βρετανικό Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) έκαναν στάση εργασίας για τέσσερις ώρες για να αξιώσουν αυξήσεις μισθών, κάτι που είχε να συμβεί από το 1982, επί των ημερών της Μάργκαρετ Θάτσερ. Την Τετάρτη, δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα πραγματοποίησαν 24ωρη απεργία εναντίον του παγώματος των μισθών και της μείωσης της αγοραστικής τους δύναμης, ενώ αντικυβερνητικοί διαδηλωτές έχουν συγκεντρωθεί από την Παρασκευή κοντά στο κοινοβούλιο.  

TOP READ